text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 325/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά- Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ζ.Δ. συζ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπανό, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 17782/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 835/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, η γενική κατ' είδος αναφορά τους ( μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 17782/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η υπ' αριθμ. 14061/10/11/2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 10278/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Από τη σχετική έκθεση εφέσεως, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, φερομένη στην έφεση ως κάτοικος ..., επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της, πρόβαλε με αυτήν ότι διέμενε μονίμως στην ως άνω διεύθυνση και συνεπώς δεν ήταν άγνωστης διαμονής και δεν έλαβε γνώση της ακύρως, εκ του λόγου αυτού, επιδοθείσας, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, ερήμην της, εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης, με αποτέλεσμα να μην αρχίσει να τρέχει η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως και η έφεση της να τυγχάνει εμπρόθεσμη. Πρόβαλε, συνεπώς, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, διότι έκρινε ότι η εκκαλουμένη νομίμως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία, αναγνώσθηκαν τα διαλαμβανόμενα στην οικεία στήλη έγγραφα και εξετάστηκε, μετά από αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου της εκκαλούσας- αναιρεσείουσας, ως μάρτυρας αποδείξεως περί του εκπροθέσμου της εφέσεως της ο Π.Δ., το δικαστήριο δεν αναφέρει παντελώς στο προοίμιο του σκεπτικού του ούτε κατ1 είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην ανωτέρω δικαστική κρίση του, ούτε και προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης , είτε ευθέως ,είτε διηγηματικώς, ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Σύμφωνα με τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο του εγκλήματος εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 370 εδ. β και 511 γ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Όταν όμως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση που αναιρείται απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, τότε ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, παρότι παρήλθε οκταετία από την τέλεση της πράξεως, που φέρεται ότι έλαβε χώρα εξακολουθητικά από 28/2/2002 έως 30/8/2004 (και προκειμένου περί εξακολουθητικού εγκλήματος από την τέλεση ορισμένων μερικότερων πράξεων), αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, προκειμένου εκείνο, στην περίπτωση που κρίνει την έφεση ως εμπρόθεσμη και παραδεκτώς ασκηθείσα, οπότε η πρωτόδικη δεν κατέστη αμετάκλητη και μπορεί να συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον συμπληρώθηκε ο πιο πάνω χρόνος παραγραφής και το αξιόποινο εξαλείφθηκε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατω-μένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 17782/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Γίνεται δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων( εξετάστηκε μάρτυρας αποδείξεως στο ακροατήριο περί του εκπροθέσμου της εφέσεως και δεν αναφέρεται ούτε στο προοίμιο ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο του σκεπτικού ότι λήφθηκε υπόψη). Αναιρεί και παραπέμπει (και για τις μερικότερες πράξεις που έχουν υποπέσει σε παραγραφή).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 324/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά -Εισηγήτρια, και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιο Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Α. Δ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβάρα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3387/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 524/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε η κρινόμενη αίτηση, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 211A του ΚΠΔ , το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/ 1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησης τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3387/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Α. Δ., κηρύχθηκε ένοχος αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάσθηκε ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και από την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο οπωσδήποτε όμως κείμενο μεταξύ της 12/5/1996 έως και 12/6/1996, χωρίς να είναι τοξικομανής, κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ν. 1729/1987, ενεργώντας από πρόθεση, αγόρασε από άγνωστο άτομο, άγνωστη ποσότητα ηρωίνης, τουλάχιστον όμως 55 γραμμάρια, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, απαγορευμένη τουτέστιν ναρκωτική ουσία, καθόσον δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή. Ωσαύτως, σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κείμενο μεταξύ της 12/6/1996 έως και 1 8/6/1996, κατείχε στην επί της οδού ... στην Αθήνα κατοικία του , ήτοι είχε στη φυσική αυτού εξουσίαση κατά τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και κατά τη δική του βούληση να τη διαθέτει πραγματικά με σκοπό την εμπορία, άγνωστη ποσότητα ηρωίνης, τουλάχιστον όμως 55 γραμμάρια, ενώ εξ άλλου, σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κείμενο μεταξύ της 12/6/1996 και 22/6/1996, πώλησε στον Φ. Ζ. στην επί της οδού ... στην Αθήνα οικία του, άγνωστη ποσότητα ηρωίνης, τουλάχιστον όμως 55 γραμμάρια, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού. Για τα πραγματικά αυτά περιστατικά, σαφής ελέγχεται η κατάθεση του αστυνομικού οργάνου Μ. Γ., σύμφωνα με τα παρατιθέμενα, στην οποία , η σύλληψη του κατηγορουμένου πραγματοποιήθηκε κατόπιν υποδείξεως του Φ. Ζ., για τον οποίο, υπήρχαν πληροφορίες στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών περί διακινήσεως ηρωίνης σε τοξικομανείς, κατά τον πραγματοποιηθέντα έλεγχο στην οικία του οποίου στις 17/7/1996, επί της οδού ... και συγκεκριμένα στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας, βρέθηκε ένα νάϋλον σακουλάκι με ηρωίνη βάρους 55 γραμμαρίων, που όπως τον διαβεβαίωσε, αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης ποσότητας ηρωίνης 110 γραμμαρίων που είχε πουλήσει σ' αυτόν ο κατηγορούμενος , αντί 560.000 δραχμών. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται παρ1 αντιθέτου τινός αποδεικτικού στοιχείου, τουναντίον επιρρωνύεται από την από 18/7/1996 έκθεση έρευνας και κατάσχεσης του αστυνομικού Η. Κ., με βάση τα αναγραφόμενα, στην οποία μεταξύ των ανευρεθέντων και κατασχεθέντων στην οικία του Φ. Ζ. αντικειμένων συμπεριλαμβάνεται και η ως άνω ποσότητα ηρωίνης των 55 γραμμαρίων που πούλησε σ' αυτόν ο κατηγορούμενος. Πέραν αυτού, ενισχύεται έμμεσα από τα όσα ο κατηγορούμενος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αναφέρει που σχέση έχουν με τη γνωριμία του με τον Φ. Ζ. στο Πεδίο του Άρεως. στο χώρο του οποίου συνελήφθη, κατόπιν υποδείξεως του τελευταίου, ως το χώρο που ο κατηγορούμενος, εκτός άλλων, σύχναζε, καθώς και με τη μετάβαση του στην οικία του Φ. Ζ. για καφέ, όπως υποστηρίζει, ισχυρισμός, που στερείται βασιμότητας, αφού επί τη παραδοχή του, δεν δικαιολογείται η διατύπωση των καταμαρτυρηθέντων σε βάρος του αναφορικά με την πώληση σ' αυτόν στην οικία του (...) της ανωτέρω ποσότητας ηρωίνης". Από την εκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών θεμελίωσε τη καταδικαστική του απόφαση μόνο στην κατάθεση του αστυνομικού Μ. Γ., ο οποίος όσα κατέθεσε σε βάρος του αναιρεσείοντος τα πληροφορήθηκε από τον συγκατηγορούμενό του στην ίδια υπόθεση Φ. Ζ., ότι δηλαδή τα ναρκωτικά βρέθηκαν στην οικία του τελευταίου και ότι αυτός υπέδειξε στους αστυνομικούς τον τόπο στον οποίο κινείτο ο κατηγορούμενος και τον αριθμό της τηλεφωνικής του σύνδεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου αστυνομικού οι πληροφορίες για τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών αφορούσαν μόνο τον Φ. Ζ. και ότι στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην κατοικία του κατηγορουμένου δεν βρέθηκαν ναρκωτικά. Με τις παραδοχές όμως αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε την διάταξη του άρθρου 211 Α του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ του ίδιου κώδικα, και ως εκ τούτου δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος, και πρέπει κατά παραδοχή αυτού , να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 5 1 9 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3387/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ναρκωτικά. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 211 Α ΚΠΔ (το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση αποκλειστικά σε όσα κατέθεσε ο αστυνομικός σε βάρος του κατηγορουμένου που τα γνώριζε από τον συγκατηγορούμενό του). Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 323/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Β. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκούβα, περί αναιρέσεως της 32275/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1272/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση από το ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του χρέους. Ειδικότερα, προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφ' ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες ή τα Τελωνεία, αφ' ετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του, και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει ο όριο του 1.000.000 δραχμών, προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δραχμές όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Ν2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του , όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε μπορεί το χρέος να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1/1/2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊστάμενου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης : 1) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων(10.000) ευρώ, 2) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση 1, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και 3) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση 1, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κτλ), και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου, και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους (δηλαδή πριν την 1/1/2004), εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δραχμές προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δραχμές, προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος έναρξης της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Συνεπώς, για τα χρέη που ο χρόνος καταβολής τους έπεται της 1/1/2004, εφαρμοστέες είναι οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3220/2004, ενώ για τα χρέη , ο χρόνος καταβολής των οποίων προηγείται της 1/1/2004 και το δικαστήριο επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της υποθέσεως μετά το άνω χρονικό διάστημα θα εφαρμοσθούν ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι ευνοϊκότερες σε κάθε περίπτωση διατάξεις. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με το παραπάνω έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επομένως, εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 32275/2010 απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του "ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι σε βάρος του βεβαιώθηκαν από την ΔΟΥ … τα παρακάτω χρέη, κατ' είδος, ποσό, χρόνο, είδος κτλ, Το παραπάνω ποσό των 333.078,51 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη προς τη ΔΟΥ …, ηθελημένα δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, διότι το δικαστήριο κρίνει ότι στην πράξη του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30/1/2003 έως 30/10/2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος. Όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για το χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ … διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. Βιβλίου 16/2006) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 3/11/2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊστάμενου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 333.078,51 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Ακολούθως του επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών την οποία ανέστειλε επί τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως κατά τα άνω αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο ενσωματώθηκε και ο πίνακας χρεών της ΔΟΥ … και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του, αναφέρονται: α) η αρχή, ήτοι η ΔΟΥ …, η οποία βεβαίωσε τα χρέη του αναιρεσείοντα, και προσδιορίζεται ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επί μέρους χρέους, β) το ύψος των βεβαιωθέντων χρεών, υπό τους αύξοντες αριθμούς του πίνακα χρεών 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14, τα οποία, ανέρχονται, αντίστοιχα, στα ποσά των 10.961,18, 211,26, 762, 26, 256,80, 632,36, 632,36, 39.853,32, 49.804,44, 31.104,06, 5.102,55, 76.251,58, 71.520,22, 45.359,33 και 626,79 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής των βεβαιωθέντων χρεών (τρεις διμηνιαίες δόσεις, εφάπαξ, δύο διμηνιαίες δόσεις, εφάπαξ, δύο μηνιαίες δόσεις, δύο μηνιαίες δόσεις, και όλα τα λοιπά χρέη εφάπαξ), δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής αυτών και ειδικότερα 1)31/7/2002, 30/9/2002 και 30/11/2002 (του πρώτου χρέους, συνολικού ποσού 10.961,18 ευρώ), 2)27/2/2004, 3)30/11/2006 και 30/11/2006, 4)28/4/2006, 5)31/5/2006 και 30/6/2006, 6)31/5/2006 και 30/6/2006, 7)31/5/2006, 8)31/5/2006, 9)31/5/2006, 10)31/5/2006, 11)31/5/2006, 12)31/5/2006, 13)31/5/2006 και 14)31/5/2006, και ε)το εάν η μη καταβολή αφορά ολόκληρο το ποσό του χρέους ή δόσεις αυτού (δύο δόσεις, εφάπαξ, μία δόση, εφάπαξ, δύο δόσεις, δύο δόσεις, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ, εφάπαξ , αντίστοιχα). Σημειωτέον, ότι το πρώτο χρέος με αύξοντα αριθμό 1 στον πίνακα χρεών, που προερχόταν από εισόδημα φυσικών προσώπων, ήταν καταβλητέο σε τρεις διμηνιαίες δόσεις (30/7/2002, 30/9/2002 και 30/11/2003) και αφορούσε σε πράξη που τελέστηκε πριν την 1/1/2004 και υπερέβαινε κατά το ύψος του (ανερχόμενο σε 10.961,18 ευρώ) το τασσόμενο με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ μοναδικοί λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 25 παρ. 1 του Ν. 1880/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, και άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης δεν αναφέρονται για το πρώτο και δεύτερο χρέος, που ρυθμίζονται από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990, ότι, για το καταβλητέο σε τρείς δόσεις χρέος, καθυστέρησε επί δίμηνο την καταβολή της τρίτης δόσης , και για το καταβλητέο εφάπαξ χρέος, καθυστέρησε την καταβολή του πέραν των δύο μηνών από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί, ενώ για τις λοιπές περιπτώσεις, που ρυθμίζονται από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, ότι καθυστέρησε την καταβολή των χρεών πέραν των τεσσάρων μηνών, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, αφού ο χρόνος της καθυστέρησης της πληρωμής του κάθε χρέους προκύπτει από τον χρόνο καταβολής του που αναγράφεται στον συναφή πίνακα χρεών, που ενσωματώθηκε στο σκεπτικό και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του, και συνεπώς δεν χρειαζόταν πρόσθετη αναφορά και εξειδίκευση του χρόνου αυτού. Ειδικότερα, για το χρέος με αύξοντα αριθμό 1, που ήταν καταβλητέο σε τρεις διμηνιαίες δόσεις, ήτοι την 31/7/2002, 30/9/2002 και 30/11/2002, το δίμηνο της καταβολής της τρίτης δόσης έληγε την 30/1/2003, το χρέος με αύξοντα αριθμό 2, ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 27/2/2004 και για τα λοιπά χρέη , είτε εφάπαξ, είτε με δόσεις καταβλητέα, που ρυθμίζονται από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, η καθυστέρηση της καταβολής τους , πέραν των τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθούν, προκύπτει σαφώς από τον αναγραφόμενο στον πίνακα χρεών χρόνο καταβολής τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20/9/2010 αίτηση του Γ. Β. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32275/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Απορρίπτεται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως αβάσιμοι (η απόφαση έχει όλα τα κρίσιμα στοιχεία για την συγκρότηση του εγκλήματος και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 322/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Ά. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννόπουλο, περί αναιρέσεως της 9448/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 729/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9448/2010 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά την τέλεση της πράξεως από τον αναιρεσείοντα: "Ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής και εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία E-BASE ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΕΠΕ (λιανικό εμπόριο Η/Υ) και απασχολήσας προσωπικό από τον Μάρτιο 2003 έως τον Δεκέμβριο 2003, με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλε εισφορές έως το τέλος του επόμενου μήνα, εκείνου εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ήτοι εργοδοτικές και εργατικές εισφορές ποσού 18101,66 ευρώ και 9.050,83 ευρώ, αντίστοιχα, καίτοι ήταν νόμω υπόχρεος στην καταβολή των ως άνω ασφαλιστικών εισφορών, που ήταν απαιτητές-ληξιπρόθεσμες από 1/5/2003 έως 1/2/2004 και αφορούν εισφορές της χρονικής περιόδου από τον Μάρτιο 2003 έως τον Δεκέμβριο 2003. Το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 13/6/2008, όπως προκύπτει από το από 13/6/2008 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ..., της Εισαγγελίας Πρωτοδικών. Οι οφειλόμενες εισφορές που αντιστοιχούν στους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2003 έχουν υποκύψει σε παραγραφή, αφού έχει παρέλθει πενταετία από τότε που έγιναν απαιτητές έως την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Οι οφειλόμενες εισφορές που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο διάστημα ανέρχονται στο ποσό των 24.526,29 ευρώ, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Φ. Κ., τις οποίες ο κατηγορούμενος από πρόθεση δεν κατέβαλε. Πρέπει, επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τις οφειλόμενες εισφορές του χρονικού διαστήματος από τον Μάιο 2003 έως τον Δεκέμβριο 2003". Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στην Αθήνα την 2/6/2008, τυγχάνων εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία E-BASE ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΕΠΕ, ενώ απασχόλησε προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο 2003 έως το Δεκέμβριο 2003, δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ, μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που βάρυναν τον ίδιο, ποσού 18.101,66 ευρώ, και β) τις εργατικές εισφορές που παρακρατούσε από τους μισθωτούς που απασχολούσε, ποσού 9.050,83 ευρώ. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η 25984/2007 ΠΕΕ". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού εμφιλοχώρησαν ασάφειες και αντιφάσεις. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι η πράξη της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών κατά το μέρος που αφορούν τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές που ανάγονται στο χρονικό διάστημα των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2003 και οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 2.626.21 ευρώ, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, λόγω παρέλευσης πενταετίας από το χρόνο τέλεσής τους μέχρι την επίδοση στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, ακολούθως, στο διατακτικό τον κηρύσσει ένοχο για τη μη καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και του χρονικού αυτού διαστήματος και συγκεκριμένα για οφειλόμενες εισφορές, από το μήνα Μάρτιο 2003 έως το μήνα Δεκέμβριο 2003, συνολικού ποσού 27.152,50 ευρώ, χωρίς καμία μνεία ως προς την παραγραφή του αδικήματος για το χρονικό διάστημα που δέχθηκε στο σκεπτικό (των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2003). Επομένως, ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Με το άρθρο 30 του Ν. 3904/23/12/2010 αντικαταστάθηκε το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και ορίσθηκε ότι: 1) Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, και 2) Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Α. Ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 511 του ΚΠΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως , αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α', Γ'... . Επίσης αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. 2β του ίδιου κώδικα, κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511). Τέλος, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση, αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9448/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και συγκεκριμένα διότι, ως εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Ε-ΒΑSΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Ε.Π.Ε., ενώ απασχόλησε προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 2003 έως τον Δεκέμβριο 2003, δεν κατέβαλε στο Ι.Κ.Α., μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, α) τις εργοδοτικές εισφορές που τον βάρυναν, ποσού 18.101,66 ευρώ, και β) τις εργατικές εισφορές που παρακρατούσε από τους μισθωτούς που απασχολούσε, ποσού 9,050, 83 ευρώ. Οι πράξεις όμως αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ως άνω Ν. 3904/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε την 23/12/2010, δεν είναι αξιόποινες, αφού τα ποσά των μη καταβληθεισών από τον αναιρεσείοντα εργοδοτικών και εργατικών εισφορών είναι κατώτερα από τα ελάχιστα όρια εισφορών που προβλέπονται στο άρθρο αυτό για να είναι αξιόποινες οι πράξεις των παραβάσεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967. Συνεπώς, εφόσον η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και ο νόμος, βάσει του οποίου καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέστη επιεικέστερος, αφού καθιστά την πράξη αυτή, λόγω ποσού, ανέγκλητη, πρέπει να εφαρμοσθεί αυτός αυτεπαγγέλτως, και στην παρούσα υπόθεση, κατά το άρθρο 2 του ΠΚ και τις ως άνω διατάξεις του ΚΠΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων( άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9448/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα Σ. Ά. του Ν., κάτοικο ..., του ότι στην Αθήνα, στις 2/6/2008, τυγχάνων εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία Ε- ΒΑSΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Ε.Π.Ε., λιανικό εμπόριο ηλεκτρονικών υπολογιστών, και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από τον Μάρτιο 2003 έως τον Δεκέμβριο 2003 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, α) τις ασφαλιστικές εισφορές που βάρυναν τον ίδιο (εργοδοτικές), ποσού 18.101,50 ευρώ, και β) τις ασφαλιστικές εισφορές που είχε παρακρατήσει από τους εργασθέντες στην επιχείρησή του (εργατικές), ποσού 9.050,83 ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (ΑΝ 86/67). Αναιρείται η απόφαση για αντιφατική αιτιολογία (ενώ στο σκεπτικό παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για Χ χρονικό διάστημα στο οποίο αντιστοιχούν Χ εισφορές, στο διατακτικό τον κηρύσσει ένοχο για όλο το διάστημα και όλο το ποσό), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Κηρύσσεται αθώος ο αναιρεσείων, διότι ο νόμος βάσει του οποίου καταδικάσθηκε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης κατέστη επιεικέστερος, αφού καθιστά την πράξη ανέγκλητη (άρθρο 30 του Ν. 3904/23/12/2010, που ορίζει τα ποσά σε 20.000 και 10.000 €, αντίστοιχα), άρθρα 511, 514§2β, 518 ΚΠΔ και 2 ΠΚ.
null
null
0
Αριθμός 326/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου P. B. του M. κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο για αναίρεση της υπ' αριθμ. 559/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον A. S. του H.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 579/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 255/23-8-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) μετά της σχετικής δικογραφίας την υπ' αριθμ. 13/19-3-2010 έκθεση αναίρεσης του B. P. του M., κατοίκου ..., που ασκήθηκε δια δηλώσεώς του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Πατρών, κατά της υπ' αριθμ. 559/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί με την πάροδο της οριζομένης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο, και απορρίπτεται (ΑΠ 429/2005 Ποιν. Δικ. 2005 σελ. 922). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως επί του σώματος της απόφασης, η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αριθμό 559/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 27-6-07, η δε κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε την 19-3-2010 ενώπιον του Διευθυντή του καταστήματος Κράτησης Πατρών, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναίρεσης ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 514 εδ. γ Κ.Π.Δ., εκτός ορισμένων εξαιρετικών, αλλά μη προκείμενων περιπτώσεων, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο, ανεξάρτητα από το αν εκείνη που ασκήθηκε προηγούμενα απορρίφθηκε ως αβάσιμη ή απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 1/2000, Π.Χρ. Ν. 118, ΑΠ 61/2009 Π.Χρ. ΝΘ', 985). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 559/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης και της χρηματικής ποινής των 50.000 ευρώ για τα αδικήματα της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά της απόφασης αυτής, η οποία καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 27-6-2007, άσκησε την υπ' αριθμ. 26/12-3-2007 αίτηση αναίρεσης, ενώπιον του Διευθυντή της κλειστής φυλακής Πατρών. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 947/2008 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου Ε' ποινικού Τμήματος - σε Συμβούλιο, το οποίο απέρριψε την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, γιατί δε διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης αφού δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και από ποιες συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει η έλλειψη αυτή. Στη συνέχεια ο ίδιος ο αναιρεσείων την 19-3-2010 άσκησε δεύτερη αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών για τον ίδιο ως άνω λόγο που άσκησε και την πρώτη αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω από 19-3-2010 δεύτερη αίτηση αναίρεσης του ιδίου αναιρεσείοντος κατά της ίδιας ως άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τυγχάνει κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα απαράδεκτη. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 559/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 13/19.3.2010 η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον B. P. του M., κρατούμενο στο κατάστημα Κράτησης …, κατά της 559/2-3-07 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 7/6/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473, 474, 504, 505 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκήσει ο κατηγορούμενος είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης αν ήταν παρών στη δίκη. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο πλην άλλων και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου συνεπώς και της αναίρεσης όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το δικαιολογητικό λόγο της εκπρόθεσμης άσκησής του δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία εμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως και ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορεί να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 15 και 763/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 559/2007 καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε παρουσία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο κατά το άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠΔ στις 27-06-2007, όπως προκύπτει από την από 14-04-2010 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Η κρινόμενη με αριθ. έκθ. 13/19-03-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα P. B. του M. με δήλωση ενώπιον του διευθυντή του καταστήματος κράτησης Πατρών σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1 και 473 ΚΠΔ την 19-03-2010 ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση στο βιβλίο τούτο, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, ήτοι η αναίρεση αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Συνεπώς η αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά τη σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, ως και λόγω του ότι αυτή είναι δεύτερη αίτηση αφού η προηγούμενη υπ' αριθ. 26/12-03-2007 κατά της αυτής αποφάσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 947/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και ως εκ τούτου κατά το άρθρο 514 εδ. γ' ΚΠΔ δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης έστω και αν η πρώτη, ως εν προκειμένω, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 1/2000, 61/2009). Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν τον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 13/19-03-2010 αίτηση του P. B. του M., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης …, για αναίρεση της 559/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Είναι επιτρεπτή η άσκηση εκπρόθεσμης αίτησης αναίρεσης όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Πρέπει όμως να αναφέρονται στην αίτηση οι λόγοι, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Έννοια αυτών. Δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης έστω και η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 330/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1465/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1.Σ. Κ. του Θ. και 2.Δ. Α. του Γ.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Μ. Β. του Γ. και 2.Η εταιρεία CASCO INTERNATIONAL ABEE, νόμιμα εκπροσωπουμένη. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1160/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο την υπ' αριθμ. 344/12-10-2010, έγγραφη πρότασή του στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθμό 101/30-8-2010 αίτηση αναίρεσης του Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1465/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 2935/09 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος α) απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουσα τα 73.000€ και β) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας, η συνολική αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 €. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεώς του εκδόθηκε το με αριθμό 1465/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και τον αντίκλητο δικηγόρο του Εμμ. Καπνισάκη στις 22/7/2010 και στις 21/7/2010 αντίστοιχα και αυτός άσκησε την αναίρεση στις 30/8/2010, ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από τον τελευταίο η με αριθμό 101/2010 έκθεση στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά και ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ακόμη το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης αφού παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο δι' αυτής προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 στοιχ.δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος του κατηγορουμένου, για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δια την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελεί ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αιτιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνον να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της κρίσης του και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως επιβάλλουν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177§1 - 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως απαιτείται να εκτίθενται όλα τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1641/08, ΑΠ 1596/07). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλήψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000€, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000€. Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 375§1 ΠΚ για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στη κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάθεται στον Αστικό Κώδικα. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον είναι εμπιστευμένο στον υπαίτιο με οποιονδήποτε εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στη διάταξη αυτή καταστάσεων και ιδιοτήτων, όπως αυτή του διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 497/07, ΑΠ 1050/05). ΙΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας που συγκεντρώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την κρινόμενη υπόθεση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλων των εγγράφων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, τις εφέσεις και το από 20-10-2009 υπόμνημα του πρώτου εκκαλούντος και το Συμβούλιο τούτο έχοντας σύμφωνη γνώμη με την εισαγγελική πρόταση κρίνει ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος α) και των δύο εκκαλούντων κατηγορουμένων για απάτη από κοινού (μαζί και με τον μη ασκήσαντα έφεση κατηγορούμενο Δ. Α. του Γ.) και κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημιά, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και β) ο πρώτος τούτων επιπλέον για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως διαχειριστής ξένης περιουσίας το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του με την ανωτέρω ιδιότητά του και η αξία του υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα προέκυψε ότι: 1) στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 2003 ο Θ. Κ. με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εγκαλούσας Ανώνυμης Εταιρίας "CASCO ΑΒΕΕ" με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία ναυτιλιακών χρωμάτων και επιχρισμάτων (ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "WISDOM CONSULTANS S.A." η οποία είχε την Προεδρία του Δ.Σ. της CASCO ΑΒΕΕ, κατόπιν συναπόφασης και από κοινού δρώντας με το Σ. Κ., υιό του ως μέτοχο της εγκαλούσας κατά ποσοστό 10,14% και αποκλειστικό μέτοχο της εταιρίας "PROTOCRAFT TRADING LIMITED" που μετείχε ως μέλος του Δ.Σ της εγκαλούσας και εκπροσωπείτο από το Γ. Λ. και το μη ασκήσαντα έφεση κατηγορούμενο Δ. Α. ως εκπρόσωπός του, της επίσης μέλους του Δ.Σ της εγκαλούσας εταιρίας "INVESTIA HOLDINGS S.A." παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Μ. Β. που ήταν μέτοχος της πρώτης εγκαλούσας "CASCO ΑΒΕΕ" δια της εταιρίας "V κ ΑΑ CONSULTANS LIMITED" σε ποσοστό 50%, ότι η "CASCO ΑΒΕΕ" είχε ήδη οφειλή 165.000 δολλαρίων ΗΠΑ (περίπου 162.000 ευρώ) σε προμηθευτή της που της είχε πωλήσει επί πιστώσει χρώματα, ότι είχε συμφωνήσει την πώληση χρωμάτων σε νέο πελάτη-πλοιοκτήτη, ώστε έπρεπε να πληρωθεί αμέσως ο προμηθευτής, προκειμένου να πωλήσει στην εγκαλούσα πρώτες ύλες που θα ήταν απαραίτητες για να κατασκευασθούν τα χρώματα τα οποία είχαν δήθεν συμφωνηθεί για να πωληθούν στο νέο πελάτη πλοιοκτήτη. Η αλήθεια όμως την οποίαν οι κατηγορούμενοι γνώριζαν καλώς ήταν ότι αφενός δεν υπήρχε τέτοια οφειλή σε προμηθευτή και αφετέρου ότι ουδέποτε είχε κλεισθεί τέτοια συμφωνία πώλησης χρωμάτων. Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν τον εγκαλούντα Μ. Β. και κατέβαλε στον Θ. Κ. το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με την παρουσία του Δ. Α., που είχε την ιδιότητα του ταμία της εγκαλούσας εταιρίας, ενώ όλα τα παραπάνω επιβεβαίωσε και ο Σ. Κ. και έτσι με τον τρόπο αυτό απεκόμισε ο Θ. Κ. παράνομο περιουσιακό όφελος 165.000 δολ. ΗΠΑ, 162.000 ευρώ περίπου, με αντίστοιχη ζημιά της περιουσίας του Μ. Β. καθώς ο πρώτος ενσωμάτωσε αυτό στην περιουσία του. 2) Στην Αθήνα στις 13-2-2003 οι ίδιοι ανωτέρω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι και ο μη ασκήσας έφεση Δ. Α. ενεργώντας από κοινού με τις ίδιες ανωτέρω ιδιότητες ο καθένας διαβεβαίωσαν ψευδώς τον εγκαλούντα Μ. Β. ότι η πρώτη εγκαλούσα "CASCO ΑΒΕΕ" είχε οφειλές σε δύο μεγαλοπρομηθευτές της ύψους 800.000 ευρώ, ενώ ταυτόχρονα ο πρώτος είχε συμβληθεί για λογαριασμό της "CASCO ΑΒΕΕ" και ότι είχε εξασφαλίσει πωλήσεις μεγάλης αξίας ποσοτήτων χρωμάτων σε πανίσχυρους παράγοντες της ναυτιλίας, Έλληνες και ξένους, οπότε υπήρχε άμεση ανάγκη χρηματοδότησης της εταιρίας για την εξόφληση των δύο αυτών προμηθευτών, οι οποίοι θα προμήθευαν την εταιρία τις αναγκαίες ποσότητες χρωμάτων μόνο με την πλήρη εξόφληση του χρέους τους. Με τον τρόπο δε αυτό η εγκαλούσα εταιρία θα προέβαινε στην αγορά των αναγκαίων πρώτων υλών και θα αύξανε την παραγωγή της. Προς ενίσχυση των παραπάνω ψευδών παραστάσεων και κάμψη των αμφιβολιών του εγκαλούντα Μ. Β. οι κατηγορούμενοι επέδειξαν προς αυτόν μια ψευδή λογιστική αποτύπωση (ισοζύγιο) της "CASCO ΑΒΕΕ" την οποία έφερε ο Δ. Α. από την οποία φαινόταν ότι αυτή όφειλε σε δύο προμηθευτές της το ποσό των 800.000 ευρώ. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις ο εγκαλών πείστηκε και κατέβαλε στις 21-2-2003 ως δάνειο το ποσό των 600.000 ευρώ για την πρώτη εγκαλούσα εταιρία, το οποίο εισέπραξε και έλαβε στην κατοχή του ο Θ. Κ. με την παρουσία και των δύο άλλων κατηγορουμένων και πιστοποιήθηκε η είσπραξη του με το από 21-2-2003 πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιρίας το οποίο υπογράφεται από τον πρώτο εκκαλούντα Θ. Κ. ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εγκαλούσας εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" που ασκούσε το μέλος του Δ.Σ αυτής "WISDOM CONSULTANS S.A." την οποία ο ανωτέρω αντιπροσώπευε καθώς και τους Δ. Α. και Γ. Λ. ως αντιπροσώπους των δύο άλλων μελών του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιριών "INVESTIA HOLDINGS S.A." και "PROTOCRAFT TRADING LIMITED" αντίστοιχα. Σε εξασφάλιση δε του άνω δανείου ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της "CASCO ΑΒΕΕ" αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές εκδόσεως του δευτέρου εγκαλούντος ποσών 300.000€ η πρώτη και 302.405€ η δεύτερη, τις οποίες τριτεγγυήθηκαν οι Δ. Α. και Γ. Λ. ως εκπρόσωποι καθένας των άνω εταιριών που αντίστοιχα εκπροσωπούσε και με ημερομηνίες εκδόσεως 21-4-2003 και 15-5-2003 αντίστοιχα. Τις ανωτέρω συναλλαγματικές μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση ο δεύτερος εγκαλών στην εταιρία "LUGERT HOLDINGS", πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, η δε πιο πάνω εταιρία εξέδωσε διαταγές πληρωμής σε βάρος της εγκαλούσας "CASCO ΑΒΕΕ" διατηρώντας αξίωση και κατά του δεύτερου εγκαλούντος, στον οποίον ούτε το ποσόν του δανείου επιστράφηκε, καθώς αυτό το ενσωμάτωσε στην περιουσία του ο πρώτος εκκαλών. Επίσης προέκυψε ότι ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος Θ. Κ. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως αρχές του 2003 ενώ είχε λάβει στην κατοχή του με την ιδιότητα του εκπροσωπούντος τον Πρόεδρο και Διευθύντος Σύμβουλο της "CASCO ΑΒΕΕ", εταιρία "WISDOM CONSULTANS S.A." το ποσό των 300.000 ευρώ, το οποίο είχε καταβάλει σ' αυτόν τμηματικώς ο εγκαλών Μ. Β. ως δάνειο της "CASCO ΑΒΕΕ" πλην δεν το εισήγαγε στο ταμείο της τελευταίας της οποίας είχε τη διαχείριση, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία του ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα, η δε βούλησή του της παράνομης ιδιοποίησης εξωτερικεύτηκε στο τέλος Απριλίου 2003 με την παρέλευση της προθεσμίας απόδοσης του ποσού αυτού στον Μ. Β., σύμφωνα με την από 12-2-2003 δήλωση του Δ.Σ. της εγκαλούσας "CASCO ΑΒΕΕ" την οποίαν υπογράφουν ομοίως, όπως και το ανωτέρω από 21-2-2003 πρακτικό, ο Θ. Κ. και οι Δ. Α. και Γ. Λ. με τις ιδιότητες που αναφέρονται πιο πάνω για κάθε έναν. Ο κατηγορούμενος Θ. Κ. κατά την απολογία του, με το από 11-7-2008 απολογητικό του υπόμνημα το από 3-2-2008 όμοιο συμπληρωματικό την κρινόμενη έφεση με την οποία επικαλείται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το εκκαλούμενο βούλευμα και το από 16-11-2009 υπόμνημα ενώπιον του Συμβουλίου τούτου ισχυρίζεται κυρίως ότι ο εγκαλών Μ. Β. ήδη από τον Αύγουστο του 2001 είχε αναλάβει και ασκούσε τον απόλυτο έλεγχο και την πλήρη διαχείριση της εγκαλούσας εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" και ιδίως την οικονομική για την εξυπηρέτηση της οποίας κατόπιν δικών του πιέσεων είχαν μεταφερθεί τα γραφεία και το λογιστήριο της εταιρίας από την έδρα της στον Πειραιά επί της οδού ... στην Αθήνα στην πολυκατοικία επί της οδού ... όπου στεγάζεται και το γραφείο του εγκαλούντος Μ. Β. δικηγόρου, ώστε ήταν αντικειμενικώς αδύνατον να διαπραχθεί σε βάρος του τελευταίου οποιαδήποτε απάτη η υπεξαίρεση και εντέλει ότι ο εγκαλών ουδέποτε κατέβαλε στον ίδιον (κατηγορούμενο) τα ανωτέρω ποσά και ουδεμία ζημιά έχει υποστεί όπως αναλυτικά εκτίθονται οι λόγοι της εφέσεως στην ανωτέρω Εισαγγελική πρόταση στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Προσκομίζει δε και επικαλείται προς απόδειξη των ισχυρισμών του σειρά εγγράφων εκ των οποίων ιδιαιτέρως επισημαίνονται α) το από 15-7-2002 πρακτικό του Δ.Σ της "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" με μοναδικό θέμα "Ανάθεση στον Πρόεδρο του Δ.Σ να παράσχει εξουσιοδότηση στον κ. Μ. Β. να συναλλάσσεται με οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή τρίτο για λογαριασμό της εταιρίας" από το οποίο προκύπτει ότι πράγματι το Δ.Σ της ανωτέρω εταιρίας κατόπιν σχετικής απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της που ελήφθη στις 15-7-2002 και είχε αναθέσει στον ανωτέρω κατηγορούμενο ως αντιπρόεδρος Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου "WISDOM CONSULTANS S.A." να παράσχει σχετική εξουσιοδότηση, εξουσιοδότησε τον Μ. Β. δικηγόρο Αθηνών προκειμένου ο τελευταίος να συναλλάσσεται για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας και ειδικότερα να προβαίνει σε καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων για λογαριασμό της εταιρίας, β) να συνάπτει δάνεια για λογαριασμό της εταιρίας, γ) να παρέχει τη συναίνεση του προς το δανειοδοτούν ίδρυμα ή τρίτο προκειμένου να εγγραφεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης υπέρ του τελευταίου προς εξασφάλιση των αξιώσεών του απέναντι στην εταιρία προς επιστροφή του δανείου, δ) να συνάπτει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις που θα έχουν ως αντικείμενο άνοιγμα πιστώσεως εξωτερικού, καθώς επίσης και άνοιγμα λογαριασμού όψεως με την ταυτόχρονη έκδοση του οικείου μπλοκ τραπεζικών επιταγών, ε) να συνάπτει συμβάσεις leasing και factoring και οποιουδήποτε άλλου τύπου σύμβαση εξωτερικού ή εσωτερικού και στ) να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρία και β) το από 17-5-2003 αντίγραφο βιβλίου Συμβάντων του Αστ. Τμήματος Συντάγματος στο οποίο ο εγκαλών κατόπιν παραπόνων που εξέφρασε ο κατηγορούμενος Κ. Θ. στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος του ως προς την παράδοση των βιβλίων πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων, Διοικητικού Συμβουλίου και το βιβλίο των μετόχων, ο ανωτέρω (εγκαλών) δήλωσε "Σας γνωστοποιώ ότι ασκούσα, ασκώ και θα συνεχίσω να ασκώ το νόμιμο δικαίωμα της επισχέσεως των σχετικών βιβλίων διότι: α) Ως δικηγόρος της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL ABEE" διαθέτω ήδη συνομολογημένες, ληξιπρόθεσμες και απαιτητές αξιώσεις μεγάλων ποσών κατ' αυτής που αφορούν συμφωνηθείσες αμοιβές και έξοδα μου, μη εξοφληθέντα μέχρι σήμερον, β) η εταιρεία V & A.S.A της οποίας είμαι πληρεξούσιος, είναι μέτοχος-συνεταίρος του 50% στην εταιρεία σκοπεί να διενεργήσει νομίμως εξονυχιστικό λογιστικό, διαχειριστικό και διοικητικό έλεγχο έχουσα σοβαρές ενδείξεις ατασθαλιών, γ) Δια ανεκκλήτου αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως δεσμεύω την εταιρία CASCO και ενεργώ για λογαριασμό της εταιρείας περί όλων των θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου. Δέχομαι λοιπόν να παραδώσω τα βιβλία προκειμένου να διασφαλιστεί το περιεχόμενο τους μόνο δια της νομίμου δικαστικής οδού. Οποιαδήποτε εγγραφή στα βιβλία πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να γίνεται από εμάς, όπως μέχρι σήμερα". Επίσης, επισημαίνεται ότι η μεταφορά και η λειτουργία των γραφείων της "CASCO ABEE", στον τρίτο όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, όπου στεγαζόταν η διοίκηση, το λογιστήριο και το ταμείο της εταιρίας αυτής κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας της εγκλήσεως (βλ. σελ. 14). Όμως πλέον του γεγονότος ότι ουδένα εκ των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τον εν λόγω κατηγορούμενο εγγράφων δεν αναφέρεται άμεσα στα προαναφερόμενα στοιχεία των ερευνωμένων αδικημάτων, άμεσα αναιρούνται από τα προαναφερόμενα από 21-2-2003 και πρακτικό 12-2-2003 δήλωση του Δ.Σ της εγκαλούσας "CASCO ABEE", καθώς και από την με ημερομηνία 15-1-2003 έγγραφη δήλωση του κατηγορουμένου Δ. Α. υπογεγραμμένη και από τον εγκαλούντα, ότι εκχωρείται προς αυτόν το ποσό των 165.000 δολλαρίων ΗΠΑ και σε κάθε περίπτωση σοβαρά κλονίζονται από 1) την από 27-2-2006 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Η. τεχνικού διευθυντή και διευθυντή ποιότητας της εγκαλούσας εταιρίας, 2) την όμοια από 29-3-2006 κατάθεση του μάρτυρα Θ. Ρ. Δ/ντος Συμβούλου της εγκαλούσας, 3) την με αριθμό .../27-1-2006 ένορκη βεβαίωση στη συμβολαιογράφο Αθηνών του Γ. Λ. ο οποίος όπως προαναφέρεται συμμετείχε στο Δ.Σ της "CASCO INTERNATIONAL ABEE" 4) την .../2006 ένορκη βεβαίωση στη ίδια πιο πάνω συμβολαιογράφο της Χ. Π. υπεύθυνης λογιστηρίου της εγκαλούσας εταιρίας, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται αναλυτικά στην εισαγγελική πρόταση στις σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων και ακόμη από το γεγονός ότι παρά την επίκληση από τον ανωτέρω κατηγορούμενο ότι ο εγκαλών από τον Αύγουστο του 2001 ασκούσε τον απόλυτο έλεγχο και την οικονομική διαχείριση της "CASCO INTERNATIONAL ABEE" o κατηγορούμενος εξακολουθούσε να παραμένει Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω εταιρίας, εξέφρασε σε βάρος του εγκαλούντος παράπονα στις 17-5-2003 στο Αστ. Τμήμα Συντάγματος, όπως πιο πάνω αναφέρεται και υπέβαλε κατά του εγκαλούντος την από 26-5-2003 αγωγή της ανωτέρω εταιρίας καθώς και την από 26-5-2003 έγκληση της ίδιας εταιρίας για κακουργηματική υπεξαίρεση και κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συρροή για τα οποία όμως το 918/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του εγκαλούντος. Τέλος, όσον αφορά τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του δευτέρου κατηγορουμένου επισημαίνονται ιδιαίτερα εκ του όλου αποδεικτικού υλικού οι πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις .../2006 του Γ. Λ. και .../2006 της Χ. Π. με τις οποίες οι ανωτέρω καταθέτουν ότι εξ ιδίας αντιλήψεως τους γνώριζαν ότι και ο Σ. Κ. παρέστησε μαζί με τους δύο άλλους κατηγορούμενους τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας ψευδή πραγματικά γεγονότα ως αληθινά στον εγκαλούντα και όλοι από κοινού τον έπεισαν να προβεί στη καταβολή των προαναφερομένων χρηματικών ποσών ως δάνειο στην "CASCO ΑΒΕΕ". Κατόπιν των ανωτέρω και της συμφώνου εισαγγελικής προτάσεως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο συμπληρωματικά αναφέρεται και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών το οποίο με το προσβαλλόμενο 2935/2009 βούλευμα αποφάνθηκε τα ίδια δεν έσφαλε γι' αυτό πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι κρινόμενες εφέσεις. Να επικυρωθεί δε το εκκαλούμενο βούλευμα κατ' άρθρων 319 παρ. 3 ΚΠΔ ως προς όλες τις διατάξεις του όσον αφορά τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού. Τέλος πρέπει να επιβληθούν σε καθένα εκ των εκκαλούντων τα εκ 220 ευρώ δικαστικά έξοδα. IV. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και λογική ακολουθία τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά τα εγκλήματα για τα οποία αυτός κρίθηκε παραπεμπτέος, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους αυτά υπήχθησαν στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Περαιτέρω διευκρινίζει την ιδιότητα του αναιρεσείοντος διαχειριστή και διαλαμβάνει τον χρόνο που τελέσθηκε το έγκλημα της απάτης. Το ότι δεν εξαίρει ορισμένα των αποδεικτικών μέσων δεν σημαίνει ότι δεν τα έλαβε υπόψη και δεν τα εκτίμησε όλα, ούτε ήταν αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους για την πληρότητα της αιτιολογίας. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες κατ' ουσία και απορριπτέες. V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 101/2010 αίτηση αναίρεσης του Θ. Κ. του Σ., κατοίκου …, κατά του με αριθμό 1465/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 22/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινομένη 101/2010 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Κ. του Σ. κατά του 1465/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του (καθώς και η έφεση του μη ασκήσαντος αναίρεση Σ. Κ. του Θ.), κατά του 2935/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος α) απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουσα τα 73.000 ευρώ, και β) υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας, η συνολική αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΙΙΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικούς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη του πλανηθέντος ή άλλου, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός του οφέλους. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000 ευρώ. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνον ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο, αυτός πρέπει να αιτιολογείται ότι υπάρχει, αφ' ενός μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη (παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών) και της πλάνης του άλλου, και αφ' ετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία επάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει, σε καμία από τις ως άνω) περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη. Εξάλλου , κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α και 2 του ΠΚ " όποιος ιδιοποιείται παρανόμως, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγο ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου, ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα κατά τον χρόνο κατά τον οποίο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικές και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως, όπως είναι εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ επιβαρυντική περίπτωση της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος συνιστά το γεγονός ότι το συνολικό αντικείμενο αυτής υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ. Το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, πρέπει να το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ακριβώς της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως διαχειριστής ξένης περιουσίας θεωρείται ο ενεργών διαχειριστικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων τρίτου και με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του τελευταίου, που πηγάζει από το νόμο. από σύμβαση ή από εντολή προς ενέργεια διαχειριστικών πράξεων με διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση τους σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και τέλος οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό, της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων -έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως απαιτείται να εκτίθενται όλα τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα: Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας που συγκεντρώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την κρινόμενη υπόθεση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλων των εγγράφων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, τις εφέσεις και το από 20-10-2009 υπόμνημα του πρώτου εκκαλούντος και το Συμβούλιο τούτο έχοντας σύμφωνη γνώμη με την εισαγγελική πρόταση κρίνει ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος α) και των δύο εκκαλούντων κατηγορουμένων για απάτη από κοινού (μαζί και με τον μη ασκήσαντα έφεση κατηγορούμενο Δ. Α. του Γ.) και κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημιά, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και β) του πρώτου τούτων επιπλέον για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως διαχειριστή ξένης περιουσίας το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του με την ανωτέρω ιδιότητα του και η αξία του υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα προέκυψε ότι: 1) στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 2003 ο Θ. Κ. με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εγκαλούσας Ανώνυμης Εταιρίας "CASCO ΑΒΕΕ" με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία ναυτιλιακών χρωμάτων και επιχρισμάτων (ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "WISDOM CONSULTANS S.A." η οποία είχε την Προεδρία του Δ.Σ. της CASCO ΑΒΕΕ, κατόπιν συναπόφασης και από κοινού δρώντας με το Σ. Κ., υιό του ως μέτοχο της εγκαλούσας κατά ποσοστό 10, 14% και αποκλειστικό μέτοχο της εταιρίας "PROTOCRAFT TRADING LIMITED" που μετείχε ως μέλος του Δ.Σ της εγκαλούσας και εκπροσωπείτο από το Γ. Λ. και το μη ασκήσαντα έφεση κατηγορούμενο Δ. Α. ως εκπρόσωπος του, της επίσης μέλους του Δ.Σ της εγκαλούσας εταιρίας "INVESTIA HOLDINGS S.A." παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Μ. Β. που ήταν μέτοχος της πρώτης εγκαλούσας "CASCO ΑΒΕΕ" δια της εταιρίας "V κ AA CONSULTANS LIMITED" σε ποσοστό 50%, ότι η "CASCO ΑΒΕΕ" είχε ήδη οφειλή 165.000 δολλαρίων ΗΠΑ (περίπου 162.000 ευρώ) σε προμηθευτή της που της είχε πωλήσει επί πιστώσει χρώματα, ότι είχε συμφωνήσει την πώληση χρωμάτων σε νέο πελάτη-πλοιοκτήτη, ώστε έπρεπε να πληρωθεί αμέσως ο προμηθευτής, προκειμένου να πωλήσει στην εγκαλούσα πρώτες ύλες που θα ήταν απαραίτητες για να κατασκευασθούν τα χρώματα τα οποία είχαν δήθεν συμφωνηθεί για να πωληθούν στο νέο πελάτη πλοιοκτήτη. Η αλήθεια όμως την οποίαν οι κατηγορούμενοι γνώριζαν καλώς, ότι αφενός δεν υπήρχε τέτοια οφειλή σε προμηθευτή και αφετέρου ότι ουδέποτε είχε κλεισθεί τέτοια συμφωνία πώλησης χρωμάτων. Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν τον εγκαλούντα Μ. Β. και κατέβαλε στον Θ. Κ. το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με την παρουσία του Δ. Α., που είχε την ιδιότητα του ταμία της εγκαλούσας εταιρίας, ενώ όλα τα παραπάνω επιβεβαίωσε και ο Σ. Κ. και έτσι με τον τρόπο αυτό απεκόμισε ο Θ. Κ. παράνομο περιουσιακό όφελος 165.000 δολ. ΗΠΑ, 162.000 ευρώ περίπου, με αντίστοιχη ζημιά της περιουσίας του Μ. Β. καθώς ο πρώτος ενσωμάτωσε αυτό στην περιουσία του. 2) Στην Αθήνα στις 13-2-2003 οι ίδιοι ανωτέρω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι και ο μη ασκήσας έφεση Δ. Α. ενεργώντας από κοινού με τις ίδιες ανωτέρω ιδιότητες ο καθένας διαβεβαίωσαν ψευδώς τον εγκαλούντα Μ. Β. ότι η πρώτη εγκαλούσα "CASCO ΑΒΕΕ" είχε οφειλές σε δύο μεγαλοπρομηθευτές της ύψους 800.000 ευρώ, ενώ ταυτόχρονα ο πρώτος είχε συμβληθεί για λογαριασμό της "CASCO ΑΒΕΕ" και ότι είχε εξασφαλίσει πωλήσεις μεγάλης αξίας ποσοτήτων χρωμάτων σε πανίσχυρους παράγοντες της ναυτιλίας, Έλληνες και ξένους, οπότε υπήρχε άμεση ανάγκη χρηματοδότησης της εταιρίας για την εξόφληση των δύο αυτών προμηθευτών, οι οποίοι θα προμήθευαν την εταιρία τις αναγκαίες ποσότητες χρωμάτων μόνο με την πλήρη εξόφληση του χρέους τους. Με τον τρόπο δε αυτό η εγκαλούσα εταιρία θα προέβαινε στην αγορά των αναγκαίων πρώτων υλών και θα αύξανε την παραγωγή της. Προς ενίσχυση των παραπάνω ψευδών παραστάσεων και κάμψη των αμφιβολιών του εγκαλούντα Μ. Β. οι κατηγορούμενοι επέδειξαν προς αυτόν μια ψευδή λογιστική αποτύπωση (ισοζύγιο) της "CASCO ΑΒΕΕ" την οποία έφερε ο Δ. Α., από την οποία φαινόταν ότι αυτή όφειλε σε δύο προμηθευτές της το ποσό των 800.000 ευρώ. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις ο εγκαλών πείστηκε και κατέβαλε στις 21-2-2003 ως δάνειο το ποσό των 600.000 ευρώ για την πρώτη εγκαλούσα εταιρία, το οποίο εισέπραξε και έλαβε στην κατοχή του ο Θ. Κ. με την παρουσία και των δύο άλλων κατηγορουμένων και πιστοποιήθηκε η είσπραξη του με το από 21-2-2003 πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιρίας το οποίο υπογράφεται από τον πρώτο εκκαλούντα Θ. Κ. ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εγκαλούσας εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" που ασκούσε το μέλος του Δ.Σ. αυτής "WISDOM CONSULTANS S.A." την οποία ο ανωτέρω αντιπροσώπευε καθώς και τους Δ. Α. και Γ. Λ. ως αντιπροσώπους των δύο άλλων μελών του Δ.Σ. της εγκαλούσας εταιριών "INVESTIA HOLDINGS S.A." και "PROTOCRAFT TRADING LIMITED" αντίστοιχα. Σε εξασφάλιση δε του άνω δανείου ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της "CASCO ΑΒΕΕ" αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές εκδόσεως του δευτέρου εγκαλούντος ποσών 300.000€ η πρώτη και 302.405 € η δεύτερη, τις οποίες τριτεγγυήθηκαν οι Δ. Α. και Γ. Λ. ως εκπρόσωποι καθένας των άνω εταιριών που αντίστοιχα εκπροσωπούσε και με ημερομηνίες εκδόσεως 21-4-2003 και 15-5-2003 αντίστοιχα. Τις ανωτέρω συναλλαγματικές μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση ο δεύτερος εγκαλών στην εταιρία "LUGERT HOLDINGS", πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, η δε πιο πάνω εταιρία εξέδωσε διαταγές πληρωμής σε βάρος της εγκαλούσας "CASCO ΑΒΕΕ" διατηρώντας αξίωση και κατά του δεύτερου εγκαλούντος, στον οποίον ούτε το ποσόν του δανείου επιστράφηκε, καθώς αυτό το ενσωμάτωσε στην περιουσία του ο πρώτος εκκαλών. Επίσης προέκυψε ότι ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος Θ. Κ. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως αρχές του 2003 ενώ είχε λάβει στην κατοχή του με την ιδιότητα του εκπροσωπούντος τον Πρόεδρο και Διευθύντος Σύμβουλο της "CASCO ΑΒΕΕ", εταιρία "WISDOM CONSULTANS S.A." το ποσό των 300.000 ευρώ, το οποίο είχε καταβάλει σ' αυτόν τμηματικώς ο εγκαλών Μ. Β. ως δάνειο της "CASCO ΑΒΕΕ" πλην δεν το εισήγαγε στο ταμείο της τελευταίας της οποίας είχε τη διαχείριση, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία του ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα, η δε βούληση του της παράνομης ιδιοποίησης εξωτερικεύτηκε στο τέλος Απριλίου 2003 με την παρέλευση της προθεσμίας απόδοσης του ποσού αυτού στον Μ. Β., σύμφωνα με την από 12-2-2003 δήλωση του Δ.Σ. της εγκαλούσας "CASCO ΑΒΕΕ", την οποίαν υπογράφουν ομοίως, όπως και το ανωτέρω από 21-2-2003 πρακτικό, ο Θ. Κ. και οι Δ. Α. και Γ. Λ. με τις ιδιότητες που αναφέρονται πιο πάνω για κάθε έναν. Ο κατηγορούμενος Θ. Κ. κατά την απολογία του, με το από 11-7-2008 απολογητικό του υπόμνημα το από 3-2-2008 όμοιο συμπληρωματικό την κρινόμενη έφεση με την οποία επικαλείται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το εκκαλούμενο βούλευμα και το από 16-11-2009 υπόμνημα ενώπιον του Συμβουλίου τούτου ισχυρίζεται κυρίως ότι ο εγκαλών Μ. Β. ήδη από τον Αύγουστο του 2001 είχε αναλάβει και ασκούσε τον απόλυτο έλεγχο και την πλήρη διαχείριση της εγκαλούσας εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" και ιδίως την οικονομική για την εξυπηρέτηση της οποίας κατόπιν δικών του πιέσεων είχαν μεταφερθεί τα γραφεία και το λογιστήριο της εταιρίας από την έδρα της στον Πειραιά επί της οδού ... στην Αθήνα στην πολυκατοικία επί της οδού ... όπου στεγάζεται και το γραφείο του εγκαλούντος Μ. Β. δικηγόρου, ώστε ήταν αντικειμενικώς αδύνατον να διαπραχθεί σε βάρος του τελευταίου οποιαδήποτε απάτη η υπεξαίρεση και εντέλει ότι ο εγκαλών ουδέποτε κατέβαλε στον ίδιον (κατηγορούμενο) τα ανωτέρω ποσά και ουδεμία ζημιά έχει υποστεί όπως αναλυτικά εκτίθονται οι λόγοι της εφέσεως στην ανωτέρω Εισαγγελική πρόταση στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Προσκομίζει δε και επικαλείται προς απόδειξη των ισχυρισμών του σειρά εγγράφων εκ των οποίων ιδιαιτέρως επισημαίνονται α) το από 15-7-2002 πρακτικό του Δ.Σ. της "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" με μοναδικό θέμα "Ανάθεση στον Πρόεδρο του Δ.Σ. να παράσχει εξουσιοδότηση στον κ. Μ. Β. να συναλλάσσεται με οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή τρίτο για λογαριασμό της εταιρίας" από το οποίο προκύπτει ότι πράγματι το Δ.Σ της ανωτέρω εταιρίας κατόπιν σχετικής απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της που ελήφθη στις 15-7-2002 και είχε αναθέσει στον ανωτέρω κατηγορούμενο ως αντιπρόεδρος Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου "WISDOM CONSULTANΤS S.A." να παράσχει σχετική εξουσιοδότηση, εξουσιοδότησε τον Μ. Β. δικηγόρο Αθηνών προκειμένου ο τελευταίος να συναλλάσσεται για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας και ειδικότερα να προβαίνει σε καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων για λογαριασμό της εταιρίας, β) να συνάπτει δάνεια για λογαριασμό της εταιρίας, γ) να παρέχει τη συναίνεση του προς το δανειοδοτούν ίδρυμα ή τρίτο προκειμένου να εγγραφεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης υπέρ του τελευταίου προς εξασφάλιση των αξιώσεων του απέναντι στην εταιρία προς επιστροφή του δανείου, δ) να συνάπτει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις που θα έχουν ως αντικείμενο άνοιγμα πιστώσεως εξωτερικού, καθώς επίσης και άνοιγμα λογαριασμού όψεως με την ταυτόχρονη έκδοση του οικείου μπλοκ τραπεζικών επιταγών, ε) να συνάπτει συμβάσεις leasing και factoring και οποιουδήποτε άλλου τύπου σύμβαση εξωτερικού ή εσωτερικού και στ) να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρία και β) το από 17-5-2003 αντίγραφο βιβλίου Συμβάντων του Αστ. Τμήματος Συντάγματος στο οποίο ο εγκαλών κατόπιν παραπόνων που εξέφρασε ο κατηγορούμενος Κ. Θ. στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος του ως προς την παράδοση των βιβλίων πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων, Διοικητικού Συμβουλίου και το βιβλίο των μετόχων, ο ανωτέρω (εγκαλών) δήλωσε "Σας γνωστοποιώ ότι ασκούσα, ασκώ και θα συνεχίσω να ασκώ το νόμιμο δικαίωμα της επισχέσεως των σχετικών βιβλίων διότι: α) Ως δικηγόρος της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" διαθέτω ήδη συνομολογημένες, ληξιπρόθεσμες και απαιτητές αξιώσεις μεγάλων ποσών κατ' αυτής που αφορούν συμφωνηθείσες αμοιβές και έξοδα μου, μη εξοφληθέντα μέχρι σήμερον, β) η εταιρεία V & Α.S.Α της οποίας είμαι πληρεξούσιος, είναι μέτοχος-συνεταίρος του 50% στην εταιρεία σκοπεί να διενεργήσει νομίμως εξονυχιστικό λογιστικό, διαχειριστικό και διοικητικό έλεγχο έχουσα σοβαρές ενδείξεις ατασθαλιών, γ) Δια ανεκκλήτου αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως δεσμεύω την εταιρία CASCO και ενεργώ για λογαριασμό της εταιρείας περί όλων των θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου. Δέχομαι λοιπόν να παραδώσω τα βιβλία προκειμένου να διασφαλιστεί το περιεχόμενο τους μόνο δια της νομίμου δικαστικής οδού. Οποιαδήποτε εγγραφή στα βιβλία πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να γίνεται από εμάς, όπως μέχρι σήμερα". Επίσης, επισημαίνεται ότι η μεταφορά και η λειτουργία των γραφείων της "CASCO ΑΒΕΕ", στον τρίτο όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, όπου στεγαζόταν η διοίκηση, το λογιστήριο και το ταμείο της εταιρίας αυτής κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας της εγκλήσεως (βλ. σελ. 14). Όμως πλέον του γεγονότος ότι ουδένα εκ των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τον εν λόγω κατηγορούμενο εγγράφων δεν αναφέρεται άμεσα στα προαναφερόμενα στοιχεία των ερευνωμένων αδικημάτων, άμεσα αναιρούνται από τα προαναφερόμενα από 21-2-2003 και πρακτικό 12-2-2003 δήλωση του Δ.Σ της εγκαλούσας "CASCO ΑΒΕΕ", καθώς και από την με ημερομηνία 15-1-2003 έγγραφη δήλωση του κατηγορουμένου Δ. Α. υπογεγραμμένη και από τον εγκαλούντα, ότι εκχωρείται προς αυτόν το ποσό των 165.000 δολλαρίων ΗΠΑ και σε κάθε περίπτωση σοβαρά κλονίζονται από 1) την από 27-2-2006 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Η. τεχνικού διευθυντή και διευθυντή ποιότητας της εγκαλούσας εταιρίας, 2) την όμοια από 29-3-2006 κατάθεση του μάρτυρα Θ. Ρ., Δ/ντος Συμβούλου της εγκαλούσας, 3) την με αριθμό .../27-1-2006 ένορκη βεβαίωση στη συμβολαιογράφο Αθηνών του Γ. Λ. ο οποίος όπως προαναφέρεται συμμετείχε στο Δ.Σ. της "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" 4) την .../2006 ένορκη βεβαίωση στη ίδια πιο πάνω συμβολαιογράφο της Χ. Π. υπεύθυνης λογιστηρίου της εγκαλούσας εταιρίας, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται αναλυτικά στην εισαγγελική πρόταση στις σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων και ακόμη από το γεγονός ότι παρά την επίκληση από τον ανωτέρω κατηγορούμενο ότι ο εγκαλών από τον Αύγουστο του 2001 ασκούσε τον απόλυτο έλεγχο και την οικονομική διαχείριση της "CASCO INTERNATIONAL ΑΒΕΕ" ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να παραμένει Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω εταιρίας, εξέφρασε σε βάρος του εγκαλούντος παράπονα στις 17-5-2003 στο Αστ. Τμήμα Συντάγματος, όπως πιο πάνω αναφέρεται και υπέβαλε κατά του εγκαλούντος την από 26-5-2003 αγωγή της ανωτέρω εταιρίας καθώς και την από 26-5-2003 έγκληση της ίδιας εταιρίας για κακουργηματική υπεξαίρεση και κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συρροή για τα οποία όμως το 918/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του εγκαλούντος. Τέλος, όσον αφορά τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του δευτέρου κατηγορουμένου επισημαίνονται ιδιαίτερα εκ του όλου αποδεικτικού υλικού οι πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις .../2006 του Γ. Λ. και .../2006 της Χ. Π. με τις οποίες οι ανωτέρω καταθέτουν ότι εξ ιδίας αντιλήψεως τους γνώριζαν ότι και ο Σ. Κ. παρέστησε μαζί με τους δύο άλλους κατηγορούμενους τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας ψευδή πραγματικά γεγονότα ως αληθινά στον εγκαλούντα και όλοι από κοινού τον έπεισαν να προβεί στη καταβολή των προαναφερομένων χρηματικών ποσών ως δάνειο στην "CASCO ΑΒΕΕ". Κατόπιν των ανωτέρω και της συμφώνου εισαγγελικής προτάσεως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο συμπληρωματικά αναφέρεται και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών το οποίο με το προσβαλλόμενο 2935/2009 βούλευμα αποφάνθηκε τα ίδια δεν έσφαλε γι' αυτό πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι κρινόμενες εφέσεις. Να επικυρωθεί δε το εκκαλούμενο βούλευμα κατ' άρθρων 319 παρ. 3 ΚΠΔ ως προς όλες τις διατάξεις του όσον αφορά τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους και να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού. Τέλος πρέπει να επιβληθούν σε καθένα εκ των εκκαλούντων τα εκ 220 ευρώ δικαστικά έξοδα. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουσα τα 73.000 ευρώ και υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας, η συνολική αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1. 98, 386 παρ. 1-3β, 375 παρ. 1.2 του ΠΚ). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθείας ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε τον χρόνο τελέσεως της πρώτης (μερικότερης) πράξης της απάτης, την οποία προσδιορίζει στον μήνα Ιανουάριο 2003, που είναι ο χρόνος της παράστασης των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ανεξαρτήτως του πότε επήλθε το βλαπτικό αποτέλεσμα, ενώ, όσον αφορά την κακουργηματική υπεξαίρεση (άρθρο 375 παρ. 2 του ΠΚ), διευκρινίζει την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, χωρίς να δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση ως προς την ιδιότητα του αυτή, και προσδιορίζει τον χρόνο (Απρίλιος 2003) κατά τον οποίο ο αναιρεσείων εκδήλωσε την βούληση του να ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσόν των 300.000 ευρώ. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερες αναφορές για το τι προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ασκούντος του γεγονότος ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο για να καταλήγει στην παραπεμπτική του κρίση. Από το γεγονός ότι στο βούλευμα εξαίρονται ορισμένες από τις αποδείξεις, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ' αυτό ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στο μέτρο που με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, καθόσον με αυτές πλήττεται, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, η ουσία της υπόθεσης. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων .στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30/8/2010 αίτηση του Θ. Κ. του Σ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1465/ 2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για απάτη, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 € και υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 73.000 €, από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Απορρίπτεται ως αβάσιμος στην ουσία ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 318/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Α. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοδούλου και 2.Κ. Χ. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 944/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Λ. Μ. του Ι., κάτοικο ... και 2. Ν. Π. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Πολίτη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Μαρτίου 2010 δυο αίτησή τους αναίρεσης, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 416/2010. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες υπ' αριθ. 90 και 91/17.3 2010 αιτήσεις των Α. Κ. του Κ. και Κ. Χ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 944/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναποσπάστως συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης τελείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Σε αντίθετη περίπτωση, παραμένει αυτή στο στάδιο της απόπειρας. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46§1 εδ. β' ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το συνεργό κατά τη διάρκεια της κύριας πράξεως και κατά την εκτέλεση αυτής από τον αυτουργό, έτσι ώστε, χωρίς τη συνδρομή εκείνου, να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ1 αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τον Α. Κ. ψευδορκίας μάρτυρα και άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και τον Κ. Χ. ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο σε βάρος των Λ. Μ. και Ν. Π. και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών τον καθένα, ανασταλείσα. Συγκεκριμένα, οι πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, συνίστανται, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, στο ότι: Α) Ο Α. Κ.:1) Στις 20-3-2002, κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για να χρησιμοποιηθεί η κατάθεση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη μισθωτική διαδικασία, για το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ... ιδιοκτησίας του Κ. Χ., μεταξύ άλλων και ότι "... η υπηρεσία μου και εγώ προσωπικά διενεργήσαμε αυτοψίες τόσο κατά το μήνα Νοέμβριο 1999 όσο και προσφάτως τον Ιούλιο του 2001, κατόπιν αιτήσεων των κ.κ. Λ. Μ. και Ν. Π., μισθωτών ενός εκ των ισογείων καταστημάτων του ως άνω ακινήτου. Το ακίνητο αυτό είναι διατηρητέο διώροφο βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης του ... και αποτελείται από υπόγειο, ισόγεια καταστήματα και πρώτο όροφο με γραφεία. Η διαπίστωση μας από την αρχή, η οποία παραμένει ίδια μέχρι και σήμερα, είναι ότι οι ζημιές που έχει υποστεί το κτίριο από τους σεισμούς της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 βρίσκονται ΜΟΝΟ στον πρώτο όροφο αυτού. Στα ισόγεια και το υπόγειο δεν διαπιστώσαμε την παραμικρή ζημιά. Οι ζημιές του πρώτου ορόφου δεν εγκυμονούν κανένα απολύτως κίνδυνο για τη χρήση στα ισόγεια και το υπόγειο του κτιρίου. Ουδείς κίνδυνος υφίσταται κατάρρευσης του πρώτου ορόφου ή τμήματος αυτού ή της οροφής του κτιρίου. Επίσης, κανένα πρόσθετο μέτρο ασφαλείας - προστασίας δεν χρειάζεται να ληφθεί στο κτίριο. Τα ήδη ληφθέντα από το Σεπτέμβρη 1999 μέτρα προστασίας-ασφαλείας από τους ιδιοκτήτες είναι απολύτως επαρκή, θα τα χαρακτήριζα δε και υπερβολικά. Εάν χρειαζόταν να ληφθεί το οποιοδήποτε πρόσθετο μέτρο ασφαλείας -προστασίας θα είχαμε προβεί, ως αρμόδια υπηρεσία σε εντολή δι' εγγράφου προς την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αθηνών, (η οποία είναι η μόνη αρμόδια να τα εκτελέσει), με συγκεκριμένες εντολές εφαρμογής μέτρων ασφαλείας. Ο πρώτος όροφος του κτιρίου χρήζει επισκευών, οι οποίες πρέπει να γίνουν κατόπιν εκδόσεως νομίμου αδείας από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Τις διαπιστώσεις μας αυτές είχαμε -εκφράσει προφορικώς από τη πρώτη μας αυτοψία, το Νοέμβριο 1999, τόσο προς τους ιδιοκτήτες του ως άνω ακινήτου, ειδικότερα δε προς τον Κ. Χ., όσο και προς τους αιτούντες - μισθωτές. Τις ίδιες ακριβώς απαντήσεις δώσαμε προφορικά προς τους Λ. Μ. και Ν. Π. μετά από αίτηση τους τον Ιούλιο 2001. Όλοι οι ανωτέρω, ιδιοκτήτες, μισθωτές και όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες, γνώριζαν καλώς ότι η ομάδα των μηχανικών όσο και εγώ προσωπικώς ως επικεφαλής της είμαστε η μόνη αρμόδια υπηρεσία σύμφωνα με την ως άνω αναφερομένη υπουργική απόφαση για την διενέργεια αυτοψιών και ελέγχων στο συγκεκριμένο ακίνητο, όσον αφορά τα μέτρα ασφαλείας - προστασίας. Τέλος, η γνώμη μου καθώς και των λοιπών μελών της Ομάδας Τεχνικής Υποστήριξης, Υποστύλωσης και Κατεδάφισης (Ο.Τ.Υ.Υ.Κ.) (υπουργική απόφαση Βερελή), είναι ότι στο συγκεκριμένο κτίριο κακώς ο πρώτος όροφος χαρακτηρίσθηκε κόκκινος καθότι οι ζημιές που εμφανίζονται σε αυτόν, σε καμία περίπτωση δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν τον ως άνω χαρακτηρισμό ...", ενώ αυτά ήταν απολύτως ψευδή, δεδομένου ότι η αλήθεια ήταν ότι αφενός ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή ως πολιτικός μηχανικός του ΥΠΕΧΩΔΕ στον έλεγχο του συγκεκριμένου κτίσματος και αφετέρου ο πρώτος όροφος του συγκεκριμένου κτίσματος ήταν επικίνδυνα ετοιμόρροπος μετά το σεισμό της 7-9-1999 και το συγκεκριμένο μίσθιο κατάστημα δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ούτε επιτρεπόταν η πρόσβαση σ' αυτό χωρίς να επισκευασθεί ο Α' όροφος και να γίνει αναστύλωση αυτού, γιατί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος κατάρρευσης του πρώτου ορόφου εντός του μισθίου καταστήματος και ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Και 2) στις 22-3-2002, έδωσε, με πρόθεση, στον Κ. Χ. άμεση βοήθεια στην τέλεση απ' αυτόν της απόπειρας απάτης ενώπιον του δικαστηρίου που αναφέρεται παρακάτω, όταν χορήγησε σ' αυτόν την από 20-3-2002 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη μισθωτική διαδικασία, για το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ... ιδιοκτησίας του Κ. Χ. τα ψευδή περιστατικά που προαναφέρθηκαν, εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τον Κ. Χ., έτσι ώστε να πεισθούν οι Δικαστές και να του καταβάλουν οι εγκαλούντες Λ. Μ. και Ν. Π. τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 1999 μέχρι και Φεβρουάριο του 2001 ύψους 17.526.106 δρχ. και να του αποδοθεί το μίσθιο κατάστημα. Β) Ο Κ. Χ.: 1) Στην Αθήνα στις 20-3-2002 προκάλεσε με πρόθεση την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του Α. Κ. να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα την οποία και διέπραξε και ειδικότερα με προτροπές και παραινέσεις, που έγιναν κατά τρόπο φορτικό, έπεισε τον Α. Κ. να καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για να χρησιμοποιηθεί η κατάθεση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη μισθωτική διαδικασία, για το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ..., τα ψευδή περιστατικά που προαναφέρθηκαν, εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ως διάδικο, έτσι ώστε να πεισθούν οι Δικαστές και να ευδοκιμήσουν οι ισχυρισμοί του. Και 2) στις 22-3-2002, αφού αποφάσισε να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης ενώπιον του δικαστηρίου, δηλ. με σκοπό να αποκομίσει ιδιαίτερα μεγάλο παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας αντίστοιχα ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του πλημμελήματος τούτου, πλην η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους απ' τη θέληση του, δεδομένου ότι οι δικαστές δεν παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις του και απέρριψαν τις προτάσεις του. Συγκεκριμένα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους δικαστές του Εφετείου Αθηνών, με τις από 22-3-03 προτάσεις του, που κατέθεσε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, επικαλούμενος και την από 20-3-2002 ένορκη βεβαίωση του Α. Κ. του Κ. - που προαναφέρθηκε - ότι το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ... ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε εκμισθωθεί στους εγκαλούντες Λ. Μ. και Ν. Π., δεν είχε υποστεί την παραμικρή ζημιά από τους σεισμούς της 7-9-1999 και ότι οι ζημιές που είχαν γίνει στον 1° όροφο του κτιρίου αυτού δεν ασκούσαν επιρροή στη λειτουργία του ισογείου καταστήματος που είχαν μισθώσει οι εγκαλούντες. Επομένως, οι τελευταίοι κατέληγε στις προτάσεις του ο κατηγορούμενος, είχαν υποχρέωση να του καταβάλουν. τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 1999 μέχρι και Φεβρουάριο του 2001 ύψους 17.526.106 δρχ. και να του αποδοθεί το μίσθιο κατάστημα, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κατάστημα δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει χωρίς επισκευές λόγω του σεισμού, γεγονός που είχε συνέπεια να μην οφείλεται το ανώτερο ποσό. Η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους απ' τη θέληση του, δεδομένου ότι οι δικαστές του Εφετείου Αθηνών δεν παραπλανήθηκαν από τις προτάσεις του και την ένορκη βεβαίωση του Α. Κ. του Κ. και απέρριψαν, με την υπ' αρ. 4592/2002 απόφασή τους, την αγωγή του και τις από 22-3-2002 προτάσεις του και έτσι δεν ωφελήθηκε με το ανωτέρω ποσό, που κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλο, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, σε σχέση με τις ως άνω πράξεις, για τις οποίες καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία ενόχους τους κατηγορουμένους ως προς το σκέλος της επίδικης ένορκης βεβαίωσης "ότι δεν υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης του κτιρίου". Ανεξαρτήτως της μη επελεύσεως του αποτελέσματος (κατάρρευσης του κτιρίου), ο κίνδυνος ήταν υπαρκτός, όπως γνωμάτευσαν τέσσερις αρμόδιες τεχνικές Επιτροπές. Ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε ότι κατέθετε σε δίκη μισθωτικής διαφοράς περί υποχρέωσης από πλευράς μισθωτών (πολιτικώς εναγόντων) καταβολής μισθωμάτων χρήσης του ενδίκου μισθίου καταστήματος, όπως και το ότι ο κίνδυνος κατάρρευσης συνιστούσε πραγματικό ελάττωμα της απαλλαγής των μισθωτών καταβολής μισθωμάτων, σε ακίνητο, που από το σκοπό της λειτουργίας του (καφετέρια) συγκέντρωνε πολλά άτομα, για τα οποία οι ίδιοι είχαν ευθύνη. Επιπρόσθετα η γνώμη του προέρχεται και από την αυτοψία την οποία ο ίδιος ενήργησε τον Ιούλιο του 2001 και διαβεβαίωσε τους μηνυτές περί του επικινδύνου του κτίσματος. Όλα αυτά σε σχέση και με το ότι ο πρώτος όροφος είχε χαρακτηρισθεί επικίνδυνος, ετέθη δε σ' αυτόν κόκκινη ένδειξη, στο δε ισόγειο κατάστημα από προηγούμενους ελέγχους αρμοδίων επιτροπών έπρεπε να γίνουν αναγκαίες επισκευές. Απεδείχθη επίσης ότι στην ενέργεια αυτή του 2ου κατηγορουμένου, ηθικός αυτουργός ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, ως έχων ιδιαίτερο έννομο συμφέρον, ως ιδιοκτήτης και εκμισθωτής". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επί πλέον δε εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες παραβίασε τόσο ευθέως, όσο και εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να μη έχει η απόφαση του νόμιμη βάση και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα: α) Ενώ δέχεται στο σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος Α. Κ. είναι ένοχος "μόνο" ως προς το σκέλος της ένδικης ένορκης βεβαιώσεως "ότι δεν υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης του κτιρίου" και, επομένως, όχι και για το βεβαιούμενο ότι η Υπηρεσία του και ο ίδιος προσωπικά διενήργησαν αυτοψίες στο κτίριο το Νοέμβριο του 1999 και τον Ιούλιο του 2001, το οποίο, όπως προκύπτει από το ίδιο σκεπτικό, ήταν αληθές, εν τούτοις στο διατακτικό περιέλαβε ως ψευδές και αυτό το ζήτημα, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτό να διαπιστωθεί αν καταδίκασε τους κατηγορουμένους (τον Α. Κ. για την ψευδορκία και το Κ. Χ. για την απόπειρα απάτης, η οποία βασίζεται στην αυτή ένορκη βεβαίωση) και για το φερόμενο ως ψευδές περιστατικό της διενεργείας αυτοψιών, β) Στο σκεπτικό δεν περιέχεται καμιά απολύτως αιτιολογία για την απόπειρα απάτης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Κ. Χ., ούτε για την άμεση συνεργεία σ’ αυτήν του συγκατηγορουμένου του. Και γ) το βεβαιωθέν ότι "δεν υπήρχε κίνδυνος καταρρεύσεως του κτιρίου" καθ' εαυτό αποτελεί έκφραση της επιστημονικής απόψεως του κατηγορουμένου Α. Κ., με βάση τις αυτοψίες που είχε διενεργήσει, ανεξαρτήτως αν η άποψη αυτή ήταν ορθή ή αν αντέκειτο, ενδεχομένως, προς άλλη άποψη, που ο ίδιος είχε εκφράσει σε άλλη χρονική στιγμή, και δεν είναι γεγονός με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, οπότε δεν μπορεί να θεμελιώσει την αντικειμενική υπόσταση ούτε του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα ούτε αυτού της απόπειρας απάτης, η οποία φέρεται ότι έγινε μέσω της ένδικης ένορκης βεβαιώσεως, ούτε βεβαίως οποιουδήποτε είδους συμμετοχής στις πράξεις αυτές. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι των αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ1 αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες τιμωρούνται, όπως προκύπτει από τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, σε βαθμό πλημμελήματος, από το χρόνο δε που φέρονται ότι τελέσθηκαν (20.3.2002) μέχρι τη συζήτηση των αιτήσεων αναιρέσεως (20.10.2010) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και, επομένως, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο αυτών. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον οι ένδικες αιτήσεις περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τις άνω πράξεις, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 944/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ, λόγω παραγραφής, για το ότι: 1) Ο κατηγορούμενος Α. Κ. του Κ. στην Αθήνα στις 20.3.2002, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για να χρησιμοποιηθεί η κατάθεση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη μισθωτική διαδικασία, για το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ... ιδιοκτησίας του Κ. Χ., μεταξύ άλλων και ότι "... η υπηρεσία μου και εγώ προσωπικά διενεργήσαμε αυτοψίες τόσο κατά το μήνα Νοέμβριο 1999 όσο και προσφάτως τον Ιούλιο του 2001, κατόπιν αιτήσεων των κ.κ. Λ. Μ. και Ν. Π., μισθωτών ενός εκ των ισογείων καταστημάτων του ως άνω ακινήτου. Το ακίνητο αυτό είναι διατηρητέο διώροφο βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης του ... και αποτελείται από υπόγειο, ισόγεια καταστήματα και πρώτο όροφο με γραφεία. Η διαπίστωση μας από την αρχή, η οποία παραμένει ίδια μέχρι και σήμερα, είναι ότι οι ζημιές που έχει υποστεί το κτίριο από τους σεισμούς της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 βρίσκονται ΜΟΝΟ στον πρώτο όροφο αυτού. Στα ισόγεια και το υπόγειο δεν διαπιστώσαμε την παραμικρή ζημιά. Οι ζημιές του πρώτου ορόφου δεν εγκυμονούν κανένα απολύτως κίνδυνο για τη χρήση στα ισόγεια και το υπόγειο του κτιρίου. Ουδείς κίνδυνος υφίσταται κατάρρευσης του πρώτου ορόφου ή τμήματος αυτού ή της οροφής του κτιρίου. Επίσης, κανένα πρόσθετο μέτρο ασφαλείας - προστασίας δεν χρειάζεται να ληφθεί στο κτίριο. Τα ήδη ληφθέντα από το Σεπτέμβρη 1999 μέτρα προστασίας-ασφαλείας από τους ιδιοκτήτες είναι απολύτως επαρκή, θα τα χαρακτήριζα δε και υπερβολικά. Εάν χρειαζόταν να ληφθεί το οποιοδήποτε πρόσθετο μέτρο ασφαλείας -προστασίας θα είχαμε προβεί, ως αρμόδια υπηρεσία σε εντολή δι' εγγράφου προς την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αθηνών, (η οποία είναι η μόνη αρμόδια να τα εκτελέσει), με συγκεκριμένες εντολές εφαρμογής μέτρων ασφαλείας. Ο πρώτος όροφος του κτιρίου χρήζει επισκευών, οι οποίες πρέπει να γίνουν κατόπιν εκδόσεως νομίμου αδείας από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Τις διαπιστώσεις μας αυτές είχαμε -εκφράσει προφορικώς από τη πρώτη μας αυτοψία, το Νοέμβριο 1999, τόσο προς τους ιδιοκτήτες του ως άνω ακινήτου, ειδικότερα δε προς τον Κ. Χ., όσο και προς τους αιτούντες - μισθωτές. Τις ίδιες ακριβώς απαντήσεις δώσαμε προφορικά προς τους Λ. Μ. και Ν. Π. μετά από αίτηση τους τον Ιούλιο 2001. Όλοι οι ανωτέρω, ιδιοκτήτες, μισθωτές και όλες οχ αρμόδιες υπηρεσίες, γνώριζαν καλώς ότι η ομάδα των μηχανικών όσο και εγώ προσωπικώς ως επικεφαλής της είμαστε η μόνη αρμόδια υπηρεσία σύμφωνα με την ως άνω αναφερομένη υπουργική απόφαση για την διενέργεια αυτοψιών και ελέγχων στο συγκεκριμένο ακίνητο, όσον αφορά τα μέτρα ασφαλείας - προστασίας. Τέλος, η γνώμη μου καθώς και των λοιπών μελών της Ομάδας Τεχνικής Υποστήριξης, Υποστύλωσης και Κατεδάφισης (Ο.Τ.Υ.Υ.Κ.) (υπουργική απόφαση Βερελή), είναι ότι στο συγκεκριμένο κτίριο κακώς ο πρώτος όροφος χαρακτηρίσθηκε κόκκινος καθότι οι ζημιές που εμφανίζονται σε αυτόν, σε καμία περίπτωση δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν τον ως άνω χαρακτηρισμό ...", ενώ αυτά ήταν απολύτως ψευδή, δεδομένου ότι η αλήθεια ήταν ότι αφενός ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή ως πολιτικός μηχανικός του ΥΠΕΧΩΔΕ στον έλεγχο του συγκεκριμένου κτίσματος και αφετέρου ο πρώτος όροφος του συγκεκριμένου κτίσματος ήταν επικίνδυνα ετοιμόρροπος μετά το σεισμό της 7-9-1999 και το συγκεκριμένο μίσθιο κατάστημα δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ούτε επιτρεπόταν η πρόσβαση σ' αυτό χωρίς να επισκευασθεί ο Α' όροφος και να γίνει αναστύλωση αυτού, γιατί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος κατάρρευσης του πρώτου ορόφου εντός του μισθίου καταστήματος και ο κατηγορούμενος το γνώριζε. 2. Ο κατηγορούμενος Κ. Χ. του Σ. στην Αθήνα στις 20-3-2002 προκάλεσε με πρόθεση σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη που αυτός διέπραξε. Συγκεκριμένα, προκάλεσε την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του Α. Κ. να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα την οποία και διέπραξε. Ειδικότερα με προτροπές και παραινέσεις, που έγιναν κατά τρόπο φορτικό, έπεισε τον Α. Κ. να καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για να χρησιμοποιηθεί η κατάθεση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη μισθωτική διαδικασία, για το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ..., τα ψευδή περιστατικά που προαναφέρθηκαν (υπό στοιχ. 1), εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ως διάδικο, έτσι ώστε να πεισθούν οι Δικαστές και να ευδοκιμήσουν οι ισχυρισμοί του. 3. Ο κατηγορούμενος Κ. Χ. του Σ. στην Αθήνα στις 22-3-2002, αφού αποφάσισε να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης ενώπιον του δικαστηρίου, δηλ. με σκοπό να αποκομίσει ιδιαίτερα μεγάλο παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας αντίστοιχα ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του πλημμελήματος τούτου, πλην η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους απ' τη θέληση του, δεδομένου ότι οι δικαστές δεν παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις του και απέρριψαν τις προτάσεις του. Συγκεκριμένα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους δικαστές του Εφετείου Αθηνών, με τις από 22-3-03 προτάσεις του, που κατέθεσε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, επικαλούμενος και την από 20-3-2002 ένορκη βεβαίωση του Α. Κ. του Κ. - που προαναφέρθηκε υπό στοιχ. 1 - ότι το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ... ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε εκμισθωθεί στους εγκαλούντες Λ. Μ. και Ν. Π., δεν είχε υποστεί την παραμικρή ζημιά από τους σεισμούς της 7-9-1999 και ότι οι ζημιές που είχαν γίνει στον 1° όροφο του κτιρίου αυτού δεν ασκούσαν επιρροή στη λειτουργία του ισογείου καταστήματος που είχαν μισθώσει οι εγκαλούντες. Επομένως, οι τελευταίοι κατέληγε στις προτάσεις του ο κατηγορούμενος, είχαν υποχρέωση να του καταβάλουν. τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 1999 μέχρι και Φεβρουάριο του 2001 ύψους 17.526.106 δρχ. και να του αποδοθεί το μίσθιο κατάστημα, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κατάστημα δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει χωρίς επισκευές λόγω του σεισμού, γεγονός που είχε συνέπεια να μην οφείλεται το ανωτέρω ποσό. Η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους απ' τη θέληση του, δεδομένου ότι οι δικαστές του Εφετείου Αθηνών δεν παραπλανήθηκαν από τις προτάσεις του και την ένορκη βεβαίωση του Α. Κ. του Κ. και απέρριψαν, με την υπ' αρ. 4592/2002 απόφαση τους, την αγωγή του και τις από 22-3-2002 προτάσεις του και έτσι δεν ωφελήθηκε με το ανωτέρω ποσό, που κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλο, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων. 4. Ο κατηγορούμενος Α. Κ. του Κ. στην Αθήνα στις 22-3-2002, έδωσε με πρόθεση άμεση βοήθεια στον αυτουργό κατά την τέλεση της κύριας πράξης και για την εκτέλεση της. Ειδικότερα έδωσε στις 22.3.2002 με πρόθεση στον Κ. Χ. άμεση βοήθεια στην τέλεση από αυτόν της απόπειρας απάτης ενώπιον του δικαστηρίου που προαναφέρθηκε (υπό στοιχ. 3), όταν χορήγησε σ' αυτόν την από 20-3-2002 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη μισθωτική διαδικασία, για το ισόγειο του κτίσματος που βρίσκεται στην οδό ... στο ... ιδιοκτησίας του Κ. Χ. τα ψευδή περιστατικά που προαναφέρθηκαν (υπό στοιχ. 1), εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να ωφελήσει παράνομα τον Κ. Χ., έτσι ώστε να πεισθούν οι Δικαστές και να του καταβάλουν οι εγκαλούντες Λ. Μ. και Ν. Π. τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 1999 μέχρι και Φεβρουάριο του 2001 ύψους 17.526.106 δρχ. και να του αποδοθεί το μίσθιο κατάστημα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα, ηθική σ' αυτήν αυτουργία, απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και άμεση συνεργεία σ' αυτήν. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Η έκφραση επιστημονικής απόψεως δεν αποτελεί γεγονός και δεν στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, εκτός αν είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με ψευδή γεγονότα. Οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 317/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Ρ. του Δ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 462/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ΔΗΜΟ ΑΛΜΥΡΟΥ, Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που εδρεύει στον ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του Ε. Χ. και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φυτιλή. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 17 Ιανουαρίου 2011 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1550/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠοινΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, "από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα". Η πραγματογνωμοσύνη αυτή δεν περιλαμβάνεται, ως αποδεικτικό μέσο, στην γενική κατηγορία των εγγράφων που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 178 περ. στ' του ΚΠοινΔ, αλλά συνιστά ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη αυτή πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκείμενου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, καταδίκασε κατά πλειοψηφία τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Δήμαρχο Δήμου ..., για παράβαση καθήκοντος και απιστία σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στο σκεπτικό της πλειοψηφούσας γνώμης των μελών του τα παρακάτω: Επειδή, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορούμενου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος στο Δήμο ... Νομού ..., στις 15 του μηνός Απριλίου του έτους 2003, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 σ και 263 Α του Ποινικού Κώδικα, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και ειδικότερα ως Δήμαρχος του Δήμου ... και ως εκ τούτου Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Τοπικής Ανάπτυξης, προέβη σε απευθείας ανάθεση έργων, εργασιών και προμηθειών στον Γ. Π., συνολικού ποσού (89.949,35) Ευρώ, χωρίς αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων (Δημοτικού Συμβουλίου ή Δημαρχιακής Επιτροπής) και χωρίς να έχει αρμοδιότητα προς τούτο εκ του νόμου, καθ' όσον τα ανατεθέντα έργα ,εργασίες και προμήθειες δεν εμπίπτουν στις έκτακτες ή επείγουσες περιπτώσεις που προβλέπουν το άρθρο 267 παρ.1 το" ΠΔ 410/1995 και το άρθρο 17 παο.1 Ν. 2539/199.7. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος με το από 15.04,2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στον Γ. Π. τα ακόλουθα έργα: α) Κατασκευή κάγκελων από ξύλο καστανιάς συνολικού μήκους πεντακοσίων εξήντα τεσσάρων (564 μ.) μέτρων, τα οποία θα βαφτούν και θα τοποθετηθούν στο άλσος "..." αντί συμφωνηθέντος τμήματος πενήντα δύο Ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (52,82) Ευρώ το μέτρο συν Φ.Π.Α. β) Κατασκευή ξύλινης γέφυρας μήκους επτά (7μ.) μέτρων από ξυλεία Ιρόκο, με κάγκελα καστανιάς και κουπαστές από ξυλεία Ιρόκο αντί τμήματος δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα ενός Ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (2.641,23) Ευρώ συν Φ.Π.Α. γ) Κατασκευή δύο (2) ξύλινων γεφυρών μήκους τεσσάρων (4 μ.) μέτρων από ξυλεία Ιρόκο, με κάγκελα καστανιάς κατ κουπαστές από ξυλεία Ιρόκο αντί τιμήματος δύο χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά Ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (2.347,76) Ευρώ εκάστη συν Φ.Π.Α. δ) Κατασκευή μεταλλικού σκελετού και τσιμεντάρισμα αυτού για μεγάλη γέφυρα στη λίμνη στο άλσος "..." αντί τιμήματος δύο χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά Ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (2.347,76) Ευρώ συν Φ.Π.Α. ε) Κατασκευή ξύλινου πατώματος από ξυλεία Ιρόκο για τη μεγάλη γέφυρα στο άλσος "..." αντί τιμήματος δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα ενός Ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (2.931,51) Ευρώ συν Φ.Π.Α. στ) Κατασκευή κάγκελων για τη μεγάλη γέφυρα στο άλσος "..." από ξυλεία Ιρόκο και καστανιά αντί τιμήματος δύο χιλιάδων πενήντα τεσσάρων Ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (2.054,29) Ευρώ συν Φ.Π.Α. τεσσάρων Ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (2.054,29) Ευρώ συν Φ.Π.Α. ζ) Κατασκευή πέντε (5) ξύλινων βαγονιών από σουηδική ξυλεία και βάψιμο αυτών για το τραίνο στο άλσος "..." αντί τιμήματος χιλίων τετρακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (1.466,50) Ευρώ έκαστο συν Φ.Π.Α. η) Επισκευή και βάψιμο δέκα (10) τραπεζοπάγκων στρόγγυλων αντί τιμήματος εκατόν δύο Ευρώ και εβδομήντα λεπτών (102,70) Ευρώ έκαστος συν Φ.Π.Α. θ) Κατασκευή δύο (2 μ.) μέτρων ξύλινων κάγκελων από ξυλεία όρεγκον για το ΚΑΠΗ αντί τιμήματος διακοσίων πέντε Ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (205,42) Ευρώ συν Φ.Π.Α. ι) Κατασκευή και τοποθέτηση ξύλινων κάγκελων στο πάρκο της ... συνολικού μήκους τριάντα ενός (31 μ.) μέτρων αντί τιμήματος εκατόν τριάντα πέντε Ευρώ και πενήντα εννέα λεπτό (135,59) Ευρώ το μέτρο συν Φ.Π.Α. ια) Συντήρηση των παλαιών κάγκελων, που βρίσκονται στο πάρκο της ... αντί- τιμήματος διακοσίων εβδομήντα Ευρώ (270,00) Ευρώ συν Φ .Π Α. ιβ) Κατασκευή δεκαεπτά (17) ξύλινων στρογγυλών τραπεζοπάγκων και βάψιμο αυτών αντί τιμήματος τετρακοσίων δέκα Ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (410,85) Ευρώ έκαστος συν Φ.Π.Α. ιγ) Κατασκευή έντεκα (11) παγκακιών με κάθισμα και πλάτη αντί τιμήματος ογδόντα οκτώ Ευρώ (88,00) έκαστο συν Φ.Π.Α. ιδ) Κατασκευή και βαφή αυτών οκτώ (8) πόρτων και αντίστοιχων στεγών για τις καμπίνες στην παραλία "..." αντί τιμήματος διακοσίων εξήντα εννέα Ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (269,99) Ευρώ έκαστη καμπίνα συν Φ.Π.Α. ιε) Κατασκευή και βάψιμο χιλίων τετρακοσίων (1.400) πασσάλων για δενδροφύτευση με διαστάσεις 2μ Χ 5 εκ. Χ 7 εκ. προς δυο Ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (2.93) Ευρώ έκαστος συν Φ.Π.Α. ιστ) Εργασίες στο ΚΑΠΗ ήτοι αλλαγή κλειδαριών, πλάνισμα πορτάν, κατασκευή σκαλοπατιών με διαστάσεις 2.50 μ. Χ 50 εκ. Χ 40 εκ. αντί τιμήματος τριακοσίων (300,00) Ευρώ συν Φ.Π.Α. ιζ) Επισκευή στις πόρτες και στα παράθυρα καθώς και αλλαγή στις κλειδαριές στο νηπιαγωγείο και στο σχολείο του ... αντί τιμήματος διακοσίων (200,00) Ευρώ συν Φ.Π.Α. ιη) Κατασκευή επτά (7) μεταλλικών πορτών για τα δημόσια αφοδευτήρια αντί τιμήματος εκατόν εξήντα επτά Ευρώ και πενήντα λεπτών (167,50) Ευρώ έκαστη συν Φ.Π.Α. ιθ) Κατασκευή είκοσι ενός (21 μ.) μέτρων μεταλλικών κάγκελων για το πάρκο στην ... αντί τιμήματος εκατόν τριάντα πέντε ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (135,59) Ευρώ το μέτρο συν Φ.Π.Α. Ο κατηγορούμενος, προέβη στην απ' ευθείας ανάθεση των παραπάνω έργων, εργασιών και προμηθειών χωρίς να έχει προς τούτο αρμοδιότητα εκ του νόμου διότι σύμφωνα με τις διατάξεις των ΠΔ 410/1995 και 171/1987 η ανάθεση των έργων αυτών έπρεπε να γίνει από το Δημοτικό Συμβούλιο ή την Δημαρχιακή Επιτροπή ύστερα από προγραμματισμό, σύνταξη μελέτης και διενέργεια διαγωνισμού, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 4 του Ν, 1418/1984 και του άρθρου 9 του ΠΔ 171/1987. με σκοπό να προσπορίσει στον προαναφερόμενο εργολάβο, παράνομο περιουσιακό όφελος αφού ο ίδιος ως δικαιούχος θα ελάμβανε από τον Δήμο ..., το ποσό {89,949, 35) Ευρώ, που αντιστοιχούσε στην πληρωμή των παραπάνω έργων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Απρίλιο του 2003 και το έτος 2004 με γνώση ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου είχε την επιμέλεια. Συγκεκριμένα, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της δημοτικής επιχείρησης του Δήμου ..., προέβη με το από 15-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, σε απευθείας ανάθεση εκτέλεσης έργων στον κατασκευαστή Γ. Π., συνολικής αξίας 89.949,35 ευρώ, γνωρίζοντας ότι δε διέθετε την προς τούτο αρμοδιότητα εκ του νόμου, καθόσον τα ανατεθέντα έργα δεν ενέπιπταν στις έκτακτες ή επείγουσες περιπτώσεις που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις (άρθ. 267 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 και άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2539/97) και ως εκ τούτου έπρεπε να ανατεθούν με σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής κατόπιν σύνταξης μελέτης και διενέργειας ανοικτού διαγωνισμού. Συγκεκριμένα ανέθεσε στον ως άνω κατασκευαστή τα κάτωθι έργα: Α) Κατασκευή κάγκελων από ξύλο καστανιάς συνολικού μήκους πεντακοσίων εξήντα τεσσάρων (564) μέτρων βαμμένα και τοποθετημένα στο άλσος "..." αντί συμφωνηθέντος τιμήματος πενήντα δύο ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (52,82) ευρώ το μέτρο συν ΦΠΑ. Β) Κατασκευή ξύλινης γέφυρας μήκους επτά (7) μέτρων από ξυλεία Ιρόκο, με κάγκελα από καστανιά και κουπαστές από ξυλεία Ιρόκο αντί τιμήματος δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα ενός ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (2.641,23) ευρώ συν ΦΠΑ. Γ) Κατασκευή δύο ξύλινων γεφυρών μήκους τεσσάρων (4) μέτρων από ξυλεία Ιρόκο με κάγκελα από καστανιά και κουπαστές από ξυλεία Ιρόκο αντί τιμήματος δύο χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (2.347,76) ευρώ εκάστη συν ΦΠΑ. Δ) Κατασκευή μεταλλικού σκελετού και τσιμεντάρισμα αυτού για μεγάλη γέφυρα στη λίμνη στο άλσος "..." αντί τιμήματος δύο χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (2.347,76) ευρώ συν ΦΠΑ. Ε) Κατασκευή ξύλινου πατώματος από ξυλεία Ιρόκο για τη μεγάλη γέφυρα στο άλσος "..." αντί τιμήματος δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα ενός ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (2.931,51) ευρώ συν ΦΠΑ. ΣΤ) Κατασκευή κάγκελων για τη μεγάλη γέφυρα στο άλσος "..." από ξυλεία Ιρόκο και καστανιά αντί τιμήματος δύο χιλιάδων πενήντα τεσσάρων ευρώ και εικοσιεννέα ευρώ (2.054,29) συν ΦΠΑ. Ζ) Κατασκευή πέντε ξύλινων βαγονιών από σουηδική ξυλεία και βάψιμο αυτών για το τρένο στο άλσος "..." αντί τιμήματος χιλίων τετρακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (1.465,50) έκαστο συν ΦΠΑ. Η) Επισκευή και βάψιμο δέκα τραπεζο-πάγκων στρόγγυλων αντί τιμήματος εκατό δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτών (102,70) έκαστος συν ΦΠΑ. Θ) Κατασκευή δύο μέτρων ξύλινων κάγκελων από ξυλεία όρεγκον για το ΚΑΠΗ αντί τιμήματος διακοσίων πέντε ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (205,42) συν ΦΠΑ. Ι) Κατασκευή και τοποθέτηση ξύλινων κάγκελων στο πάρκο της ... συνολικού μήκους τριάντα ενός μέτρων αντί τιμήματος εκατόν τριάντα πέντε ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (135,59) το μέτρο συν ΦΠΑ. Ια) Συντήρηση των παλαιών κάγκελων που βρίσκονται στο πάρκο της ... αντί τιμήματος διακοσίων εβδομήντα ευρώ (270) συν ΦΠΑ. Ιβ) Κατασκευή δεκαεπτά ξύλινων στρογγυλών τραπεζοπάγκων και βάψιμο αυτών αντί τιμήματος τετρακοσίων δέκα ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (410,85) έκαστος συν ΦΠΑ. Ιγ) Κατασκευή έντεκα παγκακιών με κάθισμα και πλάτη αντί τιμήματος ογδόντα οκτώ (88) ευρώ έκαστο συν ΦΠΑ. Ιδ) Κατασκευή και βαφή οκτώ πορτών και αντίστοιχων στεγών για τις καμπίνες στην παραλία "..." αντί τιμήματος διακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (269,99) έκαστη συν ΦΠΑ. Ιε) κατασκευή και βάψιμο χιλίων τετρακοσίων πασσάλων για δενδροφύτευση με διαστάσεις 2μΧ5εκ.Χ40εκ. αντί τιμήματος τριακοσίων ευρώ συν ΦΠΑ. Ιστ) Εργασίες στο ΚΑΠΗ, ήτοι αλλαγή κλειδαριών, πλάνισμα πορτών, κατασκευή σκαλοπατιών με διαστάσεις 2,50μΧ50εκ.Χ40εκ. αντί τιμήματος τριακοσίων ευρώ (300) συν ΦΠΑ. Ιζ) Επισκευή στις πόρτες και στα παράθυρα καθώς και αλλαγή κλειδαριών στο νηπιαγωγείο και στο σχολείο ... αντί τιμήματος διακοσίων ευρώ (200) συν ΦΠΑ. Ιη) Κατασκευή επτά μεταλλικών πορτών για τα δημόσια αφοδευτήρια αντί τιμήματος εκατόν εξήντα επτά και πενήντα λεπτών (167,50) έκαστη συν ΦΠΑ. Ιθ) Κατασκευή εικοσιενός μέτρων μεταλλικών κάγκελων για το πάρκο στην ... αντί τιμήματος εκατόν τριάντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (135,50) συν ΦΠΑ. Για την πληρωμή των έργων αυτών ο Γ. Π. εξέδωσε τα υπ1 αριθμ. 138/1-12-2003, 139/1-12-2003, 140/2-12-2003, 141/2-12-2003, 142/3-12-2003, 143/3-12-2003, 144/4-12-2003, 145/4-12-2003, 146/5-12-2003, 147/ 6-12-2003, 162/17-12-2003, Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 3.459,18 ευρώ το καθένα, το υπ' αριθμ. 149/7-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 3.116,65 ευρώ, το υπ' αριθμ. 150/8-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 2.770,35 ευρώ, το υπ1 αριθμ. 151/8-12-2003 Τ.Π-Δ.Α., ποσού 2.770,35 ευρώ, το υπ' αριθμ. 152/9-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 2.770,35 ευρώ, το υπ' αριθμ. 153/9-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 3.459, 18 ευρώ, το υπ' αριθμ. 154/10-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α ποσού 2.424,06 ευρώ, το υπ' αριθμ. 155/11-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 3.458,58 ευρώ, το υπ' αριθμ. 156/11-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 3.458,58 ευρώ, το υπ' αριθμ. 157/12-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 1.729, 29 ευρώ, το υπ' αριθμ. 158/14-12-2003 Τ.Π-Δ.Α ποσού 1.211,86 ευρώ, το υπ' αριθμ. 159/14-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 242,39 ευρώ, το υπ' αριθμ. 160/15-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 3.352,92 ευρώ, το υπ' αριθμ. 161/16-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 1.559,96 ευρώ, το υπ' αριθμ.161/16-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 318,60 ευρώ, το υπ' αριθμ. 152/9-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 969,60 ευρώ, το υπ' αριθμ. 157/12-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 1.454,40 ευρώ, το υπ' αριθμ. 159/14-12-2003Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 1.939,21 ευρώ, το υπ' αριθμ. 158/13-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 3.393,62 ευρώ, το υπ' αριθμ. 162/17-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 1.142,24 ευρώ, το υπ' αριθμ. 165/20-12-2003 Τ.Π.-Δ.Α. ποσού 2.548,72 ευρώ, το υπ' αριθμ. 163/18-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 3.422,82 ευρώ, το υπ' αριθμ. 164/19-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 417,53 ευρώ, το υπ' αριθμ. 164/19-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 354 ευρώ, το υπ' αριθμ. 164/19-12-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 236 ευρώ, του υπ' αριθμ. 135/3-9-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 1.383,55 ευρώ και το υπ' αριθμ. 134/3-9-2003 Τ.Π-Δ.Α. ποσού 3.369 ευρώ και συνολικά 89.949,35 ευρώ. Την πληρωμή των παραπάνω τιμολογίων αρνήθηκε η αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία του Δήμου ... λόγω μη υποβολής των απαιτούμενων παραστατικών δαπάνης και εξεδόθη κατόπιν αιτήσεως του ως άνω εργολάβου η υπ' αριθμ. 48/2004διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που επεδόθη στον ως άνω Δήμο στις 15-4-2004. Παρόλα τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος δεν άσκησε κάποιο από τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα σε βάρος της ως άνω διαταγής πληρωμής και αυτή κατέστη αμετάκλητη. Συνεπεία δε των ως άνω ενεργειών και παραλείψεων του κατηγορουμένου ήταν να επιβληθεί κατάσχεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του άνω Δήμου και δη σε ένα αγροτεμάχιο κειμένου στην θέση "... ή ..." εμβαδού 55,250 τ.μ σε ένα αγροτεμάχιο κειμένου στην άνω θέση εμβαδού 38.500 τ.μ. και σε ένα αγροτεμάχιο κειμένου στην άνω θέση εμβαδού 24.220 τ.μ., συνολικής αξίας τουλάχιστον 200.000 ευρώ, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν έναντι ποσού 88.000ευρώ. Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκε, με 'αύξοντα αριθμό 14, πλην άλλων, η "έκθεση πραγματογνωμοσύνης". Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω έκθεση αφορά την από 7-6-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αρχιτέκτονος μηχανικού Ε. Β., η οποία διατάχθηκε από το ΣΔΟΕ, με το 979/12-11-2004 έγγραφο, στα πλαίσια διενεργούμενης προανακρίσεως, κατόπιν της ΑΒΜ/Γ/4-1148 Εισαγγελικής παραγγελίας, γιατί οι διωχθείσες αξιόποινες πράξεις, αφορούσαν ανάθεση κατασκευής έργου, εργασιών και προμηθειών του Δήμου ... και αποτίμηση αυτών, ώστε να εξαχθεί η τυχόν επελθούσα ζημία στον ανωτέρω Δήμο. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, ουδεμία μνεία ή αντίκρουση γίνεται της εν λόγω ευνοϊκής για τον κατηγορούμενο εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αντίθετο με αυτή συμπέρασμα συνδρομής δόλου του κατηγορουμένου Δημάρχου, να ωφελήσει τον εργολάβο και να ζημιώσει το Δήμο. Επισημαίνεται ότι και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η αντίθετη προς τα πορίσματα αυτής δικαστική αυτού κρίση. Από την έλλειψη δε συναφούς αιτιολογίας, και από το γεγονός ότι η πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύεται καθόλου στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική της κρίση δε συνάγεται βεβαιότητα ότι το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατά την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του. Ενόψει των παραπάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, εφόσον στην κρινόμενη από 19-11-2010 αίτηση αναιρέσεως περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, ήτοι εκείνος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την ενοχή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, όπως συμπληρώθηκε με τους προσθέτους λόγους αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 462/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του,\ στις 17 Φεβρουαρίου 2011. H ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση Καθήκοντος και Απιστία Δημάρχου (άρθρ. 259, 263, 263Α ΠΚ. Δεκτός ως βάσιμος ο πρόσθετος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη συνεκτίμησης ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, διαταχθείσας από προανακριτικό υπάλληλο, ενώ ούτε από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικό μέσα.
null
null
0
Αριθμός 315/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά, για αναίρεση της με αριθμό 2385/2010 - 2537/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Ευσταθόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 10/2011. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απάτης κατ` εξακολούθηση σε βάρος του Κ. Σ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η μάρτυρας κατηγορίας Σ. Σ. συνελήφθη με άλλα άτομα στις 23/1/2003 για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και μετά την απαγγελθείσα σε βάρος της κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος κατ' εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού διατάχθηκε η προσωρινή της κράτηση. Κοινός γνώριμος του μάρτυρα κατηγορίας και πατέρα της ως άνω μάρτυρα Κ. Σ. και του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, συνέστησε στον πρώτο τον δεύτερο, προκειμένου να. του παράσχει τις εκ του λειτουργήματός του υπηρεσίες ώστε να έχει την καλύτερη έκβαση η εμπλοκή της θυγατέρας του με την ποινική δικαιοσύνη και συγκεκριμένα καταρχήν προκειμένου να επιτευχθεί η άρση της προσωρινής της κράτησης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο νόμο αυτό. Ο κατηγορούμενος με το από 29/1/2003 υπόμνημα που κατέθεσε για λογαριασμό της ως άνω στην 29η Ανακρίτρια (...) ζήτησε να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη από αρμόδιο ιατρό προκειμένου να αποφανθεί αν η εν λόγω Σ. Σ. είναι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες μη δυνάμενο να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές της δυνάμεις, με τη διαταχθείσα δε με την υπ' αριθμόν 73/2003 διάταξη της ως άνω Ανακρίτριας διορίστηκε πραγματογνώμονας ο Ν. Κ. ιατροδικαστής Αθηνών. Στις 27-2-2003, ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον ως άνω μάρτυρα πελάτη του ότι έπρεπε να καταβάλει επιπλέον (είχε προγενέστερα στις 1/2/2003 και 5/2/2003 ζητήσει και λάβει και άλλα ποσά για τον ίδιο σκοπό για την καταβολή των οποίων με ψευδείς ωσαύτως παραστάσεις δεν θα γίνει λόγος αφού με την εκκαλούμενη απόφαση για τις μερικότερες αυτές πράξεις απάτης έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής) αμοιβή στον ως άνω ορισθέντα πραγματογνώμονα ποσού 300 ευρώ, το οποίο και πράγματι του κατέβαλε, ενώ η αλήθεια είναι, που γνώριζε ο κατηγορούμενος, ότι ο διοριζόμενος με διάταξη Ανακριτή πραγματογνώμονας αμείβεται αποκλειστικά από το Ελληνικό Δημόσιο. Στις 5/3/2003 ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον ως άνω πατέρα-μάρτυρα 1.000 ευρώ για να καταθέσει αίτηση για άρση της προσωρινής κράτησης της κόρης του και έλαβε το ως άνω ποσό, ενώ τέτοια αίτηση δεν είχε κατατεθεί από τον κατηγορούμενο ούτε κατατέθηκε ποτέ όπως άλλωστε και ο ίδιος δέχεται. Μάλιστα, προκειμένου ο κατηγορούμενος να κάμψει οποιαδήποτε αμφιβολία του μηνυτή Κ. Σ. και να διατηρήσει τον ως άνω παράνομο πλουτισμό του, του εμφάνισε τον Απρίλιο του 2003 σε φωτοαντίγραφο μια αίτηση αντικατάστασης προσωρινής κράτησης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για λογαριασμό της Σ. Σ. με ημερομηνία εκδίκασης εντός του μηνός Μαΐου 2003 και αριθμό εκδίκασης 17, ενώ το αληθές ήταν, ότι δεν είχε κατατεθεί τέτοια αίτηση από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω καίτοι η ως άνω μάρτυρας, που ήταν προσωρινά κρατούμενη, από τις 3/2/2003 παρακολουθούσε τις ομάδες υποστήριξης-ευαισθητοποίησης του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών- συμβουλευτικού σταθμού μονάδας υποστήριξης (Ασκληπιού 19) στη φυλακή (...) ο κατηγορούμενος, στις 14/3/2003 παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή Κ. Σ. ότι διορίστηκε δεύτερος ιατροδικαστής και ότι έπρεπε να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως προκαταβολή για να εξασφαλίσει αυτός μια θέση σε πρόγραμμα απεξάρτησης της κόρης του Σ. Σ. στο Νοσοκομείο Αθηνών Αιγινήτειο με τη ρητή διαβεβαίωση ότι μετά την αποφυλάκισή της θα γινόταν αμέσως δεκτή από το πρόγραμμα, ενώ το αληθές το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος ήταν ότι αφενός δεν είχε διοριστεί δεύτερος ιατροδικαστής και αφετέρου ότι η κόρη του από τις 3/2/2003 παρακολουθούσε τις ως άνω μονάδες υποστήριξης στην φυλακή, ο δε ιατρός Κ. δεν υπηρετούσε στο Αιγινήτειο. Τέλος στις 4/7/2003 ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον ανωτέρω μηνυτή ότι είχε τη δυνατότητα να επιμεληθεί προσωπικά ώστε η δικογραφία της κόρης του να αποσταλεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στο Εφετείο μέχρι τις 7/7/2003 έναντι αμοιβής 500 ευρώ, ποσό, το οποίο ζήτησε και έλαβε, ενώ το αληθές ήταν ότι δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια για το σκοπό αυτό ούτε άλλωστε θα μπορούσε να κάνει δεδομένου ότι έληγε το εξάμηνο της προσωρινής κρατήσεως της Σ. Σ. και ήδη από τις 4/7/2003 υπήρχε πρόταση της αρμόδιας Εισαγγελέα προς το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών για τη συνέχιση της προσωρινής της κράτησης μέχρι της 23/1/2004 γεγονός, που ο κατηγορούμενος γνώριζε από τη σχετική έρευνά του. Με τις παραπάνω εν γνώσει του ψευδείς παραστάσεις που ο κατηγορούμενος απηύθυνε προς τον πρώτο μηνυτή Κ. Σ. έπεισε τον τελευταίο να του καταβάλει τμηματικά συνολικά το ποσό των 3.800 ευρώ ήτοι στις 27/2/2003 το ποσό των 300 ευρώ, στις 5/3/2003 το ποσό των 1.000 ευρώ, στις 14/3/2003 το ποσό των 2.000 ευρώ και στις 4/7/2003 το ποσό των 500 ευρώ, βλάπτοντας κατ' αυτόν τον τρόπο αντίστοιχα την περιουσία του ανωτέρω μηνυτή Κ. Σ.. Για τα πραγματικά παραπάνω περιστατικά σαφής ελέγχεται η κατάθεση του τελευταίου σε σχέση με την καταβολή των προαναφερόμενων κάθε φορά ποσών και για τις προεκτεθείσες αιτίες με τις ψευδείς κάθε φορά ως άνω παραστάσεις, κατάθεση, που ενισχύεται και από εκείνη της κόρης του Λ. Σ. που επιβεβαιώνει την για τις προεκτεθείσες αιτίες καταβολή των ως άνω ποσών στον κατηγορούμενο κατά την προσέλευσή του κάθε φορά στο διατηρούμενο από τον πατέρα της κατάστημα στην οδό … στην …, περί της οποίας, όπως κατέθεσε, έκανε κάθε φορά μνεία με σχετική επισημείωση στο τηρούμενο βιβλίο εσόδων-εξόδων του καταστήματος αυτού. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά η αυτή ως μάρτυρας κατέθεσε, λόγω της προκληθείσης δυσπιστίας αναφορικά με τις ενέργειες του κατηγορουμένου σε σχέση με την αποφυλάκιση της αδελφής της, ανατέθηκε έρευνα αναφορικά με την κατάθεση ή μη αίτησης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών σε έτερο δικηγόρο, μετά από πραγματοποιηθείσα έρευνα από τον οποίο διακριβώθηκε πράγματι η μη κατάθεση αίτησης αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης της γεγονός για το οποίο διαβεβαίωσε άλλωστε τον πατέρα της και η ίδια η Ανακρίτρια κατά την εκεί προς τούτο μετάβασή του (μηνυτή πατέρα της). Τα προαναφερόμενα ενισχύονται περαιτέρω και από την κατάθεση της προσωρινά κρατούμενης Σ. Σ. η οποία όπως χαρακτηριστικά στην κατάθεσή της αναφέρει την ανακρίβεια των όσων ο κατηγορούμενος υποστήριξε σε σχέση με την καταβολή του ποσού των 2.000 ευρώ στις 14/3/2003, ήτοι προκειμένου να εξασφαλίσει μια θέση σε πρόγραμμα απεξάρτησης στο Νοσοκομείο Αθηνών Αιγινήτειο μετά την αποφυλάκισή της, πληροφορήθηκε από τις συγκρατούμενές της μετά παρέλευση εξαμήνου περίπου από την έναρξη παρακολούθησης των ομάδων υποστήριξης του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών στη φυλακή ... Τα γενόμενα παραπάνω δεκτά κατ` ουδέν επηρεάζει το γεγονός ότι σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην με αριθμό 000572/30-12-2003 διπλότυπη απόδειξη συνολικού ποσού 3.500 ευρώ,...ο κατηγορούμενος φέρεται εισπράξας από το μηνυτή Κ. Σ. το ως άνω ποσό για παροχή νομικών υπηρεσιών σε υπόθεση της θυγατέρας του και συγκεκριμένα για δέκα μεταβάσεις στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού για σύνταξη αιτήσεως αντικατάστασης της προσωρινής της κράτησης της θυγατρός του Σ. Σ. καθώς και έναντι νομικών υπηρεσιών σε αστική υπόθεση καθόσον όπως κατηγορηματικά κατετέθη από τις μάρτυρες κατηγορίας Σ. και Λ. Σ. ουδέποτε παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο οιασδήποτε αιτιολογίας απόδειξη σε σχέση με τις παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες του σύμφωνα με την από 4-3-2003 εξουσιοδότηση της προσωρινά κρατούμενης Σ.Σ.. Με τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε εν γνώσει στο μάρτυρα - πρώτο μηνυτή ψευδή γεγονότα ως αληθινά και έτσι τον έπεισε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.800 ευρώ κατά το οποίο και ζημιώθηκε (πρώτος μηνυτής) για αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις κατ' εξακολούθηση μερικότερες ως ανωτέρω πράξεις της απάτης ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απάτης κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που αναφέρθηκε παραπάνω, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α)ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση στο μηνυτή Κ. Σ. ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, 1) απαιτείτο η καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής 300 ευρώ του Ιατροδικαστή Κ., 2) είχε κατατεθεί αίτηση άρσεως προσωρινής κρατήσεως της κόρης του μηνυτή, για την οποία έπρεπε να του καταβληθεί αμοιβή 1.000 ευρώ, 3) είχε διοριστεί και δεύτερος πραγματογνώμονας και έπρεπε να του καταβληθούν 2.000 ευρώ ως προκαταβολή για την αμοιβή του και 4) είχε τη δυνατότητα να επιμεληθεί, έναντι αμοιβής 500 ευρώ, ώστε να αποσταλεί η δικογραφία της κόρης του μηνυτή στο Εφετείο μέχρι τις 7.7.2003 και γ) βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος. Οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το ποσό των 300 ευρώ, που παρέστησε αυτός ψευδώς ότι έπρεπε να καταβληθεί ως συμπληρωματική αμοιβή του Ιατροδικαστή, αφορούσε αμοιβή που θα έπρεπε να καταβληθεί αμέσως για υπηρεσίες που ο τελευταίος είχε ήδη παράσχει και όχι αμοιβή που συμφώνησε ο αναιρεσείων με αυτόν για μελλοντικές υπηρεσίες, η οποία θα έπρεπε να καταβληθεί στο μέλλον. β) Η υποτιθέμενη δυνατότητα του αναιρεσείοντος να επιμεληθεί προσωπικά ώστε η δικογραφία της Σ. Σ. να αποσταλεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στο Εφετείο μέχρι τις 7.7.2003 δημιουργούσε μεν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής που ανέλαβε ο αναιρεσείων, πλην, με βάση την εμφανιζόμενη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από αυτόν, που δεν είχε κάνει καμιά σχετική ενέργεια και γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να κάνει, αφού ήδη υπήρχε εισαγγελική πρόταση για τη συνέχιση της προσωρινής κρατήσεως της ανωτέρω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στοιχειοθετεί το έγκλημα της απάτης. γ) Δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται το περιεχόμενο της ως άνω από 4.3.2003 εξουσιοδοτήσεως της Σ. Σ., η οποία αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμησή της αφορά την περί τα πράγματα κρίση του και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Και δ) από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως συνάγεται ότι τα επί μέρους χρηματικά ποσά που κατέβαλε στον κατηγορούμενο ο παθών Κ. Σ. ήταν δικά του και όχι της κόρης του Σ., αφού, άλλωστε, ο ίδιος ήλθε σε επαφή με τον πρώτο και του ζήτησε την παροχή νομικών υπηρεσιών για να επιτύχει την αποφυλάκιση αυτής, και, κατά συνέπειαν, δεν απαιτείτο να έχει αυτός τη ρητή εντολή της να τα διαθέσει, οπωσδήποτε, όμως, είχε τη σιωπηρή συναίνεσή της να πληρώσει ό,τι θα χρειαζόταν για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν επιλαμβάνεται των αναγραφομένων στη διάταξη αυτή περιπτώσεων. Αυτό συμβαίνει και όταν το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, τη θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος. Τέτοια χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το Εφετείο, κρίνον έφεση του καταδικασθέντος πρωτοδίκως για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, λάβει υπόψη του και συνεκτιμήσει, για την καταδικαστική του κρίση, και μερικότερες πράξεις του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος, για τις οποίες έχει ήδη παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, έστω και αν δεν τον καταδικάσει και γι` αυτές, γιατί, έτσι, μπορεί να χειροτερεύσει η ποινική του μεταχείριση στα πλαίσια του άρθρου 79 του ΠΚ. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει όταν το Δικαστήριο απλώς διηγηματικά αναφέρεται σε παραγραμμένες πράξεις, τις οποίες όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη του για την ποινική μεταχείριση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, αλλά προέβη και σε μείωση της ποινής που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την πρωτόδικη υπ’ αριθ. 1769/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έπαυσε, λόγω παραγραφής, οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της απάτης κατ’ εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν την 1.2.2003 και 5.2.2003. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναγράφεται, μεταξύ άλλων, όπως αναφέρθηκε, ότι: "Στις 27-2-2003, ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον ως άνω μάρτυρα πελάτη του ότι έπρεπε να καταβάλει επιπλέον (είχε προγενέστερα στις 1/2/2003 και 5/2/2003 ζητήσει και λάβει και άλλα ποσά για τον ίδιο σκοπό για την καταβολή των οποίων με ψευδείς ωσαύτως παραστάσεις δεν θα γίνει λόγος αφού με την εκκαλούμενη απόφαση για τις μερικότερες αυτές πράξεις απάτης έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής) αμοιβή στον ως άνω ορισθέντα πραγματογνώμονα ποσού 300 ευρώ, το οποίο και πράγματι του κατέβαλε, ενώ η αλήθεια είναι, ...". Από την ως άνω παραδοχή, σαφώς προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο ανέφερε τις προγενέστερες πράξεις, για τις οποίες είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, μόνο διηγηματικά, χωρίς να τις λάβει καθόλου υπόψη του ούτε για την καταδικαστική του κρίση ούτε για την επιμέτρηση της ποινής, η οποία είναι μικρότερη από την ποινή φυλακίσεως των 15 μηνών που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο πρωτοδίκως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει και στο στοιχ. Α), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας λόγω χειροτερεύσεως της θέσεώς του, γιατί το Πενταμελές Εφετείο αναφέρεται και στις παραγραμμένες πράξεις, τις οποίες έλαβε υπόψη του με αποτέλεσμα να επηρεάζεται επί τα χείρω η κατ’ άρθρο 79 του ΠΚ μεταχείρισή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα με το άρθρο 171§2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Στο έγκλημα της απάτης, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχει ο φορέας της περιουσίας που ζημιώθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από εκείνον που εξαπατήθηκε. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση ότι παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων "για χρηματική ικανοποίηση" αρκεί και είναι ορισμένη, καθόσον υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Για το νομότυπο δε της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφόμενων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 502§1 εδ. τελ. του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", συνάγεται ότι η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν παύει από το ότι αυτός εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί (άρθρο 221 περ. δ ΚΠοινΔ). Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1769/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι Κ. και Σ. Σ. και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ ο καθένας με επιφύλαξη από την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε η κρινόμενη πράξη και ότι διορίζουν πληρεξούσιό τους τον παρόντα δικηγόρο Νικόλαο Συριανό, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό. Κατά της παραστάσεως αυτής, η οποία ήταν νομότυπη και αρκούντως ορισμένη, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται σε τι συνίστατο η ηθική βλάβη για την οποία ζητείτο η χρηματική ικανοποίηση, ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην οι πολιτικώς ενάγοντες δεν παραιτήθηκαν από αυτήν, ήτοι από τις απαιτήσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, και, για το λόγο αυτό, εξετάσθηκαν χωρίς να ορκισθούν και επιδικάσθηκε στον πρώτο η χρηματική ικανοποίηση που, νομότυπα, είχε ζητηθεί και επιδικασθεί πρωτοδίκως, ενώ διατάχθηκε η αποβολή της πολιτικής αγωγής της δεύτερης, η οποία δεν ζημιώθηκε αμέσως από την ένδικη πράξη. Τέλος, φορέας της περιουσίας που ζημιώθηκε ήταν, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μόνο ο πολιτικώς ενάγων Κ. Σ., ο οποίος και, κατόπιν των ανωτέρω απατηλών παραστάσεων, κατέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 3.800 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε, και όχι η κόρη του, με υπόθεση της οποίας ασχολήθηκε ο αναιρεσείων δικηγόρος, έστω και αν την εντολή για τη διεξαγωγή της υποθέσεώς της την είχε δώσει σ` αυτόν η τελευταία, είτε ρητώς με εξουσιοδότησή της είτε σιωπηρώς. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι α) ο πολιτικώς ενάγων Κ. Σ. παρέστη παράνομα στη διαδικασία, γιατί αυτός δεν ζημιώθηκε άμεσα από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, αφού εντολέας του τελευταίου προς διεξαγωγή όλων των επί μέρους ενεργειών ήταν μόνο η κόρη του Σ. Σ. και β) στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέστη ο αυτός ως άνω πολιτικώς ενάγων χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο και χωρίς να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ούτε το είδος της φερόμενης βλάβης (αν πρόκειται για υλική ή ηθική), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Δεκεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 10431/2010) αίτηση του Α. Π. του Δ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 2385/2010-2537/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για απάτη κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλήματος. Το εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του από το ότι αναφέρει μόνο διηγηματικά παραγραμμένες μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, χωρίς να τις λαμβάνει υπόψη και, έτσι, να χειροτερεύει τη θέση του κατηγορουμένου σε σχέση με την ποινική του μεταχείριση στα πλαίσια του άρθρου 79 ΠΚ. Ο φορέας της περιουσίας που ζημιώθηκε από την πράξη της απάτης, ως αμέσως ζημιωθείς, νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων. Περιεχόμενο δηλώσεως πολιτικής αγωγής. Η ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος δεν παύει από το ότι αυτός δεν επανέλαβε τη δήλωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά και δεν δήλωσε παραίτηση από την πολιτική αγωγή. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 314/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 47463/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1281/2010. Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με χρονολογίες 29 Οκτωβρίου 2010 και 1 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως, προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη, αντίστοιχα, του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση κοινή αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Ν. Τ. του Θ., για αναίρεση της 47463/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 312/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1625/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 972/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 13-12-2010 και από 28-9-2010 αποδεικτικά επιδόσεως των ..., αστυφύλακα Α.Τ. ... και ..., επιμελητή της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων, όπως και ο αντίκλητος δικηγόρος του, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 2/2/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 18-6-2010 αίτησή του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 - 6 -2010 αίτηση - δήλωση του Β. Ρ. του Γ. περί αναιρέσεως της 1625/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 311/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, Ν. ή Ν. Σ. ή Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 35352/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1220/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα. που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 59 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτήν ως άνω αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφαση του. Η προβλεπόμενη δε από τη διάταξη αυτή ρύθμιση δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που η κύρια υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης και, επομένως, η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 59 ΚΠοινΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση άλλου δικαστηρίου επί συναφούς υποθέσεως ή περί αναβολής της δίκης για να κλητευθεί και εξεταστεί κάποιος μάρτυρας, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι τα άνω αιτήματα υποβάλλονται παραδεκτώς και είναι ορισμένα. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από πρακτικά της προσβαλλόμενης 35352/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ο συνήγορος που εκπροσώπησε στη δίκη τον κατηγορούμενο, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, κατά λέξη "κατ άρθρο 59 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί βούλευμα από το Συμβούλιο Εφετών, έχει ασκηθεί μήνυση από τον μηνυτή". Το αίτημα αναβολής αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο, γιατί δεν προβλήθηκε σαφώς και ορισμένως, με όλα τα πραγματικά περιστατικά που θα προέκυπταν από το αναμενόμενο να εκδοθεί βούλευμα και θα είχαν έννομη επιρροή στην κρινόμενη ποινική δίκη, σε κάθε δε περίπτωση, το αίτημα ήταν μη νόμιμο, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μπορεί να αναβληθεί η ποινική δίκη, κατ' άρθρο 59 παρ.1 ΠΚ. όταν εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και όχι όταν η εκκρεμής άλλη ποινική υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση στο στάδιο εκδόσεως βουλεύματος. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει στο αόριστο και μη νόμιμο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφαση του. Άρα. ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Α' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της δίκης, "για να προσέλθει ο λήπτης της επιταγής Κ.". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, απέρριψε το αίτημα αυτό, με το εξής αιτιολογικό: "Επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής στην υπόθεση, προκειμένου να προσέλθει και εξεταστεί ως μάρτυς ο Κ.Δ., ο οποίος έχει ήδη εξεταστεί ως μάρτυς ενώπιον της Τακτικής Ανακρίτριας σε συναφή δίκη, απορρίπτει το σχετικό αίτημα αναβολής και διατάσσει την πρόοδο της δίκης". Το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης προβλήθηκε εντελώς αορίστως, και, όπως έχει και ανωτέρω αναφερθεί, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αφού δεν εκτίθετο ο συγκεκριμένος λόγος και το θέμα, για το οποίο θα κατέθετε ο μάρτυρας και για το οποίο ήταν αναγκαίο στην κρινόμενη ποινική υπόθεση να αναβληθεί η δίκη, ώστε να κλητευθεί και να καταθέσει στο Δικαστήριο ο εν λόγω μάρτυρας λήπτης της επιταγής, εν τούτοις το Δικαστήριο απάντησε στο αίτημα και η παραπάνω απορριπτική αιτιολογία, που εκ περισσού διέλαβε, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και, άρα ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεως του με το άρθρο 2 του ν. 3904/23-12-2010, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανώτερο όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 του ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο, αν επιβάλει ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών, υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του καταδικασθέντος, για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι, αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής σε χρηματική χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και η ποινή του αυτή μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε ευρώ την ημέρα. Όμως, το άνω δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 35352/2010 αποφάσεως του, δεν έλεγξε, όπως όφειλε αυτεπάγγελτα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής της ποινής αυτής και ουδόλως αιτιολόγησε την αρνητική κρίση του για το ζήτημα αυτό, ότι δηλαδή η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 του ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Έτσι το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, υπερέβη την εξουσία του και επομένως ο τελευταίος τρίτος σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 35352/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μόνο κατά τη διάταξη αυτής, περί μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Ν. ή Ν. Σ. ή Σ. του Α. ποινής φυλακίσεως των δεκαοκτώ (18) μηνών σε χρηματική ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 3 Αυγούστου 2010 αίτηση του Ν. ή Ν. Σ. ή Σ. του Α. περί αναιρέσεως της πιο πάνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. 1. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 59 παρ.1 ΚΠΔ ρύθμιση αναβολής δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που η κύρια υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και επί εκδόσεως βουλεύματος. 2. Επί ποινής φυλάκισης μέχρι δύο ετών πρέπει το δικαστήριο να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής (99 ΠΚ) και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του και μετατροπή της ποινής. Αναιρεί εν μέρει.
null
null
1
Αριθμός 309/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις τρεις (3) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. B. S. του P., κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου και 2. X. A. του A., κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια, περί αναιρέσεως της 920/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και αίτηση συμπλήρωσης της ως άνω απόφασης. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται α) στις από 4 Ιουνίου 2010 και 10 Ιουνίου 2010 δύο αιτήσεις αναίρεσης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 10 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους και την από 7 Ιουλίου 2010 αίτηση συμπλήρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, και β) της από 16 Ιουνίου 2010 αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 836/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς να γίνει δεκτή και η αίτηση συμπλήρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) οι από 4.6.2010 (με αριθ. πρωτ. 4460/2010) και 10.6.2010 (με αριθ. πρωτ. 4732/2010) του B. S. του Ρ. μετά του από 9.11.2010 δικογράφου προσθέτων λόγων και 2) η από 16.6.2010 (με αριθ. πρωτ. 4907/2010) του Χ. Α. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 920/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Η δεύτερη αίτηση του αναιρεσείοντος B. S., ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως του ιδίου, είναι παραδεκτή (άρθρο 514 εδάφ. γ' ΚΠοινΔ) ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται. Α) Επί την αιτήσεων και των προσθέτων λόγων του B. S.. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2, 476§1, 509§1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (Ολ ΑΠ 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της πρώτης (από 4.6.2010) αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η ως άνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών γιατί "η προσβαλλομένη στερείται παντελώς οιασδήποτε αιτιολογίας". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο λόγος αυτός είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η1 του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος δίκασαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠοινΔ, τη θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος, τέτοια δε χειροτέρευση της θέσεως του τελευταίου επέρχεται και όταν το Εφετείο του επέβαλε μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που του είχε επιβληθεί με την πρωτόδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 3736/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκύπτει ότι στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, πέραν της χρηματικής ποινής των 300.000 ευρώ, και η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αυτή στερητική της ελευθερίας ποινή του επιβλήθηκε και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της πρώτης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, γιατί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε καταδικασθεί πρωτόδικους σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών, ενώ το Πενταμελές Εφετείο τον καταδίκασε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως, χειροτερεύοντας τη θέση του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 329§1 του ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510§1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου, η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και με το άρθρο 93 §2 του Συντάγματος, αποδεικνύεται μόνον από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 920/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά της, "η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου" (σελ. 1), "το Δικαστήριο αποσύρθηκε στο δωμάτιο το προορισμένο για διάσκεψη και αφού διασκέφτηκε μυστικά, με παρόντα το Γραμματέα, κατήρτισε την απόφαση του και όταν επανήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων, με παρόντες τον Εισαγγελέα, το Γραμματέα και όλους τους παράγοντες της δίκης, ο Πρόεδρος δημοσίευσε, σε δημόσια συνεδρίαση, την απόφασή του" (σελ.25), "δημόσια στο ακροατήριό του" (σελ. 38, 40, 42, 45). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της πρώτης αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "απηγγέλθη κεκλεισμένων των θυρών", δηλαδή όχι σε δημόσια συνεδρίαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 5§1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - ν. 3459/2006), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, πωλεί, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών, κατά την έννοια του νόμου αυτού, περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρο 4§3 πιν. Α' αριθ.5 του Ν 1729/1987 και ήδη άρθρο 1§2 πιν. Α' αριθ. 5 του ως άνω Κώδικα). Ως αγορά ή πώληση των ουσιών αυτών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ίδιου Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του άνω Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον ανωτέρω ενδιαφέροντα χρόνο, ο παραβάτης των άρθρων 5,6 και 7 του νόμου τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά δε το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του και ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της, Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τον αναιρεσείοντα B. S. αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης) κατ’ εξακολούθηση, από δράστη που ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και τον αναιρεσείοντα A. X. απλής συνέργειας στις πράξεις της πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, από δράστη που ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και τους καταδίκασε τον πρώτο σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ και το δεύτερο σε ποινή καθείρξεως δεκαεπτά (17) ετών και χρηματική διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα (B. S.) κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Κατά το τέλος Ιουνίου 2006 περιήλθαν πληροφορίες στην Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της Ελληνικής Αστυνομίας ότι ένας Αλβανός 30 περίπου ετών, που διαμένει στην οδό ... στα ... και κινείται με μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού και με ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο μάρκας Ford και ότι συνεργάζεται με άλλο άτομο Αλβανικής επίσης υπηκοότητας, που κινείται με ένα αυτοκίνητο μάρκας ΜΕRCEDES ασημί χρώματος, διακινεί τους τελευταίους μήνες μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Εντόπισαν τον πρώτο κατηγορούμενο S. B. που διέμενε στο εν λόγω διαμέρισμα και διαπίστωσαν ότι χρησιμοποιούσε και ένα άλλο διαμέρισμα στην οδό ... της ιδίας περιοχής, στο οποίο έμπαινε με πολλές προφυλάξεις και όταν έβγαινε από αυτό συναντούσε διάφορα άτομα στα οποία και έδινε κάτι, χωρίς να γνωρίζουν οι ίδιοι (αστυνομικοί) τι ήταν, με ιδιαίτερες προφυλάξεις. Στις 17.7.2006 και ενώ η παρακολούθηση του ήταν συνεχής, τον είδαν να οδηγεί ένα αυτοκίνητο μάρκας Ford και να πηγαίνει στο Σταθμό Πελοποννήσου, όπου συναντήθηκε με ένα άτομο που οδηγούσε ένα αυτοκίνητο μάρκας Μercedes ασημί, στον οποίο έδωσε μια σακούλα, την οποία ο τελευταίος έβαλε στο πορτ μπαγκάζ της Μercedes. Αμέσως οι αστυνομικοί πήραν εντολή να χωριστούν σε δύο ομάδες, η καθεμία των οποίων θα έλεγχε ένα από τα δύο αυτά άτομα. Οι αστυνομικοί που έλεγξαν τον οδηγό της Μercedes που ήταν ο 2ος κατηγορούμενος βρήκαν στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου τη σακούλα που του είχε δώσει ο 1ος κατηγορούμενος, η οποία περιείχε 25.000 ευρώ ενώ σε σωματική έρευνα που του έγινε βρέθηκαν πάνω του άλλα 2.000 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο. Ο 2ος κατηγορούμενος σε σχετική ερώτηση των αστυνομικών αρνήθηκε ότι είχε κάποια συναλλαγή με τον 1° πριν την έρευνα. Οι αστυνομικοί που ερεύνησαν τον 1° κατηγορούμενο, ο οποίος επίσης αρνήθηκε ότι είχε προηγουμένο3ς κάποια συναλλαγή με τον 2°, βρήκαν πάνω του 275 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο και στη συνέχεια πήγαν στο διαμέρισμα στην οδό ..., όπου βρήκαν τριάντα ανισοβαρείς συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 15.585 γραμμαρίων και ειδικότερα: 13 συσκευασίες των 510 γραμμ. η καθεμία, 12 συσκευασίες των 530 γραμμ. η καθεμία, 4 συσκευασίες των 520 γραμμ. η καθεμία και 1 συσκευασία των 515 γραμμ. καθώς και μια αυτοσχέδια συσκευασία που περιείχε ηρωίνη βάρους 150 γραμμ. Βρέθηκε δηλαδή ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 15.735 γραμμαρίων. Επίσης στο διαμέρισμα αυτό βρέθηκε και μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας "TANGENT", τέσσερα κινητά τηλέφωνα χωρίς κάρτες "SΙΜ" και 1.450 ευρώ. Μετά από αυτά και αφού οι αστυνομικοί τον ρώτησαν τι περιείχε η σακούλα που έδωσε στον 2°, αυτός, αφού παραδέχτηκε ότι του την έδωσε, απάντησε ότι η σακούλα περιείχε χρήματα τα οποία ο ίδιος είχε μαζέψει από ναρκωτικά από άτομα στις περιοχές Κυψέλης και Αμπελοκήπων και του τα έδωσε για να τα μεταφέρει στην Αλβανία και να τα παραδώσει στους Τ. και S. που ήταν οι εγκέφαλοι του κυκλώματος. Αντίθετα ο 2ος κατηγορούμενος σε σχετική ερώτηση για το τι περιείχε η τσάντα και μετά που ανοίχθηκε, τι ήταν αυτά τα χρήματα, ισχυρίστηκε ότι ήταν χρήματα που του χρωστούσε ο 1ος κατηγορούμενος ενώ στη συνέχεια ότι ήταν χρήματα, που τα είχε φέρει από την Αλβανία και τα άφησε στην Ελλάδα φεύγοντας για Ιταλία στον εξάδελφο του Τ. K.. Ότι τα χρήματα αυτά, που ήταν 12.500 ευρώ, του τα έδωσε ο 1ος κατηγορούμενος, μετά από παράκληση του Τ. K. να τα πάρει από δύο άτομα, που του τα χρωστούσαν, και ότι αυτά ήταν στην τσάντα που του έδωσε ο 1ος ενώ στο πορτ μπαγκάζ είχε και μια άλλη τσάντα που περιείχε άλλα 12.500 ευρώ που ο ίδιος είχε φέρει από την Αλβανία. Όπως όμως διαπίστωσαν οι αστυνομικοί κατά την έρευνα του Μercedes στο πορτ μπαγκάζ βρέθηκε μόνο μια σακούλα, αυτή που περιείχε τα 25.000 ευρώ, την οποία και του είχε δώσει αμέσως πριν ο 1ος κατηγορούμενος. Ο τελευταίος (1ος κατηγορούμενος) στη συνέχεια άλλοτε ισχυρίζεται ότι τα χρήματα τα πήρε από άγνωστους κατ' εντολή του S. και άλλοτε κατ' εντολή του Τ. (...), ότι ήταν 12.500 ευρώ, ενώ ήταν 25.000 ευρώ, και ενώ στην αρχή ισχυριζόταν ότι δεν γνώριζε τον 2° κατηγορούμενο, στη συνέχεια δέχεται ότι τον είχε συναντήσει τρεις φορές συνολικά και όχι μια δηλαδή αυτήν που συνελήφθησαν. Ισχυρίζεται επίσης ο 1ος ότι τα ναρκωτικά του τα έδωσε ο S., τον οποίο είχε γνωρίσει στην Αλβανία μέσω του Τ.. Ότι ο τελευταίος, τον οποίο συνάντησε σε νοσοκομείο της Αλβανίας, όπου νοσηλευόταν ο πατέρας του (κατηγορουμένου) του πρότεινε να "ασχοληθεί με ναρκωτικά" για να βγάλει χρήματα και του πρότεινε να του δώσει αμοιβή 17.500 ευρώ για να παραλάβει και να φυλάξει τα ναρκωτικά που θα του έφερνε ο S. στην Αθήνα (βλ. απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), ενώ στο παρόν δικαστήριο ισχυρίζεται ότι τον πήρε τηλέφωνο ο Τ. και του είπε ότι θα του έστελνε τα ναρκωτικά τα οποία πράγματι του παρέδωσε ένα άγνωστο άτομο στην Αθήνα και ότι θα του έδινε αμοιβή 7,500 ευρώ. Ότι δέχτηκε αντί της αμοιβής αυτής να φυλάξει απλά την ηρωίνη, λόγω της "απελπισίας" του αφού χρειαζόταν χρήματα λόγω της επείγουσας ανάγκης να εγχειρισθεί ο πατέρας του που είχε οξύ πρόβλημα στην καρδιά, χρήματα που δεν είχε. Όλοι όμως οι ισχυρισμοί αυτοί, για οικονομική ανέχεια, ανάγκη άμεσης εγχείρησης του πατέρα του και "απελπισίας" του, εκτός του ότι είναι αντιφατικοί, αφού πότε ισχυρίζεται ότι του έστειλε ο Τ. τα ναρκωτικά, πότε ο S., πότε για αμοιβή 17.500 ευρώ πότε για 7,500 ευρώ, πότε ότι τα χρήματα που παρέδωσε στο 2° ήταν από ναρκωτικά, πότε ότι του τα έδωσε κατ' εντολή του S., πότε κατ’ εντολή του Τ., πότε ότι έβλεπε πρώτη φορά τον 2°, πότε ότι τον είχε δει συνολικά τρεις φορές, είναι και αβάσιμοι, αφού αν ήταν αλήθεια ότι ήταν απελπισμένος λόγω της οικονομικής του ανέχειας και της ανάγκης εξεύρεσης χρημάτων για την κατεπείγουσα ανάγκη εγχείρησης του πατέρα του, δεν εξηγεί πώς ο ίδιος κατείχε (είχε αγοράσει) μοτοσικλέτα αξίας 9.000 ευρώ, οδηγούσε νοικιασμένο αυτοκίνητο, ενώ ετοιμαζόταν να πάει διακοπές με την αδελφή του σε νησί των Κυκλάδων. Όπως δε δέχεται και ο ίδιος μέχρι σήμερα ο πατέρας του δεν έχει κάνει εγχείρηση, δηλαδή ούτε υπήρχε επείγουσα ανάγκη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος αγόρασε από τους δύο συμπατριώτες του S. και Τ. την ποσότητα αυτή των ναρκωτικών (15.735 γραμμ. ηρωίνης) και την κατείχε στο σπίτι του με σκοπό την μεταπώληση της σε άλλους διακινητές ή χρήστες της περιοχής Αθηνών αντί αγνώστου στο δικαστήριο τιμήματος. Μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος αποτελεί το ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο, όπως ο ίδιος δέχτηκε αρχικά, αποτελεί τίμημα από πώληση ναρκωτικών, οι δε περαιτέρω ισχυρισμοί του, τόσο για το ύψος όσο και την προέλευση και προορισμό του ποσού αυτού είναι αβάσιμοι, πράγμα που προκύπτει από την αντιφατικότητα τους, όπως ήδη αναφέρθηκε. Άλλωστε, αν είχε την ηρωίνη μόνο προς φύλαξη για λίγες ημέρες, όπως ισχυρίζεται, δεν εξηγείται η κατοχή ζυγαριάς ακριβείας, η μίσθωση και άλλου διαμερίσματος προς φύλαξη της εκτός από αυτό που διέμενε, οι συχνές με πολλή προφύλαξη επισκέψεις του σ" αυτό και οι συναντήσεις του μόλις έβγαινε από αυτό με τρίτα άτομα στα οποία και παρέδιδε "κάτι" όπως έβλεπαν οι αστυνομικοί που τον παρακολουθούσαν, δηλαδή προφανώς ναρκωτικά. Μετά τα παραπάνω πρέπει ο 1ος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αγοράς και κατοχής της ηρωίνης των 17.735 γραμμ. με σκοπό την εμπορία ... Τις πιο πάνω πράξεις τελεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού όπως αναφέρθηκε παραπάνω ο ίδιος είναι μέλος κυκλώματος διακίνησης στην Ελλάδα μεγάλων ποσοτήτων ηρωίνης, ο δε τρόπος δράσης, ήτοι εισαγωγή από τον ίδιο ή τρίτο (δεν αποδείχτηκε πώς) μεγάλων ποσοτήτων ηρωίνης, η είσπραξη του αντιτίμου της πώλησης από αυτόν σε τρίτους και η αποστολή του στους ευρισκομένους στην Αλβανία πωλητές, μέσω του 2ου κατηγορουμένου, που με πρόσχημα τις εμπορικές του δραστηριότητες εισερχόταν πολύ συχνά στην Ελλάδα, η ενοικίαση δύο διαμερισμάτων, η χρήση ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων δείχνει υποδομή ομάδας διακίνησης ναρκωτικών με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο με ροπή προς διάπραξη αδικημάτων περί τα ναρκωτικά". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω αναιρεσείων, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Στην απόφαση εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν και δεν εξαντλείται η αιτιολογία αυτής σε παράθεση διαλόγων μεταξύ των αστυνομικών και των κατηγορουμένων και στους ισχυρισμούς του ενός κατηγορουμένου για τον άλλον, παρά το ότι κάτι τέτοιο δεν θα προσέκρουε σε καμιά νομική διάταξη, β) Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, καταδικάσθηκε για αγορά και κατοχή ηρωίνης μικτού βάρους 15.735 γραμμαρίων, όπως προκύπτει τόσο από το σκεπτικό (σελ. 27 αποφάσεως) όσο και από το διατακτικό. Η παράλειψη της αναγραφής σε άλλο σημείο του σκεπτικού (σελ. 31), όπου αναφέρεται ότι πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος αγοράς και κατοχής ηρωίνης "15.735 γραμμ.", ότι επρόκειτο για "μικτό" βάρος οφείλεται σε φανερή παραδρομή και δεν δημιουργεί καμιά ασάφεια, γ) Το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να αξιολογήσει ειδικώς την αναγνωσθείσα από 24.8.2006 έκθεση ποσοτικού προσδιορισμού της Γ' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση της, η ποσότητα ναρκωτικών που κατασχέθηκε περιείχε ηρωίνη καθαρού βάρους 2.989,65 γραμ., καθόσον δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι και η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη, ο δε αναιρεσείων -κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για αγορά και κατοχή ηρωίνης "μικτού" και όχι "καθαρού" βάρους 15.735 γραμμ. και, επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει απομακρυνθεί, με την κρίση του, από τα συμπεράσματα της εκθέσεως αυτής, δ) Επαρκώς αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε τις ως άνω πράξεις κατ" εξακολούθηση, καθόσον προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έλαβαν χωράν αυτές (Απρίλιος 2006 μέχρι 18.7.2006), δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται ο χρόνος των κατ' ιδίαν αγορών, αντιστοίχως δε και της κατοχής των επί μέρους ποσοτήτων της ηρωίνης, για τις οποίες καταδικάσθηκε αυτός, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής, ε) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αγόρασε την ως άνω ποσότητα ηρωίνης αντί αγνώστου τιμήματος, τουλάχιστον, όμως, αντί τιμήματος 25.000 ευρώ. Το ποσό αυτό παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό του A. X. για να το μεταφέρει αυτός στην Αλβανία. Το αναγραφόμενο στο διατακτικό της αποφάσεως που αφορά τον τελευταίο, ότι το τίμημα προερχόταν από πώληση ηρωίνης, δεν δημιουργεί αντίφαση, καθόσον εννοεί ότι το ποσό των 25.000 ευρώ αντιπροσώπευε το τίμημα, έναντι του οποίου οι φυσικοί αυτουργοί της πωλήσεως πούλησαν την ηρωίνη στον αγοραστή αναιρεσείοντα, οπότε το αυτό ποσό ως προς τον αγοραστή, που το κατέβαλε, αντιπροσωπεύει τίμημα αγοράς, ενώ ως προς τους πωλητές, που συμφωνήθηκε να το εισπράξουν, αποτελεί τίμημα πωλήσεως της αυτής ποσότητας ηρωίνης, στ) Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ αριθ. 3736/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, είχε κριθεί πρωτοδίκως ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε αγοράσει την ως άνω ποσότητα ηρωίνης από τους Τ. Κ., S. και από τον συγκατηγορούμενό του Α. X., που ενεργούσαν από κοινού. Κατά τις παραδοχές, όμως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο τελευταίος κρίθηκε απλούς συνεργός στην πώληση, χωρίς, από φανερή παραδρομή, να διαγραφεί από το διατακτικό η φράση ότι και ο Α. X. "ενεργούσε από κοινού" - με τους πωλητές. Έτσι, δεν γεννάται καμιά ασάφεια ως προς το τι ακριβώς δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο. Και ζ) αιτιολογείται και η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητας, με τις παραδοχές ότι ο ως άνω αναιρεσείων -κατηγορούμενος είναι μέλος κυκλώματος διακινήσεως στην Ελλάδα μεγάλων ποσοτήτθ3ν ηρωίνης, απέστελλε στους ευρισκομένους στην Αλβανία πωλητές το τίμημα, μέσω του συγκατηγορουμένου του, είχε μισθώσει δύο διαμερίσματα και αυτοκίνητα και είχε ροπή προς διάπραξη αδικημάτων περί τα ναρκωτικά. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της δεύτερης αιτήσεως του ανωτέρω, καθώς και οι δεύτερος, τρίτος τέταρτος, πέμπτος, έκτος και όγδοος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 10.11.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και γενικότερα ως προς την κατηγορία και για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με αριθ. 18 έγγραφο και προσδιοριζόμενο ως "πέντε (5) σελίδες χειρόγραφο σημείωμα". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και της αριθμήσεώς του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του εγγράφου αυτού, αφού με την ανάγνωση του κατέστη γνωστό κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα Β. S., οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Πενταμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του ιδίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, ο αυτός ως άνω αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου Για τη θεμελίωσή του επικαλέστηκε ότι: "...μέχρι την τέλεση της εγκληματικής πράξης,..., διήγε απολύτους έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο. Πιο συγκεκριμένα ... μικρό παιδί ήρθε στην Ελλάδα μαζί με την μητέρα του, με την οποία έζησε μέχρι το έτος 1998. Έχει πάει σχολείο, αλλά και φαντάρος, και από το έτος 1998 μέχρι την ημέρα της σύλληψης του (17-7-2006) εργαζόταν συνεχώς τηρώντας όλες τις προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες, εξασφαλίζοντας έτσι σταθερό μηνιαίο εισόδημα.... το έτος 2001 έλαβε Αριθμό Φορολογικού Μητρώου από τη ΔΟΥ Σκάλας Λακωνίας, ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ Σπάρτης και ... είχε Άδεια Εργασίας και Άδεια Διαμονής.... μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2006 εργαζόταν στη Λακωνία, πρώτα στο τυροκομείο του Γ. Κ. και στη συνέχεια στην επιχείρηση "Κ. Β. και Σια Ο.Ε. - Παγοποιεία - Ψυγεία". Όλο αυτό το χρονικό διάστημα έχει διατηρήσει άριστες σχέσεις όχι μόνο με τη μητέρα του, αλλά και με την αδελφή του, που ζει στη Γερμανία, και με τον πατέρα του, που ζει στην Αλβανία. Άλλωστε την εγκληματική πράξη, για την οποία δικάζεται, την τέλεσε προσπαθώντας να βοηθήσει τον πατέρα του, που είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, προκειμένου να υποβληθεί στο εξωτερικό σε εγχείρηση "ανοικτής καρδιάς" ... έχει λευκό ποινικό μητρώο, ... δεν είναι προσεσημασμένος, ενώ ... ουδέποτε έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε άλλη εγκληματική πράξη. Δηλαδή στην κρινόμενη υπόθεση συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία για την αναγνώριση σε αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου έντιμου βίου, καθόσον σε όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα διήγε, όχι μόνον με παθητική αλλά και με ενεργητική συμπεριφορά, απολύτως έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο. Με άλλες λέξεις, μέχρι τον χρόνο τέλεσης της εγκληματικής πράξης που ομολόγησε είχε επιδείξει για μεγάλο χρονικό διάστημα την προσήκουσα συμπεριφορά σε όλους τους τομείς δράσης, σε πλήρη συμμόρφωση προς τις κοινώς παραδεδεγμένες περί ηθικής αντιλήψεις και συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας και με εκούσια προσαρμογή στους ισχύοντες κανόνες ειρηνικής κοινωνικής συμβίωσης ...". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "το αίτημα του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 α ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, αφού η όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει για τη διακίνηση των ναρκωτικών και οι μεγάλες ποσότητες ηρωίνης που κατείχε και διέθετε σε τρίτους αποδεικνύει βάσιμα την επανειλημμένη ενασχόληση του με τα ναρκωτικά και πριν από τις δικαζόμενες πράξεις του", αλλά και με τις ως άνω παραδοχές ως προς την αβασιμότητα του ισχυρισμού του περί οικονομικής ανέχειας και περί επείγουσας ανάγκης να υποβληθεί σε εγχείρηση ο πατέρας του. Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, δια των ανωτέρω, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η ψυχοδυναμική της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, όπως αποτυπώνεται στην όλη συγκεκριμένη εγκληματική του δραστηριότητα, αποκλείει, ως εκ της βαρύτητας των πράξεων του και του τρόπου της δράσεώς του, ότι αυτός έζησε μέχρι την τέλεση τους έντιμο βίο και ότι εξετράπη έκτοτε σε εγκληματικές ενέργειες. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεο3ς και έβδομος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους οι κρινόμενες αιτήσεις του ως άνω αναιρεσείοντος μετά των προσθέτων αυτών λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Β) Επί της αιτήσεως του X. A. Κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που ο άλλος διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση της τελέσεως από αυτόν ορισμένης άδικης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Υπό την έννοια αυτή, είναι δυνατή η παροχή τέτοιας συνδρομής στον αυτουργό της πωλήσεως ή κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Απλή, όμως, συνέργεια στην κατοχή δεν αποτελεί η παραλαβή του τιμήματος από τον αγοραστή των ναρκωτικών με σκοπό την παράδοσή του στους πωλητές, έστω και αν αυτή γίνεται κατά την τέλεση της πράξεως της πωλήσεως. Αυτή η συνδρομή δυνατόν να συνιστά, κατά τις περιστάσεις, απλή συνέργεια σε αγορά ή σε πώληση ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε ως ψυχική συνδρομή σε κατοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανέλεγκτος, πέραν των ανωτέρω εκτιθεμένων, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα (X. A.), κατά λέξη, τα εξής: "Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος Α. X. δεν ήταν ο ίδιος πωλητής της ηρωίνης προς τον 1ο, πράξη που, όπως αναφέρθηκε, διέπραξαν από κοινού οι Τ. και S., είχε όμως συμμετοχή τόσο στην πράξη αυτή όσο και στην κατοχή της ηρωίνης ως συνεργός. Ειδικότερα επισκεπτόταν πολύ συχνά την Ελλάδα και σε συνεννόηση τόσο με τους S. και Τονi όσο και με τον 1ο κατηγορούμενο, συναντιόταν με τον τελευταίο σε διάφορα μέρη της Αθήνας και έπαιρνε από αυτόν τα χρήματα που είχε εισπράξει από την πώληση της ηρωίνης τα οποία μετέφερε στην Αλβανία και τα παρέδιδε στους αναφερθέντες πωλητές για την εξόφληση του τιμήματος. Το ότι ο ίδιος επισκεπτόταν συχνά την Ελλάδα για δουλειές (αγοραπωλησίες αυτοκινήτων, μαρμάρων κ.λπ.) όχι μόνο δεν αναιρεί την δραστηριότητα του αυτή, αλλά διευκόλυνε περισσότερο τις κινήσεις του χωρίς να κινεί τις υποψίες των αρχών. Την ιδιότητα ως εισπράκτορα του κυκλώματος και μεταφοράς των χρημάτων στην Αλβανία αποδεικνύει όχι μόνο η παραλαβή των 25.000 ευρώ από τον 1ο κατά την ημέρα που συνελήφθη, αλλά και η όλη συμπεριφορά του και οι ισχυρισμοί του. Ειδικότερα ανέφερε στους αστυνομικούς, όπως άλλωστε και ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι δεν γνωρίζονταν, ενώ είχαν συναντηθεί τρεις τουλάχιστον φορές προηγουμένως, ότι ο 1ος δεν του παρέδωσε τίποτα ενώ τον είδαν οι αστυνομικοί να του δίδει την σακούλα, ότι η σακούλα περιείχε 12.500 ευρώ τα οποία είχε αφήσει στον Τ. και στη συνέχεια τα πήρε ο 1ος από δύο άγνωστα άτομα στα οποία τα είχε δώσει ο Τ. ενώ η πραγματικότητα ήταν αυτή που ανέφερε αρχικά ο 1ος ότι ήταν χρήματα από ναρκωτικά και ήταν 25.000 ευρώ, ότι εκτός από τη μία σακούλα που περιείχε το ποσό αυτό δεν βρέθηκε άλλη κατά την έρευνα, που σημαίνει ότι όλο το ποσό των 25.000 του το έδωσε ο 1ος. Με την δραστηριότητά του αυτή ο 2ος κατηγορούμενος διευκόλυνε τους δράστες ήτοι τόσο τους πωλητές της ηρωίνης όσο και τον αγοραστή 1° κατηγορούμενο τόσο στην αγοραπωλησία της ηρωίνης όσο και στην κατοχή της αφού εκ των προτέρων είχαν εξασφαλίσει, όπως πίστευαν, την ασφαλή μεταφορά των χρημάτων από την πώληση των ναρκωτικών από την Αθήνα στην Αλβανία. Η πράξη του αυτή, που αναφέρεται όχι μόνο στον χρόνο μετά την πώληση της ηρωίνης από τον 1° κατηγορούμενο και την παράδοση του τιμήματος προς μεταφορά, αλλά και στον προηγούμενο, ήτοι τόσο κατά το χρόνο της πώλησης από τους S. και Τ. προς τον 1ο αλλά και κατά τον χρόνο της κατοχής από αυτόν (ήτοι μέχρι τη σύλληψή του) αφού η προσφορά των υπηρεσιών του εισπράκτορα και μεταφορέα των χρημάτων διευκόλυνε τους δράστες τόσο της πώλησης όσο και της κατοχής των ναρκωτικών, αφού τους απάλλασσε από ένα σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς τους και μείωνε έτσι τον κίνδυνο αποκάλυψής τους. Συνεπώς κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της πώλησης (προς τον 1°) και της κατοχής ηρωίνης να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην πώληση ναρκωτικών και στην κατοχή τους από τον 1° (άρθρο 47 §1 ΠΚ). Και μάλιστα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού ο τρόπος δράσης του, όπως ήδη αναφέρθηκε, δείχνει άτομο με σταθερή ροπή προς διάπραξη τέτοιων πράξεων και μάλιστα προς πορισμό εισοδήματος από αυτές". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την πράξη της απλής συνέργειας στην πώληση της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος αυτού, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ότι τέλεσε την πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1§2 ΠΙΝ. Α αριθ. 5, 20§§1 περ. β, 23 εδ. α του ν. 3459/2006 και 47§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α. Παρατίθεται στην απόφαση σε τι συνίσταται η απλή συνέργεια του αναιρεσείοντος A. X. στην πώληση από τους Τ. Κ. και S. προς το συγκατηγορούμενό του B. S. ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ότι αυτός είχε προσυνεννοηθεί τόσο με τους πωλητές όσο και με τον αγοραστή να παραλαμβάνει από τον τελευταίο το τίμημα πωλήσεως της ηρωίνης, που είχε συμφωνηθεί και με την καταβολή του οποίου συντελείτο κάθε επί μέρους πώληση, η οποία λάμβανε χωράν στην Αθήνα, και να το μεταφέρει στην Αλβανία, όπου το παρέδιδε στους πωλητές, οι οποίοι, με τον τρόπο αυτό, διευκολύνονταν στις δραστηριότητές τους, αφού μειωνόταν ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν, έχοντας στα χέρια τους το τίμημα από την πώληση των ναρκωτικών. Και β. με τη σαφή παραδοχή ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παρέσχε στους πωλητές της ηρωίνης απλή συνδρομή, κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με δύο τουλάχιστον αυτοτελείς πράξεις, εισπράττοντας, για λογαριασμό τους, από τον αγοραστή συγκατηγορούμενό του, χρηματικά ποσά, ανερχόμενα τουλάχιστον στο συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ, εμπεριέχεται στην απόφαση το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως για την απλή συνέργεια στην πώληση, εμμέσως δε και εκείνο του πορισμού εισοδήματος, η διαπίστωση των οποίων επαρκώς αιτιολογεί την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως, όπως έγινε δεκτή από την απόφαση, αλλά και την κατά συνήθεια τέλεση τούτων, αφού δέχεται το Εφετείο ότι αποδείχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και τον τρόπο δράσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος συμμετείχε στο κύκλωμα της διακινήσεως μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, όπως έγινε δεκτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και για τον συγκατηγορούμενό του, προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς τη διάπραξη τέτοιων πράξεων. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του όχι μόνο στις καταθέσεις και την απολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μάρτυρα αστυνομικού και λοιπών μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αξιολογήσει κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο ακριβής προσδιορισμός του τιμήματος που επιτεύχθηκε από κάθε μερικότερη πώληση ηρωίνης, αρκεί η παραδοχή ότι το ποσό των 25.000 ευρώ που παρέλαβε ο αναιρεσείων από το συγκατηγορούμενά του B. S. προερχόταν από πώληση ηρωίνης, γ) Με την παραδοχή ότι οι διάφοροι ισχυρισμοί, που είχαν προβάλει οι κατηγορούμενοι σχετικά με το ως άνω ποσό, ήταν αβάσιμοι και αντιφατικοί αιτιολογείται επαρκώς το γεγονός ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την προέλευση αυτού, δ) Αιτιολογείται, όπως αναφέρθηκε, επαρκώς ο τρόπος συμμετοχής του αναιρεσείοντος στην πώληση από τους Τ. και S. προς τον συγκατηγορούμενό του ναρκωτικών ουσιών. Όπως δε αναφέρθηκε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η συνέργεια έγκειτο όχι στη μεταφορά των χρημάτων στην Αλβανία, η οποία, βεβαίως, επακολουθούσε της πωλήσεως, αλλά στη συμφωνία με τον αγοραστή και με τους πωλητές των ναρκωτικών για την παραλαβή και μεταφορά των χρημάτων, η οποία προηγείτο της πωλήσεως, και στην παραλαβή του τιμήματος, η οποία γινόταν "κατά" την πώληση, ε) Αιτιολογείται, κατά τα ανωτέρω, η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της πράξεως της απλής συνέργειας στην πώληση ναρκωτικών "κατ' επάγγελμα" και "κατά συνήθεια" (τέλεση κατ' εξακολούθηση, συμμετοχή σε κύκλωμα διακινήσεως ναρκωτικών, τρόπος δράσεώς του). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατηγορία γενικά, τον τρόπο συμμετοχής του αναιρεσείοντος στην πώληση της ηρωίνης και τις επιβαρυντικές περιστάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όσον αφορά, όμως, την πράξη της απλής συνέργειας στην κατοχή από μέρους των T. K. και S. της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 47§1 του ΠΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, ότι, δηλαδή, αυτός εισέπραττε από το συγκατηγορούμενό του το τίμημα, που είχαν συμφωνήσει αγοραστής και πωλητές για την πώληση από τους τελευταίους στον πρώτο των ναρκωτικών ουσιών, και το μετέφερε στην Αλβανία, όπου το παρέδιδε στους πωλητές, δεν στοιχειοθετούν συνδρομή στην κατοχή ναρκωτικών ουσιών, αλλά προσιδιάζουν σε απλή συνέργεια μόνο στην πώληση, για την οποία, επίσης, κατά τα ανωτέρω, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 47§1 του ΠΚ, όσον αφορά την απλή συνέργεια στην κατοχή, είναι βάσιμος. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αυτός ως άνω αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84§ α και ε ΠΚ. Για τη θεμελίωση του πρώτου, επικαλέστηκε ότι: "δεν απασχόλησε ποτέ, τόσο εδώ στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία τις Δικαστικές ή Αστυνομικές Αρχές, και έχει και λευκό ποινικό μητρώο, ενώ έχει άριστη οικογένεια και ασκεί το επάγγελμα του εμπόρου και ειδικότερα εισάγει από την Ελλάδα στην Αλβανία διάφορα ελληνικά προϊόντα όπως και οικοδομικά υλικά". Για δε τη θεμελίωση του δευτέρου, ότι "κρατείται στη Φυλακή επί 4 χρόνια, και όμως η διαγωγή του υπήρξε από κάθε πλευρά άψογη και δεν δημιούργησε ποτέ οποιοδήποτε πρόβλημα". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό για την αναγνώριση του πρώτου ελαφρυντικού με την αιτιολογία ότι: "Το αίτημα του 2ου κατηγορουμένου για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 α πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε και για τον 1° κατηγορούμενο, η συμμετοχή του στο κύκλωμα αυτό της διακίνησης πολύ μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών και ο τρόπος δράσης του δείχνει επαγγελματική ενασχόληση με παρόμοιες υποθέσεις και στο παρελθόν". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε και για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο αυτόν, δια των ανωτέρω, εμμέσως πλην σαφούς, ότι η ψυχοδυναμική της προσωπικότητας του, όπως αποτυπώνεται στην όλη συγκεκριμένη εγκληματική του δραστηριότητα, αποκλείει, ως εκ της βαρύτητας των πράξεων του και του τρόπου της δράσεώς του, ότι αυτός έζησε μέχρι την τέλεση τους έντιμο βίο και ότι εξετράπη έκτοτε σε εγκληματικές ενέργειες. Ο αυτοτελής, όμως, ισχυρισμός για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της περ. ε σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη επί των αιτήσεων του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν ήταν νόμιμος, γιατί η καλή συμπεριφορά πρέπει να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου και όχι κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή, και το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική γι" αυτόν κρίση του. Παρά ταύτα, περιέλαβε, πλεοναστικώς, και για την απόρριψη αυτού ειδική αιτιολογία και συγκεκριμένα ότι "τυχόν καλή διαγωγή του από τη σύλληψή του μέχρι σήμερα, χρόνο κατά τον οποίο ήταν κρατούμενος στις φυλακές, δεν συνιστά την κατά το άρθρο 84§2 ε του ΠΚ καλή συμπεριφορά, αφού οφείλεται στον πειθαρχικό καταναγκασμό που ισχύει στις φυλακές και όχι στην ελεύθερη βούλησή του". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση των ως άνω ελαφρυντικών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον άνω αναιρεσείοντα, και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την πράξη της απλής συνέργειας σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών, αναγκαίος δε και ως προς τη διάταξή της που αφορά την ποινή που του επιβλήθηκε, αφού αυτή ήταν ενιαία για απλή συνέργεια σε πώληση και κατοχή της αυτής ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ, 1 εδ. α ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 Ν. 3160/2003, κατά την οποία "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο", αθώος για την πράξη αυτή και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από Δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της ποινής ως προς την πράξη της απλής συνέργειας σε πώληση ναρκωτικών ουσιών, και να απορριφθεί η αναίρεση, κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη. Γ) Επί της αιτήσεως του άρθρου 145 ΚποινΔ Κατά το άρθρο 145§§1 και 2 του ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και, στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται για το ένδικο μέσο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωση της, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι και επί ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, συντρεχόντων των νόμιμων προς τούτο όρων, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν, η από 7.7.2010 (με χρονολογία καταθέσεως 9.7.2010), αίτηση του αναιρεσείοντος B. S., με την οποία ζητείται η συμπλήρωση της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 920/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς δεν αναφέρεται στο σκεπτικό και το διατακτικό αυτής το όνομα του ιδιοκτήμονος, στον οποίο διατάχθηκε η απόδοση της υπ' αριθ. κυκλ. ... μοτοσικλέτας, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του οποίου συζητούνται οι κατά της ως άνω αποφάσεως ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως του ιδίου αιτούντος, μετά των οποίων και μετά της αιτήσεως του αναιρεσείοντος X. A. πρέπει να συνεκδικασθεί και να εξετασθεί περαιτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ αριθ. 920/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, με την από 18.7.2006 έκθεση κατασχέσεως δίκυκλης μοτοσικλέτας του Υ/Α της ΔΑΑ/ΥΔΝ Γ. Β. κατασχέθηκε η υπ' αριθ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα μάρκας SUZUKI, τύπου GSXR-1000cc, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B. S. του Ρ. και της Κ.. Όμως, ενώ, με την απόφαση αυτή, διατάχθηκε η απόδοση της μοτοσικλέτας στον ιδιοκτήμονα, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, από φανερή παραδρομή, δεν προσδιορίζεται το όνομα αυτού. Επομένως, ενόψει του ότι η απόδοση των κατασχεμένων, κατ' άρθρο 373 σε συνδυασμό με 310§2 του ΚΠοινΔ, διατάσσεται να γίνει σε ορισμένο πρόσωπο και όχι αορίστως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να συμπληρωθεί κατά την παράλειψη αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 4.6.2010 (με αριθ. πρωτ. 4460/2010) και 10.6.2010 (με αριθ. πρωτ. 4732/2010) αιτήσεις του B. S. του P. μετά του από 9/10.11.2010 δικογράφου προσθέτων λόγων αυτών, για αναίρεση της υπ' αριθ. 920/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 16.6.2010 (με αριθ. πρωτ. 4907/2010) αίτηση του X. A. του Α., για αναίρεση της αυτής αποφάσεως, ως προς την καταδικαστική της διάταξη για απλή συνέργεια σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής σ' αυτόν, απορρίπτει δε αυτήν, κατά τα λοιπά. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω αναιρεσείοντα ΑΘΩΟ του ότι: Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2006 μέχρι τις 18 Απριλίου 2006, κατά την τέλεση της πράξεως της κατοχής από τους Τ. Κ. και S. της ηρωίνης, ποσότητας 15.735 γραμμ., την οποία τους είχε πουλήσει ο συγκατηγορούμενός του B. S., παρέσχε σ' αυτούς απλή συνδρομή και ειδικότερα από πρόθεση συμφώνησε με αυτούς να μεταφέρει ό,τι χρήματα θα εισέπρατταν από τον ανωτέρω από την πώληση της ηρωίνης στην Αθήνα στην Αλβανία και να τους τα παραδίδει και, προς τούτο, επισκεπτόταν την Αθήνα, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως εμπόρου αυτοκινήτων ή μαρμάρων ώστε να κινείται με ασφάλεια χωρίς να κινεί υποψίες, όπως έπραξε και στις 18.7.2006 που παρέλαβε από τον συγκατηγορούμενό του B. S. 25.000 ευρώ, που προέρχονταν από την πώληση ηρωίνης, για να τα μεταφέρει στην Αλβανία και να τα παραδώσει στους S. και Τ. Κ., με την πράξη του δε αυτή διευκόλυνε τον Β. S. στην κατοχή της ηρωίνης, αφού έτσι οι πωλητές είχαν εξασφαλίσει την ασφαλή μεταφορά των εισπράξεων από την πώληση των ναρκωτικών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινής στον ως άνω αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την απλή συνέργεια σε πώληση ναρκωτικών ουσιών, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 7.7.2010 (με χρονολογία καταθέσεως 9.7.2010), αίτηση του αναιρεσείοντος B. S. για συμπλήρωση της υπ' αριθ. 920/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ την υπ αριθ. 920/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, (ως προς το όνομα του ιδιοκτήμονος, στον οποίο διατάχθηκε η απόδοση της κατασχεμένης μοτοσικλέτας που αναφέρεται στο σκεπτικό και ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοσή της στον B. S. του Ρ. και της Κ.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση αιτήσεων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του ενός αναιρεσείοντος για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και του άλλου για απλή συνεργεία σε πώληση κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Όχι υποχρέωση αξιολογήσεως εκθέσεως ποσοτικού προσδιορισμού ναρκωτικών. Απόρριψη λόγων για χειροτέρευση θέσεως λόγω επιβολής μεγαλύτερης ποινής και για απαγγελία της αποφάσεως κεκλεισμένων των θυρών. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου που αναγνώσθηκε. Απόρριψη αιτήσεως αγοραστή. Εσφαλμένη εφαρμογή αρθρ. 47§1 ΠΚ ως προς απλή συνεργεία σε κατοχή, την οποία δεν συνιστά η παραλαβή του τιμήματος από τον αγοραστή με σκοπό την παράδοσή του στους πωλητές. Αναίρεση, κατά τούτο, αθώωση ως προς την απλή συνεργεία σε κατοχή και παραπομπή για νέα επιμέτρηση της ποινής ως προς απλή συνεργεία σε πώληση ναρκωτικών. Συμπλήρωση προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το όνομα του ιδιοκτήμονος, στον οποίο έπρεπε να αποδοθεί μοτοσικλέτα που είχε κατασχεθεί και της οποίας διατάχθηκε η απόδοση.
null
null
1
Αριθμός 308/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με κατηγορούμενη την Ε. Κ. του Θ., κάτοικο … και εγκαλούμενο τον Π. Σ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ. 56030/12-10-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1331/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου, με αριθμό 413/8-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες, κατόπιν του υπ' αριθμ. 56030/2010 εγγράφου του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, τη συνημμένη κατά του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Π. Σ., ποινική δικογραφία, για Κανονισμό, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 136 περιπτ. ε' και 137 παρ. ιγ' ΚΠΔ, αρμοδιότητος κατά παραπομπή, εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περίπτωση ε' του Κ.Π.Δ., όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τ' άρθρα 122 -125 του Κ.Π.Δ., Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει, όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και της προδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. ΕΓ 106-08/137/7Δ'/2010 Διάταξή του, απέρριψε την από 29-10-2008 έγκληση της Ε. Κ. του Θ. και τη συμπληρωματική αυτής από 16-4-2010 ένορκη μαρτυρική κατάθεσή της, κατά το μέρος που αυτές εστρέφοντο κατά του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Π. Σ., ως διαπράξαντος παράβαση καθήκοντος. Κατά της διατάξεως αυτής, η εγκαλούσα άσκησε την υπ' αριθμ. 553/27-9-2010 προσφυγή, ενώπιον του Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Για την εξέταση αυτής αρμόδιος κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ είναι ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών. Στην ομώνυμη, όμως, Εισαγγελία, υπηρετεί ο άνω μηνυόμενος Αντισαγγελεύς Εφετών. Επομένως, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 132, 134, 135, 136 περίπτ. ε' Κ.Π.Δ., πρέπει να υπάρξει κανονισμός αρμοδιότητος και να οριστεί ως αρμόδιος να αποφανθεί επί της προμνησθείσης προσφυγής, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω Προτείνομεν Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι: α) Ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, δια να αποφανθεί επί της υπ'αριθμ. 553/27-9-2010 προσφυγής της Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ 106-08/137/7Δ/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, Και β) Οι Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας , αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα , ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι η Ε. Κ. του Θ., κάτοικος …, υπέβαλε, πλην των άλλων, και κατά του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Π. Σ., την από 29/10/2008 έγκληση. Την ως άνω έγκληση και την συμπληρωματική αυτής από 16/4/2010 ένορκη μαρτυρική της κατάθεση, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. ΕΓ 106-08/137/7Δ/2010 διάταξή του. Κατά της διατάξεως αυτής η εγκαλούσα άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ.553/27-9-2010 προσφυγή της στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το υπ' αριθμ. 56030/12-10-2010 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την παραπάνω προσφυγή της εγκαλούσας, διότι ο εγκαλούμενος Αντεισαγγελέας Εφετών υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 12-10-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 132, 135, 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 553/27/9/2010 προσφυγής της Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΕΓ 106-08/137/7Δ/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 29/10/2008 έγκλησή της και η συμπληρωματική αυτής από 164/2010 ένορκη μαρτυρική κατάθεσή της, κατά του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Π. Σ., και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας επί προσφυγής κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απέρριψε την έγκληση στρεφομένη κατά εισαγγελικού λειτουργού. Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 307/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Δ.Α. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 176/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ασημάκη Ασημακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1409/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Συνίσταται δε αυτή στο ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, είχε προβάλει παραδεκτώς και αναπτύξει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, των πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, είχε προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι οι κατασκευές είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2000 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2001, και ως εκ τούτου, από της τελέσεως των πράξεων μέχρι της επιδόσεως σ' αυτόν του κλητήριου θεσπίσματος, την 3 Μαρτίου 2007, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα έγγραφα που διαβάστηκαν, και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινες πράξεις της καταπάτησης δημοσίου κτήματος της μεταβολής αιγιαλού και της κατασκευής αυθαιρέτου κτισμάτων και ειδικότερα ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος την 4-3-2003 στη θέση "..." Μυκόνου με πρόθεση και αυτογνωμόνως, κατέλαβε δημόσιο κτήμα, ευρισκόμενο αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, ενώ, γνώριζε ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα προέβη στην κατασκευή: α) πλακόστρωτου διαδρόμου εμβαδού 7.80 τ.μ, β) δυο (2) παρτεριών, εμβαδού 1.60 και 2,40 τ.μ αντίστοιχα και γ) σκαλοπατιών πλακοστρωμένων επιφάνειας 26 τ.μ. Ακόμη, την 4-3-2003 στη θέση "..." Μυκόνου, χωρίς άδεια επέφερε με πρόθεση μεταβολή στον αιγιαλό, με την κατασκευή έργου και συγκεκριμένα προέβη στην κατασκευή: α) πλακόστρωτου διαδρόμου εμβαδού 7.80 Μ2, β) δυο (2) παρτεριών, εμβαδού 1,60 και 2,40 τμ αντίστοιχα και γ) σκαλοπατιών πλακοστρωμένων, επιφάνειας 26 τ.μ. Τέλος, κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-2003 έως την 12-6-2003, στη θέση "..." Μυκόνου, με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, προέβη στην κατασκευή αυθαιρέτων κτισμάτων σε διασπορά εντός της υποχρεωτικής αποστάσεως των 15 μέτρων από τα όρια, στην κατασκευή ισογείου χώρου κάτω από το νόμιμο περίγραμμα του κτιρίου, στην κατασκευή πισίνας και σε περιμάνδρωση πλησίον της αυλής, χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από τις εξηγήσεις του κατηγορουμένου, συνιστούν δε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που κατηγορείται και επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από την τέλεση των πράξεων. Ωστόσο, το δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να αναγνωρισθούν σ' αυτόν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρ. 84 παρ.2α' και 2β' του Π.Κ, δεδομένου ότι: α) πριν την τέλεση των ποιο πάνω πράξεων ζούσε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και β) ωθήθηκε στην τέλεση των ανωτέρω πράξεων από αίτια μη ταπεινά. Συνεπώς, πρέπει να του επιβληθούν μειωμένες ποινές, κατ' άρθρο 83 Π.Κ". Στη συνέχεια το δικαστήριο που την εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο των πράξεων: α) της καταπάτησης δημόσιου κτήματος (άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 1539/1938, όπως αντ. με το άρθρο 1 παρ.2 του Α. Ν 263/1968, β) της μεταβολής αιγιαλού (άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 2971/2001 και γ) κατασκευής αυθαίρετου κτίσματος (άρθρο 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983), και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, σε σχέση με τον προβαλλόμενο αυτοτελή ισχυρισμό για εξάλειψη του αξιόποινου των πράξεων, λόγω παραγραφής, διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ο σχετικός περί τούτου λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τι παραπάνω παραδοχές της αποφάσεως, χρόνος τελέσεως των πράξεων, είναι το χρονικό διάστημα από 3-3-2003 έως 12-6-2003, από δε του χρόνου αυτού και μέχρι την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο (3-3-2007), δεν παρήλθε ο χρόνος παραγραφής του αξιόποινου των πράξεων, δεδομένου ότι δεν παρήλθε ο χρόνος των πέντε (5) ετών από την τέλεσή τους. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το αιτιολογικό της αποφάσεως αποτελεί απλή και μάλιστα συνοπτική αντιγραφή του διατακτικού της, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται. Άλλωστε, δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η επανάληψη στο αιτιολογικό του διατακτικού, όταν το τελευταίο είναι διατυπωμένο τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 22/2008). Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983, δηλαδή της κατασκευής κτισμάτων, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας (και συγκεκριμένα: α) πλακόστρωτου διαδρόμου εμβαδού 7.80 Μ2, β) δυο(2) παρτεριών, εμβαδού 1.60 τμ και 2,40 τμ αντίστοιχα και γ) σκαλοπατιών πλακοστρωμένων, επιφάνειας 26 τμ, το δικαστήριο διέλαβε στη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 1, 14, 26 παρ,1, 27 παρ.1 εδ. α του Π.Κ και άρθρου 17 παρ.8 του Ν. 1337/1983. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή, ότι ο κατηγορούμενος στο χρονικό διάστημα από 4-3-2003 έως 12-6-2003, προέβη στην κατασκευή των ως άνω κτισμάτων, χωρίς να έχει εφοδιασθεί προηγουμένως, με την απαιτούμενη για τη συγκεκριμένη περίπτωση άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.1 εδ. α του άρθρου 29 του Ν. 2971/2001, αντίστοιχη της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 24 παρ.2α του ΑΝ 2344/1940, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ΑΝ 263/1968), ορίζεται ότι: όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία τη θάλασσα οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτό επήλθε ζημία σε οποιοδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους "Αιγιαλός", δε κατά τη διάταξη της παρ.1 του 1 του ίδιου νόμου, είναι "η ζώνη της ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Περαιτέρω, ο καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού γίνεται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου Επιτροπή, η οποία σε επίπεδο νομού συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών από α) τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας, ως Πρόεδρο, β) ..., γ) ... . Σημειώνεται, ότι η·ιδιότητα του αιγιαλού δεν δημιουργείται με βάση την έκθεση της Επιτροπής, αλλά αυτή υπάρχει με βάση τα φυσικά δεδομένα, δηλαδή, από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων και το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον δεν υπάρχει καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, μπορεί να καθορίσει τα όρια του, παρεμπιπτόντως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 2417/2003). Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, όσον αφορά τις λοιπές πράξεις για τις οποίες αυτός κηρύχθηκε ένοχος, ήτοι της καταπάτησης δημόσιου κτήματος και της μεταβολής αιγιαλού, το δικαστήριο με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν διέλαβε στην απόφαση του, την από τις άνω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά αντίθετα είναι ελλιπής και ασαφής. Τούτο γιατί, δεν αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προέκυψε η ιδιότητα του συγκεκριμένου χώρου, επί του οποίου ο κατηγορούμενος προέβη στις αυθαίρετες κατασκευές, ως αιγιαλού, και συγκεκριμένα δεν αιτιολογείται κατά ποιο τρόπο και σε ποιο συγκεκριμένο σημείο είχε καθοριστεί η οριογραμμή του αιγιαλού, με απόφαση της αρμόδιας προς τούτο Επιτροπής ή καθορίστηκε από το δικαστήριο, με βάση τις μέγιστες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων. Επίσης, δεν αναφέρονται στην απόφαση τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα του χώρου όπου έγινε η μεταβολή, ως αιγιαλού, ούτε και ποια μεταβολή επήλθε σ' αυτόν, εξαιτίας των παραπάνω αυθαίρετων κατασκευών. Μόνη δε η αναφορά στην αιτιολογία της αποφάσεως, ότι οι συγκεκριμένες κατασκευές έγιναν εντός του αιγιαλού, δεν μπορεί να αναπληρώσει την έλλειψη αυτή. Η έλλειψη δε αυτή στην απόφαση, ήτοι του μη καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, και εντεύθεν του μη προσδιορισμού εάν επήλθε ή όχι μεταβολή του αιγιαλού, οπωσδήποτε συνέχεται και με την ετέρα πράξη της καταπατήσεως δημόσιου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του δημοσίου, αφού, είναι ενδεχόμενο, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό, ότι οι αυθαίρετες κατασκευές έγιναν εκτός οριογραμμής του αιγιαλού, η επίμαχη έκταση επί της οποίας κατασκευάσθηκαν τα πιο πάνω κτίσματα, να μην ευρίσκεται αναμφισβήτητα υπό την κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, κατά το μέρος αυτό, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις: α) της καταπάτησης δημοσίου κτήματος και β) της μεταβολής αιγιαλού, καθώς και ως προς τις επιβληθείσες σ' αυτόν επί μέρους ποινές για τις πράξεις αυτές, αλλά και ως προς τη συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 176/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου και ειδικότερα, ως προς τις πράξεις: α) της καταπάτησης δημοσίου κτήματος και β) μεταβολής του αιγιαλού, και ως προς τις επιβληθείσες για τις πράξεις αυτές επί μέρους ποινές, αλλά και ως προς τη συνολική ποινή. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο εφόσον είναι εφικτό, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 18-10-2010 αίτηση του Δ.Α. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 176/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 09-2-2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για τις πράξεις: α) καταπάτησης δημόσιου κτήματος, β) μεταβολής αιγιαλού και γ) αυθαίρετου κτίσματος, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (κατηγορία και αυτοτελή ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιόποινου), και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό και για την πράξη του αυθαίρετου κτίσματος. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς λοιπές πράξεις(δεν προκύπτει ο καθορισμός της οριογραμμής). Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει για νέα συζήτηση για λοιπές πράξεις αλλά και για νέα επιμέτρηση και συνολική ποινή.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 306/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Α. Κ. του Γ. και 2) Γ. Κ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 774/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1132/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκειμένη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 1-12-2010 δύο αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..., οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με παράδοση της κλήσεως εις χείρας τους, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση κοινή αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-8-2010 αίτηση των Α. Κ. του Γ. και Γ. Κ. του Γ., για αναίρεση της 774/2010 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Θηβών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ (για τον καθένα). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για απλή σωματική βλάβη, απειλή και εξύβριση. Απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 303/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 253/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 991/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην περίπτωση που κρίνεται, από το υπό ημερομηνία 8-12-2010 αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος …, …, περί επιδόσεως στην σύνοικο ενήλικο σύζυγο του αναιρεσείοντος για τον τελευταίο της 991/2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 26/1/2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 113/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-7-2010 αίτηση του Δ. Π. του Ι. για αναίρεση της 253/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 304/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Γ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 247/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 802/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην περίπτωση που κρίνεται, από τα υπό ημερομηνία 14-9-2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ... προς τον αναιρεσείοντα και το από 5-7-2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., προς την αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντα Αλεξάνδρα Ζηνέλη, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 19-11-2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1775/19-11-2010 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-5-2010 αίτηση του Κ. Γ. του Α., για αναίρεση της 247/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα είκοσι (220,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 305/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη , Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 7416/28-9-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 717/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 270/20-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1, περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 27-5-2010 αίτηση του Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., οδός … αρ. 3, με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 7416/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν τη καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση των δε αυτή, το επιλαμβανόμενο της αίτησης της επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο, σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της διαδικασίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, νεώτερες των προηγουμένων εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως απορρίφθηκαν καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 706/09, ΑΠ 445/09). ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, η παραπάνω με αριθμό 7416/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το με αριθμό 732/2010 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου δεν έχει ασκηθεί κατ' αυτής αναίρεση. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: 1) Στην Αθήνα στις 18-12-02 με πρόθεση προξένησε σε άλλον και δη στον εγκαλούντα Δ. Χ. σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε κατά του ως άνω παθόντος και τον χτύπησε με ένα σιδηρολοστό στο δεξιό αντίχειρα με συνέπεια να υποστεί ο εγκαλών συντριπτικό κάταγμα benett δεξιά, ο δε τρόπος με τον οποίο προκάλεσε τη σωματική βλάβη στον παραπάνω παθόντα, καθώς και το μέσο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος μπορούσε να προκαλέσει σε αυτόν βαριά σωματική του βλάβη και πολύ σοβαρό κάταγμα σε οποιοδήποτε τμήμα ολόκληρου του δεξιού χεριού αφού τον χτύπησε με σιδηρολοστό σε ευπαθές σημείο του σώματός του. 2) Στην Αθήνα στις 18.12.2002 έφερε μαζί του, παράνομα, αντικείμενα πρόσφορα προς επίθεση ή άμυνα, θεωρούμενα κατά το νόμο ως όπλα, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και ειδικότερα έφερε ένα (1) σιδηρολοστό ενώ αυτό απαγορεύεται. 3) Στην Αθήνα στις 18.12.2002 χρησιμοποίησε αντικείμενο πρόσφορο προς επίθεση ή άμυνα, θεωρούμενο κατά το νόμο ως όπλο και συγκεκριμένα τον παραπάνω αναφερόμενο σιδηρολοστό προς διάπραξη του υπό στοιχείο (Α) πλημμελήματος από δόλο και δη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης τετελεσμένης. ΙΙΙ. Ο αιτών προς ευδοκίμηση της αίτησής του επικαλείται την από 23.2.2010 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ. του Π. ο οποίος κατέθεσε ότι: "… το περιγραφόμενο συμβάν εις την απόφασιν 7416/09 του Εφετείου ( Πλημμελημάτων ) Αθηνών συνέβη την 18.12.02 μεταξύ Γ. Χ. έλαβε χώραν όχι στην οδό ... αλλά στην οδό ... στο ύψος της καθέτου προς αυτήν ... προ της πλατείας .... Είναι μονόδρομος, εκόρναραν όλα τα αυτοκίνητα, γιατί επήγαινε με μοτοσικλέτα συρομένη από άλλον με αργό ρυθμό. Εκεί που εκαθήμην πλάι στο πεζοδρόμιο και σε μία στιγμή βλέπω το μοτοσικλετιστή ρίχνει στο μέσον του δρόμου την μοτοσικλέτα και οργισμένος βαδίζει προς το ταξί και άμεσα αρχίζει καυγά και κρατώντας κάτι στο χέρι μόλις ανοίγει την πόρτα ο ταξιτζής με στυλ γροθιάς προσπαθεί να τον χτυπήσει στο κεφάλι, πράγμα το οποίο επέτυχε και έπραξε στην προσπάθεια ν' αποφύγει το κτύπημα τον εκτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής μπροστά και στους οδηγούς των όπισθεν τούτου που εσωρρεύθηκαν εκεί." Η κατάθεση αυτή όμως προδήλως δεν αποτελεί νέο γεγονός το οποίο αν γνώριζαν οι δικαστές θα έκριναν τον αιτούντα αθώο ή θα επέβαλλαν σ' αυτόν μικρότερη ποινή, δεδομένου ότι τα από αυτόν υποστηριζόμενα έρχονται σε αντίθεση με τις μαρτυρικές καταθέσεις των Δ. Χ., Κ. Χ. καθώς με τα έγγραφα της δικογραφίας και δη τις ιατρικές βεβαιώσεις που επιβεβαιώνουν τον τραυματισμό του παθόντος, που έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη για να θεμελιώσει την καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση της. ΙV. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 27-5-2010 αίτηση του Ι. Γ. του Α. για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 7416/09 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η υπ' αριθμ. 1146/27-5-2010 αίτηση του Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7416/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Με την ως άνω απόφαση του Εφετείου ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η οποία μετετράπη προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Ειδικότερα, σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης αυτής, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: 1) Στην Αθήνα στις 18/12/2002 με πρόθεση προξένησε σε άλλον, και δη στον εγκαλούντα Δ. Χ., σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη, και συγκεκριμένα επιτέθηκε κατά του παθόντος και τον χτύπησε με ένα σιδηρολοστό στο δεξιό αντίχειρα, με συνέπεια να υποστεί ο εγκαλών συντριπτικό κάταγμα bennet δεξιά, ο δε τρόπος με τον οποίο προκάλεσε τη σωματική βλάβη στον παθόντα, καθώς και το μέσο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική του βλάβη και πολύ σοβαρό κάταγμα σε οποιοδήποτε τμήμα ολόκληρου του δεξιού χεριού, αφού τον χτύπησε με σιδηρολοστό σε ευπαθές σημείο του σώματός του. 2) Στην Αθήνα στις 18/12/2002, έφερε μαζί του, παράνομα, αντικείμενα πρόσφορα προς επίθεση ή άμυνα, θεωρούμενα κατά το νόμο ως όπλα, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, και ειδικότερα έφερε ένα( 1) σιδηρολοστό, ενώ αυτό απαγορεύεται. 3) Στην Αθήνα στις 18/12/2002, χρησιμοποίησε αντικείμενο πρόσφορο προς επίθεση ή άμυνα, θεωρούμενο κατά το νόμο ως όπλο, και συγκεκριμένα τον παραπάνω σιδηρολοστό προς διάπραξη του υπό στοιχείο (Α) πλημμελήματος από δόλο και δη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης τετελεσμένης. Ο αιτών προς ευδοκίμηση της αίτησής του προσκομίζει την από 23/2/2010 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ. του Π., ο οποίος κατέθεσε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών τα κάτωθι: "Το περιγραφόμενο συμβάν στην υπ' αριθμ. 7416/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών συνέβη την 18/12/2002 μεταξύ Γ. και Χ., και έλαβε χώρα όχι στην οδό ..., αλλά στην οδό ... στο ύψος της καθέτου προς αυτήν ... προ της πλατείας .... Είναι μονόδρομος, εκόρναραν όλα τα αυτοκίνητα, γιατί πήγαινε με μοτοσικλέτα συρόμενη από άλλον με αργό ρυθμό. Εκεί που εκαθήμην πλάι στο πεζοδρόμιο σε μία στιγμή βλέπω το μοτοσικλετιστή, ρίχνει στο μέσο του δρόμου την μοτοσικλέτα και οργισμένος βαδίζει προς το ταξί και άμεσα αρχίζει καυγά και κρατώντας κάτι στο χέρι, μόλις ανοίγει την πόρτα ο ταξιτζής με στυλ γροθιάς προσπαθεί να τον χτυπήσει στο κεφάλι, πράγμα το οποίο επέτυχε και έπραξε στην προσπάθεια να αποφύγει το χτύπημα τον χτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής μπροστά και στους οδηγούς των όπισθεν τούτου που εσωρρεύθηκαν εκεί". Η ένορκη αυτή βεβαίωση του ανωτέρω, είναι μεν νέο στοιχείο, άγνωστο στους καταδικάσαντες τον αιτούντα δικαστές, αλλά κατά το ως άνω περιεχόμενό της, είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ενώπιον του άνω δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πράγματι τέλεσε, αφού τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, η οποία σημειωτέον δόθηκε μετά παρέλευση δέκα ετών από την τέλεση των εγκλημάτων από τον αιτούντα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας καθώς και με τα έγγραφα της δικογραφίας και δη την ιατροδικαστική έκθεση και το πιστοποιητικό νοσηλείας του παθόντος που επιβεβαιώνουν τον τραυματισμό του, που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για να θεμελιώσει την καταδικαστική κρίση της για τον αιτούντα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παραπάνω απόφασης του Εφετείου, τα δύο αντίγραφα από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του ΑΤ ... της 18/12/2002 και 23/12/2002, τα οποία επίσης προσκομίζει ο αιτών "ως νέες αποδείξεις" προς ευδοκίμηση της αιτήσεώς του, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου και έτσι αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου και αξιολογήθηκαν από αυτό. Ως εκ τούτου δεν πρόκειται για "νέο γεγονός ή απόδειξη", άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο επικαλούμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος, και η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1146/27/5/2010 αίτηση του Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 7416/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, αμετάκλητη, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία. Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Επίκληση «νέου στοιχείου» και συγκεκριμένα ένορκη κατάθεση μάρτυρα. Απορρίπτεται ως αβάσιμη διότι το νέο στοιχείο δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για εγκλήματα βαρύτερα από αυτά που πραγματικά τέλεσε.
null
null
2
Αριθμός 310/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 41/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον Δ. Ν. του Κ.. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 11 Οκτωβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 457/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005: "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο β, γ ...". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας που δίκασε έφεση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Δ. Ν., δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι 1ος και 2ος κατηγορούμενοι, στις 20-4-2006, στην περιοχή ..., οδηγώντας τα υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ και ... ΙΧΕ αυτ/τα, αντιστοίχως και αφού έφτασαν στην ..., επιβίβασαν, ο 1ος τον B. F. του R. και ο 2ος τους J. V. του Υ., J. D. του D., και J. B. του D., λαθρομετανάστες, Αλβανούς υπηκόους, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στο ελληνικό έδαφος από αφύλακτη ορεινή διάβαση της περιοχής Ν. Καστοριάς και στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στα προαναφερόμενα αυτ/τα, με προορισμό το εσωτερικό της χώρας και ειδικότερα τη Θεσ/νίκη. Τονίζεται ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι οι αλλοδαποί είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι και να αναγνωρισθεί στο δεύτερο από αυτούς το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας (αρθρ. 84 παρ. 2. εδ. δ ΠΚ), όπως και πρωτοδίκως". Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους δύο κατηγορουμένους, του ότι: "στις 20-4-2006 στην περιοχή ..., ως οδηγοί μεταφορικού μέσου, διευκόλυναν τη μεταφορά στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, οι οποίοι, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, οδηγώντας τα με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ και ... ΙΧΕ αυτ/τα, αντίστοιχα, και αφού έφτασαν στην ..., επιβίβασαν, ο 1ος τον B. F. του R. και ο 2ος τους J. V. του Υ., J. D. του D., και J. B. του D., λαθρομετανάστες, Αλβανούς υπηκόους, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στο ελληνικό έδαφος από αφύλακτη ορεινή διάβαση της περιοχής Ν. ... και στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στα προαναφερόμενα αυτ/τα, με προορισμό το εσωτερικό της χώρας και ειδικότερα τη ...". Στη συνέχεια, το Εφετείο, επικαλεσθέν για την επιβολή των ποινών και τα άρθρα 45 και 94 παρ.1 του ΠΚ, επέβαλε, α) στον πρώτο κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα, ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για καθένα από τους τέσσερις μεταφερθέντες αλλοδαπούς και συνολική ποινή, φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και χρηματικής ποινής 11.000 ευρώ και β) στον συγκατηγορούμενό του και μη αναιρεσείοντα Δ. Ν., ποινή φυλακίσεως πέντε(5) μηνών για καθένα από τους τέσσερις λαθρομετανάστες και συνολική ποινή φυλακίσεως ένδεκα (11) μηνών. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη 41/2010 απόφασή του, την επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που συνήγαγε από τις αποδείξεις και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1α του ν.3386/2005, που εφάρμοσε. Ειδικότερα δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν τη γνώση του αναιρεσείοντος περί του ότι οι τέσσερις Αλβανοί υπήκοοι που επιβίβασαν στα αυτοκίνητα στην περιοχή ... και μετέφεραν στο εσωτερικό της Χώρας δεν είχαν δικαίωμα εισόδου και είχαν εισέλθει παράνομα στη Χώρα από την Αλβανία. Επίσης, ο αναιρεσείων, χωρίς κατά τα παραπάνω, με το αιτιολογικό ή το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, να αιτιολογείται ειδικά η από κοινού απόφαση και συνεκτέλεση με τον συγκατηγορούμενό του Δ. Ν., κηρύχθηκε ένοχος ο ίδιος για μεταφορά με ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε, ενός μόνον Αλβανού λαθρομετανάστη, αλλά καταδικάστηκε, κατά συρροή, για προώθηση στο εσωτερικό της Χώρας τεσσάρων λαθρομεταναστών, ήτοι και των τριών που μετέφερε με άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του. Επομένως υπάρχει ασάφεια και ελλιπής αιτιολογία της υποκειμενικής θεμελίωσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, όσον και της κατά συναυτουργία τελέσεως και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ συναφής λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, που έγινε δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου και το επεκτατικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠοινΔ, να επεκταθεί και στον μη ασκήσαντα αναίρεση δεύτερο συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα ως συναυτουργό, Δ. Ν.. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς αναιρεσείοντα και τον ανωτέρω συγκαταδικασθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 41/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Ε. Ρ. του Ι.. Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αποφάσεως και στον καταδικασθέντα συγκατηγορούμενο Δ. Ν. του Κ.. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της που αφορά τους δύο ανωτέρω συγκαταδικασθέντες, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρ. 88 παρ.1 Α.Ν. 3386/2005 - Έννοια αυτού και του 45 ΠΚ. Δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της γνώσης και της κατά συναυτουργίαν τέλεσης. Επέκταση αναιρετικού αποτελέσματος και για συγκαταδικασθέντα συναυτουργό.
null
null
0
Αριθμός 311/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, επειδή είναι δικηγόρος και δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ανακαλεί την από 23-1-2011 δήλωσή του για παράσταση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Χ. Κ., το γένος Γ. Ζ., 2) Σ. Χ. Κ., 3) Α. Χ. Κ., κατοίκων ..., 4) Σ. χας Ν. Κ., 5) Αμαλίας Ν. Κ., 6) Ε. Ν. Κ., κατοίκων ..., κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Ν. Σ. Κ. (αρχικού διαδίκου), 7) Π. χας Σ. Κ. και 8) Ν. Σ. Κ., κατοίκων ..., κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Σ. Ν. Κ.. Η 1η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τζάλα. Οι 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Οι 4η, 5η, 6η, 7η και 8ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-1985 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκαν αρχικά οι 141A'/1987 και 95/1991 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια και ύστερα από κύρια παρέμβαση του ήδη αποβιώσαντος Ν. Σ. Κ., η οποία συνεκδικάστηκε με την ως άνω αγωγή στο ίδιο Δικαστήριο, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2365/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1277/1996 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο αυτών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-2-1997 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 20-2-2001, οπότε ματαιώθηκε. Σήμερα η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 27-12-2008 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 12-2-2001 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Δαμάσκου, με την οποία εισηγήθηκε, όπως η από 9-2-1997 αίτηση αναιρέσεως του Ιωάννη Δημητρίου Πανταζή: α) απορριφθεί καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 2365/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) γίνει δεκτή ως προς το δεύτερο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της, καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1277/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, απορριπτόμενη κατά τα λοιπά. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ν. Κ., τέταρτου αναιρεσίβλητου, (προσθέτως, υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων παρεμβάντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου), 1)Σ. Κ., 2)Α. Κ. και 3)Ε. Κ. και οι κληρονόμοι του μεταποβιώσαντος, Σ. Κ., κληρονόμου (υιού) του ίδιου αναιρεσίβλητου, 1)Π. Κ. και 2)Ν. Κ., δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ' 15990/20-12-2000 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Ε., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον παραπάνω αποβιώσαντα, τέταρτο αναιρεσίβλητο, Ν. Σ. Κ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις 8633β, 8634β/25-10-2010 και 8628β και 8627β/22-10-2010 εκθέσεις επιδόσεως του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, αντίγραφο της από 1-10-2010 βεβαίωσης του Αρείου Πάγου, περί αναβολής της εκδίκασης της κρινομένης αιτήσεως, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (25-1-2011) και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε στους Σ. χήρα Ν. Κ., Ε. Ν. Κ. κληρονόμους του τέταρτου αναιρεσίβλητου, και Π. χήρα Σ. Κ. και Ν. Σ. Κ., μοναδικούς κληρονόμους του Σ. Κ., (βλ. από 22-10-2008 πιστοποιητικό του Δημάρχου Ταύρου και την από 20-1-2010 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου). Για την άγνωστης διαμονής Α. Κ., κληρονόμο του τέταρτου αναιρεσίβλητου, όπως προκύπτει από τις 8616β, και 8617β/19-10-2010 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει, η επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, της βεβαίωσης αναβολής του Αρείου Πάγου και της κλήσεως, προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, έγινε, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, (αφού η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Αυτός υπέδειξε να δημοσιευθεί περίληψη των δικογράφων, που του κοινοποιήθηκαν, στις εφημερίδες "Ηχώ των Δημοπρασιών" και "Εφημερίδα Πλειστηριασμών και Δημοπρασιών". Ο αναιρεσείων επιμελήθηκε για τη δημοσίευση περιλήψεως αυτών των δικογράφων στις παραπάνω εφημερίδες, στα φύλλα της 22 Οκτωβρίου 2010, δηλαδή πριν από ενενήντα ημέρες από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Επομένως, όλοι οι απολειπόμενοι κληρονόμοι και υπεισελθόντες στη θέση των παραπάνω αποβιωσάντων, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθ' ό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ.2365/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απόφαση αυτή είναι νοµικώς ανύπαρκτη, ενσωµατωθείσα στην, επίσης αναιρεσιβαλλομένη, υπ' αριθ. 1277/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε στην προκείμενη υπόθεση και εξαφάνισε την πρωτοδικειακή αυτή απόφαση. Συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο τέταρτος, από τον αριθ. 15 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά της ως άνω πρωτοδικειακής αποφάσεως. Κατά το άρθρο 455 του Α.Κ. ο δανειστής µπορεί µε σύμβαση να Μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτηση και χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Αντικείμενο εκχωρήσεως µπορεί να αποτελέσουν όχι µόνο υπάρχουσες, αλλά και μελλοντικές απαιτήσεις (Ολ. Α.Π. 302/1959), αρκεί ο προσδιορισµός τους να είναι εφικτός, να πρόκειται δηλ. για απαιτήσεις οριστές, όπως Μάλιστα συμβαίνει και επί μεταβιβάσεως κάθε απαιτήσεως του εκχωρητή από κατονομαζόμενη έννοµη σχέση. Συνεπώς, απαιτήσεις δικηγορικής αµοιβής από διεξαγωγή, και μελλοντικώς ακόµη, δίκης, προσδιοριζόμενες µε βάση τα ελάχιστα όρια αµοιβής, που προβλέπει ο Κώδικας των Δικηγόρων (κυρ. Ν. 3026/1954) σε συνδυασµό προς τις εκάστοτε ισχύουσες και κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης (ιδίως για την αξία της μεταλλικής δραχµής), είναι επαρκώς οριστές και µπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκχωρήσεως, αλλά και να χρησιµεύσουν γι' αυτό ως στοιχείο προσδιοριστικό της εκτάσεως άλλης απαιτήσεως και δη του εντολέα του δικηγόρου, η οποία εκχωρείται στο δικηγόρο προς εξόφληση των εν λόγω περί αµοιβής απαιτήσεών του. Το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο πρωτοδίκως παρεµβάς υπέρ του αρχικώς εναγομένου και ήδη τέταρτος των αναιρεσιβλήτων είχε παράσχει εντολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δικηγόρο, να ασκήσει αγωγή προς αποτίµηση της κληρονομικής περιουσίας του κατά το έτος 1981 αποβιώσαντος πατέρα του εντολέα αυτού και του αρχικώς εναγομένου προς το σκοπό να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον εν λόγω εντολέα τη σε χρήµα αξία του ποσοστού της νόµιµης μοίρας του επί της κληρονομικής αυτής περιουσίας. Περί της εντολής αυτής καταρτίσθηκε, μεταξύ του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, το από 1.7.1983 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δικών, που τροποποιήθηκε στη συνέχεια µε τα από 25.11.1983 και 17.1.1985 έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά των ίδιων προσώπων. Με τον 5ο όρο του ως άνω έγγραφου από 1.7.1983 συμφωνητικού, ο οποίος, κατά τη σαφή έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν εθίγη από τα μεταγενέστερα, ρητώς συμφωνήθηκε ειδικώς για την περί κλήρου αγωγή ότι ο εντολέας θα οφείλει "τα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια αµοιβής και τα αποδεικνυόμενα ένδικα ή εξώδικα δαπανήματα της δίκης αυτής". Με τα ίδια συμφωνητικά ο εντολέας εκχώρησε στον αναιρεσείοντα μέρος της κατά του αρχικού εναγομένου από νόµιµη μοίρα κατά τα ανωτέρω απαιτήσεώς του προς κάλυψη και πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος από αµοιβές του και έξοδα για την αντίστοιχη περί κλήρου δίκη που είχαν συμφωνηθεί, όπως ανωτέρω. Ο αναιρεσείων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, σε εκτέλεση της ως άνω εντολής άσκησε κατά του και ήδη αρχικώς εναγομένου την από 16.12.1983 περί κλήρου αγωγή, την οποία το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε εν µέρει και υποχρέωσε τους ήδη τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμους του εν των μεταξύ αποβιώσαντος αρχικώς και τότε εναγομένου, να καταβάλουν στον τότε ενάγοντα και ήδη τέταρτο των αναιρεσιβλήτων δραχµές συνολικώς 22.680.680. Κατόπιν των παραδοχών του αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω εκχώρηση προς τον αναιρεσείοντα (ο οποίος βάσει αυτής άσκησε την ένδικη αγωγή) είναι (εκτός µόνο καθόσον αφορά τη δαπάνη για το τέλος δικαστικού ενσήµου) άκυρη, διότι ανάγεται σε απαιτήσεις µη επαρκώς οριστές. Με την για ακυρότητα κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 455 του Α.Κ., αφού, σύµφωνα µε τα προεκτεθέντα, το, κατά το Εφετείο, περιεχόμενο του ως άνω από 1.7.1983 ιδιωτικού συμφωνητικού περιείχε στοιχεία ικανά για τον καθορισμό των εκχωρηθεισών απαιτήσεων. Πρέπει, επομένως, ο περί τούτου δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., λόγος της αναιρέσεως να γίνει δεκτός ως βάσιµος. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτή, η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 2177/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί από αυτό, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές και να καταδικαστούν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι και οι υπεισελθόντες στη θέση του τέταρτου, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (178,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-2-1997 αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Π., για αναίρεση της 2365/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αναιρεί την 1277/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους και τους κληρονόμους του τέταρτου, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντικείμενο εκχωρήσεως μπορεί να αποτελέσουν και μελλοντικές απαιτήσεις, αρκεί ο προσδιορισμός τους να είναι εφικτός. Απαιτήσεις δικηγορικής αμοιβής από διεξαγωγή, και μελλοντικώς ακόμη, δίκης, προσδιοριζόμενες με βάση τα ελάχιστα όρια αμοιβής, που προβλέπει ο Κώδικας των Δικηγόρων, σε συνδυασμό προς τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης (ιδίως για την αξία της μεταλλικής δραχμής), είναι επαρκώς οριστές και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκχωρήσεως, αλλά και να χρησιμεύσουν γι΄ αυτό ως στοιχείο προσδιοριστικό της εκτάσεως άλλης απαιτήσεως και δη του εντολέα του δικηγόρου, η οποία εκχωρείται στο δικηγόρο προς εξόφληση των εν λόγω περί αμοιβής απαιτήσεών του.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 313/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Σπανάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 55/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Κ. του Κ., ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς στους από 23 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 956/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το αρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, άτι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησης του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησής του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά παραπάνω στοιχεία, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 στοιχ, δ του ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και η ένορκη κατάθεση του λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Επίσης, από τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της ψευδορκίας το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνον εγκλήματος και κανενός από τους τρόπους αυτούς δεν αποκλείει τον άλλον. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών Ι στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτόν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 55/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αγρινίου την από 14-7-2003 μηνυτήρια αναφορά, στην οποία ανέφερε ότι από 11-8-1998 έως 15-9-1998, ενώ ο πολιτικώς ενάγων ήταν Δήμαρχος Παράβολας, με πλαστές αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου είχε αναθέσει σε διάφορους εργολάβους την εκτέλεση έργων και προμηθειών για λογαριασμό του άνω δήμου, συνολικού ύψους 9.204.000 δρχ., τα οποία όμως (έργα και προμήθειες) ουδέποτε εκτελέστηκαν. Ειδικότερα ανάφερε ότι στις 11-8-1998 πληρώθηκαν 14 χρεωστικά εντάλματα πληρωμής, 354.000 δρχ. το καθένα και αφορούσαν δήθεν οφειλές του δήμου προς την επιχείρηση Μ. Π. Αφοί Ο.Ε., ότι με μεθόδους κατάτμησης κ.λ.π. καταβλήθηκαν αχρεωστήτως τα ως άνω ποσά και ζημιώθηκε ο Δήμος Παραβόλας και ο πολιτικώς ενάγων γνώριζε ότι το ποσό αυτό δεν το όφειλε ο δήμος, ούτε είχε αποφασιστεί από τα όργανά του νόμιμα, αλλά αυτός και οι συνεργάτες του μεθόδευσαν την πληρωμή, ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε παράνομα, καθόσον η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου περί εκτέλεσης έργων με αυτεπιστασία, που επισυνάπτεται σε ένα από αυτά τα εντάλματα, είναι πλαστή και ανύπαρκτη, ότι στις 2-9-1998 πληρώθηκαν 9 χρεωστικά εντάλματα πληρωμής, 354.000 δρχ. το καθένα και αφορούσαν δήθεν οφειλές του δήμου προς την επιχείρηση Π. και Λ. Κ. και ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε παράνομα, καθόσον η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου περί εκτέλεσης έργων με αυτεπιστασία, που επισυνάπτεται σε ένα από αυτά τα εντάλματα, είναι πλαστή και ανύπαρκτη και τέλος ότι στις 15-9-1998 πληρώθηκαν τρία χρηματικά εντάλματα πληρωμής, 354.000 δρχ. το καθένα και αφορούσαν δήθεν οφειλές του δήμου προς την επιχείρηση Α. Σ. και ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε παράνομα, καθόσον η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου περί εκτέλεσης έργων με αυτεπιστασία, που επισυνάπτεται σε ένα από αυτά τα εντάλματα, είναι πλαστή και ανύπαρκτη, όλες δε οι ως άνω παράνομες και με πλαστά δικαιολογητικά πληρωμές μεθοδεύτηκαν από τον πολιτικώς ενάγοντα, που ενώ ήταν υπεύθυνος για την προάσπιση και προστασία των συμφερόντων του δήμου αποδείχθηκε επιλήσμων των καθηκόντων του και με δόλο έβλαψε το δήμο και ωφέλησε τρίτους. Μετά από αυτά ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του πολιτικώς ενάγοντος για απιστία σχετικά με την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πλην όμως τ' αναφερόμενα στη μηνύτρια αναφορά του κατηγορουμένου ήταν ψευδή, καθόσον ούτε αδιαφάνεια υπήρχε στο δήμο, ούτε νοθεύσεις και παραποιήσεις των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου έγιναν, ούτε είχαν παραληφθεί ανύπαρκτα έργα, αντίθετα πράγματι είχαν ανατεθεί από το δήμο οι εργασίες που αφορούσαν τα άνω χρηματικά εντάλματα και είχαν εκτελεστεί, όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίοι ήταν τότε δημοτικοί σύμβουλοι στον άνω δήμο και έχουν άμεση γνώση για τα ανωτέρω. Μάλιστα ο πολιτικώς ενάγων κηρύχθηκε αθώος της αν πράξης με την υπ' αριθμ. 1785/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου. Έτσι η άνω μηνύτρια αναφορά του κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του άνω Εισαγγελέα, ήταν ψευδής, προέβη δε αυτός στην υποβολή της με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος. Όλη την αλήθεια γνώριζε ο κατηγορούμενος και εν επιγνώσει αυτής ανέφερε τα πιο πάνω αναληθή γεγονότα, αποκρύβοντας σκοπίμως τα ψέμα". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά εν σχέσει με την γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και των ενόρκως βεβαιωθέντων, ούτε από τα εκτιθέμενα περιστατικά προκύπτει ότι η γνώση ήταν αυτονόητη. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως "ότι την αλήθεια γνώριζε ο κατηγορούμενος και εν επιγνώσει αυτής" χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή εν σχέσει με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος περιέλαβε στην κατά του εγκαλούντος μηνυτήρια αναφορά του και τα οποία βεβαίωσε ενόρκως, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αγρινίου. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως και δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων που κατατέθηκε εμπροθέσμως (στις 7 Ιανουαρίου 2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ) με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και αυτών των προσθέτων λόγων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 55/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εν σχέσει με τη «γνώση» του κατηγορουμένου. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 313/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΣΙΦΙΚ ΤΑΞΕΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "PACIFIC TRAVEL SERVICES", προελθούσης εκ μετατροπής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "PACIFIC LTD TRAVEL TOURISM" και στα ελληνικά "ΠΑΣΙΦΙΚ ΕΠΕ ΤΑΞΕΙΔΙΑ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Π., κατοίκου Καλυβίων Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 712/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4852/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και δεν γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α)Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβιώσεως αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακινήσεως νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν συντρέχουν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΣΙΦΙΚ ΤΑΞΕΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "PACIFIC TRAVEL SERVICES", η οποία διατηρεί τουριστικό γραφείο με έδρα την Αθήνα και υποκατάστημα ευρισκόμενο εντός του αερολιμένος Αθηνών στα Σπάτα Αττικής, προσέλαβε την ενάγουσα, μόνιμο κάτοικο Καλυβίων Αττικής, την 11-7-2001 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου στο ως άνω υποκατάστημά της στον αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα Αττικής. Η εναγομένη, βάσει σχετικής συμβάσεως με τη Διοίκηση του Αεροδρομίου Αθηνών, έχει αναλάβει την Υπηρεσία Φύλαξης Αποσκευών BAGGAGE STORAGE του Αεροδρομίου, αντικείμενο δε εργασίας της ενάγουσας ήταν η παραλαβή και ο έλεγχος των αποσκευών, η έκδοση δελτίων παραλαβής-αποδείξεων παράδοσης και η είσπραξη του αντιτίμου αυτών. Την 21-3-2006 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Παλλήνης Αττικής με αίτημα την καταβολή του διαχειριστικού επιδόματος και την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της. Κατά τη συζήτηση της εργατικής αυτής διαφοράς ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Επιθεώρησης Εργασίας την 18-4-2006 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης συμφώνησε στην εφαρμογή των όρων της σχετικής ΣΣΕ ως προς την καταβολή του διαχειριστικού επιδόματος, επιφυλάχτηκε όμως ως προς το έτερο αίτημα της ενάγουσας, ενόψει, όπως υποστήριξε, της αναμενόμενης απάντησης επί σχετικού ερωτήματος της εναγομένης προς το Υπουργείο Εργασίας. Ακολούθως, απεδείχθη ότι την 1-6-2006 η εναγομένη απομάκρυνε την ενάγουσα από το γραφείο φύλαξης των αποσκευών, όπου εργαζόταν έως τότε και την τοποθέτησε σε τμήμα εγκαταστάσεών της, το οποίο ήταν απομονωμένο σε σχέση με τις υπόλοιπες δραστηριότητες της εταιρείας, η ενάγουσα δε με την από 16-6-2006 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της διαμαρτυρήθηκε για την ως άνω υπηρεσιακή της μεταβολή. Η εναγομένη με την από 21-6-2006 εξώδικη δήλωσή της κάλεσε την ενάγουσα να αναλάβει υπηρεσία στα κεντρικά γραφεία αυτής επί της οδού Νίκης αριθ. 26 στην περιοχή πλατείας Συντάγματος των Αθηνών, η ενάγουσα όμως με την από 23-6-2006 δεύτερη εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη απέκρουσε την άνω υπηρεσιακή της μετακίνηση και δήλωσε ότι θα συνεχίσει να προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες της στο τόπο που ορίζει η εργασιακή της σύμβαση, θέση άλλωστε στην οποία εργαζόταν έως τότε. Η κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας, κατά παράβαση των όρων της ατομικής της σύμβασης εργασίας, δεδομένου ότι ρητά κατά την πρόσληψή της είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη ως τόπος εργασίας της ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών στα Σπάτα Αττικής (περιοχής ευρισκομένης πλησίον του ως άνω αερολιμένος), ότι επί 5 σχεδόν έτη προσέφερε τις υπηρεσίες της στην ως άνω θέση και ότι η μετάβασή της πλέον στη νέα της θέση και η επιστροφή στην οικία της θα απαιτούσε πολύ χρόνο ημερησίως και επί πλέον σημαντική οικονομική επιβάρυνση αυτής κρίνεται ότι συνιστά μονομερή εκ μέρους της εναγομένης βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως. Η μεταβολή δε αυτή δεν δικαιολογείται από κάποιο υπηρεσιακό λόγο ή ιδιαίτερη ανάγκη της επιχείρησης της εναγομένης, αλλά έγινε εκ λόγων εκδικήσεως των αρμοδίων οργάνων αυτής προς το πρόσωπο της ενάγουσας, λόγω της προβολής κατά τα προαναφερθέντα των ως άνω αιτημάτων της. Και ισχυρίζεται η εναγομένη πρωτοδίκως, αλλά και με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, ότι αναγκάστηκε να προβεί στην κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της και της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων της. Οι ισχυρισμοί δεν προέκυψαν σαφώς από κανένα αποδεικτικό μέσο. Κατόπιν αυτών, η άσκηση εν προκειμένω του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης έγινε κατά προφανή παράβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. και κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 288 Α.Κ, λόγω της συμπεριφοράς δε των αρμοδίων οργάνων της κατά τα άνω επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, αφού επήλθε σ' αυτήν ουσιώδης βλάβη κατ' αντικειμενική κρίση, απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης της εναγομένης. Μετά δε την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη ότι δεν δέχεται την άνω μεταβολή, η τελευταία περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 1-7-2006 έως 31-12-2006, συνυπολογιζομένου του επιδόματος αδείας και Χριστουγέννων 2006, το συνολικό ποσό των 7.152,52 ευρώ. Με τις σκέψεις αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που εφάρμοσε, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφαση του και ειδικότερη αιτιολογία για τη συμπεριφορά της ενάγουσας, την ασυνέπεια της στην παροχή της εργασίας της, τη βλάβη της από τη μετακίνηση της, την για πρώτη φορά άρνηση της να αποδεχθεί την αλλαγή του τόπου παροχής της εργασίας της, διότι από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι, με αυτές αιτιολογούνται και τα ζητήματα αυτά, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η πλημμέλεια, η αναφερομένη στην "για πρώτη φορά άρνηση της να αποδεχθεί την αλλαγή του τόπου παροχής της εργασίας της", αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν αναφέρεται και στην αλλαγή αυτή. Εξάλλου, μεταξύ των παραδοχών της απόφασης που αναφέρονται στην καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και τη μείωση της προσωπικότητας της ενάγουσας, δεν υπάρχει αντίφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον από το αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη, διότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του, τα προταθέντα, ότι "Η ενάγουσα το πρώτο τον μήνα Μάρτιο του 2006 έθεσε θέμα προϋπηρεσίας της και είπαμε ότι εφόσον το δικαιούται θα το λάβει. Η ενάγουσα, όμως, παρ' ότι μέχρι τότε η συνεργασία μας ήταν απολύτως αρμονική και δεν είχε κανένα παράπονο από εμάς, προφανώς επειδή δεν την ενδιέφερε να παραμείνει πλέον στην επιχείρηση, απαιτούσε να της καταβάλουμε αναδρομικά υπέρογκα ποσά ενώ δεν τα δικαιούταν. Στην άρνησή μας να αποδεχθούμε την παράλογη και παράνομη απαίτησή της, μας πίεζε συνεχώς απειλώντας μας ότι "θα τα πάρει οπωσδήποτε γιατί ο νόμος είναι με το μέρος του εργαζομένου". Επειδή και πάλι δεν ενδώσαμε στις πιέσεις και απειλές της διότι πιστεύαμε ότι δεν ήταν νόμιμη η αξίωσή της, η ενάγουσα στις 21-3-2006, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Κατά τη συζήτηση της διαφοράς ενώπιον της άνω Αρχής στις 18-4-2006, η ενάγουσα εν γνώσει της κατέθεσε ψευδώς ότι δήθεν κατά την πρόσληψή της κατέθεσε αίτηση μαζί με τα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας στον τότε προϊστάμενο προσωπικού της εταιρείας Γ. ενώ ουδέποτε συνέβη τούτο. Κατά την άνω ημερομηνία ο εκπρόσωπός μας δήλωσε ότι "επιθυμεί να εφαρμοσθεί ότι ισχύει νόμιμα" και ότι θα σας καταβάλουμε το επίδομα αυτό εφόσον προσκομίσετε τα πιστοποιητικά σας. Η αντίδικος, επειδή μετά την καταγγελία της δεν ενδώσαμε στην παράνομη απαίτησή της, άρχισε εσκεμμένα να δημιουργεί διάφορα προβλήματα στο χώρο της εργασίας της, προφανώς για να μας εξαναγκάσει να της καταβάλουμε ποσά που δεν οφείλαμε ή να την απολύσουμε για να λάβει τη σχετική αποζημίωση, προσερχόταν στην εργασία της όχι κατά την έναρξη του ωραρίου της αλλά όποια ώρα ήθελε χωρίς καμία δικαιολογία. Επεδείκνυε ανάρμοστη συμπεριφορά προς τον προϊστάμενο-εκπρόσωπό μας αρνούμενη να υπακούσει στις υπηρεσιακές οδηγίες του, κατηγορούσε σε έντονους τόνους την εταιρεία μας ως αναξιόπιστη και τους εκπροσώπους της ως σκληρή και ανάλγητη εργοδοσία και μάλιστα ενώπιον τρίτων, πελατών συνεργατών και εργαζομένων, παρά το γεγονός ότι συνεργαζόμαστε επί 5 έτη αρμονικά σχεδόν χωρίς ποτέ να της δημιουργήσουμε πρόβλημα, εκθέτοντας έτσι την εταιρεία μας στο υπόλοιπο προσωπικό και στους τρίτους, πελάτες, Διοίκηση του Αεροδρομίου με την οποία έχουμε εκτός της σύμβασης για την λειτουργία του υποκαταστήματος του τουριστικού γραφείου μας και σύμβαση φύλαξης αποσκευών και πρέπει να είμαστε απολύτως τυπικοί, συνεπείς και αξιόπιστοι προς την αντισυμβαλλόμενη μας και τις συμβατικές υποχρεώσεις μας. Επειδή η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τα τέλη Μαΐου 2006 προς τον σκοπό ν' αποφευχθεί η περαιτέρω διατάραξη της λειτουργίας της επιχείρησης μας εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αυτής, καλέσαμε την αντίδικο να προσφέρει την εργασία της με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, στο σε απόσταση λίγων μέτρων υποκατάστημα του τουριστικού γραφείου μας στον ίδιο δηλαδή χώρο. Πλην όμως η αντίδικος και στο γραφείο αυτό συνέχισε με τον ίδιο ακριβώς αντισυμβατικό και καταχρηστικό τρόπο να οξύνει το εργασιακό περιβάλλον, με άμεσο κίνδυνο να μη μπορούν πλέον να συνεχιστούν ομαλά οι εργασίες μας και να εκτεθούμε ανεπανόρθωτα στη Διοίκηση του Αεροδρομίου. Για τον λόγο αυτόν και προς υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων και συμφερόντων της επιχείρησης, με την από 21-6-2006 εξώδικη δήλωσή μας, καλέσαμε την αντίδικο όπως από την επομένη της επιδόσεως της εξώδικής μας να αναλάβει υπηρεσία με την ίδια ειδικότητα και μισθολογικές αποδοχές στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας μου στην Αθήνα και στην οδό Νίκης αρ.26 ώρα 9 πμ. καλώντας την και πάλι να είναι συνεπής με τις εργασιακές υποχρεώσεις της και ακολούθως ότι από όλα τα παραπάνω ευχερώς συνάγεται ότι η αντίδικος όλως καταχρηστικώς αρνείται να προσφέρει την εργασία της στο κεντρικό γραφείο μου στο Σύνταγμα και η καταχρηστική αυτή συμπεριφορά της επιτείνεται από το γεγονός ότι επιδιώκει και με νέα από 24/4/2008 αγωγή της να της καταβάλω μισθούς υπερημερίας για επόμενο χρονικό διάστημα ήτοι για διάστημα 2 περίπου ετών, με την τεράστια ζημία που αυτό συνεπάγεται για εμένα, χωρίς να εργάζεται. Ενώ μπορούσε χωρίς κανένα πρόβλημα να προσφέρει η αντίδικος την εργασία της όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα στο κεντρικό γραφείο στο Σύνταγμα, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που θεωρεί ότι έχει απέναντί μου και όχι να εφαρμόζει την καταχρηστική αυτή τακτική και συμπεριφορά να εισπράττει μισθούς χωρίς να προσφέρει καμιά εργασία". Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, αφού, ενόψει του ότι η αγωγή στηρίζεται στην καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, έναντι του οποίου προβάλλεται κατάχρηση του δικαιώματος της ενάγουσας, τα πράγματα που προτάθηκαν συνιστούν, αρνητικό της αγωγής και όχι αυτοτελή ισχυρισμό. Οι διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι παραβιάσεις αυτών δημιουργούν λόγους αναιρέσεως, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ 1 και 19 του ΚΠολΔ. Εξάλλου με το άρθρο 3 παρ.5 της από 7/5/2001 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα Γραφεία Ταξειδίων και Τουρισμού όλης της Χώρας", όπως επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα σε όλες τις επόμενες, ορίζονται τα εξής: "Διαχειριστικό επίδομα. Στους ταμίες χορηγείται διαχειριστικό επίδομα 5%". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής προϋπόθεση για την χορήγηση του επιδόματος αυτού είναι η απασχόληση του μισθωτού κατά κύριο λόγο ως ταμία στην επιχείρηση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εν συνεχεία των πιο πάνω παραδοχών, δέχεται και τα ακόλουθα: Η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ διαχειριστικό επίδομα ύψους 5% επί του βασικού της μισθού. Βάσει δε της από 7-5-2001 ΣΣΕ "δια τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα Γραφεία Ταξιδιών και Τουρισμού όλης της χώρας", της από 18-6-2003 όμοιας ΣΣΕ και της από 7-10-2004 όμοιας ΣΣΕ δικαιούται αυτή τα ακόλουθα ποσά: 1)Από 11-7-2001 έως 31-12-2001 το ποσό των 142,75 ευρώ (1 76.891 Χ5% = 8.844,6 δρχ. Χ 5,5 μήνες = 48.645 δρχ. ή 142,75 ευρώ), 2) Από 1-1-2002 έως 31-12-2002 το ποσό των 364 ευρώ (519Χ5%=26 ευρώ Χ14 μήνες= 364), 3) Από 1-1-2003 έως 31-12-2003 το ποσό των 378 ευρώ (540,92 Χ 5% = 27 ευρώ Χ14 μήνες=378 ευρώ), 4)Από 1-1-2004 έως 31-12-2004 το ποσό των 419,86 ευρώ (599,80Χ55=29,99 ευρώ Χ14 μήνες= 419,86 ευρώ), 5) Από 1-1-2005 έως 31-12-2005 το ποσό των 419,86 ευρώ (599,80Χ5%= 29, 99Χ14 μήνες=419,86), 6) Από 1-1-2006 έως 30-6-2006 το ποσό των 180 ευρώ (599,80Χ5%=29,99 ευρώΧ6 μήνες=180 ευρώ). Δικαιούται δηλαδή αυτή συνολικά το ποσό των 2.324,33 ευρώ. Έλαβε όμως για την αιτία αυτή από την εναγομένη, όπως συνομολογείται ρητά, το ποσό των 1.928,48 ευρώ και συνεπώς δικαιούται τη διαφορά ποσού 395,85 ευρώ (2.324,33-1.928,48), το οποίο και της επιδίκασε. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την παραπάνω διάταξη της ΕΚΣΣΕ, διέλαβε δε στην απόφαση του, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την ορθή εφαρμογή της, καθόσον με την παραδοχή της απόφασης "αντικείμενο δε εργασίας της ενάγουσας ήταν η παραλαβή και ο έλεγχος των αποσκευών, η έκδοση δελτίων παραλαβής-αποδείξεων παράδοσης και η είσπραξη του αντιτίμου αυτών", σαφώς, δέχεται, ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε κατά κύριο λόγο την εργασία του ταμία, κρίση στην οποία κατέληξε και από την ομολογία της αναιρεσείουσας, ότι κατέβαλε μέρος του ποσού για την αιτία αυτή. Επομένως, είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, τρίτος, λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 16-3-2010, αίτηση αναιρέσεως της 4852/2009 αποφάσεως, του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο, αλλά για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη. Ενόψει του ότι η αγωγή στηρίζεται στην καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, έναντι του οποίου προβάλλεται κατάχρηση του δικαιώματος της ενάγουσας, τα πράγματα που προτάθηκαν συνιστούν, αρνητικό της αγωγής και όχι αυτοτελή ισχυρισμό. Προϋπόθεση για την χορήγηση του διαχειριστικού επιδόματος είναι η απασχόληση του μισθωτού κατά κύριο λόγο ως ταμία στην επιχείρηση.
null
null
0
Αριθμός 316/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Συγγενιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2961/2008, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1522/2009, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του ισχύοντος Συντάγματος "Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δ/ρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει".Κατά το άρθρο 1 στοιχ. α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών, ιδιωτική δε διαφορά υφίσταται όταν το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση ή έριδα των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα.Τέλος, από τον συνδυασμό των άρθρων 4, 559 αρ. 4 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δ/ριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του.Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) Δήμο Αθηναίων, στις 15.7.2004, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εργάτης καθαριότητας και ότι εργάστηκε μέχρι την 17-7-2004, κατά την οποία, από αποκλειστική υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, υπέστη εργατικό ατύχημα, ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλεΐ, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 90.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ένδικη υπόθεση λόγω του παραπάνω αντικειμένου της. δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας αλλά είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή έριδα των διαδίκων μερών, ως προς την καταβολή της αποζημίωσης, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, εκ του αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 7 του ΠΔ 395/94 "Στα πλαίσια της εκπαίδευσης των εργαζομένων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης διασφαλίζει ότι : 1) οι εργαζόμενοι στους οποίους έχει ανατεθεί η χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας εκπαιδεύονται επαρκώς, ιδιαίτερα για τους κινδύνους που, ενδεχομένως, δημιουργούνται κατά την χρησιμοποίηση τους και 2) οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε εργασίες επισκευής, μετατροπής, προληπτικού ελέγχου και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας λαμβάνουν επαρκή ειδική εκπαίδευση για τις εν λόγω εκτελούμενες εργασίες". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ΠΔ 396/94, "για την εφαρμογή του παρόντος στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και ΟΤΑ ισχύουν και οι ιδιαίτερες ρυθμίσεις της ΚΥΑ 88555/3293/88 (721Β) "Υγιεινή και ασφάλεια του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ", που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1836/89, ενώ από το άρθρο 7 παρ. 2 αυτού προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη να διασφαλίζει την επαρκή συντήρηση των εγκαταστάσεων και των μηχανισμών προστασίας, καθώς και ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν πλήρη και σαφή γνώση των κινδύνων που παραμένουν καθώς και των τρόπων αντιμετώπισης τους. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του α.ν 551/1915 συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρου άρθρου 16 παρ. 1 του αν. 551/1915, όταν δηλαδή το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων οι οποίοι, ναι μεν δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου, επιβάλλονται όμως από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, όπως όταν ο εργοδότης παρέλειψε να επιστήσει την προσοχή του εργαζομένου ως προς τον τρόπο εκτελέσεως της ανατεθείσης σ' αυτόν εργασίας, προκειμένου να αποφευχθεί ο εγκείμενος στην εκτέλεση αυτής κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του. Τέτοια υποχρέωση του εργοδότη δεν υφίσταται, όταν ο εργαζόμενος γνωρίζει, όπως στην περίπτωση της μακροχρονίου απασχολήσεως του με το συγκεκριμένο είδος εργασίας, τον ασφαλή τρόπο εκτελέσεως αυτής, τα μέτρα τα οποία πρέπει να λάβει και τους κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθήσει κατά την εκτέλεση της, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος ατυχήματος κατ' αυτή, οπότε η ανωτέρω εκ μέρους του εργοδότη γνωστοποίηση παρίσταται άνευ αντικειμένου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό. 97296/15-7-2004 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων προσελήφθησαν στη Δ/νση Καθαριότητας του εργάτες, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας τεσσάρων μηνών, για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών και πρόσκαιρων αναγκών κατά την προετοιμασία και τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, μεταξύ δε των προσληφθέντων ήταν και ο ενάγων. Στις 17-7-2004 και ώρα 06.00 εξήλθε από το αμαξοστάσιο της Δ/σης Καθαριότητας το υπ' αριθ. ... απορριμματοφόρο όχημα του Δήμου Αθηναίων για αποκομιδή στην περιοχή πέριξ του 2ου Κοιμητηρίου Αθηνών, με πλήρωμα του τον Ζ. Γ. (οδηγό), Χ. Π. (εργάτη μόνιμο), Κ. Γ. (εργάτη μόνιμο) και τον ενάγοντα (εργάτη συμβασιούχο). Από τους τρεις εργάτες ο μεν Π. Χ. στεκόταν στο αριστερό σκαλοπάτι οι δε δύο άλλοι, ο Κ. Γ. και ο ενάγων, στέκονταν στο δεξιό σκαλοπάτι στο πίσω μέρος του απορριμματοφόρου, που συγκρατούνταν από τις υπάρχουσες χειρολαβές, μία στην κάθε πλευρά του οχήματος. Περί ώρα 08.00 π.μ. και ενώ το απορριμματοφόρο εκτελούσε μια δεξιά στροφή, ο μηχανισμός του οχήματος που ανεβοκατεβάζει τους κάδους απορριμμάτων (ψαλίδι) και με την κίνηση του οχήματος στις στροφές έχει τις ανάλογες κάμψεις δεξιά ή αριστερά, έκλινε προς τα δεξιά, συμπαρασύροντας τον ενάγοντα, που στεκόταν όρθιος στην πλευρά αυτή. Ο τελευταίος έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε να συγκρατείται από την χειρολαβή με το ένα χέρι αιωρούμενος και, παρά την προσπάθεια του συναδέλφου του να τον συγκρατήσει, έπεσε από το σκαλοπάτι, που στεκόταν, στο οδόστρωμα χτυπώντας με δύναμη, λόγω και της κίνησης του οχήματος, στο κεφάλι. Από την πτώση του στο έδαφος ο ενάγων παρέμεινε αναίσθητος και διακομίσθηκε από τους συναδέλφους του στο Νοσοκομείο "ΚΟΡΠΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.", όπου διαγνώσθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Εμφάνισε εμετούς, κεφαλαλγία και περιτραυματική αμνησία, λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Ο γενόμενος έλεγχος με αξονική τομογραφία εγκεφάλου ανέδειξε μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα, μη χρήζον νευροχειρουργικής επέμβασης, κάταγμα κρανίου (αρ) κροταφικά ρωγμώδες. Ο ασθενής εισήχθη και ετέθη σε συντηρητική αγωγή. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε ύφεση της συμπτωματολογίας του. Εξήλθε στις 26-7-2004 σε καλή γενικά κατάσταση και έλαβε οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και επανεξέταση. Μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο ο ενάγων παρέμεινε εκτός εργασίας καθόλο το διάστημα της σύμβασης εργασίας του, κατόπιν ιατρικής εντολής. Ο παραπάνω τραυματισμός του ενάγοντα οφείλεται στην αμέλεια των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, που δεν τήρησαν τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα για τους εργαζόμενους (ΠΔ 395/1994, ΠΔ 396/1994) και ειδικότερα διότι, δεν ελήφθη υπόψη από τα αρμόδια όργανα του δήμου η ηλικία του ενάγοντα, που ήταν 61 ετών και κατά συνέπεια με ελαττωμένες φυσικές δυνάμεις και τον τοποθέτησαν σε βάρδια της αποκομιδής απορριμμάτων, εργασία ιδιαίτερα επίπονη για άνθρωπο της ηλικίας του, που θα έπρεπε να ασχοληθεί σε πιο ελαφρά εργασία. Επιπλέον δεν ελήφθησαν από τους εκπροσώπους του δήμου τα προαναφερόμενα μέτρα προστασίας των εργαζομένων τοποθετήσαντες τον ενάγοντα σε βάρδια αποκομιδής απορριμμάτων την πρώτη ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του, χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση του ή έστω στοιχειώδη ενημέρωση του για τους πιθανούς κινδύνους από την εργασία αυτή. Το ατύχημα του ενάγοντα οφείλεται στην ειδική αμέλεια που επέδειξαν τα αρμόδια όργανα του εναγομένου ως προς την μεταχείριση του ενάγοντα, την οποία αν δεν είχαν επιδείξει δεν θα είχε συμβεί το ατύχημα. Αντίθετα τον ενάγοντα δεν βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος του, αφού η θέση που τοποθετήθηκε δεν ήταν δικής του επιλογής ούτε ο ίδιος πραγματοποίησε οποιαδήποτε ελιγμό ή ενέργεια που να συνιστά πρόσφορη αιτία στην επέλευση του (ατυχήματος), η πτώση του δε οφείλεται στην δεξιά στροφή του απορριμματοφόρου και στη δεξιά κάμψη του ψαλιδιού του κάδου, που συμπαρέσυρε τον ενάγοντα ο οποίος, λόγω της απειρίας του και της έλλειψης εκπαίδευσης, έχασε την ισορροπία του, έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε. Δεν αποδείχτηκε δε ότι τα αρμόδια όργανα του εναγομένου έδωσαν εντολή στον ενάγοντα να παραμείνει μέσα στο κουβούκλιο του απορριμματοφόρου, αλλά και ότι ο ίδιος βεβαίωσε ότι γνωρίζει από βαριές εργασίες και έτσι ασχολήθηκε με την αποκομιδή των απορριμμάτων. Το εναγόμενο συνομολογεί ότι η ημέρα εργασίας για τον ενάγοντα ήταν πρώτη και ότι αυτός ήταν εκπαιδευόμενος. Αλλά και αληθής να ήταν ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων βεβαίωσε ότι μπορεί να κάνει βαριές δουλειές και πάλι δεν θα έπρεπε να του επιτραπεί η εργασία στην άνω θέση όπου τραυματίστηκε, η οποία απαιτεί πολύχρονη εμπειρία. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, από τον τραυματισμό του ο ενάγων, ο οποίος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος του, ήταν 61 ετών, υγιής και έγγαμος, υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μετά την οποία παρουσίασε μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα, μη χρήζον νευροχειρουργικής επέμβασης, κάταγμα κρανίου (αρ) κροταφικά ρωγμώδες. Αυτός σήμερα είναι 64 ετών και δεν εργάζεται, παρουσιάζει οπωσδήποτε βελτίωση, αλλά εξακολουθεί να έχει ενοχλήσεις (κεφαλαλγία και ιλίγγους με αστάθεια) οφειλόμενες στον τραυματισμό του, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η καθημερινή του ζωή λαμβανομένων, επομένως, υπόψη των άνω συνθηκών, της ταλαιπωρίας που υπέστη από τον τραυματισμό του, της αποκλειστικής ευθύνης των υπευθύνων του εναγομένου σ1 αυτόν (τραυματισμό) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να του επιδικαστεί για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άνω αιτία το Δικαστήριο κρίνει ότι ανέρχεται σε 40.000 ΕΥΡΩ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του εναγομένου και δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 592/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος. Έτσι πού έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 662 ΑΚ και εκείνες που προαναφέρθηκαν, είναι δε αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα. (ΟΛ.ΑΠ. 8/2005). Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, πλήττεται η προσβαλλομένη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1εδ.β. στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει ότι σε περιπτώσεις ιδιαίτερα βίαιων κλίσεων και ελιγμών του απορριμματοφόρου οχήματος ούτε η πολύχρονη εμπειρία μπορεί να βοηθήσει ένα εργαζόμενο να αποφύγει ενδεχόμενη πτώση ακριβώς λόγω της επικίνδυνης φύσεως της εν λόγω εργασίας, αφού ουσιαστικά οι εργάτες κατά την κίνηση του απορριμματοφόρου οχήματος βρίσκονται εκτός αυτού συγκροτούμενοι μόνο από τις υπάρχουσες χειρολαβές. Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Κατ1 ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2009, αίτηση του Δήμου Αθηναίων, για αναίρεση των 2961/2008 και 1522/2009 (διορθωτικής της πρώτης) αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 1η Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Συμβασιούχος εργάτης καθαριότητας, τραυματισμός κατά την εργασία του, χρηματική ικανοποίηση. Η υπόθεση λόγω του αντικειμένου της δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας αλλά είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το Εφετείο δεν παραβίασε, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 662 ΑΚ και εκείνες που εφάρμοσε. Ο λόγος ο αιτιώμενος τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος.
null
null
0
Αριθμός 317/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αντωνιάδη. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς σωματείου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καθάρειο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-10-2003 και 8-12-2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 763/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3260/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 και 554 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι τελεσίδικες αποφάσεις, εναντίον των οποίων και στρέφεται το ένδικο αυτό μέσον. Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων υπόκεινται σε αναίρεση απευθείας, μόλις γίνουν τελεσίδικες. Εάν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τότε, εάν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή η έφεση απορριφθεί κατ' ουσία είτε γίνει δεκτή. Στην προκείμενη περίπτωση, επί δύο αγωγών της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η 763/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η πρώτη και απορρίφθηκε η δεύτερη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του εναγομένου και αντέφεση εκ μέρους της ενάγουσας, επί των οποίων εκδόθηκε η 3260/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές η έφεση και η αντέφεση, στη συνέχεια δε απορρίφθηκαν κατ' ουσία. Η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητείται η αναίρεση και των δύο ως άνω αποφάσεων. Η αίτηση αυτή, καθόσον απευθύνεται κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, παραδεκτά ασκείται, καθόσον, όμως, απευθύνεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης, είναι, απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Στο άρθρο 1 του ν. 682/1977 "Περί ιδιωτικών σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων" ορίζεται ότι, "ιδιωτικά σχολεία κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαιδεύσεως, τα μη ανήκοντα εις το Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα υπό φυσικών ή νομικών προσώπων ...". Στο άρθρο 28 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, εκπαιδευτικοί έχοντες τα υπό του παρόντος νόμου οριζόμενα προσόντα, εγγράφονται εις την επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, τηρουμένην παρά τη Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, συνοδευομένης υπό των προβλεπομένων προς διορισμόν δικαιολογητικών και γραμματίου καταθέσεως του προβλεπομένου ποσού υπέρ "Λογαριασμού Ιδιωτικής Γενικής Εκπαιδεύσεως" (παρ. 1). Η καταχώρησις εις την επετηρίδα γίνεται κατόπιν πράξεως της υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένης Επιτροπής Επετηρίδος (παρ. 2). Η Επετηρίς ιδιωτικών εκπαιδευτικών κοινοποιείται προς τας επιθεωρήσεις δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως. (παρ. 3). Εις την επετηρίδα εγγράφονται: Α' πίναξ: Οι υπηρετούντες κατ' αποκλειστικότητα εις την ιδιωτικήν εκπαίδευσιν και μη ανήκοντες εις μίαν των επομένων κατηγοριών, ως και οι κεκτημένοι τα υπό του παρόντος νόμου οριζόμενα προσόντα διορισμού ιδιοκτήται ιδιωτικών σχολείων. Β' πίναξ: Οι το πρώτον επιθυμούντες να διδάξουν εις την ιδιωτικήν εκπαίδευσιν και μέχρι της συμπληρώσεως διετούς διδακτικής υπηρεσίας, μετά την οποία εγγράφονται εις τον Α' πίνακα. Γ' πίναξ: Οι συνταξιούχοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί κλπ (παρ. 4). Στο άρθρο 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "το διδακτικόν προσωπικόν των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται υπό των ιδιοκτητών αυτών εκ των εγγεγραμμένων εις τους πίνακας της επετηρίδος ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ως και εξ υπαλλήλων του Δημοσίου ή Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου και διορίζονται υπό του οικείου Επιθεωρητού, κατόπιν προτάσεως του ιδιοκτήτου του σχολείου. Ο ιδιοκτήτης κατά την επιλογήν δεν δεσμεύεται εκ της σειράς εγγραφής εις τον πίνακα". Στο άρθρο 30 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2986/2002, ορίζεται ότι, "οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί τελούν επί σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Β' του παρόντος προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του δευτέρου έτους από την πρόσληψή του. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους υπηρεσίας ή κατά τη λήξη της διετίας ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση με καταβολή αποζημίωσης δύο μηνών στον εκπαιδευτικό. Μετά την πάροδο της διετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί, κατά τα ανωτέρω, ανανεώνεται αυτοδικαίως για τέσσερα ακόμη έτη ...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν.1483/1984 απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζομένης γυναίκας από τον εργοδότη της τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καµία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Ακόµη, µε το άρθρο 10 παρ. 1 του π.δ. 176/1997, το οποίο εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 92/1985 ΕΟΚ/1992 και το οποίο εφαρμόζεται σύμφωνα µε το άρθρο 1 παρ. 3 σε όλες τις επιχειρήσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τοµέα, συμπεριλαμβανομένων και των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα µε το άρθρο 15 του ν. 1483/84". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η προστασία αυτή ισχύει για την εργαζόμενη γυναίκα τόσο µε σύμβαση εργασίας αορίστου όσον και ορισμένου χρόνου. Από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό µε τις λοιπές ανωτέρω αναφερόμενες του ν. 682/1977, συνάγεται περαιτέρω ότι η προστασία των εργαζομένων γυναικών από το ενδεχόμενο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους κατά τη διάρκεια της κυήσεως, τοκετού και γαλουχίας τους, επεκτείνεται και στις γυναίκες εκπαιδευτικούς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που προβλέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 του ν. 682/1977. Για τις γυναίκες μάλιστα αυτές, ενόψει του ότι η τοιαύτη ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας τους, δεν λύεται αυτοδικαίως στο τέλος της διετούς διάρκειάς της, αλλά εάν δεν έχει μεσολαβήσει καταγγελία του εργοδότη και καταβολή της νόµιµης αποζημίωσης, ανανεώνεται αυτοδικαίως για µια επιπλέον τετραετία, παρατείνεται η προστασία τους λόγω κυήσεως κλπ, και πέρα από το χρόνο λήξεως της αρχικής διετούς διάρκειας της συμβάσεως τους. Επομένως, σύμφωνα µε τα προεκτεθέντα, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εγκύου ιδιωτικής εκπαιδευτικού κατά τη λήξη της, κατ' άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 682/1977, διετίας, είναι άκυρη, κατ' άρθρο 10 του Π.δ. 176/1997 και 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, αναστελλομένου του δικαιώματος του εργοδότη για την καταγγελία της συμβάσεως καθ' όλο το κατ' άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984 χρονικό διάστημα προστασίας της εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εκπαιδευτικού, και δυναμένου τούτου να ασκηθεί αμέσως μετά την πάροδο της κατά το νόμο περιόδου προστασίας. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι η προστασία αυτή ισχύει για την εργαζόμενη γυναίκα τόσον με σύμβαση εργασίας αορίστου όσον και ορισμένου χρόνου. Στη δεύτερη όμως περίπτωση η προστασία αυτή δεν μπορεί να παραταθεί πέραν από το χρόνο της συμβατικής λήξεως της ορισμένου χρόνου εργασιακής σχέσεως. Ειδικότερα η ενδιαφερομένη δεν μπορεί να επικαλεσθεί την εν λόγω προστασία αν έχει σύμβαση ορισμένου χρόνου που λήγει μέσα στο χρονικό διάστημα που προστατεύεται. Και τούτο γιατί διαφορετική ερμηνεία θα επέβαλε την αναγκαστική παράταση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που όμως δεν μπορεί να γίνει χωρίς ρητή διάταξη νόμου, αφού έτσι επέρχεται τροποποίηση της βούλησης των μερών, τα οποία καθόρισαν εξ αρχής τη διάρκεια της συμβάσεώς τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Η ενάγουσα Μ. Ρ. είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγγεγραμμένη στην Επετηρίδα Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Την 16/10/1998, προσελήφθη για πρώτη φορά από το εναγόμενο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτους, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως προσωρινή αναπληρώτρια νηπιαγωγός στο σχολείο του Αρσάκειου Νηπιαγωγείου Ψυχικού για το διδακτικό έτος 1998-1999, σύμβαση η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά κατά τα δύο επόμενα διδακτικά έτη. Ακολούθως, κατήρτισε με το εναγόμενο την από 21/9/2001 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διετούς διάρκειας, ήτοι από 10/9/2001 μέχρι την 31/8/2003,για να προσφέρει τις αυτές υπηρεσίες στο ως άνω Νηπιαγωγείο, επακολούθησε δε και σχετικός διορισμός της στη θέση αυτή για το ίδιο χρονικό διάστημα με την υπ' αριθ. 2357/31-5-2002 απόφαση του αρμοδίου προς τούτο Προϊσταμένου του 10ου Γραφείου της Α' Δ/νσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Κατά τα παραπάνω διδακτικά έτη από της αρχικής προσλήψεώς της μέχρι και το τέλος του διδακτικού έτους 2001 - 2002, ανατέθηκαν στην ενάγουσα καθήκοντα διδασκαλίας σε τάξη, δηλαδή σε ένα από τα 14 τμήματα νηπίων που λειτουργούσαν στο εν λόγω Νηπιαγωγείο, τα οποία άσκησε επιτυχώς. Κατά το διδακτικό έτος 2002 - 2003, ήτοι το δεύτερο της διετούς συμβάσεώς της, ανατέθηκαν στην ενάγουσα γενικά καθήκοντα εκτός τάξεως. Ακολούθως, η ενάγουσα έμεινε έγκυος, γεγονός που γνωστοποίησε στο εναγόμενο και από τα μέσα περίπου του διδακτικού αυτού έτους μέχρι το τέλος αυτού απείχε από τα καθήκοντά της κατόπιν λήψεως διαδοχικών αναρρωτικών αδειών λόγω των σοβαρότατων προβλημάτων που παρουσίασε στην εξέλιξη της κυήσεως της (δίδυμη κύηση, θάνατος του ενός εμβρύου κλπ.). Το εναγόμενο στις 11/7/2003, κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του και χωρίς προηγουμένως να έχει προβεί σε οιαδήποτε ενημέρωση της ενάγουσας ότι δεν θα ανανεώσει τη σύμβασή της, άσκησε έγγραφη καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας της, από 31/8/2003, που έληγε η διετής διάρκεια αυτής, προσφερόμενο συνάμα στην καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Την καταγγελία αυτή κοινοποίησε στην ενάγουσα, την 17/7/2003 και ενώ αυτή διήνυε τον 7ο μήνα της κυήσεώς της. Ακολούθως, η ενάγουσα, με την από 25/8/2003 εξώδικη δήλωσή της προς το εναγόμενο, απέκρουσε την ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεώς της ως μη νόμιμη, διότι ασκήθηκε και αφορούσε χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ίδια βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και επειδή ζήτησε να της γνωστοποιηθούν εγγράφως οι λόγοι που κατά το διδακτικό έτος 2002 - 2003 τέθηκε εκτός τάξεως του Νηπιαγωγείου, μετά τέσσερα έτη συνεχούς διδασκαλίας στις τάξεις αυτού. Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου την πρώτη των ενδίκων αγωγών (από 17/10/2003). Περαιτέρω, μετά από σχετικό ερώτημα της Α' Διεύθυνσης της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 193/4-6-2004 γνωμοδότηση του τελευταίου, με την οποία τούτο αποφάνθηκε ότι η γενομένη από το εναγόμενο από 11/7/2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη ως μη νόμιμη, λόγω παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984 και 10 του π.δ. 176/1997 και ότι το δικαίωμα του εναγομένου για καταγγελία αναστέλλεται για όσο διάστημα η ενάγουσα είναι έγκυος, καθώς και επί ένα έτος από τον τοκετό της, ήτοι μέχρι τις 7/10/2004. Η τοιαύτη δε γνωμοδότηση εγκρίθηκε από την Υπουργό Παιδείας. Το εναγόμενο συμμορφούμενο προς τη γνωμοδότηση αυτή, άσκησε, την από 6/9/2004 νέα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας από 7/10/2004, οπότε συμπληρώθηκε ένα έτος από τον τοκετό της και έληξε ο χρόνος προστασίας της, της κοινοποίησε δε την καταγγελία αυτή, στις 9/9/2004. Συγχρόνως δε, της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση καθώς και τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας. Μετά την καταγγελία αυτή, επακολούθησε η από 4/5/2005 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου της Α/βάθμιας Εκπ/σης περί απολύσεως της ενάγουσας, μετά και τη σύμφωνη γνώμη του ΝΣΚ, με το από 8/2/2005 έγγραφό του και την έγκριση της Υπουργού Παιδείας. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά 1)με την πρώτη των ενδίκων αγωγών, ότι η από 11/7/2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου, ήταν μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη, δεδομένου ότι έγινε καθ όν χρόνο η τελευταία ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη δεν επιτρεπόταν, ενόψει των άρθρων 15 του ν. 1483/1984 και 10 του π.δ. 176/1997, που εφαρμόζονται και στην περίπτωσή της, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, πριν από τη συμπλήρωση ενός έτους από τον τοκετό της, δηλαδή πριν από την 7/10/2004 και 2) με τη δεύτερη των ενδίκων αγωγών, ότι η από 6/9/2004 νέα έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας που ασκήθηκε εκ μέρους του εναγομένου για το από 7/10/2004 και εφεξής χρόνο, είναι παραδεκτή, διότι ασκήθηκε αμέσως μετά τη συμπλήρωση ενός έτους από τον τοκετό της ενάγουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984 και 10 του Π.δ. 176/1997, κατά τη διάρκεια του οποίου είχε ανασταλεί το δικαίωμα του εναγομένου για καταγγελία και συνεπώς είναι έγκυρη και ισχυρή, επιφέρουσα το έννομο αποτέλεσμα της λύσεως της ένδικης συμβάσεως εργασίας από 7/10/2004. Κατά συνέπεια, οι βάσεις της από 8/12/2004 αγωγής περί ανυπόστατου, άλλως περί νομικά αβασίμου της από 6/9/2004 καταγγελίας του εναγομένου, είναι αβάσιμες κατ' ουσία. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση και την αντέφεση, κατά της 763/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, η από 17-10-2003 αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι η, από 17-7-2003, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη και απορρίφθηκε η από 8-12-2004 αγωγή. Με τα, ανελέγκτως, δεκτά γενόµενα από το δικαστήριο της ουσίας,πράγματι,1)η από 11/7/2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, ήταν μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη, δεδομένου ότι έγινε καθ όν χρόνο η τελευταία ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, δίχως την αίρεση της επέλευσης των αποτελεσμάτων της μετά τη συμπλήρωση ενός έτους από τον τοκετό της δηλαδή από την 7/10/2004, και 2)η από 6/9/2004 νέα έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, η οποία ασκήθηκε μεν πριν τη συμπλήρωση ενός έτους από τον τοκετό της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια του οποίου είχε ανασταλεί το δικαίωμα του εναγομένου για καταγγελία, με την αίρεση όμως της επέλευσης των αποτελεσμάτων της, μετά την παρέλευση του παραπάνω χρόνου, είναι έγκυρη και ισχυρή, επιφέρουσα το έννομο αποτέλεσμα της λύσεως της ένδικης συμβάσεως εργασίας από 7/10/2004. Οι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, ειδικότερες, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι 1) η επίδικη σύμβαση ανανεώθηκε αυτοδικαίως, εφόσον η πρώτη καταγγελία ήταν άκυρη και παρήλθε η διετία μέχρι την άσκηση της δεύτερης καταγγελίας και 2) αν και οι δύο καταγγελίες ασκήθηκαν πριν τη συμπλήρωση ενός έτους από τον τοκετό της, δηλαδή πριν από την 7/10/2004 με αντιφατικές διατάξεις η απόφαση δέχθηκε ότι η πρώτη καταγγελία ήταν άκυρη και η δεύτερη έγκυρη, είναι αβάσιμες, διότι, α)το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, για καταγγελία της παραπάνω σύμβασης τελούσε σε αναστολή για όσο διάστημα η ενάγουσα ήταν έγκυος, καθώς και επί ένα έτος από τον τοκετό της, ήτοι μέχρι τις 7/10/2004 και συνεπώς δεν παρήλθε η διετία για την άσκηση του και β) η πρώτη καταγγελία ήταν άκυρη, διότι τα αποτελέσματα της δεν εξαρτήθηκαν από την πάροδο του κρίσιμου αυτού χρόνου, όπως έγινε με τη δεύτερη, από το ότι δε η πρώτη ήταν άκυρη δεν συνάγεται ότι το αναιρεσίβλητο δεν μπορούσε με νεότερη καταγγελία, γενόμενη σε μεταγενέστερο χρόνο, εντός όμως του χρονικού διαστήματος έως τις 7-10-2004, να επιδιώξει, όπως και έγινε, τη λύση της σύμβασης, για το μετά την 7-10-2004 χρονικό διάστημα. Συνεπώς το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου και είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλειες από τη διάταξη αυτή, με το να μη δεχθεί το Εφετείο, ότι η επίδικη διετής σύμβαση ανανεώθηκε αυτοδικαίως για τέσσερα έτη, εφόσον το ίδιο δέχθηκε ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας και μετά ταύτα να απορρίψει τον ισχυρισμό της για την ακυρότητα της δεύτερης καταγγελίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 3-12-2009, αίτηση αναιρέσεως των 763/2007 και 3620/2009, αποφάσεων, αντιστοίχως, του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 1η Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εάν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τότε, εάν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή η έφεση απορριφθεί κατ΄ ουσία είτε γίνει δεκτή. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εγκύου ιδιωτικής εκπαιδευτικού κατά τη λήξη της, κατ΄ άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 682/1977, διετίας, είναι άκυρη, κατ΄ άρθρο 10 του Π.δ. 176/1997 και 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, αναστελλομένου του δικαιώματος του εργοδότη για την καταγγελία της συμβάσεως καθ΄ όλο το κατ΄ άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984 χρονικό διάστημα προστασίας της εγκύου, λεχώνας ή γαλουχούσας εκπαιδευτικού, και δυναμένου τούτου να ασκηθεί αμέσως μετά την πάροδο της κατά το νόμο περιόδου προστασίας. Η προστασία αυτή ισχύει για την εργαζόμενη γυναίκα τόσον με σύμβαση εργασίας αορίστου όσον και ορισμένου χρόνου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 300/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων: 1) V. V.του L. και 2) M. M.του F., κρατουμένων στη Κλειστή Φυλακή ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Φεβρουαρίου 2010 και 3 Μαρτίου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1365/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 421/15-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις με αριθμούς 9/18.2.2010 και 10/3.3.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των: α) V. V, του L. και β) M. M. του F., αντιστοίχως, για αναίρεση της 43/5.2.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πλήττεται η 43/5.2.2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν, ο πρώτος τούτων σε συνολική ποινή καθείρξεως 14 ετών και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από κοινού και ο δεύτερος σε συνολική ποινή καθείρξεως 14 ετών και 4 μηνών και σε χρηματική ποινή 10.500 ευρώ για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από κοινού και παράνομη είσοδο στη Χώρα. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν με δήλωση των αναιρεσειόντων στο Διευθυντή του Καταστήματος της Κλειστής Φυλακής Πατρών, όπου κρατούνται και συντάχθηκαν οι αντίστοιχες με αριθμούς 9/18.2.2010 και 10/3.3.2010 εκθέσεις, στις οποίες αναφέρονται, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "... δηλώσας ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της 43/5.2.2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ... Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Με το περιεχόμενο αυτό, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας από την πληττόμενη απόφαση, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στις κρινόμενες αιτήσεις ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να κηρυχθούν απαράδεκτες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να κηρυχθούν απαράδεκτες οι με αριθμούς 9/18.2.2010 και 10/3.3.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των: α) V. V. του L. και β) M. M. του F., αντιστοίχως, για αναίρεση της 43/5.2.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι υπ'αριθ.9/18-2-2010 και 10/3-3-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των V. V. του L. και M. M. του F., αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 43/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και οι οποίες, ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ1 ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 43/15-2-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία, όπως απ'αυτήν προκύπτει, καταδικάσθηκαν ο πρώτος των αναιρεσειόντων V. V. σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και ο δεύτερος τούτων M. M. σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τεσσάρων (14) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ, για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από κοινού, αμφότεροι και επι πλέον για παράνομη είσοδο στη χώρα ο δεύτερος τούτων. Οι αναιρεσείοντες με τις ένδικες αιτήσεις τους, προβάλλουν, με το μοναδικό λόγο αυτών, όμοιο κατά περιεχόμενο, τα εξής: "Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του", χωρίς όμως να προσδιορίζουν σε τι συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως σε σχέση με τις παραδοχές της, και ποια συγκεκριμένα περιστατικά δεν περιέχονται στην αιτιολογία αυτή. Επομένως, ο λόγος αυτός των αναιρέσεων είναι αόριστος και αφού δεν περιέχεται στις ένδικες αιτήσεις κανένας άλλος λόγος (αναιρέσεως), πρέπει να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες, και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 18 Φεβρουαρίου 2010 και 3 Μαρτίου 2010 αιτήσεις των V. V. του L. και M. M. του F., αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 43/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτες αιτήσεις λόγω αορίστων λόγων αναιρέσεως.
null
null
2
Αριθμός 298/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της με αριθμό 124-125/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 21 Δεκεμβρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1376/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α' του ίδιου κώδικα, και τέτοιος θεωρείται και ο δήμαρχος, απαιτούνται α) παράβαση από τον υπάλληλο του υπηρεσιακού του καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή διοικητική πράξη ή από ιδιαίτερες κατά νόμον οδηγίες της Προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, β)δόλος του δράστη που περιέχεται στη βούλησή του να παραβεί το καθήκον του και γ)σκοπός του δράστη, επιπλέον, να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς όμως να απαιτείται για την πραγμάτωση του εγκλήματος και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος υπήρξε Δήμαρχος στο Δήμο .... Με την 428/23-1-2003 προκήρυξη ανακοίνωσε ότι θα προέβαινε στην πρόσληψη τεσσάρων ατόμων για τις ανάγκες λειτουργίας του ΚΕΠ, που ιδρύθηκε στον ίδιο Δήμο, με συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένης χρονικής διάρκειας, σε εκτέλεση σχετικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και καλούσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν αιτήσεις. Στην ίδια ανακοίνωση η οποία δημοσιεύθηκε την 25-1-2003 στην τοπική εφημερίδα "Πρώτη", και τοιχοκολλήθηκε την 23-1-2003 στο Δημαρχιακό κατάστημα, γινόταν αναφορά των τυπικών προσόντων των προσώπων που θα επιλέγονταν για τον προαναφερόμενο σκοπό. Ειδικότερα για τα προσόντα των υποψηφίων αναφέρονται τα εξής: "Οι επιλεγόμενοι πρέπει να έχουν τα εξής τυπικά προσόντα: Να είναι πτυχιούχοι Πανεπιστημιακής ή Τεχνολογικής εκπαίδευσης. Σε περίπτωση έλλειψης υποψηφίων με τα ανωτέρω τυπικά προσόντα, γίνονται δεκτοί και κάτοχοι τίτλου σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Απόφοιτοι Λυκείων, ΙΕΚ κ.λ.π.). Να γνωρίζουν άριστα χειρισμό Η/Υ ...". Μεταξύ των ενδιαφερομένων υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις οι ακόλουθοι οκτώ κάτοχοι πτυχίου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης Π. Ι., Γ. Π., Τ. Φ., Γ. Β., Κ. Ν., Γ. Ε., Β. Π., Σ. Α., Κ. Μ., καθώς και τέσσερα άτομα με πτυχίο τεχνολογικής εκπαίδευσης δηλαδή οι Σ. Α., Σ. Μ., Σ. Ε., Φ. Ι. και Μ. Δ. με άριστη γνώση χειρισμού Η/Υ, σύμφωνα με τις υπεύθυνες δηλώσεις που υπέβαλαν. Επίσης υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις άτομα που διέθεταν τίτλους σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δηλαδή απόφοιτοι Λυκείου και ΙΕΚ, μεταξύ των οποίων η Μ. Φ. και η Σ., ως απόφοιτοι Λυκείου και η Τ. Κ., ως απόφοιτη ΙΕΚ. Ακολούθως με την 38/7-3-2003 απόφαση του κατηγορουμένου επελέγησαν για τη στελέχωση του ΚΕΠ του Δήμου ... η Μ. Φ., η Π. Ι., η Σ. Ν. και η Τ. Κ.. Μεταξύ αυτών και του κατηγορουμένου ως εκπροσώπου του ιδίου Δήμου, υπογράφηκαν στη συνέχεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/97, συμβάσεις μίσθωσης έργου χρονικής διάρκειας δέκα οκτώ μηνών, στις οποίες αναφέρεται και το συμφωνημένο ποσόν, ως συνολική αμοιβή των προσληφθεισών αναδόχων, που ανήλθε σε 15.840 € για την κάθε μία. Πλην όμως από τις προαναφερόμενες μόνον η Ι. Π. ήταν κάτοχος πτυχίου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και συνεπώς νομίμως επελέγη, ενώ οι υπόλοιπες τρεις δεν είχαν τα τυπικά προσόντα, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αφού ήταν απόφοιτοι Λυκείου και ΙΕΚ. Έτσι ο κατηγορούμενος απέκλεισε τους αιτούντες υποψήφιους που διέθεταν τα τυπικά προσόντα οι οποίοι προαναφέρθηκαν δηλαδή ήταν πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών (πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης) και έπρεπε να τύχουν αποκλειστικής επιλογής και κατήρτισε παρανόμως τις παραπάνω συμβάσεις έργου, χωρίς αιτιολογία για τον αποκλεισμό των υπολοίπων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων συμβασιούχων, που θα επιλέγονταν, όπως ειδικότερα εκτέθηκαν, αναφέρονταν στην 12700/2-2-2002 εγκύκλιο του Υπουργού ΕΣΔΔΑ, η οποία είχε αποσταλεί στον κατηγορούμενο και ρητή αναφορά της οποίας γινόταν στην προκήρυξή του, με την οποία καλούσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν αιτήσεις. Εξάλλου στην ίδια εγκύκλιο γινόταν και η ακόλουθη αναφορά "κατ' εξαίρεση ιδιαίτερα για τους μικρούς Δήμους ή Κοινότητες με πληθυσμό κάτω των 5000 κατοίκων, εφόσον δεν υπάρχει η δυνατότητα εξεύρεσης πτυχιούχων και για περιορισμένο αριθμό υποψηφίων, μπορούσαν να απασχοληθούν κάτοχοι τίτλου ΔΕ". Στην προκειμένη περίπτωση ο Δήμος ..., με βάση την απογραφή του έτους 2001, έχει πληθυσμό 12.910 κατοίκους. Κατά της παραπάνω απόφασης του κατηγορουμένου, για την πρόσληψη των ατόμων που προαναφέρθηκαν, άσκησαν προσφυγές ενώπιον της επιτροπής του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994 τέσσερες από τους μη επιλεγέντες, αλλά διαθέτοντες τα τυπικά προσόντα της ανακοίνωσης προκήρυξης του τελευταίου, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η απόφασή του επιλογής των παραπάνω συμβασιούχων. Η προσφυγή αυτή έγινε δεκτή και με την 6/16-1-2004 απόφαση της ίδιας επιτροπής ακυρώθηκε η παραπάνω απόφαση του κατηγορουμένου, ως προς τις τρεις επιλεγείσες αναδόχους, που διέθεταν απολυτήριο Λυκείου και ΙΕΚ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της παραπάνω επιτροπής και αίτηση αναστολής εκτελέσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία (αίτηση αναστολής) απορρίφθηκε με την 27/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την πληρωμή αμοιβής των προσληφθεισών συμβασιούχων, εξέδωσε ο κατηγορούμενος τα 572/2003, 640/2003 και 664/2003 χρηματικά εντάλματα για τα χρονικά διαστήματα από 1-7 μέχρι 31-10-2003 ποσού 14.080 €, από 1-11 μέχρι 30-11-2003 ποσού 3.520 € και από 1-12 μέχρι 31-12-2003 ποσού 3.520 € αντίστοιχα. Τα χρηματικά αυτά εντάλματα εξοφλήθηκαν μετά από αμφισβήτηση της νομιμότητάς τους από την οικονομική Υπηρεσία του Δήμου ..., επειδή είχε γίνει παράνομη επιλογή των συμβασιούχων, με τη διαδικασία του " εντέλλεσθε " σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 236 του Δ.Κ.Κ. και 236 §2 του Β.Δ./201 17-5/15-6-59 δηλαδή με έγγραφη προς τούτο εντολή του κατηγορουμένου, την οποία, επίσης εγγράφως ζήτησαν οι υπάλληλοι εισηγητές της Υπηρεσίας Διαχείρισης του ίδιου Δήμου, καθώς και ο ταμίας, για να εξοφλήσουν τα χρηματικά εντάλματα, προκειμένου να απαλλαχθούν από την προσωπική ευθύνη σχετικά με την έκδοση και θεώρηση της έκθεσης ανάληψης δαπάνης και εξόφλησης των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής. Έτσι καταβλήθηκε στις προαναφερόμενες συμβασιούχους συνολικά το ποσόν των 21.120 €. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Ηλείας έκρινε ότι οι ένδικες συμβάσεις έργου ήταν παράνομες για τους προαναφερόμενους λόγους, και ότι δεν καταβλήθηκε νόμιμα το ποσόν των 21.120 €, που αφορούσε τα παραπάνω χρηματικά εντάλματα και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να επιστραφεί το καταβληθέν χρηματικό ποσόν στο Δήμο ... (βλ. το 1/2004 φύλλο μεταβολών και ελλείψεων του επιτρόπου). Στις παραπάνω πράξεις του ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στις συμβασιούχους, που επέλεξε παρανόμως, με αντίστοιχη βλάβη των υπολοίπων υποψηφίων, που διέθεταν τα τυπικά προσόντα, γεγονός το οποίο γνώριζε αφού επέλεξε άτομα που δε διέθεταν τα τυπικά προσόντα, που ανέφερε στην προκήρυξη-ανακοίνωσή του, η οποία είχε εκδοθεί με βάση την 12700/2002 εγκύκλιο του Υπουργού ΕΣΔΔΑ, στην οποία αναφέρονταν τα τυπικά προσόντα, επίσης γνώριζε ότι είχαν ασκηθεί προσφυγές κατά της απόφασής του ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής από τους διαθέτοντες τα τυπικά προσόντα της προκήρυξης υποψήφιους, αλλά ακόμα και η οικονομική υπηρεσία του Δήμου ... και ο ταμίας αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων και την εξόφληση των χρηματικών ενταλμάτων που εξέδωσε και διέταξε την εξόφλησή τους. Οι ίδιες πράξεις του κατηγορουμένου συνδέονται με την άσκηση της υπηρεσιακής του δραστηριότητας, στα πλαίσια της καθύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του δηλαδή είναι πράξεις που ανάγονται στην εκτέλεση του υπηρεσιακού του έργου. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, δια του συνόλου των παραδοχών της, το καθήκον που είχε ο αναιρεσείων και ανάγεται στη φύση της υπηρεσίας του, ως εντεταγμένου στη δημόσια διοίκηση, να προσλάβει, με συμβάσεις μισθώσεως έργου, για το έργο της "υποστήριξης και παραγωγικής λειτουργίας του ΚΕΠ του Δήμου ..." άτομα, τα οποία διέθεταν πτυχίο πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαιδεύσεως και είχαν εξειδίκευση στη χρήση εφαρμογών ηλεκτρονικών υπολογιστών και μόνο σε περίπτωση ελλείψεως αυτών θα μπορούσε να δεχθεί και άτομα με τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, καθώς επίσης προσδιορίζεται και η αποτελούσα παράβαση του καθήκοντος αυτού α) πρόσληψη τριών ατόμων αποφοίτων Λυκείου των δύο και απόφοιτης ΙΕΚ της μιας, παρά το ότι ο Δήμος ... είχε πληθυσμό που υπερέβαινε τους 5.000 κατοίκους και μεταξύ των ατόμων που υπέβαλαν αιτήσεις υπήρχαν 14 υποψήφιοι με πτυχίο πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαιδεύσεως και β) έκδοση τριών ενταλμάτων πληρωμής, συνολικού ποσού 21.120 ευρώ, προκειμένου να λάβουν αμοιβή οι ως άνω παρανόμως συμβληθείσες με σύμβαση έργου στο ΚΕΠ .... Ακόμη, αιτιολογείται πλήρως ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με θέληση παραβάσεως του ως άνω καθήκοντος της υπηρεσίας του και ότι αυτό το έπραξε επειδή σκοπούσε να βλάψει τους λοιπούς υποψηφίους, που διέθεταν τα τυπικά προσόντα, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι εν γνώσει του επέλεξε άτομα που δεν διέθεταν τα τυπικά προσόντα, με αντίστοιχη ωφέλεια των τελευταίων, γνώριζε δε ότι είχαν ασκηθεί, ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής, προσφυγές κατά της εν λόγω αποφάσεώς του, ενώ, περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όπως επιχειρήθηκε, ήταν πρόσφορη να οδηγήσει στην πρόκληση της ως άνω βλάβης των προσφευγόντων και την αντίστοιχη απόκτηση παρανόμου οφέλους από τους προσληφθέντες υποψηφίους. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος απέκλεισε υποψηφίους που είχαν τα τυπικά προσόντα και κατήρτισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, συμβάσεις μισθώσεως έργου με τις Φ. Μ., Ν. Σ. και Κ. Τ., οι οποίες ήταν οι δύο πρώτες απόφοιτες Λυκείου και η τρίτη απόφοιτη ΙΕΚ, κατά παράβαση της υπ’ αριθ. 12700/2.2.2002 εγκυκλίου του Υπουργού ΕΣΔΔΑ, η οποία καθόριζε τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων και της οποίας γινόταν ρητή αναφορά στην υπ` αριθ. 428/23.1.2003 προκήρυξη του ιδίου (αναιρεσείοντος). Για το λόγο, άλλωστε, αυτό, κατόπιν προσφυγής τεσσάρων από τους έχοντες τα τυπικά προσόντα, η απόφαση του αναιρεσείοντος ως προς τις ως άνω τρεις αναδόχους ακυρώθηκε με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 18 του ν. 2218/1994. Το ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν παράνομες έκρινε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, και ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Ηλείας. Το άρθρο 15§1 του ν. 3260/2004, με το οποίο προστέθηκαν στην παρ. 11 του άρθρου 31 του ν. 3013/2002 "αναβάθμιση πολιτικής προστασίας και άλλες διατάξεις" εδάφια, τα οποία ορίζουν ότι "για τις ανάγκες λειτουργίας των K.E.Π. επιτρέπεται η απασχόληση φυσικών προσώπων με συμβάσεις μίσθωσης έργου, για τις συμβάσεις αυτές ισχύουν οι κείμενες διατάξεις, χωρίς να απαιτούνται οι προϋποθέσεις της Π.Υ.Σ. 55/1998 και η χρονική διάρκεια του "πιλοτικού" διαστήματος για την οργάνωση και λειτουργία των Κ.Ε.Π. ορίζεται σε είκοσι τέσσερις (24) μήνες από την έναρξη λειτουργίας κάθε Κ.Ε.Π.", δεν ασκεί επιρροή, προεχόντως γιατί δεν ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των ενδίκων πράξεων (7.3.2003), αλλά και γιατί δεν ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα τυπικά προσόντα, τα οποία έπρεπε να έχουν οι υποψήφιοι για την υπογραφή συμβάσεων μισθώσεως έργου για το έργο της υποστηρίξεως και παραγωγικής λειτουργίας του ΚΕΠ του Δήμου ..., αφού και αυτό παραπέμπει στις κείμενες διατάξεις (ν. 2527/1997, 2218/1994). β) Η εγκύκλιος του Υπουργού ναι μεν δεν αποτελεί νόμο, εκδίδεται, όμως, με βάση νόμο και περιέχει οδηγίες της Προϊσταμένης αρχής για την εφαρμογή νομικών διατάξεων, οπότε η παράβασή της στοιχειοθετεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος. γ) Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για παράβαση καθήκοντος μόνο σε σχέση με την υπογραφή συμβάσεων έργου με τις ως άνω τρεις υποψήφιες που δεν είχαν πτυχίο πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαιδεύσεως και την έκδοση των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής και όχι και για την υπογραφή της συμβάσεως με την Ι. Π., η οποία είχε τα τυπικά προσόντα. Το γεγονός ότι στα εντάλματα περιλαμβανόταν η συνολική αμοιβή και των τεσσάρων αναδόχων, ήτοι και της ανωτέρω, δεν ασκεί επιρροή, αφού τα εντάλματα, που ανέφεραν και ποσά για παράνομες συμβάσεις, τα οποία, δηλαδή, είχαν παρανόμως καταβληθεί και ζητήθηκε από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου η επιστροφή τους, ήταν άκυρα στο σύνολό τους και δεν μπορούσαν να θεωρηθούν έγκυρα μόνο για το μέρος του αναφερομένου σ` αυτά ποσού που έπρεπε να καταβληθεί στην ανάδοχο που είχε υπογράψει σύμβαση νομίμως. Επομένως, δεν δημιουργείται καμιά αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η Ι. Π. νομίμως επελέγη και του ότι τα εντάλματα, τα οποία περιείχαν και την αμοιβή αυτής, είχαν εκδοθεί παρανόμως. δ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η Σχολή, της οποίας ο κάθε υποψήφιος, που αποκλείσθηκε, ήταν πτυχιούχος, αλλά αρκεί το ότι κατονομάζονται οι πτυχιούχοι πανεπιστημιακής και οι πτυχιούχοι τεχνολογικής εκπαιδεύσεως, ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι οι εν λόγω πτυχιούχοι είχαν, σύμφωνα με τις υπεύθυνες δηλώσεις που υπέβαλαν, άριστη γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή. ε) Για να καταλήξει το Πενταμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση του έλαβε υπόψη, πέραν των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά του τμήματος 1 της συνεδριάσεως της 14/16.5.2006 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το υπ’ αριθ. 2113/2004 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών και την από 15.11.2007 παρέμβαση του Υπουργού Εσωτερικών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τα οποία αναφέρονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων με τους αριθμούς 56, 57 και 63 αντιστοίχως, δεν ήταν δε αυτό υποχρεωμένο να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίσει ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. στ) Δεν αρκούσε το αν οι τρεις μη κάτοχοι πτυχίου πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαιδεύσεως γνώριζαν, ενδεχομένως, άριστα το χειρισμό Η/Υ, ενώ αναφέρεται από πού προκύπτει ότι οι λοιποί υποψήφιοι γνώρισαν το χειρισμό αυτού (από τις υπεύθυνες δηλώσεις τους, αφού από καμιά νομική διάταξη δεν προβλέπεται άλλος τρόπος έρευνας της συνδρομής του προσόντος αυτού). ζ) Όπως αναφέρθηκε, αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στις τρεις συμβασιούχους που δεν συγκέντρωναν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα με αντίστοιχη βλάβη εκείνων που τα συγκέντρωναν. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι της αιτήσεως, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 21.12.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των παραπάνω τριών εγγράφων (με αριθ. 56, 57 και 63) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 333§2 και 358 του ΚΠοινΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του αναιρεσείοντος, μετά την ανάγνωση των στα πρακτικά της αποφάσεως αναφερομένων εγγράφων, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η άσκηση του εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 35/13.10.2010 αίτηση του Π. Χ. του Χ. μετά των από 20/21.12.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 124-125/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος - Στοιχεία. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση καθήκοντος του κατηγορουμένου Δημάρχου, ο οποίος παρέβη το καθήκον που είχε από τη φύση της υπηρεσίας του και επέλεξε, για τις ανάγκες λειτουργίας του ΚΕΠ, υποψηφίους που δεν είχαν τα οριζόμενα με εγκύκλιο του αρμοδίου Υπουργού τυπικά προσόντα, με τους οποίους υπέγραψε συμβάσεις μισθώσεως έργου και εξέδωσε εντάλματα πληρωμής, προς όφελος των τελευταίων και με ζημία εκείνων που, παρά το ότι είχαν τα τυπικά προσόντα, δεν επελέγησαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 333§2 και 358 ΚΠΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
null
null
2
Αριθμός 297/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 4006/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Τ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1312/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 29-10-2010 και 18-11-2010 αποδεικτικά επιδόσεως του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και Αρχιφύλακα ..., ΑΤ ..., αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με θυροκόλληση, ο ίδιος και ο αντίκλητος δικηγόρος του Αναστάσιος Αποστολόπουλος, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 26 / 1 /2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 10-9-2010 αίτησή του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση - δήλωση του Σ. Τ. του Σ. περί αναιρέσεως της 4006/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
Αριθμός 296/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου A. R. του R., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4033/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1227/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 21 Οκτωβρίου 2010 και 26 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα αντίστοιχα, του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2010 αίτηση του A. ή A. R. του R. για αναίρεση της 4033/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 295/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ. Π. του Ε., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2485/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1181/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 12-10-2010 και 24-9-2010 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Νεάπολης Θεσσαλονίκης … και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .., αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο με θυροκόλληση και με επίδοση στον νομίμως διορισμένο αντίκλητο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά κλήσεων για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-7-2010 αίτηση του Χ. Π. του Ε., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2485/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 294/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ.-Δ. Τ. του Ν.-Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 307/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με συγκατηγορούμενους τους 1. A. D. του R., 2. Β. Σ. του Δ. και 3. Ν. Κ. του Χ.. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1147/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κολιοκώστα με αριθμό 387/23-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 26/26.7.2010 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Κ. - Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του 307/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, με το 84/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, προκειμένου να δικαστεί για: ηθική αυτουργία σε απόπειρα εμπρησμού από κοινού από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκρήξεως από κοινού από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και κίνδυνος σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, ηθική αυτουργία σε κατασκευή, προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών από κοινού με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο για άνθρωπο, και ένωση (συμμορία) προς διάπραξη κακουργημάτων (άρθρα 1, 12, 14, 18α, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 187 παρ. 3 εδ. α', 264 στοιχ. α' και β', 270 στοιχ. β', 272 παρ. 1 του ΠΚ, 1 παρ. 1 στοιχ. ε' και στ', 7 παρ. 1 και 8 στοιχ. α' του Ν. 2168/1993). Κατά του βουλεύματος αυτού ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε έφεση (1/19.1.2010) ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο με το 307/2010 βούλευμά του την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι εμπρόθεσμη, νομότυπη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την υπέρβαση εξουσίας και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α' και 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ' και στ' του ΚΠΔ) κι επομένως, πρέπει, να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 264 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα` β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση απαιτείται, πρόκληση πυρκαγιάς με οποιοδήποτε τρόπο, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί πυρ οπωσδήποτε σημαντικό και όχι συνηθισμένης εντάσεως με τάση εξαπλώσεως και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεσθεί, από το οποίο είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών ή σε άνθρωπο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ' αυτή μπορεί να προκληθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος σε άνθρωπο. Ο δόλος αρκεί να είναι και ενδεχόμενος. (ΑΠ 736/2009, ΑΠ 936/2007). Από το γεγονός ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση προκαλείται από την πυρκαγιά τόσο κίνδυνος για άνθρωπο, όσο και κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, δεν σημαίνει ότι υπάρχει αληθινή κατ' ιδέα συρροή κακουργήματος και πλημμελήματος, σύμφωνα με τα στοιχεία α' και β' του άρθρου 264 του ΠΚ. Η συνύπαρξη περισσότερων κινδύνων δεν δημιουργεί συρροή περισσότερων εγκλημάτων. Η διαβάθμιση της τιμωρίας σε βαθμό κακουργήματος ή πλημμελήματος εξαρτάται από το έννομο αγαθό, που απειλείται σε κάθε περίπτωση. Εάν απειλείται το μεγαλύτερης αξίας έννομο αγαθό της ζωής ή της υγείας ανθρώπου, τότε η πράξη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος. Ο εμπρησμός με κίνδυνο για άνθρωπο απορροφά τη διακινδύνευση πραγμάτων (ΑΠ 656/2005). ΙV. Κατά το άρθρο 270 εδ. β' ΠΚ, "Όποιος με πρόθεση προξενεί έκρηξη με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως με τη χρήση εκρηκτικών υλών, τιμωρείται: α) ... β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 100.000 μεταλλικών δραχμών (290 ευρώ) αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ή κίνδυνος σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της κακουργηματικής αυτής μορφής του εγκλήματος της εκρήξεως, το οποίο αποτελεί έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση εκρήξεως με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως με τη χρήση εκρηκτικών υλών και από αυτήν (έκρηξη) πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο ή σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός, τη γνώση από το δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της εκρηκτικής ιδιότητας της χρησιμοποιούμενης ύλης και της καταλληλότητας αυτής (προσφορότητας - πιθανότητας) να προκαλέσει με την έκρηξη κίνδυνο για άνθρωπο ή σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας και, αφετέρου, τη θέληση ή αποδοχή να προκαλέσει έκρηξη και εξ αυτής διακινδύνευση των ανωτέρω εννόμων αγαθών (ΑΠ 2259/2008, ΑΠ 992/2008). Η έκρηξη συνιστά φαινόμενο αιφνίδιο κατά τη διάρκεια του οποίου ελευθερώνονται αέρια που τελούν υπό υψηλή πίεση ή παράγονται αέρια εντός βραχύτατου χρόνου, των οποίων η διαστολή σε πολλαπλάσιο του αρχικού όγκου προκαλεί ισχυρό μηχανικό αποτέλεσμα που συνοδεύεται από κρότο, παροδική λάμψη και έκλυση θερμότητας (ΑΠ 851/2008, ΑΠ 1320/2007, ΑΠ 2232/2006, ΑΠ 456/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται, αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποίαν αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια με την πράξη ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη τμήμα αυτής, που οδηγεί αμέσως στην πράξη, αν δεν αποκοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Έτσι, οι πριν την ολοκλήρωση του εκρηκτικού φαινομένου ενέργειες του δράστη, όπως η σύνδεση, το άναμμα του φυτιλιού, η ρίψη του εκρηκτικού μηχανισμού ή η ταχυδρομική αποστολή αυτού με δέμα, συνιστούν απόπειρα εκρήξεως, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, εφόσον κρίνεται ότι εάν ολοκληρωνόταν η έκρηξη θα μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο ή κίνδυνος σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας (ΑΠ 456/2004). V. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 272 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2928/2001, "Όποιος κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικές βόμβες με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο ή να τις παραχωρήσει σε άλλον για τέτοια χρήση τιμωρείται με κάθειρξη". Ως εκρηκτικές ύλες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. ε' του Ν. 2168/1993, θεωρούνται "τα στερεά ή υγρά σώματα τα οποία από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών ή πιέσεων, με αποτελέσματα βλητικά ή εκρηκτικά", ως εκρηκτικός δε μηχανισμός κατά το στοιχείο στ' της ίδιας διατάξεως, θεωρείται κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη οποιασδήποτε εκρηκτικής ύλης, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η βενζίνη αν είναι συγκεντρωμένη σε δοχείο, διότι τότε υφίσταται κατά τους κανόνες της κοινής πείρας κίνδυνος εκρήξεως με τη μετατροπή της σε εκρηκτική ύλη δια της ανυψώσεως της θερμοκρασίας. Ως κατασκευή νοείται η δημιουργία από πρώτες ύλες εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών μηχανισμών. Προμήθεια εκρηκτικής ύλης είναι η απόκτηση με οποιονδήποτε τρόπο εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών βομβών, ενώ υπάρχει κατοχή όταν η εκρηκτική ύλη ή ο εκρηκτικός μηχανισμός βρίσκεται στη διάθεση του δράστη, είτε γι' αυτόν τον ίδιο είτε για άλλον. Υποκείμενο του σωρευτικώς μικτού εγκλήματος του άρθρου 272 παρ. 1 του ΠΚ δύναται να είναι οποιοσδήποτε (δηλαδή δεν απαιτείται να έχει ορισμένη ιδιότητα) που κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικούς μηχανισμούς, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει ο ίδιος για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα (ήτοι απειλή της ιδιοκτησίας τρίτων σε μεγάλη κλίμακα) ή κίνδυνο ανθρώπου ή να τις παραχωρήσει σε άλλον για να τις χρησιμοποιήσει εκείνος για τον ίδιο σκοπό, η επιτυχία του οποίου είναι αδιάφορη. Απαραίτητο στοιχείο του εγκλήματος του άρθρου 272 παρ. 1 του ΠΚ είναι η δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία έγκειται στη γνώση και θέληση της κατασκευής, προμήθειας και κατοχής των εκρηκτικών υλών. Τα εγκλήματα της εκρήξεως και της κατοχής εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανισμών διαφέρουν κατά τα αντικειμενικά συστατικά τους στοιχεία και, επομένως, υπάρχει μεταξύ τους αληθής πραγματική συρροή. Επίσης, είναι αληθής η συρροή μεταξύ των εγκλημάτων κατασκευής, προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών μηχανισμών [βομβών κλπ]. (ΑΠ 741/2009, ΑΠ 2232/2006, ΑΠ 456/2004, ΑΠ 1354/2003, Μπουρόπουλος ΕρμΠΚ, τομ. Β/407 και Μ. Καϊάφα Γκπάντι "κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα" έκδ. 1990 σ. 259 επ.). VI. Κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (Ολ. ΑΠ 50/1990). VII. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1234/2010, ΑΠ 379/2010, ΑΠ 1863/2009). VIII. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005), και γ) Είναι επιτρεπτή η καθολική ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1234/2010). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως [άμεσος δόλος] ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού [εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση] (ΑΠ 1446/2010, ΑΠ 1362/2010). Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η το παραπεμπτικό βούλευμα την απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σε αυτό ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (ΑΠ 1365/2010, ΑΠ 1153/2010). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1448/2010, ΑΠ 1418/2010). IX. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στις ενσωματωμένες σ' αυτό, ενιαίως, 146/2010 και 301/2010 προτάσεις του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Στη ..., την 7/9/2007, ημέρα Παρασκευή και ώρα 18.10', ο Ν. Γ., δημοτικός υπάλληλος, υπηρετών στη Δημοτική Αστυνομία του Δήμου ..., προσήλθε στο κτίριο του ευρισκόμενου, στην παραλιακή οδό ... της πόλης της ..., παλαιού ξενοδοχείου "Ξ.", όπου, μεταξύ άλλων, στεγαζόταν το δημοτικό κατάστημα του ανωτέρω Δήμου, αλλά και τα γραφεία της Δημοτικής Αστυνομίας του ανωτέρω Δήμου, προκειμένου, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, να αναλάβει και εκτελέσει την απογευματινή βάρδια φύλαξης του ανωτέρω δημοτικού καταστήματος. Το κτίριο του παλαιού ξενοδοχείου "Ξ.", είναι τριώροφο, εμβαδού 2.000,00 τ.μ., με φέροντα οργανισμό, από οπλισμένο σκυρόδεμα και τοιχοποιία, από τεχνητούς λίθους - τούβλα. Το εν λόγω κτίριο αποτελείται, α) από ισόγειο, στο οποίο στεγάζονται οι Υπηρεσίες του Τμήματος Αλλοδαπών και το κυλικείο, β) από ημιώροφο, στον οποίο στεγάζονται οι υπηρεσίες του Ληξιαρχείου, του Δημοτολογίου, των Οικονομικών Υπηρεσιών (: γραφεία "3", "4" και "7"), της Δημοτικής Αστυνομίας (: γραφεία "5" και "6"), του Συλλόγου Δημοτικών Υπαλλήλων, των Τεχνικών Υπηρεσιών και του Τμήματος Πρασίνου του ανωτέρω Δήμου, γ) από α' όροφο, στον οποίο στεγάζονται τα γραφεία των Αντιδημάρχων του ανωτέρω Δήμου, δ) από β' όροφο, στον οποίο στεγάζονται γραφεία των τεχνικών υπηρεσιών του ανωτέρω Δήμου, και ε) από γ' όροφο, στον οποίο στεγάζονται τα γραφεία της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων Ν. ... (βλ. την, από 7/9/2007, έκθεση αυτοψίας των Π. Μ. και Κ. Γ., αστυνομικών του Τ.Α. ...). Ο ανωτέρω δημοτικός υπάλληλος, αφού ξεκλείδωσε, με το κλειδί, που κατείχε, την εξωτερική θύρα εισόδου του δημοτικού καταστήματος και εισήλθε στο χώρο αυτού, στη συνέχεια, παρέλαβε, από συγκεκριμένο σημείο, που ο ίδιος γνώριζε, το κλειδί του υπ' αριθμ. "6" γραφείου του ισογείου, όπου στεγαζόταν η Δημοτική Αστυνομία του ανωτέρω Δήμου και χρησιμοποιώντας αυτό, εισήλθε στο συγκεκριμένο γραφείο, για να φορέσει τη στολή εργασίας του. Τότε, ευρισκόμενος, στο χώρο του ανωτέρω γραφείου, διέκρινε μια ανδρική φιγούρα, να τον κοιτάζει και να προσπαθεί να κρυφτεί. Επρόκειτο για νεαρό άνδρα, ηλικίας 25 - 30 ετών, μετρίου αναστήματος, με καθαρό πρόσωπο, ο οποίος φορούσε μαύρα γάντια, μαύρο "μπλουζάκι" και παντελόνι "τζην". Τότε, ο άνδρας αυτός ανέφερε κάτι, στην Αλβανική γλώσσα και εισήλθε, γρήγορα, στο υπ' αριθ. "7" γραφείο, κλειδώνοντας από πίσω του την πόρτα. Στο εν λόγω γραφείο του ημιορόφου του ανωτέρω κτιρίου (: υπ' αριθμ. "7"), εργαζόταν, ως υπεύθυνος υπάλληλος, ο Ι. Μ. του Μ., με αντικείμενο εργασίας, τις μισθοδοσίες των υπαλλήλων του Δήμου. Επίσης, στο συγκεκριμένο γραφείο, υπήρχαν, τοποθετημένα, σε ράφια, καταστάσεις του ΙΚΑ, αντίγραφα πληρωμών του ΙΚΑ, καθώς και τα αρχεία των ενταλμάτων της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ..., για τα έτη 2003 και 2004. Ο Ν. Γ. προσπάθησε να εισέλθει στο ανωτέρω γραφείο, αλλά δεν τα κατάφερε, πλην όμως, αντιλήφθηκε, ότι ο άγνωστος νεαρός άνδρας κατόρθωσε να εξέλθει, από το κτίριο, πηδώντας, από την "μπαλκονόπορτα" του ανωτέρω υπ' αριθμ. "7" γραφείου. Την ίδια ώρα, περίπου, στον ανωτέρω τόπο, κατέφθασε και ο συνάδελφος του Ν. Γ., Π. Κ. του Ι., προκειμένου να αναλάβουν, από κοινού, την απογευματινή τους υπηρεσία. Ο Π. Κ. αντίκρισε, αναστατωμένο, το συνάδελφο του, Ν. Γ., λόγω του προηγούμενου γεγονότος, το οποίο ο τελευταίος του περιέγραψε (βλ. τις ένορκες καταθέσεις των Ν. Γ. και Π. Κ.). Οι ανωτέρω δημοτικοί υπάλληλοι, αμέσως, ενημέρωσαν την αστυνομία, για το παραπάνω συμβάν και στη συνέχεια, αμφότεροι οι ανωτέρω υπάλληλοι, καθώς και οι σπεύσαντες, στο ανωτέρω σημείο, αστυνομικοί του Τ.Α. ..., εισήλθαν στα γραφεία "3", "4" και "7", όπου στεγάζονταν οι Οικονομικές Υπηρεσίες του Δήμου ... και διαπίστωσαν, ότι, εντός των χώρων αυτών, υπήρχαν είκοσι οκτώ (28) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, εκάστη, με εύφλεκτο υγρό, εκ των οποίων, οι είκοσι πέντε (25) φιάλες περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου, η μία (1) περιείχε βενζίνη και οι υπόλοιπες δύο (2) περιείχαν πετρέλαιο, πέντε (5) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 450 ml, που έφεραν την ένδειξη "Διάλυμα Assim υδροχλωρικού οξέος", πλήρεις περιεχομένου, πέντε (5) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας ενός (1) λίτρου, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "ELDON'S Gear Oil R SAE 90", τέσσερα (4) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας τεσσάρων (4) λίτρων, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "Extra Diesel TEC SAE 20W-50" και "ΕΛΙΝ", μία (1) πλαστική φιάλη, χωρητικότητας 500 ml, με την ένδειξη "ΚΡΙΝΟΣ", κενή περιεχομένου, μία (1) πλαστική φιάλη, χωρητικότητας 500 ml, η οποία περιείχε, περίπου, 400 ml νερό, ένα (1) πλαστικό ποτήρι, εντός σφραγισμένης συσκευασίας, από ζελατίνη, που έφερε τις ενδείξεις "Nescafe Frappe - ρόφημα στιγμιαίου καφέ", μία (1) σακούλα, περιέχουσα στουπιά και εννέα (9) αυτοσχέδιους πυρσούς. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε, α) ότι, στο μέσο, περίπου, του υπ' αριθμ. "3" γραφείου, ήταν συγκεντρωμένα, ατάκτως, σε μεγάλη στοίβα, έγγραφα, τα οποία είχαν, ήδη, διαβραχεί, με βενζίνη, ενώ, παράλληλα, μαζί με τα έγγραφα, υπήρχαν τέσσερις (4) πλαστικές φιάλες του ενός και ημίσεος (1,50) λίτρου, εκάστη, που περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου και δύο (2) δοχεία του ενός (1) λίτρου, έκαστο, που περιείχαν λιπαντικό λάδι, β) στο μέσο, περίπου, του υπ' αριθμ. "4" γραφείου, ήταν συγκεντρωμένα, ατάκτως, σε μεγάλη στοίβα, έγγραφα, ενώ, παράλληλα, μαζί με τα έγγραφα, υπήρχαν είκοσι τέσσερις (24) πλαστικές φιάλες του 1,50 λίτρου, εκάστη, που περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου, τέσσερα (4) δοχεία των τεσσάρων (4) λίτρων, έκαστο, που περιείχαν λιπαντικό λάδι, τρία (3) δοχεία του ενός (1) λίτρου, έκαστο, που περιείχαν λιπαντικό λάδι, τέσσερα (4) δοχεία, που περιείχαν υδροχλωρικό οξύ, εννέα (9) αυτοσχέδιους πυρσούς και μία (1) σακκούλα, που περιείχε στουπιά, και γ) στο μέσο, περίπου, του υπ' αριθμ. "7" γραφείου, ήταν συγκεντρωμένα, ατάκτως, σε μεγάλη στοίβα, έγγραφα (βλ. την, από 7/9/2007, έκθεση αυτοψίας των Π. Μ. και Κ. Γ., αστυνομικών του Τ.Α. ... και τις ένορκες καταθέσεις των Ν. Γ., Π. Κ. και Κ. Β.). Οι επιληφθέντες της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, αστυνομικοί του Τ.Α. ..., συνδυάζοντας το ανωτέρω συμβάν και τα προαναφερόμενα ευρήματα, αφενός μεν, με προηγούμενες πληροφορίες, οι οποίες ήταν, ήδη, διάχυτες, στη μικρή κοινωνία της ... και ανέφεραν, ότι στο ταμείο του Δήμου ..., υπήρχε τεράστιο οικονομικό έλλειμμα, ύψους 2.500.000,00 €, περίπου, απότοκο κακής διαχείρισης, το οποίο δεν ήταν δυνατόν, πλέον, να αποκρυβεί, διότι επέκειτο η διενέργεια οικονομικού ελέγχου των οικονομικών στοιχείων του εν λόγω Δήμου, από συνεργείο των αρμοδίων ελεγκτικών Οικονομικών Υπηρεσιών και αφετέρου, με άλλες πληροφορίες, τις οποίες είχαν συγκεντρώσει και οι οποίες ανέφεραν, ότι νεαρό πρόσωπο, αλβανικής υπηκοότητας, σε συνεννόηση, με τη συνδρομή και κατόπιν προτροπής του Δημάρχου και άλλων υπαλλήλων του Δήμου ... και έναντι αμοιβής 8.000,00 €, επρόκειτο να θέσει πύρ, στα γραφεία, όπου στεγάζονταν οι Οικονομικές Υπηρεσίες του εν λόγω Δήμου, έτσι ώστε να καταστραφούν τα οικονομικά στοιχεία, τα οποία φυλάσσονταν εκεί και από τα οποία προέκυπτε η κακοδιαχείριση των οικονομικών του ανωτέρω Δήμου, εκ μέρους του Δημάρχου και των αρμοδίων υπαλλήλων του τελευταίου, ενεργώντας, κατάλληλα, συνέλαβαν τον α' κατηγορούμενο, A. D. του R., ο οποίος αναγνωρίστηκε, οπό τον υπάλληλο της Δημοτικής Αστυνομίας, Ν. Γ. του Π., ως ο άνθρωπος, τον οποίο αντίκρυσε, το απόγευμα της 7/9/2007, στο υπ' αριθ. "7" γραφείο των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ... (βλ. τις, από 8/9/2007, ένορκες καταθέσεις των αστυνομικών, Π. Α. και Σ. Τ., την, από 8/9/2007, συμπληρωματική ένορκη κατάθεση του Ν. Γ. και την, από 8/9/2007, έκθεση σύλληψης του ανωτέρω κατηγορουμένου). Από την προανακριτική και ανακριτική ένορκη εξέταση του μάρτυρα, Σ. Κ., υπαλλήλου του Δήμου ..., ο οποίος ήταν υπεύθυνος, για την "ενταλματοποίηση" των εξόδων του εν λόγω Δήμου και εργαζόταν στο υπ' αριθμ. "4" γραφείο του ημιορόφου του ανωτέρω δημοτικού καταστήματος (βλ. τις από 7/9/2007, 8/9/2007 και 10/10/2007 ένορκες καταθέσεις αυτού), προέκυψε, ότι, είκοσι πέντε (25) έως τριάντα (30) ημέρες, πριν το ανωτέρω συμβάν, ενώ βρισκόταν, μαζί με τον προϊστάμενο του, Β. Σ., στο γραφείο του (τότε) Δημάρχου, Κ. - Δ. Τ., ο τελευταίος τους ρώτησε, εάν μπορούσαν να επέμβουν στο πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή του Δήμου ... και να πραγματοποιήσουν διορθώσεις των χρηματικών ενταλμάτων του Δήμου, προς το σκοπό μείωσης του εμφανιζόμενου διαχειριστικού ελλείματος. Όταν οι Σ. Κ. και Β. Σ. δήλωσαν αδυναμία, να προβούν στην ενέργεια αυτή, ο (τότε) Δήμαρχος, Κ. - Δ. Τ. ανέθεσε στον πρώτο, εξ αυτών, Σ. Κ., να επικοινωνήσει με την εταιρία "ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ" και να διερευνήσει τη δυνατότητα των υπαλλήλων αυτής, να πραγματοποιήσουν την ανωτέρω επέμβαση. Πράγματι, ο Σ. Κ., αφού επικοινώνησε με την Δ. Κ., υπάλληλο της ανωτέρω εταιρίας και της περιέγραψε, τι ακριβώς ήθελε, έλαβε αρνητική απάντηση, σχετικά με τη δυνατότητα της ανωτέρω επέμβασης, για την οποία και ενημέρωσε τον Β. Σ. και μέσω αυτού, τον (τότε) Δήμαρχο, Κ. - Δ. Τ.. Στη συνέχεια, ο (τότε) Δήμαρχος, Κ. - Δ. Τ., ζήτησε, μέσω του Β. Σ., προϊσταμένου των οικονομικών υπηρεσιών του Δήμου, κλειδιά των γραφείων "3", "4" και 7", με το πρόσχημα της δήθεν εξαγωγής κάποιων χρηματικών ενταλμάτων της μισθοδοσίας, προς ταξινόμηση, για τις ανάγκες του ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, στα οικονομικά του Δήμου ..., πλην όμως, στην πραγματικότητα, για να αποκτήσει πρόσβαση, μέσω "αντικλειδιών" των κλειδιών των ανωτέρω γραφείων, στους χώρους των τελευταίων και στα έγγραφα που φυλάσσονταν σ' αυτό. Πράγματι, ο Β. Σ., ο οποίος κατείχε κλειδί του υπ' αριθμ. "4" γραφείου, ζήτησε, για τον προαναφερόμενο σκοπό, από τον Σ. Κ., να παραλάβει, από τον Ι. Μ., το μοναδικό κλειδί του υπ' αριθμ. "7" γραφείου, στο οποίο εργαζόταν ο τελευταίος και να του το δώσει, παραδίδοντας, στη συνέχεια, ο ίδιος τα κλειδιά των υπ' αριθμ. "3", "4" και 7" γραφείων της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου, στον ανωτέρω (τότε) Δήμαρχο (βλ. τις ένορκες καταθέσεις των Σ. Κ. και Ι. Μ. και τις απολογίες του - εκ των κατηγορουμένων - Β. Σ.). Στη συνέχεια, ο - εκ των κατηγορουμένων και ήδη εκκαλούντων - (τότε) Δήμαρχος ..., Κ. - Δ. Τ., περί τα τέλη του μηνός Αυγούστου του έτους 2007, στην προσπάθεια του να συγκαλύψει την κακοδιαχείριση των οικονομικών του Δήμου ..., να εμποδίσει και να συσκοτίσει τις έρευνες των ελεγκτικών μηχανισμών, συνεννοήθηκε με τον συγκατηγορούμενό του, Β. Σ., ώστε να έρθουν σε επαφή, με τη μεσολάβηση του τελευταίου, με εταιρία "ιδιωτικών ερευνών - ντετέκτιβ", από την Πάτρα, που διατηρούσε ο Α. Δ., η οποία, μέσω δικών της ανθρώπων και έναντι αμοιβής 90.000,00 €, θα αναλάμβανε την αφαίρεση, από τα γραφεία των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., φακέλων και άλλων αποδεικτικών της κακοδιαχείρισης, εγγράφων στοιχείων, θέτοντας, ταυτοχρόνως, πυρκαγιά, προς εξαφάνιση κάθε ίχνους του εγκληματικού αυτού σχεδίου. Πράγματι, ο Β. Σ., αφού ήρθε σε επαφή με τον Α. Δ., κατέβαλε, σ' αυτόν, ως προκαταβολή της αμοιβής του, για την εκτέλεση του παραπάνω σχεδίου, το ποσό των 60.000,00 € και τα υπόλοιπα 30.000,00 € υποσχέθηκε να του τα καταβάλει, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του ως άνω σχεδίου, το οποίο, όμως, λόγω της υψηλής αστυνόμευσης της περιοχής, γύρω από το κτίριο του παλαιού ξενοδοχείου "Ξ." και λόγω του ότι το κτίριο αυτό, όπου στεγάζονταν, τότε, οι Υπηρεσίες του Δήμου ..., ήταν πολυσύχναστο και δίπλα, σχεδόν, στην παραλία, σε εποχή θέρους και άρα, υπήρχε, στην περιοχή, πυκνή κίνηση πεζών και οχημάτων, δεν κατέστη εφικτό να υλοποιηθεί (βλ. τις απολογίες του Β. Σ.). Στη συνέχεια, ο Β. Σ. απευθύνθηκε στον - εκ των κατηγορουμένων - Ν. Κ., που, όπως ο ίδιος γνώριζε, ήταν "κουμπάρος" του Α. Δ. και ζήτησε, απ' αυτόν, να μεσολαβήσει, ώστε να συναντηθεί ο ίδιος (ο Β. Σ.), με τον Α. Δ.. Πράγματι, η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε, στην οικία του Α. Δ., στην Πάτρα, όπου ταξίδεψαν αμφότεροι οι Β. Σ. και Ν. Κ., χωρίς, όμως, ουσιαστικό αποτέλεσμα, ως προς την εκτέλεση του προπεριγραφέντος εγκληματικού σχεδίου, αφού ο Α. Δ. αδιαφόρησε, σχετικώς (βλ. τις απολογίες των Β. Σ. και Ν. Κ. και τις ένορκες καταθέσεις του Α. Δ., ο οποίος, αν και αρνείται την είσπραξη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, έναντι αμοιβής του, προς εκτέλεση του ανωτέρω σχεδίου, εντούτοις επιβεβαιώνει τις επαφές, που ο ίδιος είχε, με τον Ν. Κ. και την εκ μέρους του τελευταίου, κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους, διατύπωση πρότασης, προς αυτόν, για την εκτέλεση του ανωτέρω σχεδίου). Μετά την παραπάνω εξέλιξη, ο (τότε) Δήμαρχος ..., Κ. - Δ. Τ., με τη μεσολάβηση και τη συνδρομή των Β. Σ. και Ν. Κ., προσέλαβε τον συγκατηγοροϋμενό του, A. D. και έναν άλλο ομοεθνή αυτού, υπήκοο Αλβανίας, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, καταβάλλοντάς τους, το ποσό των 10.000,00 €, περίπου, προκειμένου οι τελευταίοι να εξαφανίσουν όλα τα αρχεία του Δήμου ..., που αφορούσαν στην οικονομική του διαχείριση, προξενώντας πυρκαγιά και έκρηξη, στα γραφεία των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου αυτού. Στη συνέχεια, ο (τότε) Δήμαρχος ..., Κ. - Δ. Τ., προς πραγματοποίηση του ανωτέρω εγκληματικού σχεδίου, κατέπεισε το Β. Σ. και μέσω αυτού, τον Ν. Κ., έτσι ώστε ο τελευταίος, να προμηθευτεί επαρκή ποσότητα εύφλεκτων υλών, ικανή, να προκαλέσει ισχυρή πυρκαγιά και έκρηξη στα γραφεία των οικονομικών υπηρεσιών του Δήμου ..., με απώτερο σκοπό την εξαφάνιση των αρχείων του τελευταίου, που περιείχαν έγγραφα, σχετικά με τη διαχείριση των οικονομικών του ανωτέρω Δήμου. Σημειωτέον, ότι ο Ν. Κ., ο οποίος ήταν ελεύθερος επαγγελματίας και διατηρούσε γραφείο μεταφορών πραγμάτων, με τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ", συνεργαζόταν, από του έτους 1992, με το Δήμο ..., εκτελώντας, επ' αμοιβή, όλες τις μεταφορές αντικειμένων, από και προς τον εν λόγω Δήμο, επιθυμώντας να εξασφαλίσει και να διατηρήσει την εύνοια και την υποστήριξη του (τότε) Δημάρχου, Κ. - Δ. Τ., την 5/9/2007, κατόπιν των εντόνων προτροπών του τελευταίου και υπό τις κατάλληλες υποδείξεις του A. D. και του Αλβανού υπηκόου, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, προμηθεύτηκε επαρκείς ποσότητες βενζίνης και πετρελαίου, υδροχλωρικού οξέος, λαδιού μηχανών εσωτερικής καύσης, στουπιών και αυτοσχέδιων πυρσών, τις οποίες και εναπέθεσε, προσωρινά, στο γραφείο της μεταφορικής του εταιρίας, με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ". Το βράδυ της 6/9/2007, οι Ν. Κ. και Β. Σ. και αφού προηγήθηκαν οι προτροπές του Κ. - Δ. Τ., ανέμειξαν και διαμοίρασαν, στο ανωτέρω γραφείο του πρώτου, εξ αυτών, τις εύφλεκτες - εκρηκτικές ύλες της βενζίνης και του πετρελαίου, σε είκοσι πέντε (25) πλαστικές φιάλες, πλήρεις περιεχομένου, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, εκάστη και μαζί με μία (1) πλαστική φιάλη, πλήρη περιεχομένου, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, που περιείχε μόνο βενζίνη, δύο (2) πλαστικές φιάλες, πλήρεις περιεχομένου, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, εκάστη, που περιείχαν μόνο πετρέλαιο, πέντε (5) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 450 ml, που έφεραν την ένδειξη "Διάλυμα Assim υδροχλωρικού οξέος", πλήρεις περιεχομένου, πέντε (5) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας ενός (1) λίτρου, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "ELDON'S Gear Oil R SAE 90", τέσσερα (4) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας τεσσάρων (4) λίτρων, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "Extra Diesel TEC SAE 20W-50" και "ΕΛΙΝ", την ποσότητα στουπιών και τους εννέα (9) αυτοσχέδιους πυρσούς και συσκεύασαν αυτές, σε τρία (3) χάρτινα κουτιά, τα οποία και περιτύλιξαν, με τις αυτοκόλλητες ταινίες της εταιρίας μεταφορών "DHL" και της ανωτέρω εταιρίας του Κ., με ιδιαίτερη επιμέλεια, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο τους, από τρίτους. Στη συνέχεια και κατά τις πρωινές ώρες της επομένης ημέρας, 7/9/2007, ο Ν. Κ., με φορτηγό αυτοκίνητο της μεταφορικής του εταιρίας, μετέφερε τα εν λόγω κουτιά στο κτίριο του Δήμου ... και ειδικότερα, τα παρέδωσε στον Β. Σ., παρουσιάζοντάς τα, στους λοιπούς υπαλλήλους του ως άνω Δήμου, ως περιέχοντα, δήθεν, υπηρεσιακά έγγραφα. Συνεπώς, οι Σ. και Κ. προμηθεύτηκαν, κατασκεύασαν και κατείχαν, όλο αυτό το διάστημα, μεταξύ 4/9/2007 και 7/9/2007, τα προαναφερθέντα, εύφλεκτα - εκρηκτικά υλικά, προκειμένου, στη συνέχεια, να τα παραχωρήσουν στον A. D. και τον έτερο υπήκοο Αλβανίας, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, έτσι ώστε οι τελευταίοι, με τη χρήση αυτών, να προξενήσουν κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα, ή κίνδυνο για άνθρωπο. Κατόπιν όλων αυτών των ενεργειών, ο Τ., με τη βοήθεια του Σ., φρόντισε να παραλάβουν ο A. D. και ο προαναφερόμενος άγνωστος συναυτουργός αυτού, τα αντικλείδια, των υπ' αριθ. "3", "4" και "7" γραφείων των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., καθώς και το αντικλείδι της πίσω πόρτας του κτιρίου του ξενοδοχείου "Ξ.", στο οποίο στεγάζονταν, τότε, οι υπηρεσίες του Δήμου .... Ακολούθως, την ίδια ημέρα και μετά το πέρας του ωραρίου της υπηρεσίας, ο A. D. και ο έτερος υπήκοος Αλβανίας, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, εισήλθαν στο χώρο του παλαιού ξενοδοχείου "Ξ.", κατευθύνθηκαν, με τα αντικλείδια, που είχαν στην κατοχή τους, στα υπ' αριθ. "3", "4" και "7" γραφεία των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., τα οποία, και άνοιξαν, αρχίζοντας να βγάζουν, από τα χάρτινα κιβώτια, τα εύφλεκτα υλικά. Αμέσως μετά, κινούμενοι εντός του ανωτέρω χώρου, αφού, προηγουμένως, συγκέντρωσαν, σε στοίβες, ποσότητες εγγράφων, στο κέντρο και των τριών (3) ανωτέρω γραφείων, άρχισαν να επιμερίζουν τα εύφλεκτα υλικά, ανά γραφείο, προλαβαίνοντας να διαβρέξουν, με βενζίνη και μείγμα βενζίνης - πετρελαίου, τα έγγραφα, που βρίσκονταν στοιβαγμένα, στο κέντρο του υπ' αριθ. "3" γραφείου. Σκοπός τους, κατά το εγκληματικό σχέδιο του Τ., ήταν να διαβρέξουν, με μείγμα βενζίνης και πετρελαίου και τα έγγραφα, που βρίσκονταν, στο κέντρο των υπ' αριθ. "4" και "7" γραφείων και έπειτα να θέσουν πύρ, με τους αυτοσχέδιους πυρσούς, προξενώντας πυρκαγιά. Ταυτοχρόνως, το λάδι μηχανής, που είχαν στη διάθεση τους, έτοιμο, προς χρήση, θα βοηθούσε στην εξάπλωση της πυρκαγιάς, διότι, κατά την κατάσβεση, με τη βοήθεια του νερού, αυτό δεν θα έσβηνε, αλλά θα εξαπλωνόταν και στα λοιπά έγγραφα, ενώ το υδροχλωρικό οξύ, που επίσης είχαν στη διάθεση τους, θα διάβρωνε τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καταστρέφοντας τους σκληρούς τους, δίσκους και τις δισκέτες, στα οποία ήταν αποθηκευμένα ενοχοποιητικά στοιχεία, γύρω από την κακοδιαχείριση των οικονομικών του Δήμου ... [βλ. τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των Ν. Κ. και Β. Σ. και την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (Τμήμα Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων - Εργαστήριο Ανάλυσης Αυτοσχέδιων Εκρηκτικών - Εμπρηστικών Μηχανισμών)]. Κατά τα λοιπά και ως προς τη συνδρομή ή μη δυνατότητας πρόκλησης έκρηξης, από τα ανευρεθέντα και εξετασθέντα πειστήρια, τα οποία βρέθηκαν να έχουν τοποθετηθεί στα υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" γραφεία της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου ... και αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (Τμήμα Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων - Εργαστήριο Ανάλυσης Αυτοσχέδιων Εκρηκτικών - Εμπρηστικών Μηχανισμών), πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Ως εύφλεκτα, θεωρούνται τα υγρά, τα οποία σχηματίζουν ατμούς επάνω από την ελεύθερη επιφάνεια τους, οι οποίοι μπορούν να αναφλεγούν. Τα πλέον κοινά εύφλεκτα υγρά, τα οποία χρησιμοποιούνται, για ακριβώς αυτήν την ιδιότητα τους, ως υγρά καύσιμα, είναι η βενζίνη και το πετρέλαιο. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των εύφλεκτων υγρών, είναι το σημείο ανάφλεξης τους (flash point), δηλαδή, η ελάχιστη θερμοκρασία, στην οποία πρέπει να θερμανθεί το υγρό, για να δημιουργηθούν εύφλεκτοι ατμοί επάνω από την ελεύθερη επιφάνεια του, έτσι ώστε να αναφλεγούν, με την προσέγγιση φλόγας ή τη δημιουργία σπινθήρα. Οι βενζίνες (χαμηλών οκτανίων) έχουν σημείο ανάφλεξης περίπου -43° C και από αυτήν τη θερμοκρασία και επάνω, παράγουν εύφλεκτους ατμούς. Το σημείο ανάφλεξης των πετρελαίων κυμαίνεται, μεταξύ +50° C και +55° C. Μια ακόμη ιδιότητα των εύφλεκτων υλικών, είναι η ιδιότητα της αυτανάφλεξης. Αυτό σημαίνει, ότι ένα εύφλεκτο υλικό μπορεί να αναφλεγεί, χωρίς την παρουσία εξωτερικής πηγής φλόγας ή σπινθήρα, αν θερμανθεί, σε μία συγκεκριμένη θερμοκρασία. Αυτή η θερμοκρασία είναι η θερμοκρασία αυτανάφλεξης και αφορά την ανάφλεξη, μέσα σε ένα κλειστό σύστημα. Για τα πετρελαιοειδή καύσιμα, η θερμοκρασία αυτανάφλεξης είναι μεγαλύτερη από 250° C. Η ανάφλεξη των αέριων μειγμάτων των ατμών ορισμένων εύφλεκτων υγρών, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, δημιουργεί έκρηξη, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Αυτά τα αέρια μείγματα μπορούν να εκραγούν, μόνον, όταν βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο εύρος συγκεντρώσεων. Όταν ένα αέριο βρίσκεται σε συγκέντρωση, μικρότερη του κατώτερου αναφλέξιμου - εκρηκτικού ορίου του (Κ.Ε.Ο.), θεωρείται, ότι είναι φτωχό, ως καύσιμο μείγμα και δεν μπορεί να αναφλεγεί και να δημιουργήσει έκρηξη. Όταν ένα αέριο βρίσκεται σε συγκέντρωση, μεγαλύτερη από το ανώτερο αναφλέξιμο - εκρηκτικά όριο του (Α.Ε.Ο.), το μείγμα αερίου - αέρα, θεωρείται, ότι είναι πλούσιο σε καύσιμο (αλλά φτωχό σε οξυγόνο) και επίσης, δεν μπορεί να αναφλεγεί, ούτε να δημιουργήσει έκρηξη. Όταν η συγκέντρωση του αερίου βρίσκεται, μεταξύ των δύο αυτών ορίων, τότε το μείγμα του αερίου, με τον αέρα, θεωρείται, ότι βρίσκεται στην περιοχή αναφλεξιμότητας εκρηκτικότητας του. Μέσα στο εύρος συγκεντρώσεων της περιοχής αναφλεξιμότητας - εκρηκτικότητας, μπορεί να λάβει χώρα έκρηξη του μείγματος, όταν οι ατμοί του εύφλεκτου αερίου, αναφλεγούν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ανάφλεξη που προκύπτει δεν είναι διαφορετική, από αυτή, που συμβαίνει, κατά την καύση των ατμών αυτών των αερίων, εκτός από το γεγονός, ότι η ύπαρξη του ομοιογενούς μείγματος αερίου - αέρα, σε αυτές τις συγκεντρώσεις, επιτρέπει την ανάφλεξη όλης της καύσιμης ύλης, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Επομένως, η παραγωγή θερμότητας, η δημιουργία προϊόντων καύσης και η εκτόνωση αυτών των προϊόντων, η οποία θα απαιτούσε, κανονικά, αρκετό χρόνο, για να λάβει χώρα, συντελείται, σχεδόν ταυτόχρονα και έχει τις συνέπειες και τα μηχανικά αποτελέσματα της έκρηξης. Μια τέτοια έκρηξη μπορεί να είναι πολύ έντονη και ισχυρή, ώστε να δημιουργήσει τεράστιες ζημιές, ακόμα και να ανατινάξει ένα ολόκληρο κτίριο. Σε ένα κλειστό σύστημα και σε θερμοκρασία 20° C, οι ατμοί των βενζινών δημιουργούν αναφλέξιμο - εκρηκτικό μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, σε εύρος συγκεντρώσεων από 1,5% έως 7,5%, κατ' όγκο, Αυτό σημαίνει, ότι αρκεί 1,5 μονάδα όγκου ατμών βενζίνης, σε 100 μονάδες όγκου μείγματος αέρα - βενζίνης, για να δημιουργηθεί το εκρηκτικό μείγμα. Με βάση θεωρητικούς υπολογισμούς, το ελάχιστο ποσό βενζίνης, σε υγρή μορφή, που πρέπει να εξατμιστεί, για να πληρωθεί η συνθήκη του, κατώτερου εκρηκτικού ορίου (Κ.Ε.Ο.), είναι, περίπου, ενενήντα έξι (96) κυβικά εκατοστά (ml) βενζίνης, ανά κυβικό μέτρο (m3 ) αέρα (96ml/m3), ενώ, με βάση εμπειρικούς υπολογισμούς, το ποσό της βενζίνης ανέρχεται σε 89ml/m3. To ανώτερο εκρηκτικό όριο (Α.Ε.Ο.), με βάση θεωρητικούς υπολογισμούς, μπορεί να υπολογιστεί, περίπου, στα 493ml υγρής βενζίνης, που πρέπει να εξατμιστεί, ανά m3 αέρα, ενώ, με βάση εμπειρικούς υπολογισμούς, το ποσό αυτό ανέρχεται στα 448ml/m3. Με βάση τους ανωτέρω υπολογισμούς, κατά μέσο όρο, για το Κ.Ε.Ο., το ποσό της βενζίνης είναι 92,5ml/m3 και για το Α.Ε.Ο, το ποσό της βενζίνης είναι 470,5ml/m3. Στην προκείμενη περίπτωση, θεωρώντας το χώρο των υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" γραφείων της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου ..., ως το - υπό μελέτη - σύστημα, για τη διαπίστωση της δυνατότητας πρόκλησης έκρηξης, σ' αυτόν, από τις ποσότητες των εύφλεκτων υγρών - εκρηκτικών υλών, που βρέθηκαν τοποθετημένες, σ' αυτούς, λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες: 1) Η ποσότητα της διαθέσιμης βενζίνης, 2) Το μέγεθος του χώρου, στον οποίο τοποθετήθηκε η βενζίνη, 3) Η θερμοκρασία του χώρου, 4) Η επιφάνεια και το είδος του εμποτισμένου, με τη βενζίνη, υλικού, και 5) Το χρονικό διάστημα, από τη διαβροχή του χώρου, μέχρι την πυροδότηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ των πειστηρίων, που εξετάστηκαν και αναφέρονται, αναλυτικά, στην υπ' αριθμ. 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (Τμήμα Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων - Εργαστήριο Ανάλυσης Αυτοσχέδιων Εκρηκτικών - Εμπρηστικών Μηχανισμών), υπήρχαν είκοσι οκτώ (28) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 1,51 λίτρων, εκάστη. Από αυτές, οι είκοσι πέντε (25) φιάλες, ήταν αρχικά πλήρεις περιεχομένου και περιείχαν μείγμα των εύφλεκτων υλών βενζίνης και πετρελαίου, δύο (2) φιάλες περιείχαν την εύφλεκτη ύλη πετρέλαιο και μία (1) φιάλη ήταν πλήρης, με την εύφλεκτη ύλη βενζίνη. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η βενζίνη μπορεί να δημιουργήσει εκρηκτικό μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Για τις ανάγκες της διερεύνησης της πιθανότητας δημιουργίας εκρηκτικού μείγματος των ατμών της βενζίνης, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, στο συγκεκριμένο σύστημα, πραγματοποιήθηκε ποσοτική προσέγγιση του ποσού της βενζίνης, που υπήρχε στις φιάλες, με βάση τα πειστήρια, που αναλύθηκαν και περιγράφονται στην υπ' αριθμ. 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης. Με τη χρήση προτύπων βενζίνης και πετρελαίου, κατασκευάστηκαν πρότυπες καμπύλες συγκέντρωσης μειγμάτων και με βάση αυτές, προσδιορίστηκε, ότι το ποσοστό της βενζίνης, στις είκοσι πέντε (25) φιάλες, που περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου, κυμαινόταν από 60% έως 80%. Συγκεκριμένα, ο μέσος όρος των ποσοστών αυτών ήταν 68%, με τυπική απόκλιση, περίπου/ 5%. Αυτό σημαίνει, ότι υπήρχαν περίπου 25,5 λίτρα βενζίνης, στις είκοσι πέντε (25) φιάλες και αν σε αυτό προστεθούν τα 1,51 λίτρα της φιάλης, που περιείχε μόνο βενζίνη, το συνολικό ποσό της βενζίνης, που υπήρχε διαθέσιμο ήταν 27 λίτρα. Με βάση αυτή την ποσότητα βενζίνης, η συνθήκη, για το κατώτερο εκρηκτικό όριο, εκπληρώνεται, σε συνολικό χώρο 292 m3. Αυτό σημαίνει, ότι, αν αυτή η ποσότητα βενζίνης τοποθετείτο, σε ένα κλειστό χώρο, με όγκο 292 m3 και θερμοκρασία 20° C, τότε, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, στο οποίο θα εξατμιζόταν η ποσότητα της βενζίνης, η προσέγγιση φλόγας ή η δημιουργία σπινθήρα, θα προκαλούσε την έκρηξη των ατμών της βενζίνης και συνεπακόλουθα, την ανάφλεξη και την καύση και καταστροφή των υλικών του χώρου. Το κάθε ένα, από τα υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" γραφεία, στα οποία βρέθηκαν τα πειστήρια, καταλαμβάνει όγκο, ίσο με 58m3. Για να δημιουργηθεί εκρηκτικό μείγμα ατμών βενζίνης, μέσα σε ένα τέτοιο χώρο, θα πρέπει να εξατμιστεί ποσότητα βενζίνης, από 5,4 έως 27,3 λίτρων. Αυτό σημαίνει, ότι, όταν, σε έναν τέτοιο χώρο, εξατμιστούν περίπου 5,4 λίτρα βενζίνης, δημιουργείται εκρηκτικό μείγμα (Κ.Ε.Ο.). Σημειώνεται, εδώ, ότι, με βάση την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, την 07/09/2007, η θερμοκρασία στην πόλη της ..., από 11.00' έως 17.00' ώρας Ελλάδος, κυμαινόταν, μεταξύ 20 και 21° C. Ως εκ τούτου, η επίδραση της θερμοκρασίας, στα προαναφερθέντα εκρηκτικά όρια των ατμών της βενζίνης, θεωρείται αμελητέα και τα όρια ισχύουν, ως έχουν. Όσον αφορά στο είδος του υλικού, που είχε διαβραχεί με τη βενζίνη, αυτό ήταν, κυρίως, έγγραφα και χαρτιά διαφόρων ειδών, υλικά, πρόσφορα, τόσο για τη δημιουργία πυρκαγιάς, όσο και για τη διευκόλυνση του φαινομένου της εξάτμισης της βενζίνης, εξαιτίας της αυξημένης επιφάνειας. Το χρονικό διάστημα, από τη διαβροχή του χώρου, μέχρι την πυροδότηση, είναι ένας από τους παράγοντες, που επηρεάζουν την πιθανότητα δημιουργίας εκρηκτικού μείγματος, καθώς, για να δημιουργηθεί ικανή ποσότητα ατμών βενζίνης, πρέπει να μεσολαβήσει ο απαραίτητος χρόνος, για την εξάτμιση της. Παρόλο που ο ρυθμός εξάτμισης της βενζίνης, στο συγκεκριμένο σύστημα, δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί με ακρίβεια, με βάση εμπειρικούς υπολογισμούς, στη θερμοκρασία των 20° C, το ποσοστό της εξατμισμένης βενζίνης ακολουθεί μια λογαριθμική σχέση, με το χρόνο. Συγκεκριμένα, μέσα σε πέντε (5) λεπτά της ώρας, εξατμίζεται το 28% της ποσότητας της βενζίνης, σε δέκα (10) λεπτά το 40%, σε ένα χρονικό διάστημα, περίπου, δεκαοκτώ με είκοσι (18-20) λεπτών της ώρας, εξατμίζεται, κατά προσέγγιση, το 50% της ποσότητας της βενζίνης, σε τριάντα (30) λεπτά το 60%, ενώ, σε μια (1) ώρα, έχει εξατμιστεί, περίπου, το 70% αυτής. Ο χρόνος, που απαιτείται, για την εξάτμιση όλης της ποσότητας της βενζίνης, κυμαίνεται, μεταξύ τεσσάρων (4) και πέντε (5) ωρών. Όπως προαναφέρθηκε, για ένα δωμάτιο, όγκου 58 m3, το κατώτερο εκρηκτικό όριο απαιτεί την εξάτμιση 5,4 λίτρων βενζίνης. Έτσι, για παράδειγμα, σε ένα τέτοιο δωμάτιο, η διαβροχή του χώρου, με 7,5 λίτρα βενζίνης, μετά από χρονικό διάστημα μιας ώρας, θα δημιουργούσε εκρηκτικό μείγμα, ενώ, αν η ποσότητα της βενζίνης ήταν 9 λίτρα, τότε, το εκρηκτικό μείγμα, με τον αέρα, θα δημιουργούνταν, σε τριάντα (30), περίπου, λεπτά, από τη διαβροχή. Ο χρόνος, στον οποίο θα δημιουργούνταν το εκρηκτικό μείγμα, μειώνεται, σημαντικά, με την αύξηση της ποσότητας της βενζίνης. Έτσι θα απαιτούνταν μόλις λίγα λεπτά (3 λεπτά), για την πλήρωση του Κ.Ε.Ο., αν όλη η διαθέσιμη ποσότητα βενζίνης τοποθετούνταν, σε ένα από τα γραφεία, και διαβρεχόταν, με αυτή, το εσωτερικό του. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το διάλυμα υδροχλωρικού οξέος, το οποίο περιείχαν οι πέντε (5) φιάλες, "πορτοκαλί" χρώματος, που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 4 πειστήριο της 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεσης μας, δεν είναι εύφλεκτο, ούτε εκρηκτικό υλικό. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να προκαλέσει κίνδυνο πυρκαγιάς ή να αποτελέσει καύσιμο υλικό. Οι ατμοί του υδροχλωρίου, που παράγονται, κατά τη θέρμανση ταυ υδροχλωρικού οξέος, είναι τοξικοί και ερεθιστικοί, για το ανθρώπινο αναπνευστικό σύστημα. Η μέγιστη επιτρεπτή συγκέντρωση υδροχλωρίου, στον ατμοσφαιρικό αέρα, για έκθεση μικρής διάρκειας (15 λεπτά της ώρας) είναι 5ppm (μέρη, στο εκατομμύριο). Δεδομένης της ποσότητας του διαλύματος υδροχλωρικού οξέος, που υπήρχε διαθέσιμη (5 Χ 450mI=2,25 λίτρα) και με βάση, ότι αυτού του είδους διαλύματα οικιακής χρήσης, έχουν, κατά μέσο όρο, περιεκτικότητα, σε υδροχλωρικό οξύ, περίπου, 10-12%, κατά βάρος, οι υψηλές θερμοκρασίες του, χώρου, στην περίπτωση πυρκαγιάς, θα είχαν, ως αποτέλεσμα, την εξάτμιση του υδροχλωρίου και τη δημιουργία τοξικών ατμών (συγκέντρωσης 5ppm), όγκου 29.000m3, περίπου, οι οποίοι θα μπορούσαν να καταλάβουν ένα κτίριο, επιφάνειας 20 m Χ 100 m και ύψους 15 m. Επιπλέον, το υγρό λάδι μηχανών (για πετρελαιοκίνητα οχήματα και οδοντωτούς τροχούς οχημάτων), που αναφέρεται στα υπ' αριθμ. 5 και 6 πειστήρια της 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεσης εργαστηριακής εξέτασης, παρόλο που δεν θεωρείται εύφλεκτο υγρό, μπορεί να αποτελέσει καύσιμο υλικό. Τέτοιου είδους έλαια, έχουν σημείο ανάφλεξης (flash point),μεγαλύτερο των 230° C και ως εκ τούτου, σε περίπτωση πυρκαγιάς και δημιουργίας υψηλών θερμοκρασιών, καίγονται, αυξάνοντας το θερμικό φορτίο. Τα εύφλεκτα υλικά, που εξετάστηκαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι τα υγρά καύσιμα, βενζίνη, πετρέλαιο, καθώς και μείγματα αυτών. Αυτά τα υλικά, στη συνήθη θερμοκρασία περιβάλλοντος, αναφλέγονται και καίγονται, με την προσέγγιση φλόγας, ενώ, σε θερμοκρασίες, μεγαλύτερες των 250° C, αναφλέγονται, χωρίς την προϋπόθεση φλόγας. Επιπλέον, οι ατμοί της βενζίνης, σε μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες (1,5 -7,5%, κατ' όγκο και 20° C), δημιουργούν εκρηκτικό μείγμα, η ανάφλεξη του οποίου, έχει, ως συνέπεια, τη δημιουργία έκρηξης. Σύμφωνα με το μέγεθος των χώρων των γραφείων "3", "4" και "7" και τη θερμοκρασία, τη συγκεκριμένη ημέρα (7/9/2007), η ποσότητα της διαθέσιμης βενζίνης (=27 λίτρα), είναι επαρκής, για να δημιουργηθεί εκρηκτικό μείγμα, σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η διαβροχή του χώρου του κάθε γραφείου, με το 1/3 της συνολικά διαθέσιμης ποσότητας βενζίνης (περίπτωση ισοκατανομής βενζίνης) και με δεδομένο, ότι η ανταλλαγή με το εξωτερικό περιβάλλον είναι σχετικά μικρή (θεωρώντας, δηλαδή, τις πόρτες του κάθε γραφείου, κλειστές), θα είχε, ως αποτέλεσμα, σε ένα χρονικό διάστημα, περίπου, ίσο με 30 λεπτά, την εξάτμιση ικανής ποσότητας βενζίνης (5,4 λίτρων), ώστε να δημιουργηθεί η συνθήκη του Κατώτερου Εκρηκτικού Ορίου. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, μετά από τα 30 αυτά λεπτά και για διάστημα τέτοιο, στο οποίο δεν θα μεταβαλλόταν, σημαντικά, η θερμοκρασία του χώρου και η ανταλλαγή με το εξωτερικό περιβάλλον, θα εξακολουθούσε να υφίσταται πιθανότητα έκρηξης, καθώς οι ατμοί της εξατμισμένης βενζίνης θα εξακολουθούσαν να βρίσκονται εντός των εκρηκτικών ορίων της. Στην περίπτωση, που η διαβροχή του χώρου του κάθε γραφείου γινόταν, με μεγαλύτερη των 9 λίτρων ποσότητα, τότε θα μπορούσε και πάλι να δημιουργηθεί εκρηκτικό μείγμα, στο χώρο αυτό. Για παράδειγμα, η διαβροχή του χώρου ενός γραφείου με 14 λίτρα βενζίνης, θα προκαλούσε, σε 10 λεπτά της ώρας, την εξάτμιση 5,6 λίτρων βενζίνης και κατά συνέπεια θα κάλυπτε το Κ.Ε.Ο., ενώ, σε 20, περίπου, λεπτά, θα εξατμίζονταν 7,2 λίτρα βενζίνης και κατά συνέπεια, θα εξακολουθούσε να υφίσταται εκρηκτικό μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, καθώς το ποσοστό των ατμών της βενζίνης, μέσα στο χώρο, όγκου 58 m3, θα ήταν και πάλι, μέσα στα εκρηκτικά όρια (~1,9%, κατ' όγκο και 20° C). Παρόμοια, η διαβροχή του χώρου, με 20 λίτρα βενζίνης, θα δημιουργούσε συγκέντρωση ατμών βενζίνης 1,5%, με τον ατμοσφαιρικό αέρα του γραφείου, μόλις σε 5 λεπτά της ώρας. Σε κάθε περίπτωση δημιουργίας εκρηκτικού μείγματος των ατμών της βενζίνης, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, .... η προσέγγιση φλόγας ή η δημιουργία σπινθήρα θα είχε, ως αποτέλεσμα, την έκρηξη των ατμών αυτών. Στην περίπτωση μιας τέτοιας έκρηξης, σε κάποιο, από τα γραφεία, θα υπήρχε πιθανότητα τραυματισμού ευρισκόμενων στο χώρο ή πλησίον αυτού, ατόμων, πλήρης καταστροφή των γραφείων και των υλικών, που υπήρχαν μέσα σε αυτά, καθώς και μεγάλης έκτασης και έντασης πυρκαγιάς. Δεδομένου ότι και στα τρία (3), υπό εξέταση, γραφεία, υπήρχε αρκετό εύφλεκτο υλικό (χαρτιά, εξοπλισμός, κλπ), είναι πολύ πιθανό να μεταδιδόταν η φωτιά και σε παράπλευρα γραφεία και χώρους. Κατά την πυροδότηση των εύφλεκτων υλικών στους χώρους των γραφείων υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" και ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο έκρηξης, η επακόλουθη πυρκαγιά θα είχε, ως αποτέλεσμα, τη δημιουργία αυξημένων θερμοκρασιών στο χώρο. Κατά συνέπεια, η εξάτμιση του διαλύματος υδροχλωρικού οξέος, που υπήρχε στο χώρο, θα προκαλούσε την πλήρωση του, με τοξικούς ατμούς υδροχλωρίου. Η διαθέσιμη ποσότητα υδροχλωρικού οξέος (2,25 λίτρα) δημιουργεί τοξικούς ατμούς (συγκέντρωσης 5ppm), όγκου 29.000 m3. Σε έναν περιορισμένο χώρο, όπως είναι τα γραφεία υπ' αριθμ. "3", "4" και "7", η εξάτμιση του υδροχλωρικού οξέος, θα δημιουργούσε περιβάλλον ακόμα πιο υψηλών συγκεντρώσεων τοξικών ατμών υδροχλωρίου. Τέλος, καύσιμο υλικό, σε περίπτωση πυρκαγιάς, θα αποτελούσαν και τα υλικό που αναφέρονται στα υπ' αριθμ. 5 και 6 πειστήρια της 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεσης εργαστηριακής εξέτασης, καθώς τα λιπαντικά αυτά, σε θερμοκρασίες, μεγαλύτερες των 230° C, δύνανται να καούν και εξαιτίας της φύσης τους, μπορούν να συντηρήσουν την καύση (βλ. περί πάντων των ανωτέρω, την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/14/5096-στ/8-7-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (Τμήμα Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων - Εργαστήριο Ανάλυσης Αυτοσχέδιων Εκρηκτικών - Εμπρηστικών Μηχανισμών). Επειδή, με βάση όλα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, φρονώ, ότι, εν προκειμένω, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία, στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, σε βάρος, μεταξύ άλλων και των - εκ των κατηγορουμένων -εκκαλούντων, 1) Κ. - Δ. Τ. του Ν. - Γ. και της Κ. - Α., γεννηθέντος στη ..., 1/8/1958, Ι κατόχου του υπ' αριθμ. .../2006 δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, εκδοθέντος, από το Τ.Α. ..., με ΑΦΜ: ... της Δ.Ο.Υ. ..., κατοίκου ... (οδός ...), για τις - εκ των διωκομένων - αξιόποινες πράξεις, α) της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εμπρησμού, από κοινού, οπό τον οποίο θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος, για ανθρώπους και κοινός κίνδυνος, σε ξένα πράγματα, β) της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα έκρηξης, από κοινού, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος, για ανθρώπους και σε εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, γ) της ηθικής αυτουργίας σε προμήθεια εκρηκτικών υλών, με σκοπό, την παραχώρηση τους, σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα και κίνδυνο, για ανθρώπους, δ) της ηθικής αυτουργίας σε κατασκευή εκρηκτικών υλών, με σκοπό, την παραχώρηση τους, σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα και κίνδυνο, για ανθρώπους, ε) της ηθικής αυτουργίας σε κατοχή εκρηκτικών υλών, με σκοπό, την παραχώρηση τους, σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα και κίνδυνο, για ανθρώπους, και στ) της ένωσης, με άλλους, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων (συμμορίας), [παράβαση διατάξεων των όρθρων 1, 12, 14, 26§1α, 27§1, 42§1, 45, 46§1α, 94§1, 187§3 εδ. α', 264 περ. α' και β', 270 περ. β', 272§1 του Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 7§§1 και 8 στοιχ. α' σε συνδ. με 1§1 στοιχ. ε' και στ' του Ν. 2168/1993], και 2) Ν. Κ. του Χ. και Α., γεννηθέντος στον Πειραιά, την 27/11/1967, κατόχου του υπ' αριθμ. .../23-9-2008 δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, εκδοθέντος, από το Τ.Α. ..., κατοίκου ... (οδός ...), για τις - εκ των διωκομένων - αξιόποινες πράξεις, α) της προμήθειας εκρηκτικών υλών, από κοινού, με σκοπό την παραχώρηση τους, σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα και κίνδυνο, για ανθρώπους, β) της οπλής συνέργειας σε απόπειρα εμπρησμού, από κοινού, από τον οποίο θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος, για ανθρώπους και κοινός κίνδυνος, σε ξένα πράγματα, γ) της απλής συνέργειας σε απόπειρα έκρηξης, από κοινού, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος, για ανθρώπους και σε εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, δ) της προμήθειας εκρηκτικών υλών, από κοινού, με σκοπό την παραχώρηση τους, σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα και κίνδυνο, για ανθρώπους, ε) της κατασκευής εκρηκτικών υλών, από κοινού, με σκοπό, την παραχώρηση τους, σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα και κίνδυνο, για ανθρώπους από κοινού, στ) της κατοχής εκρηκτικών υλών, από κοινού, με σκοπό, την παραχώρηση τους, σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα και κίνδυνο, για ανθρώπους από κοινού, και ζ) της ένωσης, με άλλους, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων (συμμορίας) [παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26§1α, 27§1, 42§1, 45, 47§1, 94§1, 187§3 εδ. α', 264 περ. α' και β', 270 περ. β', 272§1 του Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 7§§1 και 8 στοιχ, α' σε συνδ. με 1§1 στοιχ. ε' και στ' του Ν. 2168/1993], οι οποίες αποδόθηκαν, μεταξύ άλλων και σ' αυτούς, κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης και επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, το οποίο, με το εκκαλούμενο, υπ' αριθμ. 84/2009, βούλευμα του, παρέπεμψε, μεταξύ άλλων και τους ανωτέρω εκκαλούντες κατηγορουμένους, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, που θα οριστεί, από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, για να δικαστούν, για τις ανωτέρω πράξεις, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τις ένδικες εφέσεις, είναι αβάσιμα". X. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Συμβούλιο, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων: της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εμπρησμού από κοινού, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκρήξεως από κοινού, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και κίνδυνος σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, της ηθικής αυτουργίας σε κατασκευή, προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών από κοινού με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να προξενήσουν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο για άνθρωπο, και της ενώσεως (συμμορία) προς διάπραξη κακουργημάτων, για τα οποία κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18α, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 187 παρ. 3 εδ. α', 264 στοιχ. α' και β', 270 εδ. β', 272 παρ. 1 του ΠΚ, 1 παρ. 1 στοιχ. ε' και στ', 7 παρ. 1 και 8 στοιχ. α' του Ν. 2168/1993 που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο επί μέρους αιτιάσεις: α) προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και την από 9.1.2009 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του Δήμου ... για τα οικονομικά έτη 2003-2007, που συντάχθηκε από τους οικονομικούς επιθεωρητές Α. Κ. και Γ. Μ.. Η έκθεση αυτή, η οποία διαβιβάστηκε στην Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών ... με το 1005779/237-Α/19.1.2009 έγγραφο της Γενικής Διευθύνσεως Οικονομικής Επιθεωρήσεως του Υπουργείου Οικονομικών και ενσωματώθηκε στη δικογραφία πριν από το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, δεν αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης κατά την έννοια του άρθρου 178 περ. γ' του ΚΠΔ, αλλά εκτιμάται ως έγγραφο, καθόσον δεν διατάχθηκε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ίδιου Κώδικα από ανακριτικό υπάλληλο ή Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη η ειδική μνεία αυτής στην αιτιολογία του βουλεύματος, ενώ η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, β) προκύπτει επίσης με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την από 26.4.2010 αίτηση - υπόμνημα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και τα επικαλούμενα υπ' αυτού αποδεικτικά στοιχεία, προς υποστήριξη του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, δεδομένου ότι και ρητή μνεία του υπομνήματος γίνεται στο σκεπτικό του βουλεύματος και αποφαίνεται το Συμβούλιο επί του υποβληθέντος με αυτό αιτήματος και γ) στις ενιαίως ενσωματωμένες στο βούλευμα εισαγγελικές προτάσεις, στις οποίες επιτρεπτώς αναφέρεται εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, αντικρούονται δε με πλήρη αιτιολογία και οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. XI. Κατά το άρθρο 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, "οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας, οφείλει σε αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της προτάσεώς του, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής". Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της προτάσεως του εισαγγελέα, προκειμένου να υποβάλουν εγκαίρως τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολό της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και σ' αυτή ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ), η παραβίασή της δε, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της προτάσεως του εισαγγελέα πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, γιατί ανάγεται στη στέρηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Σε περίπτωση όμως κατά την οποία ο κατηγορούμενος ειδοποιηθείς, έλαβε γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, η μετά ταύτα παραμονή της δικογραφίας στη γραμματεία της εισαγγελίας μέχρις εξαντλήσεως του δεκαημέρου από την ειδοποίηση είναι περιττή, αφού ικανοποιείται ο σκοπός του νόμου και συνεπώς η προ του δεκαημέρου εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστικό συμβούλιο δεν επάγεται ακυρότητα (ΑΠ 1775/2009, ΑΠ 1532/2008, ΑΠ 1772/2009, ΑΠ 741/2009). Περαιτέρω, από τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει το διάδικο, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου της προτάσεώς του, προϋποθέτει σχετικό αίτημα, που υποβάλλεται σε αυτόν και όχι σε άλλη δικαστική υπηρεσία και μάλιστα πριν αυτός καταρτίσει την πρότασή του. Το εν λόγω αίτημα των διαδίκων, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της εισαγγελικής προτάσεως προς το δικαστικό συμβούλιο, μπορεί να υποβληθεί και με την έφεση λόγω του ότι δεν πρέπει να τηρηθεί κάποιος τύπος και με τον τρόπο αυτό περιέρχεται άμεσα σε γνώση του Εισαγγελέα, ο οποίος προ της καταρτίσεως της προτάσεώς του λαμβάνει γνώση της εφέσεως (ΑΠ 1406/2010, ΑΠ 315/2009). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο εισαγγελέας, μετά το τέλος της ανακρίσεως ή της προανακρίσεως, πρόκειται να υποβάλει στο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή εφετών πρόταση, επί της ουσίας της υποθέσεως και όχι επί υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος διαδίκου (ΑΠ 939/2009, ΑΠ 974/2009, ΑΠ 235/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση της απόλυτης ακυρότητας του βουλεύματος, προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο οι αιτιάσεις: α) ότι βάσει αιτήματος που διέλαβε στην 1/19.1.2010 έφεσή του κατά του 84/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου ειδοποιήθηκε και έλαβε γνώση, στις 29.3.2010, της 146/2010 επί της ουσίας προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, αλλά η δικογραφία υποβλήθηκε αμέσως στις 30.3.2010 στο Συμβούλιο Εφετών και δεν παρέμεινε στη γραμματεία της Εισαγγελίας όλο το διάστημα των 10 ημερών και β) ότι μετά τη γνώση της παραπάνω προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών, που πρότεινε και την απόρριψη αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων, με την από 26.4.2010 αίτηση - υπόμνημά του ζήτησε εκ νέου την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων επί της υποθέσεως, αλλά δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση και της 301/2010 απορριπτικής του αιτήματός του συμπληρωματικής προτάσεως του Εισαγγελέα και το Συμβούλιο Εφετών εξέδωσε μετά ταύτα το πληττόμενο 307/2010 βούλευμα. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, βάσει αιτήματος που διέλαβε στην 1/19.1.2010 έκθεση εφέσεώς του κατά του 84/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, ειδοποιήθηκε και έλαβε γνώση, στις 29.3.2010, της 146/26.3.2010 επί της ουσίας προτάσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών Κων/νου Τζαβέλλα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως αβάσιμης κατ' ουσία και την επικύρωση του εκκαλούμενου βουλεύματος, καθώς και την απόρριψη αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου. Έτσι, πληρώθηκε ο σκοπός του νόμου και η δικογραφία, μετά της εισαγγελικής προτάσεως, υποβλήθηκε στις 30.3.2010 στο Συμβούλιο Εφετών Πατρών, το οποίο συνεδρίασε για να αποφανθεί επί της υποθέσεως στις 25.6.2010, δεν ήταν δε αναγκαίο να παραμείνει η δικογραφία στη γραμματεία της Εισαγγελίας Εφετών καθ' όλη την διάρκεια της ως άνω προθεσμίας, η οποία όπως εκτέθηκε στη μείζονα νομική σκέψη τίθεται για να λάβει γνώση ο διάδικος της εισαγγελικής προτάσεως και όχι στην περίπτωση που έλαβε γνώση αυτής. Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να ειδοποιηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση και της 301/2010 συμπληρωματικής προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών επί του υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος της αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου, προεχόντως γιατί δεν είχε υποβληθεί από μέρους του αντίστοιχο αίτημα, αλλά και διότι η διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, δημιουργεί την υποχρέωση στον εισαγγελέα να ειδοποιήσει το διάδικο που έχει υποβάλλει αίτημα να λάβει γνώση της προτάσεώς του μόνο επί της ουσίας της υποθέσεως, όπως εν προκειμένω συνέβη και όχι επί υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος. Επομένως, ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα), πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος. XII. Περαιτέρω, από το άρθρο 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 318 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται να διατάξει την ενώπιόν του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, εμφάνιση του αιτούντος για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνον είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο Βούλευμα. Έτσι, το Συμβούλιο, οφείλει, να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και, σε περίπτωση απορρίψεώς της, να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σε αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει στο αίτημα αυτό ή αν το απορρίψει χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, τότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 416/2009, ΑΠ 974/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, γιατί απέρριψε αναιτιολογήτως το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του κατ' άρθρο 309 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προς παροχή εξηγήσεων και γιατί παρέλειψε να αποφανθεί επί του διατυπούμενου στην έκθεση εφέσεως λόγου απόλυτης ακυρότητας του εκκαλούμενου βουλεύματος εκ του ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ζακύνθου δεν απάντησε καθόλου σε ταυτόσημο αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού. Προσέτι με τον ίδιο λόγο αιτιάται ότι το πληττόμενο βούλευμα υπέπεσε και στις από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και στ' του ΚΠΔ πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, καθόσον δεν απάντησε στην αιτίαση που διατύπωσε ως αυτοτελή λόγο εφέσεως, σε σχέση με την απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε από τη σιωπηρή απόρριψη από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου αυτού. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διέλαβε στην 1/19.1.2010 έκθεση εφέσεώς του και αίτημα αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, προς παροχή διευκρινίσεων επί της αποδιδόμενης σε βάρος του κατηγορίας [ειδικότερα να διευκρινίσει, κατ' αντιπαράσταση, το διάλογο με τον υπάλληλο του Δήμου Σ. Κ. και τον Α. Δ.]. Το άνω Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στις σκέψεις και τις παραδοχές των 146/2010 και 301/2010 προτάσεων του εισαγγελέα εφετών, απέρριψε τα αντίστοιχα αιτήματα του κατηγορουμένου, με την παρακάτω κατά λέξη αιτιολογία: "Ο αιτών και εκ των εκκαλούντων κατηγορουμένων Κ. - Δ. Τ., με τις από 11.9.2007 (αρχική) και 9.3.2009 (συμπληρωματική) ανακριτικές απολογίες και το, από 11.9.2007, απολογητικό υπόμνημά του, προσέφερε, ήδη, στην προδικασία, το σύνολο των επιχειρημάτων του, έτσι ώστε, εν προκειμένω, να μην συντρέχει λόγος αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτού ενώπιον του Συμβουλίου...προς παροχή διευκρινίσεων". Η αιτιολογία αυτή είναι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με την από 20.5.2009 αίτηση - υπόμνημά του, που εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ζακύνθου στις 27.5.2009 (μετά το πέρας της κυρίας ανακρίσεως), διατύπωσε το αίτημα να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, δεν διατύπωσε όμως κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου. Το προσβαλλόμενο εφετειακό βούλευμα με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη 146/2010 εισαγγελική πρόταση έκρινε ως ουσία αβάσιμη την αντίθετη αιτίαση του κατηγορουμένου με την αιτιολογία ότι "με το προαναφερόμενο (από 20.5.2009) υπόμνημά του ζήτησε μόνο να του επιτραπεί να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως....νόμιμα και εμπρόθεσμα, ώστε να ασκήσει τα δικαιώματά του ενώπιον του Συμβουλίου...δι' αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του σε αυτό και παροχή περαιτέρω εξηγήσεων και κατά συνέπεια ορθώς το Συμβούλιο... με το εκκαλούμενο βούλευμά του, ουδέν διέλαβε περί του ανωτέρω ανυπάρκτου αιτήματος". Η αιτιολογία αυτή είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, το δε Συμβούλιο Εφετών ουδεμία υπέρβαση της δικαιοδοσίας του άσκησε. Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ' και στ' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των απορριπτικών των αιτημάτων του αναιρεσείοντος διατάξεών του και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο παραπάνω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως αβάσιμος. XIII. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 87 παρ. 2, 88 παρ. 5 και 6, 90 παρ. 1, 2 και 5, 91 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι οι εισαγγελείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δικαστικών λειτουργών, ως μη δικαιοδοτούντα, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, όργανα της Πολιτείας, των οποίων οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες εξειδικεύονται και προσδιορίζονται εκτός από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και από τα άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), η εισαγγελία δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξεως. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπός της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, η οποία επιτάσσει, με απειλή απόλυτης ακυρότητας, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, την υποχρεωτική συμμετοχή του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, συνάγεται ότι η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής κάμπτεται μόνο και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπληρώσεως κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί, κατά τη διάρκεια της συζητήσεως ίδιας υποθέσεως, να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας με άλλον εισαγγελέα, να δημιουργεί η αντικατάστασή του λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, τέτοια κάμψη, όμως, της αρχής αυτής δεν ισχύει στην προδικασία. Έτσι, άλλο πρόσωπο μπορεί να συντάσσει έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύξει προφορικά, παριστάμενο ενώπιόν του (ΑΠ 251/2009, ΑΠ 89/2009, ΑΠ 1236/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που αφορούν την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα και σε πράξεις της προδικασίας (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. β', 32 παρ. 1 στοιχ. β', 306 και 316 παρ. 2 του ΚΠΔ) και λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 8 του Συντάγματος περί του φυσικού δικαστή και των διατάξεων του Οργανισμού Δικαστηρίων (άρθρ. 4 παρ. 4 στοιχ. β', 24 παρ. 3 και 25 παρ. 1 στοιχ. ε' του Ν. 1756/1988) και ειδικότερα: α) διότι η 301/2010 πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών Κων/νου Τζαβέλλα προς το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, υποβλήθηκε από αυτόν στις 17.6.2010 που δεν υπηρετούσε στην Εισαγγελία Εφετών Πατρών, αλλά στην αντίστοιχη των Αθηνών, όπου είχε μετατεθεί και ως εκ τούτου ήταν αναρμόδιος κατά τόπο, επικαλούμενος προς τούτο την από 13.5.2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αρμόδιου για τις κληρώσεις των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων του Εφετείου Αθηνών, για το μήνα Ιούνιο 2010, από την οποία προκύπτει ότι ο εν λόγω Αντεισαγγελέας κληρώθηκε να συμμετάσχει στις συνθέσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα) στις 21, 25 και 28 Ιουνίου 2010 και β) διότι στη συνεδρίαση της 25.6.2010 του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, αντί του Αντεισαγγελέα Κων/νου Τζαβέλλα, που υπέβαλε τις 146/2010 και 301/2010 προτάσεις, χωρίς να αναφέρεται το ειδικότερο κώλυμα αυτού, παρίστατο ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αριστοτέλης Χριστόπουλος, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά μόνο τη δεύτερη από τις παραπάνω προτάσεις όχι όμως και την πρώτη, χωρίς να προκύπτει από το πληττόμενο βούλευμα αν εισήγαγε τις εν λόγω εισαγγελικές προτάσεις. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας σαφώς προκύπτει ότι την από 24.5.2010 αίτηση - υπόμνημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού ενώπιον του συμβουλίου εφετών, χειρίστηκε ο Αντεισαγγελέας Εφετών Κων/νος Τζαβέλλας, ο οποίος στις 17.6.2010 υπέβαλε στο συμβούλιο την 301/2010 πρότασή του, με την οποία πρότεινε την απόρριψη του άνω αιτήματος του κατηγορουμένου. Από τη συνημμένη από 18.10.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προκύπτει ότι ο ανωτέρω Αντεισαγγελέας, εμφανίστηκε και ανέλαβε τα καθήκοντά του στην Εισαγγελία αυτή, κατόπιν μεταθέσεως, στις 19.7.2010. Επομένως, μέχρι και 18.7.2010 ασκούσε κανονικά τα καθήκοντά του στην Εισαγγελία Εφετών Πατρών στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκε οργανικά και η 301/17.6.2010 πρότασή του προς το Συμβούλιο Εφετών Πατρών είναι έγκυρη, η δε αρμοδιότητα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών καθιδρύθηκε με την εμφάνισή του σ' αυτή στις 19.7.2010. Εξάλλου, η συμμετοχή του παραπάνω Αντεισαγγελέα στις κληρώσεις των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων του Εφετείου Αθηνών για το μήνα Ιούνιο 2010 είναι θέμα που ανάγεται στην εσωτερική λειτουργία της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, στην οποία αυτός είχε μετατεθεί, και δεν δημιουργεί καμία ακυρότητα. Περαιτέρω, προκύπτει ότι στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Πατρών που συνήλθε στις 25.6.2010 και εξέδωσε το πληττόμενο εφετειακό βούλευμα, νομίμως παρέστη ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αριστοτέλης Χριστόπουλος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά, τις ενσωματωμένες ενιαίως στο βούλευμα 416/2010 και 301/2010 προτάσεις του Αντεισαγγελέα Κων/νου Τζαβέλλα, η δε αναφορά σ' αυτό ότι "το Συμβούλιο άκουσε τον παριστάμενο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών να αναπτύσσει προφορικά την παραπάνω πρόταση" σαφώς υποδηλώνει την προφορική ανάπτυξη της ενιαίας εισαγγελικής προτάσεως και όχι μόνο της δεύτερης τούτων όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Προσέτι καμία ακυρότητα δεν δημιουργήθηκε εκ του ότι δεν παρέστη στο συμβούλιο ο Αντεισαγγελέας Εφετών Κων/νος Τζαβέλλας που υπέβαλε τις παραπάνω προτάσεις και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στο βούλευμα το ειδικότερο κώλυμα του εισαγγελέα. Εν όψει των προεκτεθέντων οι διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος από τα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. α' και 171 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠΔ, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, καθώς και εκείνων που αφορούν την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα και σε πράξεις της προδικασίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο παραπάνω τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως αβάσιμος. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. XIV. Περαιτέρω, επί του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, υποβαλλόμενου, με την έκθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, αιτήματος του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, για να παράσχει διευκρινήσεις και να προβεί σε διασαφήσεις επί του περιεχομένου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την εκτενέστατη έκθεση της αναιρέσεώς του, που καταλαμβάνει 16 σελίδες, πλήρως λεπτομερώς και διεξοδικώς, με εκτενείς παραπομπές στις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος και παράθεση εμπεριστατωμένων παρατηρήσεων, εξηγήσεων και διευκρινίσεων, εξέθεσε και ανέπτυξε τις αιτιάσεις του κατά του βουλεύματος, με αποτέλεσμα η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο παρόν Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), να καθίσταται πλέον περιττή, αφού δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ορθή και πλήρη έρευνα των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και επομένως, το αίτημά του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 26/26.7.2010 αίτηση (δήλωση) του Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του 307/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 21 Νοεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 § 2 ΚΠοινΔ, που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως "να παραστεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου για να διευκρινίσει τα όσα ανωτέρω εκθέτει", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 264 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για άνθρωπο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα αυτό τελείται, όταν από μία ενέργεια του δράστη προξενείται πυρκαγιά, δηλαδή όταν εκραγεί πυρ οπωσδήποτε σημαντικό και όχι συνηθισμένης εκτάσεως με τάση εξαπλώσεως και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβησθεί, από το οποίο είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος σε ένα ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο έννομων αγαθών ή σε άνθρωπο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι από αυτή μπορεί να προκληθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Από το γεγονός ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση προκαλείται από την πυρκαγιά τόσο κίνδυνος για άνθρωπο, όσο και κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, δεν σημαίνει ότι υπάρχει αληθινή κατ' ιδέαν συρροή κακουργήματος και πλημμελήματος, σύμφωνα με τα εδάφια α' και β' του άρθρου 264 του ΠΚ. Η συνύπαρξη περισσότερων κινδύνων δεν δημιουργεί συρροή περισσότερων εγκλημάτων. Η διαβάθμιση της τιμωρίας σε βαθμό κακουργήματος ή πλημμελήματος εξαρτάται από το έννομο αγαθό, που απειλείται σε κάθε περίπτωση. Εάν απειλείται το μεγαλύτερης αξίας έννομο αγαθό της ζωής ή της υγείας ανθρώπου, τότε η πράξη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος. Ο εμπρησμός με κίνδυνο για άνθρωπο απορροφά τη διακινδύνευση πραγμάτων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 εδ. β' ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί έκρηξη με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως με τη χρήση εκρηκτικών υλών, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 290 ευρώ αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ή κίνδυνος σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος, το οποίο αποτελεί έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση εκρήξεως με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως με τη χρήση εκρηκτικών υλών και από αυτήν (έκρηξη) πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο ή σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφενός τη γνώση από το δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της εκρηκτικής ιδιότητας της χρησιμοποιούμενης ύλης και της καταλληλότητας αυτής (προσφορότητας - πιθανότητας) να προκαλέσει με την έκρηξη κίνδυνο για άνθρωπο ή σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας και αφετέρου τη θέληση ή αποδοχή να προκαλέσει έκρηξη και εξ αυτής διακινδύνευση των ανωτέρω εννόμων αγαθών. Η έκρηξη δε συνιστά φαινόμενο αιφνίδιο, κατά τη διάρκεια του οποίου ελευθερώνονται αέρια που τελούν υπό υψηλή πίεση ή παράγονται αέρια εντός βραχυτάτου χρόνου, των οποίων η διαστολή σε πολλαπλάσιο του αρχικού όγκου προκαλεί ισχυρό μηχανικό αποτέλεσμα που συνοδεύεται από κρότο, παροδική λάμψη και έκρηξη θερμότητας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του ΠΚ, "όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται, αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που οδηγεί αμέσως στην πράξη, αν δεν αποκοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Έτσι, οι πριν την ολοκλήρωση του εκρηκτικού φαινομένου ενέργειες του δράστη, όπως η σύνδεση, το άναμμα του φυτιλιού, η ρίψη του εκρηκτικού μηχανισμού ή η ταχυδρομική αποστολή αυτού με δέμα, συνιστούν απόπειρα εκρήξεως, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 42 του ΠΚ, εφόσον κρίνεται ότι εάν ολοκληρωνόταν η έκρηξη θα μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο ή κίνδυνος σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 272§1 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3§1 του Ν. 2928/2001, όποιος κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικές βόμβες με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο ή να τις παραχωρήσει σε άλλον για τέτοια χρήση τιμωρείται με κάθειρξη". Ως εκρηκτικές ύλες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 στοιχ. ε' του ν. 2168/1993, θεωρούνται "τα στερεά ή υγρά σώματα τα οποία από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών ή πιέσεων, με αποτελέσματα βλητικά ή εκρηκτικά", ως εκρηκτικός δε μηχανισμός, κατά το στοιχείο στ' της ίδιας διατάξεως, θεωρείται κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη οποιασδήποτε εκρηκτικής ύλης, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η βενζίνη, αν είναι συγκεντρωμένη σε δοχείο, γιατί τότε υφίσταται κατά τους κανόνες της κοινής πείρας κίνδυνος εκρήξεως με τη μετατροπή της σε εκρηκτική ύλη δια της ανυψώσεως της θερμοκρασίας. Ως κατασκευή νοείται η δημιουργία από πρώτες ύλες εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών μηχανισμών. Προμήθεια εκρηκτικής ύλης είναι η απόκτηση με οποιονδήποτε τρόπο εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών βομβών, ενώ υπάρχει κατοχή όταν η εκρηκτική ύλη ή ο εκρηκτικός μηχανισμός βρίσκεται στη διάθεση του δράστη, είτε γι αυτόν τον ίδιο είτε για άλλον. Υποκείμενο του σωρευτικώς μικτού εγκλήματος του άρθρου 272§1 του ΠΚ δύναται να είναι οποιοσδήποτε (δηλαδή δεν απαιτείται να έχει ορισμένη ιδιότητα) που κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικούς μηχανισμούς, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει ο ίδιος για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα (ήτοι απειλή της ιδιοκτησίας τρίτων σε μεγάλη κλίμακα) ή κίνδυνο ανθρώπου ή να τις παραχωρήσει σε άλλον για να τις χρησιμοποιήσει εκείνος για τον ίδιο σκοπό, η επιτυχία του οποίου είναι αδιάφορη. Απαραίτητο στοιχείο του εγκλήματος του άρθρου 272§1 του ΠΚ είναι η δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία έγκειται στη γνώση και θέληση της κατασκευής, προμήθειας και κατοχής των εκρηκτικών υλών. Τα εγκλήματα της εκρήξεως και της κατοχής εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανισμών διαφέρουν κατά τα αντικειμενικά συστατικά τους στοιχεία και, επομένως, υπάρχει μεταξύ τους αληθής πραγματική συρροή, όπως υπάρχει τέτοια συρροή μεταξύ των εγκλημάτων κατασκευής, προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών μηχανισμών. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46§1α του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικός απαιτείται δόλος ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη καν στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως- Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "... προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη ..., την 7/9/2007, ημέρα Παρασκευή και ώρα 18.10, ο Ν. Γ. , δημοτικός υπάλληλος, υπηρετών στη Δημοτική Αστυνομία του Δήμου ..., προσήλθε στο κτίριο του ευρισκόμενου, στην παραλιακή οδό ... της πόλης της ..., παλαιού ξενοδοχείου "Ξ.", όπου, μεταξύ άλλων, στεγαζόταν το δημοτικό κατάστημα του ανωτέρω Δήμου, αλλά και τα γραφεία της Δημοτικής Αστυνομίας του ανωτέρω Δήμου, προκειμένου, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, να αναλάβει και εκτελέσει την απογευματινή βάρδια φύλαξης του ανωτέρω δημοτικού καταστήματος. Το κτίριο του παλαιού ξενοδοχείου "Ξ.", είναι τριώροφο, εμβαδού 2.000,00 τ.μ., με φέροντα οργανισμό, από οπλισμένο σκυρόδεμα και τοιχοποιία, από τεχνητούς λίθους - τούβλα. Το εν λόγω κτίριο αποτελείται, α) από ισόγειο, στο οποίο στεγάζονται οι Υπηρεσίες του Τμήματος Αλλοδαπών και το κυλικείο, β) από ημιώροφο, στον οποίο στεγάζονται οι υπηρεσίες του Ληξιαρχείου, του Δημοτολογίου, των Οικονομικών Υπηρεσιών (: γραφεία "3", "4" και "7"), της Δημοτικής Αστυνομίας (: γραφεία "5" και "6"), του Συλλόγου Δημοτικών Υπαλλήλων, των Τεχνικών Υπηρεσιών και του Τμήματος Πρασίνου του ανωτέρω Δήμου, γ) από α' όροφο, στον οποίο στεγάζονται τα γραφεία των Αντιδημάρχων του ανωτέρω Δήμου, δ) από β' όροφο, στον οποίο στεγάζονται γραφεία των τεχνικών υπηρεσιών του ανωτέρω Δήμου, και ε) από γ' όροφο, στον οποίο στεγάζονταν τα γραφεία της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων Ν. ... (...). Ο ανωτέρω δημοτικός υπάλληλος, αφού ξεκλείδωσε, με το κλειδί, που κατείχε, την εξωτερική θύρα εισόδου του δημοτικού καταστήματος και εισήλθε στο χώρο αυτού, στη συνέχεια, παρέλαβε, από συγκεκριμένο σημείο, που ο ίδιος γνώριζε, το κλειδί του υπ' αριθμ. "6" γραφείου του ισογείου, όπου στεγαζόταν η Δημοτική Αστυνομία του ανωτέρω Δήμου και χρησιμοποιώντας αυτό, εισήλθε στο συγκεκριμένο γραφείο, για να φορέσει τη στολή εργασίας του. Τότε, ευρισκόμενος στο χώρο του ανωτέρω γραφείου, διέκρινε μια ανδρική φιγούρα, να τον κοιτάζει και να προσπαθεί να κρυφτεί. Επρόκειτο για νεαρό άνδρα, ηλικίας 25 - 30 ετών, μετρίου αναστήματος με καθαρό πρόσωπο, ο οποίος φορούσε μαύρα γάντια, μαύρο "μπλουζάκι" και παντελόνι "τζην". Τότε, ο άνδρας αυτός ανέφερε κάτι, στην Αλβανική γλώσσα και εισήλθε, γρήγορα, στο υπ' αριθ. "7" γραφείο, κλειδώνοντας από πίσω του την πόρτα. Στο εν λόγω γραφείο του ημιώροφου του ανωτέρω κτιρίου (: υπ' αριθμ. "7"), εργαζόταν, ως υπεύθυνος υπάλληλος, ο Ι. Μ. του Μ., με αντικείμενο εργασίας, τις μισθοδοσίες των υπαλλήλων του Δήμου. Επίσης, στο συγκεκριμένο γραφείο, υπήρχαν, τοποθετημένα, σε ράφια, καταστάσεις του ΙΚΑ, αντίγραφα πληρωμών του ΙΚΑ, καθώς και τα αρχεία των ενταλμάτων της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου ... για τα έτη 2003 και 2004. Ο Ν. Γ. προσπάθησε να εισέλθει στο ανωτέρω γραφείο, αλλά δεν τα κατάφερε, πλην όμως αντιλήφθηκε, ότι ο άγνωστος νεαρός άνδρας κατόρθωσε να εξέλθει, από το κτίριο, πηδώντας, από την "μπαλκονόπορτα" του ανωτέρω υπ' αριθμ. "7" γραφείου. Την ίδια ώρα, περίπου, στον ανωτέρω τόπο, κατέφθασε και ο συνάδελφος του Ν. Γ., Π. Κ. του Ι., προκειμένου να αναλάβουν, από κοινού, την απογευματινή τους υπηρεσία. Ο Π. Κ. αντίκρισε, αναστατωμένο, το συνάδελφο του, Ν. Γ., λόγω του προηγούμενου γεγονότος, το οποίο ο τελευταίος του περιέγραψε (...). Οι ανωτέρω δημοτικοί υπάλληλοι, αμέσως, ενημέρωσαν την αστυνομία, για το παραπάνω συμβάν και στη συνέχεια, αμφότεροι οι ανωτέρω υπάλληλοι καθώς και οι σπεύσαντες στο ανωτέρω σημείο, αστυνομικοί του ΤΑ ..., εισήλθαν στα γραφεία "3", "4" και "7", όπου στεγάζονταν οι Οικονομικές Υπηρεσίες του Δήμου ... και διαπίστωσαν, ότι, εντός των χώρων αυτών, υπήρχαν εικοσιοκτώ (28) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, εκάστη, με εύφλεκτο υγρό, εκ των οποίων, οι είκοσι πέντε (25) φιάλες περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου, η μία (1), περιείχε βενζίνη και οι υπόλοιπες δύο (2) περιείχαν πετρέλαιο, πέντε (5) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 450 ml, που έφεραν την ένδειξη "Διάλυμα Assim υδροχλωρικού οξέος", πλήρεις περιεχομένου, πέντε (5) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας ενός (1) λίτρου, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "ELDON'S Gear Oil R SAE 90", τέσσερα (4) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας τεσσάρων (4) λίτρων, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "Extra Diesel TEC SAE 20W-50" και "ΕΛΙΝ", μία (1) πλαστική φιάλη, χωρητικότητας 500 ml, με την ένδειξη "ΚΡΙΝΟΣ", κενή περιεχομένου, μία (1) πλαστική φιάλη, χωρητικότητας 500 ml, η οποία περιείχε, περίπου, 400 ml νερό, ένα (1) πλαστικό ποτήρι εντός σφραγισμένης συσκευασίας, από ζελατίνη, που έφερε τις ενδείξεις "Nescafe Frappe - ρόφημα στιγμιαίου καφέ", μία (1) σακούλα, περιέ-χουσα στουπιά και εννέα (9) αυτοσχέδιους πυρσούς. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε, α) ότι, στο μέσο, περίπου, του υπ' αριθμ. "3" γραφείου, ήταν συγκεντρωμένα, ατάκτως, σε μεγάλη στοίβα, έγγραφα, τα οποία είχαν, ήδη, διαβραχεί, με βενζίνη, ενώ, παράλληλα, μαζί με τα έγγραφα, υπήρχαν τέσσερις (4) πλαστικές φιάλες του ενός και ημίσεος (1,50) λίτρου, εκάστη, που περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου και δύο (2) δοχεία του ενός (1) λίτρου, έκαστο, που περιείχαν λιπαντικό λάδι, β) στο μέσο, περίπου, του υπ' αριθμ. "4" γραφείου, ήταν συγκεντρωμένα, ατάκτως, σε μεγάλη στοίβα, έγγραφα, ενώ, παράλληλα, μαζί με τα έγγραφα, υπήρχαν είκοσι τέσσερις (24) πλαστικές φιάλες του 1,50 λίτρου, εκάστη, που περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου, τέσσερα (4) δοχεία των τεσσάρων (4) λίτρων, έκαστο, που περιείχαν λιπαντικό λάδι, τρία (3) δοχεία του ενός (1) λίτρου, έκαστο, που περιείχαν λιπαντικό λάδι, τέσσερα (4) δοχεία, που περιείχαν υδροχλωρικό οξύ, εννέα (9) αυτοσχέδιους πυρσούς και μία (1) σακούλα, που περιείχε στουπιά, και γ) στο μέσο, περίπου, του υπ' αριθμ. "7" γραφείου, ήταν συγκεντρωμένα, ατάκτως, σε μεγάλη στοίβα, έγγραφα (...). Οι επιληφθέντες της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, αστυνομικοί του ΤΑ ..., συνδυάζοντας το ανωτέρω συμβάν και τα προαναφερόμενα ευρήματα, αφενός μεν, με προηγούμενες πληροφορίες, οι οποίες ήταν, ήδη, διάχυτες, στη μικρή κοινωνία της ... και ανέφεραν, ότι στο ταμείο του Δήμου ..., υπήρχε τεράστιο οικονομικό έλλειμμα, ύψους 2.500.000,00 €, περίπου, απότοκο κακής διαχείρισης, το οποίο δεν ήταν δυνατόν, πλέον, να αποκρύβει, διότι επέκειτο η διενέργεια οικονομικού ελέγχου των οικονο-μικών στοιχείων του εν λόγω Δήμου, από συνεργείο των αρμοδίων ελεγκτικών Οικονομικών Υπηρεσιών και αφετέρου, με άλλες πληροφορίες, τις οποίες είχαν συγκεντρώσει και οι οποίες ανέφεραν, ότι νεαρό πρόσωπο, αλβανικής υπηκοότητας, σε συνεννόηση, με τη συνδρομή και κατόπιν προτροπής του Δημάρχου και άλλων υπαλλήλων του Δήμου ... και έναντι αμοιβής 8.000,00 €, επρόκειτο να θέσει πυρ, στα γραφεία, όπου στεγάζονταν οι Οικονομικές Υπηρεσίες του εν λόγω Δήμου, έτσι ώστε να καταστραφούν τα οικονομικά στοιχεία, τα οποία φυλάσσονταν, εκεί και από τα οποία προέκυπτε η κακοδιαχείριση των οικονομικών του ανωτέρω Δήμου, εκ μέρους του Δημάρχου και των αρμοδίων υπαλλήλων του τελευταίου, ενεργώντας, κατάλληλα, συνέλαβαν τον α' κατηγορούμενο, A. D. του R., ο οποίος αναγνωρίστηκε, από τον υπάλληλο της Δημοτικής Αστυνομίας, Ν. Γ. του Π., ως ο άνθρωπος, τον οποίο αντίκρισε, το απόγευμα της 7/9/2007, στο υπ' αριθ. "7" γραφείο των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ... (...). Από την προανακριτική και ανακριτική ένορκη εξέταση του μάρτυρα, Σ. Κ., υπαλλήλου του Δήμου ..., ο οποίος ήταν υπεύθυνος, για την "ενταλματοποίηση" των εξόδων του εν λόγω Δήμου και εργαζόταν στο υπ' αριθμ. "4" γραφείο του ημιώροφου του ανωτέρω δημοτικού καταστήματος (...), προέκυψε, ότι, είκοσι πέντε (25) έως τριάντα (30) ημέρες, πριν το ανωτέρω συμβάν, ενώ βρισκόταν, μαζί με τον προϊστάμενό του, Β. Σ., στο γραφείο του (τότε) Δημάρχου, Κ. - Δ. Τ., ο τελευταίος τους ρώτησε, εάν μπορούσαν να επέμβουν στο πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή του Δήμου ... και να πραγματοποιήσουν διορθώσεις των χρηματικών ενταλμάτων του Δήμου, προς το σκοπό μείωσης του εμφανιζόμενου διαχειριστικού ελλείμματος. Όταν οι Σ. Κ. και Β. Σ. δήλωσαν αδυναμία, να προβούν στην ενέργεια αυτή, ο (τότε) Δήμαρχος, Κ. - Δ. Τ., ανέθεσε στον πρώτο, εξ αυτών, Σ. Κ., να επικοινωνήσει με την εταιρία "ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ" και να διερευνήσει τη δυνατότητα των υπαλλήλων αυτής, να πραγματοποιήσουν την ανωτέρω επέμβαση. Πράγματι, ο Σ. Κ., αφού επικοινώνησε με την Δ. Κ., υπάλληλο της ανωτέρω εταιρίας και της περιέγραψε, τι ακριβώς ήθελε, έλαβε αρνητική απάντηση, σχετικά με τη δυνατότητα της ανωτέρω επέμβασης, για την οποία και ενημέρωσε τον Β. Σ. και μέσω αυτού, τον (τότε) Δήμαρχο, Κ. - Δ. Τ.. Στη συνέχεια, ο (τότε) Δήμαρχος, Κ. - Δ. Τ., ζήτησε, μέσω του Β. Σ., προϊσταμένου των οικονομικών υπηρεσιών του Δήμου, κλειδιά των γραφείων "3", "4" και 7", με το πρόσχημα της δήθεν εξαγωγής κάποιων χρηματικών ενταλμάτων της μισθοδοσίας, προς ταξινόμηση, για τις ανάγκες του ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, στα οικονομικά του Δήμου ..., πλην όμως στην πραγματικότητα, για να αποκτήσει πρόσβαση, μέσω "αντικλειδιών" των κλειδιών των ανωτέρω γραφείων, στους χώρους των τελευ-ταίων και στα έγγραφα, που φυλάσσονταν, σ' αυτό. Πράγματι, ο Β. Σ., ο οποίος κατείχε κλειδί του υπ1 αριθμ. "4" γραφείου, ζήτησε, για τον προαναφερόμενο σκοπό, από τον Σ. Κ., να παραλάβει, από τον Ι. Μ., το μοναδικό κλειδί του υπ' αριθμ. "7" γραφείου, στο οποίο εργαζόταν ο τελευταίος και να του το δώσει, παραδί-δοντας, στη συνέχεια, ο ίδιος τα κλειδιά των υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" γραφείων της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου, στον ανωτέρω (τότε) Δήμαρχο (...). Στη συνέχεια, ο - εκ των κατηγορουμένων και ήδη, εκκαλούντων - (τότε) Δήμαρχος ..., Κ. - Δ. Τ., περί τα τέλη του μηνός Αυγούστου του έτους 2007, στην προσπά-θειά του να συγκαλύψει την κακοδιαχείριση των οικονομικών του Δήμου ..., να εμποδίσει και να συσκοτίσει τις έρευνες των ελεγκτικών μηχανισμών, συνεννοήθηκε με τον συγκατηγορούμενό του, Β. Σ., ώστε να έρθουν σε επαφή, με τη μεσολάβηση του τελευταίου, με εταιρία "ιδιωτικών ερευνών - ντετέκτιβ", από την Πάτρα, που διατηρούσε ο Α. Δ., η οποία, μέσω δικών της ανθρώπων και έναντι αμοιβής 90.000,00 €, θα αναλάμβανε την αφαίρεση, από τα γραφεία των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., φακέλων και άλλων αποδεικτικών της κακοδιαχείρισης εγγράφων στοιχείων, θέτοντας ταυτοχρόνως, πυρκαγιά, προς εξαφάνιση κάθε ίχνους του εγκληματικού αυτού σχεδίου. Πράγματι, ο Β. Σ., αφού ήρθε σε επαφή με τον Α. Δ., κατέβαλε, σ' αυτόν, ως προκαταβολή της αμοιβής του, για την εκτέλεση του παραπάνω σχεδίου, το ποσό των 60.000,00 € και τα υπόλοιπα 30.000,00 € υποσχέθηκε να του τα καταβάλει, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του ως άνω σχεδίου, το οποίο, όμως, λόγω της υψηλής αστυνόμευσης της περιοχής, γύρω από το κτίριο του παλαιού ξενοδοχείου "Ξ." και λόγω του ότι το κτίριο αυτό, όπου στεγάζονταν, τότε, οι Υπηρεσίες του Δήμου ..., ήταν πολυσύχναστο και δίπλα, σχεδόν, στην παραλία, σε εποχή θέρους και άρα, υπήρχε, στην περιοχή, πυκνή κίνηση πεζών και οχημάτων, δεν κατέστη εφικτό να υλοποιηθεί (...). Στη συνέχεια, ο Β. Σ. απευθύνθηκε στον -εκ των κατηγορουμένων -Ν. Κ., που, όπως ο ίδιος γνώριζε, ήταν "κουμπάρος" του Α. Δ. και ζήτησε, απ' αυτόν, να μεσολαβήσει, ώστε να συναντηθεί ο ίδιος (ο Β. Σ.), με τον Α. Δ.. Πράγματι, η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε, στην οικία του Α. Δ., στην Πάτρα, όπου ταξίδεψαν αμφότεροι οι Β. Σ. και Ν. Κ., χωρίς, όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, ως προς την εκτέλεση του προπερι-γραφέντος εγκληματικού σχεδίου, αφού ο Α. Δ. αδιαφόρησε, σχετικώς (...). Μετά την παραπάνω εξέλιξη, ο (τότε) Δήμαρχος ..., Κ. -Δ. Τ., με τη μεσολάβηση και τη συνδρομή των Β. Σ. και Ν. Κ., προσέλαβε τον συγκατηγορούμενό του, A. D. και έναν άλλο ομοεθνή αυτού, υπήκοο Αλβανίας, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, καταβάλλοντάς τους, το ποσό των 10.000,00 €, περίπου, προκειμένου οι τελευταίοι να εξαφανίσουν όλα τα αρχεία του Δήμου ..., που αφορούσαν στην οικονομική του διαχείριση, προξενώντας πυρκαγιά και έκρηξη, στα γραφεία των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου αυτού. Στη συνέχεια, ο (τότε) Δήμαρχος ..., Κ. - Δ. Τ., προς πραγματοποίηση του ανωτέρω εγκληματικού σχεδίου, κατέπεισε το Β. Σ. και μέσω αυτού, τον Ν. Κ., έτσι ώστε ο τελευταίος να προμηθευτεί επαρκή ποσότητα εύφλεκτων υλών, ικανή, να προκαλέσει ισχυρή πυρκαγιά και έκρηξη στα γραφεία των οικονομικών υπηρεσιών του Δήμου ..., με απώτερο σκοπό την εξαφάνιση των αρχείων του τελευταίου, που περιείχαν έγγραφα, σχετικά με τη διαχείριση των οικονομικών του ανωτέρω Δήμου. Σημειωτέον, ότι ο Ν. Κ., ο οποίος ήταν ελεύθερος επαγγελματίας και διατηρούσε γραφείο μεταφορών πραγμάτων, με τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ", συνεργαζόταν, από του έτους 1992, με το Δήμο ..., εκτελώντας, επ' αμοιβή, όλες τις μεταφορές αντικειμένων, από και προς τον εν λόγω Δήμο, επιθυμώντας να εξασφαλίσει και να διατηρήσει την εύνοια και την υποστήριξη του (τότε) Δημάρχου, Κ. - Δ. Τ., την 5/9/2007, κατόπιν των εντόνων προτροπών του τελευταίου και υπό τις κατάλληλες υποδείξεις του A. D. και του Αλβανού υπηκόου, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, προμηθεύτηκε επαρκείς ποσότητες βενζίνης και πετρελαίου, υδροχλωρικού οξέος, λαδιού μηχανών εσωτερικής καύσης, στουπιών και αυτοσχέδιων πυρσών, τις οποίες και εναπέθεσε, προσωρινά, στο γραφείο της μεταφορικής του εταιρίας, με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ". Το βράδυ της 6/9/2007, οι Ν. Κ. και Β. Σ. και αφού προηγήθηκαν οι προτροπές του Κ. - Δ. Τ., ανέμειξαν και διαμοίρασαν, στο ανωτέρω γραφείο του πρώτου, εξ αυτών, τις εύφλεκτες - εκρηκτικές ύλες της βενζίνης και του πετρελαίου, σε είκοσι πέντε (25) πλαστικές φιάλες, πλήρεις περιεχομένου, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, εκάστη και μαζί με μία (1) πλαστική φιάλη, πλήρη περιεχομένου, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, που περιείχε μόνο βενζίνη, δύο (2) πλαστικές φιάλες, πλήρεις περιεχομένου, χωρητικότητας 1,5 λίτρων, εκάστη, που περιείχαν μόνο πετρέλαιο, πέντε (5) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 450 ml, που έφεραν την ένδειξη "Διάλυμα Assim υδροχλωρικού οξέος", πλήρεις περιεχομένου, πέντε (5) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας ενός (1) λίτρου, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "ELDON'S Gear Oil SAE 90", τέσσερα (4) πλαστικά δοχεία, χωρητικότητας τεσσάρων (4) λίτρων, έκαστο, πλήρη περιεχομένου, περιέχοντα λάδι μηχανής εσωτερικής καύσης, τα οποία έφεραν τις ενδείξεις "Extra Diesel TEC SAE 20W-50" και "ΕΛΙΝ", την ποσότητα στουπιών και τους εννέα (9) αυτοσχέδιους πυρσούς και συσκεύασαν αυτές, σε τρία (3) χάρτινα κουτιά, τα οποία και περιτύλιξαν, με τις αυτοκόλλητες ταινίες της εταιρίας μεταφορών "DHL" και της ανωτέρω εταιρίας του Κ., με ιδιαίτερη επιμέλεια, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο τους, από τρίτους Στη συνέχεια και κατά τις πρωινές ώρες της επομένης ημέρας, 7/9/2007, ο Ν. Κ., με φορτηγό αυτοκίνητο της μεταφορικής του εταιρίας, μετέφερε τα εν λόγω κουτιά στο κτίριο του Δήμου ... και ειδικότερα, τα παρέδωσε στον Β. Σ., παρουσιάζοντας τα, στους λοιπούς υπαλλήλους του ως άνω Δήμου, ως περιέχοντα, δήθεν, υπηρεσιακά έγγραφα. Συνεπώς, οι Σ. και Κ. προμηθεύτηκαν, κατασκεύασαν και κατείχαν, όλο αυτό το διάστημα, μεταξύ 4/9/2007 και 7/9/2007, τα προαναφερθέντα, εύφλεκτα - εκρηκτικά υλικά, προκειμένου, στη συνέχεια, να τα παραχωρήσουν στον A. D. και τον έτερο υπήκοο Αλβανίας, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, έτσι ώστε οι τελευταίοι, με τη χρήση αυτών, να προξενήσουν κοινό κίνδυνο, σε ξένα πράγματα, ή κίνδυνο για άνθρωπο. Κατόπιν όλων αυτών των ενεργειών, ο Τ., με τη βοήθεια του Σ., φρόντισε να παραλάβουν ο A. D. και ο προαναφερόμενος άγνωστος συναυτουργός αυτού, τα αντικλείδια, των υπ' αριθ. "3", "4" και "7" γραφείων των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., καθώς και το αντικλείδι της πίσω πόρτας του κτιρίου του ξενοδοχείου "Ξ.", στο οποίο στεγάζονταν, τότε οι υπηρεσίες του Δήμου ... Ακολούθως, την ίδια ημέρα και μετά το πέρας του ωραρίου της υπηρεσίας, ο A. D. και ο έτερος υπήκοος Αλβανίας, με το όνομα "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, εισήλθαν στο χώρο του παλαιού ξενοδοχείου "Ξ.", κατευθύνθηκαν, με τα αντικλείδια, που είχαν στην κατοχή τους, στα υπ' αριθ. "3", "4" και "7" γραφεία των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., τα οποία, και άνοιξαν, αρχίζοντας να βγάζουν, από τα χάρτινα κιβώτια, τα εύφλεκτα υλικό. Αμέσως μετά, κινούμενοι εντός του ανωτέρω χώρου, αφού, προηγουμένως, συγκέντρωσαν, σε στοίβες, ποσότητες εγγράφων, στο κέντρο και των τριών (3) ανωτέρω γραφείων, άρχισαν να επιμερίζουν τα εύφλεκτα υλικά, ανά γραφείο, προλαβαίνοντας να διαβρέξουν, με βενζίνη και μείγμα βενζίνης - πετρελαίου, τα έγγραφα, που βρίσκονταν στοιβαγμένα, στο κέντρο του υπ' αριθ. "3" γραφείου. Σκοπός τους, κατά το εγκληματικό σχέδιο του Τ., ήταν να διαβρέξουν, με μείγμα βενζίνης και πετρελαίου και τα έγγραφα, που βρίσκονταν, στο κέντρο των υπ' αριθ. "4" και "7" γραφείων και έπειτα να θέσουν πυρ, με τους αυτοσχέδιους πυρσούς, προξενώντας πυρκαγιά. Ταυτοχρόνως, το λάδι μηχανής, που είχαν στη διάθεση τους, έτοιμο, προς χρήση, θα βοηθούσε στην εξάπλωση της πυρκαγιάς, διότι, κατά την κατάσβεση, με τη βοήθεια του νερού, αυτό δεν θα έσβηνε, αλλά θα εξαπλωνόταν και στα λοιπά έγγραφα, ενώ το υδροχλωρικό οξύ, που επίσης είχαν στη διάθεση τους, θα διάβρωνε τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καταστρέφοντας τους σκληρούς τους δίσκους και τις δισκέτες, στα οποία ήταν αποθηκευμένα ενοχοποιητικά στοιχεία, γύρω από την κακοδιαχείριση των οικονομικών του Δήμου ... [...]. Κατά τα λοιπά και ως προς τη συνδρομή ή μη δυνατότητας πρόκλησης έκρηξης, από τα ανευρεθέντα και εξετασθέντα πειστήρια, τα οποία βρέθηκαν να έχουν τοποθετηθεί στα υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" γραφεία της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου ... και αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (...), πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Ως εύφλεκτα, θεωρούνται τα υγρά, τα οποία σχηματίζουν ατμούς επάνω από την ελεύθερη επιφάνεια τους, οι οποίοι μπορούν να αναφλέγουν. Τα πλέον κοινά εύφλεκτα υγρά, τα οποία χρησιμοποιούνται, για ακριβώς αυτήν την ιδιότητα τους, ως υγρά καύσιμα, είναι η βενζίνη και το πετρέλαιο. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των εύφλεκτων υγρών, είναι το σημείο ανάφλεξής τους (...), δηλαδή, η ελάχιστη θερμοκρασία, στην οποία πρέπει να θερμανθεί το υγρό, για να δημιουργηθούν εύφλεκτοι ατμοί επάνω από την ελεύθερη επιφάνεια του, έτσι ώστε να αναφλέγουν, με την προσέγγιση φλόγας ή τη δημιουργία σπινθήρα. Οι βενζίνες (χαμηλών οκτανίων) έχουν σημείο ανάφλεξης περίπου 43° C και από αυτήν τη θερμοκρασία και επάνω, παράγουν εύφλεκτους ατμού. Το σημείο ανάφλεξης των πετρελαίων κυμαίνεται, μεταξύ +50° C και +55° C. Μια ακόμη ιδιότητα των εύφλεκτων υλικών, είναι η ιδιότητα της αυτανάφλεξης. Αυτό σημαίνει, ότι ένα εύφλεκτο υλικό μπορεί να αναφλέγει, χωρίς την παρουσία εξωτερικής πηγής φλόγας ή σπινθήρα, αν θερμανθεί, σε μία συγκεκριμένη θερμοκρασία. Αυτή η θερμοκρασία είναι η θερμοκρασία αυτανάφλεξης και αφορά την ανάφλεξη, μέσα σε ένα κλειστό σύστημα- Για τα πετρελαιοειδή καύσιμα, η θερμοκρασία αυτανάφλεξης είναι μεγαλύτερη από 250° C. Η ανάφλεξη των αέριων μειγμάτων των ατμών ορισμένων εύφλεκτων υγρών, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, δημιουργεί έκρηξη, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Αυτά τα αέρια μείγματα μπορούν να εκραγούν, μόνον, όταν βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο εύρος συγκεντρώσεων. Όταν ένα αέριο βρίσκεται σε συγκέντρωση, μικρότερη του κατώτερου αναφλέξιμου - εκρηκτικού ορίου του (Κ. Ε. Ο.), θεωρείται, ότι είναι φτωχό, ως καύσιμο μείγμα και δεν μπορεί να αναφλέγει και να δημιουργήσει έκρηξη. Όταν ένα αέριο βρίσκεται σε συγκέντρωση, μεγαλύτερη από το ανώτερο αναφλέξιμο - εκρηκτικό όριο του (Α.Ε.Ο.), το μείγμα αερίου-αέρα, θεωρείται, ότι είναι πλούσιο σε καύσιμο (αλλά φτωχό σε οξυγόνο) και επίσης, δεν μπορεί να αναφλέγει, ούτε να δημιουργήσει έκρηξη. Όταν η συγκέντρωση του αερίου βρίσκεται, μεταξύ των δύο αυτών ορίων, τότε το μείγμα του αερίου, με τον αέρα, θεωρείται, ότι βρίσκεται στην περιοχή αναφλεξιμότητας - εκρηκτικότητάς του. Μέσα στο εύρος συγκεντρώσεων της περιοχής αναφλεξιμότητας - εκρηκτικότητας, μπορεί να λάβει χώρα έκρηξη του μείγματος, όταν οι ατμοί του εύφλεκτου αερίου, αναφλέγουν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ανάφλεξη που προκύπτει δεν είναι διαφορετική, από αυτή, που συμβαίνει, κατά την καύση των ατμών αυτών των αερίων, εκτός από το γεγονός, ότι η ύπαρξη του ομοιογενούς μείγματος αερίου - αέρα, σε αυτές τις συγκεντρώσεις, επιτρέπει την ανάφλεξη όλης της καύσιμης ύλης, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Επομένως, η παραγωγή θερμότητας, η δημιουργία προϊόντων καύσης και η εκτόνωση αυτών των προϊόντων, η οποία θα απαιτούσε, κανονικό, αρκετό χρόνο, για να λάβει χώρα, συντελείται, σχεδόν ταυτόχρονα και έχει τις συνέπειες και τα μηχανικό αποτελέσματα της έκρηξης. Μια τέτοια έκρηξη μπορεί να είναι πολύ έντονη και ισχυρή, ώστε να δημιουργήσει τεράστιες ζημιές, ακόμα και να ανατινάξει ένα ολόκληρο κτίριο. Σε ένα κλειστό σύστημα και σε θερμοκρασία 20° C, οι ατμοί των βενζινών δημιουργούν αναφλέξιμο - εκρηκτικό μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, σε εύρος συγκεντρώσεων από 1,5% έως 7,5%, κατ' όγκο. Αυτό σημαίνει, ότι αρκεί 1,5 μονάδα όγκου ατμών βενζίνης, σε 100 μονάδες όγκου μείγματος αέρα - βενζίνης, για να δημιουργηθεί το εκρηκτικό μείγμα. Με βάση θεωρητικούς υπολογισμούς το ελάχιστο ποσό βενζίνης σε υγρή μορφή, που πρέπει να εξατμιστεί, για να πληρωθεί η συνθήκη ταυ. κατώτερου εκρηκτικού ορίου (Κ.Ε.Ο.), είναι, περίπου, ενενήντα έξι (96) κυβικά εκατοστά (ml) βενζίνης, ανά κυβικό μέτρο m3 αέρα (96 ml/m3), ενώ, με βάση εμπειρικούς υπολογισμούς, το ποσό της βενζίνης ανέρχεται σε 89 ml/m3. Το ανώτερο εκρηκτικό όριο (Α.Ε.Ο.), με βάση θεωρητικούς υπολογισμούς, μπορεί να υπολογιστεί, περίπου, στα 493ml υγρής βενζίνης που πρέπει να εξατμιστεί, ανά m3 αέρα, ενώ, με βάση εμπειρικούς υπολογισμούς το ποσό αυτό ανέρχεται στα 448/ ml/m3. Με βάση τους ανωτέρω υπολογισμούς, κατά μέσο όρο, για το Κ.Ε.Ο., το ποσό της βενζίνης είναι 92,5 ml/m3 και για το Α.Ε.Ο., το ποσό της βενζίνης είναι 470,5 ml/m3. Στην προκείμενη περίπτωση, θεωρώντας το χώρο των υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" γραφείων της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου ..., ως το - υπό μελέτη - σύστημα, για τη διαπίστωση της δυνατότητας πρόκλησης έκρηξης, σ' αυτόν, από τις ποσότητες των εύφλεκτων υγρών - εκρηκτικών υλών, που βρέθηκαν τοποθετημένες, σ' αυτούς, λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες: 1) Η ποσότητα της διαθέσιμης βενζίνης, 2) Το μέγεθος του χώρου, στον οποίο τοποθετήθηκε η βενζίνη, 3) Η Θερμοκρασία του χώρου, 4) Η επιφάνεια και το είδος του εμποτισμένου, με τη βενζίνη, υλικού, και 5) Το χρονικό διάστημα, από τη διαβροχή του χώρου, μέχρι την πυροδότηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ των πειστηρίων, που εξετάστηκαν,.. υπήρχαν είκοσι οκτώ (28) πλαστικές φιάλες, χωρητικότητας 1,51 λίτρων, εκάστη. Από αυτές, οι είκοσι πέντε (25) φιάλες, ήταν αρχικά πλήρεις περιεχομένου και περιείχαν μείγμα των εύφλεκτων υλών βενζίνης και πετρελαίου, δύο (2) φιάλες περιείχαν την εύφλεκτη ύλη πετρέλαιο και μία (1) φιάλη ήταν πλήρης, με την εύφλεκτη ύλη βενζίνη. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η βενζίνη μπορεί να δημιουργήσει εκρηκτικό μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Για τις ανάγκες της διερεύνησης της πιθανότητας δημιουργίας εκρηκτικού μείγματος των ατμών της βενζίνης, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, στο συγκεκριμένο σύστημα, πραγματοποιήθηκε ποσοτική προσέγγιση του ποσού της βενζίνης, που υπήρχε στις φιάλες, με βάση τα πειστήρια, που αναλύθηκαν και περιγράφονται στην υπ' αριθμ. 3022/14/5096-β/8-2-2008 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης. Με τη χρήση προτύπων βενζίνης και πετρελαίου, κατασκευάστηκαν πρότυπες καμπύλες συγκέντρωσης μειγμάτων και με βάση αυτές, προσδιορίστηκε, ότι το ποσοστό της βενζίνης, στις είκοσι πέντε (25) φιάλες, που περιείχαν μείγμα βενζίνης και πετρελαίου, κυμαινόταν από 60% έως 80%. Συγκεκριμένα, ο μέσος όρος των ποσοστών αυτών ήταν 68%, με τυπική απόκλιση, περίπου/ 5%. Αυτό σημαίνει, ότι υπήρχαν περίπου 25,5 λίτρα βενζίνης, στις είκοσι πέντε (25) φιάλες και αν σε αυτά προστεθούν τα 1,51 λίτρα της φιάλης, που περιείχε μόνο βενζίνη, το συνολικό ποσό της βενζίνης, που υπήρχε διαθέσιμο ήταν 27 λίτρα. Με βάση αυτή την ποσότητα βενζίνης, η συνθήκη, για το κατώτερο εκρηκτικό όριο, εκπληρώνεται, σε συνολικό χώρο 292 m3. Αυτό σημαίνει, ότι, αν αυτή η ποσότητα βενζίνης τοποθετείτο, σε ένα κλειστό χώρο, με όγκο 292 m3 και θερμοκρασία 20° C, τότε, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, στο οποίο θα εξατμιζόταν η ποσότητα της βενζίνης, η προσέγγιση φλόγας ή η δημιουργία σπινθήρα, θα προκαλούσε την έκρηξη των ατμών της βενζίνης και συνεπακόλουθα, την ανάφλεξη και την καύση και καταστροφή των υλικών του χώρου. Το κάθε ένα, από τα υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" γραφεία, στα οποία βρέθηκαν τα πειστήρια, καταλαμβάνει όγκο ίσο με 58 m3. Για να δημιουργηθεί εκρηκτικό μείγμα ατμών βενζίνης, μέσα σε ένα τέτοιο χώρο, θα πρέπει να εξατμιστεί ποσότητα βενζίνης, από 5,4 έως 27,3 λίτρων. Αυτό σημαίνει, ότι, όταν, σε έναν τέτοιο χώρο, εξατμιστούν περίπου 5,4 λίτρα βενζίνης, δημιουργείται εκρηκτικό μείγμα (Κ.Ε.Ο.). Σημειώνεται, εδώ, ότι, με βάση την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, την 07/09/2007, η θερμοκρασία στην πόλη της ..., από 11.00' έως 17.00' ώρας Ελλάδος, κυμαινόταν, μεταξύ 20 και 21° C. Ως εκ τούτου, η επίδραση της θερμοκρασίας, στα προαναφερθέντα εκρηκτικό όρια των ατμών της βενζίνης, θεωρείται αμελητέα και τα όρια ισχύουν, ως έχουν. Όσον αφορά στο είδος του υλικού, που είχε διαβραχεί με τη βενζίνη, αυτό ήταν, κυρίως, έγγραφα και χαρτιά διαφόρων ειδών, υλικό, πρόσφορα, τόσο για τη δημιουργία πυρκαγιάς, όσο και για τη διευκόλυνση του φαινομένου της εξάτμισης της βενζίνης, εξαιτίας της αυξημένης επιφάνειας. Το χρονικό διάστημα, από τη διαβροχή του χώρου, μέχρι την πυροδότηση, είναι ένας από τους παράγοντες, που επηρεάζουν την πιθανότητα δημιουργίας εκρηκτικού μείγματος, καθώς, για να δημιουργηθεί ικανή ποσότητα ατμών βενζίνης, πρέπει να μεσολαβήσει ο απαραίτητος χρόνος, για την εξάτμιση της. Παρόλο που ο ρυθμός εξάτμισης της βενζίνης, στο συγκεκριμένο σύστημα, δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί με ακρίβεια, με βάση εμπειρικούς υπολογισμούς, στη θερμοκρασία των 20° C, το ποσοστό της εξατμισμένης βενζίνης ακολουθεί μια λογαριθμική σχέση, με το χρόνο. Συγκεκριμένα, μέσα σε πέντε (5) λεπτά της ώρας, εξατμίζεται ... Ο χρόνος, που απαιτείται, για την εξάτμιση όλης της ποσότητας της βενζίνης, κυμαίνεται, μεταξύ τεσσάρων (4) και πέντε (5) ωρών. Όπως προαναφέρθηκε, για ένα δωμάτιο, όγκου 58 m3, το κατώτερο εκρηκτικό όριο απαιτεί την εξάτμιση 5,4 λίτρων βενζίνης. Έτσι, για παράδειγμα, σε ένα τέτοιο δωμάτιο, η διαβροχή του χώρου, με 7,5 λίτρα βενζίνης, μετά από χρονικό διάστημα μιας ώρας, θα δημιουργούσε εκρηκτικό μείγμα, ενώ, αν η ποσότητα της βενζίνης ήταν 9 λίτρα, τότε, το εκρηκτικό μείγμα, με τον αέρα, θα δημιουργούνταν, σε τριάντα (30), περίπου, λεπτά, από τη διαβροχή. Ο χρόνος, στον οποίο θα δημιουργούνταν το εκρηκτικό μείγμα, μειώνεται, σημαντικά, με την αύξηση της ποσότητας της βενζίνης. Έτσι θα απαιτούνταν μόλις λίγα λεπτά (...), για την πλήρωση του Κ.Ε.Ο., αν όλη η διαθέσιμη ποσότητα βενζίνης τοποθετούνταν, σε ένα από τα γραφεία, και διαβρεχόταν, με αυτή, το εσωτερικό του. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το διάλυμα υδροχλωρικού οξέος, το οποίο περιείχαν οι πέντε (5) φιάλες, ..., δεν είναι εύφλεκτο, ούτε εκρηκτικό υλικό. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να προκαλέσει κίνδυνο πυρκαγιάς ή να αποτελέσει καύσιμο υλικό. Οι ατμοί του υδροχλωρίου, που παράγονται, κατά τη θέρμανση του υδροχλωρικού οξέος είναι τοξικοί και ερεθιστικοί, για το ανθρώπινο αναπνευστικό σύστημα ... . Δεδομένης της ποσότητας του διαλύματος υδροχλωρικού οξέος, που υπήρχε διαθέσιμη (5 Χ 450ml = 2,25 λίτρα) και με βάση, ότι αυτού του είδους διαλύματα οικιακής χρήσης, έχουν, κατά μέσο όρο, περιεκτικότητα, σε υδροχλωρικό οξύ, περίπου, 10-12%, κατά βάρος, οι υψηλές θερμοκρασίες του χώρου, στην περίπτωση πυρκαγιάς, θα είχαν, ως αποτέλεσμα, την εξάτμιση του υδροχλωρίου και τη δημιουργία τοξικών ατμών (...), όγκου 29.000 m3, περίπου, οι οποίοι θα μπορούσαν να καταλάβουν ένα κτίριο, επιφάνειας 20 m Χ 100 m και ύψους 15 m. Επιπλέον, το υγρό λάδι μηχανών (για πετρελαιοκίνητα οχήματα και οδοντωτούς τροχούς οχημάτων), ..., παρόλο που δεν θεωρείται εύφλεκτο υγρό, μπορεί να αποτελέσει καύσιμο υλικό. Τέτοιου είδους έλαια, έχουν σημείο ανάφλεξης (...), μεγαλύτερο των 230° C και ως εκ τούτου, σε περίπτωση πυρκαγιάς και δημιουργίας υψηλών θερμοκρασιών, καίγονται, αυξάνοντας το θερμικό φορτίο. Τα εύφλεκτα υλικά, που εξετάστηκαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι τα υγρά καύσιμα, βενζίνη, πετρέλαιο, καθώς και μείγματα αυτών. Αυτά τα υλικά, στη συνήθη θερμοκρασία περιβάλλοντος, αναφλέγονται και καίγονται, με την προσέγγιση φλόγας, ενώ, σε θερμοκρασίες, μεγαλύτερες των 250° C, αναφλέγονταν χωρίς την προϋπόθεση φλόγας. Επιπλέον, οι ατμοί της βενζίνης, σε μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες (...), δημιουργούν εκρηκτικό μείγμα, η ανάφλεξη του οποίου, έχει, ως συνέπεια, τη δημιουργία έκρηξης. Σύμφωνα με το μέγεθος των χώρων των γραφείων "3", "4" και "7" και τη θερμοκρασία, τη συγκεκριμένη ημέρα (7/9/2007), η ποσότητα της διαθέσιμης βενζίνης (= 27 λίτρα), είναι επαρκής, για να δημιουργηθεί εκρηκτικό μείγμα, σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η διαβροχή του χώρου του κάθε γραφείου, με το 1/3 της συνολικά διαθέσιμης ποσότητας βενζίνης (περίπτωση ισοκατανομής βενζίνης) και με δεδομένο, ότι η ανταλλαγή με το εξωτερικό περιβάλλον είναι σχετικό μικρή (θεωρώντας, δηλαδή, τις πόρτες του κάθε γραφείου, κλειστές), θα είχε, ως αποτέλεσμα, σε ένα χρονικό διάστημα, περίπου, ίσο με 30 λεπτά, την εξάτμιση ικανής ποσότητας βενζίνης (5,4 λίτρων), ώστε να δημιουργηθεί η συνθήκη του Κατώτερου Εκρηκτικού Ορίου. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, μετά από τα 30 αυτά λεπτά και για διάστημα τέτοιο, στο οποίο δεν θα μεταβαλλόταν, σημαντικά, η θερμοκρασία του χώρου και η ανταλλαγή με το εξωτερικό περιβάλλον, θα εξακολουθούσε να υφίσταται πιθανότητα έκρηξης, καθώς οι ατμοί της εξατμισμένης βενζίνης θα εξακολουθούσαν να βρίσκονται εντός των εκρηκτικών ορίων της. Στην περίπτωση, που η διαβροχή του χώρου του γραφείου γινόταν, με μεγαλύτερη των 9 λίτρων ποσότητα, τότε θα μπορούσε και πάλι να δημιουργηθεί εκρηκτικό μείγμα, στο χώρο αυτό. Για παράδειγμα, η διαβροχή του χώρου ενός γραφείου με 14 λίτρα βενζίνης, θα προκαλούσε, σε 10 λεπτά της ώρας, την εξάτμιση 5,6 λίτρων βενζίνης και κατά συνέπεια θα κάλυπτε το Κ.Ε.Ο., ενώ, σε 20, περίπου, λεπτά, θα εξατμίζονταν 7,2 λίτρα βενζίνης και κατά συνέπεια, θα εξακολουθούσε να υφίσταται εκρηκτικό μείγμα, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, καθώς το ποσοστό των ατμών της βενζίνης, μέσα στο χώρο, όγκου 58 ιπ3, θα ήταν και πάλι, μέσα στα εκρηκτικά όρια (...). Παρόμοια, η διαβροχή του χώρου, με 20 λίτρα βενζίνης, θα δημιουργούσε συγκέντρωση ατμών βενζίνης 1,5%, με τον ατμοσφαιρικό αέρα του γραφείου, μόλις σε 5 λεπτά της ώρας. Σε κάθε περίπτωση δημιουργίας εκρηκτικού μείγματος των ατμών της βενζίνης, με τον ατμοσφαιρικό αέρα, ...η προσέγγιση φλόγας ή η δημιουργία σπινθήρα θα είχε, ως αποτέλεσμα, την έκρηξη των ατμών αυτών. Στην περίπτωση μιας τέτοιας έκρηξης, σε κάποιο, από τα γραφεία, θα υπήρχε πιθανότητα τραυματισμού ευρισκόμενων στο χώρο ή πλησίον αυτού, ατόμων, πλήρης καταστροφή των γραφείων και των υλικών, που υπήρχαν μέσα σε αυτό, καθώς και μεγάλης έκτασης και έντασης πυρκαγιάς. Δεδομένου ότι και στα τρία (3), υπό εξέταση, γραφεία, υπήρχε αρκετό εύφλεκτο υλικό (χαρτιά, εξοπλισμός, κ.λπ.), είναι πολύ πιθανό να μεταδιδόταν η φωτιά και σε παράπλευρα γραφεία και χώρους. Κατά την πυροδότηση των εύφλεκτων υλικών στους χώρους των γραφείων υπ' αριθμ. "3", "4" και "7" και ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο έκρηξης, η επακόλουθη πυρκαγιά θα είχε, ως αποτέλεσμα, τη δημιουργία αυξημένων θερμοκρασιών στο χώρο. Κατά συνέπεια, η εξάτμιση του διαλύματος υδροχλωρικού οξέος, που υπήρχε στο χώρο, θα προκαλούσε την πλήρωση του, με τοξικούς ατμούς υδροχλωρίου. Η διαθέσιμη ποσότητα υδροχλωρικού οξέος (2,25 λίτρα) δημιουργεί τοξικούς ατμούς (...), όγκου 29-000 m3. Σε έναν περιορισμένο χώρο, όπως είναι τα γραφεία υπ' αριθμ. "3", "4" και "7", η εξάτμιση του υδροχλωρικού οξέος, θα δημιουργούσε περιβάλλον ακόμα πιο υψηλών συγκεντρώσεων τοξικών ατμών υδροχλωρίου. Τέλος, καύσιμο υλικό, σε περίπτωση πυρκαγιάς, θα αποτελούσαν και τα υλικό που αναφέρονται ..., καθώς τα λιπαντικά αυτά, σε θερμοκρασίες, μεγαλύτερες των 230° C, δύνανται να καούν και εξαιτίας της φύσης τους, μπορούν να συντηρήσουν την καύση (.. .)". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εμπρησμού από κοινού, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκρήξεως από κοινού, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και σε εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, της ηθικής αυτουργίας σε προμήθεια εκρηκτικών υλών, με σκοπό την παραχώρηση τους σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα καν κίνδυνο για ανθρώπους, της ηθικής αυτουργίας σε κατασκευή εκρηκτικών υλών, με σκοπό την παραχώρηση τους σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο για ανθρώπους, της ηθικής αυτουργίας σε κατοχή εκρηκτικών υλών, με σκοπό την παραχώρηση τους σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο για ανθρώπους, και της ενώσεως με άλλους, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθμ. 84/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42§1, 46§1α, 94§1, 187§3 εδ. α, 264 περ. α και β, 270 περ. β, 272§1 του ΠΚ και 7§§1 και 8 στοιχ. α σε συνδυασμό με 1§1 στοιχ. ε και στ του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται στο βούλευμα α) ο τρόπος, με τον οποίο ενήργησαν οι φυσικοί αυτουργοί των άνω πράξεων της απόπειρας εμπρησμού και εκρήξεως A. D. και Αλβανός, ονόματι "Σ.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, β) ότι από τον εμπρησμό μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος για ανθρώπους, από δε την έκρηξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους ή σε εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, ήτοι στις Υπηρεσίες του Δήμου ..., οι οποίες στεγάζονταν στο κτίριο του ξενοδοχείου "Ξ.", γ) ότι οι Β. Σ. και Ν. Κ. προμηθεύτηκαν, κατασκεύασαν και κατείχαν τα ως άνω εύφλεκτα -εκρηκτικά υλικά, τα οποία τοποθέτησαν σε κουτιά, προκειμένου να τα παραδώσουν στους ανωτέρω A. D. και "Σ.", δ) ότι οι πράξεις των A. D. και "Σ." δεν ολοκληρώθηκαν από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως τους και δη γιατί δεν επιτεύχθηκε να διαβραχούν και τα έγγραφα που βρίσκονταν στα υπ' αριθ. 4 και 7 γραφεία, επειδή αυτοί έγιναν αντιληπτοί από τον υπάλληλο της Δημοτικής Αστυνομίας Ν. Γ. και τράπηκαν σε φυγή, ε) ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, έχοντας και το σχετικό κίνητρο (μεγάλο οικονομικό έλλειμμα, απότοκο κακής διαχειρίσεως), προκάλεσε στους ως άνω συγκατηγορουμένους του την απόφαση να διαπράξουν τις πράξεις που τέλεσαν, με φορτικότητα, πειθώ, παραινέσεις, προτροπές, υποσχέσεις και δώρα και στ) ότι ο τελευταίος είχε ενωθεί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του για να διαπράξουν τα ανωτέρω κακουργήματα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις ταυ αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού 1) το Συμβούλιο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επιτρεπτώς αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση και την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάχθηκε και η κρίση αυτού, 2) προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνεται και η από 9.1.2009 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του Δήμου ... για τα οικονομικά έτη 2003 - 2007, που συντάχθηκε από τους οικονομικούς επιθεωρητές Α. Κ. και Γ. Μ., η οποία ναι μεν δεν μνημονεύεται ειδικώς στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται το βούλευμα, πλην ειδική μνεία της δεν ήταν απαραίτητη, γιατί αυτή, η οποία διαβιβάσθηκε στην Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Ζακύνθου με το υπ' αριθ. 1005779/237-Α/19.1.2009 έγγραφο της γενικής Διευθύνσεως Οικονομικής Επιθεωρήσεως του Υπουργείου Οικονομικών και ενσωματώθηκε στη δικογραφία πριν από το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση της, δεν διατάχθηκε υπό τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 183 του ΚΠοινΔ από ανακριτικό υπάλληλο ή δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο και, επομένως, δεν αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης 3) λήφθηκε υπόψη και το από 26 Απριλίου 2010 υπόμνημα -αναφορά του αναιρεσείοντος, το οποίο κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 4.5.2010 και μνημονεύεται ειδικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα (και αποφαίνεται το Συμβούλιο επί του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση που υποβλήθηκε με αυτό) και συνεκτιμήθηκαν τα νέα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που προσκομίστηκαν με αυτό και 4) το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών που εξέθετε ο αναιρεσείων στην έφεση του και στο ανωτέρω υπόμνημα του, παρά ταύτα, όμως, εκθέτει, με πλήρη αιτιολογία, τα πραγματικά περιστατικά των πράξεων που αποδίδονται στους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος τον τρόπο και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προκάλεσε σ' αυτούς την απόφαση να τελέσουν τις πράξεις αυτές, καθώς και το κίνητρο των εγκλημάτων (προσπάθεια εξαφανίσεως των στοιχείων, τα οποία θα αποδείκνυαν την κακοδιαχείριση, απότοκο της οποίας ήταν το τεράστιο οικονομικό έλλειμμα του Δήμου ...). Επομένως ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308§2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 20§2 του ν 3160/2003, "οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτιστεί η πρόταση του ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και να λάβει γνώση της προτάσεως του, μέσα σε 24 ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας που επισυνάπτεται στη δικογραφία ... Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα 10 ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο Συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της Εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485§1 ΚΠοινΔ), συνάγεται ότι η δικογραφία δεν εισάγεται στο Συμβούλιο και παραμένει στη γραμματεία της Εισαγγελίας, όταν έχει υποβληθεί σαφής και ορισμένη αίτηση, με υπόμνημα ή έστω και προφορικά προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της σχετικής εισαγγελικής προτάσεως, πριν περάσουν 10 ημέρες από της ειδοποιήσεως του κατηγορουμένου ή του αντικλήτου δικηγόρου του, να προσέλθει και να λάβει γνώση, ακόμη και αν λάβει γνώση νωρίτερα, πριν παρέλθουν 10 ημέρες, για να έχει στη διάθεση του τον αναγκαίο χρόνο για να μελετήσει την πρόταση και ενδεχομένως να την αντικρούσει με υπόμνημα, παραβίαση δε της προθεσμίας αυτής επάγεται απόλυτη ακυρότητα, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και με την έφεση λόγω του ότι δεν πρέπει να τηρηθεί κάποιος τύπος και με τον τρόπο αυτό περιέρχεται άμεσα σε γνώση του εισαγγελέα, ο οποίος προ της καταρτίσεως της προτάσεώς του, λαμβάνει γνώση της εφέσεως. Η παραβίαση αυτής της διατάξεως, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της προτάσεως του εισαγγελέα πριν να υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος ή ειδοποιήθηκε μεν αυτός και έλαβε γνώση, πλην η δικογραφία έχει εισαχθεί στο Συμβούλιο πριν από την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171§1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ) που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484§1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ. Η ανωτέρω, όμως, διάταξη του άρθρου 308§2 του ΚΠοινΔ έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο εισαγγελέας, μετά το τέλος της ανακρίσεως ή της προανακρίσεως, πρόκειται να υποβάλει στο συμβούλιο πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως και όχι επί υποβληθέντος παρεμπίπτοντος αιτήματος διαδίκου (π.χ. επί αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατόπιν αιτήματος του, που διέλαβε στην υπ' αριθ. 1/19.12010 έκθεση εφέσεως του κατά του υπ' αριθ. 84/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, ειδοποιήθηκε και έλαβε γνώση, στις 29.3.2010, της υπ' αριθ. 146/26.3.2010 επί της ουσίας προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών Κων. Τζαβέλλα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης και την επικύρωση του εκκαλουμένου βουλεύματος, καθώς και την απόρριψη αιτήματος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου. Ακολούθως, ο τελευταίος, με το από 26.4.2010 υπόμνημα - αναφορά του, επανέφερε το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου. Επί του αιτήματος αυτού, ο αυτός ως άνω Εισαγγελέας, υπέβαλε προς το Συμβούλιο την υπ' αριθ. 301/17.6.2010 πρόταση του, με την οποία πρότεινε την απόρριψη αυτού. Στη συνέχεια δε, χωρίς να ειδοποιηθεί ο αναιρεσείων να λάβει γνώση και της προτάσεως αυτής, αφού δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, η πρόταση εισήχθη στο Συμβούλιο, το οποίο συνεδρίασε για να αποφανθεί επί της υποθέσεως στις 25.6.2010, ήτοι πριν παρέλθει η ανωτέρω δεκαήμερη προθεσμία από τις 17.6.2010. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 308 § 2 του ΚΠοινΔ δημιουργεί υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση της προτάσεως του επί της ουσίας της υποθέσεως, όπως και έγινε, και όχι αυτής επί του παρεμπίπτοντος αιτήματος για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση, τοσούτο μάλλον, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε αίτημα να λάβει γνώση και αυτής της προτάσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι ο αναιρεσείων ειδοποιήθηκε και έλαβε γνώση μόνο της υπ' αριθ. 146/26.3.2010 εισαγγελικής προτάσεως, όχι, όμως, και της υπ' αριθ. 301/2010 συμπληρωματικής προτάσεως του Εισαγγελέα, η οποία δεν παρέμεινε στη Γραμματεία της Εισαγγελίας επί δεκαήμερο, ενώ το αίτημα του να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως υποβάλλεται άπαξ και καλύπτει και τη νέα πρόταση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 309§2 ΚΠοινΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρο 316§2 ιδίου Κώδικα), το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και, σε περίπτωση απορρίψεώς της, να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Τέτοιος λόγος, που δικαιολογεί την απόρριψη του σχετικού αιτήματος είναι και το γεγονός ότι ο αιτών κατηγορούμενος έχει εκθέσει αναλυτικά τις απόψεις του είτε με απολογητικά του υπομνήματα ενώπιον του ανακριτή είτε με υπομνήματα ενώπιον του συμβουλίου είτε, ακόμη, και με την έφεση του. Αν το Συμβούλια δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171§1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον κατά το άρθρο 484§ 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την υπ αριθ. 1/2010 έφεσή του, υπέβαλε αίτημα να κληθεί και να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών για να παράσχει όλες τις αναγκαίες εξηγήσεις και διευκρινίσεις επί της αποδιδόμενης σε βάρος του κατηγορίας. Το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα αυτό, με καθολική αναφορά στις ενσωματωμένες στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπ' αριθ. 146/2010 και 301/2010 εισαγγελικές προτάσεις, στις οποίες εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: α) Στην υπ' αριθ. 146/2010: "Επειδή, περαιτέρω, αμφότεροι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, Κ. - Δ. Τ. και Ν. Κ., αιτούμενοι, ήδη, την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους... ενώπιον του Συμβουλίου Σας (προκειμένου ο μεν πρώτος, εξ αυτών, να διευκρινίσει, κατ' αναπαράσταση, το διάλογο με τον υπάλληλο του Δήμου, Σ. Κ., αλλά και με τον Α. Δ., ο πρώτος, με τις από 11.9.2007 (αρχική) και 9.3.2009 (συμπληρωματική) ανακριτικές απολογίες και το από 11.9.2007 απολογητικό υπόμνημά του..., προσέφεραν, ήδη, στην προδικασία, το σύνολο των επιχειρημάτων τους, έτσι ώστε, εν προκειμένω, να μην συντρέχει λόγος αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτών, ενώπιον του Συμβουλίου Σας, προς παροχή διευκρινίσεων". Και β) στην υπ' αριθ. 301/2010: "Επειδή, εν προκειμένω, ο αιτών και - εκ των εκκαλούντων κατηγορουμένων - Κ. - Δ. Τ., με τις από 11.9.2007 (αρχική) και 9.3.2009 (συμπληρωματική) ανακριτικές απολογίες και το από 11.9.2007 απολογητικό υπόμνημα του προσέφερε, ήδη, στην προδικασία, το σύνολο των επιχειρημάτων του, έτσι ώστε, εν προκειμένω, να μην συντρέχει λόγος αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτού, ενώπιον του Συμβουλίου Σας, προς παροχή διευκρινίσεων". Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Συμβούλιο Εφετών, με το να απορρίψει το ως άνω αίτημα, σε καμιά πλημμέλεια δεν υπέπεσε, αφού αιτιολογεί, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στις εισαγγελικές προτάσεις, την απορριπτική του κρίση, δεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος, με τις απολογίες και το υπόμνημά του, είχε παράσχει πλήρως τις εξηγήσεις του για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α, δ και στ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Συμβούλια αρνήθηκε, και μάλιστα αναιτιολόγητα, να διατάξει την εμφάνιση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ενώπιόν του, υπερβαίνοντας, έτσι, αρνητικά, την εξουσία του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 87§3, 88§§5 και 6, 90 §§ 1, 2 και 5 και 91 §1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι οι εισαγγελείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δικαστικών λειτουργών ως μη δικαιοδοτούντα, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, όργανα της Πολιτείας, των οποίων οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες εξειδικεύονται και προσδιορίζονται, εκτός από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και από τα άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών. Όπως περαιτέρω, προκύπτει από τα άρθρα 27 και 43 του ΚΠοινΔ, η λειτουργική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν εξαντλείται στην κίνηση της ποινικής διώξεως, στο γεγονός δηλαδή ότι αυτός προκαλεί την έναρξη της σχετικής ποινικής δίκης, αλλά υποχρεούται να εκπροσωπήσει την κατηγορία σε όλη τη διάρκεια της μέχρι την οριστική κρίση, ως έκφραση και συνέπεια του διέποντας το ποινικό δικονομικό μας δίκαιο κατηγορητικού συστήματος. Η εκπροσώπηση αυτή εξειδικεύεται σε σειρά διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως στα άρθρα 27§3, 32§2, 343, 333-369, 502§1 και 515§§1 και 2, και συνίσταται στην υποχρεωτική παράσταση του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, έχοντας την υποχρέωση να συμβάλλει στην αναζήτηση και ανεύρεση της αλήθειας, να ενεργεί στην ποινική δίκη όχι μόνο κατά αλλά και υπέρ του κατηγορουμένου, να αναζητεί τα στοιχεία της ενοχής, όσο και εκείνα που θεμελιώνουν την αθωότητα του (άρθρο 239§2 ΚΠοινΔ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24§2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), η εισαγγελία δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπος της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας. Έτσι, άλλο πρόσωπο μπορεί να συντάσσει την έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύσσει προφορικώς παριστάμενο ενώπιον του, άλλος να παρίσταται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και άλλος να ασκεί τα ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύχθηκαν για την αποστολή του εισαγγελέα και το ρόλο του στην απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αρχή του ενιαίου και αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής κάμπτεται και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπληρώσεως κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κατά τη διάρκεια της συζητήσεως της ίδιας υποθέσεως να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας με άλλον εισαγγελέα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι τόσο την υπ' αριθ. 1/2010 έφεση, όσο και την από 24.5.2010 αίτηση-υπόμνημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών χειρίστηκε ο Αντεισαγγελέας Εφετών Κων. Τζαβέλλας, ο οποίος υπέβαλε στο Συμβούλιο της προαναφερόμενες υπ' αριθ. 146/2010 και 301/2010 προτάσεις. Την τελευταία πρόταση, με την οποία πρότεινε την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του κατηγορουμένου, υπέβαλε στις 17.6.2010. Μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και συγκεκριμένα στις 19.7.2010, ο εν λόγω Εισαγγελέας, ο οποίος, με προεδρικό διάταγμα της 29.4.2010, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 435 (τεύχος Γ) ΦΕΚ της 28.5.2010, είχε ήδη μετατεθεί από την Εισαγγελία Εφετών Πατρών στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, εμφανίσθηκε στην τελευταία και ανέλαβε τα καθήκοντα του (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. ΔΥ/18.10.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, Εισαγγελέα Εφετών Ιωάννη Σακελλάκου με τη συνημμένη υπ' αριθ. 63/19.7.2010 έκθεση εμφανίσεως). Επομένως, την ως άνω πρόταση του την υπέβαλε στο Συμβούλιο Εφετών Πατρών ενώ, ακόμη, ανήκε οργανικά στην Εισαγγελία Εφετών Πατρών. Το γεγονός ότι, κατά την υπ' αριθ. 4710/13.5.2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για την κλήρωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων), κληρώθηκε να συμμετάσχει σε συνθέσεις που συνεδρίαζαν πριν από την ημέρα, κατά την οποία εμφανίσθηκε στην Εισαγγελία Αθηνών, ανάγεται στην εσωτερική λειτουργία της τελευταίας και δεν ασκεί καμιά επιρροή, εφόσον τα ονόματα των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, των οποίων αναμένεται η εμφάνιση, εισάγονται στην κληρωτίδα, για την περίπτωση που αυτοί θα εμφανισθούν και, αν, κατά τις ημέρες που κληρώθηκαν, δεν έχουν ακόμη εμφανισθεί, αναπληρώνονται νομίμως από τους αναπληρωματικούς που έχουν κληρωθεί. Περαιτέρω, προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση της 25.6.2010 του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, νομίμως παρέστη ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών Αριστοτέλης Χριστόπουλος ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τις ενσωματωμένες ενιαίως στο βούλευμα υπ' αριθ. 416/2010 και 301/2010 προτάσεις του Αντεισαγγελέα Κων. Τζαβέλλα, η δε αναφορά σ' αυτό ότι "το Συμβούλιο άκουσε τον παριστάμενο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών να αναπτύσσει προφορικά την παραπάνω πρόταση" σαφώς υποδηλώνει την προφορική ανάπτυξη της ενιαίας εισαγγελικής προτάσεως και όχι μόνο της δεύτερης. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καμιά ακυρότητα δεν δημιουργήθηκε από το ότι δεν παρέστη στο Συμβούλιο ο Αντεισαγγελέας Εφετών Κων. Τζαβέλλας που υπέβαλε τις παραπάνω προτάσεις καν δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στο βούλευμα ο λόγος για τον οποίο δεν παρέστη αυτός. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι α) ο Αντεισαγγελέας Κων. Τζαβέλλας, κατά το χρόνο υποβολής της υπ' αριθ. 301/17.6.2010 προτάσεως του, δεν ήταν πλέον Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών, καθόσον από 13.5.2010 υπηρετούσε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ήταν, δηλαδή, κατά τόπον αναρμόδιος για την υποβολή της ως άνω προτάσεως, β) ο Αντεισαγγελέας Εφετών Α. Χριστόπουλος, ο οποίος παρέστη στο Συμβούλιο αντί του Κων. Τζαβέλλα, δεν ανέπτυξε προφορικά και τις δύο προτάσεις, αλλά μόνο την υπ' αριθ. 301/2010 τοιαύτη και γ) ο Αντεισαγγελέας Κων. Τζαβέλλας "εκπροσωπήθηκε" στο Συμβούλιο από τον Αντεισαγγελέα Α. Χριστόπουλο, χωρίς να εξειδικεύεται το κώλυμα του πρώτου και χωρίς να αναφέρεται ότι ο τελευταίος εισάγει τις προτάσεις του κωλυομένου συναδέλφου του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα του αναιρεσείοντος Κ. - Δ. Τ. του Ν. - Γ. για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 26/26.7.2010 αίτηση του ανωτέρω, για αναίρεση του υπ’ αριθ. 307/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εμπρησμού από κοινού, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, σε απόπειρα εκρήξεως από κοινού, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και σε εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, σε προμήθεια, κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών υλών, με σκοπό την παραχώρηση τους σε άλλον, προκειμένου ο τελευταίος να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και κίνδυνο για ανθρώπους, και για ένωση με άλλους με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων. Στοιχεία εγκλημάτων. Επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Πότε υπάρχει ακυρότητα απόλυτη από τη μη γνώση της εισαγγελικής πρότασης, πριν αυτή υποβληθεί στο αρμόδιο Συμβούλιο. Μόνο όταν πρόκειται να υποβληθεί πρόταση επί της ουσίας και όχι επί παρεμπίπτοντος αιτήματος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήσεως κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Ενιαίο και αδιαίρετο Εισαγγελικής Αρχής. Έννοια. Ορθή υποβολή προτάσεως από εισαγγελέα, που έχει μετατεθεί, πριν από αναχώρηση του και την εμφάνιση του στη νέα Εισαγγελία Εφετών. Ορθή παράσταση στο Συμβούλιο εισαγγελέα άλλου από εκείνον που υπέβαλε την πρόταση. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολο της και αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου.
null
null
0
Αριθμός 292/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου R. ή B. R. A. E. του S. ή S. ή J., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, για αναίρεση της με αριθμό 3248/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 663/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 315/01.10.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 6-5-2010 αίτηση αναίρεσης του P. ή B. R. A. (επων.) E. (ον.), του S. ή S. ή J. και της K., κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 3248/9-12-2009, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - Αναστολών - με την οποία απερρίφθη η από 9-10-2009 αίτηση αποζημιώσεώς του ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της νομίμου (10ημέρου) προθεσμίας από της εκδόσεως της με αριθμό 1605/2009 αθωωτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - Αναστολών - και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο, και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί, ως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω, κατ' άρθρο 462 ΚΠΔ, "Τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του κώδικα είναι...". Κατ' άρθρο 463 ΚΠΔ "Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Τέλος, κατ' άρθρο 465 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠΔ, "Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου....". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι το ένδικο μέσο παρέχεται ρητά μόνο από το Νόμο ή από ειδικές διατάξεις, σε εκείνον που ρητά του δίδει (ο Νόμος) το δικαίωμα, (Δικαιούμενα πρόσωπα), και σε όσες περιπτώσεις επίσης ρητά ορίζει (σε ποιες αποφάσεις). Στην προκείμενη υπόθεση ο αιτών, P. ή B. R. A. (επων.) E. (ον.), του S. ή S. ή J. και της K., κάτοικος ..., κατηγορήθηκε για ληστεία, (άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 380 παρ. 1 ΠΚ, από κοινού με άγνωστο που δεν συνελήφθη, ούτε η κυρία ανάκριση τον ανέδειξε και ασκήθηκε η παραπάνω ποινική δίωξη, ακολούθως με το υπ' αριθμ. 6/2000 ένταλμα του 21ου Ανακριτή Αθηνών αναζητηθείς συνελήφθη και κρατήθηκε προσωρινά από 9-10-05 έως 5-6-2006, ήτοι 7 μήνες και 24 μέρες. Στην δικάσιμο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων στις 5-6-2006, κατεδικάσθη σε κάθειρξη 6 ετών. Κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, και στην προσδιορισθείσα δικάσιμο της 1-6-2009 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, κηρύχθηκε αθώος ομόφωνα. Έτσι εξέτισε συνολικά, (προσωρινή κράτηση και πρωτόδικη απόφαση), ποινή 5 ετών, 1 μηνός και 18 ημέρες, ήτοι κρατήθηκε για χρονικό διάστημα 1853 ημερών. Σύμφωνα με το άρθρο 533 ΚΠΔ επόμ. κατέθεσε αυτοτελή αίτηση στο εκδόν την απόφαση δικαστήριο ζητώντας αποζημίωση από το Δημόσιο. Το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (Αναστολών) με την υπ' αριθμ. 3248/2009, απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου υποβολής της αιτήσεως, (πάροδος 10ημέρου από της δημοσιεύσεως της αθωωτικής απόφασης). Με την από 6-5-2010 δήλωση αναίρεσης, κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, ζητεί να γίνει δεκτή η αίτησή του για αναίρεση της προσβαλλόμενης με αριθμό 3248/9-12-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Αναστολών).Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται εκ του Νόμου. Ουδαμού στο "τρίτο κεφάλαιο" της Ποινικής Δικονομίας, με τον τίτλο "Αποζημίωση εκείνων που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν", όπως αντικ. με το άρθρο 26 Ν. 2915/2001, σ' όλο το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 533 έως 545 ΚΠΔ, και ιδιαίτερα στο άρθρο 536 ΚΠΔ, που καθορίζει το αρμόδιο Δικαστήριο την απόφαση, και το ύψος της αποζημίωσης, υπάρχει διάταξη που να προβλέπει την άσκηση ενδίκου μέσου - αναίρεση εν προκειμένω - κατά της απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου που απέρριψε την αίτηση αποζημιώσεως (Βλ. σχετικά άρθρα). Κατά συνέπεια, η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αυτοτελής αίτηση αποζημιώσεως εκείνου του αθωωθέντος που κρατήθηκε προσωρινά, καταδικάσθηκε και ακολούθως αθωώθηκε, δεν υπόκειται σε αναίρεση (Βλ. ΑΠ. 2456/2005, Π.Χρ. ΝΣΤ' Σελίς 621, ΑΠ 1961/2005, Ποιν. Δνη 2006, Σελίς 525). Κατ' άρθρο 465 παρ. 2 ΚΠΔ, ο παραστάς δικηγόρος δικαιούται να ασκήσει αναίρεση μόνο κατά καταδικαστικής απόφασης, άλλως η αναίρεση αποβαίνει απαράδεκτη. Η απόφαση που απέρριψε την αίτηση για αποζημίωση, δεν είναι καταδικαστική. Καταδικαστική είναι η απόφαση που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή είτε στερητική της ελευθερίας, είτε χρηματική (Βλ. ΑΠ. 5/2000, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ, ΝοΒ 2000, Σελίς 1468, ΑΠ. 51/2003, Πραξ. Λογ. ΠΔ 2003 Σελίς 27), αλλά και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο απλώς επιβάλλει νέα ποινή μετ' αναίρεση, όπως π.χ. όταν επί εξακολουθούντος εγκλήματος ο Άρειος Πάγος λόγω παραγραφής έπαυσε οριστικά τη δίωξη για ορισμένες μερικότερες πράξεις, και παρέπεμψε την υπόθεση για καθορισμό νέας ποινής. Δεν είναι καταδικαστική η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη (ΑΠ 1262/2006 Ποιν.Δνη 2007, Σελ. 118), ή ως απαράδεκτη, λ.χ. εκπρόθεσμη (ΑΠ 1372/2006. Ποιν.Δνη 2007,240), η καθορίζουσα συνολική ποινή, κατ' άρθρο 551 ΚΠΔ (ΑΠ 35/72 ΠΧΡ. ΚΒ', 366). Όταν το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται από τον πληρεξούσιο με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, πρέπει το νόμιμο πληρεξούσιο να προσκομίζεται και να προσαρτάται στην έκθεση, ή να προσάγεται εντός 20ημέρου. Στην κρινόμενη υπόθεση την αίτηση αναίρεσης άσκησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος, χωρίς πληρεξούσιο και χωρίς να αναφέρει ότι ενεργεί ως παραστάς κατά την συζήτηση. (Βλ. AD HOC, ΑΠ 724/2007, Ποιν.Χρ. 2008, Σελίς 224). Κατ' ακολουθίαν των προεκτιθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα. (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 6-5-2010 αίτηση αναίρεσης του P. ή B. R. A. (επων.) E. (ον.), του S. ή S. ή J. και της K., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 3248/9-12-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Αναστολών). Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 16/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 9 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 6 παρ. 2 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)", που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά οιασδήποτε αποφάσεως που θα εκδοθεί (ΟλΑΠ 28/2002, ΑΕΔ 48/1982). Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα και οι όροι και προθεσμίες ασκήσεώς τους, μπορούν κατ’ αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάσισε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370 ΚΠοινΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι ποινικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας. Από το περιεχόμενο δε των διατάξεων των άρθρων 533 μέχρι 544 ΚΠοινΔ, που καθορίζουν την αποζημίωση των κρατηθέντων και μετέπειτα αθωωθέντων κατηγορουμένων προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν παρέχεται αυτοτελώς κατά της αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη, αίτηση αποζημιώσεως από το Δημόσιο εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά με διάταξη του ανακριτή ή με βούλευμα ή και με καταδικαστική απόφαση και μετέπειτα αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή καταδικάσθηκε σε ποινή κατώτερη εκείνης, την οποία είχε εκτίσει προσωρινά. Αν δε ασκηθεί αναίρεση εναντίον μιας τέτοιας αποφάσεως αυτοτελώς, αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται με αυτή τελειωτικά για την κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη που να ορίζει ειδικά κάτι άλλο και εκ τούτου απορρίπτεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 3248/9-12-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 9-10-2009 αυτοτελώς ασκηθείσα, κατά το άρθρο 537 ΚΠοινΔ, αίτηση του αθωωθέντος αναιρεσείοντα, για αποζημίωσή του, εκ της προσωρινής κρατήσεως και στη συνέχεια φυλακίσεώς του, δυνάμει του υπ' αριθ. 6/2000 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή του 21ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών και της 1908/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω της μετέπειτα αθωώσεώς του με την 1605/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της ληστείας που είχε διωχθεί. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, η εν λόγω 3248/9-12-2009 προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την ανωτέρω αίτηση αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω ασκήσεώς της εκπροθέσμως, μετά το προβλεπόμενο στο νόμο δεκαήμερο από την απαγγελία της απορριπτικής αποφάσεως, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, αφού δεν αποφαίνεται επί της ενοχής και, ως τέτοια, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά, μετά την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την εμφάνιση και παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά και με υπόμνημα τις απόψεις του περί του παραδεκτού της αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠοινΔ), μη παραβιαζομένων, κατά τα προαναφερθέντα, των αρχών της δίκαιης δίκης, που καθιερώνει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και του κατοχυρούμενου, δια του άρθρου 20 του Συντάγματος, δικαιώματος του πολίτη προς παροχή εννόμου προστασίας, κατά τα στην αρχή της παρούσας εκτιθέμενα. Περαιτέρω, αφού απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-5-2010 αίτηση του P. ή B. R. A. E. του S. ή S. ή I., περί αναιρέσεως της 3248/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά μη τελειωτικής αποφάσεως, που αποφάνθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, αίτηση αποζημίωσης προσωρινά κρατηθέντος και αθωωθέντος κατηγορουμένου.
null
null
1
Αριθμός 290/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Βοζίκη, για αναίρεση της υπ' αριθ.825/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δ. Δ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 650/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ.2 ΚΠοινΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται αναστολή της παραγραφής από την ημέρα της επίδοσης, μόνον εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, γιατί άλλως, στην περίπτωση αυτή, καλύπτεται η ακυρότητα, η κλήση θεωρείται έγκυρη και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξεως ή η ακυρότητα της επίδοσης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Μετά δε την κήρυξη ακυρότητας της επίδοσης και την μη αναστολή της διαδικασίας, το Εφετείο, και χωρίς να υποβληθεί ειδικό αίτημα παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής, οφείλει να ερευνήσει αυτεπάγγελτα την τυχόν επελθούσα παραγραφή. Διαφορετικά, αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, καίτοι συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την 22138/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ερήμην σε φυλάκιση 6 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για σωματική βλάβη από αμέλεια, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε την 11-5-2004. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπ` αριθ. 1749/1-10-2007 έκθεση εφέσεως, με σαφή λόγο της οποίας πρότεινε ότι του επιδόθηκε ακύρως με θυροκόλληση το 8855/2007 κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο για να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη, για το λόγο ότι αναζητήθηκε και θυροκολλήθηκε το κλητήριο θέσπισμα στην οδό ... αριθ. 4, όπου ουδέποτε κατοικούσε, αντί του ορθού αριθμού της κατοικίας του, της ιδίας οδού 41, και επομένως ήταν άκυρη η επίδοση, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει η κυρία διαδικασία και να μην έχει επέλθει αναστολή της πενταετούς παραγραφής επί τριετία, η οποία πενταετία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της έφεσης την 11-2-2010. Επί του λόγου αυτού της εφέσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 825/2008 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ενώ δέχθηκε ακυρότητα της παραπάνω με θυροκόλληση επίδοσης στον κατηγορούμενο του άνω κλητηρίου θεσπίσματος σε λανθασμένη διεύθυνση κατοικίας, παρέλειψε να αποφανθεί επί της παραγραφής με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν προβάλλεται ειδικά με την έφεση και η παραγραφή της πράξης και προχώρησε στην κρίση επί της ουσίας και σε καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την ως άνω πράξη. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο αναιρεσείων, εφόσον δεν εμφανίσθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη και δικάστηκε ερήμην, παραδεκτά πρότεινε, με λόγο εφέσεως, την εν λόγω ακυρότητα της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία δεν καλύφθηκε, και την μη αναστολή της κύριας διαδικασίας και παραδεκτά μετά από αυτό πρότεινε στο ακροατήριο του Εφετείου με αυτοτελή ισχυρισμό την οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, γιατί από την τέλεση της πράξης που του αποδίδεται μέχρι την εκδίκασή της στο Εφετείο είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας, (11-5-2004 έως 11-2-2010), το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να μην αποφανθεί επί της άνω επελθούσας παραγραφής, όπως όφειλε να πράξει και αυτεπαγγέλτως, μετά την κρίση του για ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, παραβίασε το από το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠοινΔ καθιερούμενο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως και υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Ακολούθως, κατά παραδοχή του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η εναντίον του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου συνεπεία πενταετούς παραγραφής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 825/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής, την κατά του αναιρεσείοντος Γ. Χ. του Ι. ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι στη Θεσσαλονίκη την 11-5-2004, από αμέλειά του, κατά την ανακατασκευή τμήματος πεζοδρομίου έμπροσθεν του ακινήτου του επί της οδού ... αρ. 8, προκάλεσε σωματική βλάβη στην παθούσα πεζή Δ. Δ., η οποία υπέστη τενοντίτιδα αρ. ώμου και πτέρνας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, διότι το Εφετείο, παρέλειψε να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, καίτοι συνέτρεχε νόμιμη προς τούτο περίπτωση, ήτοι, καίτοι υπήρχεν ειδικός λόγος εφέσεως του ερήμην καταδικασθέντος στον πρώτο βαθμό κατηγορουμένου, για ακυρότητα της επιδόσεως σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος και μη αναστολή της διαδικασίας και παραγραφή της αξιόποινης πράξης, ενώ δέχθηκε την άνω ακυρότητα και το εμπρόθεσμο της εφέσεως, δεν ερεύνησε, όπως όφειλε αυτεπάγγελτα την επελθούσα παραγραφή, λόγω συμπλήρωσης πενταετίας, από τη μη αναστολή πλέον της ποινικής διαδικασίας.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 289/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Κ. Σ. του Σ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γαλετσέλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 136/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου Κηρύκου. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Κ. Π. του Ι. και 2. Ι. Τ. του Η.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Κ. συζ. Ι. Κ., ..., 2. Σ. Φ. του Ν., 3. Α. συζ. Α. Κ., κατοίκων ..., 4. Α. συζ. Π. Ψ., ..., 5. Λ. Π. του Ν. και 6. Β. Π. του Ν., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αγίου Κηρύκου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 265/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ. "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι η αυτοδικία και η φθορά ξένης ιδιοκτησίας (άρθρα 331 β και 383 ΠΚ), εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Εάν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ. ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου τότε υποπίπτει στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 136/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου Κηρύκου, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για αυτοδικία και φθορά ξένης ιδιοκτησίας, τελεσθείσες τον Δεκέμβριο του 2005 και ειδικότερα μετά την 4-12-2005, σε βάρος των εγκαλούντων Κ. συζ. Ι. Κ., Α. συζ. Π. Ψ., Σ. Ν. Φ., Α. συζ. Α. Κ., Λ. Ν. Π. και Β. Ν. Π.. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεως των παθόντων η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, φέρει χρονολογία 27-4-2006 και υποβλήθηκε στις 18-5-2006, ήτοι μετά την πάροδο τριμήνου από τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων. Το δικάσαν Πλημμελειοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι οι ανωτέρω εγκαλούντες έλαβαν γνώστη των συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων των 20-2-2006 και ότι από του χρόνου αυτού μέχρι της ως άνω υποβολής της εγκλήσεως δεν παρήλθε τρίμηνο. Σχετικώς διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Δεδομένου ότι στο κατηγορητήριο αναφέρεται ως χρόνος τέλεσης η 20-2-2006, πρέπει αυτός να διορθωθεί όπως ανωτέρω αναφέρθηκε (Δεκέμβριος του 2005 και συγκεκριμένα μετά την 4-12-2005). Ωστόσο η 20-2-2006 είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβαν οι μηνυτές γνώση της τέλεσης της πράξεως, και συνεπώς από την ημερομηνία αυτή πρέπει να υπολογισθεί η τρίμηνη προθεσμία υποβολής της εγκλήσεως. Αφού αυτή υπεβλήθη στις 18-5-2006, δεν είχε παρέλθει η προθεσμία αυτή". Ακολούθως έκρινε εμπρόθεσμη την έγκληση και απέρριψε κατ'ουσίαν τον αντίθετο, περί εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως ισχυρισμό των κατηγορουμένων. Με αυτά που δέθηκε το δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, για το ζήτημα αυτό, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και από τα οποία προκύπτει η γνώση που απαιτεί το άρθρο 117 ΠΚ, μόνη δε η παραδοχή "η 20-2-2006 είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβαν οι μηνυτές γνώση της τελέσεως της πράξεως....." δεν αρκεί, με το να προχωρήσει δε στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ Δ' κατ' εκτίμηση και Η' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Σ., παρέλκει δε έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ και στους συγκατηγορουμένους του Κ. Π. και Ι. Τ., που καταδικάσθηκαν για τις ίδιες πράξεις, οι οποίες δεν άσκησαν αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι ο άνω λόγος αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στον αναιρεσείοντα και να αναιρεθεί και ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 136/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου Κηρύκου, ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Σ. Σ.. Επεκτείνει το αμέσως ανωτέρω αναιρετικό αποτέλεσμα και στους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος, που επίσης καταδικάστηκαν με την ως άνω απόφαση, Κ. Ι. Π. και Ι. Η. Τ.. Και Παραπέμπει την υπόθεση ως προς όλους τους ανωτέρω κατηγορουμένους, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για αυτοδικία και φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη γνώση αφού η έγκληση υπεβλήθη μετά την πάροδο τριμήνου από της τελέσεως των πράξεων υπέρβασης εξουσίας. Αναιρεί. Επεκτατικό αποτέλεσμα. Παραπέμπει.
null
null
1
Αριθμός 288/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - αιτούντα Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για επανασυζήτηση της από 28.5.2009 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 189/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 399/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζήτησε την αναίρεση αυτής με την από 28-5-2009 αίτησή του , επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 399/2010 απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη ο αιτών ζητεί την επανασυζήτηση της από 28-5-2009 αιτήσεως του, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 387/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση επανασυζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 6-4-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Δράμας, …, ο αναιρεσείων-αιτών την επανασυζήτηση της από 28-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 5-5-2010, κατά την οποία, κατά παραδοχή σχετικών αιτημάτων του, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως του, με την υπ' αριθ. 897/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, κατά την οποία ο δικηγόρος Γεώργιος Κεχαγιόπουλος ζήτησε και πάλι την αναβολή της συζητήσεως της αιτήσεως. Το Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα της αναβολής μετά δε την απόρριψη αυτή ο αναιρεσείων δεν παρέστη. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση επανασυζήτησης της από 28-5-2009 αίτησης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-2-2010 αίτηση του Σ. Π. του Ι. περί επανασυζητήσεως της από 28-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 189/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αιτήματος δεύτερης αναβολής. Απορρίπτει αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 287/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις τέσσερις (4)αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. M. N. του B. ή B., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., 2. P. B. του K., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ασημακόπουλο, 3. P. B. του K., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., 4. S. F. του B., 5. T. R. του X., κρατουμένων στο Κατάστημα Κράτησης ..., και 6. T. N.-A. του X., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάστανο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 958-959/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως και από 16 Απριλίου 2010 προσθέτους λόγους των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, καθώς και στις από 26 Ιανουαρίου 2010 και 5 Φεβρουαρίου 2010 δύο αιτήσεις των λοιπών αναιρεσειόντων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 233/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του P. B. του K. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476παρ. 1,509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη καν ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (Ολ. ΑΠ 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 26.1.2010 αίτηση του P. B. ή B. του Q. ή K. πλήττεται η υπ' αριθ. 958-959/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για απλή συνεργεία σε αποθήκευση, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία (και μεμονωμένα στην πώληση) και κατ' εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 σε ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών και χρηματική πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του ίδιου του αναιρεσείοντος στον Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Β' Τύπου Κερκύρας. Στην εν λόγω αίτηση διαλαμβάνονται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "...κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της ... για τους παρακάτω νομίμους και βάσιμους λόγους και όσους λόγους θέλει νομίμως προσθέσει εν καιρώ διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καταδικάσθηκα δε για αδικήματα τα οποία δεν διέπραξα γεγονός το οποίο προκύπτει και από τις υπεύθυνες δηλώσεις των συγκατηγορουμένων μου στην υπόθεση αυτή με τις οποίες δηλώνουν ότι δεν είχα καμία ανάμειξη (αντίγραφα των σχετικών δηλώσεων επισυνάπτω)". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Και' ακολουθών των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 4.2.2010 (με αριθ. πρωτ. 930/2010) κοινή των P. B. του K. και M. N. του B. ή B. μετά των από 16.4.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) η από 5.2.2010 (με αριθ. πρωτ. 1018/2010) κοινή των T. R. του X. και T. N. - A. του X. και 3) η από 5.2.2010 (με αριθ. πρωτ. 987/2010) του S. F. του B., για αναίρεση της υπ' αριθ. 958-959/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 5§1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - ν. 3459/2006), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, πωλεί, μεταφέρει, αποθηκεύει ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών, κατά την έννοια του νόμου αυτού, περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (άρθρο 4§ 3 πιν. Α' αριθ. 6 του Ν. 1729/1987 και ήδη άρθρο 1§2 πιν. Α' αριθ. 6 του ως άνω Κώδικα). Ως πώληση των ουσιών αυτών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του, την αποθήκευση τελεί εκείνος που φυλάσσει, με κάποιους όρους ασφαλείας, σε κάποιο χώρο, τα ναρκωτικά, έστω και αν δεν ασκεί ευθεία επ' αυτών κατοχή, δυνάμενος να τα αναλάβει οποτεδήποτε θελήσει, μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ίδιου Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του άνω Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον ανωτέρω ενδιαφέροντα χρόνο, ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.2.35 ευρώ αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά δε το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του και ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που ο άλλος διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απλή συνεργεία συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση της τελέσεως από αυτόν ορισμένης άδικης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες P. B. και M. N. μεταφοράς, αποθηκεύσεως, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης), κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από δράστες που ενεργούν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι και τους T. R., T. N. - A. και S. F. απλής συνέργειας στις πράξεις της αποθηκεύσεως, κατοχής και πωλήσεως, κατά συναυτουργία (και μεμονωμένα στην πώληση) και κατ' εξακολούθηση, με τις αυτές ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις και τους καταδίκασε τον καθένα από τους δύο πρώτους σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και τον καθένα από τους λοιπούς σε ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών και χρηματική πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι P. B. και M. N. (δεύτερος κατηγορούμενος) σε ημερομηνίες που δεν διαπιστώθηκαν επακριβώς, πάντως εντός του τελευταίου μηνός πριν από τις 18-11-2005, ενεργώντας από κοινού, μετέφεραν οδικώς από μη εξακριβωθείσα περιοχή της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου του Ν, Φλώρινας στην αγροτική περιοχή ..., χρησιμοποιώντας το υπ' αριθμ. ... 1ΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του M. N., τμηματικά τουλάχιστον διακόσια ενενήντα εννέα (299) δέματα περιέχοντα ινδική κάνναβη (χασίς), συνολικού βάρους 300 κιλών και 800 γραμμαρίων, καθώς και αδιευκρίνιστη επιπλέον ποσότητα της ίδιας ναρκωτικής ουσίας, την οποία στη συνέχεια, με την συνδρομή και τη βοήθεια των λοιπών τεσσάρων κατηγορουμένων, αποθήκευσαν σε ειδική κρύπτη εντός αναχώματος καναλιού απορροής υδάτων, πλησίον του παραπήγματος όπου διέμεναν στην αγροτική περιοχή ..., έτσι ώστε τα ναρκωτικά να φυλάσσονται, κρυμμένα επιμελώς και με όρους ασφάλειας, στο συγκεκριμένο χώρο, από τον οποίο, ο δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι είχαν την εξουσία να τα διαθέτουν κατά βούληση. Αποδείχθηκε επίσης ότι αυτοί, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν τηλεφωνικών συνεννοήσεων και συναντήσεων τους με ενδιαφερόμενους αγοραστές στο παράπηγμα όπου διέμεναν στην αγροτική περιοχή ..., πώλησαν περισσότερες φορές, μεταβίβασαν τμηματικά και παρέδωσαν προς τρίτα άγνωστα πρόσωπα, αδιευκρίνιστες εισέτι ποσότητες ινδικής κάνναβης (χασίς), αντί εκάστοτε τιμήματος που δεν έχει μέχρι σήμερα εξακριβωθεί αλλά ανήλθε συνολικά στο ποσό τουλάχιστον των έξι χιλιάδων επτακοσίων σαράντα (6.740,00) ευρώ, που βρέθηκε και κατασχέθηκε εντός του παραπήγματος κατά τη στιγμή της συλλήψεως τους. Στην πράξη δε της κατοχής και της πώλησης των ναρκωτικών ουσιών, είχαν και τη συνδρομή των λοιπών τεσσάρων κατηγορουμένων, οι οποίοι γνώριζαν την ύπαρξη των ναρκωτικών ουσιών και επιτηρούσαν καθημερινά το χώρο όπου αυτά είχαν αποθηκευθεί, είχαν δε την εντολή από τους δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους να παραδίδουν στους τρίτους τις εκάστοτε πωλούμενες ποσότητες και να παραλαμβάνουν το τίμημα. Άπαντες δε οι κατηγορούμενοι προέβησαν στις ανωτέρω πράξεις της μεταφοράς εντός της Ελληνικής Επικράτειας, αποθήκευσης, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών και της απλής συνέργειας στις τρεις τελευταίες, κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, καθόσον από την κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτών και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, ενώ από τη βαρύτητα, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσης των ως άνω πράξεων, τα αίτια που τους ώθησαν και της εν γένει προσωπικότητάς τους μαρτυρείται αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, ενόψει της ιδιαιτέρως μεγάλης ποσότητας κάνναβης, την οποία με ιδιάζουσα ευχέρεια εισήγαγαν αδίστακτα από το εξωτερικό μετέφεραν εντός της ελληνικής επικράτειας, υπό συνθήκες οργάνωσης, προπαρασκευής, ετοιμότητας και συντονισμένης δράσης περισσοτέρων προσώπων, που μαρτυρούν την εμπλοκή τους σε ευρύτερο διεθνές κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, αποθήκευσαν δε μεθοδικά προς απόκρυψη και ασφαλή φύλαξη σε ειδική κρύπτη, από όπου αναλάμβαναν περιοδικά επιμέρους δέματα προς περαιτέρω διάθεση και πωλούσαν συστηματικά προς τρίτους, με παντελή απουσία ηθικών αναστολών και μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος από την εμπορία ναρκωτικών ... . Ενόψει αυτών, πρέπει αν κηρυχθούν ένοχοι ο δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούμενοι της μεταφοράς, κατοχής, αποθήκευσης και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, οι δε λοιποί απλής συνέργειας στην αποθήκευση, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας, ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της μεταφοράς, αποθηκεύσεως, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες, και της απλής συνέργειας στην αποθήκευση, κατοχή και πώληση αυτών, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι λοιποί, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α. Παρατίθεται στην απόφαση σε τι συνίσταται η απλή συνεργεία του αναιρεσείοντος S. F. και των συγκατηγορουμένων του T. R. και T. N. - A. στην αποθήκευση, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, την οποία τέλεσαν οι συγκατηγορούμενοί τους P. B. και M. N., ήτοι ότι αυτοί γνώριζαν την ύπαρξη των ναρκωτικών, επιτηρούσαν καθημερινά το χώρο, όπου αυτά είχαν αποθηκευτεί, και είχαν εντολή από τους φυσικούς αυτουργούς να παραδίδουν στους τρίτους τις εκάστοτε πωλούμενες ποσότητες και να παραλαμβάνουν το τίμημα, β. Με την παραδοχή του Εφετείου ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι τέλεσαν οι δύο πρώτοι την πώληση των ναρκωτικών ουσιών, με την απλή συνδρομή των λοιπών, κατ1 εξακολούθηση, δηλαδή με δύο τουλάχιστον αυτοτελείς πράξεις, σε τρίτα, άγνωστα, πρόσωπα, εισπράττοντας χρηματικά ποσά, ανερχόμενα τουλάχιστον στο συνολικό ποσό των 6.740 ευρώ, εμπεριέχεται σαφώς στην απόφαση, αφενός το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως, τόσον για την πράξη της πωλήσεως και την απλή συνεργεία σ' αυτήν, όσον, αναγκαίως, και για τις πράξεις της μεταφοράς, αποθηκεύσεως και κατοχής ναρκωτικών και της απλής συνέργειας στην αποθήκευση και κατοχή, αφετέρου δε το στοιχείο του πορισμού εισοδήματος, η διαπίστωση των οποίων επαρκώς αιτιολογεί την κατ' επάγγελμα τέλεση των πράξεων, όπως έγινε δεκτή από την απόφαση, αλλά και την κατά συνήθεια τέλεση τούτων, αφού δέχεται το Εφετείο ότι αποδείχθηκε ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Με την παραδοχή δε ότι δρούσαν οργανωμένα και συντονισμένα και είχαν αποθηκεύσει τα ναρκωτικά μεθοδικά σε ειδική κρύπτη, από όπου αναλάμβαναν περιοδικά επί μέρους δέματα προς πώληση σε τρίτους, αιτιολογείται επαρκώς και η υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων. Τέλος, αιτιολογείται, ως προς όλους τους αναιρεσείοντες, και η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητας, με την παραδοχή ότι από τη βαρύτητα, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως των ως άνω πράξεων, τα αίτια που ώθησαν τους κατηγορουμένους και την εν γένει προσωπικότητά τους μαρτυρείται αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, ενόψει της ιδιαιτέρως μεγάλης ποσότητας κάνναβης, την οποία μετέφεραν εντός της ελληνικής επικράτειας, υπό συνθήκες οργάνωσης, προπαρασκευής, ετοιμότητας και συντονισμένης δράσης περισσοτέρων προσώπων, που μαρτυρούν την εμπλοκή τους σε ευρύτερο διεθνές κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, αποθήκευσαν δε μεθοδικά προς απόκρυψη και ασφαλή φύλαξη σε ειδική κρύπτη, από όπου αναλάμβαναν περιοδικά επιμέρους δέματα προς περαιτέρω διάθεση και πωλούσαν συστηματικά προς τρίτους, με παντελή απουσία ηθικών αναστολών και μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος από την εμπορία ναρκωτικών. Η αναγραφόμενη στο σκεπτικό και το διατακτικό, προς αιτιολόγηση του "ιδιαιτέρως επικινδύνου" φράση "την οποία...εισήγαγαν αδίστακτα από το εξωτερικό και μετέφεραν εντός της ελληνικής επικράτειας", ενώ για την εισαγωγή αθωώθηκαν πρωτοδίκως, οι δε τρίτος τέταρτος και πέμπτος αθωώθηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για απλή συνεργεία και στη μεταφορά, οφείλεται σε φανερή παραδρομή και σε παράλειψη διαγραφής αυτής κατά τη θεώρηση της αποφάσεως. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της πρώτης, δεύτερος λόγος της δεύτερης, δεύτερος λόγος της τρίτης και μοναδικός πρόσθετος λόγος της πρώτης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, του δε απλού συνεργού S. F. και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος (οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν προσβάλλουν την απόφαση, με ορισμένο λόγο αναιρέσεως, ειδικώς ως προς την κρίση της επί της τελευταίας αυτής επιβαρυντικής περιπτώσεως), καθώς και ο πρώτος λόγος της τρίτης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των όρων της απλής συνέργειας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος S. F. στις πράξεις της αποθηκεύσεως, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες τέλεσαν οι συγκατηγορούμενοί του P. B. και M. N.. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α', δ' και ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δ) έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες της μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Για τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές (υπό 6'), πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής διαβιώσεως του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να τους αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου (οι P. B., T. R., T. N. - A. και S. F.), της ειλικρινούς μεταμέλειας (οι T. R., T. N. - A. και S. F.) και της μετά την πράξη του καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο (ο S. F.), τα οποία απορρίφθηκαν ρητώς με την προσβαλλόμενη απόφαση. Για τη θεμελίωση τους επικαλέστηκαν τα εξής: α. Ο P. B. ότι: "Γεννήθηκε στην Αλβανία από γονείς εργάτες και μεγάλωσε σε μια φτωχή, αλλά έντιμη οικογένεια και κάτω από ένα αυταρχικό, ανελεύθερο πολιτικό καθεστώς. Είναι έγγαμος και πατέρας δυο ανήλικων τέκνων ηλικίας 7 και 5 αντίστοιχα, τα οποία διαμένουν στην Αλβανία με τη μητέρα τους - σύζυγο του και μέχρι σήμερα αγνοούν την οδυνηρή αυτή περιπέτειά του. Το 1993, σε ηλικία 22 ετών ήλθε νόμιμα με τον αδελφό του P. B. στην Ελλάδα και μέχρι της συλλήψεώς του εργάστηκε επί δώδεκα συνεχή χρόνια στο εργοστάσιο-χυτήριο του Γ. Χ. που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή "..." Θεσ/νίκης. Κατά το χρόνο που εργάστηκε στο ανωτέρω εργοστάσιο και μέχρι της συλλήψεώς του υπήρξε ευσυνείδητος και υπόδειγμα εργαζομένου, παρείχε πρόθυμα τις υπηρεσίες του και ουδέποτε ήρθε σε προστριβή ή διένεξη με τον εργοδότη του, ο οποίος τον περιέβαλε με εκτίμηση και συμπάθεια. Ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και κατέβαλε τις προβλεπόμενες από το νόμο εισφορές του, ως τούτο προκύπτει από ... Εργαζόταν σκληρά, ακόμη και πέραν του οκταώρου, για να αποστείλει χρήματα στην Αλβανία για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της οικογενείας του, η οποία σήμερα, λόγω της φυλακίσεώς του, κυριολεκτικά λιμοκτονεί, αναγκαζόμενη να εκλιπαρεί και να ζητεί την βοήθεια συγγενών και φίλων τους. Καθόλο το χρονικό διάστημα (1993-2005) της ελεύθερης διαβίωσής του στην Ελλάδα (περιφέρεια νομού Θεσσαλονίκης) υπήρξε νομοταγής πολίτης, ουδέποτε απασχόλησε τις διωκτικές και δικαστικές αρχές, δεν υπέπεσε σε οιοδήποτε αδίκημα και έχει λευκό ποινικό μητρώο, όπως τούτο προκύπτει από ...". β. Οι T. R. και T. N. - A., όσον αφορά την αναγνώριση του ελαφρυντικού της περ. α, ότι: "Μέχρι τη σύλληψη και την εμπλοκή τους στη παρούσα υπόθεση, είχαν μια έντιμη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή, έχοντας λευκό ποινικό μητρώο Έχουν οικογένεια, με σύζυγο και δύο τέκνα ο καθένας και ζούσαν τις οικογένειές τους από την εργασία τους". Όσον δε αφορά την αναγνώριση του ελαφρυντικού της περ. δ, ότι; "Κατά τη διάρκεια της κράτησής τους όπως προκύπτει από ..., παρακολούθησαν ανελλιπώς μαθήματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας με επιτυχία, όπως αποδεικνύεται ... . Έχουν πραγματοποιήσει 168 και 169 ημερομίσθια αντίστοιχα ευεργετικού υπολογισμού μέσα στις φυλακές του άρθρου 46 του Ν. 2776/99 του Σωφρονιστικού Κώδικα και όπως αποδεικνύεται από ... δεν έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά για οποιαδήποτε αιτία. Είναι φανερό ότι έχουν μεταγνώσει και έχουν πραγματοποιήσει μεγάλη προσπάθεια για την ομαλή επανένταξή τους στη κοινωνία". Και γ. ο S. F., όσον αφορά την αναγνώριση του ελαφρυντικού της περ. α, ότι: "Προέρχεται από μία έντιμη και σταθερή οικογένεια. Έχει δύο παιδιά, ηλικίας 7 και 4 χρονών, και μία σύζυγο, που πάσχει από σοβαρή μετατραυματική εγκεφαλίτιδα, που τον περιμένουν στην Αλβανία τριάμισι χρόνια τώρα, όπως προκύπτει από ... Με πολλές προσπάθειες και στερήσεις δούλευε νυχθημερόν στο χυτήριο του κυρίου Θ.. Έχει λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε έχει απασχολήσει στο παρελθόν τις Δικαστικές ή Αστυνομικές Αρχές, τόσο της Ελλάδας, όσο και της Αλβανίας, όπως συνάγεται από ... Από την όλη δομή και συγκρότηση της προσωπικότητάς του και τον -μέχρι τον εγκλεισμό του στις φυλακές- επαγγελματικό και κοινωνικό του βίο καταδεικνύεται ότι πράξεις σαν και αυτές που του καταλογίζονται δεν συνάδουν με την μέχρι τώρα πορεία του. Το σύνολο της συμπεριφοράς του ανταποκρίνεται στα πρότυπα της κοινωνικής ζωής ενός ανειδίκευτου εργάτη, ενώ απουσιάζει από τη ζωή του οποιαδήποτε αντικοινωνική εκτροπή. Η αλληλοκατανόηση και ο αλληλοσεβασμός είναι οι βάσεις στις οποίες στήριξαν οι γονείς του την ανατροφή του, με τις οποίες επιθυμεί να εμποτίσει και τα δικά του παιδιά. Οι άριστες αυτές σχέσεις αντανακλώνται στο γεγονός ότι τόσο ο πρώην εργοδότης του, όσο και η μητέρα του, προθυμοποιήθηκαν από την πρώτη στιγμή να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισής του ...". Όσον δε αφορά την αναγνώριση του ελαφρυντικού της περ. ε, ότι: "Κατά τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης στις Δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης επέδειξε άριστη διαγωγή, δεν τιμωρήθηκε ποτέ πειθαρχικά κι είχε άριστες σχέσεις με τους συγκρατούμενους και τους υπαλλήλους του σωφρονιστικού καταστήματος, όπως προκύπτει και από ...". Ενώ, για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της περ. δ, δεν επικαλείται τίποτε. Όμως, όσον αφορά τους T. R. και T. N. - A., ο ισχυρισμός του προτέρου εντίμου βίου προβλήθηκε εντελώς αόριστα και δεν θεμελιώνεται στα ως άνω συναφώς επικληθέντα, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει ο έντιμος βίος τους να ανάγεται σε όλες της μορφές της συμπεριφοράς τους και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, τέτοια δε περιστατικά, τα οποία να δικαιολογούν την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, δεν επικαλούνται αυτοί. Οι δε ισχυρισμοί για την έμπρακτη μετάνοια και την μετά τις πράξεις καλή συμπεριφορά δεν θεμελιώνονται στα ως άνω επικληθέντα από τους συγκεκριμένους αναιρεσείοντες, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, α. δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου και τον εγκλεισμό του στη φυλακή καλή συμπεριφορά του ούτε η ρηματική έκφραση συγγνώμης, αλλά απαιτούνται περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως και τέτοια δεν είναι τα ανωτέρω και β. η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση των κατηγορουμένων κατά την διάρκεια του εγκλεισμού τους στη φυλακή, με παράλληλη προσφορά εργασίας απ' αυτούς δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ως άνω, μη νομίμους ισχυρισμούς πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ' αυτών απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως διέλαβε, για την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών, πλεοναστικώς, αιτιολογία, δεχθέν ότι: "Οι προβληθέντες από τους κατηγορουμένους αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού μόνη η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί έντιμος ο πρότερος βίος αυτών, ούτε το δικαστήριο πείσθηκε ότι είναι ειλικρινής η μετάνοια του δεύτερου και τρίτου, ενώ η μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων έγινε υπό συνθήκες κράτησης στις φυλακές και όχι σε ελεύθερη διαβίωση, ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο". Επομένως οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της δεύτερης και τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, της τρίτης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο αυτοτελής, όμως, ισχυρισμός των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων P. B. και S. F. για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου ήταν ορισμένος και νόμιμος, αφού αυτοί, για τη θεμελίωση του, επικαλέστηκαν τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς σε όλους τους τομείς του εδ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ. Το Δικαστήριο, λοιπόν, της ουσίας έπρεπε να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την επ' αυτού απορριπτική κρίση του. Η αιτιολογία ότι "μόνη η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί έντιμος ο πρότερος βίος αυτών" δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο δεν αναφέρεται στα συγκεκριμένα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση από τους άνω κατηγορουμένους και δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της πρώτης και ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, της τρίτης αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς τους αναιρεσείοντες P. B. και S. F., η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική της διάταξη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού τους, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. α ΠΚ και, αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Οι αιτήσεις των ανωτέρω, κατά τα λοιπά, καθώς και οι αιτήσεις των M. N., T. R. και T. N. - A. μετά των προσθέτων λόγων της πρώτης, στο σύνολό τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Οι αναιρεσείοντες M. N., T. R. και T. N. - A. πρέπει να καταδικασθούν και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 958 - 959/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων P. B. του Κ. και S. F. του B. για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. α ΠΚ διάταξη της και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής σ' αυτούς. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α. την υπ' αριθ. πρωτ.1/26.1.2010 αίτηση του Ρ. Β. ή Β. του Q. ή Κ., β. κατά τα λοιπά την από 4.2.2010 (με αριθ. πρωτ. 930/2010) αίτηση, όσον αφορά τον Ρ. Β., και την από 5.2.2010 (με αριθ. πρωτ. 987/2010) ομοία του S. F. και γ. στο σύνολό τους την αυτή από 4.2.2010 αίτηση, όσον αφορά τον M. N. του Β. ή Β. και την από 5.2.2010 (με αριθ. πρωτ. 1018/2010) των T. R. του Χ. και T. N. - A. του Η., μετά των από 16.4.2010 προσθέτων λόγων της πρώτης, για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες Ρ. Β. ή Β., Μ. Ν., και T. N. - A. στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως. Απόρριψη της μιας ως απαράδεκτης, γιατί δεν περιέχει κανένα παραδεκτό λόγο. Καταδικαστική απόφαση για μεταφορά, αποθήκευση, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση και για απλή συνεργεία με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τελέσεως κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους. Επαρκής αιτιολογία απλής συνέργειας και επιβαρυντικών περιστάσεων. Πώς στοιχειοθετούνται τα ελαφρυντικά του άρθρου 84§2 περ. α, δ, ε ΠΚ. Αναίρεση εν μέρει, ως προς δύο αναιρεσείοντες, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απορριπτική αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικού άρθρου 84§2 α ΠΚ διάταξη και για τον καθορισμό ποινής και παραπομπή. Απόρριψη αιτήσεων κατά τα λοιπά ως προς τους δύο και στο σύνολο τους ως προς τους λοιπούς.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 291/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4466/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1197/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγ-γελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδάφ. Β' του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Διαφορετικά, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, αν δε το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα της αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4466/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική, για πλαστογραφία με χρήση, η οποία συνίστατο στην κατάρτιση και χρήση του από 30-9-2003 εγγράφου - βεβαιώσεως, θέτοντας κατ' απομίμηση τις υπογραφές των Ι. Μ. Διευθύνοντος Συμβούλου και Α. Π. Διευθυντή χρηματοδοτικών μισθώσεων της ΑΕ με την επωνυμία "Π. Χρηματοδοτικές μισθώσεις Α.Ε.". Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του λόγου αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος που εκπροσώπησε αυτόν, ζήτησε, μετά την εξέταση των δύο μαρτύρων κατηγορίας την ανάγνωση των εγγράφων και την εξέταση του ενός μάρτυρος υπερασπίσεως, "την αναβολή της εκδίκασης της υποθέσεως για κρείσσονες λόγους ώστε να κληθεί τουλάχιστον ένας από τους δύο που φέρονται ότι δεν υπέγραψαν ή εκπρόσωπος από την Πειραιώς Χρηματοδοτικές μισθώσεις". Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του το άνω αίτημα με την εξής αιτιολογίας: "Η μαρτυρία των ανωτέρω προσώπων δεν κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, καθόσον το Δικαστήριο, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τη διαδικασία γενικά, μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς τα αποδεικτικά θέματα της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης της ένδικης πράξης". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, και απέρριψε με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του το αίτημα εξέτασης των άνω μαρτύρων, διέλαβε την απαιτούμενη από τα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού εκθέτει σ' αυτήν τους λόγους για τους οποίους απέρριψε το άνω αίτημα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική ποινή προς 10 ευρώ ημερησίως, χωρίς όμως ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής όπως όφειλε, ανεξάρτητα αν δεν υποβλήθηκε αίτη-μα από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του και συνακόλουθα να αιτιολογήσει την μη αναστο-λή της ποινής. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο, με το να μην ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να μην αποφανθεί περί αυτής, υπερέβη αρνη-τικά την εξουσία του και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, κατ' εκτίμηση, δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρε-θεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει μόνο κατά τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής φυλακίσεως των δέκα (10) μηνών. Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 4466/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Β. Χ. του Γ. ποινής φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας εκ της απορρίψεως του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας εκ της παραλείψεως του Δικαστηρίου να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως για αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως 10 μηνών. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει.
null
null
1
Αριθμός 291/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Β. και 2. Ι. συζ. Ν. Κ. , κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τη πληρεξουσία δικηγόρο τους Κυριακή Γκότση - Μάγκουρα. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χρύσα Καρακοϊδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Απριλίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 457/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 922 του ΑΚ "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Κατά το άρθρο 926 εδ. α' του ΑΚ "αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του προστηθέντος, εις ολόκληρον με αυτόν, εφ' όσον τελέσθηκαν είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, η οποία του ανετέθη βάσει συμβάσεως (μίσθωσης εργασίας, εντολής κ.λ.π.), είτε επ' ευκαιρία ή και εξ αφορμής της υπηρεσίας, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής γενόμενες, εφόσον μεταξύ ζημιογόνου ενεργείας και υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια. Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων (και) του προστήσαντος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν, 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το π.δ. 433/1993 και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν την κατάργησή τους με τους Ν, 3263/2004 και 3371/2005, προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες, εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για τον σκοπό αυτό. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου (1969/1991), προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξιο μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα. Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Τέλος, κατά την παρ. 4 του αρθ. 20 του ίδιου Νόμου 1969/1991, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 3 του αρθρ. 3 του Π.Δ. 433/1993 και την παρ, 5 του άρθρου 113 του Ν. 2533/1997, η Α.Ε. διαχείρισης του αμοιβαίου κεφαλαίου μπορούσε να διαθέτει τα μερίδιά του (αμοιβαίου κεφαλαίου) και δια μέσου αντιπροσώπου της, που μπορούσε να είναι και ασφαλιστική εταιρεία. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης ανώνυμες εταιρείες διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, συσταθείσες ως θυγατρικές ασφαλιστικών ανωνύμων εταιρειών, με την ίδια μάλιστα βασική επωνυμία (πλην της προσθήκης του διακριτικού γνωρίσματος Α.Ε.Δ.Α.Κ.), μπορούσαν να χρησιμοποιούν ως αντιπρόσωπό τους ανά την ελληνική επικράτεια τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρεία, η οποία χρησιμοποιούσε τα μετοχικά της κεφάλαια νια τη σύσταση ομώνυμου αμοιβαίου κεφαλαίου, η αντιπρόσωπος δε αυτή για την εκπλήρωση του έργου της αντιπροσώπευσης κατά την διάθεση των μεριδίων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου μπορούσε να χρησιμοποιεί στο πλαίσιο ιδιαίτερης συμβατικής σχέσης επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, το σύνολο ανά την επικράτεια του εμπορικού δικτύου της, περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών συμβούλων και πρακτόρων, παράλληλα και εκτός του νομοθετικού πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 36 παρ. 24 του Ν. 2496/1997, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του νόμου 2170/1993 και του νόμου 1569/1985 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 8 παρ. 1 και 2 του π.δ. 298/1986 "περί των, ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών και παραγωγών ασφαλίσεων", οι οποίες στο σύνολό τους δεν απέκλειαν τη λειτουργία της παράλληλης αυτής σχέσης ασφαλιστικού συμβούλου συνδεομένου με σύμβαση έργου με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και παραγωγούς συνεργασίας στην εκμετάλλευση του ενδιαφέροντος των επενδυτών νια την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Περιεχόμενο της ανατεθείσας στον αντιπρόσωπο του αντιπροσώπου υπηρεσίας, στο πλαίσιο της πιο πάνω σχέσης επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, δεν μπορούσε να είναι η σύναψη συμβάσεων μεταβίβασης μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου στους επενδυτές, καθόσον τέτοια δυνατότητα δεν παρεχόταν από το νόμο (άρθρο 20 παρ. 4 Ν.1969/91), ούτε στον ίδιο τον αντιπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης, το δε αντικείμενο της μεταξύ τους συναπτόμενης σύμβασης περιοριζόταν στη διαμεσολάβηση του αντιπροσώπου για διάθεση των μεριδίων, δηλαδή στην ενημέρωση του επενδυτή, την παροχή σ'αυτόν επενδυτικών συμβουλών και την διαβίβαση της εντολής του στην εταιρεία διαχείρισης προς εκτέλεσή της και κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης από αυτή αφού κατά το άρθρο 21 Ν, 1969/91, η αποδοχή αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφαλαίο αποφασιζόταν από την α.ε. διαχειρίσεως, σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Πάντως, σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός σύμβουλος, με την ιδιότητα εκείνη του αντιπροσώπου της θυγατρικής της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, ζημιώσει υπαίτια και παράνομα τον επενδυτή, παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του κατά τη λήψη και διαβίβαση της εντολής του για αγορά μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου, παράγεται αδικοπρακτική ευθύνη του, η οποία βαρύνει κατ' άρθρο 922 ΑΚ, και τους δύο αντιπροσωπευομένους, ακόμη και αν η ζημιογόνος ενέργεια του πρώτου συνίσταται στην από αυτόν παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος αγοράς μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου που κατέβαλε σ' αυτόν ο επενδυτής, αντί στον θεματοφύλακα του άρθρου 30 παρ. 1 Ν. 1969/91, αφού στην περίπτωση αυτή ο αντιπρόσωπος καταχράται την υπηρεσία του υπερβαίνοντας τα καθήκοντα του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ρητή απαγόρευση εκ του νόμου της είσπραξης τιμήματος διαθέσεως μεριδίων για λογαριασμό της εταιρείας διαχείρισης, η κατάχρηση δε αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς τη συμβατική ανάθεση σ' αυτόν της ευθύνης διάθεσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1584). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη εναγομένη - β' εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERTRUST Ανώνυμη Εταιρεία ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", για τη διάθεση μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων "INTERAMERICAN" είχε προστήσει ως αντιπρόσωπό της τον Ν. Α., διευθυντή γραφείου του Ομίλου εταιρειών "INTERAMERICAN", τον οποίο είχε εφοδιάσει με έντυπα αιτήσεων συμμετοχής που συμπληρώνονταν από τους υποψηφίους επενδυτές. Τα έντυπα αυτά περιείχαν τους τρόπους καταβολής του αντιτίμου για την απόκτηση μεριδίου, ενώ αυτός δεν είχε το δικαίωμα να εισπράξει χρήματα από τους επενδυτές. Ειδικότερα, στις έντυπες αιτήσεις προβλέπονταν ως τρόπος καταβολής του αγοραζόμενου μεριδίου: α) κατάθεση στο λογαριασμό του αντίστοιχου αμοιβαίου κεφαλαίου, β) επιταγή σε διαταγή "INTERTRUST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", ενώ με μικρά γράμματα αναγράφονταν: "Δεν επιτρέπεται η παράδοση μετρητών ή αξιογράφων σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πλην των Τραπεζών και των Money Centers, που αναφέρονται όπισθεν. Η εταιρεία δεν αναγνωρίζει και δεν κάνει δεκτή αίτηση για την οποία δεν έχουν τηρηθεί οι παραπάνω διατυπώσεις". Οι ενάγοντες από το έτος 1995 είχαν επενδύσει διάφορα μικροποσά σε αμοιβαία κεφάλαια INTERAMERICAN, που διαφημίζονταν για την υψηλή και ασφαλή τους απόδοση. Έτσι και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1999 ο πρώτος ενάγων Ν. Κ., συνταξιούχος του ΟΓΑ, επισκέφθηκε τον Ν. Α. στο γραφείο του, ο οποίος τον έπεισε για την αποδοτικότητα των επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια INTERAMERICAN, οι οποίες έφθαναν μέχρι και 86% ετησίως, οπότε οι ενάγοντες αποφάσισαν να επενδύσουν στο πρόγραμμα αυτό. Στις 8-9-1999, ο πρώτος ενάγων, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας Ι. Κ., συζύγου του, ως εντολοδόχος αυτής κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 6.000.000 δρχ. με τη ρητή εντολή να το επενδύσει για λογαριασμό του αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης σε αμοιβαία κεφάλαια της "INTERAMERICAN ΔΥΝΑΜΙΚΟ". Μάλιστα προς το σκοπό αυτό ο πρώτος συμπλήρωσε και παρέδωσε στον ανωτέρω διευθυντή την με αριθμό 4984/10-9-1999 έντυπη αίτηση αγοράς μεριδίου "ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", την οποία υπέγραψαν και οι δύο. Το ποσό αυτό ο Ν. Α. δεν επένδυσε στην εκπροσωπουμένη από αυτόν β' εναγομένη και το επεξαίρεσε. Για την πράξη του αυτή σε βάρος των εναγόντων και άλλων επενδυτών (Α. Κ., Α. Ο.) καταδικάστηκε σε κάθειρξη οκτώ (8) ετών με την 348-349/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Για την αδικοπραξία αυτή του προστηθέντος αντιπροσώπου (άρθρα 914 ΑΚ, 375 ΠK) ευθύνεται η προστήσασα αυτόν δευτέρα εναγομένη, καθόσον εκείνος ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητας του αντιπροσώπου στη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και αντίθετα προς τις εντολές της ως προς τον τρόπο καταβολής της αξίας της αγοράς των μεριδίων που ήταν γνωστός σ' αυτόν και τον απέκρυψε, μεταξύ δε της απατηλής συμπεριφοράς του και του υπεξαιρεθέντος ποσού των 6.000.000 δρχ. υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η υπεξαίρεση αυτή δεν θα γινόταν χωρίς την ιδιότητα του προστηθέντος αντιπροσώπου στη διάθεση των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Εξάλλου, μεταξύ του Ν. Α. και της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" δεν υπήρχε σχέση προστήσεως λόγω της ιδιότητας της πρώτου ως διευθυντού του υποκαταστήματος … της πρώτης, καθόσον η δραστηριότητα του Ν. Α. στη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων δεν εντάσσεται στο πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης εναγομένης αλλά της δεύτερης εναγομένης, που είχε τη διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων, ούτε δημιουργείται τέτοια σχέση από το γεγονός ότι και οι δύο εναγόμενες εταιρείες είναι θυγατρικές του Ομίλου Εταιρειών της INTERAMERICAN". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσειόντων και ως προς την αναιρεσίβλητη, απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 922 του Α.Κ. και 20 παρ. 4 του ν.1969/1991, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 3 παρ. 3 π.δ.433/1993 και 113 παρ. 5 του ν.2533/1997, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μη ύπαρξη σχέσης προστήσεως μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του υπεξαιρέτη του δοθέντος από τους αναιρεσείοντες προς επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια INTERAMERIKAN ποσού των 6.000.000 δραχμών, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη μη διάδικος ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία "INTERTRUST Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" είχε προστήσει ως αντιπρόσωπό της τον Ν. Α., διευθυντή γραφείου του Ομίλου εταιριών INTERAMERIKAN, για τη διάθεση μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων INTERAMERIKAN, έχοντας εφοδιάσει αυτόν και με έντυπα αιτήσεων συμμετοχής των επενδυτών, ένα από τα οποία υπέγραψαν και οι αιτούντες όταν, στις 8.9.1999, του κατέβαλαν το ποσό των 6.000.000 δραχμών προς επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς να έχει δικαίωμα είσπραξής του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα και ότι αμφότερες οι εναγόμενες ήταν θυγατρικές του Ομίλου εταιριών INTERAMERIKAN, δεν καθίσταται σαφές, ποια ήταν η εκδότρια των ομολόγων INTERAMERIKAN και ποιά η σχέση της αναιρεσίβλητης, ως μέλος του Ομίλου των εταιριών INTERAMERIKAN με την ανήκουσα στον ίδιο Όμιλο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία INTERTRUST και με τον διευθυντή γραφείου του Ομίλου Ν. Α., προστηθέντα από την τελευταία ως προς τα διατιθέμενα από αυτόν μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προκειμένου να μπορεί να κριθεί αν υπήρχε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της δεύτερης εναγομένης, στα πλαίσια συμμετοχής τους στον Όμιλο εταιριών INTERAMERIKAN, όπως και μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του Ν. Α. - διευθυντή του γραφείου του Ομίλου, σχέση μεταπληρεξουσιότητας (διαδοχικής αντιπροσώπευσης για το σκοπό ανεύρεσης επενδυτών προς διάθεση σ'αυτούς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από τον τελευταίο, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί, αν και χωρίς τη συμβατική ανάθεση προς αυτόν της ευθύνης διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που δεν περιλάμβανε το δικαίωμα είσπραξης τιμήματος, θα μπορούσε να εκδηλωθεί η αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 457/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΑΔΑΚ (εταιρίες επενδύσεων) που χρησιμοποιούν τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρία ως αντιπροσώπου στα πλαίσια επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, όταν ο ασφαλιστικός σύμβουλός της τελευταίας διέπραξε απάτη, ευθύνονται αμφότερες οι αντιπροσωπευόμενες με 922 ΑΚ.
null
null
0
Αριθμός 300/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάγκα Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μυταλούδη . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5979/2002 μη οριστική, 2944/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 733/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-4-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της 2944/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως βάσιμη την από 10-6-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος (Θ.Π.), εξεταζόμενος ένορκα ως μάρτυρας στις 29-3-1999 ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Δ/νσης Οικονομικού Εγκλήματος Αθηνών που διενεργούσαν προανάκριση στα πλαίσια της με αριθμό ΑΒΜ Α99/422 μήνυσης που είχε υποβάλλει αρμόδια η πρώτη εναγομένη σε βάρος του ενάγοντα, εγκαλώντας τον για το αδίκημα της τοκογλυφίας, κατέθεσε τα αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα σε βάρος του. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω κατάθεσης είναι ψευδές, πράγμα που σαφώς γνώριζε ο τέταρτος εναγόμενος, τα ισχυριζόμενα ψευδή, και ο εναγόμενος τα διέδιδε ενώπιον τρίτων εν γνώσει της αναληθείας τους με πρόθεση βλάβης της προσωπικότητας του ενάγοντα και της επαγγελματικής του οντότητας... Με βάση τα παραπάνω και το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 40.000 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Θ.Π.. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 297, 298, 914, 932 Α.Κ., καθόσον δέχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, χωρίς να παραθέτει καθόλου στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την συμπεριφορά αυτή, δηλαδή τα περιστατικά που ο αναιρεσείων κατέθεσε (εν γνώσει του, ψευδώς), κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα και τα οποία ο ίδιος διέδωσε (εν γνώσει της αναληθείας τους) και με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα, τα οποία περιστατικά ο αναιρεσίβλητος, με τα διαλαμβανόμενα στην έφεσή του ότι "είναι ψευδές, καταχρηστικόν και αβάσιμον λοιπόν ότι εγώ ο εκκαλών διέδιδα ενώπιον τρίτων τα αναφερόμενα στην αγωγή και την επικαλούμενη (εκκαλούμενη) απόφαση τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους με πρόθεση βλάβης της προσωπικότητας του ενάγοντος και της επαγγελματικής οντότητας και τούτο έχει αποδειχθεί αμετακλήτως, αφού αθωώθηκα με την 60028/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δια της οποίας εκηρύχθην αθώος δια το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης...", ρητά αμφισβήτησε και παραπονέθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά για τον προσδιορισμό των περιστατικών αυτών το Εφετείο παραπέμπει, ανεπιτρέπτως, στο δικόγραφο της αγωγής.. Η αναφορά του Εφετείου ότι "τα ανωτέρω έχουν κριθεί αμετάκλητα με την 19050/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών..." δεν καθιστά περιττή την παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση των ανωτέρω περιστατικών, ενόψει και του ότι δεν παράγεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Η ανωτέρω πλημμέλεια του Εφετείου καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο μοναδικός και ορισμένος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή και εκ πλαγίου με ανεπαρκή αιτιολογία τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον "η ανωτέρω αιτιολογία της σε σχέση με το τελικό της πόρισμα είναι εντελώς ανεπαρκής, αφού τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αυτή επικαλείται και οι εν γένει παραδοχές της αναφορικώς με τη φερόμενη συμπεριφορά μου παρατίθενται γενικώς και αορίστως", υπαγόμενος κατ' ορθή εκτίμηση, στο άρθρο 559 αριθ. 19 (όχι και 1) του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 733/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πολιτική δικονομία. Αναίρεση. Αγωγή καταβολής αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η μη παράθεση στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αδικοπραξία, για τα οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και ο προσδιορισμό τους με παραπομπή αποκλειστικά στο δικόγραφο της αγωγής, στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ).
null
null
0
Αριθμός 95/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρρά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 110/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2061/2007. Έπειτα η Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 44/30.01.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ την από 27-11-2007 αίτηση του Χ, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 110/13-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, με τριετή αναστολή, για παράβαση καθήκοντος (αρ. 259 ΠΚ) και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 110/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 2050/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε για την ως άνω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι στην ... και στις 4-4-2002, ενεργώντας με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, και στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος ως Προϊστάμενος εσόδων και Διευθυντής Δικαστικού της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, με το υπ'αριθμ. πρωτ. 3330/02 έγγραφο που συνέταξε και υπτέγραψε ο ίδιος χωρίς να έχει προς τούτο ειδική εξουσιοδότηση από τον προϊστάμενό του, διέταξε την άρση της κατάσχεσης που είχε επιβληθεί από την άνω υπηρεσία (ΔΟΥ Αλεξάνδρειας) επί του ποσοστού συνιδιοκτησίας κατά 1/2 που είχε ο Ζ, σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, κατάσχεση είχε επιβληθεί σε εκτέλεση του υπ'αριθμ. 3051/24-10-2001 εγγράφου της ως άνω υπηρεσίας για ληξιπρόθεσμες οφειλές του τελευταίου, ύψους 5.229,71 ευρώ, οι οποίες εξακολουθούν μέχρι σήμερα και υφίστανται με σκοπό να προσπορίσει ο κατηγορούμενος στον ανωτέρω Ζ, περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ..., .... (Προϊσταμένου και Εφόρου, αντίστοιχα, της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας) .... (υπαλλήλου ΣΔΟΕ) και ..., στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και στην απολογία του αιτούντος κατηγορουμένου. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για να θεμελιώσει το αίτημα περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος: 1) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της με Α/Α ρύθμισης 221/25-10-2001 απόφασης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας , 2) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της υπ'αριθμ. πρωτ. 9463/25-9-2007 βεβαίωσης της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας όπου βεβαιώνεται ότι το χρέος του Ζ έχει ολοσχερώς εξοφληθεί από 16-11-2004, 3) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ'αριθμ. 1312/12-11-2004 διπλοτύπου είσπραξης της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, 4) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 19-6-2007 καρτέλας του αυτού, που αφορά όλα του τα χρέη προς τη ΔΟΥ Αλεξάνδρειας και 5) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ'αριθμ. 1243/26-10-2007 πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, που αφορά την μερίδα αυτού. 'Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθμ. 110/2006 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινομένη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτουμένη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος της ως άνω πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ'αρ. 110/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των ως άνω εξετασθέντων μαρτύρων όπως και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και, αξιολόγησε αφενός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, που ο αιτών συνέταξε και υπέγραψε, ως Προϊστάμενος εσόδων και Διευθυντής Δικαστικού της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, χειρόγραφη εντολή για άρση της κατάσχεσης, που είχε διαταχθεί από την υπηρεσία του, το σχετικό χρέος του καθού η κατάσχεση οφειλέτη Ζ δεν είχε εξοφληθεί και αφετέρου ότι το χρέος αυτό εξοφλήθηκε αργότερα. Συνεπώς, τα κρίσιμα αυτά στοιχεία, που περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αιτούντα ως άνω έγγραφα δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που καταδίκασαν τον αιτούντα και επομένως τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ. Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν νέες αποδείξεις οι λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, και επομένως την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητα της αποφάσεως που καταδίκασε τον αιτούντα (ΑΠ 1743/90 ΠΧρ ΜΑ 737). 'Ετσι οι λόγοι που προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση ότι δηλαδή, εσφαλμένα καταδικάσθηκε ο αιτών για παράβαση καθήκοντος, αφού δεν είχε καμία πρόθεση να παραβεί το καθήκον του και ότι η υπηρεσία του καμία βλάβη δεν υπέστη τελικώς δεν αποτελούν νέες αποδείξεις, αλλά λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι μάλιστα προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν με την υπ'αριθμ. 2050/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινομένης αιτήσεώς του από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος της πράξεως αυτής. Κατ'ακολουθία αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο - τ ε ί ν ω Α) να απορριφθεί η από 27-11-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 110/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 14 Ιανουαρίου 2007. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης". Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και τον πληρεξούσιο του αιτούντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 27.11.2007 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 110/13.1.2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, με τριετή αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθ. 259 Π.Κ.), ισχυριζόμενος ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ'αυτήν, γίνεται φανερόν ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. Αντίθετα, αυτή είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που δι'αυτής προβάλλονται οι λόγοι, ότι εσφαλμένα καταδικάσθηκε ο αιτών για παράβαση καθήκοντος, αφού δεν είχε καμία πρόθεση να παραβεί το καθήκον του και ότι η υπηρεσία του δεν υπέστη καμία βλάβη τελικώς, διότι αυτοί (λόγοι) δεν αποτελούν λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας αλλά επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς επανέλεγχο της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδοσιακή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ'αρ. 110/2006 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, με την υπ' αρ. 2050/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος και ειδικότερα του ότι, στην ..., στις 4.4.2002, ενεργώντας με πρόθεση, παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, και στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, ως Προϊστάμενος εσόδων και Διευθυντής Δικαστικού της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, με το υπ' αρ. πρωτ. 3330/2002 έγγραφο που συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, χωρίς να έχει προς τούτο ειδική εξουσιοδότηση από τον προϊστάμενό του, διέταξε την άρση της κατάσχεσης που είχε επιβληθεί από την άνω υπηρεσία (ΔΥΟ Αλεξάνδρειας) επί του ποσοστού συνιδιοκτησίας, κατά 1/2, που είχε ο Ζ, σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, κατάσχεση που είχε επιβληθεί σε εκτέλεση του υπ'αρ. 3051/24.10.2001 εγγράφου της ως άνω υπηρεσίας για ληξιπρόθεσμες οφειλές του τελευταίου, ύψους 5.229,71 ευρώ, οι οποιες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται, με σκοπό να προσπορίσει ο κατηγορούμενος στον ανωτέρω Ζ, περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό. Το ως άνω δικαστήριο, στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... (προϊσταμένου και Εφόρου, αντίστοιχα, της ΔΥΟ Αλεξάνδρειας), ... (υπαλλήλου ΣΔΟΕ) και ..., στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και στην απολογία του αιτούντος. Ήδη, ο αιτών, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, τα ακόλουθα έγγραφα: 1) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της με Α/Α ρύθμισης - απόφασης 221/25.10.2001 του Προϊστάμενου της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, 2) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της υπ'αρ. πρωτ. 9463/25.9.2007 Βεβαίωσης της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, όπου βεβαιώνεται ότι το χρέος του Ζ έχει ολοσχερώς εξοφληθεί από 16.11.2004, 3) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ'αριθ. 1312/12.11.2004 διπλοτύπου είσπραξης της ΔΟΥ Αλεξανδρείας, όπου αναφέρεται ότι έναντι ρύθμισης του οφειλέτη καταβλήθηκε το ποσό των 2.304,61 ευρώ στην ως άνω ημερομηνία, 4) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 19.6.2007 καρτέλας του αυτού οφειλέτη, που αφορά όλα του τα χρέη προς τη ΔΟΥ Αλεξάνδρειας και 5) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ' αρ. 1243/26.10.2007 πιστοποιητικού του Υποθηκο-φυλακείου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, το οποία αφορά τη μερίδα του οφειλέτη. Όμως, τα ανωτέρω προσκομιζόμενα με επίκληση, από τον αιτούντα, έγγραφα, ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση και της οποίας ζητείται η ακύρωση με την ένδικη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο, με τον οποίο να δικαιολογείται η αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, αφού τα στοιχεία αυτά δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της αξιόποινης πράξης, για την οποία και καταδικάσθηκε. Τούτο, δε, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο σκεπτικό της υπ'αρ. 110/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων, όπως και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και στη συνέχεια έκρινε ότι, κατά τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο τόπο και χρόνο, που ο αιτών συνέταξε και υπέγραψε τη χειρόγραφη εντολή για άρση της κατάσχεσης, η οποία είχε διαταχθεί από την υπηρεσία στην οποία, ως υπάλληλος, αυτός υπηρετούσε, το χρέος του οφειλέτη Ζ δεν είχε εξοφληθεί και συνεπώς, συνέτρεχαν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 259 Π.Κ. Το γεγονός ότι το χρέος αυτό ρυθμίστηκε να καταβληθεί σε δόσεις και ότι εκ των υστέρων αυτό εξοφλήθηκε ολοσχερώς, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού η επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο προέβη στην ως άνω πράξη του ο αιτών, δεν ήταν απαραίτητο και να επιτευχθεί, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί αντικειμενικά και υποκειμενικά η ως άνω αξιόποινη πράξη. Επομένως, η ένδικη αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.11.2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 110/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι τα επικαλούμενα νέα στοιχεία δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 281/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 528/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Γ., κάτοικο εν ζωή ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 779/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 2 Ιουνίου 2010, αίτηση του Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 528/2009 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 280/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. θυγατέρας Δ. Π., πρώην συζύγου Δ. Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 408/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1538/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 20 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Π. Π., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με επίδοση της κλήσεως στην ίδια (εκ περισσού επιδόθηκε, με θυροκόλληση, και στον αντίκλητό της δικηγόρο Σωτήριο Κατσαρό - βλ. από 23.12.2010 αποδεικτικό του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ.), πλην δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2010 και με αριθ. πρωτ. 9418/2010 αίτηση της Δ. Π. του Δ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 408/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 279/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 476/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Π. Σ. του Α., 2) Ι. Β. του Θ., 3) Ι. Σ. του Π., 4) Π. Σ. του Κ. και 5) Δ. Δ. του Α. Το Τριμελές Εφετείου Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1323/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 4 Νοεμβρίου 2010 και 1 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίου του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου και του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., αντιστοίχως, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., και στην αντίκλητό του Βασιλική Χαβέλλα, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (Σόλωνος 87-89), με επίδοση στη σύνοικη ενήλικη συνεργάτη της Χρύσα Μάντζιου, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ` αριθ. 32/21 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Κ. Λ. του Ι., για αναίρεση της υπ` αριθ. 476/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 278/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως, λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α.Ξ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 1240/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1241/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του ..., γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης 'Αμφισσας, ο αναιρεσείων Α.Ξ. του Π., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2010, αίτηση του Α.Ξ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1240/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αρ. 206/2010 έφεση αυτού κατά της υπ' αριθμ. 3866/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτης κατά απόφασης απορριψάσης έφεση ως απαράδεκτη (εκδοθείσας από το Δικαστήριο σε Συμβούλιο) λόγω μη εμφάνισης του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
Αριθμός 277/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου E. K. του R., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 2488/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 532/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 30 Απριλίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Γραμματέως του Καταστήματος Κράτησης ... ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2010 αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου E. K. του R., για αναίρεση της 2488/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
Αριθμός 276/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 17/24-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Κυριακούλα Γεροστάθη (κωλυομένου του Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτη), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 και 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του αιτoύντος-εκκαλούντος Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με εκζητούμενο τον A. ή A. T. O.του I. C., Τούρκου υπηκόου, κάτοικου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννα Κούρτοβικ και Σπυρίδωνα Φυτράκη, κατά της υπ' αριθμ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Τουρκίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών και τώρα εκκαλών Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 156/31-7-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπω και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1200/2009. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους του εκζητούντος, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για κατ' ουσίαν κρίση η με αριθμ. εκθ. 156/31-7-2009 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της με αριθμ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της μη εκδόσεως στις Τουρκικές Αρχές του εκζητούμενου A. ή A. T. O., Τούρκου υπηκόου. Η έκδοση ζητήθηκε με 1) το 1999/3-67 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Uskudar, για να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλακίσεως οκτώ(8) μηνών και δεκαέξι (16) ημερών για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 145/1 του ΤουρκΠΚ, 2) το 2004/453 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Άγκυρας και 3) το 2007/56 από 3-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Κωνσταντινουπόλεως (INSTABUL), για να συνεχισθεί η ανάκριση και να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για συμμετοχή στην ηγεσία της ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο). Η έφεση έγινε τυπικά δεκτή με την υπ' αριθ. 1810/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως επ' αυτής και ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες από το εκζητούν Κράτος. Με την ίδια απόφαση τάχθηκε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευσή της για την παροχή των πληροφοριών. Στη συνέχεια, επειδή τα στοιχεία που ζητήθηκαν δεν περιήλθαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μέχρι τις 18.12.2009, παρότι, δηλαδή, παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία, το Δικαστήριο αυτό, με την υπ'αριθ. 327/2010 απόφασή του, ανέβαλε και πάλι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινόμενης εφέσεως και έταξε (νέα) προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευσή της, προκειμένου οι αρμόδιες Αρχές του εκζητούντος Κράτους της Τουρκίας να παράσχουν τις πρόσθετες πληροφορίες και στοιχεία που είχαν ζητηθεί. Τέλος, το αυτό δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1669/2010 απόφασή του, ανέβαλε και πάλι την έκδοση οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να δοθούν και νέες διευκρινίσεις, οι οποίες παρασχέθηκαν και διαβιβάσθηκαν αρμοδίως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με τα υπ' αριθ. ΕΚΔ 159/ΦΕ 6192/17.1.2011 και ΕΚΔ 187/ΦΕ 6192/18.1.2011 έγγραφα. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437- 456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι, κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961, στην οποία έχει προσχωρήσει και η Τουρκία, από την κύρωσή της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω Κρατών, εφαρμόζονται, όμως, και οι ανωτέρω διατάξεις του ΚΠοινΔ, εφόσον δεν αντίκεινται σ αυτήν. Στο άρθρο 2 παρ. 1 της συμβάσεως αυτής ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστο όριο. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 3ου αυτής, δεν χωρεί έκδοση, αν το καλούμενο προς έκδοση Μέρος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση εκδόσεως, που αιτιολογείται για κάποια παράβαση του Κοινού Δικαίου, έχει υποβληθεί με το σκοπό διώξεως ή τιμωρίας ατόμου για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα ή ότι η θέση του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλο από τους λόγους αυτούς. Ανάλογες είναι και οι, παράλληλα ισχύουσες, διατάξεις του άρθρου 438 περ. γ και ε του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με τις ένορκες ενώπιον του ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της παρεμπίπτουσας υπ' αριθ. 1669/2010 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, και όσα εξέθεσαν προφορικά στο ακροατήριο και με το από 21.9.2010 υπόμνημά τους οι παραστάντες συνήγοροι του εκζητουμένου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. 1999/3-67 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας του Uskudar ζητείται από τις Τουρκικές Αρχές η έκδοση του O. A. T. του I. C. και της F. A., γεν. την 10-7-1955 στην Κωνσταντινούπολη, υπηκόου Τουρκίας, προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής που του έχει επιβληθεί με την πιο κάτω απόφαση και το οποίο (υπόλοιπο) συνίσταται σε 8 μήνες και 16 ημέρες. Στα σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν το αίτημα αυτό, εκτός των άλλων, αναφέρονται και τα εξής: "... Ο Α. Τ. Ο. ... έχει τιμωρηθεί όπως κάτωθι: 1. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1981/949 της υπόθεσης 1981/579 του 2ου Στρατιωτικού Δικαστηρίου Κωνσταντινούπολης με ποινή θανάτου βάσει του άρθρου 146/1 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. 2. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1984/927 της υπόθεσης 1983/334 του 1ου Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης, με ποινή φυλάκισης 4 ετών και 16 μηνών ως αποτέλεσμα παραβίασης παραπάνω της μιας φοράς των άρθρων 159, 158 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. 3. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1985/156 της υπόθεσης 1983/564 του 1ου Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης, με ποινή κάθειρξης 3 ετών και 12 μηνών και ποινή φυλάκισης 1 έτους και 4 μηνών για παραβίαση παραπάνω της μιας φοράς των άρθρων 159, 158 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. 4. Με την ακυρωμένη απόφαση υπ' αριθμόν 1986/82 της υπόθεσης 1986/143 του Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης με ποινή κάθειρξης 2 ετών και 8 μηνών και ποινή φυλάκισης 1 έτους και 4 μηνών για παραβίαση του άρθρου 159 και δύο φορές παραβίαση του άρθρου158 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα ... . Οι συνολικές ποινές του κατάδικου είναι ποινή θανάτου και ποινή φυλάκισης 11 ετών και 44 μηνών. Η ποινή θανάτου μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη με το νόμο υπ' αριθμόν 4771 από 03-08-2002, όμως αργότερα μετατράπηκε σε προσαυξημένη ισόβια κάθειρξη με το νόμο 5218 από 14-7-2004. Υπήρξε αίτημα για να αθροιστούν οι ποινές του καταδίκου, όμως το 3ο Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο του Ουσκούνταρ απέρριψε αυτό το αίτημα, επειδή δεν συνελήφθη ακόμη ο αναφερόμενος. Ο κατάδικος Α. Τ. Ο. , ο οποίος συνελήφθη στις 8-02-1981 και οδηγήθηκε στις φυλακές στις 05-05-1981, απέδρασε από τις Κλειστές Φυλακές του Μπαϊράμπασα στις 28-5-1990. Ο χρόνος που παρέμεινε στις φυλακές είναι 9 έτη, 3 μήνες και 19 ημέρες. Αναφορικά με την ποινή θανάτου του καταδίκου που μετατράπηκε σε προσαυξημένη ισόβια κάθειρξη, το καθεστώς εκτέλεσης που είναι υπέρ του αναφέρεται στο νόμο υπ' αριθμόν 3713. Βάσει του άρθρου (προσωρινού 1) του νόμου υπ' αριθμόν 3713, αυτή η ποινή πρέπει να εκτιθεί ως φυλάκιση 10 ετών με την έκτιση της συνολικής ποινής στις φυλακές. Σύμφωνα με αυτό, ο κατάδικος θα αφεθεί ελεύθερος μετά από 8 μήνες και 16 ημέρες, αφότου οδηγηθεί στις φυλακές....Ο κατάδικος Α. Τ. Ο. στις 06.02.1981 διέπραξε τις πράξεις της δολοφονίας εκ προμελέτης με ιδεολογικό σκοπό του Υποδιευθυντή Ασφαλείας της Κωνσταντινούπολης Μ. Ν. και του φρουρού Τ. Ε. και της απόπειρας δολοφονίας των αστυνομικών υπαλλήλων Μ. Γ. και Ο. Τ. ... . Όσον αφορά τις ποινές του καταδίκου, που είναι συνολικά 11 έτη και 44 μήνες και οι οποίες του επιβλήθηκαν για τα υπόλοιπα αδικήματα που διέπραξε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Φυλακές, κρίθηκε πως έχουν εκπληρώσει την προθεσμία παραγραφής ... Αιτούμεθα να εκδοθεί στην Τουρκία για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του ο κατάδικος... ο χρόνος που πρέπει να παραμείνει στη φυλακή είναι 8 μήνες και 16 ημέρες ..., στο τέλος αυτού του χρόνου θα αφεθεί ελεύθερος υπό όρους ...". Ο εκζητούμενος, ο οποίος είναι κουρδικής καταγωγής, συνελήφθη στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών την 30-3-2009, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 22/30-3-2009 εντολής προσωρινής συλλήψεώς του από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και κατόπιν της υπ' αριθ. Α-174/4-1196 και με αριθ. πρωτ. 14308/92 "ερυθράς αγγελίας" της INTERPOL Τουρκίας σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. Α-174/4-1996.2006 1109 Προσθήκη / Διόρθωση αυτής, προκειμένου να ακολουθηθεί η διαδικασία εκδόσεώς του στις Αρχές του Κράτους αυτού. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο εκζητούμενος διώκεται, εκτός από τα πιο κάτω άλλα δύο αιτήματα, και με το πιο πάνω υπ' αριθ. 1999/3-67 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Uskudar, προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλάκισης, συνιστάμενο σε οκτώ (8) μήνες και δεκαέξι (16) ημέρες, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 146/1 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα για τα αδικήματα της δολοφονίας εκ προμελέτης και της απόπειρας δολοφονίας με σκοπιμότητα. Περαιτέρω, ο εκζητούμενος ισχυρίζεται ότι οι προαναφερόμενες κατηγορίες για συμμετοχή του στις παραπάνω πράξεις, τις οποίες αρνείται, του αποδόθηκαν λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δραστηριοποίησής του ως μέλους αριστερών πολιτικών οργανώσεων στα μαζικά κινήματα της περιόδου εκείνης υπέρ της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Ακόμη, εκθέτει ότι το έτος 1990 απέδρασε από τις φυλακές και έκτοτε παρέμεινε κρυπτόμενος στην Τουρκία, με την ελπίδα ότι η υπόθεσή του θα λησμονηθεί. Αργότερα, όμως, όταν διαπίστωσε ότι οι τουρκικές Αρχές τον είχαν εντοπίσει, διέφυγε στην Ελλάδα, προκειμένου να ζητήσει διεθνή προστασία. Στην αναζήτηση δε μιας ασφαλέστερης γι' αυτόν λύσης κατέφυγε στην Κύπρο, όπου συνελήφθη τον Αύγουστο του 2008 για παράνομη είσοδο και δικάστηκε γι' αυτό. Ο ίδιος, ενώ βρισκόταν στην Κύπρο, υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση σ' αυτόν πολιτικού ασύλου, πλην οι Κυπριακές Αρχές επαναπροώθησαν αυτόν στην Ελλάδα την 26-3-2009 στα πλαίσια της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου 343/2003 (Δουβλίνο II). Ο ανωτέρω κατά την άφιξή του στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών υπέβαλε στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές αίτηση για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου, ισχυριζόμενος ότι είναι πολιτικός πρόσφυγας και ότι στην Τουρκία κινδυνεύει η ζωή, η ελευθερία και η σωματική του ακεραιότητα, συγκεκριμένα δε ότι διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και ταπεινώσεις, λόγω των πεποιθήσεών του και λόγω της δράσης του υπέρ της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επιπλέον, εκθέτει ότι, λόγω της ιδιότητάς του ως πρόσφυγα αιτούντος πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα, η έκδοσή του στην Τουρκία αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου και των διεθνών συμβάσεων, που έχουν υπογραφεί από την Ελλάδα. Προσκομίζεται δε το από 23 Ιουλίου 2009 έγγραφο της Διεθνούς Αμνηστίας, που υπογράφεται από τον Διευθυντή Προγράμματος Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας N. D., στο οποίο επισημαίνεται ο κίνδυνος που διατρέχει ο Α. Τ. Ο. να υποβληθεί σε κακομεταχείριση αν επιστρέψει στην Τουρκία και αναφέρονται άλλες ανάλογες συγκεκριμένες υποθέσεις στην ίδια χώρα. Ακόμη, προσκομίζεται και κατάλογος με σημαντικό αριθμό υποθέσεων στις οποίες έχει καταδικαστεί η Τουρκία από το Δικαστήριο του Στρασβούργου (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-ΕΔΔΑ) για παράβαση των σχετικών άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τα σχετικά πρωτόκολλα που τη συνοδεύουν. Από τα παραπάνω, καθώς και από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, προέκυψε ότι, ανεξαρτήτως της βαρύτητας των εγκλημάτων που αναφέρονται στην πιο πάνω καταδικαστική απόφαση, λαμβανομένου υπόψη κυρίως του απομένοντος μικρού υπολοίπου της προς έκτιση ποινής, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύει το παρόν Συμβούλιο ότι η θέση του εκζητουμένου, αν εκδοθεί, διατρέχει τον κίνδυνο να επιδεινωθεί από τα πολιτικά του φρονήματα. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση και για το ως άνω αίτημα η αιτούμενη έκδοση κωλύεται από τον υφιστάμενο κίνδυνο επιδεινώσεως της θέσεως του εκζητουμένου εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της ανωτέρω ευρωπαϊκής συμβάσεως εκδόσεως προκύπτει ότι η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συνοδεύεται από: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως που έχει την ίδια ισχύ, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διαπράξεως αυτών, του χαρακτηρισμού των πράξεων και αναφορά στις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται και γ) αντίγραφο του κειμένου των διατάξεων που προβλέπουν τις αξιόποινες πράξεις και κάθε άλλη πληροφορία για το χαρακτηρισμό και την ταυτότητα του εκζητουμένου. Από αυτά συνάγεται ότι δεν απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου. Ωστόσο είναι επιβεβλημένο τα εγκλήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση να καθορίζονται σαφώς και με συγκεκριμένο τρόπο στην αίτηση του αιτούντος Μέρους και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη (ένταλμα συλλήψεως ή εκτελεστή καταδικαστική απόφαση). Ειδικότερα, απαιτείται περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος αυτού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως, καθώς και η μορφή της συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη. Τούτο ενισχύεται και από την καθιερούμενη με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 14 της ανωτέρω συμβάσεως, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 450 του ΚΠοινΔ, αρχή της ειδικότητας, σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για έγκλημα ειδικώς οριζόμενο τόσο στην αίτηση όσο στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για μια άλλη πράξη, δηλαδή για άλλη πράξη διαφορετική απ' αυτήν που αναφέρεται στην αίτηση κατά τα συγκροτούντα την υπόσταση αυτής στοιχεία. Με την αρχή της ειδικότητας, που θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκδόσεως, περιορίζεται η κυριαρχική εξουσία του εκζητήσαντος κράτους και ειδικότερα το κράτος που ζητεί την έκδοση δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις προγενέστερες της παραδόσεως, άλλες από εκείνες για τις οποίες χορηγήθηκε η έκδοση, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Η αρχή της ειδικότητας θεμελιώνεται στην κυριαρχία του εκδίδοντος κράτους και συνδέεται με το συμφέρον του να μη διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικούς σκοπούς, επιδιώκει δηλαδή να αποκλείσει το ενδεχόμενο να τιμωρηθεί ο εκζητούμενος και για πολιτικά εγκλήματα. Αν το εκζητούν κράτος μπορούσε να διώξει τον εκδοθέντα και για πράξεις άλλες από εκείνες για τις οποίες εκδόθηκε, η καταστρατήγηση των περιορισμών της εκδόσεως και κυρίως της μη διώξεως για πολιτικά εγκλήματα θα ήταν ευχερής. Έτσι, εφόσον η έκδοση συντελείται σε εκτέλεση μιας συμφωνίας μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα πέραν εκείνων που έχουν συμφωνηθεί. Αλλά και πέραν αυτού η αρχή της ειδικότητας εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των αρχών της διπλής εγκληματικότητας και της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η έκδοση επιτρέπεται μόνο για εκείνες τις πράξεις που είναι αξιόποινες και κατά το δίκαιο του εκδίδοντος κράτους. Διότι αλλιώς, αν δηλαδή το κράτος που πέτυχε την έκδοση μπορούσε να δικάζει ανεξέλεγκτα και για πράξεις μη καλυπτόμενες από την τελευταία, οι ανωτέρω αρχές θα μπορούσαν ευχερώς να περιγραφούν και να καταστούν γράμμα κενό περιεχομένου. Εξάλλου, η υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξεως για την έκδοση θεμελιώνεται και στις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (αρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και ειδικότερα στο άρθρο 6 παρ. 3 αυτής (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και ειδικότερα δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας), καθώς και στο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κράτη που έχουν κυρώσει τα ως άνω κείμενα, στο μέτρο που αυτοπεριορίζονται στην ποινική τους εξουσία, υποχρεούνται όχι μόνο να μην αγνοούν αλλά και να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται από τις Τουρκικές Αρχές η έκδοση του ως άνω εκζητουμένου και με τα εξής δύο αιτήματα: Α) Με το υπ' αριθ. 2004/453 από 8-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Άγκυρας. Το αίτημα αυτό υποβλήθηκε μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 2009/336 D. IS εντάλματος συλλήψεως από τον Πρόεδρο του 11ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της Άγκυρας. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται, εκτός των άλλων, και τα εξής: "... Ημερομηνία αδικήματος: Από το 1987. Πράξεις που προσάπτονται στον ύποπτο: Λόγω του ότι η ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο), της οποίας ο ύποπτος είναι μέλος, έχει ως σκοπό να χαλάσει την υπάρχουσα συνταγματική τάξη και αντί αυτού να ιδρύσει μία κομμουνιστική τάξη βασισμένη στις Μαρξιστικές - Λενινιστικές αρχές, έκανε την πρώτη της ενέργεια στις 20-9-1994 και έκτοτε συνεχίζει τις αιματηρές της δράσεις ... και έχει προκαλέσει το θάνατο πολλών πολιτών και ανδρών της ασφαλείας σε αυτές τις επιθέσεις αυτοκτονίας. Εν κατακλείδι η τρομοκρατική οργάνωση με το όνομα DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο) που ιδρύθηκε το 1978 και με τη χρήση εξαναγκασμού και βίας έχει ως σκοπό να άρει την τάξη που προβλέπει το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας ή να ιδρύσει μια άλλη τάξη αντί αυτής ή να εμποδίσει την έμπρακτη εφαρμογή αυτής της τάξης, και προς αυτό το σκοπό η σχισματική τρομοκρατική οργάνωση έχει διοργανώσει πάρα πολλές ένοπλες και προπαγανδιστικές πράξεις και έχει προκαλέσει το θάνατο και τον τραυματισμό πάρα πολλών πολιτών μας. Ο ύποπτος Α. Τ. Ο. ήταν μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο) εντός της τρομοκρατικής οργάνωσης, της οποίας ο σκοπός και η στρατηγική περιγράφονται παραπάνω, και σύμφωνα με τις καταθέσεις των συλληφθέντων υπόπτων ... Το αδίκημα που προσάπτεται στον ύποπτο κατά την ημερομηνία του αδικήματος είναι το αδίκημα της απόπειρας άρσης της τάξης που προβλέπει το Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας ή τη δημιουργία μιας άλλης τάξης αντί αυτής ή της παρεμπόδισης της έμπρακτης εφαρμογής αυτής της τάξης με τη χρήση του εξαναγκασμού και της βίας και τα άρθρα του νόμου που ενδέχεται να εφαρμοστούν είναι το άρθρο 146/1 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα υπ' αριθ. 5237 ... Τόπος του Εγκλήματος: Διάφοροι νομοί της Τουρκίας όπου η τρομοκρατική οργάνωση DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο) στη διοίκηση της οποίας ήταν ο ύποπτος, από τη σύστασή της έως και τώρα πραγματοποιούσε τις δράσεις της ... Για τον ύποπτο Α. Τ. Ο. διενεργείται ανάκριση από την Εισαγγελία μας με αριθμό 2004/453 για τα αδικήματα της διατέλεσης διοικητή του Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος / Μετώπου (DHKP/C) και παραβίασης του Συντάγματος ... Ο ύποπτος Α. Τ. Ο. είναι από τους διοικητές του Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος/Μετώπου (DHKP/C) και στην περίπτωση που εκδοθεί στην Τουρκία πρέπει να γίνει ανάκριση βάσει των συνημμένων "πιθανών άρθρων που θα εφαρμοστούν" και να ασκηθεί δημόσια αγωγή εναντίον του. Επειδή τα αδικήματα διοίκησης οργάνωσης είναι από τα αδικήματα που παρατείνονται, οι δραστηριότητες του υπόπτου από τη χρονολογία που ξεκίνησε τις σχέσεις του με την οργάνωση έως την ημερομηνία που συνελήφθη θα αξιολογηθούν ως σύνολο και γι' αυτό το λόγο θα εκδικαστεί ... Κατ' αυτόν τον τρόπο διαπιστώνεται πως ο ύποπτος Α. Τ. Ο. διοικούσε αυτοπροσώπως τις ενέργειες (δίνοντας εντολές, βρισκόταν στην κεντρική επιτροπή της τρομοκρατικής οργάνωσης ... και ήταν σε διοικητική θέση και βρίσκεται στο εξωτερικό ...". Και Β) το υπ' αριθ. ανακρ. 2007/56 από 3-4-2009 αίτημα του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης. Το ως άνω αίτημα υποβλήθηκε μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 2009/44/16-1-2009 εντάλματος σύλληψης από το Δικαστή του 13ου Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται, εκτός των άλλων, και τα εξής: "... Πράξη που προσάπτεται στον κατηγορούμενο: Μέλος της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C. Ημερομηνία Αδικήματος: 2001. Έχει διαπιστωθεί ότι ο Α. Τ. Ο. είναι ύποπτος για το ότι είναι μέλος της παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C ... η πράξη του υπόπτου είναι ότι είναι διοικητής στην οργάνωση ... είναι δραπέτης και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το χαρακτήρα του αδικήματος ... Σύμφωνα με αυτές τις καταθέσεις έχει καθοριστεί πως ο ύποπτος είναι από τους υψηλόβαθμους υπεύθυνους της οργάνωσης ... Στην περίπτωση που ο ύποπτος εκδικαστεί στην Τουρκία, θα γίνει αίτημα να τιμωρηθεί βάσει του άρθρου 5 του Νόμου υπ' αριθ. 314/1 περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας. Επιπλέον, λόγω του ότι είναι από τους υψηλόβαθμους αρμόδιους της οργάνωσης, θα υπάρξει η δυνατότητα να αιτηθεί η τιμώρησή του και για όλα τα άλλα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί από την οργάνωση". Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι δεν υφίσταται ο επιβαλλόμενος από τις ως άνω διατάξεις ακριβής, σαφής και ορισμένος καθορισμός των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου με βάση τα ως άνω δύο αιτήματα, αλλά αντίθετα ο προσδιορισμός αυτών γίνεται κατά ασαφή και αόριστο τρόπο. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται οι περιστάσεις τελέσεως των αναφερομένων εγκλημάτων, η ακριβής και συγκεκριμένη συμμετοχική δράση του εκζητουμένου, ούτε επίσης καθορίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως των αξιόποινων αυτών πράξεων. Επομένως, και για τα ως άνω δύο αιτήματα η αιτούμενη έκδοση προσκρούει στην απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις υποχρέωση για ακριβή καθορισμό των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Η αοριστία αυτή, η οποία δεν έχει αρθεί από τα μέχρι σήμερα προσκομισθέντα έγγραφα, είναι, επίσης, σοβαρός λόγος, ο οποίος ενισχύει την ως άνω πεποίθηση του Συμβουλίου ότι αν ο εκζητούμενος εκδοθεί, η θέση του κινδυνεύει να επιδεινωθεί εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, ο εκζητούμενος έχει υποβάλλει αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας και αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα. Επί της αιτήσεως αυτής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 3/456918/29-4-2009 απόφαση του Προϊσταμένου του Τμήματος Ασύλου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Κατά της παραπάνω αποφάσεως ο εκζητούμενος άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή, που εκκρεμεί ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών του Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης. Το δικαίωμα προσφυγής είχε, αρχικά, καταργηθεί με το π.δ.81/30-6-2009, πλην η κατάργηση αυτού δεν κατελάμβανε την παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι η προσφυγή του εκζητουμένου είχε ασκηθεί στις 2.6.2009, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του πιο πάνω π.δ. Εν τω μεταξύ, όμως, μετά την έκδοση της ως άνω υπ'αριθ. 1669/19.10.2010 παρεμπίπτουσας αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, εκδόθηκε το π.δ. 114/2010 (ΦΕΚ 195/Α/22.11.2010), με το άρθρο 33 του οποίου καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, και το π.δ. 81/2009 και το οποίο καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς προσφυγές (άρθρο 32 αυτού). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5§2 περ. α εδ. τελευταίο του π.δ. αυτού, ο εκζητούμενος, εφόσον επικαλείται φόβο διώξεώς του στο εκζητούν Κράτος της Τουρκίας, δεν μπορεί να εκδοθεί σ' αυτό πριν από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί της αιτήσεώς του (βλ. και από 7.2.2011 βεβαίωση του Τμηματάρχη του Τμήματος Πολιτικού Ασύλου της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά την οποία ο εκζητούμενος εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. 93032 Δελτίο Αιτήσαντος Άσυλο Αλλοδαπού και το αίτημά του εκκρεμεί σε δεύτερο βαθμό). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις για την έκδοση του εκζητουμένου στο Κράτος της Τουρκίας και το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως, έστω και χωρίς να έχει εκδοθεί, ακόμη, το ως άνω π.δ. 114/2010, και γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως, δεν έσφαλε. Επομένως, η κρινόμενη έφεση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την υπ' αριθ. 156/31.7.2009 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του A. ή A. T. O. του I. C. και της F. A. στο Κράτος της Τουρκίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση Εισαγγελέα Εφετών κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως Τούρκου υπηκόου στην Τουρκία για να εκτίσει ποινή και να διωχθεί για αξιόποινες πράξεις. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (ν. 4165/1961). Μικρό υπόλοιπο της προς έκτιση ποινής σε σχέση με την ήδη εκτιθείσα. Μη ακριβής καθορισμός των πράξεων, για τις οποίες πρόκειται να διωχθεί ο εκζητούμενος. Η έκδοση εμποδίζεται αφενός γιατί η θέση αυτού κινδυνεύει να επιδεινωθεί λόγω των πολιτικών του φρονημάτων και αφετέρου από το άρθρο 5§2 περ. α εδ. τελ. π.δ. 114/2010, καθόσον εκκρεμεί προσφυγή του κατά αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για χορήγηση πολιτικού ασύλου, αυτός δε επικαλείται φόβο διώξεως του στο εκζητούν Κράτος. Απόρριψη εφέσεως.
null
null
0
Αριθμός 274/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2. Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολυχρόνη Μπίρη. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγακόπουλο και 2. Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγακόπουλο. Κοινοποιουμένη προς τον Β. Τ. του Π., κατοίκου .... Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4963/2006 προδικαστική, 266/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1082/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 131 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996 "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (παρ.1). Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1. αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία. 2. αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την παράγραφο 2, κατ' απόκλιση του από την παράγραφο 1 καθιερούμενου κανόνα της απόλυτης ακυρότητας οποιασδήποτε δικαιοπραξίας γενόμενης χωρίς ο δικαιοπρακτών να έχει την ικανότητα να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς την ουσία και το περιεχόμενο της βουλήσεώς του, από έλλειψη συνειδήσεως των πράξεών του (λόγω σωματικής νόσου, πυρετού, μέθης κλπ) ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του και θα δικαιολογούσε την υποβολή του υπό δικαστική συμπαράσταση, εισάγονται περιορισμοί στη δυνατότητα προσβολής των μη χαριστικών δικαιοπραξιών του κληρονομουμένου, για την οποία, πέρα από τις προϋποθέσεις της παρ.1, απαιτείται επιπροσθέτως να προσβάλλουν τη μη χαριστική δικαιοπραξία εντός πενταετίας από την επαγωγή της κληρονομίας οι κληρονόμοι, ακόμη και έναντι αλλήλων και να επικαλεσθούν, επί αμφισβητήσεως δε από τον εναγόμενο να αποδείξουν, ότι συνέτρεχε ως προς τον κληρονομούμενο και μία από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2. δηλαδή: α)είτε εκκρεμούσε αίτηση δικαστικής συμπαράστασης κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή ετέθη μεταγενέστερα υπό δικαστική συμπαράσταση για την ίδια αιτία, β) είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάσταση του μονάδα ψυχικής υγείας, γ) είτε προκύπτει η κατάστασή του από την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία. Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του δηλούντος είναι εκείνη που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με αντικειμενικούς υπολογισμούς και την ικανότητα αντιστάσεως σε υποβολή από άλλους, οι ασθένειες δε που μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοια διαταραχή κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας είναι οι γνήσιες ψυχώσεις. Το δικαστήριο κρίνει για την έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων και περιορισμού αποφασιστικά της λειτουργίας της βούλησης του δικαιοπρακτούντος, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση κατά την εκτίμηση αυτών και συναγωγή του πορίσματός του και των κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984). Τέλος η κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δικ. παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως κατά τον έλεγχο των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ. 23/1988). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους (ενώ με την προσβαλλόμενη έγινε κατά ένα μέρος δεκτή), το Εφετείο, ύστερα από ανελεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 22.7.2005 απεβίωσε από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε ηλικία 77 ετών, ο Ι. Τ. του Σ., ο οποίος είχε γεννηθεί στους ... το έτος 1928, αφήνοντας μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του ενάγοντες, Σ. Τ. (έτος γεν 1976) και Θ. Τ. (έτος γεν 1980). Ο θανών υπηρέτησε στρατιώτης στον πόλεμο της Κορέας, γεγονός που επηρέασε την ψυχική του υγεία. Εργάστηκε στο λογιστήριο της Πυρκάλ και συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα από τον ασφαλιστικό του φορέα, ΙΚΑ, λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Στις 27.6.1986 διαθέτοντας τα χρήματα που μέχρι τότε είχε αποταμιεύσει, καθώς και το εφάπαξ, που λόγω της συνταξιοδότησής του είχε λάβει, αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα επιφανείας 50 τμ, που βρίσκεται στο δήμο … στο Ε' όροφο - ρετιρέ της κειμένης στην οδό … αρ 14 - 16 πολυώροφης οικοδομής, το οποίο αποτελείται από δύο κύρια δωμάτια, διάδρομο, λουτρό, κουζίνα, εξώστη, με το νομίμως μεταγεγραμμένο …/27.6.1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., ο οποίος είναι ομοχώριος του θανόντος και πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων, όπου και διέμενε μέχρι το θάνατο του. Το εν λόγω διαμέρισμα ο θανών, χωρίς να ενημερώσει κανένα συγγενικό του πρόσωπο πολύ δε περισσότερο τα τέκνα του ενάγοντες, με τους οποίους διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις, πώλησε κατά ψιλή κυριότητα στους δυο πρώτους εναγομένους, τέκνα του προαναφερομένου συμβολαιογράφου Α. Α., ο πρώτος από τους οποίους είναι συμβολαιογράφος (έτος γεν 1968) και ο δεύτερος εισοδηματίας (έτος γεν. 1965), τον οποίο ο αποβιώσας είχε βαπτίσει, οι οποίοι επίσης δεν ενημέρωσαν τα τέκνα του για την κατάρτιση της εν λόγω πώλησης, δεδομένου ότι οι ίδιοι δεν ισχυρίζονται το αντίθετο, αν και είχαν ηθική προς τούτο υποχρέωση, ενόψει της σχέσης και της πνευματικής συγγένειας που διατηρούσαν με τον πωλητή αλλά και της κατάστασης της υγείας του, την οποία προφανώς εγνώριζαν. Η σύμβαση καταρτίσθηκε στις 27.10.2001 ημέρα Σάββατο στην οικία του πωλητή ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελισάβετ Μεσσήνη με το νόμιμα μεταγεγραμμένο …/27.10.2001 συμβόλαιο. Κατά τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο η αντικειμενική αξία του πωληθέντος ανερχόταν στο ποσό των 8.553.600 δρχ, ενώ το συμφωνηθέν τίμημα ανήλθε στο ποσό των 8.600.000 δρχ, το οποίο καταβλήθηκε σε μετρητά κατά την υπογραφή του συμβολαίου, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι ο πωλητής κατέθεσε σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό ή διέθεσε για αγορά άλλου περιουσιακού στοιχείου. Έτσι, οι ενάγοντες μετά το θάνατο του πατέρα τους με έκπληξη πληροφορήθηκαν από τους δύο πρώτους εναγομένους ότι το διαμέρισμα, που ως οικογενειακή στέγη μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν, έχει πωληθεί σε αυτούς και ότι θα πρέπει να το εγκαταλείψουν, ενώ στις 22.12.2005, πέντε δηλαδή μήνες από το θάνατο του Ι. Τ., οι ανωτέρω αγοραστές με το νόμιμα μεταγεγραμμένο …/2005 συμβόλαιο (τόμος … αρ 362) της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου πώλησαν τούτο στον τρίτο εναγόμενο αντί τιμήματος 65.000 € και αντικειμενικής αξίας 34.848 €, τίμημα το οποίο ο αγοραστής υποσχέθηκε να εξοφλήσει με δάνειο που θα του χορηγούσε το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμός και το οποίο οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται ότι έχει μέχρι σήμερα καταβληθεί. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αποβιώσας τουλάχιστον από το 1983, δεδομένου ότι για το προηγούμενο χρονικό διάστημα οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν βιβλιάριο υγείας του, έπασχε από ψυχικές νόσους και πιο συγκεκριμένα από το 1983 από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και από το 1996 τουλάχιστον από οργανικό ψυχοσύνδρομο με ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις στη γέφυρα, που διαγνώσθηκε με αξονική τομογραφία καθώς και εξωπυραμιδική συνδρομή δηλαδή Parkinson, νόσο νευρολογικής φύσεως. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο Ι. Τ., όπως από το ατομικό βιβλιάριο υγείας του προκύπτει, καθόλο το χρονικό διάστημα μέχρι και το θάνατο του (22.7.2005), με τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών του νευρολόγων-ψυχιάτρων, τελούσε υπό θεραπευτική αγωγή με ποικιλία τριών αλλά και τεσσάρων διαφορετικών ουσιών όπως τα αγχολυτικά Traxene και Oasil, τα αντικαταθλιπτικά anafranil, sexarat, το αντικαταθλιπτικό Tegretol και το αντιψυχωσικό Truxal, επειδή παρουσίασε ψυχωσική συνδρομή. Στις 18.3.1996, επειδή παρουσίασε επεισόδιο πτώσεως στο έδαφος εισήχθη στο ΠΓΝΑ "ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ" υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαπιστώθηκε ότι φέρει "Ισχαιμικού τύπου αλλοίωση στη γέφυρα", δηλαδή εγκεφαλική βλάβη. Εξήλθε στις 27.3.1996 μετά από νοσηλεία 10 ημερών με διάγνωση "εξωπυραμιδική συνδρομή (πάρκινσον) καταθλιπτική συνδρομή και ουρολοίμωξη", ενώ του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή ήτοι το αντικαταθλιπτικό anafranil και το αντιβιοτικό Norocin. Λίγες ημέρες αργότερα (5.4.1996) ο νευρολόγος ψυχίατρος Επίκουρος τότε καθηγητής στη νευρολογική κλινική του Αιγινητείου Νοσοκομείου Β. Μ. για την αντιμετώπιση της ασθένειας του χορηγεί φαρμακευτική αγωγή με συνδυασμό τριών σκευασμάτων, το αντιεπιληπτικό Tegretol, το οποίο χρησιμοποιείται στην ψυχιατρική ως σταθεροποιητικό του συναισθήματος σε ασθενείς που πάσχουν από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και τα αντικαταθλιπτικά seroxat, anafranil, ενώ σε άλλο χρόνο ο νευρολόγος ψυχίατρος Π. Ζ. συνταγογραφεί την ίδια φαρμακευτική αγωγή. Εξάλλου στις 10.4.1996 ο ψυχίατρος στο ΙΚΑ … Π. Ζ., ο οποίος με επιμέλεια των εναγομένων εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με διάγνωση "αγχώδη κατάθλιψη, φοβική συμπτωματολογία, θυμική διαταραχή" του χορηγεί τα σκευάσματα sexorat, tegretol, anafranil. Επίσης, στις 19.4.2005, επειδή παρουσίασε κολλώδη ομιλία, εισήχθη στο ΓΝ Αθηνών "ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ" και νοσηλεύθηκε "με δυσαρθρία-εστιακή νευρολογική σημειολογία". Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων "ήπια διεύρυνση του κοιλιακού συστήματος και σαφώς, μεγαλύτερη του εξωτερικού υπαραχνοειδούς χώρου ως επί φλοιώδους ατροφίας, ελαφρώς εκσεσημασμένη για την ηλικία, μικροαγγειοπάθεια στη λευκή ουσία σε αμφότερα τα ημισφαίρια". Συστάθηκε επανέλεγχος μετά 20ήμερο προς επανεκτίμηση της εικόνας και εξήλθε στις 21.4.2005 με διάγνωση "ψυχωσική συνδρομή, εγκεφαλοαγγειακή νόσος", ενώ του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή με τα σκευάσματα tranxen, seroxat, Οasil. Η πιο πάνω κατάσταση της υγείας του επηρέαζε καθοριστικά τη συμπεριφορά του προς τη σύζυγο του Ό. Κ., με αποτέλεσμα να διασπαστεί η μετ'αυτής έγγαμη συμβίωσή του από το 2001 και να ακολουθήσει η λύση του γάμου τους με την έκδοση συναινετικού διαζυγίου από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 3541/2002 αμετάκλητη απόφασή του, αλλά και την εν γένει κοινωνική συμπεριφορά του, με συνέπεια να προβαίνει σε πράξεις των οποίων δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο και τις συνέπειες. Έτσι, κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν και κατά τη σύνταξη του προσβαλλόμενου …/27.10.2001 πωλητηρίου συμβολαίου είχαν διαταραχθεί οι πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες του αποβιώσαντος πωλητή, εξ αιτίας των ψυχικών παθήσεων από τις οποίες έπασχε, οι οποίες ήσαν βαριές και χρόνιες, και από τα ισχυρά ψυχοφάρμακα που για μακρό χρονικό διάστημα ελάμβανε, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην έχει πλήρη συνείδηση των πράξεων του, να βρίσκεται σε σύγχυση και να μην έχει την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πιο πάνω πράξης (πώλησης) που επιχειρούσε, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται, εκτός των άλλων, και από το ότι εξακολούθησε και μετά την πώληση αυτή να δηλώνει στην εφορία ότι έχει την πλήρη κυριότητα του πωληθέντος. Παράλληλα, εξ αιτίας των ασθενειών από τις οποίες έπασχε, βρισκόταν σε σοβαρή ψυχική και διανοητική διαταραχή, που αποφασιστικά περιόριζε την λειτουργία της βούλησής του και δεν μπορούσε να σταθμίσει λογικά και φυσιολογικά τα πράγματα ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει με λογικές σκέψεις τη βούληση του σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας του. Για την ανωτέρω κατάσταση του θανόντα και ειδικότερα για το ότι βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, και δεν είχε τη δυνατότητα να έχει συνείδηση των πράξεων του και ικανότητα χρήσης του λογικού κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου συμβολαίου κατηγορηματικώς και με σαφήνεια καταθέτουν στις δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες Δ. Τ. και Ν. Τ., αδελφές του αποβιώσαντος και η πρώτη εξαδέλφη του Δ. Γ.. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, οι οποίοι έχουν ίδια αντίληψη για όσα καταθέτουν, η συμπεριφορά του ως άνω συγγενούς τους δεν ήταν φυσιολογική, αφού συχνά δεν αναγνώριζε στενά συγγενικά του πρόσωπα, όπως την αδερφή του Δ., η οποία το 1984 επέστρεψε από την Αμερική, ντυνόταν κατά τρόπο εξεζητημένο και πιο συγκεκριμένα φορούσε "κολλάν" παντελόνια, πολλά κοσμήματα, ενώ στο γάμο συγγενούς τους είχε ντυθεί "παγώνι". Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών οι οποίοι έχουν ίδια αντίληψη για όσα καταθέτουν και οι οποίοι δεν προσδοκούν έννομο συμφέρον από την ευνοϊκή υπέρ των εναγόντων έκβαση της δίκης κρίνονται αξιόπιστες. Ακόμη ο νευρολόγος ψυχίατρος Ε. Μ., ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι οι ασθένειες από τις οποίες έπασχε ήταν νόσοι που του στερούσαν τη χρήση του λογικού και την ικανότητα για λογική στάθμιση, ελεύθερο και ανεπηρέαστο προσδιορισμό της βούλησής του. Αλλά και ο διορισθείς με την 4963/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δικαστικός πραγματογνώμονας Ι. Ν., ψυχίατρος, καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην έκθεσή του έγγραφα νοσηλείας του θανόντος, ιατρικές συνταγές, ιατρικές γνωματεύσεις, βεβαιώσεις, καθώς και το ατομικό βιβλιάριο υγείας του με συνταγογραφήσεις από το 1983 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ψυχωσική συνδρομή από την οποία ο αποβιώσας έπασχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, η οποία οφείλεται στο συνδυασμό των παθήσεών του δηλαδή μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, οργανικό ψυχοσύνδρομο με ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις στη γέφυρα (εγκεφαλική νόσος), πάρκινσον (νευρολογική νόσος), είχαν προκαλέσει μεγάλη έκπτωση των νοητικών και κινητικών του λειτουργιών και συγκεκριμένα της συνείδησης, συγκέντρωσης, προσοχής, αντίληψης, μνήμης, κριτικής ικανότητας και βούλησης με συνέπεια να είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία. Εξάλλου, και ο νευρολόγος ψυχίατρος, αναπληρωτής καθηγητής νευρολογίας, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, είχε εξετάσει στις 5.4.1996 στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο τον θανόντα, μελετώντας τα σχετικά με την μετέπειτα πορεία του ασθενούς ιατρικά έγγραφα στην από 29.9.2005 ιατρική γνωμοδότησή του αναφέρει ότι ο ανωτέρω, λόγω της νόσου από την οποία έπασχε "ψυχωσική συνδρομή-εγκεφαλοαγγειακή βλάβη", η οποία είναι ψυχικής και νευρολογικής φύσεως αλλά και εξ αιτίας της μακράς σε χρόνο θεραπευτικής αγωγής, στην οποία υποβαλλόταν με τη λήψη ισχυρών ψυχοφαρμάκων τουλάχιστον από το 1996 που τον εξέτασε, δεν είχε στέρεο λογικό και δυνατότητα στοιχειώδους ευθυκρισίας και βούλησης. Η αντίθετη εκδοχή, την οποία προβάλλουν οι εναγόμενοι, ότι δηλαδή ο αποβιώσας είχε τη δυνατότητα χρήσεως του λογικού, συνείδηση των πράξεών του, την οποία υποστηρίζει στη σχετική έκθεσή του ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων Σ. Δ. και στην κατάθεσή του ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Π. Ζ., ψυχίατρος στο ΙΚΑ …, δεν είναι ικανές να στηρίξουν διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι, όταν ο τελευταίος στις 10.4.1996 τον εξέτασε στα ιατρεία του ΙΚΑ, διέγνωσε "αγχώδη κατάθλιψη, φοβική συμπτωματολογία, θυμική διαταραχή". Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η πιο πάνω κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντος, που επικαλούνται οι ενάγοντες κληρονόμοι του, με σαφήνεια προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία (πώληση), την κατάρτιση της οποίας, όπως προεκτέθηκε οι αντισυμβαλλόμενοι αγοραστές δεν τους γνωστοποίησαν, παρά τη σοβαρότητα της σχετικής πράξης και της κατάστασης της υγείας του πωλητή, την οποία γνώριζαν δεδομένου ότι ο αποβιώσας κανένα απολύτως λόγο δεν είχε για να προβεί στην πώληση του μοναδικού του περιουσιακού στοιχείου και πιο συγκεκριμένα δεν είχε πρόθεση "αποκλήρωσης" των τέκνων του και καμία οικονομική ανάγκη, αφού η μηνιαία σύνταξή του ανερχόταν στο ποσό των 1300 € περίπου, ενώ είχε δωρεάν πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από τον ασφαλιστικό του φορέα. Εξάλλου η αγοραία αξία της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ενόψει και της ηλικίας του ανωτέρω πωλητή, κατά το χρόνο σύναψης της συμβάσεως ανερχόταν στο ποσό των 50.000 € τουλάχιστον δηλαδή ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από το συμφωνηθέν και φερόμενο ως καταβληθέν σε μετρητά τίμημα των 8.600.000 δρχ. ήδη 25.238 €, δεδομένου ότι τούτο βρίσκεται στην περιοχή …, όπου η ζήτηση μικρών διαμερισμάτων, όπως είναι το πωληθέν, για αγορά ή μίσθωση είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Σημειωτέον ότι οι προαναφερόμενοι αγοραστές, τέσσερα έτη αργότερα (22.12.2005) φέρεται να πωλούν το ίδιο ακίνητο στον τρίτο εναγόμενο αντί τιμήματος 65.000 €, σχεδόν τριπλάσιο δηλαδή από εκείνο που το αγόρασαν, αύξηση που με σαφήνεια φανερώνει ότι το συμφωνηθέν τίμημα δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική αγοραία αξία του επιδίκου. Μετά από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο αποβιώσας Ι. Τ. κατά το χρόνο (27.10.2001) σύνταξης της επίμαχης δικαιοπραξίας (πώληση) ήταν ανίκανος, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ, για την κατάρτισή της, καθόσον δεν τελούσε σε διαύγεια πνεύματος, διανοητική και ψυχική ισορροπία, έτσι ώστε να είναι σε θέση με πλήρη συνείδηση και υπό συνθήκες πνευματικής νηφαλιότητας να μπορεί να σταθμίζει λογικά και φυσιολογικά τα πράγματα, να προσδιορίζει την αληθινή και πραγματική βούλησή του και να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της παραπάνω σύμβασης, όπως συμβαίνει με ένα υγιή άνθρωπο και η απόφασή του να πωλήσει το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο δεν ήταν απόφαση ενός φυσιολογικού και λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου, η δε ως άνω κατάσταση της υγείας του, όπως ήδη έχει αναφερθεί, σαφώς προκύπτει από την ίδια την δικαιοπραξία, προϋπόθεση αναγκαία, σύμφωνα με την περ. 3 της παρ. 2 του προαναφερομένου άρθρου, για να απαγγελθεί η ακυρότητά της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη σύμβαση πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη (άρθρο 180 ΑΚ)". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και αναγνώρισε ως άκυρη την από τον κληρονομηθέντα από τους αναιρεσιβλήτους πατέρα τους σύμβαση πωλήσεως προς τους αναιρεσείοντες του επίδικου διαμερίσματος πολυκατοικίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 131 Α.Κ. που εφάρμοσε, καθ' οσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα αναφέρονται: 1)Ως προς τον πατέρα των αναιρεσιβλήτων και κληρονομηθέντα εξ αδιαθέτου από αυτούς Ι. Τ. ότι έπασχε από το έτος 1985 από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και επί πλέον από το έτος 1996 από οργανικό ψυχοσύνδρομο με ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις στη γέφυρα, αγχώδη κατάθλιψη, φυσική συμπτωματολογία και θυμική διαταραχή, λαμβάνοντας για μακρό χρονικό διάστημα ψυχοφάρμακα, λόγω δε αυτής της ψυχοδιανοητικής διαταραχής του, που υπήρχε και κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως προς τους αναιρεσείοντες της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου αυτού περιοριζόταν αποφασιστικά η λειτουργία της βουλήσεώς του. 2)Τα περιστατικά από τα οποία προέκυπτε και από την ίδια τη δικαιοπραξία ο εξαιτίας ψυχοδιανοητικής διαταραχής αποφασιστικός περιορισμός της λειτουργίας της βουλήσεως του δικαιοπρακτήσαντος κληρονομουμένου πατέρα των αναιρεσιβλήτων Ι. Τ. και μείωναν σημαντικά την ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, καθιστώντας αυτόν ανίκανο προς δικαιοπραξία, δηλαδή: α)αναφέρεται ως συμφωνημένο τίμημα πωλήσεως του ακινήτου το ποσό των 25.238 ευρώ, ενώ η πραγματική (αγοραία) αξία του ήταν σχεδόν διπλάσια (50.000 ευρώ). β)αναφέρεται ότι το συμφωνημένο τίμημα καταβλήθηκε στον πωλητή, ενώ αυτός δεν το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό ούτε το αξιοποίησε (ή το διέθεσε) με κάποιο τρόπο και γ)συνιστούσε η πώληση του ως άνω ακινήτου, το οποίο αποτελούσε το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του πωλητή, παραγκωνισμό των αναιρεσιβλήτων τέκνων του, με τους οποίους συνοικούσε και διατηρούσε εξαιρετικά αγαθές σχέσεις και 3) Η με την ένδικη αγωγή, εντός 5ετίας από την επαγωγή στους αναιρεσείοντες της κληρονομίας του πωλητή προσβολή της πωλήσεως για τον ανωτέρω λόγο. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Εξάλλου, εφόσον με τις ανωτέρω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου αιτιολογείται επαρκώς η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 131 παρ.1 και 2 περίπτωση γ' του Α.Κ., οι πλεοναστικώς περιλαμβανόμενες αναφορές και σε άλλα περιστατικά που δεν προκύπτουν από την ίδια την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία, αλλά εκφέρονται προς ενίσχυση της κρίσης του για τη συνδρομή λόγου ακυρότητας της δικαιοπραξίας, δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο αντίθετος πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ. 11/1996), όπως και όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.ΑΠ 2/1989). Με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγομένων ότι ο πωλητής του επίδικου ακινήτου, πατέρας των αναιρεσιβλήτων παρακράτησε υπέρ αυτού την επικαρπία του εν λόγω ακινήτου και μεταβίβασε μόνον την ψιλή κυριότητά του. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και δεν συγκροτεί ένσταση αναβλητική ή διακωλυτική ή ανατρεπτική του αγωγικού δικαιώματος, ώστε να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά συνιστά λογικό επιχείρημα και αποβαίνει γι'αυτό αλυσιτελής. Επομένως το Εφετείο, με το να μην απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος. Εξάλλου ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ. Πολ. Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη των εναγόντων, την 62/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Ι.Ν., την από 10-4-2004 έκθεση του ψυχιάτρου Σ.Β., την από 29-9-2003 ιατρική γνωμοδότηση του νευρολόγου-ψυχιάτρου Β.Μ. και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες: α)…/2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Καϊάφα, β)…/2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ. Γαλούση, γ)…/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Ζωγράφου, δ)…/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σταυροπούλου, ε)…/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Μίχου. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δικ. τρίτος κατά το οικείο μέρος του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε την ανικανότητα του πωλητή του επίδικου ακινήτου προς δικαιοπραξία, αφού το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα. Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ.11α του Κ.Πολ.Δικ. τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο ανεπιτρέπτως έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και ιατρικές γνωματεύσεις ως προς τη διανοητική και ψυχική υγεία του πωλητή του ακινήτου, ενώ έπρεπε να σχηματίσει την κρίση του από περιστατικά που προέκυπταν από την ίδια τη δικαιοπραξία, έχει εσφαλμένη λογική αφετηρία, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι κατά πλεονασμό περιλαμβανόμενες στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορές, προς ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου, ότι με την πώληση του ακινήτου με τίμημα ίσο με το ήμισυ της αγοραίας αξίας του, καταδεικνύεται ο λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής αποφασιστικός περιορισμός της λειτουργίας της βούλησης του πωλητή και η εξαιτίας αυτής ανικανότητά του προς δικαιοπραξία, δεν στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-7-2009 αίτηση των Γ. και Ι. Α. για αναίρεση της 1082/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβολή δικαιοπραξίας μη χαριστικής του κληρονομουμένου λόγου ψυχοδιανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (131 παρ. 2 εδ. γ΄ ΑΚ) και προκύπτει από την ίδια την δικαιοπραξία επαρκείς αιτιολογίες Εφετείου. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 272/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 18-11-2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 903/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 11680/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την 9566Β/19-7-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου δηλώνει λεκτικά και νοηματικά, ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη. Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ.1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση (Ολ.ΑΠ 23/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή αυτού προς απαγγελία προσωπικής κρατήσεως του αναιρεσείοντος-εναγομένου για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως από εμπορικά χρέη του προς τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σε εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν στη … κατά το χρονικό διάστημα από 3-12-2003 έως 20-4-2004 μεταξύ του εκκαλούντος-ενάγοντος και του εφεσίβλητου-εναγομένου, ο πρώτος πώλησε και παρέδωσε στον τελευταίο ποσότητα 32.426 φερμουάρ, εκδοθέντων προς τούτο των σχετικών 28 τιμολογίων - δελτίων αποστολής, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου και του νομίμου ΦΠΑ, 11.720,17 ευρώ. Το παραπάνω τίμημα δεν καταβλήθηκε από τον εναγόμενο και ο τελευταίος, υποχρεώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, να το καταβάλει στον ενάγοντα νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, κατά δε το μέρος αυτό δεν προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση με λόγο έφεσης. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο των επίδικων συναλλαγών ο εναγόμενος ήταν έμπορος, αφού ασκούσε κατά το χρόνο αυτό κατά κύριο επάγγελμα πράξεις εμπορικές και δη ασκούσε εμπορία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων, διατηρών βιοτεχνία επί της οδού ... στους …, στη … . Η επίδικη δε απαίτηση του ενάγοντος προέκυψε από τη δραστηριότητα αυτή του εναγομένου, καθόσον η ποσότητα των 32.426 φερμουάρ που αγόρασε από τον ενάγοντα, χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της εμπορίας του, ήτοι την παραγωγή ετοίμων ενδυμάτων προκειμένου να τα μεταπωλήσει σε τρίτους με κέρδος. Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον ενάγοντα εκδοθέντα στο όνομα του εναγομένου τιμολόγια-δελτία αποστολής, επί των οποίων στη θέση ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ αναγράφεται βιοτεχνία ενδυμάτων, η εμπορική του έδρα και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του, σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η οποία ρητά αναφέρει: "τα χρησιμοποίησε τα εμπορεύματα που πήρε". Άλλωστε και από τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), η προαναφερόμενη αγορασθείσα από τον εναγόμενο ποσότητα φερμουάρ (32.426), προφανώς χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της εμπορίας του. Ο εναγόμενος-εφεσίβλητος βέβαια, προς αντίκρουση της έφεσης, διατείνεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 527 παρ.α ΚΠολΔ), ότι ουδέποτε απέκτησε την εμπορική ιδιότητα, ότι κατά το χρόνο των επίδικων συναλλαγών την εμπορία ασκούσε στο όνομά του ο πατέρας του και ότι ο ίδιος από 1-4-1999 μέχρι σήμερα εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση "Γ. Π. Α. ΑΕΤΒΕ". Ο ισχυρισμός αυτός όμως και αληθής υποτιθέμενος δεν αναιρεί την εμπορική του ιδιότητα, αφού έμπορος είναι τόσο ο φαινόμενος όσο και ο υποκρυπτόμενος από αυτόν. Πρέπει μάλιστα να αναφερθεί ότι ο εφεσίβλητος με την υπ' αριθμ. 12042/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία διαδικασία), αφού διαγνώστηκε η εμπορική του ιδιότητα, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, εν συνεχεία δε με την υπ' αριθμ 3434/2007 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της άνω πτώχευσης ελλείψει ενεργητικού, το δικαστήριο δε αποφάνθηκε ότι ο παραπάνω πτωχός είναι μη συγγνωστός. Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται επικουρικά, κατ' ένσταση, ότι η μη πληρωμή της οφειλής του οφείλεται σε απόλυτη και πραγματική οικονομική του αδυναμία και όχι σε δυστροπία του. Από την επισκόπηση της προαναφερόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-3-2007 και δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, αποδεικνύεται ότι ως χρόνος παύσης των πληρωμών ορίστηκε η 29-3-2005. Ως εκ τούτου για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 3-12-2003 έως 20-4-2004, που συναλλάχθηκε με τον ενάγοντα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός (εναγόμενος) βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία προς εκπλήρωση της οφειλής του, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασής του. Με δεδομένο δε ότι το πτωχευτικό δικαστήριο τον κήρυξε μη συγγνωστό, δεν απαλλάσσεται κατά την άσκηση εναντίον του των ατομικών καταδιώξεων των πτωχευτικών πιστωτών, από την προσωπική κράτηση (άρθρο 634 εδ. 2 Ε.Ν.)". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως κατά του αναιρεσείοντος-εναγομένου για το επίδικο εμπορικό του χρέος, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 11 του ν. 2462/1997 και 1047 παρ.1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., καθ' όσον συνέτρεχαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων, ήτοι: α) Η εμπορική ιδιότητα του αναιρεσείοντος, λόγω της κατά κύριο επάγγελμα ασκήσεως εμπορικών πράξεων κατασκευής ενδυμάτων, β) Η για τις ανάγκες του εμπορίου του αναιρεσείοντος αγορά υλικών (φερμουάρ) κατασκευής των ενδυμάτων από τον αναιρεσίβλητο, αξίας 11.720 ευρώ και γ) Η από δυστροπία του αναιρεσείοντος και όχι από οικονομική αδυναμία του μη καταβολής της οφειλής του προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο αντίθετος πρώτος από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός δεν προβλέπεται για αποφάσεις των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων (βλ. αρθρ. 560 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-9-2009 αίτηση του Σ. Ρ. για αναίρεση της 11680/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσωπική κράτηση για εμπορικά χρέη από δυστροπία και όχι οικονομική αδυναμία δεν συνιστά προσβολή προσωπικότητας και παράβαση άρθρ. 11 Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα ( ν. 2662/97 )
null
null
0
Αριθμός 270/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεμιστοκλή Μερσίνη. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Θ. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χαράλαμπου Κάπου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1012/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3063/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/8/2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη . ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 562 παρ.2, 566 παρ.1 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι όταν η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκαν κατ' ουσία βάσιμοι ή αβάσιμοι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως ή ισχυρισμού), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού. Εξάλλου, δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, και με τους πέντε λόγους αναίρεσης, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο απ' αυτούς, και του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου με τον τρίτο λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατ' ευθεία και εκ πλαγίου (χωρίς νόμιμη βάση) παραβίασε τα άρθρα 8 εδ.β ν.3198/1955,6 παρ. 1 ν. 2112 /1920, 281ΑΚ, με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, να επιδικάσει για αποζημίωση λόγω λύσεως, με παραίτηση που αποδέχθηκε αυτή (αναιρεσείουσα), της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 18 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της, το ποσό των 40.939,44 Ευρώ, και να απορρίψει κατ' ουσίαν τον υπό της αναιρεσείουσας προβληθέντα ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της ως άνω αγωγής. Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθενται ελάχιστα στοιχεία του πραγματικού μέρους της υποθέσεως καθώς και διάφορες νομικές σκέψεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, δεν παρατίθεται καμία απολύτως ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει την φερομένη ως λανθασμένη κρίση του. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση, όλοι οι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-8-2009 αίτηση για αναίρεση της 3063/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές. Υπάλληλος τράπεζας. Συνδέεται με αυτή με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν όμως υπάρχει κανονισμός που προβλέπει την αποχώρηση του υπαλλήλου με συγκατάθεση της τράπεζας τότε η σύμβαση ορισμένου χρόνου τρέπεται σε τέτοια αορίστου χρόνου. Ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Για το παραδεκτό των λόγων αυτών πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.
null
null
0
Αριθμός 273/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αβαρκιώτη. Της αναιρεσιβλήτου: Ο. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γκλεγκλέ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Φεβρουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6472/2007 μη οριστική, 2084/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 431/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Μαΐου 2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 148/1991, 311/1985). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, την 4/2008 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την από 7-1-2008 τεχνική έκθεση και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του γεννηθέντος από την τελευταία, κατά τις 5-1-2005, τέκνου, το περιλαμβανόμενο μεταξύ της 300ης και της 180ης ημέρας πριν από τον τοκετό, ήλθε αυτή σε σαρκική συνάφεια με τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο και τεκμαίρεται γι' αυτό η πατρότητα του, ο δε αντίθετος πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1481 εδ. α' του Α.Κ., όπως ισχύει με το ν. 1329/1983 "η πατρότητα τεκμαίρεται, αν αποδειχθεί ότι αυτός, για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης". Κατά το άρθρο 1482 του Α.Κ. "το τεκμήριο του προηγούμενου άρθρου ανατρέπεται, αν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα". Κατά το άρθρο 1468 του Α.Κ. "κρίσιμο διάστημα της σύλληψης θεωρείται το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή και στην εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο της μητέρας του αρκεί να αποδειχθεί (ότι ο εναγόμενος ήρθε σε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα του τέκνου κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ των 180 και 300 ημερών προ του τοκετού. Η ανατροπή του τεκμηρίου του άρθρου 1481 εδ. α' Α.Κ. επέρχεται ύστερα από σχετική ένσταση του εναγομένου, όταν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα, όπως συμβαίνει όταν ο φερόμενος ως πατέρας εστερείτο της ικανότητας προς τεκνοποίηση ή η μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως είχε σαρκική επαφή με περισσότερους άνδρες ή ήταν έγγαμη, όχι όμως και όταν ο φερόμενος ως πατέρας είχε αμφιβολίες για την πατρότητα του τέκνου εξαιτίας της ηθικώς αξιόμεμπτης συμπεριφοράς της μητέρας κατά ή πριν από το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, αν τέτοια και μόνον διαγωγή της μητέρας δεν ήταν ικανή, κατά τους κανόνες της κοινής λογικής και εμπειρίας, να αποτρέψει ή αποκλείσει την από αυτόν (φερόμενο ως πατέρα) σύλληψη του τέκνου, αφού άλλωστε, μετά τον ν. 1329/1983 δεν ισχύει πλέον η ένσταση του ακολάστου βίου της μητέρας, κατά το άρθρο 1543 Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε προ της κατά τα ανωτέρω αντικαταστάσεως του, η προβολή της οποίας ενστάσεως καθιστούσε απαράδεκτη την αγωγή. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2048/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της πατρότητας του αναιρεσείοντος ως προς το γεννηθέν από εκείνη εκτός γάμου τέκνο, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η γνωριμία των διαδίκων συνέβη αρχές Μαρτίου έτους 2002 στο νυκτερινό κέντρο "House of Art" όπου ο εναγόμενος τραγουδούσε, πολύ σύντομα όμως η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση, η ερωτική δε συνεύρεση αυτών ελάμβανε χώρα μόνο στην οικία της ενάγουσας για το λόγο ότι ο εναγόμενος ήταν γνωστός, ως εκ της καλλιτεχνικής του ιδιότητος, επιπλέον δε είχε ήδη δημιουργήσει οικογένεια με δύο ενήλικα τέκνα. Από τις ερωτικές σχέσεις των διαδίκων η ενάγουσα στις 5-1-2005 έτεκε ένα άρρεν τέκνο, το οποίο έλαβε το όνομα Ά.-Ν.. Όταν η ενάγουσα διαπίστωσε την κατάσταση εγκυμοσύνης, στην οποία είχε περιέλθει, ενημέρωσε σχετικά τον εναγόμενο, συμφώνησαν δε μετά τη γέννηση να προχωρήσει ο εναγόμενος σε αναγνώριση του τέκνου της με συμβολαιογραφική πράξη. Έτσι, οι διάδικοι συνέχισαν τον ερωτικό τους δεσμό, μετά δε τη γέννηση του ανηλίκου ο εναγόμενος επισκεπτόταν την ενάγουσα και το τέκνο της στην οικία της τελευταίας, πλην όμως, επειδή ο εναγόμενος δεν προέβαινε στη διαδικασία αναγνώρισης του ανηλίκου, η ενάγουσα άρχισε να οχλεί τον εναγόμενο όπως προβεί σ' αυτήν (αναγνώριση). Όμως, ο εναγόμενος έχοντας, προφανώς, μεταβάλει γνώμη έπαυσε να επισκέπτεται την ενάγουσα και απέφευγε να απαντά στις τηλεφωνικές της κλήσεις, οπότε η τελευταία προέβη κατά μήνα Φεβρουάριο του 2006 στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Ισχυρίστηκε ο εναγόμενος (τον ισχυρισμό του δε αυτόν τον επαναφέρει ως λόγο εφέσεως), ότι αυτός συνευρέθη ερωτικά με την εναγομένη μόνο μία φορά, ήτοι στη 1-6-2004, ημερομηνία, όμως, που περιλαμβάνεται στο κρίσιμο χρονικό διάστημα συλλήψεως από 11-3-2004 (300η ημέρα πριν από τον τοκετό) έως και 9-7-2004 (180ή ημέρα πριν από τον τοκετό). Έτσι, λοιπόν, μετά τη συνεχιζόμενη αδιαφορία του εναγομένου και εντεύθεν την άσκηση της ένδικης αγωγής, ως ήδη, ελέχθη, διατάχθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (2048/2007) η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον ιατρό-γενετιστή Κ. Π. στο Διαγνωστικό Κέντρο Γενετικής, ο οποίος στην υπ' αριθμ. 4/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία διενήργησε κατόπιν λήψεως δειγμάτων αίματος από τους διαδίκους και το τέκνο και της αναλύσεως αυτών με την μέθοδο DΝΑ (μέθοδος πολυμορφικών συστημάτων) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος έχει κοινούς πολυμορφισμούς με το εξεταζόμενο παιδί και η πιθανότητα πατρότητας (W) είναι 99,999%. Το ποσοστό αυτό πιθανότητας είναι τόσο υψηλό, ώστε εγγίζει το όριο της πλήρους βεβαιότητας και από πλευράς αποδεικτικής αξίας ισοδυναμεί με πλήρη απόδειξη πατρότητας. Περαιτέρω από όλα τα ως. άνω αποδεικτικά μέσα, ουδόλως προέκυψε ο καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ενάγουσα είχε κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου της σαρκική συνάφεια με άλλον άνδρα". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1481 εδ. α' του Α.Κ. και μη εφαρμογής εκείνης του άρθρου 1482 Α.Κ.. Ειδικότερα αναφέρεται: α) Η από το μήνα Μάρτιο του έτους 2002 γνωριμία των διαδίκων και η ανάπτυξη ακολούθως σε σύντομο χρόνο ερωτικών σχέσεων μεταξύ αυτών, από τις οποίες γεννήθηκε στις 5-1-2005 το τέκνο της αναιρεσίβλητης και τις οποίες αυτοί συνέχιζαν και μετά την κυοφορία και τη γέννηση του τέκνου, με την υπόσχεση του αναιρεσείοντος ότι θα αναγνώριζε εκουσίως το τέκνο, β) Η βεβαιότητα ότι πατέρας του τέκνου είναι ο αναιρεσείων τόσο επειδή κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως του τέκνου, το περιλαμβανόμενο, μεταξύ της 300ης και της 180ης ημέρας προ του τοκετού οι διάδικοι είχαν ήδη από μακρού χρόνου και συνέχιζαν να έχουν ερωτικές σχέσεις, ερχόμενοι σε σαρκική συνάφεια στην οικία της αναιρεσίβλητης, γεγονός το οποίο εν μέρει ομολογεί και ο αναιρεσείων για μία ερωτική συνεύρεση τους στις 9-6-2004, όσο και επειδή ανάλογο περίπου συμπέρασμα διατυπώνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατόπιν λήψεως δειγμάτων αίματος των διαδίκων και του τέκνου και αναλύσεως τούτων με τη μέθοδο του DΝΑ (πολυμορφικών συστημάτων), κατά την οποία η συχνότητα επανάληψης των μολυμορφισμών στο αίμα του αναιρεσείοντος και του τέκνου προσδίνει την πιθανότητα πατρότητας του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό 99,999%, μέχρι το οποίο μπορούσε να προσεγγίσει η επιστημονική αυτή μέθοδος που εφαρμόσθηκε. 3) Η μη απόδειξη του κατ' ένσταση, προβληθέντος πρωτοδίκως και κατ' έφεση από τον αναιρεσείοντα, καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού του, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως του τέκνου, ήλθε σε σαρκική συνάφεια με άλλον άνδρα. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ.) είναι απαράδεκτος (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης. ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997). Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης με ακριβέστερη επιστημονική μέθοδο και λόγω υπονοιών μεροληψίας του πραγματογνώμονα. Επομένως ο προβαλλόμενος τρίτος και τελευταίος από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-5-2010 αίτηση του Π. Ι. Α. για αναίρεση της 431/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναγνώριση πατρότητας εξώγαμου τέκνου (1481 – 1482 ΑΚ) συνεύρεση στο κρίσιμο διάστημα συλλήψεως και εξακρίβωση με εξέταση DNA . Επαρκής αιτιολογία Εφετείου.
null
null
0
Αριθμός 268/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου R. A. του A., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιδέρη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 585/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Γιαννιτσών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Γιαννιτσών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1260/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προσκείμενη αίτηση αναίρεσης, για τους υπό στοιχεία Α και Γ λόγους, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του λόγω παραγραφής, παρελθούσης οκταετίας και πλέον από της τελέσεως, της σε βάρος του αποδιδομένης σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρουμένης αξιόποινης πράξης, σύμφωνα με τα άρθρα 111-113 ΠΚ και 370β ΚΠΔ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... 2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Περαιτέρω, κατά τις παρ.1α και 6 του άρθρου 20 του ίδιου ν. 2523/1997, "1. Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω ... 6. Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος". Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει, πλην άλλων, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Στην περίπτωση δε κατά την οποία η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου, σύμφωνα με τη δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (ή το Δικαστήριο) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν. Εξάλλου, πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά εξ' αυτών κατ' επιλογή. Η δε υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Βεβαίως το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιό αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην, όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλόμενη με αριθμ. 585/2010 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ειδικότερα, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, R. A., τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, έχοντας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του Σεπτεμβρίου του 2002, την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "ICO PLASTIK HELLAS ΕΠΕ", στα ..., κατά τη διάρκεια του έτους 2002, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, τέλεσε το έγκλημα της φοροδιαφυγής αποδεχόμενος εικονικά φορολογικά στοιχεία και συγκεκριμένα, ο παραπάνω κατηγορούμενος με την ιδιότητα του εταίρου, διαχειριστή και εκπροσώπου, της εταιρίας "ΙCO PLASTIC ΕΠΕ", που εδρεύει στα ..., με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία πλαστικών βαρελιών, πλαστικών υλών και εμπορία και μεταποίηση, προέβη στην αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για τη χρήση οικονομικού έτους 2002 και ειδικότερα: 1)Την 30-09-2002 το υπ' αριθμ. θεώρησης 6/30-09-2002 τιμολόγιο πώλησης συνολικής αξίας 1.700.000 ευρώ, με τα αντίστοιχα υπ' αριθμ. θεώρησης α)03/17-09-2002, β)04/17-09-2002, γ)05/17-09-2002, 5)06/17-09-2002, ε)07/17-09-2002, στ)08/17-09-2002, ζ)09/17-09-2002 και η)10/17-09-2002 δελτία αποστολής, εκδόσεως της εταιρίας "ΤRIULZI ENGINEERING SRL" για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, 2.Την 17-09-2002 διεθνή φορτωτικά έγγραφα (C.Μ.R), σε οκτώ (8) περιπτώσεις, εκδόσεως της εταιρίας "ROCCA AMEDEO & F.S.N.C.", άνευ αξίας και, συγκεκριμένα με ημερομηνία α) 17-09-2002, β) 17-09-2002, γ) 17-09-2002, δ) 17-09-2002, ε) 17-09-2002, στ) 17-09-2002, ζ) 17-09-2002 και η) 17-09-2002, κατά την έννοια των ανύπαρκτων συναλλαγών. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του εν λόγω κατηγορουμένου διαμορφώθηκε, μεταξύ άλλων στοιχείων, ιδίως από την από 15.7.2005 έκθεση ελέγχου της ΣΔΟΕ, η οποία αιτιολογημένα αναφέρεται στην εικονικότητα των επίδικων τιμολογίων, και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Χ. Κ., ο οποίος ανέφερε ότι προκειμένου για τη διαπίστωση ή μη της εικονικότητας των επίμαχων τιμολογίων ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές η συνδρομή των αντίστοιχων ιταλικών αρχών, οι οποίες απάντησαν καταφατικά περί της εικονικότητας αυτών (τιμολογίων) και συγκεκριμένα ότι διαπιστώθηκε από τις ως άνω αλλοδαπές αρχές ότι τα εν λόγω τιμολόγια αφορούσαν σε συναλλαγή που δεν πραγματοποιήθηκε και επίσης (κατέθεσε ο ίδιος μάρτυρας) ότι την εικονικότητα αυτών αποδέχθηκε, ερωτηθείς σχετικά, και ο 2ος κατηγορούμενος. Η κρίση, εξάλλου, περί της εικονικότητας των επίδικων τιμολογίων επιβεβαιώθηκε και από την μάρτυρα υπερασπίσεως, Ά. Μ., η οποία, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, επανειλημμένα κατέθεσε ότι δεν υπήρξε αιτία για την έκδοση των ανωτέρω τιμολογίων και ότι αυτά περιήλθαν στις εγκαταστάσεις της εταιρίας "ICO PLASTIK HELLAS ΕΠΕ" με ταχυδρομική αποστολή, εντός φακέλου, στοιχείο το οποίο, επίσης, ανέφερε και ο ως άνω μάρτυρας κατηγορίας αλλά και ο ίδιος ο 2ος κατηγορούμενος ενώπιον των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών (βλ. κατάθεση μάρτυρα Χ. Κ.). Αναφορικά με τον 1° κατηγορούμενο, το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το αν αυτός γνώριζε για την έκδοση και αποδοχή των αναφερόμενων στο κατηγορητήριο εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενόψει του ότι αφενός μεν, όπως προέκυψε από τα υπάρχοντα στη δικογραφία ως άνω μνημονευόμενα έγγραφα, η είσοδος αυτού στην εταιρία "ICO PLASTIK HELLAS ΕΠΕ" ολοκληρώθηκε τυπικά στις 4.12.2002, ενώ τα φερόμενα ως εικονικά τιμολόγια εκδόθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της εν λόγω εισόδου, ήτοι κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002, αφετέρου δε, όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, συναλλασσόμενος για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας ήταν ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν είχε ούτε επί της ουσίας οποιαδήποτε εμπλοκή -σχέση με την έκδοση και αποδοχή των επίδικων εικονικών τιμολογίων" Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της φοροδιαφυγής( αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων) κατ' εξακολούθηση, ήτοι της παραβάσεως των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 98 του Π.Κ, και 19 παρ.1, 4 και 20 παρ.1α του Ν. 2523/1997. Το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Κ., υπαλλήλου του ΣΔΟΕ, της Ε. Π. υπαλλήλου της ΥΠ.Ε.Ε της Π. Δ Κεντρικής Μακεδονίας και της Ά. Μ., στο σύνολό τους και όχι αποσπασματικά όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Πράγματι, όσον αφορά την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Κ., από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, την στήριξε στο σύνολο της καταθέσεώς του μάρτυρα αυτού και όχι μόνο στο σημείο εκείνο, όπου γίνεται αναφορά στην εικονικότητα του υπ' αριθμ. 6/30-9-2002 τιμολογίου και των σχετικών δελτίων αποστολής, για την οποία ζητήθηκε η συνδρομή των Ιταλικών αρχών. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε το τμήμα της καταθέσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο υπήρχε το ενδεχόμενο, να προϋπήρχε του επίμαχου μηχανήματος το οποίο είχε εισαχθεί από την Ιταλία το έτος 2002, άλλο μηχάνημα, το οποίο είχε εισαχθεί από την ίδια χώρα το έτος 2001, για λογαριασμό της εταιρείας MARVI PLAST και το οποίο στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε στην εταιρεία "ICO PLASTIC HELLAS", είναι αβάσιμος. Τούτο γιατί, το δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου στο σύνολο της κατάθεσής του, και δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και το τμήμα αυτό της κατάθεσης του άνω μάρτυρα ή όσα άλλα περιστατικά κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός. Το ότι το δικαστήριο έδωσε έμφαση στο σημείο της καταθέσεώς του σχετικά με την εικονικότητα του επίμαχου τιμολογίου, δεν σημαίνει ότι έλαβε υπόψη του μόνο το γεγονός αυτό και ότι απέκλεισε οτιδήποτε άλλο ευνοϊκό για τον αναιρεσείοντα στοιχείο. Επίσης, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Π., υπαλλήλου της ΥΠΕΕ της ΠΔ. Κεντρικής Μακεδονίας, και της μάρτυρα υπερασπίσεως Ά. Μ., στο σύνολό τους και όχι αποσπασματικά όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων. Πράγματι, η μάρτυρας Ε. Π., κατά την εξέτασή της στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα πρακτικά της δίκης εκείνης που αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός των άλλων κατέθεσε ότι η αγοραπωλησία του επίμαχου μηχανήματος δεν έγινε το έτος 2002, αλλά το 2001. Αλλά και η μάρτυρας υπεράσπισης Ά. Μ., μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι η αγοραπωλησία του συγκεκριμένου μηχανήματος από την εταιρεία "ICO PLASTIC HELLAS ΕΠΕ" με την ιταλική εταιρεία έγινε το 2001, καθώς και ότι τα δελτία αποστολής μαζί με το μηχάνημα ήρθαν τον 9/2001, και ότι το τιμολόγιο κόπηκε τον Σεπτέμβριο του 2002. Αυτό το γεγονός όμως, που κατέθεσε η καθεμία από τις μάρτυρες αυτές, ότι δηλαδή η αγοραπωλησία του συγκεκριμένου μηχανήματος πραγματοποιήθηκε το έτος 2001 και όχι το έτος 2002, όπως δέχθηκε η απόφαση και ως εκ τούτου ότι το υπ' αριθμό 6/2002 τιμολόγιο αγοράς δεν είναι εικονικό, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο έκανε επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων ή ότι δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο της καταθέσεως των μαρτύρων αυτών. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ του ίδιου Κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, σε απαντητικό έγγραφο των Ιταλικών Αρχών, του οποίου όμως, δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα και το οποίο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, καθώς και στα υπ' αριθμ. 4, 5, 6, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 κατά αύξοντα αριθμό αναφερόμενα στον κατάλογο αναγνωστέων εγγράφων, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων, (χρονολογία εκδόσεως, ο εκδότης τους, ο αριθμός πρωτοκόλλου κλπ). Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του και καταδίκη του αναιρεσείοντος και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέροντα στα πρακτικά της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς ... 4) οκτώ (8) δελτία αποστολής, 5) οκτώ (8) διεθνή φορτωτικά έγγραφα (C.M.R), 6) μία (1) έκθεση ελέγχου, 9) μια (1) φωτογραφία, 10) δυο (2) προσπέκτους, 11) δυο (2) καρτέλες προμηθευτή, 12) έγγραφο της ALPHA BANK", 13) έγγραφα της Εμπορικής BANK, 14) έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς". Με την κατά τον τρόπο αυτό καταχώρηση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, για την ανάγνωση των οποίων άλλωστε ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, και ούτε ήταν αναγκαία οποιαδήποτε άλλη αναφορά σχετική με πρόσθετα στοιχεία αυτών, όπως του συντάκτη τους, ή του τόπου και του χρόνου εκδόσεώς τους, αφού με την ανάγνωσή τους προσδιορίστηκε η ταυτότητά τους και κατά το περιεχόμενό τους, οπότε ο αναιρεσείων είχε την δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Όσον αφορά δε την αιτίαση ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί της ενοχής του σε απαντητικό έγγραφο των Ιταλικών αρχών, που δεν αναγνώσθηκε, από τα πρακτικά της δίκης τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η σχετική αναφορά από το μάρτυρα κατηγορίας Χ. Κ., κατά την κατάθεσή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν διευκρινιστική της εικονικότητας του επίμαχου τιμολογίου και όχι ότι το δικαστήριο στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στο απαντητικό έγγραφο των Ιταλικών αρχών. Ως εκ τούτου, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Παραβίαση όμως της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των πιο πάνω μαρτυρικών αυτού καταθέσεων, και όχι με την αξιοποίηση όσων ό ίδιος, μη εξεταζόμενος κατά την προδικασία, αποκάλυψε εκουσίως, σε τρίτους, οι οποίοι και δεν κωλύονται να καταθέσουν, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, ότι γνωρίζουν σχετικώς. Παραβίαση της πιο πάνω αρχής δύναται να επέλθει και όταν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα, τα οποία μεταφέρουν στο Δικαστήριο το περιεχόμενο της προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου, όχι όμως και όταν τα πρόσωπα αυτά απλώς έλαβαν γνώση της εν λόγω καταθέσεως και καταθέτουν περιστατικά, τα οποία δεν έχουν την κατάθεση αυτήν ως αποκλειστική πηγή γνώσεως. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, αξιοποίησε σε βάρος του την κατάθεσή του, που έδωσε στα πλαίσια της διενεργούμενης από την υπηρεσία του ΣΔΟΕ προανακρίσεως, προτού αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά την εξέτασή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο μάρτυρας Χ. Κ., που ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας του ΣΔΟΕ, επικαλέσθηκε (φύλλο 8 της αποφάσεως), ότι "κλήθηκε ο κατηγορούμενος από την υπηρεσία μας και ο ίδιος κατέθεσε ότι η μεταφορά αυτή, δηλαδή του επίμαχου μηχανήματος, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και ότι το τιμολόγιο με τα δελτία αποστολής ήρθαν στην επιχείρησή του με ταχυδρομικό φάκελο". Όμως, με όσα κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, αφού όσα αυτός κατέθεσε σχετικά με την από μέρους του κατηγορουμένου αποδοχή περί της εικονικότητας του τιμολογίου, δεν είχαν αποκλειστική πηγή γνώσεως την κατάθεση του κατηγορουμένου, αλλά περιήλθαν σε γνώση του από το συνδυασμό αυτής με σειρά άλλων αποδεικτικών μέσων και στοιχείων, όπως έγγραφα ή και τις καταθέσεις των άλλων μαρτύρων. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 της αυτής διατάξεως, αν παρά την παραπάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Ο ισχυρισμός όμως, περί δεδικασμένου είναι αυτοτελής (ΑΠ 451/1987 Π.ΧΡ. Ζ 449) και πρέπει να έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας διαφορετικά η προβολή του για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1024/1996 π.Χρ. ΜΖ- 1298). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου, που κατ' αυτόν προέκυπτε από το υπ' αριθμό 3296/2005 απαλλακτικό βούλευμα του Δικαστηρίου της πόλεως Σαλέρνου της Ιταλίας. Το πρώτο μόνο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει με σχετικό λόγο αναιρέσεως τον ισχυρισμό αυτό. Ο σχετικός όμως, περί δεδικασμένου ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που προβλήθηκε το πρώτο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και, που κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα) προκύπτει από το άνω βούλευμα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και συνεπώς, ο αντίστοιχος τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για το λόγο ότι στο μεν αιτιολογικό της αποφάσεως ο αναιρεσείων φέρεται να έχει την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία ico plastic HELLAS ΕΠΕ, ενώ, στο διατακτικό φέρεται να έχει την ιδιότητα του εταίρου, διαχειριστή και εκπροσώπου της ίδιας εταιρείας, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται όχι μόνο αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης. Ο σχετικός όμως, λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο γιατί, η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου, που αναφέρεται στο αιτιολογικό, δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτή την ιδιότητα του εταίρου, διαχειριστή και εκπροσώπου της εταιρείας, που αναφέρεται στο διατακτικό, αφού, λόγω της εταιρικής μορφής της συγκεκριμένης εταιρείας, ως Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ), η ιδιότητα του εταίρου και διαχειριστή και εκπροσώπου της, ταυτίζεται με εκείνη του νομίμου εκπροσώπου της, ενώ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα της ιδιότητας του διευθύνοντος συμβούλου, που αντιστοιχεί στην ανώνυμη εταιρεία, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή από την οποία δεν δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση, που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου (583 παρ.1 Κ.Π.Δ και 176 του Κ. Πολ. Δικ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-09-2010 αίτηση του R. A. του A., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 585/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου, από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φοροδιαφυγή - αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων, β) της απόλυτης ακυρότητας ως προς την ταυτότητα των εγγράφων και ως προς την αξιοποίηση της καταθέσεως του μάρτυρα ενώπιον της υπηρεσίας του ΣΔΟΕ, προτού καταστεί κατηγορούμενος, γ) της υπάρξεως δεδικασμένου, δ) ως προς την ιδιότητα του καταδικασθέντος, ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας. Απορρίπτει την αίτηση και επιβάλλει έξοδα και υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 267/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), [που προήλθε από τη συγχώνευση των ασφαλιστικών ταμείων ΤΕΒΕ, ΤΑΕ και ΤΣΑ], που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πάνου-Κοκιασμένου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σμυρναίο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-01-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 28317/ 2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 784/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-07-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης έννομης σχέσης ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης ή έργου, καθώς και ο χαρακτηρισμός της ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, το οποίο ανεξαρτήτως από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της ή από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΑΠ (ολ.) 19/2007, 18/2006). Σε περίπτωση που τα περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν τη μία ή την άλλη έννομη σχέση, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Έτσι, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως προς το αν τα περιστατικά που δέχθηκε δεν συνιστούν την έννοια της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων αλλά της συμβάσεως έργου. Επί εσφαλμένου χαρακτηρισμού της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοσθεί και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Όταν όμως η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και της γενομένης από αυτό δεκτής έννομης συνέπειας αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά (ΑΠ (ολ) 20/2005), διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το τελευταίο δε συνάπτεται ουσιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως. Ως εκ τούτου, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2527/1997 (σε συνδυασμό με τα αρθρ. 648 και 681 του ΑΚ), με το να δεχθεί ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, ενώ αν μία σύμβαση χαρακτηρίζεται από τον νόμο ως σύμβαση έργου δεν είναι επιτρεπτός ο χαρακτηρισμός αυτής από τα δικαστήρια ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική της κρίση για τη συνδρομή των διατάξεων που εφάρμοσε και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της αποφάσεως αναφορικά με την παραβίαση των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Και αυτό πολύ περισσότερο, διότι το αναιρεσείον επικαλείται απλώς τις προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2527/1997 για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα και ειδικότερα ότι απαιτείται η έκδοση σχετικής υπουργικής αποφάσεως χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, η έλλειψη μείζονος προτάσεως δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (αρθρ. 93 παρ. 3 του Συντ.) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατ' αρθρ. 118 αρ. 4, 559 αρ. 19 και 566 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, το ζήτημα, η επίδραση που ασκεί στην έκβαση της δίκης, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι προκειμένου να καταλήξει σε απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, διέλαβε στο σκεπτικό της ότι α) "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, έκρινε την αγωγή νόμιμη κατά τα ανωτέρω αιτήματά της, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ...", β) "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου με τον οποίο υποστηρίζει ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή των διαδοχικών συμβάσεων έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε στην εκτίμηση των αποδείξεων ..." και γ) "είναι δε νόμιμη, γιατί στηρίζεται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και σε αυτές των άρθρ. 648 ..., έστω και αν δεν σωρεύεται στην αγωγή βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού ...". Με τις παραδοχές δε αυτές, χωρίς επαρκή και σαφή αιτιολογία "ως προς το σε τι συνίσταται η ελλιπής αιτιολογία" της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και "πώς συμπληρώνεται με την παρούσα", αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα οι παραδοχές του Εφετείου, ως θεμελιωτικές της κρίσης του για την παραδοχή του ουσιώδους ως άνω ζητήματος, καθώς και ιδίως οι αιτιολογίες που λείπουν από τη φερόμενη ως ανεπαρκή αιτιολογία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-7-2009 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ) για αναίρεση της 784/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομης σχέσης αποτελεί έργο του δικαστηρίου . Εσφαλμένος χαρακτηρισμός δικαιοπραξίας ιδρύει τον από το άρθρο 559αρ 1 του κΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στοιχεία λόγου αναιρέσεως από τον αρ 1 αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ 19. Στοιχεία του λόγου αυτού για να είναι ορισμένος.
null
null
0
Αριθμός 269/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Χ. του Χ., 2. Δ. Τ. του Α., 3. Ι. Γ. του Α. και 4. Ι. Φ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 653/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1124/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει και κατ' ουσίαν δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους προαναφερθέντες λόγους και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι από την τέλεση της σε βαθμό πλημμελήματος αποδιδομένης σ' αυτούς πράξης, παρήλθε οκταετία και πλέον (άρθρα 111-113 ΠΚ - 370β ΚΠΔ). ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, που προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ) και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος παραπέμπεται ή καταδικάστηκε είναι διάφορη κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή για την οποία έχει εισαχθεί σε δίκη ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα και όχι όταν απλώς δόθηκε ορθότερος χαρακτηρισμός στην πράξη (ΑΠ 293/2006, 1340/2005, 733/2004). Τέτοια μεταβολή που επιφέρει το αυτό ως άνω αποτέλεσμα, συνιστά και η παραδοχή άλλου χρόνου τελέσεως της πράξης αν τούτο επιδρά στην παραγραφή ή στο αξιόποινο (ΑΠ 492/2003, 833/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά των αναιρεσειόντων ασκήθηκε ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια σε απόπειρα εκβίασης, πράξη για την οποία, δυνάμει του 286/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παραπέμφθηκαν αυτοί να δικαστούν μαζί με άλλους στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Κατά του βουλεύματος αυτού, οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, η οποία δυνάμει του 1429/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα σε όλες του τις διατάξεις. Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 653/15-03-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία η πράξη τους αυτή επιτρεπτώς μετατράπηκε σε παράνομη βία, αφού τα στοιχεία της πράξης αυτής (παράνομης βίας) περιέχονται στην έννοια τους εγκλήματος της εκβίασης και κηρύχθηκαν ένοχοι της πράξης της παράνομης βίας με το ακόλουθο διατακτικό: ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορουμένους Ι. Γ., Δ. Τ., Ι. Φ. και Γ. Χ. ενόχους του ότι: Στο ... την 24.9.2002 ενεργώντας με πρόθεση από κοινού μεταχειριζόμενοι παράνομη πράξη, εξανάγκασαν άλλο σε παράλειψη πράξεως για την οποία δεν υπήρχε υποχρέωσή του και συγκεκριμένα: προπηλάκισαν τον εγκαλούντα όταν αυτός έφθασε στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της εταιρίας "Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Α.Ε." στο ... με πρόθεση να φορτώσει εμπορεύματα στο υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, και προφασίσθηκαν εντελώς ξαφνικά και αναίτια στάση εργασίας και τοποθέτησαν το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο της εταιρίας "Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Α.Ε." μπροστά στην είσοδο των εγκαταστάσεων αυτής εταιρία για να τον εξαναγκάσουν να μην φορτώσει εμπορεύματα και να φύγει άδειος έτσι ώστε να μην καταφέρει να ανταπεξέλθει η εγκαλούσα στις παραγγελίες των πελατών της. Η πράξη αυτή της παράνομης βίας, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, είναι η ίδια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις με εκείνη για την οποία ασκήθηκε εναντίον τους η ποινική δίωξη και εκείνη για την οποία παραπέμφθηκαν για να δικαστούν με το πρωτόδικο βούλευμα μετά την απόρριψη της εφέσεώς τους και την επικύρωσή του με το άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, στο οποίο και δη στην αναφερόμενη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, γίνεται λόγος ότι η πράξη τους αυτή τελέστηκε στις 24-01-2002, οφειλομένου τούτου σε πρόδηλη παραδρομή, αφού το Βούλευμα τούτο επικύρωσε το πρωτόδικο σε όλες τους τις διατάξεις, δηλαδή και εκείνη κατά την οποία την πράξη τους αυτή οι αναιρεσείοντες την τελέσαν στις 24-09-2002 και τελικώς κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό καταδικάστηκαν ότι την τέλεσαν στο χρόνο για τον οποίο είχαν παραπεμφθεί ήτοι στις 24-09-2002. Έτσι, δεν μεταβλήθηκε η κατηγορία ανεπιτρέπτως, αλλά απλώς δόθηκε τελικώς στην πράξη τους, για την οποία κινήθηκε η εναντίον τους ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός, ούτε εχώρησε μεταβολή του χρόνου τέλεσης από 24-01-2002 σε 24-09-2002, ώστε να μην έχει επέλθει παραγραφή, αφού έκτοτε (24-09-2002) και μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλομένης (15-03-2010) δεν είχε παρέλθει οκταετία. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης περί ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας και του χρόνου τέλεσης της πράξης που επέδρασε στην παραγραφή του εγκλήματος της παράνομης βίας είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 330 ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα στοιχεία του εγκλήματος της παράνομης βίας είναι: α) εξαναγκασμός άλλου, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνει με τη χρήση της σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, γ) ο δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) στον οποίο περιλαμβάνεται η γνώση ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και η βούληση του δράστη να εξαναγκάσει τον άλλο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε κάτι στο οποίο εκείνος δεν υποχρεούται και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ σωματικής βίας ή της απειλής σωματικής βίας κλπ, και της πράξης παράλειψης ή ανοχής του θύματος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Ι. Γ., Δ. Τ., Ι. Φ. και Γ. Χ. στις 24-9-2002 τέλεσαν την πράξη της παράνομης βίας, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως που τους αποδίδεται με το παραπεμπτικό βούλευμα. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι αυτοί κατά την ως άνω ημερομηνία μαζί με άλλα αγνώστων στοιχείων άτομα, ενεργώντας από κοινού, με πρόθεση προπηλάκισαν τον εγκαλούντα όταν αυτός έφθασε στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Α.Ε.", που βρίσκεται στο ..., προκειμένου να παραλάβει με το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρίας, εμπορεύματα για την κάλυψη των αναγκών αυτής, και αφού προφασίσθηκαν εντελώς ξαφνικά και αναίτια στάση εργασίας, τοποθέτησαν μπροστά στην είσοδο του άνω εργοστασίου το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο της εταιρίας "Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΑΕ", με αποτέλεσμα να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα να αποχωρήσει από το εν λόγω εργοστάσιο χωρίς να παραλάβει το εμπορεύματα που ήταν αναγκαία για τη λειτουργία της επιχείρησής του και έτσι να μην μπορέσει η τελευταία να αντεπεξέλθει στις παραγγελίες προϊόντων εκ μέρους των πελατών της. Επομένως, πρέπει οι ως άνω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την προαναφερόμενη πράξη". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες της άνω αξιόποινης πράξης της παράνομης βίας και επέβαλε εις έκαστον φυλάκιση πέντε (5) μηνών, τις οποίες ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές, το άνω Δικαστήριο εκθέτει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράνομης βίας για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην άνω διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος τελέσεως από τους αναιρεσείοντες αντικειμενικώς και υποκειμενικώς της πράξεως της παράνομης βίας σε βάρος του Ι. Κ., αφού διαλαμβάνεται στην αιτιολογία ότι οι αναιρεσείοντες ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και μεταχειριζόμενοι παράνομη πράξη, εξανάγκασαν τον άνω παθόντα σε παράλειψη για την οποία αυτός δεν είχε υποχρέωση και ειδικότερα προπηλάκισαν τον πιο πάνω εγκαλούντα όταν αυτός έφτασε στις εγκαταστάσεις του αναφερομένου εργοστασίου με πρόθεση να φορτώσει εμπορεύματα στο αναφερόμενο φορτηγό και τοποθέτησαν άλλο φορτηγό μπροστά στην είσοδο των εγκαταστάσεων της εγκαλούσας εταιρείας, με αποτέλεσμα να τον εξαναγκάσουν να μη φορτώσει τα εμπορεύματα που επρόκειτο να φορτώσει και να αποστείλει αυτά στους πελάτες της εταιρείας αυτής. Η αιτίαση, ότι, πρώτον το αιτιολογικό αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού είναι αβάσιμη, διότι το αιτιολογικό διαλαμβάνει λεπτομερώς όλα τα στοιχεία του εγκλήματος τούτου. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιοριζόταν σε τι συνίσταντο οι προπηλακισμοί σε βάρος του εγκαλούντος, αφού αντικειμενικώς αυτοί συνιστούν παράνομη πράξη και συνδέονται, κατά τις παραδοχές, με την παράλειψη στην οποία εξαναγκάστηκε ο εγκαλών, για την οποία παράλειψη δεν υποχρεούτο. Τέλος δε, η κήρυξη απεργίας δεν ασκεί επιρροή στην τέλεση της πράξεως αυτής, η οποία, κατά τις παραδοχές, πλήρως τελέστηκε αντικειμενικώς και υποκειμενικώς. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Όθεν η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και επιβληθούν εις έκαστον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1/16-07-2010 αίτηση των Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., Ι. Φ. του Α., κατοίκου ... και Γ. Χ. του Χ., κατοίκου ... για αναίρεση της 653/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μεταβολή της κατηγορίας. Ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, που προκαλεί απόλυτη ακυρότητα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος παραπέμπεται ή καταδικάσθηκε είναι διάφορη κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή για την οποία έχει εισαχθεί σε δίκη ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα και όχι όταν απλώς δόθηκε ορθότερος χαρακτηρισμός στην πράξη. Τέτοια μεταβολή συνιστά και η παραδοχή άλλου χρόνου τέλεσης της πράξης αν τούτο επιδρά στην παραγραφή ή το αξιόποινο. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Κ.Κ. Αριθμός 266/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2'Πολιτικό Τμήμα ----- ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2010 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων : 1) Α. Κ. του Ν., κατοίκου .... 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Φλωρόπουλο. Της αναιρεσίβλητης : Της ομόρρυθμης μεσιτικής εταιρίας με την επωνυμία " Γ. ΚΑΙ Α. Λ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρος της Σπυρίδωνα Κιουκή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 210/ 2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 5600/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσίοντες με την από 11-11-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 22-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού και υπό το στοιχείο ε', και κατά το τρίτο μέρος του, καθώς και του πέμπου λόγου αυτής και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων είναι και τα εν γένει αποδεικτικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι έγγραφες υπεύθυνες κατά το Ν. 1599/ 1986 δηλώσεις των ίδιων των διαδίκων - δοθέντος ότι οι χάριν της δίκης γενόμενες υπεύθυνες αυτές δηλώσεις δεν αποτελούν καν αποδεικτικά μέσα, ούτε και κατά τις ειδικές διαδικασίες, όπως και η των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. του Κ ΠολΔ, όταν έγιναν, όχι από τους διαδίκους, αλλά από τρίτους (βλ. Ολ ΑΠ 8/1987).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ότι η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μεταξύ αυτών και των συνιδιοκτητών του επιδίκου ακινήτου, έλαβε χώρα αποκλειστικά ύστερα από τη διαμεσολάβηση της εταιρίας SYDNEY TRAST,στην οποία και κατέβαλαν ως αμοιβή το ποσό των 107.100 Ευρώ, την δοθείσα στον εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας από 6-12-2004 υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986 του πρώτου αναιρεσείοντος, με την οποία δηλώνει ότι η SYDNEY TRUST AE του παρέδωσε το φάκελλο του επιδίκου ακινήτου την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης. Όπως προκύπτει δε από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με ρητή μνεία, δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση του πρώτου αναιρεσείοντος, υπολαμβάνοντας, εσφαλμένα, πως επρόκειτο για υπεύθυνη δήλωση τρίτου και όχι διαδίκου, όπως εν προκειμένω, οπότε στη τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για έγγραφο το οποίο, εφόσον γίνεται επίκληση και προσκομιδή, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ Κ.Πολ.Δικ. Επειδή, κατά το άρθρο 707 Α.Κ., αν η συμφωνημένη αμοιβή είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη στο με τρόπο που αρμόζει. Με τον όρο δυσανάλογα μεγάλη νοείται η υπέρμετρη αμοιβή σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και συγκεκριμένα τους κόπους, τις προσπάθειες (έστω και άγονες)τις δαπάνες, τη χρονική απασχόληση, αλλά και τον τρόπο μεσολαβήσεως(επιμελείς ή αμελείς ενέργειες κλπ),όσο και με το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος του εντολέα ή και το ηθικό όφελος αυτού, λαμβανομένων υπόψη και όλων των ειδικών περιστάσεων από το χρόνο συνάψεως της μεσιτείας μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξιώσεως για αμοιβή και των τυχόν επιτοπίων συνηθειών, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής συνάψεως της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των μερών και κυρίως της οικονομικής δυνατότητας του εντολέα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μείωσης της μεσιτικής αμοιβής της αναιρεσίβλητης ανέλεγκτα τα εξής: "Για την περιοχή της Καλλιθέας Αττικής, όπου το επίδικο η ειθισμένη, για παρόμοιες συναλλαγές, μεσιτική αμοιβή ανέρχεται σε 2% επί της πραγματικής αξίας τέτοιου αντικειμένου συναλλαγής. Η εκκαλούσα ενήργησε με επιμέλεια, κατά την εκτέλεση της εντολής και υπέδειξε ευκαιρία προς αγορά, για το επίδικο, κατάλληλο να οικοδομηθεί ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες της επιχειρηματικής δραστηριότητος της δεύτερης εφεσίβλητης. Εξ άλλου, η δεύτερη εφεσίβλητη αποκόμισε σημαντική ωφέλεια, αφού αγόρασε το επίδικο (δεκα ακίνητα),το οποίο ήταν κατάλληλο προς ανοικοδόμηση, για τις ανάγκες του αντικειμένου δραστηριότητός της. Ακόμη, η οικονομική κατάσταση της δεύτερης εφεσίβλητης είναι ανθηρή, ενώ η εκκαλούσα διατηρεί οργανωμένο γραφείο με σημαντικά λειτουργικά έξοδα. Με βάση τα κριτήρια αυτά, όπως εκτίθενται και στην παραπάνω μείζονα σκέψη, η μεσιτική αμοιβή,που συμφωνήθηκε και είναι απαιτητή ως άνω, δεν κρίνεται υπέρμετρη. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση μείωσης της μεσιτικής αμοιβής που είχαν προβάλει πρωτοδίκως και επανέφεραν παραδεκτά με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, οι αναιρεσείοντες και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη όλο το ποσό της αιτηθείσας μεσιτικής αμοιβής από 107.100 Ευρώ. Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ένστασης της μείωσης της μεσιτικής αμοιβής, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 707 ΑΚ, που εφάρμοσε. Καθόσον, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε με επιμέλεια κατά την εκτέλεση της μεσιτικής εντολής, δεν αναφέρει σε ποιες επιμελείς ενέργειες προέβη αυτή, ούτε τους κόπους και τις προσπάθεις τις οποίες κατέβαλε, ούτε τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, αλλ' ούτε το χρόνο που διέθεσε για να φέρει σε πέρας την ως άνω μεσιτική εντολή. Επίσης, ενώ αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη έχει σημαντικά λειτουργικά έξοδα, παραλείπει να διαλάβει το ύψος και το επίπεδο αυτών. Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.,και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου όπως με το αναιρετήριο προβάλλεται, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη επαρκών αιτιολογιών της απόφασης του Εφετείου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά απ'αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εφόσον αυτό είναι εφικτό (άρθρο 580 παρ.3 Κ. Πολ.Δικ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5600/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο,που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων(2300)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές. Μεσιτική αμοιβή, μη λήψη υπόψη υπεύθυνης δήλωσης διαδίκου, αναίρεση απόφασης Εφετείου. Μείωση μεσιτικής αμοιβής, ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναίρεση απόφασης για το λόγο αυτό.
null
null
1
Αριθμός 264/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1276/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. X. E. του L., 2. Κ. Μ. του Δ., 3. Α. Γ. του Ι., 5. S. O. του I., 6. G. F. του N., 7. Σ. Μ. του Η. και 8. Α. Θ. του Π.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1146/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 260/16-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 93/22-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Ζ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη προσωρινώς κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Βλαμάκη, δυνάμει της από 20.7.2010 νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως, και στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 1276/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ( σε συμβούλιο ) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 7 Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187 Α' ΠΚ κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως, μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση , την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 Π.Κ., η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και μάλιστα αμετακλήτως από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του (ΑΠ 1623/2009, ΑΠ 138/2009). Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Εναντίον του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Γ. Ζ. (καθώς και άλλων που δεν άσκησαν αναίρεση) ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις: α) της συγκροτήσεως με ένταξη ως μέλους σε δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική ομάδα περισσοτέρων των τριών ατόμων, που επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων προβλεπομένων στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, β) της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, γ) της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, δ) της διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, ε) της κατοχής ναρκωτικής ουσιών, στ) της καλλιέργειας ινδικής καννάβεως και ζ) της οργανώσεως, κατευθύνσεως και εποπτείας τελέσεως των υπό στοιχεία β', γ', δ', ε', στ' πράξεων, με σχετικές οδηγίες και εντολές, από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και επί πλέον είναι υπάλληλος που, λόγω της υπηρεσίας του, ασχολείται με τη δίωξη των παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή. Στη συνέχεια διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατ'ε φαρμογή των διατάξεων των άρθρων 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 Ν. 3251/2004, 128, 129 και 139 Κ.Π.Δ., εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1276/2010 βούλευμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Γ. Ζ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Σύμφωνα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του παραπάνω υπ' αριθμ. 1276/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της ασκήσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ενδίκου αυτού μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά βουλεύματος που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή στη δίκη, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, διότι ο κατηγορούμενος δεν στερείται του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά την κύρια διαδικασία, αφού μπορεί, αφενός μεν να ζητήσει από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που είναι δικαστικός λειτουργός (άρθρ. 87 παρ. 3 και 88 παρ. 5 του Συντάγματος) και δεν εξομοιώνεται, ούτε ταυτίζεται με διάδικο, σε κάθε δε περίπτωση δεν θεωρείται αντίδικος του κατηγορουμένου, την υπέρ αυτού άσκηση του μη επιτρεπομένου σ' αυτόν ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εναντίον του βουλεύματος, αφετέρου δε διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς ενώπιον του δικαστηρίου στην κύρια διαδικασία ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που ενδεχομένως θα εκδοθεί σε βάρος του. Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για θέσπιση ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 2 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ν. 1705/1987), αλλά ούτε και στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), δεδομένου ότι οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως, με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή (ΑΠ 1047/2009, ΑΠ 2014/2006, ΑΠ 2344/2005, ΑΠ 2224/2005). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 93/22-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη προσωρινώς κρατουμένου στο κατάστημα Κράτησης ..., κατά του υπ' αριθμ. 1276/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΣΤΕΛΙΟΣ Κ. ΓΚΡΟΖΟΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητα τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη η πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Ζ. του Ι., αστυνομικού, κατοίκου … και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, X. E. ή V. του L. και της K., αλβανού υπηκόου και άλλων 8 κατηγορουμένων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις α) της συγκρότησης με ένταξη ως μέλους σε δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική ομάδα περισσοτέρων των τριών ατόμων, που επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων προβλεπομένων στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, (άρθρο 187 παρ.1 του Π.Κ), β) επί πλέον δε, κατά του αναιρεσείοντος και άλλων κατηγορουμένων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη και για τις πράξεις 1) της πωλήσεως, 2) της αγοράς, 3) της διαθέσεως, 4) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, 5) της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης και 6) της οργάνωσης, κατεύθυνσης και εποπτείας τέλεσης των υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5 και 6 πράξεων, με σχετικές οδηγίες και εντολές, από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και επί πλέον ότι είναι υπάλληλος που, λόγω της υπηρεσίας του, ασχολείται με τη δίωξη των παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή. Στη συνέχεια διεξήχθηκε και ενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3451/2004, 128, 129 και 130 ΚΠΔ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορούμενούς του, 1) X. E. ή V. του L. και της K., 2) Κ. Μ. του Δ., 3) Α. Γ. του Ι., 4) Σ. Α. του Ι., 5) S. O. του I., 6) G. F. του Ν., 7) Σ. Μ. του Η., και 8) Α. Θ. του Π., για να δικασθούν, ως υπαίτιοι των παρακάτω πράξεων και δη τον αναιρεσείοντα και τους: X. E. ή V. του L. και της K. 3, Κ. Μ., Α. Γ., Σ. Α., S. O. του I., Σ. Μ., και Α. Θ., της συγκρότησης με ένταξη ως μέλους σε δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική ομάδα περισσοτέρων των τριών ατόμων, που επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων προβλεπομένων στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, (άρθρο 187 παρ.1 του Π.Κ), επί πλέον δε, τον αναιρεσείοντα και για τις πράξεις α) της πωλήσεως, β) της αγοράς, γ) της διαθέσεως, δ) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ε) της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης και στ) της οργάνωσης, κατεύθυνσης και εποπτείας τέλεσης των υπό στοιχεία β, γ, δ, ε και στ πράξεων, με σχετικές οδηγίες και εντολές, από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και επί πλέον είναι υπάλληλος που, λόγω της υπηρεσίας του, ασχολείται με τη δίωξη των παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, (άρθρα 1, 13 περ. στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94, 98, 187 παρ.1 του Π.Κ, 1 παρ.1, 2 ΠΙΝ. Α5, Α6, Β4, 20 παρ. 1β,, στ, ζ, 1γ, 21 παρ.1β, 23, 29 παρ. 1 Ν. 3459/2006 και 1 παρ.1α, 7 παρ.1, 8α Ν. 2168/1993, όπως το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001 τροπ. με το άρθρο 11 παρ.3 του Ν. 3064/2002. Παράλληλα, το ίδιο Συμβούλιο Εφετών, αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου Γ. Ζ., για τη μερικότερη πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, βάρους 90 γραμμαρίων στο Β. Μ., που φέρεται τελεσθείσα υπ' αυτού στην Αθήνα, στις 18-6-2009. Ενόψει των εκτεθέντων στη μείζονα νομική σκέψη, το εκδοθέν βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι αμετάκλητο και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος τούτου. Ενώ, όμως, υπάρχει θέμα απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων δεν κλήθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου για να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 του Κ.Π.Δ. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο, πρέπει να απόσχει να αποφανθεί επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί, επί της από 22 Ιουλίου 2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Γ. Ζ. του Ι. και Ε., αστυνομικού, κατοίκου … και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2011.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται αμετακλήτως στην περίπτωση ασκήσεως ποινικής διώξεως για το αδίκημα του 187 ΠΚ, και όταν ακόμη αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη. Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα.
null
null
0
Αριθμός 263/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 1948/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 704/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία του δικαστηρίου, αλλά και για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο, ή κατ' αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο, πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή η απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Προϋποτίθεται όμως ότι το αίτημα αυτό της αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή να προσδιορίζεται το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή αναλόγως η διοικητική δίκη, το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης αυτής, οι διάδικοι που μετέχουν σ' αυτήν, το ζήτημα το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και η σχέση του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν δεν υποβάλλεται το ανωτέρω αίτημα κατά τρόπο ορισμένο, η μη απάντηση του δικαστηρίου σ' αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του "ζήτησε την αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 61 του ΚΠΔ, καθόσον εκκρεμεί δίκη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία σχετίζεται άμεσα με την ποινική δίκη". Έτσι όμως όπως υποβλήθηκε το αίτημα αυτό ήταν αόριστο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού δεν ανέφερε ποιο ήταν το πολιτικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η πολιτική δίκη, ποιοι ήταν οι διάδικοι και ποια η σχέση μεταξύ της εν λόγω πολιτικής δίκης και της κρινόμενης ποινικής υπόθεσης. Επομένως το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο αίτημα αυτό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Ανεξάρτητα όμως από αυτά το δικάσαν δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντα με την εξής αιτιολογία: "Στο άρθρο 61 του ΚΠΔ ορίζεται ότι όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί". Γίνεται δε γενικά δεκτό ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν δημιουργούν δεδικασμένο έναντι των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη ένδικη υπόθεση προέκυψε ότι ο εγκαλών Ε. Μ. για την ίδια αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε εναντίον του ο κατηγορούμενος, έχει ασκήσει την από 29/9/2008 (αριθμ. κατάθεσης 288/2008) αγωγή αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της ανωτέρω αδικοπραξίας. Η συζήτηση της αγωγής αυτής αρχικώς είχε ορισθεί για την 11/3/2009, οπότε αναβλήθηκε για άλλη δικάσιμο. Εν όψει των ανωτέρω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη και του τρόπου που φέρεται ότι τελέσθηκε το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης από τον κατηγορούμενο σε βάρος του εγκαλούντος και ο κίνδυνος παραγραφής του, το αίτημα αναβολής της προκειμένης κατ' έφεση δίκης, πρέπει να απορριφθεί, αφού η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου για την τέλεση ή όχι της ανωτέρω αδικοπραξίας δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο κατά τα προαναφερόμενα". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα της αναβολής, καίτοι δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της ποινικής δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΚΠΔ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης , η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με την παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, για να αποκλεισθεί ότι ο δράστης ενήργησε με ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Υπάρχει όμως στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1948/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηλείας, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 30/9/2003 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή και συγκεκριμένα στον ... κατέθεσε ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος την από 10/9/2003 έκθεση προφορικής μήνυσης κατά του εγκαλούντος Ε. Μ. του Γ., στην οποία (μήνυση) ανέφερε ψευδώς ότι ο ως άνω εγκαλών στις 30/9/2003 και περί ώρα 16.30 στο ... τον απείλησε λέγοντάς του "εξαφανίσου από εδώ, δεν έχεις καμία δουλειά, παίρνοντας ταυτόχρονα μία σανίδα για να τον χτυπήσει". Τα ως άνω όμως αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο στην παραπάνω μήνυσή του ήταν ψευδή, αφού, όπως αποδείχθηκε, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, ουδέποτε τον απείλησε ο εγκαλών και δη με σανίδα και ο κατηγορούμενος το γνώριζε, παρά ταύτα κατέθεσε την ως άνω από 30/9/2003 ψευδή μήνυσή του με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη. Για τα ανωτέρω πείστηκε η πλειοψηφία από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου μαρτύρων. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα εκτιθέμενα και στο διατακτικό της παρούσας". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τη σχετική, ως προς το σημείο αυτό, αιτίαση του αναιρεσείοντα, ως προς την εκ μέρους αυτού γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων από αυτόν πραγματικών περιστατικών, υπάρχει πλήρης αιτιολογία, αφού οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνδέουν άμεσα τον μηνυτή με τα γεγονότα, τα οποία υπέπεσαν στην άμεση αντίληψή του, δεδομένου ότι αυτός ήταν παρών στο επεισόδιο, το οποίο αποτέλεσε η αφορμή για την υποβολή της ψευδούς μηνύσεως, και συνεπώς τα καταγγελθέντα με αυτήν περιστατικά στηρίζονται σε προσωπική του αντίληψη. Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική αντίληψη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14/5/2010 αίτηση του Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1948/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηλείας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση. Απορρίπτει το λόγο αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Απορρίπτεται επίσης ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, διότι όπως υποβλήθηκε ήταν παντελώς αόριστο και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Ανεξάρτητα από αυτό διέλαβε πλήρη αιτιολογία για την απόρριψη του.
null
null
0
Αριθμός 262/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χαρμάνη, περί αναιρέσεως της 378/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Z. H. του M., κάτοικο ..., που τον εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Φίλιππος Ανδρέου. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1268/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι, αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη της κατηγορίας, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθεί στο ακροατήριο η έκθεση εφέσεως, γιατί αυτή δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, και λαμβάνεται από το δικαστήριο υπόψη αυτεπαγγέλτως. Άλλωστε, η μη ανάγνωση ή ανάπτυξη αυτής από τον Εισαγγελέα, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 502 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά το οποίο "αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο Εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 του ΚΠΔ, αφού η παράβαση αυτής δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις ακυρότητας που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη, εκτός αν η ανάγνωση της έφεσης, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα (μόνο η ανάγνωση όχι και η ανάπτυξη) και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το αίτημά τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Εισαγγελέας δεν προέβη σε "συνοπτική ανάπτυξη της εφέσεως", ούτε καν σε απλή αναφορά περί του γεγονότος της ανάγνωσης της εκθέσεως εφέσεως. Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α του ΚΠΔ λόγος περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (χωρίς μάλιστα να αναφέρεται ειδικώς ή να προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωση της εφέσεως και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Η από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο, ή κατ' αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο, που έχει σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή η απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Προϋποτίθεται όμως ότι το αίτημα αυτό της αναβολής, είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική δίκη, του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης αυτής, των διαδίκων που μετέχουν σ' αυτήν, του ζητήματος το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και της σχέσεως του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν δεν υποβάλλεται το ανωτέρω αίτημα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η μη απάντηση του δικαστηρίου σ' αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε αίτημα στο δικαστήριο "για να αναβληθεί η υπόθεση, κατ' άρθρο 61 του ΚΠΔ, διότι τον Απρίλιο εκδικάζεται η υπόθεση στα πολιτικά δικαστήρια". Έτσι, όμως, όπως υποβλήθηκε το αίτημα αυτό, ήταν αόριστο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού δεν αναφέρει ποιο ήταν το πολιτικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η πολιτική υπόθεση, ποιοι ήταν οι διάδικοι και το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης και ποια η σχέση μεταξύ της εν λόγω πολιτικής δίκης και της δικαζόμενης ποινικής υποθέσεως. Επομένως, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο αίτημα αυτό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόρριψή του. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, το δικάσαν δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος, με το σκεπτικό (και μετά την αναφορά του άρθρου 61 του ΚΠΔ) ότι "στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμεί για το επίδικο ατύχημα δίκη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η έκδοση όμως της εν λόγω αποφάσεως ουδεμία ασκεί επιρροή στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, και επομένως το αίτημα της αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Για την πληρότητα της αξιουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως , απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, η γενική κατ' είδος αναφορά τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και το τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το Τριμελές Εφετείο Λάρισας κατέληξε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του "από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και τη συζήτηση γενικά της υπόθεσης". Από την περικοπή αυτή δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο τα έγγραφα της δικογραφίας, μολονότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν τέτοια έγγραφα. Όμως από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Συγκεκριμένα στο ανωτέρω σκεπτικό ρητώς διαλαμβάνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας, το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και τις αναγνωσθείσες (επισκοπηθείσες) φωτογραφίες. Περαιτέρω, από την λεπτομερή περιγραφή στο σκεπτικό των σωματικών κακώσεων που υπέστησαν οι παθόντες, καθαρά προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και τα αναγνωσθέντα από 16/10/2003 ιατρικά πιστοποιητικά. Τέλος, από το ίδιο σκεπτικό προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα αναγνωσθέντα υπ' αριθμ. 2143/2007 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Από τα πρακτικά αυτά προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω αναγνωσθέντα έγγραφα (έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τα από 16/10/2003 ιατρικά πιστοποιητικά και οκτώ φωτογραφίες). Επομένως, από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα αναγνωσθέντα στα πρακτικά αυτά έγγραφα, ενώ στην δευτεροβάθμια δίκη δεν αναγνώσθηκαν και άλλα έγγραφα, πλην της αναιρεθείσας υπ' αριθμ. 1402/2008 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου και της υπ' αριθμ. 1739/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, οι οποίες όμως δεν χρησίμευσαν για τον σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσεως του δικαστηρίου. Επομένως, ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως της από τα ως άνω άρθρα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, απαιτείται για όλες τις αποφάσεις, καταδικαστικές ή αθωωτικές, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως, η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και για την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κλητευθεί και να προσέλθει μάρτυρας για να εξετασθεί στο ακροατήριο. Η χωρίς την ως άνω αιτιολογία απόρριψη τέτοιου αιτήματος και η εν συνεχεία κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και η καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης, "προκειμένου να κλητευθεί και προσέλθει ο αυτόπτης μάρτυρας και παθών εκ του τροχαίου ατυχήματος M. V.". Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί του αιτήματος αυτού μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας. Στη συνέχεια, με τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση με το ακόλουθο σκεπτικό: "Από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου, και τη συζήτηση γενικά της υπόθεσης, αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι την 14/10/2003 και περί ώρα 15.30'ο κατηγορούμενος Ν. Κ. οδηγούσε το άνευ αριθμού κυκλοφορίας μηχάνημα έργων (γεωτρύπανο) στην ΕΟ ...- ... με κατεύθυνση προς ... . Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος 7.30 μέτρα με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,65 μέτρα, οι οποίες χωρίζονται μεταξύ τους με απλή διακεκομμένη διαγράμμιση. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πολιτικώς ενάγων Z. H., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο M. V. , κινείτο στην ίδια ως άνω οδό με αντίθετη με αντίθετη, όμως, κατεύθυνση. Στη χιλιομετρική θέση 23+000 της ανωτέρω οδού, ο κατηγορούμενος επιχείρησε αιφνίδιο προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ελιγμό, με σκοπό στη συνέχεια να πραγματοποιήσει ευχερέστερα στροφή προς τα δεξιά, για να εισέλθει σε παρακείμενο στο ρεύμα κυκλοφορίας του χώρο στάθμευσης μηχανημάτων έργων, ιδιοκτησίας του, με αποτέλεσμα όμως να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά ο πολιτικώς ενάγων με το αριθμ. κυκλοφορίας ... IXE αυτοκίνητο, το οποίο επέπεσε με το μπροστινό μέρος του, στο μπροστινό αριστερό μέρος του ως άνω μηχανήματος έργων (γεωτρύπανο). Στη συνέχεια, αμφότερα τα οχήματα εκτράπηκαν της πορείας τους και κατέληξαν σε παρακείμενο χωράφι. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του πολιτικώς ενάγοντα. Τούτο προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, αλλά και από τις φωτογραφίες που έλαβε ο αστυνομικός της Τροχαίας. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν ο οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Z. H., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ο συνεπιβάτης M. V., ο οποίος υπέστη αυχεναλγία, θλάση αυχένος, μικρή αιμορραγική θλάση (αρ.). Η σύγκρουση και ο εξ αυτής τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος και του συνεπιβάτη του, οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει και προτιθέμενος να εκτελέσει ελιγμό, ήτοι να ενεργήσει στροφή προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου να εισέλθει σε παρακείμενη μάνδρα, την οποία ήδη άρχισε να ενεργεί, κατέλαβε αιφνιδιαστικά το οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Z. H.. Το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί των ανωτέρω και δεν κρίνεται αναγκαία η παρουσία του μάρτυρα M. V. και συνεπώς το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής, πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο, οδηγήθηκε στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου παρεμπίπτουσα απόφασή του περί αναβολής της δίκης για να προσέλθει και καταθέσει ο παθών εκ του ατυχήματος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23/9/2010 αίτηση του Ν. Κ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 378/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεου κατά συρροή. Λόγοι αναιρέσεως: α) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ), λόγω μη ανάπτυξης της έφεσης από τον Εισαγγελέα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος, β) Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι ήταν παντελώς αόριστο το αίτημα και δεν υποχρεούτο το δικαστήριο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Ανεξάρτητα το απέρριψε με πλήρη αιτιολογία, γ) Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων( έγγραφα). Απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι ναι μεν δεν αναφέρονται στο προοίμιο, πλην γίνεται ρητή αναφορά αυτών στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, δ) Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για να προσέλθει ο μάρτυρας Χ. Απορρίπτεται ως αβάσιμος καθόσον με πλήρη αιτιολογία απορρίφθηκε. Απορρίπτει την αίτηση στο σύνολο της.
null
null
2
Αριθμός 262/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 23η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "BNP PARIBAS", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας, διατηρεί γραφείο στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Γαβαλά. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παπαμιχαήλ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 174/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 185/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 9-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, οι μισθωτοί, που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη (με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920) ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου, το 65ο έτος της ηλικίας, αποχωρώντας από την υπηρεσία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της αποζημιώσεως που ορίζεται από το ν. 2112/1920 για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή τους είναι [μεταξύ των άλλων και] η συγκατάθεση του εργοδότη στην αποχώρηση του μισθωτή από την εργασία του. Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτή και μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, δηλαδή συναγόμενη εμμέσως από τη συμπεριφορά του εργοδότη εν όψει και των πραγματικών περιστατικών συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά, πάντως, σαφής και αναμφίβολη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με την δι' αυτής επικυρωθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Banque Nationale de Paris", που ήδη, κατόπιν συγχωνεύσεως με την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Paribas", κατέστη ως νομικό πρόσωπο η αναιρεσείουσα, την 14-11-1988, είχε προσλάβει τον αναιρεσίβλητο ως υπάλληλο, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Στη συνέχεια η σύμβαση έγινε αορίστου χρόνου και ο αναιρεσίβλητος, επί σειρά ετών, πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα, ως διευθυντικό στέλεχος. Ο αναιρεσίβλητος, την 27-9-2004, απέστειλε επιστολή προς τον ιεραρχικά προϊστάμενό του, στην οποία κατά λέξη ανέφερε "Αγαπητέ Μ., με την παρούσα, σου υποβάλλω την παραίτησή μου από τη θέση του διευθυντή του καταστήματος ... . Τελευταία εργάσιμη ημέρα θα είναι η Δευτέρα 11-10-2004". Αν και έλαβε γνώση της επιστολής αυτής, η αναιρεσείουσα δεν αντέδρασε με κανένα τρόπο και ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οριστικά από την εργασία του την 11-10-2004. Με την επιστολή, που υποβλήθηκε μετά την παρέλευση 15 ετών συνεχούς απασχόλησης στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος εξέφρασε ρητώς τη βούλησή του προς λύση της συμβάσεως εργασίας. Από το γεγονός της μη εναντίωσης της αναιρεσείουσας στην ως άνω επιθυμία του αναιρεσίβλητου, κατά το χρονικό διάστημα από τη διατύπωσή της μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής παύσεως αυτού να παρέχει την εργασία του, που συνέβη μετά από 14 ημέρες, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα έδωσε σιωπηρά και αναμφίβολα στον αναιρεσίβλητο τη συγκατάθεσή της για να αποχωρήσει από την υπηρεσία της. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και ότι ορθώς το Πρωτοδικείο είχε επιδικάσει σ' αυτόν το ποσό των 31.624,99 ευρώ, ως το ήμισυ της νόμιμης αποζημίωσης την οποία θα ελάμβανε αυτός, αν η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, αφού από το γεγονός της μη εναντίωσης της αναιρεσείουσας στη δήλωση αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 27-9-2004, που έγινε η δήλωση αποχώρησης, μέχρι την 11-10-2004, που επήλθαν τα αποτελέσματα αυτής, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα έδωσε σ' αυτόν σιωπηρά και αναμφίβολα τη συγκατάθεσή της για οικειοθελή αποχώρηση από την υπηρεσία της και, μάλιστα, πριν απ' αυτήν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 4 του ν. 2112/1920, την υποχρέωση τηρήσεως προθεσμίας κατά την καταγγελία της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπέχει όχι μόνον ο εργοδότης, αλλά και ο μισθωτός. Η προθεσμία αυτή είναι ανάλογη προς το χρόνο της προηγηθείσας διάρκειας της συμβάσεως εργασίας, αλλά για την καταγγελία που γίνεται από το μισθωτό προσδιορίζεται στο ήμισυ της προθεσμίας που θα έπρεπε να τηρήσει ο εργοδότης και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Ο εργοδότης οφείλει πάντοτε, είτε τηρήσει είτε όχι την εν λόγω προθεσμία, να καταβάλει στο μισθωτό την αναλογούσα αποζημίωση, ως προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας που αυτός επιχειρεί (άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3198/1955). Ο μισθωτός, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη προθεσμία προειδοποίησης, οφείλει και αυτός να καταβάλει το ήμισυ της αποζημίωσης, την οποία θα λάμβανε εάν τη σύμβαση είχε καταγγείλει ο εργοδότης, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τακτικές αποδοχές τριών μηνών. Η αποζημίωση αυτή, είτε οφείλεται από τον εργοδότη είτε από το μισθωτό, είναι κατ' αποκοπή και δεν συνδέεται προς την επέλευση πραγματικής ζημίας στα οικονομικά συμφέροντα του μέρους της συμβάσεως εργασίας, προς το οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί τρόπο λύσεως αυτής διαφορετικό από την αποχώρηση του μισθωτή με τη συγκατάθεση του εργοδότη, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και ως εκ τούτου η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2112/1920 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην τελευταία περίπτωση. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, με το να μην αντιδράσει στην καταγγελία της συμβάσεως, που έγινε εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και στη δεκατετραήμερη προθεσμία προειδοποίησης, που τέθηκε από αυτόν, δεν επισήμανε τη δημιουργία προβλημάτων στη λειτουργία του καταστήματος, όπου βρισκόταν μέχρι τότε η θέση εργασίας του και δεν ζήτησε από αυτόν να παραμείνει περισσότερο χρόνο για να ενημερώσει τον αντικαταστάτη του. Και ότι, σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε κάποια ζημία αυτής, απότοκη της πρόωρης αποχώρησης του αναιρεσίβλητου. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αχθείσα σε συμψηφισμό αξίωση αποζημιώσεως αυτής λόγω μη τηρήσεως της νομίμου προθεσμίας προειδοποιήσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κατά την άσκηση της καταγγελίας, η οποία είχε προβληθεί με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου που έγινε στο ακροατήριο και επαναλήφθηκε στις προτάσεις του, ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν είχε αποδειχθεί ζημία της φερομένης ως δικαιούχου. Έτσι, όπως έκρινε, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό (ΚΠολΔ 578), διότι ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στηριζόταν σε αναληθή προϋπόθεση, αφού δεν επρόκειτο περί καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του μισθωτή, αλλά περί αποχωρήσεως αυτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, είναι απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ, στο Πρακτικό Συμφωνίας που επισυνάπτεται στην από 17-5-1984 ΣΣΕ του προσωπικού των Τραπεζών, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 15474/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, απέκτησε την ισχύ ουσιαστικού νόμου και διατηρήθηκε έκτοτε, ορίζεται ότι "Στο προσωπικό των Τραπεζών χορηγείται μέσα στο μήνα Μάρτιο κάθε χρόνου επίδομα ισολογισμού που είναι ίσο με το 1/2 των μηνιαίων αποδοχών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η καταβολή του επιδόματος σε όλο το προσωπικό των Τραπεζών, το οποίο τεκμαίρεται ότι καταπονείται ιδιαίτερα στη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας και αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος για το οποίο συντάσσεται ο εκάστοτε ισολογισμός, δηλαδή σ' αυτό που προηγήθηκε του χρόνου της καταβολής του. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι, που συνέβη να αποχωρήσουν για οποιοδήποτε λόγο από την υπηρεσία κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, λαμβάνουν ανάλογο προς το χρόνο της εργασίας τους κλάσμα του 1/2 των μηνιαίων αποδοχών τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε απασχοληθεί στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας μέχρι την 11-10-2004 και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούταν να λάβει μέρος του επιδόματος ισολογισμού του έτους αυτού, ανάλογο προς το χρόνο της απασχόλησής του εντός του έτους 2004, ανεξάρτητα του ότι είχε παύσει να ανήκει στο προσωπικό της αναιρεσείουσας κατά το επόμενο έτος 2005, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η καταβολή του επιδόματος στους δικαιούχους. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 185/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Δεκεμβρίου 2010. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση εργασίας. Η αποχώρηση του μισθωτή με συγκατάθεση του εργοδότη αποτελεί τρόπο λύσεως της συμβάσεως διαφορετικό από τη λύση που επέρχεται με καταγγελία. Η συγκατάθεση μπορεί να συναχθεί και από τη στάση του εργοδότη μέχρι τη χρονική στιγμή της πραγματικής παύσης της προσφοράς των υπηρεσιών του εργαζομένου. Εφ΄όσον υπαρχει αποχώρηση με συγκατάθεση, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα αποζημίωσης του εργοδότη για άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργαζομένου. Δικαίωμα επί του επιδόματος ισολογισμού σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εντός του έτους στο οποίο αυτό αντιστοιχεί.
null
null
0
Αριθμός 259/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος και διόρισε συμπληρεξούσιο στο ακροατήριο, τον δικηγόρο Σαράντη Τόλια. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκε η 150/ΕΡΓ/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 160/ΤΠ/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 29-10-2009 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Βασίλειου Λυκούδη με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων και ο συμπληρεξούσιος του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ια ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ, εάν το δικάσαν δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμό περί δεδικασμένου, ο αναιρετικός έλεγχος γίνεται μέσω του από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 1339/1985). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3)αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, και 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και τις αποφάσεις των πρωτοδικείων οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως για το ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 8β Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο, που προκύπτει από την αναφερόμενη στο αναιρετήριο τελεσίδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε ο πρώτος να του καταβάλει η δεύτερη τις αμοιβές του ως δικηγόρου σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του Κώδικα περί δικηγόρων, και απερρίφθη ένσταση αυτής περί καταχρηστικής άσκησης της ως άνω αγωγής, ζήτημα το οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εμπόδιζε την αναιρεσίβλητη να προβάλει τον ισχυρισμό εκ του άρθρου 281 ΑΚ και στη νέα δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση της ένδικης μεταγενέστερης αγωγής του κατ'αυτής, με το ίδιο αίτημα για καταβολή δικηγορικών αμοιβών με βάση επίσης τα κατώτατα όρια σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων. Ο λόγος όμως αυτός, κατ'ορθή εκτίμηση, όπως εκτέθηκε από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται, μεταξύ των άλλων και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των από φάσεων των Ειρηνοδικείων και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ν' ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματός, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ν' αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υποχρέου (Ολ.ΑΠ 8/2001). Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 παρ.2 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελαχίστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του (Ολ.ΑΠ 33 και 34/2005). Ειδικότερα (α) κατ' αρθ. 91 παρ.1 του ως άνω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθ. 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.β αυτής με το άρθ. 5 παρ. 3 του ν.δ 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθ.8 ν. 1093/ 1980) η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθ. 98 επί του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι, η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθ. 98 επ. του Κώδικα των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του αρ. ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθ.174,180 ΑΚ). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαίτησής του ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη. Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, το περιεχόμενο της έγγραφης παραίτησης του κ.λ.π. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντίθεσης της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραίτησης η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, για την καταβολή οφειλομένου υπολοίπου δικηγορικής αμοιβής, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: «Με το 2999/12-6-1996 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης γνωστοποιήθηκε στον Διευθυντή του υποκαταστήματος … η έγκριση του Διοικητή της Τράπεζας για συνεργασία με τον ενάγοντα δικηγόρο για τη νομική κάλυψη του καταστήματος … με την ανάθεση σ' αυτόν του ελέγχου των τίτλων νέων δανειοδοτουμένων πελατών με βάση τις αμοιβές που ορίζονταν στην εγκύκλιο 74/94, οι οποίες ήσαν ανάλογες με το ύψος του δανειστικού συμβολαίου και κυμαίνονταν από 5.000 δραχμές για δανειστικά συμβόλαια ύψους 5.000.000 δραχμών μέχρι 150.000 δραχμές για δανειστικά συμβόλαια που υπερέβαιναν το ποσό των 100.000.000 ευρώ. Με το ίδιο έγγραφο εγκρίθηκε η δυνατότητα ανάθεσης στον ενάγοντα και δικών, σύμφωνα με την 18/28.12.1995 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης Τράπεζας, η οποία αφορούσε σε απαιτήσεις της Τράπεζας που υπερέβαιναν το ποσό των 10.000.000 δραχμών, καθώς επίσης εγκρίθηκε η ανάθεση και άλλων υποθέσεων τις οποίες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο έγγραφο, οι ήδη συνεργαζόμενοι με την Τράπεζα δικηγόροι αρνούνταν να αναλάβουν με τις αμοιβές που είχε διαμορφώσει η εναγομένη Τράπεζα. Συγκεκριμένα, η τελευταία είχε καταρτίσει πινάκιο αμοιβών για όλους τους δικηγόρους της επικράτειας που συνεργάζονταν με τα καταστήματά της, το οποίο προέβλεπε αμοιβές κατώτερες των προβλεπομένων από τον Κώδικα Δικηγόρων, οριζόμενες κατ' αποκοπή αναλόγως του δικαστηρίου που ήταν καθ' ύλη αρμόδιο για την υπόθεση. Ειδικότερα για άσκηση αγωγής στο Ειρηνοδικείο προβλέπονταν αμοιβή 8.000 και για παράσταση και προτάσεις στο ίδιο δικαστήριο ποσό 12.000 δραχμών ενώ για ανάλογες ενέργειες για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου τα ποσά διαμορφώνονταν σε 10.000 και 16.000 δραχμές αντίστοιχα. Επιπλέον, η έγκριση αυτή προέβλεπε ότι το σύνολο της μηνιαίας αμοιβής του ενάγοντος δε θα μπορούσε να υπερβαίνει το όριο των 300.000 δραχμών και ότι κατά την εξόφληση της αμοιβής για τις νομικές υπηρεσίες εκάστου μηνός θα έπρεπε να υπογράφει δήλωση-παραίτηση από οποιαδήποτε επιπλέον απαίτηση. Ο ενάγων, αφού έλαβε γνώση τόσο του περιεχομένου της έγκρισης όσο και των μνημονευομένων σ' αυτό εγγράφων ήτοι της εγκυκλίου 74/94 για τις αμοιβές του ελέγχου συμβολαίων, του πίνακα αμοιβών για τις δίκες καθώς και της δήλωσης περί παραίτησης που έπρεπε να συνυποβάλλει για την είσπραξη της αμοιβής του, ξεκίνησε τη συνεργασία του με την Τράπεζα. Το ίδιο χρονικό διάστημα η εναγομένη συνεργαζόταν υπό το ίδιο καθεστώς με δύο ακόμη δικηγόρους-μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας, την Ε. Κ.-Μ. και τον Γ. Π., οι οποίοι από κοινού με τον ενάγοντα διαμαρτυρήθηκαν προς τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της εναγόμενης Τράπεζας για το χαμηλό ύψος των αμοιβών τους αποστέλλοντας το με ημερομηνία 3.1.1997 έγγραφό τους, με το οποίο ζήτησαν να εξεταστεί η δυνατότητα να αμείβονται με το τιμολόγιο του Συλλόγου τους, ανεξάρτητα από το ύψος διαφοράς κάθε υπόθεσης. Μάλιστα με το έγγραφο αυτό επεσήμαναν ότι για τις συνήθεις υποθέσεις της εναγομένης, που ήταν αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, οι αμοιβές με βάση τα οριζόμενα από το Δικηγορικό Σύλλογο Βέροιας ανέρχονταν σε 45.000-50.000 δραχμές και συνεπώς ήταν ανώτερες (από πρόδηλη γραφική παραδρομή στη προσβαλλομένη απόφαση αναγράφεται ότι υπολείπονται) των προβλεπομένων από τον πίνακα της Τράπεζας ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, προέβλεπε αμοιβή 8.000 δραχμών για την άσκηση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο και 12.000 για παράσταση και προτάσεις. Ότι η απάντηση της Τράπεζας ήταν αρνητική στο αίτημα αυτό των ως άνω τριών αμίσθων -εξωτερικών συνεργατών δικηγόρων, οι δύο από τους οποίους αποφάσισαν να διακόψουν τη συνεργασία τους με την εναγομένη Τράπεζα, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος συνέχισε να επιμελείται υποθέσεων της με το προϋπάρχον καθεστώς αμοιβών. Ότι αυτός μαζί με την εξοφλητική απόδειξη που εξέδιδε κάθε μήνα για τη λήψη της αμοιβής του, που υπολογίζονταν πάντοτε με βάση το τιμολόγιο της Τράπεζας, συνυπέβαλε και δήλωση ότι δεν έχει, ούτε διατηρεί, καμία αξίωση ή απαίτηση κατά της ΑΤΕ από την προσφορά νομικών υπηρεσιών, σε κάθε δε περίπτωση ό τι παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση, την οποία άλλωστε (δήλωση) απαιτούσε η Τράπεζα για να καταβάλει την αμοιβή. Ότι, με αυτά τα δεδομένα αυτά η συνεργασία τους συνεχίσθηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, όταν ο ενάγων αποχώρησε επιδίδοντας ταυτόχρονα στην εναγομένη εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, στην οποία εξέθετε τους λόγους της αποχώρησής του που συνοψίζονταν στις απαράδεκτα χαμηλές αμοιβές για τις παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για την υποστήριξη υποθέσεων της εναγομένης, τη διάψευση της προσδοκίας του για αναπροσαρμογή τους, που ήταν και ο λόγος της υπομονής και ανοχής που είχε επιδείξει από την αρχή της συνεργασίας τους και τέλος στη διαπίστωση ότι η Τράπεζα σταμάτησε να του αναθέτει τον έλεγχο των συμβολαίων δανεισμού με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο (ο οποίος αμείβεται με ποσοστό επί του ποσού του δανείου), τον οποίο ανέθετε πλέον σε δικηγόρο του Πρωτοδικείου Έδεσσας που αμειβόταν με πάγια αντιμισθία. Ότι με την ασκηθείσα στη συνέχεια ένδικη αγωγή του ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για την παράσταση, την σύνταξη και κατάθεση προτάσεων προς αντίκρουση της με αριθ. εκθ. κατ. 181/1998 ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ των οφειλετών της εναγομένης Σ. και Κ. Σ. που συζητήθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας την 28-1-1999 το οφειλόμενο υπόλοιπο της νόμιμης αμοιβής του, ποσού 28.415.789 δραχμών και ήδη 83.391.89 Ε, υπολογιζομένης κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων με ποσοστό 2% επί του ποσού των 1.421.389.461 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν η απαίτηση της δανείστριας Τράπεζας (εναγομένης), για την οποία επεσπεύδετο ο πλειστηριασμός, δηλ. ποσό 28.427.789 δραχμών, μετ' αφαίρεση του ποσού των 12.000 δρχ. που είχε λάβει από την Τράπεζα σύμφωνα με το πινάκιο των αμοιβών. Ότι, η πάροδος πέντε ετών από την παροχή των σχετικών νομικών υπηρεσιών και κυρίως επτά ετών από τότε που η εναγομένη με τα αρμόδια όργανα της αρνήθηκε την αναπροσαρμογή των αμοιβών και κατέστησε σαφές ό τι δεν επιθυμεί να καταβάλλει στους συνεργαζόμενους δικηγόρους αμοιβές μεγαλύτερες αυτών που είχε ορίσει με το πινάκιο της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων επέλεξε με την δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίσει την παροχή νομικών υπηρεσιών υπό το ίδιο καθεστώς παρά την ως άνω στάση της εναγομένης, καθιστούν καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του για την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής, προκειμένου αυτή να είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων, καθόσον με την προηγούμενη συμπεριφορά του δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θ' απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων, η μεταγενέστερη δε άσκηση της ένδικης αγωγής αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Ότι όλα τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από τη με ημερομηνία 3-1-1997 έγγραφη διαμαρτυρία των συνεργαζομένων με την εναγομένη δικηγόρων, μεταξύ των οποί ων και ο ενάγων, για το ύψος των αμοιβών που είχε ορίσει μονομερώς η εναγομένη, καθόσον με αυτήν ζητούσαν αναπροσαρμογή των αμοιβών κατά τον πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας, δηλ. τα ελάχιστα όρια που διαμορφώνονται ανά διετία με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ως ελάχιστη ενιαία αμοιβή για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας που προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και όχι την αναπροσαρμογή με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, την οποία ο ενάγων ζητεί για πρώτη φορά με την κρινόμενη αγωγή του και την οποία ουδέποτε αξίωσε από την εναγομένη κατά την διάρκεια της τετραετούς συνεργασίας τους, χωρίς μάλιστα να γίνεται λόγος για αναδρομικές αναπροσαρμογές ή για πρόθεση επιδίωξης συμπληρωματικών αμοιβών για παλαιότερες δικαστηριακές ενέργειες για λογαριασμό της Τράπεζας αλλά μόνο για το ύψος των αμοιβών για τις νέες υποθέσεις που θα κληθούν ν' αντιμετωπίσουν για λογαριασμό αυτής. Ότι, η ένδικη αξίωση συμπληρωματικής αμοιβής δεν μπορεί να εκτιμηθεί στα πλαίσια των προσωπικών διαμαρτυριών του ενάγοντος τα έτη 1997 και 1998 για το ύψος των αμοιβών που προέβλεπε ο πίνακας της Τράπεζας για τους εξωτερικούς συνεργάτες-δικηγόρους, καθόσον δεν απεδείχθη ότι οι οχλήσεις αυτές αφορούσαν την καταβολή αμοιβών με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και πολύ περισσότερο την καταβολή συμπληρωματικών αμοιβών για παλαιότερες υποθέσεις, αφού ο ενάγων με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αλλά και την από 12-10-2000 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγομένη κάνει λόγο μόνο για υποβληθέντα στο παρελθόν αιτήματα βελτίωσης του πλαισίου συνεργασίας με την Τράπεζα και για τις διαβεβαιώσεις μελλοντικών αναπροσαρμογών που ελάμβανε και όχι για την κοινοποίηση στην εναγομένη της πρόθεσης του προς αναζήτηση των αμοιβών που δικαιολογεί ο Κώδικας περί Δικηγόρων για ήδη διεκπεραιωθείσες υποθέσεις σε περίπτωση μη αναπροσαρμογής του πίνακα. Ότι, η δημιουργία πεποίθησης στην εναγομένη για την μη αναζήτηση συμπληρωματικής αμοιβής λόγω της προηγηθείσης συμπεριφοράς του ενάγοντος, που αντιφάσκει προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενισχύεται από το γεγονός ότι στις αρχές του έτους 1997 υπήρξε σαφής αρνητική απάντηση της εναγομένης στο αίτημα για αναπροσαρμογή των αμοιβών, μετά την οποία οι συνάδελφοι αποχώρησαν, ενώ ο ίδιος επέλεξε να συνεχίσει τη συνεργασία εν γνώσει της θέσης της εναγομένης, που δήλωσε εξ αρχής ότι δεν επιθυμεί να καταβάλλει τις υψηλότερες νόμιμες αμοιβές, από τις οποίες ο ενάγων δεν μπορεί να παραιτηθεί έγκυρα, με την συμπεριφορά του, όμως, να συνεχίσει να συνεργάζεται με την εναγομένη μέχρι τα τέλη περίπου του έτους 2000 ο ίδιος αποδυνάμωσε το δικαίωμά του για αναζήτηση τους, λαμβανομένου υπόψη ότι η συνέχιση της συνεργασίας του με απώτερο σκοπό να διατηρήσει τη θέση του συνεργάτη αποβλέποντας στη μελλοντική αύξηση των αμοιβών με αναδιαμόρφωση του πίνακα της Τράπεζας, υπήρξε επαγγελματική επιλογή του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος σε αντίθεση με τους συναδέλφους του που έκριναν μη συμφέρουσα τη συνέχιση της συνεργασίας και αποχώρησαν, επέλεξε την παραμονή προκειμένου να επωφεληθεί τυχόν μελλοντικής βελτίωσης των αμοιβών, ότι η μη ευόδωση των προσδοκιών αυτών δεν αναιρεί το γεγονός της οικειοθελούς συνέχισης της συνεργασίας με την εναγομένη, η οποία εύλογα δεν ανέμενε την εκ των υστέρων άσκηση αγωγών από τον ενάγοντα, ενώ η εξακολούθηση της παροχής νομικών υπηρεσιών έγινε αβίαστα και με δική του βούληση, καθόσον δεν αποδεικνύεται, ούτε ο ενάγων επικαλείται οποιονδήποτε λόγο που επέβαλε σ'αυτόν, άμεσα ή έμμεσα, αυτήν την επιλογή. Ότι, ο ενάγων πλην της κρινόμενης άσκησε κατά της εναγομένης και άσκησε κατά της εναγομένης και άλλες τέσσερις αγωγές και δη τις με αριθ. εκθ. κατ. 177 /30-11-2000 και 292/28-12-2004 στο Ειρηνοδικείο Βέροιας και 4028/30-11-2000,4529/29-12-2004 στο Πρωτοδικείο Βέροιας, με τις οποίες ζητεί την καταβολή επιπλέον αμοιβής για δεκατέσσερις υποθέσεις της εναγομένης στις οποίες παραστάθηκε, συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 2000 αξιώνοντας από την εναγομένη το συνολικό ποσό των 62.400.217 δραχμών ή 183.126,09 ευρώ. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η Τράπεζα δεν αιφνιδιάστηκε από τη δικαστική επιδίωξη των νομίμων αμοιβών αλλά αντίθετα την είχε προβλέψει επικαλούμενος, προς επιβεβαίωση της γνώσης της εναγομένης για τις προϋποθέσεις του, το γεγονός ότι αυτή σταμάτησε να του αναθέτει ελέγχους για να αποφύγει τη δικαστική επιδίωξη της νόμιμης αμοιβής κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, αναιρείται από το λογικό επιχείρημα ότι, εάν η εναγομένη είχε αντιληφθεί τις προθέσεις του ενάγοντα και προσπαθούσε να αποφύγει τυχόν μελλοντική εμπλοκή σε δικαστικές διαμάχες μαζί του, θα είχε προβεί άμεσα σε πλήρη διακοπή της συνεργασίας της με τον ενάγοντα και δεν θα είχε κανένα λόγο να περιοριστεί στη διακοπή ανάθεσης ελέγχου των δανειστικών συμβολαίων, η οποία ανατέθηκε στον δικηγόρο που αμειβόταν με πάγια αντιμισθία προφανώς διότι αυτός δε θα λάμβανε επιπλέον αμοιβή, ώστε να αποφευχθεί η αμοιβή των 150.000 δραχμών που θα καταβαλλόταν σε εξωτερικό δικηγόρο. Εξάλλου, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη, για να κριθεί καταχρηστική, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του, τις οποίες εύλογα θα επιφέρει η οικονομική επιβάρυνση της εναγομένης, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να καταβάλει επιπλέον αμοιβή, καθόσον πρόκειται για επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό τη δημιουργία κερδών για τους μετόχους της, χωρίς να αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι αυτή διαθέτει οικονομική επιφάνεια, καθόσον η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος θα εξαντλούνταν στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών, περιορίζοντας ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της». Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή ως βάσιμης ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης αυτής της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας (Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας) δεν παρεβίασε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μολονότι κατά τις παραδοχές της απόφασης του δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα κατά την πλειοψηφούσα άποψη, τα ανέλεγκτα αναιρετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αποδείχθηκαν και ιδιαίτερα ότι: α) η πάροδος πέντε πλήρων ετών από την παροχή των σχετικών νομικών υπηρεσιών αλλά κυρίως επτά ετών από τότε που η αναιρεσίβλητη μέσω των αρμοδίων οργάνων της αρνήθηκε την αναπροσαρμογή των αμοιβών και κατέστησε σαφές ότι δεν επιθυμεί να καταβάλει στους συνεργαζόμενους δικηγόρους αμοιβές μεγαλύτερες αυτών που είχε ορίσει με το πινάκιο της, β) ο αναιρεσείων επέλεξε με τη δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίσει την παροχή νομικών υπηρεσιών υπό το ίδιο καθεστώς, παρά την περιγραφομένη στην απόφαση συμπεριφορά της αντιδίκου του, δηλαδή αποδέχθηκε τις κοινές αμοιβές για όλους τους συνεργαζόμενους με την αναιρεσίβλητη δικηγόρους σε όλη τη χώρα, γ) αποδέχθηκε ο ίδιος τον τρόπο αυτό της αμοιβής εκδίδοντας και σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, που εξέδιδε η αντίδικος του στο τέλος κάθε μήνα για τη λήψη της αμοιβής του, που υπολογίζονταν πάντα με βάση το τιμολόγιο της Τράπεζας, συνυποβάλλοντας και δήλωση ότι δεν έχει ούτε διατηρεί καμία αξίωση ή απαίτηση κατά της ΑΤΕ από προσφορά νομικών υπηρεσιών, σε κάθε δε περίπτωση ότι παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση, δ) η συμπεριφορά του αυτή δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εδραία πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την αμοιβή που ορίζει ο Κώδικας Δικηγόρων ε) μετά την κατάσταση αυτή, που δημιουργήθηκε με τη συμπεριφορά του, η πληρωμή από την αναιρεσίβλητη της νόμιμης αμοιβής του αναιρεσείοντος θα επιφέρει σ' αυτήν σημαντική ζημία, και στ) με τα περιστατικά αυτά η αξίωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής προκειμένου αυτή να είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων ασκείται καταχρηστικώς, επαρκούν για να θεμελιώσουν κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος καταχρηστική. Επομένως, πρέπει, κατά την κρατήσασα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου αυτού και ειδικότερα των Αρεοπαγιτών Αντωνίου Αθηναίου και Σαράντη Δρινέα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ότι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με τη προσβαλλομένη απόφαση, πραγματικά περιστατικά, η άσκηση από τον αναιρεσείοντα με την ένδικη αγωγή του δικαιώματός του για πληρωμή της νόμιμης αμοιβής του με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, παρεβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον έγινε ειδικότερα δεκτό ότι ο αναιρεσείων α) από κοινού με τους συναδέλφούς του δικηγόρους Ε. Κ.-Μ. και Γ. Π. διαμαρτυρήθηκε προς την Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών με το από 3-1-1997 έγγραφό δηλ. λίγο μόλις χρόνο από την πρόσληψή του για το χαμηλό ύψος των αμοιβών ζητώντας να εξετασθεί η δυνατότητα αμοιβής σύμφωνα με το τιμολόγιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας, και β) διαμαρτυρήθηκε προσωπικά προς την εναγομένη το 1997 και 1998 για το ύψος των αμοιβών που προέβλεπε ο πίνακας της εναγόμενης Τράπεζας για τους εξωτερικούς συνεργάτες-δικηγόρους, τα περιστατικά δε αυτά των διαμαρτυριών και αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος ως προς το ύψος των καταβαλλομένων αμοιβών με αίτημα αναπροσαρμογής αυτών, λαβόντα χώρα εντός του μικρού επιδίκου χρονικού διαστήματος από τον Ιούνιο του 1996 μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, δεν μπορούν να στηρίξουν τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης της αναιρεσίβλητης περί μη ασκήσεως από τον αναιρεσείοντα του δικαιώματός του για την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του που του οφειλόταν με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων όρια αμοιβών, αλλ' ακριβώς το αντίθετο, αφού δεν περιέχεται και η παραδοχή ότι ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη την πρόθεση του ή άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα επιδιώξει την καταβολή αμοιβής σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση η παράλειψη του αναιρεσείοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση και αν ακόμη δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές του πίνακα, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψή και οι εκτιθέμενες λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν την δημιουργία τέτοιας πεποίθησης και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεων του αναιρεσείοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νομίμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμωμένη να παρέχει έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Επομένως, έπρεπε, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η απόφαση σε σχέση με τον ως άνω λόγο αναίρεσης λαμβάνεται με διαφορά μίας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί αυτός στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β Κ.Πολ.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Και. Παραπέμπει στη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό πρώτο λόγο αναίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διαδικασία αμοιβών δικηγόρου. Άσκηση αγωγής δικηγόρου Τράπεζας για υπόλοιπο οφειλομενης αμοιβής σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του κώδικα Δικηγόρων. Αγωγή καταχρηστική εφόσον επί πενταετία λάμβανε αυτός ως αμοιβές ποσά υπολειπόμενα των κατωτέρω ορίων του δικηγορικού κώδικα, χωρίς να προβάλει αντίρησηαλλά αντιθέτως να παραιτείται συγχρόνως και από τη λήψη της διαφοράς. Παραπομπή στη Τακτική Ολομέλεια του Αρείου λόγω λήψης απόφασης με διαφοράς μιας ψήφου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 257/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Δ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κάπο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1994/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 8011/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 5-6-2009 αίτησης για αναίρεση της 8011/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ. Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το, άρθρο 12 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή στον τρίτο βαθμό που είναι ο βαθμός του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου (Διοικητικού Συμβουλίου) της Τράπεζας της Ελλάδος, μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά, οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ήτοι να υπάρχει κενή οργανική θέση, να έχει συμπληρώσει ο υπάλληλος στο βαθμό που κατέχει, τον απαιτούμενο χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, να έχει τα προσόντα της ανώτερης θέσης και να έχει επιδείξει, σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα ... . Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσελήφθη στις 19-7-1976 από την εναγομένη κι ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθ' όσον ο Οργανισμός της Τράπεζας προβλέπει όριο ηλικίας, μετά τη συμπλήρωση του οποίου, ο υπάλληλος αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία, μετά από επιτυχία της σε διαγωνισμό, ενταχθείσα στον λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων. Εξελίχθηκε υπηρεσιακά, μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-10-1994. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού τμήματος της Σχολής Ν.Ο.Ε. του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχει καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει δώδεκα επιμορφωτικά σεμινάρια, ήταν εισηγήτρια σε τέσσερα εκπαιδευτικά σεμινάρια που διενεργήθηκαν στην Θεσσαλονίκη και συντονίστρια δύο ερευνών, κατά παραγγελία της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών για τις προοπτικές του τουρισμού στη Χαλκιδική το 2003. Κατά την πρόσληψή της, τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας στη … στο τμήμα Εισαγωγών Εξαγωγών, από το 1976 έως το 1985 και εν συνεχεία στη Στατιστική Υπηρεσία από το 1985 έως το 1995 και στο τμήμα Ισοζυγίου-Στατιστικής (Υπηρεσία Οικονομικής Συγκυρίας), από το 1995, συνεχώς, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Στο Τμήμα αυτό, άσκησε καθήκοντα αναπληρώτριας Προϊσταμένης από 5-8-1999 έως 11-7-2002 και εν συνεχεία, καθήκοντα Προϊσταμένης. Στις εκθέσεις αξιολόγησης, επί δέκα επτά συνολικά κριτηρίων, το έτος 1999 χαρακτηρίσθηκε με 10 "εξαίρετη" και 7 "πολύ καλή", το 2000 με 11 "εξαίρετη" και 6 "πολύ καλή", το 2001 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", το 2002 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή". Η τελευταία βαθμολογία λαμβάνεται υπ' όψιν, μόνον για τις προαγωγικές κρίσεις του 2003. Κατά τις κρίσεις της 27-5-2002 για την προαγωγή Τμηματαρχών στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, παρελείφθη η εκκαλούσα (ενάγουσα) και προήχθησαν οι κατωτέρω συνάδελφοι της: 1. Α. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-2-1972, εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1992, απασχολήθηκε στον τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης και σε άλλες υπηρεσιακές μονάδες, παρακολούθησε πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει πολύ καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με 13 "εξαίρετος". 2. Χ. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1992, είναι κάτοχος διπλώματος "Proficiency" της Αγγλικής γλώσσας, έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο και βαθμολογήθηκε το 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", και το 2000 με 15 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Ταμείου Τίτλων της Διεύθυνσης Ταμείων και στο Τμήμα Διαχείρισης Ξένων Τραπεζογραμματίων, άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου από 14-8-1984 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 8-12-1991. Υπήρξε εισηγητής σε επιμορφωτικά σεμινάρια υπαλλήλων της Τράπεζας και μέλος της ομάδας εργασίας της Interpole για την καταπολέμηση της πλαστότητας τραπεζογραμματίων. 3. Κ. Β., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 12-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 3-4-1991, γνωρίζει την αγγλική σε επίπεδο "Lower", έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός" και το 2000 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στην Υπηρεσία διαχειρίσεως, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 3-4-1995. Συνέταξε μελέτη για τη μηχανοργάνωση των κλειδαρίθμων που υλοποιήθηκε από την Τράπεζα. 4. Β. Β., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 8-7-1974, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1995, έχει καλή γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει επτά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με 13 "εξαίρετος" και το 2000 με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Οργάνωσης και προγραμματισμού και στο τμήμα Καταθέσεων του Τομέα Οργάνωσης και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου, από τον Οκτώβριο του 2000 στο Τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών. 5. Κ. Μ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 19-6-1973, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-1-1992, παρακολούθησε τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 με 17 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Διαχείρισης ξένων τραπεζογραμματίων και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-7-1988. Συνέταξε μελέτες και εισηγήσεις σε επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής σε προγράμματα εκπαίδευσης σχετικά με τον έλεγχο γνησιότητας των τραπεζογραμματίων, συνέταξε δε αντίστοιχο εγχειρίδιο. Υπήρξε μέλος επιτροπών για το σχεδιασμό της παραγωγής και κυκλοφορίας του ευρώ, της απόσυρσης του εθνικού νομίσματος και της εκπαίδευσης του κοινού στο ευρώ, ενώ συμμετείχε και σε ομάδες εργασίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 6. Θ. Μ. - Γ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 3-3-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1987, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 και το 2000 με 17 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών και άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16-5-1991 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21-7-1992. Έχει εκπονήσει προτάσεις για την ενοποίηση των λογαριασμών της μισθοδοσίας του προσωπικού της Τράπεζας και για τις εισφορές των ασφαλιστικών ταμείων της και είχε αναλάβει καθήκοντα ελεγκτή αστικής εταιρίας. 7. Σ. Χ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 12-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1992, γνωρίζει μέτρια την αγγλική και ιταλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια. Δεν βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000, διότι απεσπάσθη στο Σ.Υ.Τ.Ε., από 7-9-1995, ως συνδικαλιστής, ο χρόνος όμως της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28-11-1988. 8. Δ. Γ., πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, ΑΣΟΕΕ και ΑΒΣ Θεσσαλονίκης. Προσελήφθη στις 19-7-1976, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1990. Έχει μέτρια γνώση της Αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια της Τράπεζας και έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια εκτός Τραπέζης, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης, έχει συμμετάσχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας και υπήρξε εισηγητής σε σειρά σεμιναρίων επί τραπεζικών και οικονομικών θεμάτων. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών, στην Υπηρεσία Εποπτείας, και στην Υπηρεσία Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21-7-1989 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 26-6-2000. 9. Β. Δ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 14-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής, έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων και βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 και 2000 με 13 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Ενέγγυων πιστώσεων και αξιών και στον τομέα μελέτης και σχεδιασμού της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών. Έχει συντάξει σημαντικό αριθμό μελετών, σχεδίων και προτάσεων και υπήρξε εισηγητής σε σεμινάρια του Τμήματος Επιμόρφωσης της Τράπεζας. 10. Ν. Κ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 11-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής, έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια και για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στον Τομέα Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτού Προϊσταμένου Τμήματος από 1-8-2001. Είναι τακτικό μέλος της ομάδας εργασίας της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Eurostat για το ισοζύγιο πληρωμών. 11. Σ. Κ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 12-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων. Βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 και 2000 με δεκατρία "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο τμήμα εποπτείας λοιπών Εμπορικών Τραπεζών, στο τμήμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών του τμήματος κίνησης κεφαλαίων, στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας. 12. Α. Τ., πτυχιούχος Α.Β.Σ. Πειραιώς, προσελήφθη στις 21-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1996, έχει μέτρια γνώση της Αγγλικής και πολύ καλή γνώση της Γαλλικής, έχει παρακολουθήσει επτά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με δέκα έξι "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με εννέα "εξαίρετος" και επτά "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στο Τμήμα πιστώσεως και αναπροεξοφλήσεως χαρτοφυλακίου Τραπεζών, στην Υπηρεσία Αξιών - Ενέγγυων πιστώσεων, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών και Συναλλάγματος και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 15-3-1995. Από τη σύγκριση των προσόντων τους με αυτά της εκκαλούσας (ενάγουσας), προκύπτει ότι η τελευταία υστερεί ως προς την γενική και ειδική αρχαιότητα του πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου, ισοδυναμεί με τον όγδοο ως προς την γενική αρχαιότητα, ενώ υστερεί τούτου ως προς την ειδική, υπερτερεί, ως προς τα ίδια στοιχεία, των ενάτου, δέκατου, ενδέκατου και δωδέκατου. Υπερτερεί, ως προς τους τίτλους σπουδών, ως κατέχουσα πτυχίο Α.Ε.Ι., των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου, οι οποίοι είναι απόφοιτοι Γυμνασίου. Είναι ισοδύναμη με τους ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο, ενώ υστερεί του όγδοου (Δ. Γ.), ο οποίος κατέχει τρία πτυχία Α.Ε.Ι. Είναι ισοδύναμη με όλους ως προς την γνώση της Αγγλικής, πλην του δεύτερου ως προς το επίπεδο γνώσης (Proficiency), του εβδόμου και δωδέκατου, οι οποίοι γνωρίζουν δύο ξένες γλώσσες. Υπερτερεί όλων ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων. Ως προς την βαθμολογία των ετών 1999 και 2000 που ελήφθη υπ' όψιν για την ένδικη προαγωγική κρίση, υστερεί των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, ένατου, δέκατου και ενδέκατου, ενώ ως προς τον δωδέκατο, υστερεί στη βαθμολογία του 1999 και υπερτερεί στη βαθμολογία του 2000. Με βάση τα στοιχεία αυτά, δεν προκύπτει κατάδηλη αλλά απλή υπεροχή της εκκαλούσας έναντι των συναδέλφων της. Η υπεροχή της έναντι των συναδέλφων της που προαναφέρθηκαν, ως προς τους τίτλους σπουδών, αντιτάσσεται έναντι της υπεροχής των τελευταίων ως προς την γενική και ειδική αρχαιότητα, στοιχεία που συνεκτιμώνται και με την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και τη γνώση και εμπειρία που απέκτησαν. Συνεπώς, η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας περί προαγωγής των προαναφερθέντων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της εκκαλούσας (ενάγουσα), δεν είναι κατάφωρα άδικη και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε, εναντίον της καλής πίστης, η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή, κατά την κυρία της βάση (σε σχέση με τους ως άνω δώδεκα συγκρινόμενους υπαλλήλους), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά η προαγωγή των προαναφερθέντων δώδεκα υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), δεν είναι κατάφωρα άδικη, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων. Ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: Κατά τις επόμενες προαγωγικές κρίσεις, της 15-12-2003, στον ίδιο βαθμό, παρελείφθη η εκκαλούσα (ενάγουσα) και προήχθησαν οι κατωτέρω συνάδελφοι της: 1. Γ. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 20-4-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 15-7-1996, έχει μέτρια γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 2000 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", το 2001 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και το 2002 με δέκα έξι "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα … και στο κεντρικό Κατάστημα στη Διεύθυνση Ταμείων. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 1-12-1988 και Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 18-7-1994 2. Ι. Γ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-11-1979, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1999, έχει μέτρια γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα …, στο ΙΕΤΑ. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 11-10-1989 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 29-4-1991. Από 12-5-1997, είναι Προϊστάμενος Υπηρεσίας στον Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας και γι' αυτό δεν έχει αξιολογηθεί από τότε. 3. Ι. Ε., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 7-11-1974 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-1-1995. Έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο. Έχει μέτρια γνώση της αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 2000 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", και το 2001, 2002 με δέκα επτά "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα … και Κεντρικό Κατάστημα στο Ταμείο Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ, στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης και άσκησε καθήκοντα Διευθυντού των διοικητικών υπηρεσιών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ τα έτη 2001 και 2002. 4. Χ. Μ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 24-1-1972 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1993. Έχει καλή γνώση της αγγλικής και έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε το 2000, 2001, 2002 σε όλα τα στοιχεία "εξαίρετος". Ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 12-2-1992, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 30-12-1993 και από 17-2-2001 είναι Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Γραμματείας Διεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας. Από τη σύγκριση των προσόντων τους με αυτά της εκκαλούσας (ενάγουσας), προκύπτει ότι η τελευταία υπερέχει όλων ως προς τους τίτλους σπουδών, υστερεί του πρώτου, τρίτου τέταρτου ως προς την γενική αρχαιότητα, υπερτερεί του δεύτερου, ως προς αυτήν, υπερτερεί του πρώτου, δεύτερου, τρίτου ως προς την ειδική αρχαιότητα, ενώ υστερεί του τέταρτου. Υπερτερεί όλων ως προς τον αριθμό σεμιναρίων, ισοβαθμεί με όλους ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ υστερεί όλων ως προς τη βαθμολογία. Με βάση τα στοιχεία αυτά, δεν προκύπτει κατάδηλη, αλλά απλή υπεροχή της εκκαλούσας έναντι των άνω συναδέλφων της. Συνεπώς, η κρίση του Γενικού συμβουλίου της Τράπεζας περί προαγωγής των προαναφερθέντων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αντί της εκκαλούσας, δεν είναι κατάφωρα άδικη και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε από αυτήν, εναντίον της καλής πίστης, η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε καταφανής, αλλά απλή υπεροχή της αναιρεσείουσας, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι των προαναφερόμενων τεσσάρων συναδέλφων της και ότι η παράλειψη της και η αντ' αυτής προαγωγή εκείνων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου κατά τις κρίσεις της 15-12-2003, δεν ήταν καταφώρως άδικη, έτσι δε δεν παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση (σε σχέση με τους ως άνω τέσσερις συγκρινόμενους υπαλλήλους), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, μόνο ως προς τους συγκρινόμενους υπαλλήλους Γ. Α., Ι. Ε. και Χ. Μ., αφού υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά η προαγωγή των προαναφερθέντων τριών υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), κατά τις κρίσεις της 15-12-2003, δεν είναι κατάφωρα άδικη, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων σε σχέση με την αναιρεσείουσα και τους τρεις ως άνω υπαλλήλους. Αντίθετα, σε σχέση με τον συγκρινόμενο υπάλληλο Ι. Γ., το Εφετείο με την κρίση του ότι και ως προς αυτόν η αναιρεσείουσα δεν υπερτερεί καταδήλως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Ειδικότερα, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της αναιρεσείουσας, συγκρινόμενα κατόπιν συνολικής εκτιμήσεώς τους, με εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου της, προσδίδουν σ' αυτήν κατάδηλη έναντι εκείνου υπεροχή. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα υπερέχει αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γενική και ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό σεμιναρίων, τη γνώση ξένης γλώσσας και τη βαθμολογία. Περαιτέρω, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο υπάλληλος αυτός έχει μέτρια γνώση και η αναιρεσείουσα καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας, εν τούτοις κρίνει ότι ισοβαθμεί ως προς αυτόν στη γνώση ξένης γλώσσας. Ακόμη, ενώ γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι ο υπάλληλος αυτός από 12-5-1997 δεν έχει αξιολογηθεί ως προς την εκτέλεση τραπεζικών εργασιών, εν τούτοις δέχεται ότι και αυτός υπερτερεί της αναιρεσείουσας στη βαθμολογία. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, σε σχέση μόνο με τον συγκρινόμενο υπάλληλο της αναιρεσίβλητης Ι. Γ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 8011/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ. Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γεν. Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου ( ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωσε , τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανωτέρω βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί( ΑΚ 207 παρ 1) Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη , όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου.Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Αναιρείται η απόφαση του Εφετείου για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτολογίες του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 201 και 207 ΑΚ.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 255/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαρδή. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1500/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7942/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντίδικου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την 1302Β/19-11-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 1520 παρ.1 και 3 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά το Ν. 1329/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, ως καθιερούμενο δικαίωμα εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1510 έως 1519 του ΑΚ) και απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής του γονέα προς το τέκνο, κατά τη ρύθμιση όμως αυτού του δικαιώματος λαμβάνεται υπόψη πρωτίστως το αληθινό συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 534/91), που υπάρχει, όταν η επικοινωνία συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου και της προσωπικότητας του ανηλίκου. Το δικαίωμα της επικοινωνίας δεν αναιρείται από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του γονέα για τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς του ούτε μπορεί να αποκλειστεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η άσκησή του με οποιοδήποτε τρόπο θα απέβαινε επιβλαβής για τον ανήλικο. Το συμφέρον του τέκνου, ως κριτήριο για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται από το δικαστήριο ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και το διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 3-5-1997 στην Αθήνα, από τον οποίο απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο, τον Θεόδωρο, ηλικίας σήμερα 11 ετών. Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε οριστικά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 1998 και τελικά ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1917/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ο ανήλικος διαμένει με την μητέρα του στην ιδιόκτητη κατοικία της στην ..., στην οποία [εναγομένη], δυνάμει της υπ' αριθμό 587/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια του ανηλίκου. Ο ενάγων διατηρεί κατάστημα στο χωριό ... και διαμένει στο ..., επί μία εξαετία δε, δεν επιδίωξε την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο του". Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρει ότι κατά την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του, δυνάμει της 7892/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που ρύθμισε προσωρινά αυτό το δικαίωμα, το ανήλικο αποκάλυψε "επανειλημμένες πράξεις ασέλγειας σε βάρος του από τον πατέρα του, με χάδια στα γεννητικά όργανα του παιδιού απ' αυτόν και του ιδίου μπροστά στο παιδί, λέγοντάς του ότι με αυτό τον τρόπο του έκανε ένα τεστ. Οι ασελγείς πράξεις σε βάρος του γίνονταν, σύμφωνα με τις αφηγήσεις του ανηλίκου προς την παιδοψυχίατρο Ι. Κ., όταν βρισκόταν μόνος με τον πατέρα του στο αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους και συγκεκριμένα κάποια Κυριακή που είχε αυτός έρθει από την επαρχία για να τον συναντήσει. Περιέγραψε επίσης ο ανήλικος σκηνές μέθης του πατέρα κατά τις συναντήσεις του και απρεπούς απέναντί του συμπεριφοράς. Τη σοβαρή αυτή αποκάλυψη για το ως άνω πραγματικό γεγονός επιβεβαίωσε ο ανήλικος και κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Δικαστήριο (Εφετείο), στο οποίο τόνισε χαρακτηριστικά ότι η παρουσία του πατέρα του δημιουργεί σ' αυτόν αίσθημα φόβου και ότι από τότε που ασέλγησε σε βάρος του δεν θέλει να τον ξαναδεί". Και καταλήγει το Εφετείο, ότι "επιβάλλεται αποκλεισμός του σχετικού δικαιώματος (επικοινωνίας), εφόσον ο ενάγων διέπραξε σοβαρό παράπτωμα σε σχέση με το παιδί. Ο αποκλεισμός είναι αναγκαίος χάριν προστασίας του συμφέροντος του τέκνου και η εκτίμηση της υποκειμενικής πλευράς του συνδέεται κυρίως με την ανάγκη προστασίας του στο παρόν από την επιβάρυνση και τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις που θα συνεπάγεται γι' αυτό μια επικοινωνία, η οποία θα είναι αντίθετη προς τη θέλησή του". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος για ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1520 του Α.Κ. που εφήρμοσε, διαλαμβάνοντας στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή εξαιρετικά σπουδαίου λόγου αποκλεισμού του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο του. Ειδικότερα: 1) Ενώ αποδίδονται σε βάρος του αναιρεσείοντος επανειλημμένες πράξεις ασέλγειας, με χάδια στα γεννητικά όργανα του ανηλίκου και του ιδίου με επιβεβαιωτικό σκοπό (ως τεστ) κατά μία Κυριακή, δεν καθίσταται σαφές, αν απέβλεπε ο αναιρεσείων να διεγείρει ή ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του ανηλίκου ή του ιδίου ή αμφοτέρων, ώστε να αρμόζει ο προσδιορισμός "ασελγείς" στις πράξεις αυτές ή επρόκειτο για προσπάθεια διαπίστωσης της κανονικής αναπτύξεως των χαρακτηριστικών του φύλου (άρρενος) του ανηλίκου, οπότε εκλείπει το ηθικώς επίμεμπτο της συμπεριφοράς και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "σοβαρό παράπτωμα", που δικαιολογεί τον αποκλεισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με το ανήλικο τέκνο του. 2) Ενώ δέχεται ότι ο αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με το ανήλικο τέκνο του επιβάλλεται λόγω της αντικειμενικής βαρύτητας του παραπτώματος σε βάρος του ανηλίκου, με τρόπο αντιφατικό στη συνέχεια δέχεται ότι ο αποκλεισμός αυτός επιβάλλεται γιατί η επικοινωνία είναι αντίθετη με τη θέληση του ανηλίκου. 3) Ανεπαρκώς αιτιολογείται η αναγκαιότητα πλήρους αποκλεισμού του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, προς επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του, με την ως άνω (κυρίως) συμπεριφορά του κατά μια και μόνον συγκεκριμένη ημέρα, χωρίς να αναφέρεται γιατί θα ήταν εναντίον του συμφέροντος του ανηλίκου να επιτρέπεται στον πατέρα του να επικοινωνεί με αυτό υπό όρους (τόπου, χρόνου, παρουσίας τρίτων κλπ.) αποκλεισμού της πιθανότητας εκδηλώσεως ανάλογης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς το ανήλικο τέκνο του. Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται και όπως συμπληρώνεται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δικ.), λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7942/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσωπική επικοινωνία πατέρα με τέκνο του μπορεί να υποβληθεί σε περιορισμούς όχι να αποκλεισθεί χωρίς σοβαρό λόγο. Ανεπαρκής αιτιολογία Εφετείου. Αναιρείται.
null
null
0
Αριθμός 253/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου -Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 και 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει: α) την υπ' αριθμ. 5/22.12. 2010 έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ. Κ. του Χ., υπηκόου Κύπρου, κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, κατά της υπ' αριθμ. 17/21.12.2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και β) την από 29 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση αντικατάστασης της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Κύπρου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 5 και ημερομηνία 22.12.2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιά. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος -εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η έφεση καθώς και η αίτηση αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ" προκύπτει ότι, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από δε τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως στον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου. Συνεπώς, η υπ' αριθ. 5/22-12-2010 έφεση του εκζητουμένου Χ. Κ. του Χ., Κύπριου υπηκόου, από τις Αρχές της Κύπρου κατά της 17/ 21-12-2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, με την οποία αποφασίστηκε η κατ' αυτού εκτέλεση του αναφερομένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ασκήθηκε νομοτύπως ενώπιον του Γραμματέα του άνω Συμβουλίου και εμπροθέσμως. Όθεν, πρέπει να ερευνηθεί κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, ως και η από 29-12-2010 αίτηση του εκζητουμένου, που παραπέμφθηκε με το 7/ 2011 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ζητεί την άρση άλλως την αντικατάσταση τη^ κρατήσεως του που διατάχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με περιοριστικούς όρους κατ' άρθρο 16 του άνω νόμου . Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλους Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές τού Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοση του θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από δε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνθεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται • την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της. Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου, είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών... Το ένταλμα τούτο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ιδίου νόμου εκτελείται υπό την επιφύλαξη περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του νόμου τούτου, εφόσον η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. α).... γ) εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία...θ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες...ιγ) παροχή βοήθειας για παράνομη είσοδο και διαμονή στη χώρα... .Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 του αυτού νόμου, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις α)....ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: ί) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή ιι) τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους•- μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους απαγορεύεται η δίωξη για το ίδιο έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του ιδίου νόμου η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να αναβάλει την προσαγωγή του εκζητουμένου ώστε να διωχθεί στο ελληνικό κράτος ή, αν έχει ήδη καταδικαστεί, να εκτίσει στο ελληνικό έδαφος καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, την εξέταση του εκζητουμένου ενώπιον του άνω Συμβουλίου και του παρόντος Δικαστηρίου και όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα: Δυνάμει του εκδοθέντος από τον Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή Λεμεσού Κύπρου από 17-07-2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ο εκζητούμενος από τις Κυπριακές Αρχές Χ. Κ. του Χ., Κύπριος υπήκοος, ζητείται να συλληφθεί προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη και δικαστεί ως υπαίτιος των ακολούθων πράξεων και δη της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος του λαθρεμπορίου μεταναστών, της συνωμοσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της παροχής ασύλου προς αλλοδαπούς κατά παράβαση του νόμου περί αλλοδαπών και μεταναστεύσεως, της υποβοηθήσεως υπηκόου τρίτης χώρας εκ προθέσεως επί σκοπού αποκομίσεως κέρδους προκειμένου να τελέσει παράβαση του νόμου περί αλλοδαπών και μεταναστεύσεως, της συνωμοσίας, προς διάπραξη του πλημμελήματος της εισόδου εντός λιμενικού χώρου άνευ αδείας της αρχής λιμένων, του λαθρεμπορίου μεταναστών, της παροχής ασύλου προς αλλοδαπούς και της παραβάσεως του νόμου περί παρεμποδίσεως και καταπολεμήσεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατηγορούμενος ειδικότερα κατά το άνω ευρωπαϊκό ένταλμα ότι την 7-7-2009 κατά γενομένη έρευνα από τις Κυπριακές αρχές στο πλοίο Ν. που λιμενιζόταν στο λιμάνι της Λεμεσού και θα απέπλεε για Πειραιά διαπιστώθηκε ότι σε ρυμουλκούμενο ψυγείο, το οποία θα φορτωνόταν στο παραπάνω πλοίο εκρύβοντο 17 αλλοδαποί (Πακιστανοί, Ινδοί, κλπ), ως και ότι το ανωτέρω ψυγείο ανήκε στον εκζητούμενο, ο οποίος από κοινού με τον Πανίκο Χουβαρδά, υπήκοο Κύπρου και άγνωστο αλλοδαπό είχαν ενωθεί προκειμένου να μεταφέρουν τους εν λόγω αλλοδαπούς αντί 3.500 έως 4.000 ευρώ έκαστο, στον Πειραιά. Οι αναφερόμενες πράξεις που του αποδίδονται με το άνω ένταλμα διώκονται και τιμωρούνται από τους Κυπριακούς νόμους δυνάμει των άρθρων 371 κεφ. 154, 8 Ν. 11/ 2003 "περί Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων Νόμου", 6 (1) (α) και 6 (2) (β) του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών, 372 του κεφ. 154, 19 (η) κεφ. 105, Ν. 8 (1) 2007, 19, Α2, 372 κεφ. 154, καν. 15 και 128 ΚΠΔ 8/76, 19 (η) κεφ. 105 Ν. 188 (1) 2007, 4 [(iii)] (iν), 2 (α) - (β)-(γ)] και 5 Κυπριακού ΠΚ, δια ποινών φυλακίσεως 7, 1, 8, 3, 10, 1 και 14 ετών αντιστοίχως, προβλέπονται δε και τιμωρούνται και από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους δια στερητικής της ελευθερίας ποινής, το ανώτατο όριο της οποίας είναι τουλάχιστον δώδεκα μήνες (άρθρο 88 παρ. Ιβ' Ν. 3386'' 2005, όπως έχει τροποποιηθεί δια του άρθρου 48 παρ. 4β' Ν. 3772/ 2009), εξ αυτών δε η εμπορία ανθρώπων και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες εξαιρούνται συμφώνως προς τα ανωτέρω του κανόνος του διττού αξιοποίνου. Το ένταλμα τούτο, το οποίο προσκομίζεται στην ελληνική γλώσσα, φέρει ήμερο χρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα οριζόμενα από τον άνω νόμο στοιχεία, ήτοι την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, το όνομα, τη διεύθυνση και τα - λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων για τα οποία ο εκζητούμενος διώκεται, ενώ περιγράφονται οι περιστάσεις τέλεσης τούτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος, ο τόπος τέλεσης και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις άνω αξιόποινες πράξεις. Έτσι το ένταλμα αυτό πληροί τα στοιχεία της τυπικής εγκυρότητας κατά το νόμο 3251/ 2004 και συντρέχει εν προκειμένω το διττό αξιόποινο για τις πράξεις αυτές κατά το δίκαιο των δύο τούτων χωρών, ανεξαρτήτως του ότι για τις άνω τελευταίες πράξεις δεν απαιτείται ο έλεγχος του διττού αξιοποίνου. Ο εκζητούμενος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ζήτησε να μην εκτελεστεί το ένταλμα αυτό διότι κατ' αυτόν, οι άνω πράξεις έχουν τελεστεί εν μέρει επί ελληνικού εδάφους και συνεπώς συντρέχει λόγος αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος τούτου. Ο ισχυρισμός του, όμως αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά το ένταλμα τούτο δεν προκύπτει ότι οι πράξεις αυτές έχουν τελεστεί εν όλω ή εν μέρει επί ελληνικού εδάφους ούτε άλλωστε έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη από τις ελληνικές αρχές για τις ανωτέρω πράξεις. Περαιτέρω, προκύπτει ότι εναντίον του έχει ασκηθεί από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς ποινική δίωξη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (άρθρο 394 παρ. 4 ΠΚ). Η πράξη όμως αυτή είναι αντικειμενικώς ήσσονος βαρύτητας σε σχέση με τις πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί το ένταλμα, αφού είναι πλημμεληματική και ως εκ τούτου δεν δημιουργεί λόγο αναβολής της προσαγωγής του εκζητουμένου. Πλέον τούτων, ο εκζητούμενος είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ύποπτος φυγής και εντεύθεν δεν συντρέχει περίπτωση αντικαταστάσεως της κρατήσεως του δια περιοριστικών όρων. Έτσι, το ένταλμα αυτό περιέχει όλα τα τυπικά κατά το άρθρο 2 του άνω νόμου στοιχεία, δεν αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 1 του ιδίου νόμου και δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις απαγορεύσεως ή δυνατότητας απαγορεύσεως εκτελέσεως τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13 του νόμου τούτου ο δε εκκαλών είναι πράγματι το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα τούτο. Όθεν, η προσβαλλόμενη απόφαση (βούλευμα) του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και αποφάσισε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού τούτου εντάλματος για την εκτέλεση του οποίου συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν συνακολούθως και η έφεση στο σύνολο της ως και η άνω αίτηση αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεως του δια περιοριστικών όρων. Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν τον εκκαλούντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει παρόντος του εκκαλούντος. Συνεκδικάζει την έφεση και την εις το σκεπτικό αίτηση. Δέχεται τυπικά την έφεση. Απορρίπτει αυτήν ως και την άνω αίτηση κατ' ουσίαν. Και Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις στις 11 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Περιεχόμενο για το τυπικό κύρος του. Προϋπόθεση για την έκδοσή του. Εκτελείται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του Ν. 3251/2004. Σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται η εκτέλεση του εντάλματος χωρίς τον έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Πότε η δικαστική Αρχή αρνείται την εκτέλεσή του. Η δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση, να αναβάλει την προσαγωγή του εκζητουμένου ώστε να διωχθεί στο Ελληνικό κράτος, ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στο ελληνικό έδαφος καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα. Απορρίπτει έφεση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 252/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου C. O. O. του T., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 59865/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1417/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 398/30-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία 14-10-2010 κατατεθείσα δήλωση αναίρεσης του C. O. O. του T., κατοίκου ..., οδός ... και ..., κατά της με αριθμ. 6918/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 2976/25.5.10 έφεσή του, κατά της με αριθμ. 59865/07 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "...§ 2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους κατά δε την δεύτερη "Όταν ο ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ..." προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης γίνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 509 ΚΠΔ και ότι κατά παρέκκλιση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο και η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό προς τούτο βιβλίο το οποίο τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων που δεν είναι καταδικαστικές όπως οι αποφάσεις των δικαστηρίων που απορρίπτουν εφέσεις σαν απαράδεκτες (ΑΠ 498/1981 ΠΧ ΛΑ/747, ΑΠ 577 και 578/1974 Π.Χ. ΚΕ/15 και 16, ΑΠ 400/1999 ΠΧ Ν 2000/35, ΑΠ 143/2004 ΠΧ ΝΔ 2004/881, ΑΠ 754/2005 ΝΕ 2005/1019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την με ημερομηνία 14-10-2010 δήλωση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε την 15-10-2010 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως προκύπτει από την επισημείωση του Δικαστικού επιμελητή ... πάνω στο σώμα της δήλωσης αναίρεσης ( βλ. αναίρεση). Από την δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο δηλών αναιρεσιβάλλει την με αριθμ. 6918/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε την με αριθμ. 2976/25-5-2010 έφεση του κατά της με αριθμ. 59865/07 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Τουτέστιν η δήλωσή του για άσκηση αναίρεσης στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα εκ του λόγου αυτού και σαν τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (αρ. 476 παρ. 1 -583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω (Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με ημερομηνία 14/10/2010 κατατεθείσα δήλωση αναίρεσης του C. O. O. του T., οδός ... και ..., ..., κατά της με αριθμ. 6918/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 2976/25.5.10 έφεσή του, κατά της με αριθμ. 59865/07 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναίρεσης στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 25/11/2010 Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 ...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον στην καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, δεν είναι καταδικαστική. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6918/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 59865/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κηρυχθεί αυτός ένοχος για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, χρήσης νοθευμένου εγγράφου, και του είχε επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως. Συνεπώς, η κρινόμενη από 14-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά της εν λόγω μη καταδικαστικής, κατά τα προεκτεθέντα, 6918/2010 αποφάσεως, ασκηθείσα με επίδοση δηλώσεως της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ τρόπο, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκησή της διατυπώσεις (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Κατ' ακολουθία, και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος κατά την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνισή του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του O. O. C. του T. και της A., κατοίκου ..., για αναίρεση της 6918/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του ΑΠ, κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, αφού δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
2
Αριθμός 251/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Γ. Ζ. του Α., κάτοικο ..., και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2482-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 27 Απριλίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του …, υπαλλήλου Γραμματείας της δικαστικής Φυλακής Μαλανδρίνου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 17-9-2010. Κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 17-9-2010, εμφανίσθηκε ως άγγελος η δικηγόρος Αθηνών Στέλλα Τσολακίδη, η οποία υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, λόγω κωλύματος της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Μαριάννας Παπαδάκη, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό, και η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση της 21-1-2011, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 1512/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Ο ανωτέρω, όμως, δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Γ. Ζ. του Α. και Ε., κρατουμένου των δικαστικών Φυλακών …, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2482/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 250/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου H. H. C. του C. L., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπατσίκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.2773/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)J. D. M. A. και 2)A. D. M. A. και πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Τ., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 675/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται από το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι ψευδή. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα ενόρκως κατέθεσε είναι ψευδή. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο εκείνο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι J. D. M.A. και A. D. M.A. και ο αδελφός τους R. D. M.A., που απεβίωσε στις 28-12-1998, με κέντρο δραστηριοτήτων τη Μασσαλία οι δύο πρώτοι και το Λονδίνο ο τρίτος, είχαν αναπτύξει σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα και στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας είχαν ιδρύσει πλέον των εκατό (100) εταιρειών ανά τον κόσμο. Τις εταιρείες αυτές ήλεγχαν μέσω άλλων εταιρειών και φυσικών προσώπων. Στην Ελλάδα ο Όμιλος Α. ήλεγχε την ανώνυμη εταιρεία εμπορίας ελαίων και τροφίμων με την επωνυμία "ΕΚΑ-ΜΑΡ ΕΒΑΕ", με αντικείμενο την αγορά και εξαγωγή στην Ευρώπη ελληνικών ελαιολάδων, καθώς και την εταιρεία "ΚΑΣΤΕΛ ΑΕΒΕ" με το αυτό περίπου αντικείμενο εργασιών. Την πρώτη από τις εταιρείες αυτές ίδρυσε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων Χ. Τ. το έτος 1977, όταν παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή στην εταιρεία "ΕΛΑΪΣ". Στην εταιρεία αυτή (ΕΚΑ-ΜΑΡ), η οποία στη συνέχεια κατέστη μοναδική μέτοχος της "ΚΑΣΤΕΛ Α.Ε.", ο όμιλος των εταιρειών Α. απέκτησε αρχικά το 60% στις δε γενικές συνελεύσεις των μετόχων εμφανιζόταν με διαφορές εταιρείες χαρτοφυλακείου ή με φυσικά πρόσωπα της επιλογής και εμπιστοσύνης των αδελφών Α. . Μεταξύ των προσώπων που απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης των αδελφών Α. ήταν και ο εγκαλών, ο οποίος ήταν επί πολλά χρόνια συνεργάτης τους και από τη σύσταση των ανωτέρω εταιρειών, ήταν πρόεδρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτών. Την ίδια εμπιστοσύνη απολάμβανε και η Δ. Α. (μάρτυρας στην παρούσα δίκη), η οποία ήταν υπάλληλος της ΕΚΑΜΑΡ Α.Ε. και από το έτος 1983 διευθύνουσα σύμβουλος της ΚΑΣΤΕΛ Α.Ε. Εξάλλου ο μηνυτής της συνέστησε, με την προτροπή των αδελφών Α., τις ναυτιλιακές εταιρείες AGROIL ENA ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, AGROIL TWO SHIPPING CO, AGROIL THREE SHIPPING CO και STYL T COMPANY S.A. μέσω των οποίων αγοράσθηκαν μερικά δεξαμενόπλοια. Το έτος 1990 συμφωνήθηκε μεταξύ του εγκαλούντος και των Α., η μεταβίβαση των μετοχών του εγκαλούντος στις ως άνω εμπορικές και ναυτιλιακές εταιρείες στον Όμιλο εταιρειών Α. . Η μεταβίβαση ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο 1991 και με το από 10-4-1991 συμφωνητικό, κατά την κατάρτιση του οποίου οι Α. εκπροσωπήθηκαν από τον R. H., και με το οποίο συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι στον εγκαλούντα θα καταβαλλόταν μηνιαίος μισθός 5.000 δολ. ΗΠΑ, ως αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών του ως ειδικού συμβούλου στην εταιρεία ΚΑΣΤΕΛ ΑΕ, ποσό που θα καταβαλλόταν από οποιαδήποτε εταιρεία του Ομίλου. Ο εγκαλών ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας και με την ιδιότητά του αυτή καθώς και με την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου της εταιρείας ΚΑΣΤΕΛ ΑΕ, μετέβαινε καθημερινά στα γραφεία της και εργαζόταν από τις 06.30 το πρωί μέχρι τις 08.00 το βράδυ, επικοινωνούσε δε με τους Α. για όλα τα θέματα που αφορούσαν τις εταιρείες τους στην Ελλάδα. Για τις υπηρεσίες που αυτές αμειβόταν με το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Να σημειωθεί ότι μέλος των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών ΕΚΑΜΑΡ και ΚΑΣΤΕΛ Α.Ε. ήταν και ο τρίτος κατηγορούμενος H. C., ο οποίος συνδέεται με συγγενική σχέση εξ αγχιστείας με τους Α. (έχει νυμφευθεί την αδελφή τους), συμμετείχε στις συνεδριάσεις των Δ.Σ. των ως άνω εταιρειών και στις γενικές συνελεύσεις αυτών, εκπροσωπούντας τους μετόχους αυτών και γνώριζε πολύ καλά την πορεία των εταιρειών του Ομίλου και όλα τα θέματα που τις απασχολούσαν. Επίσης γνώριζε ποια ήταν η σχέση του εγκαλούντα με τις εταιρείες του Ομίλου και με τους Α., ποιες ήταν οι υπηρεσίες που προσέφερε στις εν λόγω εταιρείες και ποια ήσαν η αμοιβή του. Η πορεία των εταιρειών ήταν ομαλή μέχρι το έτος 1997. Από το έτος αυτό άρχισαν να δημιουργούνται σοβαρά οικονομικά προβλήματα στις ανά τον κόσμο εταιρείες του Ομίλου Α., γεγονός που είχε επιπτώσεις και στα οικονομικά των εταιρειών ΕΚΑ-ΜΑΡ και ΚΑΣΤΕΛ Α.Ε., δεδομένου ότι οι συναλλαγές και οι χρηματοδοτήσεις αυτών γίνονταν μέσω των άλλων εταιρειών του Ομίλου. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων συμφωνήθηκε το προσωπικό της μητρικής ΕΚΑ-ΜΑΡ να μεταφερθεί στη θυγατρική ΚΑΣΤΕΛ ΑΕ, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής των αποδοχών των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και του μηνυτή. Όμως και η εταιρεία αυτή αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και να καταβάλει τις αποδοχές στους εργαζομένους της, καθώς και στον εγκαλούντα. Ο τελευταίος, αφού όχλησε κατ' επανάληψη τους αδελφούς Α. χωρίς αποτέλεσμα, στις 21-6-1999 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τμήμα εργατικών διαφορών) αγωγή, με την οποία ζητούσε την καταβολή από την εναγόμενη ΚΑΣΤΕΛ Α.Ε., ποσού 48.050.000 δραχμών για δεδουλευμένες αποδοχές του, ως ειδικός σύμβουλος, από αρχές Ιανουαρίου 1997 μέχρι και Ιούνιο 1999. Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη και έλαβε γνώση αυτής η διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας Δ. Α., η οποία ενημέρωσε άμεσα τους αδελφούς AZRIA (α' και β' των κατηγορουμένων) αποστέλλοντάς τους και την αγωγή μεταφρασμένη στα γαλλικά. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στις 9-2-2000 και εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η υπ'αριθμ.579/2000 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στον εγκαλούντα το ποσό των 38.402.955 δραχμών. Στις 4-12-2000 ο εγκαλών κοινοποίησε στην εναγομένη αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω αποφάσεως με επιταγή προς εκτέλεση, το θέμα δε της ανωτέρω απαιτήσεώς του έθεσε στις Γ.Σ. της εταιρείας στις 20-2-2001 και 29-6-2001. Στις εν λόγω Γ.Σ., οι αδελφοί Α. συμμετείχαν, όπως και στη Γ.Σ. της 31-1-2001, με την εταιρεία "FRINTOIL S.A.", που την εκπροσωπούσε ο τρίτος κατηγορούμενος. Στη Γ.Σ. της 29-6-2001 ο εγκαλών παραιτήθηκε από την ανωτέρω εργασία του και από τη θέση του προέδρου του Δ.Σ. με σχετική δήλωσή του προς τους μετόχους της ΕΚΑ-ΜΑΡ και της ΚΑΣΤΕΛ Α.Α, παρουσία και του τρίτου κατηγορουμένου που εκπροσωπούσε μετόχους των εταιρειών και μέχρι τότε ήταν μέλος του Δ.Σ. αυτών, στη συνέχεια δε στο νέο Δ.Σ. έλαβε τη θέση του προέδρου αυτού. Κατά της ανωτέρω 579/2000 απόφασης η εναγόμενη "ΚΑΣΤΕΛ Α.Ε." άσκησε την από 12-12-2001 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ.1646/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας στις 5-6-2002 εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο, ως μάρτυρας της ανακόπτουσας εταιρείας, ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι ο Όμιλος Α. ήταν πελάτης των εταιρειών ΚΑΣΤΕΛ και ΕΚΑ-ΜΑΡ και ότι σαν πελάτης δεν είχε αναλάβει να εξοφλήσει οποιαδήποτε απαίτηση του μηνυτή, ότι ο μηνυτής έπαιρνε αποφάσεις αλλά δεν είχε δραστηριότητα, ότι αυτός δούλευε στην ΚΑΣΤΕΛ όσο ήθελε και έπαιρνε τις αποφάσεις μόνος του και σε συνεργασία με τη Δ. Α. και ότι αυτός (μηνυτής) ήταν ιδιοκτήτης δύο (2) καραβιών που ναύλωνε η εταιρεία ΚΑΣΤΕΛ. Τα ανωτέρω όμως κατατεθέντα από τον τρίτο κατηγορούμενο ήταν αναληθή, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, οι αδελφοί Α. δεν ήταν πελάτες ως φυσικά πρόσωπα αλλά, ιδιοκτήτες και πραγματικοί μέτοχοι των εταιρειών ΚΑΣΤΕΛ και ΕΚΑ-ΜΑΡ, οφειλέτης της απαίτησης του μηνυτή ήταν και ο όμιλος των εταιρειών Α., βάσει συμφωνητικού που είχε καταρτιστεί μεταξύ του μηνυτή και των εκπροσώπων του ομίλου, ο μηνυτής εργαζόταν καθημερινά από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα στην εταιρεία και λάμβανε αποφάσεις που αντιστοιχούσαν στη θέση του, πάντοτε σε συνεννόηση με τους αδελφούς Α. και όχι μόνος του με τη Δ. Α., και ο μηνυτής δεν ήταν ιδιοκτήτης των πλοίων παρά μόνο είχε τη διαχείριση αυτών, τα πλοία δε ανήκαν στις εταιρείες των αδελφών Α. . Ο τρίτος κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των ως άνω κατατεθέντων, καθόσον ήταν μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας επί σειρά ετών και από 29-6-2001 πρόεδρος του Δ.Σ. αυτής, είχε ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή στην ανωτέρω εταιρεία από τότε που αυτή περιήλθε στον όμιλο εταιρειών Α. και είχε στενή συγγενική σχέση με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με τους οποίους είχε επαφές και συνεννοείτο για όλα τα θέματα της ως άνω εταιρείας, όπως έγινε και όταν προέβη στην ως άνω ένορκη κατάθεση. Επίσης είχε πλήρη γνώση της ως άνω αξιώσεως του μηνυτή καθόσον ήταν παρών στις Γ.Σ. της 31-1-2001, 20-2-2001 και 29-6-2001, κατά τις οποίες ο μηνυτής διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη καταβολής των αποδοχών του. Ο κατηγορούμενος αυτός κατέθεσε τα ως άνω ψευδή γεγονότα για να οφελήσει τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν άμεσο όφελος από την ευνοϊκή υπέρ της ΚΑΣΤΕΛ Α.Ε. έκβαση της εκκρεμούσας δίκης. Οι τελευταίοι (αδελφοί Α.) με προτροπές και παραινέσεις που έγιναν από αυτούς με πειθώ και φορτικότητα, έπεισαν αυτόν (γ' κατηγορούμενο) να προβεί στην κατάθεση προκειμένου να τους ευνοήσει στην ως άνω εκκρεμή δίκη, μολονότι γνώριζαν και οι ίδιοι ότι αυτοί ήταν οι ιδιοκτήτες της ως άνω εταιρείας και είχαν αποφασιστική αρμοδιότητα για τη λειτουργία της, ότι ο μηνυτής εργαζόταν καθημερινά στην εταιρεία και έπαιρνε εντολές από τους ίδιους και ουδέποτε αποφάσιζε μόνος του αλλά κατόπιν συνεννοήσεως με αυτούς και ότι ο μηνυτής είχε μόνο τη διαχείριση των πλοίων, τα οποία ανήκαν στις εταιρείες τους. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο διατακτικό. Το αίτημα των κατηγορουμένων να αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις α)του προτέρου εντίμου βίου και β)των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ.2α και β ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον δεν προσάγεται κάποια πειστική απόδειξη ότι ο βίος των κατηγορουμένων, ατομικός, οικογενειακός επαγγελματικός και καθόλου κοινωνικός υπήρξε έντιμος, αφού μόνο από τα αντίγραφα ποινικών μητρώων, που εκδόθηκαν από το τμήμα ποινικού μητρώου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που είναι λευκά, δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χωρίς τη συνεπικουρία άλλων αποδεικτικών μέσων, ο έντιμος αυτών βίος και πριν από την τέλεση των ως άνω πράξεων, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ωθήθηκαν στην πράξη τους από όχι ταπεινά αίτια, ενόψει και του λόγου που τους ώθησε στην τέλεση αυτής". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, που εφαρμόστηκε, την οποία, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, για το ότι κατέθεσε ενόρκως εν γνώσει του ψευδή περιστατικά, με τις παραδοχές ότι γνώριζε εξ' ιδίας αντιλήψεως, λόγω και της μεταξύ αυτού και των συγκατηγορουμένων του, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, συγγενικής σχέσης, αλλά και της ενεργού και ουσιαστικής συμμετοχής του στις εταιρικές υποθέσεις, ότι ο όμιλος των αδελφών Α. δεν ήτο πελάτης των εταιρειών ΚΑΣΤΕΛ και ΕΚΑ-ΜΑΡ, αλλά αυτοί οι ίδιοι ήσαν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες και πραγματικοί μέτοχοι των εταιρειών αυτών, ότι οφειλέτης της χρηματικής απαίτησης του μηνυτή ήταν και ο όμιλος των εταιρειών Α., με βάση ιδιωτικό συμφωνητικό που προϋπήρχε, ότι ο μηνυτής εργαζόταν συνεχώς στην εταιρεία ΚΑΣΤΕΛ ΑΕ και λάμβανε δραστικές αποφάσεις λόγω της διευθυντικής του θέσης, πάντοτε σε συνεννόηση με τους αδελφούς Α. και όχι μόνος του με τη Δ. Α., και ότι ο μηνυτής δεν ήταν ιδιοκτήτης δυο πλοίων, αλλά διαχειριστής αυτών, των οποίων την πλοιοκτησία είχαν μόνο οι αδελφοί Α. . Ακόμη, αιτιολογείται, η συνδρομή του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ότι αυτός είχε πλήρη γνώση της ύπαρξης της αξιώσεως του μηνυτή, καθόσον ο ίδιος ήταν παρών στη Γενική Συνέλευση της 31-1-2001, 20-2-2001 και 29-6-2001 και ότι με όσα αυτός κατέθεσε στην ανωτέρω εκκρεμή δίκη, επιδίωκε να ωφελήσει τους αδελφούς Α., με την ευνοϊκή γι' αυτούς δικαστική εξέλιξη της υπόθεσής τους. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά της παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", β1) "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2773/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, και των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ. 1 εδαφ. α' και β' του ΠΚ, αντίστοιχα), επικαλούμενος για τη θεμελίωση τους, ως προς μεν τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου α', συγκεκριμένα περιστατικά, σχετικά με την ατομική και οικογενειακή του ζωή, την επαγγελματική του συμπεριφορά και την κοινωνική του δράση, και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: " Μέχρι σήμερα δεν έχω καταδικασθεί αμετάκλητα καμία ποινή και έχω ζήσει μια "έντιμη οικογενειακή και κοινωνική ζωή, είμαι μόνιμος κάτοικος Γαλλίας, 76 ετών, συνταξιούχος του ασφαλιστικού ομίλου ΑΧΑ και πατέρας μιας κόρης που είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μπολόνια στην Ιταλία", και ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του εδαφίου β', αντιστοίχως τα εξής: "ότι στην επίδικη κατάθεση μου προέβην μελετώντας ο ίδιος τα έγγραφα και κατόπιν διαβεβαίωσης των τότε δικηγόρων μου, ότι όσα καταθέτω προκύπτουν ανεπιφύλακτα από έγγραφα τα οποία μου υπέδειξαν και μου μετέφρασαν και κατά συνέπεια δεν προέβην στην κατάθεση μου εν γνώσει της τυχόν αναλήθειας των γεγονότων, αλλά τελών και τότε και τώρα βέβαιος ότι καταθέτω την αλήθεια". Το δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την παρακάτω αιτιολογία: "το αίτημα του κατηγορουμένου να αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις α) του προτέρου εντίμου βίου και β) των μη ταπεινών αιτίων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον δεν προσάγεται κάποια πειστική απόδειξη ότι ο βίος του κατηγορουμένου, ατομικός, οικογενειακός, επαγγελματικός και καθόλου κοινωνικός υπήρξε έντιμος, αφού μόνο από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου, που εκδόθηκε από το τμήμα ποινικού μητρώου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που είναι λευκό, δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του δικαστηρίου, χωρίς τη συνεπικουρία άλλων αποδεικτικών μέσων, ο έντιμος βίος του και πριν από την τέλεση της ως άνω πράξεως, ενώ, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη από όχι ταπεινά αίτια, ενόψει και του λόγου που τον ώθησε". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών της μη αναγνωρίσεως των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, τα επικαλούμενα από αυτόν περιστατικά ότι διήνυε το 76ο έτος της ηλικίας του, χωρίς να υφίσταται σε βάρος του οποιαδήποτε καταδίκη, ότι τυγχάνει συνταξιούχος ασφαλιστικού ομίλου, και ότι είναι πατέρας μιας θυγατέρας, που τυγχάνει καθηγήτρια Πανεπιστημίου στην Ιταλία, χωρίς να επιβεβαιώνονται από άλλα θετικά στοιχεία της προσωπικότητας του, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τη βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού. Περαιτέρω, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, περί μη συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παράγραφος 2 στοιχ. γ του ΠΚ, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά ότι στην επίμαχη κατάθεση προέβη, αφενός μεν, μετά από τη μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας, αφετέρου δε, εξαιτίας της διαβεβαιώσεως των συνηγόρων του, περί του ότι όσα αυτός κατέθεσε προκύπτουν ανεπιφύλακτα από τα έγγραφα που του υπέδειξαν οι δικηγόροι του, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αντίστοιχη αιτιολογία. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως, αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-5-2010 αίτηση του C. (Κ.) Η. (Α.) Η. (Α.) του C. L., κατοίκου ..., για αναίρεση τη υπ' αριθμ. 2773/17-3-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία ( άρθρ. 224 παρ. Κ.Π.Δ). Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το στοιχείο του δόλου και ότι τα κατατεθέντα είναι ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας. Υπάρχει αιτιολογία και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών 84 παρ.2α, β ΠΚ. Ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αίτηση και επιβάλλει έξοδα.
null
null
0
Αριθμός 248/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Α. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αγοραστό, για αναίρεση της με αριθμό 1096/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 766/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για κρίση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 στοιχ. β του ν. 2168/1993 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλες διατάξει", όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 παρόντος νόμου απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Περαιτέρω, στην παρ.2 του ίδιου άρθρου αναφέρονται εκείνα από τα όπλα, των οποίων η κατοχή επιτρέπεται, μετά όμως από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Τέλος, στην παρ.5 του άρθρου 7 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι δεν απαιτείται άδεια για μαχαίρια, που προορίζονται για αλιεία, θήρα, τέχνη ή οικιακή, επαγγελματική ή άλλη συναφή χρήση, για μηχανισμούς εκτοξεύσεως χημικών ουσιών, που προορίζονται για την ίδια χρήση, ως και για ξίφη και σπάθες που χρησιμοποιούνται για άθληση. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ.2 του Κ.Π.Δ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχείο Β' του ίδιου κώδικα. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλει παραδεκτώς ο κατηγορούμενος, ότι το όπλο (μαχαίρι) που κατέχει προορίζεται για κάποια από τις αναφερόμενες στο νόμο χρήσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κήρυξε αυτόν ένοχο της πράξεως της παράνομης κατοχής όπλου και συγκεκριμένα του ότι "στη ... την 17-6-2007, παράνομα κατείχε όπλο πρόσφορο για άμυνα και επίθεση εξ' επαφής και συγκεκριμένα κατελήφθη από αστυνομικούς της ΔΑΘ/ΟΠΚΕ να κατέχει εντός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, κάτω από τη θέση του οδηγού ένα (1) μαχαίρι (τύπου επιβίωσης) συνολικού μήκους είκοσι οκτώ (28) εκατοστών και με μήκος λεπίδας 14,5 εκατοστών, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του". Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου είχε προβάλει παραδεκτώς και αναπτύξει προφορικά τον ισχυρισμό, ότι το συγκεκριμένο μαχαίρι είναι ένα μαχαίρι επιβίωσης στη φύση με ενσωματωμένη πυξίδα, του οποίου η κατοχή δικαιολογείται για τη θήρα, για την αλιεία ή για κάθε άλλη συναφή χρήση. Επίσης, ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, είχε προβάλει κατά την απολογία του, τα εξής: "στον ... έχω ένα μικρό οικόπεδο και έχω δένδρα τα οποία φροντίζω. Με βοηθούσε το μαχαίρι, το είχα σαν εργαλείο. Με βοηθάει και στα χταπόδια και στα όστρακα ...". Δηλαδή, είχε προβάλει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι το μαχαίρι που καταλήφθηκε να κατέχει στο αυτοκίνητό του, προοριζόταν για την αλιεία καθώς και για γεωργικές εργασίες και ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής για την κατοχή του. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δεν απάντησε και μάλιστα αιτιολογημένα στον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το γεγονός ότι είχε προβληθεί αυτός κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Έτσι, όμως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος. Μετά ταύτα και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 1096/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη κατοχή όπλου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) ελλείψεως ακροάσεως. Ανεπάρκεια αιτιολογίας. Αναιρείται για έλλειψη ακρόασης, γιατί δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι το μαχαίρι προοριζόταν για αλιεία και για γεωργικές εργασίες. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο.
null
null
0
Αριθμός 247/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μ. Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 763/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ν. Κ. του Κ., 2. Ι. Π. του Μ. και 3. Π. Α. του Κ.. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", νόμιμα εκπροσωπούμενη. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 19/19-5-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 684/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 234/22-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Α) Εισάγοντες, κατά τις διατάξεις των άρθρων 483 παρ. 3 και 484 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 19/19-5-2010 αίτηση αναιρέσεώς μας, κατά του υπ' αριθμ. 763/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές οι υπ' αριθμ. 383, 384 και 385/2008 εφέσεις των κατηγορουμένων 1) Ν. Κ. του Κ., 2) Ι. Π. του Μ. και 3) Π. Α. του Κ., κατά του υπ'αριθμ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δια του οποίου οι προαναφερθέντες παρεπέμποντο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (Αθηνών), για να δικαστούν, ο μεν πρώτος για απάτη δικαστηρίου κατ' εξακολούθηση, συνολικού οφέλους και αντίστοιχης ζημίας άνω των 73.000 Ευρώ, οι δε λοιποί για άμεση συνέργεια σε αυτή. Έτσι το Συμβούλιο Εφετών απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτών. Β) Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α') σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β') εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ') βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή και. επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου, σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση. Κατά την παράγραφο 3β του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή αντικατ. από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β του Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια της πράξεως και κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Από τη διάταξη αυτή, σαφώς συνάγεται ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της κυρίας πράξεως, που εκδηλώνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς τη συνδρομή αυτή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος, υπό τις περιστάσεις που ετελέσθη. Τέλος οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή, λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον τον συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν. Περαιτέρω έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και. χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσες ενδείξεις για τη συγκράτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β1 του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η σφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της, τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορίες κατά το πρωτόδικο βούλευμα, σε βάρος των άνω κατηγορουμένων, συνίσταντο στα εξής: [ Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Κ. με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους δηλ. τους δικαστές δικάζοντος δικαστηρίου, σε πράξη, με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών. Συγκεκριμένα, στις 9-5-2000 είχε καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αυτοκινήτων) τη με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 5237/2000 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν η εγκαλούσα ασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" και ο ασφαλισμένος σ' αυτήν Χ. Π., με το ΙΧΕ αυτ/το του οποίου είχε συγκρουσθεί η δίκυκλη μοτ/τα που επέβαινε ούτος (κατ/νος) στις 3-5-1999, να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών το ποσό των 66.381.760 δρχ. ή 194.810,74 ευρώ, εκ του οποίου ποσού 46.800.000 δρχ. ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε απώλεια εισοδημάτων εξ αιτίας του τραυματισμού του για την περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000. Προκειμένου ο παραπάνω κατηγορούμενος να παραπλανήσει το δικαστήριο και να πετύχει την έκδοση ευνοϊκής αποφάσεως είχε ισχυρισθεί ψευδώς στο κείμενο της αγωγής του ότι απεκέρδαινε μηνιαίως εκ της εργασίας του ως δικηγόρου δια το προ του τραυματισμού του διάστημα ποσό 3.600.000 δρχ., ότι είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία και ότι για να φέρει σε πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το τέλος του 1998 τρεις συναδέλφους του που τον βοηθούσαν με έδρα το ιδιόκτητο γραφείο του στο ... επί της οδού ..., ενώ στην πραγματικότητα δεν απεκέρδαινε εκ της εργασίας του το ανωτέρω ποσό μηνιαίως, αλλά ολιγότερο ποσό, δεν είχε αποκτήσει τόσο μεγάλη πελατεία, ούτε απασχολούσε από το 1998 τους ως άνω δικηγόρους συναδέλφους του, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται κατωτέρω. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος: Α) Στις 16-2-2001 κατά την δικάσιμο της αγωγής αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επανέλαβε με τις προτάσεις του τους ως άνω ψευδείς ένδικους ισχυρισμούς, προς ενίσχυση δε αυτών, πρότεινε προς εξέταση ως μάρτυρα τον δεύτερο κατηγορούμενο Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα δύο τουλάχιστον δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ. από το καθένα, ότι από το 1998 είχε συνεργάτες τους δικηγόρους αα) Σ. Σ., ββ) Ε. Σ. και γγ) Ε. Σ. που έφυγαν από το γραφείο του και ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, βγάζοντας την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ από συμβόλαια (ενώ στην πραγματικότητα, πέραν των όσων εξετέθησαν προηγουμένως, οι συγκεκριμένοι δικηγόροι απασχολούντο σε άλλα γραφεία, ο δε πρώτος κατηγορούμενος δεν συνεργάσθηκε με τους εν λόγω συμβολαιογράφους κατά την σύνταξη τόσον πολλών συμβολαίων). Τοιουτοτρόπως παρεπλάνησε τον δικαστή του ως άνω δικαστηρίου, ο οποίος εξέλαβε ως αληθινή κατά περιεχόμενο την υποβληθείσα ενώπιον του αγωγή και προέβη στην έκδοση της με αρ. 5106/2001 οριστικής απόφασης με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα να του καταβάλει για την άνω αιτία το ποσόν των 29.125,27 ευρώ. Β) Στις 19-9-2002, κατά την εκδίκαση από το Εφετείο Αθηνών της από 22-4-2002 έφεσης του κατά της με αρ. 5106/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επανέλαβε τους ιδίους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του περί του ύψους των εισοδημάτων του ως δικηγόρου με τις προτάσεις του και προς ενίσχυση των θέσεων του προσεκόμισε ως σχετικές στο δικαστήριο τρεις δηλώσεις αναφερομένων πρώην συνεργατών του δικηγόρων και δη των Σ. Σ., Ε. Σ. και Χ. Κ., στις οποίες εβεβαιούτο ως αληθείς οι ως άνω ψευδείς ισχυρισμοί. Τοιουτοτρόπως κατόρθωσε να παραπλανήσει τους δικαστές του δικαστηρίου τούτου, οι οποίοι προέβησαν στην έκδοση της με αρ. 9144/2002 εφετειακής αποφάσεως που εδέχθη την έφεση, εξαφάνισε την με αρ. 5106/2001 απόφαση και υποχρέωσε την εγκαλούσα να του καταβάλει το ποσό των 118.046 ευρώ, εκ των οποίων κονδύλιο 88.041,09 ευρώ αφορούσε απώλεια εισοδημάτων του για το επίδικο χρονικό διάστημα των 12 μηνών από 3-5-1999 έως 10-5-2000, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το περιουσιακό όφελος το δικό του και αντίστοιχα η συνολική ζημία της εγκαλούσης να ανέλθει στο ποσό των 105.389,04 ευρώ, ήτοι 88.091 ευρώ το κεφάλαιο πλέον τόκων 17.347,95 ευρώ, ποσό που εισέπραξε από την εγκαλούσα σε εκτέλεση της εφετειακής αποφάσεως. Γ) Στις 17-5-2004 κατά την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 3-5-2001 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 57322/2001 αγωγής του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν η εγκαλούσα και ο ασφαλισμένος σε αυτήν Χ. Π. να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 89.350.000 δρχ ή 262.215,70 ευρώ, εκ του οποίου ποσού, 46.800.000 δρχ. ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε απώλεια εισοδημάτων εξ αιτίας του τραυματισμού του για την χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001 επανέλαβε τους ιδίους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς στις προτάσεις που κατέθεσε, επί πλέον δε, προς υποστήριξη αυτών, πρότεινε την εξέταση ως μάρτυρα της τρίτης κατηγορούμενης Π. Α., η οποία κατέθεσε ενόρκως ψευδώς ότι έβγαζε 3.000.000 δρχ. το μήνα, ότι είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, ήτοι τους Σ., Σ. και Κ., οι οποίοι έφυγαν. Τοιουτοτρόπως κατόρθωσε να παραπλανήσει τον δικαστή του ανωτέρω δικαστηρίου, ο οποίος εξέλαβε ως αληθή κατά περιεχόμενο την εν λόγω αγωγή και εξέδωσε την με αρ. 4142/2004 οριστική απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα να του καταβάλει το ποσό των 119.304,47 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 95.377,84 ευρώ αφορούσε την απώλεια των εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001. Το παραπάνω γεγονός, είχε ως αποτέλεσμα το περιουσιακό όφελος του πρώτου κατηγορούμενου και η αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας να ανέλθει στο ποσό των 31.977,96 ευρώ, που αυτός εισέπραξε για διαφυγόντα κέρδη δυνάμει της αντίστοιχης προσωρινά εκτελεστής διάταξης της παραπάνω απόφασης. Με τις επί μέρους εξακολουθητικές ως άνω πράξεις του ο πρώτος κατηγορούμενος κατόρθωσε τελικώς να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, ήτοι (105.389,84 + 31.977,96=) 137.367 ευρώ, με ισόποση αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία της εγκαλούσης. "Οι δεύτερος κατηγορούμενος, Ι. Π., και η τρίτη κατηγορούμενη Π. Α., στις 16-2-2001 και 17-5-2004, αντίστοιχα, ενεργώντας από πρόθεση παρέσχον άμεση συνδρομή στον δράστη αξιόποινης πράξης κατά την εκτέλεση και κατά την διάρκεια αυτής ήτοι, εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες σε πολιτικές δίκες παρέσχον στον πρώτο κατηγορούμενο άμεση συνδρομή στο αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω, ως τούτο εκτενώς περιγράφεται αντίστοιχα στις υπό στοιχ. [1Α] και [1Γ] κατηγορίες. Συγκεκριμένα: α) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στις 16-2-2001, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την συζήτηση της με αρ. καταθέσεως δικογράφου 5237/2000 αγωγής του πρώτου κατηγορούμενου, κατέθεσε ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα δύο τουλάχιστον δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ από το καθένα, ότι από το 1998 είχε συνεργάτες τους Σ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ. από συμβόλαια και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του, ενώ η αλήθεια, την οποία εγνώριζε, ήταν αυτή που εκτίθενται στην υπό στοιχ. [1Α] κατηγορία. Τοιουτοτρόπως συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξεως, αφού συνέβαλε με την κατάθεση του να πεισθεί το δικαστήριο ως προς την βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την με αρ. 5106/2001 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωνε την εγκαλούσα να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 29.125,27 ευρώ. Η τρίτη κατηγορούμενη, στις 17-5-2004, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 57322/01 αγωγής του πρώτου κατ/νου, κατέθεσε ψευδώς ότι ο πρώτος κατ/νος έβγαζε 3.000.000 δρχ τον μήνα, ότι είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, τους Σ., Σ. και Κ., οι οποίοι φύγανε, ενώ η αλήθεια, την οποία εγνώριζε, ήταν αυτή που εκτίθενται στην υπό στοιχ. 1Γ κατηγορία. Τοιουτοτρόπως, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατ/νο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξεως, αφού συνέβαλε με την κατάθεση της να πεισθεί το δικαστήριο ως προς την βασιμότητα της αγωγής και να εκδόσει την με αρ. 4142/04 οριστική απόφαση του, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 119.304,47 ευρώ, εκ των οποίων τα 95.377,84 ευρώ αφορούσαν την απώλεια εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001." ] Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις, δέχθηκε ότι, από τα αναφερόμενα σ'αυτό αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 3.5.1999 ο κατηγορούμενος Ν. Κ. οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο κινούμενος επί της οδού ... στην Αθήνα, όταν έφτασε στην διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ..., συγκρούστηκε με το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ. Π. και ήταν ασφαλισμένο για τη έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη εγκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Eurostar ΕΑΕΑΖ . Αποκλειστικά υπαίτιος του επισυμβάντος ατυχήματος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου Χ.Π., ο οποίος παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, αποτέλεσμα δε της συγκρούσεως ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος υπέστη συντριπτικό κάταγμα κνημιαίων κονδύλων με εκσεσημασμένη συντριβή της αρθρικής επιφάνειας δεξιού γόνατος, νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο "Γ. Γεννηματάς" από 3.5.1999 έως 7.5.1999, οπότε του έγινε εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση, την 23-7-1999 οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από την 4.10.1999 έως 11.10.1999 οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω της δημιουργηθείσης φλεγμονής, αφαιρέθηκαν τα λοιπά υλικά της οστεοσύνθεσης και κατά την επανεξέταση του την 10.1.2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τον χρόνο του τραυματισμού του ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου και διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στο ... Αττικής επί της οδού ..., άσκησε τρεις αγωγές στρεφόμενες κατά της εγκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας και του Χ. Π. με τις οποίες ζητούσε τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημιές που υπέστη από το ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του. Συγκεκριμένα άσκησε 1) την από 9.5.2000, με αριθμό κατάθεσης 5237/2000 αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλλουν το ποσό των 194.810,74 ευρώ, εκ του οποίου τα διαφυγόντα κέρδη λόγω ανικανότητας του κατηγορουμένου για εργασία κατά την χρονική περίοδο από 3.5.1999 έως 10.5.2000 ανέρχονται στο ποσό των 137.344,09 ευρώ, 2) την από 3.5.2001 , με αριθμό κατάθεσης 3717/2001 αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλλουν το ποσό των 262.215,70 ευρώ, εκ του οποίου τα διαφυγόντα κέρδη του κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά την χρονική περίοδο από 11.5.2000 έως 3.5.2001 ανέρχονται στο ποσό των 137.344,09 ευρώ και 3) την από 3.10.2004 , με αριθμό κατάθεσης 7623/2004 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλλουν το ποσό των 234.777 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη του, λόγω ανικανότητάς του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 3.5.2001 έως 31.12.2003. Η εγκαλούσα ανώνυμος ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται στην από 15.9.2005 έγκληση της ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει στη αγωγή του- 5237/2000- " ότι αποκέρδαινε μηνιαίως εκ της εργασίας του ως δικηγόρου για το προ του τραυματισμού του χρονικό διάστημα ποσό 10.564,93 ευρώ, είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία, για να μπορέσει να φέρει εις πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το έτος 1998 τρεις συναδέλφους του που τον βοηθούσαν, με έδρα το ιδιόκτητο γραφείο του στο ... στην οδό ..." ενώ ο μάρτυς που εξετάστηκε κατά την δικάσιμο της 16.2.2001, Ι. Π., κατέθεσε ότι "την ημέρα είχε τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ από το καθένα, από το έτος 1998 είχε συνεργάτες του τους α) Σ. Σ., β) Ε. Σ. και γ) Ε. Σ., στο γραφείο ακόμη ήταν άλλες δύο κυρίες, συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους , έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ., έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο ...". - Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 5106/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, επιδικάστηκε στον ενάγοντα ποσό 29.125,27 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, απορρίφθηκε δε το αιτούμενο κονδύλιο για απώλεια εισοδημάτων, ποσού 88.041,09 ευρώ που επιδικάστηκε, δυνάμει της υπ' αριθμόν 9144/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω η υπ' αριθμόν 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε από την 760/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών ουσιαστικά αβάσιμο, πλην όμως και αυτή αναιρέθηκε από την υπ' αριθμόν 1070/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου για το λόγο ότι " ενώ βεβαιώνει ότι, λόγω του κατάγματος που υπέστη ο αναιρεσείων (κατηγορούμενος) έγινε σ' αυτόν εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση και ότι νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς από 3-5/9/1999, στις 23.7.1999, οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από 4-11/10/1999, οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω της σχετικής φλεγμονής που δημιουργήθηκε και του αφαιρέθηκαν και τα λοιπά υλικά οστεοσύνθεσης και ότι κατά την επανεξέταση του την 10.1.2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου δέχεται αντιφατικά ότι το επίδικο χρονικό διάστημα από 3.5.1999 μέχρι 10.5.2000 ήταν ικανός για εργασία και συγκεκριμένα ικανός για άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου παρότι ήταν αδύνατο να ασκήσει το επάγγελμα τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα νοσηλευόταν στο ανωτέρω νοσοκομείο και ότι "δέχεται ακόμη ότι και μετά το ατύχημα ο αναιρεσείων κατηγορούμενος συνέχισε παρά τον τραυματισμό του την επαγγελματική του δραστηριότητα αποκομίζοντας μάλιστα από την εργασία του εισοδήματα μεγαλύτερα από όσα πριν το ατύχημα χωρίς να διευκρινίζει τον τρόπο που ασκούσε ο αναιρεσείων το επάγγελμα του δικηγόρου τόσο κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο όσο και μετά τη έξοδο του από αυτό έχοντας εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση". Κατά την διάρκεια της διαδικασίας επιλύσεως της αστικής διαφοράς η εγκαλούσα έλαβε γνώση 1) της από 11.8.2005 βεβαιώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών εκ της οποίας προκύπτει ότι οι Σ. Σ. και Χ. Κ. ουδέποτε απασχολήθηκαν με έμμισθη εντολή από τον Ν. Κ. ( κατηγορούμενο) ούτε ο ίδιος δήλωσε ποτέ ότι είχε προσλάβει τους προαναφερθέντες και επιπλέον ότι η Ε. Σ. υπήρξε μέλος του Δ.Σ.Α μόλις μέχρι την 31.12.1997 οπότε μετατέθηκε και ενεγράφη στο Δικηγορικό Σύλλογο Ηλείας, ενώ η Ε. Σ. είχε δηλώσει ότι πράγματι συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο για τα έτη 1997, 1998 οπότε και διέκοψε την συνεργασία της και 2) της από 14.9.2005 βεβαίωσης -χωρίς να πρόκειται περί βεβαιώσεως αλλά περί εγγράφου συνημμένου της ανωτέρω βεβαιώσεως- στην οποία αναλύονται κατ' έτος από το 1998 για τον πρώτο μηνυόμενο και τους - δήθεν κατά την εγκαλούσα - συνεργάτες του ο αριθμός των παραστάσεων τους στα δικαστήρια καθώς και ο αριθμός των συμβολαίων στα οποία παραστάθηκαν με τις συνολικές κατ' έτος αμοιβές. Στη βάση των ανωτέρω εγγράφων η εγκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 1) παρέστησε ψευδώς ότι απασχολούσε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του στο ... ( Σ., Σ., Σ., Κ.) ενώ στην πραγματικότητα ουδένα, ούτε από αυτούς, ούτε οποιονδήποτε άλλον απασχολούσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ( Μάιος 1999 ), β) παρέστησε ψευδώς ότι είχε δύο ακροατήρια ημερησίως, 44 δικαστήρια μηνιαίως και 1-2 συμβόλαια εβδομαδιαίως, 3) παρέστησε ψευδώς ότι αποκέρδαινε 3.600.000 δρχ. μηνιαίως τότε, ενώ τόσο από τις φορολογικές δηλώσεις όσο και από τον αριθμό των προεισπράξεων και συμβολαίων αποδεικνύεται ότι το αιτούμενο ποσό τυγχάνει υπερδεκαπλάσιο των πραγματικών του εσόδων και 4) παρέστησε ψευδώς ότι είναι ανίκανος για εργασία και ότι έχει απολέσει παντελώς τα εισοδήματα του έκτοτε ( Μάιος 1999) ενώ ασκεί ανεμπόδιστα δικηγορία καθόλα αυτά τα έτη, όμως τα δικαστήρια εξέλαβαν αυτούς ακριβώς τους ψευδείς ισχυρισμούς και τις ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων ως αληθινές και γι' αυτό ακριβώς το λόγο επιδίκασαν το ποσό. Επειδή οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εγκαλούσης εκτός του ότι δεν επιβεβαιώνονται από άλλα στοιχεία πλην των ανωτέρω προσκομισθέντων εγγράφων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αναμφίβολου αξιοπιστίας, αποτελούν συμπεράσματα εξαχθέντα εκ του περιεχομένου των εγγράφων αυτών ενώ: α) εκ της ενόρκου βεβαιώσεως της Ε. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Χ. Σπυροπούλου, την 21.9.2005, προκύπτει ότι αυτή εργαζόταν στο γραφείο του κατηγορουμένου μόνιμα σε καθημερινή βάση μαζί με τους συναδέλφους της Χ. Κ., Σ.Σ. και Ε. Σ. μέχρι τον Μάιο του 1999 που τραυματίστηκε σοβαρά, ότι η αμοιβή της , όπως και των άλλων συναδέλφων της ήταν 150.000 δρχ. μηνιαίως συν τα συμφωνηθέντα ποσοστά επί των υποθέσεων σε περίπτωση περαιτέρω εργασίας, ότι καθημερινά είχε από 2 έως πέντε δικαστήρια, ότι τα συνήθη του κέρδη από τα δικαστήρια κυμαίνονταν στη χειρότερη περίπτωση - που είχε δύο δικαστήρια ημερησίως - από 150.000 έως 200.000 δρχ., ότι αναλάμβανε επιπλέον πολλά συμβόλαια, γονικές παροχές, πωλητήρια αλλά και κληρονομιές, ότι συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους, την Α. Μ., το σύζυγο της Η. Π. καθώς και την Σ. Π. κερδίζοντας κατά μέσο όρο 100.000 δρχ. από την παράσταση συμβολαίου και άλλες 100.000 δρχ. από την έρευνα τίτλων στο Υποθηκοφυλακείο, στο κάθε συμβόλαιο που υπογραφόταν τουλάχιστον ανά εβδομάδα, ότι πολύ σημαντικά ποσά που άγγιζαν το 1.000.000 δρχ. μηνιαίως ο κατηγορούμενος κέρδιζε όντας νομικός σύμβουλος διαφόρων εταιρειών όπως για παράδειγμα " Σ. ΕΠΕ", "Τ. και Σια ΟΕ" και " Π.-Μ. ΟΕ", ότι επιπλέον κοινοποιούσε ένα εξώδικο την εβδομάδα προς 50.000 δρχ. και ότι εξέδιδε πολλές διαταγές πληρωμής από τις οποίες εισέπραττε το 20%, ότι έδινε υποθέσεις και σε άλλους εξωτερικούς δικηγόρους για να τις φέρουν εις πέρας στα γραφεία τους, στον δικηγόρο Χ. Μ. ανέθετε υποθέσεις αυτοκινήτων, στη δικηγόρο Φ. Α. έδινε φακέλους για μηνύσεις, ποινικές υποθέσεις, οικογενειακές, στη δικηγόρο Γ. Ρ. έδινε υποθέσεις για διαταγές πληρωμής, μισθωτικές αγωγές, στο δικηγόρο Θ. Ψ. ανέθετε διοικητικές υποθέσεις, ότι απασχολούσε επιπλέον τρεις κοπέλες για εξωτερικές εργασίες, την Λ. Ζ. , την Α. Α. και την Α. Ε., στις οποίες κατέβαλε από 100.000 δρχ. το μήνα και τους έδινε και επιπλέον χρήματα σε περίπτωση που εργάζονταν Σάββατα, ότι τους εξωτερικούς δικηγόρους τους πλήρωνε ανάλογα με το δικόγραφο και τον αριθμό των δικογράφων που του διεκπεραίωναν. 2) Από την ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Χ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Χ. Σπυροπούλου, την 21.9.2005, προκύπτει ότι τον Μάιο του 1999 που τραυματίστηκε σοβαρά ο δικηγόρος Ν. Κ. αυτός (Χ. Κ.ς) εργαζόταν καθημερινά στο γραφείο του μαζί με τον δικηγόρο Σ. Σ. και την Ε. Σ., ότι τους πλήρωνε 150.000 δρχ. κάθε μήνα συν τα ποσοστά που συμφωνούσαν αν ήθελαν να εργαστούν περισσότερο, ότι υπήρχαν μέρες που ο Κ. κέρδιζε μόνο από τα δικαστήρια 400.000 - 500.000 δρχ., ενώ στην χειρότερη περίπτωση κέρδιζε 100.000 -150.000 δρχ. ημερησίως, ότι είχε πολλά συμβόλαια, πωλητήρια, ότι συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους, την Α. Μ., τον σύζυγο- της Η. Π. και την Σ. Π., ότι κέρδιζε 100.000 δρχ., κατά μέσο όρο, από την παράσταση συμβολαίου και άλλες 100.000 δρχ. από την έρευνα τίτλων στο Υποθηκοφυλακείο, που την ανέθετε στους δικηγόρους που είχε, ότι επιπλέον ήταν νομικός σύμβουλος σε διάφορες εταιρείες όπως "Σ. ΕΠΕ", "Τ. και Σια ΟΕ", "Π.-Μ. ΟΕ", από τις οποίες κέρδιζε κάθε μήνα σεβαστά ποσά που πολλές φορές έφταναν το 1.000.000 δρχ., ότι εξέδιδαν πολλές διαταγές πληρωμής από τις οποίες έπαιρνε ποσοστό 20% και ότι κοινοποιούσαν εξώδικα τουλάχιστον ένα την εβδομάδα προς 50.000 δρχ., ότι από όλο αυτό τον όγκο εργασίας στον οποίο συμμετείχε ενεργά ως δικηγόρος υπολογίζει ότι έφτανε κάθε μήνα κατά μέσο όρο τα 6.000.000 δρχ., ότι από τις αρχές του 1999 είχε έλθει στο γραφείο η συνάδελφος Ε. Σ. αλλά είχε προβλήματα με τον Δικηγορικό Σύλλογο Πύργου και δεν έρχονταν κάθε μέρα. 3) από τη ένορκη βεβαίωση της δικηγόρου Γ. Ρ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών την 21.9.2005 προκύπτει ότι αυτή συνεργάζονταν ως εξωτερική συνεργάτης από τα μέσα του 1998 έως τον Μάιο του 1999, ότι είχε γραφείο στην οικία της και της έδινε ανά 15 ημέρες διάφορες υποθέσεις (μισθωτικές αγωγές, διαταγές πληρωμής, ενοχικές αγωγές) και κέρδιζε συνολικά μηνιαίως 100.000-150.000 δρχ., ότι είχε παρόμοια συνεργασία με τη Φ. Α. που αναλάμβανε ποινικές υποθέσεις, τον Χ. Μ. που αναλάμβανε υποθέσεις αυτοκινήτων και τον Θ. Ψ. ο οποίος αναλάμβανε διοικητικές υποθέσεις, ότι σε καθημερινή βάση είχε στο γραφείο του τους δικηγόρους Ε. Σ., Χ. Κ. , Σ. Σ. και Ε. Σ. , η οποία προέρχονταν από το δικηγορικό Σύλλογο Πύργου αλλά επειδή είχε κάποιο πρόβλημα εκεί την απασχολούσε στο γραφείο του, ότι καθημερινά είχε πάνω από 2 δικαστήρια , ότι εκτός από την ταμπέλα του στο γραφείο ήταν αναρτημένη και η ταμπέλα της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., συνεργάζονταν με το συμβολαιογράφο Η. Π. και την Σ. Π., συμβολαιογράφο. 4) Από την ένορκη βεβαίωση της δικηγόρου Φ. Α., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Χ. Σπυροπούλου, την 21.9.2005 προκύπτει ότι αυτή συνεργάζονταν ως δικηγόρος με τον κατηγορούμενο από τα μέσα του 1998 έως τον Μάιο του 1999 που τραυματίστηκε σε τροχαίο, ότι ήταν εξωτερική συνεργάτρια και πήγαινε κάθε Σάββατο στο γραφείο του στο ... όπου παραλάμβανε φακέλους με αστικές και ποινικές υποθέσεις , τις οποίες ετοίμαζε και τις παρέδιδε το επόμενο Σάββατο, ότι η αμοιβή της κυμαίνονταν ανάλογα με την αγωγή ή την μήνυση που συνέτασσε από 15.000 έως 20.000 δρχ., ότι παρόμοια συνεργασία είχε με την δικηγόρο Γ. Ρ., με τον Χ. Μ. και με τον Θ. Ψ., όπως είχε ακούσει, ότι μέσα στο γραφείο του επί καθημερινής βάσεως είχε τους δικηγόρους Σ. Σ., Ε. Σ. , Χ. Κ. και Ε. Σ., ότι είχε στο γραφείο του για εξωτερικές εργασίες την Λ. Ζ. την Α. Ε. και την Α. Α., ότι στο γραφείο του υπήρχε αναρτημένη η ταμπέλα της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., γιατί εκτός των πολλών δικαστηρίων είχε και πολλά συμβόλαια και ότι από συζητήσεις που είχε κάνει με τον κατηγορούμενο και με τους συνεργάτες του είχε αντιληφθεί ότι κάθε μήνα υπερέβαινε τα 5.000.000 δρχ. 5) από την ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Χ. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών την 21.9.2005 προκύπτει ότι αυτός ήταν εξωτερικός συνεργάτης του κατηγορουμένου έως τον Μάιο του 1999 οπότε και λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στο πόδι διεκόπη η συνεργασία τους, ότι έπαιρνε από το γραφείο του κατηγορουμένου υποθέσεις αποκλειστικά αυτοκινήτων τις οποίες διεκπεραίωνε στο γραφείο του, ότι υπήρχαν τρεις δικηγόροι που συνεργάζονταν κατ' αυτό τον τρόπο με τον κατηγορούμενο, ότι αυτός (Μ.) έπαιρνε από τον κατηγορούμενο 150.000 δρχ. το μήνα περίπου, ότι ο κατηγορούμενος συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους, την Α. Μ. τον Η. Π. και την Σ. Π., ότι ήταν νομικός σύμβουλος διαφόρων επιχειρήσεων - εταιρειών, ότι στο γραφείο του απασχολούσε σε μόνιμη βάση καθημερινά τους δικηγόρους Χ. Κ., Σ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., ότι τα ελάχιστα καθημερινά του κέρδη από τα δικαστήριο ξεπερνούσαν τις 100.000 δρχ., ενώ για το κάθε συμβόλαιο κέρδιζε 200.000 δρχ. για παράσταση και έρευνα τίτλων και ως νομικός σύμβουλος κέρδιζε περίπου 1.000.000 δρχ. μηνιαίως, ότι αναλάμβανε πωλητήρια, γονικές παροχές, κληρονομιές και ότι κατά μέσο όρο μηνιαίως το εισόδημα του -πιστεύει ότι - πρέπει να έφτανε τα 6.000.000 δρχ. Από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητείται ούτε αποδυναμώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποδεικνύεται αληθής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι "είχε προσλάβει από το τέλος του 1998 τρεις συναδέλφους του που τον βοηθούσαν", γεγονός που επιβεβαίωσε ο εξετασθείς την 16.2.2001 μάρτυς Ι. Π. καταθέτοντας ότι "από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους α) Σ. Σ., β) Ε. Σ. και γ) Ε. Σ.", ενώ η επίκληση από την εγκαλούσα της σχέσεως έμμισθης εντολής, που δεν υπήρχε, είναι αλυσιτελής, αφού την ύπαρξη τέτοιας εντολής δεν προβάλει ως ισχυρισμό ο κατηγορούμενος, ενόψει και του ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί με ποιους οικονομικούς όρους λειτουργούσε η συνεργασία τους και παραπέρα η εγγραφή της Ε. Σ. στο Δικηγορικό Σύλλογο Ηλείας και η εξ αυτής αδυναμία της να ασκήσει το επάγγελμα της στην Αθήνα, μικρή αξία έχει ως επιχείρημα για την έλλειψη συνεργασίας, αφού στην από 15.12.1998 ανακοπή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και υπό την ίδια ημερομηνία έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, αν και τα δικόγραφα υπογράφονται από τον κατηγορούμενο, εν τούτοις κατατέθηκαν από την Ε. Σ.. Περαιτέρω η εγκαλούσα καταχωρεί στην έγκληση της ( σελίδα 8 παρ.10.1 ) ως ψευδή παράσταση την απασχόληση τεσσάρων δικηγόρων στο γραφείο του κατηγορουμένου, ενώ οι ίδιοι αποδέχονται ότι η επαγγελματική τους απασχόληση ήταν στο γραφείο του κατηγορουμένου και με την μορφή της εξωτερικής συνεργασίας, χωρίς να προσκομίζει κάποιο στοιχείο που να ανατρέπει το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων τους και να επιβεβαιώνει τον δικό της ισχυρισμό. Επίσης ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς, ότι είχε δύο ακροατήρια ημερησίως και 1-2 συμβόλαια εβδομαδιαίως, αλλά δεν αποδεικνύει το βάσιμο του ισχυρισμού της εφόσον στηρίζεται αποκλειστικά στην αναφερθείσα βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς και ότι τα κέρδη του κατηγορουμένου ανέρχονταν σε 3.600.000 δρχ. μηνιαίως στηριζομένη αποκλειστικά στις φορολογικές του δηλώσεις και τον αριθμό των προεισπράξεων του, όταν είναι γνωστό ότι η επαγγελματική ενασχόληση ενός δικηγόρου δεν είναι μόνο οι παραστάσεις στα δικαστήρια και κατά την υπογραφή των συμβολαίων αλλά και άλλες εργασίες όπως για παράδειγμα η παροχή νομικών συμβουλών ή η ιδιότητα του νομικού συμβούλου, ατύπως πολλές φορές, πλην προσοδοφόρος. Από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που τέμνουν την επίδικη διαφορά προκύπτει ότι οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κρίνονται ως μη πειστικές και όχι ως ψευδείς η δε διαφοροποίηση τους, ως προς το ζήτημα της ανικανότητος του κατηγορουμένου για εργασία και της ζημίας που υπέστη λόγω της ανικανότητός του αυτής, κρίσιμο ζήτημα, χαρακτηρίζεται στην υπ' αριθμόν 1070/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, αποδεικνύει την σοβαρότητα της ένδικης διαφοράς αλλά και την αδυναμία πλήρους απόδειξης των ισχυρισμών των διαδίκων. Ενώ από την επισκόπηση των προσκομισθέντων δικογράφων-αγωγές, κλήσεις, εκθέσεις επιδόσεως, δικαστικές αποφάσεις, ειδικά πληρεξούσια - αλλά και ελέγχους τίτλων- που επικαλείται ο κατηγορούμενος Ν. Κ., επιβεβαιώνεται η συνεργασία του με τους προαναφερθέντες συναδέλφους του, τόσο σε επίπεδο συστέγασης όσο και χειρισμού ποινικών και αστικών υποθέσεων. Τέλος ως προς την επίκληση της φερομένης ως ψευδούς παραστάσεως ότι ο κατηγορούμενος είναι ανίκανος για εργασία και έχει παντελώς απολέσει τα εισοδήματά του, ενώ ασκεί ανεμπόδιστα δικηγορία, δεν αποδεικνύεται ότι όντως είναι ψευδής, αφού εκ των ενόρκων βεβαιώσεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει επίσης ότι μετά το ατύχημα αυτοί διέκοψαν την συνεργασία τους και η πελατεία του μειώθηκε. Εξάλλου από την επισκόπηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων ιατρικών πιστοποιητικών του κατηγορουμένου μετά το ατύχημα προκύπτει η επιβαρημένη κατάσταση του, που δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη άσκηση του επαγγέλματος του. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην αγωγή της 9.5.2000 αναφέρει ως ισχυρισμό ότι " έχει σχεδόν ολική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του", στην αγωγή της 3.5.2001 ότι " έχει σημαντική ανικανότητα για εργασία", ισχυρισμό που επαναλαμβάνει στην αγωγή της 3.10.2004, ισχυρισμοί που απέχουν από την ολική ανικανότητα και προσεγγίζουν το επίπεδο της μετ' εμποδίων ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, μολονότι στις από 20.5.2001 προτάσεις του επί της από 3.5.2001 αγωγής του ισχυρίζεται περί της ολικής ανικανότητος για δικηγορική εργασία και για αναπηρία στο υπόλοιπο της ζωής του όπως σαφώς αναλύεται στην έκθεση του ιατρού Χ. Ρ.. Οι φερόμενοι δε ως παρέχοντες άμεση συνδρομή στον κατηγορούμενο στην διάπραξη του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης στο δικαστήριο, - ο μεν Ι. Π. ο οποίος κατέθεσε, εξεταζόμενος ως μάρτυς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5237/2000 αγωγής του κατηγορουμένου, ότι αυτός (κατηγορούμενος) είχε την ημέρα τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ.. από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους Σ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., ότι συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους , ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ. από συμβόλαια και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του , -η δε Π. Α., η οποία κατέθεσε εξεταζόμενη ως μάρτυς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την συζήτηση της από 3.5.2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του κατηγορουμένου ότι πριν έβγαζε 3.000.000 δρχ. το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του, τους Σ., Σ. και Κ., οι οποίοι φύγανε - δεν διαφοροποιούνται από το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά της συνεργασίας του κατηγορουμένου με τους προαναφερθέντες δικηγόρους αλλά και ύψος των εισοδημάτων του, με την επισήμανση ότι στις ένορκες βεβαιώσεις το ποσό αυτό ανέρχεται σε 5.000.000 έως 6.000.000 δρχ. μηνιαίως, ως μηνιαίο εισόδημα ενός ελεύθερου επαγγελματία, το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί ούτε στις αποφάσεις των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, ενόψει του ότι οι υπ' αριθμούς 464/2008 και 465/2008 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκαν ιδίως δε η 464/2006 για το λόγο ότι "δέχεται αντιφατικά ότι το επίδικο χρονικό διάστημα από 3.5.1999 μέχρι 10.5.2000 ήταν ικανός για εργασία και συγκεκριμένα ικανός για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, παρότι ήταν αδύνατο να ασκήσει το ως άνω επάγγελμα τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα νοσηλεύονταν στο ανωτέρω νοσοκομείο" και ότι "δέχεται ακόμη ότι και μετά το ατύχημα ο αναιρεσείων συνέχισε, παρά τον τραυματισμό του την επαγγελματική του δραστηριότητα αποκομίζοντας μάλιστα από την εργασία του εισοδήματα μεγαλύτερα από όσα πριν το ατύχημα, χωρίς όμως να διευκρινίζει τον τρόπο που ασκούσε ο αναιρεσείων το επάγγελμα του δικηγόρου τόσο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο όσο και μετά την έξοδο του από αυτό έχοντας εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση". Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει η ολική ανικανότητα του κατηγορουμένου να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο και η αδυναμία απρόσκοπτης άσκησης μετά την έξοδο του από αυτό, χωρίς να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους των πραγματικών του εισοδημάτων, εννοείται εκείνων τα οποία απώλεσε, για να προσδιοριστεί, αν αναζήτησε επιπλέον ποσά στηριζόμενος σε φερόμενες, αλλά μη αποδειχθείσες ως ψευδείς καταθέσεις.". Επιπρόσθετα πρέπει ν' αναφερθεί επίσης ότι όσα έγιναν δεκτά παραπάνω δεν αναιρούνται από την εκ μέρους της εγκαλούσας προσκόμιση στο Συμβούλιο αυτό σε απλή φωτοτυπία των χειρόγραφων σχεδίων των υπ' αρ. 150/08 και 151/08 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκαν μετά από αναίρεση από το Δικαστήριο της παραπομπής και επί της από 22-4-02 εφέσεως του ήδη κατηγορουμένου Ν. Κ. με την οποία προσέβαλε την υπ' αρ. 5106/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πρώτη απόφαση (υπ' αρ. 150/10) και επί των από 15-10-04 και 11-10-04 εφέσεων αντίστοιχα της ήδη εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας και του ήδη κατηγορουμένου Ν. Κ. με τις οποίες προσέβαλαν την υπ' αρ. 4142/04 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δεύτερη απόφαση (υπ' αρ. 151/10). Με την πρώτη απόφαση (υπ' αρ. 150/10) φέρεται να γίνεται δεκτό ότι ο ενάγων εκεί Ν. Κ. λόγω του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία για χρονικό διάστημα 9 μηνών και συγκεκριμένα για το από 4-5-99 έως και 31-1-00 χρονικό διάστημα και ότι κατά το διάστημα αυτό με βεβαιότητα θα κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου για 70 παραστάσεις και 15 τουλάχιστον συμβόλαια ποσό 19.117,65 ευρώ (δηλ. 70 παραστάσεις Χ 50.000 δρχ. καθεμία = 3.500.000 δρχ. ή 10.294,12 ευρώ και 15 συμβόλαια Χ 200.000 δρχ. το καθένα = 3.000.000 δρχ. ή 8.823,53 ευρώ) δέχθηκε επίσης ότι ο ενάγων "...παρά τα εμφανή κινητικά προβλήματα που είχε όπως χωλότητα, δυσχέρεια στη βάδιση, δυσκαμψία του δεξιού γόνατος και χρόνια οσφυαλγία...", από αρχές έτους 2000 συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα και ότι δεν απεδείχθη ότι κατέστη ανίκανος για εργασία για μεγαλύτερο των 9 μηνών διάστημα, με τις ίδιες δε παραδοχές η δεύτερη (υπ' αρ. 151/10 απόφαση) απέρριψε ουσία την από 3-5-01 αγωγή και κατά το κονδύλιο αυτής των διαφυγόντων κερδών χρονικού διαστήματος από 11-5-00 έως 3-5-01. " Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για να δικαστούν για τις άνω πράξεις και, ακολούθως, απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατ αυτών. Δια την διαμόρφωση, ωστόσο, της απαλλακτικής κρίσης το Συμβούλιο, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, τις από 21-9-2005 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Σ. και Χρ. Κ., οι οποίες αποτελούν στοιχεία του κατά Ν. Κ. κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορίας για απάτη επί δικαστηρίω. Ταυτοχρόνως, απαξιώνει, χωρίς καμμία αιτιολογία τις από 11.8.2005 και 14.10.2005 βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, τις οποίες χαρακτηρίζει "αναμφίβολου αξιοπιστίας" (βλ. 6β και 7α σελίδες του βουλεύματος), μολονότι από το περιεχόμενο αυτών καταλύονται βασικοί ισχυρισμοί του άνω κατηγορουμένου, ως ενάγοντος, αναφορικά με το εύρος των εργασιών του δικηγορικού γραφείου του και την απασχόληση σ αυτό άλλων δικηγόρων, ως έμμισθων συνεργατών του. Ακόμη, δεν προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο των από 5-2-2009 πρακτικών του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την άνω από 14-10-2005 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στο πρώτο έγγραφο ήταν καταχωρημένο το περιεχόμενο της αυτοπρόσωπου εμφανίσεως στο Συμβούλιο Εφετών και προαναφερθέντος κατηγορουμένου, από τις δηλώσεις και απαντήσεις του οποίου, δεν προέκυπταν στοιχεία, αποδεικτικά, των αγωγικών του ισχυρισμών, αφορωσών εξωδικαστηριακές απασχολήσεις του σε εταιρείες κτλ και τα περί συνεργατών στο δικηγορικό του γραφείο εμμίσθων δικηγόρων. Στην κατηγορία των τελευταίων περιελαμβάνετο και η Γ. Ρ., αλλά από το προαναφερθέν δεύτερο έγγραφο του Δ.Σ.Α. προκύπτει ότι απέκτησε την δικηγορική ιδιότητα στις 16-3-2000, ενώ κατά την από 21-9-2005 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί της οποίας γίνεται ιδιαίτερη μνεία ως αποδεικτικό μέσο στο προσβαλλόμενο βούλευμα (σελίδα 7β), αναφέρεται, ότι ήταν εξωτερικός συνεργάτης του Ν. Κ. από τα μέσα του 1998 έως τον Μάιο του 1999 και ότι της έδινε ανά 15 ημέρες διάφορες υποθέσεις (μισθωτικές κτλ.) από τις οποίες προσεπορίζετο 100 έως 150.000 δρχ. μηνιαίως. Ακόμη, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του τα από 3-12-2002, 2-3-2005 και 4-12-2007 πιστοποιητικά της ΔΟΥ ..., από τα οποία προκύπτουν τα δηλωθέντα εισοδήματα του ίδιου κατηγορουμένου, από τις δικαστηριακές και εξωδικαστηριακές ενασχολήσεις του, τα οποία ήσαν υποπολλαπλάσια των αγωγικών του ισχυρισμών, δηλαδή ανήρχοντο στο ύψος των 3 έως 3,5 εκατομμυρίων δραχμών έναντι των 36 ή 72 εκατομμυρίων, που κατά τους ισχυρισμούς του αποκέρδαινε. Επίσης δεν έλαβε υπόψη του την από 14-10-2005 βεβαίωση του Δ.Σ.Α. και το από 15-11-2007 εξώδικο της εγκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" προς τον Θ. Ψ., από τα οποία έγγραφα προέκυπτε ότι αυτός, ο οποίος εφέρετο από τον ίδιο κατηγορούμενο να είναι συνεργάτης του στο χειρισμό δικηγορικών υποθέσεων, είχε παύσει να έχει την ιδιότητα αυτή από το 1984 που διορίστηκε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Ακόμη δεν έλαβε υπόψη του το ημερολόγιο δικαστηρίων του ίδιου κατηγορουμένου του έτους 1998, από το οποίο προέκυπτε ότι στο πελατολόγιό του δεν υπήρχαν εταιρείες, παρά τα αντιθέτως από αυτόν υποστηριζόμενα. Ακόμη δεν έλαβε υπόψη του τα πιστοποιητικά της ΔΟΥ ... και κυρίως το υπ' αριθμ. πρωτ. 23515/3-12-2002 από το οποίο προκύπτει ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα από τον ανωτέρω κατά τα οικονομικά έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 ανήρχοντο στα ποσά των 2.090.611, 3.355.897, 2.656.455 και 3.806.077 δρχ. αντιστοίχως, τα οποία σαφώς υπελείποντο των αγωγικών του αξιώσεων. Επίσης, δεν έλαβε υπόψη του τις υπ'αριθμ. ..., ... και .../2005 πράξεις μη εμφανίσεως μάρτυρος της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Τσιτσα-Αρχοντάκη, στις οποίες βεβαιώνεται ότι οι φερόμενοι ως συνεργάτες του Ν. Κ., Σ. Σ., Ε. Σ. και Χ. Κ., δεν εμφανίσθησαν σ'αυτήν για να εξετασθούν ως μάρτυρες, μετά από εξώδικη πρόσκληση του Χ. Π., οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο είχε ασφαλισθεί στην ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" επί του ζητήματος της εμμίσθου συνεργασίας αυτών με τον προαναφερθέντα. Περαιτέρω, το Συμβούλιο χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία, δέχεται αναιτιολογήτως ότι ο κατηγορούμενος αυτός παρείχε προσοδοφόρες νομικές συμβουλές. Βασίμως, επομένως, εκτιμάται, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος, έλαβε υπόψη του μόνο τις ένορκες βεβαιώσεις των υποτιθέμενων συνεργατών του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, το περιεχόμενο των οποίων, όμως διεψεύδετο από τα άνω επίσημα έγγραφα τα οποία δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψη. Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει ελλιπή αιτιολογία ως προς το ύψος των εισοδημάτων του αναφερθέντος κατηγορουμένου, κατά τα επίμαχα χρονικά διαστήματα, διότι ενώ υιοθετεί ότι ούτε και τα πολιτικά δικαστήρια, δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορίσουν τα εισοδήματα αυτού (φύλλο 9β του βουλεύματος), εν τούτοις στο σημείο όπου τούτο προβαίνει σε δικές του σκέψεις, διαλαμβάνει ότι βάσει της υπ' αριθμ. 150/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, τα διαφυγόντα κέρδη αυτού για τα χρονικά διαστήματα 4.5.1999 έως 31.1.2000 ανήρχοντο στο ύψος των 19.117,65 Ευρώ, ενώ με την υπ' αριθμ. 151/2010 απόφαση του ίδιου Εφετείου, απερρίφθη η αγωγή του Ν. Κ. με την οποία ζητούσε διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα 11-5-2000 έως 3-5-2001. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εξ αιτίας των αναφερθεισών ελλείψεων, παραλείψεων (ως προς την μη λήψη υπόψη όλων των εγγράφων), ασαφειών και αντιφάσεων, το βούλευμα στερείται της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, επί πλέον, χαρακτηρίζεται για έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω της προμνησθείσης αντιφάσεως, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 1,3 και 46 παρ. ιβ Π.Κ. (άρθρο 484 παρ. Ιβ' και Δ' Κ.Π.Δ.), ως προς όλους τους κατηγορουμένους, δια τους οποίους απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία. Επομένως, νόμιμο είναι να αναιρεθεί αυτό για τους αναφερθέντες κατηγορουμένους, οι οποίοι απηλλάγησαν και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από άλλους δικαστές. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, Προτείνομεν α) Να αναιρεθεί το υπ' αριθμ. 763/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Ν. Κ. του Κ., 2) Ι. Π. του Μ. και 3) Π. Α. του Κ., για κακουργηματική απάτη Δικαστηρίου κατ' εξακολούθηση κατά του πρώτου και για κακουργηματική άμεση συνέργεια απάτης δικαστηρίου σε βάρος των υπολοίπων, Και β) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Αθήνα 22-6-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοση του (άρθρο 306), για τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα, οριζόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 386 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή με πράξη, παράλειψη ή ανοχή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος και είναι αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζονται τα πρόσωπα εκείνου που εξαπατήθηκε και εκείνου που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα της μη αναγκαίας ταυτίσεως του εξαπατηθέντος και του υποστάντος τη βλάβη είναι ότι η απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου (τακτικού ή διαιτητικού), όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός υποστηριζόμενος από πλαστά ή ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που έχει ως συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του πράξαντος. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000) ευρώ, η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Από δε τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως του απαλλακτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία αποχρωσών ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή αποχρώσες ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Κατά δε το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της, τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. α', 310 παρ. 1 εδ. α', 313 και 318 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο (Πλημμελειοδικών ή Εφετών), αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και αν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές, όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκομίστηκε προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως, οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθ' εαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας, τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν, της από 20-9-2005 εγκλήσεως της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" και με το διακριτικό τίτλο "EUROSTAR Α.Ε.Α.Ζ", κατά των κατηγορουμένων Ν. Κ., Ι. Π. και Π. Α., δικηγόρων, ασκήθηκε, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ποινική δίωξη για: α) απάτη στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) άμεση συνεργεία στην πράξη της απάτης, γ) ψευδορκία μάρτυρα και δ) ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδορκίας. Μετά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθμό 2182/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, οι: α) Ν. Κ. του Κ., β) Ι. Π. του Μ. και γ) Π. Α. του Κ., για να δικασθούν ως υπαίτιοι ο πρώτος των πράξεων: α) της κακουργηματικής απάτης στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος και αντίστοιχα η ζημία υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ο δεύτερος της πράξης της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης και η τρίτη των πράξεων της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης και της ψευδορκίας μάρτυρα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι άσκησαν τις υπ' αριθμ. 383, 384 και 385/2008 εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν κατ' ουσία, με το υπ' αριθμό 789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του υπ' αριθμ. 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους οι από 18-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2473/2009 βούλευμα του Συμβουλίου του ΑΠ, που έκανε δεκτές τις αναιρέσεις και αναίρεσε το άνω βούλευμα και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ίδιου συμβουλίου Εφετών. Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με αριθμό 763/2010 του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε κατ' ουσία τις ως άνω εφέσεις των κατηγορουμένων και στη συνέχεια αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία για την πράξη της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του πρώτου Ν. Κ. και της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη σε βάρος των λοιπών κατηγορουμένων και εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα, αφού το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 3.5.1999 ο κατηγορούμενος Ν. Κ. οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο κινούμενος επί της οδού ... στην Αθήνα, όταν έφτασε στην διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ..., συγκρούστηκε με το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ. Π. και ήταν ασφαλισμένο για τη έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη εγκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Eurostar ΕΑΕΑΖ. Αποκλειστικά υπαίτιος του επισυμβάντος ατυχήματος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου Χ. Π., ο οποίος παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, αποτέλεσμα δε της συγκρούσεως ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος υπέστη συντριπτικό κάταγμα κνημιαίων κονδύλων με εκσεσημασμένη συντριβή της αρθρικής επιφάνειας δεξιού γόνατος, νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο "Γ. Γεννηματάς" από 3.5.1999 έως 7.5.1999, οπότε του έγινε εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση, την 23-7-1999 οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από την 4.10.1999 έως 11.10.1999 οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω της δημιουργηθείσης φλεγμονής, αφαιρέθηκαν τα λοιπά υλικά της οστεοσύνθεσης και κατά την επανεξέταση του την 10.1.2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τον χρόνο του τραυματισμού του ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου και διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στο ... Αττικής επί της οδού ..., άσκησε τρεις αγωγές στρεφόμενες κατά της εγκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας και του Χ. Π. με τις οποίες ζητούσε τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημιές που υπέστη από το ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του. Συγκεκριμένα άσκησε 1) την από 9.5.2000, με αριθμό κατάθεσης 5237/2000 αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλλουν το ποσό των 194.810,74 ευρώ, εκ του οποίου τα διαφυγόντα κέρδη λόγω ανικανότητας του κατηγορουμένου για εργασία κατά την χρονική περίοδο από 3.5.1999 έως 10.5.2000 ανέρχονται στο ποσό των 137.344,09 ευρώ, 2) την από 3.5.2001, με αριθμό κατάθεσης 3717/2001 αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλλουν το ποσό των 262.215,70 ευρώ, εκ του οποίου τα διαφυγόντα κέρδη του κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά την χρονική περίοδο από 11.5.2000 έως 3.5.2001 ανέρχονται στο ποσό των 137.344,09 ευρώ και 3) την από 3.10.2004, με αριθμό κατάθεσης 7623/2004 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλλουν το ποσό των 234.777 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη του, λόγω ανικανότητάς του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 3.5.2001 έως 31.12.2003. Η εγκαλούσα ανώνυμος ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται στην από 15.9.2005 έγκληση της ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει στη αγωγή του - 5237/2000 - "ότι αποκέρδαινε μηνιαίως εκ της εργασίας του ως δικηγόρου για το προ του τραυματισμού του χρονικό διάστημα ποσό 10.564,93 ευρώ, είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία, για να μπορέσει να φέρει εις πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το έτος 1998 τρεις συναδέλφους του που τον βοηθούσαν, με έδρα το ιδιόκτητο γραφείο του στο ... στην οδό ..." ενώ ο μάρτυς που εξετάστηκε κατά την δικάσιμο της 16.2.2001, Ι. Π., κατέθεσε ότι "την ημέρα είχε τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ από το καθένα, από το έτος 1998 είχε συνεργάτες του τους α) Σ. Σ., β) Ε. Σ. και γ) Ε. Σ., στο γραφείο ακόμη ήταν άλλες δύο κυρίες, συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ., έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο ...". - Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 5106/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, επιδικάστηκε στον ενάγοντα ποσό 29.125,27 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, απορρίφθηκε δε το αιτούμενο κονδύλιο για απώλεια εισοδημάτων, ποσού 88.041,09 ευρώ που επιδικάστηκε, δυνάμει της υπ' αριθμόν 9144/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω η υπ' αριθμόν 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε από την 760/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών ουσιαστικά αβάσιμο, πλην όμως και αυτή αναιρέθηκε από την υπ' αριθμόν 1070/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου για το λόγο ότι "ενώ βεβαιώνει ότι, λόγω του κατάγματος που υπέστη ο αναιρεσείων (κατηγορούμενος) έγινε σ' αυτόν εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση και ότι νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς από 3-5/9/1999, στις 23.7.1999, οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από 4-11/10/1999, οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω της σχετικής φλεγμονής που δημιουργήθηκε και του αφαιρέθηκαν και τα λοιπά υλικά οστεοσύνθεσης και ότι κατά την επανεξέταση του την 10.1.2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου δέχεται αντιφατικά ότι το επίδικο χρονικό διάστημα από 3.5.1999 μέχρι 10.5.2000 ήταν ικανός για εργασία και συγκεκριμένα ικανός για άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου παρότι ήταν αδύνατο να ασκήσει το επάγγελμα τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα νοσηλευόταν στο ανωτέρω νοσοκομείο και ότι "δέχεται ακόμη ότι και μετά το ατύχημα ο αναιρεσείων κατηγορούμενος συνέχισε παρά τον τραυματισμό του την επαγγελματική του δραστηριότητα αποκομίζοντας μάλιστα από την εργασία του εισοδήματα μεγαλύτερα από όσα πριν το ατύχημα χωρίς να διευκρινίζει τον τρόπο που ασκούσε ο αναιρεσείων το επάγγελμα του δικηγόρου τόσο κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο όσο και μετά τη έξοδο του από αυτό έχοντας εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση". Κατά την διάρκεια της διαδικασίας επιλύσεως της αστικής διαφοράς η εγκαλούσα έλαβε γνώση 1) της από 11.8.2005 βεβαιώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών εκ της οποίας προκύπτει ότι οι Σ. Σ. και Χ. Κ. ουδέποτε απασχολήθηκαν με έμμισθη εντολή από τον Ν. Κ. (κατηγορούμενο) ούτε ο ίδιος δήλωσε ποτέ ότι είχε προσλάβει τους προαναφερθέντες και επιπλέον ότι η Ε. Σ. υπήρξε μέλος του Δ.Σ.Α μόλις μέχρι την 31.12.1997 οπότε μετατέθηκε και ενεγράφη στο Δικηγορικό Σύλλογο Ηλείας, ενώ η Ε. Σ. είχε δηλώσει ότι πράγματι συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο για τα έτη 1997, 1998 οπότε και διέκοψε την συνεργασία της και 2) της από 14.9.2005 βεβαίωσης - χωρίς να πρόκειται περί βεβαιώσεως αλλά περί εγγράφου συνημμένου της ανωτέρω βεβαιώσεως- στην οποία αναλύονται κατ' έτος από το 1998 για τον πρώτο μηνυόμενο και τους - δήθεν κατά την εγκαλούσα - συνεργάτες του ο αριθμός των παραστάσεων τους στα δικαστήρια καθώς και ο αριθμός των συμβολαίων στα οποία παραστάθηκαν με τις συνολικές κατ' έτος αμοιβές. Στη βάση των ανωτέρω εγγράφων η εγκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 1) παρέστησε ψευδώς ότι απασχολούσε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του στο ... (Σ., Σ., Σ., Κ.) ενώ στην πραγματικότητα ουδένα, ούτε από αυτούς, ούτε οποιονδήποτε άλλον απασχολούσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (Μάιος 1999), β) παρέστησε ψευδώς ότι είχε δύο ακροατήρια ημερησίως, 44 δικαστήρια μηνιαίως και 1-2 συμβόλαια εβδομαδιαίως, 3) παρέστησε ψευδώς ότι αποκέρδαινε 3.600.000 δρχ. μηνιαίως τότε, ενώ τόσο από τις φορολογικές δηλώσεις όσο και από τον αριθμό των προεισπράξεων και συμβολαίων αποδεικνύεται ότι το αιτούμενο ποσό τυγχάνει υπερδεκαπλάσιο των πραγματικών του εσόδων και 4) παρέστησε ψευδώς ότι είναι ανίκανος για εργασία και ότι έχει απολέσει παντελώς τα εισοδήματα του έκτοτε (Μάιος 1999) ενώ ασκεί ανεμπόδιστα δικηγορία καθόλα αυτά τα έτη, όμως τα δικαστήρια εξέλαβαν αυτούς ακριβώς τους ψευδείς ισχυρισμούς και τις ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων ως αληθινές και γι' αυτό ακριβώς το λόγο επιδίκασαν το ποσό. Επειδή οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εγκαλούσης εκτός του ότι δεν επιβεβαιώνονται από άλλα στοιχεία πλην των ανωτέρω προσκομισθέντων εγγράφων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αναμφίβολου αξιοπιστίας, αποτελούν συμπεράσματα εξαχθέντα εκ του περιεχομένου των εγγράφων αυτών ενώ: α) εκ της ενόρκου βεβαιώσεως της Ε. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Χ. Σπυροπούλου, την 21.9.2005, προκύπτει ότι αυτή εργαζόταν στο γραφείο του κατηγορουμένου μόνιμα σε καθημερινή βάση μαζί με τους συναδέλφους της Χ. Κ., Σ. Σ. και Ε. Σ. μέχρι τον Μάιο του 1999 που τραυματίστηκε σοβαρά, ότι η αμοιβή της, όπως και των άλλων συναδέλφων της ήταν 150.000 δρχ. μηνιαίως συν τα συμφωνηθέντα ποσοστά επί των υποθέσεων σε περίπτωση περαιτέρω εργασίας, ότι καθημερινά είχε από 2 έως πέντε δικαστήρια, ότι τα συνήθη του κέρδη από τα δικαστήρια κυμαίνονταν στη χειρότερη περίπτωση - που είχε δύο δικαστήρια ημερησίως - από 150.000 έως 200.000 δρχ., ότι αναλάμβανε επιπλέον πολλά συμβόλαια, γονικές παροχές, πωλητήρια αλλά και κληρονομιές, ότι συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους, την Α. Μ., το σύζυγό της Η. Π. καθώς και την Σ. Π. κερδίζοντας κατά μέσο όρο 100.000 δρχ. από την παράσταση συμβολαίου και άλλες 100.000 δρχ. από την έρευνα τίτλων στο Υποθηκοφυλακείο, στο κάθε συμβόλαιο που υπογραφόταν τουλάχιστον ανά εβδομάδα, ότι πολύ σημαντικά ποσά που άγγιζαν το 1.000.000 δρχ. μηνιαίως ο κατηγορούμενος κέρδιζε όντας νομικός σύμβουλος διαφόρων εταιρειών όπως για παράδειγμα "Σ. ΕΠΕ", "Τ. και Σια ΟΕ" και "Π.-Μ. ΟΕ", ότι επιπλέον κοινοποιούσε ένα εξώδικο την εβδομάδα προς 50.000 δρχ. και ότι εξέδιδε πολλές διαταγές πληρωμής από τις οποίες εισέπραττε το 20%, ότι έδινε υποθέσεις και σε άλλους εξωτερικούς δικηγόρους για να τις φέρουν εις πέρας στα γραφεία τους, στον δικηγόρο Χ. Μ. ανέθετε υποθέσεις αυτοκινήτων, στη δικηγόρο Φ. Α. έδινε φακέλους για μηνύσεις, ποινικές υποθέσεις, οικογενειακές, στη δικηγόρο Γ. Ρ. έδινε υποθέσεις για διαταγές πληρωμής, μισθωτικές αγωγές, στο δικηγόρο Θ. Ψ. ανέθετε διοικητικές υποθέσεις, ότι απασχολούσε επιπλέον τρεις κοπέλες για εξωτερικές εργασίες, την Λ. Ζ., την Α. Α. και την Α. Ε., στις οποίες κατέβαλε από 100.000 δρχ. το μήνα και τους έδινε και επιπλέον χρήματα σε περίπτωση που εργάζονταν Σάββατα, ότι τους εξωτερικούς δικηγόρους τους πλήρωνε ανάλογα με το δικόγραφο και τον αριθμό των δικογράφων που του διεκπεραίωναν. 2) Από την ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Χ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Χ. Σπυροπούλου, την 21.9.2005, προκύπτει ότι τον Μάιο του 1999 που τραυματίστηκε σοβαρά ο δικηγόρος Ν. Κ. αυτός (Χ. Κ.ς) εργαζόταν καθημερινά στο γραφείο του μαζί με τον δικηγόρο Σ. Σ. και την Ε. Σ., ότι τους πλήρωνε 150.000 δρχ. κάθε μήνα συν τα ποσοστά που συμφωνούσαν αν ήθελαν να εργαστούν περισσότερο, ότι υπήρχαν μέρες που ο Κ. κέρδιζε μόνο από τα δικαστήρια 400.000 - 500.000 δρχ., ενώ στην χειρότερη περίπτωση κέρδιζε 100.000 - 150.000 δρχ. ημερησίως, ότι είχε πολλά συμβόλαια, πωλητήρια, ότι συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους, την Α. Μ., τον σύζυγό της Η. Π. και την Σ. Π., ότι κέρδιζε 100.000 δρχ., κατά μέσο όρο, από την παράσταση συμβολαίου και άλλες 100.000 δρχ. από την έρευνα τίτλων στο Υποθηκοφυλακείο, που την ανέθετε στους δικηγόρους που είχε, ότι επιπλέον ήταν νομικός σύμβουλος σε διάφορες εταιρείες όπως "Σ. ΕΠΕ", "Τ. και Σια ΟΕ", "Π.-Μ. ΟΕ", από τις οποίες κέρδιζε κάθε μήνα σεβαστά ποσά που πολλές φορές έφταναν το 1.000.000 δρχ., ότι εξέδιδαν πολλές διαταγές πληρωμής από τις οποίες έπαιρνε ποσοστό 20% και ότι κοινοποιούσαν εξώδικα τουλάχιστον ένα την εβδομάδα προς 50.000 δρχ., ότι από όλο αυτό τον όγκο εργασίας στον οποίο συμμετείχε ενεργά ως δικηγόρος υπολογίζει ότι έφτανε κάθε μήνα κατά μέσο όρο τα 6.000.000 δρχ., ότι από τις αρχές του 1999 είχε έλθει στο γραφείο η συνάδελφος Ε. Σ. αλλά είχε προβλήματα με τον Δικηγορικό Σύλλογο Πύργου και δεν έρχονταν κάθε μέρα. 3) από τη ένορκη βεβαίωση της δικηγόρου Γ. Ρ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών την 21.9.2005 προκύπτει ότι αυτή συνεργάζονταν ως εξωτερική συνεργάτης από τα μέσα του 1998 έως τον Μάιο του 1999, ότι είχε γραφείο στην οικία της και της έδινε ανά 15 ημέρες διάφορες υποθέσεις (μισθωτικές αγωγές, διαταγές πληρωμής, ενοχικές αγωγές) και κέρδιζε συνολικά μηνιαίως 100.000-150.000 δρχ., ότι είχε παρόμοια συνεργασία με τη Φ. Α. που αναλάμβανε ποινικές υποθέσεις, τον Χ. Μ. που αναλάμβανε υποθέσεις αυτοκινήτων και τον Θ. Ψ. ο οποίος αναλάμβανε διοικητικές υποθέσεις, ότι σε καθημερινή βάση είχε στο γραφείο του τους δικηγόρους Ε. Σ., Χ. Κ., Σ. Σ. και Ε. Σ., η οποία προέρχονταν από το δικηγορικό Σύλλογο Πύργου αλλά επειδή είχε κάποιο πρόβλημα εκεί την απασχολούσε στο γραφείο του, ότι καθημερινά είχε πάνω από 2 δικαστήρια, ότι εκτός από την ταμπέλα του στο γραφείο ήταν αναρτημένη και η ταμπέλα της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., συνεργάζονταν με το συμβολαιογράφο Η. Π. και την Σ. Π., συμβολαιογράφο. 4) Από την ένορκη βεβαίωση της δικηγόρου Φ. Α., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Χ. Σπυροπούλου, την 21.9.2005 προκύπτει ότι αυτή συνεργάζονταν ως δικηγόρος με τον κατηγορούμενο από τα μέσα του 1998 έως τον Μάιο του 1999 που τραυματίστηκε σε τροχαίο, ότι ήταν εξωτερική συνεργάτρια και πήγαινε κάθε Σάββατο στο γραφείο του στο ... όπου παραλάμβανε φακέλους με αστικές και ποινικές υποθέσεις, τις οποίες ετοίμαζε και τις παρέδιδε το επόμενο Σάββατο, ότι η αμοιβή της κυμαίνονταν ανάλογα με την αγωγή ή την μήνυση που συνέτασσε από 15.000 έως 20.000 δρχ., ότι παρόμοια συνεργασία είχε με την δικηγόρο Γ. Ρ., με τον Χ. Μ. και με τον Θ. Ψ., όπως είχε ακούσει, ότι μέσα στο γραφείο του επί καθημερινής βάσεως είχε τους δικηγόρους Σ. Σ., Ε. Σ., Χ. Κ. και Ε. Σ., ότι είχε στο γραφείο του για εξωτερικές εργασίες την Λ. Ζ. την Α. Ε. και την Α. Α., ότι στο γραφείο του υπήρχε αναρτημένη η ταμπέλα της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., γιατί εκτός των πολλών δικαστηρίων είχε και πολλά συμβόλαια και ότι από συζητήσεις που είχε κάνει με τον κατηγορούμενο και με τους συνεργάτες του είχε αντιληφθεί ότι κάθε μήνα υπερέβαινε τα 5.000.000 δρχ. 5) από την ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Χ. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών την 21.9.2005 προκύπτει ότι αυτός ήταν εξωτερικός συνεργάτης του κατηγορουμένου έως τον Μάιο του 1999 οπότε και λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στο πόδι διεκόπη η συνεργασία τους, ότι έπαιρνε από το γραφείο του κατηγορουμένου υποθέσεις αποκλειστικά αυτοκινήτων τις οποίες διεκπεραίωνε στο γραφείο του, ότι υπήρχαν τρεις δικηγόροι που συνεργάζονταν κατ' αυτό τον τρόπο με τον κατηγορούμενο, ότι αυτός (Μ.) έπαιρνε από τον κατηγορούμενο 150.000 δρχ. το μήνα περίπου, ότι ο κατηγορούμενος συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους, την Α. Μ. τον Η. Π. και την Σ. Π., ότι ήταν νομικός σύμβουλος διαφόρων επιχειρήσεων - εταιρειών, ότι στο γραφείο του απασχολούσε σε μόνιμη βάση καθημερινά τους δικηγόρους Χ. Κ., Σ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., ότι τα ελάχιστα καθημερινά του κέρδη από τα δικαστήριο ξεπερνούσαν τις 100.000 δρχ., ενώ για το κάθε συμβόλαιο κέρδιζε 200.000 δρχ. για παράσταση και έρευνα τίτλων και ως νομικός σύμβουλος κέρδιζε περίπου 1.000.000 δρχ. μηνιαίως, ότι αναλάμβανε πωλητήρια, γονικές παροχές, κληρονομιές και ότι κατά μέσο όρο μηνιαίως το εισόδημα του - πιστεύει ότι - πρέπει να έφτανε τα 6.000.000 δρχ. Από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων το περιεχόμενο δεν αμφισβητείται ούτε αποδυναμώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποδεικνύεται αληθής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι "είχε προσλάβει από το τέλος του 1998 τρεις συναδέλφους του που τον βοηθούσαν", γεγονός που επιβεβαίωσε ο εξετασθείς την 16.2.2001 μάρτυς Ι. Π. καταθέτοντας ότι "από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους α) Σ. Σ., β) Ε. Σ. και γ) Ε. Σ.", ενώ η επίκληση από την εγκαλούσα της σχέσεως έμμισθης εντολής, που δεν υπήρχε, είναι αλυσιτελής, αφού την ύπαρξη τέτοιας εντολής δεν προβάλει ως ισχυρισμό ο κατηγορούμενος, ενόψει και του ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί με ποιους οικονομικούς όρους λειτουργούσε η συνεργασία τους και παραπέρα η εγγραφή της Ε. Σ. στο Δικηγορικό Σύλλογο Ηλείας και η εξ αυτής αδυναμία της να ασκήσει το επάγγελμα της στην Αθήνα, μικρή αξία έχει ως επιχείρημα για την έλλειψη συνεργασίας, αφού στην από 15.12.1998 ανακοπή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και υπό την ίδια ημερομηνία έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, αν και τα δικόγραφα υπογράφονται από τον κατηγορούμενο, εν τούτοις κατατέθηκαν από την Ε. Σ.. Περαιτέρω η εγκαλούσα καταχωρεί στην έγκληση της (σελίδα 8 παρ.10.1) ως ψευδή παράσταση την απασχόληση τεσσάρων δικηγόρων στο γραφείο του κατηγορουμένου, ενώ οι ίδιοι αποδέχονται ότι η επαγγελματική τους απασχόληση ήταν στο γραφείο του κατηγορουμένου και με την μορφή της εξωτερικής συνεργασίας, χωρίς να προσκομίζει κάποιο στοιχείο που να ανατρέπει το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων τους και να επιβεβαιώνει τον δικό της ισχυρισμό. Επίσης ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς, ότι είχε δύο ακροατήρια ημερησίως και 1-2 συμβόλαια εβδομαδιαίως, αλλά δεν αποδεικνύει το βάσιμο του ισχυρισμού της εφόσον στηρίζεται αποκλειστικά στην αναφερθείσα βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς και ότι τα κέρδη του κατηγορουμένου ανέρχονταν σε 3.600.000 δρχ. μηνιαίως στηριζομένη αποκλειστικά στις φορολογικές του δηλώσεις και τον αριθμό των προεισπράξεών του, όταν είναι γνωστό ότι η επαγγελματική ενασχόληση ενός δικηγόρου δεν είναι μόνο οι παραστάσεις στα δικαστήρια και κατά την υπογραφή των συμβολαίων αλλά και άλλες εργασίες όπως για παράδειγμα η παροχή νομικών συμβουλών ή η ιδιότητα του νομικού συμβούλου, ατύπως πολλές φορές, πλην προσοδοφόρος. Από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που τέμνουν την επίδικη διαφορά προκύπτει ότι οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κρίνονται ως μη πειστικές και όχι ως ψευδείς η δε διαφοροποίηση τους, ως προς το ζήτημα της ανικανότητος του κατηγορουμένου για εργασία και της ζημίας που υπέστη λόγω της ανικανότητός του αυτής, κρίσιμο ζήτημα, χαρακτηρίζεται στην υπ' αριθμόν 1070/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, αποδεικνύει την σοβαρότητα της ένδικης διαφοράς αλλά και την αδυναμία πλήρους απόδειξης των ισχυρισμών των διαδίκων. Ενώ από την επισκόπηση των προσκομισθέντων δικογράφων-αγωγές, κλήσεις, εκθέσεις επιδόσεως, δικαστικές αποφάσεις, ειδικά πληρεξούσια - αλλά και ελέγχους τίτλων - που επικαλείται ο κατηγορούμενος Ν. Κ., επιβεβαιώνεται η συνεργασία του με τους προαναφερθέντες συναδέλφους του, τόσο σε επίπεδο συστέγασης όσο και χειρισμού ποινικών και αστικών υποθέσεων. Τέλος ως προς την επίκληση της φερομένης ως ψευδούς παραστάσεως ότι ο κατηγορούμενος είναι ανίκανος για εργασία και έχει παντελώς απολέσει τα εισοδήματά του, ενώ ασκεί ανεμπόδιστα δικηγορία, δεν αποδεικνύεται ότι όντως είναι ψευδής, αφού εκ των ενόρκων βεβαιώσεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει επίσης ότι μετά το ατύχημα αυτοί διέκοψαν την συνεργασία τους και η πελατεία του μειώθηκε. Εξάλλου από την επισκόπηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων ιατρικών πιστοποιητικών του κατηγορουμένου μετά το ατύχημα προκύπτει η επιβαρημένη κατάστασή του, που δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη άσκηση του επαγγέλματός του. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην αγωγή της 9.5.2000 αναφέρει ως ισχυρισμό ότι "έχει σχεδόν ολική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεών του", στην αγωγή της 3.5.2001 ότι "έχει σημαντική ανικανότητα για εργασία", ισχυρισμό που επαναλαμβάνει στην αγωγή της 3.10.2004, ισχυρισμοί που απέχουν από την ολική ανικανότητα και προσεγγίζουν το επίπεδο της μετ' εμποδίων ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, μολονότι στις από 20.5.2001 προτάσεις του επί της από 3.5.2001 αγωγής του ισχυρίζεται περί της ολικής ανικανότητος για δικηγορική εργασία και για αναπηρία στο υπόλοιπο της ζωής του όπως σαφώς αναλύεται στην έκθεση του ιατρού Χ. Ρ.. Οι φερόμενοι δε ως παρέχοντες άμεση συνδρομή στον κατηγορούμενο στην διάπραξη του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης στο δικαστήριο, - ο μεν Ι. Π. ο οποίος κατέθεσε, εξεταζόμενος ως μάρτυς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5237/2000 αγωγής του κατηγορουμένου, ότι αυτός (κατηγορούμενος) είχε την ημέρα τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ. από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους Σ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., ότι συνεργάζονταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ. από συμβόλαια και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του, - η δε Π. Α., η οποία κατέθεσε εξεταζόμενη ως μάρτυς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την συζήτηση της από 3.5.2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του κατηγορουμένου ότι πριν έβγαζε 3.000.000 δρχ. το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του, τους Σ., Σ. και Κ., οι οποίοι φύγανε - δεν διαφοροποιούνται από το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά της συνεργασίας του κατηγορουμένου με τους προαναφερθέντες δικηγόρους αλλά και ύψος των εισοδημάτων του, με την επισήμανση ότι στις ένορκες βεβαιώσεις το ποσό αυτό ανέρχεται σε 5.000.000 έως 6.000.000 δρχ. μηνιαίως, ως μηνιαίο εισόδημα ενός ελεύθερου επαγγελματία, το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί ούτε στις αποφάσεις των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, ενόψει του ότι οι υπ' αριθμούς 464/2008 και 465/2008 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκαν ιδίως δε η 464/2006 για το λόγο ότι "δέχεται αντιφατικά ότι το επίδικο χρονικό διάστημα από 3.5.1999 μέχρι 10.5.2000 ήταν ικανός για εργασία και συγκεκριμένα ικανός για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, παρότι ήταν αδύνατο να ασκήσει το ως άνω επάγγελμα τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα νοσηλεύονταν στο ανωτέρω νοσοκομείο" και ότι "δέχεται ακόμη ότι και μετά το ατύχημα ο αναιρεσείων συνέχισε, παρά τον τραυματισμό του την επαγγελματική του δραστηριότητα αποκομίζοντας μάλιστα από την εργασία του εισοδήματα μεγαλύτερα από όσα πριν το ατύχημα, χωρίς όμως να διευκρινίζει τον τρόπο που ασκούσε ο αναιρεσείων το επάγγελμα του δικηγόρου τόσο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο όσο και μετά την έξοδο του από αυτό έχοντας εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση". Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει η ολική ανικανότητα του κατηγορουμένου να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο και η αδυναμία απρόσκοπτης άσκησης μετά την έξοδο του από αυτό, χωρίς να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους των πραγματικών του εισοδημάτων, εννοείται εκείνων τα οποία απώλεσε, για να προσδιοριστεί, αν αναζήτησε επιπλέον ποσά στηριζόμενος σε φερόμενες, αλλά μη αποδειχθείσες ως ψευδείς καταθέσεις". Επιπρόσθετα πρέπει ν' αναφερθεί επίσης ότι όσα έγιναν δεκτά παραπάνω δεν αναιρούνται από την εκ μέρους της εγκαλούσας προσκόμιση στο Συμβούλιο αυτό σε απλή φωτοτυπία των χειρόγραφων σχεδίων των υπ' αρ. 150/08 και 151/08 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκαν μετά από αναίρεση από το Δικαστήριο της παραπομπής και επί της από 22-4-02 εφέσεως του ήδη κατηγορουμένου Ν. Κ. με την οποία προσέβαλε την υπ' αρ. 5106/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πρώτη απόφαση (υπ' αρ. 150/10) και επί των από 15-10-04 και 11-10-04 εφέσεων αντίστοιχα της ήδη εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας και του ήδη κατηγορουμένου Ν. Κ. με τις οποίες προσέβαλαν την υπ' αρ. 4142/04 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δεύτερη απόφαση (υπ' αρ. 151/10). Με την πρώτη απόφαση (υπ' αρ. 150/10) φέρεται να γίνεται δεκτό ότι ο ενάγων εκεί Ν. Κ. λόγω του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία για χρονικό διάστημα 9 μηνών και συγκεκριμένα για το από 4-5-99 έως και 31-1-00 χρονικό διάστημα και ότι κατά το διάστημα αυτό με βεβαιότητα θα κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου για 70 παραστάσεις και 15 τουλάχιστον συμβόλαια ποσό 19.117,65 ευρώ (δηλ. 70 παραστάσεις Χ 50.000 δρχ. καθεμία = 3.500.000 δρχ. ή 10.294,12 ευρώ και 15 συμβόλαια Χ 200.000 δρχ. το καθένα = 3.000.000 δρχ. ή 8.823,53 ευρώ) δέχθηκε επίσης ότι ο ενάγων "... παρά τα εμφανή κινητικά προβλήματα που είχε όπως χωλότητα, δυσχέρεια στη βάδιση, δυσκαμψία του δεξιού γόνατος και χρόνια οσφυαλγία ...", από αρχές έτους 2000 συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα και ότι δεν απεδείχθη ότι κατέστη ανίκανος για εργασία για μεγαλύτερο των 9 μηνών διάστημα, με τις ίδιες δε παραδοχές η δεύτερη (υπ' αρ. 151/10 απόφαση) απέρριψε ουσία την από 3-5-01 αγωγή και κατά το κονδύλιο αυτής των διαφυγόντων κερδών χρονικού διαστήματος από 11-5-00 έως 3-5-01". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και δικαιολογούν την κρίση του, ότι δεν πρέπει να γίνει σε βάρος των κατηγορουμένων κατηγορία, και δη κατά μεν του Ν. Κ. για την πράξη της κακουργηματικής απάτης στο Δικαστήριο κατ' εξακολούθηση, κατά δε των λοιπών Ι. Π. και Π. Α. για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην πράξη του πρώτου, και ορθώς, τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, επίσης δε έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα οποία και αξιολόγησε χωρίς να κάνει επιλεκτική χρήση αυτών. Ειδικότερα οι αιτιάσεις, ότι το Συμβούλιο Εφετών, δεν συνεκτίμησε και δεν αξιολόγησε πλήρως σειρά ορισμένων εγγράφων και ότι στήριξε την απαλλακτική του κρίση, κάνοντας επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμες για τους παρακάτω λόγους: Όσον αφορά, την αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών απαξίωσε τις από 11-8-2005 και 14-9-2005 βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, τις οποίες χαρακτήρισε "αναμφίβολου αξιοπιστίας", ενώ, από το περιεχόμενο τους καταλύονται βασικοί ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου, σημειώνονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε και αξιολόγησε το σύνολο όλων των αποδεικτικών στοιχείων και των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από τα διάδικα μέρη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων-βεβαιώσεων. Το ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται ειδική μνεία και αναφορά στα συγκεκριμένα έγγραφα, ο συνολικός αριθμός των οποίων υπερέβαινε τα 140, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να γίνεται ιδιαίτερη μνεία και ρητή αναφορά σε κάθε ένα έγγραφο που προσκομίζεται. Αντιθέτως, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα-βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας (φύλλο 6β, 7 του βουλεύματος), και μάλιστα με πλήρη αναφορά στα επίμαχα αυτά έγγραφα. Επίσης, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν συνεκτιμήθηκε δεόντως, το περιεχόμενο των από 5-2-2009 πρακτικών του Συμβουλίου Εφετών, ενώπιον του οποίου εμφανίσθηκε και παρέσχε εξηγήσεις ο κατηγορούμενος Ν. Κ., και συγκεκριμένα ότι δεν εκτιμήθηκαν δεόντως οι δηλώσεις και οι διευκρινήσεις του τελευταίου, καθώς και το περιεχόμενο της από 14-9-2005 βεβαιώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με την οποία βεβαιώνεται, το μεν ότι η Γ. Ρ. απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα την 16-3-2005, ενώ, στην από 21-9-2005 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σημειώνεται ότι ήταν εξωτερική συνεργάτης του κατηγορουμένου Ν. Κ. από τα μέσα του έτους 1998 έως το Μάιο του 1999, το δε ότι ο φερόμενος ως εξωτερικός συνεργάτης του, Θ. Ψ., από του έτους 1984 έπαυσε να έχει την ιδιότητα αυτή, ενόψει του ότι από του έτους 1984 είχε διορισθεί στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, γεγονότα όμως, τα οποία δεν καταδηλούν ότι δεν συνεκτιμήθηκε και το έγγραφο αυτό. Ούτε, επίσης, προκύπτει ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και δεν αξιολογήθηκε το περιεχόμενο των, από 3-12-2002, 2-3-2005, και 4-12-2007, πιστοποιητικών της ΔΟΥ ..., αλλά και του με αριθμ. 23515/3-12-2002 πιστοποιητικού της ίδιας οικονομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τα οποία (πιστοποιητικά), τα αναφερόμενα σ' αυτά, ως δηλωθέντα από τον κατηγορούμενο Ν. Κ., εισοδήματα που αφορούσαν τη χρονική περίοδο 1999-2002, 2004 και 2005-2007, υπολείπονται κατά πολύ των χρηματικών εκείνων ποσών, τα οποία αυτός εμφάνισε στην οικεία αγωγή του ότι αποκέρδαινε κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Είναι δε αδιάφορο στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι το Συμβούλιο Εφετών, δεν υιοθέτησε τα ποσά που αναφέρονται στα επίμαχα αυτά πιστοποιητικά, αφού αιτιολογεί την κρίση του ως προς το ύψος των εισοδημάτων του Ν. Κ., με την παραδοχή ότι η επαγγελματική ενασχόληση αυτού, ως δικηγόρου, δεν ήταν μόνο οι παραστάσεις του στα δικαστήρια, αλλά και οι εκτός δικαστηρίων εργασίες του, όπως αυτές της παροχής νομικών συμβουλών ή της ενασχόλησής του ως νομικού συμβούλου, που ενίοτε είναι και πλέον προσοδοφόρες. Ακόμη, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο Εφετών, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τις υπ' αριθμ. ..., ... και .../2005 πράξεις μη εμφανίσεως μάρτυρος της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Αρχοντάκη, στις οποίες βεβαιώνεται, ότι οι φερόμενοι ως συνεργάτες του Ν. Κ., Σ. Σ., Ε. Σ. και Χαρ. Κ., δεν εμφανίσθηκαν ενώπιόν της, για να εξετασθούν ως μάρτυρες, μετά από την εξώδικη πρόσκληση του Χ. Π., οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και ασφαλισμένου στην εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, αφού πέραν του ότι η εν λόγω πρόσκληση μαρτύρων δεν δημιουργεί υποχρέωση των προσκληθέντων να εμφανισθούν και να βεβαιώσουν κάποιο γεγονός, το Συμβούλιο Εφετών δεν μπορούσε να αξιολογήσει και να εκτιμήσει την άρνηση της εμφάνισης των μαρτύρων, παρά μόνο κάποιο συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν υπαρκτό. Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση, ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του μόνο τις ένορκες βεβαιώσεις των φερομένων ως συνεργατών του κατηγορουμένου Ν. Κ., ως άνω προσώπων, αποκλείοντας ταυτόχρονα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς, και ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς το ύψος των εισοδημάτων του κατηγορουμένου Ν. Κ., κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, τη στιγμή που το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προσδιορίζει τα διαφυγόντα κέρδη του κατηγορουμένου σε άλλα ποσά, με την επίκληση της υπ' αριθμ. 150/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η παραδοχή δε του ίδιου Συμβουλίου Εφετών, ότι ούτε τα πολιτικά δικαστήρια μπόρεσαν να προσδιορίσουν επακριβώς τα εισοδήματα του κατηγορουμένου, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ασάφεια, ούτε αντίφαση, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του ΑΠ, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. 19 από 19 Μαΐου 2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 763/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε βούλευμα Συμβουλίου Εφετών, που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την πράξη της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και .ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να κάνει επιλεκτική χρήση αυτών. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
2
Αριθμός 249/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεβαστιανό Διαμαντίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.993/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 818/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β' του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και, ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή αξιογράφων, που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται και η είσπραξη του αναφερόμενου σ' αυτά ποσού. Ακόμη, κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 3 του ΠΚ, κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο, αρκεί και η τέλεση μιας μόνον πράξεως, όταν, από αυτήν, ενόψει και της διάρκειας των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος, βάσει σχεδίου. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 519 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το κατ' είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Δεν αποτελούν όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση, επίσης, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 993/2010 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριό του και μάλιστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο και οι οποίες αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ενεργώντας εξακολουθητικά κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Σεπτεμβρίου 2001 έως και του μηνός Οκτωβρίου 2003 και εκμεταλλευόμενος την οικονομική ανάγκη του μηνυτή Π. Ν., τον δάνεισε το χρηματικό ποσό των 20543 ευρώ και συνομολόγησε, αλλά και εισέπραξε για τον εαυτόν του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το νόμιμο θεμιτό τόκο, ήτοι, πέραν του κεφαλαίου και(τοκογλυφικό επιτόκιο 6% μηνιαίως), υποχρεώνοντας το μηνυτή να του μεταβιβάσει διαδοχικά έξη επιταγές (από το μπλόκ επιταγών της αδελφής του Ε. Κ.), που αυτή εξέδωσε σε διαταγή του αδελφού του) συνολικού ποσού 35.000 ευρώ, καθώς και 10 συναλλαγματικές που εξέδωσε ο μηνυτής και αποδέχθηκε η ως άνω αδελφή του) συνολικού ποσού 50.000 ευρώ, για τις οποίες ο κατηγορούμενος εισέπραξε, στις 16-7-2003, το ποσό των 60.000 ευρώ. Παρόμοιες πράξεις τοκογλυφίας, όπως κατέθεσε η αδελφή του μηνυτή, είχε τελέσει και σε βάρος τρίτων ατόμων, δοθέντος ότι κατά τη σύλληψη του κατηγορουμένου βρέθηκαν στο όχημά του σχετικά αξιόγραφα. Από την επανειλημμένη δε τέλεση των ως άνω πράξεων τοκογλυφίας προκύπτει σκοπός αυτού για παράνομο πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του για τέλεση αυτής. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, διότι κρίνεται ότι οι ως άνω διαδοχικές πράξεις του κατηγορουμένου, είχαν σαφώς ταπεινά αίτια. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και συνήθεια". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και συνήθεια και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι(6) ετών και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,5, 13 στ, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1α, 27, 52, 57, 60, 63, 79, 98, 404 παρ.1,2,3 του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο χρόνος συνάψεως του δανείου και συγκεκριμένα ότι το δάνειο συνομολογήθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 2001, το ύψος του δανείου που ανερχόταν σε 20.543 ευρώ, καθώς και το ποσοστό του τόκου σε 6% μηνιαίως ή 72% το έτος, το οποίο και υπερέβαινε το ανώτερο ποσοστό θεμιτού τόκου, που την εποχή εκείνη και μέχρι την 17-9-2001 ανερχόταν σε 12,5% ετησίως, ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ανερχόταν σε 9,75% ετησίως. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα στο διατακτικό της, το οποίο παραδεκτά συμπληρώνει το αιτιολογικό της, εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων κατά την ανανέωση του δανείου απαίτησε και έλαβε από το μηνυτή έξι (6) τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 35.600 ευρώ, επίσης δε και δέκα συναλλαγματικές συνολικού ποσού 50.000 ευρώ, έλαβε δηλαδή αξιόγραφα συνολικής αξίας 85.600 ευρώ από τα οποία εισέπραξε τις 60.000 ευρώ μέχρι τις 16-7-2003. Σημειώνεται ότι για την πληρότητα του αιτιολογικού, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ο χρόνος που συμφωνήθηκε για την εξόφληση του δανείου, ούτε και αν αυτό τελικά εξοφλήθηκε και σε ποιο χρόνο, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της τοκογλυφίας, αρκεί η συνομολόγηση τοκογλυφικών τόκων. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με ιδιαίτερη, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, "παρόμοιες πράξεις τοκογλυφίας είχε διαπράξει, όπως κατέθεσε η αδελφή του μηνυτή και σε βάρος τρίτων ατόμων, δοθέντος ότι κατά τη σύλληψή του βρέθηκαν στο όχημά του, σχετικά αξιόγραφα". Επίσης, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω τοκογλυφικών πράξεων, προκύπτει σκοπός του αναιρεσείοντος για πορισμό παράνομου εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του για την τέλεσή της. Άλλωστε, με την παραδοχή στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων ενήργησε κατ'εξακολούθηση υφίσταται πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτηση αυτή στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την υπ' αριθμ. πρωτ. 4265 από 28 Μαϊου 2010, αίτηση του Σ. Κ. του Π., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 993/19-4-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Στοιχεία του αδικήματος. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων αναιρέσεως: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς την επιβαρυντική περίσταση. Ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων 13 στ και 404 ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση και επιβάλλει έξοδα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 254/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωτσοβίλη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 21-1-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7944/1995 μη οριστική, 3213/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5760/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως όπως εκτιμάται και όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντίδικου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-23/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία", οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρείας που πλήρωσε μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της, εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση της εκδόσεως ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από την τράπεζα βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου, όχι δε και στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του ν. 5960/1933, που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ'ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι' επιταγής" και από το άρθρο 35 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της Τράπεζας ζημιούται τρίτος, η ευθύνη της Τράπεζας προστήσασας, ελλείψει ειδικής διατάξεως, οριοθετείται από τον Α.Κ., ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Εναγόμενη η τράπεζα προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο εκδότης από υπαιτιότητα αυτής κατά την πληρωμή επιταγής, λόγω πλημμελούς ελέγχου της γνησιότητας της επιταγής και συνεπώς και της υπογραφής του εκδότη, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει συνυπαιτιότητα αυτού σχετικά με τη φύλαξη του εντύπου της επιταγής και τον έλεγχο της κινήσεώς της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 330, 332 και 334 του Α.Κ.. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 28-7-1998 το εφεσίβλητο υπέβαλε στην εκκαλούσα την υπό την ίδια ημερομηνία αίτησή του με την οποία ζήτησε να του χορηγηθούν 15 στελέχη των 50 επιταγών, καθόσον αυτό, δυνάμει των διατάξεων του ΑΝ 1611/1950 "περί καταθέσεων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Ταμείων", διατηρεί υποχρεωτικά τα κεφάλαιά του στην εκκαλούσα, η οποία και διεξάγει την ταμιακή διαχείρισή του και τηρεί σε αυτή τον υπ' αριθ. 270/3 λογαριασμό του. Η εκκαλούσα πράγματι χορήγησε στο εφεσίβλητο τα άνω στελέχη των επιταγών με αριθμούς …-… και υπογράφηκε προς τούτο σχετική δήλωση παραλαβής. Το στέλεχος επιταγών με αύξ. αριθμούς … έως … δόθηκε προς χρήση στη Δ3 Διεύθυνση Χρηματικών Παρακαταθηκών του εφεσίβλητου. Μεταξύ των επιταγών αυτών περιλαμβανόταν και η υπ' αριθ. … επιταγή. Η επιταγή αυτή με ημερομηνία εκδόσεως 30.1.1989, σε διαταγή Μ. Κ. Τ., ποσού 30.000.000 δραχμών, φέρουσα στη θέση του εκδότη τις υπογραφές των εξουσιοδοτημένων προς τούτο υπαλλήλων του εφεσιβλήτου Α. Σ. (Διευθυντή), Ι. Λ. Κ. (τμηματάρχη) και Ι. Μ. (ταμία) εμφανίστηκε προς πληρωμή στο ταμείο του Τμήματος Δημοσίων Οργανισμών της εκκαλούσας στις 31.1.1989 και πληρώθηκε. Η επιταγή όμως αυτή είχε αφαιρεθεί παράνομα από την κατοχή του εφεσιβλήτου από άγνωστο πρόσωπο και αφού συμπληρώθηκε κατά τα άνω στοιχεία της εμφανίσθηκε προς πληρωμή". Κατόπιν το Εφετείο, αφού δέχεται ότι οι υπογραφές των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου-ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) για την έκδοση της ως άνω επιταγής δεν ήταν γνήσιες και η μη γνησιότητα των υπογραφών αυτών στην επιταγή ήταν διαγνώσιμη με επιμελή έλεγχο από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εκκαλούσας-εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), τόσο επειδή αυτοί γνώριζαν τις γνήσιες υπογραφές εκείνων λόγω προηγούμενων συναλλαγών τους, όσο και επειδή είχαν δυνατότητα αντιπαραβολής των πλαστών υπογραφών με τα τηρούμενα στο αρχείο της αναιρεσείουσας γνήσια δείγματα αυτών των υπογραφών, κρίνοντας ότι για την από βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας πληρωμή του ποσού (30.000.000 δραχμών) της πλαστής επιταγής υπέστη το αναιρεσίβλητο ζημία ίση με το ποσό της επιταγής, που πληρώθηκε με χρέωση του λογαριασμού του, συνεχίζει: "Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το εφεσίβλητο συντέλεσε και από δικό του πταίσμα στην παραγωγή του άνω αποτελέσματος, για το λόγο ότι επέδειξε αμέλεια περί τη φύλαξη και περί τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του και συνεπώς και της επίδικης, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Ειδικότερα, αυτή (εκκαλούσα), η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, βαρύνεται με την απόδειξη των θεμελιούντων την αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου περιστατικών σχετικά με τη φύλαξη και τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του, δεν απέδειξε τέτοια περιστατικά, καθόσον η μάρτυρας, που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του, κατέθεσε μόνον ότι "... εάν είχαν τηρηθεί οι κανόνες φύλαξης της επιταγής, των σφραγίδων που χρησιμοποιήθηκαν για τη σφράγισή τους και των δειγμάτων των υπογραφών, που έφερε η επιταγή εκ μέρους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, δεν θα είχε εξοφληθεί η επιταγή ..." και ότι "... η επιταγή αυτή δεν εδηλώθη ποτέ απωλεσθείσα ή κλαπείσα μέχρι την εξόφλησή της, στις 31.1.1989", χωρίς να προσδιορίζει και συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η οφειλόμενη ενέργεια ή παράλειψη περί την φύλαξη και τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου και η εντεύθεν επικαλούμενη αμελής συμπεριφορά τους. Ούτε, εξάλλου, και από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε η ύπαρξη συγκεκριμένων περιστατικών τέτοιας αμελούς συμπεριφοράς των άνω υπαλλήλων του εφεσιβλήτου. Αντίθετα από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του εφεσιβλήτου αποδείχθηκε ότι οι επιταγές αυτού φυλάσσονται στο χρηματοκιβώτιο και στη συνέχεια δίνονται στις διάφορες διευθύνσεις του για τις ανάγκες των συναλλαγών τους, όπου φυλάσσονται και πάλι σε κλειδωμένα συρτάρια των αρμοδίων υπαλλήλων. Η μη φύλαξη δε αυτών αποκλειστικά στο χρηματοκιβώτιο δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελής συμπεριφορά, αφού αυτές πρέπει να διανεμηθούν στις διάφορες διευθύνσεις του για την εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών τους, όπου όμως η φύλαξή τους και πάλι γίνεται σε ασφαλές μέρος (κλειδωμένα συρτάρια). Η αφαίρεση δε της επίδικης επιταγής από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε πώς έγινε. Επιπλέον, ναι μεν η επίδικη επιταγή πρέπει να αφαιρέθηκε από την κατοχή του εφεσιβλήτου το αργότερο μέχρι τις 14.10.1988, δεδομένου ότι το στέλεχος των επιταγών, στο οποίο περιείχετο αυτή, αναλώθηκε από τη Δ3 Διεύθυνση του εφεσιβλήτου μέχρι και τις 13.10.1988, και επιστράφηκε μετά την εξάντληση των επιταγών στη Δ1Ο Διεύθυνση Λογιστηρίου αυτού στις 14.10.1988, το γεγονός όμως και μόνον, ότι δεν δηλώθηκε η αφαίρεσή της από τότε μέχρι την εμφάνισή της προς πληρωμή, δεν αποδεικνύει αμελή συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου ως προς τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του. Ο ισχυρισμός, επομένως, της εκκαλούσας περί συνυπαιτιότητας του εφεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας, γιατί οι αρμόδιοι υπάλληλοί του επέδειξαν αμέλεια περί την φύλαξη και τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εγκαίρως προταθείσα και με την έφεση παραδεκτώς επαναφερθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, λόγω αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων του ως προς τη φύλαξη και τον έλεγχο κινήσεως της επίμαχης επιταγής και την παράλειψη να ενημερώσει για την απώλειά της την αναιρεσείουσα, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 334 παρ.1 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα: 1) Με ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται ότι το αναιρεσίβλητο φύλασσε τις επιταγές του σε χρηματοκιβώτιο και στη συνέχεια δίνονταν σε διάφορες διευθύνσεις του για τις ανάγκες των συναλλαγών τους, φυλασσόμενες και πάλι σε κλειδωμένα ερμάρια των αρμοδίων υπαλλήλων με τρόπο ασφαλή και ότι δεν αποδείχθηκε πώς έγινε η αφαίρεση της επίδικης επιταγής, ενώ δεν καθίσταται σαφές γιατί, εφόσον τηρούνταν τα μέτρα ασφαλούς φύλαξης των επιταγών και ελεγχόμενης διακινήσεως καθεμίας από αυτές στις επί μέρους διευθύνσεις για συγκεκριμένες συναλλαγές, αφενός μεν δεν εξακριβώθηκε ο υπάλληλος (και η υπηρεσία) που ανέλαβε να διεκπεραιώσει συγκεκριμένη συναλλαγή με την επίμαχη επιταγή και συνεκδοχικά οι περιστάσεις που οδήγησαν σε πλαστογράφησή της, αφετέρου δε δεν γίνεται λογικός συσχετισμός με το ότι η συμπλήρωση της επιταγής υποδηλώνει γνώση των ονομάτων και των υπογραφών τους που έπρεπε να πλαστογραφηθούν, όπως και της διαδικασίας είσπραξης της επιταγής που ακολούθησε. 2) Ενώ δέχεται ότι το στέλεχος της επίδικης επιταγής είχε αναλωθεί μέχρι τις 14-10-1988, οπότε πρέπει να είχε και αυτή εκφύγει από την κατοχή του αναιρεσιβλήτου, με ελλιπή αιτιολογία κρίνεται, ότι δεν υπήρξε αμελής συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων του τελευταίου ως προς τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του και τη μη δήλωση της αφαίρεσης της ως άνω επιταγής μέχρι την εμφάνισή της (31-1-1989) προς την αναιρεσείουσα, χωρίς να προσδιορίζεται: α)γιατί δεν υπήρχε υποχρέωση των υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου, ως μετρίως συνετών κοινωνικών ανθρώπων στα πλαίσια της έννομης σχέσης από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση επιταγής, να ελέγξουν την απώλεια της ως άνω επιταγής μετά την εξάντληση του συνολικού στελέχους ενσωμάτωσής της, ειδοποιώντας σχετικά την πληρώτρια της επιταγής αναιρεσείουσα για να προλάβουν την πληρωμή της από μη δικαιούχο (πλαστογράφο) και β) γιατί ο χρόνος των 98 ημερών από την απώλεια της εν λόγω επιταγής μέχρι την εμφάνισή της προς πληρωμή δεν ήταν αρκετός για να ειδοποιηθεί η αναιρεσείουσα από τους υπαλλήλους του αναιρεσιβλήτου ως προς την απώλεια της επιταγής, ώστε να προληφθεί η πληρωμή της. Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται και όπως συμπληρώνεται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5760/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Περιορισμένη ευθύνη ανώνυμη εταιρεία με ν.δ 17-7/23-8-1923 – Πλαστογράφηση επιταγής και είσπραξή της – ευθύνη πληρώτριας τράπεζας – ανεπαρκής αιτιολογία για έλλειψη συνυπαιτιότητας της δικαιούχου εταιρίας, κατά την εποπτεία προστημένων υπαλλήλων της, που έχει τη διαχείριση της επιταγής που πλαστογραφήθηκε.
null
null
2
Αριθμός 263/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2'Πολιτικό Τμήμα ----- ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καθού: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τη Βασιλική Πανταζή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Της αναιρεσιβλήτου - υπέρ ης: Μ. συζ. Ι. Α., κατοίκου ... Δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", το οποίο εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1346/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 5610/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου τετάρτου και πέμπτου, από τους λόγους αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.1-2 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση,δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Στη παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος επιδίδει την κλήση στους άλλους διαδίκους, σαφώς προκύπτει ότι επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτή και επί μη κλητεύσεως του αντιδίκου εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη και αν μετέχουν στην αναιρετική δίκη περισσότεροι, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους (Ολ.ΑΠ23/1996).Στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 6-10-2006 αίτηση για αναίρεση της 5610/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Από κανένα όμως στοιχείο της οικείας δικογραφίας δεν προκύπτει με την επιμέλεια ποίου από τους διαδίκους επισπεύδεται η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον το μεν αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Πανταζή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε δήλωση, η δε αναιρεσίβλητη και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσα πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ,δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Πλην το άνω παρασταθέν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει, σε περίπτωση επισπεύσεως της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως απ' αυτό, κεκυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με κλήση για εμφάνιση για την αρχική δικάσιμο της 28-4-2008,από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την 24-11-2009 και στη συνέχεια για την ως άνω σημειουμένη νέα δικάσιμο(23-11-2010)και και σε περίπτωση δε επισπεύσεως της συζητήσεως από την απολειπόμενη αναιρεσίβλητη, την οικεία έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει η κλήτευση αυτού(αναιρεσείοντος) για την προηγουμένως αναφερθείσα αρχική δικάσιμο (28-4-2008).Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συμβασιούχοι. Ερημοδικία αναιρεσίβλητης. Κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της αναίρεσης εφόσον δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης
null
null
0
Αριθμός 265/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΙΕΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λαμία και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Μπριάννη. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Κ. Π. του Α., κατοίκου ... και 3) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Δέσποινας Ζάρα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 127/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 106/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 25-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 περ.α'), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής. Επίσης, από τις αυτές ως άνω διατάξεις, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 περ.α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η απόφαση από την οποία έγινε δεκτή η ύπαρξη δεδικασμένου, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης μεταξύ των διαδίκων, τα ζητήματα που κρίθηκαν από την εκδοθείσα στη δίκη εκείνη απόφαση και οι παραδοχές του Εφετείου που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης. Ακόμη, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του αρ.16 περ.β' του ίδιου άρθρου, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η απόφαση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη για να δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου, εξαφανίστηκε με ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 16 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την 329/2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τον αναιρεσείοντα με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την άποψη του αναιρεσείοντος, η εν λόγω απόφαση "ήταν ανυπόστατη και δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες δεσμευτικές για την επανάκριση των πραγματικών προϋποθέσεων συνδρομής" της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης. Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος κατά το πρώτο μέρος, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο "εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου", διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής. Και περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και κατά το δεύτερο μέρος, είτε ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτόν αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.16 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είτε ότι προσάπτεται σφάλμα από την περ.β' της ίδιας διάταξης, καθ' όσον στο αναιρετήριο, εκτός από τον αριθμό της 329/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, από την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο, δεν αναφέρεται κανένα άλλο από τα αναγκαία για το ορισμένο των λόγων αυτών στοιχεία. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-10-2009 αίτηση για αναίρεση της 196/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγοι αναιρέσεως , περιεχόμενο. Ο λόγος από την ΚΠΟλΔ 559 αρ1 πρέπει να αναφέρει τη διάταξη που παραβιάσθηκε και τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η παραβίαση. Ο λόγος από την Κ Πολ Δ 559 αρ 16 πρέπει να αναφέρει τις περιστάσεις, από τις οποίες συνάγεται ότι η απόφαση, από την οποία συνήχθη δεδικασμένο, εξαφανίστηκε ύστερα από την άσκηση ενδίκου μέσου ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη.
null
null
2
Αριθμός 246/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαυρουδή Βορίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1891/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ν. Λ. του Α. και πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Α. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1174/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1599/86, κατά την οποία "Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας, ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί, κατά το άρθρο 22 παρ. 6 εδ. α του ίδιου νόμου, η οποία ορίζει ότι "όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών κλπ", συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου εγκλήματος απαιτείται: 1) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, (όχι δε μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος), 2) η δήλωση αυτή να έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου ειδικού σφραγιστού χαρτιού και γ) να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση - επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση τελέσεως της πράξεως, η οποία φέρει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ' ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς τούτου νόμους.(ΑΠ 49/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς, και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά. Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Υποκειμενικός δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθμ. 3/15-6-2004 πρακτικό της επιτροπής εξέτασης ενστάσεων κατά εκθέσεων αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών εξετάστηκε η με αριθμ. πρωτ. ΠΓ ... 436/30-4-2004 και ΔΠ 2288/8-6-2004 ένσταση του Ι. Γ., κατοίκου ..., κατά της από 2-4-2004 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής, δηλαδή περίφραξη από τσιμεντόλιθους ύψους 1,85 και μήκους 14 μέτρων και υπόστεγου μήκους 32 μέτρων που συνέταξε το Πολεοδομικό Γραφείο .... Κατά την εξέταση της ένστασης παραβρέθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Γ. ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τα ανωτέρω αυθαίρετα κτίσματα που, κατασκεύασε ο ίδιος σύμφωνα με την με αριθμ. πρωτ. 311/2-4-2004 έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτου κτισμάτων του Πολεοδομικού Γραφείου ... και βρίσκονται στο αγρόκτημα ... στο ... έχουν ανεγερθεί πριν από το έτος 1995. Η αλήθεια όμως είναι ότι όλα τα αυθαίρετα κτίσματα είχαν κατασκευαστεί από το έτος 1997 και μετά (εκτός από ένα ορθογώνιο υπόστεγο που προϋπήρχε από το έτος 1988). Ό ως άνω κατηγορούμενος προκειμένου να πείσει την εν λόγω επιτροπή για να βεβαιώσουν οι υπάλληλοι της σε δημόσιο έγγραφο αναληθή περιστατικά και να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος προσκόμισε την από 15-6-2004 ψευδή υπεύθυνη δήλωση (του άρθρου 8 Ν. 1599/1986 στην πιο πάνω επιτροπή όπου η γνώση της αναληθείας ανέφερε τα εξής: Με ατομική μου ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, δηλώνω ότι το υπόστεγο μήκους 32 μ. από ξύλο λαμαρίνες εμβαδού 128 τ.μ. έχει κατασκευαστεί προ του έτους 1955 και ειδικότερα από το έτος 1947. Η αλήθεια όμως είναι ότι το ανώτερο υπόστεγο είχε κατασκευαστεί εντός του έτους 2004. Ο ίδιος κατηγορούμενος προσκόμισε στην πιο πάνω επιτροπή και την από 10-6-2004 ψευδή ένορκη βεβαίωση του δευτέρου κατηγορουμένου (Ν. Λ.) αλλά και του Θ. Λ., οι οποίοι ενώπιον της Ειρηνοδίκου Σιντίκης κατέθεσαν ένορκα και εν γνώσει τους ψέματα και συγκεκριμένα τα εξής: "Στη θέση «...» του αγροκτήματος ... το 1947 ο Κ. Γ. του Δ. που ήταν κτηνοτρόφος κατασκεύασε ένα υπόστεγο σε σχήμα Γ από ξύλο και λαμαρίνες σε ιδιόκτητη έκταση την οποία περιέφραξε. Σε μέρος αυτού φύλαγε τις ζωοτροφές για το κοπάδι του ενώ στο υπόλοιπο φύλαγε τα ζώα του. Από το 1970 τουλάχιστον μέχρι και σήμερα την κατασκευή αυτή χρησιμοποιεί για τις ίδιες ανάγκες ο γιος του Ι. Γ. που είναι κι αυτός κτηνοτρόφος. Η κατασκευή αυτή παραμένει η ίδια από το 1947 μέχρι σήμερα και ο Ι. Γ. το μόνο που κάνει είναι να τη συντηρεί για να μη καταρρεύσει. Τέλος το 1990 επισκεύασε ένα μέρος της περίφραξης που είχε στο μεταξύ καταστραφεί" ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην κατασκευή του υπόστεγου και στην ανέγερση περίφραξης με τσιμεντόλιθους κατά το έτος 2004. Οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις ήταν απαραίτητες για να ληφθεί απόφαση από την ανωτέρω επιτροπή ενώπιον της οποίας χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικά μέσα. Η επιτροπή αυτή μετά την υπεύθυνη δήλωση και την ένορκη βεβαίωση έκανε δεκτή την ένσταση όσον αφορά στο υπόστεγο βεβαιώνοντας στο σχετικό πρακτικό της ότι πρόκειται για κατασκευή προ του 1995 και απέρριψε την ένσταση για την περίφραξη μήκος 14 μέτρων. Όμως όπως αποδείχθηκε η επιτροπή παραπλανήθηκε προκειμένου να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα απόφαση διότι ο πρώτος κατηγορούμενος την προσκόμισε τα ως ψευδή στοιχεία, τα όσα δε βεβαιώθηκαν στην ανωτέρω απόφαση της επιτροπής ήταν προσφορά να επιφέρουν έννομες συνέπειες και ειδικότερα την απαλλαγή του από την καταβολή προστίμου ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου κτίσματος σε ότι αφορά το προαναφερόμενο υπόστεγο. Επομένως για όλους τους παραπάνω λόγους πρέπει και οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων όπως και πρωτοδίκως, να αναγνωριστεί δεν και στους δύο κατηγορούμενους το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. καθόσον έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική γενικά κοινωνική ζωή" Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, των πράξεων της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι(6) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α -γ, 26 παρ.1α, 27, 53, 57, 61, 94 παρ.1, 220 παρ.2-1 του ΠΚ, και άρθρο 8, 22 Ν. 1599/1986, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν έκανε επιλεκτική χρήση αυτών, ενώ δεν ήταν αναγκαία η μεταξύ των αποδεικτικών μέσων συσχέτισή τους. Περαιτέρω, το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά περιέχει ιδιαίτερες και πλέον αναλυτικές σκέψεις. Ακόμη, στο αιτιολογικό της διαλαμβάνεται η ακόλουθη παραδοχή: "... Κατά την εξέταση της ένστασης(ενώπιον της επιτροπής εξέτασης των ενστάσεων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών), παραβρέθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Γ., ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι τα ανωτέρω αυθαίρετα κτίσματα που κατασκεύασε ο ίδιος, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 311/2-4-2004 έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων κτισμάτων του Πολεοδομικού Γραφείου ... και βρίσκονται στο αγρόκτημα ... στο ..., έχουν ανεγερθεί πριν από το έτος 1995. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι όλα τα αυθαίρετα κτίσματα είχαν κατασκευασθεί από το έτος 1997 και μετά (εκτός από ένα ορθογώνιο υπόστεγο που προϋπήρχε από το έτος 1988). Στη συνέχεια στο σκεπτικό της αποφάσεως διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: " ότι συνέταξε και υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/1988, που απηύθυνε στην επιτροπή εξέτασης ενστάσεων, στην οποία εν γνώσει του δήλωσε ψευδώς, ότι το υπόστεγο μήκους 32 μέτρων από τσίγκο και λαμαρίνες, εμβαδού 128 μ2 , είχε κατασκευασθεί προ του έτους 1995 και ειδικότερα το έτος 1947, ενώ, η αλήθεια ήταν ότι το υπόστεγο αυτό, που αφορούσε η εξέταση της ένστασης, που υπέβαλε κατά της από 2-4-2004 εκθέσεως αυτοψίας αυθαιρέτου κτίσματος, είχε κατασκευασθεί εντός του έτους 2004. Από την αντιπαραβολή όμως, των ως άνω παραδοχών, δεν παρατηρείται καμία αντίφαση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Η παραδοχή ότι ένα τμήμα του υπόστεγου είχε κατασκευασθεί προ του έτους 1988, δεν δημιουργεί καμία αντίφαση, ως προς τη γενική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το περιεχόμενο της επίμαχης δηλώσεως είναι ψευδές. Επίσης, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα η γνώση του σε σχέση με το αδίκημα της ψευδούς υπευθύνου δηλώσεως, ότι δηλαδή το περιεχόμενο αυτής της δηλώσεώς του, ήταν ψευδές, ενόψει του ότι οι παραδοχές της αποφάσεως συνδέουν άμεσα τον αναιρεσείοντα με τα γεγονότα τα οποία υπέπεσαν άμεσα στην αντίληψή του. Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων περιστατικών, σχετικά με τη γνώση του, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων είχε άμεση και ιδία αντίληψη της πραγματικής καταστάσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επιπλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου (ΑΠ 1657/2009, ΑΠ 854/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στήριξε την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και στα αναγνωστέα και αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν δεν περιλαμβάνεται η υπ' αριθμ. 436/30-4-2004 και ΔΠ 2288/8-6-2004 ένσταση του αναιρεσείοντος, κατά της από 2-4-2004 εκθέσεως αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρεται βέβαια το ως άνω μη αναγνωσθέν έγγραφο, η αναφορά, όμως, του εγγράφου αυτού γίνεται μόνο διηγηματικά, προκειμένου να καταδειχθεί η χρονική σειρά των γεγονότων, ενώ, αυτό το έγγραφο δεν σχετίζεται ευθέως και αμέσως με τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων. Πέραν αυτών, είναι γεγονός ότι η ως άνω ένσταση συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και ως εκ τούτου το περιεχόμενό της, δεν ήταν άγνωστο σ' αυτόν και είχε τη δυνατότητα να προβεί στις αναγκαίες δηλώσεις και εξηγήσεις. Συνεπώς, και ο περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. Πρωτ. 6262 από 27 Ιουλίου 2010, αίτηση του Ι. Γ. του Κ. και Ζ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1891/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής δήλωση Ν. 1599/1988. Υφαρπαγή ψευδούς δηλώσεως. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο το οποίο φέρεται ως μη αναγνωσθέν, και του οποίου η αναφορά έγινε μόνο διηγηματικά και το οποίο άλλωστε ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε συντάξει και γνώριζε το περιεχόμενο του. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 244/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010 προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Γ. του Δ. και 2)Λ. Σ. του Χ. , κατοίκων αμφοτέρων ... , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1334/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Σ. . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Σεπτεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1401/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα, με αριθμό 187/18-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθμ. 167/17-9-2009 και 168/17-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Α. Γ. του Δ. και της Ε. , κατοίκου ... , και, β) Λ. Σ. του Χ. και Μ. συζύγου Α. Γ. , κατοίκου ομοίως ..., κατά του υπ' αριθμ. 1334/31-8-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. 22/21-1-2009 και 23/21-1-2009 αντίστοιχες εφέσεις των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθμ. 3663/18-12-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας που τελείται κατ' επάγγελμα από αμφοτέρους και επί πλέον για ηθική αυτουργία του πρώτου τούτων στην κατ' επάγγελμα αυτουργία της δεύτερης τούτων (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 περ. α, 404 παρ. 2 περίπτωση α, 3 του Π.Κ.). Οι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. με δηλώσεις στη Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργία Αράπου, για τις οποίες έχουν συνταχθεί οι προαναφερόμενες εκθέσεις, το δε εκκαλούμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στον κοινό αντίκλητο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Σ. Χ. στις 7-9-2009 και είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτές. Με τις κρινόμενες αιτήσεις οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν δεν υπάγει ορθώς σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/2004 και 2200/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ/762). Εκτός των ανωτέρω λεχθέντων, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεως ως προς τον λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001 Ποιν. Χρ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Εν προκειμένω όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εγκαλών Α. Σ. , το καλοκαίρι του έτους 2004, για την αντιμετώπιση άμεσων οικονομικών αναγκών, καθώς ως διαμεσολαβητής εμπορικής συναλλαγής (προμήθειας υποδήματα) δημιούργησε χρέος ύψους 180.000 δολαρίων ΗΠΑ, έναντι της εταιρείας Midway και δανείστηκε από τον οικογενειακό του φίλο και πρώτο κατηγορούμενο Α. Γ. το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ. Γι' αυτό συνέταξαν το από 28-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "TRANSWAYS ENTERPISES S.A" η οποία εδρεύει στη Λιβερία και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εν λόγω κατηγορούμενο, κατέβαλε στον εγκαλούντα ως άτομο δάνειο, για το χρονικό διάστημα από 28-9-2004 έως 30-9-2005, το παραπάνω χρηματικό ποσό με ισόποση επιταγή με αριθμό ... εκδόσεως της, η οποία εσύρετο από το με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα "ΕΓΝΑΤΙΑ", ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία έκδοσης. Στο συμφωνητικό οριζόταν ρητά ότι το δάνειο χορηγείτο με το νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο από την επομένη της λήψεως του και ότι η ολοσχερής εξόφληση θα γινόταν εφάπαξ. Είχε επίσης συμφωνηθεί ρητά ότι ο εκδότης της επιταγής παραιτείτο ρητά οποιασδήποτε ανάκλησης αυτής για κάθε λόγο και αιτία, εγγυάτο δε την πληρωμή κατά το χρόνο της εμφάνισης της. Μετά από αυτά και για την εξόφληση της σχετικής οικονομικής του υποχρέωσης ο ως άνω δανειολήπτης και πολιτικώς ενάγων, ύστερα από υπόδειξη του κατηγορουμένου Α. Γ. , κατέβαλε τα εξής χρηματικά ποσά: α) Στις 2-12-2004 το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ με κατάθεση στο λογαριασμό ... λογαριασμό που τηρούσε η εταιρεία "MARLOU COMPANIA NAVIERA LTD" στην Τράπεζα HSBC Bank Dic" το οποίο αποτελούσε είσπραξη τόκων για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο 2004 και στις 7-2-2005 το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, στον ίδιο ως άνω λογαριασμό που είχε υποδειχθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο, το οποίο αποτελούσε είσπραξη τόκων για τους μήνες Δεκέμβριο 2004 και Ιανουάριο 2005. Στις 30-5-2005 κατέβαλε το ποσό των 31.500 ευρώ προς τη δεύτερη κατηγορουμένη Λ. Σ. , με την οπισθογράφηση και μεταβίβαση σε αυτή της υπ' αριθμ. ... επιταγής της τράπεζας ALPHA BANK, εκδόσεως της εταιρείας "ΚΟΣΤΑΝΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που αντιστοιχούσε στους τόκους των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2005, επιβαρημένο - κατά τους ισχυρισμούς του πολιτικώς ενάγοντος - με την ποινή των 1.500 ευρώ, που επέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής των τόκων Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2005. Στις 7-10-2005, το ποσό των 30.000 ευρώ σε μετρητά για τους τόκους των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου 2005. Στην πραγματικότητα, ο κατηγορούμενος είχε αξιώσει τόκο 5% μηνιαίως (ποσό 7.500 ευρώ μηνιαίως) δηλαδή ποσοστό 60% ετησίως (ποσό 90.000 ευρώ ετησίως), που υπερέβαινε καταφανώς το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου, που κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα είχε οριστεί σε 8% ετησίως. Προς εξόφληση των τόκων της ανωτέρω δανειακής σύμβασης, ο εγκαλών κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 2-12-2004 έως 7-10-2005 συνολικά το ποσό των 91.500 ευρώ, το οποίο αποτελεί είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων για τους παραπάνω μήνες. Στη συνέχεια και επειδή δεν κατέστη εφικτή η ολοσχερής εξόφληση του δανείου εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος ο πρώτος κατηγορούμενος αξίωσε την έκδοση και χορήγηση σε διαταγή της δεύτερης κατηγορουμένης λευκής επιταγής, ως προς την ημερομηνία έκδοσης ποσού 200.000 ευρώ και καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της κατηγορουμένης Λ. Σ. , συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου Α. Γ. και κατόπιν προτροπής αυτού, το με ημερομηνία 25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με τη νέα αυτή συμφωνία το αρχικό και ακόμη οφειλόμενο κεφάλαιο των 150.000 ευρώ, εμφανίστηκε ως μέρος νέου δανείου, το οποίο του χορήγησε η κατηγορουμένη Λ. Σ. , ύψους 200.000 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-10-2005 έως 31-10-2006. Όπως δε ισχυρίζεται σχετικά ο εγκαλών, η κατηγορουμένη Λ. Σ. εμφανίζεται να του δανείζει δύο διαφορετικά ποσά και συγκεκριμένα, αφενός μεν το ποσό των 158.000 ευρώ, το οποίο όμως στην πραγματικότητα είναι το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου που του είχε χορηγήσει αρχικά ο κατηγορούμενος σύζυγος της Α. Γ. με βάση την από 28-9-2004 σύμβαση, πλέον των τόκων Οκτωβρίου 2005, ποσού 7.500 ευρώ και "ποινής" 500 ευρώ για την καθυστέρηση καταβολής τους, αφετέρου δε το ποσό των 42.000 ευρώ, το οποίο πράγματι του κατέβαλε η εν λόγω κατηγορουμένη, έναντι μηνιαίου τόκου 5% το οποίο κατά κοινή συμφωνία των μερών θα επιστρεφόταν στη δανείστρια το αργότερο έως 31-10-2006. Και στο δεύτερο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται σαφώς ότι "Το δάνειο χορηγείται έντοκο με το νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο από την επομένη της λήψεως του". Προβλεπόταν δε ειδικά ότι η ολοσχερής εξόφληση του δανείου θα γινόταν εφάπαξ, αλλά σε περίπτωση που ο οφειλέτης παρέβαινε τους όρους, η δανείστρια θα δικαιούτο να συμπληρώσει το σώμα της επιταγής ως προς την ημερομηνία εμφάνισης προς πληρωμή. Επομένως η απόδοση του δανείου καθίστατο δυνατή και σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή, πριν την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αποπληρωμής. Για το ανωτέρω δε συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ, μέχρι την εξόφληση του την 3 1-10-2006, αξίωσε τόκο 5% μηνιαίως, (ποσό 10.000 ευρώ μηνιαίως), δηλαδή ποσοστό 60% ετησίως, που υπερέβαινε καταφανώς το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου που ήταν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα 8% από 1-11-2005 μέχρι 5-12-2005, 8,25% από 6-12-2005 μέχρι 7-3-2006, 8,50% από 8-3-2006 μέχρι 14-6-2006, 8,75% από. 15-6-2006 μέχρι 8-8-2006, 9% από 9-8-2006 μέχρι 10-10-2006, 9,25% από 11-10-2006 μέχρι 31-10-2006. Στις 4-2-2006 ο πολιτικώς ενάγων κατέβαλε στη δεύτερη κατηγορουμένη το ποσό των 30.000 ευρώ για τους τόκους των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2006, που υπερβαίνει καταφανώς το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου που ήταν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα 8,25% ετησίως. Με τον τρόπο αυτό έλαβε περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου κατά το ποσό των 25.875 ευρώ (δηλ. νόμιμοι τόκοι για τους ανωτέρω τρεις μήνες 4.125 ευρώ). Ο πολιτικώς ενάγων όμως δεν κατόρθωσε να εξοφλήσει ούτε αυτό το δάνειο και στη συνέχεια ανακάλεσε την υπ' αριθμ. ... προσωπική επιταγή του επί της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 200.000 ευρώ με την από 31-10-2006 εξώδικη δήλωση του, την οποία είχε παραδώσει στους κατηγορουμένους ως εγγύηση για την εξόφληση του δανείου εκ μέρους του. Στις 6-11-2006, κατά το χρόνο λήξης της πληρωμής του ως άνω δανείου, η κατηγορουμένη, αποσκοπώντας στα ανωτέρω ορισθέντα τοκογλυφικά ωφελήματα, εμφάνισε ως δήθεν καλόπιστη κομίστρια στην Τράπεζα "ΕΓΝΑΤΙΑ" την προαναφερθείσα επιταγή, ενώ γνώριζε ότι ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους και σφράγιζε αυτή με την ένδειξη "επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο" καθώς ο πολιτικώς ενάγων είχε δώσει εντολή στην πληρώτρια Τράπεζα να μην την πληρώσει. Οι μάρτυρες των κατηγορουμένων Σ. Π. και Δ. Π. επικαλούμενοι τη στενή φιλική σχέση τους καταθέτουν ότι γνώριζαν ότι υπήρξε δανεισμός ποσού 150.000 ευρώ, το οποίο ουδέποτε αποπληρώθηκε πλην όμως οι τρεις καταβολές χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 61.500 ευρώ, δεν αφορούσαν στην από 28-9-2004 σύμβαση, αλλά στην αποπληρωμή δαπανών της γυναικείας ομάδας υδατοσφαίρισης. Οι μαρτυρικές καταθέσεις των ως άνω συγκλίνουν στη θέση ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν κατέβαλε ποτέ χρήματα για τοκογλυφικούς τόκους, αλλά μόνο για να καλύψει τις ανάγκες της ερασιτεχνικής ομάδας υδατοσφαίρισης στην οποία δραστηριοποιείτο ως έφορος και χορηγός και ότι τα παρέδιδε στην κατηγορουμένη Λ. Σ. επειδή είχε αναλάβει καθήκοντα βοηθού εφόρου. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την πραγματική συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και του πολιτικώς ενάγοντος. Ωστόσο αντιβαίνει στη λογική ότι ο Α. Σ. , ο οποίος εκείνο το χρονικό διάστημα είχε πολλά οικονομικά προβλήματα να χρηματοδοτεί την ομάδα του με τόσο μεγάλα ποσά της τάξεως των 10.000 και 15.000 ευρώ και μάλιστα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αδιαφορώντας παντελώς για την ατομική του ευθύνη έναντι των κατηγορουμένων και υπονομεύοντας πλήρως το μέλλον του. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε την άνεση να καλύπτει οικονομικά τη λειτουργία της ομάδας, καθιστώντας απολύτως επισφαλείς τις δικές τους απαιτήσεις, αφού δεν προέβαινε σε καμία καταβολή και ότι παρέμειναν αδρανείς μη αξιώνοντας ούτε το δικαιοπρακτικό τόκο. Αντίθετα προέκυψε ότι είχαν υπερασπισθεί τα ίδια συμφέροντα τους ανανεώνοντας τη σύμβαση δανείου με την αντικατάσταση της πρώτης επιταγής των 150.000 ευρώ με την επιταγή των 200.000 ευρώ, αφήνοντας ασυμπλήρωτη την ημερομηνία έκδοσης, επιφυλάσσοντας ανά πάσα στιγμή για τον εαυτό τους το δικαίωμα να απαιτήσουν το σύνολο του ποσού. Επισημαίνεται ότι το Δεκέμβριο του έτους 2004, ο πολιτικώς ενάγων είχε ήδη ξεκινήσει να καταβάλλει ορισμένα σημαντικά ποσά για την εξόφληση των τόκων του δανείου, τα οποία έπρεπε να δικαιολογηθούν από τους κατηγορουμένους. Έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η από 23-1-2008 κατάθεση του Σ. Π. σύμφωνα με την οποία είχε συναντήσει το Δεκέμβριο του 2004 στο κολυμβητήριο της ... την κατηγορουμένη και θυμάται παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει τέσσερα χρόνια ότι ήταν ιδιαίτερα αγχωμένη γιατί επρόκειτο να πληρώσει ως βοηθός εφόρου τις αθλήτριες με χρήματα που είχε καταθέσει στο λογαριασμό της ο πολιτικώς ενάγων. Θυμάται δηλαδή μια διαδικασία που για την κατηγορουμένη ήταν συνήθης αφού ως βοηθός εφόρου, όπως η ίδια ισχυρίζεται προέβαινε συχνά σε πληρωμές παρ' όλα αυτά όμως είχε άγχος. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι ο πολιτικώς ενάγων το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε προσωπικό επίπεδο πλην όμως επιδοτούσε γενναιόδωρα την ομάδα. Επιμένουν δε στον ισχυρισμό τους ότι από το Σεπτέμβριο 2004 έως Αύγουστο 2006 είχε δανειστεί από Τράπεζες 1.100.000 ευρώ και επομένως μπορούσε με ευκολία να χρηματοδοτεί την ομάδα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αντέχει στη λογική αφού από τη μία πλευρά φέρεται ο πολιτικώς ενάγων υπερχρεωμένος και από την άλλη να μοιράζει αφειδώς τα χρήματα που ο ίδιος είχε ανάγκη. Ο μάρτυρας Ι. Γ. , ο οποίος δήλωσε ότι ασχολείται με τα διοικητικά ζητήματα της ομάδας ΕΘΝΙΚΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, ως ανεξάρτητος χορηγός, είχε αναλάβει τη χρηματοδότηση κατά το μεγαλύτερο μέρος της γυναικείας ομάδας πόλο του εθνικού και ότι ο πολιτικώς ενάγων ως έφορος αναλάμβανε μόνο την πληρωμή υποχρεώσεων με χρήματα του Εθνικού, χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη με τη χορηγία του κατηγορουμένου που τη διαχειριζόταν ο ίδιος και ότι η τριμελής επιτροπή που είχε συγκροτηθεί με την κατηγορουμένη ως διαχειρίστρια, τον πολιτικώς ενάγοντα ως έφορο και την κ. Κ. ως μέλος της επιτροπής, παρακολουθούσε αυστηρά μόνο την τήρηση του προϋπολογισμού. Άλλωστε, επιδέχεται διερεύνησης το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την άνεση να χορηγήσουν δάνειο τέτοιου ύψους χωρίς κανένα όφελος εκτός από το δικαιοπρακτικό τόκο, παρ' όλο που γνώριζαν ότι κατά τη σύναψη του δανείου των 150.000 ευρώ, ο πολιτικώς ενάγων είχε στην κυριότητα του ένα ακίνητο στα ... της Κρήτης αξίας 1.300.000 ευρώ και μπορούσε να δανειστεί από Τράπεζα, καθώς ήταν ελεύθερο βαρών. Στη συνέχεια όταν διαπίστωσαν πως ο πολιτικώς ενάγων δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει το ποσό των 150.000 ευρώ κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, και άρα είχε ήδη καταστεί επισφαλής η απαίτηση τους, δέχτηκαν να παρατείνουν την προθεσμία δανείζοντας του, επιπλέον 50.000 ευρώ και να θέσουν σε διακινδύνευση τα ίδια τα συμφέροντα τους. Ο μάρτυρας Μ. Τ. στην από 31-1-2007 κατάθεση του στον Πταισματοδίκη καταθέτει ότι ο πολιτικώς ενάγων ήταν πολύ πιεσμένος από αυτή την ιστορία, γιατί οι τόκοι που ζητούσαν οι κατηγορούμενοι ήσαν υπέρογκοι. Ο ίδιος του έδωσε 30.000 ευρώ που έκανε ανάληψη από το κατάστημα ... της ALPHA BANK από το λογαριασμό της εταιρείας CLOBAL Α.Ε. της οποία είναι μέλος του Δ.Σ. και ασχολείται με εισαγωγή-εξαγωγή αθλητικών ειδών. Επίσης καταθέτει ότι πήγαν μαζί στο κολυμβητήριο του ... όπου τους περίμενε μέσα στο αυτοκίνητο της (ένα τζιπ) η κατηγορουμένη, την οποία έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν Παρασκευή και έβρεχε γι' αυτό δεν κατέβηκαν από το αυτοκίνητο. Ο μηνυτής της έδωσε 30.000 ευρώ, τα οποία όπως του είπε ήταν τόκοι μηνών, Ο ίδιος μάρτυρας στην από 9-1-2008 κατάθεση του στον Ανακριτή καταθέτει ότι γνωρίζει ότι είχαν συμφωνηθεί τόκοι 15.000 ευρώ ανά δύο μήνες, δηλαδή 7.500 ευρώ μηνιαίως (5%). Ότι το δεύτερο συμφωνητικό αποτελούσε ανανέωση του προηγούμενου δανείου των 150.000 ευρώ ενώ ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος έδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 42.000 ευρώ και στο συμφωνητικό αναγράφηκε το ποσό των 200.000 ευρώ, το δε επί πλέον 8.000 ευρώ ήσαν οι τόκοι που όφειλε ο πολιτικώς ενάγων από το προηγούμενο συμφωνητικό. Αυτή τη φορά οι τόκοι που συμφωνήθηκαν να καταβάλλονται ήταν 20.000 ευρώ ανά δίμηνο, δηλαδή 10.000 ευρώ μηνιαίως. Ο ίδιος το Φεβρουάριο του 2006 έδωσε προσωπικά στην κατηγορουμένη μαζί με τον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο δεν υπολογίστηκε ποτέ στο κεφάλαιο. Επίσης γνωρίζει λόγω της φιλικής και επαγγελματικής σχέσης τους ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε δανειστεί το ποσό των 30.000 ευρώ από τον Κ. Κ. σε μετρητά και ο ίδιος του είχε δώσει δύο επιταγές ποσού 31.500 ευρώ και 30.000 εύροι αντίστοιχα, τις οποίες πλήρωσαν ο πολιτικώς εναγών και ο Κ. Κ. στους κατηγορουμένους προκειμένου να καλύψουν τους τόκους. Και ο μάρτυρας Λ. Σ. στην από 9-1-2008 κατάθεση του καταθέτει ότι είναι πωλητής υποδημάτων και έχει επαγγελματικές σχέσεις με το μηνυτή και ως εκ της σχέσεως αυτής ήταν παρών κατά την υπογραφή του δεύτερου συμφωνητικού, όπου έγινε αντικατάσταση της παλιάς επιταγής των 150.000 ευρώ με τη νέα επιταγή των 200.000 ευρώ, η οποία αποτελούσε το ποσό των 150.000 ευρώ του αρχικού δανείου συν 50.000 ευρώ για επιπλέον τόκους. Ότι ο πολιτικώς ενάγων ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει μηνιαίως τόκους 20.000 ευρώ, γι' αυτό έλαβε από τον Κ. Κ. τέσσερις ή πέντε επιταγές προκειμένου να αποπληρώσει τους οφειλόμενους τόκους. Από αυτές τις επιταγές η μία ήταν ποσού 50.000 ευρώ την οποία ο πολιτικώς ενάγουν επέμενε να την υπολογίσουν για την εξόφληση του κεφαλαίου και όχι των τόκων, γεγονός το οποίο δεν αποδέχθηκαν οι κατηγορούμενοι και τότε κατάλαβε ότι δεν πρόκειται αν εξοφλήσει ποτέ το χρέος του και ότι πάντοτε θα ήταν οφειλέτης των κατηγορουμένων. Άλλωστε οι περιοδικές καταβολές του πολιτικώς ενάγοντος προς τους κατηγορουμένους είχαν ανέλθει περίπου στα 100.000 ευρώ, το οποίο ποσό οι κατηγορούμενοι πάντοτε το θεωρούσαν ως εξόφληση τόκων και όχι του κεφαλαίου. Προέκυψε δε με σαφήνεια ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει τόσο υψηλούς μηνιαίους τόκους και εκμεταλλεύτηκαν τη δεινή οικονομική του κατάσταση προκειμένου να εισπράξουν τοκογλυφικούς τόκους και απέβλεπαν στο γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε και κάποια ακίνητη περιουσία την οποία θα μπορούσαν να του κατασχέσουν με τη σφράγιση της επιταγής που κρατούσε στα χέρια του ο κατηγορούμενος και την έκδοση διαταγής πληρωμής. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το εν λόγω δάνειο αποτελεί οικονομική διευκόλυνση του πολιτικώς ενάγοντος λόγω της φιλικής τους σχέσης η δε δεύτερη κατηγορουμένη ότι το σύνολο των χρημάτων που ανέρχεται σε 61.500 ευρώ της δόθηκε το επίδικο χρονικό διάστημα, για κάλυψη των αναγκών της ομάδας του Εθνικού Πειραιώς, στην οποία ο πολιτικώς ενάγων ήταν έφορος και αυτή βοηθός εφόρου και διαχειρίστρια, χωρίς να παίρνει θέση για το ποσό των 30.000 ευρώ που της δόθηκε στις 4-2-2006 στο Κολυμβητήριο του ... μέσα στο αυτοκίνητο της με παρόντα το μάρτυρα Μ. Τ. . Οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δεν ευρίσκουν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, είναι προφανώς αβάσιμοι και βέβαια κάθε άλλο παρά ικανοί να αποσείσουν τις σε βάρος του κατηγορίες. Κατά συνέπεια χωρίς έρεισμα παρίστανται όλοι οι λόγοι που συνθέτουν το πλαίσιο της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσονται στις κρινόμενες εκθέσεις εφέσεων. Η εγκληματική δραστηριότητα, που αναπτύχθηκε από τους κατηγορουμένους, δεν ήταν περιστατική, αλλά συστηματική, μεθοδευμένη, με εμφανή τα γνωρίσματα της εμμονής τους στην ποινικά επιλήψιμη ως άνω συμπεριφορά τους και προδήλως σταθερά προσανατολισμένη στον πορισμό εισοδήματος, ενόψει και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει με τη σύσταση παράκτιων εταιρειών και συνεργασία κατά περίπτωση με άλλες για την είσπραξη των τοκογλυφικών τόκων για την επανειλημμένη τέλεση της (κατ' επάγγελμα τέλεση). Ειδικότερα, όσον αφορά το νομικό σκέλος της προκειμένης υποθέσεως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα : Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδάφ. α και β σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. 8 εδ. β του Ν. 2721/1999 με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται η εκ μέρους του δράστη (δανειστή) συνομολόγηση ή λήψη για τον εαυτό του ή υπέρ τρίτου, περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η τοκογλυφία προϋποθέτει τη σύναψη συμβάσεως δανείου (αρθρ. 806 επ. Α.Κ.) και όχι δικαιοπραξία άλλης μορφής. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, οι οποίοι είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους τελούν δε σε αληθινή πραγματική συρροή και ειδικότερα αφενός μεν με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. "Συνομολόγηση" είναι η αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ λήπτη και δανειστή για παροχή από τον πρώτο τοκογλυφικών ωφελημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου. Ως "λήψη" τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων αλλά και η παραλαβή αξιόγραφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νόμιμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη εισπράξεως. Η συγκεκριμένη μορφή του εγκλήματος της τοκογλυφίας θεωρείται τετελεσμένη απλά και μόνο με τη "συνομολόγηση" της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα τόσο κατά την αρχική σύναψη, όσο και κατά τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμπεριλαμβάνονται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ως ενιαίο σύνολο στο οριστικό κεφάλαιο (βλ. Χρ. Μυλωνόπουλου: Ποινικό Δίκαιο - Ειδικό Μέρος - Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, σελ. 692-693, 697-698, Λ. Παπαδαμάκη: Τα περιουσιακά εγκλήματα, σελ. 254-258, Α.Π. 829/2006 Ποιν. Χρ. Ν2 σελ. 229, Α.Π. 2397/2002 Συμβ. Ποιν. Χρον. ΝΓ. σελ. 827, Α.Π. 68/2000 Ποιν. Χρ. Ν. σελ. 205). Τελείται δε το έγκλημα κατά συναυτουργία, όταν ο καθένας από τους συναυτουργούς με την πράξη του, είτε πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε η αντικειμενική υπόσταση πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, οι επί μέρους πράξεις των συναυτουργών να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα και επομένως το έγκλημα της τοκογλυφίας τελείται κατά συναυτουργία και όταν, κατόπιν συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, ο ένας από τους συναυτουργούς συνομολογεί τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, ο δε άλλος προβαίνει στη λήψη αυτών, ενόψει της φύσεως του εν λόγω εγκλήματος ως υπαλλακτικώς μικτού. Σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.K. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος (Α.Π. 692/2000 Π.Χρ. ΝΑ 47, Α.Π. 1082/2000 Π.Χρ. ΝΑ 333, A.Π 1045/1998 Π.Χρ. ΜΘ 743). Κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 3 Π.Κ., κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο αρκεί και η τέλεση μίας μόνο πράξεως όταν από αυτήν, ενόψει και της διάρκειας των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος βάσει σχεδίου. Σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α ΠK με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ηθικής αυτουργίας απαιτείται: α) από πρόθεση παραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο σε άλλον, της απόφασης να διαπράξει ορισμένο έγκλημα δηλαδή δόλος που συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει στον άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που τέλεσε καθώς και στη συνείδηση της ορισμένης άδικης πράξης καθώς και στη γνώση - στην περίπτωση των ιδιαίτερων εγκλημάτων - ότι ο αυτουργός έχει τις ιδιαίτερες ιδιότητες που απαιτεί ο νόμος π.χ. δημοσίου υπαλλήλου β) διάπραξη από τον άλλον του εγκλήματος που αποφάσισε με αυτόν τον τρόπο (βλ. Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο, έκδοση 1978, σελ. 349 - 350, ΑΠ 349/1996 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ 1690, ΑΠ 519-520/1995 Ποιν. Χρ. ΜΕ σελ. 89). Η τελούμενη πράξη από τον παρακινηθέντα πρέπει να πραγματώνει μια "ορισμένη ποινικώς αξιόλογη αδικοπραξία", ή να περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτής (Χωραφάς ό.π. σελ. 350) διαφορετικά ο παρακινήσας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ηθικός αυτουργός γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της δράσης του ηθικού αυτουργού και της τελεσθείσας ή αποπειραθείσας πράξης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει η πράξη του ηθικού αυτουργού να προκαλέσει και όχι απλώς να ενισχύει την ήδη ληφθείσα απόφαση. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν ότι πρέπει να παραπεμφθούν στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχεία β και δ είναι αβάσιμες. Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και ορθώς εφάρμοσαν τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις της προκειμένης υποθέσεως και σωστά υπήγαγαν τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά στις εν λόγω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, όσον αφορά την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική τοκογλυφία για την οποία κατηγορείται ο πρώτος των αναιρεσειόντων Α. Γ. , πρέπει συμπληρωματικά να λεχθούν τα εξής : η ηθική αυτουργία δηλαδή η εκ δόλου πρόκληση αποφάσεως σε άλλον να τελέσει μία αξιόποινη πράξη μπορεί να προκληθεί με οποιοδήποτε τρόπο όπως πειθώ, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή δώρου, εκμετάλλευση πλάνης πραγματικής ή περί τα παραγωγικά αίτια ή νομικής πλάνης, καθώς επίσης μεταξύ άλλων και με συμβουλές και με εκμετάλλευση της φιλίας ή συγγένειας (Α.Π. 679/1984 Ποιν.Χρον. ΛΕ 1009, Α.Π. 1414/1985 Ποιν.Χρον. ΛΣΤ'307 ΚΑΙ Α.Π. 819/1988 Ποιν.Χρον. ΛΗ 894, Α.Π. 1706/1986 Ποιν.Χρον. ΛΖ 237). Εν προκειμένω είναι προφανές ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων (Α. Γ. ) προκάλεσε την απόφαση στην δεύτερη τούτων (Λ. Σ. ), με συμβουλές, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του συζύγου, στις επιλογές και συμβουλές του οποίου δεν ήταν ευχερές στην εν λόγω σύζυγό του να αντιταχθεί ή να διαφοροποιηθεί και στην περίπτωση ακόμη που είχε αντίθετη ενδεχομένως άποψη προκειμένου να μη διαταραχθεί η έγγαμη συμβίωση. Και ούτε μεταβάλλεται η πραγματική και νομική κατάσταση εν προκειμένω εκ του λόγου ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 119/22-2-2010 απόφασή του έκρινε εν μέρει δεκτή την από 12-2-2007 ανακοπή του εγκαλούντος κατά της σε αριθμ. 1014/2007 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και οι δύο συνεκδικαζόμενες ως άνω αιτήσεις των αναιρεσειόντων και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : 1) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 167/17-9-2009 και 168/17-9-2009 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των α) Α. Γ. του Δ. και β) Λ. Σ. του Χ. , κατοίκων ... , κατά του υπ' αριθμ. 13 34/31-8-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήνα 29/4/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 17/9/2009 αιτήσεις των Α. Γ. και Λ. Σ. , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1334/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ΚΠΔ, "αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή εγγράφων στον Εισαγγελέα, υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου , αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους αυτών για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία που την καθορίζει το ίδιο". Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία κατά το άρθρο 316 παρ. 1 του ΚΠΔ εφαρμόζεται και στη διαδικασία στο Συμβούλιο Εφετών, επάγεται για τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ του ίδιου κώδικα, διότι τον αποστερεί από υπερασπιστικό δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν υποβληθούν στο Συμβούλιο Πλημ/κών ή στο Συμβούλιο Εφετών, από ένα διάδικο, έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη κρίση του (δηλαδή μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικά στοιχεία προς παραπομπή ή προς απαλλαγή του κατηγορουμένου) και η υποβολή αυτή έλαβε χώρα μετά την περάτωση της κυρίας ανακρίσεως, αυτό υποχρεούται προτού αποφανθεί απαλλακτικά ή παραπεμπτικά, να καλέσει και τους λοιπούς διαδίκους (και πρωτίστως τον κατηγορούμενο) για να λάβουν γνώση τους και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή το Συμβούλιο δεν καλέσει τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση των εγγράφων που υποβλήθηκαν από άλλο διάδικο μετά το πέρας της ανακρίσεως, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα ( άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ), που ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση και να γνωστοποιήσει παρατηρήσεις επί εγγράφων που δύνανται να αξιολογηθούν προς παραπομπή του στο ακροατήριο ή και προς απαλλαγή του, ανάγεται στην υπεράσπιση του και του χορηγείται ρητά από το νόμο. Εν προκειμένω, η δεύτερη αναιρεσείουσα Λ. Σ. , με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1334/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το υπ' αριθμ. 3663/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών, δυνάμει του οποίου αυτή και ο αναιρεσείων συγκατηγορούμενός της Α. Γ. παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για κακουργηματική τοκογλυφία και οι δύο και επί πλέον ο αναιρεσείων Α. Γ. για ηθική αυτουργία στην κακουργηματική τοκογλυφία που τέλεσε αυτή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας εκ του ότι, καίτοι ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ( πολύ μετά το πέρας της κυρίας ανακρίσεως) υποβλήθηκε από τον συγκατηγορούμενό της Α. Γ. , με την από 9/4/2009 αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η υπ' αριθμ. 1304/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή του εγκαλούντα Α. Σ. κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, διότι δέχθηκε ότι οι επίμαχες από 28/9/2004 και 25/10/2005 δανειακές συμβάσεις είναι καθόλα σύννομες και συμφωνηθείσες με το νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο και όχι με τοκογλυφικό και ουδέποτε διαπράχθηκε τοκογλυφία σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, παρά ταύτα το ως άνω Συμβούλιο δεν την κάλεσε, προκειμένου να λάβει γνώση της απόφασης αυτής, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην απαλλαγή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει μεν ότι ο Α. Γ. , συγκατηγορούμενος της αναιρεσείουσας, μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης, και ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από αυτήν και τον άνω συγκατηγορούμενό της, ο τελευταίος υπέβαλε με το από 9/4/2009 υπόμνημα- αίτηση του, που εγχειρίσθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την υπ' αριθμ. 1304/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλήν όμως η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί ανακοπής του εγκαλούντος Α. Σ. κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως (άρθρο 933 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ.) με διάδικο-καθής η ανακοπή την αναιρεσείουσα, η οποία μάλιστα παρέστη στη δίκη εκείνη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σιούφα. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα ήταν διάδικος στη δίκη εκείνη και παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο, έλαβε γνώση και του περιεχομένου της εκδοθείσας απόφασης και δεν απαιτείτο να κληθεί από το Συμβούλιο Εφετών να λάβει γνώση αυτής, προκειμένου να γνωστοποιήσει τις απόψεις και παρατηρήσεις της. Ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα και επομένως ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που τα αντίθετα υποστηρίζει, πρέπει να απορριφθεί. Σημειωτέον ότι από την παράλειψη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να προτείνει επί του ως άνω λόγου αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Λ. Σ. , δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος, όπως τούτο συνάγεται από τα άρθρα 32 παρ. 1 και 4, 171 παρ. 1 β και 484 παρ. 1α του ΚΠΔ, εφόσον αυτός έχει υποβάλλει σχετική με την ουσία της υποθέσεως πρόταση και προτείνει την ουσιαστική απόρριψη της αναιρέσεως, αφού με την πρόταση του καλύπτονται εμμέσως ή και σιωπηρώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως, και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος συμπληρωματικής προτάσεως, όπως αβάσιμα αιτείται η ως άνω αναιρεσείουσα. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α και β σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα " τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/1999, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η εκ μέρους του δράστη ( δανειστή) συνομολόγηση ή λήψη για τον εαυτό του ή για τρίτο, περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η τοκογλυφία προϋποθέτει τη σύναψη συμβάσεως δανείου ( άρθρο 806 επ. ΑΚ) και όχι δικαιοπραξία άλλης μορφής. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, οι οποίοι είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους, τελούν δε σε αληθινή πραγματική συρροή, και ειδικότερα, αφ' ενός μεν με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφ' ετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. "Συνομολόγηση" είναι η αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ λήπτη και δανειστή για παροχή από τον πρώτο τοκογλυφικών ωφελημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου. Ως " λήψη" τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιόγραφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νόμιμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη εισπράξεως. Η συγκεκριμένη μορφή του εγκλήματος της τοκογλυφίας θεωρείται τετελεσμένη και μόνο με τη "συνομολόγηση" της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα τόσο κατά την αρχική σύναψη, όσο και κατά τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμπεριλαμβάνονται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ως ενιαίο σύνολο στο οριστικό κεφάλαιο. Ως κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι διαπράττεται η τοκογλυφία, σύμφωνα με το άρθρο 13 στ του ΠΚ , όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας δεν προσαπαιτείται να έχει ο δράστης και προηγουμένως καταδικαστεί για όμοια πράξη, ούτε να παραπέμπεται για περισσότερες τέτοιες πράξεις, δεδομένου ότι κριτήριο συνδρομής του επιβαρυντικού στοιχείου της κατ' επάγγελμα τέλεσης είναι η διαπίστωση είτε ύπαρξης πρόθεσης βιοπορισμού από αυτή, είτε ροπή προς τέλεση αυτής . Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Ειδικά στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, εν όψει του ότι η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α του ΠΚ, δεν προκαθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να προκληθεί η απόφαση στον άλλο για να τελέσει συγκεκριμένη άδικη πράξη, έπεται ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά πρόσφορη στο να οδηγήσει άλλον στην απόφαση να εκτελέσει την πράξη αυτή, μπορεί να αποτελέσει ηθική αυτουργία, με την προϋπόθεση ότι συμβάλλει καθοριστικά στη λήψη της αποφάσεως. Ως εκ τούτου για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αρκεί να αναφέρεται σ' αυτό ο τρόπος με τον οποίο ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, χωρίς να είναι αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας ο καθορισμός της μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, από απόψεως τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξεως. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 1334/2009 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Γ. και Λ. Σ. , αναφορικά με τις πράξεις της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα, για τον καθένα, και επί πλέον για την ηθική αυτουργία του πρώτου αναιρεσείοντα στην τοκογλυφία κατ' επάγγελμα της δεύτερης αναιρεσείουσας, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Α. Σ. το καλοκαίρι του έτους 2004, για την αντιμετώπιση άμεσων οικονομικών αναγκών, καθώς ως διαμεσολαβητής εμπορικής συναλλαγής (προμήθειας υποδήματα) δημιούργησε χρέος ύψους 180.000 δολαρίων ΗΠΑ, έναντι της εταιρείας Midway και δανείστηκε από τον οικογενειακό του φίλο και πρώτο κατηγορούμενο Α. Γ. το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ. Γι' αυτό συνέταξαν το από 28-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "TRANSWAYS ENTERPISES S.A" η οποία εδρεύει στη Λιβερία και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εν λόγω κατηγορούμενο, κατέβαλε στον εγκαλούντα ως άτομο δάνειο, για το χρονικό διάστημα από 28-9-2004 έως 30-9-2005, το παραπάνω χρηματικό ποσό με ισόποση επιταγή με αριθμό ... εκδόσεως της, η οποία εσύρετο από το με αριθμό ... λογαριασμό στην Τράπεζα "ΕΓΝΑΤΙΑ", ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία έκδοσης. Στο συμφωνητικό οριζόταν ρητά ότι το δάνειο χορηγείτο με το νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο από την επομένη της λήψεως του και ότι η ολοσχερής εξόφληση θα γινόταν εφάπαξ. Είχε επίσης συμφωνηθεί ρητά ότι ο εκδότης της επιταγής παραιτείτο ρητά οποιασδήποτε ανάκλησης αυτής για κάθε λόγο και αιτία, εγγυάτο δε την πληρωμή κατά το χρόνο της εμφάνισης της. Μετά από αυτά και για την εξόφληση της σχετικής οικονομικής του υποχρέωσης ο ως άνω δανειολήπτης και πολιτικώς ενάγων, ύστερα από υπόδειξη του κατηγορουμένου Α. Γ. , κατέβαλε τα εξής χρηματικά ποσά: α) Στις 2-12-2004 το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ με κατάθεση στο λογαριασμό ... λογαριασμό που τηρούσε η εταιρεία "MARLOU COMPANIA NAVIERA LTD" στην Τράπεζα HSBC Bank Dic" το οποίο αποτελούσε είσπραξη τόκων για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο 2004 και στις 7-2-2005 το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, στον ίδιο ως άνω λογαριασμό που είχε υποδειχθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο, το οποίο αποτελούσε είσπραξη τόκων για τους μήνες Δεκέμβριο 2004 και Ιανουάριο 2005. Στις 30-5-2005 κατέβαλε το ποσό των 31.500 ευρώ προς τη δεύτερη κατηγορουμένη Λ. Σ. , με την οπισθογράφηση και μεταβίβαση σε αυτή της υπ' αριθμ. ... επιταγής της τράπεζας ALPHA BANK, εκδόσεως της εταιρείας "ΚΟΣΤΑΝΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που αντιστοιχούσε στους τόκους των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2005, επιβαρημένο - κατά τους ισχυρισμούς του πολιτικώς ενάγοντος - με την ποινή των 1.500 ευρώ, που επέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής των τόκων Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2005. Στις 7-10-2005, το ποσό των 30.000 ευρώ σε μετρητά για τους τόκους των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου 2005. Στην πραγματικότητα, ο κατηγορούμενος είχε αξιώσει τόκο 5% μηνιαίως (ποσό 7.500 ευρώ μηνιαίως) δηλαδή ποσοστό 60% ετησίως (ποσό 90.000 ευρώ ετησίως), που υπερέβαινε καταφανώς το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου, που κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα είχε οριστεί σε 8% ετησίως. Προς εξόφληση των τόκων της ανωτέρω δανειακής σύμβασης, ο εγκαλών κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 2-12-2004 έως 7-10-2005 συνολικά το ποσό των 91.500 ευρώ, το οποίο αποτελεί είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων για τους παραπάνω μήνες. Στη συνέχεια και επειδή δεν κατέστη εφικτή η ολοσχερής εξόφληση του δανείου εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος ο πρώτος κατηγορούμενος αξίωσε την έκδοση και χορήγηση σε διαταγή της δεύτερης κατηγορουμένης λευκής επιταγής, ως προς την ημερομηνία έκδοσης ποσού 200.000 ευρώ και καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της κατηγορουμένης Λ. Σ. , συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου Α. Γ. και κατόπιν προτροπής αυτού, το με ημερομηνία 25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με τη νέα αυτή συμφωνία το αρχικό και ακόμη οφειλόμενο κεφάλαιο των 150.000 ευρώ, εμφανίστηκε ως μέρος νέου δανείου, το οποίο του χορήγησε η κατηγορουμένη Λ. Σ. , ύψους 200.000 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-10-2005 έως 31-10-2006. Όπως δε ισχυρίζεται σχετικά ο εγκαλών, η κατηγορουμένη Λ. Σ. εμφανίζεται να του δανείζει δύο διαφορετικά ποσά και συγκεκριμένα, αφενός μεν το ποσό των 158.000 ευρώ, το οποίο όμως στην πραγματικότητα είναι το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου που του είχε χορηγήσει αρχικά ο κατηγορούμενος σύζυγος της Α. Γ. με βάση την από 28-9-2004 σύμβαση, πλέον των τόκων Οκτωβρίου 2005, ποσού 7.500 ευρώ και "ποινής" 500 ευρώ για την καθυστέρηση καταβολής τους, αφετέρου δε το ποσό των 42.000 ευρώ, το οποίο πράγματι του κατέβαλε η εν λόγω κατηγορουμένη, έναντι μηνιαίου τόκου 5% το οποίο κατά κοινή συμφωνία των μερών θα επιστρεφόταν στη δανείστρια το αργότερο έως 31-10-2006. Και στο δεύτερο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται σαφώς ότι "Το δάνειο χορηγείται έντοκο με το νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο από την επομένη της λήψεως του". Προβλεπόταν δε ειδικά ότι η ολοσχερής εξόφληση του δανείου θα γινόταν εφάπαξ, αλλά σε περίπτωση που ο οφειλέτης παρέβαινε τους όρους, η δανείστρια θα δικαιούτο να συμπληρώσει το σώμα της επιταγής ως προς την ημερομηνία εμφάνισης προς πληρωμή. Επομένως η απόδοση του δανείου καθίστατο δυνατή και σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή, πριν την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αποπληρωμής. Για το ανωτέρω δε συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ, μέχρι την εξόφληση του την 3 1-10-2006, αξίωσε τόκο 5% μηνιαίως, (ποσό 10.000 ευρώ μηνιαίως), δηλαδή ποσοστό 60% ετησίως, που υπερέβαινε καταφανώς το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου που ήταν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα 8% από 1-11-2005 μέχρι 5-12-2005, 8,25% από 6-12-2005 μέχρι 7-3-2006, 8,50% από 8-3-2006 μέχρι 14-6-2006, 8,75% από. 15-6-2006 μέχρι 8-8-2006, 9% από 9-8-2006 μέχρι 10-10-2006, 9,25% από 11-10-2006 μέχρι 31-10-2006. Στις 4-2-2006 ο πολιτικώς ενάγων κατέβαλε στη δεύτερη κατηγορουμένη το ποσό των 30.000 ευρώ για τους τόκους των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2005 και Ιανουαρίου 2006, που υπερβαίνει καταφανώς το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου που ήταν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα 8,25% ετησίως. Με τον τρόπο αυτό έλαβε περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου κατά το ποσό των 25.875 ευρώ (δηλ. νόμιμοι τόκοι για τους ανωτέρω τρεις μήνες 4.125 ευρώ). Ο πολιτικώς ενάγων όμως δεν κατόρθωσε να εξοφλήσει ούτε αυτό το δάνειο και στη συνέχεια ανακάλεσε την υπ' αριθμ. ... προσωπική επιταγή του επί της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 200.000 ευρώ με την από 31-10-2006 εξώδικη δήλωση του, την οποία είχε παραδώσει στους κατηγορουμένους ως εγγύηση για την εξόφληση του δανείου εκ μέρους του. Στις 6-11-2006, κατά το χρόνο λήξης της πληρωμής του ως άνω δανείου, η κατηγορουμένη, αποσκοπώντας στα ανωτέρω ορισθέντα τοκογλυφικά ωφελήματα, εμφάνισε ως δήθεν καλόπιστη κομίστρια στην Τράπεζα "ΕΓΝΑΤΙΑ" την προαναφερθείσα επιταγή, ενώ γνώριζε ότι ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους και σφράγιζε αυτή με την ένδειξη "επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο" καθώς ο πολιτικώς ενάγων είχε δώσει εντολή στην πληρώτρια Τράπεζα να μην την πληρώσει. Οι μάρτυρες των κατηγορουμένων Σ. Π. και Δ. Π. επικαλούμενοι τη στενή φιλική σχέση τους καταθέτουν ότι γνώριζαν ότι υπήρξε δανεισμός ποσού 150.000 ευρώ, το οποίο ουδέποτε αποπληρώθηκε πλην όμως οι τρεις καταβολές χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 61.500 ευρώ, δεν αφορούσαν στην από 28-9-2004 σύμβαση, αλλά στην αποπληρωμή δαπανών της γυναικείας ομάδας υδατοσφαίρισης. Οι μαρτυρικές καταθέσεις των ως άνω συγκλίνουν στη θέση ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν κατέβαλε ποτέ χρήματα για τοκογλυφικούς τόκους, αλλά μόνο για να καλύψει τις ανάγκες της ερασιτεχνικής ομάδας υδατοσφαίρισης στην οποία δραστηριοποιείτο ως έφορος και χορηγός και ότι τα παρέδιδε στην 2η κατηγορουμένη Λ. Σ. επειδή είχε αναλάβει καθήκοντα βοηθού εφόρου. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την πραγματική συμφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος. Ωστόσο αντιβαίνει στη λογική ότι ο Α. Σ. , ο οποίος εκείνο το χρονικό διάστημα είχε πολλά οικονομικά προβλήματα να χρηματοδοτεί την ομάδα του με τόσο μεγάλα ποσά της τάξεως των 10.000 και 15.000 ευρώ και μάλιστα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αδιαφορώντας παντελώς για την ατομική του ευθύνη έναντι των κατηγορουμένων και υπονομεύοντας πλήρως το μέλλον του. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε την άνεση να καλύπτει οικονομικά τη λειτουργία της ομάδας, καθιστώντας απολύτως επισφαλείς τις δικές τους απαιτήσεις, αφού δεν προέβαινε σε καμία καταβολή και ότι παρέμειναν αδρανείς μη αξιώνοντας ούτε το δικαιοπρακτικό τόκο. Αντίθετα προέκυψε ότι είχαν υπερασπισθεί τα ίδια συμφέροντα τους ανανεώνοντας τη σύμβαση δανείου με την αντικατάσταση της πρώτης επιταγής των 150.000 ευρώ με την επιταγή των 200.000 ευρώ, αφήνοντας ασυμπλήρωτη την ημερομηνία έκδοσης, επιφυλάσσοντας ανά πάσα στιγμή για τον εαυτό τους το δικαίωμα να απαιτήσουν το σύνολο του ποσού. Επισημαίνεται ότι το Δεκέμβριο του έτους 2004, ο πολιτικώς ενάγων είχε ήδη ξεκινήσει να καταβάλλει ορισμένα σημαντικά ποσά για την εξόφληση των τόκων του δανείου, τα οποία έπρεπε να δικαιολογηθούν από τους κατηγορουμένους. Έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η από 23-1-2008 κατάθεση του Σ. Π. σύμφωνα με την οποία είχε συναντήσει το Δεκέμβριο του 2004 στο κολυμβητήριο της ... την 2η κατηγορουμένη και θυμάται παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει τέσσερα χρόνια ότι ήταν ιδιαίτερα αγχωμένη γιατί επρόκειτο να πληρώσει ως βοηθός εφόρου τις αθλήτριες με χρήματα που είχε καταθέσει στο λογαριασμό της ο πολιτικώς ενάγων. Θυμάται δηλαδή μια διαδικασία που για την 2η κατηγορουμένη ήταν συνήθης αφού ως βοηθός εφόρου, όπως η ίδια ισχυρίζεται προέβαινε συχνά σε πληρωμές παρ' όλα αυτά όμως είχε άγχος. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι ο πολιτικώς ενάγων το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε προσωπικό επίπεδο πλην όμως επιδοτούσε γενναιόδωρα την ομάδα. Επιμένουν δε στον ισχυρισμό τους ότι από το Σεπτέμβριο 2004 έως Αύγουστο 2006 είχε δανειστεί από Τράπεζες 1.100.000 ευρώ και επομένως μπορούσε με ευκολία να χρηματοδοτεί την ομάδα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αντέχει στη λογική αφού από τη μία πλευρά φέρεται ο πολιτικώς ενάγων υπερχρεωμένος και από την άλλη να μοιράζει αφειδώς τα χρήματα που ο ίδιος είχε ανάγκη. Ο μάρτυρας Ι. Γ. , ο οποίος δήλωσε ότι ασχολείται με τα διοικητικά ζητήματα της ομάδας ΕΘΝΙΚΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, ως ανεξάρτητος χορηγός, είχε αναλάβει τη χρηματοδότηση κατά το μεγαλύτερο μέρος της γυναικείας ομάδας πόλο του εθνικού και ότι ο πολιτικώς ενάγων ως έφορος αναλάμβανε μόνο την πληρωμή υποχρεώσεων με χρήματα του Εθνικού, χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη με τη χορηγία του κατηγορουμένου που τη διαχειριζόταν ο ίδιος και ότι η τριμελής επιτροπή που είχε συγκροτηθεί με την 2η κατηγορουμένη ως διαχειρίστρια, τον πολιτικώς ενάγοντα ως έφορο και την κ. Κ. ως μέλος της επιτροπής, παρακολουθούσε αυστηρά μόνο την τήρηση του προϋπολογισμού. Άλλωστε, επιδέχεται διερεύνησης το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την άνεση να χορηγήσουν δάνειο τέτοιου ύψους χωρίς κανένα όφελος εκτός από το δικαιοπρακτικό τόκο, παρ' όλο που γνώριζαν ότι κατά τη σύναψη του δανείου των 150.000 ευρώ, ο πολιτικώς ενάγων είχε στην κυριότητα του ένα ακίνητο στα ... της Κρήτης αξίας 1.300.000 ευρώ και μπορούσε να δανειστεί από Τράπεζα, καθώς ήταν ελεύθερο βαρών. Στη συνέχεια όταν διαπίστωσαν πως ο πολιτικώς ενάγων δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει το ποσό των 150.000 ευρώ κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, και άρα είχε ήδη καταστεί επισφαλής η απαίτηση τους, δέχτηκαν να παρατείνουν την προθεσμία δανείζοντας του, επιπλέον 50.000 ευρώ και να θέσουν σε διακινδύνευση τα ίδια τα συμφέροντα τους. Ο μάρτυρας Μ. Τ. στην από 31-1-2007 κατάθεση του στον Πταισματοδίκη καταθέτει ότι ο πολιτικώς ενάγων ήταν πολύ πιεσμένος από αυτή την ιστορία, γιατί οι τόκοι που ζητούσε ο κατηγορούμενος ήσαν υπέρογκοι. Ο ίδιος του έδωσε 30.000 ευρώ που έκανε ανάληψη από το κατάστημα ... της ALPHA BANK από το λογαριασμό της εταιρείας CLOBAL Α.Ε. της οποία είναι μέλος του Δ.Σ. και ασχολείται με εισαγωγή-εξαγωγή αθλητικών ειδών. Επίσης καταθέτει ότι πήγαν μαζί στο κολυμβητήριο του ... όπου τους περίμενε μέσα στο αυτοκίνητο της (ένα τζιπ) η 2η κατηγορουμένη, την οποία έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν Παρασκευή και έβρεχε γι' αυτό δεν κατέβηκαν από το αυτοκίνητο. Ο μηνυτής της έδωσε 30.000 ευρώ, τα οποία όπως του είπε ήταν τόκοι μηνών, Ο ίδιος μάρτυρας στην από 9-1-2008 κατάθεση του στον Ανακριτή καταθέτει ότι γνωρίζει ότι είχαν συμφωνηθεί τόκοι 15.000 ευρώ ανά δύο μήνες, δηλαδή 7.500 ευρώ μηνιαίως (5%). Ότι το δεύτερο συμφωνητικό αποτελούσε ανανέωση του προηγούμενου δανείου των 150.000 ευρώ ενώ ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος έδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 42.000 ευρώ και στο συμφωνητικό αναγράφηκε το ποσό των 200.000 ευρώ, το δε επί πλέον 8.000 ευρώ ήσαν οι τόκοι που όφειλε ο πολιτικώς ενάγων από το προηγούμενο συμφωνητικό. Αυτή τη φορά οι τόκοι που συμφωνήθηκαν να καταβάλλονται ήταν 20.000 ευρώ ανά δίμηνο, δηλαδή 10.000 ευρώ μηνιαίως. Ο ίδιος το Φεβρουάριο του 2006 έδωσε προσωπικά στην κατηγορουμένη μαζί με τον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο δεν υπολογίστηκε ποτέ στο κεφάλαιο. Επίσης γνωρίζει λόγω της φιλικής και επαγγελματικής σχέσης τους ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε δανειστεί το ποσό των 30.000 ευρώ από τον Κ. Κ. σε μετρητά και ο ίδιος του είχε δώσει δύο επιταγές ποσού 31.500 ευρώ και 30.000 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες πλήρωσαν ο πολιτικώς εναγών και ο Κ. Κ. στους κατηγορουμένους προκειμένου να καλύψουν τους τόκους. Και ο μάρτυρας Λ. Σ. στην από 9-1-2008 κατάθεση του καταθέτει ότι είναι πωλητής υποδημάτων και έχει επαγγελματικές σχέσεις με το μηνυτή και ως εκ της σχέσεως αυτής ήταν παρών κατά την υπογραφή του δεύτερου συμφωνητικού, όπου έγινε αντικατάσταση της παλιάς επιταγής των 150.000 ευρώ με τη νέα επιταγή των 200.000 ευρώ, η οποία αποτελούσε το ποσό των 150.000 ευρώ του αρχικού δανείου συν 50.000 ευρώ για επιπλέον τόκους. Ότι ο πολιτικώς ενάγων ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει μηνιαίως τόκους 20.000 ευρώ, γι' αυτό έλαβε από τον Κ. Κ. τέσσερις ή πέντε επιταγές προκειμένου να αποπληρώσει τους οφειλόμενους τόκους. Από αυτές τις επιταγές η μία ήταν ποσού 50.000 ευρώ την οποία ο πολιτικώς ενάγουν επέμενε να την υπολογίσουν για την εξόφληση του κεφαλαίου και όχι των τόκων, γεγονός το οποίο δεν αποδέχθηκαν οι κατηγορούμενοι και τότε κατάλαβε ότι δεν πρόκειται αν εξοφλήσει ποτέ το χρέος του και ότι πάντοτε θα ήταν οφειλέτης των κατηγορουμένων. Άλλωστε οι περιοδικές καταβολές του πολιτικώς ενάγοντος προς τους κατηγορουμένους είχαν ανέλθει περίπου στα 100.000 ευρώ, το οποίο ποσό οι κατηγορούμενοι πάντοτε το θεωρούσαν ως εξόφληση τόκων και όχι του κεφαλαίου. Προέκυψε δε με σαφήνεια ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει τόσο υψηλούς μηνιαίους τόκους και εκμεταλλεύτηκαν τη δεινή οικονομική του κατάσταση προκειμένου να εισπράξουν τοκογλυφικούς τόκους και απέβλεπαν στο γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε και κάποια ακίνητη περιουσία την οποία θα μπορούσαν να του κατασχέσουν με τη σφράγιση της επιταγής που κρατούσε στα χέρια του ο κατηγορούμενος και την έκδοση διαταγής πληρωμής. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το εν λόγω δάνειο αποτελεί οικονομική διευκόλυνση του πολιτικώς ενάγοντος λόγω της φιλικής τους σχέσης η δε δεύτερη κατηγορουμένη ότι το σύνολο των χρημάτων που ανέρχεται σε 61.500 ευρώ της δόθηκε το επίδικο χρονικό διάστημα, για κάλυψη των αναγκών της ομάδας του Εθνικού Πειραιώς, στην οποία ο πολιτικώς ενάγων ήταν έφορος και αυτή βοηθός εφόρου και διαχειρίστρια, χωρίς να παίρνει θέση για το ποσό των 30.000 ευρώ που της δόθηκε στις 4-2-2006 στο Κολυμβητήριο του ... μέσα στο αυτοκίνητο της με παρόντα το μάρτυρα Μ. Τ. . Οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευρίσκουν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, είναι προφανώς αβάσιμοι και βέβαια κάθε άλλο παρά ικανοί να αποσείσουν τις σε βάρος του κατηγορίες. Κατά συνέπεια χωρίς έρεισμα παρίστανται όλοι οι λόγοι που συνθέτουν το πλαίσιο της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσονται στην κρινόμενη έκθεση εφέσεως. Η εγκληματική δραστηριότητα, που αναπτύχθηκε από τους κατηγορουμένους, δεν ήταν περιστατική, αλλά συστηματική, μεθοδευμένη, με εμφανή τα γνωρίσματα της εμμονής τους στην ποινικά επιλήψιμη ως άνω συμπεριφορά τους και προδήλως σταθερά προσανατολισμένη στον πορισμό εισοδήματος, ενόψει και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει με τη σύσταση παράκτιων εταιρειών και συνεργασία κατά περίπτωση με άλλες για την είσπραξη των τοκογλυφικών τόκων για την επανειλημμένη τέλεση της (κατ' επάγγελμα τέλεση). Επειδή από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθους απέρριψε με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1334/2009 βούλευμα του ως αβάσιμες στην ουσία τις εφέσεις των αναιρεσειόντων Α. Γ. και Λ. Σ. κατά του υπ' αριθμ. 3663/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε παραπέμψει αυτούς στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα, τον καθένα, και επί πλέον τον αναιρεσείοντα Α. Γούνα για ηθική αυτουργία στην τοκογλυφία κατ' επάγγελμα της δεύτερης αναιρεσείουσας Λ. Σ. , διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις κατά κατηγορία και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για τις παραπάνω πράξεις, ενώ σωστά εφάρμοσε τις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 404 παρ2 εδ. α, β και 3, 13 στ και 46 παρ. 1 εδ. α'του ΠΚ ,τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο χρόνος συνάψεως των δανείων (28/9/2004 και 25/10/2005, αντίστοιχα, το ύψος αυτών (150.000 και 200.000 ευρώ, αντίστοιχα), καθώς και ο απαιτηθείς τοκογλυφικός τόκος (5% μηνιαίως ή 60% ετησίως), ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος είναι κατά πολύ ανώτερος του ισχύοντος θεμιτού ποσοστού τόκου (8% ετησίως έως 5/12/2005 και για το επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι και 3 1/10/2006 , 8,50%, 8,75%, 9% και 9,25%), ως και η συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων ποσών 79.508 και 25.875 ευρώ, αντίστοιχα. Περαιτέρω, ως προς την κοινή αιτίαση των αναιρεσειόντων, που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν προέβη σε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση ανάμεσα α) στις υπ' αριθμ. 1034/2009 , 673/2008, 7100/2007, 762/2007, 451/2007 πολιτικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 33331/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, στις καταθέσεις των μαρτύρων του Α. Β. , Π. Δ. , Χ. Μ. (που άγουν όλες στην απαλλαγή του) αφ' ενός, και β) στα έγγραφα που προσκόμισε η πολιτική αγωγή και τις καταθέσεις των Γ. Γ. , Μ. Τ. , Λ. Σ. (που θεμελίωσαν την παραπεμπτική κρίση) αφ' ετέρου, αλλά προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδείξεων, αφού εκτίμησε μόνο τις δεύτερες, αγνοώντας πλήρως τις πρώτες, αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η παράλειψη της αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Ούτε απαιτείται να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ειδικά ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης και για ποιο λόγο έγινε πιστευτό ή περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και γιατί δεν έγινε περισσότερο πιστευτό ένα άλλο, αφού όλα τα παραπάνω ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων. Από το γεγονός ότι στο βούλευμα εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές , αφού βεβαιώνεται σ' αυτό ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με το σχετικό κοινό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιώνται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την "κατ' επάγγελμα" τέλεση της πράξεως της τοκογλυφίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογεί πλήρως την "κατ' επάγγελμα" τέλεση, δεχόμενο ότι " η εγκληματική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε από τους κατηγορούμενους δεν ήταν περιστασιακή, αλλά συστηματική, μεθοδευμένη, με εμφανή τα γνωρίσματα της εμμονής τους στην ποινικά επιλήψιμη ως άνω συμπεριφορά τους και προδήλως σταθερά προσανατολισμένη στον πορισμό εισοδήματος, εν όψει και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει με την σύσταση παράκτιων εταιρειών και συνεργασία κατά περίπτωση με άλλες για την είσπραξη των τοκογλυφικών τόκων για την επανειλημμένη τέλεση της". Εξ άλλου, το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την πράξη της ηθικής αυτουργίας του πρώτου αναιρεσείοντα Α. Γ. στην κακουργηματική τοκογλυφία της δεύτερης αναιρεσείουσας Λ. Σ., καθόσον στο σκεπτικό του αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο αυτός προκάλεσε στην συγκατηγορουμένη του την απόφαση να τελέσει την κακουργηματική τοκογλυφία που εκείνη διέπραξε, δεχθέν ότι όταν δεν κατέστη εφικτή η εξόφληση του δανείου των 150.000 ευρώ εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος προς τον αναιρεσείοντα Α. Γ., ο τελευταίος προέτρεψε την συγκατηγορουμένη του- σύζυγο του να καταρτίσει με τον πολιτικώς ενάγοντα το από 25/10/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο χορηγείτο στον εγκαλούντα δάνειο ποσού 200.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για ανανέωση του ήδη καταρτισθέντος με εκείνον (αναιρεσείοντα Α. Γ.) δανείου των 150.000 ευρώ}του οποίου η εξόφληση παρατάθηκε μέχρι την 31/10/2006 με επι πλέον δανεισμό 50.000 ευρώ...Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ, β και δ του ΚΠΔ αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα από τους αναιρεσείοντες οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως , είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ειδικά δε ως προς τις αιτιάσεις τους με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων και γενικότερα η επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου ως απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει για έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει οι κρινόμενες αναιρέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 17/9/2009 αιτήσεις των Α. Γ. και Λ. Σ. , κατοίκων ... για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1334/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδικαζόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα (που επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών) για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα ο καθένας τους και επί πλέον ο αναιρεσείων Χ για ηθική αυτουργία στην τοκογλυφία κατ' επάγγελμα της αναιρεσείουσας Ψ. Απορρίπτονται οι κοινοί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων για τις πράξεις της κακουργηματικής τοκογλυφίας. Επαρκής η αιτιολογία για την ηθική αυτουργία του Χ στην κακουργηματική τοκογλυφία της Ψ και απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης της Ψ για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 309 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠΔ), συνιστάμενος στο ότι καίτοι ο συγκατηγορούμενός της Χ υπέβαλε μετά το πέρας της ανάκρισης έγγραφο στο Συμβούλιο Εφετών, δεν κλήθηκε για να λάβει γνώση αυτού. Απορρίπτονται και οι δύο αιτήσεις αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 241/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις (δύο) των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη και 2. Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Δαλιάνη, περί αναιρέσεως των 833-850/2010 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Απριλίου 2010 δύο (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 658/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 26/4/2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Α. Κ. και Κ. Μ., έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν. Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 42α έως και 42ε του Ν. 2190 /1920 ο ισολογισμός της ΑΕ, που συντάσσεται ετησίως, πρέπει να εμφανίζει με απόλυτη σαφήνεια την αληθινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας και δη την πραγματική εικόνα της περιουσιακής διαρθρώσεως, της χρηματοοικονομικής θέσεως της εταιρείας και των αποτελεσμάτων της χρήσεως αυτής. Οι βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις της εταιρείας, ήτοι εκείνες η προθεσμία εξοφλήσεως των οποίων λήγει μέχρι του τέλους της επόμενης (ετήσιας) χρήσεως, καθώς και οι μακροπρόθεσμες, ήτοι εκείνες που η προθεσμία εξοφλήσεώς των λήγει μετά το τέλος της επόμενης (ετήσιας) χρήσεως, καταχωρίζονται στους οικείους λογαριασμούς του κυκλοφορούντος ενεργητικού, άρα και στον ισολογισμό της αμέσως προηγούμενης χρήσεως, υπό την εξυπακουόμενη όμως προϋπόθεση ότι έχουν ήδη συντελεσθεί τα λοιπά παραγωγικά των απαιτήσεων αυτών περιστατικά. Οι αμφοτεροβαρείς συμβάσεις καταχωρίζονται στο σκέλος του παθητικού και παρά πόδας του ισολογισμού (ΑΠ 809/2001, Επ.Εμπ.Δ. 2003,81). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 57 εδ. β του ίδιου ως άνω νόμο "τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή 300.000 δραχμών ή με την μια των ποινών αυτών, όποιος εν γνώσει συνέταξε ή ενέκρινε ισολογισμό εναντίον των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του καταστατικού". Κατά τα άρθρα 3 και 16 του ΠΔ 226/1992 "Περί συστάσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών", οι Ορκωτοί Ελεγκτές είναι αποκλειστικά αρμόδιοι για την άσκηση του τακτικού ελέγχου της οικονομικής διαχείρισης και των οικονομικών καταστάσεων, πλην των άλλων Νομικών Προσώπων, και των Ανωνύμων Εταιρειών, συνιστάται δε ο τακτικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων στην εξέταση των τηρουμένων βιβλίων κ.τ.λ.. Ο ορκωτός λογιστής είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 γ και 263Α του ΚΠΔ, αρμόδιος για την σύνταξη και έκδοση εγγράφων. (Ολ. ΑΠ 6/1995). Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται στο άρθρο 13 γ του ΚΠΔ ή άλλη διάταξη του ΠΚ. Για το λόγο αυτό έχει εφαρμογή και στην περιοχή του Ποινικού δικαίου το άρθρο 438 του Κ. Πολ.Δικ., κατά το οποίο "έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Στην ποινική όμως διαδικασία η αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων δεν είναι όπως στην πολιτική δίκη, αλλά επιτρέπεται κατά του περιεχομένου αυτών το εμμάρτυρο μέσο, πολύ δε περισσότερο άλλες έγγραφες αποδείξεις, σύμφωνα με την από το άρθρο 177 του ΚΠΔ καθιερωμένη αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων της ποινικής διαδικασίας. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά, για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται και να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του καθένα χωριστά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 833,850/2010 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι, από κοινού και εν γνώσει τους, τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη του άρθρου 57 εδ. β του ΚΝ 2190/1920, ήτοι από κοινού και εν γνώσει τους, συνέταξαν ισολογισμό ΑΕ, εναντίον των διατάξεων του ΚΝ 2190/1920, ο οποίος ήταν ψευδής και παραπλανητικός και εμφάνιζε ψευδώς ότι η εδρεύουσα στην ... και επί της οδού ... ΑΕΠΕΥ CONFINE ΕΛΛΑΣ, της οποίας ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν ο ουσιαστικός Γενικός Διευθυντής και η πρώτη η Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, είχε για το 2001 κέρδη που ανερχόντουσαν σε 107.669.678 δραχμές, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η εταιρεία είχε παθητικό. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εδρεύουσα στην ... και επί της οδού ..., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", ιδρύθηκε το 1997 ως ΑΕΛΔΕ (ανώνυμη εταιρεία λήψης και διαβίβασης εντολών) και από τις αρχές του 2000, κατόπιν σχετικής απόφασης (έγκρισης) της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μετατράπηκε σε ΑΕΠΕΥ (ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών). Η εταιρεία ήταν οικογενειακή και το μεγαλύτερο μερίδιο των μετοχών το κατείχαν η πρώτη κατηγορουμένη (690.000 μετοχές που αντιστοιχούσαν σε 69% του μετοχικού κεφαλαίου), η αδελφή του δεύτερου κατηγορ. (200.000 μετοχές - 20% του μετοχικού κεφαλαίου) και ο δεύτερος κατηγορ. (3.000 μετοχές - 3% του μετοχικού κεφαλαίου). Οι λοιποί μέτοχοι ήταν ο Η. Τ., ο Β. Κ., ο Ε. Δ. και ο Μ. Τ., με ποσοστό 5%, 2%, 0,5% και 0,5% αντίστοιχα επί του μετοχικού κεφαλαίου. Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ήταν η πρώτη κατηγορουμένη, ενώ ο δεύτερος κατηγορ. φερόταν και μάλιστα μέχρι τον Οκτώριο του 2001, αντικατασταθείς έκτοτε από τον Δ. Ε., ως ο εμπορικός Διευθυντής της, πλην όμως ήταν ο ουσιαστικά Γενικός Διευθυντής της, ενώ ο φερόμενος ως Διευθύνων Σύμβουλος της Β. Κ., που εξετάστηκε και ως μάρτυρας στο ακροατήριο, ενεργούσε υπό τις εντολές και την άμεση εποπτεία των κατηγορουμένων και ιδιαίτερα του δεύτερου. Οι κατηγορούμενοι μετείχαν και σε άλλες εταιρείες, όπως στην εδρεύουσα στην Κύπρο και ιδρυθείσα στο τέλος του 1999 εταιρεία με την επωνυμία CONFINE INVESTMENTS Ltd, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας μετείχε κατά 50% η CONFINE ΕΛΛΑΣ και η οποία μετά την αύξηση του εταιρικού της κεφαλαίου, προς το σκοπό εκδόσεως νέων μετοχών και διάθεσής τους προς το κοινό, με δημόσια εγγραφή, εισήχθη τον Μάρτιο του 2001 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν ο μοναδικός μέτοχος της εδρεύουσας στο Λονδίνο (...) εταιρείας με την επωνυμία "CONSTANT FINANCIAL SERVICES Ltd. Κατά τα μέσα του 2001 η εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ" απολάμβανε μεγάλης φήμης, διατηρούσε υποκαταστήματα στη ..., το ... και την ... και απασχολούσε υπαλληλικό προσωπικό 40 ατόμων, στο οποίο (προσωπικό) περιλαμβανόντουσαν και 20 πωλητές, ενώ δήλωνε ότι διαχειριζόταν επενδυτικά κεφάλαια ύψους δισεκατομμυρίων δραχμών και ότι είχε αναλάβει την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διάθεση των Αμοιβαίων Κεφαλαίων της Βρετανικής Εταιρείας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων BARING. Μάλιστα τον Ιούλιο του 2001, η Διοίκηση της εταιρείας κάλεσε όλους τους υπαλλήλους της σε συγκέντρωση στο ξενοδοχείο "Saint George Lycabettus". Στη συγκέντρωση αυτή οι κατηγορ. και ιδιαίτερα ο δεύτερος, που όπως προαναφέρθηκε ήταν ο ουσιαστικός Γενικός Διευθυντής της, ανακοίνωσαν ότι τα αποτελέσματα της εταιρείας ήταν εντυπωσιακά και ότι ήταν έτοιμη να εισαχθεί, κατά τους επόμενους μήνες, στο Χρηματιστήριο της Κύπρου, όπως είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο αυτό, κατά τον Μάρτιο του 2001, η προαναφερθείσα Κυπριακή και συμφερόντων, όπως προαναφέρθηκε, των κατηγορ. εταιρεία "CONFINE INVESTMENT Ltd", της οποίας, όπως ανέφεραν οι κατηγορ., οι μετοχές κατά το χρόνο αυτό (Ιούλιος του 2001) αποτιμούνταν με κέρδος 50% από την τιμή εισαγωγής τους. Ο δεύτερος κατηγορούμενος που όλοι γνώριζαν ότι ήταν ο ουσιαστικός Γενικός Διευθυντής της εταιρείας επικαλούμενος και επιδεικνύοντας την έκθεση της ελεγκτικής εταιρείας "GRANT THORNTON" ανέφερε ότι κατά την έκθεση αυτή οι μετοχές της "CONFINE ΕΛΛΑΣ" αποτιμούνταν και θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο, προς τουλάχιστον, 2.000 δραχμές τη μετοχή. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι ανακοίνωσαν ότι επειδή εξετίμησαν τη συνεισφορά των εργαζομένων στην επίτευξη των εντυπωσιακών αυτών αποτελεσμάτων, θα έδιναν τη δυνατότητα σ' αυτούς και τους οικείους τους, να γίνουν πρώτοι από όλους μέτοχοι της εταιρείας αγοράζοντας μετοχές προς 2.000 δρχ., που θα ήταν και η τιμή εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο. Η κίνηση αυτή θα γινόταν γιατί κατά τη νομοθεσία της Κύπρου, ως προϋπόθεση εισαγωγής των μετοχών μιας εταιρείας στο Χρηματιστήριο, ήταν η διασπορά των μετοχών σε 300 τουλάχιστον άτομα. Επικράτησε μεγάλη ικανοποίηση μεταξύ των υπαλλήλων της εταιρείας, στους οποίους είχε γνωστοποιηθεί και το από 15-3-2001 "BUSINESS PLAN" της εταιρείας, που εκτιμούσε ότι τα μεγέθη των Ισολογισμών της εταιρείας για τα τρία επόμενα χρόνια θα εμφάνιζαν προς διάθεση υψηλά ποσά κερδών και δη για το 2001 μερίσματα ύψους 117.066.501 δραχμών, για το 2002 δρχ. 266.537.703 και για το 2003 400.521.584. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα μέχρι τα τέλη του 2001 να αγοράσουν μετοχές γύρω στα 250 άτομα, που ήταν υπάλληλοι της εταιρείας και συγγενείς ή γνωστοί τους (βλ. κατάθεση ...), ενώ ακόμη ο δεύτερος κατηγορούμενος από μεγάλο αριθμό υπαλλήλων έλαβε προσωπικά δάνεια, τάχα εμπιστευτικά, ώστε να νομίζει ο κάθε υπάλληλος ότι μόνο με αυτόν, λόγω της αποδόσεώς του, γίνεται το δάνειο και σε εξόφληση των δανείων έδινε μετοχές, τις οποίες οι δανειοδότες υπάλληλοι εκλάμβαναν ως ευνοϊκή μεταχείριση λόγω της διαβεβαιούμενης καλής πορείας της εταιρείας. Ενδεικτικά δάνεια έδωσαν: ο Ε. Δ. 10 εκατ. δραχμές, ο Κ. Λ. 70 εκατ. δρχ. και ο Δ. Ε. 45 εκατ. δρχ.. Τα χρήματα από τις μεταβιβάσεις των μετοχών κατατίθεντο σε προσωπικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων. Πλην όμως, η εικόνα που οι κατηγορούμενοι εμφάνιζαν ως προς την πορεία της εταιρείας δεν ανταποκρινόταν στα πράγματα, αυτοί δε προκειμένου να διατηρήσουν την εικόνα αυτή, ώστε να εξακολουθήσουν να προσελκύουν αγοραστές μετοχών, συνέταξαν εν γνώσει τους ψευδή και παραπλανητικό Ισολογισμό, που εμφάνιζε την εταιρεία με κέρδη 107.669.678 δραχμών. Τούτο είχε ως συνέπεια η πώληση των μετοχών να συνεχίζεται και μέχρι τον Ιούνιο του 2002 οι αγοραστές να έχουν φτάσει τους 300, μεταξύ δε αυτών ήταν και η μηνύτρια Α. Ο. που αγόρασε 250.000 μετοχές και κατέβαλε το ποσό του 1.467.351 Ευρώ, οι οποίες μετοχές, όπως δεν αμφισβητείται, ανήκαν στην εν των μεταξύ κάτοχο αυτού του αριθμού των μετοχών, αδελφή του δεύτερου κατηγορουμένου Β. Κ., στο λογαριασμό της οποίας και κατατέθηκε το τίμημα. Ο προαναφερθείς Ισολογισμός, που δημοσιεύθηκε πριν από την Τακτική Γενική Συνέλευση της 28-6-2002, είχε γνωστοποιηθεί τουλάχιστον από τις 29-4-2002, που συνεδρίασε το Δ.Σ. της εταιρείας και κλήθηκαν οι μέτοχοι στην ετήσια Γ.Σ. (βλ. υπ' αριθμ. 4306/7-6-02 ΦΕΚ) που τον ενέκρινε, ήταν δε νομιμοφανής και συνοδευόταν από πιστοποιητικό Ορκωτού Λογιστή, που όπως βάσιμα υποστήριζαν οι κατηγορούμενοι είναι δημόσιος υπάλληλος και συνακόλουθα ο από αυτόν ελεγμένος και πιστοποιημένος Ισολογισμός έχει την κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔικ ισχύ δημοσίου εγγράφου και παρέχει πλήρη απόδειξη για τα βεβαιούμενα από τον Ορκωτό Λογιστή ότι έγιναν ενώπιόν του ή από αυτόν, ήτοι ως προς την πιστοποίηση ελέγχου και την έκθεση τακτικού ελέγχου ως προς τις οποίες και ήταν καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος, τις οποίες ο ίδιος διενήργησε, ανταποδεικνυομένου του ότι αυτός είναι ο συντάκτης της εκθέσεως με την προσβολή της ως πλαστής (βλ. Ολ. ΑΠ 6/1995 ως προς ιδιότητα ορκωτού λογιστή, ΑΠ 247/2010, ΑΠ 1016/2008, ΑΠ 146/2006). Πλην όμως τα περιστατικά της πιστοποίησης και του ελέγχου και συνακόλουθα το περιεχόμενο του Ισολογισμού, εφόσον δεν εντάσσονται στις περιπτώσεις του άρθρου 441 παρ. 1 και 2 εδ.α ΚΠολΔικ, ανταποδεικνύονται με όλα τα αποδεικτικά μέσα και με μάρτυρες, λόγω της υπαρχούσης εκ του περιεχομένου της πιστοποίησης και του ελέγχου αρχής εγγράφου αποδείξεως (άρθρ. 441 παρ. 2 εδ.β, 393 και 394 εδ. α ΚΠολΔικ). Οι κατηγορούμενοι λοιπόν προκειμένου να εμφανίσουν κερδοφόρο τον Ισολογισμό του 2001 αποφάσισαν, από κοινού και εν γνώσει τους, να καταχωρήσουν σ' αυτόν απαίτηση από επιταγή, η οποία, εν όψει του αναιτιώδους της αιτίας της και του χρόνου πληρωμής της, που θα ήταν έως 60 ημερών από της παραδόσεώς της, που θα ελάμβανε χώρα εντός του έτους χρήσεως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βραχυπρόθεσμη απαίτηση καταχωρητέα στον Ισολογισμό. Προς τούτο οι κατηγορούμενοι αποφάσισαν στις 20-12-2001 να καταρτισθεί μεταξύ της "CONFINE ΕΛΛΑΣ" και της εδρεύουσας στο Λονδίνο εταιρείας με την επωνυμία "CONSTANT FINANCIAL SERVICES PLC" μία σύμβαση οικονομικών υπηρεσιών σχετικών με την αγορά μετοχών, με αμοιβή που θα φερόταν ως προεξοφληθείσα με έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ιδιοκτήτης της "CONSTANT" ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος της οποίας επίσης ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και Διευθυντής, ενώ η πλειοψηφία των μετοχών της CONFINE (69%) ανήκε στην πρώτη κατηγορουμένη (σύζυγό του), που ήταν και Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου, ενώ ουσιαστικός Γενικός Διευθυντής της ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος (τυπικός ήταν ο Β. Κ.). Δηλαδή Διευθυντής και των δύο συναλλασσομένων εταιρειών ήταν το ίδιο πρόσωπο. Κατά τη σύμβαση αυτή που ήταν διάρκειας ενός έτους, η CONSTANT συμφώνησε να καταβάλει στην "CONFINE ΑΕΠΕΥ" το ποσό των 580.000 λιρών Αγγλίας, ως αμοιβή για την παροχή οικονομικών υπηρεσιών, σχετικών με την αγορά μετοχών, ώστε αυτή να μετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο άλλων εταιρειών και να μπορεί να εισαχθεί στη Χρηματιστηριακή αγορά ΑΙΠ του Λονδίνου (Μικρό Χρηματιστήριο Λονδίνου - ΑΙΠ - Alternative Investment Market). Η αμοιβή (4ος όρος σύμβ.) ορίστηκε να καταβληθεί "εφάπαξ στις 31-12-01, δι' επιταγής εισπρακτέας την 25-2-2002", ενώ στις 31-12-01 θα εκδιδόταν από τη Σύμβουλο, δηλαδή την CONFINE, το αντίστοιχο παραστατικό. Πράγματι εκδόθηκε από την "CONFINE" το υπ' αριθμ. 57/31-12-01 τιμολόγιο, ποσού 322.596.000 δραχμών (ισοτιμία 580.000 λιρών Αγγλίας - άρθρ. 3 εδ. ε ΠΔ 367/1994 και άρθρ. 1 ΠΔ 1123/1980), με την αιτιολογία "αμοιβή για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών". Κατ' αρχάς η σύμβαση αυτή θα έπρεπε να συνοδεύεται από απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της CONFINE, καθόσον λόγω του ποσού της, είναι πασίδηλο ότι εξερχόταν των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της CONFINE και η αντισυμβαλλομένη εταιρεία CONSTANT ανήκε στο σύζυγο της κατόχου της πλειοψηφίας των μετοχών της, που, κατά τα προαναφερθέντα, ήταν και ουσιαστικός Γενικός Διευθυντής της (βλ. άρθρ. 23 παρ. 1 και 2 Ν. 2190/1920, όπως ισχύει - ΑΠ 2182/2007 ΕλΔικ 49, 1048, ΑΠ 1802/2001 ΕλΔικ 43, 1405, Εφ.Αθ. 9135/2005 ΕλΔικ 49,866). Ως εκ τούτου η σύμβαση ήταν άκυρη, η δε ακυρότητα αυτή δεν θεραπευόταν από το ότι τέτοια απόφαση θα ήταν τελείως τυπική, αφού η πρώτη κατηγορουμένη κατέχει ποσοστό μετοχών της CONFINE μεγαλύτερο από τα 2/3 και συνακόλουθα δεν υφίστατο το απαιτούμενο από το νόμω 1/3 των μετοχών που θα μπορούσε να μη συμφωνήσει. Ενόψει των προεκτεθέντων δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήψη από την CONFINE μεταχρονολογημένης επιταγής, που περιελήφθη στο "κυκλοφορούν ενεργητικό" του Ισολογισμού και είχε ως αποτέλεσμα αυτός να εμφανίζεται κερδοφόρος, η δε εγγραφή αυτή πιστοποιήθηκε από τον ελέγξαντα τον Ισολογισμό ορκωτό λογιστή. Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά τον φερόμενο ως χρόνο εκδόσεως και πληρωμής της, ανταποδεικνυομένης αβάσιμης της διαπιστώσεως του ορκωτού λογιστή εισπράξεώς της (βλ. σελ. 12 του τακτικού ελέγχου). Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι η επιταγή δεν θα πληρωθεί και ότι η έκδοσή της έγινε με μοναδικό σκοπό να περιληφθεί ως εισπρακτέα απαίτηση από επιταγή 56 ημερών στον ισολογισμό. Διαφορετικά, χωρίς την επιταγή, η αναφερομένη στην από 20-12-2001 σύμβαση αμοιβή των 580.000 λιρών, δεν θα μπορούσε να περιληφθεί στον Ισολογισμό, ως βραχυπρόθεσμη απαίτηση, αφού δεν είχαν συντελεσθεί τα λοιπά παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ήτοι δεν είχε εκκινήσει η παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της CONFINE, σε αντιπαροχή των οποίων θα καταβαλλόταν η αμοιβή από την CONSTANT. Δηλαδή η σύμβαση αυτή μπορούσε να καταχωρηθεί μόνο στο σκέλος του παθητικού του Ισολογισμού και παρά πόδας του (άρθρ. 42α Ν. 2190/1920) εν τέλει. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η σύμβαση εκτελέστηκε τόσο κατά την παροχή των υπηρεσιών όσο και κατά την αντιπαροχή της αμοιβής. Παροχή υπηρεσιών για αμοιβή τέτοιου ύψους δεν αποδείχθηκε, ενώ τουλάχιστον λογιστική τακτοποίηση της αμοιβής πρέπει να έγινε, αφού διαφορετικά θα υπήρχε πρόβλημα με την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, που θα ανακαλούσε την άδεια λειτουργίας της CONFINE, πράγμα που δεν προκύπτει ότι έγινε, καθόσον η σχετική άδεια ανακλήθηκε για άλλη αιτία στις 21 Απριλίου 2005. Πλην όμως η λειτουργία της συμβάσεως, ήτοι τα παραγωγικά περιστατικά των εκατέρωθεν παροχών συντελέστηκαν εντός του έτους 2002 και συνακόλουθα η αμοιβή δεν μπορούσε να αναγραφεί στον Ισολογισμό του 2001 ως βραχυπρόθεσμη απαίτηση. Η κατάρτιση της συμβάσεως της 20-12-2001 απέβλεπε στην απόκτηση επιταγής εγγραπτέας στον Ισολογισμό, εν γνώσει των κατηγορουμένων ότι δεν υφίσταται απαίτηση από αμοιβή για το 2001 , η δε εν συνεχεία εκτέλεση της συμβάσεως κατά ένα μέρος και δη ως προς το σύνολο της αμοιβής και μέρος των υπηρεσιών δεν αίρουν το δόλο τους. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις 29-1-2002 αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της CONSTANT με την έκδοση 4.300.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 1 λίρας εκάστης και ότι στα τέλη Φεβρουαρίου του 2002 αυτή προέβη στην ίδρυση θυγατρικής εταιρείας με την επωνυμία "European Car park PLC" με έδρα το Λονδίνο, μέσω της οποίας απέκτησε μετοχές της βρετανικής εταιρείας "SKY PARK Ltd". Τις σχετικές υπηρεσίες προσέφερε το Τμήμα Επιχειρηματικών Συμβούλων της CONFINE, με επικεφαλής αρχικά τον Σ. Π. και στη συνέχεια τον Ν. Σ.. Η εργασία αυτή κατά τις εκτιμήσεις των απασχοληθέντων (βλ. κατάθεση Β. Κ.) εκτιμάται σε 40.000 λίρες. Στη συνέχεια η Constant απέκτησε το 100% των μετοχών των εταιρειών "CMI Ltd" και "GALLANT DEVELOPMENT Ltd", που εισφέρθηκαν σ' αυτήν τον Μάρτιο του 2002 από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως συμμετοχή στην αύξηση του κεφαλαίου της. Η "CMI Ltd" ήταν κάτοχος του 100% των μετοχών της εταιρείας "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών Ελληνοαγγλομαθών Γραμματέων Στελεχών Επιχειρήσεων Σαίντ Τζώρτζ Α.Ε." και της "Άγιος Μιχαήλ Α.Ε." που είχε στην ιδιοκτησία της ένα ακίνητο 4.000 τ.μ. στην ... και ένα διαμέρισμα 206 τ.μ. στην Πλατεία .... Η GALLANT είχε στην ιδιοκτησία της μία πενταόροφη οικοδομή στην Αθήνα και επί της συμβολής των οδών ... και .... Για τις υπηρεσίες αυτές, που είχαν ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του κατηγορουμένου στο μετοχικό κεφάλαιο της Constant κατά ποσοστό 70%, απασχολήθηκε το επιχειρηματικό τμήμα της Confine και στις σχετικές διαδικασίες μετείχαν ο δεύτερος κατηγορούμενος και οι εργαζόμενοι στην Confine Ν. Σ., Β. Κ., Σ. Π., Α. Π., αλλά και η πρώτη κατηγορουμένη, ως δικηγόρος και βασική μέτοχος της CONFINE. Οι υπηρεσίες αυτές, κατά τον Ν. Σ. (βλ. κατάθεσή του) αποτιμήθηκαν σε 80.000 λίρες. Η προσφορά άλλων υπηρεσιών σχετικών με την ένδικη σύμβαση δεν αποδείχθηκε. Για την απόδειξη της καταβολής της αμοιβής οι κατηγορούμενοι προσκόμισαν την από 21-5-02 κατάθεση της ALPHA BANK Ψυχικού, ποσά 793.400 Ευρώ της CONSTANT προς την CONFINE. Το ποσό αυτό, που είναι κατά 52.244.950 δραχμές, ήτοι κατά 153.323 Ευρώ, μικρότερο της συμφωνηθείσας αμοιβής, δεν προκύπτει, χωρίς άλλο, ότι αφορά κατάθεση για την ένδικη αμοιβή, καθόσον δεν αναγράφει αιτιολογία, όπως γίνεται για άλλη καταβολή, που έγινε στις 31-12-2002 για τρίμηνη παράταση της ίδιας συμβάσεως και δη για ποσό 153.846 Ευρώ, που αιτιολογείται ως αμοιβή για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (βλ. αναγν. οικεία έγγραφα). Πλην όμως ο περί εξοφλήσεως της αμοιβής αυτής ισχυρισμός συνεπικουρείται και από την αναγνωσθείσα από 7-5-08 έκθεση του ορισθέντα ως εκκαθαριστή της Constant από το Ανώτερο Δικαστήριο του Λονδίνου Τ. Μ., καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων (βλ. κατάθ. Ν. Σ.) και του ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα επενέβαινε, όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ενόψει των προεκτεθέντων οι κατηγορούμενοι, με τις παραπάνω ιδιότητές τους κατάρτισαν την εν λόγω σύμβαση και μολονότι δεν συνηθίζεται, κατά τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη να προπληρώνονται οι παρεχόμενες υπηρεσίες, όρισαν προεξοφλητέα την αμοιβή της, ώστε να υφίσταται απαίτηση που να δικαιολογεί τη λήψη μεταχρονολογημένης επιταγής (56 ημερών) που μπορούσε να περιληφθεί στο ενεργητικό του Ισολογισμού της χρήσεως του 2001 και μολονότι γνώριζαν ότι, ελλείψει αντικρίσματος η επιταγή δεν θα πληρωθεί. Περαιτέρω, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η εκτέλεση της συμβάσεως κατά ένα μέρος ως προς την παροχή των υπηρεσιών και στο σύνολό της ως προς την αμοιβή, δεν αίρουν τον δόλο των κατηγορουμένων, ως προς τη δημιουργία εν γνώσει τους ανακριβούς στοιχείου δυναμένου να καταχωρηθεί στον Ισολογισμό, που είχε ως αποτέλεσμα αυτός να εμφανίζεται κερδοφόρος κατά 107.669.678 δραχμές, ενώ διαφορετικά θα εμφάνιζε παθητικό. Ήταν δηλαδή εν γνώσει τους ο Ισολογισμός ψευδής και παραπλανητικός. Ενόψει τούτων αποδείχθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στους κατηγορουμένους αδικήματος του άρθρου 57 εδ. β του ΚΝ 2190/1920, και πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι, ενώ η επί των ισχυρισμών τους απάντηση εμπεριέχεται στο σκεπτικό και δεν απαιτείται ιδιαίτερη επ' αυτών αιτιολογία, ούτε διάταξη στο διατακτικό, καθόσον είναι υπερασπιστικοί και όχι αυτοτελείς. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών, τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 του ΠΚ και 57 περ. β του ΚΝ 2190/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 42α έως 42ε του ίδιου νόμου. Επίσης, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που αναπτύχθηκε στην προδιαληφθείσα νομική σκέψη, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, περαιτέρω δε εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα ανωτέρω περιστατικά, καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής τούτων στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο, όπως αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του, τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει, χωρίς να δεσμεύεται από τον ισολογισμό που συνέταξε ο ορκωτός ελεγκτής-λογιστής, καίτοι ως υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ, ήταν αρμόδιος για την σύνταξη και πιστοποίησή του και ως εκ τούτου το έγγραφο αυτό είχε χαρακτήρα δημοσίου εγγράφου, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στην ποινική διαδικασία, σε αντίθεση προς τα ισχύοντα στην πολιτική δίκη, επιτρέπεται το εμμάρτυρον μέσον κατά του περιεχομένου δημοσίων εγγράφων και επί του προκειμένου κατά του περιεχομένου του ισολογισμού, το οποίο ανταποδεικνύεται με όλα τα αποδεικτικά μέσα και με μάρτυρες. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι η από 20/12/2001 σύμβαση επενδυτικών-οικονομικών υπηρεσιών που συνάφθηκε μεταξύ των εταιρειών CΟNFINE ΕΛΛΑΣ και CONSTANT FINANCIAL SERVICES και η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής από την δεύτερη από αυτές, κατέτειναν στη εν γνώσει των αναιρεσειόντων σύνταξη του αναφερόμενου στην απόφαση ψευδούς και παραπλανητικού ισολογισμού για το έτος 2001 και ότι η επιταγή αυτή δεν μπορούσε να περιληφθεί στο "κυκλοφορούν ενεργητικό" του επίμαχου ισολογισμού ως βραχυπρόθεσμη απαίτηση, αφού δεν είχαν συντελεστεί τα λοιπά παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ήτοι δεν είχε εκκινήσει η παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της εταιρείας CONFINE ΕΛΛΑΣ, σε αντιπαροχή των οποίων θα καταβαλλόταν η αμοιβή από την εταιρεία CONSTANT, αναλύοντας την έννοια της βραχυπρόθεσμης απαίτησης και γιατί ήταν τέτοια (βραχυπρόθεσμη απαίτηση) η έκδοση της ακάλυπτης επιταγής. Κατά τις σαφείς δε παραδοχές της απόφασης, η σύμβαση αυτή μπορούσε να καταχωρηθεί μόνο στο σκέλος του παθητικού και παρά πόδας του. Περαιτέρω, δε η καταδίκη των αναιρεσειόντων για παράβαση του άρθρου 57 περ. β του ΚΝ 2190/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 42α έως 42ε του ίδιου νόμου δεν δημιουργεί καμία ασάφεια μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης, όπως αυτοί αβάσιμα διατείνονται. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, κοινοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 1, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφου αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωστέα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κοινό, λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκ του ότι στην οικεία στήλη των αναγνωσθέντων εγγράφων, υπό τον αριθμό 1, φέρεται ότι αναγνώσθηκε "αντίγραφο ισολογισμού της εταιρείας CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΕ της 22/5/2002", όμως τέτοιος ισολογισμός δεν υφίσταται, αλλά υφίσταται ο από 29/4/2002 επίμαχος (και δημοσιευθείς) ισολογισμός, ο οποίος δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε από το δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του ισολογισμού που αναγνώσθηκε, ο οποίος είναι ο επίμαχος ισολογισμός που αποτελεί και στοιχείο της κατηγορίας και συντάχθηκε πράγματι στις 29/4/2002 (και όχι στις 22/5/2002, όπως από προφανή παραδρομή καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης), αφού άλλος ισολογισμός που να συντάχθηκε το έτος 2002 και να αφορά την ως άνω εταιρεία δεν αναγνώσθηκε, με την ανάγνωση δε του κειμένου αυτού κατέστη γνωστός και κατά το περιεχόμενό του στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν ως εκ τούτου τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτού, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αυτός καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και οι οποίοι αναιρεσείοντες σε κάθε περίπτωση δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση. Έπειτα από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα(άρθρ583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 26/4/2010 αιτήσεις των Α. Κ. του Ι. και Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 830, 855/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Καταδικαστική απόφαση για σύνταξη ψευδούς και παραπλανητικού ισολογισμού Ανώνυμης Εταιρείας (άρθρο 57 περ. β Κ.Ν. 2190/1920 σε συνδυασμό με άρθρα 42 έως 42 του ίδιου νόμου). Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα ως προς την ταυτότητα του αναγνωσθέντος εγγράφου, λόγω εσφαλμένης αναγραφής της ημερομηνίας σύνταξης του. Απορρίπτονται οι αιτήσεις.
null
null
0
Αριθμός 240/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α.Μ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 6437/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1318/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 3.11.201 και 4.11.2010 αποδεικτικά επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και της δικαστικής επιμελήτριας της ίδιας Εισαγγελίας ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του Α.Μ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6437/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
Αριθμός 239/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο (σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 207/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1215/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 2 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 207/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 238/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 518/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετίου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Δ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1078/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 26 Οκτωβρίου 2010 και 1 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... και του δικαστικού επιμελητή της προαναφερόμενης Εισαγγελίας ..., αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Αυγούστου 2010, αίτηση του Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 518/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 237/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 263/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1033/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 23.9.2010 και 12.10.2010 αποδεικτικά, επίδοσης του Αρχιφύλακα ... και Επιμελητή Δικαστηρίων ... αντιστοίχως, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, έγινε δε και επίδοση στον αντίκλητό του δικηγόρο, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδο (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.7.2010 αίτηση του Γ. Κ. του Ι. για αναίρεση της 263/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 236/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (για συμπλήρωση της συνθέσεως, λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου A. M. M. του M., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 3754/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1461/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 405/7.12.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1α και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 95/14-10-2010 αίτηση αναίρεσης του A. M. M. του M., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... κατά της με αριθμό 3754/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 473 παρ. 1, 3 και 507 παρ. 1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατ' αποφάσεων, αρχίζει από τότε που η τελευταία θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 και είναι 10 ημέρες αν ο δικαιούμενος ήταν παρών ή εκπροσωπείτο κατά τη δημοσίευση της, ή 10 ημέρες από την επίδοσή της αν ο δικαιούμενος ήταν απών, η εκπρόθεσμη δε άσκηση της συγχωρείται μόνο, όταν, στην κατ' άρθρο 474 παρ. 1, 2 ΚΠΔ συντασσομένη έκθεση για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, με τα οποία διαπιστώνονται τα εν λόγω περιστατικά. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί, ενώ συγχρόνως καταδικάζει στα έξοδα τον ασκήσαντα το ένδικο μέσο. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε απόντος του κατηγορουμένου αλλά εκπροσωπουμένου δια πληρεξουσίου δικηγόρου, καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 30-7-2010 και ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στις 14-10-2010, δηλαδή μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της, χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε λόγο ανώτερης βίας ή άλλου κωλύματος, από το οποίο εμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. ΙΙΙ. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και να διαταχθεί η επιβολή των δικαστικών εξόδων στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 95/14-10-2010 αίτηση αναίρεσης του A. M. M. του M., κατά της με αριθμό 3754/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 23-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 473 παρ. 1 και 3 και 507 παρ. Ια' ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης εναντίον τελεσίδικης απόφασης αρχίζει από τότε, που αυτή θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από την γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν ποινικού δικαστηρίου και είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευση της, εφόσον ο δικαιούμενος, καίτοι απών, εκπροσωπήθηκε στην έκκλητη δίκη από τον συνήγορό του (άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ), οπότε λογίζεται ως παρών, η εκπρόθεσμη δε άσκησή της συγχωρείται μόνον, όταν στην κατ' άρθρο 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, που αποδεικνύουν τα εν λόγω περιστατικά, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπροθέσμως είναι, ως απαράδεκτο, απορριπτέο και εκείνος που το άσκησε καταδικάζεται στα έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3754/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 18.2.2010 αίτηση του αναιρεσείοντος περί συγχώνευσης ποινών του. Τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν απών, εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του Εφετείου ο συνήγορός του Παναγιώτης Λυμπέρης και κατά συνέπεια αυτός θεωρείται ότι ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης. Η ανωτέρω τελεσίδικη και πληττόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στις 30.7.2010, οπότε και άρχισε η προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ... όπου κρατείται στις 14.10.2010, ήτοι μετά την πάροδο της ανωτέρω δεκαήμερης και νόμιμης προθεσμίας, που άρχισε από την επόμενη της παραπάνω καταχώρησης και έληξε την 9.9.2010, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραπάνω προθεσμία αναστάλθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου 2010. Εξάλλου ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ο περιεχόμενος στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης με την επίδοσή της και ότι εμπρόθεσμα ασκεί την παρούσα (κρινόμενη αίτηση αναίρεσης), καθόσον όπως προκύπτει από το από 29.9.2010 σχετικό αποδεικτικό επίδοσης η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον ίδιον τον αναιρεσείοντα στις 29.9.2010 και παρά ταύτα την κρινόμενη αίτηση άσκησε μετά την παρέλευση πλέον των δέκα (10) ημερών από την εν λόγω επίδοση. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, ως απαράδεκτη, αφού ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανιστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 11.1.2011 συζήτησης της κρινόμενης αίτησής του, όταν και αναβλήθηκε με αίτησή του η συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (βλ. την υπ' αριθμ. 17/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του A. M. M., κατοίκου ... και κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3754/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της χωρίς την επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της άσκηση της.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 235/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο (κωλυομένης της Κυριακούλας Γεροστάθη, Αρεοπαγίτη, ορισθείσα σύμφωνα με την 17/24-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούμενους τους 1. Α.Π., Δικαστική Υπάλληλο Πρωτοδικείου Πειραιά, 2. Α.Τ., Πρόεδρο Πρωτοδικών Πειραιά, 3. Β.Κ., Δικαστική Υπάλληλο, 4. Γ.Μ., Πρόεδρο Εφετών Πειραιά, 5. Δ.Χ., Δικαστικό Υπάλληλο, 6. Ι.Λ., συνταξιούχο, Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, 7. Ι.Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιά, 8. Κ.Β., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιά, 9. Κ.Τ., Δικαστική Υπάλληλο Πρωτοδικείου Πειραιά, 10. Κ.Γ., Αρεοπαγίτη, 11. Π.Κ., Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, και 12. Σ.Μ., Δικηγόρο Πειραιά. Η αίτηση αυτή με αριθμό 1323/7-10-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1383/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, με αριθμό 426/17-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, μετά της συνημμένης δικογραφίας, την υπ' αριθμ. Πρωτ. 1323/2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για τον κανονισμό αρμοδιότητος κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περίπτ. ε' και 137 § 1 γ' ΚΠΔ, εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 136 περίπτ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου, σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω, και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ., Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξ' άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 § 1γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή σε δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημ/κών ή Εφετών, ιδίως της παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με αφορμή την από 19-2-2010 αίτηση της Εισαγγελίας Πρωτ/κών Πειραιώς προς την Δ/νση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πειραιώς, αναφορικά με την αναγκαιότητα εγκατάστασης των μέτρων και των μέσων πυροπροστασίας που προβλέπονται από την σχετική ισχύουσα νομοθεσία πυροπροστασίας σε κτίρια Δημοσίων Υπηρεσιών, μεταξύ αυτών και του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς, με σκοπό την προστασία της ανθρώπινης ζωής των εργαζομένων σ' αυτές, και των υλικών αγαθών που βρίσκονται εντός αυτών, εν όψει της διαπιστώσεως έλλειψης του από του Νόμου προβλεπομένου και απαιτουμένου πιστοποιητικού πυροπροστα-σίας, σχηματίσθηκε η με ΑΒΜ. ΕΓ 19-10/12 προκαταρκτική δικογραφία, η οποία ετέθη στο αρχείο κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 483/2010 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, αναφέροντας τους λόγους, οι οποίοι τον οδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Επειδή όμως η αρμοδιότητα για την εγκατάσταση και τήρηση των ως άνω πυροσβεστικών μέσων, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 112564/31-10-1988 και 70959/2007 αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανήκει στην Επιτροπή Διοίκησης και διαχείρισης του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς, μέλη της οποίας, σύμφωνα με τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις, ήταν μεταξύ των άλλων, η Πρόεδρος Εφετών, Γ.Μ., και ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, Ι.Π., ως Προϊστάμενος τότε της Εισαγγελίας Πρωτ/κών Πειραιώς. Επειδή οι ως άνω εγκαλούμενοι υπηρετούν στο Εφετείο Πειραιώς και στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, αντίστοιχα, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης, εξ αιτίας της ιδιότητος των εγκαλουμένων, από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες και θα επιληφθούν της υποθέσεως και θα κρίνουν περί της ορθότητος ή μη της αρχειοθετήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43§2 β' ΚΠΔ, καθόσον οι ανωτέρω υπηρετούν στο Εφετείο Πειραιώς και την Εισαγγελία Πειραιώς, αντίστοιχα, αλλά και λόγω συναφείας και για την ενότητα της κρίσεως ως προς τα λοιπά μέλη της προαναφερθείσης Επιτροπής Διοίκησης και Διαχείρισης του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς, κατά τον επίδικο χρόνο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Ι. Να διατάξει την παραπομπήν της υπόθεσης εις τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να επιληφθεί και να κρίνει περί της ορθότητος ή μη της αρχειοθέτησης της δικογραφίας από την Εισαγγελία Πρωτ/κών Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 483/20-8-2010 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ή άλλως ΙΙ. Να ορισθούν ως κατά παραπομπήν αρμόδιες οι Δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Αθηνών και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμος περίπτωση. Αθήνα 29 Νοεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ιδίου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών ή εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με αφορμή την από 19-2-2010 αίτηση της Εισαγγελίας Πρωτ/κών Πειραιώς προς την Δ/νση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πειραιώς, αναφορικά με την αναγκαιότητα εγκατάστασης των μέτρων και των μέσων πυροπροστασίας που προβλέπονται από την σχετική ισχύουσα νομοθεσία πυροπροστασίας σε κτίρια Δημοσίων Υπηρεσιών, μεταξύ αυτών και του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς, με σκοπό την προστασία της ανθρώπινης ζωής των εργαζομένων σ' αυτές, και των υλικών αγαθών που βρίσκονται εντός αυτών, εν όψει της διαπιστώσεως έλλειψης του από του Νόμου προβλεπομένου και απαιτουμένου πιστοποιητικού πυροπροστασίας, σχηματίσθηκε η με ΑΒΜ. ΕΓ 19-10/12 προκαταρκτική δικογραφία, η οποία ετέθη στο αρχείο κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 483/2010 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, αναφέροντας τους λόγους, οι οποίοι τον οδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Επειδή όμως η αρμοδιότητα για την εγκατάσταση και τήρηση των ως άνω πυροσβεστικών μέσων, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 112564/31-10-1988 και 70959/2007 αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανήκει στην Επιτροπή Διοίκησης και διαχείρισης του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς, μέλη της οποίας, σύμφωνα με τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις, ήταν μεταξύ των άλλων, η Πρόεδρος Εφετών, Γ.Μ., και ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, Ι.Π., ως Προϊστάμενος τότε της Εισαγγελίας Πρωτ/κών Πειραιώς. Επειδή οι ως άνω εγκαλούμενοι υπηρετούν στο Εφετείο Πειραιώς και στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, αντίστοιχα, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης, εξ αιτίας της ιδιότητος των εγκαλουμένων, από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες και θα επιληφθούν της υποθέσεως και θα κρίνουν περί της ορθότητας ή μη της αρχειοθετήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43 § 2 β' ΚΠΔ, καθόσον οι ανωτέρω υπηρετούν στο Εφετείο Πειραιώς και την Εισαγγελία Πειραιώς, αντίστοιχα, αλλά και λόγω συνάφειας και για την ενότητα της κρίσεως ως προς τα λοιπά μέλη της προαναφερθείσης Επιτροπής Διοίκησης και Διαχείρισης του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς, κατά τον επίδικο χρόνο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της υπόθεσης στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για να επιληφθεί και να κρίνει περί της ορθότητας ή μη της αρχειοθέτησης της δικογραφίας από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 483/20-8-2010 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και όταν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Αθηνών και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αυτών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 235/2011 σελ. 2 2
Κανονισμός αρμοδιότητας στην περίπτωση που ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών αρχειοθέτησε αναφορά που αφορούσε και Εισαγγελέα και Πρόεδρο Εφετών (κατ’ άρθρο 43§2 ΚΠΔ). Παραπομπή αναφορά από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για να κρίνει περί της ορθότητας ή μη της αρχειοθέτησης της σχετικής δικογραφίας και εάν συντρέχει περίπτωση στις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Αθηνών και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες αυτών.
null
null
0
Αριθμός 233/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με αιτούντα τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και εγκαλούμενο τον Σ. Μ., Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και εγκαλούντα τον Β. Μ.. Η αίτηση αυτή με αριθμό 56480/13.10.2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1347/2010 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 392/29.11.2010 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1γ ΚΠΔ την με αριθμό 56480/13-10-2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε ΚΠΔ, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, υφίσταται μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1γ ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημ/κών ή Εφετών, ιδίως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση ο Β. Μ. κατήγγειλε με την από 27-7-2008 αναφορά-υπόμνημά του, τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Σ. Μ., για παράβαση καθήκοντος σε σχέση με τον χειρισμό δικογραφίας, η επεξεργασία της οποίας του είχε ανατεθεί. Για την υπόθεση αυτή, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και μετά την ολοκλήρωσή της, τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ με την από 10-8-2010 με αριθμό Γ 2009/2325, ΕΓ143-09/240 αναφορά του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ακολούθως, η αναφορά αυτή υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, για έγκριση ή μη της αρχειοθέτησης της σχηματισθείσης δικογραφίας. ΙΙΙ. Επειδή ο ως άνω εγκαλούμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την από 11-10-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση) δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή εξαιτίας της ιδιότητας του εγκαλουμένου Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Σ. Μ., από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες θα επιληφθούν της έγκρισης ή μη της σχετικής αρχειοθέτησης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να διατάξει το Δικαστήριό Σας την παραπομπή της υπόθεσης επί της οποίας υποβλήθηκε η με αριθμό Γ 2009/2325 ΕΓ 143-09/240 από 10-8-2010 αναφορά του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 23-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Β. Μ. κατήγγειλε με την από 27.7.2008 αναφορά - υπόμνημα του προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών τον Εισαγγελέα Εφετών Σ. Μ. για παράβαση καθήκοντος σε σχέση με τον χειρισμό δικογραφίας, η επεξεργασία της οποίας του είχε ανατεθεί. Για την υπόθεση αυτή διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας τέθηκε στο αρχείο, κατ' άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με την από 10.8.2010 με αριθμό Γ 2009/2325, ΕΓ 143-09/240 αναφορά του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ακολούθως η αναφορά αυτή υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για έγκριση ή μη της αρχειοθετήσεως της δικογραφίας που σχηματίσθηκε. Δεδομένου όμως ότι ο παραπάνω εγκαλούμενος είναι εισαγγελικός λειτουργός, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με την 56480/13.10.2010 αίτηση του, διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και οι αντίστοιχη Εισαγγελία, που θα επιληφθούν της εγκρίσεως ή μη της σχετικής αρχειοθετήσεως. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή, ως αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς για να επιληφθούν της εγκρίσεως ή μη της αρχειοθετήσεως της υποθέσεως επί της οποίας υποβλήθηκε η με αριθμό Γ 2009/2325 ΕΓ 143-09/240 από 10.8.2010 αναφορά του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών: Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές Αθηνών σε εκείνες του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
null
null
0
Αριθμός 232/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 39893/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1340/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 399/30.11.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία 28-9-2010 κατατεθείσα δήλωση αναίρεσης του Δ. Χ. Π., κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 39893/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 11762/08 έφεσή του, κατά της με αριθμ. 116986/99 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "... §2 Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους κατά δε την δεύτερη "Όταν ο ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ..." προκύπτει ότι η άσκηση αναίρεσης γίνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 509 ΚΠΔ και ότι κατά παρέκκλιση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο και η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό προς τούτο βιβλίο το οποίο τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων που δεν είναι καταδικαστικές όπως οι αποφάσεις των δικαστηρίων που απορρίπτουν εφέσεις σαν απαράδεκτες ( ΑΠ 498/1981 ΠΧ ΛΑ/747, ΑΠ 577 και 578/1974 Π.Χ. ΚΕ/15 και 16, ΑΠ 400/1999 ΠΧ Ν 2000/35, ΑΠ 143/2004 ΠΧ ΝΔ 2004/881, ΑΠ 754/2005 ΝΕ 2005/1019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την με ημερομηνία 28-9-2010 δήλωση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως προκύπτει από την επισημείωση της Δικαστικής επιμελήτριας ... πάνω στο σώμα της δήλωσης αναίρεσης (βλ. αναίρεση). Από την δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο δηλών αναιρεσιβάλλει την με αριθμ. 39893/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε την με αριθμ. 11762/08 έφεση του κατά της με αριθμ.116986/99 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σαν απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Τουτέστιν η δήλωσή του για άσκηση αναίρεσης στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα εκ του λόγου αυτού και σαν τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (αρ. 476 παρ. 1 -583 παρ. 1 ΚΠΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω (Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με ημερομηνία 28/9/2010 δήλωση αναίρεσης του Δ. Χ. Π., κατοίκου ..., κατά της με αριθμ. 39893/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθμ. 11762/08 έφεσή του κατά της με αριθμ. 116986/99 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σαν απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναίρεσης στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 25/11/2010 Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τον στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ οριζόμενο τρόπο, ήτοι, με δήλωση, που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιτρέπεται η από τον ενδιαφερόμενο άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης αναιρέσεως μόνον κατά της απόφασης, που τον καταδίκασε, σε κάθε δε άλλη περίπτωση αυτή γίνεται σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 474 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 39893/2010 προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε, ως απαράδεκτη, συνεπεία εκπρόθεσμης άσκησής της, την έφεση του αναιρεσείοντος Δ. Π. εναντίον της 116986/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δεκατεσσάρων (14) μηνών και χρηματική ποινή δραχμών τριακοσίων χιλιάδων (300.000) για έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Επομένως, αφού η πληττόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η με δήλωση ασκηθείσα και επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από 28.9.2010 αίτηση αναίρεσης, εφόσον στρέφεται κατά της εν λόγω απόφασης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 28 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 39893/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά απόφασης που κήρυξε απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, έφεση του αναιρεσείοντος. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 230/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Α. Μ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 2833/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Δ. Τ. του Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1440/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 1 Δεκεμβρίου και 22 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικά επίδοσης του αστυφύλακα ... και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων Α. Σ., αντίστοιχα,ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων και ο αντίκλητός του δικηγόρος Θρασύβουλος Κονταξής κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.11.2010, αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Α. Μ. του Η., για αναίρεση της 2383/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 229/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Π.του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 16045/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 695/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Αν ο μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη όχι αξιόποινη, παύει και η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 του ν. 3346/2005, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 30 του νόμου 3904/23-12-2010, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ενώ των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελευταίο και 518 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 16045/2010 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε την 19-2-2010, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 6-10-2009 έφεση του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 107227/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και συνολική χρηματική ποινή εννιακοσίων (900) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και συγκεκριμένα για το ότι καθυστέρησε να καταβάλει στο ΙΚΑ τις εργοδοτικές εισφορές που τον βάρυναν, ύψους 18.133,83 ευρώ, οι οποίες αφορούσαν τη χρονική περίοδο από τον Ιούλιο 2002 έως το Μάρτιο 2005 και έπρεπε να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η αντίστοιχη εργασία, και τις εργατικές εισφορές ύψους 9.066,91 ευρώ, που είχε παρακρατήσει κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα για τους εργασθέντες στην επιχείρησή του. Κατά της ανωτέρω απορριπτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 26-4-2010, κατά την επ' αυτής επισημείωση του αρμοδίου Γραμματέα, ο κατηγορούμενος άσκησε την 4-5-2010 δηλονότι εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ) ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 33 του ν. 3346/2005 με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010, που ισχύει από τις 23-12-2010, η πράξη του κατηγορουμένου, που αφορά την καθυστέρηση καταβολής προς το ΙΚΑ των προαναφερόμενων εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, ποσών μικροτέρων των νέων ορίων των 20.000 και 10.000 ευρώ, κατέστη ανέγκλητη. Επομένως, εφόσον, κατά τα άνω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτά και εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο του ανωτέρω επιεικέστερου νόμου που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν τούτου και επειδή δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος, πρέπει να αναιρεσθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της πράξεως που του αποδίδεται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 16045/19-2-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Θ.Π. του Γ., κάτοικο ..., για το ότι: "Στην ...στις 21-02-2005 ως εργοδότης της ατομικής επιχείρησής του με την επωνυμία "Π.Θ." και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 7/02 έως 3/05 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 27.200,74 ευρώ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ποσού 18.133,83 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές), ποσού 9.066,91 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον ως άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη δε γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... Π.Ε.Ε.". Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν και του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που επικύρωσε τη διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών περί απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα κατηγορουμένου για κακούργημα.
null
null
0
Αριθμός 229/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Αθλητικής Ομοσπονδίας με την επωνυμία "Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας και Αναρρίχησης" (Ε.Ο.Ο.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιάκα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 Α.Κ., και 6 του ν.765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 32 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και επί πλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ.1 εδ. α' του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων ...", η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας. Ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ.2 του KΠολΔ.). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη µη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είναι ιδιοκτήτρια, μεταξύ άλλων και ενός ορειβατικού καταφυγίου, που βρίσκεται στο όρος Τύρφη στη θέση "διάσελο ..." σε υψόμετρο 1900 µ. και απέχει από το πλησιέστερο χωριό ... περίπου τρεισήμισι ώρες µε τα πόδια. Το ορειβατικό αυτό καταφύγιο χρησιμοποιείται ως κατάλυμα κυρίως ορειβατών, αναρριχητών, χιονοδρόμων, αθλητών της ορειβατικής χιονοδρομίας κ.λ.π. Με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της εναγομένης, η διαχείριση του εν λόγω καταφυγίου ανατέθηκε στον Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο .... Η εναγομένη, κατόπιν υποδείξεως του Ορειβατικού αυτού Συλλόγου, συνήψε µε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα την 1-5-1994 σύμβαση αορίστου χρόνου µε την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τις εξής υποχρεώσεις: α) να διατηρεί ανοικτό το καταφύγιο τα Σαββατοκύριακα και τις λοιπές αργίες που θα το επισκέπτονταν ορειβάτες για διανυκτέρευση και παραμονή. β) να φροντίζει για την καθαριότητα και τη σωστή λειτουργία των εγκαταστάσεων του καταφυγίου, ενημερώνοντας για τα τυχόν προβλήματα που θα ανέκυπταν την εναγομένη και γ) να εισπράττει τα διανυκτέρευτρα και να τα αποδίδει στον Ε.Ο.Σ. ..., παρακρατώντας ως αμοιβή του για τις ως άνω παρεχόμενες υπηρεσίες του το 40% των διανυκτερεύτρων για κάθε άτομο που διανυκτέρευε στο καταφύγιο. Σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως παραδόθηκαν τα κλειδιά του καταφυγίου στον ενάγοντα. Το καταφύγιο αυτό όταν παρέµενε κλειστό τους μήνες Νοέμβριο έως και Απρίλιο κάθε έτους λόγω του χειμώνα, λειτουργούσε µόνο τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες όταν υπήρχαν επισκέπτες και ήταν δυνατή η πρόσβαση σ' αυτό. Κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων έμενε στο χωριό ..., έχοντας τη δυνατότητα να απασχολείται και σε άλλες εργασίες, όπως έκανε κατά το τέλος 1999 µε αρχές 2000 που απασχολήθηκε ως εργάτης στο έργο κατασκευής της νέας πτέρυγας του καταφυγίου, εργασία για την οποία έλαβε από την εναγομένη ξεχωριστή αμοιβή, ανεξάρτητη από το ποσοστό 40% επί των διανυκτερεύσεων, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 3.300.000 δραχμών. Οι ενδιαφερόμενοι δε να χρησιμοποιήσουν το καταφύγιο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που αυτό ήταν κλειστό, έρχονταν σε απευθείας επαφή µε τον ενάγοντα και καθόριζαν την ημερομηνία και τον χρόνο διαμονής τους, οπότε ο ενάγων µμετέβαινε στο καταφύγιο και φρόντιζε για τη διανυκτέρευσή τους. Τους λοιπούς μήνες (Μάιο έως και Οκτώβριο) το καταφύγιο ήταν ανοικτό. Ο ενάγων φρόντιζε για τη διαμονή των επισκεπτών, ενώ παράλληλα λειτουργούσε εντός αυτού και εστιατόριο, το οποίο εκμεταλλευόταν αποκλειστικά αυτός και προσέφερε στους επισκέπτες πρωινό και φαγητό έχοντας προσλάβει και µία γυναίκα για να τον βοηθάει στην κουζίνα. Οι επισκέπτες του καταφυγίου ήταν κυρίως µέλη διαφόρων ορειβατικών και αθλητικών συλλόγων (ελληνικών και ξένων) και η διανυκτέρευση στο καταφύγιο γινόταν μετά από συνεννόηση µε τον ίδιο τον ενάγοντα ή τον Πρόεδρο του ΕΟΣ ... Δ. Χ.. Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη κατά τον ανωτέρω τρόπο µέχρι την 6-2-2002 που παρέδωσε τα κλειδιά του καταφυγίου στον Πρόεδρο του ΕΟΣ .... Κατά το ανωτέρω διάστημα η εναγομένη δεν ασκούσε εποπτεία και έλεγχο στον ενάγοντα ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του ούτε, άλλωστε, του έδινε εντολές και οδηγίες και μάλιστα δεσμευτικές γι' αυτόν σχετικά µε τον τρόπο και τον χρόνο εκτελέσεως της εργασίας. Περαιτέρω ο ενάγων, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, που το καταφύγιο ήταν κλειστό, δεν ήταν υποχρεωμένος να διατηρεί σε ετοιμότητα και εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, αφού γνώριζε πότε θα πήγαιναν επισκέπτες στο καταφύγιο, δεδομένου ότι αυτό γινόταν πάντα σε συνεννόηση µε τον ίδιο και µόνο τα Σαββατοκύριακα και τις ημέρες αργίας. Έτσι, η παρεχόμενη από αυτόν εργασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τέτοια φύλακα. Ενόψει των ανωτέρω συνθηκών παροχής της εργασίας του ενάγοντος, αυτός, κατέληξε το Εφετείο, δεν τελούσε υπό την εξάρτηση της εναγομένης και η έννοµη σχέση που τον συνέδεε µε εκείνη, ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Παρά το γεγονός, συνεπώς, της μη υποβολής από μέρους της εναγομένης εντός (9) μηνών από της 2ας Σεπτεμβρίου 1998 που δημοσιεύθηκε ο ανωτέρω νόμος 2639/98 αλλά και έκτοτε μέχρι και την συζήτηση της αγωγής, στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτικής κατάστασης των απασχολουμένων σ' αυτήν με συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία να περιλαμβάνεται και εκείνη του ενάγοντος και της εκ του λόγου αυτού δημιουργίας σε βάρος της του ανωτέρου τεκμηρίου, περί του ότι δηλαδή στην επίμαχη συμφωνία υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, το εν λόγω τεκμήριο καταρρίφθηκε τελικά, από την χωρήσασα, επιμελεία της εναγόμενης ανταπόδειξη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου δι' ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 Α.Κ. 6 ν. 765/1943, 1 παρ. 1 και 2 ν. 2639/1998, αφού πράγματι, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόµενα από το δικαστήριο της ουσίας, η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα µε την αναιρεσίβλητη, ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εκείνη της εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή µη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 KΠολΔ. πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως µε τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 270, 335, 338 έως 341 και 346 του KΠολΔ. το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη όσων ισχυρισμών τους ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11. Η απόφαση μπορεί να περιορίζεται σε γενική μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμώνται, χωρίς την ανάγκη εξειδικεύσεως και για καθένα χωριστά αρκεί να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι όντως το δικαστήριο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, ενώ προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι συνδεόταν µε την αναιρεσίβλητη µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επικαλέστηκε παραδεκτώς και προσκόμισε, μεταξύ άλλων και τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι: 1) την από 25-9-2001 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, 2) την υπ' αριθ. 156/24-3-2003 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ιωαννίνων, 3) την από 31-10-2001 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση του ιδίου προς την αναιρεσίβλητη και 4) το αντίγραφο από το Βιβλίο Επισκεπτών- Παρατηρήσεων του Ορειβατικού Καταφυγίου ... ... Ιωαννίνων, τα εν λόγω δε έγγραφα δεν ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνει ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά µε τον χαρακτήρα της επίδικης έννοµης σχέσεως, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη διαβεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, στην οποία μάλιστα γίνεται και ρητή μνεία του πρώτου από τα προαναφερόμενα έγγραφα, συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο ως άνω από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 KΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που µε αυτόν αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 8, 10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλειες, είναι απαράδεκτος α) σχετικά µε την πρώτη και δεύτερη αιτίαση, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζονται τα "πράγματα" που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν ή δεν λήφθηκαν υπόψη αν και προτάθηκαν, ούτε αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και β) σχετικά µε την τρίτη αιτίαση, της παραβιάσεως από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι αυτή, αναφερόμενη στην υπ' αριθ. 156/2003 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του Ι.Κ.Α. Ιωαννίνων, είναι αντιφατική µε εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ., που επίσης προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προαναφέρθηκε και αφορούσε το αυτό αποδεικτικό μέσο. Ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως µε τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 KΠολΔ. αιτίαση, και δη ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν προσέδωσε στην περιεχόμενη στην από 25-9-2001 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση της αναιρεσίβλητης, ομολογία αυτής σχετικά µε τον χαρακτήρα της ένδικης έννοµης σχέσεως, είναι επίσης απαράδεκτος, ως αντιφατικός, καθόσον µε τον προηγούμενο από τον αριθ. 11 ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο ίδιο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το εν λόγω έγγραφο στο οποίο περιέχεται η εξώδικη ομολογία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 3-7-2008, αίτηση αναιρέσεως της 244/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ΄ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 και 2 του ν. 2639/1998, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
null
null
1
Αριθμός 231/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 4061/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 964/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2010, αίτηση του Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 4061/2010 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 234/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Κυριακούλα Γεροστάθη (σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ.Μ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 81510/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 706/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 2010 και 1 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Ειρηνοδικείου Αχαρνών ... και του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά ...αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Σ.Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση υπ'αριθμ. 81510/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως ανυποστήρικτης λόγω μη εμφάνισης του αναιρεσείοντος, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 228/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μηνα Ντουμαζιου του Περικλή, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 83/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1400/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 427/21-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 2/9-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του Μ. Ν. του Π., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 83/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, ασκηθείσα την 9-9-2010 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας, από την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα Ειρήνη Παύλου Νάτση, δυνάμει της από 9-9-2010 εξουσιοδότησης, εκθέτω τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Εξάλλου από την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του αρχικά με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 18 παρ. 2 του Ν 3346/2005, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη αναίρεση βουλεύματος, όταν: "α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ενώ σε περίπτωση εγκλημάτων που συρρέουν ή είναι συναφή, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο, επιτρέπεται για ένα από αυτά, και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού "αν το Συμβούλιο εφετών επιλήφθηκε κατά το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παραγράφου 1". Στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 83/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Με το βούλευμά του αυτό το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 4/11-6-2010 και 5/11-6-2010 εφέσεις (προσφυγές) των Χ. Σ. του Θ. και Μ. Ν. του Π., κατά του υπ' αριθμ. 75α/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, με το οποίο είχε επικυρωθεί η υπ' αριθμ. 293/2010 Διάταξη απαγόρευσης εξόδου από την Χώρα, που είχε εκδοθεί από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσπρωτίας σύμφωνα με το άρθρο 2 εδαφ. 6 του Ν 2479/1920, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τέταρτο του Ν 1128/1981, σε βάρος των πιο πάνω εκκαλούντων (προσφευγόντων). Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, επειδή στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σ' αυτήν (Α.Π 1260/1985 Ποιν Χρον. ΛΣΤ 260), η διαπίστωση δε αυτή δεν αναιρείται από το ότι εναντίον ενός τέτοιου βουλεύματος, αναίρεση επιτρέπεται μόνο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Π.Δ (Α.Π 1112/1999 Ποιν Χρον Ν 535). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 2/9-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του Μ. Ν. του Π., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 83/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, και β) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 20 Δεκεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής" Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 2 εδ. β' του ν. 2475/1920 "Περί μεταναστεύσεως και αποδημίας", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και τελικά αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 του ν. 1128/1981 "Περί προσωπικής κρατήσεως και άλλων τινών διατάξεων" ορίζει ότι "ασκηθείσης ποινικής διώξεως επί κακουργήματι, δύναται ο αρμόδιος Εισαγγελεύς να εκδώσει διάταξιν απαγορεύουσαν την έξοδον εκ της χώρας του καθ'ου η δίωξις, εφόσον το μέτρον τούτο επιβάλλουν λόγοι ασφαλείας ή δημοσίου συμφέροντος. Η απαγορευτική διάταξις κοινοποιείται εις τον καθ'ου αυτή, αποβάλλει δε αυτοδικαίως την ισχύν της εάν δεν επικυρωθή εντός δέκα πέντε ημερών υπό του αρμοδίου συμβουλίου πλημμελειοδικών, εις το οποίον εισάγεται μερίμνη του εισαγγελέως και εις το οποίον καλείται ο ενδιαφερόμενος προ 24 τουλάχιστον ωρών, ίνα παραστή κατά την συζήτησιν. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών ο καθού η απαγορευτική διάταξις δύναται να προσφύγη εις το Συμβούλιον Εφετών. Εν πάσει παριπτώσει η απαγορευτική διάταξις παύει ισχύουσα μετά την απολογία του κατηγορουμένου ...". Εναντίον όμως του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν χωρεί αναίρεση εκ μέρους του καθού η απαγόρευση της εξόδου του από τη χώρα, γιατί δεν προβλέπεται από τον παραπάνω νόμο και αυτός δεν μπορεί να το προσβάλλει με το ένδικο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του αρχικά με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 3346/2005, στο οποίο αναφέρονται περιοριστικά οι περιπτώσεις που επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος και στις οποίες δεν εμπίπτει η ανωτέρω αναφερόμενη για την απαγόρευση εξόδου του κατηγορουμένου από τη χώρα. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠΔ, αν το συμβούλιο εφετών επιλήφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση από τους διαδίκους μόνο στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ήτοι μόνο των παραπεμπτικών για κακούργημα βουλευμάτων και των παυόντων προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου. Αντίθετα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης οποιουδήποτε βουλεύματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 483 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστικό συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο αυτό μέσο και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος εκείνου που το άσκησε (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος Μ. Ν. του Π., κάτοικος ..., άσκησε την υπ' αριθμ. 2/9-9-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 83/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Με το βούλευμα αυτό το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αντίστοιχες υπ' αρ. 4 και 5/11-6-2010 εφέσεις (προσφυγές) του Χ. Σ. του Θ. και του αναιρεσείοντος Μ. Ν. του Π. κατά του υπ' αριθμ. 75α/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας με το οποίο είχε επικυρωθεί η υπ' αριθμ. 293/2010 διάταξη απαγόρευσης εξόδου τους από τη χώρα, που είχε εκδοθεί από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφόμενη κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση εκ μέρους οποιουδήποτε των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο συμβούλιο αυτό και να εκθέσει τις απόψεις του. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Μ. Ν. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 83/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν και του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που επικύρωσε τη διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών περί απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα κατηγορουμένου για κακούργημα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 227/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ψιλιγιάννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 55458/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1278/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 394/29-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την υπ' αριθ 61/23-9-2010 αίτηση αναίρεσης της Κ. Μ. του Β. και της Χ. κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 55458/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για ψευδή καταμήνυση, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: -Από τις διατάξεις των άρθρων 507 και 473 §§ 1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οπουδήποτε διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δέκα ημέρες, και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε, που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα επιδοθεί η καταχωρημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση.. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, όταν, μεταξύ άλλων, σ' αυτό αναφερομένων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που είχε προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, εκείνος που το ασκεί οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του (άρθρο 474§. 2 ΚΠΔ). Ως ανωτέρα βία δε, νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικώς επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 15/1987 και 763/1987, ΑΠ183/2008). - Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 55458/2008 απόφασή του καταδίκασε την- δια πληρεξουσίου- παραστάσα ενώπιόν του αναιρεσείουσα, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης. Η πληττόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του αρθρ 9 Ν 969/79, στις 26/2/2010, οπότε και άρχισε η προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η προαναφερθείσα την υπό κρίση αίτηση ασκήσε στις 23-7-2010, ήτοι εκπροθέσμως δια δηλώσεως -του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Ψιλογιάννη-, ενώπιον του γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματός του που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. - Επομένως, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 §. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί αυτή, ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος του (άρθρα 476 § 1και αρθ. 583 §1 Κ.Π.Δ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 61/23-9-2010 αίτηση αναίρεσης της Κ. Μ. του Β. και της Χ. κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 55458/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας. Αθήνα, 29-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης" Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα Κ. Μ. του Β. με την από 23-9-2010 αίτησή της ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 55458/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών με τριετή αναστολή, για το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης. Την ως άνω αίτηση αναιρέσεως άσκησε νομότυπα δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Ψιλογιάννη του Ηλία, με βάση το από 7-7-2010 ειδικό πληρεξούσιο. Περαιτέρω, ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος, με βάση την από 14-1-2011 ειδική πληρεξουσιότητα της αναιρεσείουσας προς αυτόν, με δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, πριν αρχίσει η συζήτηση επί της προαναφερόμενης αιτήσεως αναιρέσεως παραιτήθηκε απ' αυτήν. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο, χωρίς περαιτέρω έρευνά του, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 23- Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση της Κ. Μ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55458/2008 απόφασης τους Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως μετά τη νομότυπη παραίτηση απ’ αυτήν, χωρίς περαιτέρω έρευνά της.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 226/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παππά, περί αναιρέσεως της 29/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. χήρα Δ. Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1410/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγηση του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα Α. χήρα Δ. Μ. είχε προβεί σε ένορκη κατάθεση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λεντζάρη, οπότε συντάχθηκε η υπ' αριθμ. …/2003 ένορκη βεβαίωση. Η κατάθεση αναφερόταν στις συνθήκες τελέσεως αυτοκινητικού ατυχήματος, στο οποίο ή ίδια ήταν αυτόπτης μάρτυρας και στο οποίο τραυματίσθηκε ο κατηγορούμενος ως οδηγός του ταξί, χωρίς την εμπλοκή άλλου αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στη συνέχεια ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων στις 19-2-2003, την από 18-2-2003 έγκλησή του, με την οποία κατήγγειλε την εγκαλούσα ότι όσα κατέθεσε ενόρκως ήταν ψευδή, καθώς η ίδια δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Πλην όμως όπως αποδείχθηκε όσα κατέθεσε η εγκαλούσαν ήταν απόλυτα αληθή. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι στις 10-7-2010 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητό του - ταξί επί της ΕΟ … - … με κατεύθυνση την …, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και εκτράπηκε προς δεξιά, με αποτέλεσμα να πέσει στην περίφραξη της οικίας της εγκαλούσας προκαλώντας ζημίες σ' αυτήν [περίφραξη] και στην θύρα εισόδου του κτήματός της. Η εγκαλούσα εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στον κήπο του κτήματος [όπου είναι και το σπίτι της] και είδε την ανέλεγκτη πορεία που διέγραψε το ταξί, πριν επιπέσει στην περίφραξη. Αμέσως έτρεξε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο που είχε τραυματισθεί ελαφρά μαζί με την προστρέξασα γειτόνισσα της [Α. Γ.], αυτός δε δήλωσε εκείνη την στιγμή ότι ζαλίσθηκε και έφυγε από την πορεία του και όχι ότι κάποιο άλλο αυτοκίνητο του έκλεισε το δρόμο. Μέσα στο ταξί υπήρχε επίσης και ένας επιβάτης και συγκεκριμένα ένας ηλικιωμένος Αλβανός, ο οποίος όμως δεν τραυματίσθηκε. Μεταφέρθηκε όμως στη συνέχεια και αυτός στο νοσοκομείο για προληπτικούς λόγους με αυτοκίνητο του ΕΚΑΒ. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε να αποζημιώσει την εγκαλούσα για την ζημία που της προκάλεσε και αυτό μέσω της ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει αποκατασταθεί πλήρως η ζημιά αυτή. Τα ανωτέρω περιστατικά γνώριζε βέβαια ο κατηγορούμενος και παρ' όλα αυτά κατήγγειλε με την πιο πάνω έγκλησή του την ήδη εγκαλούσα ότι δήθεν κατέθεσε ψέματα ενώπιον του Συμβολαιογράφου κατά την κατάρτιση της ένορκης βεβαίωσης. Επίσης καταγγέλλοντας την εγκαλούσα με την έγκληση του για ψευδή κατάθεση, έβλαψε την τιμή και την υπόληψή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, του γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ιωαννίνων, και των προανακριτικών υπαλλήλων που απασχολήθηκαν και έλαβαν γνώση της υπόθεσης. Η κρίση για το ότι αποδείχθηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Πρωτίστως όμως στηρίζεται στην χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς εναγούσης και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Σύμφωνα με αυτά ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται, δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία των αντικειμενικών και υποκειμενικών υποστάσεων τους, τα οποία και προεκτέθηκαν". Στη συνέχει το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα [10] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τρία [3] έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.2, 229 παρ.1, 362, 363 και 369 παρ.1 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους [μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων], από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκαν στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα τη συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για την πληρότητα της αιτιολογίας διέλαβε τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο λόγος της μεταβολής της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς την εγκαλούσα παρά την αρχική περιποίηση του κατά τον τραυματισμό του από το αυτοκινητικό ατύχημα [άρνησή του ικανοποίησης χρηματικών αξιώσεων της]. Αιτιολογεί δε και τον άμεσο δόλο που απαιτούν οι ανωτέρω πράξεις, αφού δέχθηκε ότι αυτός ήταν εκείνος που προξένησε το αυτοκινητικό ατύχημα στις 10-7-2000 στο 12,50 χιλιόμετρο της ΕΟ … - … από το οποίο επήλθαν σημαντικές βλάβες και φθορές ξένων ιδιοκτησιών και έτσι αυτός είχε άμεση γνώση όλων αυτών και παρά ταύτα, υπέβαλε τη ψευδή σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας την από 18-2-2003 μήνυση για ψευδορκία μάρτυρα. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν καθίσταται απολύτως σαφές αν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο: 1] η από 21-1-2010 μετάφραση της από 6-9-2000 δήλωσης στα Γερμανικά του Χ. Θ., 2] το από 13-12-2009 [εκ πρόδηλης παραδρομής αναφέρεται ως χρονολογία 13-12-2010] έγγραφο της νομικής συμβούλου του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης προς τον Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, 3] το από 18-1-2010 έγγραφο της νομικής συμβούλου της GENERALI HELLAS AAA προς τον Αντεισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, 4] η υπ' αριθμ. 556/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων που διέταξε την προσκόμιση των ως άνω δυο εγγράφων και 5] τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης [υπ' αριθμ. 904/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων [βλ. 2η σελίδα της προσβαλλόμενης αποφάσεως], είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον στην αρχή του αιτιολογικού της παραπάνω αποφάσεως αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπ' όψη από το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση "και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν" χωρίς να εξαίρεται ορισμένο από αυτά αλλά και χωρίς να εξαιρείται από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς τη βραδύτητα της σύνταξης της υπ' αριθμ. …/2009 ένορκης βεβαίωσης της πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λεντζάρη, ενώ το ατύχημα και η φθορά της ιδιοκτησίας έγινε στις 10-7-2000 αυτή είναι απορριπτέα, καθόσον προβάλλεται χωρίς κάποια έννομη συνέπεια, αφού η πολιτικώς ενάγουσα επιμελήθηκε για τη σύνταξη αυτής όταν χρειάσθηκε να προσφύγει στα δικαστήρια για την ικανοποίηση απαιτήσεων της από τη φθορά που προκάλεσε ο αναιρεσείων στην ιδιοκτησία της. επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαράδεκτος η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών καθόσον ως προς αυτά η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι [220] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλημάτων ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας (μη αναφορά στοιχείων που θεμελιώνουν τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου και μη λήψη υπόψη εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο). Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου. Υπάρχει αιτιολογία για τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος και λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν χωρίς να χρειάζεται να εξαίρεται ιδιαίτερα η αξιολόγηση κάποιου από αυτά.
null
null
0
Αριθμός 225/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Μ. του Θ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6573/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1199/2010. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 13-10-2010 και 20-10-2010 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου … και της δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης … αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Β. Μ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθ. 6573/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 224/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1923/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγων τον Ε. Π. του Ε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1141/2010. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 11.10.2010 και 30.9.2010 αντίστοιχα αποδεικτικά επίδοσης του υπαρχιφύλακα ... του Α.Τ. ... και επιμελήτριας Δικαστηρίων ..., ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και ο αντίκλητός του δικηγόρος Ιωάννης Μαριώρας, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά ο συγγενής του, όπως δήλωσε Σ. Π. που ζήτησε αναβολή της συζητήσεως, όμως το αίτημα αυτό απορρίφθηκε. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση του Σ. Κ. του Θ.για αναίρεση της 1923/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 223/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Θ. Π. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 16047/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 696/2010. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 1 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 6 Μαΐου 2010, αίτηση του Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 16047/2010 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 222/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1835/2010 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενους τους 1. Β. Λ. συζ. Ν. και 2. Ν. Λ. του Α., κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Ι.. Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κατόπιν της υπ' αριθμ. 193/22.12.2010 πράξεως της Προεδρεύουσας του Ποινικού Τμήματος τούτου, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 15/2011, ζητεί την διόρθωση-συμπλήρωση αυτής, σύμφωνα με τη με αριθμ. 01/05 Ιανουαρίου 2011 πρότασή του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, η οποία έχει ως ακολούθως: "1. Επανεισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 145 παρ.1,2 και 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις 52/10 και 51/10 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Β.-Ν. Λ. του Α. και 2) Β. συζ. Ν. Λ., κατοίκων ..., αντίστοιχα, κατά του 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εν συνεχεία της αρχικής 180/10 προτάσεώς μου, επί της οποίας εκδόθηκε η 1835/10 απόφασή σας, για διόρθωση ή συμπλήρωσή της, και εκθέτω τα ακόλουθα: 2. Από τις διατάξεις των παραγρ. 1 και 2 του αρ. 145 ΚΠΔ προκύπτουν τα επόμενα: Όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ` αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο το δικαστήριο που αποφαίνεται γι` αυτό, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ` αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση της αποφάσεως μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις και από τα όσα αναφέρονται στην ταυτότητα του κατηγορούμενου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Ως διόρθωση της αποφάσεως εννοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βουλήσεως του δικαστηρίου, με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτήν που παρεισέφρησαν στο κείμενό της ή με την παράθεση σ` αυτό στοιχείων αναγκαίων, που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα, ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανωτέρου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως μετά από άσκηση ένδικου μέσου. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση της διορθώσεως είναι η ύπαρξη ή παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό. [ΑΠ.1137/2002 Π.ΛΟΓ 02/1288, ΝΟΒ 2002/2051] 3. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο επί των προαναφερομένων αιτήσεων αναιρέσεως των κατηγορουμένων εξέδωσε την 1835/10 απόφασή του, με την οποία αφενός μεν απέρριψε τις αιτήσεις τους ως απαράδεκτες, αφετέρου δε αναίρεσε αυτεπαγγέλτως το προσβαλλόμενο με αυτές 613/10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει με τη σειρά του τις εφέσεις τους κατά του πρωτόδικου 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τους παρέπεμπε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη απόπειρα απάτης και για άμεση σ' αυτή συνεργεία, κατ' εξακολούθηση, αντίστοιχα [άρθρα 46 παρ.1,94 παρ.α, 98 και 386 παρ.1,3β ΠΙ], παραπέμποντας την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών για την επανεξέτασή της. Πλην όμως, από προφανή παραδρομή στην απόφασή του αυτή παρεισέφρησαν στη διηγηματική του περιγραφή τα εξής λάθη: πρώτον, στο τέλος του σκεπτικού αναγράφηκε ότι οι εφέσεις των κατηγορουμένων στρεφόντουσαν "κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών", αντί του ορθού "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών", και δεύτερον, στο τέλος του διατακτικού αναγράφηκε "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, αντί του ορθού " κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών". Συντρέχουν, επομένως, οι προϋποθέσεις διόρθωσης της απόφασης, αφού οι εσφαλμένες αυτές αναγραφές είναι τυπικές, δεν δημιουργούν ακυρότητα, οφείλονται σε παραδρομή των δικασάντων δικαστών και όχι σε διαφορετικές ουσιαστικές παραδοχές τους και, επιπλέον, η επιδιωκόμενη διόρθωση δεν μεταβάλλει ουσιαστικά και δεν αλλοιώνει την αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο δικαστήριο. 4. Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να διατάξει τη διόρθωση της 1835/10 αποφάσεως του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα ανωτέρω. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α- Να γίνει δεκτή η αίτησή μας για διόρθωση της 1835/10 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Και Β- Να διαταχθεί η διόρθωση της ανωτέρω απόφασης στα εξής σημεία: 1) στο τέλος του σκεπτικού, να αντικατασταθεί η εσφαλμένη φράση "κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών", με την ορθή "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών", και 2) στο τέλος του διατακτικού, να αντικατασταθεί η εσφαλμένη φράση "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών",στην ορθή "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών". Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής". Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για διόρθωση της 1835/2010 ποινικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, είναι νόμιμη και κατ' άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ερευνητέα. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επί των 52/2010 και 51/2010 αιτήσεων των ως άνω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων αντιστοίχως για αναίρεση του 613/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε η 1835/2010 απόφαση (βούλευμα) του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο, με την οποία αφ' ενός μεν απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες, αφ' ετέρου δε αναιρέθηκε αυτεπαγγέλτως το προσβαλλόμενο ως άνω 613/2010 βούλευμα, το οποίο είχε απορρίψει με τη σειρά του τις εφέσεις τους κατά του πρωτόδικου 2789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμπε στο ακροατήριο του τριμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη απόπειρα απάτης και για άμεση σ' αυτή συνεργεία, κατ' εξακολούθηση αντίστοιχα, παραπέμποντας την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών για την επανεξέταση της. Όμως, από παραδρομή στην ως άνω απόφαση (βούλευμα) του Συμβουλίου τούτου (Αρείου Πάγου) παρεισέφρησαν τα ακόλουθα λάθη: 1) Στο τέλος του σκεπτικού αναγράφηκε ότι οι εφέσεις των κατηγορουμένων στρέφονταν "κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών", αντί του ορθού "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών" και 2) Στο τέλος του διατακτικού αναγράφηκε "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, αντί του ορθού "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών". Επομένως, συντρέχει κατά νόμο περίπτωση διορθώσεως των λαθών αυτών στο σκεπτικό και διατακτικό της προαναφερόμενης αποφάσεως, δεδομένου ότι από τη διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν και η σχετική αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Διορθώνει: 1) το σκεπτικό της 1835/2010 ποινικής αποφάσεως (βουλεύματος) του Δικαστηρίου τούτου, και αντικαθιστά την εσφαλμένη φράση "κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών" με την ορθή "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών" και 2) το διατακτικό της αυτής αποφάσεως και αντικαθιστά την εσφαλμένη φράση "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών" με την ορθή "κατά του 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διόρθωση αποφάσεως (βουλεύματος) σύμφωνα με το άρθρο 145 ΚΠΔ. Δεκτή η αίτηση. Διορθώνει.
null
null
0
Αριθμός 220/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 17/24.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Γ. Κ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4959/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1214/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 29-10-2010 και 25-10-2010 αποδεικτικά επίδοσης των ..., Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ζακύνθου και ..., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα καθώς και η αντίκλητός της δικηγόρος Αθηνών Ευσταθία Τσατσούλη κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (ο πρώτος με θυροκόλληση), για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-9-2010 αίτηση της Γ.Κ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4959/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 219/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 17/24.1.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ.Π. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 16046/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρεται στην από 6 Μαΐου 2010 αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 697/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 1-9-2010 και 8-9-2010, αντίστοιχα αποδεικτικά επίδοσης της ..., επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων καθώς και ο αντίκλητός του δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Λαζανάς κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (ο πρώτος με θυροκόλληση), για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-5-2010 αίτηση του Θ.Π. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16046/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 218/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 1482/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1179/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 29 Σεπτεμβρίου 2010 και 30 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στη ..., και στην αντίκλητό του Μαρία Διαμαντάκου, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (Σόλωνος 86), επίσης με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 42/19 Ιουλίου 2010 αίτηση του Κ.Σ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1482/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 216/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Χ.του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 820/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1004/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα Ε.Χ., η οποία, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 24 Σεπτεμβρίου 2010 και 30 Αυγούστου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...και της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτήν, με θυροκόλληση, στη δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας της επί της οδού ..., στις ..., και στην αντίκλητό της Αλεξάνδρα Ζηνέλη, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (Σκουφά 60), με παράδοση της κλήσεως στη σύνοικο συνεργάτη της Αικατερίνη - Ελένη Μαρανδιάνου (άρθρα 513 παρ. 1, 155 παρ. 2, 166 ΚΠοινΔ). Εμφανίσθηκε, όμως, η δικηγόρος Κυριακή Ιωαννίδου και ζήτησε, για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, διότι, όπως δήλωσε, η αναιρεσείουσα είχε οικονομική αδυναμία να διορίσει δικηγόρο και σκόπευε να ζητήσει νομική βοήθεια με το ευεργέτημα της πενίας. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί ο επικαλούμενος λόγος δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση, η οποία να δικαιολογεί την αναβολή της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ενόψει του ότι από την επίδοση της κλήσεως μέχρι τη δικάσιμο παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των τεσσάρων μηνών, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα είχε την ευχέρεια να ζητήσει αρμοδίως το διορισμό συνηγόρου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, η ένδικη αίτηση να απορριφθεί (άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 41/19 Ιουλίου 2010 αίτηση της Ε.Χ. του Δ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 820/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 214/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 30483/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 794/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2.Στην προκειμένη περίπτωση, από το υπό ημερομηνία13 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... περί επιδόσεως αυτοπροσώπως στον αναιρεσείοντα της υπ' αριθμό 794/16.8.2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον ως άνω Εισαγγελέα νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31.5.2010 δήλωση-αίτηση του Δ. Χ. του Β. για αναίρεση της 30483/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 213/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειουσών-πολιτικώς εναγουσών 1.Ε. Σ. του Δ., ... και 2. Σ. χήρα Δ. Σ., ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1197/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με κατηγορούμενους τους 1. Λ. Γ. του Α., 2. Θ. Σ. του Γ., 3. Π. Θ. του Λ. και 4. Μ. Κ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείουσες-πολιτικώς ενάγουσες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1014/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 372/1.11.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 εδαφ. α Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 89/7-7-2010 κοινή αίτηση αναιρέσεως των: α) Ε. θυγατέρας Δ. Σ. και β) Σ. χήρας Δ. Σ., κατοίκων ... (...) κατά του υπ' αριθμ. 1197/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1197/2010 βούλευμά του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 582/2009 και 583/2009 εφέσεις των πολιτικώς εναγουσών κατά του υπ' αριθμ. 3.160/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά των: 1) Λ. Γ. του Α., 2) Θ. Σ. του Γ., 3) Π. Θ. του Λ., και 4) Μ. Κ., κατοίκων ..., για: α) απάτη από κοινού από την οποία το περιουσιακό όφελος του υπαιτίου και η προξενηθείσα στις παθούσες ζημία, υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, και β) πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους, δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο, από την οποία το συνολικό όφελος (του υπαιτίου) και η συνολική ζημία (του παθόντος), ήταν ανώτερη συνολικά του ποσού των 73.000 ευρώ, και γ) ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος το οποίο επιδόθηκε στις πολιτικώς ενάγουσες Σ. χήρα Δ. Σ. και Ε. θυγατέρα Δ. Σ. με θυροκόλληση την 28-6-2010 και 1-7-2010 αντιστοίχως, στον αντίκλητο δε δικηγόρο τους την 1-7-2010, όπως αυτό προκύπτει από τα συνημμένα στη δικογραφία αποδεικτικά επιδόσεως, άσκησαν αυτές, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Βορίλα, ενεργούντος δυνάμει των από 1-7-2010 και 3-7-2010 εξουσιοδοτήσεων, την από 7-7-2010 αναίρεση με κοινή δήλωσή τους που έγινε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 89/2010 έκθεση, στην οποία περιέχονται και οι λόγοι ασκήσεώς της (βλ. σχετική έκθεση ). Σύμφωνα με άρθρο 482 παράγραφος 1 του Κ.Π.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν 3160/2003 "ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά, και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Πριν από την κατά τα ανωτέρω αντικατάστασή της, η παράγραφος 1 του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ είχε ως εξής: "Εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 310 και της παρ. 2 του άρθρου 476, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν επίσης την αναίρεση του βουλεύματος: Α) ο κατηγορούμενος όταν το βούλευμα: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα, σύμφωνα με τα στοιχεία α', β' και γ'. β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, και γ) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του, δεχόμενο έμπρακτη μετάνοια. Β) ο πολιτικώς ενάγων με τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2, όταν το βούλευμα: α) παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Γ) Ο τρίτος που άσκησε έφεση κατά του βουλεύματος των πλημμελειοδικών, στην περίπτωση του άρθρου 310 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο". Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ με την διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του Ν 3160/2003, δεν χορηγείται πλέον δικαίωμα αναίρεσης στον πολιτικώς ενάγοντα, εναντίον οποιουδήποτε βουλεύματος των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών ή Εφετών (Α.Π 1263/2006, Α.Π 1760/2006 Ποιν Δικ. 2007.118. 397), αν δεν τυχόν ασκηθεί μια τέτοια αναίρεση, αυτή θεωρείται ότι ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστικό συμβούλιο ή του δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 89/2010 αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησαν οι πολιτικώς ενάγουσες κατά του υπ' αριθμ. 1197/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από μη δικαιούμενα πρόσωπα, αφού πλέον δεν χορηγείται δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως στον πολιτικώς ενάγοντα. Κατά συνέπεια πρέπει το δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), το μεν να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως, το δε να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§§1, 2, 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 89/7-7-2010 κοινή αίτηση αναιρέσεως των: α) Ε. θυγατέρας Δ. Σ. και β) Σ. χήρας Δ. Σ., κατοίκων ... (...) κατά του υπ' αριθμ. 1197/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Β). Να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 25 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, που ισχύει από 30-6-2003, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 482 ΚΠολΔ, που συγκατέλεγε και τον πολιτικός ενάγοντα μεταξύ των δικαιουμένων να ασκήσουν αναίρεση κατά του βουλεύματος και από της ανωτέρω χρονολογίας ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον τέτοιο δικαίωμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα", κατά δε το άρθρο 476§1 του ίδιου Κώδικα "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίων απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ..... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει, το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως οι πολιτικώς ενάγουσες Ε. Σ. και Σ. Σ. προσβάλλουν το υπ'αριθ. 1197/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, όπως απ' αυτό προκύπτει, απορρίφθηκαν στην ουσία οι υπ'αριθ. 582/2009 και 583/2009 εφέσεις των αναιρεσειουσών, πολιτικώς εναγουσών, κατά του υπ'αριθ. 3160/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η άνω αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά βουλεύματος, οι δε αναιρεσείουσες, πολιτικώς ενάγουσες, δεν έχουν δικαίωμα αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί εκάστη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (476§1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 89/7-7-2010 αίτηση των Ε. θυγατέρας Δ. Σ. και Σ. χήρας Δ. Σ., περί αναιρέσεως του υπ'αριθ. 1197/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει εκάστη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως των πολιτικώς εναγουσών που στρέφεται κατά βουλεύματος
null
null
0