text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 211/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ.Π. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 1699/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1237/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 26.10.2010 και 20.10.2010 αποδεικτικά επιδόσεως των ...και ..., αντίστοιχα, επιμελητών δικαστηρίων των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Πατρών ο πρώτος και Αρείου Πάγου η δεύτερη, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο με θυροκόλληση και με επίδοση στην νομίμως διορισμένη αντίκλητο δικηγόρο του Φιόρη Τομαρά κλήσεως, για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.9.2010 αίτηση του Κ.Π. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1699/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
Αριθμός 216/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βούτσινο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7205/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5196/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείον με την από 8-4-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 3-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 11/4/1990 ο ενάγων ηλικίας τότε 23 ετών, αισθανόμενος εμπύρετους (39,9) έντονους πόνους στην περιοχή της κοιλιακής χώρας επί 6ώρου προσήλθε στο Ιπποκράτειο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία από τον εφημερεύοντα επιμελητή - χειρουργό Κ. Κ. , ο οποίος διέγνωσε πώς ο ενάγων έπασχε από οξεία πυώδη σκωληκοειδίτιδα και έκρινε αναγκαία την εισαγωγή στο Νοσοκομείο για άμεση χειρουργική επέμβαση η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 18/4/1990 από τον ως άνω ιατρό. Η σκωληκοειδής απόφυση του ενάγοντος κατά την πρώτη αυτή εγχείρηση ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση. Έτσι ο ως άνω χειρουργός προέβη στην σκωληκοειδεκτομή και ακολούθως σε αιμόσταση του τραύματος και σε πλύσεις του φλεγμαίνοντας περιτοναίου. Τις επόμενες ημέρες λόγω των επιπλοκών που παρουσιάστηκαν στην υγεία του ενάγοντος (είχε εμφανίσει κλινική εικόνα αποφρακτικού ειλεού) και αφού διαπιστώθηκε ότι η συντηρητική αγωγή στην οποία υποβλήθηκε αυτός δεν απέδωσε, δεν επήλθε δηλαδή η αναμενόμενη "κίνηση" του εντέρου, ο ανωτέρω ιατρός προέβη σε νέα χειρουργική επέμβαση μετά από το συμβούλιο, που επακολούθησε, όπου συμμετείχε και ο καθηγητής Β. Γ. , που διηύθυνε την Πανεπιστημιακή Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, καθώς και ο εναγόμενος Δ. Β. , ο οποίος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στο απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του 19ου ανακριτή του Πρωτ/κείου Αθηνών, μετά από μήνυση του ενάγοντος, τόσο κατά του Κ. Κ. όσον και κατά του εναγομένου για σωματική του βλάβη παρ' υπόχρεων είχε κληθεί στο συμβούλιο από το περιβάλλον του ασθενούς. Έτσι το απόγευμα της 26/4/1990 ο ενάγων υπεβλήθη σε νέα εγχείρηση από τον ίδιο ως άνω ιατρό, ο οποίος διαπίστωσε ότι πρόκειται για συμφυτικό ειλεό του λεπτού εντέρου, δεδομένου ότι ήταν έντονα διατεταγμένες (διατεταμένες) οι έλικες του λεπτού εντέρου και στερεά σύμφυση απέφρασε, πλήρως τον αυτό (αυλό) του ειλεού 20 περίπου εκατοστών από την ειλεοτυφική βαλβίδα, ενώ στην ίδια περιοχή του DOUGLAS υπήρχε και μικρή εγκυσταμένη (εκγυστωμένη) συλλογή ορώδους υγρού. Κατόπιν αυτού προς αντιμετώπιση του ειλεού του λεπτού εντέρου έλυσε τις συμφύσεις παροχέτευσε τη συλλογή του ορώδους υγρού από το χώρο του DOUGLAS και προέβη σε πλύση όλου του χώρου της κοιλίας με φυσιολογικό ορό. Η μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς υπήρξε καλή και έτσι αυτός εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 10/5/1990, με απώλεια 18 κιλών, όπου οφείλονταν στην ταλαιπωρία. Κατά το επόμενο, όμως, χρονικό διάστημα ο ενάγων εξακολούθησε να έχει κοιλιακές διαταραχές και πόνους, οι οποίοι έγιναν ιδιαίτερα έντονοι τον Ιούνιο του 1991. Για το λόγο αυτό επισκέφθηκε τον εναγόμενο χειρουργό, αναπληρωτή καθηγητή τότε του Παν/μίου Αθηνών, ο οποίος διέγνωσε την ύπαρξη αποφρακτικού ειλεού. Εισήχθη αμέσως στην κλινική "ΑΘΗΝΑΙΟΝ Β" , όπου χειρουργήθηκε στις 29/6/1991 από τον εναγόμενο, ο οποίος για την αντιμετώπιση της σοβαράς μορφής συμφυτικού ειλεού προέβη σε λύση των συμφύσεων για την ελευθέρωση του λεπτού εντέρου, που ήταν καθηλωμένο απ' αυτές. Επίσης, προέβη σε αφαίρεση ρακών του επιπλόου, που καλύπτει το έντερο, αφού αυτό ήταν κατακερματισμένο, προφανώς λόγω του ότι ο ειλεός ήταν από ημέρες. Κατά την επέμβαση αυτή δεν αφαιρέθηκε τμήμα του λεπτού εντέρου. Όμως, ο ενάγων μετά την εγχείρηση αυτή δεν παρουσίασε την βελτίωση, που αναμένονταν, γιατί εμφάνισε και πάλι συμφύσεις και γι' αυτό μεταφέρθηκε στο "Αρεταίειο" Νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε στις 2/7/1991 από τον ίδιο ιατρό, σε τέταρτη κατά σειρά χειρουργική επέμβαση. Κατά την εγχείρηση αυτή διαπιστώθηκε ότι όλες οι έλικες του λεπτού εντέρου είχαν στέρεες συμφύσεις μεταξύ τους αλλά και με το κοιλιακό τοίχωμα. Για την αντιμετώπιση της καταστάσεως ο εναγόμενος προέβη στην λύση των συμφύσεων, προκειμένου να ελευθερωθούν οι έλικες του λεπτού εντέρου καθώς και σε αφαίρεση τμήματος 10 εκατοστών αυτού, που είχε καταστραφεί από τις συμφύσεις, ακολούθως δε προέβη σε τελικοτελική αναστόμωση για να αποκατασταθεί η συνέχεια του εντέρου. Η προσπάθεια λύσης των συμφύσεων είχε ως αποτέλεσμα ν' αποσπασθεί από πολλά τμήματα του εντέρου, ο ορογόνος. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο εναγόμενος ενημέρωσε τους συγγενείς του ενάγοντος για την σοβαρότητα της καταστάσεως της υγείας του και για το ενδεχόμενο υποτροπής των συμφύσεων (βλ. καταθέσεις του μάρτυρος του εναγομένου Α. Π. ενώπιον του Εισηγητή του Πρωτ/κείου Αθηνών, καθώς και του Κ. Μ. , πατέρα του ενάγοντος ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών). Μετά την εγχείρηση αυτή, η οποία διήρκεσε έξι ώρες περίπου ο ασθενής παρέμεινε στο νοσοκομείο έως 20/8/1991, παρουσιάζοντας βραδεία ανάρρωση χωρίς σοβαρές επιπλοκές. Από την έξοδό του από το Νοσοκομείο έως τον Απρίλιο του 1992 συνέχισε ο εναγόμενος να παρακολουθεί τον ενάγοντα καθόσον ο τελευταίος συνέχιζε να παρουσιάζει ακτινολογική εικόνα ατελούς ειλεού λεπτού εντέρου. Όμως ήταν σε θέση να σιτίζεται πλήρως χωρίς περιορισμούς στη δίαιτά του, αλλά τον είχε ενημερώσει ο εναγόμενος ότι σε περίπτωση υποτροπής του ειλεού, το οποίο ήταν ενδεχόμενο, θα ήταν αναγκαία νέα χειρουργική επέμβαση. Το Φεβρουάριο του 1992 νοσηλεύθηκε για λίγες ημέρες και πάλι στο "Αρεταίειο", όπου διαπιστώθηκε η υπάρχουσα δυσλειτουργία του εντέρου αλλά δεν κρίθηκε αναγκαίο να χειρουργηθεί. Σημειωτέον ότι αυτή η στάση αναμονής εξελίξεως ενόψει της εκτεταμένης εντερεκτομής ήταν σε γνώση όλης της Παν/κής Κλινικής του Αρεταιείου. Στις 20/3/1992 εισήχθη και πάλι για τρίτη φορά στο εν λόγω Νοσοκομείο, και εξήλθε στις 9/4/1992 με δική του ευθύνη με διάγνωση ατελής αποφρακτικός ειλεός και με ιδιαίτερα κλινικά ευρήματα "ότι ο 25ετής ασθενής εισήλθε γιατί από 12ώρου αναφέρει επεισόδια εμετών τρομώδους περιεχομένου χωρίς άλλα συνοδά συμπτώματα και με φυσιολογικές κενώσεις και αποβολή αερίων. Το ιστορικό του χρονολογείται από 2ετίας όταν ο ασθενής είχε υποβληθεί σε σκωληκοειδεκτομή μετά από διάτρηση και περιτονίτιδα. Μετά την εγχείρηση αναφέρονται επανειλημμένα επεισόδια αποφρακτικού ειλεού. Ο ασθενής υποβλήθηκε έκτοτε σε άλλες τρεις επεμβάσεις για λύση των συμφύσεων και στην τελευταία αναφέρθηκε (αφαιρέθηκε) και μικρό τμήμα λεπτού εντέρου - έντονος παφλασμός και διάσταση (διάταση) στομάχου και δεν τέθηκε ρινογαστρικός καθετήρας. Παρατηρήθηκε μεγάλη διάταση του στομάχου και λεπτού εντέρου. Η προώθηση του βαρίου έως το τμήμα του λεπτού εντέρου, το οποίο προβάλλεται στο ύψος του αριστερού λαγονίου έγινε φυσιολογικά αλλά από το σημείο εκείνο λόγω κροκκυδώσεως δεν έγινε δυνατή η απεικόνιση της βατότητας του εντέρου λόγω πιθανώς στο σημείο εκείνο μερικής αποφράξεως. Τέλος, του προτάθηκε ότι ήταν αναγκαία νέα χειρουργική επέμβαση (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του ως άνω Νοσοκομείου με την υποσημείωση ότι πρέπει να το φέρνει μαζί του ο ασθενής σε κάθε μελλοντική ιατρική εξέταση και με υπογραφή του Επιμελητή Χειρούργου Ιατρού Χ. Χ. ). Ο ενάγων δεν δέχθηκε να υποβληθεί σε νέα επέμβαση και τελικώς μετέβη από το ΙΚΑ στη Γερμανία και εισήχθη στο Παν/κό Νοσοκομείο "ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΟΣ" του Μονάχου στις 14/4/1992, όπου νοσηλεύθηκε έως τις 24/9/1992. Η διάγνωση, που έγινε στο προαναφερόμενο νοσοκομείο ήταν η ίδια μ' αυτή που είχε κάνει ο εναγόμενος, ήτοι "χρόνιος ειλεός με όγκο του λεπτού εντέρου εκ συμφύσεως γειτονικών οργάνων". Στο νοσοκομείο αυτό έγιναν στον ενάγοντα άλλες εννέα χειρουργικές επεμβάσεις (λαπαροτομίες). Ειδικότερα, στις 16/4/1992, εγχειρίστηκε από τον επιμελητή Ρ. , (R. ), κατά την οποία ο ιατρός αυτός βρήκε ένα υπόλοιπο τμήμα σκωληκοειδούς αποφύσεως μήκους 2 εκατοστών, το οποίο κατά τη διατύπωσή του στην έκθεση χειρουργείου "......είχε αφαιρεθεί μόνο στη μύτη της και όχι από την εκφυτική της βάση". Το τμήμα αυτό αφαιρέθηκε από τον ανωτέρω ιατρό, κρίθηκε ακόμη απαραίτητη μία εκτεταμένη εκτομή του λεπτού εντέρου, επειδή το λεπτό έντερο είχε κατατριβεί έως 10 εκατοστά και επειδή επιπλέον υπήρχαν πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες. Στις 27/4/1992 έγινε μία προγραμματισμένη πλύση εξαιτίας της περιτονίτιδας, ακολούθησαν προγραμματισμένες πλύσεις σε ανοικτή κοιλία στις 28 και 29/4/1992 και επιθεώρηση κατευθυνόμενου συριγγίου τυφλού και στις 19/5/1992 έγινε η πρώτη απόπειρα αποφράξεως ειλεοστομίας, η οποία απέτυχε. Έπειτα από επανειλημμένες προσπάθειες επανορθώσεως του κοιλιακού τοιχώματος ακολούθησε στις 9/9/1992 οριστική απόφραξη της ανακουφιστικής ειλεοστομίας μέσω ακόμη μίας μικρής αφαιρέσεως λεπτού εντέρου (βλ. το από 3/1/2000 έγγραφο του Καθηγητή Σ. , Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής και Πολυκλινικής της Κλινικής Γκροσχάντερν του Παν/μίου "Λουδοβίκος Μαξιμιλιανός" του Μονάχου). Ο εκκαλών ενάγων ισχυρίζεται τόσο με την αγωγή του όσο και με την κρινόμενη έφεση του ότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος δεν προέβη αρχικώς και όπως όφειλε στον εντοπισμό της αιτίας προκλήσεως των συμφύσεων, που αποδεδειγμένως ήταν το φλεγμονώδες εναπομείναν τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, το οποίο είχε μήκος 2,5 cm και ακολούθως στην αφαίρεση αυτού από την εκφυτική του βάση και με ισχυρή περιδετική συρραφή και στην λύση των συμφύσεων του λεπτού εντέρου και των ελίκων αυτού καθώς και στην αφαίρεση των τμημάτων του, τα οποία εξαιτίας του αποφρακτικού ειλεού δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν και ότι μόνο στην περίπτωση αυτή αν δηλαδή ο εφεσίβλητος είχε αφαιρέσει το τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τη βάση του θα είχε αποκλειστεί το ενδεχόμενο δημιουργίας συμφύσεων και ειλεών. Προς υποστήριξη μάλιστα των ισχυρισμών του αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης χειρουργικής επεμβάσεως στην οποία υποβλήθηκε στο Μόναχο ο ιατρός C. R. αντιλήφθηκε εγκαίρως την αιτία προκλήσεως των συμφύσεων και η πρώτη ενέργεια στην οποία προέβη ήταν η καθολική αφαίρεση του εναπομείναντος φλεγμονώδους τμήματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως από την εκφυτική του βάση. Πρέπει να σημειωθεί ότι επί της από 15/3/1994 αγωγής του εκκαλούντος ενώπιον του Διοικητικού Πρωτ/κείου Αθηνών κατά του Εθνικού Καποδιστριακού Παν/μίου Αθηνών το εν λόγω Δικ/ριο με την 4059/2000 απόφαση του έκρινε ότι ο ήδη εφεσίβλητος- εναγόμενος, ως μέλος του ΔΕΠ του Ν.Π.Δ.Δ. και κατά συνέπεια ως όργανο αυτού κατά τη χειρουργική επέμβαση που πραγματοποίησε στις 2/7/1992 στο νοσοκομείο "Αρεταίειο" ενήργησε συμφώνως με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και απέρριψε την αγωγή. Ο εναγόμενος- εφεσίβλητος αντιθέτως υποστηρίζει ότι το εναπομείναν στην κοιλιακή χώρα του ενάγοντος τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως δεν παρουσίαζε κατά το χρόνο που διενήργησε ο ίδιος χειρουργική επέμβαση φλεγμονή και με το δεδομένο αυτό δεν υπήρχε λόγος από ιατρικής πλευράς, να ασχοληθεί με τη διερεύνηση της περιοχής του τυφλού για το ενδεχόμενο υπάρξεως υπολείμματος της αποφύσεως, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι πραγματοποιούσε επέμβαση για την αντιμετώπιση αποφρακτικού ειλεού. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση η αναδημιουργία συμφύσεων δεν προκλήθηκε από την "τυχόν" υπάρχουσα φλεγμονή του υπολείμματος της αποφύσεως αλλά οφείλεται τόσο σε προδιάθεση του εκκαλούντος όσο και στο γεγονός ότι μετά από κάθε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση ειλεού προκύπτουν κατά κανόνα συνθήκες, που ευνοούν τη δημιουργία συμφύσεων. Περαιτέρω, ο πραγματογνώμων Γενικός Χειρουργός Δ. Λ. με την από μηνός Ιανουαρίου 1998 γνωμοδότησή του, αφού αναφέρει ότι κατά τη χειρουργική επέμβαση, που πραγματοποιείται για την αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως η μη καθολική αφαίρεσή τους από την εκφυτική της βάση αποτελεί πάγια πρακτική προς αποφυγή δημιουργίας κοπροχρέου αποφαίνεται ότι: α) ο εναγόμενος με το να μην αφαιρέσει το τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως διαστάσεων 2 Χ 0,5 cm, που είχε απομείνει στην κοιλιακή χώρα του εκκαλούντος και το οποίο "κατά τα φαινόμενα" δεν ήταν φλεγμονώδες, ενήργησε, κατά τρόπο ιατρικά ενδεδειγμένο β) δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις και γ) οι απορογονοποιήσεις, στις οποίες προέβη ο εφεσίβλητος έγιναν συνεπεία της φύσεως της νόσου και αντιμετωπίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Περαιτέρω, με τη συμπληρωματική γνωμοδότησή του ο ως άνω πραγματογνώμονας ιατρός - Χειρουργός Δ. Λ. αποφαίνεται ότι η σκωληκοειδής απόφυση του εκκαλούντος κατά τη διενέργεια της πρώτης χειρουργικής επεμβάσεως από τον ιατρό Κ. Κ. ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση ότι μετά από κάθε λύση των συμφύσεων το ποσοστό αναδημιουργίας αυτών παραμένει υψηλό, το οποίο οφείλεται τόσο στην προδιάθεση του ασθενούς όσο και σ'αυτήν την ίδια τη διαδικασία της λύσεως των συμφύσεων, η οποία επιφέρει τον τραυματισμό των ιστών και ότι δεν υπάρχει στην ιατρική επιστήμη μέθοδος αποτρεπτική αυτού του ενδεχομένου. Η άποψη όμως του πραγματογνώμονας αντιπαρατίθεται προς την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως και ιατρού της προαναφερομένης Παν/κής Κλινικής του Μονάχου H. S. , ο οποίος εκτός των άλλων ανέφερε ότι ο ιατρικώς ενδεδειγμένος τρόπος αφαιρέσεως της σκωληκοειδούς αποφύσεως είναι η ολοκληρωτική της αφαίρεση από τη βάση της και ότι σε περίπτωση, που απομείνει τμήμα αυτής μετά τη χειρουργική επέμβαση τότε η φλεγμονή που είχε προκληθεί, εξακολουθεί να υπάρχει με αποτέλεσμα τη δημιουργία σε πρώτο στάδιο συμφύσεων και στη συνέχεια την πρόκληση ειλεού. Κατέθεσε ακόμη ότι ο εφεσίβλητος, ο οποίος κλήθηκε ν' αντιμετωπίσει περίπτωση συμφυτικού αποφρακτικού ειλεού όφειλε ν' αφαιρέσει αρχικώς το εναπομείναν φλεγμονώδες τμήμα της αποφύσεως και στη συνέχεια να προχωρήσει στην ολοκληρωτική λύση των συμφύσεων και αν υπήρχε ανάγκη σε εκτομή τμήματος του εντέρου προκειμένου τούτο να λειτουργήσει κανονικώς. Όσον αφορά τις λοιπές ενέργειες στις οποίες προέβη ο εφεσίβλητος ο προαναφερόμενος μάρτυρας κατέθεσε ότι οι εντεροαναστομώσεις, τις οποίες δημιούργησε είχαν ως αποτέλεσμα την εντός του εντέρου κυκλική κίνηση των τροφών, γεγονός που ανάγκασε τους Γερμανούς θεράποντες ιατρούς του εκκαλούντος να αφαιρέσουν ολόκληρο το τμήμα του εντέρου με τις αναστομώσεις και τούτο προκειμένου να δημιουργηθεί ελεύθερη δίοδος και να κυκλοφορήσουν κανονικά οι τροφές. Η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονος αντιπαρατίθεται επίσης και προς το ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας πρακτικό της χειρουργικής επεμβάσεως που διενεργήθηκε στις 16/4/1992 στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Μονάχου Gresshaden από τον προαναφερόμενο ιατρό C. R. . Στο συγκεκριμένο έγγραφο γίνεται λόγος για την ύπαρξη πολλών εσωτερικών αναστομώσεων, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει σχετικώς ο πραγματογνώμων αλλά και για την έκπληξη των ιατρών όταν διαπίστωσαν ότι από την σκωληκοειδή απόφυση είχε αφαιρεθεί μόνο η κορυφή της. Επειδή η πεποίθηση του Δικαστηρίου τούτου κλονίστηκε με τα ανωτέρω δεδομένα για την ορθότητα των συμπερασμάτων της γνωμοδοτήσεως του πραγματογνώμονος Δ. Λ. διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη, η οποία και διεξήχθη από τους αναφερόμενους στην αρχή της παρούσας τρεις χειρουργούς ιατρούς, με ταχθέντα θέματα μεταξύ των άλλων: 1. α) αν ο εφεσίβλητος, κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επεμβάσεως που πραγματοποίησε στην ιδιωτική κλινική "Αθήναιον" στις 23/6/1991 ενήργησε κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης με το να παρακάμψει την αφαίρεση του υπολείμματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως του εκκαλούντος και τον καθαρισμό (έπλυση) της κοιλιακής του χώρας β) να δημιουργήσει εντεροαναστομώσεις και με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει κυκλική κυκλοφορία των τροφών, γεγονός που είχε ως συνέπεια την πρόκληση ειλεού γ) να προβεί σε απορογονοποίηση (αφαίρεση ορομυικού χιτώνα) και δ) να αφαιρέσει τμήματα από το περιτόναιο και το επίπλουν 2) αν κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο εκκαλών στις 18/4/1990 από τον ιατρό Κ. Κ. η σκωληκοειδής του απόφυση ήταν φλεγμονώδης και ήταν ενδεχόμενο και σε τι βαθμό η φλεγμονή να είχε επεκταθεί και στη βάση της αποφύσεως και στο εναπομείναν μετά την επέμβαση τμήμα της ή είχε υποστεί διάτρηση και στην τελευταία περίπτωση αν αυτή (διάτρηση) αποτελεί από μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες και ποιους συγκεκριμένως την αιτία δημιουργίας συμφύσεων και 3) αν είναι γενικώς ιατρικώς ενδεδειγμένη η αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από την εκφυτική της βάση τόσο στην περίπτωση που υπάρχει φλεγμονή όσο και στην περίπτωση που δεν υπάρχει. Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε αμέλεια του εναγομένου χειρουργού Β. κατά την πραγματοποίηση των ως άνω χειρουργικών επεμβάσεων, καθόσον αυτός ενήργησε, κατά τους κανόνες της ιατρικής τέχνης και επιστήμης κατά τη διάρκεια αυτών. Και ναι μεν αυτός δεν προέβη στην ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως όμως δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει ν' αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού - (παχέος εντέρου) ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να προκαλέσει κακώσεις στο τοίχωμα του εντέρου με καταστροφικές συνέπειες για την υγεία και τη ζωή του ασθενούς. Κατά τη διάρκεια δε της επεμβάσεως έγινε πλύση της κοιλιακής χώρας αφού η πλύση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα όλων των επεμβάσεων που αφορούν την περιτονιακή (περιτοναϊκή) κοιλότητα. Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επεμβάσεως στο "Αθήναιον" αλλά απλώς έκανε λύση συμφύσεων ενώ στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελικά τελική αναστόμωση η οποία αφορά την φυσιολογική αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού σωλήνα του ασθενούς που δεν δημιουργεί ποτέ κυκλική κυκλοφορία των τροφών, συμφώνως προς τους κανόνες της σύγχρονης ιατρικής. Έτσι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου .η περιορισμένη αυτή εκτομή έγινε στην προσπάθεια του χειρουργού να περισώσει μεγαλύτερο τμήμα λεπτού εντέρου για καλύτερη επιβίωση του εντέρου , γιατί κάθε τμήμα του έχει διαφορετική απορρόφηση θρεπτικών ουσιών. Με το να προβεί: σε απορογονοποίηση του εντέρου κατά τη διάρκεια λύσεως στερεών συμφύσεων ήταν μία ενέργεια αναπόφευκτη και δεν εξαρτάται ενέργεια αυτή από την προσωπική εμπειρία και ικανότητα του χειρουργού. Εξάλλου, οι παραγονισμοί αυτοί δεν προκαλούν ιδιαίτερες παρενέργειες. Όσον αφορά τα τμήμα του επιπλόου, που αφαιρέθηκαν, αυτό έγινε διότι αυτά ήταν κατεστραμμένα υπολείμματα ιστών των οποίων η παραμονή της περιτοναϊκής κοιλότητας θα δημιουργούσε εστίες φλεγμονής και περαιτέρω συμφύσεις. Η σκωληκοειδής απόφυση του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται από τα επίσημα έγγραφα ήταν φλεγμονώδης με περισκωληκοειδική φλεγμονή (τοπική περιτονίτιδα) χωρίς όμως σημεία διατρήσεως και γενικευμένης περιτονίτιδας, κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε αυτός στις 18/4/1990 από τον Κ. Κ. . Η τοπική αυτή περιτονίτιδα σε συνδυασμό με την προδιάθεση του οργανισμού του ασθενούς και τις χειρουργικές επεμβάσεις που επακολούθησαν ήταν η αιτία της δημιουργίας των συμφύσεων. Επίσης, με την από 15/9/2006 πραγματογνωμοσύνης τους οι τρεις πραγματογνώμονες, όπως και ο προηγηθείς αυτών Δ. Λ. δέχονται ότι μετά την ολοκληρωτική λύση των συμφύσεων υπάρχει το ενδεχόμενο αναδημιουργίας τους. Αναφέρουν, συγκεκριμένως, ότι, σε προσεκτικώς σχεδιασμένη μελέτη επί του θέματος αυτού, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο Αμερικανικό περιοδικό Χειρουργικής "Annals of Surgery" τον Αύγουστο του 2004 με τον τίτλο "Long term prognosis after operation for adhesive borrel obstruction" (Μακροπρόθεσμη πρόγνωση ασθενών μετά από εγχείρηση για συμφυτικό ειλεό) παρακολουθήθηκαν ασθενείς που χειρουργήθηκαν για συμφυτικό ειλεό λεπτού εντέρου. Η παρακολούθηση διήρκεσε ως το θάνατο των ασθενών και τα συμπεράσματα ήταν: α) το ποσοστό υποτροπής των συμφύσεων σε ασθενείς που χειρουργήθηκαν έστω μία φορά για συμφυτικό ειλεό ήταν 18% στα δέκα χρόνια και 29% στα 30 χρόνια. Όμως, ασθενείς με 4 ή περισσότερα χειρουργεία για συμφυτικό ειλεό έχουν 81% πιθανότητα να υποτροπιάσουν οι συμφύσεις β) οι περισσότερες υποτροπές συμφυτικού ειλεού συμβαίνουν εντός της πρώτης πενταετίας από την εγχείρηση αλλά κίνδυνος υποτροπής υπάρχει ακόμη και μετά από 20 χρόνια γ) οι σκωληκοειδεκτομές είναι οι εγχειρήσεις όπου πιο συχνά παρουσιάζονται φαινόμενα συμφυτικού ειλεού μετεγχειρητικά. Δηλαδή, οι συμφύσεις υποτροπιάζουν λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων συμφυσιολύσεις σε όσο περισσότερες χειρουργικές επεμβάσεις συμφολύσεις (συμφισιολύσεων) υποβληθεί κάποιος τόσο πιθανότερο είναι να ξαναναπτύξει συμφύσεις. Οι ως άνω πραγματογνώμονες μάλιστα σε απάντηση του δεύτερου σκέλους της με αριθμό (3) ερωτήσεως που τέθηκε σ' αυτούς με την 7858/2004 απόφαση του Δικ/ρίου τούτου στο αν δηλαδή στην ιατρική επιστήμη υπάρχει παραδεκτός τρόπος ενεργείας προς αποτροπή του τελευταίου ενδεχομένου, δηλαδή των συμφύσεων απάντησαν με την προαναφερομένη έκθεσή τους "ότι τώρα έχουν αναπτυχθεί υλικά που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή της δημιουργίας συμφύσεων, τα οποία όμως δεν υπήρχαν το 1991. Όμως και η χρήση των παραπάνω δεν αποτελεί εγγύηση για τη μη δημιουργία συμφύσεων για να καταλήξουν ότι "άρα τη χρονική στιγμή που ο Κος Μ. χειρουργήθηκε από τον κύριο Β. (και στις δύο επεμβάσεις). ο κύριος Β. έκανε το καλύτερο δυνατόν από επιστημονικής άποψης ώστε να λύσει το πρόβλημα του κυρίου Μ. ". Συνοψίζοντας τα ανωτέρω το Δικ/ριο κρίνει ότι κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων από τον χειρουργό Κ. Κ. στο Ιπποκράτειο η σκωληκοειδής απόφυση ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση και πιθανόν αυτό να συνετέλεσε το να μη καταστεί δυνατόν ν' αφαιρεθεί ολόκληρη η σκωληκοειδής απόφυση (στην πρώτη αυτή εγχείρηση- αδυναμία χειρουργική προσπελάσεως σε φλεγμονούσα περιοχή) και ν' αφαιρέσει ο πρώτος χειρουργός ένα μικρό "κολόβημα" 1,5-2 εκατοστά, χωρίς βέβαια το κολόβημα αυτό να έχει κάποια σχέση με την εμφάνιση του ειλεού εξαιτίας της οποίας έγινε και η δεύτερη χειρουργική επέμβαση από τον αυτό χειρουργό, αφού ο ειλεός είναι μία από τις πιθανές επιπλοκές που μπορούν να παρουσιαστούν ύστερα από εγχειρήσεις και ιδιαιτέρως της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το αφαιρεθέν τμήμα της σκωληκοειδούς στο Ιπποκράτειο είχε μήκος 9 (εννέα) εκατοστά, συμφώνως προς την ιστολογική εξέταση. Τα ίδια ισχύουν και ως προς τη μη ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τον εναγόμενο. Μάλιστα οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι θα ήταν ιατρικό σφάλμα η λύση των συμφύσεων του παχέος εντέρου στην περιοχή του τυφλού για τη διεύρυνση "κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως". Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι δημιούργησε εντεροαναστομώσεις και εντερικούς έλικες τυφλής απολήξεως, αφού και κατά τις δύο επεμβάσεις περιορίστηκε στη λύση των συμφύσεων. Ο τρόπος που ενήργησε, είναι μία δόκιμος μέθοδος αντιμετωπίσεως τέτοιων καταστάσεων. Τα ανωτέρω δεν μπορούν ν' αναιρεθούν τόσο από την από 25.1.1994 γνωμοδότηση του Γερμανού αρχίατρου Η. S. όσο και από την ανωτέρω ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, ο οποίος κάνει λόγο για τη δημιουργία εντεροαναστομώσεων και εντερικών τυφλής απολήξεως ισχυριζόμενος ότι αποτελούν ιατρικά λάθη χωρίς όμως όπως ο ίδιος αναφέρει να γνωρίζει τι είδους επεμβάσεις είχαν λάβει χώρα στην Ελλάδα. Άλλωστε και ο G. R. , ο οποίος πραγματοποίησε την πέμπτη κατά σειρά επέμβαση και την πρώτη στο Νοσοκομείο του Μονάχου αναφέρει στην από 21/6/1994 γνωμοδότησή του ότι του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι είχαν κατασκευασθεί συνδέσεις των εντερικών ελίκων μεταξύ τους. Όπως φαίνεται δε, από την μετάφραση της γερμανικής ιστολογικής στην Ελληνική γλώσσα κατά την πρώτη άνω λαπαροτομία στη Γερμανία που πραγματοποίησε ο τελευταίος δεν υπήρχαν στοιχεία ή σημεία φλεγμονής στο κολόβωμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως και δεν μπορούσε να προκαλέσει συμφύσεις. Ο οπαρογονισμός δε του εντέρου, που έγινε από τον εναγόμενο δεν έγινε από αμέλεια του χειρουργού αλλά έγινε στην προσπάθειά του ν' αποκατασταθεί και περισωθεί αυτός. Και ναι μεν στη Γερμανία ότι ήταν "κολημμένο" (έγινε εκτομή) ήτοι αφαιρέθηκε πλην όμως είναι άγνωστο το μήκος του εντέρου, που έχει παραμείνει και αν δεν πάσχει από σύνδρομο βραχέως εντέρου ο ενάγων. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι όπως αποδεικνύεται από το ιστορικό κατά την τρίτη είσοδο του ασθενούς στο Αρεταίειο από τους θεράποντες ιατρούς ετέθη σαφώς η ένδειξη για μία τέτοιου είδους επέμβαση που έγινε στη Γερμανία, κατά τα ανωτέρω αλλά αρνήθηκε ο ίδιος ο ενάγων και τα περιβάλλον την επέμβαση και στις 9/4/1992 εξήλθε σε βαρεία κατάσταση (εμετοί, ουδέν από το στόμα, στοιχειώδης κάλυψη αναγκών και με ορούς κατ' οίκον βλ. κατάσταση ασθενούς). Με τις σκέψεις αυτές δεν αποδεικνύεται ότι η σωματική βλάβη, που προκλήθηκε στον ενάγοντα οφείλεται σε παράβαση από τον εναγόμενο κοινώς αναγνωριζόμενων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και σε έλλειψη επιμέλειας και προσοχής αυτών αλλά αντιθέτως αποδεικνύεται ότι αυτός ενήργησε κατά τους ανωτέρω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και τα στη διάθεσή του μέσα ο συνετός και επιμελής ιατρός καθόσον αυτός διέγνωσε την νόσο, εφήρμοσε όμως μία από τις περισσότερες εξίσου υποστηριζόμενες στην επιστήμη θεραπευτική αγωγή που στη συγκεκριμένη περίπτωση απέτυχε και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται υποχρέωση αυτού για αποζημίωση του ενάγοντος συμφώνως και προς τα όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας για το λόγο ότι αν εφάρμοζε άλλη θεραπεία θα αποφεύγονταν η συγκεκριμένη σωματική βλάβη. Σημειωτέον ότι επί μηνύσεως του ενάγοντος κατά του Κ. Κ. και του εναγομένου για σωματική βλάβη από αμέλεια παρά υπόχρεου, εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 1820/1995 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών με το οποίο εαυτό αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγ/νων για την προναφερομένη αξιόποινη πράξη, που φέρεται ότι τέλεσαν σε βάρος του παθόντος - ενάγοντος. Πρέπει ακολούθως, ν' απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Δεν έσφαλε συνεπώς και κατά την κρίση του Δικ/ρίου αυτού η εκκαλουμένη ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 Α.Κ. και 24 του Α.Ν.1565/1939, που, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι: α ) η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ιατρού μη αφαίρεση του κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως, μήκους 1-2,5 εκ., το οποίο είχε απομείνει από την πρώτη εγχείρηση που πραγματοποίησε πριν από ένα χρόνο ο χειρουργός ιατρός Κ. Κ. , δεν ήταν αναγκαία, διότι το κολόβωμα αυτό δεν παρουσίαζε κατά την επέμβαση που έκανε ο αναιρεσίβλητος φλεγμονή, όπως δεν παρουσίαζε φλεγμονή και κατά την επακολουθήσασα στη Γερμανία ιατρική εξέταση και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση στον ασθενή συμφύσεων και περαιτέρω αποφρακτικού ειλεού, τούτο δε δέχθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και όχι πιθανολόγησης, β ) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επέμβασης στο "Αθήναιο", αλλά απλώς έκανε λύση συμφύσεων, ενώ στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελική αναστόμωση, η οποία αφορά την φυσιολογική αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού σωλήνα του ασθενούς, που δεν δημιουργεί κυκλική κυκλοφορία των τροφών, γ ) ότι ο απορρογονισμός του εντέρου κατά τη διάρκεια λύσης των στέρεων συμφύσεων ήταν αναπόφευκτος και δεν εξαρτάται από την προσωπική ικανότητα και εμπειρία του ιατρού, δ ) ότι τα τμήματα του επιπλόου που αφαιρέθηκαν ήταν κατεστραμμένα υπολείμματα ιστών και ήταν ιατρικά επιβεβλημένο να αφαιρεθούν, διότι η παραμονή τους εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας θα δημιουργούσε εστίες φλεγμονής και δημιουργίας περαιτέρω συμφύσεων, ε ) ότι η σκωληκοειδής απόφυση ήταν μεν κατά τον χρόνο της πρώτης εγχείρισης που διενήργησε ο ιατρός Κ. φλεγμονώδης με περισκωληοειδή φλεγμονή (τοπική περιτονίτιδα), χωρίς όμως σημεία διάτρησης και γενικευμένης περιτονίτιδας., στ') ότι η τοπική ως άνω περιτονίτιδα (που προκλήθηκε κατά την πρώτη εγχείρηση που ενήργησε ο ιατρός Κ. ) σε συνδυασμό με την προδιάθεση του οργανισμού του ασθενούς και τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις ήταν η αιτία της δημιουργίας των συμφύσεων και εντεύθεν του ειλεού. Καταλήγει δε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεν υπέχει ευθύνη για τις επιπλοκές της υγείας του αναιρεσιβλήτου. Για την πληρότητα της αιτιολογίας το Εφετείο δεν ήταν απαραίτητο να παραθέσει στην απόφασή του το πλήρες περιεχόμενο της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που το ίδιο διέταξε και το πόρισμα της οποίας σαφώς υιοθετεί Οι παραδοχές του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος α ) "δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει να αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού (παχέως εντέρου)" και β ) "ότι δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επέμβασης, αλλά έκανε λύση συμφύσεων", δεν αντιφάσκουν με άλλες παραδοχές και συγκεκριμένα με την παράθεση στην απόφαση της κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσείοντος H. S. , ιατρού της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Μονάχου, ότι το "υπόλειμμα ήταν φλεγμονώδες και ότι είχαν δημιουργηθεί πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες", διότι το δικαστήριο δεν υιοθετεί, αλλά παραθέτει την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα για την αιτιολόγηση και μόνο της διαταχθείσης περαιτέρω ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ενόψει των αντιθέτων προς την κατάθεση αυτή θέσεων και πορισμάτων του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Δ. Λ. , χειρουργού ιατρού, την επί του ζητήματος δε αυτού θέση του άνω Γερμανού ιατρού αποκρούει ευθέως το Εφετείο. Αναφορικά με την αιτία παράλειψης του ιατρού Κ. να αφαιρέσει ολοσχερώς την σκωληκοειδή απόφυση, η περαιτέρω αναφορά του Εφετείου ότι "τα ίδια ισχύουν και ως προς την μη ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τον εναγόμενο", συνδέεται προδήλως με την αμέσως επόμενη παραδοχή του ότι (σε κάθε περίπτωση) δεν ήταν ιατρικώς ενδεδειγμένη η λύση των συμφύσεων του παχέως εντέρου στην περιοχή του τυφλού για τη διερεύνηση κολοβώματος, καθόσον, όπως είχε δεχθεί σε προηγούμενη σκέψη του, υπήρχε κίνδυνος κακώσεων του τοιχώματος του εντέρου με καταστροφικές συνέπειες για την υγεία και τη ζωή του ασθενούς και δεν υποδηλώνει ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να αφαιρέσει το κολόβωμα, επειδή αυτό ήταν φλεγμονώδες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν κατά την (τρίτη κατά σειρά) εγχείρηση που διενήργησε ο εναγόμενος το κολόβωμα της απόφυσης ήταν φλεγμονώδες ή όχι και αν από τη φλεγμονή αυτή προκλήθηκαν οι συμφύσεις και εντεύθεν ο ειλεός και επί του ζητήματος αυτού το Εφετείο δέχθηκε ότι το κολόβωμα δεν ήταν φλεγμονώδες, όπως δεν ήταν και κατά την εξέτασή του στη Γερμανία και ότι περαιτέρω οι συμφύσεις προκλήθηκαν και εντεύθεν ο ειλεός από την τοπική περιτονίτιδα που είχε δημιουργηθεί κατά την πρώτη εγχείρηση του ασθενούς από τον ιατρό Κ. , σε συνδυασμό με την προδιάθεση του ασθενούς και τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις. Το σαφές δηλαδή πόρισμα του Εφετείου είναι ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μη αφαίρεσης από τον εναγόμενο του κολοβώματος της σκωληκοειδούς απόφυσης και της προκλήσεως των συμφύσεων και εντεύθεν του ειλεού. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα στο αν η σωματική βλάβη την οποία υπέστη ο αναιρεσείων οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσιβλήτου χειρουργού, ήτοι αν αυτός ενήργησε κατά τους κοινώς αναγνωριζόμενους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis) ή κατά παράβαση των κανόνων αυτών και χωρίς να επιδείξει την οφειλόμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός και επιμελής ιατρός κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και τα στη διάθεση του μέσα. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι εξής παραδοχές: 1) α) "Και ναι μεν αυτός (ο εναγόμενος) δεν προέβη στην ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως, όμως δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει ν' αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού - (παχέως εντέρου)" και β) "...το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων από τον χειρουργό Κ. Κ. στο Ιπποκράτειο η σκωληκοειδής απόφυση ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση και πιθανόν αυτό να συνετέλεσε το να μη καταστεί δυνατόν ν' αφαιρεθεί ολόκληρη η σκωληκοειδής απόφυση (στην πρώτη αυτή εγχείρηση - αδυναμία προσπελάσεως σε φλεγμονούσα περιοχή) και ν' αφαιρέσει ο πρώτος χειρουργός ένα μικρό "κολόβημα" 1-5,2 εκατοστά.... Τα ίδια ισχύουν και ως προς τη μη ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τον εναγόμενο". Οι πιο πάνω παραδοχές είναι ασαφείς εξαιτίας της χρήσεως σ' αυτές των αορίστων εκφράσεων "δεν είχε κανένα λόγο" και "πιθανόν" αντίστοιχα, επί πλέον δε και αντιφατικές, αφού κατά την πρώτη (με το στοιχείο α) όταν έγινε η πρώτη χειρουργική επέμβαση από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα δεν υπήρχε φλεγμονή του μη αφαιρεθέντος από τον ιατρό Κ. Κ. κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως του, ενώ κατά τη δεύτερη (με το στοιχείο β) υπήρχε μεν φλεγμονή του κολοβώματος αλλά ο αναιρεσίβλητος δεν το αφαίρεσε λόγω αδυναμίας προσπελάσεως στη φλεγμαίνουσα περιοχή. 2) α) "Ειδικότερα, στις 16/4/1992, (ο ενάγων) εγχειρίστηκε από τον επιμελητή Ρ. , (R. ), κατά την οποία ο ιατρός αυτός βρήκε ένα υπόλοιπο τμήμα σκωληκοειδούς αποφύσεως μήκους 2 εκατοστών, το οποίο κατά τη διατύπωση του στην έκθεση χειρουργείου "....είχε αφαιρεθεί μόνο στη μύτη της και όχι από την εκφυτική της βάση". Το τμήμα αυτό αφαιρέθηκε από τον ανωτέρω ιατρό, κρίθηκε ακόμη απαραίτητη μία εκτεταμένη εκτομή του λεπτού εντέρου, επειδή το λεπτό έντερο είχε κατατριβεί έως 10 εκατοστά και επειδή επιπλέον υπήρχαν πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες", β) "Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επεμβάσεως στο "Αθήναιον" αλλά απλώς έκανε λύση των συμφύσεων ενώ στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελικά τελική αναστόμωση, η οποία αφορά την φυσιολογική αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού σωλήνα του ασθενούς που δεν δημιουργεί ποτέ κυκλική κυκλοφορία των τροφών συμφώνως προς τους κανόνες της σύγχρονης ιατρικής" και γ) "Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι (ο εναγόμενος) δημιούργησε εντεροαναστομώσεις και εντερικούς έλικες τυφλής απολήξεως, αφού και κατά τις δύο επεμβάσεις περιορίστηκε στη λύση των συμφύσεων". Οι πιο πάνω παραδοχές είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη (με το στοιχείο α) και μάλιστα με την τελευταία πρόταση αυτής (που δεν συνιστά παράθεση ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ούτε παράθεση του περιεχομένου οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου) το εφετείο δέχεται ότι μετά τις δύο επεμβάσεις που έγιναν από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα είχαν δημιουργηθεί στον τελευταίο πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες, με τη δεύτερη (με το στοιχείο β) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επεμβάσεως στο "Αθήναιον" αλλά ότι απλώς έκανε λύση των συμφύσεων και ότι στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελικοτελική αναστόμωση, με την τρίτη δε (με το στοιχείο γ) ότι και κατά τις δύο επεμβάσεις ο αναιρεσίβλητος περιορίστηκε στη λύση των συμφύσεων. Σημειώνεται ότι η ασάφεια των παραδοχών της προσβαλλομένης επιτείνεται λόγω της εσφαλμένης αναγραφής πολλών λέξεων και ιδίως ιατρικών όρων, η οποία καθιστά το περιεχόμενο της δυσνόητο, όπως: α) ήταν έντονα "διατεταγμένες" ("διατεταμένες";) οι έλικες του λεπτού εντέρου, β) τον "αυτό" ("αυλό";) του ειλεού, γ) την "ειλεοτυφική" ("ειλεοτυφλική";) βαλβίδα, δ) "εγκυστάμένη" ("εγκυστωμένη";) συλλογή ορώδους υγρού, ε) του λεπτού εντέρου που ήταν "καθυλωμένο" ("καθηλωμένο";), στ) αναφέρει επεισόδια εμέτων "τρομώδους" ("τροφώδους";) περιεχομένου, ζ) "αναφέρθηκε" ("αφαιρέθηκε";) μικρό τμήμα λεπτού εντέρου, η) έντονος παφλασμός και "διάσταση" ("διάταση";) στομάχου, θ) "περιτονιακή" ("περιτοναϊκή";) κοιλότητα, ι) "κολόβημα" ("κολόβωμα";), ια) οι συμφύσεις υποτροπιάζουν λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων "συμφυσιολύσεις" ("συμφυσιολύσεως";), ιβ) σε όσο περισσότερες χειρουργικές επεμβάσεις "συμφολύσεις" ("συμφυσιολύσεως";) υποβληθεί κάποιος τόσο πιθανότερο είναι να ξαναναπτύξει συμφύσεις, ιγ) "παραγονισμοί" ("απορογονισμοί";) και ιδ) "οπαρογονισμός" ("απορογονισμός";). Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του δικαστηρίου, έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται σαφούς, πλήρους και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη μη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 24 του Α.Ν. 1565/1939, 652, 330 και 914 Α.Κ. και δέχθηκε εντελώς εσφαλμένα ότι " δεν αποδείχθηκε αμέλεια του εναγομένου, καθόσον αυτός δήθεν ενήργησε κατά τους κανόνες της ιατρικής τέχνης και επιστήμης, ότι πράγματι αυτός δεν προέβη στην αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως, όμως δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει να αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού και ότι δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις κατά τη διάρκεια των επεμβάσεων. Έκρινε δε περαιτέρω, εσφαλμένως, ότι δεν αποδεικνύεται, ότι η σωματική βλάβη που προκλήθηκε σε μένα, οφείλεται σε παράβαση από τον αναιρεσίβλητο, κοινώς αναγνωριζομένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και σε έλλειψη επιμελείας και προσοχής αυτών, αλλά αντιθέτως, ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε κατά τους ανωτέρω κανόνες (Leges artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, ο συνετός και επιμελής ιατρός, δεχόμενη ότι ο αντίδικος διέγνωσε μεν τη νόσο, εφάρμοσε όμως μια από τις περισσότερες εξ ίσου υποστηριζόμενες στην επιστήμη θεραπευτική αγωγή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση απέτυχε, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται υποχρέωση του για αποζημίωση ", ενώ από την κατάθεση του Γερμανού ιατρού H. S. και τα έγγραφα της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Μονάχου "Λουδοβίκος Μαξιμιλιανός", στην οποία νοσηλεύτηκε στη συνέχεια ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε παρά τους αναγνωριζόμενους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, οι οποίοι επέβαλαν την αφαίρεση του κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως, την μη πρόκληση εντεροαναστομώσεων και την αποφυγή αφαίρεσης του οσφυϊκού χιτώνα, ακολούθησε δε μη εσφαλμένη και μη εξ ίσιου αναγνωριζόμενη θεραπευτική μέθοδο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα και παρατίθενται κατά την έρευνα του προηγούμενου αναιρετικού λόγου δεν στοιχειοθετούν αμελή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και δεν πληρούν το πραγματικό των άνω διατάξεων, κατά το μέρος δε που ο ίδιος λόγος, υπό την επίφαση της θεμελιώσεως του στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ) είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Απριλίου 2008 αίτηση του Α. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , για αναίρεση της υπ' αριθ. 5196/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2011. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αδικοπραξία. Ιατρική ευθύνη. Αναίρεση. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρθο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Αβάσιμοι ( απορρίπτει αναίρεση κατά της 5196/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
null
null
2
Αριθμός 217/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπαχρονόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2535/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7267/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-10-2002 αίτησή του. Εκδόθηκε η 125/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την σειρά του εξέδωσε την 7568/2006 μη οριστική και 8398/2007 οριστική απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 30-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής : Ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-6-1998 αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος τη σύναψη μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας σύμβασης ασφάλισης των εντός της οικίας του κινητών πραγμάτων κατά του κινδύνου κλοπής για το χρονικό διάστημα από 9-1-1997 έως 9-1-1998 και την επέλευση στις 3-12-1997 του ασφαλιστικού κινδύνου, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση την εκ δρχ. 2.585.000 αξία των κλαπέντων πραγμάτων. Η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 2535/2001 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγόμενης ότι με συμβατικό όρο είχαν εξαιρεθεί της ασφάλισης τα κλαπέντα κινητά (χρήματα και κοσμήματα). Κατά της παραπάνω αποφάσεως άσκησε έφεση ο ενάγων, η οποία απορρίφθηκε με την 7267/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αποφάσεως άσκησε ο ενάγων-εκκαλών αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την 125/2005 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου για εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2496/1997. Με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η ένδικη σύμβαση ασφάλισης διέπεται όχι από τις διατάξεις των άρθρων 189 και 192 του Εμπ.Ν, όπως είχε δεχθεί το Εφετείο, αλλά από τις διατάξεις του Ν. 2496/1997, εφόσον η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του και επομένως εφαρμογή είχε και η παρ. 4 του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, που αναφέρεται στους γενικούς και ειδικούς ασφαλιστικούς όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτοί δεσμεύουν τον ασφαλισμένο, για τα οποία περιστατικά η απόφαση του Εφετείου δεν έφερε αιτιολογίες. Το δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας εκ νέου την έφεση και τους πρόσθετους λόγους που εν τω μεταξύ ασκήθηκαν, δεχόμενο ότι ο όρος του ασφαλιστηρίου που εξαιρούσε από την ασφάλιση ορισμένα κινητά πράγματα, όπως τα κλαπέντα, δεν δέσμευε τον ενάγοντα ασφαλισμένο, διότι αποτελούσε παρέκκλιση από την αίτηση ασφάλισης και η αναιρεσίβλητη δεν είχε τηρήσει τους ορισμούς των παρ. 4 και 5 του Ν. 2496/1997 υπό τους οποίους και μόνο θα ίσχυαν οι ανωτέρω ασφαλιστικού όροι και παρεκκλίσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε αυτήν εν μέρει με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθ. 8398/2007 απόφασή του. Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο. Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση. Κατά δε την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται ρητά εντός δεκατεσσάρων ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του ίδιου νόμου η ισχύς των άρθρων 1 έως 33 αρχίζει έξι (6) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα εξής : Ο Ν. 2496/1997 έχει εφαρμογή όχι μόνο επί των καταρτιζομένων μετά την έναρξη της ισχύος του (17-11-1997) συμβάσεων ασφάλισης, αλλά και επί εκείνων που καταρτίσθηκαν μεν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του (Α.Π. 231/2010, 2332/2009, 1825/2008, 293/2008, 1308/2007, 109/2007). Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύμβαση διέπεται από γενικούς και ειδικούς όρους ή φέρει παρεκκλίσεις από την αίτηση ασφάλισης και ο ασφαλιστής παραλείψει να εκπληρώσει τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν από τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 2 του Ν. 2496/1997 ανωτέρω υποχρεώσεις προς τον λήπτη της ασφάλισης, εισάγεται απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 191 παρ. 2 και 192 του Α.Κ. και θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε από την αρχή, στην περίπτωση μεν της παρ. 4 με το περιεχόμενο που ορίζει η παρ.6, στη δε περίπτωση της παρ.5 με περιεχόμενο σύμφωνο με την αίτηση ασφάλισης, χωρίς τις αναφερόμενες σ' αυτήν παρεκκλίσεις, οι οποίες προστέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου. Οι βαρύνουσες τον ασφαλιστή υποχρεώσεις μπορούν να εκπληρωθούν από αυτόν και στις ασφαλιστικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2496/1997, η οποία ακριβώς για τον σκοπό αναπροσαρμογής των παλαιών συμβάσεων στις απαιτήσεις του νέου νόμου μετατέθηκε επί εξάμηνο από την ψήφιση του νόμου ( Α.Π. 125/2005 ). Και επί των συμβάσεων αυτών ( παλαιών ) είναι δυνατή η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης του ασφαλισμένου, η προθεσμία του οποίου αρχίζει στην περ. της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 2496/1997 από της παραδόσεως του (αναπροσαρμοσμένου) ασφαλιστηρίου και στην περ. της παρ. 6 του ίδιου άρθρου από της πληρωμής του πρώτου (μετά την αναπροσαρμογή) ασφαλίστρου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο το αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 και 6 του Ν. 2496/1997, η οποία ως άνω προβλέπει το δικαίωμα εναντίωσης του ασφαλισμένου στους γενικούς και ειδικούς όρους και στις παρεκκλίσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έχει εφαρμογή και επί της ένδικης συμβάσεως ασφάλισης που καταρτίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2496/1997 (17-11-1997), αλλά η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του άνω νόμου, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 και 6 του Ν. 2496/1997, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου, για το λόγο ότι το δικαίωμα εναντίωσης του λήπτη της ασφάλισης προϋποθέτει κατά την έννοια των άνω διατάξεων μη ενεργό ασφαλιστική σύμβαση και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ του ν. 2496/97. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι με αυτόν προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου κατά το τμήμα της που συμμορφώθηκε προς την αναιρετική υπ' αριθ. 125/2005 αναιρετική απόφαση, η οποία έκρινε επί του νομικού ζητήματος, αν επί της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που καταρτίσθηκε πριν από την ισχύ του ν. 2496/1997 αλλά η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την ισχύ του νόμου αυτού, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Εμπορικού Νόμου ή οι διατάξεις του Ν. 2496/1997 και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 2, δεχθείσα ότι εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Ν. 2496/1997, κρίση η οποία δεσμεύει όχι μόνο το δικαστήριο της παραπομπής, αλλά και το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν επιλαμβάνεται εκ νέου της υποθέσεως (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ). Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δικαίωμα εναντίωσης του λήπτη της ασφάλισης δεν προϋποθέτει υπό κατάρτιση (μη ενεργό) σύμβαση, αφού αυτή θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι καταρτίστηκε με ορισμένο περιεχόμενο και ανατρέπεται μόνο με εναντίωση του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον προηγουμένως έχουν τηρηθεί από τον ασφαλιστή οι υποχρεώσεις που τον βαρύνουν. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-4-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 8398/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση ασφάλισης κινητών πραγμάτων κατά τον Ν. 2496/1997. ¨όταν διέπεται από γενικούς και ειδικούς όρους πρέπει ο ασφαλιστής να μνημονεύει αυτούς στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης μαζί με το ασφαλιστήριο, άλλως η σύμβαση θεωρείται ότι έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2. Παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου από την αίτηση ασφάλισης. Για να δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης πρέπει ο ασφαλιστής να τον ενημερώσει για τις παρεκκλίσεις και για το δικαίωμα του να εναντιωθεί σ’ αυτές, χορηγώντας σ’ αυτόν υπόδειγμα εναντίωσης, άλλως η σύμβαση θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι καταρτίσθηκε σύμφωνα με την αίτηση ασφάλισης, χωρίς τις παρεκκλίσεις. Ο Ν. 2496/19979 έχει εφαρμογή και επί των συμβάσεων που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ του, αν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του. Απορρίπτεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της 8398/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών).
null
null
0
Αριθμός 225/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Μ. - Π. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΜΙΘΡΙΟ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάλλιο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7904/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1507/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ. αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί (ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας) εξετάζεται, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμος της 6-10-2009, κατά την οποία, όμως, ματαιώθηκε. Ύστερα από την από 25-11-2009 κλήση του αναιρεσείοντος, υπογραφομένη από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Παλαιογιάννη, ορίσθηκε για την συζήτηση της αίτησης η δικάσιμος της 25-1-2011. Κατ' αυτήν και όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει την συζήτηση, καθόσον η νομίμως παριστάμενη αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, έκθεση επίδοσης της σχετικής κλήσης προς τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα, στην περίπτωση που αυτή επισπεύδει την συζήτηση, ούτε την κλήση που της επιδόθηκε, αν επισπεύδων είναι ο αναιρεσείων. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτή της ένδικης αίτησης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της, από 11-9-2008, αίτησης του Α. Σ., για αναίρεση της 1507/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της, από 11-9-2009, αίτησης.
null
null
2
Αριθμός 226/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πούλλο. Της αναιρεσίβλητης: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 949/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6595/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-1-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 4 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά µε την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο µε το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της εποµένης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την εργασιακή σχέση επέρχεται, εφόσον αυτή υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, αλλά και αν δεν έχει λήξει µε νόμιμο τρόπο, όπως συμβαίνει όταν η καταγγελία της σύμβασης, που έγινε από την εργοδοτική επιχείρηση είναι, για οποιονδήποτε τρόπο, άκυρη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δε συνιστά αυτή καθ' αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Η εν λόγω διάταξη καθιερώνει έναν αυτοτελή λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, ο οποίος ισχύει παράλληλα µε άλλους λόγους ακυρότητας η δε απαγόρευση που θεσμοθετεί αφορά τόσο τον μεταβιβάζοντα, όσο και τον διάδοχο. Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης µε μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πιο πάνω π.δ και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει απολύσεις, που σκοπεύουν στη λήψη μέτρων µε σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση της επιχείρησης και την εξυγίανσή της, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για να βελτιώσουν τις προοπτικές πώλησης της επιχείρησης και συνδέονται χρονικά µε τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 KΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ασαφώς, ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται µε πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 15-5-2002 από την ανώνυμη εταιρεία µε την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ Χρηματοδοτικών Μισθώσεων" µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου αρχικά χρόνου, η οποία ακολούθως κατέστη αορίστου, ως υπάλληλος γραμματείας. Σ' αυτήν, εκτός από τα γραμματειακά καθήκοντα, ανατέθηκε και η αποτύπωση και ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων των πελατών. Ακολούθως τοποθετήθηκε στο Τμήμα Πιστοδοτήσεων ως βοηθός Προϊσταμένου και απασχολούνταν πέραν της αποτύπωσης και ανάλυσης των οικονομικών καταστάσεων και µε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών και τη διαμόρφωση εισηγητικών προτάσεων, για την κατάρτιση σχετικών συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ότι, ενώ η εργασιακή σχέση της αναιρεσίβλητης εξελισσόταν ομαλά και ήταν απολύτως επωφελής και για την εργοδότιδα, κατά τα μέσα Δεκεμβρίου 2006 η τελευταία ανακοίνωσε σ' αυτήν ότι, ενόψει συγχωνεύσεως της από η μητρική της εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) με απορρόφηση, θα προβεί σε απολύσεις τεσσάρων, από τους δέκα συνολικά, υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και της ίδιας (της αναιρεσίβλητης). Ότι ακολούθως η εργοδότιδα της προέβη στην από 22-12-2006 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. Πράγματι, μετά τη δημοσίευση, στις 7-8-2006, του ν. 3483/2006, που επέτρεπε στις τράπεζες να παρέχουν υπηρεσίες χρηματοδοτικών μισθώσεων, η δεύτερη εναγομένη (ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ) αποφάσισε τη συγχώνευση σ' αυτήν της θυγατρικής της, πρώτης εναγομένης (ΑΤΤΙΚΗΣ ΛΗΖΙΝΓΚ). Ειδικότερα, στην από 17-8-2006 μελέτη της δεύτερης εναγομένης, που καταρτίστηκε κατόπιν εντολής του Προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου αυτής και υποβλήθηκε στο Διοικητικό της Συμβούλιο, αναπτύχθηκαν τα οφέλη από την παροχή χρηματοδοτικών μισθώσεων απευθείας από την ίδια την Τράπεζα, τα οποία συνίσταντο στη μείωση του χρηματοδοτικού κόστους, στην απλοποίηση των διαδικασιών και μηδενισμό των λειτουργικών εξόδων των τυπικών υποχρεώσεων διατήρησης μιας ανώνυμης εταιρείας, στη μείωση του λειτουργικού κόστους παροχής της υπηρεσίας leasing (µε τη μείωση του προσωπικού και τη μείωση έτσι κόστους μισθοδοσίας) και στα κίνητρα που παρουσιάζονται για τα καταστήματα της Τράπεζας να αυξήσουν τη δραστηριότητά τους στο leasing". Έτσι, προτάθηκε η συγχώνευση της πρώτης εναγομένης στην δεύτερη, µε απορρόφηση από αυτήν, καθώς και η σύζευξη των υπηρεσιών leasing (υπηρεσίες χρηματοδοτικής μίσθωσης) της απορροφώμενης εταιρείας με τις υπηρεσίες factoring (υπηρεσίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων) της απορροφώσας εταιρείας και η υπαγωγή τους σε μια νέα κοινή Διεύθυνση Leasing Factoring. Στην ίδια μελέτη επισημάνθηκε επίσης, ότι "το ήδη πλεονάζον προσωπικό του Leasing (της απορροφώμενης εταιρείας) θα καταστεί υπεράριθμο και μάλιστα στα Τμήματα Ανάπτυξης Εργασιών, Παρακολούθησης Απαιτήσεων, Οικονομικών Υπηρεσιών και Πιστωτικής Ανάλυσης, όπου ορισμένες θέσεις εργασίας υπερκαλύπτονται από το προσωπικό της Τράπεζας". Στις 6-9-2006 εγκρίθηκε από το ΔΣ της δεύτερης εναγομένης η ως άνω μελέτη και οι διαδικασίες συγχώνευσης της πρώτης εναγομένης δια απορροφήσεως σ' αυτήν (δεύτερη εναγομένη) και η δημιουργία νέας Διεύθυνσης Υπηρεσιών Leasing και Factoring. Ανάλογη απόφαση συγχώνευσης της από την ανωτέρω μητρική της εταιρεία, έλαβε στις 12-12-2006 και το ΔΣ της πρώτης εναγομένης, ενώ αποφάσισε επίσης, ότι από 1-1-2007 όλες οι πράξεις (leasing) της θα διενεργούνται για λογαριασμό της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ. Οι αποφάσεις περί συγχωνεύσεως των δύο εταιρειών (οι οποίες λήφθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 69 επ και 78 του κ.ν.2190/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/1997 και άρθρα 1 - 5 του ν. 2166/1993), εγκρίθηκαν µε την υπ' αριθ. Κ2-18191/20.12.2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε αυθημερόν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του ανωτέρω Υπουργείου και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ µε αριθμό 14357/21-12-2007 του τεύχους ΑΕ και ΕΠΕ για την εναγομένη ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ και στο ΦΕΚ µε αριθμό 14468/27-12-2007 του ίδιου τεύχους για την εναγομένη "ΑΤΤΙΚΗΣ ΛΗΖΙΝΓΚ" . Εξάλλου, το ΔΣ της πρώτης εναγομένης (ΑΤΤΙΚΗΣ ΛΗΖΙΝΓΚ) αποφάσισε από 19-12-2006 "τη λύση των συµβάσεων εργασίας των Ι. Τ., Α. Ο., Μ. Κ. και Δ. Λ., λόγω συγχώνευσης της εταιρείας µε απορρόφηση της από τη μητρική της εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ". Έτσι, από 22-12-2006 καταγγέλθηκαν από την πρώτη εναγομένη οι συµβάσεις εργασίας των ως άνω υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, και στη συνέχεια τοποθετήθηκαν στις αντίστοιχες θέσεις, στο Τµήµα Leasing της δηµιουργηθείσας νέας Διεύθυνσης Leasing Factoring της δεύτερης εναγομένης υπάλληλοι της τελευταίας, που μετακινήθηκαν από διάφορες άλλες Διευθύνσεις και τμήματα της. Έτσι στη θέση της ενάγουσας στο Τμήμα Πιστοδοτήσεων, τοποθετήθηκε ο υπάλληλος Π. Β., μετακινηθείς από άλλο τμήμα της εναγομένης Τράπεζας. Στη θέση της Α. Ο., Προϊσταμένης του Τµήµατος Παρακολούθησης Απαιτήσεων, τοποθετήθηκε η υπάλληλος Ά. Μ. που μετακινήθηκε από τη Διεύθυνση της Καταναλωτικής Πίστης της εναγομένης Τράπεζας. Επίσης, τα αντίστοιχα καθήκοντα µε της Μ. Κ., που εργαζόταν στο Λογιστήριο της απορροφηθείσας εταιρείας, άρχισαν να εκτελούνται από την Α. Δ., υπάλληλο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης SECURICON, η οποία, µέχρι τότε, παρείχε υπηρεσίες στην εναγομένη Τράπεζα στο αντικείμενο Factoring, δυνάµει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών της εταιρείας της µε την τελευταία. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, καταλήγει το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε για λόγους οικονομικούς ή τεχνικούς ή οργάνωσης της επιχείρησης της εργοδότιδας της, πρώτης εναγομένης και που, για την αντιμετώπιση τους, είχε κρίνει αυτή απαραίτητη τη μείωση του προσωπικού της. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι έγινε αποκλειστικά, λόγω της συγχώνευσής της στη δεύτερη εναγομένη και προκειμένου να ωφεληθεί η τελευταία από τη μείωση των λειτουργικών της εξόδων και δη της καταβολής μισθών, όπως ρητά αναφέρεται στην προαναφερόμενη μελέτη της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει, ως προς την αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 ν.δ. 178/2002, που προαναφέρθηκε καθώς και των άρθρων 6 παρ. 1 ν.δ. 2112/1929, 9 παρ. 1 β. δ. 16/18-7-1920 και 8 π.δ. της 8-12-1928, που αναφέρονται στην προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά µε το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, στην οποία προέβη η μεταβιβάζουσα επιχείρηση, έγινε ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή µη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Οι εν λόγω δε αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα περί ακυρότητας της γενόµενες καταγγελίας, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002. Οι λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, που αναφέρονται στην διάδοχο επιχείρηση και ήδη αναιρεσείουσα, και ειδικότερα στην έλλειψη σχετικά µε αυτήν των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο του ιδίου π.δ., είναι πλεοναστικές, ενόψει του ότι η καταγγελία έλαβε χώρα πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, µε τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο τόσο ευθεία όσο και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19), είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που οι αποδιδόμενες αιτιάσεις αναφέρονται στις προαναφερόμενες πλεοναστικές αιτιολογίες, είναι αλυσιτελείς. Ο πρώτος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 KΠολΔ., λόγος αναίρεσης, µε τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, που έγινε κατά την αποδεικτική διαδικασία µε την επίκληση, προς επιστήριξη της επικουρικής βάσεως της αγωγής, περί ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής λόγω µη τηρήσεως των κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων, υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, αντί των εργαζομένων της εργοδότιδας, που επικαλέστηκε µε την αγωγή, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού, από τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι έγινε δεκτή οποιαδήποτε μεταβολή της βάσεως της αγωγής, η δε αναφορά υπαλλήλων της αναιρεσείουσας γίνεται στις προαναφερόμενες πλεοναστικές αιτιολογίες της εν λόγω απόφασης, οι οποίες δεν αναφέρθηκαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα, αλλά για να στηρίξουν µη αυτοτελείς ισχυρισμούς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 16-12-2009, αίτηση αναιρέσεως της 6595/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002 και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει απολύσεις, που σκοπεύουν στη λήψη μέτρων με σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση της επιχείρησης και την εξυγίανσή της, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για να βελτιώσουν τις προπτικές πώλησης της επιχείρησης και συνδέονται χρονικά με τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση.
null
null
0
Αριθμός 227/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14α ν. 3429/2005, που προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008, νομίμως εκπροσωπουμένης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ - Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 825/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο: α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της οµοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο. Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα Δηµοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, µε αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσμα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτημα αιτιώδους συνάφειας. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί - στην εργοδοτική παρανομία. Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφό της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να εκθέτει σ' αυτήν: α) Την οικειοθελή παροχή στην οποία προέβη ο εργοδότης σε άλλους μισθωτούς, β) τα ονοματεπώνυμα αυτών, γ) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχουν δ) τα προσόντα αυτών και ε) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες υπό τις οποίες την προσφέρει, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ο εργοδότης, προσφέροντας οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς του και εξαιρώντας από αυτές τον ενάγοντα, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Τα παραπάνω ισχύουν και για το δικηγόρο, που παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με έμμισθη εντολή και πάγια περιοδική αμοιβή, έστω και αν αυτός, ως άμισθος δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός (άρθρα 1 εδ.α, 38 ν.δ. 3026/1954), δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία. Στην προκειμένη περίπτωση από τα παρακάτω αναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Στην από 27-12-2005 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, εκθέτει ότι στην εναγομένη Ανώνυμη εταιρεία προσλήφθηκε στις 8-9-1971, αρχικά ως διοικητικός υπάλληλος αυτής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το ίδιο έτος 1971 και συγκεκριμένα στις 19.5.1971 προσλήφθηκε στην ίδια εταιρεία η Α.-Σ. Φ.-Ν., ως συνοδός εδάφους, μεταταγείσα σε διοικητικό υπάλληλο το έτος 1973 (11-2-1973). Στις 24.11.1982 η μέχρι τότε σχέση των με την εταιρεία μετατράπηκε, σε σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι έκτοτε με πάγια μηνιαία αντιμισθία, ονομάσθηκαν αμφότεροι από την ίδια άνω ημερομηνία 24.11.1982 δικηγόροι της εταιρείας και τους χορηγήθηκε γενικό δικαστικό πληρεξούσιο, σύμφωνα µε το 2706/24-11-1982 έγγραφο του τότε Διευθυντή Δικαστικού. Η ονομασία των αυτή ως δικηγόρων έγινε, χωρίς ποτέ να λυθεί η προϋφιστάμενη σύµβασή τους µε την εταιρεία, αλλά απλά αυτή μετατράπηκε σε σύμβαση έµµισθης εντολής δικηγόρου αορίστου χρόνου, αµειβόµενοι έκτοτε κατά τα οριζόμενα στην ατομική σύμβαση εµµίσθου εντολής των, στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και στις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1093/80. Από την ίδια άνω ημερομηνία (24-11-1982) διακόπηκε η ασφάλισή τους στο Ι.Κ.Α. και ασφαλίσθηκαν στο Ταμείο Νομικών, ΚΕΑΔ και ΤΠΔΑ. Η κατά τα άνω υπηρεσία τους στην εταιρεία είναι συνεχής από της ημερομηνίας πρόσληψής των (8-9-1971) μέχρι και 16-9-2004 οπότε εκείνος διαγράφηκε από τη δύναμη του προσωπικού της εναγομένης συμπληρώσας τις συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις υποχρεωτικής αποχώρησης. Η κατά τα άνω ονομασία των ως δικηγόρων έγινε µε την έγκριση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και γνωστοποιήθηκε προς το θεσμικό τους όργανο (Δ.Σ.Α.), σε εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 1093/80. Η ίδια άνω γνωστοποίηση - ενημέρωση επαναλήφθηκε δια του υπ' αριθ. πρωτ. 14857/29-12-1982 απορρήτου εγγράφου του τότε Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών προς το Δ.Σ.Α. Οι καθορισθείσες αποδοχές και των δύο, μετά την ονομασία των ως δικηγόρων (πάγια αντιμισθία), ήσαν εκείνες που είχαν διαμορφωθεί μέχρι την ημερομηνία μετατροπής της σύμβασής των (24-11-1982) από την προϋφισταμένη υπαλληλική των σχέση και οι οποίες κυμαίνονταν στα ίδια ακριβώς μισθολογικά επίπεδα, αφού και οι δύο είχαν τις ίδιες μισθολογικές προϋποθέσεις (ίδιο έτος πρόσληψης 1971, ίδια προσόντα, πτυχιούχοι ΑΕΙ, και τα ίδια τότε οικογενειακά βάρη) και συνεχίστηκαν έτσι μέχρι του έτους 1994. Κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1994 η εναγομένη εταιρεία προέβη στη χορήγηση αύξησης στις αποδοχές (μηνιαία-αντιμισθία) των δικηγόρων της Α. Φ. και Ο. Ε., κατά το ποσό των 150.000 δρχ., μηνιαίως, από 1-2-1994. Και τούτο ως οικειοθελή παροχή της εντολέως προς τους ως άνω συναδέλφους του και μάλιστα σύννομη, αφού για τη χορήγηση αυτής προηγήθηκε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της. Παρέλειψε όμως η εναγομένη την παράλληλη και αναγκαία αύξηση και της δικής του πάγιας αντιμισθίας, κατά σαφή παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, προκειμένου να διατηρηθεί η μέχρι τότε μεταξύ των δύο μισθολογίων ισορροπία ήτοι του δικού του σε σχέση με το δικό της, ως εμμίσθων δικηγόρων, εχόντων την ίδια ακριβώς αρχαιότητα, προϋπηρεσία, προσόντα, παρεχόντων δε τις δικηγορικές των υπηρεσίες στην ίδια ακριβώς υπηρεσία (διεύθυνση δικαστικού), με την ίδια ακριβώς σχέση, με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα και αντικείμενο εργασίας. Το άνω γεγονός απετέλεσε την αρχή της παράνομης και αδικαιολογήτου σε βάρος του ανατροπής του μισθολογικού του καθεστώτος (το οποίο διατηρείτο απολύτως όμοιο επί 23 συναπτά έτη και για τους δύο), ανατροπή η οποία είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την άνιση μεροληπτική και καταχρηστική σε βάρος του μισθολογική μεταχείριση και η οποία συνεχίσθηκε μέχρι του τέλους (16.9.2004) της σταδιοδρομίας του, παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες γραπτές οχλήσεις και διαμαρτυρίες του, προς την εναγομένη, την οποία υπηρέτησε επί 33 συναπτά έτη. Οι παραπάνω συνάδελφοί του παρείχαν, όπως ο ίδιος, από την 24.11.1982, συνεχώς και στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 μέχρι 16.9.2004, υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, τις νομικές - δικηγορικές τους υπηρεσίες στην εναγομένη, με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, επί παγία περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, η οποία καταβαλλόταν την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού μηνός. Ότι η εναγομένη τον εξαίρεσε, αδικαιολόγητα, από την οικειοθελή μηνιαία παροχή των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ). Ζήτησε, ακολούθως, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής μερικώς σε αναγνωριστικό (άρθ. 223,224,295 παρ.1 εδ. β, 294, 297,591 παρ.1,115 παρ.3, 237, 679 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ των άλλων, που δεν έχουν ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και με την αναφορά του συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών (βασικού μισθού) του ιδίου και των συναδέλφων του, δικηγόρων στην εναγομένη, Α.-Σ. Φ. Ν. και Ο. Ε., στο χρονικό διάστημα 1.2.1994-16.9.2004, α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 69.488,51 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει, επιπλέον, το ποσό των 12.000 ευρώ, για διαφορά των "αντιμισθιών" του, μετά τον συνυπολογισμό, "επί του συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών (βασικού μισθού) του", των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ) μηνιαίως, συνολικά (12.000 + 69.488,51) 81.488,51 ευρώ, στο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 μέχρι 19-9-2004, με το νόμιμο και β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 24.812,50 ευρώ, για διαφορά, μετά τον συνυπολογισµό, επί του συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών (βασικού μισθού) του, των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ), στο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 µέχρι. 16.9.2004 της καταβλητέας και της καταβληθείσης αποζημιώσεως του άρθρου 94 Κώδικος Δικηγόρων, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και, ακολούθως, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος, και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο διαφορές αποδοχών ύψους 57.578,17 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο αυτής, αφού στην αγωγή, όπως από το περιεχόμενο της (που εκτίθεται και ανωτέρω) προκύπτει, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που σημειώνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας και ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της βάσεως της, που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. και οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος, από τον αριθμό αυτό, λόγοι της αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Ο εκκαλών είναι δικηγόρος, µέλος του Δ.Σ.Α (προαγωγή του στο Εφετείο Αθηνών, την 12.3.1987). Από την 8.9.1971, µε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος και, από την 24.11.1982 συνεχώς, µε σύμβαση έµµισθης εντολής αορίστου χρόνου επί παγία, περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, παρείχε τις νοµικές- δικηγορικές υπηρεσίες του στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία. Από την 17-9-2004, "διεγράφη" από τη δύναμη του προσωπικού της, "λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως από το Ι.Κ.Α.". Την αυτή ημέρα (17.9.2004), η εκκαλούσα του κατέβαλε, ως αποζημίωση "του άρθρου 94 Κώδικος Δικηγόρων", το ποσό των 156.896 ευρώ. Οι Α.-Σ. Φ. Ν. και Ο. Ε. είναι δικηγόροι, µέλη του Δ.Σ.Α. και συνάδελφοί του στην εκκαλούσα, τις οποίες κατονομάζει στην αγωγή του προς σύγκριση μαζί του. Στο κρίσιμο χρονικό διάστημα 1.2.1994 - 16.9.2004, η εκκαλούσα, χορήγησε, νοµίµως, στις προηγούμενες συναδέλφους του, από ελευθεριότητα (οικειοθελώς), το ποσό των 440,20 ευρώ μηνιαίως, "για αναπροσαρμογή του συνόλου των βασικών μικτών αποδοχών τους (βασικού μισθού )", ενώ δεν χορήγησε και στον ίδιο αυτή την παροχή. Η έναρξη της παροχής αυτής ήταν από την 1.2.1994. Από τις δύο συναδέλφους του, µόνο η Α.-Σ. Φ.-Ν. είχε προσόντα όμοια µε τα ιδικά του (προαγωγή της στο Εφετείο Αθηνών την 6.12.1984), παρείχε δε, από την 24.11.1982, συνεχώς και στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.2.1994 μέχρι 16.9.2004, στην εκκαλούσα τις νομικές - δικηγορικές της υπηρεσίες, ύστερα από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, επί παγία περιοδική - μηνιαία αμοιβή. Οι υπηρεσίες της και οι συνθήκες απασχολήσεώς της ήταν όμοιες με εκείνες του εκκαλούντος. Ο εκκαλών, συνεπώς, είχε δικαίωμα στην επίμαχη παροχή ποσού 440,20 ευρώ μηνιαίως. Το "σύνολο των βασικών μικτών αποδοχών (βασικού μισθού)" του εκκαλούντος, χωρίς την επίμαχη παροχή ποσού 440,20 ευρώ, μηνιαίως, ανέρχονται: Α) Κατά το έτος 2001. Τον Ιανουάριο στο ποσό των 3.008 ευρώ, τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, τον Μάιο, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο στο ποσό των 3.010,87 ευρώ, μηνιαίως και το Δεκέμβριο στο ποσό των 3.186,95 ευρώ. Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 1.462,19 ευρώ, το επίδομα εορτών Πάσχα, τον Αύγουστο στο ποσό των 1.403,71 ευρώ, το επίδομα αδείας και τον Δεκέμβριο στο ποσό των 2.954,94 ευρώ, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους. Β) Κατά το έτος 2002. Τον Ιανουάριο στο ποσό των 3.333,69 ευρώ, το Φεβρουάριο στο ποσό των 3.279,75 ευρώ, τον Μάρτιο στο ποσό των 3.333,69 ευρώ, τον Απρίλιο στο ποσό των 3.333,72 ευρώ, τον Μάιο στο ποσό των 23.559,39 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου, αναδρομικώς, από τον Οκτώβριο 2000, του μηνιαίου επιδόματος, ποσού 1.173,88 ευρώ, για τη θέση του Γενικού Διευθυντή ΕΜΝΥ - Δικαστικό), τον Ιούνιο και τον Ιούλιο στο ποσό των 3.972,18 ευρώ μηνιαίως, τον Αύγουστο στο ποσό των 4.428,55 ευρώ, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο στο ποσό των 4.281,35 ευρώ μηνιαίως, τον Νοέμβριο στο ποσό των 4.135,08 ευρώ και το Δεκέμβριο στο ποσό των 4.267,96 ευρώ. Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 1.477,48 ευρώ το επίδομα εορτών Πάσχα, τον Αύγουστο στο ποσό των 1.884,36 ευρώ το επίδομα αδείας και τον Δεκέμβριο στο ποσό των 4.318,31 ευρώ το επίδομα εορτών Χριστουγέννων-Νέου έτους. Γ) Κατά το έτος 2003. Τον Ιανουάριο στο ποσό των 4.673,69 ευρώ, τον Φεβρουάριο στο ποσό των 4.988,04 ευρώ, τον Μάρτιο στο ποσό των 4.824,07 ευρώ, τον Απρίλιο στο ποσό των 7.242,46 ευρώ, τον Μάιο στο ποσό των 4.677,34 ευρώ, τον Ιούνιο στο ποσό των 4.532,88 ευρώ, τον Ιούλιο στο ποσό των 4.964,27 ευρώ, τον Αύγουστο στο ποσό των 4.524,06 ευρώ, το Σεπτέμβριο στο ποσό των 4.531,41, τον Οκτώβριο στο ποσό των 4.824,88 ευρώ, το Νοέμβριο στο ποσό των 4.778,72 ευρώ και το Δεκέμβριο στο ποσό των 5.256,37 ευρώ. Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 2.245,30 ευρώ, το επίδομα εορτών Πάσχα, τον Αύγουστο στο ποσό των 2.156,63 ευρώ το επίδομα αδείας και τον Δεκέμβριο στο ποσό των 5.036,75 ευρώ το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους. Δ) Κατά το έτος 2004. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο στο ποσό των 5.184,03 ευρώ μηνιαίως, τον Μάρτιο στο ποσό των 5.333,71 ευρώ, τον Απρίλιο και τον Μάιο στο ποσό των 5.186,97 ευρώ μηνιαίως, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο στο ποσό των 5.460,57 ευρώ μηνιαίως, τον Σεπτέμβριο (μέχρι 16.9.2004) στο ποσό των 3.243,30 ευρώ. Επί πλέον, τον Απρίλιο στο ποσό των 2.587,14 ευρώ το επίδομα εορτών Πάσχα και τον Αύγουστο στο ποσό των 2.730,29 ευρώ το επίδομα αδείας. Η διαφορά "του συνόλου των βασικών μικτών αποδοχών (βασικού μισθού)" του εκκαλούντος, την οποία αυτός (εκκαλών) δικαιούται, μετά τον συνυπολογισμό της επίμαχης παροχής των 440,20 ευρώ μηνιαίως, ανέρχεται, για το έτος 2001 στο ποσό των 8.202,78 ευρώ, για το έτος 2002 στο ποσό των 8.320,17 ευρώ, για το έτος 2003 στο ποσό των 9.153,19 ευρώ και για το έτος 2004 (μέχρι 16.9.2004) στο ποσό των 7.089,53 ευρώ. Επίσης, την 16.9.2004, η μηνιαία πάγια αμοιβή - "αντιμισθία" - "μισθός" του εκκαλούντος, μετά τον συνυπολογισμό της επίμαχης παροχής των 440,20 ευρώ, στα έτη 2001, 2002, 2003 και 2004, ανέρχεται στο ποσό των 7.197,75 ευρώ. Τα παραπάνω χρηματικά ποσά των 8.202,78 ευρώ, 8.320,17 ευρώ, 9.153,19 ευρώ και 7.089,53 ευρώ, για τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 (μέχρι 16.9.2004), αντιστοίχως, καθώς και το χρηματικό ποσό των 7.197,75 ευρώ, δεν είναι εκκληθέντα κεφάλαια, με την από 8.10.2007 έφεση, ως προς τον υπολογισμό τους μετά την αύξηση, κατά το ποσό των 440,20 ευρώ, επί του αποδειχθέντος, ως άνω, "συνόλου των βασικών μικτών μηνιαίων αποδοχών" του εκκαλούντος. Δικαιούται, συνεχίζει το Εφετείο, ο εκκαλών, 1) για συνολική διαφορά "του μισθού του" το ποσό των (8.202,78 +8.320,17+9.153,19+7.089,53) 32.765,67 ευρώ και 2) για διαφορά αποζημιώσεως "του άρθρου 94 του Κώδικος Δικηγόρων", το ποσό των 24.812,50 ευρώ (30"µηνιαίοι μισθοί" Χ 7.197,75 ευρώ μηνιαίως ) 215.932,50 ευρώ - 191.120 ευρώ η καταβληθείσα. Μετά ταύτα, ο εκκαλών δικαιούται, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των (32.765,67 + 24.812,50 =) 57.578,17 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 125/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν επιδικαστεί μικρότερα ποσά και στη συνέχεια επιδίκασε τα ποσά, που προαναφέρθηκαν. Με τις παραπάνω παραδοχές διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ.1β του Συντάγματος, 288 Α.Κ. και 119 εδ. α' της ιδρυτικής συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου, έκτος λόγος της αναιρέσεως. Η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, όπως προαναφέρθηκε, επιβάλλεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει τόσον από το άρθρο 288 Α.Κ., όσο και από τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η οικειοθελής παροχή του εργοδότη δεν αποτελεί μεν, κατ' αρχή, μισθό, παρέχεται όμως προς τους εργαζόμενους εντός των πλαισίων της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως. Συνεπώς η κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης εξαίρεση από την οικειοθελή παροχή ορισμένων από τους εργαζόμενους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν υπό τις ίδιες συνθήκες την ίδια εργασία, με εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε αυτή, συνιστά παράβαση των εκ της εργασιακής συμβάσεως υποχρεώσεων του εργοδότη και όχι αδικοπραξία. Εξάλλου, προκειμένου περί περιοδικών παροχών, που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, αλλά απορρέουν αμέσως από νόμο ή δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία, υπάρχουν δύο αξιώσεις. α. Η αξίωση από το νόμο ή τη δικαστική απόφαση ή τη δικαιοπραξία προς λήψη περιοδικών παροχών και β. χωριστή και αυτοτελής αξίωση για λήψη συγκεκριμένης περιοδικής παροχής. Για την πρώτη αξίωση (κυρία αξίωση), ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο (άρθρο 249 ΑΚ) και, για τη δεύτερη αξίωση, ισχύει η πενταετής παραγραφή (άρθρο 250 αριθμός 17 ΑΚ). Η εικοσαετής παραγραφή αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο κατέστη απαιτητή η πρώτη περιοδική παροχή. Η πενταετής παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η αξίωση προς λήψη της συγκεκριμένης αυτοτελούς περιοδικής παροχής (άρθρα 251, 252, 253 ΑΚ). Εάν παραγραφεί το καθολικό δικαίωμα (η κυρία αξίωση) για λήψη περιοδικών παροχών, συµπαραγράφονται και οι παρεπόμενες αυτοτελείς αξιώσεις για λήψη των επί μέρους παροχών, έστω και αν γι' αυτές δεν έχει συμπληρωθεί (άρθρο 274 ΑΚ) η πενταετής παραγραφή. Ακόμη, η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή και τις δαπάνες, από σύμβαση έµµισθης εντολής, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 ν.δ. 3026/1954. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα παραπάνω, το καθολικό δικαίωμα του ενάγοντος να απαιτήσει τις επίδικες μερικότερες περιοδικές παροχές, συνολικού ποσού 81.488,51 ευρώ και την επίδικη διαφορά, ποσού 24.812,50 ευρώ, της καταβλητέας και καταβληθείσης αποζημιώσεως, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία της εναγομένης, δεν έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή, διότι από τον Φεβρουάριο 1994, οπότε άρχισε να τρέχει αυτή η παραγραφή, μέχρι την επίδοση της αγωγής (άρθρο 215 ΚΠολΔ), την 29.12.2005, (βλ. 5936/29.12.2005 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ...), δεν παρήλθε εικοσαετία. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι για την παραγραφή του καθόλου επικαλουμένου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου και συνεπώς και όλων ανεξαιρέτως των εξ αυτού απορρεουσών αξιώσεων, ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 249 του ΑΚ, η οποία προβλέπει εικοσαετή παραγραφή, ενώ ήταν εφαρμοστέα εκείνη του άρθρου 937 του ΑΚ, που προβλέπει πενταετή, είναι αβάσιμος, διότι οι αξιώσεις του ενάγοντος προέρχονται από την παράβαση της εργασιακής συμβάσεως και όχι από αδικοπραξία. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβάσιμος είναι και ο από τον αρ. 1 της παραπάνω διάταξης τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, επικουρικά, γίνεται επίκληση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 254, 274 και 250 αρ.17, με το να δεχθεί το εφετείο ότι το καθόλου δικαίωμα του ενάγοντος που γεννήθηκε το έτος 1994 υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή και οι αξιώσεις του, για το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 και μετά, τις οποίες και επιδίκασε, στηριζόμενες στην σύμβαση, δεν υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή, διότι από το τέλος του έτους στο οποίο αναφέρονται και μέχρι την επίδοση της αγωγής(29-12-2005), δεν παρήλθε πενταετία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ) και, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς, για τον υπόχρεο, συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται (πλέον) να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της καταστάσεως, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων των άρθρου 281ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει, έτσι, σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του ή την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Η άσκηση ή η μελλοντική, βασίμως αναμενόμενη, άσκηση και από τρίτους ομοίων αξιώσεων, στην περίπτωση ευδοκιμήσεως εκείνης, που εκδικάζεται, δεν αποτελεί από μόνη της ειδική περίσταση, ως άνω, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικώς τις συνέπειες, που μπορεί να έχει για τον υπόχρεο η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται µε την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου. Εάν, όμως, συντρέχουν οι ειδικές, ως άνω, περιστάσεις από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίµως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, στην περίπτωση που θα ευδοκιμήσει εκείνη, που εκδικάζεται, μπορούν να ληφθούν υπ' όψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών, που θα έχει για τον υπόχρεο η ικανοποίηση της δικαζόμενης αξιώσεως, στις περιπτώσεις, ιδίως, που κρίνεται ότι η ικανοποίηση µόνο της αξιώσεως αυτής (δικαζόμενης) δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου (ΑΠ ολ. 8/2001). Η απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που έχει έντονο τον χαρακτήρα Δηµοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί της αξιώσεως του δικηγόρου προς πληρωμή της αμοιβής του από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου (άρθρα 63, 63 Α ν.δ. 3026/1954), εφόσον αυτή η αξίωση του δικηγόρου απορρέει από δικαίωμα με έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως (ΑΠ ολ. 33 - 34/2005, ΑΠ ολ.19/1998). Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν αναιρεί το δικαίωμα και την αξίωση, που απορρέει από αυτό. Αποκλείει, όμως, την ικανοποίησή του. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε πρωτοδίκως την καταχρηστική άσκηση και την αποδυνάμωση του δικαιώματος του ενάγοντος, για την επίδικη παροχή, ποσού 440,20 ευρώ, μηνιαίως. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε, προς απόκρουση της αγωγής ότι: α. Αληθώς, ο εκκαλών(ενάγων) διαμαρτυρήθηκε, πολλές φορές, για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, σε βάρος του, όταν, τον Φεβρουάριο 1994, δόθηκε αύξηση στη συνάδελφό του Α.-Σ. Φ.-Ν.. Το γεγονός αυτό, εν τούτοις, δεν σημαίνει και πως μπορούσε, επαναλαμβάνοντας, κάθε τόσο, τις διαμαρτυρίες του, να αναβάλλει την έγερση της σχετικής αγωγής του, στο διηνεκές. Αντίθετα, ηδύνατο και ώφειλε, αν είχε ενεργήσει εντός των πλαισίων της καλής πίστεως, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του, μετά τις πρώτες διαμαρτυρίες του, να ασκήσει, εντός ευλόγου χρόνου, την αγωγή του. Όμως, άσκησε την αγωγή του μετά από 11 χρόνια και 10 μήνες και δη, μετά και από την αποχώρησή του από την υπηρεσία. Το χρονικό διάστημα των 11 ετών και 10 μηνών υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, εντός του οποίου ηδύνατο και ώφειλε να ασκήσει την προκειμένη αγωγή του. Η άπρακτος πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, παρά τις συχνές - πυκνές διαμαρτυρίες και επιφυλάξεις του, μέχρι και το έτος 2002, σε συνδυασμό προς το γεγονός πως τυγχάνει έγκριτος δικηγόρος, εγκρατής της νομικής επιστήμης και άριστος γνώστης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, μηδόλως δε κωλυθείς από οικογενειακές ή άλλες δυσχέρειες να ασκήσει ενωρίτερα την αγωγή του, της δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση πως δεν θα ασκούσε, τελικώς, σχετική αγωγή. Ακόμη, ο εκκαλών δεν είχε λόγο να φοβάται οποιαδήποτε εκδικητικότητα ή εμπάθεια εκ μέρους της από την τυχόν, εντός ευλόγου χρόνου, άσκηση της αγωγής του, αφού η ίδια είναι εταιρία απρόσωπη, ως προς τη Διοίκηση. Απόδειξη τούτου είναι ότι παρά τις συχνές λεκτικές διαμαρτυρίες του, η Διοίκησή της όχι μόνο δεν τον εδίωξε ποτέ, αντίθετα, όπως αναφέρει και στην αγωγή του, τον περιέβαλε πάντοτε µε την εμπιστοσύνη της και τον τοποθέτησε, από την 2.3.2000, στην υπερέχουσα θέση του Γενικού Διευθυντή των Νομικών της Υπηρεσιών (Διευθυντή Εταιρικής Μονάδος Νοµικών Υπηρεσιών)". β. Σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, αναμένεται, βασίμως, πως θα ασκηθούν και άλλες αγωγές από τους άλλους πολυάριθμους έµµισθους δικηγόρους της, µε συνέπεια να προκληθεί οικονομική επιβάρυνσή της, που θα υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ, πλέον τόκων. Η οικονομική της επιβάρυνση θα της προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημία, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής της επιβαρύνσεως, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεως των νόμων 2271/1994, 2602/1998 και του άρθρου 27 ν. 3185/2003, µε περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεωκοπία της. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα µε όσα προαναφέρθηκαν, δεν θεμελιώνει νόμιμη ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ. Τούτο διότι η συμπεριφορά του δικαιούχου εκκαλούντος, ο οποίος, κατά το περιεχόμενο του ισχυρισμού, "διαμαρτυρήθηκε, πολλές φορές" και "είχε συχνές - πυκνές διαμαρτυρίες και επιφυλάξεις μέχρι και το έτος 2002" πριν από την άσκηση, το έτος 2005, της αγωγής, "για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, σε βάρος του", δεν μπορούσε να δημιουργήσει στην υπόχρεο εκκαλούσα, ευλόγως, την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το ήδη επίδικο δικαίωμά του. Συνεπώς το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του και στη συνέχεια να απορρίψει ως μη νόμιμο τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, από δε την απόφαση προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε. Επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες πλημμέλειες. Τέλος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται και η πλημμέλεια της απόφασης από τον αρ. 19 είναι απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι " η επίδικη αύξηση των 150.000 δραχμών μηνιαίως, που δόθηκε από 1-2-1994 στις συναδέλφους του αναιρεσίβλητου έμμισθους δικηγόρους Ο. Ε. και Α. Φ., δεν υπήρξε οικειοθελής παροχή χορηγηθείσα άνευ προϋφισταμένης νομικής υποχρεώσεως, αλλ' αντιθέτως κατεβλήθη προς αποκατάσταση αδικίας που είχαν υποστεί αι εν λόγω έμμισθοι δικηγόροι". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο τον απέρριψε, εκ του πράγματος, ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι η επίδικη αύξηση των 150.000 δραχμών μηνιαίως, που δόθηκε από 1-2-1994, ήταν οικειοθελής παροχή, χορηγηθείσα άνευ προϋφισταμένης νομικής υποχρεώσεως. Τέλος αβάσιμος είναι και ο, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο μέρος του, ίδιος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, δεν έλαβε υπόψη του, τα παρακάτω έγγραφα 1) την με αρ. 80/24.1.1994 έγγραφη γνωμοδότηση του δικηγόρου Β. Α. 2) το με αρ.ΓΔ./92/31.1.1994 διαβιβαστικό της ανωτέρω γνωμοδοτήσεως 3) το πρακτικό Δ.Σ της αναιρεσείουσας,4) το με αρ. 3598/7-3-1994 της Διευθύνσεως Διοικητικών Υπηρεσιών 5) την με αρ. Δ.Δ.367/6-5-1994 εισήγηση του Διευθυντή Δικαστικού 6) το με αρ. 123/26-5-2004 διαβιβαστικό έγγραφο, 7) το με αρ. 943/16-5-1989 διαβιβαστικό έγγραφο, το πρακτικό Δ.Σ με αρ. 332/14-4-1989 και την περιγραφή καθηκόντων της διευθύνσεως τομέα εργασιακών σχέσεων και 8) την από 1-11-1996 επιστολή της Α. Φ., διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και τα παραπάνω έγγραφα, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 8-7-2009, αίτηση αναιρέσεως της 825/2009 αποφάσεως, του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφη της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει τόσον από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και 22 παρ. 1 β΄ του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Η, κατά παραβίαση της αρχής αυτής, εξαίρεση από την οικειοθελή παροχή, συνιστά παράβαση των εκ της εργασιακής συμβάσεως υποχρεώσεων του εργοδότη και όχι αδικοπραξία. Στοιχεία αγωγής. Η απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, εφαρμόζεται και επί της αξιώσεως του δικηγόρου προς πληρωμή της αμοιβής του από σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου.
null
null
0
Αριθμός 210/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β.Σ. του Τ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, για αναίρεση της με αριθμό 1053/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π.Ρ. του Θ., κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 949/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και την αυτοπροσώπως παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476§2 και 498 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486§3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικώς την έφεση που άσκησε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά της υπ` αριθ. 47795/2009 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα σε βάρος της Π.Ρ., πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με αριθμό 4773/26.6.2009, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, αλλά και από το αριθμ. 3304/2004 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών καθώς και τις αριθμ. 3647/2004 και 4002/2005 αποφάσεις αντίστοιχα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αναφερόμενης ιδιαίτερα της τελευταίας στα σημεία πρόσκρουσης των δύο οχημάτων, στοιχείο που προέκυψε σαφώς και από την ακροαματική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος σε γνώση του διαστρέβλωσε πλήρως τα πραγματικά περιστατικά του τροχαίου ατυχήματος της 29 - 06 - 2002, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας δικηγόρου Αθηνών για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατ` άρθρ. 314§1 α ΠΚ. Άλλωστε η θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των αποδιδομένων στον κατηγορούμενο κατηγοριών αποδείχθηκε πλήρως και από την ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου απολογία του, κατά την οποία επέμεινε στα ψευδή περιστατικά του ατυχήματος ως αυτά να μην είχαν κριθεί τελεσίδικα στο αστικό και ποινικό στάδιο. Επειδή συνεπώς αποδείχτηκε πλήρως από την ποινική διαδικασία η θεμελίωση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υποστάσεως των αποδιδομένων κατηγοριών, το πρωτοβάθμιο δικάσαν Δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε καταδικαστική απόφαση ...". Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486§3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, οι οποίες αποδίδονται στον κατηγορούμενο, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα. Άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο, ειδικότερα, να παρατίθενται στην έκθεση αυτή εφέσεως αναλυτικά τα ψευδή γεγονότα που δήλωσε ο κατηγορούμενος και ποια ήταν τα αληθή ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ενώ επαρκώς αιτιολογείται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά, τα οποία κατέθεσε περί των συνθηκών του τροχαίου ατυχήματος, ήταν ψευδή, αφού αυτός επέμενε σ` αυτά, παρά το ότι αυτά είχαν ήδη κριθεί τελεσιδίκως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 32§1 του ΚΠοινΔ, "καμιά απόφαση του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 138§§2,3 του ΚΠοινΔ, "πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει, καθώς και οι παρόντες διάδικοι (§2). Η παράβαση της παρ.2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης (§3)". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 369§1 του ΚΠοινΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ...". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει να δίνεται ο λόγος στον εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας. Η πρόταση, όμως, του εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για απόρριψη των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών που έχει προβάλλει ο κατηγορούμενος και, κατά συνέπειαν, η παράλειψη του εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επί των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου καλύπτεται με τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 170, 171 και 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προβάλει, στην αρχή της διαδικασίας, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής πραγματικής πλάνης στο πρόσωπό του, κατ' άρθρο 30§1 εδ. α' ΠΚ, η οποία συνίστατο στο ότι αυτός θεωρούσε πεπλανημένα ότι είχε ο ίδιος την προτεραιότητα. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί του ισχυρισμού αυτού. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα της έδρας, η οποία "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος κατά το κατηγορητήριο". Η πρόταση αυτή της Εισαγγελέως της έδρας επί της ενοχής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, σιωπηρώς εμπεριέχει και πρόταση απορρίψεως του ως άνω προβληθέντος περί πραγματικής πλάνης αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, χωρίς, προηγουμένως, να έχει προτείνει επ` αυτού η Εισαγγελέας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Ιουνίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 4927/2010) αίτηση του Β.Σ. του Τ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1053/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Π.Ρ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τι πρέπει να περιλαμβάνει η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως για να είναι παραδεκτή κατ’ άρθρο 486§3 ΚΠΔ. Ειδικά εμπεριστατωμένη έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Η πρόταση του εισαγγελέα για την ενοχή του κατηγορουμένου εμπεριέχει και πρόταση για την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού που προβλήθηκε και, από την μη υποβολή χωριστής προτάσεως επ' αυτού, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως.
null
null
2
Αριθμός 209/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1642/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1. Δ. Κ. του Γ., 2. Π. Χ. του Ε. και 3. Ι. Α. του Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Aθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1325/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 408/8.12.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την 120/5-10-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Γ. Φ. του Δ. κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθ. 1642/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: - Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 607/2010 βούλευμα του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα και τον Ι. Α. δικηγόρο και ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Το Συμβούλιο επίσης με το ίδιο βούλευμά του παρέπεμψε στο ανωτέρω δικαστήριο τους Δ. Κ. και Π. Χ. για απόπειρα απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση - Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε την 64/2010 έφεσή του. Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1642/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αφού έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα έφεση, απέρριψε αυτή κατ' ουσία, και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς αυτόν -Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα ο κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27-9-2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 5-10-2010 ήτοι εμπροθέσμως ( άρθρο 473§1 ΚΠΔ). Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από την έχουσα ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα δικηγόρο Αθηνών Ελένη Παπαδέα, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η με αριθ 120/5-10-2010 έκθεση στην οποίαν διατυπώνονται οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β)εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. (αρθρ 484§1δ-β ΚΠΔ) -Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει αυτόν για κακούργημα. - Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 462, 463, 465, 474, 473, 482, 484 §1 β, δ ΚΠΔ και 1 14 18,19, 216§§1β-3 και 386 §§ 1,3 ΠΚ, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1β του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης ( Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 932/2009, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 805/2009, ΑΠ 141/2009 ΑΠ 1234/2010 ΑΠ 217/2003 ΑΠ 1224/2001 ). - Επίσης, κατά τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ.3 του ιδίου ως άνω άρθρου 216 του ΠΚ, όπως το εδάφιο α' προστέθηκε στην παρ.3 με το άρθρο 1 § 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 73.000 ευρώ. -Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ (ΑΠ 2172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 790, ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο Π Χρ. ΝΒ' σελ. 898), ). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.(ΑΠ 230/2008-ΑΠ1541/2006- ΑΠ424/2001) - Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005).- Εξάλλου η κατά το άρθρο 484 § 1β ΚΠΔ. εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. - Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις και αφού έλαβε υπόψη του "τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση και κύρια ανάκριση (αρχική και συμπληρωματική) και ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, και όλα τα έγγραφα, που έχουν εισαχθεί νόμιμα στη δικογραφία", δέχθηκε ότι προέκυψαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".........Στις 19-12-2007 και περί ώρα 1.45' στα Χανιά της Κρήτης στην περιοχή Κουμ - Καπί και στη συμβολή των οδών Ακτής Μιαούλη και Κύπρου άγνωστος δράστης έθραυσε το παράθυρο της θύρας του συνοδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ιδιωτικής χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του επιχειρηματία Κ. Π. του Ν., το οποίο ήταν σταθμευμένο εκεί και αφαίρεσαν παράνομα από το εσωτερικό του, μεταξύ άλλων, και τρία μπλοκ επιταγών της Τράπεζας Κύπρου, από τα οποία το μεν ένα με επιταγές αριθμούς ... έως ... ήταν στο όνομα του ιδίου και τα άλλα δύο με επιταγές με αριθμούς από ... έως ... ήταν στο όνομα της εταιρείας "Π. - Κ. ΟΕ" . Προς τούτο ο ανωτέρω παθών κατέθεσε αυθημερόν (19-12-2007) έγκληση στο Τ.Α. Χανίων όπου και σχηματίσθηκε δικογραφία. Περαιτέρω και μετά παρέλευση επτά περίπου μηνών από το ως άνω περιστατικό και δη στις 14-7-2008 ο κατηγορούμενος Δ. Κ. του Γ. μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Ν. Ερυθραία Αττικής προσκομίζοντας την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, εκδόσεως της εταιρείας "Κ.Π. - Γ.Κ. ΟΕ", στα Χανιά στις 9-7-2008 ποσού 74.580 ευρώ πληρωτέα με χρέωση λογαριασμού της εκδότριας, εις διαταγήν της εδρεύουσας στο Μπρούκλιν Ν. Υόρκης εταιρείας με την επωνυμία "Coca Cola USA Ins" λήπτρια και πρώτης οπισθογράφου, ενώ ακολουθούσαν οπισθογραφήσεις με τις υπογραφές και την αναγραφή των στοιχείων του κατηγορουμένου και νυν εκκαλούντος Γ. Φ. και του κατηγορουμένου Ι. Α., παριστάνοντας με τον τρόπο αυτό εν γνώσει του ψευδώς στην υπάλληλο του ως άνω Τραπεζικού υποκαταστήματος ότι η προαναφερθείσα επιταγή είχε εκδοθεί νόμιμα από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΟΕ "Κ. Π. - Γ. Κ. ΟΕ" και είχε τεθεί νόμιμα σε κυκλοφορία και ότι ο ίδιος (ο Δ. Κ.) τυγχάνει νόμιμος κομιστής μετά από αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Ωστόσο δεν μπόρεσε να εισπράξει το αναγραφόμενο στο σώμα της επιταγής χρηματικό ποσό, των 74.580 Ευρώ, διότι ο λογαριασμός από τον οποίο εσύρετο η εν λόγω επιταγή δεν είχε επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια. Στις 15-7-2008 ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος προσήλθε και πάλι στο ως άνω τραπεζικό υποκατάστημα συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο Π. Χ. και προσκομίζοντας εκ νέου την ως άνω πλαστή επιταγή παρέστησαν, από κοινού πλέον, στην υπάλληλο του καταστήματος ότι η επιταγή είχε εκδοθεί νόμιμα και είχε τεθεί νόμιμα σε κυκλοφορία αποκρύπτοντας το γεγονός ότι αυτή ήταν κλεμμένη, στη πράξη τους δε αυτή προέβησαν προκειμένου με απατηλές παραστάσεις να εισπράξουν το ποσό των 74.580 Ευρώ γεγονός που δεν κατόρθωσαν, διότι συνελήφθησαν από την αστυνομική αρχή που είχε ήδη ειδοποιηθεί. Όλοι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς κατηγορίες και ισχυρίστηκαν: Ο κατηγορούμενος Δ. Κ. προανακριτικά στις 15-7-2008 ενώπιον των προανακριτικών αρχών του Τ.Α. Ν. Ερυθραίας ότι παρέλαβε την επιταγή από τον ,ήδη, κατηγορούμενο Ι. Α. στις 3-7-2008 με αφορμή την εκμίσθωση δύο κατοικιών ιδιοκτησίας του ίδιου στη Μύκονο προς τον Ι. Α. και τον κουμπάρο του Γ. Φ., ήδη κατηγορούμενο και νυν εκκαλούντα. Ακολούθως απολογούμενος ο ίδιος, ως άνω, κατηγορούμενος Δ. Κ., είπε ότι τον κατηγορούμενο Ι. Α. τον γνώρισε τον Απρίλιο του ίδιου έτους στη Μύκονο... ότι περί τα τέλη Ιουνίου 2008 ο Ι. Α. του είπε ότι ενδιαφερόταν να μισθώσει και άλλη μία κατοικία ο κουμπάρος και φίλος του Γ. Φ. (ήδη κατηγορούμενος-εκκαλών). Όσον αφορά τον κατηγορούμενο και εκκαλούντα Γ. Φ., προέκυψε ότι σε βάρος του εξεδόθη το υπ' αριθμ. 9/29-7-2008 ένταλμα σύλληψης της 2ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, εμφανίσθηκε αυτός αυθόρμητα και συνελήφθη σε εκτέλεση του εντάλματος αυτού στις 6-10-2008. Αυτός στην απολογία του στην κύρια ανάκριση ισχυρίσθηκε ότι είναι δημοτικός υπάλληλος από το έτος 1995 στο δε Δήμο Κηφισιάς υπηρετεί από το έτος 1999 και ότι στις 2-10-2008 μετέβη στο Α.Τ. Κηφισιάς για να δηλώσει την απώλεια της αστυνομικής του ταυτότητας, την επομένη δε ημέρα που μετέβη εκ νέου, εκεί, προκειμένου να εκδώσει νέα, τον ενημέρωσαν ότι εκκρεμεί σε βάρος του ένταλμα σύλληψης και τον συμβούλεψαν να εμφανισθεί αυθορμήτως. Επίσης ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει κανέναν από τους συγκατηγορουμένους του, ότι δεν έχει καμία σχέση με την επίδικη επιταγή, ούτε με την αναγραφόμενη στην επίδικη επιταγή διεύθυνση Πανεπιστημίου 38 και ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, να μισθώσει πολυτελή κατοικία στη Μύκονο, την οποία έχει επισκεφθεί τρεις φορές διαμένοντας σε ξενοδοχείο. Όμως ο εκκαλών ουδόλως αμφισβητεί την υπογραφή του επί του σώματος της επίδικης επιταγής ούτε τα αναγραφόμενα στοιχεία της ταυτότητάς του (πλην της διευθύνσεως Πανεπιστημίου 38) με δεδομένο μάλιστα ότι αυτός προσήλθε στο Τ.Α. Κηφισιάς για δήλωση απώλειας της ταυτότητος του πολύ μεταγενέστερα (2.10.2008), ενώ η πρώτη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή στο Τραπεζικό κατάστημα της Ν. Ερυθραίας έλαβε χώρα στις 14.7.2008. Επίσης ο εκκαλών αν και κατηγορείται για αδίκημα σε βαθμό κακουργήματος - ενόψει δε της θέσεως αυτού ότι ουδεμία σχέση έχει τόσο με τους συγκατηγορουμένους του, όσο και με την διάπραξη του αδικήματος - παρά ταύτα δεν προσέφυγε στη δικαιοσύνη για την ανακάλυψη της αλήθειας και την απόσειση του σε βάρος του αδικήματος αρκεσθείς σε γενική άρνηση της σε βάρος του κατηγορίας...". - Με αυτά που δέχθηκε όμως το Εφετείο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο Βούλευμα την κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κύρια ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστικά διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο Βούλευμα έχει κενά και ασάφειες στην αιτιολογία του, καθόσον: -Α) δεδομένης και της παντελούς έλλειψης οποιουδήποτε στοιχείου που να εμπλέκει προσωπικά τον αναιρεσείοντα στην κρινόμενη υπόθεση (μαρτυρική κατάθεση, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη κ.λπ.)- δεν διευκρινίζει: Ι) για ποίο λόγο και βάσει ποίων πραγματικών περιστατικών ταυτίζει, -ευθύς εξ αρχής-, τον εμπλεκόμενο στην κρινόμενη υπόθεση και αναζητούμενο με το εκτελεσθέν ένταλμα σύλληψης υπ' αριθμ. 9/29-7-2008 και με στοιχεία "Γ. Φ., αγνώστων λοιπών στοιχείων" , με τον αναιρεσείοντα και ΙΙ) γιατί ερμηνεύει σε βάρος του τελευταίου (αναιρεσείοντα) πράξεις (όπως την δήλωση απώλειας ταυτότητας, την αυθόρμητη εμφάνιση στον ανακριτή), ή παραλείψεις του, [όπως την μη υποβολή μήνυσης, την (υποτιθέμενη) μη αμφισβήτηση της υπογραφής του], καθώς και ελλείψεις της ανακριτικής διαδικασίας (π.χ. εάν όντως φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντα η επίμαχη επιταγή -αφού από την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας-οι τεθείσες γνήσιες υπογραφές του: α)στις από 22/3/2010- 26/3/2010- 4/10/2010 εξουσιοδοτήσεις του προς την συνήγορό του Ελένη Παπαδέα β) στην έκθεση της απολογίας του τέσσερες (4) τον αριθμό γ) στην έκθεση της αυθορμήτου προσελεύσεως του ) και δ) στην έκθεση εγχειρίσεως των εγγράφων που προσκόμισε, -χωρίς καμιά αμφιβολία- διαφέρουν εντελώς από την υπογραφή που έχει τεθεί στην επιταγή και κατά την παραδοχή του βουλεύματος είναι του αναιρεσείοντος και έχει τεθεί από τον ίδιον -Β) Ενώ στο άρθρο 239 ΚΠΔ ορίζεται, ότι ο σκοπός της ανάκρισης είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση του εγκλήματος και να αποφασισθεί αν πρέπει να εισαχθεί κάποιος σε δίκη σε αυτό και μάλιστα κατά την ανάκριση γίνεται κάθε τι, που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας, εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνο η ενοχή, αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου, εντούτοις κατά παράβαση των ανωτέρω κρίθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα εντελώς αναιτιολόγητα, ότι υπάρχουν ενδείξεις και μάλιστα επαρκείς σε βάρος του αναιρεσείοντα για την τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος, τη στιγμή που το μοναδικό στοιχείο που τον συνδέει με την παρούσα ποινική υπόθεση είναι η συνωνυμία του με έναν από τους φερόμενους ως εμπλεκόμενους σε αυτή, τα πλήρη στοιχεία του οποίου (πατρώνυμο, μητρώνυμο κ.λπ.) ουδέποτε διασταυρώθηκαν, η δε φυσική παρουσία και εν τέλει η ύπαρξη του (πλην της υποτιθέμενης οπισθογράφησης στην επίμαχη επιταγή) ουδέποτε εξακριβώθηκε. Μάλιστα δεν αιτιολογείται, γιατί - δεδομένης της αρνήσεως του Γ. Φ., αναφορικά με την εμπλοκή του στην εν λόγω επιταγή - δεν ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος Ι. Α. (που απολογήθηκε αργότερα από όλους τους κατηγορουμένους), αν γνωρίζει τον παραπάνω, αν έχει οποιαδήποτε φιλική ή συγγενική σχέση με αυτόν ,και τέλος αν είπε προς τον κατηγορούμενο Κ. τα όσα ο τελευταίος αναφέρει ότι είπε προς αυτόν(δηλαδή αν είχε κουμπάρο και φίλο κάποιο Γ. Φ. ο οποίος ήταν σύμβουλος επενδύσεων στην "BMP-PARIBAS"), -Γ)Το προσβαλλόμενο Βούλευμα, επιχειρώντας να θεμελιώσει την παραπομπή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καταφεύγει στην ασαφή αιτιολογική παραδοχή της δήθεν αναγραφής των στοιχείων της ταυτότητας του στην επίμαχη επιταγή. Πλην όμως ουδόλως αναφέρει τα επίμαχα στοιχεία ταυτότητας, (π.χ. πατρώνυμο, αριθμός δελτίου αστυνομικής ταυτότητας κ.λπ.) τα οποία δήθεν ταυτίζουν το οπισθογράφο της επιταγής με τον αναιρεσείοντα και δικαιολογούν την παραπεμπτική του κρίση.- Δ) Η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι "...ο εκκαλών (ο αναιρεσείων) ουδόλως αμφισβητεί την υπογραφή του επί του σώματος της επίδικης επιταγής ούτε τα αναγραφόμενα στοιχεία της ταυτότητάς του.." έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή του ότι ο ανωτέρω, " ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει κανέναν από τους συγκατηγορουμένους του, ότι δεν έχει καμία σχέση με την επίδικη επιταγή, ούτε με την αναγραφόμενη στην επίδικη επιταγή διεύθυνση Πανεπιστημίου 38", γεγονός που δεν θα συνέβαινε(δεν θα υπήρχε αντίφαση), εάν είχε ειδικώς ερωτηθεί για τα παραπάνω στοιχεία από την Ανακρίτρια, πράγμα που δεν έγινε. - Και ενώ ουδέποτε ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων (προς υπεράσπιση του) ότι η απώλεια του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την οπισθογράφηση της επίμαχης επιταγής με το όνομα "Γ. Φ.", αφού επ' αυτής ουδείς αριθμός ταυτότητος είχε σημειωθεί, πολύ δε περισσότερο ο αριθμός της απολεσθείσας ταυτότητάς του, γεγονός που θα μπορούσε να υποδηλώσει και την πιθανή παράνομη κατοχή της από τρίτο πρόσωπο, εντούτοις το προσβαλλόμενο Βούλευμα προκειμένου να στηρίξει την προαναφερθείσα παραδοχή του (δηλαδή ότι δεν αμφισβήτησε τα στοιχεία της ταυτότητας του) με ασαφή συλλογισμό φαίνεται να υπολαμβάνει το αντίθετο -Ε) Τέλος είναι εντελώς ασαφής, αόριστος και αστήρικτος ο έτερος νομικός συλλογισμός του προσβαλλόμενου Βουλεύματος, σύμφωνα με τον οποίο, εάν ο αναιρεσείων δεν είχε ουδεμία εμπλοκή με την υπόθεση θα έπρεπε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη για την ανακάλυψη της αλήθειας και την απόσειση του σε βάρος του αδικήματος. Και τούτο διότι : α) αντιβαίνει τόσο στην αρχή της ποινικής δίκης, όσο και στην αρχή της δίκαιης δίκης και ιδίως στο τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου που αναγνωρίζεται από τις υπερνομοθετικές διατάξεις της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 . διότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, "παν πρόσωπο κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται αθώον μέχρι της αποδείξεως της ενοχής του", πράγμα που έχει συνέπεια ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αθωότητά του και κάθε αμφιβολία [IN DUBIO PRO REO} ερμηνεύεται υπέρ του( ΑΠ 2464/2005) β) το ίδιο το Βούλευμα δεν προσδιορίζει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έστω -κατ' ελάχιστον- να εμπλέκει προσωπικά τον αναιρεσείοντα στην επίμαχη υπόθεση, εναντίον του οποίου θα μπορούσε να στραφεί, γ) δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι η επίμαχη επιταγή φέρει την γνήσια υπογραφή του αναιρεσείοντος και επομένως, μια περαιτέρω προσφυγή στη Δικαιοσύνη, εμμέσως πλην σαφώς, θα σηματοδοτούσε ότι όντως είναι εμπλεκόμενος στην υπόθεση αυτή, ενώ αυτός αρνείται ότι έχει οποιαδήποτε σχέση. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 § 1 και 519 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθ. 120/5-10-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Γ. Φ. του Δ. κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθ. 1642/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Β) Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, και Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 6-12-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, απαιτείται , κατά την παράγραφο 3 α, β του ιδίου άρθρου 216 του ΠΚ, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των - 73.000 ευρώ ή διάπραξη πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Ειδικά για το δόλο, που ως υποκειμενικό στοιχείο, ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ.1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωση τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του, όπως σκοπό οφέλους, στα λεγόμενα εγκλήματα υπερχειλούς υποστάσεως, όπως είναι το παραπάνω έγκλημα της πλαστογραφίας, στο οποίο δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ, β' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του. με ίδιες σκέψεις στο αιτιολογικό του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως προς τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς συμπαραπεμπόμενους με αυτόν κατηγορουμενους, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση και κύρια ανάκριση (αρχική και συμπληρωματική) και ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλα τα έγγραφα, που έχουν εισαχθεί νόμιμα στη δικογραφία προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 19-12-2007 και περί ώρα 12.45' στα Χανιά Κρήτης στη περιοχή Κουμ-Καπί και στη συμβολή των οδών Ακτής Μιαούλη και Κύπρου άγνωστος δράστης έθραυσε το παράθυρο της θύρας του συνοδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του επιχειρηματία Κ. Π. του Ν., το οποίο ήταν σταθμευμένο εκεί και αφαίρεσαν παράνομα από το εσωτερικό του, μεταξύ άλλων, και τρία μπλοκ επιταγών της Τράπεζας Κύπρου, από τα οποία το μεν ένα με επιταγές με αριθμούς ... έως ... ήταν στο όνομα του ίδιου και τα άλλα δύο με επιταγές με αριθμούς από ... έως 00100280 ήταν στο όνομα της εταιρίας "Π. - Κ. ΟΕ". Προς τούτο ο ανωτέρω παθών κατέθεσε αυθημερόν (19-12-2007) έγκληση στο Τ.Α. Χανίων όπου και σχηματίστηκε δικογραφία. Περαιτέρω και μετά παρέλευση επτά περίπου μηνών από το ως άνω περιστατικό και δη στις 14-7-2008 ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Κ. του Γ. μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Ν. Ερυθραία Αττικής προσκομίζοντας την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδόσεως της εταιρίας "Κ. Π. - Γ. Κ. ΟΕ" στα Χανιά στις 9-7-2008 ποσού 74.580 ευρώ πληρωτέα με χρέωση λογαριασμού της εκδότριας εις διαταγήν της εδρεύουσας στο Μπρούκλιν Ν. Υόρκης εταιρίας με την επωνυμία "Coca Cola USA Inc" λήπτριας και πρώτης οπισθογράφου, ενώ ακολουθούσαν οπισθογραφήσεις με τις υπογραφές και την αναγραφή των στοιχείων του τρίτου κατηγορουμένου και νυν εκκαλούντος Γ. Φ. και του τέταρτου κατηγορουμένου Ι. Α., παριστάνοντας με τον τρόπο αυτό εν γνώσει του ψευδώς στην υπάλληλο του ως άνω Τραπεζικού υποκαταστήματος ότι η προαναφερθείσα επιταγή είχε εκδοθεί νόμιμα από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΟΕ "Κ. Π. - Γ. Κ. ΟΕ" και είχε τεθεί νόμιμα σε κυκλοφορία και ότι ο ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος) τυγχάνει νόμιμος κομιστής μετά από αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Ωστόσο δεν μπόρεσε να εισπράξει το αναγραφόμενο στο σώμα της επιταγής χρηματικό ποσό, των 74.580 ευρώ διότι ο κουμπάρος και φίλος του Γ. Φ. (ήδη τρίτος κατηγορούμενος - εκκαλών). Όσον αφορά τον τρίτο κατηγορούμενο και τον εκκαλούντα Γ. Φ. προέκυψε ότι σε βάρος του εξεδόθη το υπ' αριθμ. 9/29-7-2008 ένταλμα σύλληψης της 2ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, εμφανίστηκε αυτός αυθόρμητα και συνελήφθη σε εκτέλεση του εντάλματος αυτού στις 6-10-2008. Αυτός στην απολογία του στη κύρια ανάκριση ισχυρίστηκε ότι είναι δημοτικός υπάλληλος από το έτος 1995 στον δε Δήμο Κηφισιάς υπηρετεί από το έτος 1999 και ότι στις 2-10-2008 μετέβη στο Α.Τ. Κηφισιάς για να δηλώσει την απώλεια της αστυνομικής του ταυτότητας, την επόμενη δε ημέρα που μετέβη εκ νέου, εκεί, προκειμένου να εκδώσει νέα, τον ενημέρωσαν ότι εκκρεμεί σε βάρος του ένταλμα σύλληψης και τον συμβούλεψαν να εμφανιστεί αυθορμήτως. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει κανέναν από τους συγκατηγορουμένους του, ότι δεν έχει καμία σχέση με την επίδικη επιταγή, ούτε με την αναγραφόμενη στην επίδικη επιταγή διεύθυνση Πανεπιστημίου 38 και ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να μισθώσει πολυτελή κατοικία στη Μύκονο, την οποία έχει επισκεφθεί τρεις φορές διαμένοντας σε ξενοδοχείο. Όμως, ο εκκαλών ουδόλως αμφισβητεί την υπογραφή του επί του σώματος λογαριασμός από τον οποίο εσύρετο η εν λόγω επιταγή δεν είχε επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια. Στις 15-7-2008 ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος προσήλθε και πάλι στο ως άνω τραπεζικό υποκατάστημα συνοδευόμενος από τον δεύτερο κατηγορούμενο και προσκομίζοντας εκ νέου την ως άνω πλαστή επιταγή παρέστησαν, από κοινού πλέον, στην υπάλληλο του καταστήματος ότι η επιταγή είχε εκδοθεί νόμιμα και έχει τεθεί νόμιμα σε κυκλοφορία αποκρύπτοντας το γεγονός ότι αυτή ήταν κλεμμένη, στη πράξη τους δε αυτή προέβησαν προκειμένου με απατηλές παραστάσεις να εισπράξουν το ποσό των 74.580 ΕΥΡΩ, γεγονός που δεν κατόρθωσαν, διότι, συνελήφθησαν από την αστυνομική αρχή που είχε ήδη ειδοποιηθεί. Όλοι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς κατηγορίες και ισχυρίστηκαν: Ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Κ. προανακριτικά στις 15-7-2008 ενώπιον των προανακριτικών αρχών του Τ.Α. Ν. Ερυθραίας ότι παρέλαβε την επιταγή από τον, ήδη, τέταρτο κατηγορούμενο Ι. Α. στις 3-7-2008 με αφορμή την εκμίσθωση δύο κατοικιών ιδιοκτησίας του ίδιου στη Μύκονο προς τον Ι. Α. και τον κουμπάρο του Γ. Φ. ήδη τρίτο κατηγορούμενο και νυν εκκαλούντα. Ακολούθως στις 18-7-2008 απολογούμενος ο ίδιος, ως άνω, πρώτος κατηγορούμενος είπε ότι τον τέταρτο κατηγορούμενο τον γνώρισε τον Απρίλιο του ίδιου έτους στη Μύκονο ..... ότι περί τα τέλη Ιουνίου 2008 ο Ι. Α. του είπε ότι ενδιαφερόταν να μισθώσει και άλλη μία κατοικία ο της επίδικης επιταγής ούτε τα αναγραφόμενα στοιχεία της ταυτότητος του (πλην της διευθύνσεως Πανεπιστημίου 38), με δεδομένο μάλιστα ότι αυτός προσήλθε στο Τ.Α. Κηφισιάς για δήλωση απώλειας της ταυτότητος του πολύ μεταγενέστερα (2-10-2008), ενώ η πρώτη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή στο Τραπεζικό κατάστημα Ν. Ερυθραίας έλαβε χώρα στις 14-7-2008. Επίσης, ο εκκαλών αν και κατηγορείται για αδίκημα σε βαθμό κακουργήματος - ενόψει δε της θέσεως αυτού ότι ουδεμία σχέση έχει τόσο με τους συγκατηγορουμένους του, όσο και με τη διάπραξη του αδικήματος - παρά ταύτα δεν προσέφυγε στη Δικαιοσύνη για την ανακάλυψη της αλήθειας και την απόσειση του σε βάρος του αδικήματος αρκεσθείς σε γενική άρνηση της σε βάρος του κατηγορίας. Επομένως θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 64/2010 έφεση του κατηγορουμένου Γ. Φ. του Δ., κατοίκου Κηφισιάς, οδός ... κατά του υπ' αριθμ. 607/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμπεται αυτός να δικαστεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με σκοπούμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και να επικυρωθεί το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 ΕΥΡΩ σε βάρος του εκκαλούντος". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος, της πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κλεμμένης τραπεζικής επιταγής κατά συναυτουργία με άλλον, τον συμπαραπεμπόμενο και για απόπειρα απάτης τελευταίο κομιστή Ι. Α., με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και στον συμπαραπεμπόμενο και συγκατηγορούμενό τους Δ. Κ., περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της φερόμενης ως εκδότριας της κλεμμένης επιταγής εταιρείας, ποσού υπερβαίνοντος τις 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας επιταγής, μετά χρήσεως και κατά συναυτουργία, για την οποία αυτός και ο συγκατηγορούμενός του δικηγόρος Ι. Α., συμπαραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α. 27 παρ. 1,2, 45, 94 παρ.1, 216 παρ. 1,2,3 α-β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας, μετά χρήσεως, της κλαπείσας την 19-12-2007, λευκής τραπεζικής επιταγής, ποσού 74.580 ευρώ, συρόμενης από λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία" Κ. Π. – Γ. Κ. ΟΕ", την οποία πλαστογράφησαν από κοινού ο αναιρεσείων και ο συμπαραπεμπόμενος Ι. Α., συμπληρώσαντες την ημερομηνία εκδόσεως, τον τόπο εκδόσεως και κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας και την υπογραφή του δήθεν εκπροσώπου στη θέση πρώτης οπισθογραφήσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Coca Cola USA Inc", και θέσαντες τα αληθή προσωπικά τους στοιχεία ταυτότητας και την γνήσια υπογραφή τους, ως δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου, τη γνησιότητα της οποίας υπογραφής του τουλάχιστον - ο αναιρεσείων με την απολογία του δεν αμφισβήτησε, με σκοπό να παραπλα-νήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας σχετικά με το ότι η εν λόγω άκυρη ως κλαπείσα και πλαστογραφημένη επιταγή, που εμφανίστηκε την 14-7-2008 και την 15-7-2008 για πληρωμή, έχει εκδοθεί νόμιμα και έχει νόμιμα κυκλοφορήσει με τις ανωτέρω πολλές και δύο γνήσιες οπισθογραφήσεις και να πληρωθεί αυτή και προσπορίσουν στον εαυτό τους και στον συγκατηγορούμενό τους Δ. Κ., που εμφάνισε την επιταγή αυτή ως δήθεν τελευταίος νόμιμος κομιστής, παράνομο περιουσιακό όφελος το ποσόν της επιταγής, που ανερχόταν σε 74.580 ευρώ και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και των άνω συγκατηγορουμένων του, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον τους κατηγορία, για τις παραπάνω πράξεις. Σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι πρόκειται για συνωνυμία και για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της δίκαιης δίκης, το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι αιτιολογεί επαρκώς την αντικειμενική υπόσταση της πλαστογραφίας και το δόλο του αναιρεσείοντος στην πλαστογραφία και τα αποδεικτικά στοιχεία, συνάγει δε το δόλο του ιδία, από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της ιδικής του υπογραφής και των στοιχείων της ταυτότητας του επί του σώματος της επιταγής, από τη μη δικαιολόγηση της καθυστερημένης και προβαλλόμενης από αυτόν, κατά την 2-10-2008, δηλώσεως στην αστυνομική αρχή απώλειας της αστυνομικής του ταυτότητας, μη αναφέροντας το χρόνο απώλειας, ενώ η εμφάνιση της επιταγής στην τράπεζα, με τα στοιχεία του ως οπισθογράφου έχει γίνει πολύ νωρίτερα την 14-7-2008, από τη σχέση του με τους άλλους συγκατηγορούμενους και δη κουμπάρος με τον τελευταίο κομιστή Ι. Α., πού επιβεβαιώνει ο Δ. Κ. και δεν διαψεύδει ο ίδιος και από το γεγονός ότι δεν έχει καταμηνύσει κανέναν για πλαστογράφηση της ιδικής του υπογραφής στην εν λόγω κλαπείσα τραπεζική επιταγή. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς και ο σκοπός του κατηγορουμένου αυτού να προσπορίσει στο συγκατηγορούμενό του τελευταίο κομιστή περιουσιακό όφελος, άνω των 73.000 ευρώ, με την παραπλάνηση των υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας ότι πρόκειται για έγκυρη και νόμιμα κυκλοφορήσασα με νόμιμες οπισθογραφήσεις επιταγή, ώστε να πληρωθεί, ενώ αυτή σε γνώση τους ήταν κλεμμένη και πλαστογραφημένη και ουδεμία παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας ή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ προκύπτει. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ, β του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσία και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό εκθ. 120/5-10-2010 αίτηση του κατηγορουμένου Γ. Φ. του Δ. περί αναιρέσεως του με αριθμό 1642/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απέρριψεν ουσία έφεση κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα κατά παραπεμπτικού πρωτοβαθμίου βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για κακουργηματική πλαστογραφία επιταγής μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και με συνολικό όφελος άνω των 73.000 €. Οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 208/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 447/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1073/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 376/04.11.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 513 ΚΠΔ, την από 30-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Σ. του Η., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 447/13-5-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθ. 38/3-11-2008 έφεση που άσκησε εναντίον της υπ' αριθ. 378/3-11-2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, που συνεδρίασε στην μεταβατική του έδρα της Πάργας, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους, που μετατράπηκε προς 10 ευρώ την ημέρα και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 72 παρ.1 και 3 Ν 998/1979, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο εναντίον της αποφάσεως, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ή κήρυξε απαράδεκτη αυτήν (άρθρ. 370 ΚΠΔ). Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, κατά γενική αρχή, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οριζομένων από την τελευταία οργάνων, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου μόνο για καταδικαστική απόφαση, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.2 ΚΠΔ και με δήλωση, που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει, σύμφωνα με την παράγραφο 1. Καταδικαστική είναι η απόφαση εκείνη, που κηρύσσει κάποιον ένοχο αξιόποινης πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή, είτε στερητική της ελευθερίας είτε χρηματική, καθώς και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο επιβάλλει μόνο ποινή μετ' αναίρεση. Δεν είναι καταδικαστική η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Επομένως στην περίπτωση αυτή η αναίρεση πρέπει υποχρεωτικά να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον των περιοριστικούς αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 474 ΚΠΔ προσώπων και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση του κατηγορουμένου, επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 71/2010). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 447/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθ. 38/3-11-2008 έφεση του αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθ. 378/3-11-2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, που συνεδρίασε στην μεταβατική έδρα της Πάργας, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους που μετατράπηκε προς 10 ευρώ την ημέρα και σε χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 71 παρ.1 και 3 Ν. 998/1979. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 30-6-2010 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 2-7-2010. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση, που απέρριψε την έφεση του ως ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική. Επομένως πρέπει η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Σ. του Η., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 447/13-5-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια, όμως, της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 30 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 447/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.378/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας. Η αίτηση αναιρέσεως αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 2-7-2010. Ενόψει, όμως, του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2010 αίτηση του Ι. Σ. του Η., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 447/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας. Και Καταδικάζει τον αναίρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική.
null
null
1
Αριθμός 205/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 18761/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 905/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 15 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Ζ. Α., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 8.12.2010, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.1908/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2010 αίτηση του Π. Φ. του Κ., για αναίρεση της 18761/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 203/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κουμίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4796/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 612/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος, δεν αρκεί η ύπαρξη γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυνάμενη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση και, στην περίπτωση που πηγάζει από ειδική, επιτακτικού χαρακτήρος, ουσιαστική διάταξη, πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός αυτός κανόνας δικαίου. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 4796/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι έμπορος οπωρολαχανικών και διατηρεί αποθήκη για τις ανάγκες της εμπορίας του στην ... . Στην επιχείρησή του απασχολούσε ως ανειδίκευτο εργάτη τον Β. Μ.. Την 14/2/2003, ήλθε στην αποθήκη του το φορτηγό αυτοκίνητο (ψυγείο) του Κ. Π., για να φορτώσει σ' αυτό ο κατηγορούμενος παλέτες με τσουβάλια πατάτες. Ως εργοδότης ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος, να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων και ειδικότερα, ενώ χρησιμοποιούσε στην επιχείρησή του ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (κλαρκ), ήταν υποχρεωμένος να αναθέτει το χειρισμό του μηχανήματος αυτού σε πρόσωπο που θα ήταν εφοδιασμένο με την αναγκαία άδεια χειριστή και όχι σε οποιονδήποτε εργαζόμενο (άρθρο 4 του π.δ. 31/1990), επιπλέον ήταν υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να μην μπορεί να τεθεί σε λειτουργία το ανωτέρω μηχάνημα από πρόσωπο που δεν κατείχε άδεια χειριστή (άρθρο 9 παρ. 3.1.6.α του π.δ. 89/1999) με την αφαίρεση των κλειδιών του μηχανήματος και τη φύλαξη τους σε χώρο που δεν μπορούσε τρίτος να έχει πρόσβαση, τέλος δε όφειλε να εφοδιάσει το μηχάνημα αυτό με μέσα που δεν επέτρεπαν να τίθεται σε κίνηση από μη εξουσιοδοτημένα άτομα και με μέσα που να μην επιτρέπουν ακούσιους χειρισμούς (άρθρο 9 παρ. 2.2, και 2.2.2. του π.δ. 395/1994), δοθέντος ότι το ως άνω μηχάνημα χρησιμοποιείτο πολύ συχνά για τις φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων στην αποθήκη της επιχείρησης του κατηγορουμένου. Αυτός όμως, παραβαίνοντας όλες τις ανωτέρω σχετικές υποχρεώσεις του δεν εφοδίασε το περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα με μέσα που να αποτρέπουν τον χειρισμό του από άτομα μη έχοντα άδεια χειρισμού του, ούτε με μέσα που να αποτρέπουν ακούσιους χειρισμούς αυτού, ούτε ανέθεσε το χειρισμό του μηχανήματος σε πρόσωπο έχον άδεια χειρισμού του μηχανήματος, αλλά αντίθετα περί ώρα 17:00 της 14.2.2003 έδωσε εντολή στον εργαζόμενο, Β. Μ., ο οποίος δεν κατείχε άδεια χειρισμού του μηχανήματος, ούτε γνώριζε να το χειρίζεται, να χρησιμοποιήσει το ανυψωτικό μηχάνημα προκειμένου να μεταφέρει και να φορτώσει παλέτες με τσουβάλια πατάτες από την αποθήκη της επιχείρησης στο φορτηγό αυτοκίνητο (ψυγείο) του Κ. Π.. Αφού δε ο εργαζόμενος ανέλαβε το χειρισμό του μηχανήματος, κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου, ο τελευταίος απεχώρησε από την αποθήκη χωρίς καν να βρίσκεται πλησίον του εργαζομένου, ώστε τουλάχιστον να τον καθοδηγεί και να τον συνδράμει, εάν ήταν απαραίτητο και άφησε τον ανειδίκευτο εργάτη μόνο, να φορτώσει τα εμπορεύματα. Κατά τη διάρκεια όμως της μεταφοράς μίας παλέτας με τσουβάλια έπεσε ένα από τα τσουβάλια μεταξύ της καμπίνας χειρισμού του μηχανήματος και του κάθετου οδηγού του υδραυλικού συστήματος ανύψωσης των περονών, όταν δε ο Β. Μ. αντιλήφθηκε αυτήν την πτώση, μη έχοντας τις κατάλληλες γνώσεις, κατήλθε από την καμπίνα χειρισμού και, ενώ το μηχάνημα βρισκόταν σε λειτουργία επιχείρησε να αφαιρέσει το τσουβάλι. Στην προσπάθειά του όμως αυτή (χωρίς να έχει τη συνδρομή του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε απομακρυνθεί) πίεσε άθελά του τους χειρομοχλούς λειτουργίας του ανυψωτικού συστήματος (αφού το μηχάνημα δεν το είχε εφοδιάσει ο κατηγορούμενος με σύστημα που να αποτρέπει ακούσιους χειρισμούς, ως επιβάλλεται από το άρθρο 9 §§ 2.2. και 2.2.2. ΠΔ 395/1994), που υπήρχαν στην καμπίνα του οδηγού με αποτέλεσμα να κινηθεί ο κάθετος οδηγός του υδραυλικού συστήματος προς την καμπίνα του οδηγού και να συμπιέσει το κεφάλι του εργαζομένου, ο οποίος υπέστη έτσι βαρύτατες κρανιοπροσωπικές κακώσεις, κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, βαρύ εγκεφαλικό οίδημα, ισχαιμικά έμφρακτα αμφοτερόπλευρα και θρόμβωση της δεξιάς καρωτίδας, που ως μόνες ενεργείς αιτίες επέφεραν το θάνατο αυτού την 21/2/2003. Το τελευταίο αυτό αποτέλεσμα θα είχε αποφευχθεί εάν ο κατηγορούμενος, όπως υπεχρεούτο, είχε αναθέσει το χειρισμό του μηχανήματος αυτού σε πρόσωπο που θα ήταν εφοδιασμένο με την αναγκαία άδεια χειριστή και όχι στον παθόντα, εάν είχε λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να μην μπορεί να τεθεί σε λειτουργία το ανωτέρω μηχάνημα από πρόσωπο που δεν κατείχε άδεια χειριστή (με την αφαίρεση των κλειδιών του μηχανήματος και τη φύλαξή τους σε χώρο που δεν μπορούσε τρίτος να έχει πρόσβαση), εάν είχε εφοδιάσει το μηχάνημα αυτό με μέσα που δεν επέτρεπαν να τίθεται σε κίνηση από μη εξουσιοδοτημένα άτομα και με μέσα που να μην επιτρέπουν ακούσιους χειρισμούς και εάν - σε κάθε περίπτωση - δεν είχε απομακρυνθεί από το χώρο της φόρτωσης, αλλά παρέμεινε πλησίον του εργαζομένου, ώστε να παράσχει την καθοδήγηση και τη συνδρομή του για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε κατάστασης. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είχε δώσει εντολή στον παθόντα να φορτώσει με τα χέρια τις παλέτες και όχι με τη χρήση του ανυψωτικού μηχανήματος, το οποίο δήθεν ο ίδιος, αφού προέβη αυτοπροσώπως με τη χρήση του μηχανήματος αυτού σε φόρτωση μερικών παλετών, το είχε απομακρύνει στην αποθήκη δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το ατύχημα προκλήθηκε κατά τον χειρισμό του ανυψωτικού μηχανήματος από τρίτο πρόσωπο και συνεπώς διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού ως εργοδότη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του παθόντος. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος στο χώρο της αποθήκης του κατηγορουμένου βρισκόταν μόνο ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου στο οποίο γινόταν η φόρτωση, κλεισμένος στην καμπίνα αυτού, λόγω του ψύχους και ο παθών και κανένα άλλο πρόσωπο. Άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, δεν προσδιορίζει τρίτο πρόσωπο που βρισκόταν στον τόπο κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 15 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν τη μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος οδηγού ανυψωτικού μηχανήματος (κλάρκ) κατά τη χρήση αυτού, κατ' εντολήν του κατηγορουμένου, και η οποία αμέλειά του συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο ως άνω αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, αν και εκ του επαγγέλματός του, υπό την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτης αποθήκης εμπορίας οπωρολαχανικών και περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος και εργοδότης του θανόντος ανειδίκευτου εργάτη, που απασχολούσε στην αποθήκη του, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων και την ασφάλεια των εργαζομένων στην αποθήκη του, ώστε να μην υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος ατυχήματος κατά τη χρήση του άνω μηχανήματος και ήταν υποχρεωμένος να αναθέτει την οδήγηση αυτού σε πρόσωπα που ήταν εφοδιασμένα με την αναγκαία άδεια χειριστή και όχι σε οποιονδήποτε εργαζόμενο, βάσει του άρθρου 4 του π.δ. 31/1990 και ενώ δεν είχε εφοδιάσει το μηχάνημα αυτό με σύστημα που να αποτρέπει ακούσιους χειρισμούς, όπως όφειλε κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του π.δ. 395/1994, έδωσε ο ίδιος εντολή και ανέθεσε στον ανειδίκευτο εργάτη του Β. Μ. την οδήγηση και το χειρισμό του άνω ειδικού μηχανήματος, ο οποίος δεν είχε τις κατάλληλες γνώσεις, προκειμένου να μεταφέρει και φορτώσει παλέτες με σάκους πατάτας από την αποθήκη του σε φορτηγό αυτοκίνητο, αποχωρήσας μάλιστα ο εργοδότης από τον εκεί χώρο της αποθήκης, ώστε τουλάχιστον να τον καθοδηγεί και να τον συνδράμει, εάν ήταν απαραίτητο, με αποτέλεσμα, κατά τη χρήση του μηχανήματος, ο ανωτέρω οδηγός, στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει ένα σάκο που έπεσε μεταξύ της καμπίνας οδηγού και κάθετου οδηγού ανύψωσης περονών, άθελά του πίεσε τους χειρομοχλούς λειτουργίας και ο κάθετος οδηγός του υδραυλικού συστήματος κινήθηκε προς την καμπίνα, συμπίεσε το κεφάλι του και τον τραυμάτισε θανάσιμα. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρει ότι αυτός δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, που επήλθε στο χώρο της αποθήκης του και που προκάλεσαν οι ανωτέρω παραλείψεις του και η προηγηθείσα συμπεριφορά του, β) από την παραδοχή ότι έδωσε εντολή στον παθόντα εργάτη να χειριστεί το μηχάνημα, χωρίς αυτός να κατέχει την αναγκαία άδεια χειριστή και την παραδοχή ότι ήταν υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να μη μπορεί να τεθεί σε λειτουργία το όχημα από πρόσωπο που δεν είχε άδεια χειριστή αυτού, με την αφαίρεση των κλειδιών και τη φύλαξη του οχήματος σε χώρο που δεν μπορούσε τρίτος να έχει πρόσβαση, δεν προκύπτει αντίφαση, αφού η τελευταία αναφορά γίνεται αόριστα στις γενικές υποχρεώσεις που έχει ο ιδιοκτήτης ανυψωτικού μηχανήματος και τελικά σαφώς καταλήγει το Δικαστήριο στην παραδοχή, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έδωσε εντολή στον ανειδίκευτο εργάτη του να χειριστεί το εν λόγω μηχάνημα, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αυτός την αναγκαία άδεια χειρισμού και το θανατηφόρο αποτέλεσμα θα είχεν αποφευχθεί αν ο κατηγορούμενος είχε λάβει όλα τα μέτρα ασφαλείας και αν είχεν αναθέσει το χειρισμό σε πρόσωπο που είχε σχετική άδεια χειρισμού του ανυψωτικού αυτού μηχανήματος, γ) δέχτηκε την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να λάβει κάποια μέτρα ασφαλείας για τη μη επέλευση του αποτελέσματος, η οποία πηγάζει , τόσον από τις προαναφερθείσες ιδιότητές του και του επαγγέλματός του ως ιδιοκτήτη του μηχανήματος και εργοδότη του θανόντος εργάτη και την προηγούμενη συμπεριφορά του να δώσει εντολή χειρισμού του μηχανήματος σε εργάτη, που δεν κατείχε τη νόμιμη άδεια χειρισμού, όσον και από την υποχρέωση λήψεως των προαναφερθέντων μέτρων που το περιεχόμενό τους προβλέπεται ακριβώς από τα δύο προεκτεθέντα π.δ., δ) από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο δέχθηκε και αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έδωσε την εντολή στον παθόντα να χειριστεί το εν λόγω μηχάνημα, εγκαταλείψας μάλιστα αυτόν να προβαίνει σε φορτοεκφορτώσεις σάκων πατάτας μόνος, χωρίς καθοδήγηση στο εμφανισθέν κατά τη χρήση πρόβλημα, ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος δεν χειριζόταν το μηχάνημα τρίτο πρόσωπο και ότι τα δε κλειδιά του μηχανήματος δεν τα πήρε αυθαίρετα μόνος ο παθών από το ερμάριο της αποθήκης, όπως αβάσιμα υποστήριξε ο κατηγορούμενος, με σχετικούς αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, οι οποίοι στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 24/28-4-2010 αίτηση του Κ. Τ. του Γ., περί αναιρέσεως της 4796/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια οδηγού κλάρκ (άρθρο 302§1, 15 και 28 ΠΚ) Έννοια. Οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
null
null
0
Αριθμός 204/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 18759/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 892/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 15 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2010 αίτηση του Π. Φ. του Κ., για αναίρεση της 18759/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 200/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 και 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου B.-A. S. του F., Ιρακινού υπηκόου, κατοίκου ... και προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, κατά της με αριθμό 98/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την μη εκτέλεση του από 18 Μαρτίου 2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Brindisi της Ιταλίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 161/22 Δεκεμβρίου 2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 18/2011. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος-εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης....", κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δικαιούται να ασκήσει έφεση, στον Άρειο Πάγο, ο καθού το ένταλμα και ο Εισαγγελέας, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσόμενης εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Επομένως, η από 22.12.2010 υπό κρίση έφεση, με αριθμό εκθέσεως 161/2010, του S. B. του F. κατά της υπ' αριθ. 98/22.12.2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ' αυτού εκδοθέντος από 18-3-2010 και με αριθ. 5926/08 R.G.N.R.-385/10R.G.G.I.P. ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Δικαστή για Προανακρίσεις του Δικαστηρίου της πόλεως Brindisi Ιταλίας, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω ν.3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προκειμένου α) να ασκηθεί ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη που έχει ήδη αποδοθεί σ' αυτό ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που περιέχει, ειδικότερα, α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κ.λπ. σύνδεσης της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεώς του. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και β) τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Ο Έλληνας δικαστής, λοιπόν, ως δικαστική αρχή εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερική (νομότυπη έκδοση) (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου. Μεταξύ των λόγων υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνεται και εκείνος της περ. ζ i του ως άνω άρθρου 11 του ν. 3251/2004, σύμφωνα με την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως αρνείται την εκτέλεση αυτού, αν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον ελληνικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο. Κατά την σαφή έννοια της διατάξεως αυτής, όταν η πράξη, για την οποία πρόκειται να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά αλλοδαπού από το εκζητούν Κράτος, έχει τελεσθεί έστω και εν μέρει επί ελληνικού εδάφους, δεν είναι επιτρεπτή η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, χωρίς να απαιτείται, για την εφαρμογή αυτής, η άσκηση ποινικής διώξεως στην Ελλάδα κατά του εκζητούμενου για την ίδια πράξη. Ικανό υπέρ της ορθότητας της νομικής αυτής παραδοχής εξ αντιδιαστολής επιχείρημα αποτελεί το ότι με την διάταξη του ίδιου άρθρου 11 περ. η' τίθεται ως αρνητική προϋπόθεση της εκδόσεως ημεδαπού η δίωξή του στην Ελλάδα για την ίδια πράξη και παράλληλα με το επόμενο άρθρο 18 περ. α' ως δυνητικός λόγος μη εκδόσεως αλλοδαπού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 87§5 του ν. 3386/2005, όπως είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 15§4 ν.3536/2007 και αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του άρθρου 48 ν.3772/2009, "όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ". Ως διευκόλυνση εισόδου των αλλοδαπών, η οποία καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται η παρεχόμενη στα πρόσωπα αυτά βοήθεια κατά την διέλευσή τους από την οροθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδας με ξένο κράτος, από το οποίο πραγματοποιείται η είσοδός τους, καθώς και η διευκόλυνση με οποιονδήποτε άλλο τρόπο της περαιτέρω, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προωθήσεώς τους στο ελληνικό έδαφος. Για την αντικειμενική θεμελίωση απαιτείται διευκόλυνση, υπό την ως άνω έννοια, της εισόδου στο ελληνικό έδαφος προσώπων μη δικαιουμένων προς τούτο ή των οποίων απαγορεύεται η είσοδος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 16 ΠΚ, ως τόπος τελέσεως της αξιόποινης πράξεως θεωρείται εκείνος όπου ο υπαίτιος έκανε μερικά ή ολικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Αν, δηλαδή, κάποιος διευκολύνει την είσοδο αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος και, από εκεί, την προώθησή τους σε άλλα κράτη, τόπος τελέσεως της εν λόγω πράξεως θεωρείται τόσο η Ελλάδα, όσο και τα κράτη, στα οποία ο διακινητής σκόπευε να προωθήσει τους αλλοδαπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με την ένορκη ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος και όσα εξέθεσε προφορικά στο ακροατήριο και με το από 3.2.2011 υπόμνημά του ο παραστάς συνήγορος του εκκαλούντος και ο ίδιος ο εκκαλών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφασή του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε την εκτέλεση του από 18.3.2010 και με αριθ. 5926/08 R.G.N.R.-385/10R.G.G.I.P. Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Δικαστή για Προανακρίσεις του Δικαστηρίου της πόλεως Brindisi (Μπρίντιζι) της Ιταλίας κατά του εκκαλούντος S. B. A. του F.. Το ένταλμα αυτό περιέχει όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ν.3251/2004, που προαναφέρθηκε, στοιχεία, εκδόθηκε δε προκειμένου ο εκζητούμενος να συλληφθεί για τη διεξαγωγή προανακρίσεως για να δικασθεί για τα εγκλήματα της εγκληματικής συνεργασίας, διεθνικό έγκλημα με επιβαρυντική περίσταση, συνενοχή και παροχή βοηθείας για παράνομη είσοδο. Ειδικότερα, η αξιόποινη συμπεριφορά του εκζητουμένου συνίσταται στο ότι αυτός εντάχθηκε σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από περισσότερα από τρία άτομα με στόχο τη διάπραξη περισσοτέρων εγκλημάτων και συγκεκριμένα διευκόλυνε τη λαθρομετανάστευση αριθμού ξένων υπηκόων κυρίως κουρδικής υπηκοότητας, στο έδαφος του Ιταλικού κράτους και σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Οι λαθρομετανάστες, που προέρχονταν συνήθως από το Ιράκ και από την Τουρκία, μέσω Ελλάδας, διέσχιζαν την Ιταλία και με διεθνή μέσα μετακινήσεως. Ο εκζητούμενος διοργάνωνε τα ταξίδια με συνεργούς στο εξωτερικό και διαμοίραζε τους λαθρομετανάστες σε passeurs σε άλλα κράτη της Βόρειας Ευρώπης κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2008 μέχρι 24-7-2008 και συγκεκριμένα από την Ελλάδα στην Ιταλία και προς άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Επίσης σε συνεργασία με τα αναφερόμενα στο ένδικο ένταλμα πρόσωπα καθώς και με άλλα πρόσωπα που επί του παρόντος δεν έχουν αναγνωρισθεί έπρατταν για αποκόμιση οικονομικού κέρδους άμεσες δραστηριότητες για να εξασφαλίσουν την παράνομη είσοδο στο έδαφος του Κράτους, παραβιάζοντας τις διατάξεις του ανωτέρω Ενιαίου Κειμένου και συγκεκριμένα: α) 4 εξωκοινοτικών υπηκόων, κουρδο-ιρακινής υπηκοότητας, περνώντας τους ιδίους από την Ιταλία, ώστε να μεταφερθούν σε άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, γεγονός που διαπιστώθηκε στη Ρώμη από τις 22-5-2008 μέχρι τις 28-5-2008, ειδικό δε επιβαρυντικό αποτελεί το γεγονός ότι διέπραξε διεθνικό έγκλημα, β) 18 εξωκοινοτικών υπηκόων, κουρδο-ιρακινής υπηκοότητας, περνώντας τους ιδίους από την Ιταλία, ώστε να μεταφερθούν σε άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, γεγονός που διαπιστώθηκε στη Ρώμη από τις 8-7-2008 μέχρι τις 11-7-2008, ειδικό δε επιβαρυντικό αποτελεί το γεγονός ότι διέπραξε διεθνικό έγκλημα και γ) τουλάχιστον 10 εξωκοινοτικών υπηκόων, κουρδο-ιρακινής υπηκοότητας, περνώντας τους ιδίους από την Ιταλία, ώστε να μεταφερθούν σε άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, γεγονός που διαπιστώθηκε στη Ρώμη από τις 17-7-2008 μέχρι τις 24-7-2008, ειδικό δε επιβαρυντικό αποτελεί το γεγονός ότι διέπραξε διεθνικό έγκλημα. Οι πράξεις αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 416§§1, 2 και 3 του Ιταλικού Ποινικού Κώδικα, 3 και 4 του ν. 146/2006, 110 του Ιταλικού Ποινικού Κώδικα και 12§§1, 3, 3 δις εδ. γ δις του Ν.Θ. 286/1998. Οι ίδιες αξιόποινες αυτές πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται και από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 187§1 του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 87§5 του ν. 3386/2005). Εφόσον, λοιπόν, κατά το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, ο εκζητούμενος διευκόλυνε την παράνομη είσοδο και την προώθηση λαθρομεταναστών ξένων υπηκόων προς την εκζητούσα Χώρα (Ιταλία) και προς άλλες Χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μέσω Ελλάδας, τόπος τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων θεωρείται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και η Ελλάδα. Επομένως, ανεξαρτήτως του αν έχει ασκηθεί ή όχι ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος - εκζητουμένου για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις στην Ελλάδα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 11 περ. ζ i του ν. 3251/2004, απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος κατ` αυτού, ο οποίος, σημειωτέον, είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας (..., οδός ...), είναι νυμφευμένος από τις 14.2.1999 με την Ελληνίδα Α. Κ. (η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο), με την οποία απέκτησε δύο τέκνα, τα οποία φοιτούν σε ελληνικά σχολεία (στη Β' τάξη του 3ου Δημοτικού Σχολείου Ν. Φιλαδέλφειας ο Ε. και στο Τμήμα Προνηπίων του Παιδικού Σταθμού του Κέντρου Προσχολικής Αγωγής Ν. Φιλαδέλφειας η Μ. - Ε.), ενώ έχει υποβάλει αρμοδίως αίτηση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση, κατόπιν δε αδείας που του χορήγησε ο Δήμος Αθηναίων, λειτουργεί στην οδό ... κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια) με προσφορά υπηρεσιών διαδικτύου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου στις δικαστικές αρχές της Ιταλίας για να ασκηθεί κατ` αυτού ποινική δίωξη για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες θεωρούνται, κατά τους ελληνικούς νόμους, ότι τελέστηκαν εν μέρει στην Ελλάδα, έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχήν του μοναδικού λόγου της εφέσεως, να εξαφανισθεί αυτή και να γνωμοδοτήσει το παρόν συμβούλιο ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εκτελεστεί το ένδικο ένταλμα και να παραδοθεί ο εκζητούμενος στις Ιταλικές Αρχές, να αρθεί δε η προσωρινή κράτηση, στην οποία διατελεί αυτός σε εκτέλεση της υπ` αριθ. ΕΚΔ4794/ΦΕ6333/3.12.2010 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ` αριθ. 98/2010 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το από 18.3.2010 και με αριθ. 5926/08 R.G.N.R.-385/10R.G.G.I.P. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως του Δικαστή για Προανακρίσεις του Δικαστηρίου της πόλεως Brindisi (Μπρίντιζι) της Ιταλίας κατά του εκκαλούντος S. B. A. του F. και της A. ή, κατά δήλωσή του, A., ο οποίος γεννήθηκε στο Ιράκ στις 5.3.1966 και κατοικεί στη ..., ήδη δε είναι προσωρινά κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού. ΑΙΡΕΙ την προσωρινή κράτηση, στην οποία διατελεί ο ανωτέρω εκζητούμενος σε εκτέλεση της υπ` αριθ. ΕΚΔ4794/ΦΕ6333/3.12.2010 παραγγελίας του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόλυσή του από τις Φυλακές, αν δεν πρέπει να κρατείται για άλλη αιτία. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση κατά αποφάσεως Συμβουλίου Εφετών περί εκτελέσεως Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως που εκδόθηκε σε βάρος Ιρακινού υπηκόου για την άσκηση ποινικής διώξεως από τις Ιταλικές Αρχές για διευκόλυνση λαθρομεταναστεύσεως μέσω Ελλάδας. Τόπος τελέσεως του εγκλήματος. Απαγόρευση εκτελέσεως του εντάλματος κατ’ άρθρο 11 περ. ζ-i Ν. 3251/2004, γιατί το έγκλημα φέρεται ότι τελέστηκε εν μέρει στην Ελλάδα. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως στην Ελλάδα. Δεκτή η έφεση. Το Συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ένταλμα και αίρει την προσωρινή κράτηση του εκζητουμένου.
null
null
1
Αριθμός 199/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΕΡΟΝΑΥΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, παρέστη δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Παναγιώτη Βρεττάκου. Του αναιρεσίβλητου : Β. Μ. του Ι., κατοίκου ..., παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Κοντοσέα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 419/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4356/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη . ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρ.564 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά δε το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή δε της εν λόγω προϋποθέσεως εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση αν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή. Αντίθετη ερμηνεία δεν βρίσκει στήριγμα ούτε στη διατύπωση του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο", διότι η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει την από τον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτη έρευνα της συνδρομής του εμπρόθεσμου της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της (Ολ.ΑΠ 850/1981). Παρέπεται, ότι αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της άνω προϋποθέσεως του παραδεκτού της αναιρέσεως για την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, χωρίς να είναι απαραίτητο το από αυτή απαράδεκτο να προτείνεται με προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την 7610 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως επεδόθη στην αναιρεσείουσα εταιρεία την 21-10-2009. Κατά την έκθεση αυτή η δικαστική επιμελήτρια μετέβη στην έδρα της αναιρεσείουσας ναυτικής εταιρείας και λόγω απουσίας του νόμιμου εκπροσώπου της επέδωσε αντίγραφο της αποφάσεως στην υπάλληλο αυτής και αρμόδια για την παραλαβή δικογράφων Ρ. Κ., η οποία και υπογράφει την έκθεση επιδόσεως. Περαιτέρω, από την οικεία πράξη καταθέσεως προκύπτει ότι η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την 23-11-2009 (αρ.καταθ.1337/23-11-2009), δηλαδή μετά την οριζόμενη στη διάταξη του άρθρ.564 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον η αναιρεσείουσα έχει την έδρα της στην Αθήνα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι εμπρόθεσμη και πρέπει, ανεξαρτήτως του ότι η σχετική ένσταση προτείνεται από τον αναιρεσίβλητο με τις εκπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-11-2009 αίτηση της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρείας με την επωνυμία "ΒΕΡΟΝΑΥΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 4356/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως (άρθρ 564 παρ ι) Απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
null
null
0
Αριθμός 198/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Μπάκα. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Τ. Ε. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 86/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 324/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 25-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή των δευτέρου και τρίτου των λόγων αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, εάν κατά την προσδιορισμένη δικάσιμο της υπόθεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Εάν τη συζήτηση επισπεύδει αυτός που δεν εμφανίσθηκε ή που δεν έλαβε μέρος κατά τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών. Εάν, όμως, δεν προκύπτει ότι επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο μη εμφανισθείς κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εάν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης ο αναιρεσίβλητος. Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν προκύπτει ούτε ότι αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο αυτή, ούτε ότι αυτός κλητεύθηκε για να εμφανισθεί σ' αυτήν. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση που έχει διεξαχθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-10-2009 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 324/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 8η Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεσίβλητος ερήμην. Δεν αποδεικνύεται ούτε αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ούτε αν κλητεύθηκε από τον αναιρεσείοντα. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
null
null
0
Αριθμός 197/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα ,Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα .Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Φ. Α. του Γ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1314/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 2355/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ.8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του αρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 παρ.1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του αρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το αρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το αρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Μ. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των- εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού, γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεση του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το αρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΑΠ (Ολ) 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα την 26-11-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εργάσθηκε ως υπάλληλος μέχρι την 20-10-2005, οπότε με αίτησή του παραιτήθηκε σύμφωνα με τα αρθρ. 18 και 19 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης γήρατος. Συγκεκριμένα, αποχώρησε από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας με τον βαθμό του Επόπτη Ασφαλείας Α'- Προϊσταμένου, έχοντας συμπληρώσει 31 έτη 9 μήνες και 3 ημέρες υπηρεσίας (συμπεριλαμβανομένων 5 ετών 9 μηνών και 9 ημερών αναγνωρισμένης προϋπηρεσία στο ΤΕΒΕ). Η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου ρυθμιζόταν από τον πιο πάνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό που πρόβλεπε τη λύση της συμβάσεώς του με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, στον οποίο είχε προσχωρήσει ο αναιρεσίβλητος, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του εργαζομένου, στην οποία δεν είχε δικαίωμα εναντίωσης η Τράπεζα, γεγονός που ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας. Επομένως, υπήρχε διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραιτήσεως που υπεβλήθη από αυτόν και η σύμβαση εργασίας του κατέστη αόριστου χρόνου και λύθηκε. Έτσι, αυτός δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη από το άρθρ.8 εδ.α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των αρθρ. 8 παρ. 1 του Ν, 3198/1955 και 202 και 669 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης προβλέψεως υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία δεν επηρεάζει τη μετατροπή της συμβάσεως του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της εκ των προτέρων κατά την κατάρτιση του Κανονισμού συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ (και όχι όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο από το αρθρ. 559 αρ.1) πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας με δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, δεν είναι βάσιμος. Επειδή, με το αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ, η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το αρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το αρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 κα! σε 15.000 ευρώ με το αρθρ. 21 §13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του αρθρ. 103§§7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο. Από τις διατάξεις των αρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1 §6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα αρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν, 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το αρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της). Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα αρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύσταση της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των αρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1978 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των αρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1 § § 1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ) 1/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε επί πλέον ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο, κατ'αρθρ.8 εδ.β' του Ν. 3198/1955, να λάβει (κατάδηλα ως επικουρικά ασφαλισμένος) ποσοστό 40% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, εκείνης δηλαδή που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του αρθρ.2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967, όπως ισχύει με τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις του, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ.21 παρ.13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη σε 11.593,91 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.560 αρ.1 του ΚΠολΔ (εσφαλμένα αναφέρεται από το αρθρ.559 αρ.1), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-5-2009 αίτηση της "Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", για αναίρεση της 2355/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποχώρηση υπαλλήλου Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνατξιοδότησης. Συγκατάθεση του εργοδότη με πρόβλεψη στον Κανονισμό. Αποζημίωση άρθρ 8 Ν 3198/1955.Η τράπεζα δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.Η αποζημίωση δεν υπόκεινται στο ανώτατο όριο του ΑΝ 173/1967.Αναιρετικός λόγος από τον αρ1 του λαρθροτ 560 του ΚΠολΔ.
null
null
1
Αριθμός 200/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. - Κ. του Α., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 161/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 4320/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-12-2008 αίτησή του καθώς και τους από 1-12-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως και την παραδοχή του προσθέτου λόγου αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με επίσπευση της αναιρεσίβλητης φέρεται για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση κατά την αναφερόμενη στη αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον κεκυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως με την κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή και την από 14-10-2009 επισημείωση σ' αυτό του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Π. Κ.. Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και η διάδικος αυτή παρούσα (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ) Από τον συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1, 531 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ'ουσίαν και όχι κατά τύπους. Διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί αποδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη. Τα δε τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 16/1990). Εξάλλου, κατά την παραγρ. 2 του άρθρου 6 Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά τον Ν. 2112 και το ΒΔ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 εδ. α' Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη ... ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ...". Κατά δε το εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 8 Ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.Δ. 3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, και του Β.Δ. της 16/18.7.1920 "περί εφαρμογής των περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων διατάξεων και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 435/1976), με την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 και την ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη με αυτό αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής και στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη (Ολ.Α.Π. 31/2003). Συνακόλουθα, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κατά την οποία κάθε αξίωση για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920 και το ΒΔ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή, εφαρμόζεται, κατ' αρχήν ως προς την αποζημίωση που δικαιούται απευθείας από το Ν.2112 ή το Β.Δ. της 16/18.7.1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται με βάση άλλες διατάξεις νόμου, Σ.Σ.Ε. ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στον άνω Ν. 2112 ή το Β.Δ. μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως. Στην περίπτωση όμως της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως τους, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν. 2112 και του ως άνω Β.Δ., αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955". Συνεπώς η αξίωση για την καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως υπόκειται στην προβλεπομένη από το άνω άρθρο 6 παρ. 2 αποσβεστική προθεσμία. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του (στην οποία ενσωματώθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού η έφεση κατά της αποφάσεως του τελευταίου απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη) δέχθηκε ότι με την Δ/33969/24-10-80 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη στο Δημόσιο ως εκπαιδευτικός, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, με την οποία ιδιότητα υπηρέτησε συνεχώς έως 15-9-1999, ήτοι επί 19 χρόνια, ότι την 16-9-1999 αποχώρησε από την υπηρεσία της προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί από το ΙΚΑ και να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος και ότι ήταν επικουρικώς ασφαλισμένη στο ΤΕΑΜ. Ενόψει αυτών, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο το 40% της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, με τον περιορισμό του άρθρου 33 του Ν. 1876/1990, το ύψος της οποίας καθόρισε σε 4.402 €. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και ο από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται αποζημίωσης κατ' άρθρο 8 εδ. β' Ν. 3198/1955, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την έκθεση καταθέσεως δικογράφου της ένδικης αγωγής (αρ. 4349/21-12-2001) προκύπτει ότι αυτή κατατέθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 21-12-2001, προδήλως δε επιδόθηκε στο αναιρεσείον μετά την ημερομηνία αυτή, ήτοι ασκήθηκε μετά την παρέλευση των έξι μηνών από την αποχώρηση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) από την υπηρεσία της προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, που έλαβε χώρα στις 16-9-1999. Το Εφετείο δέχθηκε ότι στην ερευνώμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 που προβλέπει εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής αυτής (από παραδρομή αναγράφεται στην απόφαση του πρώτου βαθμού η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του εν λόγω νόμου) γιατί έκρινε ότι δεν ισχύει η προθεσμία αυτή για αγωγή αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης από την εργασία της για να συνταξιοδοτηθεί και απέρριψε τη σχετική ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, που είχε προτείνει το αναιρεσείον πρωτοδίκως με τις προτάσεις του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 8 του Ν. 3198/1955 και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 4230/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η απόρριψη της εφέσεως λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους- Αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η ( μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας ) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη- Η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ 2 Ν 3198/1955 ισχύει και στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη- Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, κατ' αρχήν ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός απευθείας από το Ν.2112 ή το Β.Δ της 16/18-7-1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται με βάση άλλες διατάξεις νόμου,ΣΣΕ ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στο Ν 2112 ή το ΒΔ μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως- Στην περίπτωση της αποζημιώσεως.- Στην περίπτωση της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προυποθέσεων συνταξιοδοτήσεως τους ( άρθρ 5 παρ 1 του Ν 435/1976 ) η αξίωση αποζημιώσεως υπόκειται στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ 2 Ν 3198/1955- Αναιρείται η απόφαση του Εφετείου γιατί παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ 2 και 8 Ν 3198/1955, κατ΄αποδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ 1 του ΚΠολ Δ.
null
null
0
Αριθμός 196/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ν. Σ., κατοίκου ... .Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσίβλητου- καθού η κλήση: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ),που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη , με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2334/ 2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 7130/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 01-09-2003 αίτησή του η συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 14-2-2006 οπότε και ματαιώθηκε. Την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 27-05-2008 κλήση του που προσδιορίστηκε για να δικαστεί στις 12-05-2009 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση. Τέλος την υπόθεση επαναφέρει και πάλι προς συζήτηση ο αναιρεσίων με την από 01-12-2009 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 20-01-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αεροπαγίτη Αναστασίου- Φιλίτα Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321,322,324 και 331 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι από την τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον. Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο , αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερη του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο ( άρθρο 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876 /1999), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη. Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. Περαιτέρω, οι αποδοχές του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ ρυθμίζονταν από το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ, 472/11-8-1981 και 731/14-12-1981 τευχ. Β' αντίστοιχα). Με την παρ.32 της Δ.Α. ορίσθηκαν τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων και βασικών μηνιαίων μισθών των ηλεκτροτεχνιτών των νοσηλευτικών αυτών ιδρυμάτων, ενώ με τις 73/1982 και 74/1982 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών "διά τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών ιδρυμάτων κ.λ.π., του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ (μέλη των σωματείων δυνάμεως ΟΕΝΕ και ΟΣΝΙΕ αντίστοιχα)" που κηρύχθηκαν εκτελεστές με τις 17.663 και 17.664/1982 ΑΥΕ αντίστοιχα (ΦΕΚ 505 και 501 τευχ. Β'), το μεν χορηγήθηκε στους μισθωτούς που υπάγονται σ' αυτή και είναι το προσωπικό των εν λόγω ιδρυμάτων, που αμείβονται με βάση την πρώτη Δ.Α. (42/1981) διορθωτικό ποσό, το δε ορίσθηκε με την παρ. 12 ότι " Το κατώτατο όριο του βασικού μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών που υπάγονται στην απόφαση αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου αντίστοιχα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (αριθμό 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών). Επί των εν λόγω κατωτάτου ορίου βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου θα υπολογίζονται τα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα ρύθμιση, τα οποία θα χορηγούνται επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου", με δε την παρ. 13 της ως άνω Δ.Α. ορίσθηκε ότι, "κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της με αριθμό 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς". Το νομικό καθεστώς της ως άνω 42 /1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς μεταβλήθηκε, με την από 22 - 12 - 1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953, που είναι μέλη του σωματείου των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ (όπως είναι και το αναιρεσίβλητο), στο σύνολο του, οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/ 1988 (άρθρο 3 παρ. 1 της ΕΣΣΕ). Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ. ΑΠ 3/2003, Ολ.ΑΠ 10/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλούμενος, ότι συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής ΝΠΔΔ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι παρείχε τις ως αδειούχου ηλεκτροτεχνίτη υπηρεσίες του από την 1-9-1982 κι' εντεύθεν, ζήτησε να του καταβληθούν διαφορές αποδοχών για το διάστημα από 1-6-1997 έως 31-11-1999, καθώς και διαφορές αμοιβών για την εργασία του κατά τις Κυριακές και Αργίες, τη νυκτερινή εργασία και την παροχή υπερωριακής εργασίας για το ίδιο διάστημα λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλομένων σε αυτόν αποδοχών με βάση τη ΔΑ 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ λοιπές σχετικές διατάξεις. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το νομικά δε αβάσιμο της αγωγής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4708/1991 και 9548/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Με αυτές τις αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν σε προγενέστερες αγωγές του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου, με τις οποίες ζητούσε την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-5-1997, κρίθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο για το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να λαμβάνει τα προβλεπόμενο από το νομικό καθεστώς της ως άνω 42/-1981 ΔΑ επιδόματα οικογενειακών βαρών και ανθυγιεινής εργασίας και ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών του αναιρεσείοντος για το διάστημα αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις της πιο πάνω διαιτητικής αποφάσεως (42 /1981). Από τις αποφάσεις όμως αυτές δεν απορρέει δεδικασμένο κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού οι αξιώσεις του ενάγοντος που ασκούνται με την ένδικη αγωγή έχουν διαφορετική νομική αιτία σε σχέση με τις αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές και συγκεκριμένα η ένδικη αγωγή αφορά διαφορές αποδοχών για το από 1-6- 1997 έως 31-11-1999 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ίσχυαν οι από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες και ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και οι οποίες συνιστούν μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει τις αποδοχές αυτές σε σχέση με το νομικό καθεστώς που ίσχυε, κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, που έκριναν οι τελεσίδικες ως άνω αποφάσεις. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ως αόριστη την ένδικη αγωγή και την απέρριψε για το λόγο αυτό σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, γι' αυτό είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8,14 και 16 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο (έκρινε την αγωγή ως αόριστη), δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό για ύπαρξη δεδικασμένου από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις και παρά το νόμο δεν δέχθηκε το δεδικασμένο αυτό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1ης Σεπτεμβρίου 2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.7130/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεδικασμένο. Αλλαγή νομοθετικού καθεστώτος και δεδικασμένο. Η αλλαγή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, ως διαφορετικό αντικείμενο δίκης που δημιουργεί δεδικασμένο από προηγούμενη σχετική αγωγή αξιώσεως για δεδουλευμένες αποδοχές, εφόσον αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτό της προηγούμενης αγωγής. Όροι αμοιβής και εργασίας νοσηλευτικού προσωπικού, συνδεόμενου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με νοσηλευτικό ίδρυμα ΝΠΔΔ
null
null
0
Α.Κ. Αριθμός 193/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ----- ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ευάγγελου Ζάψα του Νικολάου, κατοίκου Καμπής Άρτας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", η οποία εδρεύει τη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Της Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", με ΑΡ.Μ.ΑΕ 49833/01ΑΤ/Β/01/342 η οποία εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 4)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 986/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6838/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 9-11-10 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς όλα του τα μέρη, καθώς και του δεύτερου λόγου της ως άνω αίτησης ως προς όλα επίσης τα μέρη του, πλην του πρώτου μέρους και κατά τα δύο σκέλη του, κύριο και επικουρικό, και του πέμπτου μέρους και μόνο κατά τη δεύτερη αιτίαση, ως προς τα οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αυτών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ. 2 του ν. 435/ 1976,προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων άδειας και εορτών. Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρθρ.904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που κατάβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της δια τάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, σχετικά με τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές και επιδίκαση αμοιβής κατά τα Σάββατα και κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, για τις οποίες υπάρχει παράπονο του αναιρεσείοντος, ότι αυτός, που είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία <<Κοινοπραξία Σήραγγας Καλλιδρόμου, Εργοτάξιο Κάτω Τιθορέας Φθιώτιδας>>, της οποίας οι από τις αναιρεσίβλητες, δεύτερη και τρίτη αποτελούν κοινοπρακτούντα μέλη, στις 3-8-1999 έως 29-3-2002 που απολύθηκε, και εργάστηκε ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στο εκτελούμενο από αυτές έργο κατασκευής δύο σηράγγων διέλευσης σιδηροδρόμου στο όρος Καλλίδρομο, απασχολήθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, κατά τις οποίες άλλοτε στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση και άλλοτε όχι και ότι για την εργασία του αυτή έλαβε την αμοιβή και την προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75% για όσες Κυριακές δεν στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση, για όσες δε Κυριακές στερήθηκε αυτής, έλαβε ως προσαύξηση και αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το 1,75 του μισθού του, και για τα Σάββατα που εργάσθηκε έλαβε απλό ημερομίσθιο χωρίς προσαύξηση. Eπίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενες εταιρείες τηρούσαν μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και καρτέλες εργασίας του προσωπικού που απασχολούσαν, στις οποίες καταχωρούσαν αναλυτικά ανά μήνα για κάθε εργαζόμενο τον αριθμό των ωρών απασχόλησης αυτών σε καθημερινή βάση, τις ώρες νυκτερινής εργασίας του, τις τυχόν υπερωρίες και τις ώρες υπερεργασίας και τις καταβαλλόμενες για κάθε αιτία αποδοχές, για τις οποίες εκδίδονταν αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής. Οι εναγόμενες κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα την αναλογούσα στην εκάστοτε παρασχεθεί σα εργασία του νόμιμη αμοιβή χωρίς οποιοδήποτε εκ με ρους του διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Μάλιστα μέχρι τον μήνα Μάιο του 2001 τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε ως αμοιβή για τις πέραν του νόμιμου ωραρίου του πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας (όπως και των λοιπών εργαζομένων) καταχωρούνταν στις πιο πάνω καταστάσεις με τον χαρακτηρισμό αμοιβή για "υπερωρίες", ενώ από τον Ιούνιο του έτους 2001, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στα πλαίσια της εντατικοποίησης από την Επιθεώρηση Εργασίας του τακτικού ελέγχου, με σκοπό την αποφυγή εργασίας στα εργοτάξια κατά τα Σαββατοκύριακα, η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση καταγράφονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις ως "πριμ απόδοσης". Από τις εν λόγω μισθοδοτικές καταστάσεις, τις καρτέλες εργασίας και τις αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στις περιπτώσεις που είχε εργασθεί ημέρα Κυριακή χωρίς εβδομαδιαία ανάπαυση είχε εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές του και συγκεκριμένα το νόμιμο ποσοστό 1,75 του μισθού του, ενώ όταν επρόκειτο για εργασία την Κυριακή, για την οποία δεν είχε στερηθεί την εβδομαδιαία ανάπαυση, του είχε καταβληθεί μόνο η προσαύξηση του 75% επί πλέον του ωρομισθίου του και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω στέρησης της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ειδική αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσείων και της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, καθώς και για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, αφού δεν εκθέτει ποιό ποσό εδικαιούτο και ποιό ποσό κατεβλήθη στον αναιρεσείοντα, α) για την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις δύο Κυριακές τον μήνα που απασχολείτο, β) για την αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική η μέρα ανάπαυσης και γ)για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρ. 416 του ΑΚ. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι ως άνω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ως προς όλα τα μέρη του. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945,ό πως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ.1 ν.1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ1 άρθρ.1 Ν.3302/2004,του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν.539/1945,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν. 4504/1966,του άρθρου 5 παρ.1εδ.δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/57 και του άρθ. ρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ.7 του ν.549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003-Πράξη Κατάθεσης Υπ.Εργ.19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργάσιμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ` αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999,εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων(14)ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών άδειας αυξημένες κατά 100%.Για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής).Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Επίσης, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη συνεχώς από 3-8-1999 μέχρι 19-4-02 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, από Δευτέρα έως και Σάββατο δηλ. με το σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, αυτή δεν του χορηγούσε την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωνε ούτε τις αποδοχές άδειας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών άδειας και επιδόματος των ετών 2000,2001 και αποζημίωσης άδειας και επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργάσιμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της άδειάς του από υπαιτιότητά της. Η πρωτοδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία α βάσιμο το πιο πάνω κονδύλιο της αγωγής του και με τον 6° λόγο της έφεσής του, ο ενάγων-αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδειας και του επιδόματος αυτής, δέχθηκε τα εξής:"... Περαιτέρω, με βάση τις άνω μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής (εκκαθαριστικά), αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έλαβε για επίδομα άδειας 2000 το ποσό των 162279 δρχ., για επίδομα άδειας 2001 το ποσό των 174055 δρχ. και για επίδομα άδειας 2002 το ποσό των 1179, 95 ευρώ, ήτοι έλαβε τα ποσά που εδικαιούτο με βάση τις νόμιμες αποδοχές του μαζί με την προσαύξηση για την εργασία κατά τις Κυριακές, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό αυτών (...επιδομάτων άδειας) λαμβάνονται ως βάση οι τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός του και τα επιδόματα, ενώ οι πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον κατά βάλλονται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας πράγμα όμως το οποίο δεν συμβαίνει στην προ κειμένη περίπτωση, και επομένως ουδέν του οφείλεται. Και τέλος από τα αναφερόμενα παραπάνω έγγραφα (μισθοδοτικές καταστάσεις, καρτέλες εργασίας και αποδείξεις πληρωμής) αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε κατά τα έτη 2000,2001 και 2002 τη δικαιούμενη νομίμως άδεια αναψυχής εξ 22 εργάσιμων ημερών ως απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμεμερης εργασίας την οποία και πληρώθηκε (το έτος 1999 δεν εδικαιούτο άδειας αφού δεν είχε συμπληρώσει ένα έτος συνεχή απασχόληση στις εναγόμενες).Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 2000,2001 και 2002, και του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών άδειας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ελάμβανε την κανονική του άδεια κατά τα παραπάνω έτη, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέν τα ποσά για αποδοχές άδειας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε ή όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει πότε, σε ποιές ημεροχρονολογίες και πόσες ημέρες άδειας έλαβε, με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό άδειας που εδικαιούτο(δηλαδή ως παρέχων εργασία πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας),προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιούμενων ημερών άδειας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο(και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό),εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τις 3-8-1999 έως 19-4-2002.Επομένως,ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., και κατά τα μέρη του, με τα οποία ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Όμως ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι ενώ το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν σταθερά και σε μόνιμη βάση δύο Σάββατα κάθε μήνα που σημαίνει παραδοχή ότι αυτός παρείχε την εργασία του Σαββάτου κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό και ότι συνεπώς εργάζονταν με το σύστημα της εργασίας έξι ημερών, και αφού ληφθεί υπόψη και η παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης ότι είχε ο αναιρεσείων προϋπηρεσία από το 1974, σε σχέση με το αίτημα για χορήγηση αποδοχών 30 εργάσιμων ημερών καθόλα τα έτη που εργάσθηκε, επικουρικά δε, αν θεωρηθεί ότι αυτός εργαζόταν με το σύστημα εργασίας πέντε ημερών, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης, για χορήγηση αποδοχών 25 εργάσιμων ημερών δεν δέχθηκε ότι δικαιούνταν αυτός για όλα τα έτη που εργάσθηκε στις αναιρεσίβλητες αποδοχές άδει ας 30 εργάσιμων ημερών και επικουρικά αποδοχές 25 εργασίμων ημερών, πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το κύριο μέρος αυτού ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προαναφερθείσα νομική σκέψη, με την κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο απασχόληση του εργαζομένου με το πενθήμερο σύστημα εργασίας, κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν μεταβάλλεται το θεσμοθετημένο σύστημα πενθήμερης εργασίας, σε εξαήμερο, έστω και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, ενόψει του ότι αυτή η απασχόληση είναι άκυρη, κατά δε το επικουρικό μέρος του, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι υπάρχει παραδοχή του Εφετείου περί της τυχόν προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, ο άνω λόγος αναίρεσης και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για το επίδομα άδειας των ετών 2000 2001 και 2002,πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω απόφασης, αναφέρονται τα ποσά αυτά. Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ' αριθ. 19040/1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας,3 του α.ν. 539/ 1945 και 3 παρ. 16 του ν.4504/ 1966,τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα. Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/ 1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα. Δεν περιλαμβάνονται όμως:α)Η κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1975 και το άρθρο 4 παρ. 4 και 5 του ν. 2874/2000 αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, δηλαδή τόσο η κατά τις εν λόγω διατάξεις βασική αμοιβή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη όσο και η κατά τις ίδιες διατάξεις προσαύξηση 100% και 250%, αντίστοιχα, επί της εν λόγω βασικής αμοιβής. Και αυτό γιατί η όλη αυτή αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, από την οποία εκείνη της αμέσως πιο πάνω βασικής αμοιβής οφείλεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 και επ., ΑΚ), ακόμη και όταν η υπερωριακή αυτή εργασία παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, αφού του το προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 39-40/2002).β) Η αμοιβή για την εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα. Και αυτό γιατί, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει, η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ. σχ. ΑΠ 1253/2002,ΑΠ 1331/ 2001). Έτσι και η αμοιβή αυτή, ακόμη και αν η εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν από τελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού (πρβλ. Ολ. ΑΠ 39-40/ 2002), με εξαίρεση βέβαια την ως άνω κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την εργασία κατά Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, η οποία, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα, συνυπολογίζεται, ως από το νομό απευθείας οφειλόμενη, ια την εξεύρεση που ύψους των παραπάνω επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, κατά τα προ αναφερόμενα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, για να εξεύρει τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του αναιρεσείοντος εργαζομένου, ώστε στη συνέχεια να καθορίσει το ύψος του επιδόματος άδειας των ετών 2000, 2001 και 2002,που δικαιούνταν ο τελευταίος, αφού δέχτηκε ότι αυτός (αναιρεσείων εργαζόμενος) υπαγόταν στο σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφασή του σχετικώς αναφερόμενα, δεν συνυπολόγισε, ως τακτικά επαναλαμβανόμενες και τις παροχές για εργασία κατά δύο Σάββα τα κάθε μήνα, επιδικάζοντας για τις αιτίες αυτές τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, κατά τα ειδικότερα στη προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβανόμενα. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ότι για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσείοντος εργαζόμενου, με βάση τις οποίες θα καθοριζόταν το ύψος της αμέσως πιο πάνω παροχής που οφείλονταν σ' αυτόν, δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστούν, εκτός των άλλων, και η παροχή και για εργασία κατά τα Σάββατα δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες στη ως άνω μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου δια τάξεις. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω σ' αυτήν (μείζονα σκέψη), η εν λόγω παροχή(για εργασία κατά τα Σάββατα) δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστεί για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσείοντος εργαζομένου, με βάση τις οποίες θα έπρεπε να καθοριστεί το ύψος του επιδόματος άδειας που δικαιούνταν αυτός για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα. Επομένως ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης, και κατά το μέρος του αυτό, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ Δ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/55 υπ' αριθ. 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 3 παρ. 1 και 3 Α.Ν. 539/45, 3 παρ. 16 και 17 του Ν. 4504/66, 5 παρ. 2 του Ν. 133/75, 1 παρ. 1 του Ν.435/76, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/80 και του άρθρου 2 των εκδοθεισών κατά καιρούς Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα άδειας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία, η αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και τις αργίες. Επομένως στις αποδοχές και το επίδομα άδειας των μισθωτών πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ζητούσε με την ένδικη αγωγή του να συνυπολογισθεί στο επίδομα άδειας των ετών 2000 και 2001, η αμοιβή εργασίας κατά τη νύχτα που παρείχε αυτός κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής του σχέσης με τις αναιρεσίβλητες και λάμβανε ως αντάλλαγμα της νόμιμης εργασίας του κατ' αυτή (νύχτα),την οποία δεν συνυπολόγιζαν αυτές (αναιρεσίβλητες) και να του καταβληθούν οι προκύπτουσες διαφορές ως προς τα άνω επιδόματα. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το κονδύλιο αυτό, ως αόριστο, αφού προηγουμένως με άλλη διάταξή του, είχε απορρίψει ως αόριστο και το κονδύλιο της αμοιβής λόγω νυκτερινής εργασίας. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος έκρινε ότι τα ανωτέρω κονδύλια ήταν ορισμένα και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά αυτές τις διατάξεις της, και στη συνέχεια εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ως προς το προαναφερθέν ζήτημα ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στο εργοτάξιο των αναιρεσιβλήτων σε τρεις κυλιόμενες οκτάωρες βάρδιες, καθόλο το διάστημα της εργασιακής σύμβασης του, κατά τις οποίες πραγματοποιούσε κάθε μήνα και εργασία κατά τη νύχτα ...... (αναφέρονται αναλυτικά για κάθε έτος οι ώρες της νυχτερινής εργασίας οι οποίες αθροιζόμενες για όλο το έτος και διαιρούμενες δια δώδεκα μήνες αντιστοιχούσαν για το διάστημα από Αύγουστο του 1999 έως 31-12-2000 σε 1.071 ώρες για 17 μήνες δηλαδή 63 ώρες κατά μήνα, για όλο το 2000 σε 720 ώρες για 12 μήνες δηλαδή 60 ώρες το μήνα ), .....Ακολούθως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δεν συνυπολόγισε για την εξεύρεση του οφειλομένου επιδόματος άδειας των ετών 2000 και 2001 την αμοιβή για την παροχή εκ μέρους του αναιρεσείοντος της προεκτεθείσας νυχτερινής εργασίας, την οποία, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, πραγματοποιούσε ο αναιρεσείων κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό, η δε αμοιβή που λάμβανε γι' αυτή την εργασία ήταν το συμβατικό αντάλλαγμα της εκ μέρους του παροχής αυτής της εργασίας, με αποτέλεσμα να αποτελεί αυτή τμήμα των τακτικών πλέον αποδοχών, με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογισθεί το ποσό που θα καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για το επίδομα άδειας των ανωτέρω ετών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξείς που αναφέρονται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη. Συνεπώς πρέπει, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και κατά το μέρος του αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178 παρ.1,183 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 6.838/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές.Εξόφληση. προκειμένου περί εργατικών απαιτήσεων πρέπει να παρατίθενται στην απόφαση, εφόσον γίνεται δεκτή ένσταση εξόφλησης, τα επιμέρους ποσά τα οποία καταβλήθηκαν για κάθε απαίτηση χωριστά και αυτά που δικαιούνταν ο εργαζόμενος, διαφορετικά υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης.Αναιρείται απόφαση του Εφετείου γιατί δεν ανέφερε τα καταβληθέντα και δικαιούμενα ποσά αποδοχών άδειας καθώς και πόσες και ποιές ημέρες έλαβε αυτός την ετήσια άδεια αναψυχής.
null
null
0
Αριθμός 194/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Βγόντζα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της υπό εκκαθάριση ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα. 2) Της Ι. Π. υπό την ιδιότητα της ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της πιο πάνω υπό εκκαθάριση εταιρίας, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. 3) Της υπό εκκαθάριση ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιολέττα Βασιλάκου. 4) Του Π. Π., υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της ανωτέρω υπό εκκαθάριση εταιρίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 399/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3622/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 9-11-10 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, και την παραδοχή του τρίτου λόγου και κατά το πρώτο μέρος του καθώς και του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις11204 Δ'/31-12-2009 και 11205 Δ'/31-12-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη του Γραμματέα για ορισμό δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής (της 23-11-2010),επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη και τέταρτο από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν την κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτών, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης. Επειδή, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς τους οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 14-10-2009 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 3622 /2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 399/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ένδικη αγωγή του κατά το μέρος που έστρεφε αυτήν και κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου από τους αναιρεσίβλητους ως παθητικά ανομιμοποίητη, και δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατά το μέρος που αφορούσε την πρώτη αναιρεσίβλητη ως ουσιαστικά βάσιμη, έγινε δε δεκτή η έφεση που άσκησε κατ' αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη και κατά τη διάταξή της που δέχθηκε εν μέρει την άνω αγωγή, εξαφανίσθηκε ακολούθως η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε αυτή. Ενώ δε η προκείμενη αίτηση στρέφεται και κατά των, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, η κατά των οποίων έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμη, δεν παρατίθεται κανένας λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στο πρόσωπο αυτών και την έναντι τούτων τύχη της εφέσεώς του. Επομένως, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του αρ.559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα. Επί σης, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2 του νόμου 2112/1920,5 παρ.1 του νόμου 3198/1955 και 118 και 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι η αποζημίωση απολύσεως, κατά τα δυο πρώτα των ανωτέρω άρθρων, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου προ της απολύσεως μηνός, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, ήτοι του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, μεταξύ των οποίων παροχών και η σταθερώς και μονίμως καταβαλλομένη αμοιβή για νυκτερινή εργασία και εργασία Κυριακών και αργιών, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η συμπλήρωση της αποζημιώσεως απολύσεως με το συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές και των ανωτέρω πρόσθετων παροχών, αρκεί να αναφέρεται σ` αυτή η καταβολή της μνημονευόμενης πρόσθετης παροχής, για σταθερώς παρεχόμενη νυκτερινή εργασία και εργασία Κυριακών και αργιών, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο, οι δε μη εργάσιμες εορτές από το νόμο. Ακόμη, σύμφωνα με τον 9ο όρο της από 27-7-1993 ΣΣΕ που υπογράφηκε μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ και του σωματείου Ε.Χ.Π.Α., μέλος του οποίου αποτελούσε και ο αναιρεσείων, «οι χειριστές πέραν των άλλων απoδοχών τους αμείβονται και για την παρεχόμενη υπερεργασία, δηλαδή Νυκτερινή Εργασία, Εργασία κατά Κυριακές και Αργίες και εργασία που προβλέπει το Πρακτικό Συμφωνίας ΕΧ-ΠΑ-ΟΑ 23-3-1990 (μίλια) όπως ήδη ισχύει ή θα ισχύει εκάστοτε. Η αμοιβή εκάστου χειριστή για υπερεργασία καθορίζεται και συγχωνεύεται σε ένα ποσό που ονομάζεται αμοιβή υπερεργασίας. Το ποσό αυτό κατανέμεται αναλογικά σε όλους τους χειριστές κάθε μήνα κατά την αναλογία τοις εκατόν (0%) επί των αποδοχών του πίνακος Α1 όπως αυτή προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού ποσού της αμοιβής υπερεργασίας δια του συνολικού ποσού των αποδοχών του πίνακος Α1 του ίδιου μήνα (π.χ. Σύνολον αμοιβής υπερεργασίας δια συνόλου αποδοχών πίνακος Α1 επί τοις εκατόν που θα πολλαπλασιάζεται με τις αποδοχές πίνακος Α1 κάθε χειριστή και το γινόμενο θα καταβάλλεται στον αντίστοιχο χειριστή ως συμμετοχή στην υπερεργασία)». Ενόψει τούτων, η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ιπτάμενου χειριστή της αναιρεσίβλητης, ως προς τις αξιώσεις της περί συμπληρώσεως της αποζημιώσεως απολύσεώς του, καθώς και της πρόσθετης αποζημίωσης διά καταβολής ποσού για την απώλεια εισοδήματος που θα προκύψει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του ΙΚΑ που δικαιούται αυτός, ως συνταξιοδοτούμενος και του ποσού των καταβαλλομένων κατά τον Οκτώβριο του 2003,για το χρονικό διάστημα από την αποχώρηση εκείνου (ενάγοντος) με βάση τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 3185/2003,τακτικών αποδοχών αυτού (αναιρεσείοντος),με τον συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές του και του αναφερομένου σ' αυτή(αγωγή)ποσού των 1800 ευρώ, το οποίο καταβάλλονταν σ` αυτόν κατά μέσον όρο, ως επίδομα παραγωγικότητας (διανομή ωρών υπερεργασίας) τακτικά και αδιάλειπτα όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, για νυκτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, προβλέπονταν δε από την από 27-7- 1993 ΣΣΕ για τους ιπταμένους χειριστές της Ολυμπιακής, ως αμοιβή για την σταθερώς και μονίμως παρεχόμενη υπερεργασία την οποία από τελούσαν η ανωτέρω εργασία κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες, χωρίς όμως να αναφέρει καθόλου τον αριθμό των Κυριακών και αργιών που εργάσθηκε, ούτε τον αριθμό των ωρών κατά τις οποίες πρόσφερε νυκτερινή εργασία, καθώς και τον αριθμό των ιπταμένων χειριστών και τον αναφερόμενο στην ανωτέρω από 27-7-1993 ΣΣΕ, πίνακα Α1 αποδοχών, ήταν αόριστη κατά τις αξιώσεις αυτές, ως μη περιέχουσα όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα προς του το ανωτέρω στοιχεία. Επομένως, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι οι προεκτεθείσες αγωγικές αξιώσεις ήταν αόριστες και τις απέρριψε ως τέτοιες ,δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον ως άνω αριθμό 14 και όχι, όπως με το αναιρετήριο προβάλλεται, και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ενόψει του ότι στην προκείμενη περίπτωση, πρόκειται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία και όχι για νομική αοριστία. Εξάλλου, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια και του αριθμού 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με το να μη λάβει υπόψη τα εκτεθέντα περιστατικά της ένδικης αγωγής, τα οποία στήριζαν τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις της, αφού αυτά συνολικά κρινόμενα καθιστούσαν αυτή (αγωγή) ως προς τις άνω αξιώσεις αόριστη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του προεκτεθέντος άρθρου 559 του ίδιου κώδικα. Επειδή, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρ. 27 του Ν. 3185/2003 "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας", που άρχισε να ισχύει από 26-9-2003, ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1. Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου κλάδων Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου. Ο μετασχηματισμός γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 1-5 του παρόντος. Το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από τον μετασχηματισμό αυτό περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος στο Ελληνικό Δημόσιο, προ κειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. 2. Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει. 3.Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς, απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί έγκρισης των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για τον σκοπό αυτό οποιαδήποτε άλλη έγκρίση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη. 4. Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερο παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ. ΕΝ και του ν. 2190/1994. 5. Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας". Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Ειδικός Λογαριασμός α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίηοης, των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β' μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για την με οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν: 1) κίνητρα στους δικαιούχους λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002, και II) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή. 6. Οι Ιπτάμενοι Χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, κάτοχοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, σε ισχύ του πτυχίου τους, ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. για τον κλάδο σύνταξης, που συμπληρώνουν το 53ο έτος της ηλικίας τους και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας στην Ολυμπιακή Αεροπορία ή την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα έως 31.12.2004 αποχωρούν υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 από την εταιρεία που εργάζονται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας, που τους επιδίδεται ατομικώς, και καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων αποζημίωσης. 7. ..., 8. Ο προστιθέμενος χρόνος ασφάλισης των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Η πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων, που προκύπτει από τη συμπλήρωση των ως άνω αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος ορίων, καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από τον Ειδικό Λογαριασμό της παρ.5 του παρόντος. Εξάλλου, της ψηφίσεως του άνω νόμου και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (ΕΧΠΑ), οι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις δια τάξεις του αρθ. 8 του ΠΔ 178 /2002 "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως ...", είχε προηγηθεί η κατάρτιση του από 16.7.2003 πρακτικού συμφωνίας με το οποίο υπό το κεφάλαιο ΚΙΝΗΤΡΑ, συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ για Κλάδο Συντάξεων Ιπτάμενοι Χειριστές του Ομίλου της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε., που έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι 31-12-2005 αποχωρούν προαιρετικά (και, στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός των 137 κατ' ελάχιστον ιπτάμενων χειριστών, υποχρεωτικά) από την υπηρεσία τους λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη σαν να αποχωρούσαν με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και θα καταβληθεί σ' αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 3198/1955), με βάση τα έτη υπηρεσίας μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, καθώς και ποσό, το οποίο θα είναι ίσο με την αποπληθωρισμένη (σύμφωνα με το ποσοστό αποπληθωρισμού που ακολουθεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) απώλεια εισοδήματος, που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης και του ποσού των καταβαλλομένων κατά την αποχώρηση τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της απoχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής. Η ισχύς του ανωτέρω πρακτικού συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό την αίρεση της υλοποίησής του από το Ελληνικό Δημόσιο (Μέτοχο ΟΑ - ΝΟΑ) δια των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων και εφόσον λειτουργήσει η ΝΟΑ. Στη συνέχεια, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3185/2003, με το από 10.11.2003 παράρτημα του προαναφερθέντος Πρακτικού συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποιήσεως των προβλεπομένων στο Πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του Ν. 3185/2003.Ειδι κότερα, ορίσθηκε ότι η υλοποίηση όσων προαναφερομένων συμφωνήθηκαν με το πρακτικό συμφωνίας, θα γίνει με βάση τα προβλεπόμενα στο αρθ.27 παρ.6 του Ν. 3185/2003 και μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του ΙΚΑ, που δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος με το Ν. 3185/2003 ιπτάμενος χειριστής και η οποία αντιστοιχεί στα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ποσού των καταβαλλομένων κατά τον μήνα Οκτώβριο 2003 τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της απoχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο ν.3185/ 2003. Το καταβλητέο λόγω απώλειας εισοδήματος ποσό θα μειωθεί κατά το ποσό της διαφοράς που προ κύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2003 και της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003.Το ποσό που αντιστοιχεί στην ανωτέρω απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί στους δικαιούχους εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της διαπιστωτικής πράξης". Εξάλλου, η με τη δικαιοπραξία εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο από τελεί αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. Α.Κ.. Διάφορη της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζόμενη από τις άνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου, η οποία συνίσταται σε γεγονός το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας. Από το περιεχόμενο του άνω πρακτικού συμφωνίας και παραρτήματος αυτού, που έχουν ισχύ ανάλογη ΣΣΕ, αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του Π.Δ.178/2002 και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το Ν. 1876/1990 διαδικασία και τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, κατά την αληθή έννοια αυτών προκύπτουν τα εξής: Ότι η ενόψει της σχεδιαζόμενης απόσχισης του κλάδου του πτητικού έργου της Ο.Α. αποχώρηση των ιπταμένων χειριστών αυτής και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες προϋποθέσεις, θα γινόταν με την έκδοση σχετικής πράξης της εταιρίας και την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από τις οικείες συμβάσεις και τα άνω πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης, δηλαδή της πλήρους αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 με βάση τα έτη υπηρεσίας τους μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους και της πρόσθετης αποζημίωσης που συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την υποχρεωτική συνταξιοδότησή τους, για την απώλεια, του εισοδήματός τους εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία. Ότι λόγω αδυναμίας της Ο.Α. να καταβάλει τα αναγκαία για την αποζημίωση των αποχωρούν των χειριστών ποσά, προβλέφθηκε από το νόμο η σύσταση Ειδικού Λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θα περιερχόταν, χωρίς αντάλλαγμα το σύνολο των μετοχών των εταιριών που επρόκειτο να προέλθουν από τον άνω μετασχηματισμό, προκειμένου στη συνέχεια αυτό να προβεί στην ιδιωτικοποίησή τους. Ότι ο εν λόγω Ειδικός Λογαριασμός που συστήθηκε στη συνέχεια με την 2/71992/Α0024 /2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1967/ 31-12-2003), θα πιστωνόταν με τα έσοδα από την πώληση των εταιριών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας οι μετοχές των οποίων θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και με προκαταβολές του τελευταίου και θα χρεωνόταν με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή του συνόλου των αποζημιώσεων των εργαζομένων που θα αποχωρούσαν και με τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Ο.Α. κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης. Ότι ειδικότερα η καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 στους αποχωρούντες θα γινόταν ταυτόχρονα με την επίδοση της διαπιστωτικής πράξης με χρέωση του άνω Ειδικού Λογαριασμού, ο οποίος θα πιστωνόταν για τον σκοπό αυτό με αντίστοιχες προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου. Αντίθετα, η καταβολή τόσο των κινήτρων στους αποχωρούντες δικαιούχους, στα οποία περιλαμβάνονται και η απώλεια εισοδήματος κατά τα ανωτέρω, όσο και της πρόσθετης επιβάρυνσης στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων. Εξαρτήθηκε δηλαδή η καταβολή της άνω πρόσθετης αποζημίωσης από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 Ν. 3185/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρίας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησής της. Η κατά την παρ. δε 6 του ίδιου άρθρου άμεση, με την έκδοση και επίδοση της διαπιστωτικής πράξης, καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες ΣΣΕ και τα πρακτικά αυτών αποζημίωσης, αναφέρεται προδήλως στην αποζημίωση λόγω αποχώρησης και όχι στα κίνητρα, τα οποία εντάσσονται στη ρύθμιση της παρ. 5 περ. γ' του ίδιου άρθρου, κατά την οποί α η χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού για την καταβολή των κινήτρων και της πρόσθετης επιβάρυνσης της παρ. 8 του ίδιου νόμου στους ασφαλιστικούς οργανισμούς επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παράγρ. 3 εδάφ. α` του Ν. 3198 / 55, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/20, 2 και 5 του Ν.3198/55 και 669 του ΑΚ, είναι έγκυρη μόνο όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη γι` αυτήν αποζημίωση. Η αποζημίωση, που πρέπει να καταβληθεί στον απολυόμενο μισθωτό, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ.2 του Ν.2112/20 και το άρθρο 5 παράγρ. 1 του Ν. 3198 /55, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (Ολ. ΑΠ 1144/83 ).Τέλος από το άρ. 4 παρ. 1 α.ν. 539/ 1945 συνάγεται ότι η χρονική περίοδος που θα χορηγηθεί η ετήσια άδεια αναπαύσεως του εργαζομένου (μισθωτού) κανονίζεται, κατ` αρχήν, με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, με την επιφύλαξη ότι ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμά του που θεμελιώνεται στο άρ. 652 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει τον ειδικότερο χρόνο που ο εργαζόμενος θα λάβει την άδειά του, συνοδευόμενη από τις αντίστοιχες αποδοχές (και το κατά το άρ. 3 παρ. 16 ν. 4504/66επίδομα αδείας), οπωσδήποτε όμως πριν από τη λήξη του ημερολογιακού έτους στο οποίο ανάγεται η ετήσια άδεια. Κατά δε τη διάταξη δε του εδαφίου β` της ίδιας παραγράφου, που προσέθεσε το άρ. 3 ν.δ.3755/57, εργοδότης που αρνείται να χορηγήσει σε εργαζόμενο τη νόμιμη ετήσια άδεια του υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο ο εργαζόμενος έπρεπε να λάβει την άδεια του, και αφού προηγουμένως διαπιστωθεί η παράλειψη αυτή από όργανο του Υπουργείου Εργασίας, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100%.Η προηγούμενη πάντως διαπίστωση από όργανο του Υπουργείου Εργασίας δεν αποτελεί κατά τη νομολογία προϋπόθεση για τη θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης τα εξής: «Έτσι στην προκείμενη περίπτωση η σχέση εργασίας του ενάγοντος όπως προλέχθηκε, έληξε στις 14-11-2003 ... Περαιτέρω, με την αποχώρηση του ενάγοντος του καταβλήθηκε εφαπάξ αποζημίωση, σύμφωνα με το ν. 2112/1920 και το από τον Ιούλιο του 2003 Πρακτικό Συμφωνίας μεταξύ ΟΑ-ΕΧΠΑ και του από 11-11-2003 Παραρτήματός του, από 173.322,52 ευρώ και ποσό 64. 345,76 ευρώ για απώλεια εισοδήματος (διαφορά τακτικών απoδοχών και σύνταξη ΙΚΑ από την αποχώρησή του και μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του) (βλ. από 12-11-2003 διαπιστωτική πράξη της πρώτης εναγομένης). Η εφάπαξ αποζημίωση καθώς και το ποσό της απώλειας εισοδήματος υπολογίσθηκαν με βάση τις τακτικές αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003,όπως ρητά αναφέρεται στις διατάξεις του αναφερομένου ως άνω Πρακτικού Συμφωνίας και του Παραρτήματός του και επομένως οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι έπρεπε να υπολογισθούν αυτά όπως επίσης και το επίδομα άδειας 2003 με βάση το νέο μισθολόγιο, που άρχισε να εφαρμόζεται από 1-11-2003, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και τα σχετικά κονδύλια της αγωγής από 71.320,42 ευρώ και 133. 392,2 ευρώ πρέπει και αυτά να απορριφθούν ως αβάσιμα ...». Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και κατά το μέρος που αφορά την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, με βάση τις αποδοχές του Οκτωβρίου 2003, παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του από 16-7-2003 Πρακτικού Συμφωνίας καθώς και του προσαρτημένου σ' αυτό από 10-11-2003 Παραρτήματος, τα οποία όπως προλέχθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψην επέχουν θέση ΣΣΕ, εφόσον καταρτίσθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 27 παρ.6 του ν.3185/ 2003 καθώς και αυτές των άρθρων 3 παρ.1 του ν. 2112/1920,5 παρ.1 του ν. 3198/1955,καθόσον αφενός, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα Πρακτικό Συμφωνίας και προσαρτημένο σ' αυτό Παράρτημα μόνο για το ποσό της απώλειας εισοδήματος, περί του οποίου δεν υπάρχει και σχετική αιτίαση, ότι θα υπολογίζεται αυτό με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003,ενώ για την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπει ο ν. 2112/1920 και τα προαναφερθέντα Πρακτικό Συμφωνίας και το προσαρτημένο σ' αυτό Παράρτημα δεν ορίζεται τίποτα σε σχέση με βάση ποιες αποδοχές θα υπολογισθεί αυτή, και αφετέρου, εφόσον η αποζημίωση αυτή χορηγείται λόγω της αποχώρησης του αναιρεσείοντος από την εργασία του, στις 14-11-2003,κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το ποσό αυτής έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις αποδοχές αυτού του τελευταίου μήνα πριν από την απόλυσή του, ήτοι του Νοεμβρίου 2003 δηλαδή με βάση το νέο μισθολόγιο. Επομένως ως προς το ανωτέρω ζήτημα πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως βάσιμος. Αναφορικά όμως με την εμπεριεχόμενη στον ως άνω λόγο αιτίαση ότι εσφαλμένα υπολογίσθη καν οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας με βάση τις αποδοχές του Οκτωβρίου 2003,αντί αυτών με βάση τις αποδοχές του Νοεμβρίου 2003,ενόψει του ότι η λύση της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, στις 14-11-2003,και ότι συνακόλουθα απορρίφθηκαν τα σχετικά αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν τις αποδοχές άδειας και την προσαύξηση 100% σ' αυτές, λόγω μη χορήγησης καθόλου της άδειας αναψυχής του έτους 2003,από 21.353,64 ευρώ συνολικά και το επίδομα άδειας από 5.338,41 ευρώ, αυτή είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν διέλαβε παραδοχές από τις οποίες να συνάγεται ότι απέρριψε τα ως άνω αγωγικά κονδύλια. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού είτε ως αμυντικού, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως. Όμως ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" μόνον όταν έχει αυτοτέλεια και η παραδοχή του έχει ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως όχι δε και όταν δεν έχουν αυτοτέλεια όπως συμβαίνει όταν μ' αυτούς απλώς αμφισβητείται η βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης τον οποίο πρότεινε στο Εφετείο και με τον οποίο παραπονούνταν κατά της πρωτόδικης απόφασης, γιατί απέρριψε το αγωγικό αίτημά του, περί καταβολής των αποδοχών άδειας προσαυξημένων κατά 100% ως αστική ποινή, λόγω μη χορήγησης σ' αυτόν της άδειας αναψυχής του έτους 2003, καθώς και του επιδόματος άδειας του ίδιου έτους, υπολογιζομένων με βάση το νέο μισθολόγιο των ιπταμένων χειριστών της Ολυμπιακής, που άρχισε να ισχύει από 1-11-2003. Από την επισκόπηση της από 12-9-2007 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 399/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο μεν αναιρεσείων πρότεινε τον ως άνω λόγο έφεσης, πλην το Εφετείο δεν τον έλαβε καθόλου υπόψη του, αφού δεν διέλαβε τίποτα περί αυτού στην προσβαλλομένη απόφαση, εκτός της παραδοχής ότι οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας του έτους 2003 έπρεπε να υπολογισθούν με βάση το προαναφερθέν νέο μισθολόγιο. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8εδ.β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 380 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, Ι. Π., υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε" και Π. Π.. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ως άνω τρίτης αναιρεσίβλητης, ("ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε"), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Δέχεται την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε". Αναιρεί την 3622/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και Καταδικάζει την ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές. Αοριστία αγωγής ιπταμένου χειριστή Ολυμπιακκής Αεροπορίας ως προς επίδομα παραγωγικότητος. Εθελουσία έξοδος ιπταμένων χειριστών λόγω μετασχηματισμού Ολυμπιακής. Υπολογισμός αποζημίωσης απόλυσης με βάση τις αποδοχές Οκτωβρίου 2003. Αναίρεση απόφασης Εφετείου γιατί δέχθηκε τέτοιο υπολογισμό. Αναίρεση απόφασης γιατί δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 202/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 17589/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης, η απόφαση όμως ν' αναιρεθεί κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 17589/2009 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του ομόρρυθμου μέλους και διαχειριστή των ομορρύθμων εταιριών με τις επωνυμίες "Ρ. Π..-Δ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με αριθμό φορολογικού μητρώου ... και "Π. Ρ.- Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο. Ε.", με αριθμό φορολογικού μητρώου .... Σε βάρος των ως άνω εταιριών και στην αρμοδία για τη φορολόγηση τους Η' ΔΟΥ ... βεβαιώθηκαν: Α) σε βάρος της πρώτης ("Ρ. Π.. - Δ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με αριθμό φορολογικού μητρώου ...) α) την 4-3-2004, χρέη από Φ.Π.Α., ύψους 193.154,11 ευρώ, 180.070,57 ευρώ, 158.984,85 ευρώ, 54.758,19 ευρώ η καταβολή των οποίων είχε ρυθμιστεί σε δυο μηνιαίες δόσεις καταβλητέες την 30-4-2004 και την 28-5-2004 β) την 15-3-2004, χρέη από εισόδημα (οριστική βεβαίωση), ύψους 158.316,04 ευρώ, 116.600,37 ευρώ η καταβολή των οποίων είχε ρυθμιστεί σε έξι μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες την 30-4-2004, την 30-5-2004, την 30-6-2004, την 30-7-2004, την 30-8-2004 και την 30-9-2004, γ) την 31-3-2004 χρέη από πρόστιμα Κ.Β.Σ., ύψους 683,67 ευρώ και 4.000,48 ευρώ, η καταβολή των οποίων είχε ρυθμιστεί σε δύο μηνιαίες δόσεις για το πρώτο, καταβλητέες την 30-4-2004 και 28-5-2004 και έξι μηνιαίες δόσεις για το δεύτερο, καταβλητέες την 30-4-2004, την 30-5-2004, την 30-6-2004, την 30-7-2004, την 30-8-2004 και την 30-9-2004, Δηλονότι η άνω εταιρεία είχε συνολικό, προς το Ελληνικό Δημόσιο και νομίμως βεβαιωμένο στην κατά τα άνω υπηρεσία, χρέος, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία συντάξεως του διαλαμβανομένου στο διατακτικό πίνακος (8-2-2005) υπέρτερο του ποσού των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ήτοι 866.568,28 ευρώ. Β) σε βάρος της δεύτερης ("Π. Ρ.-Α. Δ., ΚΑΙ ΣΙΑ Ο. Ε.", με αριθμό φορολογικού μητρώου ...) α) την 5-5-2004 χρέος από εισόδημα (οριστική βεβαίωση) ύψους 202.761,64 ευρώ, η καταβολή του οποίου είχε ρυθμιστεί σε έξι μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες την 30-6-2004, την 30-7-2004, την 30-8-2004, την 30-9-2004, 30-10-2004 και την 30-11-2004, β) την 12-5-2004 χρέη από Φ.Π.Α., ύψους 196.661,97 ευρώ και 131.275,94 ευρώ, η καταβολή των οποίων είχε ρυθμιστεί σε δύο μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες την 30-6-2004 και 30-7-2004, γ) την 28-5-2004 χρέος από πρόστιμο Κ.Β.Σ., ύψους 1.949,82 ευρώ, η καταβολή του οποίου είχε ρυθμιστεί σε έξι μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες την 30-6-2004, την 30-7-2004, την 30-8-2004, την 30-9-2004, 30-10-2004 και την 30-11-2004. Η τελευταία εταιρία ("Π. Ρ.-Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με αριθμό φορολογικού μητρώου ...) δυνάμει της αριθμ. 6238/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε την 13-3-1998, κηρύχθηκε σε κατά-σταση πτώχευσης, ως ημέρα δε παύσης πληρωμών ορίσθηκε η 13-6-1996. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως ομορρύθμου μέλους και διαχειριστή αυτής τα επίδικα χρέη που αφορούν την πτωχεύσασα εταιρία και τα οποία βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα της πτώχευσης ήτοι εντός του έτους 2004, δεν μπορούσε να τα πληρώσει στο Δημόσιο αφού με τη δημοσίευση της απόφασης που κήρυξε την εν λόγω εταιρία σε πτώχευση επήλθε αναστολή των πληρωμών των χρεών της, έτσι ώστε η παύση των πληρωμών και η επακολουθήσασα πτώχευση να αποτελούν γεγονότα αναιρετικά του δόλου του. Συνεπώς ως προς τις μερικότερες αυτές πράξεις με στοιχεία "η" και "θ" του κατηγορητηρίου, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος. Αντίθετα για τα χρέη που αφορούν την πρώτη εταιρία ("Ρ. Π..-Δ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με αριθμό φορολογικού μητρώου ...) και περιλαμβάνονται στα υπό στοιχεία "ε" και "στ" του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ομόρρυθμο μέλος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ουδέν, υπό την ιδιότητα του αυτή, ποσόν κατέβαλε, ούτε κατά τις άνω ημερομηνίες, που κάθε μερικότερο, ως άνω, κονδύλιο του όλου χρέους ήταν καταβλητέο, ούτε και μετέπειτα, εντός της εκ της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 προβλεπομένης τετραμήνου προθεσμίας (αλλ' ούτε και μέχρι σήμερα), η παραβίαση της οποίας επισύρει τις εκεί προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις. Επομένως και δεδομένου ότι την ποινική, για την παραβίαση της άνω διατάξεως, ευθύνη, προκειμένου για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, φέρουν, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, οι ομόρρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές τους, πληρούνται, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αντιστοίχου, αποδιδομένης σ' αυτόν αξιοποίνου πράξεως, της οποίας και πρέπει να κηρυχθεί, μετά ταύτα, ένοχος". Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κήρυξε τον κατηγορούμενο, ως διαχειριστή και ομόρρυθμο μέλος Ο.Ε., αφενός αθώο για χρέη προς το Δημόσιο, της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ρ. - Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με ΑΦΜ ... και εφετέρου ένοχο, ως διαχειριστή και ομόρρυθμο μέλος νομικού προσώπου άλλης ομόρρυθμης εταιρείας, υπό την ιδίαν ως άνω επωνυμία, αλλά με άλλο ΑΦΜ, τον ... και δη για το ότι: "Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 1-2-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπό την ιδιότητά του ως ομόρρυθμος μέλος και διαχειριστής, των κάτωθι αναφερόμενων ομορρύθμων εταιριών, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, να καταβάλει τα βεβαιωμένα σε δημόσια οικονομική υπηρεσία χρέη του προς το Δημόσιο, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ΕΥΡΩ. Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής και ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Ρ. Π..- Δ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με αριθμό φορολογικού μητρώου ... α) την 1-9-2004, καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, να καταβάλει τα βεβαιωμένα σε βάρος της ως άνω πρώτης εταιρίας, στην Η' Δ.Ο.Υ. ..., χρέη προς το Δημόσιο ύψους 193.154,11 ευρώ, 180.070,57 ευρώ, 158.984,85 ευρώ, 54.758,19 ευρώ και 683,67 ευρώ, ή καταβολή των οποίων είχε ρυθμιστεί σε δυο μηνιαίες δόσεις καταβλητέες την 30-4-2004 και την 28-5-2004, β) την 1-9-2004, την 1-10-2004, την 1-11-2004, την 1-12-2004, την 1-1-2005 και την 1-2-2005, καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, να καταβάλει τα βεβαιωμένα σε βάρος της ως άνω πρώτης εταιρίας, στην Η' Δ.Ο.Υ. ..., χρέη προς το Δημόσιο ύψους 158.316,04 ευρώ, 116.600,37 ευρώ και 4.000,48 ευρώ, η καταβολή των οποίων είχε ρυθμιστεί σε έξι μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες την 30-4-2004, την 30-5-2004, την 30-6-2004, την 30-7-2004, την 30-8-2004 και την 30-9-2004, όπως τα ανωτέρω χρέη, κατά είδος φόρου, ποσό αιτία τρόπο και ημέρα καταβολής αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της Η' Δ.Ο.Υ. ..., ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανερχόμενο την 8-2-2005, ημερομηνία σύνταξης του κατωτέρω πίνακα χρεών στο ποσό των 866.568,28 ευρώ, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού, υπερβαίνοντος τις 120.000 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Το παραπάνω αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το τελευταίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενο στον προσαρτώμενο αναλυτικό πίνακα χρεών, αποτελούντα ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με το συνημμένο και παρατιθέμενο στο διατακτικό αναλυτικό με αριθμό 16/2005 Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ Η' ..., η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Η' ... ), το είδος των χρεών κατά περίπτωση (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος, πρόστιμο ΚΒΣ), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, σε 2 και 6 δόσεις που προσδιορίζονται κατά ποσά και ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο διαχειριστή της συγκεκριμένης Ο.Ε., ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, κατά το μέρος που, μετά τη μείωσή τους, (λόγω παραγραφής και αθωώσεώς του για ορισμένα χρέη της πρώτης Ο.Ε.), υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους. Αναφέρονται επίσης αναλυτικά στον ανωτέρω Πίνακα χρεών, οι επί μέρους χρόνοι βεβαιώσεως των οφειλομένων και μη καταβληθεισών δόσεων των πολλών χρεών της συγκεκριμένης Ο.Ε., με τελευταίο χρόνο δόσεων την 30-8-2004 και 30-9-2004 και προσδιορίζεται στο διατακτικό ο χρόνος τελέσεως της καθυστερήσεως και του αδικήματος για όλες τις δόσεις, από 1-9-2004 έως 1-2-2005 και ειδικότερα για τις τελευταίες δύο δόσεις σε 1-1-2005 και 1-2-2005, οπότε, ενόψει του τετραμήνου που θάπρεπε κατά τον προεκτεθέντα ν. 3220/2004 να παρέλθει άπρακτο χωρίς πληρωμή, για τις τελευταίες αυτές δύο αντίστοιχες δόσεις, ορθά προσδιορίζεται και ο τελευταίος χρόνος τελέσεως του αδικήματος, μετά τετράμηνο από της καθυστερήσεως κάθε τελευταίας δόσεως. Επίσης από την παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, για τα χρέη της πρώτης Ο.Ε., που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 6238/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με χρόνο παύσεως των πληρωμών της την 13-6-1996, πρέπει να κηρυχθεί αθώος ελλείψει δόλου, διότι βεβαιώθηκαν εντός του 2004 και λόγω αναστολής των πληρωμών, δεν μπορούσε αυτός ως διαχειριστής να τα πληρώσει στο Δημόσιο, και από τη μη αθώωση του κατηγορουμένου και για τα χρέη της δεύτερης Ο.Ε., βεβαιωθέντα το 2004 και 2005, της οποίας ήταν επίσης τότε διαχειριστής και δεν κατέβαλε στο Δημόσιο, συνολικού ύψους 866.568,28 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 1-2-2005, δεν υπάρχει αντίφαση, αφού η δεύτερη υπόχρεη αυτή εταιρεία δεν πτώχευσε και ο κατηγορούμενος μπορούσε να καταβάλει, όχι ως άτομο, που είχε κατά το νόμο συμπτωχεύσει ως ομόρρυθμος εταίρος της πρώτης πτωχεύσασας Ο.Ε, αλλά ως διαχειριστής της υπόχρεης και μη πτωχεύσασας δεύτερης Ο.Ε. και ουδόλως αναιρείται από την προαναφερθείσα πτώχευση, το στοιχείο του δόλου του κατηγορουμένου, το οποίο σαφώς αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ακόμη, από την αναφορά στο διατακτικό, της 8-2-2005, ως ημερομηνίας σύνταξης του πίνακα χρεών και της 4-2-2005 ως ημερομηνίας εκτυπώσεως του συνημμένου ίδιου πίνακα χρεών, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ειδικότερα για ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και για εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' άρθρο 41 του ΚΠοινΔ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι απαιτείται αίτηση της αρχής για να ασκηθεί ποινική δίωξη, η αίτηση γίνεται σε κάθε εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής, γραπτά ή προφορικά και συντάσσεται έκθεση, κατά το άρθρο 148 ΚΠοινΔ. Άσκηση ποινικής δίωξης, χωρίς προηγούμενη αίτηση της αρχής, όταν αυτή κατά νόμο απαιτείται, καθιστά την ποινική δίωξη απαράδεκτη, κατά τα άρθρα 310 παρ. 1 εδ. β και 370 γ' του ΚΠοινΔ. Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 34 του ισχύοντος ν. 3220/2004, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, ΝΠΔΔ κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κλπ.". Η ανωτέρω σημειούμενη στο νόμο αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον εισαγγελέα, δεν έχει την έννοια της απαιτούμενης ως άνω κατά το άρθρο 41 ΚΠοινΔ αίτησης αρχής, και επομένως δεν απαιτείται για την άσκηση της ποινικής δίωξης, ως αναγκαία προδικασία, η υποβολή προηγούμενης μηνυτήριας αναφοράς ή αίτησης από τον προϊστάμενο της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας και η σύνταξη σχετικής εκθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη τηρήσεως της τασσόμενης από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 προδικασίας αιτήσεως του προϊσταμένου της ΔΟΥ για την κίνηση της ποινικής δίωξης και λόγω λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο του εγγράφου της μηνυτήριας αναφοράς της ΔΟΥ χωρίς να αναγνωσθεί. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, για τη σύννομη άσκηση της ποινικής δίωξης για τη μη καταβολή των βεβαιωμένων ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται αίτηση της αρμόδιας ΔΟΥ, με την έννοια της προηγούμενης άδειας αρχής του άρθρου 41 ΚΠοινΔ και δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να αναφερθεί ειδικά στην ανωτέρω αίτηση, αφετέρου δε η ως άνω υπάρχουσα στη δικογραφία 1873/8-2-2005 αίτηση - μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της Η' ΔΟΥ ..., με βάση την οποία και ασκήθηκε η προκείμενη ποινική δίωξη, δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο, αλλά διαδικαστικό έγγραφο γνωστό και στον κατηγορούμενο και δεν ήταν απαραίτητη η ανάγνωσή της στο ακροατήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε ο παραστάς συνήγορος του κατηγορουμένου την ανάγνωση της αιτήσεως αυτής της ΔΟΥ και το Δικαστήριο αρνήθηκε την ανάγνωση. Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε από τη μη ανάγνωσή της στο ακροατήριο και ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠοινΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελίδα 8) προκύπτει, ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα εξής έγγραφα, που προσδιορίζονται με την αναφορά: 1) πίνακας χρεών, 2) το με αριθμό πρωτ. 13668 πιστοποιητικό από το τμήμα Εταιρικών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) φωτοτυπία σύστασης ομορρύθμου εταιρίας με ΑΜ ... και Αρ.Δημ. ..., 4) φωτοτυπία Συμφωνητικού μεταβολής - εκκαθάρισης ο,ε, με την επωνυμία "Π. Ρ.-Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με ΑΜ ... και Αρ. Δημ. ..., 5) φωτοτυπία Σύστασης ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία " Π.Ρ.- Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με ΑΜ ... και Αρ. Δημ. ..., 6)το με αριθμό πρωτ. ... πιστοποιητικό από το τμήμα εταιρικών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 7) Η με αριθμό 6238/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Υπό τα αναφερόμενα ως άνω στοιχεία, τα παραπάνω αναγνωσθέντα έγγραφα, προσδιορίζονται επαρκώς, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας των εγγράφων είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας, ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη συγκεκριμένη δίκη. Άλλωστε η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει και του ότι με την ανάγνωση του κειμένου αυτών στους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενό τους και τα στοιχεία τους στον παριστάμενο εξουσιοδοτημένο δικηγόρο του απουσιάζοντος αναιρεσείοντος, οπότε αυτός είχε την πλήρη δυνατότητα να ελέγξει τα έγγραφα αυτά και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον άνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία και ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, ούτε άλλος βάσιμος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του ΚΠοινΔ, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση - δήλωση του Π. Ρ. του Κ., περί αναιρέσεως της 17589/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο (άρθρ. 25§1 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρ. 23 Ν. 2523/1997 και άρθρ. 34§1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Η αναφερόμενη στο άρθρο 34 Ν. 3220/2004 αίτηση του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ για την ποινική δίωξη για καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, δεν έχει την έννοια της σημειούμενης στο άρθρο 41 ΚΠΔ αιτήσεως αρχής και δεν υπάρχει ακυρότητα και έλλειψη προδικασίας από τη μη διερεύνηση της υπάρξεως αυτής.
null
null
0
Αριθμός 201/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι.Φ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 514/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 91/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 4.2.2010 και 5.2.2010 αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο με θυροκόλληση και με επίδοση στον νομίμως διορισμένο αντίκλητο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο κλήσεως, για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση της 21.4.2010, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 768/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7.12.2009 αίτηση του Ι.Φ. του Ε., για αναίρεση της υπ' αριθ. 514/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 207/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντι-πρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Τ. του Π., και πολιτικώς ενάγουσα την Ε.-Ι. Μ. του Μ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 1143/2010 βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1067/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 386/23-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 ΚΠΔ, την με αριθμό 84/1-7-2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Τ. του Ι., κατοίκου ... (ασκηθείσα δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Αντιγόνης - Μαρίας Σπυροπούλου, κατόπιν της από 30/6/2010 σχετικής εξουσιοδότησης) κατά του με αριθμό 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1433/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της μαστρωπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, του βιασμού και της σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 1143/2010 βούλευμα του Συμβουλίου - Εφετών Αθηνών, το οποίο μεταρρύθμισε εν μέρει το πρωτόδικο βούλευμα και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του για το αδίκημα της μαστρωπείας κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 23/4/2004 μέχρι την 6/5/2005 και κατά τα λοιπά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσής του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και τον αντίκλητο δικηγόρο του στις 6/7/2010 και στις 22/7/2010 αντίστοιχα και η αναίρεση ασκήθηκε προ πάσης επιδόσεως την 1/7/2010, ενώπιον του Γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από τον τελευταίο η με αριθμό 84/2010 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ακόμη το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης αφού παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για κακούργημα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι δι' αυτής προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1δ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος του κατηγορούμενου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνον, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177§1-178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως απαιτείται να εκτίθενται όλα τ' ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 7641/08, ΑΠ 1596/07). Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 στοιχ. β' ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του Συμβουλίου που αποτελείται από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 9/2001). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του 349§3α ΠΚ "όποιος κατ' επάγγελμα ή κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση 18 μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως σωματεμπορία θεωρείται η προαγωγή στην πορνεία γυναικός δηλαδή η με οποιονδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε μέσα παρότρυνση γυναικός που δεν είναι πόρνη να στραφεί στην πορνεία και η ενίσχυση της τυχόν. ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη απόφασης να πράξει τούτο. Δεν είναι αναγκαίο να είναι πλείονες γυναίκες θύματα ούτε η γυναίκα να είναι αμέμπτων ηθών. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος σε πλείονα πρόσωπα άνευ επιλογής, δηλαδή η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρηματικής ή άλλης αμοιβής. Η προαγωγή τέλος στη πορνεία πρέπει να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Ακόμη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 351 ΠΚ "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλων εξαναγκαστικών μέτρων και την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της χώρας με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και ΧΠ 10.000 έως 50.000 €. Τέλος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται α) εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλου σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, παρά τη θέλησή του β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου και γ) δόλος συνιστώμενος στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω ενέργειες και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σ' αυτό (ΑΠ 764/09). ΙΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ε. - Ι. Μ., υπήκοος Ρουμανίας, τον Οκτώβριο του έτους 2000 ήλθε από την πατρίδα της Ρουμανία στην Ελλάδα, με την βοήθεια ενός συμπατριώτη της ονόματι Μ. αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι έχει την δυνατότητα να την μεταφέρει στην Ελλάδα μέσω Σκοπίων και ότι θα της έβρισκε εργασία στην Αθήνα ως εσωτερική οικιακή βοηθός, την δε πληρωμή του (500.000 δρχ) για την μεταφορά της και την εύρεση εργασίας συμφώνησαν να του καταβληθεί από τον μισθό της αφού έπιανε δουλειά. Όταν έφτασαν στην Αθήνα ο Μ. την παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Π. Τ., λέγοντάς της συγκεκριμένα ότι "κύριος Π. θα είναι το αφεντικό σου" και έφυγε. Ο ως άνω εκκαλών την οδήγησε στην οικία του στην οδό ... στο Μεταξουργείο. Εκεί βρίσκονταν άλλες δύο κοπέλες επίσης Ρουμάνες, οι οποίες λέγονταν η μία M. C. και η άλλη N. R.. Εκεί η εγκαλούσα ρώτησε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, μέσω των ομοεθνών της, δεδομένου ότι αυτή δεν γνώριζε ακόμη ελληνικά, πότε θα ξεκινούσε δουλειά και που θα εργαζόταν διότι μέχρι τότε πίστευε ότι θα εργαζόταν σαν καθαρίστρια και αυτός της αποκάλυψε μέσω των ανωτέρω υπηκόων Ρουμανίας, ότι η δουλειά που θα έκανε είναι να "πηγαίνει με άνδρες" εισ' αμοιβή. Αυτή αντέδρασε αμέσως και του είπε ότι έγινε παρεξήγηση ότι δεν ήρθε στην Ελλάδα να κάνει τέτοια δουλειά, ότι ήρθε να δουλέψει σαν καθαρίστρια πλην όμως ο παραπάνω κατηγορούμενος εξοργισμένος από την αντίδρασή της, φώναζε και ωρυόταν και μέσω των άλλων δύο Ρουμάνων που της μετέφραζαν, της είπε ότι δεν μπορεί να πάει πουθενά γιατί κρατάει εκείνος το διαβατήριό της και την απείλησε ότι αν τολμήσει και κάνει καμιά τρέλα και προσπαθήσει να φύγει, θα την έβρισκε, διότι "τα έχει καλά με την αστυνομία" και όπου και να πάει θα την φέρουν πίσω σε αυτόν και θα την σκότωνε για να παραδειγματιστούν και οι άλλες κοπέλες. Όλα τα παραπάνω τα έλεγε σε πολύ έντονο ύφος, σχεδόν ούρλιαζε. Της είπε ακόμη ότι την "αγόρασε" από τον Ρουμάνο που την έφερε αντί 500.000 δρχ. και ότι έπρεπε και χωρίς τη θέλησή της να δουλέψει σε οίκο ανοχής προκειμένου να αποσβέσει τα χρήματα που έδωσε για να την αγοράσει. Στην συνέχει αφού την άφησε κλειδωμένη στο σπίτι αυτό για μια εβδομάδα, όπου τον έβλεπε καθημερινά να πηγαινοφέρνει τις ανωτέρω Ρουμάνες από τον οίκο ανοχής που δούλευαν, την πήγε σ' ένα κατάστημα και της αγόρασε ρούχα και εσώρουχα και μετά την οδήγησε στον οίκο ανοχής στην οδό ..., όπου θα εκδιδόταν όπως και έγινε. Η εγκαλούσα λάμβανε από κάθε πελάτη το ποσό των 5.000 δρχ. και παρέδιδε όσα χρήματα αποκτούσε με αυτόν τον τρόπο στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δραστηριότητα που διήρκεσε από 25-10-2000 μέχρι 10-10-2006 μέχρι δηλαδή που η εγκαλούσα ήταν τριών μηνών έγκυος. Στις 25-10-2000 ο εκκαλών κατηγορούμενος οδήγησε την εγκαλούσα σε ένα ξενοδοχείο, όπου εκεί με την απειλή πιστολιού την εξανάγκασε να έλθει μαζί του σε πλήρη κατά φύση εξώγαμη συνουσία παρά την θέλησή της, ικανοποιώντας την γενετήσια επιθυμία του. Από τότε κάθε ημέρα την πήγαιναν στον ως άνω οίκο ανοχής είτε ο εκκαλών κατηγορούμενος είτε ο γυιός του και συγκατηγορούμενός του Α. Τ., δεν την άφηναν να κινηθεί μόνη της, όπως και καμιά από τις άλλες δύο Ρουμάνες γιατί φοβόνταν μήπως πάνε στην αστυνομία και τους καταγγείλουν. Ο εκκαλών κατηγορούμενος συνέχισε να τις υβρίζει, φώναζε και τις απειλούσε με όπλο, όντας τις περισσότερες φορές μεθυσμένος ότι θα τις σκοτώσει αν έκαναν καμιά τρέλα και πήγαιναν στην αστυνομία, κόμπαζε ότι η αστυνομία τον προστατεύει και ότι όπου να μεταβούν θα τις έφερναν πίσω σ' εκείνον. Η εγκαλούσα μετά από αυτή την συμπεριφορά τον φοβόταν πάρα πολύ, εξακολουθούσε να κρατάει το διαβατήριό της και απελπισμένη αναγκάσθηκε να δεχθεί την μοίρα της. Ακολούθως η ως άνω συνδέθηκε συναισθηματικά με τον κατηγορούμενο Α. Τ. και τον Φεβρουάριο του 2001 εγκατεστάθηκαν με την συναίνεση του εκκαλούντα στην οδό .... Οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι εξακολουθούσαν να αναγκάζουν την εγκαλούσα να εκδίδεται, όπως προεκτέθηκε, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Μάλιστα ο κατηγορούμενος Α. Τ. όταν η εγκαλούσα σταμάτησε να εκδίδεται λόγω εγκυμοσύνης πολύ συχνά βιαιοπραγούσε εναντίον της και την χτυπούσε στα χέρια, στο κεφάλι, στον τοίχο. Η εγκαλούσα στις 27-11-2001 γέννησε την κόρη της Ά. και μετά από δύο μήνες συνέχισε να εκδίδεται υπό τις απειλές των κατηγορουμένων. Η βάναυση συμπεριφορά του κατηγορουμένου Α. Τ. διήρκεσε μέχρι 11-10-2006, οπότε η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την έως τότε κοινή τους οικία που βρισκόταν στην Αθήνα στην οδό ..., μαζί με την κόρη της, γεγονός που γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο Α. Τ. με την ιδία ημερομηνία εξώδικη γνωστοποίηση και δήλωσή της. Μάλιστα λόγοι προστασίας της ζωής και της σωματικής της ακεραιότητας υπαγόρευαν να μην αποκαλύψει την διεύθυνση της νέας της κατοικίας στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, διορίζοντας αντίκλητο για την κοινοποίηση σ' αυτήν κάθε δικογράφου του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Ο εκκαλών κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από το 12-9-2008 αποφυλακιστήριο του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθ. 3818/11-09-2008 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων σε κάθειρξη δέκα τεσσάρων (14) ετών συνολικά και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για συμμορία (κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας), αρπαγή και σωματεμπορία. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις: α) του βιασμού β) της σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση τελεσθείσας κατ' επάγγελμα γ) της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση. Επίσης με βάση τα προεκτεθέντα η επί μέρους πράξη της μαστροπείας από κοινού κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 23-4-2004 έως 10-10-2006 από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και τον συγκατηγορούμενό του Α. Τ. λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη για τα πλημμελήματα πενταετή παραγραφή, αφού από τον ως άνω φερόμενο ως χρόνο τελέσεώς της 23-4-2004 μέχρι σήμερα (31-12-2009) συμπληρώθηκε η πενταετής προθεσμία παραγραφής της. Πρέπει επομένως για την πράξη αυτή να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 318, 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1β ΚΠΔ, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης και κατ' ουσίαν την υπ' αριθ. 292/12-6-2009 εφέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου Π. Τ. ενώ ως προς τον έτερο ως άνω παραπεμπόμενο με το εκκαλούμενο βούλευμα κατηγορούμενο Α. Τ. για το αυτό αδίκημα το ίδιο ως άνω αποτέλεσμα επέρχεται λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος της εφέσεως του πρώτου κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ ενόψει και της ευνοϊκής κρίσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ήδη με το εκκαλούμενο βούλευμα έχει παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τον ίδιο λόγο κατά των ως άνω κατηγορουμένων για την πράξη αυτή που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτούς στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 25-10-2000 έως 28-4-2004. Κατ' ακολουθία τούτων, εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου με αριθ. 292/12-6-2009, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα ως προς όλες τι υπόλοιπες διατάξεις του και να διαταχθεί η εκτέλεσή του. IV. Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά τα εγκλήματα για τα οποία κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία ανήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε στη προκειμένη περίπτωση χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως αλλ' ούτε και εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ο οποίος υποστηρίζει τ' αντίθετα, δηλαδή ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν και απορριπτέες. Περαιτέρω αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεως της σωματεμπορίας αφού τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν περιέχονται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 84/2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 22/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου ή αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή να ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή με τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, η οποία αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των ανωτέρω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 Πκ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από τον άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στην γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη: γ) συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα, δ) τελείται κατ' επάγγελμα". Κατά τη διάταξη του εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, που συντρέχει και στην κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Τέλος, κατ' άρθρο 349 § 3 εδ. α' Π. Κ. όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα, ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι, όμως, αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη και επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της μαστροπείας είναι η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα άνευ εκλογής δηλ. η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Από κερδοσκοπία ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό "τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του. Η τέλεση της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία δεν αποκλείεται. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στα ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται, εν όλω ή εν μέρει, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεία και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο. Κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ,, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προβαλλόμενο υπ' αριθ. 1143/2010 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική Πρόταση, και με συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, για να δικασθεί για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις του βιασμού, σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση που συνδέεται με παράνομη είσοδο και παραμονή της παθούσας στη Χώρα και της μαστροπείας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Α. Τ. από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, διότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους. Επί πλέον το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας, προσθέτοντας στο διατακτικό του εκκαλούμενου βουλεύματος την επιβαρυντική αυτή περίσταση στην άνω πράξη, και αφού έπαυσε οριστικά εν μέρει, λόγω παραγραφής, την σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για την πράξη της μαστροπείας από κοινού, από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, για το χρονικό διάστημα από 23-4-2004 μέχρι 6-5-2005, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και επικύρωσε κατά τα λοιπά το πρωτόδικο υπ' αριθ. 1433/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στην Εισαγγελική πρόταση, που υιοθέτησε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εκτίθεται ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Α. Τ. τα εξής: "Η εγκαλούσα Ε.-Ι. Μ., υπήκοος Ρουμανίας, τον Οκτώβριο του έτους 2000 ήλθε από την πατρίδα της Ρουμανία στην Ελλάδα, με την βοήθεια ενός συμπατριώτη της ονόματι Μ. αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι έχει την δυνατότητα να την μεταφέρει στην Ελλάδα μέσω Σκοπίων και ότι θα της έβρισκε εργασία στην Αθήνα ως εσωτερική οικιακή βοηθός, την δε πληρωμή του (500.000 δρχ) για την μεταφορά της και την εύρεση εργασίας συμφώνησαν να του καταβληθεί από τον μισθό της αφού έπιανε δουλειά. Όταν έφτασαν στην Αθήνα ο Μ. την παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο Π. Τ., λέγοντας της συγκεκριμένα ότι "κύριος Π. θα είναι το αφεντικό σου" και έφυγε. Ο ως άνω εκκαλών την οδήγησε στην οικία του στην οδό ... στο Μεταξουργείο. Εκεί βρίσκονταν άλλες δύο κοπέλες επίσης Ρουμάνες, οι οποίες λέγονταν η μία M. C. και η άλλη N. R.. Εκεί η εγκαλούσα ρώτησε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, μέσω των ομοεθνών της, δεδομένου ότι αυτή δεν γνώριζε ακόμη ελληνικά, πότε θα ξεκινούσε δουλειά και που θα εργαζόταν διότι μέχρι τότε πίστευε ότι θα εργαζόταν σαν καθαρίστρια και αυτός της αποκάλυψε μέσω των ανωτέρω υπηκόων Ρουμανίας, ότι η δουλειά που θα έκανε είναι να "πηγαίνει με άνδρες" επ' αμοιβή. Αυτή αντέδρασε αμέσως και του είπε ότι έγινε παρεξήγηση ότι δεν ήρθε στην Ελλάδα να κάνει τέτοια δουλειά, ότι ήρθε να δουλέψει σαν καθαρίστρια πλην όμως ο παραπάνω κατηγορούμενος εξοργισμένος από την αντίδρασή της, φώναζε και ωρυόταν και μέσω των άλλων δύο Ρουμάνων που της μετέφραζαν, της είπε ότι δεν μπορεί να πάει πουθενά γιατί κρατάει εκείνος το διαβατήριό της και την απείλησε ότι αν τολμήσει και κάνει καμιά τρέλα και προσπαθήσει να φύγει, θα την έβρισκε, διότι "τα έχει καλά με την αστυνομία" και όπου και να πάει θα την φέρουν πίσω σε αυτόν και θα την σκότωνε για να παραδειγματιστούν και οι άλλες κοπέλες. Όλα τα παραπάνω τα έλεγε σε πολύ έντονο ύφος, σχεδόν ούρλιαζε. Της είπε ακόμη ότι την "αγόρασε" από τον Ρουμάνο που την έφερε αντί 500.000 δρχ. και ότι έπρεπε και χωρίς τη θέλησή της να δουλέψει σε οίκο ανοχής προκειμένου να αποσβέσει τα χρήματα που έδωσε για να την αγοράσει. Στην συνέχεια αφού την άφησε κλειδωμένη στο σπίτι αυτό για μια εβδομάδα, όπου τον έβλεπε καθημερινά να πηγαινοφέρνει τις ανωτέρω Ρουμάνες από τον οίκο ανοχής που δούλευαν, την πήγε σ' ένα κατάστημα και της αγόρασε ρούχα και εσώρουχα και μετά την οδήγησε στον οίκο ανοχής στην οδό ..., όπου θα εκδιδόταν όπως και έγινε. Η εγκαλούσα λάμβανε από κάθε πελάτη το ποσό των 5.000 δρχ. και παρέδιδε όσα χρήματα αποκτούσε με αυτόν τον τρόπο στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δραστηριότητα που διήρκεσε από 25-10-2000 μέχρι 10-10-2006 μέχρι δηλαδή που η εγκαλούσα ήταν τριών μηνών έγκυος. Στις 25-10-2000 ο εκκαλών κατηγορούμενος οδήγησε την εγκαλούσα σε ένα ξενοδοχείο, όπου εκεί με την απειλή πιστολιού την εξανάγκασε να έλθει μαζί του σε πλήρη κατά φύση εξώγαμη συνουσία παρά την θέλησή της, ικανοποιώντας την γενετήσια επιθυμία του. Από τότε κάθε ημέρα την πήγαιναν στον ως άνω οίκο ανοχής είτε ο εκκαλών κατηγορούμενος είτε ο γυιός του και συγκατηγορούμενός του Α. Τ., δεν την άφηναν να κινηθεί μόνη της, όπως και καμιά από τις άλλες δύο Ρουμάνες γιατί φοβόνταν μήπως πάνε στην αστυνομία και τους καταγγείλουν. Ο εκκαλών κατηγορούμενος συνέχισε να τις υβρίζει, φώναζε και τις απειλούσε με όπλο, όντας τις περισσότερες φορές μεθυσμένος ότι θα τις σκοτώσει αν έκαναν καμιά τρέλα και πήγαιναν στην αστυνομία, κόμπαζε ότι η αστυνομία τον προστατεύει και ότι όπου να μεταβούν θα τις έφερναν πίσω σ' εκείνον. Η εγκαλούσα μετά από αυτή την συμπεριφορά τον φοβόταν πάρα πολύ, εξακολουθούσε να κρατάει το διαβατήριό της και απελπισμένη αναγκάσθηκε να δεχθεί την μοίρα της. Ακολούθως η ως άνω συνδέθηκε συναισθηματικά με τον κατηγορούμενο Α. Τ. και τον Φεβρουάριο του 2001 εγκατεστάθηκαν με την συναίνεση του εκκαλούντα στην οδό .... Οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι εξακολουθούσαν να αναγκάζουν την εγκαλούσα να εκδίδεται, όπως προεκτέθηκε, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Μάλιστα ο κατηγορούμενος Α. Τ. όταν η εγκαλούσα σταμάτησε να εκδίδεται λόγω εγκυμοσύνης πολύ συχνά βιαιοπραγούσε εναντίον της και την χτυπούσε στα χέρια, στο κεφάλι, στον τοίχο. Η εγκαλούσα στις 27-11-2001 γέννησε την κόρη της Ά. και μετά από δύο μήνες συνέχισε να εκδίδεται υπό τις απειλές των κατηγορουμένων, Η βάναυση συμπεριφορά του κατηγορουμένου Α. Τ. διήρκεσε μέχρι 11-10-2006, οπότε η εγκαλούσα αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την έως τότε κοινή τους οικία που βρισκόταν στην Αθήνα στην οδό ..., μαζί με την κόρη της, γεγονός που γνωστοποίησε στον κατηγορούμενο Α. Τ. με την ιδία ημερομηνία εξώδικη γνωστοποίηση και δήλωσή της. Μάλιστα λόγοι προστασίας της ζωής και της σωματικής της ακεραιότητας υπαγόρευαν να μην αποκαλύψει την διεύθυνση της νέας της κατοικίας στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, διορίζοντας αντίκλητο για την κοινοποίηση σ' αυτήν κάθε δικογράφου του πληρεξουσίου του δικηγόρου". Περαιτέρω, το Συμβούλιο, όσον αφορά την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της σωματεμπορίας, συμπληρωματικώς με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι λόγω της κατ' εξακολούθηση τελέσεως της άνω πράξεως, συντρέχει η επιβαρυντική αυτή περίσταση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τα ανωτέρω εγκλήματα, που κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 336 § 1, 351 § 1, 4γ, δ, 349 § 3α και 13 στ' ΠΚ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού αναφέρεται στην αιτιολογία ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη της σωματεμπορίας ήτοι η παραλαβή, χρήση βίας και κατακράτηση της αλλοδαπής γυναικός που βρισκόταν παράνομα στη χώρα και ο επιδιωκόμενος σκοπός, συνιστάμενος στη γενετήσια εκμετάλλευση της άνω γυναικός. Επίσης η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της άνω πράξεως, την άνω δε κρίση του στηρίζει το Συμβούλιο με συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής που συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως εν προκειμένω, και από την οποία προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντος για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, δεν υφίσταται αντίφαση στο αιτιολογικό με την παράλειψη στη σελίδα 8 της φράσεως "εξ επαγγέλματος" όσον αφορά την σωματεμπορία, αφού στη σελίδα 10 του βουλεύματος το Συμβούλιο συμπληρωματικά με δικές του σκέψεις, αιτιολογημένα, κατά τα προεκτεθέντα, δέχεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η επιβαρυντική αυτή περίσταση, ώστε καθίσταται τούτο σαφές, η δε παράλειψη αυτή οφείλεται προδήλως σε παραδρομή. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' και β' του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 & 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1β, 370β και 485 Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ως συμβούλιο), ο οποίος αν διαπιστώσει την συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, πλην άλλων εγκλημάτων και για μαστροπεία κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε από 7-5-2005 έως 10-10-2006. Το έγκλημα αυτό, απειλούμενο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και χρηματική ποινή (άρθρο 349 § 3α ΠΚ) είναι πλημμέλημα (άρθρο 18 ΠΚ). Όμως, οι μερικότερες πράξεις του, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006 υπέπεσαν σε παραγραφή, αφού από την τελευταία χρονολογία 9-2-2006 παρήλθε πενταετία χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του άνω κατηγορουμένου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με αίτημα αναιρέσεως ολοκλήρου του βουλεύματος, ήτοι και ως προς την πλημμεληματική πράξη της μαστροπείας, περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως που ανάγονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά στις παραπάνω μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της μαστροπείας και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η κατά του κατηγορουμένου αντίστοιχη ποινική δίωξη. Κατά το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ. αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το επεκτατικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων που αφορά την έφεση και την αναίρεση τόσο κατ' αποφάσεων όσο και κατά βουλευμάτων ισχύει μόνο αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Το αποτέλεσμα της παραγραφής με την πάροδο για τα πλημμελήματα πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας της πενταετίας από την τέλεσή των, ως λόγος εξαλείψεως του αξιόποινου, δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επομένως επεκτείνεται εκτός των άλλων και στους ωφελούμενους συμμετόχους, όπως στον συναυτουργό του κατηγορουμένου που άσκησε ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια το αποτέλεσμα της παραγραφής, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από την τέλεση της πράξεως και εξαλείψεως του αξιοποίνου που συνεπάγεται την παύση της ποινικής δίωξης για την πράξη της μαστροπείας σε σχέση με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο επεκτείνεται και στον συγκατηγορούμενό του - συναυτουργό στην άνω πράξη Α. Τ. που είχε με το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 1433/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπεμφθεί επίσης λόγω συναφείας στο Μ.Ο.Δ. Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη αυτή που τέλεσε με τον αναιρεσείοντα από 7-5-2005 έως 10-10-2006, κατά του οποίου (βουλεύματος) καθώς και κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων του φακέλλου της δικογραφίας ότι άσκησε, ούτε εδικαιούτο να ασκήσει ένδικο μέσο αφού παραπέμφθηκε μόνο για πλημμέλημα (άρθρα 478, 482 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του πρώτου με το άρθρο 18 § 1 Ν. 3346/2005 και του δευτέρου με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003). Επομένως, λόγω της επεκτάσεως του αποτελέσματος της παραγραφής, που δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για το πλημμέλημα της μαστροπείας και υπέρ του συμπαραπεμφθέντος Α. Τ., πρέπει το παρόν Συμβούλιο να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του άνω κατηγορουμένου για την εν λόγω πλημμεληματική πράξη, που φέρεται ότι τέλεσε από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006. Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος το υπ' αριθ. 1143/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως προς την παραπομπή του αναιρεσείοντος Π. Τ. του Ι. για τις μερικότερες πράξεις της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Π. Τ. για τις μερικότερες πράξεις της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006. Αποφαίνεται ότι έχει επεκτατικό αποτέλεσμα η ασκηθείσα από 1-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του Π. Τ. κατά του υπ' αριθ. 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και υπέρ του συγκατηγορουμένου του Α. Τ. του Π.. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Α. Τ. για τις μερικότερες πράξεις της μαστροπείας από κοινού από κερδοσκοπία κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 7-5-2005 μέχρι 9-2-2006. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την άνω αίτηση του Π. Τ. περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 1143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για βιασμό, σωματεμπορία, μαστροπεία. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Εξάλειψη του αξιόποινου μερικότερων πράξεων μαστροπείας, λόγω παραγραφής. Αναιρεί εν μέρει. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για τον συναυτουργό της μαστροπείας.
null
null
1
Αριθμός 191/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... . Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Της κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Της Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", με ΑΡ.Μ.ΑΕ 49833/01ΑΤ/Β/01/342 η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 4)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη Ν.Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2506/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6837/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 9-11-10 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς όλα του τα μέρη, καθώς και του δεύτερου λόγου της ως άνω αίτησης ως προς όλα επίσης τα μέρη του, πλην του πρώτου μέρους και κατά τα δύο σκέλη του, κύριο και επικουρικό, και του πέμπτου μέρους και κατά τις δύο αιτιάσεις του, ως προς τα οποία εισηγείται την απόρριψη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και αρθρ.2 του ν.435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων άδειας και εορτών. Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρθρ. 904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, σχετικά με τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές και επιδίκαση αμοιβής κατά τα Σάββατα και κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, για τις οποίες υπάρχει παράπονο του αναιρεσείοντος, ότι αυτός, που είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία «Κοινοπραξία Σήραγγας Καλλιδρόμου, Εργοτάξιο Κάτω Τιθορέας Φθιώτιδας», της οποίας οι δεύτερη και τρίτη από τις αναιρεσίβλητες αποτελούν κοινοπρακτούντα μέλη, στις 5-7-1999 έως 25-10-2002 που απολύθηκε, και εργάστηκε ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ωφέλιμου φορτίου άνω των 13 τόννων, μεταφέροντας μπάζα από το εργοτάξιο στη χωματερή, απασχολήθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα επί δυο Σάββατα και δυο Κυριακές κάθε μήνα, κατά τις οποίες άλλοτε στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση και άλλοτε όχι και ότι για την εργασία του αυτή έλαβε την αμοιβή και την προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75% για όσες Κυριακές δεν στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση, για όσες δε Κυριακές στερήθηκε αυτής, έλαβε ως προσαύξηση και αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης το 1,75 του μισθού του, και για τα Σάββατα που εργάσθηκε έλαβε απλό ημερομίσθιο χωρίς προσαύξηση. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενες εταιρείες τηρούσαν μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και καρτέλες εργασίας του προσωπικού που απασχολούσαν, στις οποίες καταχωρούσαν αναλυτικά ανά μήνα για κάθε εργαζόμενο τον αριθμό των ωρών απασχόλησης αυτών σε καθημερινή βάση, τις ώρες νυκτερινής εργασίας του, τις τυχόν υπερωρίες και τις ώρες υπερεργασίας και τις καταβαλλόμενες για κάθε αιτία αποδοχές, για τις οποίες εκδίδονταν αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής. Οι εναγόμενες κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα την αναλογούσα στην εκάστοτε παρασχεθείσα εργασία του νόμιμη αμοιβή χωρίς οποιοδήποτε εκ μέρους του διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Μάλιστα μέχρι τον μήνα Μάιο του 2001 τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε ως αμοιβή για τις πέραν του νόμιμου ωραρίου του πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας (όπως και των λοιπών εργαζομένων) καταχωρούνταν στις πιο πάνω καταστάσεις με τον χαρακτηρισμό αμοιβή για "υπερωρίες", ενώ από τον Ιούνιο του έτους 2001, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στα πλαίσια της εντατικοποίησης από την Επιθεώρηση Εργασίας του τακτικού ελέγχου, με σκοπό την αποφυγή εργασίας στα εργοτάξια κατά τα Σαββατοκύριακα, η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση καταγράφονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις ως "πριμ απόδοσης". Από τις εν λόγω μισθοδοτικές καταστάσεις, τις καρτέλες εργασίας και τις αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στις περιπτώσεις που είχε εργασθεί ημέρα Κυριακή χωρίς εβδομαδιαία ανάπαυση είχε εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές του και συγκεκριμένα το νόμιμο ποσοστό 1,75 του μισθού του, ενώ όταν επρόκειτο για εργασία την Κυριακή, για την οποία δεν είχε στερηθεί την εβδομαδιαία ανάπαυση, του είχε καταβληθεί μόνο η προσαύξηση του 75% επί πλέον του ωρομισθίου του και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω στέρησης της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσείων και της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, καθώς και για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, αφού δεν εκθέτει ποιο ποσό εδικαιούτο και ποιο ποσό κατεβλήθη στον αναιρεσείοντα, α)για την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις δύο Κυριακές το μήνα που απασχολείτο, β)για την αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και γ) για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του αρθρ.416 του ΑΚ. Επομένως, ο από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι ως άνω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ως προς όλα τα μέρη του. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν.4504/1966, του άρθρου 5 παρ.1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωση της με το άρ.7 του ν.549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ. 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των•14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δυο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών άδειας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεως του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Επίσης αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη . Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στις αναιρεσίβλητες συνεχώς από 5-7-1999 μέχρι 25-10-2002 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, από Δευτέρα έως και Σαββάτο δηλ. με το σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, αυτές δεν του χορηγούσαν την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωναν ούτε τις αποδοχές άδειας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών άδειας και επιδόματος των ετών 2000, 2001 και αποζημίωσης άδειας επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές άδειας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της άδειας του από υπαιτιότητά τους. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το πιο πάνω κονδύλιο της αγωγής του και με τον 4° λόγο της έφεσης του, ο ενάγων αναιρεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδειας των αποδοχών και του επιδόματος αυτής, δέχθηκε τα εξής:"... Περαιτέρω, με βάση τις άνω μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής (εκκαθαριστικά), αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έλαβε για επίδομα άδειας 2000 το ποσό των 132.948 δρχ. για επίδομα άδειας 2001 το ποσό των 150.366 δρχ. για επίδομα άδειας 2002 το ποσό των 466,46 ευρώ, ήτοι έλαβε τα ποσά που εδικαιούτο με βάση τις νόμιμες αποδοχές του μαζί με την προσαύξηση για την εργασία κατά τις Κυριακές, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό αυτών (... επιδομάτων άδειας) λαμβάνονται ως βάση οι τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός του και τα επιδόματα, ενώ οι πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον καταβάλλονται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, και επομένως ουδέν του οφείλεται. Και τέλος από τα αναφερόμενα παρά πάνω έγγραφα (μισθοδοτικές καταστάσεις, καρτέλες εργασίας και αποδείξεις πληρωμής) αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε κατά τα έτη 2000, 2001 και 2002 τη δικαιούμενη νομίμως άδεια αναψυχής εξ 22 εργασίμων ημερών, ως απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας την οποία και πληρώθηκε το έτος 1999 δεν εδικαιούτο αδείας αφού δεν είχε συμπληρώσει ένα έτος συνεχή απασχόληση στις εναγόμενες". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ. διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ε των 2000, 2001 και 2002,του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών άδειας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ελάμβανε την κανονική του άδεια κατά τα παραπάνω έτη, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές άδειας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιούμενων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε ή όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει ποτέ, σε ποιες ημεροχρονολογίες και πόσες ημέρες άδειας έλαβε, με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό αδείας που εδικαιούτο δηλαδή ως παρέχων εργασία πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας), προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιουμένων ημερών άδειας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό), εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τις 5-7-1999 έως 25-10-2002. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. και κατά τα μέρη του, με τα οποία ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Όμως ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι ενώ το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν σταθερά και σε μόνιμη βάση δύο Σάββατα κάθε μήνα που σημαίνει παραδοχή ότι αυτός παρείχε την εργασία του Σαββάτου κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό και ότι συνεπώς εργάζονταν με το σύστημα της εργασίας έξι ημερών, και αφού ληφθεί υπόψη και η παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης, ότι είχε ο αναιρεσείων προϋπηρεσία από το 1974, σε σχέση με το αίτημα για χορήγηση αποδοχών 30 εργασίμων ημερών καθόλα τα έτη που εργάσθηκε, επικουρικά δε, αν θεωρηθεί ότι αυτός εργαζόταν με το σύστημα εργασίας πέντε ημερών, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης, για χορήγηση αποδοχών 25 εργασίμων ημερών, δεν δέχθηκε ότι δικαιούνταν αυτός για όλα τα έτη που εργάσθηκε στις αναιρεσίβλητες αποδοχές άδειας 30 εργάσιμων ημερών και επικουρικά αποδοχές 25 εργάσιμων ημερών, πρέπει κατά το κύριο σκέλος αυτού να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, με την κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο απασχόληση του εργαζομένου με το πενθήμερο σύστημα εργασίας, κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν μεταβάλλεται το θεσμοθετημένο σύστημα πενθήμερης εργασίας, σε εξαήμερο, έστω και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, ενόψει του ότι αυτή η απασχόληση είναι άκυρη, ως προς δε το επικουρικό δε σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει σ' αυτή τέτοια παραδοχή περί προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, ο άνω λόγος αναίρεσης και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για το επίδομα άδειας των ετών 2000, 2001 και 2002, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω απόφασης, αναφέρονται τα ποσά αυτά. Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ' αριθ. 19040/ 1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας,3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν.4504/ 1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα. Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα. Δεν περιλαμβάνονται όμως: α) Η κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1975 και το άρθρο 4 παρ. 4 και 5 του ν. 2874/2000 αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, δηλαδή τόσο η κατά τις εν λόγω διατάξεις βασική αμοιβή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εργοδότη όσο και η κατά τις ίδιες διατάξεις προσαύξηση 100% και 250%, αντίστοιχα, επί της εν λόγω βασικής αμοιβής. Και αυτό γιατί η όλη αυτή αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, από την οποία εκείνη της αμέσως πιο πάνω βασικής αμοιβής οφείλεται κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 και επ., ΑΚ), ακόμη και όταν η υπερωριακή αυτή εργασία παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, αφού τούτο προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 39-40/2002). β) Η αμοιβή για την εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα. Και αυτό γιατί, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966 και του άρθ ρου 904 του ΑΚ προκύπτει, η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κοιτά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Έτσι και η αμοιβή αυτή, ακόμη και αν η εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού (πρβλ. Ολ. ΑΠ 39-40/2002), με εξαίρεση βέβαια την ως άνω κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την εργασία κατά Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, η οποία, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα, συνυπολογίζεται, ως από το νόμο απευθείας οφειλόμενη, για την εξεύρεση του ύψους των παραπάνω επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, κατά τα προαναφερόμενα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, για να εξεύρει τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του αναιρεσείοντος εργαζομένου, ώστε στη συνέχεια να καθορίσει το ύψος του επιδόματος άδειας των ετών 2000, 2001 και 2002, που δικαιούνταν ο τελευταίος, αφού δέχτηκε ότι αυτός (αναιρεσείων εργαζόμενος) υπαγόταν στο σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφαση του σχετικώς αναφερόμενα, δεν συνυπολόγισε, ως τακτικά επαναλαμβανόμενες και τις παροχές για εργασία κατά δύο Σάββατα κάθε μήνα, επιδικάζοντας για τις αιτίες αυτές τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβανόμενα. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο ότι για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσείοντος εργαζόμενου, με βάση τις οποίες θα καθοριζόταν το ύψος της αμέσως πιο πάνω παροχής που οφείλονταν σ' αυτόν, δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστούν, εκτός των άλλων, και η παροχή και για εργασία κατά τα Σάββατα δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες στην ως άνω μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω σ'αυτή (μείζονα σκέψη), η εν λόγω παροχή (για εργασία κατά τα Σάββατα) δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστεί για την εξεύρεση των τακτικών ή συνήθων αποδοχών του αναιρεσείοντος εργαζομένου, με βάση τις οποίες θα έπρεπε να καθοριστεί το ύψος του επιδόματος άδειας που δικαιούνταν αυτός για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα. Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης, και κατά το μέρος του αυτό, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθ ρα 178 παρ. 1, 183 Κ.Πολ.Δικ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 6.837/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές .Εξόφληση. Προκειμένου περί εργατικών απαιτήσεων πρέπει να παρατίθενται στην απόφαση, εφόσον γίνεται δεκτή ένσταση εξοφλήσης, τα επιμέρους ποσά τα οποία καταβλήθηκαν για κάθε μία απαίτηση χωριστά και αυτά που δικαιούνταν ο εργαζόμενος, διαφορετικά υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης.Αναιρείταιαπόφαση του Εφετείου γιατί δεν ανέφερε τα καταβληθέντα και δικαιούμενα ποσά αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας καθώς πόσες και ποιές ημέρες έλαβε αυτός την ετήσια άδεια αναψυχής.
null
null
1
Αριθμός 192/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Α. του Κ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Της κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Της Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", με ΑΡ.Μ.ΑΕ 49833/01ΑΤ/Β/01/342 η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 4)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2507/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6836/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 9-11-10 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς όλα του τα μέρη, καθώς και του δεύτερου λόγου της ως άνω αίτησης ως προς όλα επίσης τα μέρη του, πλην του πρώτου, ως προς το οποίο εισηγήθηκε την απόρριψη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ. 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων άδειας και εορτών. Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευoμένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρθρ. 904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, σχετικά με τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές και επιδίκαση αμοιβής κατά τα Σάββατα και κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, για τις οποίες υπάρχει παράπονο του αναιρεσείοντος, ότι αυτός, που είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "Κοινοπραξία Σήραγγας Καλλιδρόμου, Εργοτάξιο Κάτω Τιθορέας Φθιώτιδας", της οποίας οι από τις αναιρεσίβλητες, δεύτερη και τρίτη απoτελούν κοινοπρακτούντα μέλη, στις 14-4-1998 έως 25-10-2002 που απολύθηκε, και εργάστηκε, από 14-4-1998 έως 31-10-1998 ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ωφέλιμου φορτίου άνω των 25 τόννων από 1-11-1998 έως 31-12-2001 ως οδηγός βαρέλας μπετόν και από 1-1-2002 έως 25-10-2002 ως οδηγός τετραξονικού φορτηγού άνω των 30 τόνων, μεταφέροντας αδρανή υλικά από τα νταμάρια της Λειβαδιάς στο εργοτάξιο, απασχολήθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, κατά τις ο ποίες άλλοτε στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση και άλλοτε όχι και ότι για την εργασία του αυτή έλαβε την αμοιβή και την προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75% για όσες Κυριακές δεν στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση, για όσες δε Κυριακές στερήθηκε αυτής, έλαβε ως προσαύξηση και αποζημίωση, λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το 1,75 του μισθού του, και για τα Σάββατα που εργάσθηκε έλαβε απλό ημερομίσθιο χωρίς προσαύξηση. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι oι εναγόμενες εταιρείες τηρούσαν μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και καρτέλες εργασίας του προσωπικού που απασχολούσαν, στις οποίες καταχωρούσαν αναλυτικά ανά μήνα για κάθε εργαζόμενο τον αριθμό των ωρών απασχόλησης αυτών σε καθημερινή βάση, τις ώρες νυκτερινής εργασίας του, τις τυχόν υπερωρίες και τις ώρες υπερεργασίας και τις καταβαλλόμενες για κάθε αιτία αποδοχές, για τις οποίες εκδίδονταν αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής. Οι εναγόμενες κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα την αναλογούσα στην εκάστοτε παρασχεθείσα εργασία του νόμιμη αμοιβή χωρίς οποιοδήποτε εκ μέρους του διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Μάλιστα μέχρι τον μήνα Μάϊο του 2001 τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε ως αμοιβή για τις πέραν του νόμιμου ωραρίου του πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας (όπως και των λοιπών εργαζομένων) καταχωρούνταν στις πιο πάνω καταστάσεις με τον χαρακτηρισμό αμοιβή για "υπερωρίες", ενώ από τον Ιούνιο του έτους 2001, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στα πλαίσια της εντατικοποίησης από την Επιθεώρηση Εργασίας του τακτικού ελέγχου, με σκοπό την αποφυγή εργασίας στα εργοτάξια κατά τα Σαββατοκύριακα, η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση καταγράφονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις ως "πριμ απόδοσης". Από τις εν λόγω μισθοδοτικές καταστάσεις, τις καρτέλες εργασίας και τις αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στις περιπτώσεις που είχε εργασθεί ημέρα Κυριακή χωρίς εβδομαδιαία ανάπαυση είχε εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές του και συγκεκριμένα το νόμιμο ποσοστό 1,75 του μισθού του, ενώ όταν επρόκειτο για εργασία την Κυριακή, για την οποία δεν είχε στερηθεί την εβδομαδιαία ανάπαυση, του είχε καταβληθεί μόνο η προσαύξηση του 75% επί πλέον του ωρομισθίου του και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω στέρησης της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσείων και της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, καθώς και για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, αφού δεν εκθέτει ποιο ποσό εδικαιούτο και ποιο ποσό κατεβλήθη στον αναιρεσείοντα, α)για την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις δύο Κυριακές τον μήνα που απασχολείτο, β)για την αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και γ) για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρ. 416 του ΑΚ. Επομένως, ο από το άρθρ.559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι ως άνω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ως προς όλα τα μέρη του. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983, και στη συνέχεια από την παρ 1 άρθρ.1 Ν.3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν. 4504/1966 του άρθρου 5 παρ.1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ. 7 του ν.549/1977,έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ.19/29.4. 2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ` αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δέκα τεσσάρων (14) ετών σε οποιαδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Επίσης, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη συνεχώς από 14-4-1998 μέχρι 25-10-2002 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, από Δευτέρα έως και Σαββάτο δηλ. με το σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, αυτή δεν του χορηγούσε την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωνε ούτε τις αποδοχές άδειας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών αδείας και επιδόματος των ετών 1999, 2000, 2001 και αποζημίωσης άδειας επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές άδειας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της αδείας του από υπαιτιότητα της. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το πιο πάνω κονδύλι ο της αγωγής του και με τον 5° λόγο της έφεσης του, ο ενάγων αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδειας δέχθηκε τα εξής:"... Περαιτέρω, με βάση τις άνω μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής (εκκαθαριστικά), αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έλαβε ...για επίδομα άδειας 1999 το ποσό των 138.512 δρχ. ... για επίδομα άδειας 2000 το ποσό των 138.512 δρχ. ... για επίδομα άδειας 2001 το ποσό των 151.815 δρχ. .. και για επίδομα άδειας 2002 466,46 ευρώ, ήτοι έλαβε ποσά μεγαλύτερα των ως άνω δικαιουμένων νομίμως, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό αυτών (... επιδομάτων άδειας) λαμβάνονται ως βάση οι τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός του και τα επιδόματα, ενώ οι πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον καταβάλλονται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και επομένως ουδέν του οφείλεται. Και τέλος από τα αναφερόμενα παραπάνω έγγραφα (μισθοδοτικές καταστάσεις, καρτέλες εργασίας και αποδείξεις πληρωμής) αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ετησίως και τη δικαιούμενη νομίμως άδεια αναψυχής εξ 22 εργασίμων ημερών, ως απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας την οποία και πληρώθηκε''. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ελάμβανε την κανονική του άδεια κατ' έτος, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας και τα δικαιούμενα ποσά για τα επιδόματα άδειας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από τη σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε η όχι απόσβεση δια καταβολής και πότε επήλθε αυτή (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει πότε σε ποιες ημεροχρονολογίες και πόσες ημέρες άδειας έλαβε, με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό άδειας που εδικαιούτο (δηλαδή ως παρέχων εργασία πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας), προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιούμενων ημερών αδείας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων αυτού, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό), εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τις 14-4-1998 έως 25-10-2002. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, και κατά τα μέρη του, με τα οποία ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Όμως ο ίδιος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι ενώ το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν σταθερά δύο Σάββατα κάθε μήνα και ότι τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Οκτώβριο 1999, Απρίλιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2000, Μάρτιο, Ιούνιο 2001 και Φεβρουάριο 2002 εργάσθηκε τρία Σάββατα και ότι ως εκ τούτου εξάγεται το συμπέρασμα από τις ως άνω παραδοχές ότι αυτός παρείχε την εργασία του Σαββάτου κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό και συνεπώς με το σύστημα της εργασίας έξι ημερών, δεν δέχθηκε ότι δικαιούνταν αυτός για το 1999 για άδεια τις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών, για το 2000 τις αποδοχές 25 εργασίμων ημερών και για τα επόμενα έτη τις αποδοχές 26 εργασίμων ημερών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, με την κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο απασχόληση του εργαζόμενου με το πενθήμερο σύστημα εργασίας κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν μεταβάλλεται το θεσμοθετημένο σύστημα πενθήμερης εργασίας, σε εξαήμερο, έστω και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, ενόψει του ότι αυτή η απασχόληση είναι άκυρη. Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178 παρ.1,183 Κ.Πολ.Δικ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την 6.836/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος, της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές. Εξόφληση. Προκειμένου περί εργατικών απαιτήσεων πρέπει να παρατίθενται στην απόφαση, εφόσον γίνεται δεκτή ένσταση εξόφλησης, τα επιμέρους ποσά τα οποία καταβλήθηκαν για κάθε μια απαίτηση χωριστά και αυτά που δικαιούνταν ο εργαζόμενος, διαφορετικά υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Αναιρείται απόφαση Εφετείου γιατί δεν ανέφερε τα καταβληθέντα και δικαιούμενα ποσά αποδοχών άδειας κα επιδομάτων άδειας καθώς πόσες και ποιες ημέρες έλαβε αυτός την ετήσια άδεια αναψυχής.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 186/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "HELDAN Α.Ε", που εδρεύει στην …, και βρίσκεται σε εκκαθάριση, η οποία δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Απριλίου1995 ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12509/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2502/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 17 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την 3951Γ/16-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης Κ. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη (άρθρα 568 παρ. 4 και 126 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 72 του Α.Κ. μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση. Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει. Κατά το άρθρο 67 παρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δικ. αν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με την νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, εφόσον μπορούν να συμπληρωθούν, το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 777, 778 του Α.Κ., 62, 64 παρ. 2, 286 του Κ.Πολ.Δικ., 18 του Εμπ.Ν., 47 α του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, συνάγεται ότι η λύση ανώνυμης εταιρίας και η υπαγωγή της αυτοδικαίως στο στάδιο της εκκαθαρίσεως δεν επιφέρει μεταβολή στην, με την δικαιοπρακτική ικανότητα του (νομικού) προσώπου ταυτιζόμενη, ικανότητα δικαστικής παραστάσεως της ανώνυμης εταιρίας, η οποία λογίζεται υφιστάμενη για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, εξακολουθώντας έτσι να είναι υποκείμενο της έννομης σχέσης συνεχιζόμενης δίκης, ούτε αποτελεί η υπαγωγή της ανώνυμης εταιρίας σε εκκαθάριση λόγο βίαιης διακοπής της δίκης. Εάν υπάρχουν ελλείψεις σχετικά με την νόμιμη εκπροσώπηση της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας, οι οποίες σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας συμπληρώνονται χωρίς να έχει ταχθεί από το δικαστήριο σχετική προθεσμία, τότε εγκυροποιούνται αναδρομικά και οι προηγούμενες διαδικαστικές πράξεις, κατά την εφαρμοζόμενη αναλογικά, ελλείψει αντίθετου δικονομικού ορισμού, διάταξη του άρθρου 238 του Α.Κ. Διότι η προθεσμία που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δικ., τάσσεται από το δικαστήριο για να συμπληρωθούν οι σ' αυτή αναφερόμενες ελλείψεις, σκοπό έχει την αποφυγή καθυστερήσεων και την ταχύτερη διεξαγωγή της δίκης, χωρίς η παράλειψη αυτής από το δικαστήριο να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα είτε της προηγούμενης ελλιπούς εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου είτε της διαδικασίας που ακολούθησε, ώστε να δημιουργείται για την αιτία αυτή λόγος αναιρέσεως, κατά το εδάφιο 14 ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα ή έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο πρέπει να προκύπτει από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ.ΑΠ 1/1999) και να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν παραβιάσθηκε κανόνας δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για τη θεμελίωση των από αυτές προβλεπόμενων λόγων αναιρέσεως πρέπει να έχει παραβιασθεί ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1234/1990, 913/1988). Τέλος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περίπτωση α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτεπαγγέλτως κατά νομική υποχρέωση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος-εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος), ότι η καθ' ης-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία, κατά τη συζήτηση της ανακοπής στη δικάσιμο της 22-5-1996, μετά την οποία εκδόθηκε η 20556/1996 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για αναβολή της συζητήσεως, κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δικ. (μέχρι περατώσεως συναφούς ποινικής δίκης), απαραδέκτως είχε παρασταθεί ως λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, ενώ θα έπρεπε, ως τελούσα υπό εκκαθάριση, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της με το υπ. αρ. 45502/2-6-1995 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσ/νίκης, να παρασταθεί, ως υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρία, από τους εκκαθαριστές της, κρίνοντας ότι: "Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η συζήτηση της ανακοπής κατά την δικάσιμο της 16/11/2005, μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και η οποία αποτελεί συνέχεια της πρώτης που έλαβε χώρα την 22/5/1996, επαναφέρθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με κλήση της καθ' ης, ήδη λυθείσας και τελούσης υπό εκκαθάριση, ανωνύμου εταιρίας, υπό την νέα της εκπροσώπηση. Η τελευταία με την ενέργειά της αυτή ενέκρινε σαφώς τη διεξαγωγή του προηγουμένου μέρους της δίκης, από τους νομίμους εκπροσώπους του νομικού προσώπου και συνεπώς, και με την εκδοχή ότι δεν ήταν νόμιμη η εκπροσώπηση της καθ' ης στην προηγούμενη στάση της δίκης, δεν δημιουργείται καμμία ακυρότητα, όπως ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ότι με την υπαγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, σε εκκαθάριση, δεν απωλέσθηκε και η ικανότητά της να συνεχίσει τη διεξαγωγή της εκκρεμούς δίκης, η δε ελλιπής εκπροσώπησή της κατά την πρώτη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την οποία αναβλήθηκε η δίκη χωρίς να ταχθεί στην αναιρεσίβλητη προθεσμία διορθώσεως της ελλείψεως, εγκυροποιήθηκε αναδρομικά με την κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσεως νόμιμη εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης από τους διορισμένους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσώπηση συνιστούσε και σιωπηρή έγκριση της ελλιπούς εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης στην προηγούμενη συζήτηση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, ούτε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ με την αναλογική εφαρμογή της στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, ούτε έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν. Διότι η σιωπηρή έγκριση των δικονομικών πράξεων, που έγιναν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας υπό ελλιπή εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης, περιεχόταν στη μεταγενέστερη νομότυπη εκπροσώπησή της από τους εκκαθαριστές της ως συνεχιστές του επιδιωκόμενου από αυτή, με την εκκρεμούσα δίκη, σκοπού και δεν θεμελιώνεται γι' αυτό οποιαδήποτε αναιρετική πλημμέλεια, Eπομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 14, 1, 19 και 8 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 2502/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση στις 7 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ελλιπής εκπροσώπηση τελούντος υπό εκκαθάριση ν.π – θεραπεύεται αναδρομικά η έλλειψη, αν αποκτήσει το ν.π νόμιμους εκπροσώπους έστω και αν δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα απόφαση για τη θεραπεία της έλλειψης αυτής (72 ΑΚ και 67 παρ. 1α ΚΠολΔικ.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 184/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1116/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με κατηγορούμενο τον M.C. του A., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1175/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 565 εδ.1 του ΚΠΔ, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου όπου εκτίεται η ποινή, το οποίο επιλαμβάνεται της επίλυσης αμφιβολίας ή αντίρρησης σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης ύστερα από αίτηση του καταδικασμένου, περιορίζεται μόνο στο αντικείμενο της αμφιβολίας ή της αντίρρησης για το οποίο παραπονείται ο καταδικασμένος και δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να επιληφθεί άλλου θέματος σχετικά με την εκτελεστότητα της ίδιας καταδικαστικής απόφασης. Έτσι αν οι αντιρρήσεις αφορούν την εκτελεστότητα της καταδικαστικής απόφασης μόνο ως προς την επιβληθείσα με αυτή στερητική της ελευθερίας ποινή, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε αυτές, δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να επιληφθεί της εκτελεστότητας τυχόν μέτρων ασφάλειας που έχουν διαταχθεί με την ίδια απόφαση, όπως είναι και η απέλαση του αλλοδαπού καταδικασμένου, Διαφορετικά η απόφαση, για την οποία επιτρέπεται αναίρεση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, είναι αναιρετέα, αφού έτσι το Πλημμελειοδικείο υπερβαίνει την εξουσία του κ σι υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 258-259/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο M. C. του A. και της M., αλβανός υπήκοος, κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της πώλησης, και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, αντίστασης και του επιβλήθηκε η ποινή της κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η ισόβια απέλασή του από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής. Με την από 2-3-2010 αίτησή του προς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, υπέβαλε αντιρρήσεις κατά της εκτελεστότητας της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και ειδικότερα αν συντρέχει περίπτωση άρσης του μέτρου ασφαλείας της απέλασής του από την Ελληνική Επικράτεια. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τις αντιρρήσεις του, ως προς την εκτέλεση του μέτρου και διέταξε την άρση του μέτρου της απέλασης του αντιλέγοντας, που είχε διαταχθεί με την παραπάνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου. Έτσι, όμως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, διατάσσοντας την άρση του μέτρου της απέλαση για την οποία σημειωτέον, δεν είχε δικαιοδοσία, αφού, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται των αντιρρήσεων, δεν μπορεί να ερευνήσει τα εσωτερικά στοιχεία της υπόθεσης, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ελέγχει την ορθότητα της εκτελούμενης απόφασης, υπερέβη την εξουσία του. Μετά από αυτά, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από το με χρονολογία 29 Απριλίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..., αντίγραφο της υπ' αριθμ. 1175/16-9-2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, προκειμένου να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του δικαστηρίου αυτού, χωρίς όμως, αυτός να παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ή να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1116/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 4 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση του Εισαγγελέα κατά αποφάσεως που δέχθηκε αντιρρήσεις για άρση του μέτρου ασφαλείας της απέλασης από τη χώρα, με την επίκληση του λόγου της υπέρβασης εξουσίας. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
null
null
0
Αριθμός 176/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 660/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Θ. Κ. του Α., 2. Σ. Κ. του Κ., 3. Π. Π. του Δ., 4. Γ. Σ. του Ι., 5. Χ. Π. του Κ., 6. Α. Π. του Ι. και 7. Ε. Χ. του Σ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 756/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 359/21-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, την υπ' αρ. 54/28-4-2010 αίτηση αναίρεσης του Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 660/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 335/09 έφεση του κατηγορουμένου Β. Γ., κατά του υπ' αριθμ. 1910/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε (μαζί με άλλους) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική περιουσιακή βλάβη που υπερβαίνει το ποσό 15.000 Ευρώ (άρθρ. 1, 13, 14, 26§1, 27§1, 45, 98, 216§1 - 3β Π.Κ. ως ισχύει ), επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και απορρίφθηκε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως (βλ. συνημμένα αποδεικτικά επίδοσης προσβαλλομένου βουλεύματος στο κατηγορούμενο και τον αντίκλητο δικηγόρο του με ημερομηνία 21/4/10 και 26/4/10 αντίστοιχα) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρ. 473§1, 474 και 482§1-3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 28/11/10 δήλωση του κατηγορουμένου Β. Γ. στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 54/28-4-2010 έκθεση αναιρέσεως και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και (β) έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. (άρθρ. 484§§1β' και δ' Κ.Π.Δ.) - βλ. συνημμ. έκθεση αναίρεσης. Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν. Δ. τομ. β σελ. 95/ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/790) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) - πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93§3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς - σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης - εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα, με το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 Π.Κ.: "1. Οποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το αδίκημα της πλαστογραφίας, χάριν προστασίας των συναλλαγών και των υπομνημάτων, τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου από τον υπαίτιο που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση αυτού με μεταβολή του περιεχομένου του που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Για τη στοιχειοθέτηση, της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού απαιτείται εκτός από τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και η συνδρομή του σκοπού του δράστη, που αποβλέπει στην παραπλάνηση άλλου, σχετικά με το γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η έννοια της παραπλάνησης είναι ότι μ' αυτήν επέρχεται η εξαπάτηση του τρίτου σχετικά με το ποιος είναι ο αληθινός εκδότης του εγγράφου στο όνομα του οποίου "εκδίδεται" το έγγραφο. Έννομη δε συνέπεια συνιστά και κάθε σημαντικό για τις συναλλαγές γεγονός για τη διατήρηση, παραγωγή, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 (δέκα) ετών - εκτός της προβλέψεως του α' εδαφίου της 1ης παραγράφου άρθρου 216 - σε περίπτωση που ο δράστης διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ. Α. Μπουρόπουλο, Ερμ.Π.Κ. αρ. 216 Τόμ. 2ος, σελ. 231-232 εκδ. 1960, Χρ. Γ. Δέδε Ποιν.Δίκαιον Ειδ.Μέρος 1977 Κεφ. Α IV σελ. 79 επ., Κ. Σταμάτη, Συστ.Ερμ.Π.Κ. άρθρ. 13, αρ. 17 σελ. 184, ΑΠ(Συμβ) 1142/2003 Ποιν.Χρον. ΝΔ'/245 ΑΠ(Συμβ) 1131/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ'/401 ΑΠ(Συμβ) 981/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ'/337, ΑΠ (Συμβ) 184/2002 Ποιν.Χρον. ΝΒ'/888, ΑΠ 1281/2000 Ποιν.Δικ. 2001 σελ. 213). Είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης, (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται από τη χρήση του (Α.Π. 195/2007, Α.Π. 1281/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ σελ. 502, Α.Π. 814/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ σελ. 130, Α.Π. 1278/1999 Ποιν.Χρ. Ν σελ. 630). Περαιτέρω για την έννοια του εγγράφου υπάρχει νομοθετικός ορισμός στο αρθρ. 13 περ. γ' Π.Κ., όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής προσετέθη με το άρθρο 2 Ν. 1805/1988. Κατά την ισχύουσα αυτή ρύθμιση για την έννοια του εγγράφου αρκεί η ύπαρξη κάθε γραπτού που είναι πρόσφορο να αποδείξει διανοητικό περιεχόμενο και ένα πρόσωπο που θέλει να δεσμευθεί από αυτό. Συνήθως τούτο προκύπτει από την υπογραφή του δηλούντος τη σκέψη του την οποία θεωρεί ως ισχυρή επί του εγγράφου, (βλ. Α.Π. 184/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ'/898, 224/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ'/426). Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά και υιοθέτηση (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ ΝΣΤ'/626 ΑΠ 1494/05 και ΑΠ 176/06) της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση, δηλαδή όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα επισυναφθέντα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος (αναιρεσείων) Β. Γ., λογιστής - φοροτεχνικός στην Αθήνα την 10-9-2004, με πρόθεση, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Η ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ που καταβλήθηκαν από 1-1 έως 31-12-2003 στην Α. Π., το οποίο έφερε ημερομηνία 10-1-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Α. Σ. "Εμπόριο Σιδηρικών και Βιομηχανικών Ειδών" και το οποίο είναι πλαστό καθ' όλο αυτού το περιεχόμενο, καθόσον η τελευταία δεν υπήρξε υπάλληλος του Α. Σ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του Α. Σ. και έκανε χρήση του εγγράφου παραδίδοντάς το στην Α. Π., με το σκοπό να κάνει χρήση αυτού εμφανίζοντάς το στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υποκατάστημα ... προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι να γίνει δεκτή η αίτησή της με ημερομηνία 10-9-2004, για να υπογραφεί σύμβαση υπερανάληψης ύψους 5.000 ευρώ, σύμβαση η οποία και υπεγράφη. Την 5-11-2004 με πρόθεση και μετερχόμενος τον ίδιο τρόπο και επιδιώκοντας τον αυτό σκοπό, κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Η ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ που καταβλήθηκαν 1-1 έως 31-12-2003, στην Ε. Χ., το οποίο έφερε ημερομηνία 10-1-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Α. Σ. "Εμπόριο Σιδηρικών και Βιομηχανικών Ειδών" και το οποίο είναι πλαστό καθ' όλο αυτού το περιεχόμενο, καθόσον η τελευταία δεν υπήρξε υπάλληλος του Α. Σ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς τη συναίνεσή του, την υπογραφή του Α. Σ. και έκανε χρήση του εγγράφου παραδίδοντάς το στην Α. Π., με το σκοπό να κάνει χρήση αυτού εμφανίζοντάς το στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα ..., προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι γίνει δεκτή η αίτησή της με ημερομηνία 5-11-2004, για τη σύναψη σύμβασης δανείου ποσού 12.000 ευρώ, η οποία και συνήφθη. Συνεχίζοντας μεθοδευμένα και συστηματικά την παράνομη δράση του ο πιο πάνω κατηγορούμενος την 25-11-2004, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Σ., Π. και Π., με κοινό δόλο ενεργούντες και μετά από συναπόφαση κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2004, στο όνομα του Θ. Κ., το οποίο έφερε ημερομηνία 2-11-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Σ. Κ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση, κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς τη συναίνεσή του, την υπογραφή του Σ. Κ., και έκανε χρήση του εγγράφου παραδίδοντάς το στον Θ. Κ., με το σκοπό να κάνει χρήση αυτού εμφανίζοντάς το στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα ..., προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι να γίνει δεκτή η αίτησή του με ημερομηνία 25-11-2004, για τη σύναψη σύμβασης δανείου ποσού 15.000 ευρώ, η οποία και συνήφθη. Τον Οκτώβριο τέλος και σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε από την ανάκριση, με πρόθεση, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Η ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ που καταβλήθηκαν 1-1 έως 31-12-2003, στην Β. Κ., το οποίο έφερε ημερομηνία 12-1-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Σ. Κ. "Εμπορία Ιατρικών Μηχανημάτων" και το οποίο είναι πλαστό καθ' όλο αυτού το περιεχόμενο, καθόσον η τελευταία δεν υπήρξε υπάλληλος του Σ. Κ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς την συναίνεσή του την υπογραφή του Σ. Κ., και έκανε χρήση του εγγράφου εμφανίζοντάς το αυτός στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα ..., προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι η Β. Κ. τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι να γίνει δεκτή η αίτησή της για τη σύναψη σύμβασης δανείου, η οποία όμως δεν υποβλήθηκε. Όπως προκύπτει, από την επανειλημμένη τέλεση των άνω πράξεων και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής τους, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το συνολικό δε παράνομο περιουσιακό όφελος των ανωτέρω, ύψους 32.000 ευρώ υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε επίσης ότι η παράνομη δραστηριότητα του εκκαλούντα σταμάτησε, όταν ο αρμόδιος για ζητήματα οικονομικών εγκλημάτων σε βάρος της ΕΤΕ τραπεζικός υπάλληλος διαπίστωσε κατόπιν παρατηρήσεων και συνεργασίας με τους άλλους συναδέλφους του ότι ο εκκαλών συνήθιζε να μεσολαβεί για την χορήγηση δανείων μεταβαίνοντας στην προαναφερομένη τράπεζα είτε ο ίδιος είτε χρησιμοποιώντας την 4η κατηγορούμενη (Α. Π.), προσκομίζοντας όμως βεβαιώσεις εργοδοτών οι οποίες αφορούσαν επιχειρήσεις που είτε δεν βρίσκονταν σε λειτουργία (Α. Σ. σε σχέση με τις αιτηθείσες χορήγηση δανείου Α. Π. και Ε. Χ.) είτε ουδέποτε απασχόλησαν τον συγκεκριμένο δανειολήπτη (Σ. Κ.) ως προς τον αιτηθέντα την κατάρτιση δανείου Θ. Κ.. Περαιτέρω δε προέκυψε ότι στο συγκεκριμένο κύκλωμα που είχε σχηματισθεί γύρω από τον 1ο κατηγορούμενο, ως προς τη σύνταξη της πλαστής μισθολογικής κατάστασης του εργοδότη (Θ. Κ.) για τον ως άνω δανειολήπτη, έδρασαν παράλληλα και από κοινού ως δράστες πλαστογραφίας οι: Χ. Π., Γ. Σ. και Π. Π., από τους οποίους μάλιστα οι δύο τελευταίοι παρείχαν και συνδρομή στον Θ. Κ., με την έννοια ότι ο μεν Σ. συνόδευσε τον τελευταίο στο υποκατάστημα της τράπεζας ενισχύοντάς τον ψυχικά, ο δε Π. τον ανέμενε έξω από αυτό, λέγοντας μάλιστα σε τραπεζικούς υπαλλήλους που θα προωθούσαν την αίτηση δανειοδοτήσεως ότι ήταν υπάλληλος του φερομένου ως εργοδότη Θ. Κ.. Έτσι μετά από καταγγελία της Εθνικής Τράπεζας ... στην Αστυνομία για τη δράση την παράνομη του "κυκλώματος" Γ., στις 30-11-2004 συνελήφθησαν στην ... έξω από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας ... οι κατηγορούμενοι Θ. Κ. και Γ. Σ.. Από τη διεξαχθείσα μέχρι τότε αστυνομική προανάκριση προέκυπτε ότι οι κατηγορούμενοι Π. Π., Χ. Π. και ο Γ. Σ. είχαν εφοδιάσει τον Θ. Κ. με πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ Αμφιλοχίας προκειμένου να κατατεθεί αυτό στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας και να του χορηγηθεί δάνειο ύψους 15.000 €, από το οποίο ο ίδιος θα κρατούσε το 60% και το υπόλοιπο 40% θα το μοιράζονταν οι υπόλοιποι. Βεβαιώσεις αποδοχών "μοίραζε" ο Β. Γ., (αναιρεσείων) , ο οποίος δεν ασχολείτο πλέον με τίποτε άλλο, παρά με την κατάρτιση πλαστών βεβαιώσεων αποδοχών. Με τις σκέψεις αυτές και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, πρόδηλο είναι ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που με το εκκαλούμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) για πλαστογραφία με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 Ευρώ και τον παρέπεμψε στο Ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί μαζί με τους συγκατηγορουμένους του για τη πράξη που τους αποδίδεται, δεν έσφαλε αλλά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίστηκαν και συνεπώς η έφεση, που αυτός άσκησε και υποστηρίζει τα αντίθετα είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει ν' απορριφθεί. Πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. σε βάρος του εκκαλούντα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικά δε και εμπεριστατωμένα αιτιολογούνται όλοι οι προβληθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίπτωση της "κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια" τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους (βλ. σκεπτικό βουλεύματος). Συνεπώς, οι από το άρθρο 484§1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για (α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και β) για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 54/28-4-2010 αίτηση του Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 660/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 54/28-4-2010 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμό 660/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του, κατά του υπ' αριθμό 1910/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (216 παρ.1, 2 του ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών, που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου. Στην περίπτωση του εδαφίου β της παρ. 3 του άρθρου 216 του Π.Κ, για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, απαιτείται ο υπαίτιος να διαπράττει την πλαστογραφία κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν τα 5.000.000 δραχμές ή 15,000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας, δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως , χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως , όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι, κατ' επιλογή, μερικά εξ αυτών. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση, δηλαδή όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα επισυναφθέντα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος (αναιρεσείων) Β. Γ., λογιστής - φοροτεχνικός στην ... την 10-9-2004, με πρόθεση, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Η ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ που καταβλήθηκαν από 1-1 έως 31-12-2003 στην Α. Π., το οποίο έφερε ημερομηνία 10-1-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Α. Σ. "Εμπόριο Σιδηρικών και Βιομηχανικών Ειδών" και το οποίο είναι πλαστό καθ' όλο αυτού το περιεχόμενο, καθόσον η τελευταία δεν υπήρξε υπάλληλος του Α. Σ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του Α. Σ. και έκανε χρήση του εγγράφου παραδίδοντάς το στην Α. Π., με το σκοπό να κάνει χρήση αυτού εμφανίζοντάς το στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υποκατάστημα ... προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι να γίνει δεκτή η αίτησή της με ημερομηνία 10-9-2004, για να υπογραφεί σύμβαση υπερανάληψης ύψους 5.000 ευρώ, σύμβαση η οποία και υπεγράφη. Την 5-11-2004 με πρόθεση και μετερχόμενος τον ίδιο τρόπο και επιδιώκοντας τον αυτό σκοπό, κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Η ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ που καταβλήθηκαν 1-1 έως 31-12-2003, στην Ε. Χ., το οποίο έφερε ημερομηνία 10-1-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Α. Σ. "Εμπόριο Σιδηρικών και Βιομηχανικών Ειδών" και το οποίο είναι πλαστό καθ' όλο αυτού το περιεχόμενο, καθόσον η τελευταία δεν υπήρξε υπάλληλος του Α. Σ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς τη συναίνεσή του, την υπογραφή του Α. Σ. και έκανε χρήση του εγγράφου παραδίδοντάς το στην Α. Π., με το σκοπό να κάνει χρήση αυτού εμφανίζοντάς το στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα ..., προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι γίνει δεκτή η αίτησή της με ημερομηνία 5-11-2004, για τη σύναψη σύμβασης δανείου ποσού 12.000 ευρώ, η οποία και συνήφθη. Συνεχίζοντας μεθοδευμένα και συστηματικά την παράνομη δράση του ο πιο πάνω κατηγορούμενος την 25-11-2004, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Σ., Π. και Π., με κοινό δόλο ενεργούντες και μετά από συναπόφαση κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2004, στο όνομα του Θ. Κ., το οποίο έφερε ημερομηνία 2-11-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Σ. Κ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση, κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς τη συναίνεσή του, την υπογραφή του Σ. Κ., και έκανε χρήση του εγγράφου παραδίδοντάς το στον Θ. Κ., με το σκοπό να κάνει χρήση αυτού εμφανίζοντάς το στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα ..., προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι να γίνει δεκτή η αίτησή του με ημερομηνία 25-11-2004, για τη σύναψη σύμβασης δανείου ποσού 15.000 ευρώ, η οποία και συνήφθη. Τον Οκτώβριο τέλος και σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε από την ανάκριση, με πρόθεση, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους κατήρτισε έγγραφο το οποίο έφερε την ένδειξη ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ Η ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ που καταβλήθηκαν 1-1 έως 31-12-2003, στην Β. Κ., το οποίο έφερε ημερομηνία 12-1-2004, φερόμενο ως εκδοθέν από τον εργοδότη Σ. Κ. "Εμπορία Ιατρικών Μηχανημάτων" και το οποίο είναι πλαστό καθ' όλο αυτού το περιεχόμενο, καθόσον η τελευταία δεν υπήρξε υπάλληλος του Σ. Κ., κατόπιν δε έθεσε κατ' απομίμηση κάτω από τη θέση Ο ΒΕΒΑΙΩΝ, χωρίς την συναίνεσή του την υπογραφή του Σ. Κ., και έκανε χρήση του εγγράφου εμφανίζοντάς το αυτός στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα ..., προκειμένου να παραπλανήσει τους υπαλλήλους ότι η Β. Κ. τυγχάνει υπάλληλος της ανωτέρω επιχείρησης και πληροί τις προϋποθέσεις και έτσι να γίνει δεκτή η αίτησή της για τη σύναψη σύμβασης δανείου, η οποία όμως δεν υποβλήθηκε. Όπως προκύπτει, από την επανειλημμένη τέλεση των άνω πράξεων και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής τους, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το συνολικό δε παράνομο περιουσιακό όφελος των ανωτέρω, ύψους 32.000 ευρώ υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε επίσης ότι η παράνομη δραστηριότητα του εκκαλούντα σταμάτησε, όταν ο αρμόδιος για ζητήματα οικονομικών εγκλημάτων σε βάρος της ΕΤΕ τραπεζικός υπάλληλος διαπίστωσε κατόπιν παρατηρήσεων και συνεργασίας με τους άλλους συναδέλφους του ότι ο εκκαλών συνήθιζε να μεσολαβεί για την χορήγηση δανείων μεταβαίνοντας στην προαναφερομένη τράπεζα είτε ο ίδιος είτε χρησιμοποιώντας την 4η κατηγορούμενη (Α. Π.), προσκομίζοντας όμως βεβαιώσεις εργοδοτών οι οποίες αφορούσαν επιχειρήσεις που είτε δεν βρίσκονταν σε λειτουργία (Α. Σ. σε σχέση με τις αιτηθείσες χορήγηση δανείου Α. Π. και Ε. Χ.) είτε ουδέποτε απασχόλησαν τον συγκεκριμένο δανειολήπτη (Σ. Κ.) ως προς τον αιτηθέντα την κατάρτιση δανείου Θ. Κ.. Περαιτέρω δε προέκυψε ότι στο συγκεκριμένο κύκλωμα που είχε σχηματισθεί γύρω από τον 1ο κατηγορούμενο, ως προς τη σύνταξη της πλαστής μισθολογικής κατάστασης του εργοδότη (Θ. Κ.) για τον ως άνω δανειολήπτη, έδρασαν παράλληλα και από κοινού ως δράστες πλαστογραφίας οι: Χ. Π., Γ. Σ. και Π. Π., από τους οποίους μάλιστα οι δύο τελευταίοι παρείχαν και συνδρομή στον Θ. Κ., με την έννοια ότι ο μεν Σ. συνόδευσε τον τελευταίο στο υποκατάστημα της τράπεζας ενισχύοντάς τον ψυχικά, ο δε Π. τον ανέμενε έξω από αυτό, λέγοντας μάλιστα σε τραπεζικούς υπαλλήλους που θα προωθούσαν την αίτηση δανειοδοτήσεως ότι ήταν υπάλληλος του φερομένου ως εργοδότη Θ. Κ.. Έτσι μετά από καταγγελία της Εθνικής Τράπεζας ... στην Αστυνομία για τη δράση την παράνομη του "κυκλώματος" Γ., στις 30-11-2004 συνελήφθησαν στην ... έξω από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας ... οι κατηγορούμενοι Θ. Κ. και Γ. Σ.ς. Από τη διεξαχθείσα μέχρι τότε αστυνομική προανάκριση προέκυπτε ότι οι κατηγορούμενοι Π. Π., Χ. Π. και ο Γ. Σ. είχαν εφοδιάσει τον Θ. Κ. με πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ Αμφιλοχίας προκειμένου να κατατεθεί αυτό στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας και να του χορηγηθεί δάνειο ύψους 15.000 €, από το οποίο ο ίδιος θα κρατούσε το 60% και το υπόλοιπο 40% θα το μοιράζονταν οι υπόλοιποι. Βεβαιώσεις αποδοχών "μοίραζε" ο Β. Γ., (αναιρεσείων), ο οποίος δεν ασχολείτο πλέον με τίποτε άλλο, παρά με την κατάρτιση πλαστών βεβαιώσεων αποδοχών". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για Κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ. Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας και συγκεκριμένα, ότι αναιρεσείων, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε από πρόθεση έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, για τη γνησιότητα και πιστότητα των εγγράφων αυτών, ενώ, στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών. Η ίδια κρίση του Συμβουλίου, αιτιολογείται με τις παραδοχές α) ότι με τις πράξεις του αυτές, ο αναιρεσείων, όχι μόνο επιδίωκε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακή ωφέλεια, αλλά και να ζημιώσει τους εγκαλούντες, β) ότι οι εγκαλούντες ζημιώθηκαν το ισόποσο των 32.000 ευρώ, όπως, επίσης, αιτιολογείται, ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις, με την παραδοχή ότι επανειλημμένα τέλεσε την πράξη αυτή, έχοντας διαμορφώσει προς τούτο, την κατάλληλη υποδομή και αντίστοιχα επιδείξει σταθερή ροπή, για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού της πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 54/28-4-2010 αίτηση του Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 660/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες, με περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Αίτηση αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την κρίση περί παραπομπής και ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
2
Αριθμός 175/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 132/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 744/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 274/21-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 4/2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 132/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η παραπάνω αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και συνεπώς είναι τυπικά παραδεκτή. Ο αναιρεσείων, με την υπ'αριθμ. 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για συκοφαντική δυσφήμηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την υπ'αριθμ. 810/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείού Λάρισας. Κατά της τελευταίας άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ'αριθμ. 1371/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα να καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη του. Μετά ταύτα άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας την από 29-6-2008 αίτηση επανάληψης της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με το υπ' αριθμ. 197/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την από 5.9.2008 αίτηση αναιρέσεως η οποία έγινε δεκτή με το υπ' αριθμ. 222/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Σας και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών για νέα κρίση. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 132/2010 βούλευμά του, απέρριψε και πάλι την από 29-6-2008 αίτηση του αναιρεσείοντα, αφού δέχθηκε τα εξής: "Από τα πρακτικά της προηγούμενης ως άνω δίκης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 705/17-3-2006 απόφαση αυτού, στην οποία περιέχονται μεταξύ άλλων οι καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και η απολογία του αιτούντος, από την τελευταία αυτή απόφαση, όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία της εν λόγω υποθέσεως και τα συνημμένα στην κρινόμενη αίτηση έγγραφα που προσκομίζει ο αιτών, καθώς και τις διευκρινήσεις ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, του διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο αιτών καταδικάσθηκε στην προμνημονευθείσα ποινή με την με αριθμό 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που έκρινε ότι αυτός "στην ... στις 6-3-2003 με πρόθεση ενώπιον τρίτων διέδωσε για κάποιον άλλο, γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψή του. Το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Ειδικότερα στον άνω τόπο και χρόνο, με έγγραφη επιστολή που απηύθυνε προς το Δημοτικό Συμβούλιο Αργαλαστής, ενώπιον των προσώπων αυτών αλλά και υπαλλήλων του Δήμου που έλαβαν γνώση του περιεχομένου της ισχυρίστηκε για τους εγκαλούντες: 1) Γ. Κ. του Δ. και 2) Α. Π. του Ν., εν γνώσει ψευδώς γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους και συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι "αφού ο κύριος κορμός του αποφασίζειv και διατάσσειν εξακολουθεί να αποτελείται από τα ίδια, αυταρχικά και φασιστικής νοοτροπίας άτομα της προηγούμενης τετραετίας (Π., Κ. ...) ...φρίτει κανείς αναλογιζόμενος ότι τρεις από τους παλιούς (Π., Κ.) είναι άτομα εντελώς διεφθαρμένα, εκ μόνου του λόγου ότι βρίσκονται από το 1991 συνεχώς στην εξουσία και θα έχουν τσεπώσει δεκάδες εκατομμυρίων δραχμών από τη νόμιμη αντιμισθία τους και μόνον ... ο αδίστακτος Ξυνοβρυσιώτης σύμβουλος Π....". Όλα τα ανωτέρω είναι ψευδή και ο κατηγορούμενος τα ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας τους και του γεγονότος ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των ανωτέρω εγκαλούντων τόσο ως πολιτών όσο και ως εκλεγμένων δημοτικών αρχόντων" Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ο αιτών άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας την από 5-6-2006 έφεση του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 810/14-6-2007 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω έφεση ως απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Στη συνέχεια ο αιτών άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 10-7-2007 αίτηση για αναίρεση της αμέσως παραπάνω απόφασης επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η 1371/23-5-2008 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση. Συνεπώς η 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 Κ.Π.Δ). Ήδη ο αιτών με την υπό κρίση αίτηση του, ζητεί την εξαφάνιση της παραπάνω αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και την εν τέλει απαλλαγή του από κάθε κατηγορία, χωρίς όμως να εκθέτει κάποιο συγκεκριμένο και σαφή λόγο από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Ειδικότερα με την κρινόμενη αίτηση του ο αιτών επικαλείται ως λόγους επανάληψης της διαδικασίας το ότι οι εγκαλούντες Γ. Κ. και Π. Α., καθώς και ο μάρτυρας Ξ. Φ., εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κατά τη δικάσιμο της 17-3-2006 κατέθεσαν ψευδή πραγματικά περιστατικά εν γνώσει του ψεύδους, με βάση τα οποία δημιουργήθηκε στο δικαστήριο (για τους εγκαλούντες) η εντύπωση ότι πρόκειται για άτομα αμέμπτου ηθικής και καλού χαρακτήρα τα οποία δεν κατηγορήθηκαν ποτέ, είχαν άψογη συμπεριφορά και υπόληψη στην κοινωνία και εκλέγονταν στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... με μεγάλη πλειοψηφία, οπότε κακώς αυτός ανέφερε γι' αυτούς τα άνω γεγονότα που έκρινε ότι ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα προσδιορίζοντας στην αίτηση τα κατατεθέντα από τους παραπάνω ψευδή γεγονότα αναφέρει ότι: Ο Γ. Κ. κατέθεσε ψευδώς ότι ... ποτέ δεν έχω κατηγορηθεί για τίποτε ... Ο Α. Π. ότι ... δεν είμαι αδίστακτος η οτιδήποτε άλλο ... και ο Ξ. Φ. ... δεν είναι αληθή αυτά τα γεγονότα ... ο λαός τους τιμά αυτούς τους ανθρώπους και τους ψηφίζει. Όμως ο αιτών για τα εν λόγω, ψευδή κατ' αυτόν, γεγονότα, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται απόφαση, από την οποία να προκύπτει ότι κάποιος από τα παραπάνω πρόσωπα καταδικάσθηκε αμετακλήτως για τα άνω κατατεθέντα για ψευδορκία. Ακόμη δεν επικαλείται ούτε προκύπτει σε κάθε περίπτωση από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι κατά των άνω προσώπων δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για τα γεγονότα αυτά, επειδή δεν μπορούσε να εκδικαστεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη ώστε να ακολουθήσει η διαδικασία των παρ. 3 επ. του άρθρου 528 Κ.Π.Δ. σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη του βουλεύματος αυτού. Στην ουσία από την αξιολόγηση του όλου περιεχομένου της κρινόμενης αίτησης και του συνόλου των άνω εγγράφων και υπομνημάτων που συνοδεύουν αυτήν, προκύπτει ότι οι βασικές αιτιάσεις του αιτούντος συνίστανται κυρίως αφ' ενός μεν στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου με την άνω απόφαση του δεν μετάβαλε το χαρακτήρα της άνω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε σε εξύβριση, ώστε να τύχει ο ίδιος της ευνοϊκής ρύθμισης του άρθρου 31 Ν. 334 6/2005 (παύση υφ' όρο της ποινικής δίωξης), ούτε χορήγησε αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής, αφετέρου δε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που δίκασε την άνω έφεσή του κατά της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης, απέρριψε αυτήν παρατύπως ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Έτσι όμως επιδιώκει νέο έλεγχο από ουσιαστικής πλευράς της υπόθεσης και τη διόρθωση ενδεχομένων σφαλμάτων, χωρίς να προσκομίζει νέα αποδεικτικά στοιχεία υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, και με βάση το αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στη δικογραφία, και ήδη εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός, ότι με το από 25-10-2002 κλητήριο θέσπισμα που προσκομίζει ο αιτών σε απλό φωτοτυπικό αντίγραφο, φαίνεται ότι, κατά του εγκαλούντος Γ. Κ. του Δ. να ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος και παραπέμφθηκε αυτός να δικασθεί για την εν λόγω πράξη ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου για δικάσιμο που δεν προκύπτει απ' αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο γεγονός και μάλιστα τόσο ουσιώδες για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και καταλυτικό της άνω κατηγορίας, που θα οδηγούσε οπωσδήποτε στην αθώωση του αιτούντος ή στην μεταβολή της κατηγορίας σε εξύβριση και τούτο καταφαίνεται από το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης, αφού το αν ο εγκαλών Γ. Κ. "δεν κατηγορήθηκε ποτέ για τίποτε", όπως κατέθεσε, δεν άσκησε επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Ενόψει αυτών στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, για την αποδοχή του αιτήματος του αιτούντος προς επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, με την οποία περατώθηκε η προαναφερόμενη σε βάρος του ποινική υπόθεση και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακόμη το αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτέλεσης της ποινής, που του επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση πρέπει να απορριφθεί, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση της εν λόγω αναστολής είναι η ευδοκίμηση της αίτησης επανάληψης διαδικασίας πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. σχετ. Α.Π. 177/2007 ΝΟΜΟΣ). Τέλος πρέπει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος (583 παρ.1 Κ.Πολ. Δ.) όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.6.2008 αίτηση του Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ως και το αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση.". ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Α1) Είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω κακής συνθέσεως του Συμβουλίου και ειδικώτερα για το ότι α) μετέσχε στο Συμβούλιο Εφέτης, ο οποίος έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, επειδή μετέσχε στη σύνθεση δικαστηρίου που δίκασε άλλη, άσχετη με την παρούσα, υπόθεση ("δυστύχημα των Τεμπών") περί της οποίας (υποθέσεως ) ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κριτική με άρθρο του σε εφημερίδα του Βόλου και β) στο Συμβούλιο που έκρινε την αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας μετέσχε άλλος εισαγγελέας από εκείνον που είχε υποβάλλει τη σχετική έγγραφη πρόταση. Δεν υφίσταται θέμα αμεροληψίας του εφέτη που μετείχε στη σύνθεση που έκρινε την αίτηση του αναιρεσείοντα, ούτε ανέκυψε υποχρέωσή του να αυτοεξαιρεθεί, αφού η κριτική την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται ουδόλως εστρέφετο κατά του συγκεκριμένου εφέτη και σε κάθε περίπτωση ουδόλως προέκυψε ότι ο εφέτης αυτός έλαβε οπωσδήποτε γνώση της ασκηθείσας κριτικής, η οποία σημειωτέον είναι στα όρια της ευπρέπειας και δεν θα μπορούσε αντικειμενικώς να θεωρηθεί ότι ήταν δυνατό να έχει προκαλέσει δυσάρεστα συναισθήματα στον συγκεκριμένο εφέτη. Δεν υφίσταται ζήτημα κακής συνθέσεως του Συμβουλίου από το ότι άλλος Εισαγγελέας υπέβαλε γραπτή πρόταση προς το Συμβούλιο και άλλος παρέστη σ'αυτό και την ανέπτυξε προφορικά, αφού η εισαγγελική αρχή είναι ενιαία. Α2) Είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα ( άρθρ. 171 εδ. δ', άρθρ. 484 παρ. 1α ΚΠΔ και άρθρ. 6 ΕΣΔΑ ) καθ'ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα ότι η απόφαση για απόρριψη της αίτησης του ελήφθη " στα γρήγορα και βιαστικά στο διάλειμμα κάποιας δικασίμου " είναι παντελώς ανεπέρειστοι. Β) Είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθ'ότι στην κρινόμενη αίτηση γίνεται απλή επανάληψη της διάταξης του άρθρ. 484 παρ. 1β ΚΠΔ, χωρίς αναφορά περιστατικών που να θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση. Γ) Είναι απαράδεκτος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και ειδικώτερα για το ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν θεώρησε " νέο γεγονός και μάλιστα καταλυτικό της κατηγορίας σε βάρος του αιτούντος ... που θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην αθώωση", το προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα φωτοτυπικό αντίγραφο του από 25-10-2002 κλητηρίου θεσπίσματος ( βλ. ανωτέρω ). Η εκτίμηση του προσκομισθέντος από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικού στοιχείου ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστικού συμβουλίου και ουδόλως ενδιαφέρει η διαφορετική αξιολόγησή του από τον αναιρεσείοντα. Είναι συνεπώς απαράδεκτη η, με το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου, προσπάθεια διαφορετικής αποτίμησης του επίμαχου αποδεικτικού μέσου καθ' ότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου που έκρινε επί της ουσίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 4/2010 αίτηση αναίρεσης του Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 132/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμ. 4 από 27 Μαΐου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Κ. του Γ., κατά του υπ' αριθμ. 132/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε η από 29-6-2008 αίτησή του, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι τυπικά παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση και η υπόθεση του εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που την απέρριψε ως απαράδεκτη, με την υπ' αριθμό 810/2007 απόφαση του. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ο εκκαλών-κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του, με την υπ' αριθμό 1371/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, και ως εκ τούτου η υπ' αριθμ. 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, κατέστη αμετάκλητη. Μετά ταύτα, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, την από 29-6-2008 αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, που είχε περατωθεί αμετάκλητα. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με το υπ' αριθμ. 197/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος, ο αναιρεσείων άσκησε την από 5-9-2008 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή με το υπ' αριθμ. 229/2009 βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε το ως άνω βούλευμα και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση, ενώπιον του ίδιου συμβουλίου, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, εξέδωσε το με αριθμ. 132/2010 βούλευμα του, το οποίο απέρριψε και πάλι την από 29-6-2008 αίτησή του, αφού δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα πρακτικά της προηγούμενης ως άνω δίκης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 705/17-3-2006 απόφαση αυτού, στην οποία περιέχονται μεταξύ άλλων οι καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και η απολογία του αιτούντος, από την τελευταία αυτή απόφαση, όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία της εν λόγω υποθέσεως και τα συνημμένα στην κρινόμενη αίτηση έγγραφα που προσκομίζει ο αιτών, καθώς και τις διευκρινήσεις ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, του διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο αιτών καταδικάσθηκε στην προμνημονευθείσα ποινή με την με αριθμό 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που έκρινε ότι αυτός "στην ... στις 6-3-2003 με πρόθεση ενώπιον τρίτων διέδωσε για κάποιον άλλο, γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψή του. Το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Ειδικότερα στον άνω τόπο και χρόνο, με έγγραφη επιστολή που απηύθυνε προς το Δημοτικό Συμβούλιο Αργαλαστής, ενώπιον των προσώπων αυτών αλλά και υπαλλήλων του Δήμου που έλαβαν γνώση του περιεχομένου της ισχυρίστηκε για τους εγκαλούντες: 1) Γ. Κ. του Δ. και 2) Α. Π. του Ν., εν γνώσει ψευδώς γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους και συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι "αφού ο κύριος κορμός του αποφασίζειv και διατάσσειν εξακολουθεί να αποτελείται από τα ίδια, αυταρχικά και φασιστικής νοοτροπίας άτομα της προηγούμενης τετραετίας (Π., Κ....) ...φρίτει κανείς αναλογιζόμενος ότι τρεις από τους παλιούς (Π., Κ.) είναι άτομα εντελώς διεφθαρμένα, εκ μόνου του λόγου ότι βρίσκονται από το 1991 συνεχώς στην εξουσία και θα έχουν τσεπώσει δεκάδες εκατομμυρίων δραχμών από τη νόμιμη αντιμισθία τους και μόνον... ο αδίστακτος Ξυνοβρυσιώτης σύμβουλος Π. ...". Όλα τα ανωτέρω είναι ψευδή και ο κατηγορούμενος τα ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας τους και του γεγονότος ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των ανωτέρω εγκαλούντων τόσο ως πολιτών όσο και ως εκλεγμένων δημοτικών αρχόντων". Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ο αιτών άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας την από 5-6-2006 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 810/14-6-2007 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω έφεση ως απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Στη συνέχεια ο αιτών άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 10-7-2007 αίτηση για αναίρεση της αμέσως παραπάνω απόφασης επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η 1371/23-5-2008 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση. Συνεπώς η 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 Κ.Π.Δ). Ήδη ο αιτών με την υπό κρίση αίτηση του, ζητεί την εξαφάνιση της παραπάνω αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και την εν τέλει απαλλαγή του από κάθε κατηγορία, χωρίς όμως να εκθέτει κάποιο συγκεκριμένο και σαφή λόγο από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Ειδικότερα με την κρινόμενη αίτηση του ο αιτών επικαλείται ως λόγους επανάληψης της διαδικασίας το ότι οι εγκαλούντες Γ. Κ. και Π. Α., καθώς και ο μάρτυρας Ξ. Φ., εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κατά τη δικάσιμο της 17-3-2006 κατέθεσαν ψευδή πραγματικά περιστατικά εν γνώσει του ψεύδους, με βάση τα οποία δημιουργήθηκε στο δικαστήριο (για τους εγκαλούντες) η εντύπωση ότι πρόκειται για άτομα αμέμπτου ηθικής και καλού χαρακτήρα τα οποία δεν κατηγορήθηκαν ποτέ, είχαν άψογη συμπεριφορά και υπόληψη στην κοινωνία και εκλέγονταν στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... με μεγάλη πλειοψηφία, οπότε κακώς αυτός ανέφερε γι' αυτούς τα άνω γεγονότα που έκρινε ότι ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα προσδιορίζοντας στην αίτηση τα κατατεθέντα από τους παραπάνω ψευδή γεγονότα αναφέρει ότι: Ο Γ. Κ. κατέθεσε ψευδώς ότι ... ποτέ δεν έχω κατηγορηθεί για τίποτε ... Ο Α. Π. ότι ... δεν είμαι αδίστακτος η οτιδήποτε άλλο ... και ο Ξ. Φ. ... δεν είναι αληθή αυτά τα γεγονότα ... ο λαός τους τιμά αυτούς τους ανθρώπους και τους ψηφίζει. Όμως ο αιτών για τα εν λόγω, ψευδή κατ' αυτόν, γεγονότα, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται απόφαση, από την οποία να προκύπτει ότι κάποιος από τα παραπάνω πρόσωπα καταδικάσθηκε αμετακλήτως για τα άνω κατατεθέντα για ψευδορκία. Ακόμη δεν επικαλείται ούτε προκύπτει σε κάθε περίπτωση από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι κατά των άνω προσώπων δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για τα γεγονότα αυτά, επειδή δεν μπορούσε να εκδικαστεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη ώστε να ακολουθήσει η διαδικασία των παρ. 3 επ. του άρθρου 528 Κ.Π.Δ. σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη του βουλεύματος αυτού. Στην ουσία από την αξιολόγηση του όλου περιεχομένου της κρινόμενης αίτησης και του συνόλου των άνω εγγράφων και υπομνημάτων που συνοδεύουν αυτήν, προκύπτει ότι οι βασικές αιτιάσεις του αιτούντος συνίστανται κυρίως αφ' ενός μεν στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου με την άνω απόφασή του δεν μετέβαλε το χαρακτήρα της άνω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε σε εξύβριση, ώστε να τύχει ο ίδιος της ευνοϊκής ρύθμισης του άρθρου 31 Ν. 334 6/2005 (παύση υφ' όρο της ποινικής δίωξης), ούτε χορήγησε αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής, αφετέρου δε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που δίκασε την άνω έφεσή του κατά της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης, απέρριψε αυτήν παρατύπως ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Έτσι όμως επιδιώκει νέο έλεγχο από ουσιαστικής πλευράς της υπόθεσης και τη διόρθωση ενδεχομένων σφαλμάτων, χωρίς να προσκομίζει νέα αποδεικτικά στοιχεία υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, και με βάση το αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στη δικογραφία, και ήδη εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός, ότι με το από 25-10-2002 κλητήριο θέσπισμα που προσκομίζει ο αιτών σε απλό φωτοτυπικό αντίγραφο, φαίνεται ότι, κατά του εγκαλούντος Γ. Κ. του Δ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος και παραπέμφθηκε αυτός να δικασθεί για την εν λόγω πράξη ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου για δικάσιμο που δεν προκύπτει απ' αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο γεγονός και μάλιστα τόσο ουσιώδες για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και καταλυτικό της άνω κατηγορίας, που θα οδηγούσε οπωσδήποτε στην αθώωση του αιτούντος ή στη μεταβολή της κατηγορίας σε εξύβριση και τούτο καταφαίνεται από το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης, αφού το αν ο εγκαλών Γ. Κ. "δεν κατηγορήθηκε ποτέ για τίποτε", όπως κατέθεσε, δεν άσκησε επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Ενόψει αυτών στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, για την αποδοχή του αιτήματος του αιτούντος προς επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, με την οποία περατώθηκε η προαναφερόμενη σε βάρος του ποινική υπόθεση και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακόμη το αίτημα του αιτούντος για αναστολή εκτέλεσης της ποινής, που του επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση πρέπει να απορριφθεί, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση της εν λόγω αναστολής είναι η ευδοκίμηση της αίτησης επανάληψης διαδικασίας πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. σχετ. Α.Π. 177/2007 ΝΟΜΟΣ). Τέλος πρέπει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος (583 παρ.1 Κ.Πολ. Δ.) όπως στο διατακτικό". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α και 171 παρ.1 περ. α του Κ.Π.Δ), διότι: α) στη σύνθεση του δικαστικού συμβουλίου που το εξέδωσε, μετέσχε ο εφέτης Νικόλαος Παπαδούλης, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί, επειδή ο ίδιος δικαστικός λειτουργός μετέσχε, ως Πρόεδρος Πρωτοδικών, στη σύνθεση του Κακουργιοδικείου Βόλου, που δίκασε την υπόθεση του "δυστυχήματος των Τεμπών" και κατά του οποίου (Ν. Π.), ο αναιρεσείων είχε ασκήσει δριμεία κριτική σε τοπική εφημερίδα του Βόλου, β) στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, που απέρριψε την αίτηση του για επανάληψη της διαδικασίας, μετέσχε άλλος εισαγγελικός λειτουργός, από εκείνο, που είχε υποβάλλει την πρόταση του στο συμβούλιο και γ) δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος και παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ειδικότερα δε "ότι η απόφαση για την απόρριψη της αιτήσεώς του, λήφθηκε στα γρήγορα και βιαστικά στο διάλειμμα κάποιας δικασίμου". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι: α) όσον αφορά τη συμμετοχή του ως άνω εφέτη, Ν. Π., στο δικαστικό συμβούλιο, δεν υφίστατο υποχρέωσή του να προβεί σε δήλωση αυτοεξαίρεσής του, κατά το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ, ενόψει του ότι δεν προέκυψε ότι ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο των όποιων σε βάρος του δημοσιευμάτων του Τύπου, με τα οποία ο αναιρεσείων ασκούσε σε βάρος του κριτική, ώστε να δημιουργείται σ' αυτόν η απορρέουσα από την άνω διάταξη υποχρέωση να δηλώσει την εξαίρεσή του, β) όσον αφορά την αιτίαση περί κακής συνθέσεως του συμβουλίου, και συγκεκριμένα για το ότι άλλος εισαγγελικός λειτουργός υπέβαλε στο δικαστικό συμβούλιο τη γραπτή πρόταση του και άλλος παρέστη ενώπιον αυτού, είναι αβάσιμη, ενόψει του ενιαίου και αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής και γ) η υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, είναι απορριπτέα προεχόντως λόγω παντελούς αοριστίας του ισχυρισμού του, αφού δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό θεμελιωτικό του ισχυρισμού του. Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, για να είναι σαφής και ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή επίκλησή του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του Κ. Π. Δ, προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει να προσδιορίζεται η εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ποια είναι η αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής και σε τι συνίσταται η παραβίαση της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με μόνη την επίκληση του άρθρου 484 παρ.1β ΚΠΔ, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά των περιστατικών που τον θεμελιώνουν, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 του Σ και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για το λόγο ότι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας δεν θεώρησε "ως νέο γεγονός ή στοιχείο και μάλιστα καταλυτικό της κατηγορίας σε βάρος του αιτούντος ... που θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην αθώωση ή σε διαφορετική κρίση, ευνοϊκή", το προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα φωτοτυπικό αντίγραφο του από 25-10-2002 κλητήριου θεσπίσματος. Όμως, η εκτίμηση του προσκομισθέντος από τον αναιρεσείοντα ως άνω αποδεικτικού στοιχείου και κάθε άλλου στοιχείου, ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην αρμοδιότητα του δικαστικού συμβουλίου, είναι δε αδιάφορη γι' αυτό η διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση του από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, είναι απαράδεκτη η ως άνω αιτίαση του αναιρεσείοντος, για διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αποδεικτικού μέσου, καθόσον με τον τρόπο αυτά, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του συμβουλίου και ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ του Κ.Π.Δ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. 4 από 27 Μαΐου 2010 αίτηση του Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 132/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2011.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε επανάληψη της διαδικασίας, με την επίκληση των λόγων: α) απόλυτης ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και γ) της ελλείψεως αιτιολογίας. Δεν επάγεται ακυρότητα, ούτε και δημιουργείται κακή σύνθεση του δικαστηρίου, επειδή στη σύνθεση του συμβουλίου συμμετείχε δικαστής, που είχε λάβει μέρος σε άλλη δίκη διαφορετική, από την επίμαχη υπόθεση, χωρίς να έχει λάβει γνώση της δριμείας κριτικής του αναιρεσείοντος, ώστε να υποβάλλει την από το άρθρο 15 ΚΠΔ δήλωση. Απαράδεκτος ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, το μεν λόγω αοριστίας, το δε διότι στο συμβούλιο μόνο ανήκει η εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού στοιχείου και όχι στον διάδικο. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 174/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Β. Κ. του Ι. και 2. Λ. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Σαρπασίδου, περί αναιρέσεως της 4838/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Β. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πουλτουρτζίδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Ιανουαρίου 2010 [δυο] αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 163/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση οι από 5.1.2010 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Β. Κ. του Ι. και Λ. Γ. του Α. κατά της 4838/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών ο καθένας για ψευδορκία μάρτυρα ο δεύτερος και ηθική αυτουργία σ' αυτή ο πρώτος. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Για την κατ' άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α)ο μάρτυς να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέταση του β)τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ)να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως εκ τούτου εγνώριζε. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ... του Νομού Πέλλας στις 30 Ιανουαρίου 2004 ο κατηγορούμενος Λ. Γ. υπό τις συνεχείς προτροπές και παραινέσεις του κατηγορουμένου Β. Κ., ενώ εξετάσθηκε ενόρκως, ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκη της Κρύας Βρύσης, κατά την συζήτηση της από 12 Δεκεμβρίου 2003 αιτήσεως επικυρώσεως ανωμάλου δικαιοπραξίας, που είχε ασκήσει ο Ι. Κ. κατά του Β. Κ., εν γνώσει του κατέθεσε ψευδώς, ότι το τμήμα αγρού εκτάσεως 300 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. … κληροτεμαχίου, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του ..., είχε αγοράσει ο Β. Κ. από τον Α. Β. του Π., με το από 30 Μαΐου 1952 ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά το τελευταίο είχε καταστραφεί στην πλημμύρα του έτους 1979 και ότι όλα αυτά τα χρόνια το είχε ο καθ' ου η αίτηση Β. Κ. και στην συνέχεια ο αιτών Ι. Κ., ενώ η αλήθεια είναι ότι το επίδικο τμήμα του ακινήτου δεν είχε μεταβιβασθεί από τον Α. Β. με ιδιωτικό συμφωνητικό και μάλιστα πριν από 50 χρόνια. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι Β. Κ. του Ι. και Λ. Γ. του Α. πρέπει, να κηρυχθούν ένοχοι". Στην συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα [το δεύτερο] και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή [το πρώτο] και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης εφτά μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α', 27, 46 παρ.1 στοιχ. α' και 244 παρ.2, 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους [μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων] από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα στα οποία, με βεβαιότητα, περιλαμβάνονται και οι αποφάσεις 143/2006 και 308/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, καθώς και η 28/2008 αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Η αιτίαση, άρα, των αναιρεσειόντων ότι τα εν λόγω έγγραφα δε λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό επαναλαμβάνεται αυτούσιο το διατακτικό, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, ενόψει του ότι αυτό [διατακτικό] περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού, η προσβαλλόμενη απόφαση δε στερείται αιτιολογίας. Τέλος αιτιολογείται πλήρως και η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων Β. Κ. με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές έπεισε το δεύτερο αναιρεσείοντα Λ. Γ. να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτός διέπραξε. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ ταυτόσημος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και των δυο αιτήσεων αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Β. Κ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω αξιόποινη πράξη. Ενώ ο αυτός λόγος του αναιρεσείοντος Λ. Γ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Εξάλλου, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες και απορριπτέες. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ν' απορριφθούν, ως αβάσιμες, κατ' ουσίαν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα [ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1], καθώς καις τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας [ΚΠολΔ 176, 183]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 5 Ιανουαρίου 2010, αιτήσεις, των Β. Κ. του Ι. και Λ. Γ. του Α., κατοίκων ..., για αναίρεση της 4838/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα [250] ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ε. Β. του Α., που ορίζει σε πεντακόσια [500] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 172/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 761/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγον το "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπρο-σωπείται νόμιμα από τον εξουσιοδοτημένο σύνδικο Πτωχεύσεως. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 754/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 346/13-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 485 τταρ.1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 66/2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Π. του Ι., κατοίκου ... κατά του 761/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 628/27-11-09 έφεση του τώρα αναιρεσείοντα κατά του υπ' αριθμ. 3267/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης (άρθρα 375 παρ. 1,2 εδ. α' ΠΚ). Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος, το οποίο υπόκειται σε αναίρεση (αρθρ.473 παρ.1, 474 και 482 παρ.1,3 ΚΠΔ) και είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται α) η έλλειψη αιτιολογίας και β) η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το αρθρ. 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Όσο αφορά την έκθεση των αποδείξεων, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. (ΑΠ 164/2009 Ποιν. Χρ. ΝΟ' 995, ΑΠ 114/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ' 291). Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' αρ. 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή Λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το Βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 259/06 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' 811, Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεων ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ' είδος, τ' αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Από το σύνολο των εξετασθέντων μαρτύρων και ειδικότερα του Δ. Γ., Ι. Ν., Γ. Α. και Α. Κ., από το σύνολο των προσκομισθέντων 19 συγκεντρωθέντων κατά την ανάκριση εγγράφων, μεταξύ των οποίων η από 8-6-94 σύμβαση και οι εκκαθαρίσεις τρεχούμενου λογαριασμού και προμηθειών και την απολογία του κατηγορούμενου, λαμβανομένων υπόψη και των εκθέσεων εφέσεων, προκύπτουν τ' ακόλουθα: Δια της από 8-6-94 Συμβάσεως μεταξύ της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." και της ομόρρυθμης εταιρείας "Αφοί Π. Ο.Ε." που εδρεύει στην Κω Δωδεκανήσου και της οποίας ο ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής είναι ο ήδη εκκαλών, ούτος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στην περιοχή της νήσου Κω, για λογαριασμό της ως άνω Α.Ε., ως υποπράκτορας, όλα τα έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά, τα οποία η εταιρεία του απέστειλε, έναντι αμοιβής 20% επί των αναγραφομένων τιμών. Βάσει των όρων της συμβάσεως ο εκκαλών εισέπραττε τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στην αξία των πωληθέντων από αυτόν εντύπων, ακολούθως δε, στο τέλος κάθε 10ημέρου, όφειλε να εμβάζει ή να παραδίδει στο ταμείο της εταιρίας την αξία των πωληθέντων, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, όπως αυτή διαμορφωνόταν μετά την παρακράτηση της αμοιβής του. Επίσης όφειλε να επιστρέφει και τα αδιάθετα έντυπα. Η εταιρία είχε υποχρέωση, στο τέλος κάθε μήνα ν' αποστέλλει στον υποπράκτορα εκκαθάριση του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα. Ο υποπράκτορας όφειλε απαραίτητα να ελέγξει αμέσως τον λογαριασμό αυτόν και μέσα σε οκτώ ημέρες ν' απευθύνει εγγράφως προς την εταιρία τις τυχόν υπάρχουσες αντιρρήσεις του, άλλως να υπογράψει και να αποστείλει στην εταιρία μέσα στο ίδιο οκταήμερο την συνημμένη σε κάθε λογαριασμό δήλωση αναγνωρίσεως του υπολοίπου του. Η παράλειψη αποστολής στο πρακτορείο της ως άνω δηλώσεως θεωρείται σε κάθε περίπτωση σαν αναγνώριση του εκάστοτε υπολοίπου, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί από το Πρακτορείο, παρέχει δε και το δικαίωμα σ' αυτό (πρακτορείο), αν κρίνει σκόπιμο να προχωρήσει στο οριστικό κλείσιμο (βλ. αρθρ. 8 της Συμβάσεως). Η καταβληθείσα από τον υποπράκτορα εγγύηση ποσού 680.000 δρχ. θα παρέμενε στο ταμείο του Πρακτορείου μέχρι της τελικής λύσεως. Η εκκαθάριση κάθε σχέσεως των συμβαλλομένων που πηγάζει από την σύμβαση (άρθρο 13). Η εκτέλεση της συμβάσεως από την πλευρά της εταιρίας ήταν άψογη, πλην όμως από την πλευρά του υποπράκτορα και κατηγορουμένου δεν ήταν η δέουσα. Τον Μάρτιο του 1998 ο εκκαλών χρωστούσε στην εταιρία το ποσό των 6.426.099 δρχ. πράγμα που ο κατηγορούμενος αναγνώρισε και εγγράφως (βλ. το αριθμ. 859 εκκαθαριστικό του 3/28). Η τακτική αυτή του κατηγορουμένου της μη καταβολής των οφειλομένων χρηματικών ποσών που εισέπραττε για λογαριασμό της εταιρίας, συνεχίστηκε και τον Δεκέμβριο του 1999 ανερχόταν ήδη στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 10.211.855 δρχ. ή 29.968,76€, οπότε και η συναλλαγή των άνω εταιριών τερματίστηκε. Το άνω ποσόν όφειλε ο κατηγορούμενος μετά την αφαίρεση της εγγυήσεως που είχε καταβάλει στην εταιρία. Το έτος 2000 και με τη αριθμ. 633/17-3-00 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εταιρία "Πρακτορείον Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." κηρύχθηκε σε πτώχευση. Η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε με την αριθμ. 7052/14-8-00 απόφαση του Εφετείου και ακολούθως κηρύχθηκε και πάλι σε πτώχευση με την αριθμ. 275/01 του Πρωτοδικείου Αθηνών ενώ τελικά ορίστηκε οριστικός σύνδικος της πτώχευσης ο δικηγόρος Α. Κ.. Έκτοτε υπήρξε συνεχής έγγραφη και προφορική όχληση του Πρακτορείου προς τον κατηγορούμενο να καταβάλει το άνω ποσόν, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να παραδώσει, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση του να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Οι μάρτυρες Δ. Γ. και Ι. Μ. αναφέρουν τις συνεχείς οχλήσεις που έκανε η εταιρία προς τον κατηγορούμενο, ενώ προσέτι ο πρώτος εξ αυτών καταθέτει ότι ο εκκαλών δήλωσε προσωπικά στον ίδιον ότι αναγνωρίζει την οφειλή του και θα την εξοφλούσε μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου του 2001, πλην ουδέν κατέβαλε. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέν οφείλει, χωρίς όμως να προσκομίζει οποιαδήποτε απόδειξη περί καταβολής οιουδήποτε ποσού. Παράλληλα ισχυρίζεται, ότι από το τελικό ποσό δεν έχει αφαιρεθεί η εγγύηση και τα ποσοστά του, πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί ανατρέπονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι άνω εκκαθαρίσεις δεν φέρουν την υπογραφή του ως διαχειριστή της εταιρίας του και συνεπώς δεν μπορεί από αυτό να συναχθεί ότι αναγνώρισε το χρέος του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να έχει κάποια έννομη επιρροή, εν όψει των προαναφερομένων και ιδίως του άρθρου 8 της σύμβασης που προαναφέρεται. Θεωρεί αόριστα τα περί χρέους, όμως οι αναλυτικές μηνιαίες καταθέσεις που προσκομίζει και επικαλείται ο μηνυτής μαρτυρούν περί του αντιθέτου. Επειδή εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για την συγκρότηση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης του διωκόμενου εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, αφού ο κατηγορούμενος εισέπραξε ως εντολοδόχος της μηνύτριας εταιρίας το ποσό των 29.968,76€, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δεν το παρέδωσε στην μηνύτρια εταιρία αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, εκδήλωσε δε την πρόθεση του αυτή τον Μάρτιο του 2000. Επειδή τόπος τελέσεως του εγκλήματος είναι και η Αθήνα, όπου επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα. Επειδή αναφερόμεθα κατά τα λοιπά και στο προσβαλλόμενο βούλευμα και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπό κρίση έφεση και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον εκκαλούντα (583 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω : 1) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αριθ. 628/09 έφεση του Κ. Π. του Ι. κατά του αριθμ. 3267/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής σε βάρος του εκκαλούντα. Αθήνα 19/1/10 Ο Εισ/λέας Εφετών Αθηνών Αικατερίνη Πιστόλη Αντεισαγγελέας Εφετών". Άκουσε τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη πρόταση που ανέπτυξε και προφορικά και κατόπιν αποχώρησε. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η 628/27 Νοεμβρίου 2009 έφεση του κατηγορουμένου Κ. Π. του Ι. και της Α., γεν. το έτος 1955 στην …, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του 3267/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντα-κατηγορουμένου, τα δικαστικά έξοδα της προκεί-μενης διαδικασίας - (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ όπως αντικ. από το άρθρο 55 παρ.1 του Ν. 3160/2003 εν συνδ. προς αρθρ. 3 παρ. 3 του Ν. 663/1977 και την 134423 ΟΙΚ/1992 Απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης και Οικονομικών και αρθρ. 5 παρ.4 του Ν. 2943/2001), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την 628/27 Νοεμβρίου 2009 έφεση του κατηγορουμένου Κ. Π. του Ι. και της Α., γεν. το έτος 1955 στην … κατοίκου ..., οδός ..., κατά του 3267/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τ' αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14,16,17,18,2β§1α, 27§1, 375§§1,2α, Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ α) Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπ1 υπόψη του μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (Δ. Γ., Ι. Μ., Γ. Α. και Α. Κ.) και όχι την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης (Ε. Ν.). Όπως προκύπτει από τη θεώρηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, στο 2° φύλλο του και στη β' σελίδα αναφέρεται ρητά ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι καταθέσεις των μαρτύρων, χωρίς καμιά διάκριση σε μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως. Η παραπέρα ειδικώτερη αναφορά σε ορισμένους μάρτυρες ουδόλως σημαίνει ότι δεν ελήφθη υπ' όψη και η κατάθεση εκείνων οι οποίοι δεν μνημονεύονται ρητά. (Α.Π. 1472/06 Ποιν. Δικ. 2007.352). β) Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι υπάρχει ασάφεια σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο το βούλευμα δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως, αφού όπως ρητά και σαφώς αναφέρεται στο 4° φύλλο του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι ο κατηγορούμενος εξεδήλωσε την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί παράνομα το επίμαχο ποσό των 29.968,76 Ευρώ, τον Μάρτιο του 2.000. γ) Δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικώτερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων καθ' όσον αυτά ανάγονται στην αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Είναι κατά συνέπεια αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από το ότι το Συμβούλιο Εφετών εκτιμώντας την από 8-6-94 έγγραφη σύμβαση θεωρεί ότι με βάση αυτή υφίστατο αλληλόχρεος λογαριασμός μεταξύ της εγκαλούσας εταιρίας "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." και του κατηγορούμενου, όπως αναφέρεται στο 3° φύλλο του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Παραπέρα είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Γ., Ι. Μ., Γ. Α. και Α. Κ. είναι αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως, δεδομένου ότι με τον ισχυρισμό αυτό επιχειρείται διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του κατηγορούμενου, παρ' ότι η αξιολόγηση αυτή ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ουσίας. δ) Είναι αβάσιμοι, καθ' ότι ανεπέρειστοι, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα που σχετίζονται με τη φύση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, αφού ούτε στο προσβαλλόμενο βούλευμα ούτε στο παραπεμπτικό βούλευμα υπ' αριθμ. 3267/2009 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, γίνεται οποιοσδήποτε λόγος για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αλλά αντίθετα ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμπεται για το έγκλημα της υπεξαίρεσης που φέρεται ότι τέλεσε το Μάρτιο του 2.000. η) Με βάση τα προεκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ-ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 66/27-5-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 761/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβλη-θούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 21/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του Ν. 2721/1999. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση ν' αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικο, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Λόγο αναίρεσης, εξάλλου, του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υφίσταται, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλή-ματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δια της από 8-6-94 Συμβάσεως μεταξύ της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." και της ομόρρυθμης εταιρείας "Αφοί Π. Ο.Ε." που εδρεύει στην Κω Δωδεκανήσου και της οποίας ο ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής είναι ο ήδη εκκαλών, ούτος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στην περιοχή της νήσου Κω, για λογαριασμό της ως άνω Α.Ε., ως υποπράκτορας, όλα τα έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά, τα οποία η εταιρεία του απέστειλε, έναντι αμοιβής 20% επί των αναγραφομένων τιμών. Βάσει των όρων της συμβάσεως ο εκκαλών εισέπραττε τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στην αξία των πωληθέντων από αυτόν εντύπων, ακολούθως δε, στο τέλος κάθε 10ημέρου, όφειλε να εμβάζει ή να παραδίδει στο ταμείο της εταιρίας την αξία των πωληθέντων, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, όπως αυτή διαμορφωνόταν μετά την παρακράτηση της αμοιβής του. Επίσης όφειλε να επιστρέφει και τα αδιάθετα έντυπα. Η εταιρία είχε υποχρέωση, στο τέλος κάθε μήνα ν' αποστέλλει στον υποπράκτορα εκκαθάριση του μεταξύ του αλληλόχρεου λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα. Ο υποπράκτορας όφειλε απαραίτητα να ελέγξει αμέσως τον λογαριασμό αυτόν και μέσα σε οκτώ ημέρες ν' απευθύνει εγγράφως προς την εταιρία τις τυχόν υπάρχουσες αντιρρήσεις του, άλλως να υπογράψει και να αποστείλει στην εταιρία μέσα στο ίδιο οκταήμερο την συνημμένη σε κάθε λογαριασμό δήλωση αναγνωρίσεως του υπολοίπου του. Η παράλειψη αποστολής στο πρακτορείο της ως άνω δηλώσεως θεωρείται σε κάθε περίπτωση σαν αναγνώριση του εκάστοτε υπολοίπου, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί από το Πρακτορείο, παρέχει δε και το δικαίωμα σ' αυτό (πρακτορείο), αν κρίνει σκόπιμο να προχωρήσει στο οριστικό κλείσιμο (βλ. αρθρ. 8 της Συμβάσεως). Η καταβληθείσα από τον υποπράκτορα εγγύηση ποσού 680.000 δρχ. θα παρέμενε στο ταμείο του Πρακτορείου μέχρι της τελικής λύσεως. Η εκκαθάριση κάθε σχέσεως των συμβαλλομένων που πηγάζει από την σύμβαση (άρθρο 13). Η εκτέλεση της συμβάσεως από την πλευρά της εταιρίας ήταν άψογη, πλην όμως από την πλευρά του υποπράκτορα και κατηγορουμένου δεν ήταν η δέουσα. Τον Μάρτιο του 1998 ο εκκαλών χρωστούσε στην εταιρία το ποσό των 6.426.099 δρχ. πράγμα που ο κατηγορούμενος αναγνώρισε και εγγράφως (βλ. το αριθμ. 859 εκκαθαριστικό του 3/28). Η τακτική αυτή του κατηγορουμένου της μη καταβολής των οφειλομένων χρηματικών ποσών που εισέπραττε για λογαριασμό της εταιρίας, συνεχίστηκε και τον Δεκέμβριο του 1999 ανερχόταν ήδη στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 10.211.855 δρχ. ή 29.968,76€, οπότε και η συναλλαγή των άνω εταιριών τερματίστηκε. Το άνω ποσόν όφειλε ο κατηγορούμενος μετά την αφαίρεση της εγγυήσεως που είχε καταβάλει στην εταιρία. Το έτος 2000 και με τη αριθμ. 633/17-3-00 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εταιρία "Πρακτορείον Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." κηρύχθηκε σε πτώχευση. Η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε με την αριθμ. 7052/14-8-00 απόφαση του Εφετείου και ακολούθως κηρύχθηκε και πάλι σε πτώχευση με την αριθμ. 275/01 του Πρωτοδικείου Αθηνών ενώ τελικά ορίστηκε οριστικός σύνδικος της πτώχευσης ο δικηγόρος Α. Κ.. Έκτοτε υπήρξε συνεχής έγγραφη και προφορική όχληση του Πρακτορείου προς τον κατηγορούμενο να καταβάλει το άνω ποσόν, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να παραδώσει, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση του να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Οι μάρτυρες Δ. Γ. και Ι. Μ. αναφέρουν τις συνεχείς οχλήσεις που έκανε η εταιρία προς τον κατηγορούμενο, ενώ προσέτι ο πρώτος εξ αυτών καταθέτει ότι ο εκκαλών δήλωσε προσωπικά στον ίδιον ότι αναγνωρίζει την οφειλή του και θα την εξοφλούσε μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου του 2001, πλην ουδέν κατέβαλε. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέν οφείλει, χωρίς όμως να προσκομίζει οποιαδήποτε απόδειξη περί καταβολής οιουδήποτε ποσού. Παράλληλα ισχυρίζεται, ότι από το τελικό ποσό δεν έχει αφαιρεθεί η εγγύηση και τα ποσοστά του, πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί ανατρέπονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι άνω εκκαθαρίσεις δεν φέρουν την υπογραφή του ως διαχειριστή της εταιρίας του και συνεπώς δεν μπορεί από αυτό να συναχθεί ότι αναγνώρισε το χρέος του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να έχει κάποια έννομη επιρροή, εν όψει των προαναφερομένων και ιδίως των άρθρων 8 της σύμβασης που προαναφέρεται. Θεωρεί αόριστα τα περί χρέους, όμως οι αναλυτικές μηνιαίες καταθέσεις που προσκομίζει και επικαλείται ο μηνυτής μαρτυρούν περί του αντιθέτου. Επειδή εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για την συγκρότηση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης του διωκόμενου εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργή-ματος, αφού ο κατηγορούμενος εισέπραξε ως εντολοδόχος της μηνύτριας εταιρίας το ποσό των 29.968,76€, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δεν το παρέδωσε στην μηνύτρια εταιρία αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, εκδήλωσε δε την πρόθεση του αυτή τον Μάρτιο του 2000. Επειδή τόπος τελέσεως του εγκλήματος είναι και η Αθήνα, όπου επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα. Επειδή αναφερόμεθα κατά τα λοιπά και στο προσβαλλόμενο βούλευμα και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η κρινόμενη έφεση και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα". Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών και επικύ-ρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 375 παρ. 1, 2 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι το βούλευμά του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην κρίση του ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, χωρίς καμμία διάκριση σε μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, το γεγονός δε ότι μνημονεύονται μεταξύ αυτών οι Δ. Γ., Ι. Μ., Γ. Α. και Α. Κ., δεν αποκλείει τη λήψη υπόψη από το Συμβούλιο και του μάρτυρα Ε. Ν.. Άρα η σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Περαιτέρω, πλήρως αιτιολογείται η παραδοχή ότι το οφειλόμενο από την εταιρεία και κατά επέκταση από τον κατηγορούμενο, ως ομόρρυθμο μέλος αυτής ανερχόταν στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 29.968,76 ευρώ κατά το Μάρτιο του 2000, όταν αυτός αρνήθηκε να το αποδώσει στη μηνύτρια εταιρεία. Άρα η σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση είναι απορριπτέα. Η αιτίαση, εξάλλου, ότι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) για κακουργηματική υπεξαίρεση, χωρίς να ερευνήσει αν το εν λόγω έγκλημα έγινε κατ' εξακολούθηση, είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, εφόσον η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1, 2 εδ. α' με την οποία παραπέμφθηκε δεν απαιτεί για τη στοιχειοθέτησή της την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος τούτου. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ και β' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου της ουσίας και συνεπώς ο υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 27 Μαΐου 2010, αίτηση του Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση του 761/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 171/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν.Ν. του Π., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2472/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Μ. Γ. και 2) Ε. Ν. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 148/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 299/27-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 8/18-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Ν. του Π. και Ε., κατοίκου ..., ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αλεξάνδρου Χρ. Τζίμα, Α.Μ. Δ.Σ.Α. 3813, κατοίκου ..., οδός ..., δυνάμει της από 15-1-2010 εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ' αριθμ. 2472/18-12-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 503/8-10-2009 έφεση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά του υπ' αριθμ. 2790/11-9-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (άρθρα 27 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1, 3β του Π.Κ., όπως η παράγραφος 3 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., με δήλωση στη Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ευγενία Καλλιντέρη, για την οποία έχει συνταχθεί η σχετική έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στο αντίκλητο του κατηγορουμένου Α. Τ. στις 11-1-2010 και στον αναιρεσείοντα στις 16-1-2010 και είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1β, δ ΚΠΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν δεν υπάγει ορθώς σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου ανέφικτος, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/2004, Α.Π. 2200/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ/762). Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Επιπροσθέτως, εφόσον όσα εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως ως προς τον λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Ποιν. Χρον. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Εν προκειμένω όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων είναι υπάλληλος στην εταιρεία COCA COLA. Μεταξύ δε αυτού και των μελών της οικογένειάς του μηνυτή, Ε. Ν., υπήρξε από το έτος 1992 γνωριμία, που στηριζόταν κυρίως στη σχέση κουμπαριάς, καθόσον οι γονείς του κατηγορουμένου, Π. και Ε. Ν., είχαν παντρέψει τον ανωτέρω μηνυτή και είχαν βαπτίσει το πρώτο του παιδί. Εξ αιτίας αυτού του δεσμού είχαν αναπτύξει μεταξύ τους κοινωνικές επαφές και αντάλλασσαν επισκέψεις στα σπίτια τους. Στα πλαίσια των κοινωνικών τους αυτών επαφών ο κατηγορούμενος έδινε την εντύπωση στο μηνυτή, Ε. Ν., ότι ασχολείται με το χρηματιστήριο και ότι κέρδιζε εξ αιτίας της δραστηριότητάς του αυτής υπέρογκα χρηματικά ποσά ανά βδομάδα, εμφανίζοντας μάλιστα τον εαυτό του ότι ζούσε σε μεγάλη οικονομική ευμάρεια και άνεση. Σε νεώτερη δε συνάντηση που είχε ο μηνυτής με τον κατηγορούμενο, αρχές Ιανουαρίου του έτους 2007, ο τελευταίος παρέστησε με γνώση του ψευδώς στον Ε. Ν., ότι γνώριζε πολλά κυβερνητικά στελέχη, τα οποία του έδιναν πληροφορίες για την πορεία εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, ότι ο ίδιος συνεργαζόταν με τη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", ότι διέθετε σ' αυτήν χρηματιστηριακό κωδικό κοινό με τον πατέρα του, Π. Ν., και μέσα από αυτόν διενεργούσε πράξεις επενδύσεων σε παράγωγα κεφάλαια. Προσέτι παρέστησε ο κατηγορούμενος με γνώση του ψευδώς στο μηνυτή, Ε. Ν. ότι στις επενδύσεις που διενεργεί τα κεφάλαια είναι εγγυημένα με πολύ καλή απόδοση, κυμαινόμενα από 50% έως 100% ανά μήνα και ότι ο ίδιος, οι γονείς του και άλλοι πελάτες του, είχαν κερδίσει μέσα από την επένδυση αυτή τεράστια χρηματικά ποσά. Έτσι πείσθηκε ο μηνυτής Ε. Ν., στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του και κατέβαλε σ' αυτόν την 29/1/2007 το ποσό των 10.000 ευρώ και την 7/2/2007 επίσης το ποσό των 10.000 ευρώ, πιστεύοντας ότι επένδυε αυτά τα χρηματικά ποσά σε παράγωγα κεφάλαια στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του. Επίσης ο κατηγορούμενος αρχές Μαρτίου του έτους 2007 γνώρισε μέσω του ως άνω μηνυτή, Ε. Ν., τη δεύτερη εγκαλούσα, Μ. Γ., της οποίας ο αδελφός είναι επιστήθιος φίλος του πρώτου. Σε συνάντηση που είχαν μεταξύ τους εντός του μηνός Μαρτίου του έτους 2007 ο κατηγορούμενος με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισε τη μηνύτρια, Μ. Γ., να του καταβάλει την 20/3/2007 το ποσό των 10.000 ευρώ σε λογαριασμό του στην τράπεζα HSBC, που βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη (Αγ. Φωτεινής 23). Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος τον Απρίλιο του έτους 2007 και σε μη ακριβή ημερομηνία παρέστησε στους μηνυτές ψευδώς ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτόν, έχουν ήδη επενδυθεί από αυτόν σε παράγωγα κεφάλαια με υψηλές αποδόσεις που αγγίζουν ποσοστό 100% ανά μήνα, ότι είχε τη δυνατότητα να ανοίξει χρηματιστηριακό κωδικό στο όνομά τους στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία και προσκόμισε σ' αυτούς, προς ενίσχυση των ανωτέρω ψευδών διαβεβαιώσεών του, συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της προαναφερόμενης χρηματιστηριακής εταιρείας, τις οποίες και υπέγραψε ο καθένας από τους μηνυτές. Με την υπογραφή τους ο κατηγορούμενος τους διαβεβαίωσε ότι απέκτησαν στην εν λόγω εταιρεία το δικό τους χρηματιστηριακό κωδικό και ότι τα κεφάλαιά τους μπορούσαν πλέον με δικές τους ενέργειες να επενδυθούν κανονικά στο δικό τους χρηματιστηριακό κωδικό. Έτσι με τις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου πείσθηκαν οι μηνυτές και κατέβαλαν σ' αυτόν τα παρακάτω ποσά: Ο μηνυτής Ε. Ν. του κατέβαλε την 10/4/2007 το ποσό των 20.000 ευρώ και την 11/4/2007 το ποσό των 20.000 επίσης ευρώ, δηλαδή συνολικά κατέβαλε στον κατηγορούμενο 60.000 ευρώ, (10.000+10.000+20.000+20.000 = 60.000 ευρώ). Προσέτι η μηνύτρια, Μ. Γ., πεισθείσα στις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου κατέβαλε σ' αυτόν τα κάτωθι χρηματικά ποσά: α) την 10/4/2007 40.000 ευρώ β) την 7/5/2007 40.000 ευρώ γ) την 7/5/2007 40.000 ευρώ δ) την 14/5/2007 4.000 ευρώ ε) την 21/5/2007 30.000 ευρώ στ) την 13/6/2007 5.000 ευρώ και ζ) την 18/6/2007 10.000 ευρώ, έχοντας έτσι αποκομίσει από αυτήν το συνολικό ποσό των 179.000 ευρώ (10.000 + 169.000 €). Όμως εκ των υστέρων οι μηνυτές, ανακάλυψαν ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα που τους ανέφερε ο κατηγορούμενος βάσει των οποίων πείσθηκαν να του καταβάλουν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά ήταν ψευδή. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε διέθετε προσωπικό κωδικό στη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", αλλά υπήρχε κωδικός μόνο στο όνομα του πατέρα του, ο οποίος ήταν ανενεργός επί αρκετά έτη, ότι δεν είχε γνωριμίες με κυβερνητικά στελέχη και συνεργασία με την ανωτέρω εταιρεία, ότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και οι γονείς του είχαν πετύχει μεγάλα κέρδη με επενδύσεις σε παράγωγα κεφάλαια μετά από δικές του ενέργειες, ότι δεν είχε τη δυνατότητα αλλά και δεν άνοιξε κωδικό στο όνομά των μηνυτών στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία και ότι δεν είχε προβεί για λογαριασμό των μηνυτών σε οποιαδήποτε επένδυση με παράγωγα κεφάλαια, έστω και μέσω κωδικού τρίτου προσώπου. Κατόπιν τούτου οι μηνυτές ζήτησαν επιμόνως από τον κατηγορούμενο να τους αποδώσει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτόν. Όμως ο τελευταίος παρά τις υποσχέσεις του ότι θα τους επιστρέψει τα καταβληθέντα ως άνω ποσά, επέστρεψε μόνο στον μηνυτή, Ε. Ν., το ποσό των 34.000 ευρώ, προτού ακόμη ο τελευταίος καταθέσει στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την ανωτέρω μήνυσή του και έτσι πλέον το ποσό που καρπώθηκε ο κατηγορούμενος από αυτόν ανέρχεται σε 26.000 ευρώ (60.000 - 34.000 = 26.000 ευρώ). Στη δε μηνύτρια, Μ. Γ., ο κατηγορούμενος παρέδωσε έναντι δήθεν εξοφλήσεως του ως άνω ποσού δύο "γραμμάτια σε διαταγή" εκδόσεώς του ποσού 120.888,98 ευρώ έκαστο, τα οποία, δεν έχει εξοφλήσει, όπως ο ίδιος ομολογεί ενώπιον του ως άνω Ανακριτή και επί πλέον στη θέση "ονοματεπώνυμο ή επωνυμία εκδότης" των ως άνω γραμματίων ο κατηγορούμενος δεν αναγράφει διόλου τα στοιχεία του, παρά μόνο το όνομα "Σ." ως το όνομα του πατέρα του, ενώ αυτό είναι "Π.". Αποτέλεσμα λοιπόν της ως άνω επαναλαμβανόμενης και κατ' εξακολούθηση παραπλανητικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος που συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 205.000 ευρώ (26.000 + 179.000), ενώ αντίστοιχα ζημιώθηκαν οι μηνυτές κατά τα προαναφερόμενα ποσά και δη ο μεν Ε. Ν. κατά το ποσό των 26.000 ευρώ, η δε Μ. Γ. κατά το συνολικό ποσό των 179.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι τα ανωτέρω ποσά τα έλαβε ως δάνειο από τους μηνυτές και όχι για να τα επενδύσει για λογαριασμό του στο χρηματιστήριο, ότι τον Απρίλιο του έτους 2007 η Μ. Γ. απευθύνθηκε η ίδια στην ως άνω Χρηματιστηριακή εταιρεία και ότι υπέγραψε τις συμβάσεις αυτές ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος μάλιστα της ζήτησε να βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής της και ότι η παράδοση των δύο συναλλαγματικών, συνολικά αξίας 240.000 ευρώ στη μηνύτρια δεν μπορεί να συνδεθεί με την υποτιθέμενη επένδυση των χρημάτων της σε επενδυτικά προγράμματα, αφού η λήξη των γραμματίων αυτών είχε ορισθεί για διάστημα δύο μηνών από την έκδοσή τους και γνώριζε ήδη η μηνύτρια ότι δεν ήταν δυνατό να έχει η επένδυσή της τέτοια υψηλή απόδοση. Όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν και κρίνονται απορριπτέοι. Τούτο, διότι οι ως άνω καταβολές εκ μέρους των μηνυτών δεν είναι δυνατόν να αποτελούν παροχή δανείου, προς τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι, εκτός από τους μηνυτές, οι μάρτυρες κατηγορίας Α. Γ. και Μ. Τ., επιβεβαιώνουν ενόρκως ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά δόθηκαν προς επένδυση στο χρηματιστήριο. Αυτό όμως που αποτελεί καταλυτικό στοιχείο ότι δεν πρόκειται για δάνειο αποτελεί το από 12/6/07 έγγραφο προερχόμενο από ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) που απέστειλε ο κατηγορούμενος προς τη μηνύτρια, Μ. Γ., στο οποίο αναφέρονται μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Πάμε πολύ καλά, τη βδομάδα αυτή μας βοήθησαν οι μετοχές της ΝΕΛ και της ΑΝΕΚ, καθώς και η χθεσινή μέρα. Χτες ήμουν με κυβερνητικά στελέχη και έμαθα πως οι εκλογές θα γίνουν 8 Οκτώβρη. Δεν ξέρω κατά πόσο μας επηρεάζει αυτό. Είμαστε σε μια δύσκολη περίοδο που τους ξετινάζουν στους ελέγχους γι' αυτό και καθυστερήσαμε με τον κωδικό. Λίγη υπομονή ακόμη και τελειώσαμε. Το ποσοστό της βδομάδας που πέρασε, είναι 15% χωρίς την κατοχύρωση κερδών από ΑΝΕΚ και ΝΕΛ....". Ωστόσο από το ανωτέρω περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου σαφώς συνάγεται ότι όχι μόνο δεν πρόκειται για παροχή δανείου, αλλά αποκλειστικά για επένδυση χρημάτων στο χρηματιστήριο. Επί πλέον από το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί των μηνυτών ότι ο κατηγορούμενος τους εξαπάτησε παριστάνοντας τους, μεταξύ των άλλων, ότι γνώριζε πολλά κυβερνητικά στελέχη, τα οποία του έδιναν πληροφορίες για την πορεία εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο. Προσέτι η παράδοση των δύο ως άνω γραμματίων στη μηνύτρια, Μ. Γ., που εξέδωσε ο κατηγορούμενος σε διαταγή της, την 25/7/2007, υποδηλώνει εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο τελευταίος συνομολόγησε την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά του και προσπάθησε με τον τρόπο αυτό να άρει τις συνέπειες των πράξεών του, αλλά και διότι ήλπιζε ότι με την πίστωση αυτή χρόνου θα ήταν σε θέση να αποδώσει τα χρήματα αυτά στη μηνύτρια. Έπειτα εξ ουδενός στοιχείου συνάγεται ότι η τελευταία προσήλθε η ίδια στην ανωτέρω εταιρεία και υπέγραψε τις σχετικές συμβάσεις. Τούτο, διότι τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία από τον κατηγορούμενο έγγραφα, δεν αποτελούν συμβάσεις από τις οποίες να προκύπτει οποιαδήποτε συμφωνία με την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", αλλά πρόκειται απλά για ένα ενημερωτικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, ένα επενδυτικό ερωτηματολόγιο και τους γενικούς όρους παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η δε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της Μ. Γ. από το ΑΤ Ν. Σμύρνης όχι μόνο δεν συνεπάγεται και την κατάρτιση της σύμβασης μεταξύ αυτής και της ως άνω εταιρείας, αλλά αντίθετα ενισχύει την άποψή μας ότι ο κατηγορούμενος είχε εφεύρει κάθε δυνατό τέχνασμα προς εξαπάτηση των μηνυτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 26§ια, 27§1, 98, 386§§3β-1 ΠΚ, όπως η παράγραφος 3 αντικατ. με το άρθρο 14§4 του Ν. 2721/1999 και ως εκ τούτου ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τον παρέπεμψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Θα πρέπει δε να σημειωθεί εν προκειμένω ότι την πράξη αυτή της απάτης τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ' εξακολούθηση, αφού η πράξη αυτή στρέφεται κατά περισσοτέρων παθόντων με επαναλαμβανόμενες ψευδείς παραστάσεις σε βάρος του καθένα από αυτούς και υπάρχει ταυτότητα των επί μέρους πράξεων, δηλαδή είναι ομοειδείς και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του κατηγορουμένου (ΑΠ 1085/89 ΠΧ Μ 399, ΑΠ 1338/05 ΠΧ ΝΣΤ 493, ΑΠ 176/06 ΠΧ ΝΣΤ 793). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναιρέσεως ερειδόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχεία β και δ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Από τη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού. β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από τα οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξ' άλλου κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 εδ. α ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14§4 του Ν. 2721/99, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με ποινή καθείρξεως έως 10 ετών και μόνο αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημιά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (ΑΠ 1506/2005 ΠΧ ΝΣΤ 308, ΑΠ 190 2005 ΠΧ ΝΕ 919, ΑΠ 610/2002 Ποιν. Δικ. 2002 σελ. 480, ΑΠ 1816/99 ΠΧ Ν 808, ΑΠ 1231/99 ΠΝΧ ΜΗ 457, ΑΠ 270/96 ΠΧ ΜΖ 684). Περαιτέρω από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμιά περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Ειδικότερα σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις καθεμιά από τις οποίες οδήγησε σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον παθόντα συντρέχουν περισσότερες πράξεις και ανακύπτει θέμα απάτης κατ' εξακολούθηση. Διαφορετική δε είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών διαβεβαιώσεων που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, οπότε πρόκειται για μια μοναδική πράξη απάτης (ΑΠ 935/2003 ΠΧ ΝΔ 219, ΑΠ 2251/02 ΠΧ ΝΓ 794, ΑΠ 2220/02 ΠΧ ΜΓ 762, ΑΠ 982/01 ΠΧ ΝΒ 398, ΑΠ 829/01 ΠΧ ΝΒ 313). Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και ορθώς εφάρμοσαν τις διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ. 1 και 3β του Π.Κ. και είναι αβάσιμες ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 8/18-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Ν. του Π. και Ε., κατοίκου ..., ... (Μαρούσι), κατά του υπ' αριθμ. 2472/18-12-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 1/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια γιο τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1023/2006). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου εξ αυτών ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης στο μέτρο που με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, αφού αυτοί δε διαλαμβάνονται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά βουλευμάτων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ. Λόγο αναίρεσης, εξάλλου, του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υφίσταται, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ. πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στα πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό ειαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αναιρεσείων είναι υπάλληλος στην εταιρεία COCA COLA. Μεταξύ δε αυτού και των μελών της οικογένειας του μηνυτή, Ε. Ν., υπήρξε από το έτος 1992 γνωριμία, που στηριζόταν κυρίως στη σχέση κουμπαριάς, καθόσον οι γονείς του κατηγορουμένου, Π. και Ε. Ν., είχαν παντρέψει τον ανωτέρω μηνυτή και είχαν βαπτίσει το πρώτο του παιδί. Εξ αιτίας αυτού του δεσμού είχαν αναπτύξει μεταξύ τους κοινωνικές επαφές και αντάλλασσαν επισκέψεις στα σπίτια τους. Στα πλαίσια των κοινωνικών τους αυτών επαφών ο κατηγορούμενος έδινε την εντύπωση στο μηνυτή, Ε. Ν., ότι ασχολείται με το χρηματιστήριο και ότι κέρδιζε εξ αιτίας της δραστηριότητας του αυτής υπέρογκα χρηματικά ποσά ανά βδομάδα, εμφανίζοντας μάλιστα τον εαυτό του ότι ζούσε σε μεγάλη οικονομική ευμάρεια και άνεση. Σε νεώτερη δε συνάντηση που είχε ο μηνυτής με τον κατηγορούμενο, αρχές Ιανουαρίου του έτους 2007, ο τελευταίος παρέστησε με γνώση του ψευδώς στον Ε. Ν., ότι γνώριζε πολλά κυβερνητικά στελέχη, τα οποία του έδιναν πληροφορίες για την πορεία εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, ότι ο ίδιος συνεργαζόταν με τη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", ότι διέθετε σ' αυτήν χρηματιστηριακό κωδικό κοινό με τον πατέρα του, Π. Ν., και μέσα από αυτόν διενεργούσε πράξεις επενδύσεων σε παράγωγα κεφάλαια. Προσέτι παρέστησε ο κατηγορούμενος με γνώση του ψευδώς στο μηνυτή, Ε. Ν. ότι στις επενδύσεις που διενεργεί τα κεφάλαια είναι εγγυημένα με πολύ καλή απόδοση, κυμαινόμενα από 50% έως 100% ανά μήνα και ότι ο ίδιος, οι γονείς του και άλλοι πελάτες του, είχαν κερδίσει μέσα από την επένδυση αυτή τεράστια χρηματικά ποσά. Έτσι πείσθηκε ο μηνυτής Ε. Ν., στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του και κατέβαλε σ' αυτόν την 29/1/2007 το ποσό των 10.000 ευρώ και την 7/2/2007 επίσης το ποσό των 10.000 ευρώ, πιστεύοντας ότι επένδυε αυτά τα χρηματικά ποσά σε παράγωγα κεφάλαια στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του. Επίσης ο κατηγορούμενος αρχές Μαρτίου του έτους 2007 γνώρισε μέσω του ως άνω μηνυτή, Ε. Ν., τη δεύτερη εγκαλούσα, Μ. Γ., της οποίας ο αδελφός είναι επιστήθιος φίλος του πρώτου. Σε συνάντηση που είχαν μεταξύ τους εντός του μηνός Μαρτίου του έτους 2007 ο κατηγορούμενος με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισε τη μηνύτρια, Μ. Γ., να του καταβάλει την 20/3/2007 το ποσό των 10.000 ευρώ σε λογαριασμό του στην τράπεζα Η5ΒΟ, που βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη (Αγ. Φωτεινής 23). Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος τον Απρίλιο του έτους 2007 και σε μη ακριβή ημερομηνία παρέστησε στους μηνυτές ψευδώς ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτόν, έχουν ήδη επενδυθεί από αυτόν σε παράγωγα κεφάλαια με υψηλές αποδόσεις που αγγίζουν ποσοστό 100% ανά μήνα, ότι είχε τη δυνατότητα να ανοίξει χρηματιστηριακό κωδικό στο όνομά τους στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία και προσκόμισε σ' αυτούς, προς ενίσχυση των ανωτέρω ψευδών διαβεβαιώσεών του, συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών της προαναφερόμενης χρηματιστηριακής εταιρείας, τις οποίες και υπέγραψε ο καθένας από τους μηνυτές. Με την υπογραφή τους ο κατηγορούμενος τους διαβεβαίωσε ότι απέκτησαν στην εν λόγω εταιρεία το δικό τους χρηματιστηριακό κωδικό και ότι τα κεφάλαια τους μπορούσαν πλέον με δικές τους ενέργειες να επενδυθούν κανονικά στο δικό τους χρηματιστηριακό κωδικό. Έτσι με τις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου πείσθηκαν οι μηνυτές και κατέβαλαν σ' αυτόν τα παρακάτω ποσά: Ο μηνυτής Ε. Ν. του κατέβαλε την 10/4/2007 το ποσό των 20.000 ευρώ και την 11/4/2007 το ποσό των 20.000 επίσης ευρώ, δηλαδή συνολικά κατέβαλε στον κατηγορούμενο 60.000 ευρώ, (10.000+10.000+20.000+20.000 = 60.000 ευρώ). Προσέτι η μηνύτρια, Μ. Γ., πεισθείσα στις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου κατέβαλε σ' αυτόν τα κάτωθι χρηματικά ποσά: α) την 10/4/2007 40.000 ευρώ β) την 7/5/2007 40.000 ευρώ γ) την 7/5/2007 40.000 ευρώ δ) την 14/5/2007 4.000 ευρώ ε) την 21/5/2007 30.000 ευρώ στ) την 13/6/2007 5.000 ευρώ και ζ) την 18/6/2007 10.000 ευρώ, έχοντας έτσι αποκομίσει από αυτήν το συνολικό ποσό των 179.000 ευρώ (10.000 + 169.000 €). Όμως εκ των υστέρων οι μηνυτές, ανακάλυψαν ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα που τους ανέφερε ο κατηγορούμενος βάσει των οποίων πείσθηκαν να του καταβάλουν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά ήταν ψευδή. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε διέθετε προσωπικό κωδικό στη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", αλλά υπήρχε κωδικός μόνο στο όνομα του πατέρα του, ο οποίος ήταν ανενεργός επί αρκετά έτη, ότι δεν είχε γνωριμίες με κυβερνητικά στελέχη και συνεργασία με την ανωτέρω εταιρεία, ότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και οι γονείς του είχαν πετύχει μεγάλα κέρδη με επενδύσεις σε παράγωγα κεφάλαια μετά από δικές του ενέργειες, ότι δεν είχε τη δυνατότητα αλλά και δεν άνοιξε κωδικό στο όνομα των μηνυτών στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία και ότι δεν είχε προβεί για λογαριασμό των μηνυτών σε οποιαδήποτε επένδυση με παράγωγα κεφάλαια, έστω και μέσω κωδικού τρίτου προσώπου. Κατόπιν τούτου οι μηνυτές ζήτησαν επιμόνως από τον κατηγορούμενο να τους αποδώσει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτόν. Όμως ο τελευταίος παρά τις υποσχέσεις του ότι θα τους επιστρέψει τα καταβληθέντα ως άνω ποσά, επέστρεψε μόνο στον μηνυτή, Ε. Ν., το ποσό των 34.000 ευρώ, προτού ακόμη ο τελευταίος καταθέσει στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την ανωτέρω μήνυση του και έτσι πλέον το ποσό που καρπώθηκε ο κατηγορούμενος από αυτόν ανέρχεται σε 26.000 ευρώ (60.000 - 34.000 = 26.000 ευρώ). Στη δε μηνύτρια, Μ. Γ., ο κατηγορούμενος παρέδωσε έναντι δήθεν εξοφλήσεως του ως άνω ποσού δύο "γραμμάτια σε διαταγή" εκδόσεως του ποσού 120.888,98 ευρώ έκαστο, τα οποία, δεν έχει εξοφλήσει, όπως ο ίδιος ομολογεί ενώπιον του ως άνω Ανακριτή και επί πλέον στη θέση "ονοματεπώνυμο ή επωνυμία εκδότης" των ως άνω γραμματίων ο κατηγορούμενος δεν αναγράφει διόλου τα στοιχεία του, παρά μόνο το όνομα "Σ." ως το όνομα του πατέρα του, ενώ αυτό είναι "Π.". Αποτέλεσμα λοιπόν της ως άνω επαναλαμβανόμενης και κατ' εξακολούθηση παραπλανητικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος που συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 205.000 ευρώ (26.000 + 179.000), ενώ αντίστοιχα ζημιώθηκαν οι μηνυτές κατά τα προαναφερόμενα ποσά και δη ο μεν Ε. Ν. κατά το ποσό των 26.000 ευρώ, η δε Μ. Γ. κατά το συνολικό ποσό των 179.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι τα ανωτέρω ποσά τα έλαβε ως δάνειο από τους μηνυτές και όχι για να τα επενδύσει για λογαριασμό του στο χρηματιστήριο, ότι τον Απρίλιο του έτους 2007 η Μ. Γ. απευθύνθηκε η ίδια στην ως άνω Χρηματιστηριακή εταιρεία και ότι υπέγραψε τις συμβάσεις αυτές ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος μάλιστα της ζήτησε να βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής της και ότι η παράδοση των δύο συναλλαγματικών, συνολικά αξίας 240.000 ευρώ στη μηνύτρια δεν μπορεί να συνδεθεί με την υποτιθέμενη επένδυση των χρημάτων της σε επενδυτικά προγράμματα, αφού η λήξη των γραμματίων αυτών είχε ορισθεί για διάστημα δύο μηνών από την έκδοση τους και γνώριζε ήδη η μηνύτρια ότι δεν ήταν δυνατό να έχει η επένδυση της τέτοια υψηλή απόδοση. Όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν και κρίνονται απορριπτέοι. Τούτο, διότι οι ως άνω καταβολές εκ μέρους των μηνυτών δεν είναι δυνατόν να αποτελούν παροχή δανείου, προς τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι, εκτός από τους μηνυτές, οι μάρτυρες κατηγορίας Α. Γ. και Μ. Τ., επιβεβαιώνουν ενόρκως ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά δόθηκαν προς επένδυση στο χρηματιστήριο. Αυτό όμως που αποτελεί καταλυτικό στοιχείο ότι δεν πρόκειται για δάνειο αποτελεί το από 12/6/07 έγγραφο προερχόμενο από ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e mail) που απέστειλε ο κατηγορούμενος προς τη μηνύτρια, Μ. Γ., στο οποίο αναφέρονται μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Πάμε πολύ καλά, τη βδομάδα αυτή μας βοήθησαν οι μετοχές της ΝΕΛ και της ΑΝΕΚ, καθώς και η χθεσινή μέρα. Χτες ήμουν με κυβερνητικά στελέχη και έμαθα πως οι εκλογές θα γίνουν 8 Οκτώβρη. Δεν ξέρω κατά πόσο μας επηρεάζει αυτό. Είμαστε σε μια δύσκολη περίοδο που τους ξετινάζουν στους ελέγχους γι' αυτό και καθυστερήσαμε με τον κωδικό. Λίγη υπομονή ακόμη και τελειώσαμε. Το ποσοστό της βδομάδας που πέρασε, είναι 15% χωρίς την κατοχύρωση κερδών από ΑΝΕΚ και ΝΕΛ....". Ωστόσο από το ανωτέρω περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου σαφώς συνάγεται ότι όχι μόνο δεν πρόκειται για παροχή δανείου, αλλά αποκλειστικά για επένδυση χρημάτων στο χρηματιστήριο. Επί πλέον από το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί των μηνυτών ότι ο κατηγορούμενος τους εξαπάτησε παριστάνοντάς τους, μεταξύ των άλλων, ότι γνώριζε πολλά κυβερνητικά στελέχη, τα οποία του έδιναν πληροφορίες για την πορεία εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο. Προσέτι η παράδοση των δύο ως άνω γραμματίων στη μηνύτρια, Μ. Γ., που εξέδωσε ο κατηγορούμενος σε διαταγή της, την 25/7/2007, υποδηλώνει εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο τελευταίος συνομολόγησε την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά του και προσπάθησε με τον τρόπο αυτό να άρει τις συνέπειες των πράξεών του, αλλά και διότι ήλπιζε ότι με την πίστωση αυτή χρόνου θα ήταν σε θέση να αποδώσει τα χρήματα αυτά στη μηνύτρια. Έπειτα εξ ουδενός στοιχείου συνάγεται ότι η τελευταία προσήλθε η ίδια στην ανωτέρω εταιρεία και υπέγραψε τις σχετικές συμβάσεις. Τούτο, διότι τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία από τον κατηγορούμενο έγγραφα, δεν αποτελούν συμβάσεις από τις οποίες να προκύπτει οποιαδήποτε συμφωνία με την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", αλλά πρόκειται απλά για ένα ενημερωτικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, ένα επενδυτικό ερωτηματολόγιο και τους γενικούς όρους παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η δε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της Μ. Γ. από το ΑΤ Ν. Σμύρνης όχι μόνο δεν συνεπάγεται και την κατάρτιση της σύμβασης μεταξύ αυτής και της ως άνω εταιρείας, αλλά αντίθετα ενισχύει την άποψη μας ότι ο κατηγορούμενος είχε εφεύρει κάθε δυνατό τέχνασμα προς εξαπάτηση των μηνυτών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω που εκθέσαμε προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 26§1α, 27§1, 98, 386§§3β-1 ΠΚ, όπως η παράγραφος 3 αντικατ. με το άρθρο 14§4 του Ν. 2721/1999 και ως εκ τούτου ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τον παρέπεμψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Θα πρέπει δε να σημειωθεί εν προκειμένω ότι την πράξη αυτή της απάτης τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ1 εξακολούθηση, αφού η πράξη αυτή στρέφεται κατά περισσοτέρων παθόντων με επαναλαμβανόμενες ψευδείς παραστάσεις σε βάρος του καθένα από αυτούς και υπάρχει ταυτότητα των επί μέρους πράξεων, δηλαδή είναι ομοειδείς και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του κατηγορουμένου (ΑΠ 1085/89 ΠΧ Μ 399, ΑΠ 1338/05 ΠΧ ΝΣΤ 493, ΑΠ 176/06 ΠΧ ΝΣΤ 793). Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση έφεση κατ' ουσίαν". Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' ΠΚ, όπως η τελευταία παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι το βούλευμά του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτό ο σκοπός της αποκομίσεως του παραπάνω περιουσιακού του αναιρεσείοντος οφέλους, υπερβαίνοντος του ποσού των 73.000 ευρώ, με την αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των μηνυτών, ως και τα ψευδή γεγονότα τα οποία εν γνώσει παρέστησε, ως αληθή, στους τελευταίους. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ μόνοι λόγοι της αίτησης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές τούτου και δε συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Ο δε λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται, κατ' εκτίμηση, για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενος, δεδομένου ότι αυτός παραπέμφθηκε με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1, 3 εδ. β' ίδιου Κώδικα. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 18 Ιανουαρίου 2010, αίτηση του Ν. Ν. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2472/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 170/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ά. Π. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούρα, περί αναιρέσεως της 10009/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Σ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βασιλακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 805/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας ιδρύει τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Θ' (και τώρα Η') του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγους αναίρεσης, για να τύχει εφαρμογής αυτή απαιτείται, εκτός των άλλων, να υφίσταται εξάρτηση μεταξύ των δύο τούτων δικών, που υπάρχει όταν η άλλη δίκη αφορά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης δίκης, χωρίς την επίλυση του οποίου δεν μπορεί να προχωρήσει στην απόφαση επί της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, με το 1304/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ο μηνυτής παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία, σε βαθμό κακουργήματος, συνιστάμενης στο ότι κατάρτισαν πλαστό πιστοποιητικό ταξινόμησης του BMW τύπου 520i, έτους κατασκευής 2001, αυτοκινήτου, το οποίο αφορά την παρούσα δίκη, που ανοίχτηκε με μήνυση του νυν μηνυτή (πολιτικώς ενάγοντος) κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για απάτη, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη. Οι δύο αυτές ποινικές δίκες είναι ισοδύναμες και δεν εξαρτάται η απόφαση στη μια απ' αυτές από την έκβαση της άλλης δίκης και συνεπώς καμία από τις δίκες αυτές δεν αφορά προδικαστικό ζήτημα για την άλλη δίκη. Έτσι στη δίκη που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στη δίκη που ανοίχτηκε με τη μήνυση του μηνυτή κατά του κατηγορούμενου δεν αφορά προδικαστικό γι' αυτή ζήτημα η δίκη για την πλαστογραφία ούτε τανάπαλιν. Επομένως, νόμιμα έγινε η εκδίκαση της υπόθεσης στη μήνυση του νυν μηνυτή κατά του κατηγορούμενου και δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η αναβολή της εκδίκασής της μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της δίκης που ανοίχτηκε για την προδιαληφθείσα πλαστογραφία. Δεν παραβιάστηκε εκ τούτου η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 59 ΚΠΔ και δεν ιδρύθηκαν, συνεπώς, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' και Η' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 §1 εδ. γ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεση ς, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2003, ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια διαπραγματεύσεων με τον μηνυτή προκειμένου να αγοράσει ο τελευταίος ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 520i, έτους κατασκευής 2001, παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, που έφερε προσωρινώς γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας και βρισκόταν σε ειδικό χώρο αναμονής στο Τελωνείο Αθηνών, ήταν απολύτως νόμιμο ως προς την προέλευση του, έτοιμο για ταξινόμηση και εκτελωνισμό, υπό την προϋπόθεση ότι ο μηνυτής θα το αγόραζε από αυτόν, το δε τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 32.300 €. Με την ως άνω ψευδή διαβεβαίωση και την εν γνώσει απόκρυψη εκ μέρους του κατηγορουμένου, κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ότι το αυτοκίνητο είχε πλαστό έγγραφο εκτελωνισμού (πιστοποιητικό ταξινόμησης) και εκτελωνίστηκε παρατύπως, χωρίς καταβολή προς το Δημόσιο των αναλογούντων φόρων και δασμών, προερχόμενο από πράξη λαθρεμπορίας, έπεισε τον μηνυτή και ο τελευταίος αγόρασε το εν λόγω αυτοκίνητο, καταβάλλοντας στον κατηγορούμενο, ως τίμημα, το πιο πάνω ποσό των 32.300 €, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός ισόποση ζημία, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, διότι το αυτοκίνητο, ως προϊόν λαθρεμπορίας, δεσμεύτηκε προσωρινά από την Διεύθυνση Παρακολούθησης και Ελέγχου Ανασταλτικών Καθεστώτων (ΔΙ.Π.Ε.Α.Κ.) της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείου και κατόπιν κατασχέθηκε, χάνοντας έτσι εφεξής κάθε φυσική του εξουσίαση. Κατ' ακολουθία αυτών, αποδεικνύεται η βασιμότητα της κατηγορίας κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, που του αποδίδεται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πιο πάνω πράξη της απάτης με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §1 και 386 §1 εδ. β', α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό επαναλαμβάνεται αυτούσιο το διατακτικό, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, ενόψει του ότι αυτό (διατακτικό) περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται αιτιολογίας. Τέλος, αναφέρονται σ' αυτή (απόφαση) όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, ο σκοπός της αποκομίσεως του παραπάνω περιουσιακού του κατηγορούμενου οφέλους, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, ως και τα ψευδή γεγονότα τα οποία εν γνώσει παρέστησε, ως αληθή, στον τελευταίο. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση, εξάλλου, του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, αφού έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και η επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 §1, 583 §1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (Κ.Πολ.Δ. 176, 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 31 Μαΐου 2010, αίτηση του Ά. Π. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της 10009/2009 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Π. Σ. του Π., που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και απόλυτης ακυρότητας απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 164/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 4/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Β. του Γ. και συγκατηγορούμενους τους: 1. Σ. Κ. του Θ. και 2. Ε. Π. του Σ.. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 232/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 233/14-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) To Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά με το υπ' αριθμ. 798/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [για κακουργήματα] Πειραιά τους Θ. Κ. [Σ. Κ. και Ε. Π.] για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου από κοινού από την οποία το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ [οι πρώτος-δεύτερος], ψευδορκίας μάρτυρα [απάτης], ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, ψευδούς καταμήνυση, συκοφαντικής δυσφήμησης [οι πρώτος-δεύτερος]. Κατά του άνω βουλεύματος άσκησε έφεση [και] ο Θ. Κ. και δη την υπ' αριθμ. 82/2009 και το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το υπ' αριθμ. 4/2010 βούλευμά του, αφού έκανε αυτή τυπικά -αλλά και εν μέρει στην ουσία της δεκτή, απέρριψε αυτή στην ουσία της σε σχέση με τις πράξεις της απόπειρας απάτης και συκοφαντικής δυσφήμησης και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα για τις πράξεις αυτές- με τη σχετική διόρθωση σε σχέση με το είδος της απειληθείσης περιουσιακής ζημίας και του αντίστοιχου σκοπηθέντος περιουσιακού όφελους [και του χαρακτηρισμού της πράξης της τρίτης κατηγορουμένης ως απλής συνέργειας στην απάτη του πρώτου]. Συγκεκριμένα το άνω βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι: "Από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, την ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος, τα προσκομισθέντα έγγραφα, την από 4-11-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Θ. Β., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 329/2008 Διάταξη της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πειραιά, την από 15-11-08 έκθεση παρατηρήσεων του τεχνικού συμβούλου των κατηγορουμένων Γ. Χ. επί της άνω εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, την από Δεκέμβριο 2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Χ. Μ. που διορίστηκε με την υπ αριθμ. 348/2008 Διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ' Τμήματος Πειραιά επ' αφορμή της συναφούς, με ABM A05/311, έγκλησης του πρώτου κατηγορουμένου κατά του ήδη εγκαλούντος, την από 18-9-2008 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Χ. Τ., που διενεργήθηκε κατ' εντολή του εγκαλούντος, τις από Απριλίου 2005 δυο εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., που διενεργήθηκαν κατ' εντολή του εγκαλούντος, την από 26-6-2009 έκθεση αξιολόγησης του ιδίου επί της άνω έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Χ. Μ. και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Μ. Β. και οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι Θ. Κ. και Σ. Κ. μετέχουν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "CASCO INTERNATIONAL Α.Ε.Β.Ε.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ" με κύριο αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία ναυτιλιακών χρωμάτων και επιχρισμάτων και μετόχους: α) την εταιρία "V&AA CONSULTANTS LIMITED", κατά ποσοστό 50% συμφερόντων του , β) το Σ. Κ., κατά ποσοστό 10,14 %, γ) την εταιρεία "SAVONA ENTERPRISES A.E.B.E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ", κατά ποσοστό 9,86% συμφερόντων του Θ. Κ. και δ) την εταιρία "AJAX HOLDINGS S.A." κατά ποσοστό 30% συμφερόντων του τελευταίου. Με απόφαση της από 31-3-2002 έκτακτης γενικής συνέλευσης της εν λόγω εταιρίας εξελέγη τριμελές διοικητικό συμβούλιο απαρτιζόμενο από τις εταιρίες: 1. "WISDOM CONSULTANTS S.A.", εκπροσωπούμενης από το Θ. Κ., 2. "INVESTIA HOLDINGS S.A.", εκπροσωπούμενης από το Θ. Α. και 3. "PROTOCRAFT TRADING LIMITED", εκπροσωπούμενης από το Γ. Λ., ενώ πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ορίστηκε η εταιρία "WISDOM CONSULTANTS S.A.", ήτοι ουσιαστικά ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Θ. Κ., οι εξουσίες του οποίου περιορίστηκαν μερικώς με το από 15-7-2002 πρακτικό του άνω διοικητικού συμβουλίου, αφού του αφαιρέθηκε η εξουσία έκδοσης επιταγών από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας στην "ARALB BANK PIC". Περαιτέρω αναγνωρίστηκε στον ίδιο (Θ. Κ.), υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας, η δυνατότητα παροχής εξουσιοδότησης στον εγκαλούντα Μ. Β. (δικηγόρο της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E."), να συναλλάσσεται για λογαριασμό της εταιρίας με οιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρία και να ενεργεί για λογαριασμό της εταιρίας περί όλων των θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου. Όμως, το Μάιο 2003 [οπότε υποβλήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος Μ. Β. η από 26-5-2003 έγκληση της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E.", συνεπεία της οποίας ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό της άνω εταιρίας παραγγελία για διενέργεια κυρίας ανάκρισης, μετά το πέρας της οποίο εκδόθηκε το με αρ. 918/2008 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών (που επικυρώθηκε με το με αριθ. 25/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών)] επήλθε ρήξη των σχέσεων του Μ. Β. και του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας (στην ουσία του Θ. Κ.). Λόγω της διένεξης αυτής, αλλά και της παραίτησης ενός εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου (Γ. Λ., εκπροσώπου της εταιρίας "PROTOCRAFT TRADING LIMITED") διορίστηκε με τη με αριθ. 2229/18-5-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά προσωρινή διοίκηση της εταιρίας και ειδικότερα ορίστηκαν η εταιρία "V&AA CONSULTANTS LIMITED", ο Δ. Κ.-Μ., Δικηγόρος, ο Θ. Ρ. και ο Κ. Μ., προκειμένου εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης να επιμεληθούν, μεταξύ άλλων, της σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης για την εκλογή ελεγκτών για τις χρήσεις 2001-2003 και νέου διοικητικού συμβουλίου. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, την 6-10-2004 ημέρα Τετάρτη και ώρα 12.00, η προσωρινή διοίκηση συγκάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση με θέμα ημερήσιας διάταξης την εκλογή ορκωτών λογιστών και διοικητικού συμβουλίου, η σχετική δε πρόσκληση τοιχοκολλήθηκε προ 20ημέρου σε εμφανές σημείο των γραφείων της εταιρίας στον - Πειραιά και δημοσιεύτηκε σε τρεις εφημερίδες ("Ελεύθερη Ώρα", "Κέδρος" και "Η Φωνή του Πειραιά" της 8-9-2004), καθώς και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στο Τεύχος Α.Ε & ΕΠΕ. Την ημέρα αυτή, προσήλθε ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Θ. Κ., μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Εμμανουήλ Καπνισάκη και του Δικαστικού Επιμελητή ..., ο οποίος επέδωσε την από 5-10-2004 εξώδικη διαμαρτυρία του Σ. Κ., όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι δεν είχε έγκαιρα πληροφορηθεί τη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης και ως εκ τούτου δεν είχε έγκαιρα καταθέσει τις μετοχές του, αδυνατώντας να συμμετάσχει στην ως άνω συνέλευση. Κατόπιν τούτων, ο Θ. Κ., απαίτησε να μετάσχει ο ίδιος στη συνέλευση, τόσο για λογαριασμό της μετόχου εταιρίας "SAVONA ENTERPRISES A.E.B.E." όσο και του υιού του Σ. Κ.. Η συμμετοχή του όμως δεν κατέστη εφικτή, καθώς, τόσο αυτός όσο και ο υιός του, αφενός δεν είχαν καταθέσει τις μετοχές τους, πρωτίστως όμως επειδή ο Θ. Κ. δεν επέδειξε στον εγκαλούντα Μ. Β. νομιμοποιητικά έγγραφα περί εκπροσώπησης του άνω υιού του στην εν λόγω συνέλευση. Ακολούθως, ο παριστάμενος για λογαριασμό των δυο πρώτων κατηγορουμένων δικηγόρος, ζήτησε από τον εγκαλούντα να του επιδείξει τις δικές του μετοχές και ο εγκαλών επέδειξε προσωρινούς τίτλους που κατείχε και αποδείκνυαν τη συμμετοχή του στην εταιρία. Συγκεκριμένα, επέδειξε 32 προσωρινούς τίτλους ανωνύμων μετοχών της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL - Α.Ε.Β.Ε.Ε.",που ενσωμάτωναν το σύνολο των μετοχών που κατείχε η εταιρία "V&AA CONSULTANTS LIMITED)), τις οποίες είχε καταθέσει ήδη από 28-9-20 (στο ταμείο της εταιρίας. Τελικά, συνεπεία της απαίτησης του εγκαλούντος να επιδείξει ο πρώτος κατηγορούμενος τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, προκλήθηκε συμπλοκή μεταξύ τους, παρουσία του Θ. Ρ., του παριστάμενο πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Καπνισάκη, της συνοδεύουσας το Θ. (Κ. Ε. Π. (τρίτης κατηγορουμένης) και του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση των ανωτέρω και τη μετάβαση τους στο Β Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά όπου ο Θ. Κ. και την επομένη ημέρα και ο Σ. Κ., προέβησαν σε μηνύσεις σε βάρος του νυν εγκαλούντος. Με αυτές οι εκκαλούντες Θ. Κ. και ο Σ. Κ. ισχυριζόντουσαν ότι, κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E." στις 6-10-2004, ο εγκαλών, πλην των δικών του τίτλων, επέδειξε και τους προσωρινούς τίτλους που αποδείκνυαν τη μετοχική σχέση τους και ότι όταν ο εξ αυτών Θ. Κ. του ζήτησε να του αποδώσει τα έγγραφα αυτά ώστε να καταστεί εφικτή η συμμετοχή του στη συνέλευση για λογαριασμό του ιδίου και του άνω υιού του, αρνήθηκε την παράδοση τους, εξωτερικεύοντας έτσι τη βούληση του για παράνομη ιδιοποίηση των τίτλων, των οποίων η ονομαστική αξία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 187.546,5 ευρώ. Οι ως άνω κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι αγνοούσαν την ύπαρξη των τίτλων αυτών, την οποία πληροφορήθηκαν μόλις την 6-10-2004, έχοντας άλλοτε υποστηρίξει ότι ουδέποτε είχαν στην κατοχή τους μετοχές της εταιρίας που αντιστοιχούσαν στη δική τους μετοχική σχέση αλλά αυτές βρίσκονταν στην κατοχή του εγκαλούντος ο οποίος τις ιδιοποιήθηκε και άλλοτε ότι ουδέποτε είχαν εκδοθεί μετοχές της εταιρίας. Οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Β AT και συγκεκριμένα αυθημερόν ο Θ. Κ. και την επομένη ο Σ. Κ. επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο των μηνύσεων. Ακολούθως, ο Σ. Κ. και η εταιρία "SAVONA ENTERPRISER Α.Ε.Β.Ε." [συμφερόντων του Θ. Κ.], με αίτηση που κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά την 12-1-2004• (αριθμ. κατ. 392/2004) κατά της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL Α.Ε.Β.Ε.Ε." και του εγκαλούντος Μ. Β., ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να προστατευθεί η νομή και κατοχή τους επί των ανωτέρω προσωρινών τίτλων δια της βίαιης αφαίρεσης τους από τους καθών η αίτηση και συγκεκριμένα:α) 6390 ανώνυμες μετοχές των οποίων τη κυριότητα είχε ο Σ. Κ. και με αυτές μετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της "CASCO INTERNATIONAL Α.Ε.Β.Ε.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ" και β) 6210 μετοχές κυριότητος της εταιρείας Savona αποκλειστικών συμφερόντων του Θ. Κ. και την οποία εκπροσωπούσε και με τις οποίες μετοχές μετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της ανωτέρω εταιρείας (CASCO Α.Ε.Β.Ε.Ε.), άλλως να απαγγελθεί κατά των μελών της προσωρινής διοίκησης και του 2ου των καθών - εγκαλούντος προσωπική κράτηση και καταδικασθούν σε χρηματική ποινή 370000 ευρώ για παραβίαση της διάταξης της εκδοθησομένης απόφασης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης την 10-11-2004 οι αιτούντες πρότειναν και εξετάσθηκε, ως μάρτυρας απόδειξης η 3η εκκαλούσα Ε. Π., η οποία κατέθεσε τα εξής: "...Ήμουν παρούσα στο περιστατικό ... ήμουν στη γενική συνέλευση ... ο κ. Κ. ζήτησε τις μετοχές από τον β1 των καθών.... ο β' των καθών άνοιξε ένα φάκελο με τις μετοχές και είπε να έλθει ο γιος του κ. Κ. να τις πάρει για τις μετοχές του α' των αιτούντων απάντησε ο β' των καθών ... ας έλθει εδώ να τις πάρει ο ίδιος ... είδα το όνομα Σ. Κ. με αυτοκόλλητο και το όνομα της β των αιτούντων εταιρείας πάνω στις μετοχές ... είχε τις μετοχές ο β' των καθών ...". Ο εγκαλών, κατά την εκδίκαση της αίτησης αρνήθηκε αυτή και ισχυρίστηκε ότι δεν έχει στην κατοχή του τους επίδικους τίτλους, ούτε είναι κατατεθειμένοι στο ταμείο της εταιρίας, αλλά είχαν διανεμηθεί στους μετόχους κατά το χρόνο εκδόσεως τους. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του επικαλέστηκε και προσκόμισε το από 5-9-2002 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της "CASCO S.A.", το οποίο έφερε τις υπογραφές των μελών αυτού (Θ. Κ. για λογαριασμό της "WISDOM CONSULTANTS S.A.", Δ. Α. για λογαριασμό της "INVESTIA HOLDINGS S.A." και Γ. Λ. για λογαριασμό της "PROTOCRAFT TRADING LIMITED) και με το οποίο είχε αποφασιστεί η έκδοση και διανομή στους μετόχους 38 προσωρινών τίτλων μέχρις ότου εκδοθούν οι 63.000 μετοχές που αντιστοιχούσαν στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας (1.849.050 ευρώ ολοσχερώς καταβλημένο), εκ των οποίων δικαιούταν 31.500 η μέτοχος εταιρία "V&AA CONSULTANTS", 18.900 η μέτοχος εταιρία "AJAX HOLDINGS S.A. ", 6.210 η μέτοχος εταιρία "SAVONA ENTERPRISES Α.Ε.Β.Ε." και 6.390 ο μέτοχος Σ. Κ.. Το Ειρηνοδικείο Πειραιά με την 353/2004 απόφαση του απόρριψε την αίτηση αυτή μη πιθανολογώντας την ουσιαστική βασιμότητα της παραπάνω αιτήσεως. Το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι οι επίδικες μετοχές δηλ οι 6.390 του Σ. Κ. και οι 6.210 της δεύτερης των αιτούντων, αλλά και οι λοιπές μετοχές των άλλων μετόχων εξεδόθησαν κατόπιν απόφασης του ΔΣ της εταιρείας "CASCO S.A." και είχαν διανεμηθεί στους μετόχους μόλις εκδόθηκαν και ότι ουδέποτε είχαν κατατεθεί άπαξ στο ταμείο της εταιρείας.. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 15-2-2005 έφεση τους ο Θ. Κ. (δια της μετόχου της εταιρίας του "SAVONA ENTERPRISES S.A".) και ο Σ. Κ. και ανέφεραν στο δικόγραφο της ότι η εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά βασίστηκε σε πλαστογραφημένα από τον εγκαλούντα έγγραφα που προσκόμισε και ειδικότερα στο με ημερομηνία 5-9-2002 πρακτικό Δ.Σ. της CASCO και στους πλαστογραφημένους τίτλους μετοχών οι οποίοι φέρεται να έχουν υπογραφεί την 5-9-2002 από δυο μέλη του ΔΣ. της εταιρίας. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι κρίσιμο μέγεθος για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι το αν το από 5-9-2002 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E." είναι γνήσιο ή όχι. Επ' αυτού η Β Ανακρίτρια που διενεργούσε την κυρία ανάκριση επί της παρούσας υπόθεσης με την 329/2008 διάταξη της διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τον γραφολόγο Θ. Β. προκειμένου να εξετασθεί: αν η υπογραφή που έχει τεθεί στο από 5-9-2002 πρακτικό της συνεδρίασης του Δ.Σ. της εταιρείας "CASCO INTERNATIONAL ΑΕΒΕΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στους με ημερομηνία 5-9-2002 32 προσωρινούς τίτλους μετοχών της πιο πάνω εταιρείας και στην με ημερομηνία 2-9-2002 απόδειξη 660375 ευρώ έχουν τεθεί από τον κατ/νο Θ. Κ.. Σύμφωνα με την ανωτέρω πραγμ/σύνη : 1) οι φερόμενες ως υπογραφές του Θ. Κ. επί των πρωτοτύπων των από" 5-9-2002 17 προσωρινών τίτλων της εταιρείας "CASKO INTERNATIONAL ΑΕΒΕΕ" έχουν τεθεί από τον ίδιο τον Θ. Κ. και είναι γνήσιες. 2) οι αποδιδόμενες στον ανωτέρω κατηγορούμενο υπογραφές επί του από 5-9-2002 πρακτικού συνεδριάσεως του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας και επί της από 2-9-2002 "ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ" "660375 Ευρώ έχουν τεθεί επίσης από τον ίδιο. Βεβαίως στα πλαίσια κυρίας ανάκρισης για συναφή δικογραφία, στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο νυν εγκαλών για πλαστογραφία του από 5-9-2002 πρακτικού, ο διορισθείς από την ΣΤ ανακρίτρια γραφολόγος Χ. Μ., είχε καταλήξει στο συμπέρασμα , ότι οι 2 πρώτες υπογραφές στο 1° και 2° φύλλο του από 5-9-2002 πρακτικού δεν τέθηκαν από τον Κ. Θ. κλπ. Ωστόσο η ύπαρξη της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης του Γ. Β. επί της παρούσας υπόθεσης δημιουργούν σοβαρές ενδείξεις ότι : 1ον τα όσα ισχυρίσθηκαν οι κατηγορούμενοι περί πλαστότητας του πρακτικού ήσαν ψευδή, 2ον τα όσα κατατέθηκαν από την 3η εκκαλούσα, την 10-11-2004 ήσαν ψευδή, 3ον ο ισχυρισμός των εκκαλούντων στην από 12-10-2004 αίτηση τους περί παρακράτησης των μετοχών τους από τον εγκαλούντα ήταν ψευδής. Οι αντίθετες γνωμοδοτήσεις θα αξιολογηθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Τέλος πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εγκαλών με το 626/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά απαλλάχθηκε από την κατηγορία της πλαστογραφίας του από 5-9-2002 επίμαχου πρακτικού ως και της υπεξαίρεσης 6210 μετοχών που ανήκαν στον Σ. Κ. και 6390 μετοχών που ανήκαν στην εταιρεία "Savona sa" συμφερόντων Θ. Κ... Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι το εκκαλούμενο βούλευμα ορθώς αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά και έκανε την ορθή υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ 1, 47 παρ 1α και 386 παρ 3β, 362-363 Π.Κ. δηλ. της απόπειρας απάτης, της απλής σε αυτή συνέργειας και της συκοφαντικής δυσφήμησης με τις ακόλουθες επισημάνσεις και διορθώσεις : α) Η ζημία του εκκαλούντος ήταν η απειλή της περιουσίας του κατά το ποσό των 369810 ευρώ. που αντιστοιχεί στις 6210 και 6390 ανώνυμες μετοχές των οποίων την παράδοση ζητούσαν οι εκκαλούντες, ως προϊόν υπεξαίρεσης εκ μέρους του εγκαλούντος, καθόσον με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η περιουσία του εγκαλούντος ετίθετο σε αμφισβήτηση και απειλούνταν με δικαστικό αγώνα για τα ποσά των 182263 ευρώ (αξία 6210 μετοχών) και 187546 ευρώ (αξία 6390 μετοχών) και συνολικά 369810 ευρώ, που αποτελούσαν και το αντίστοιχο επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος , που ήταν παράνομο , αφού δεν υπήρχε κατά τα ανωτέρω νόμιμη αξίωση του εκκαλούντος.." Κατά του άνω βουλεύματος [=4/2010] του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά - το οποίο του επιδόθηκε στις 18-1-2010 - ο κατηγορούμενος Θ. Κ. άσκησε ο ίδιος ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιά στις 28-1-2010 την υπ' αριθμ. 2/2010 αναίρεση προβάλλων ως λόγους αναίρεσης α) απόλυτη ακυρότητα - 484§1α Κ.Π.Δ. διότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο κατά παράβαση του άρθρου 309§2 εδ. τελευταίο και δη την από 26-6-2009 έκθεση Κριτικής και Αξιολόγησης γραφικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ. επί της από Δεκεμβρίου 2008 Έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Χ. Μ. η οποία υποβλήθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς με το από 4-8-2009 συμπληρωματικό υπόμνημα, δηλ. μετά το πέρας της τακτικής ανάκρισης και μετά τη διαβίβαση με το υπ' αριθμ. πρωτ. 202/26-5-2009 έγγραφο της (δευτεροείσακτης) ανακριτικής δικογραφίας από την ανακρίτρια προς τον Εισαγγελέα, χωρίς προηγουμένως να κληθεί να λάβει γνώση του περιεχομένου της. β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την αποδοχή της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Θ. Β. και την απόρριψη της αντίθετης του γραφολόγου Χ. Μ.. γ) Έλλειψη νόμιμης βάσης και εσφαλμένη εφαρμογή - ερμηνεία του άρθρου 386 Π.Κ. - 484 §1β Κ.Π.Δ. - σε σχέση με το είδος της επελθούσης ζημίας αφενός και αφετέρου διότι το Ειρηνοδικείο με την απόφασή του δεν θα προέβαινε σε άμεση περιουσιακή διάθεση, ούτε η έκδοση της απόφασης αυτού συνιστά ανεστώσα απειλή της περιουσίας του εγκαλούντος. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 309§2 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ. "Αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 309 Κ.Π.Δ. που εφαρμόζεται αναλόγως, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο". Το άνω εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 19 του ν. δ 4090/60. Όπως τονίζεται στην οικεία εισηγητική έκθεση "η διάταξη αυτή εκρίθη αναγκαία καθόσον ενίοτε μετά την υποβολήν της προτάσεως του Εισαγγελέως εις το συμβούλιον, υποβάλλονται υπό διαδίκων ουσιώδη έγγραφα άτινα λαμβάνει υπόψιν το συμβούλιο χωρίς όμως ο ενδιαφερόμενος εκ των άλλων διαδίκων να λάβει γνώσιν τούτων και δυνηθεί να φέρη τας παρατηρήσεις του" [βλ. Κώδικα Νόμων 1960 σελ. 528]. Καθίσταται σαφές ότι η άνω διάταξη έχει εφαρμογή όταν το κρίσιμο έγγραφο υποβλήθηκε το πρώτο στο συμβούλιο που έκρινε, αφού μόνον τότε ο ενδιαφερόμενος αιφνιδιάζεται και δεν μπόρεσε να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του. Από την επισκόπηση των οικείων εγγράφων - που είναι αναγκαία ενόψη του πρώτου λόγου αναίρεσης - και δη αυτού τούτου του πρωτοδίκου βουλεύματος σαφώς προκύπτει ότι το αναφερόμενο έγγραφο έχει ήδη ληφθεί υπόψη υπ' αυτού και δη ρητά αναφέρεται στην αρίθμηση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του [βλ. σελ. 38 αυτού], πράγμα που γνώριζε ο αναιρεσείων χωρίς μάλιστα να το προβάλλει ως λόγον εφέσεως. Επομένως το έγγραφο αυτό δεν υποβλήθηκε το πρώτο στο συμβούλιο Εφετών. 'Ετσι ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. ΙΙΙ) Επειδή - σε σχέση με αντίθετες πραγματογνωμοσύνες - πράγματι το συμβούλιο πρέπει να αιτιολογεί γιατί δέχεται την μια ή γιατί απορρίπτει την άλλη [πρβλ. ΑΠ 1560/2002, ΑΠ 2464/2005 κ.α.], πλην όμως αυτό προϋποθέτει όπως ελέχθει, ότι όντως πρόκειται για πραγματογνωμοσύνες που διεξήχθησαν κατά τα άρθρα 183 ΕΠ Κ.Π.Δ. [βλ. ΑΠ 104/2003 Πρ. βλ. ΑΠ 642/2008, ΑΠ 384/2009, ΑΠ 1258/2006 κ.α], άλλως πρόκειται για απλά έγγραφα. Εξ άλλου, απαιτείται ειδική αιτιολογία όταν το συμβούλιο απομακρύνεται των παραδοχών της πραγματογνωμοσύνης και όχι όταν αποδέχεται αυτές. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων αφού συνάπτεται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης - και δη των επικαλουμένων πραγματογνωμοσυνών, σαφώς προκύπτει ότι πραγματογνωμοσύνη με την έννοια των άρθρων 183 επ. Κ.Π.Δ. είναι μόνον αυτή του Γ. Β. - η οποία διεξήχθη μετά την 329/2008 διάταξη της ανακρίτριας της παρούσας υπόθεσης - και της οποίας τα συμπεράσματα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, όχι όμως η φερόμενη ως τέτοια του Χ. Μ., η οποία διεξήχθη στα πλαίσια "συναφούς δικογραφίας" από άλλη ανακρίτρια, η οποία έτσι φέρει τον χαρακτήρα απλού εγγράφου. Επομένως ο σχετικός λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. ΙV) Επειδή για τη στοιχειοθέτηση της απάτης δεν απαιτείται ταυτότητα εξαπατηθέντος (πλανηθέντος) και αυτού που υπέστη την περιουσιακή ζημία, απάτη δύναται να διαπραχθεί και στην πολιτική δίκη, η οποία έχει αντικείμενο περιουσιακό, όταν ο δικαστής παραπλανάται και εκδίδει απόφαση από την οποία επέρχεται περιουσιακή ζημία στον αντίδικο από ψευδή κατ' ουσίαν αποδεικτικά μέσα π.χ. ψευδομάρτυρες [βλ. ΑΠ 954/2008, ΑΠ 2642/2008, ΑΠ 1516/2001 κ.α]. Εαν όμως ο δικαστής δεν πείστηκε από το ψευδές περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και έτσι αποφεύχθηκε η έκδοση βλαπτικής για τον αντίδικο απόφασης, υπάρχει απόπειρα απάτης στο δικαστήριο [βλ. ΑΠ 661/2006, ΑΠ 1109/2005 κ.α.] και δη όταν ο δικαστής απέρριψε τους ισχυρισμούς ως μη αληθείς [βλ. ΑΠ1642/2008, ΑΠ 1549/2008, ΑΠ 1452/2006, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1348/2000 κ.α.]? Επί απόπειρας [απάτης] λαμβάνεται υπόψη αυτό στο οποίο απέβλεπε ο υπαίτιος, [βλ. το άρθρο 386 Π.Κ.] - αφού πρόκειται έγκλημα σκοπού. Να σημειωθεί εδώ ότι το έγκλημα της απάτης είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής βλάβης, άλλως υπάρχει απόπειρα, ήτοι όταν επιχειρείται πράξη η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως άγει αμέσως στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης κ.λ.π. βλ. ΑΠ 1431/97, ΑΠ 1698/2003, ΑΠ 1331/2005, ΑΠ 1057/2008 κ.α. - Έτσι, στην περίπτωση απάτης στο δικαστήριο, με την έκδοση της δικαστικής απόφασης επέρχεται συγκεκριμένη διακινδύνευση της περιουσίας, ήτοι τετελεσμένη απάτη - Διάφορο είναι το ζήτημα του χρόνου εκτελέσεως της απόφασης, οπότε επέρχεται και ουσιαστική αποπεράτωση αυτής - . Η αναγνώριση και δη με δικαστική απόφαση υποχρέωσης τινος ενέχει σαφώς περιουσιακή βλάβη. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και στα δύο σκέλη του και δη κατά το πρώτο διότι δεν υπάρχει η φερόμενη ασάφεια αφετέρου σαφώς γίνεται δεκτόν ότι η ζημία η περιουσιακή του εγκαλούντος - με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακόν όφελος των αιτούντων συνίσταται στο να υποχρεωθεί, να καταβάλλει μετοχές συνολικής αξίας 36.9810 Ευρώ [αφού ενεργούσαν από κοινού]= αντικείμενο της πολιτικής δίκης. Διάφορο είναι το θιγόμενο ζήτημα της εκτελέσεως της απόφασης σε περίπτωση εκδόσεως αυτής όπως επίσης άλλο είναι το ζήτημα της περιουσιακής βλάβης που ανάγεται σε ανάληψη δικαστικών εξόδων κ.λ.π. - περί των οποίων θα πρόκειται εδώ. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 2/2010 αίτηση αναίρεσης του Θ. Κ. κατά του υπ' αριθμ. 4/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Πειραιά, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 19-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 2/28-1-2010, αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμό 4/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο ως προς αυτόν έγινε κατά ένα μέρος κατ' ουσία δεκτή η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 798/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Πειραιώς, με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη Σ. Κ. και Ε. Π., για να δικαστεί ως υπαίτιος των πράξεων: α) της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου από κοινού, από την οποία το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, και β) της συκοφαντικής δυσφημήσεως (42, 386 παρ.1, 3 και 362-363 του Π.Κ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 386 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή με πράξη, παράλειψη ή ανοχή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος και είναι αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζονται τα πρόσωπα εκείνου που εξαπατήθηκε και εκείνου που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα της μη αναγκαίας ταυτίσεως του εξαπατηθέντος και του υποστάντος τη βλάβη είναι ότι η απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου (τακτικού ή διαιτητικού), όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός υποστηριζόμενος από πλαστά ή ψευδή κατά περιεχόμενο αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που έχει ως συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του πράξαντος (ΑΠ 1424/89 Π. Χρ. Μ, 705). Οσάκις όμως, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση, όπως συμβαίνει π.χ. στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κ. Πολ. Δικ.), το δικαστήριο δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 347 Κ. Πολ. Δικ., να τηρήσει τις διατάξεις περί αποδεικτικής διαδικασίας, αποδεικτικών μέσων και δυνάμεως αυτών, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε πρόσφορα μέσα, με τα οποία κατά την κρίση του μπορεί να σχηματισθεί πιθανότητα για την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Στην περίπτωση αυτή και απλός ακόμη ψευδής ισχυρισμός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίζεται στη σύγχρονη προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί να στοιχειοθετήσει το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο, αφού αυτό δύναται κατά νόμο, να στηριχθεί και μόνο στο ψευδή αυτό ισχυρισμό. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου. Η διάταξη όμως, αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000) ευρώ, η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθεία στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ' 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ. Π. Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι, το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να στηρίξει την παραπεμπτική κρίση του, έλαβε υπόψη, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 309 παρ.2 του Κ.Π.Δ, την από 26-6-2009 έκθεση κριτικής και αξιολόγησης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., επί της, από Δεκεμβρίου 2008, εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Χ. Μ., η οποία υποβλήθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα, μετά το πέρας της ανακρίσεως, χωρίς προηγουμένως να έχει κληθεί αυτός (αναιρεσείων) για να λάβει γνώση του περιεχομένου της. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του συνόλου των εγγράφων της δικογραφίας και δη αυτού του πρωτοδίκου βουλεύματος, (φύλλο 19° οπίσθια σελίδα, σειρά 20-21η), σαφώς προκύπτει ότι το αναφερόμενο έγγραφο, ήτοι η ως άνω έκθεση κριτικής και αξιολόγησης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., ήδη, είχε ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς και ρητά αναφέρεται στην αρίθμηση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεως του, γεγονός το οποίο γνώριζε ο αναιρεσείων. Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Α του Κ. Π. Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, κατά πιστή μεταφορά, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την ανωμοτί εξέταση του εγκαλούντος, τα προσκομισθέντα έγγραφα, την από 4-11-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Θ. Β., που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 329/2008 διάταξη της ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πειραιά, την από 15-11-08 έκθεση παρατηρήσεων του τεχνικού συμβούλου των κατηγορουμένων Γ. Χ. επί της άνω εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, την από Δεκέμβριο 2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Χ. Μ. που διορίστηκε με την υπ αριθμ. 348/2008 Διάταξη του Ανακριτή του ΣΤ' Τμήματος Πειραιά επ' αφορμή της συναφούς, με ABM A05/311, έγκλησης του πρώτου κατηγορουμένου κατά του ήδη εγκαλούντος, την από 18-9-2008 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Χ. Τ., που διενεργήθηκε κατ' εντολή του εγκαλούντος, τις από Απριλίου 2005 δυο εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., που διενεργήθηκαν κατ' εντολή του εγκαλούντος, την από 26-6-2009 έκθεση αξιολόγησης του ιδίου επί της άνω έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Χ. Μ. και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Μ. Β. και οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι Θ. Κ. και Σ. Κ. μετέχουν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "CASCO INTERNATIONAL Α.Ε.Β.Ε.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ" με κύριο αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία ναυτιλιακών χρωμάτων και επιχρισμάτων και μετόχους: α) την εταιρία "V&AA CONSULTANTS LIMITED", κατά ποσοστό 50% συμφερόντων του , β) το Σ. Κ., κατά ποσοστό 10,14 %, γ) την εταιρεία "SAVONA ENTERPRISES A.E.B.E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ", κατά ποσοστό 9,86% συμφερόντων του Θ. Κ. και δ) την εταιρία "AJAX HOLDINGS S.A." κατά ποσοστό 30% συμφερόντων του τελευταίου. Με απόφαση της από 31-3-2002 έκτακτης γενικής συνέλευσης της εν λόγω εταιρίας εξελέγη τριμελές διοικητικό συμβούλιο απαρτιζόμενο από τις εταιρίες: 1. "WISDOM CONSULTANTS S.A.", εκπροσωπούμενης από το Θ. Κ., 2. "INVESTIA HOLDINGS S.A.", εκπροσωπούμενης από το Θ. Α. και 3. "PROTOCRAFT TRADING LIMITED", εκπροσωπούμενης από το Γ. Λ., ενώ πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ορίστηκε η εταιρία "WISDOM CONSULTANTS S.A.", ήτοι ουσιαστικά ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Θ. Κ., οι εξουσίες του οποίου περιορίστηκαν μερικώς με το από 15-7-2002 πρακτικό του άνω διοικητικού συμβουλίου, αφού του αφαιρέθηκε η εξουσία έκδοσης επιταγών από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας στην "ARALB BANK PIC". Περαιτέρω αναγνωρίστηκε στον ίδιο (Θ. Κ.), υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας, η δυνατότητα παροχής εξουσιοδότησης στον εγκαλούντα Μ. Β. (δικηγόρο της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E."), να συναλλάσσεται για λογαριασμό της εταιρίας με οιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρία και να ενεργεί για λογαριασμό της εταιρίας περί όλων των θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου. Όμως, το Μάιο 2003 [οπότε υποβλήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος Μ. Β. η από 26-5-2003 έγκληση της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E.", συνεπεία της οποίας ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό της άνω εταιρίας παραγγελία για διενέργεια κυρίας ανάκρισης, μετά το πέρας της οποίο εκδόθηκε το με αρ. 918/2008 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών (που επικυρώθηκε με το με αριθ. 25/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών)] επήλθε ρήξη των σχέσεων του Μ. Β. και του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας (στην ουσία του Θ. Κ.). Λόγω της διένεξης αυτής, αλλά και της παραίτησης ενός εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου (Γ. Λ., εκπροσώπου της εταιρίας "PROTOCRAFT TRADING LIMITED") διορίστηκε με τη με αριθ. 2229/18-5-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά προσωρινή διοίκηση της εταιρίας και ειδικότερα ορίστηκαν η εταιρία "V&AA CONSULTANTS LIMITED)), ο Δ. Κ.-Μ., Δικηγόρος, ο Θ. Ρ. και ο Κ. Μ., προκειμένου εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης να επιμεληθούν, μεταξύ άλλων, της σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης για την εκλογή ελεγκτών για τις χρήσεις 2001-2003 και νέου διοικητικού συμβουλίου. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, την 6-10-2004 ημέρα Τετάρτη και ώρα 12.00, η προσωρινή διοίκηση συγκάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση με θέμα ημερήσιας διάταξης την εκλογή ορκωτών λογιστών και διοικητικού συμβουλίου, η σχετική δε πρόσκληση τοιχοκολλήθηκε προ 20ημέρου σε εμφανές σημείο των γραφείων της εταιρίας στον - Πειραιά και δημοσιεύτηκε σε τρεις εφημερίδες ("Ελεύθερη Ώρα), ("Κέδρος) και ("Η Φωνή του Πειραιά) της 8-9-2004), καθώς και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στο Τεύχος Α.Ε & ΕΠΕ. Την ημέρα αυτή, προσήλθε ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Θ. Κ., μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Εμμανουήλ Καπνισάκη και του Δικαστικού Επιμελητή ..., ο οποίος επέδωσε την από 5-10-2004 εξώδικη διαμαρτυρία του Σ. Κ., όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι δεν είχε έγκαιρα πληροφορηθεί τη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης και ως εκ τούτου δεν είχε έγκαιρα καταθέσει τις μετοχές του, αδυνατώντας να συμμετάσχει στην ως άνω συνέλευση. Κατόπιν τούτων, ο Θ. Κ., απαίτησε να μετάσχει ο ίδιος στη συνέλευση, τόσο για λογαριασμό της μετόχου εταιρίας "SAVONA ENTERPRISES A.E.B.E." όσο και του υιού του Σ. Κ.. Η συμμετοχή του όμως δεν κατέστη εφικτή, καθώς, τόσο αυτός όσο και ο υιός του, αφενός δεν είχαν καταθέσει τις μετοχές τους, πρωτίστως όμως επειδή ο Θ. Κ. δεν επέδειξε στον εγκαλούντα Μ. Β. νομιμοποιητικά έγγραφα περί εκπροσώπησης του άνω υιού του στην εν λόγω συνέλευση. Ακολούθως, ο παριστάμενος για λογαριασμό των δυο πρώτων κατηγορουμένων δικηγόρος, ζήτησε από τον εγκαλούντα να του επιδείξει τις δικές του μετοχές και ο εγκαλών επέδειξε προσωρινούς τίτλους που κατείχε και αποδείκνυαν τη συμμετοχή του στην εταιρία. Συγκεκριμένα, επέδειξε 32 προσωρινούς τίτλους ανωνύμων μετοχών της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL - Α.Ε.Β.Ε.Ε.",που ενσωμάτωναν το σύνολο των μετοχών που κατείχε η εταιρία "V&AA CONSULTANTS LIMITED)), τις οποίες είχε καταθέσει ήδη από 28-9-20 (στο ταμείο της εταιρίας. Τελικά, συνεπεία της απαίτησης του εγκαλούντος να επιδείξει ο πρώτος κατηγορούμενος τα νομιμοποιητικά του έγγραφα, προκλήθηκε συμπλοκή μεταξύ τους, παρουσία του Θ. Ρ., του παριστάμενο πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Καπνισάκη, της συνοδεύουσας το Θ. (Κ. Ε. Π. (τρίτης κατηγορουμένης) και του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση των ανωτέρω και τη μετάβαση τους στο Β Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά όπου ο Θ. Κ. και την επομένη ημέρα και ο Σ. Κ., προέβησαν σε μηνύσεις σε βάρος του νυν εγκαλούντος. Με αυτές οι εκκαλούντες Θ. Κ. και ο Σ. Κ. ισχυριζόντουσαν ότι, κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E." στις 6-10-2004, ο εγκαλών, πλην των δικών του τίτλων, επέδειξε και τους προσωρινούς τίτλους που αποδείκνυαν τη μετοχική σχέση τους και ότι όταν ο εξ αυτών Θ. Κ. του ζήτησε να του αποδώσει τα έγγραφα αυτά ώστε να καταστεί εφικτή η συμμετοχή του στη συνέλευση για λογαριασμό του ιδίου και του άνω υιού του, αρνήθηκε την παράδοση τους, εξωτερικεύοντας έτσι τη βούληση του για παράνομη ιδιοποίηση των τίτλων, των οποίων η ονομαστική αξία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 187.546,5 ευρώ. Οι ως άνω κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι αγνοούσαν την ύπαρξη των τίτλων αυτών, την οποία πληροφορήθηκαν μόλις την 6-10-2004, έχοντας άλλοτε υποστηρίξει ότι ουδέποτε είχαν στην κατοχή τους μετοχές της εταιρίας που αντιστοιχούσαν στη δική τους μετοχική σχέση αλλά αυτές βρίσκονταν στην κατοχή του εγκαλούντος ο οποίος τις ιδιοποιήθηκε και άλλοτε ότι ουδέποτε είχαν εκδοθεί μετοχές της εταιρίας. Οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Β AT και συγκεκριμένα αυθημερόν ο Θ. Κ. και την επομένη ο Σ. Κ. επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο των μηνύσεων. Ακολούθως, ο Σ. Κ. και η εταιρία "SAVONA ENTERPRISER Α.Ε.Β.Ε.)" [συμφερόντων του Θ. Κ.], με αίτηση που κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά την 12-1-2004• (αριθμ. κατ. 392/2004) κατά της εταιρίας "CASCO INTERNATIONAL Α.Ε.Β.Ε.Ε." και του εγκαλούντος Μ. Β., ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να προστατευθεί η νομή και κατοχή τους επί των ανωτέρω προσωρινών τίτλων δια της βίαιης αφαίρεσης τους από τους καθών η αίτηση και συγκεκριμένα: α) 6390 ανώνυμες μετοχές των οποίων τη κυριότητα είχε ο Σ. Κ. και με αυτές μετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της "CASCO INTERNATIONAL Α.Ε.Β.Ε.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ" και β) 6210 μετοχές κυριότητος της εταιρείας Savona αποκλειστικών συμφερόντων του Θ. Κ. και την οποία εκπροσωπούσε και με τις οποίες μετοχές μετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της ανωτέρω εταιρείας (CASCO Α.Ε.Β.Ε.Ε.), άλλως να απαγγελθεί κατά των μελών της προσωρινής διοίκησης και του 2ου των καθών - εγκαλούντος προσωπική κράτηση και καταδικασθούν σε χρηματική ποινή 370000 ευρώ για παραβίαση της διάταξης της εκδοθησομένης απόφασης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης την 10-11-2004 οι αιτούντες πρότειναν και εξετάσθηκε, ως μάρτυρας απόδειξης η 3η εκκαλούσα Ε. Π., η οποία κατέθεσε τα εξής: "...Ήμουν παρούσα στο περιστατικό ... ήμουν στη γενική συνέλευση ... ο κ. Κ. ζήτησε τις μετοχές από τον β1 των καθών ... ο β' των καθών άνοιξε ένα φάκελο με τις μετοχές και είπε να έλθει ο γιος του κ. Κ. να τις πάρει για τις μετοχές του α' των αιτούντων απάντησε ο β' των καθών .... ας έλθει εδώ να τις πάρει ο ίδιος ... είδα το όνομα Σ. Κ. με αυτοκόλλητο και το όνομα της β των αιτούντων εταιρείας πάνω στις μετοχές ... είχε τις μετοχές ο β' των καθών ...". Ο εγκαλών, κατά την εκδίκαση της αίτησης αρνήθηκε αυτή και ισχυρίστηκε ότι δεν έχει στην κατοχή του τους επίδικους τίτλους, ούτε είναι κατατεθειμένοι στο ταμείο της εταιρίας, αλλά είχαν διανεμηθεί στους μετόχους κατά το χρόνο εκδόσεως τους. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του επικαλέστηκε και προσκόμισε το από 5-9-2002 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της "CASCO S.A.", το οποίο έφερε τις υπογραφές των μελών αυτού (Θ. Κ. για λογαριασμό της "WISDOM CONSULTANTS S.A.", Δ. Α. για λογαριασμό της "INVESTIA HOLDINGS S.A." και Γ. Λ. για λογαριασμό της "PROTOCRAFT TRADING LIMITED" και με το οποίο είχε αποφασιστεί η έκδοση και διανομή στους μετόχους 38 προσωρινών τίτλων μέχρις ότου εκδοθούν οι 63.000 μετοχές που αντιστοιχούσαν στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας (1.849.050 ευρώ ολοσχερώς καταβλημένο), εκ των οποίων δικαιούταν 31.500 η μέτοχος εταιρία "V&AA CONSULTANTS", 18.900 η μέτοχος εταιρία "AJAX HOLDINGS S.A.", 6.210 η μέτοχος εταιρία "SAVONA ENTERPRISES Α.Ε.Β.Ε." και 6.390 ο μέτοχος Σ. Κ.. Το Ειρηνοδικείο Πειραιά με την 353/2004 απόφαση του απόρριψε την αίτηση αυτή μη πιθανολογώντας την ουσιαστική βασιμότητα της παραπάνω αιτήσεως. Το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι οι επίδικες μετοχές δηλ οι 6.390 του Σ. Κ. και οι 6.210 της δεύτερης των αιτούντων, αλλά και οι λοιπές μετοχές των άλλων μετόχων εξεδόθησαν κατόπιν απόφασης του ΔΣ της εταιρείας "CASCO S.A." και είχαν διανεμηθεί στους μετόχους μόλις εκδόθηκαν και ότι ουδέποτε είχαν κατατεθεί άπαξ στο ταμείο της εταιρείας.. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 15-2-2005 έφεση τους ο Θ. Κ. (δια της μετόχου της εταιρίας του "SAVONA ENTERPRISES S.A".) και ο Σ. Κ. και ανέφεραν στο δικόγραφο της ότι η εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά βασίστηκε σε πλαστογραφημένα από τον εγκαλούντα έγγραφα που προσκόμισε και ειδικότερα στο με ημερομηνία 5-9-2002 πρακτικό Δ.Σ. της CASCO και στους πλαστογραφημένους τίτλους μετοχών οι οποίοι φέρεται να έχουν υπογραφεί την 5-9-2002 από δυο μέλη του ΔΣ. της εταιρίας. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι κρίσιμο μέγεθος για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι το αν το από 5-9-2002 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας "CASCO INTERNATIONAL A.E.B.E.E." είναι γνήσιο ή όχι. Επ' αυτού η Β Ανακρίτρια που διενεργούσε την κυρία ανάκριση επί της παρούσας υπόθεσης με την 329/2008 διάταξη της διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τον γραφολόγο Θ. Β. προκειμένου να εξετασθεί: αν η υπογραφή που έχει τεθεί στο από 5-9-2002 πρακτικό της συνεδρίασης του Δ.Σ. της εταιρείας "CASCO INTERNATIONAL ΑΕΒΕΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στους με ημερομηνία 5-9-2002 32 προσωρινούς τίτλους μετοχών της πιο πάνω εταιρείας και στην με ημερομηνία 2-9-2002 απόδειξη 660375 ευρώ έχουν τεθεί από τον κατ/νο Θ. Κ.. Σύμφωνα με την ανωτέρω πραγμ/σύνη: 1) οι φερόμενες ως υπογραφές του Θ. Κ. επί των πρωτοτύπων των από" 5-9-2002 17 προσωρινών τίτλων της εταιρείας "CASKO INTERNATIONAL ΑΕΒΕΕ" έχουν τεθεί από τον ίδιο τον Θ. Κ. και είναι γνήσιες. 2) οι αποδιδόμενες στον ανωτέρω κατηγορούμενο υπογραφές επί του από 5-9-2002 πρακτικού συνεδριάσεως του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας και επί της από 2-9-2002 " ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ" "660375 Ευρώ έχουν τεθεί επίσης από τον ίδιο. Βεβαίως στα πλαίσια κυρίας ανάκρισης για συναφή δικογραφία, στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο νυν εγκαλών για πλαστογραφία του από 5-9-2002 πρακτικού, ο διορισθείς από την ΣΤ ανακρίτρια γραφολόγος Χ. Μ., είχε καταλήξει στο συμπέρασμα , ότι οι 2 πρώτες υπογραφές στο 1° και 2° φύλλο του από 5-9-2002 πρακτικού δεν τέθηκαν από τον Κ. Θ. κλπ. Ωστόσο η ύπαρξη της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης του Γ. Β. επί της παρούσας υπόθεσης δημιουργούν σοβαρές ενδείξεις ότι: 1ον τα όσα ισχυρίσθηκαν οι κατηγορούμενοι περί πλαστότητας του πρακτικού ήσαν ψευδή, 2ον τα όσα κατατέθηκαν από την 3η εκκαλούσα, την 10-11-2004 ήσαν ψευδή, 3ον ο ισχυρισμός των εκκαλούντων στην από 12-10-2004 αίτηση τους περί παρακράτησης των μετοχών τους από τον εγκαλούντα ήταν ψευδής. Οι αντίθετες γνωμοδοτήσεις θα αξιολογηθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Τέλος πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εγκαλών με το 626/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά απαλλάχθηκε από την κατηγορία της πλαστογραφίας του από 5-9-2002 επίμαχου πρακτικού ως και της υπεξαίρεσης 6210 μετοχών που ανήκαν στον Σ. Κ. και 6390 μετοχών που ανήκαν στην εταιρεία "Savona sa" συμφερόντων Θ. Κ.". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα και, μετά μερική ουσιαστική παραδοχή της εφέσεως, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Πειραιώς, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος των πράξεων: α) της απόπειρας κακουργηματικής απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ. Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42, 362-363, 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Επιπρόσθετα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Εφετών, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, με τις παραπάνω παραδοχές προσδιορίζεται η ζημία του εγκαλούντος, η οποία ήταν η απειλή της περιουσίας του, κατά το ποσό των 369.810 ευρώ, που αντιστοιχεί στις 6.210 και 6.390 μετοχές, των οποίων την παράδοση ζητούσε ο αναιρεσείων με το μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Σ. Κ., ως προϊόν υπεξαιρέσεως από μέρους του εγκαλούντος, καθόσον με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλαν αυτοί, η περιουσία του τελευταίου(εγκαλούντος)ευρισκόταν υπό αμφισβήτηση και απειλείτο με δικαστικό αγώνα, για τα ποσά των 182.263 ευρώ και 187.546 ευρώ, όση η αξία των 6.210 και 6.390 μετοχών, και το οποίο ποσό αποτελούσε το περιουσιακό όφελος που επιδίωκαν και ήταν παράνομο, αφού δεν υπήρχε νόμιμη αξίωση αυτών κατά του εγκαλούντος. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτηση του στο σύνολο της. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, όπως στην περίπτωση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της γνησιότητας ή μη κειμένου ή υπογραφής ενός προσώπου. Η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Ειδικότερα, εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες, αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας ή το Συμβούλιο, οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την αποδοχή της μιας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για το ότι στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το γεγονός ότι ενώ αποδέχθηκε τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού γραφολόγου, Γ. Β., απέρριψε την αντίθετη του γραφολόγου Χ. Μ., χωρίς να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική πεποίθησή του. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την έννοια των άρθρων 183 επ. του Κ.Π.Δ, πραγματογνωμοσύνη είναι μόνο αυτή του δικαστικού γραφολόγου Γ. Β., η οποία διεξάχθηκε μετά την υπ' αριθμό 329/2008 διάταξη της τακτικής ανακρίτριας, στα πλαίσια της διενεργηθείσας απ' αυτήν κυρίας ανακρίσεως, και της οποίας (πραγματογνωμοσύνης) τα συμπεράσματα της δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Αντίθετα, δεν αποτελεί κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 183 του Κ.Π.Δ, πραγματογνωμοσύνη, εκείνη του γραφολόγου Χ. Μ., η οποία διεξάχθηκε, όχι στα πλαίσια της επίμαχης μεταξύ των νυν διαδίκων διαφοράς, αλλά άλλης μεταξύ τους διαφοράς και ως εκ τούτου η τελευταία εκτιμάται πλέον ως απλό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, και ως τέτοιο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα, (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 2/28-1-2010 αίτηση του Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 4/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη επί δικαστηρίου και σε απόπειρα, από δράστη που διαπράττει κατ’ επάγγελμα και συνήθεια.- Συκοφαντική δυσφήμηση. Αίτηση αναίρεσης βουλεύματος με την επίκληση των λόγων α) απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 παρ.1α ΚΠΔ), β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα για το ότι δεν κλήθηκε κατά το 309 παρ.2 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση εγγράφου, που υποβλήθηκε μετά το πέρας της ανάκρισης, εφόσον το έγγραφο αυτό είχε ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο βούλευμα και γνώριζε ο κατηγορούμενος την ύπαρξη του. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αιτιάσεις: α) για επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων, β) ότι το Συμβούλιο, έκανε καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, γ) αιτιολογείται πλήρως η επιβαρυντική περίσταση του κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 163/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου F. J. του I., κατοίκου ... και νυν κρατούμενου στην κλειστή φυλακή ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 32/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 22 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 690/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η από 26 Απριλίου 2010 αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι από 22 Νοεμβρίου 2010 πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 01 Ιουλίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., υπαλλήλου του Καταστήματος Κρατήσεως ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 10-12-2010. Ο ανωτέρω, όμως, δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 22 Νοεμβρίου 2010 πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2010, αίτηση και τους επ' αυτής από 22-11-2010 πρόσθετους λόγους, του J. F. του I., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου της Κλειστής Φυλακής ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 32/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 159/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοτύλια, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 407/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Β. Ν. του Θ. και 2) Ό. Ν. του Β., κατοίκους ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως μετά των από 6 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτων λόγων αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1457/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος της Ε. Γ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν τα εξής: Στις 26-2-2003 και ώρα 08:10 η Ε. Γ. ηλικίας 36 ετών εισήχθη στο χειρουργείο του Κουτλιμπάνειου και Τριανταφύλειου Περιφερειακού Γενικού νοσοκομείου Λάρισας για προγραμματισμένη χειρουργική ωτοριλαρυγγολογική επέμβαση λόγω σκολίωσης ρινικού διαφράγματος. Αφού προηγουμένως διενεργήθηκαν όλες οι ενδεικνυόμενες εξετάσεις και η ως άνω ασθενής βρέθηκε απόλυτα υγιής μεταφέρθηκε στο χειρουργείο όπου υποβλήθηκε σε γενική αναισθησία από αναισθησιολόγο γιατρό. Στη συνέχεια και ενώ η γενική νάρκωση είχε ολοκληρωθεί άρχισε το στάδιο της κύριας επέμβασης. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και κατά το προπαρασκευαστικό αυτό στάδιο ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Τ. ο οποίος ήταν ιατρός ειδικός ωτορινολαρυγγολόγος με εμπειρία 10 ετών, ανέλαβε αποκλειστικά και μόνο αυτός την τοπική αναισθησία με έγχυση διαλύματος αδρεναλίνης-λιδοκαΐνης και μετά θα επακολουθούσαν οι τομές. Πλην, όμως, κατά το στάδιο αυτό και μετά από έγχυση του ως άνω διαλύματος στον οργανισμό της η ασθενής παρουσίασε σοβαρότατες επιπλοκές (υπερκοιλιακή ταχυκαρδία - υπέρταση) που επιδεινώθηκαν και είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατό της. Ο θάνατος επήλθε από αποκλειστική αμέλεια του δεύτερου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), ο οποίος δεν προέβη στην ως άνω έγχυση σύμφωνα με τους ιατρικούς κανόνες και μάλιστα δεν προέβη στη διήθηση του διαλύματος αδρεναλίνης - λιδοκαΐνης lege artis, δηλαδή με αργές κινήσεις, προοδευτικά και σταδιακά. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η αιτία του θανάτου της παθούσας οφείλετο στη συμπαθητικομιμητική δράση της αδρεναλίνης στην καρδιά της παθούσας. Αυτή η ουσία προκάλεσε κατ' αντικειμενική αιτιώδη συνάφεια κοιλιακή ταχυκαρδία, οξεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κοιλιακή μαρμαρυγή και θάνατο. Αυτά ως παρενέργειες προκλήθηκαν ευθύς αμέσως μόλις χορηγήθηκε με διήθηση αυτή η ουσία (αδρεναλίνη) στο ρινικό βλεννογόνο της παθούσας, όπου από τις συγκλίνουσες καταθέσεις μαρτύρων, ιατρών αποδείχθηκε ότι είναι εμβριθέστατος αιμοφόρων αγγείων μέγιστης απορροφητικότητας και ταχείας μετάδοσης της υγράς ουσίας στην καρδιά. Οι παραπάνω παρενέργειες της αδρεναλίνης εμφανίζονται σε άτομα που παρουσιάζουν τη λεγόμενη εξ ιδιοσυστασίας ευαισθητοποίηση της καρδιάς στη δράση της αδρεναλίνης. Η ιατρική επιστήμη και πρακτική προλαμβάνει την παρενέργεια αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις ασθενών με τη lege artis διήθηση της αδρεναλίνης στο ρινικό βλεννογόνο. Αυτή η διήθηση επιβάλλεται να γίνεται με αργές κινήσεις, προοδευτικά και σταδιακά δηλ. με εγχύσεις τμηματικές της αδρεναλίνης αλληλοαπέχουσες, έτσι ώστε από τα πρώτα μικρογραμμάρια αδρεναλίνης που διήθονται στον οργανισμό να μπορεί να διακριβωθεί στο μόνιτορ του χειρουργείου αν εκδηλώνεται μη φυσιολογική επιτάχυνση των σφυγμών και των παλμών της καρδιάς καθώς και της αρτηριακής πίεσης, που αποτελούν άμεση ένδειξη ότι στην καρδιά αυτή υφίσταται εξ ιδιοσυστασίας ευαισθητοποίηση στην δράση της αδρεναλίνης. Τα παραπάνω αποδεικνύουν την πλημμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου ο οποίος, όπως προκύπτει και από την απολογία του, δεν έκανε την διήθηση του διαλύματος με αργές σταδιακές κινήσεις για την διερεύνηση αν η καρδιά της παθούσης ενέχει την ως άνω παθολογία, αλλά αντίθετα έκανε την διήθηση με εφάπαξ - έγχυση όλου του διαλύματος που έτσι προκάλεσε άμεσα κοιλιακή ταχυκαρδία, οξεία αύξηση αρτηριακής πίεσης, κοιλιακή μαρμαρυγή και θάνατο της τριανταπεντάχρονης παθούσας που προκλήθηκαν αμέσως και στα επόμενα δευτερόλεπτα, ευθύς ως έγινε η εφάπαξ έγχυση από τον κατηγορούμενο όλης της ποσότητας του διαλύματος της αδρεναλίνης. Γίνεται σαφές ότι αν αυτός προέβαινε στην εν λόγω διήθηση με αργές κινήσεις (δηλαδή σταδιακά) θα διαγίγνωσκε άμεσα στο ηλεκτρονικό σύστημα του χειρουργείου (μόνιτορ) την ως άνω παθολογία της καρδιάς της παθούσας και θα σταματούσε ακαριαία, μετά από την πρώτη ελάχιστη (δειγματοληπτική) έγχυση μικροποσότητας αδρεναλίνης, (που σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν θανατηφόρα), την διήθηση του υπόλοιπου διαλύματος με συνέπεια, με απόλυτη βεβαιότητα, την αποφυγή των ως άνω παρενεργειών - επιπλοκών εκ της αδρεναλίνης και συνακόλουθα το θάνατο της παθούσας. Τα παραπάνω προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα τις αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων, με την υπ' αριθμ. 442/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πραγματογνωμόνων Κ. Μ., χειρούργου ωτορινολαρυγγολόγου, Α. Τ., καθηγητού φαρμακολογίας και Β. Γ., Ιατρού αναισθησιολόγου, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302§1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός δεν προέβη στη διήθηση της αδρεναλίνης στο ρινικό βλεννογόνο της θανούσας με αργές σταδιακές κινήσεις, αλλά έκανε τη διήθηση με εφάπαξ έγχυση όλου του διαλύματος, με αποτέλεσμα να προκληθεί άμεσα κοιλιακή ταχυκαρδία, οξεία αύξηση αρτηριακής πιέσεως, κοιλιακή μαρμαρυγή και να επέλθει ο θάνατος αυτής, ενώ, αν χορηγούσε, με αργές κινήσεις, την πρώτη μικροποσότητα (η οποία δεν θα ήταν θανατηφόρα), θα διαγιγνωσκόταν από το μόνιτορ η παθολογία της καρδιάς της θανούσας και θα σταματούσε η περαιτέρω διήθηση του διαλύματος και β) αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Εξέθεσε, ακόμη, σαφώς ότι συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή, στο διατακτικό, ότι αυτός δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού 1) δεν απαιτείτο να προσδιορίζεται και πόση ακριβώς ήταν η ποσότητα της αδρεναλίνης που χορηγήθηκε, 2) από την παραδοχή ότι διενεργήθηκαν στην ασθενή όλες οι ενδεικνυόμενες εξετάσεις και βρέθηκε αυτή απόλυτα υγιής δεν γεννάται καμιά αντίφαση με την παραδοχή ότι παρουσίαζε αυτή εξ ιδιοσυστασίας ευαισθητοποίηση της καρδιάς στη δράση της αδρεναλίνης (αφού είναι δυνατόν και ένας υγιής οργανισμός να παρουσιάζει ευαισθησία σε κάποιο φάρμακο), 3) το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο με το διατακτικό, του οποίου, πάντως, δεν αποτελεί αντιγραφή, 4) δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, 5) δεν απαιτείτο να εκθέσει το Δικαστήριο για ποιο λόγο δεν πείσθηκε περί της αθωότητας του αναιρεσείοντος από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Σ., Χ. Σ., ιατρών, Κ. Μ., Καθηγητή Τοξικολογίας, Μ. Σ. - Μ., αναισθησιολόγου, Α. Φ., Σ. Γ., Δ. Γ., ιατρών, Μ. Σ., Επικ. Καθηγητή Ανατομίας, Ι. Ξ., Αναπληρωτή Καθηγητή ΩΡΛ, Α. Α., ιατρού, Δ. Ψ., Ιατροδικαστή και Καθηγητή της Ιατροδικαστικής, Ε. Ν., Ιατροδικαστή και Φ. Τ., Καθηγητή Καρδιολογίας, 6) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού της πρωτόδικης υπ’ αριθ. 3120/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της τελευταίας, ανεξαρτήτως του ότι η αντιγραφή του αιτιολογικού της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, και τούτο διότι το τελευταίο αποφασίζει για την ενοχή του κατηγορουμένου μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και, στη συνέχεια, απαγγέλλει προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ.1 ΚΠοινΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της αποφάσεως, σύμφωνα με όσα κατά την κρίση του αποδείχθηκαν, γίνεται μεταγενέστερα, κατά τα άρθρα 142 παρ.2 και 144 παρ.1 ΚΠοινΔ, 7) λήφθηκαν υπόψη, όπως ρητώς αναφέρεται στα πρακτικά, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενόψει και του ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα πορίσματα των πραγματογνωμοσυνών ταυτίζονται, από αυτά δε σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν τα περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση, και 8) δεν απαιτείται η καταχώρηση στα πρακτικά των ερωτήσεων που υποβάλλονται στον κατηγορούμενο από τους παράγοντες της δίκης και ολοκληρωμένων των απαντήσεων που δίνει αυτός, εκτός αν ο ίδιος ζήτησε να καταχωρηθεί κάποια απάντησή του, στην προκειμένη δε περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα τέτοιο αίτημα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, ως προς την κρίση επί της ενοχής του αναιρεσείοντος, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης), είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από το δικαστήριο, το δικαστικό συμβούλιο ή ανακριτικό υπάλληλο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, και πρέπει το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο να αναφέρει ειδικά ότι το έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ή να προκύπτει από το περιεχόμενο των περιστατικών που εκθέτει ότι το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε, χωρίς να αρκεί η αναφορά του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ. Η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, όμως, η οποία έχει διενεργηθεί κατόπιν αιτήσεως κάποιου διαδίκου, δεν απαιτείται να αναφέρεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά θεωρείται απλό έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι στα πρακτικά της δίκης μνημονεύονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και α) η από 19.3.2004 ιατρική γνωμοδότηση του Ιατροδικαστή Χ. Α. Β., β) η υπ` αριθ. 393/7.4.2003 έκθεση ιστολογικής εξετάσεως, γ) η υπ` αριθ. πρωτ. 113/10.5.2003 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, δ) η από 9.5.2003 με αριθ. πρωτ. 827 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ε) η υπ’ αριθ. πρωτ. 393/14.4.2003 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως βιολογικών υλικών της θανούσας του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και στ) η υπ’ αριθ. πρωτ. 680/2.5.2003 έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως αποσταλέντων υλικών του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίες εκθέσεις, ενώ είναι πραγματογνωμοσύνες, δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο. Εξ αυτών η ιατρική γνωμοδότηση του Χ. Β. δεν απαιτείτο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γιατί, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως, επισκόπηση αυτής, είναι ιδιωτική και συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως του μηνυτή Β. Ν.. Περαιτέρω από την επιτρεπτή επισκόπηση των λοιπών εκθέσεων (υπό στοιχ. β - στ) και των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι εκθέσεις αυτές, οι οποίες αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, αφορούν και περιέχουν τα πορίσματα της διενεργηθείσης επί του πτώματος της θανούσας Ε. Γ. νεκροψίας και της τοξικολογικής αναλύσεως δειγμάτων αίματος, ούρων και λοιπών βιολογικών υλικών της ιδίας, οι οποίες έγιναν προς διαπίστωση των αιτίων του θανάτου της. Αυτές, πράγματι, δεν μνημονεύονται ειδικώς στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, πλην, όσα βεβαιώνονται στις εκθέσεις αυτές, ότι δηλαδή ο θάνατος της ανωτέρω επήλθε λόγω τοξικής δράσης της προαναφερόμενης ουσίας (λιδοκαΐνης), τα οποία έγιναν δεκτά και παρατίθενται στην αιτιολογία της αποφάσεως, αντλήθηκαν από τα πορίσματα των εκθέσεων αυτών, έτσι ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως. Η αιτίαση ότι η απόρριψη του λόγου αυτού θα προσέβαλε της συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, γιατί δεν είναι δυνατόν σε πανομοιότυπες, μεταξύ τους, περιπτώσεις να δίδονται από το παρόν Δικαστήριο διακριτές λύσεις (ήτοι άλλοτε να αναιρούνται αποφάσεις, γιατί δεν μνημονεύονται, ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, και άλλοτε όχι), είναι αβάσιμη, γιατί από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του Συνταγματικού Δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους, δεδομένης και της αυτοτέλειας κάθε υποθέσεως. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333 και 366 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, κατά την τελευταία από τις οποίες "οι υπόλοιποι διάδικοι καθώς και οι συνήγοροί τους επιτρέπεται, να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση", δεν υφίσταται τέτοια ειδική υποχρέωση του δικαστή επί πλειόνων κατηγορουμένων, μετά την απολογία ενός εξ αυτών, να δώσει, χωρίς αίτηση των λοιπών κατηγορουμένων ή του συνηγόρου τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα. Η ρύθμιση αυτή δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 6§3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ και 14§ στοιχ. ε του προσθέτου αυτής πρωτοκόλλου (Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997), αφού ο κατηγορούμενος δεν αποστερείται του δικαιώματος να υποβάλλει ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενό του και, συνεπώς, δεν παραβιάζονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη δόση από την διευθύνουσα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος ή των συνηγόρων του, του λόγου σε αυτόν ή τους συνηγόρους του μετά την απολογία του συγκατηγορουμένου του Β. Σ., προκειμένου να υποβάλουν ερωτήσεις σ' αυτόν και ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠοινΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α` του ΚΠοινΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και, επίσης, όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ` της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Δεν δημιουργείται, όμως, καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν εναντιώθηκαν σχετικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος είναι και η από 20.4.2004 έκθεση ανωμοτί εξέτασης της νοσηλεύτριας Φ. Γ., χωρίς ο αναιρεσείων ή οι συνήγοροί του να εναντιωθούν στην ανάγνωση αυτής. Επομένως, από την ανάγνωση της καταθέσεως της ανωτέρω, χωρίς να βεβαιωθεί το ανέφικτο της εμφανίσεως αυτής στο ακροατήριο, δεν προκλήθηκε καμιά ακυρότητα και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 20.12.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Οκτωβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 8713/2010) αίτηση του Ι. Τ. του Ν. μετά των από 6/20.12. 2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 407/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία εγκλήματος. Αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως δεν σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία. Δεν απαιτείται συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε η καταχώρηση στα πρακτικά των ερωτήσεων που υποβάλλονται στον κατηγορούμενο από τους παράγοντες της δίκης και ολοκληρωμένων των απαντήσεων που δίνει αυτός, εκτός αν ο ίδιος ζήτησε να καταχωρηθεί κάποια απάντηση του. Ειδική αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη η πραγματογνωμοσύνη, εκτός αν προκύπτει αυτό από τις παραδοχές του δικαστηρίου κατά τρόπο αναμφισβήτητο, διαφορετικά ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ ΚΠΔ. Η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη θεωρείται απλό έγγραφο. Όχι υποχρέωση του δικαστή επί πλειόνων κατηγορουμένων, μετά την απολογία ενός εξ αυτών, να δώσει, χωρίς αίτηση των λοιπών ή του συνηγόρου τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη με την ΕΣΔΑ. Από την ανάγνωση προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρα, χωρίς να βεβαιωθεί το ανέφικτο της εμφανίσεως αυτού στο ακροατήριο, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν εναντιωθούν σχετικά, δεν προκαλείται ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων αυτής.
null
null
1
Αριθμός 157/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 664/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Ι. του Χ. και συγκατηγορούμενους τους: 1. Α.-Χ. Π. του Κ., 2. Φ. Π. του Α., 3. Ν. Π. του Α., 4. Μ. σύζ. Γ. Μ., 5. Κ. Π. του Φ. και 6. Χ. Σ. του Β.. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1068/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 366/26-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την 21/12-7-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ. Π. του Ν. και της Αθηνάς, Δικηγόρο, ..., κατά του υπ'αριθ. 664/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτουμε τ' ακόλουθα : Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ'αρ. 764/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τους : 1)Α. -Χ. Π. του Κ. και Φ. -Φ. , Ε. Τ. 2) Φ. Π. του Α. και Ε., ..., 3) Ν. Π. του Α. και της Μ., ..., 4) Μ. Γ. Μ., το γένος Π. και Φ. Π., ..., 5) Χ. Π. του Ν. και Α., Δικηγόρο, ..., 6) Χ. Σ. του Β. και της Α., Κ. Ι., ..., 7) Κ. Π. του Φ. και της Α.ς, ..., για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Α) Οι 1) Α. Χ. Π., του Κ. 2) Φ. Π. του Α., 3) Ν. Π. του Α., 4) Μ. σύζυγος Γ. Μ., το γένος Π. Π., 5) Χ. Π. του Ν. και 6) Κ. Π. του Φ., πρώτη, δεύτερος, τρίτος, τέταρτη, πέμπτος και έβδομος των κατηγορουμένων αντίστοιχα, στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργούντες από κοινού και κατόπιν συναποφάσεως, έχοντας σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το συνολικό δε σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προκληθείσα στον παθόντα ζημία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Ειδικότερα στην Θεσσαλονίκη στις 7-11-2003, 25-11-2003 και 2-12-2003 παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Α. Ι. του Χ. ότι οι τέσσερις πρώτοι εξ αυτών είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός οικοπέδου αρτίου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 1.034,40 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Χορτιάτη του Νομού Θεσσαλονίκης, στο με αριθμό 9 Ο.Τ, στη θέση "..." και φέρει αριθμό 3, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως βεβαιωνόταν από τη με αριθμό 697/2002 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας των τεσσάρων πρώτων κατηγορουμένων, ερήμην του εναγόμενου Β. Χ. και μεταγράφηκε νόμιμα. Ο έβδομος κατηγορούμενος δήλωσε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη στις 25-11-2003 και συντάχθηκε σχετικά η με αριθμό .../2003 δήλωση, η οποία χορηγήθηκε στον εγκαλούντα, ότι αναγνωρίζει το κύρος της με αριθμό 697/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι οι ενάγοντες, τέσσερις πρώτοι των κατηγορουμένων, απέκτησαν τη συγκυριότητα του οικοπέδου, εκτάσεως 1.000 τ.μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, κατόπιν αδιάλειπτης διακατοχής από το έτος 1980 οι δύο πρώτοι εξ αυτών, και από το έτος 1940 οι δυο τελευταίοι, όταν τους το μεταβίβασε κατά τα ανωτέρω ποσοστά η μητέρα του Α. Π. και επομένως το απέκτησαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι έπεισαν τον εγκαλούντα να προβεί στην αγορά του προαναφερόμενου ακινήτου, αντί τιμήματος 96.000 ευρώ, με το με αριθμό .../2-12-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά τη σύνταξη του οποίου οι πρώτη, δεύτερος και τέταρτη παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, ενώ ο τρίτος εξ αυτών εκπροσωπήθηκε από τον υιό του, πέμπτο κατηγορούμενο, Χ. Π., δυνάμει του με αριθμό .../21-11-2003 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Βουλγαράκη, ο δε πέμπτος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του δικηγόρου κατήρτισε το σχέδιο του συμβολαίου πωλήσεως και το υπέγραψε ως δικηγόρος από την πλευρά των πωλητών. Ο εγκαλών με τμηματικές καταβολές εξόφλησε ολοσχερώς το τίμημα της αγοράς του οικοπέδου, ύψους 96000 € ευρώ. Τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή, διότι στην πραγματικότητα οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι, όπως όλοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν, ότι δεν είχαν δικαίωμα κυριότητας επί του προαναφερόμενου ακινήτου, ούτε άσκησαν σ' αυτό οιαδήποτε πράξη νομής, αφού μέχρι το έτος 2002 αγνοούσαν και την ύπαρξη του, ούτε ήταν δυνατόν να ασκήσουν κάποια πράξη νομής, δεδομένου ότι η πρώτη από αυτούς το 1980 που αναφέρεται στην απόφαση ότι απέκτησε τη νομή του ήταν ηλικίας 15 ετών, ο δεύτερος 19 ετών και ανήλικος σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις, ενώ η τέταρτη εξ αυτών το έτος 1940 που απέκτησε σύμφωνα με την αγωγή της και τη δικαστική απόφαση τη νομή μόλις είχε γεννηθεί και ο τρίτος ήταν 15 ετών. Περαιτέρω το πωληθέν ακίνητο δεν είναι αυτοτελές και διηρημένο οικόπεδο, αλλά αποτελεί τμήμα του ενιαίου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 6.808 τμ, ιδιοκτησίας τρίτων προσώπων, οι οποίοι το απέκτησαν από την τέως Κοινότητα και ήδη Δήμο Χορτιάτη, με νόμιμους τίτλους από το έτος 1965, που είχαν μεταγραφεί νόμιμα. Στην ανωτέρω πράξη προέβησαν οι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 96.000 ευρώ, προξενώντας ισόποση ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών όφελος στον εαυτό της ύψους 32.000 ευρώ, ο δεύτερος εξ αυτών όφελος στον εαυτό του ύψους 32.000 ευρώ, ο τρίτος εξ αυτών όφελος στον υιό του, πέμπτο κατηγορούμενο ύψους 16.000 ευρώ, η τέταρτη εξ αυτών όφελος στον εαυτό της ύψους 16.000 ευρώ, ο πέμπτος από αυτούς όφελος στον εαυτό του ύψους 16.000 ευρώ, και ο έβδομος εξ αυτών όφελος στη θυγατέρα του πρώτη κατηγορουμένη ύψους 32.000 ευρώ. Β) Η έκτη κατηγορούμενη Χ. Ι. -Σ. στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους λοιπούς κατηγορουμένους κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως, την οποία διέπραξαν, δηλαδή της απάτης από κοινού, με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους, άνω των 73.000 ευρώ και ζημία που προκλήθηκε στον παθόντα άνω των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, με την ιδιότητα της αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού, συνέταξε ψευδές κατά περιεχόμενο ως προς την έκταση και τα όρια τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερόμενου ακινήτου, το οποίο (διάγραμμα) στις 2-12-2003 χορήγησε στους πωλητές Α.-Χ. Π., Φ. Π., Ν. Π. και Μ. Π. -Μ., καθώς και στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χ. Π. και οι τελευταίοι το επισύναψαν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 Ν. 651/1977, στο με αριθμό .../2-12-2003 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, με το οποίο οι τέσσερις πρώτοι πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα στον εγκαλούντα Α. Ι. ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 1.034,40 τ.μ., που βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Χορτιάτη του Νομού Θεσσαλονίκης, στο με αριθμό 9 Ο.Τ, στη θέση "..." και φέρει αριθμό 3, παριστάνοντας οι ανωτέρω, καθώς και ο έβδομος κατηγορούμενος, σε αυτόν ψευδώς ότι οι τέσσερις πρώτοι εξ αυτών είναι συγκύριοι του οικοπέδου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, όπως έγινε δεκτό με τη με αριθμό 697/2002 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που μεταγράφηκε νόμιμα και με τις ψευδείς παραστάσεις τους τον έπεισαν να προβεί στην αγορά του ως άνω ακινήτου, αντί τιμήματος 96.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 32.000 ευρώ η πρώτη κατηγορούμενη, 32.000 ευρώ ο δεύτερος κατηγορούμενος και από 16.000 ευρώ έκαστος των τέταρτης και πέμπτου των κατηγορουμένων, ενώ ο τρίτος και ο έβδομος των κατηγορουμένων σκόπευαν να προσπορίσουν στα τέκνα τους πέμπτο και πρώτη των κατηγορουμένων, όφελος και 32.000 ευρώ αντίστοιχα, τα δε ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή διότι οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου, εφόσον ουδέποτε άσκησαν σ' αυτό πράξεις νομής και μάλιστα επί 20ετία και το πωληθέν ακίνητο δεν είναι αυτοτελές και διηρημένο οικόπεδο, αλλά αποτελεί τμήμα του ενιαίου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 6.808 τμ, ιδιοκτησίας τρίτων, οι οποίοι το απέκτησαν από την τέως Κοινότητα Χορτιάτη, με νόμιμους τίτλους από το έτος 1965, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Η κατηγορουμένη τους συνέδραμε στην ψευδή παράσταση των γεγονότων, με το από Οκτώβριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα, εμφανίζοντας το επίμαχο ακίνητο ως αυτοτελές και διηρημένο οικόπεδο εκτάσεως 1.034,40 τ.μ., σύμφωνα με παλαιά ιδιωτική κατάτμηση του έτους 1940, η οποία δεν ίσχυε ήδη από το έτος 1965, καθώς και κατά το χρόνο συντάξεως του τοπογραφικού διαγράμματος, αφού το ανωτέρω ακίνητο αποτελούσε τμήμα ακινήτου συνολικής εκτάσεως 6.808 τ.μ., όπως προέκυπτε από τα εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια και επιπρόσθετα η ως άνω κατηγορουμένη δήλωσε υπεύθυνα επί του τοπογραφικού διαγράμματος ότι το επίμαχο ακίνητο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι οικοδομήσιμο, διότι απαιτείται η σύνταξη πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού με την καταβολή των αντίστοιχων αποζημιώσεων, με τις ανωτέρω δε ψευδείς παραστάσεις ενίσχυσε τη βούληση του εγκαλούντος για την αγορά του ακινήτου, ενήργησε δε με σκοπό να προσπορίσει στους εντολείς της, λοιπούς κατηγορουμένους περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 96.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος. Στη συνέχεια μετά από έφεση που άσκησε ο παραπάνω αναιρεσείων Χ. Π., ως επίσης, ό πατέρας του Ν. Π. και η Σ. Χ. Κ. Ι. εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 664/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις αυτές και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτησή της. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως ,καθόσον αυτή ασκήθηκε από τον ίδιον την 12/7/2010, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως σ' αυτόν και στην αντίκλητο δικηγόρο του Σύρμη Γεωργίου στις 7/7/2010 το δε προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει αυτόν για κακούργημα. Ενόψει συνεπώς των ανωτέρω ,και των άρθρων 462, 463, 465, 474, 473, 482, 484 περ. δ ΚΠΔ και 1, 14, 18,19,26§1 27, 45, 386 § §1,3 Π. Κ η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Κατά το άρθρο 386 § 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών• και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παράγραφο 3β' ιδίου άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν: α).......β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 €". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος η πραγματοποίηση του οποίου, εντεύθεν, και δεν απαιτείται, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Περιουσιακή βλάβη στην απάτη συντρέχει ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως (της αξιώσεως) του βλαπτομένου απαιτεί εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς εδώ αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας αυτού. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. (ΑΠ 2415/2005 -ΑΠ 66/2007 -ΑΠ1930/2007) β) Κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π. 474/2001-Α.Π. 1141/2003). Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005 ΑΠ 114/2004, ΑΠ 225/2002, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 356/2001, ΑΠ 858/97 κ.ά). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου . Μπορεί επίσης το Συμβούλιο να αναφέρεται συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα και στην πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση (ΑΠ1151/2006- ΑΠ59/2005 - ΑΠ 1608/2001) Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων εδέχθη ότι προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "1. Οι 1ος και 2ος εκκαλούντες Ν. και Χ. Π. από κοινού με τους: (ι) Π. Α.-Χ. του Κ. και Φ.-Φ., γεν. το 1965, οικοκυράς, κατοίκου ... (...), ( ιι) Π. Φ. του Α. και Ε., γεν. το 1961, καθηγητή Α.Ε.Ι., κατοίκου ομοίως, (ιιι) Π. Μ. του Π. και Φ., συζ. Γ. Μ., γεν. στη Μυτιλήνη στις 14.9.1940., αρχιτέκτονος-μηχανικού, κατοίκου ... (...) και ( ιν) Π. Κ. του Φ. και Α., γεν. το 1934, συνταξιούχου, κατοίκου ... (...), στη Θεσσαλονίκη, στις 7.11.2003, 25.11.2003 και 2.12.2003, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ι. Α. του Χ., γεν. το 1962, τραπεζικό υπάλληλο, ... ότι η Α. - Χ. Π., ο Φ. Π., ο Ν. Π. και η Μ. Π. είναι συγγενείς και συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του υπ' αρ. 3 αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου έκαστος 1.034,40 μ2, στη θέση "..." και στο υπ' αρ. 9 οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου Χορτιάτη Ν. Θεσσαλονίκης, την συγκυριότητα του οποίου απέκτησαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ύστερα από αδιάλειπτη διακατοχή, οι μεν δύο πρώτοι από το έτος 1980, οι δε δύο τελευταίοι από το έτος 1940, όταν τους το μεταβίβασε ατύπως κατά τα ανωτέρω ποσοστά η έχουσα αποβιώσει από 7.1.1988 Α. χήρα Φ. Π., το γένος Σ. Δ., γιαγιά των δύο πρώτων, όπως βεβαιωνόταν στην νομίμως έχουσα ήδη μεταγραφεί υπ' αρ. 697/1.2.2002 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί ύστερα από την υπ' αρ. 2854/27.7.2001 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των προαναφερθέντων τεσσάρων συγκυρίων (εκπροσωπηθέντων από τον εκκαλούντα δικηγόρο Χ. Π.), ερήμην του εναγομένου Χ. Β. του Θ., κατοίκου ... και της οποίας αποφάσεως το κύρος και την αλήθεια αναγνώρισαν δυνάμει της υπ' αρ. .../25.11.2003 δηλώσεως τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, τόσο ο προαναφερθείς Κ. Π., πατέρας της πρώτης συγκυρίας, όσο και η Ε. χήρα Α. Π., το γένος Δ. Μ., γεν. το 1932, κάτοικος Θεσσαλονίκης και ήδη αποβιώσασα από 25.6.2005, μητέρα του δεύτερου συγκυρίου. Έτσι οι υπόψη εκκαλούντες Ν. και Χ. Π., μαζί με τους λοιπούς προαναφερθέντες κατηγορουμένους, έπεισαν τον εγκαλούντα Α. Ι. να αγοράσει το προπεριγραφέν ακίνητο, αντί τιμήματος 96.000 Ευρώ, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αρ. .../2.12.2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, κατά την σύνταξη του οποίου οι προαναφερθέντες "συγκύριοι" Α.-Χ. Π., Φ. Π. και Μ. Π. Παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, ενώ ο Ν. Π. εκπροσωπήθηκε από τον υιό του κατηγορούμενο, ήδη εφεσείοντα, Χ. Π. {δυνάμει του υπ' αρ. .../21.11.2003 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Βουλγαράκη), ο οποίος μάλιστα κατήρτισε το σχέδιο του συμβολαίου πωλήσεως και 11 το υπέγραψε ως δικηγόρος των πωλητών. Ακολούθως ο εγκαλών έχοντας προκαταβάλει στις 7.11.2003 το ποσόν των 2.000 ευρώ, κατέβαλε κατά την υπογραφή του σύμβολαίου, ποσόν 44.000 ευρώ (14.000 ευρώ σε μετρητά και τις καλυμμένες υπ' αρ. ... και ... επιταγές της τραπέζης ΑΛΦΑ, αντιστοίχως ποσού 20.000 ευρώ και 10.000 ευρώ) και στις 4.2.2004 το υπόλοιπο ποσόν των 50.000 ευρώ που δανείσθηκε από την ίδια τράπεζα, συνταχθείσης από την ίδια συμβολαιογράφο της υπ' αρ. .../4.2.2004 πράξεως εξοφλήσεως του τιμήματος. Τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή, διότι στην πραγματικότητα οι φερόμενοι ως συγκύριοι πωλητές κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων ο εκκαλών Ν. Π.) , όπως οι ίδιοι και οι λοιποί προαναφερθέντες κατηγορούμενοι γνώριζαν (δηλ. ο εκκαλών δικηγόρος Χ. Π., αλλά και ο Φ. Π.), δεν είχαν κανένα δικαίωμα κυριότητας επί του πωληθέντος ακινήτου, ούτε ποτέ είχαν ασκήσει σ' αυτό οποιαδήποτε πράξη νομής, αφού μέχρι το 2002 αγνοούσαν και την ύπαρξη του, ούτε ήταν δυνατόν σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις να έχουν αποκτήσει, ως ανήλικοι, τη νομή στους αναφερόμενους στην απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης χρόνους, αφού το 1980 η Α.-Χ. Π. ήταν 15 ετών και ο Φ. Π. 19 ετών, ενώ το 1940 ο Ν. Π. ήταν 15 ετών και η Μ. Π. μόλις είχε γεννηθεί, μάλιστα οι δύο τελευταίοι ουδεμία συγγένεια είχαν με τους δύο πρώτους. Περαιτέρω το πωληθέν ακίνητο δεν ήταν αυτοτελές και διηρημένο οικόπεδο αλλά τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως 12.040 μ2, η οποία είχε αγοράσει δυνάμει του υπ' αρ. .../1942/1938 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Καρυοφυλλη, από την κοινότητα Χορτιάτη, ο Β. Κ. Χ., ο οποίος εν συνεχεία την κατέτμησε παράνομα και μεταβίβασε τμήματα αυτής σε άλλους ιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ("οικόπεδο 1000 μ2 περίπου) στην Α. συζ. Φ. Π., το γένος Σ. Δ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. .../22.6.1940 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, πλην όμως δυνάμει των μεταγραφεισών μόνο στην μερίδα του Β. Χ. υπ' αρ. Τ. 49205/1958 και Τ. 70078/1959 αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, ο προαναφερθείς είχε κηρυχθεί έκπτωτος, χωρίς καταβολή αποζημιώσεως. Ακολούθως η έχουσα τη νομή και κυριότητα του επιδίκου Κοινότητα Χορτιάτη (ήδη Δήμος) μεταβίβασε ευρύτερη έκταση 9.450 πι2, περιλαμβάνουσα το επίδικο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. .../1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Τσαμούδη, στους Γ.-Α. Σ., Β. Τ. κ.λ.π., ως συγκυρίους εξ αδιαιρέτου, ενώ οι σημερινοί νόμιμοι διάδοχοι των τελευταίων, δηλ. οι Ν.-Σ. Σ., Δ. Τ. κ.λ.π., έχουν εγγραφεί νομίμως στο Κτηματολογικό Γραφείο Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης ως συγκύριοι του υπ' αρ. ΚΑΕΚ ... ενιαίου γεωτεμαχίου εμβαδού 6.808 μ2 (στο οποίο εμπίπτει το επίδικο), έχοντας μάλιστα ασκήσει ενώπιον το Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αρ. 5210/11.2.2002 (εκκρεμή ακόμη) αγωγή διεκδικητική και αναγνωρίσεως ακυρότητας δικαιοπραξίας εναντίον άλλων φερομένων ως συγκυρίων του ανωτέρω γεωτεμαχίου {Α. Χ. κ.λ.π.). Στην ανωτέρω πράξη προέβησαν οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 96.000 ευρώ, προξενώντας ισόποση ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και ειδικότερα, όπως είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους, η Α.-Χ. Π. αποκόμισε για τον εαυτό της όφελος 32.000 ευρώ, ο Ν. Π. αποκόμισε, όχι για τον εαυτό του αλλά για τον υιό του δικηγόρο Χ. Π., όφελος ύψους 16.000 ευρώ, η Μ. Π. αποκόμισε για τον εαυτό της όφελος 16.000 ευρώ, ο δικηγόρος Χ. Π. αποκόμισε για τον εαυτό του όφελος 16.000 ευρώ και ο Κ. Π. αποκόμισε, όχι για τον εαυτό του, αλλά για τη θυγατέρα του Α.-Χ., όφελος 32.000 ευρώ. Η μικρότερη μερίδα του δικηγόρου Χ. Π. και της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ. Π.-Μ., οφειλόταν στο ότι σ' αυτό το ποσό είχε προσυμφωνηθεί η αμοιβή τους για τις υπηρεσίες που προσέφεραν κατά την προπεριγραφείσα διαδικασία πωλήσεως του ακινήτου, προδήλου όντος ότι ποτέ δεν είχε μεταβιβάσει επί του ακινήτου - έστω ατύπως - η Α. χήρα Φ. Π. ποσοστό 1/4 στους Ν. Π. και Μ. Π.. 2. Η εκκαλούσα Χ. Σ. - Ι., στην Θεσσαλονίκη, την 2.12.2003, γνωρίζοντας και αποδεχόμενη τον προπεριγραφέντα σχεδιασμό της απάτης των προαναφερθέντων κατηγορουμένων, υπό την ιδιότητα της αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, αφού συνέταξε ψευδές κατά περιεχόμενο ως προς την έκταση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, το χορήγησε στους πωλητές Α.-Χ. Π., Φ. Π., Ν. Π. και Μ. Π., καθώς και στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χ. Π., που το επισύναψαν, όπως απαραιτήτως προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 Ν. 651/1977, στο προαναφερθέν υπ' αρ. .../2.12.2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη περί πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου στον εγκαλούντα Α. Ι. αντί τιμήματος 96.000 ευρώ, αφενός μεν εμφανίζοντας ψευδώς στο άνω σχεδιάγραμμα το πωλούμενο - επίδικο ακίνητο ως αυτοτελές και διηρημένο οικόπεδο εκτάσεως 1.034,40 m², σύμφωνα με παλαιά ιδιωτική κατάτμηση του έτους 1940, η οποία όμως είχε ακυρωθεί από το έτος 1958/1959 και δεν ίσχυε έκτοτε, ενώ κατά το χρόνο συντάξεως του τοπογραφικού σχεδιαγράμματος (Οκτώβριος 2003) το επίδικο αποτελούσε τμήμα ενιαίου γεωτεμαχίου εμβαδού 6.808 m², όπως προέκυπτε από τα εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια, αφετέρου δε δηλώνοντας ψευδώς στο ίδιο σχεδιάγραμμα, ότι το επίδικο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ στην πραγματικότητα ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτό υφίστατο ως αυτοτελές οικόπεδο, θα ήταν μεν άρτιο, αλλά ουχί οικοδομήσιμο, καθόσον προς τούτο απαιτείτο σύνταξη πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού με την καταβολή των αντιστοίχων αποζημιώσεων μνημονευομένη υποχρεωτικά επί του σχεδιαγράμματος, στο οποίο όμως ουδεμία σχετική μνεία υπήρχε. Έτσι η εκκαλούσα - κατηγορουμένη με τα ανωτέρω ψεύδη ενίσχυε αποφασιστικά την βούληση του εγκαλούντος Α. Ι. να αγοράσει το ακίνητο, σκοπεύοντας να προσπορίσει ,στους εντολείς της, λοιπούς κατηγορουμένους, περιουσιακό όφελος ύψους 96.000 ευρώ με ισόποση ζημία του ανωτέρω παθόντος. Ας σημειωθεί ότι μόλις ο μηνυτής ανακάλυψε το νομικό ελάττωμα του αγορασθέντος επιδίκου επισκέφθηκε το γραφείο της υπόψη κατηγορουμένης στην οδό ..., όπου η τελευταία του υποσχέθηκε να ερευνήσει το ζήτημα που είχε ανακύψει, πλην όμως έκτοτε απέφυγε οποιαδήποτε νέα συνάντηση, ακόμη και τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, παρά δε την νομίμως επιδοθείσα από 13.11.2006 κλήση του προς αυτήν να εξετασθεί σχετικά ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη συζήτηση στις 13.12.2006 της υπ' αρ. 51592/15,12.2005 αγωγής του κατά των τεσσάρων πωλητών του επιδίκου, η κατηγορουμένη ουδόλως εμφανίσθηκε. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η τελευταία συμμετέχει από το 1995 ως ετερόρρυθμο μέλος (με ποσοστό από το 1999, 17.50%) στη εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Π. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ", με διακριτικό τίτλο "ΟΡΘΟΜΕΤΡΙΚΗ" και με σκοπό - πλην των λοιπών - την ανάληψη τοπογραφικών μελετών και ότι ο ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής- και εκπρόσωπος αυτής Π. Α. του Β. κατέθεσε ένορκα στις 19.4.2004 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια εκδικάσεως της προαναφερθείσης στο εδάφιο Γ.1. της παρούσης υπ' αρ. 5210/11.2.2002 αγωγής των εγγραφέντων στο Κτηματολόγιο ως συγκυρίων ευρύτερης (συμπεριλαμβάνουσας το επίδικο) εκτάσεως 6.808 μ2 Ν. -Σ. Σ., Δ. Τ. κ.λ.π. και μάλιστα ως μάρτυρας των εναγόντων, ως γνωρίζει το άνω μείζον ακίνητο, ότι είναι οικόπεδο ενταγμένο στο σχέδιο από το 1940 ,εκτάσεως σήμερα 6.800 μ2, ότι οι ενάγοντες το είχαν αγοράσει από την Κοινότητα Χορτιάτη το 1966, ότι ο ίδιος ως τοπογράφος το είχε μετρήσει και οριοθετήσει το έτος 1990 και ότι οι ενάγοντες ασκούσαν εξ αδιαιρέτου πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού και πριν το 1990. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις και παρά τη σχετική άρνηση της κατηγορουμένης, βάσιμα μπορεί να πιθανολογηθεί, ότι αυτή γνώριζε την επελθούσα μετά το 1940 και συγκεκριμένα το 1958 μεταβολή της καταστάσεως του επιδίκου στο οικοδομικό τετράγωνο 9 του Δήμου Χορτιάτη, η οποία είχε σαφώς αποτυπωθεί στο σαφώς προσιτό στην ίδια εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου. 3. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο μηνυτής, δια της δικηγόρου του, έχοντας εντοπίσει, έγκαιρα, πριν την πώληση το υπ' αρ. .../1940 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Καρυοφύλλη, δυνάμει του οποίου η Α. συζ. Φ. Π. είχε αγοράσει το επίδικο, γνώριζε ήδη ότι επίδικο δεν ήταν αυτοτελές και διηρημένο, αλλά τμήμα μεγαλύτερου οικοπέδου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, αφού σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο το επίδικο συνόρευε "γύρωθεν με οδόν... και με τα υπ' αριθμ. δύο, οκτώ, εννέα και τέσσερα οικόπεδα του άνω τετραγώνου, αποτελεί δε τμήμα μεγάλου γηπέδου περιελθόντος αυτώ δυνάμει των" ρητά στο κείμενο αναφερομένων τριών συμβολαίων του ίδιου συμβολαιογράφου. Έτσι εκείνο που συνάγεται είναι ότι ο τότε πωλητής Β. Χ. είχε αποκτήσει μέσα στο υπ' αρ. 9 οικοδομικό τετράγωνο πέντε όμορα αυτοτελή οικόπεδα (τα υπ' αρ. 2, 3, 8, 9 και 4) δυνάμει τριών συμβολαίων. Για να διαπιστωθεί τι πράγματι είχε γίνει έπρεπε να προχωρήσει ο έλεγχος περαιτέρω και στους τίτλους κτήσεως του δικαιοπαρόχου της Α. Π., δηλ. του Β. Χ.. Πλην όμως είναι εντελώς ασύνηθες στους νομικούς κύκλους, ενόψει ακριβώς της 20ετούς έκτακτης χρησικτησίας, να εντοπισθεί τίτλος δικαιοπαρόχου προ 63 των, όπως στην υπόψη περίπτωση, και εν τούτοις να συνεχισθεί ο έλεγχος των τίτλων κτήσεως μέχρι των απωτάτων δικαιοπαρόχων. 4. Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα ανεπιτρέπτως κατ' αρθρ. 364 παρ. 2β ΚΠΔ. έλαβε υπόψη του την υπ' αρ. 2393/2008 επιβαρυντική γι' αυτούς απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καίτοι εναντίον της εκκρεμεί αναίρεση. Όμως η αληθής έννοια της άνω διατάξεως ουδόλως είναι, ότι εάν δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έγγραφα από άλλη δίκη. Ειδικότερα είναι σαφές ότι η διάταξη ρυθμίζει μόνο την περίπτωση αναγνώσεως εγγράφων από άλλη, ποινική ή πολιτική, δίκη εφόσον έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, οπότε στην περίπτωση αυτή απαιτείται ν' αποφανθεί το δικαστήριο ότι το έγγραφο είναι χρήσιμο προς ανακάλυψη της αληθείας, ακριβώς επειδή η υπόθεση έχει ήδη κριθεί και σκοπείται η αποφυγή άλλης κρίσεως για τα ήδη κριθέντα. Έτσι, στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση η ανάγνωση είναι σαφώς επιτρεπτή, όπως κάθε άλλου εγγράφου (βλ. Α.Π. 1326/1999 - Α.Π. 1305/2000 - Α.Π. 762/2004 - ΚΟΝΤΑΞΗΣ "Κ.Π.Δ.", 2006, τ. Β', 2289). 5. Κατά τα λοιπά αναφερόμαστε και παραπέμπουμε στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του προσβαλλόμενου υπ' αρ. 764/16.7.2009 βουλεύματος. Δ. Ύστερα από τα προεκτεθέντα ευχερώς συνάγεται ότι το συμβούλιο Πλημμελειοδικών που παρέπεμψε τους τρεις εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για απάτη κατά συναυτουργία από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000 ευρώ (τους 1° και 2° εφεσείοντες) και για άμεση σ' αυτή συνεργεία (την 3η εκκαλούσα) δηλ. για παράβαση των άρθρων 14, 18, 26 παρ. 1°, 27, 45, 46 παρ. 1β, 51, 52, 60, 63, 79, 386 παρ. 1, 3α ΠΚ, όπως η παρ. 3 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 11 Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999 και διατήρησε τους περιοριστικούς όρους που επιβλήθηκαν στον 2° εκκαλούντα Χ. Π. δυνάμει της υπ' αρ. 34/13.5.2009 διατάξεως του 4ου Τακτικού Ανακριτή Θεσσαλονίκης, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα οι εφέσεις των κατηγορουμένων Ν. Π. ,Χ. Π. και Χ. Σ. -Ι. να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διαταξεις ..." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικώς με την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις δια την στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Ειδικότερα: α) εκτίθεται η συναυτουργική τέλεση υπό του αναιρεσείοντος, της εν γνώσει των παραστάσεως προς τον εγκαλούντα των προαναφερθέντων ψευδών γεγονότων ως αληθών β) με την παραδοχή της εμπλοκής του πατρός του, στην έκδοση της εικονικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ,τον οποίον εκπροσωπούσε σ' αυτό αλλά και του ιδίου, ως πληρεξούσιου δικηγόρου, επαρκώς συνάγεται η γνώση του, ως προς την αναλήθεια των προς τον εγκαλούντα παραστάσεων, από το ότι στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών (ΑΠ1940/2007), είναι δε αβάσιμες οι περί αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Επίσης η αιτίαση του προαναφερθέντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού σε σχέση με την αντιστοιχία του ποσού του οφέλους που προσπόρισαν οι κατηγορούμενοι στους εαυτούς τους και αντιστοίχως της προξενηθείσας ζημιάς, καθόσον στο μεν σκεπτικό (στις σελίδες 13, 14) του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται, ότι το συνολικό όφελος όλων των κατηγορουμένων και κατ' επέκταση η ζημία του μηνυτή ανέρχεται στο ποσό των 112.000 € κατά δε την αποδιδόμενη σε βάρος τους κατηγορία η προξενηθείσα ζημιά ανέρχεται στο ποσό των 96.000 ευρώ, είναι αβάσιμη ,και οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά την καθαρογραφή του βουλεύματος δεδομένου ότι στο σκεπτικό δεν αναγράφεται το ποσό τον 32000€, που έλαβε ο δεύτερος των κατηγορουμένων Φ. Π. . Τούτο προκύπτει τόσο από την επιτρεπτή επισκόπηση της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών στην οποία έχει σημειωθεί η απόφανση του Συμβουλίου μετά την διάσκεψη, όσο και από το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος (σελ 23) στο οποίο συμπληρωματικά παραπέμπει το προσβαλλόμενο βούλευμα(σελ 20). Εν τέλει το ποσό της προξενηθείσας ζημίας πράγματι ανέρχεται στις 96.000 € ( Α. -Χ. Π. 32000€, Φ. Π. 32000 €, Χ. Π. 16000€, και Μ. Μ. -Π. 16000€ = 96000€ ). Τέλος αβάσιμη είναι η αιτίασή του ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του το με ημερομηνία 7-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε μεταξύ των κατηγορουμένων και του μηνυτή από το οποίο προκύπτει η γνώση αυτού της απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία εμφανίζονταν όλοι οι κατηγορούμενοι ως συνιδιοκτήτες του επιδίκου, καθόσον βεβαιώνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ελήφθησαν υπόψη " όλα τα έγγραφα του φακέλου" της δικογραφίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά στο παραπάνω έγγραφο -κατά τα προεκτεθέντα - .Εξάλλου το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού έχει ληφθεί υπόψη και έχει εκτιμηθεί -ανελέκτως αναιρετικά- στα πλαίσια της εκτίμησης της εγκλήσεως δεδομένου ότι σ' αυτή γίνεται παραδοχή του περιεχόμενου του παραπάνω συμφωνητικού εκ μέρους του εγκαλούντος . Επειδή συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί κατ' ουσία να επιβληθούν δε τα εκ διακοσίων είκοσι (220)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 476 § 1και αρθ. 583 §1 Κ.Π.Δ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ 21/12-7-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ. Π. του Ν. και της Α., Δικηγόρου, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 664/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος . Αθήνα, 15-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 §1 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης τελείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3β του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ., (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999), η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ. ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση ή το βούλευμα οι επιμέρους πράξεις καθενός από αυτούς. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεία, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται, εν όλω ή εν μέρει, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 664/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα, και τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' βαθμού Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης από κοινού, εκ της οποίας περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 73.000 ευρώ και ανέρχονται σε 96.000 ευρώ. Ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος όπως και τις όμοιες των συγκατηγορουμένων του Ν. Π. και Χ. Σ., και επικύρωσε το πρωτόδικο υπ' αριθ. 764/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση στην οποία εκτίθενται, μεταξύ άλλων που δεν αφορούν στον αναιρεσείοντα, τα εξής: "1. Οι 1ος και 2ος εκκαλούντες Ν. και Χ. Π. από κοινού με τους: (ι) Π. Α.-Χ. του Κ. και της Φ.-Φ., γεν. το 1965, οικοκυράς, κατοίκου ... (...), (ιι) Π. Φ. του Α. και Ε., γεν. το 1961, καθηγητή Α.Ε.Ι., κατοίκου ομοίως, (ιιι) Π. Μ. του Π. και Φ., συζ. Γ. Μ., γεν. στη Μυτιλήνη στις 14.9.1940, αρχιτέκτονος-μηχανικού, κατοίκου ... (...) και (ιν) Π. Κ. του Φ. και Α., γεν. το 1934, συνταξιούχου, κατοίκου ... (...), στη Θεσσαλονίκη, στις 7.11.2003, 25.11.2003 και 2.12.2003, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ι. Α. του Χ., γεν. το 1962, τραπεζικό υπάλληλο, ... ότι η Α. - Χ. Π., ο Φ. Π., ο Ν. Π. και η Μ. Π. είναι συγγενείς και συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του υπ' αρ. 3 αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου έκαστος 1.034,40 μ2, στη θέση "..." και στο υπ' αρ. 9 οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου Χορτιάτη Ν. Θεσσαλονίκης, την συγκυριότητα του οποίου απέκτησαν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ύστερα από αδιάλειπτη διακατοχή, οι μεν δύο πρώτοι από το έτος 1980, οι δε δύο τελευταίοι από το έτος 1940, όταν τους το μεταβίβασε ατύπως κατά τα ανωτέρω ποσοστά η έχουσα αποβιώσει από 7.1.1988 Α. χήρα Φ. Π., το γένος Σ. Δ., γιαγιά των δύο πρώτων, όπως βεβαιωνόταν στην νομίμως έχουσα ήδη μεταγραφεί υπ' αρ. 697/1.2.2002 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί ύστερα από την υπ' αρ. 2854/27.7.2001 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των προαναφερθέντων τεσσάρων συγκυρίων (εκπροσωπηθέντων από τον εκκαλούντα δικηγόρο Χ. Π.), ερήμην του εναγομένου Χ. Β. του Θ., κατοίκου ... και της οποίας αποφάσεως το κύρος και την αλήθεια αναγνώρισαν δυνάμει της υπ' αρ. .../25.11.2003 δηλώσεώς τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, τόσο, ο προαναφερθείς Κ. Π., πατέρας της πρώτης συγκυρίας, όσο και η Ε. χήρα Α. Π., το γένος Δ. Μ., γεν. το 1932, κάτοικος Θεσσαλονίκης και ήδη αποβιώσασα από 25.6.2005, μητέρα του δεύτερου συγκυρίου. Έτσι οι υπόψη εκκαλούντες Ν. και Χ. Π., μαζί με τους λοιπούς προαναφερθέντες κατηγορουμένους, έπεισαν τον εγκαλούντα Α. Ι. να αγοράσει το προπεριγραφέν ακίνητο, αντί τιμήματος 96.000 Ευρώ, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αρ. .../2.12.2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, κατά την σύνταξη του οποίου οι προαναφερθέντες "συγκύριοι" Α.-Χ. Π., Φ. Π. και Μ. Π. Παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, ενώ ο Ν. Π. εκπροσωπήθηκε από τον υιό του κατηγορούμενο, ήδη εφεσείοντα, Χ. Π. (δυνάμει του υπ' αρ. .../21.11.2003 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Βουλγαράκη), ο οποίος μάλιστα κατήρτισε το σχέδιο του συμβολαίου πωλήσεως και το υπέγραψε ως δικηγόρος των πωλητών. Ακολούθως ο εγκαλών έχοντας προκαταβάλει στις 7.11.2003 το ποσόν των 2.000 ευρώ, κατέβαλε κατά την υπογραφή του συμβολαίου, ποσόν 44.000 ευρώ (14.000 ευρώ σε μετρητά και τις καλυμμένες υπ' αρ. ... και ... επιταγές της τραπέζης ΑΛΦΑ, αντιστοίχως ποσού 20.000 ευρώ και 10.000 ευρώ) και στις 4.2.2004 το υπόλοιπο ποσόν των 50.000 ευρώ που δανείσθηκε από την ίδια τράπεζα, συνταχθείσης από την ίδια συμβολαιογράφο της υπ' αρ. .../4.2.2004 πράξεως εξοφλήσεως του τιμήματος. Τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή, διότι στην πραγματικότητα οι φερόμενοι ως συγκύριοι πωλητές κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων ο εκκαλών Ν. Π.), όπως οι ίδιοι και οι λοιποί προαναφερθέντες κατηγορούμενοι γνώριζαν (δηλ. ο εκκαλών δικηγόρος Χ. Π., αλλά και ο Φ. Π.), δεν είχαν κανένα δικαίωμα κυριότητας επί του πωληθέντος ακινήτου, ούτε ποτέ είχαν ασκήσει σ' αυτό οποιαδήποτε πράξη νομής, αφού μέχρι το 2002 αγνοούσαν και την ύπαρξη του, ούτε ήταν δυνατόν σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις να έχουν αποκτήσει, ως ανήλικοι, τη νομή στους αναφερόμενους στην απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης χρόνους, αφού το 1980 η Α.-Χ. Π. ήταν 15 ετών και ο Φ. Π. 19 ετών, ενώ το 1940 ο Ν. Π. ήταν 15 ετών και η Μ. Π. μόλις είχε γεννηθεί, μάλιστα οι δύο τελευταίοι ουδεμία συγγένεια είχαν με τους δύο πρώτους. Περαιτέρω το πωληθέν ακίνητο δεν ήταν αυτοτελές και διηρημένο οικόπεδο αλλά τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως 12.040 μ2, η οποία είχε αγοράσει δυνάμει του υπ' αρ. .../1942/1938 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Καρυοφυλλη, από την κοινότητα Χορτιάτη, ο Β. Κ. Χ., ο οποίος εν συνεχεία την κατέτμησε παράνομα και μεταβίβασε τμήματα αυτής σε άλλους ιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ("οικόπεδο 1000 μ2 περίπου) στην Α. συζ. Φ. Π., το γένος Σ. Δ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. .../22.6.1940 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, πλην όμως δυνάμει των μεταγραφεισών μόνο στην μερίδα του Β. Χ. υπ' αρ. Τ. 49205/1958 και Τ. 70078/1959 αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, ο προαναφερθείς είχε κηρυχθεί έκπτωτος, χωρίς καταβολή αποζημιώσεως. Ακολούθως η έχουσα τη νομή και κυριότητα του επιδίκου Κοινότητα Χορτιάτη (ήδη Δήμος) μεταβίβασε ευρύτερη έκταση 9.450 πι2, περιλαμβάνουσα το επίδικο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αρ. .../1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Τσαμούδη, στους Γ.-Α. Σ., Β. Τ. κ.λ.π., ως συγκυρίους εξ αδιαιρέτου, ενώ οι σημερινοί νόμιμοι διάδοχοι των τελευταίων, δηλ. οι Ν.-Σ. Σ., Δ. Τ. κ.λ.π., έχουν εγγραφεί νομίμως στο Κτηματολογικό Γραφείο Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης ως συγκύριοι του υπ' αρ. ΚΑΕΚ ... ενιαίου γεωτεμαχίου εμβαδού 6.808 μ2 (στο οποίο εμπίπτει το επίδικο), έχοντας μάλιστα ασκήσει ενώπιον το Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αρ. 5210/11.2.2002 (εκκρεμή ακόμη) αγωγή διεκδικητική και αναγνωρίσεως ακυρότητας δικαιοπραξίας εναντίον άλλων φερομένων ως συγκυρίων του ανωτέρω γεωτεμαχίου (Α. Χ. κ.λ.π.). Στην ανωτέρω πράξη προέβησαν οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 96.000 ευρώ, προξενώντας ισόποση ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και ειδικότερα, όπως είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους, η Α.-Χ. Π. αποκόμισε για τον εαυτό της όφελος 32.000 ευρώ, ο Ν. Π. αποκόμισε, όχι για τον εαυτό του αλλά για τον υιό του δικηγόρο Χ. Π., όφελος ύψους 16.000 ευρώ, η Μ. Π. αποκόμισε για τον εαυτό της όφελος 16.000 ευρώ, ο δικηγόρος Χ. Π. αποκόμισε για τον εαυτό του όφελος 16.000 ευρώ και ο Κ. Π. αποκόμισε, όχι για τον εαυτό του, αλλά για τη θυγατέρα του Α.-Χ., όφελος 32.000 ευρώ. Η μικρότερη μερίδα του δικηγόρου Χ. Π. και της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ. Π.-Μ., οφειλόταν στο ότι σ' αυτό το ποσό είχε προσυμφωνηθεί η αμοιβή τους για τις υπηρεσίες που προσέφεραν κατά την προπεριγραφείσα διαδικασία πωλήσεως του ακινήτου, προδήλου όντος ότι ποτέ δεν είχε μεταβιβάσει επί του ακινήτου - έστω ατύπως - η Α. χήρα Φ. Π. ποσοστό 1/4 στους Ν. Π. και Μ. Π.... Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο μηνυτής δια της δικηγόρου του, έχοντας εντοπίσει έγκαιρα πριν την πώληση το υπ' αρ. .../1940 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Καρυοφύλλη, δυνάμει του οποίου η Α. συζ, Φ. Π. είχε αγοράσει το επίδικο, γνώριζε ήδη ότι επίδικο δεν ήταν αυτοτελές και διηρημένο, αλλά τμήμα μεγαλύτερου οικοπέδου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, αφού σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο το επίδικο συνόρευε "γύρωθεν με οδόν... και με τα υπ' αριθμ. δύο, οκτώ, εννέα και τέσσερα οικόπεδα του άνω τετραγώνου, αποτελεί δε τμήμα μεγάλου γηπέδου περιελθόντος αυτώ δυνάμει των" ρητά στο κείμενο αναφερομένων τριών συμβολαίων του ίδιου συμβολαιογράφου. Έτσι εκείνο που συνάγεται είναι ότι ο τότε πωλητής Β. Χ. είχε αποκτήσει μέσα στο υπ' αρ. 9 οικοδομικό τετράγωνο πέντε όμορα αυτοτελή οικόπεδα (τα υπ' αρ. 2, 3, 8, 9 και 4) δυνάμει τριών συμβολαίων. Για να διαπιστωθεί τι πράγματι είχε γίνει έπρεπε να προχωρήσει ο έλεγχος περαιτέρω και στους τίτλους κτήσεως του δικαιοπαρόχου της Α. Π., δηλ. του Β. Χ.. Πλην όμως είναι εντελώς ασύνηθες στους νομικούς κύκλους, ενόψει ακριβώς της 20ετούς έκτακτης χρησικτησίας, να εντοπισθεί τίτλος δικαιοπαρόχου προ 63 ετών, όπως στην υπόψη περίπτωση, και εν τούτοις να συνεχισθεί ο έλεγχος των τίτλων κτήσεως μέχρι των απωτάτων δικαιοπαρόχων. Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα ανεπιτρέπτως κατ' αρθρ. 364 παρ. 2β ΚΠΔ. έλαβε υπόψη του την υπ' αρ. 2393/2008 επιβαρυντική γι' αυτούς απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καίτοι εναντίον της εκκρεμεί αναίρεση. Όμως η αληθής έννοια της άνω διατάξεως ουδόλως είναι, ότι εάν δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έγγραφα από άλλη δίκη. Ειδικότερα είναι σαφές ότι η διάταξη ρυθμίζει μόνο την περίπτωση αναγνώσεως εγγράφων από άλλη, ποινική ή πολιτική, δίκη εφόσον έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, οπότε στην περίπτωση αυτή απαιτείται ν' αποφανθεί το δικαστήριο ότι το έγγραφο είναι χρήσιμο προς ανακάλυψη της αληθείας, ακριβώς επειδή η υπόθεση έχει ήδη κριθεί και σκοπείται η αποφυγή άλλης κρίσεως για τα ήδη κριθέντα. Έτσι, στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση η ανάγνωση είναι σαφώς επιτρεπτή, όπως κάθε άλλου εγγράφου". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για το ανωτέρω έγκλημα, που κρίθηκα αυτός παραπεμπτέος το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 386 §1, 3β ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε αξιολογήσεως ενός εκάστου εξ' αυτών. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) αιτιολογείται πλήρως ο δόλος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και μάλιστα η εν γνώσει του, από κοινού με τους λοιπούς συναυτουργούς, παραπλάνηση του εγκαλούντος-αγοραστού του άνω ακινήτου ότι το ακίνητο ανήκε στους συγκατηγορουμένους του Α.-Χ. Π., Φ. Π., Ν. Π. και Μ. Π.. Περαιτέρω, η γνώση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου αιτιολογείται ειδικώς με τις παραδοχές ότι αυτός, ως πληρεξούσιος δικηγόρος των άνω συγκατηγορουμένων του, είχα ασκήσει την υπ' αριθ. 2854/27-7-2001 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 697/2002 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, στην οποία εξέθετε, πλην άλλων, ότι ο πατέρας του Ν. Π. νεμόταν το 1/4 του ακινήτου από το έτος 1940 και ότι ο πατέρας του ήταν συγγενής των λοιπών συγκατηγορουμένων του, οπότε γνώριζε από ίδια αντίληψη ότι τα όσα δήλωσε στον εγκαλούντα ήταν ψευδή, ενόψει δε των παραδοχών αυτών, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, σχετικά με την γνώση, περιστατικών, β) από το περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος, με την αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, σαφώς προκύπτει ότι η προξενηθείσα ζημία στον εγκαλούντα και το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της Α.-Χ. Π., Φ. Π., Χ. Π. (αναιρεσείοντος) και Μ. Π., ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 96.000 ευρώ, όπως και το πρωτόδικο βούλευμά του δέχθηκε, στο οποίο συμπληρωματικώς παραπέμπει το προσβαλλόμενο βούλευμα, η δε αναφορά αναλυτικώς του ποσού που καθένας από τους άνω παράνομα ωφελήθηκε, τα οποία προστιθέμενα δίνουν άθροισμα 112.000 ευρώ, προδήλως σε παραδρομή οφείλεται, γ) από το προοίμιο του σκεπτικού, με την αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, προκύπτει ότι το Συμβούλιο οδηγήθηκε στην άνω κρίση του αφού έλαβε υπόψη όλα τα συγκεντρωθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και το από 7-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει ειδική μνεία για το έγγραφο αυτό. Η αιτίαση ότι δεν εκτιμήθηκαν όλα τα περιστατικά από τα οποία προέκυπτε γνώση του εγκαλούντος της 697/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και της γνώσεως του εγκαλούντος ως προς το διαμορφωθέν ιδιοκτησιακό καθεστώς του πωλουμένου ακινήτου, είναι απαράδεκτη διότι πλήττει, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 484 §1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 21/12 Ιουλίου 2010 αίτηση του Χ. Π. του Ν., περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 664/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη από κοινού. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 158/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α.Τ. του Α., κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με συγκατηγορούμενο τον Γ.Μ. του Τ. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 648/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5§1 περ. β' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - Ν. 3459/2006), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με την προβλεπόμενη σ' αυτό ποινή καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, μεταφέρει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών, κατά την έννοια του νόμου αυτού, περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (άρθρο 4 § 3 πιν. Α' αριθ. 6 του Ν 1729/1987 και ήδη άρθρο 1§2 πιν. Α' αριθ. 6 του ως άνω Κώδικα). Μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που ο άλλος διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση της τελέσεως από αυτόν ορισμένης άδικης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απλής συνέργειας σε μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και χρηματική πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα εξής: Την 25-10-2007 και περί ώρα 03.30', οι κατηγορούμενοι Γ.Μ. και Α.Τ. (αναιρεσείων), στην επαρχιακή οδό ...- ..., παρείχαν με πρόθεση συνδρομή στους B.G. και άλλους τρεις, των οποίων τα στοιχεία δεν εξακριβώθηκαν, λόγω του ότι διαφεύγουν τη σύλληψη, στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω, χωρίς να έχουν οι ίδιοι αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, ενήργησαν ως προπομποί του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας AUDI, ιδιοκτησίας Β.Γ., το οποίο οδηγούσε ο B.G. και συνεπέβαινε άτομο, αγνώστων στοιχείων, ως συνοδηγός, εντός του οποίου ανευρέθηκαν τέσσερις (4) σάκοι, με σαράντα δύο (42) συσκευασίες ινδικής κάνναβης (σε φούντα), συνολικού βάρους 133.510 γραμμαρίων με τα περιτυλίγματα. Η εν λόγω ποσότητα ήταν τοποθετημένη στο οπίσθιο κάθισμα του προαναφερομένου οχήματος, ενώ οι κατηγορούμενοι γνωρίζοντες την ύπαρξη των ναρκωτικών ουσιών, προπορευόταν με σκοπό να ενημερώνουν με τον τρόπο αυτό για τυχόν εμφάνιση αστυνομικών στην πορεία τους, με ένα GOLF ΙΧΕ αυτοκίνητο, χρώματος μπλε. Τα ως άνω πραγματικά προκύπτουν αβίαστα από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας - αστυνομικών Κ.Κ. και Α.Γ., οι οποίοι αναφέρουν, ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τι μετέφεραν τα οχήματα που ακολουθούσαν, ενώ δεν αναιρούνται από τις αόριστες και ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι αναφέρονται γενικώς στην προσωπικότητα των κατηγορου-μένων". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απλής συνέργειας στη μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση σε τι συνίσταται η απλή συνέργεια του αναιρεσείοντος στη μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους 133.510 γραμ.), την οποία τέλεσαν ο B.G. και άλλοι τρεις, αγνώστων στοιχείων, ήτοι ότι αυτός γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών και, επιβαίνοντας, μαζί με το συγκατηγορούμενό του Γ.Μ., επί ενός αυτοκινήτου, προπορευόταν του αυτοκινήτου που μετέφερε τα ναρκωτικά, με σκοπό να ενημερώνει, με τον τρόπο αυτό, για τυχόν εμφάνιση αστυνομικών στην πορεία τους. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού 1) δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζονται τα στοιχεία των φυσικών αυτουργών της πράξεως της μεταφοράς ναρκωτικών, τοσούτω μάλλον, καθόσον τα στοιχεία αυτών, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν εξακριβώθηκαν, γιατί αυτοί διέφυγαν τη σύλληψη, β) διευκρινίζεται ότι οι αυτουργοί ήταν τέσσερις (ο B.G. και άλλοι τρεις), χωρίς να δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή ότι στο υπ' αριθ. ...ΙΧΕ αυτοκίνητο, του οποίου προπομπός ήταν ο αναιρεσείων και το οποίο οδηγούσε ο B.G., συνεπέβαινε άλλο ένα άτομο ως συνοδηγός, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, πλην του αυτοκινήτου αυτού, υπήρχαν και άλλα οχήματα που ακολουθούσαν, γ) από την παραδοχή ότι, κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων - αστυνομικών, οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τι μετέφεραν "τα οχήματα που ακολουθούσαν" δεν δημιουργείται αντίφαση με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενήργησε ως προπομπός του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο είχαν τοποθετηθεί οι συσκευασίες ινδικής κάνναβης, καθόσον η απλή συνέργεια αυτού συνίστατο ακριβώς στο ότι αυτός ήταν προπομπός του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου, στο οποίο και βρέθηκαν και κατασχέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες, για τις οποίες και μόνο καταδικάσθηκε, και δεν ασκεί επιρροή ούτε ο συνολικός αριθμός των οχημάτων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά, ούτε αν και στα λοιπά υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες, δ) επαρκώς αιτιολογείται τόσο η γνώση του αναιρεσείοντος ότι ενεργείτο μεταφορά ναρκωτικών, όσο και ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων παρέσχε στους αυτουργούς απλή συνδρομή, με την παραδοχή ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο μεταφοράς των ναρκωτικών, ότι αυτός γνώριζε τι μετέφεραν τα οχήματα και ότι προπορευόταν του παραπάνω αυτοκινήτου με σκοπό να ενημερώνει για τυχόν εμφάνιση αστυνομικών, ε) δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται από ποιο σημείο μέχρι ποιου σημείου της Επικρατείας έλαβε χώραν η μεταφορά, καθόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το ως άνω όχημα, με το οποίο διενεργείτο η μεταφορά, καθώς και εκείνο που προπορευόταν, βρίσκονταν, κατά το χρόνο του αστυνομικού ελέγχου, σε κίνηση και, επομένως, τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μετακινούνταν μέσα στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς να ασκεί επιρροή η απόσταση, την οποία είχαν σκοπό να διανύσουν ή είχαν ήδη διανύσει οι αυτουργοί και οι απλοί συνεργοί και στ) οι με αριθ. πρωτ. 048/000/1383/07/26.10.2007, 048/000/1460/07/5.11.2007 και 048/000/1459/07/5.11.1007 εκθέσεις εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας Κοζάνης, οι οποίες αναφέρονται στα πρακτικά της αποφάσεως υπό τους αριθμούς 6, 7 και 8 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων και των οποίων προβάλλεται η μη ειδική μνημόνευση, οπουδήποτε του σκεπτικού, αν και αποτελούν το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, δεν ήταν αναγκαίο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και εντεύθεν να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία της αποφάσεως από απόψεως αποδεικτικών μέσων, να μνημονευθούν και να αξιολογηθούν ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι οι εκθέσεις αυτές λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, αφού το συμπέρασμά τους, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, ήτοι ότι τα εξετασθέντα δείγματα φυτικών αποσπασμάτων ήταν φυτικά αποσπάσματα ινδικής κάνναβης, δεν είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, αλλά ταυτίζεται με εκείνο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, καθώς και ασάφεια ως προς το αν λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Απριλίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 3040/2010) αίτηση του Α.Τ. του Α., για αναίρεση της υπ` αριθ. 8/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για απλή συνεργεία σε μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται να αναφέρονται τα στοιχεία των αυτουργών ούτε από ποιο μέχρι ποιου σημείου της Επικράτειας μεταφέρθηκαν τα ναρκωτικά. Οι εκθέσεις της Χημικής Υπηρεσίας δεν ήταν αναγκαίο να μνημονευθούν ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως, καθόσον δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, αφού το συμπέρασμα τους ταυτίζεται με τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
1
Αριθμός 173/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ --- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, για αναίρεση της με αριθμό 69/2010 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Φ. Κ., ..., που δεν παρέστη. Το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 852/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται ο) ξένο ολικά η εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούναι: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την προπαρατεθείσα ποινική διάταξη με την οποία προστατεύεται η περί υπομνήματα δημόσια πίστη και η ασφάλεια των συναλλαγών, προκύπτει ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αρχήθεν κατάρτιση πλαστού εγγράφου εκ μέρους του υπαιτίου, που εμφανίζει ότι αυτό (έγγραφο) καταρτίσθηκε δήθεν από άλλο πρόσωπο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας και του περιεχομένου του, δυναμένη να γίνει δια της προσθήκης ή εξαλείψεως λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, περιλαμβάνων τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των απαρτιζόντων το έγκλημα πραγματικών περιστατικών και σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Ενώ, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Σ. Π. ήταν διευθυντικό στέλεχος της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΤΙΜΟ - ΤΡΟΦΙΜΑ - ΠΟΤΑ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και υπεύθυνος για την κατασκευή, διαμόρφωση, εξοπλισμό και προμήθεια των εμπορευμάτων τής επίσης στην Αθήνα εδρεύουσας εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Κ. - ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", την οποία συνέστησαν η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία και ο μηνυτής Φ. Κ., με εταιρική μερίδα 50% η κάθε πλευρά και με νόμιμους εκπροσώπους και συνδιαχειριστές τον μηνυτή και τον Φ. Π.. Κατά το χρονικό διάστημα από 19-2-2002 έως 15-3-2002 ο μηνυτής, κατόπιν συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, που ενεργούσε υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της ΕΠΕ, παρέδωσε στον τελευταίο το χρηματικό ποσό των 73.367,57 €, από το ποσόν δε αυτό ο κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με τον αδελφό του Δ. Π., διέθεσε για την αγορά, τον εξοπλισμό και τη λειτουργία του καταστήματος της Ε.Π.Ε. 57.873,50 €, το δε υπόλοιπο ποσό των 15.494,07 €, το οποίο κατά τη συμφωνία των μερών όφειλε να διαθέσει για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της Ε.Π.Ε., και παρά τις επανειλημμένες σχετικές οχλήσεις εκ μέρους του μηνυτή, δεν το διέθεσε για τον σκοπό αυτό, ούτε για άλλον εταιρικό σκοπό, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Περαιτέρω, κατά τις ημερομηνίες 15-3-2002, 19-5-2002 και 3-6-2002 ο μη κατηγορούμενος ήδη Ν. Σ., υπεύθυνος του λογιστηρίου της ειρημένης Ε.Π.Ε., κατάρτισε σε δύο αντίτυπα τις υπ' αριθμ. 19/15-3-2002, 29/19-5-2002 και 34/3-6-2002 αποδείξεις πληρωμής της ίδιας εταιρείας, ποσών 58.921,58 €, 5.920,49 € και 10.000 €, αντίστοιχα, θέτοντας κάτω από την ένδειξη "Ο ΕΙΣΠΡΑΞΑΣ" την υπογραφή του, χωρίς να εκπροσωπεί σχετικώς την εταιρεία και χωρίς να έχει καμίαν προς τούτο εντολή ή συναίνεση των νομίμων εκπροσώπων της, με αποτέλεσμα να δίδεται η εντύπωση ότι η εταιρεία αυτή (Ε.Π.Ε.) είχε λάβει από την ως άνω εταιρία "ΝΟΣΤΙΜΟ Α.Ε.Β.Ε." του κατηγορουμένου τα ανωτέρω ποσά για την αύξηση του εταιρικού της κεφαλαίου, εν συνεχεία δε έκανε χρήση των πλαστών αυτών αποδείξεων, παραδίδοντας το ένα αντίτυπο στην εταιρία "ΝΟΣΤΙΜΟ" και καταχωρώντας τις εν λόγω πλαστές αποδείξεις στα εμπορικά βιβλία και των δύο ως άνω εταιρειών. Ηθικός αυτουργός της άδικης αυτής πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο ειρημένος Ν. Σ. είναι ο κατηγορούμενος Σ. Π., ο οποίος, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες του και ενεργώντας με φορτικότητα, πειθώ, προτροπές και παραινέσεις, αλλά και με ψευδείς αναφορές ως προς τα βεβαιούμενα στις αποδείξεις στοιχεία, προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό Ν. Σ. την απόφαση να καταρτίσει τις προαναφερθείσες πλαστές αποδείξεις περί δήθεν εισφοράς στην ΕΠΕ εκ μέρους της Α.Ε. ΝΟΣΤΙΜΟ των αναφερομένων ποσών, τα οποία και ουδέποτε είχαν καταβληθεί. Ο ίδιος, τέλος, κατηγορούμενος και υπό τις ανωτέρω ιδιότητες του, την 29-3-2002 παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή ότι η συνολική δαπάνη για την αγορά, κατασκευή και τοποθέτηση του εξοπλισμού του ειρημένου καταστήματος της ΕΠΕ, που βρισκόταν επί της οδού ..., στη ..., ανερχόταν στο ποσό των 122.275,65 €, προσκομίζοντας σχετικώς και τα υπ' αριθμ. …,…και .../29-3-2002 τιμολόγια της εταιρείας "ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ", ποσού 25.358,20 €, 91.577,44 € και 5.340,01 €, αντίστοιχα, και έτσι έπεισαν τον μηνυτή να καταβάλει για λογαριασμό της "Φ. Κ. ΕΠΕ", την οποία εκπροσωπούσε, στην εταιρεία "ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ" το ανωτέρω συνολικό ποσό των 122.275,65 € εις πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του ως άνω τιμήματος. Τα περιστατικά, όμως, αυτά, ως προς το ύψος της δαπάνης, ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού η αληθής και πραγματική δαπάνη, την οποία και είχε καταβάλει ο κατηγορούμενος, για την ως άνω αιτία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 57.873,50 €, το οποίο ήδη έχει αναφερθεί στην αρχή του παρόντος σκεπτικού, ο δε μηνυτής αν γνώριζε το γεγονός αυτό δεν θα κατέβαλε στον κατηγορούμενο το επιπλέον του δαπανηθέντος ποσό των 64.402,15 €, κατά το οποίο και ζημιώθηκε η εταιρεία "Φ. Κ. Ε.Π.Ε.", με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ". Έτσι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται και δη την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση ποσού 15.494,07 ευρώ, που είναι ιδιαιτέρως μεγάλο, της ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση στην πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο Ν. Σ., και την πράξη της απάτης με προξενηθείσα ζημία 64.402,15 €, που είναι επίσης ιδιαιτέρως μεγάλη. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των πράξεων αυτών, όπως ορίζεται στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του Π.Κ., που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, της απάτης με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και της ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση σε πλαστογραφία με χρήση, κατ'εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 1 στοιχ. ε' ΠΚ και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκε από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 46 παρ. 1 στοιχ. α', 98, 216 παρ. 1, 375 παρ. 1 εδ. β', α', 386 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα στα οποία, με βεβαιότητα, περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς 6, 7, 8, 13, 32 και 33 διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο αναγνωσθέντα έγγραφα. Άρα, η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Η αιτίαση, εξάλλου, του αναιρεσείοντος ότι πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό επαναλαμβάνεται αυτούσιο το διατακτικό, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, ενόψει του ότι αυτό (διατακτικό) περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού, η προσβαλλόμενη απόφαση δε στερείται αιτιολογίας. Τέλος, αιτιολογούνται πλήρως και οι παραδοχές ότι ο αναιρεσείων ήταν διευθυντικό στέλεχος της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρείας, με την επωνυμία "ΝΟΣΤΙΜΟ - ΤΡΟΦΙΜΑ - ΠΟΤΑ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθώς και υπεύθυνος για την κατασκευή, διαμόρφωση, εξοπλισμό και προμήθεια των εμπορευμάτων της επίσης στην Αθήνα εδρεύουσας εταιρείας, με την επωνυμία "Φ. Κ. - ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ". Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση, εξάλλου, του λόγου αυτού ότι το Δικαστήριο δεν έκανε συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των απ' αυτά προκυψάντων περιστατικών, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και της επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358,364 και 369 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των έγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που καθιδρύει, κατά τα παραπάνω, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, επικαλλούμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του σε μη αναγνωσθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα σ'αυτά που λεπτομερώς διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο. Από την επιτρεπτή από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, αποδεικνύεται ότι όλα τα προδιαληφθέντα έγγραφα, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν και μάλιστα χωρίς καμμία αντίρρηση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, και συνεπώς ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο εν λόγω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, και, δεδομένου ότι δεν υφίσταται άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την, από 28 Απριλίου 2010, αίτηση του Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 69/2010 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (25) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο δικαστήριο απορρίπτοντα, ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 154/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Ν. του Σ., 2.Π. συζ. Θ. Ν., το γένος Μ., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βασιλειάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22794/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3037/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 29-9-2008 έκθεση, της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτου Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που ασκείται ατομικά από τους αναιρεσείοντες, που δεν ήσαν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 Ελλ.Δ 47.728, Ολ. ΑΠ 4/2005 ΕλλΔ 46.382. Εξ' άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1 ) ανθρώπινη συμπεριφορά που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2 ) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3 ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, που εκδηλώνεται είτε με τη μορφή ου δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4 ) επέλευση ζημίας και 5 ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 996/04). Περαιτέρω, ευθύνη ιατρού για αμέλεια υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Δηλαδή θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος ιατρός θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος. (Α.Π. 2104/2009.) Τέλος, κατά το άρθρο 24 του Α.Ν. 1565/1937, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με τη διάταξη του άρθρου 47 του Εισ Ν.ΑΚ " Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδους αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιειών". Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, που άσκησε ο Σ. Ν., ανήλικος, εκπροσωπούμενος νόμιμα από τους γονείς του, Θ. Ν. και Π. Ν., ιστορεί ότι: στις 27-12-1993 η μητέρα του, Π. Ν., γέννησε πρόωρα θήλυ τέκνο, το οποίο λόγω της πρόωρης γέννησης του, της αναπνευστικής δυσχέρειας και των έντονων δυσμορφιών και καρδιακών προβλημάτων που παρουσίασε, απεβίωσε στις 2-1-1994. Οι γονείς του, με δεδομένο το δυσμορφικό σύνδρομο και την συγγενική καρδιοπάθεια που ήταν οι αιτίες θανάτου του παραπάνω τέκνου τους και του γεγονότος ότι η προαναφερθείσα μητέρα είχε ιστορικό παιδικών θανάτων στην οικογένεια της, επιθυμώντας το παιδί που θα αποκτήσουν στο μέλλον να είναι υγιές, επισκέφθηκαν το Τμήμα Γενετικής και Αναπτυξιολογίας της Α' Παιδιατρικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και αφού ανέφεραν τα παραπάνω δεδομένα, ζήτησαν σχετική γενετική καθοδήγηση. Εκεί πληροφορήθηκαν ότι η ασφαλέστερη μέθοδος προγεννητικού ελέγχου είναι η εξέταση καρυοτύπου των γονέων, η οποία δίνει αποτελέσματα για την ύπαρξη ή μη χρωμοσωμικής ανωμαλίας σε κάποιον από τους γονείς και ότι η τυχόν ύπαρξη τέτοιας ανωμαλίας οδηγεί με μεγάλη πιθανότητα στην γέννηση παιδιού με δυσπλασίες ή νεκρού. Στην συνέχεια και αφού έλαβαν την διαβεβαίωση ότι εφόσον η διάγνωση του καρυοτύπου στους γονείς ήταν φυσιολογική, δεν θα υπήρχε καμία κληρονομική αιτία για γέννηση παιδιού μη φυσιολογικού, υποβλήθηκαν και οι δύο γονείς του σε εξετάσεις καρυοτύπου, που διενεργήθησαν από την υπεύθυνη του εργαστηρίου της ανωτέρω Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, Χ. Χ.-Λ., τα αποτελέσματα των οποίων ήταν φυσιολογικά, όπως αυτό βεβαιώθηκε από την εν λόγω ιατρό. Μετά από αυτά και περί τον μήνα Οκτώβριο του 1994 η μητέρα του κατέστη έγκυος στον ίδιο (ενάγοντα ανήλικο), λόγω δε του επιβαρημένου ιστορικού οι γονείς του έκριναν σκόπιμο και επισκέφθηκαν και το ιδιωτικό εργαστήριο "Γενετική", όπου και ανέφεραν στην εναγομένη, ιατρό μικροβιολόγο, όλο το παραπάνω ιστορικό. Στη συνέχεια (27-02-1995) επακολούθησε "προγεννητικός χρωμοσωμικός έλεγχος αμνιακού υγρού", που διενεργήθηκε από την εναγομένη, τα αποτελέσματα του οποίου ήταν "έμβρυο άρρεν, χωρίς εμφανείς χρωμοσωμικές ανωμαλίες", ότι ύστερα και από τα αποτελέσματα αυτά, αλλά και τις διαβεβαιώσεις της εναγομένης ότι η ίδια ήταν ειδική στις χρωμοσωμικές εξετάσεις που πραγματοποίησε, ότι η μέθοδος που ακολουθήθηκε ήταν η πλέον έγκυρη για την διάγνωση των χρωμοσωμικών ανωμαλιών και ότι αφού το έμβρυο δεν παρουσιάζει καμία χρωμοσωμική ανωμαλία, επρόκειτο να γεννηθεί παιδί υγιές, συνεχίσθηκε η κύηση και στις 6-07-1995 γεννήθηκε αυτός (ενάγων), πάσχων από "σοβαρή ψυχοκινητική καθυστέρηση και δη τετραπληγία λόγω σοβαρών εγκεφαλικών συγγενών κακώσεων", συνεπεία των οποίων παθήσεων είναι ανάπηρος κατά ποσοστό 100%. Εκθέτοντας περαιτέρω ότι η γέννηση του με τις παραπάνω παθήσεις οφείλεται σε βαρεία αμέλεια της εναγομένης, η οποία από έλλειψη της προσοχής που όφειλε λόγω των περιστάσεων και μπορούσε να επιδείξει, λόγω του επαγγέλματος της, κατέληξε σε εσφαλμένη διάγνωση, ότι δήθεν το έμβρυο δεν είχε χρωμοσωμικές ανωμαλίες, όπως στην συνέχεια μετά την γέννηση του διαπιστώθηκε κατά τις εξετάσεις που επακολούθησαν σ' αυτόν σε εξειδικευμένα κέντρα (διαπιστώθηκε στην Τοπική Γενετική Υπηρεσία "S.W. THAMES" του Λονδίνου, η ύπαρξη επιπρόσθετου υλικού στο χρωμόσωμα 13) και τούτο διότι δεν εφήρμοσε τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής και τις πλέον προηγμένες μεθόδους της κυτταρογενετικής, ούτε προέβη σε διερεύνηση και επαλήθευση των αποτελεσμάτων στα οποία κατέληξε, με άλλες μεθόδους χρωμοσωμικής ανάλυσης, ούτε παρέπεμψε τους γονείς του σε κάποιο εξειδικευμένο κέντρο του εσωτερικού ή του εξωτερικού, εφοδιασμένο με την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό (εξειδικευμένους κυτταρογενετιστές ιατρούς) με περαιτέρω συνέπεια της αμέλειας αυτής την συνέχιση της κύησης και την γέννηση του και ότι αυτός συνεπεία των ως άνω παθήσεων του, οι οποίες οφείλοντο στην ύπαρξη της ως άνω χρωμοσωμικής ανωμαλίας, υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε, όπως περιορίστηκε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει από την αιτία αυτή, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 999.985.000 δρχ. (για επιπλέον ποσό 15.000 δρχ. έγινε επιφύλαξη για τα ποινικά δικαστήρια). Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι, αληθή υποτιθέμενα τα αναφερόμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, δεν υπάρχει η αναγκαία συνάφεια μεταξύ της επικαλούμενης αμέλειας της εναγόμενης ιατρού περί τον προγεννητικό έλεγχο και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού η φερόμενη ως άνω πάθηση του ενάγοντος ήταν συμφυής προς τη ν εκ των υστέρων διαπιστωθείσα γεννητική του παρουσία (επιπρόσθετο υλικό στο χρωμόσωμα 13) και όχι απότοκος του προγεννητικού ελέγχου. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της εναγόμενης και του επελθόντος αποτελέσματος, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 24 του ΑΝ 1565/1939. Συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για τον λόγο ότι στερείται νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής, στην προκείμενη όμως περίπτωση η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλοντας την εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με το να κρίνει την αγωγή του ως νόμω αβάσιμη, παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού τον δίκασε ανήκουστο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι αυτός παραστάθηκε στο Εφετείο και προέβαλε τους ισχυρισμούς του. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 19 και ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι αυτοί προϋποθέτουν την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ( άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-11-2003 αίτηση των Θ. Ν. και Π. Ν., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3037/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αδικοπραξία. Ιατρική ευθύνη. Παράλειψη ιατρού που διενήργησε προγεννητικό έλεγχο να διαπιστώσει χρωμοσωμική ανωμαλία στη μητέρα, με αποτέλεσμα να συνεχισθεί η κύηση και να γεννηθεί ο ενάγων με καθολική αναπηρία. Έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επικαλούμενης αμέλειας περί τον προγεννητικό έλεγχο και της αναπηρίας του ενάγοντος. Μη νόμιμη η αγωγή για επιδίκαση χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Απορρίπτει την αναίρεση κατά της 3037/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης).
null
null
0
Αριθμός 151/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την από 27 Ιανουαρίου 2011 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη από την άσκηση των καθηκόντων της ως Προέδρου του Ζ' Ποινικού Τμήματος που θα εκδικάσει κατά τη δικάσιμο της 2ας Φεβρουαρίου 2011 την υπόθεση με αριθμό πινακίου 974/2010. Έπειτα, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη και την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 18/31-1-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατόπιν της από 27-1-2011 δηλώσεως της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη προς τον Πρόεδρο του εν λόγω Ανωτάτου Δικαστηρίου, περί αποχής από την άσκηση των καθηκόντων της ως Προέδρου της συνθέσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος που πρόκειται να συνεδριάσει στις 2 Φεβρουαρίου 2011, και συγκεκριμένα όσον αφορά τη συζήτηση της από 25-6-2010 αιτήσεως του Φ. Σ. του Ν. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1229/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω του ότι έχει συνδεθεί φιλικά με την οικογένεια του ανωτέρω πριν από πολλά έτη' και ότι ως εκ τούτου συντρέχουν λόγοι ευπρεπείας για αποχή από τη σύνθεση του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της προαναφερομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Η εν λόγω δήλωση αποχής διαβιβάστηκε από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 23 ΚΠΔ για τις δικές του ενέργειες. Επειδή συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η εν λόγω δήλωση αποχής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει δεκτή η από 27-1-2011 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη από την άσκηση των καθηκόντων της ως Προέδρου της συνθέσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που θα συνεδριάσει στις 2-2-2011, σχετικά με τη συζήτηση της από 25.6.2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Φ. Σ. του Ν. που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1229/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και έχει αριθμό πινακίου 974/10. Αθήνα 31-1-2011 Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 27-1-201 δήλωση, η οποία απευθύνεται στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, η Αντιπρόεδρος του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Θεοδώρα Γκοΐνη, δηλώνει ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας της επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, κατά την εκδίκαση της από 25 - 6 - 2010 αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου Φ. Σ., που έχει προσδιοριστεί να δικαστεί στο εν λόγω Ζ' Ποινικό τμήμα που προεδρεύει, κατά τη δικάσιμο της 2-2-2011, καθόσον κατά τα φοιτητικά της χρόνια διατηρούσε με τον ανωτέρω αναιρεσείοντα και την οικογένειά του φιλικές σχέσεις. Η δήλωση αυτή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ.4 ΚΠοινΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.3 του ΚΠοινΔ, εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφομένων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ως και του στο επόμενο άρθρο 15 εδ.1 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η "ευθιξία" είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται ''το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη'', όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ενώπιον του παρόντος Ζ' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που προεδρεύει η δηλούσα δικαστικός λειτουργός, εκκρεμεί και έχει προσδιοριστεί προς εκδίκαση, κατά την δικάσιμο της 2-2-2011, η από 25 -6-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Φ. Σ. κατά της 1229/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Ενόψει δε του ότι κατά την δήλωση αποχής, η δηλούσα την αποχή από τα καθήκοντά της, ανωτέρω Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, με τον αναιρεσείοντα και την οικογένεια αυτού διατηρούσε φιλικό δεσμό κατά τα φοιτητικά της χρόνια, είναι σαφές ότι μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο της ανωτέρω δικαστικού λειτουργού. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, ναι μεν δεν υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ευθέως τον αποκλεισμό κατ άρθρο 14 παρ. 3 ΚΠοινΔ της εν λόγω δικαστικού λειτουργού από την εκτέλεση των καθηκόντων της στην ανωτέρω υπόθεση, υφίστανται όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 ΚΠοινΔ, που επιβάλλουν, να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, ως προεδρεύουσας κατά την εκδίκαση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Άρα, η κρινόμενη δήλωση αποχής πρέπει να γίνει δεκτή ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 27-1-2011 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη. Αποφαίνεται ότι η ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δεν θα συμμετάσχει ως προεδρεύουσα στην σύνθεση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που θα εκδικάσει, κατά τη δικάσιμο της 2-2-2011, την από 25-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Φ. Σ. κατά της 1229/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2011.
Δεκτή δήλωση αποχής Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου από καθήκοντα της σε υπόθεση ενώπιον ποινικού τμήματος ΑΠ που προεδρεύει, για λόγους ευπρέπειας.
null
null
0
Αριθμός 142/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χουλιάρα, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 444/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 683/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 339/11-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 57/10-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 444/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα : Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 826/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Π. Γ. του Γ., κατοίκου ... και κατά του Κ. Β. του Μ., κατοίκου ..., για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος των υπαιτίων και η αντίστοιχη ζημία στον παθόντα, υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Εναντίον του βουλεύματος αυτού άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, δια του νομίμου εκπροσώπου της, η δηλώσασα κατά την προδικασία παράσταση πολιτικής αγωγής και εδρεύουσα στις ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ζ... Α.Ε". Η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αριθμ.2295/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε από μας αναίρεση η οποία έγινε τυπικά δεκτή και με την υπ' αριθμ. 1542/2009 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), αναιρέθηκε το πιο πάνω βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 444/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή (εν μέρει) την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, εξαφάνισε το πρωτοβάθμιο βούλευμα και παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Π. Γ. του Γ., προκειμένου να δικαστεί για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για την ίδια πράξη κατά του Κ. Β.. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος Π. Γ. με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 57/10-5-2010 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο( με θυροκόλληση) 29-4-2010 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 29-3-2010, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 10-5-2010 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ σε συνδ. προς το άρθρο 168 παρ. 1 Κ.Π.Δ), ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, δυνάμει της από 6-5-2010 εξουσιοδότησης (άρθρα 42 παρ. 2 εδαφ. β, γ και 96 παρ. 2 Κ.Π.Δ), συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 57/2010 έκθεση στις οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως . ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος , έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο, άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π 411/2007 Ποιν.Χρον ΝΗ 61), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (Α.Π 2098/2007 ΠοινΧρον ΝΗ 743). Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π 266/2006 ΠοινΧρον. ΝΣΤ 812, Α.Π 830/2006 ΠοινΔικ. 10/2006, 1227). Εξάλλου, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου , όπως αυτή αντικ. αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται (Α.Π 737/2007 Ποιν.Χρον. ΝΗ 226). ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά , πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π 114/2004 ΠοινΧρον. ΝΔ 29, Α.Π 1416/2009 ΠοινΧρον. Ξ 396, Α.Π 1504/2009 ΠοινΧρον. Ξ 410), β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π 286/2006 ΠοινΧρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005, Α.Π 1364/2006, Α.Π 1082/2009 Ποιν.Χρον. Ξ 373, Α.Π 784/2009 ΠοινΧρον. Ξ 202). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης , που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου, από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ιδίου Κώδικα, με την έννοια ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, πλην όμως αυτό οφείλει, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους και να αντικρούει τα τυχόν αντίθετα πορίσματα αυτών. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σε σχέση με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, συντρεχουσών ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, ανακριτή, το δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο ή το Συμβούλιο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης τους, ως απλό έγγραφο. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο ή το Συμβούλιο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδότησης, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του (ΑΠ 384/2009 Ποιν.Χρον Ξ 40, ΑΠ 921/2009, ΠοινΧρον Ξ 221). IV) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και από την απολογία των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά : Ο αναιρεσείων Π. Γ., εμφανίστηκε περί τον μήνα Μάιο του 2003 στα γραφεία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ζ... Α.Ε" που έχει την έδρα της στις ... και αντικείμενο εργασιών την εμπορία σιδήρου και συναφών οικοδομικών υλικών, και παρέστησε ψευδώς στον αντιπρόεδρο του Δ.Σ και νόμιμο εκπρόσωπό της Π. Α., ότι ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας και πραγματικός ιδιοκτήτης και κάτοχος του πλειοψηφικού πακέτου των εταιρικών μεριδίων της λίαν αξιόπιστης και φερέγγυας στις συναλλαγές της κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε", η οποία είχε την έδρα της στη ... και είχε αναλάβει την εκτέλεση πολλών δημοσίων έργων, φαινομενικός εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας φερόταν ο Κ. Β. του Μ.. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις που αναφέρονταν στην φερεγγυότητα του και τον αριθμό των δημοσίων έργων που είχε αναλάβει να κατασκευάσει η εταιρεία του, οι οποίες ήταν καθ' ολοκληρία ψευδείς, γεγονός το οποίο ο ίδιος γνώριζε, παράπεισε τον πρόεδρο του Δ.Σ της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρείας Ν. Ζ. και τον αντιπρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπό της Π. Α., οι οποίοι συμφώνησαν να του πωλήσουν και του παρέδωσαν, μέσω των υπαλλήλων της, μεγάλες ποσότητες οικοδομικών υλικών και πιο συγκεκριμένα 632.650 κιλά σιδήρου, 605 τεμάχια σύρματος σε κουλούρες, 144.074,40 κιλά ειδικού πλέγματος, 11.515 κιλά αντισεισμικού πλέγματος και 11.124 κιλά δομικού πλέγματος, συνολικής αξίας 145.500 ευρώ, το τίμημα των οποίων πιστώθηκε. Σε εξόφληση του τιμήματος αυτού παρέδωσε στην πωλήτρια μία σειρά επιταγών της εταιρείας ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε, μερικές από τις οποίες υπογράφονταν από τον ίδιο ως εκδότη και μερικές από τρίτο πρόσωπο υπό τα στοιχεία "Γ. Μ.", ο οποίος, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, είχε δηλώσει απώλεια των επιταγών αυτών. Παραδίδοντας ο αναιρεσείων τις πιο πάνω επιταγές, διαβεβαίωσε τους εκπροσώπους της πωλήτριας ότι αυτές ήταν καλυμμένες με τα αντίστοιχα κεφάλαια στις πληρώτριες τράπεζες, ενώ όπως αποδείχθηκε, όλες ήταν ακάλυπτες. Ειδικότερα τους παρέδωσε τις εξής επιταγές: α) την υπ' αριθμ. ... με εκδότη τον Γ. Μ. και ημερομηνία έκδοσης την 6-1-2004, ποσού 20.000 ευρώ, την οποία μεταβίβασε στην εταιρεία Ζ... Α.Ε με οπισθογράφηση. β) την υπ' αριθμ. ... με εκδότρια την εταιρεία ΣΠΙΝΤΚΑΤ. Ε.Π.Ε, ποσού 15.000 ευρώ, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, με ημερομηνία εκδόσεως 15-1-2004 , υπογεγραμμένη από τον ίδιο στη θέση του εκδότη. γ) την υπ' αριθμ. ... με εκδότη τον Γ. Μ. και ημερομηνία έκδοσης την 24-1-2004, πληρωτέα στην Τράπεζα Κύπρου, οπισθογραφημένη από τον Γ. Ζ., υπάλληλο της εταιρείας ΣΠΙΝΤΚΑΤ. Ε.Π.Ε. δ) την υπ' αριθμ. ... με εκδότρια την εταιρεία ΣΠΙΝΤΚΑΤ. Ε.Π.Ε και ημερομηνία την 25-1-2004 , ποσού 20.000 ευρώ , πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, υπογεγραμμένη από τον ίδιο στην θέση του εκδότη. ε) την υπ' αριθμ. ... με εκδότρια την εταιρεία ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε και ημερομηνία 9-1-2004, ποσού 75.000 ευρώ, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, υπογεγραμμένη από τον ίδιο στη θέση του εκδότη. Η τελευταία αυτή επιταγή δόθηκε σε αντικατάσταση των πιο κάτω ανεξόφλητων επιταγών, ήτοι αα) της υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης 8-12-2003 και ποσό 40.000 ευρώ, η οποία επίσης είχε δοθεί σε αντικατάσταση της ανεξόφλητης με αριθμό ... με ημερομηνία έκδοσης την 25-11-2003 και ποσό 40.000 ευρώ , και ββ) της υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης 10-12-2003 και ποσό 35.000 ευρώ. Οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχαν στις πληρώτριες τράπεζες τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια , μετά δε από έρευνα που έκαναν οι υπεύθυνοι της εταιρείας Ζ... Α.Ε, διαπίστωσαν ότι στην διεύθυνση που φερόταν ως έδρα της εταιρείας ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε, δεν υπήρχε κανείς. Ο αναιρεσείων, όταν οι εκπρόσωποι της πωλήτριας τον ενημέρωσαν ότι μετά από έρευνά τους είχαν διαπιστώσει ότι οι επιταγές που τους είχε παραδώσει ήταν ακάλυπτες, προκειμένου να αποφύγει την σφράγισή τους, τους διαβεβαίωσε ότι θα τις εξοφλούσε οπωσδήποτε και επομένως ήταν περιττή η σφράγισή τους. Στη συνέχεια και αφού παρήλθαν οι προθεσμίες για την εμφάνιση των επιταγών και την σφράγισή τους επί μη πληρωμή, τους υποσχέθηκε ότι θα τους παρέδιδε οικοδομικά υλικά της εταιρείας του, ίσης αξίας με εκείνη των επιταγών, ως αποζημίωση για την ζημιά που είχε υποστεί η εταιρεία τους. Τον Ιανουάριο του 2004 και αφού οι εκπρόσωποι της πωλήτριας τον απείλησαν ότι θα προσέφευγαν στη δικαιοσύνη για την εξαπάτησή τους, ο αναιρεσείων υποσχέθηκε ότι θα τους παρέδιδε συγκεκριμένα οικοδομικά υλικά που είχε στην κυριότητά της η εταιρεία ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε, αντίστοιχης αξίας με εκείνη των επιταγών, επιπροσθέτως δε και υλικά αξίας 20.000 ευρώ για ισόποση οφειλή του που δεν καλυπτόταν από επιταγή. Την προσφορά του αυτή την αποδέχθηκαν οι εκπρόσωποι της πωλήτριας εταιρείας, αφού δεν είχαν κάποια άλλη εναλλακτική λύση για να αντισταθμίσουν την ζημία τους , δοθέντος ότι με την παραπλανητική του τακτική ο αναιρεσείων τους είχε πείσει να μη σφραγίσουν τις επιταγές. Έτσι στις 27-1-2004 με το υπ' αριθμ. 10 τιμολόγια της ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε., πώλησε στην εταιρεία Ζ... Α.Ε τα κάτωθι υλικά, ήτοι : α) 1500 τεμάχια μεταλλικών πλαισίων. β) 1500 χιαστί τεμάχια . γ) 3.000 τεμάχια από βίδες. δ) 10.000 μέτρα DOKA. ε) 50 κυβικά μέτρα μπετοφόρμ. στ) 100 κυβικά μέτρα ελατάκι. ζ) 50 κυβικά μέτρα τάβλες . Τα υλικά αυτά τα οποία υποσχέθηκε να τους τα παραδώσει άμεσα, κοστολογούνταν στο ποσό των 163.314,38 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. Όμως παρά τις υποσχέσεις του για άμεση παράδοσή τους, ο αναιρεσείων φάνηκε για μία ακόμη φορά ασυνεπής , αφού ουδέποτε τα παρέδωσε, επιπροσθέτως δε αυτά δεν βρέθηκαν και δεν παραδόθηκαν, ούτε μετά την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 6049/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατασσόταν η παράδοσή τους υπό μεσεγγύηση στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας Ζ... Α.Ε , ενώ στην φερόμενη ως έδρα της εταιρείας ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε δεν βρισκόταν κανείς. Από τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, συνήγαγε στη συνέχεια ότι ο αναιρεσείων ενήργησε στην προκειμένη περίπτωση με δόλο, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 166.467,61 ευρώ, το οποίο είναι ίσο με το άθροισμα των ποσών των επιταγών που παρέδωσε στην εταιρεία Ζ... Α.Ε (20.000+15.000+15.500+20.000+75.000), συν το ποσό των 20.967,61 ευρώ που αντιστοιχούσε σε αγορά από την ίδια εταιρεία, με βάση τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις, άλλης ποσότητας σιδήρου αξίας ίσης με το προαναφερθέν ποσό, χωρίς και πάλι να καταβάλλει το τίμημά τους. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος συναγόταν από το ότι παρέδωσε στους εκπροσώπους της πωλήτριας εταιρείας τις προαναφερθείσες ακάλυπτες επιταγές, προκειμένου να καλύψει το τίμημα των υλικών που είχε αγοράσει από αυτήν, τελώντας εν γνώσει του ότι αυτές δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στις πληρώτριες τράπεζες, αφού προηγουμένως τους είχε παραπείσει να του παραδώσουν τα υλικά περί των οποίων επρόκειτο, διαβεβαιώνοντας τους ότι ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας και ότι οι επιταγές θα πληρώνονταν οπωσδήποτε κατά τη εμφάνισή τους. Το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, συνάγει επίσης τον δόλο του αναιρεσείοντα και από το ότι ήταν ψευδής η παράστασή του στους εκπροσώπους της εταιρείας Ζ... Α.Ε, ότι ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης και διαχειριστής της εταιρείας ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε η οποία είχε αναλάβει ως ανάδοχος την εκτέλεση πλήθους δημόσιων έργων, με τυπικό διαχειριστή και εκπρόσωπο τον Κ. Β., ενώ το αληθές ήταν ότι η εταιρεία αυτή είχε ανύπαρκτη δραστηριότητα και μόνο στα χαρτιά υφίστατο. Το Συμβούλιο Εφετών δέχεται στη συνέχεια ότι τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Π. Α., Ν. Ζ., Α. Π., Γ. Μ. και Γ. Ζ., καθώς επίσης και από την με ημερομηνία 23-5-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., το πόρισμα της οποίας παραθέτει αυτούσιο, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι ήταν ελλιπές το υλικό των γνήσιων υπογραφών του που ελήφθη υπόψη για σύγκριση με τις υπό έλεγχο υπογραφές στις επίμαχες επιταγές, αξιολογεί δε ως απλά έγγραφα τις εκθέσεις γραφολογικών γνωματεύσεων των γραφολόγων Μ. Κ. και Γ. Χ., η πρώτη των οποίων συντάχθηκε κατ' εντολή της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας Ζ... Α.Ε και η δεύτερη κατ' εντολή του κατηγορουμένου. Τέλος το Συμβούλιο Εφετών απορρίπτει ως αβάσιμους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, με το σκεπτικό ότι η εγκαλούσα εταιρεία δεν είχε κανένα λόγο να τον εγκαλέσει για απάτη, εάν πράγματι οι εκπρόσωποί της δεν είχαν εξαπατηθεί από αυτόν και δεν είχε υποστεί ζημία από την συμπεριφορά του, καταλήγει δεν εν τέλει ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδίδεται και συνεπώς είναι επιβεβλημένος ο ακροαματικός έλεγχος της υποθέσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος του ιδίου και η προκληθείσα στην παθούσα ζημία , υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ , που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3β Π.Κ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι από κοινού ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας, νόμιμος εκπρόσωπος και πραγματικός ιδιοκτήτης της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε, η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση πολλών δημόσιων έργων, μπορούσε δε να εξοφλήσει οποιοδήποτε ποσό όφειλε σε τρίτους , με τις οποίες πέτυχε να δημιουργήσει στον αντιπρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ζ... Α.Ε την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχε συμφωνήσει με αυτόν, την εξόφληση δηλαδή του τιμήματος των οικοδομικών υλικών που ζήτησε να αγοράσει από την εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία, με βάση την ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει (προσωπική του φερεγγυότητα και ευρύτατος κύκλος εργασιών της Ε.Π.Ε, της οποίας δήθεν ετύγχανε ο πραγματικός ιδιοκτήτης), έχοντας ήδη ειλημμένη την απόφαση να μη εξοφλήσει το τίμημα αυτών, προσδιορίζεται δε η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία της παθούσας εταιρείας εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών ενεργειών και παραστάσεων του κατηγορούμενου, συνίσταται δε αυτή στην παράδοση σ' αυτόν οικοδομικών υλικών συνολικής αξίας 166.467,61 ευρώ, την αξία των οποίων ο αναιρεσείων δεν εξόφλησε ποτέ. Η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειές του αναιρεσείοντα και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αποσκοπούσε και προσπορίστηκε εν τέλει ο αναιρεσείων , αιτιολογείται δε πλήρως και ο άμεσος δόλος αυτού. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, είναι αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Η ειδικότερη αιτίασή του ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων που μνημονεύει ρητά στο σκεπτικό του, όχι δε και των μαρτύρων που ο ίδιος πρότεινε, οι καταθέσεις των οποίων περιείχαν αντιθετικά στοιχεία που αναιρούσαν τις καταθέσεις των πρώτων, είναι αβάσιμη, γιατί το γεγονός ότι εξαίρονται στο βούλευμα οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και οι καταθέσεις των υπολοίπων, ενώ η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής μεταξύ τους συσχέτισης, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω το Συμβούλιο ορθώς αξιολογεί ως απλά έγγραφα τις εκθέσεις γραφολογικών γνωμοδοτήσεων που συντάχθηκαν με πρωτοβουλία των διαδίκων, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση από το ότι στην αρχή του σκεπτικού (σελίδα 8 ) γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στον αντιπρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας Ζ... Α.Ε Π. Α. με τον οποίο και προέβη στις διαπραγματεύσεις για την αγορά των επίμαχων οικοδομικών υλικών, ενώ αμέσως μετά γίνεται δεκτό ότι παράπεισε και τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας Ν. Ζ. να του πωλήσει τα υλικά αυτά, γιατί ως εκ περισσού αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παράπεισε και τον Ν. Ζ., ενώ από τις παραδοχές του βουλεύματος στην ίδια σελίδα, καθίσταται σαφές ότι ο παραπεισθείς συνεπεία των ψευδών του παραστάσεων, ο οποίος και προέβη στην συμφωνία πώλησης ήταν ο αντιπρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Π. Α., υπεύθυνος του τομέα των πωλήσεων της εταιρείας. Τέλος δεν υπάρχει αντίφαση από το γεγονός ότι γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων αποκόμισε όφελος ο ίδιος ατομικά, ταυτόχρονα δε ότι κατά την παράπειση του νόμιμου εκπροσώπου της πωλήτριας εταιρείας ενεργούσε όχι ατομικά αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ΣΠΤΙΝΤΚΑΤ .Ε.Π.Ε, στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν και οι μη πληρωθείσες επιταγές , καθόσον οι ιδιότητες υπό τις οποίες ενήργησε αυτός , αποτελούν τμήμα των ψευδών του παραστάσεων προς την εταιρεία Ζ... Α.Ε, ενώ από τις παραδοχές του βουλεύματος καθίσταται σαφές, ότι με τις ψευδείς του αυτές παραστάσεις, αποσκοπούσε να προσπορίσει και όντως προσπόρισε, περιουσιακό όφελος στον ίδιο ατομικά και όχι στην εταιρεία του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 57/2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 444/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 8 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ... ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη, θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποίοι πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, από το άρθρο 178 ΚΠΔ προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σε σχέση με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ συντρεχουσών ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, ανακριτή ή δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο ή το Συμβούλιο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της κρίσης τους, ως απλό έγγραφο. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο ή το Συμβούλιο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδότησης, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο 444/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Με το βούλευμα αυτό το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Ο α' κατηγορούμενος Π. Γ. περί το μήνα Μάιο του 2003 ενεφανίσθη στα γραφεία της μηνύτριας εταιρίας "Ζ... Α..Ε.", στις ..., η οποία κατασκευάζει και εμπορεύεται σίδηρο και συναφή οικοδομικά υλικά και συγκεκριμένα ενεφανίσθη στον Π. Α., αντιπρόεδρο της μηνύτριας, στον οποίο εξέθεσε ότι είχε αναλάβει την εκτέλεση πλήθους δημοσίων έργων και ότι είναι ιδιοκτήτης της κατασκευαστικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.", για την οποία του παρέστησε ψευδώς, εν γνώσει του, ότι είχε στην κυριότητα του το πλειοψηφικό πακέτο των εταιρικών της μεριδίων. Παρέστησε επίσης εν γνώσει του ψευδώς ότι τυγχάνει δήθεν φερέγγυος επιχειρηματίας, εκπρόσωπος και πραγματικός (ουσιαστικός) ιδιοκτήτης της ανωτέρω κατασκευαστικής εταιρείας "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.", με έδρα την ..., αλλά όπως εκ των υστέρων διεπιστώθη, εικονικός εκπρόσωπος και διαχειριστής αυτής εμφανιζόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Β. του Μ., πρόσωπο παρένθετο, την οποία επίσης εταιρεία παρουσίασε ο πρώτος ως λίαν αξιόπιστη στις συναλλαγές της, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Εξαιτίας των παραστάσεων αυτών, που ήταν όμως ψευδείς, ο δε πρώτος κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας, πείσθηκαν ο Πρόεδρος και Δ/νων σύμβουλος της μηνύτριας Ν. Ζ. και ο Π. Α., αντιπρόεδρος της μηνύτριας, περί της φερεγγυότητας του 1ου κατηγορουμένου καθώς και για το μέγεθος των έργων που είχε αναλάβει προς εκτέλεση, οπότε του παρέδωσαν δια των αρμοδίων υπαλλήλων τους, μεγάλες ποσότητες οικοδομικών υλικών και συγκεκριμένα: σίδηρο 632.560 κιλά, σύρμα κουλούρες 605 τεμάχια, ειδικό πλέγμα 144.074,40 κιλά, αντισεισμικά 11.515 κιλά και δομικά πλέγματα 11.124 κιλά, συνολικής αξίας 145.500€, το τίμημα των οποίων πιστώθηκε. Προς εξόφληση των ανωτέρω ποσοτήτων υλικών ο πρώτος κατηγορούμενος προσκόμισε σειρά ακαλύπτων, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, επιταγών της εταιρίας "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.", εκ των οποίων άλλες υπέγραφε ο ίδιος κι άλλες παρένθετο υπ' αυτού και άγνωστο στην εγκαλούσα πρόσωπο ονομαζόμενο Μ. (που εκ των υστέρων δήλωσε ότι τις συγκεκριμένες επιταγές τις είχε απολέσει). Όλες τις επιταγές προσκόμισε στην εγκαλούσα εταιρία ο ανωτέρω α' κατηγορούμενος Π. Γ. ο οποίος ρητά τους διαβεβαίωσε για την κάλυψη τους. Οι επιταγές που τους παρέδωσε είναι οι εξής: 1) Νο ..., λήξης 6-1-2004, Τράπεζας Κύπρου, εκδότης Μ., ποσού 20.000€, οπισθογραφημένη από τον α' κατηγορούμενο. 2) Νο ..., λήξης 15-1-2004, Τράπεζας Πειραιώς, εκδότρια "ΣΠΙΝΤΚΑΤ ΕΠΕ", 15.000€, με υπογραφή του πρώτου κατηγορούμενου στην θέση του εκδότη. 3) Νο ..., λήξη 24-1-2004 τράπεζας Κύπρου, εκδότης Μ., 15.500€, οπισθογραφημένη από τον Γ. Ζ., υπάλληλο της εταιρίας "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.", με αρμοδιότητα διευθυντού, "εκτός όμως της είσπραξης και ανάληψης χρημάτων, όπως επίσης και της τιμολόγησης για τα οποία αποκλειστική αρμοδιότητα είχε ο πρώτος κατηγορούμενος", ως χαρακτηριστικά εκθέτει ο ανωτέρω Γ. Ζ. στην από 8 - 3 -2005 κατάθεσή του. 4) Νο ..., λήξης 25-1-2004, Τράπεζα Πειραιώς, εκδότρια "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.", 20.000€, με υπογραφή του πρώτου κατηγορούμενου στην θέση του εκδότη. 5) Νο ..., λήξης 9-1-2004, Τράπεζα Πειραιώς, εκδότρια "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.", 75.000€, με υπογραφή του πρώτου κατηγορούμενου στην θέση του εκδότη. (Η 5η επιταγή με Νο ... παραδόθηκε προς αντικατάσταση των ανεξόφλητων επιταγών με Νο ..., λήξης 8-12-2003, 40.000€ και με Νο ..., λήξης 10-12-2003, 35.000€, η δε εξ' αυτών επιταγή με Νο ... είχε παραδοθεί προς αντικατάσταση της ανεξόφλητης επιταγής με Νο ..., λήξης 5-11-2003, ποσού 40.000€). Στο συνολικό ποσό της οφειλής αυτής δέον να προστεθεί και οφειλή ποσού 20.967,61€, ως οφειλή της "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε." από πώληση σιδήρου, επίσης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, για το οποίο ποσό δεν είχε εκδοθεί επιταγή και παρέμενε ανεξόφλητο. Όμως, οι ανωτέρω επιταγές δεν επληρώθησαν όταν ενεφανίσθησαν προς πληρωμή στις ανωτέρω ημερομηνίες λήξεως, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, ωσαύτως η ως άνω εταιρία του α' κατηγορουμένου Π. Γ. εξαφανίσθηκε, αφού κανείς δεν υπήρχε στη δηλωμένη έδρα της, όταν τους αναζήτησαν, ο δε ανωτέρω α' κατηγορούμενος προέκυψε ότι ευθύς εξ αρχής δεν είχε πρόθεση να πληρώσει καμία από τις οφειλόμενες επιταγές. Μάλιστα δε όταν οι αρμόδιοι της εγκαλούσης εταιρείας τον ειδοποίησαν περί του ακαλύπτου των επιταγών αυτός με πειθώ τους έπεισε να μην σφραγίσουν τις επιταγές αυτές, γιατί δήθεν σε κάθε περίπτωση θα τις εξοφλούσε. Στη συνέχεια, όμως, και ενώ είχε παρέλθει η οκταήμερη προθεσμία για τη σφράγιση των επιταγών, ο ανωτέρω κατηγορούμενος τους διαβεβαίωνε πως, στην περίπτωση που δεν είχε ρευστότητα να τις εξοφλήσει, θα τους παρέδιδε υλικά της εταιρίας του, αντίστοιχης αξίας προς αποζημίωσή τους. Ακολούθως, κατόπιν απειλών της εγκαλούσης ότι θα προσφύγουν στην Δικαιοσύνη (τον Ιανουάριο 2004) τελικώς αναγκάστηκε ο ανωτέρω Γ. να προσφερθεί όπως, αντί της χρηματικής εξόφλησης των άνω επιταγών και της οφειλής των 20.967,61 ευρώ, να τους παραδώσει συγκεκριμένα υλικά της εταιρίας του "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.", ισόποσες σχεδόν αξίας, πράγμα που οι αρμόδιοι της εγκαλούσης αποδέχτηκαν, αφ' ενός μεν για να περιορίσουν τη ζημία τους κατά το δυνατόν, αφ' ετέρου δε, γιατί με τις ψευδείς υποσχέσεις του, είχε επιτύχει να παρέλθει το οκταήμερο εντός του οποίου θα μπορούσαν να σφραγιστούν οι ανωτέρω επιταγές και έτσι δεν είχαν άλλη επιλογή. Έτσι στις 27-1-2004 με το υπ' αριθμ. 10 πωλητήριο τιμολόγιο της εταιρίας "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε." που υπέγραψε ο α' κατηγορούμενος, υπεσχέθη αυτός να μεταβιβάσει στην εγκαλούσα τα κάτωθι υλικά: 1) Μεταλλικά πλαίσια τεμ. 1.500, 2) Χιαστί τεμ. 1.500 3) Βίδες τεμ. 3000, 4) ΟΟΚΑ 10.000 μ., 5) Μπετοφορμ 50κμ, 6) Ελατάκι 100κμ, 7) Τάβλες 50κμ, συνολικής αξίας 163.314,38 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., τα οποία και δεσμεύτηκε ότι θα τους παραδώσει άμεσα. Εντούτοις όμως, αντί ο α' κατηγορούμενος, να τους παραδώσει άμεσα τα ανωτέρω υλικά, εξαπάτησε και πάλι την εγκαλούσα εταιρία, μη ανευρισκόμενος και μη ανταποκρινόμενος έκτοτε στις οχλήσεις τους, τα δε πωληθέντα (αλλά μη παραδοθέντα) προς αυτούς υλικά, ουδέποτε ανευρέθησαν, παρά τις προσπάθειες της εγκαλούσης εταιρίας και παρά την έκδοση της υπ' αριθμ. 6049/05 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) που όριζε μεσεγγυούχο τον νόμιμο αντιπρόσωπό της και διέτασσε την παράδοσή τους. Αλλά και η εταιρεία "ΣΠΙΝΤΚΑΤ ΕΠΕ" έπαψε να υπάρχει και στη διεύθυνσή της ουδείς ανευρίσκετο, προσέτι δε στη διεύθυνση που εδήλωσε ότι κατοικεί ο εικονικός διαχειριστής Β. Κ., δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο όνομα. Εξ όσων εξετέθησαν, είναι σαφές ότι ο α' κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 166.467,61€, δηλαδή 145.500€ που αντιστοιχεί στο πόσο των επιταγών (20.000€ + 15.000€ + 15.500€ + 20.000€ +75,000€) +20.967.61€ από την πώληση ετέρας ποσότητος σιδήρου, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, σε βάρος της εγκαλούσης εταιρίας, το οποίο όφελος και πέτυχε, βλάπτοντας αυτήν κατά το αντίστοιχο ως άνω συνολικό ποσό. Η δολία δε προαίρεση του ως άνω κατηγορουμένου συνάγεται από την εν γνώσει παράδοση στην εγκαλούσα ακαλύπτων επιταγών, με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι είναι δήθεν φερέγγυες, όπως άλλωστε δήθεν φερέγγυος δήλωνε ότι ήταν ο ίδιος και η εταιρία "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε.". Συνάγεται, επίσης, από τη συστηματική και επανειλημμένη χρήση ψευδών παραστάσεων με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή των εκδοθεισών επιταγών, με την δήθεν παράδοση των πωληθέντων προς την εγκαλούσα υλικών (προς κάλυψη της οφειλής εκ των επιταγών κ.λ.π.), προσέτι δε με την σύσταση εταιρίας με παρένθετο πρόσωπο τον β' κατηγορούμενο, η οποία τελικά εταιρία ήταν ανύπαρκτη ουσιαστικά και μόνο τύποις (στα χαρτιά) υπήρχε. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Π. Α., Ν. Ζ., Α. Π., οι οποίοι ρητώς αναφέρουν περί της εμφανίσεως στην εταιρία τους του α' κατηγορουμένου και περί της εν γένει απατηλής συμπεριφοράς αυτού και από τις καταθέσεις των Γ. Μ. και Γ. Ζ., από όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα, όπως τις επίμαχες επιταγές, τιμολόγιο, εταιρικά κτλ, ιδίως όμως από την από 23-5-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., διορισθείσης υπό του 10ου Τακτικού Ανακριτού Πλημμελειοδικών Αθηνών δυνάμει της υπ' αριθμ. 146/2007 διατάξεως διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και από τις απολογίες των ανωτέρω κατηγορουμένων. Η ανωτέρω δικαστική γραφολόγος που ωρίσθη από τον ανακριτή, προκειμένου να αποφανθεί περί του εάν οι ανωτέρω επίμαχες επιταγές "έχουν τεθεί με το χέρι του Π. Γ. ή με το χέρι του Γ. Ζ. ή με το χέρι τρίτου γραφέα διαφόρου αυτών", καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: "(Ι) Οι υπογραφές που έχουν τεθεί στη θέση τον εκδότη των υπ' αριθμ. .../04, .../04 και .../04 επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς καθώς και στη θέση του α' οπισθογράφου της υπ' αριθμ. .../04 επιταγής της Τράπεζας Κύπρου, χαράσσονται με τέτοιας έκτασης και ποιότητας ομοιότητες με τις αντίστοιχες γνήσιες υπογραφές του Π. Γ., ώστε να οδηγούν, κατά σφοδρή πιθανολόγηση, στον ως άνω γραφέα ως συντάκτη τους.) ΙΙ) Η υπογραφή στη θέση του α' οπισθογράφου της υπ' αριθμ. .../04 επιταγής της Τράπεζας Κύπρου, διαμορφώνεται με συγγενείς γραφικές κινήσεις [π.χ. σε σκεπτικό σχηματισμού και σύνδεσης, σε κλίση και θέση αυτών στο γραφικό χώρο κλπ], με τις αντίστοιχες στη συνήθη και αρκετά πολύπλοκη υπογραφή του Γ. Ζ., ώστε να οδηγεί σε βαθμό πιθανολόγησης στον ως άνω γραφέα ως συντάκτη της. Τέλος επισημαίνεται ότι: Ο βαθμός πιθανολόγησης για τη σύνταξη των υπό έλεγχο υπογραφών με το χέρι των ως άνω Π. Γ. (4) και Γ. Ζ. (1) είναι αρκετά υψηλός, ώστε να δύναται κανείς να οδηγηθεί με αρκετή ασφάλεια στους ως άνω γραφείς ως συντάκτες τους. Παρά ταύτα, επειδή, τόσο οι υπό έλεγχο υπογραφές, όσο και οι προς σύγκριση διατιθέμενες, (ειδικώς του Π. Γ.) συνιστούν χαράξεις σκοπίμως αλλοιωμένες, με σκοπό τη σύγχυση της γραφικής τους εικόνας και τη δυσχέρεια της πιστοποίησης των πραγματικών χαρακτήρων δομής τους, για το λόγο αυτό και τηρείται μικρή επιφύλαξη για τη χάραξη αυτών με το χέρι του Π. Γ.. Για λόγους δηλ. δεοντολογικούς, συμφώνως με τις αρχές και τη θεωρία της Δικαστικής γραφολογίας" (βλέπε στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη). Με την πραγματογνωμοσύνη αυτή συμφωνεί και η έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Κ., που διενεργήθη κατ' εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της πολιτικώς εναγούσης, ενώ αντίθετη άποψη έχει ο επίσης δικαστικός γραφολόγος Γ. Χ., που συνέταξε έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης κατ1 εντολή του α' κατηγορουμένου Π. Γ. (βλ. σε όλες τις ανωτέρω εκθέσεις). Ανεξάρτητα, όμως, του τι αναφέρουν στις εκθέσεις γνωμοδοτήσεως τους οι ανωτέρω δικαστικοί γραφολόγοι των διαδίκων, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να τεθεί "εκποδών" η πραγματογνωμοσύνη της ορισθείσης από τον ανακριτή ως άνω πραγματογνώμονας Μ.-Μ. Κ., η οποία με πλήρως ητιολογημένη έκθεση και με βάση τις αρχές και τη θεωρία της δικαστικής γραφολογίας ήχθη στο ανωτέρω εκτεθέν συμπέρασμα. Έσφαλε, συνεπώς, το εκκαλούμενο βούλευμα παραβλέποντας αναιτιολογήτως την ως άνω πραγματογνωμοσύνη, εκθέτοντας στο σκεπτικό του ως προς το ζήτημα αυτό τα εξής: "... σημειώνεται ότι οι διενεργηθείσες γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες επί του συγκεκριμένου τιμολογίου αλλά και επί των επιδίκων επιταγών πέρα τις αντιφατικότητάς των, ουδέν συνεισφέρουν στην απόδειξη της αλήθειας και το παρών Συμβούλιο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση περί της ορθότητας του συμπεράσματός τους ...". Εντούτοις όμως, ουδεμία αντιφατικότητα εμφανίζει αυτή καθεαυτή η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ορισθείσης πραγματογνώμονος Μ. Κ.. Το ότι βέβαια η έκθεση του δικαστικού γραφολόγου του κατηγορουμένου δεν συμφωνεί με αυτή (ούτε βέβαια και με την έκθεση της δικ. γραφολόγου της εγκαλούσης), τούτο δεν σημαίνει και αντιφατικότητα γενικώς των εκθέσεων "που δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση" ως εκτίθεται στο βούλευμα. Άλλωστε και κατά πάσα περίπτωση στο εκκαλούμενο βούλευμα ουδόλως εκτίθενται στοιχεία που να αντικρούουν βασίμως και επί τη βάσει των κανόνων της δικαστικής γραφολογίας τα όσα η ανωτέρω ορισθείσα από τον ανακριτή πραγματογνώμονας κατέγραψε στα συμπεράσματα της, ώστε να τεθεί θέμα απορρίψεως αυτής ή έστω αμφισβητήσεώς της. Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να αποσείσει βασίμως την εις βάρος του κατηγορία ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων "ότι δεν έχει τυπική ή ουσιαστική σχέση με την εταιρεία "ΣΠΙΝΤΚΑΤ ΕΠΕ", πέραν της αναλήψεως εργασιών για λογαριασμό της, ως εργοδηγός". Αρνείται ότι έχει υπογράψει τις επίμαχες επιταγές και το από 27-1-2004 τιμολόγιο πωλήσεως και αμφισβητεί την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Μ. Κ., διατεινόμενος ότι η έκθεση αυτή εστηρίχθη (ως συγκριτικό στοιχείο) στην υπογραφή του ως άνω τιμολογίου πωλήσεως, την οποία κακώς η πραγματογνώμονας θεώρησε "ως δεδομένη" δική του υπογραφή, ενώ δεν ήταν, αιτούμενος τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης. Επίσης βάλλει κατά του ως άνω μάρτυρος Γ. Ζ. τον οποίο θεωρεί ως κυρίως υπεύθυνο, "που χειριζόταν όλα τα οικονομικά θέματα των συναλλαγών της εταιρείας "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε." και ιδίως με την προμηθεύτρια εγκαλούσα εταιρεία, τον οποίο εμπιστευόταν ο ιδιοκτήτης της πρώτης Β. (β' κατηγορούμενος)". Ότι εκείνος (Ζ.) ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίμαχες επιταγές και το τιμολόγιο πωλήσεως και που "σε συμπαιγνία με την εγκαλούσα εταιρεία στράφηκαν εναντίον του επειδή ο ίδιος τους "κάρφωσε" στον Β. (β'), όταν ο τελευταίος του ζήτησε να του πει αν πράγματι είχαν παραδοθεί όλες αυτές οι ποσότητες υλικών που τον χρέωναν ή αν τον έκλεβαν (η μηνύτρια, δηλαδή ο Ζ..., σε συνεργασία με τον Ζ.) ..." (βλέπε στα απολογητικά υπομνήματά του). Επί των αιτιάσεων αυτών λεκτέα τα ακόλουθα: Όσον αφορά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ουδόλως αμφισβητήθησαν τα συμπεράσματα αυτής, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, τα δε συγκριτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψιν για την έκθεση αυτή, ασφαλώς και δεν ήταν μόνο η υπογραφή του α' κατηγορουμένου, στο τιμολόγιο πωλήσεως, ως ισχυρίζεται ο ανωτέρω, αλλά πλήθος άλλων εγγράφων που έφεραν αναμφισβήτητα τη δική του υπογραφή, όπως φύλλα Ε3 και Ε1 οικονομικών ετών 1997 και 1998, αντίστοιχα και εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. προς τη Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς, τα οποία φέρουν τόσο τη γνήσια υπογραφή του Β. (β') και του καταθέτοντος τα ως άνω έγγραφα Π. Γ., επτά δελτία αποστολής της εταιρείας Ζ... με υπογραφή του ως άνω κατηγορουμένου στη θέση του παραλαβόντος, -η από 6-3-2003 ρύθμιση οφειλομένων εισφορών προς το ΤΕΒΕ σε δόσεις που φέρει τη γνήσια υπογραφή του καταθέτοντος το έγγραφο αυτό Π. Γ., το από 12-2-2007 υπόμνημα απολογίας του με δύο γνήσιες υπογραφές αυτού, η από 24-1-2007 απολογία του ως κατηγορουμένου με γνήσιες υπογραφές κ.λ.π. (βλέπε στην έκθεση σελ. 5, 6 και 7). Συνεπώς ουδείς λόγος συντρέχει προς διενέργεια άλλης πραγματογνωμοσύνης. Όσον αφορά την εμπλοκή του Γ. Ζ., κατ' αυτού βάλλει τόσο ο α' κατηγορούμενος όσο και ο β', ο οποίος στο απολογητικό του υπόμνημα εκθέτει ότι "ο ίδιος δραστηριοποιείται ως υπεργολάβος οικοδομών στη ... και ότι ο Ζ. του πρότεινε να επεκτείνει αυτήν και στην Αθήνα, ιδρύοντας μία Ε.Π.Ε. στο όνομά του καθόσον αυτός (Ζ.) δεν μπορούσε λόγω οικονομικών εκκρεμοτήτων και έτσι θα συνεργάζονταν μαζί, ο δε τελευταίος θα ελάμβανε 3.000 μηνιαίως και ποσοστό 20% από κάθε δουλειά που θα αναλάμβανε η εταιρεία. Ότι τελικά, όμως, ο ανωτέρω Ζ. δημιούργησε εικονικές υποχρεώσεις στην εταιρεία του "και έπαιξε ύποπτο ρόλο με την εγκαλούσα εταιρεία σε βάρος του" και τέλος ότι υπεξήρεσε εργαλεία της εταιρείας του, αλλά δεν υπέβαλε μήνυση εναντίον του γιατί αντιμετώπισε προβλήματα υγείας, λόγω δε των προβλημάτων αυτών, αλλά και της δύσκολης οικονομικής θέσεως στην οποία βρέθηκε έκλεισε την εταιρεία του στη ... και από τότε εργάζεται ως τεχνίτης σε οικοδομές" (βλέπε στο απολογητικό του υπόμνημα). Αντίθετα, ο ανωτέρω Γ. Ζ. εκθέτει ότι "προσελήφθη ως υπάλληλος της εταιρείας "ΣΠΙΝΤΚΑΤ ΕΠΕ" περί τον Αύγουστο μήνα του έτους 2003 από τους δύο ως άνω κατηγορουμένους και ότι ο Π. Γ. είχε πλήρη αρμοδιότητα με πληρεξούσιο που ήταν κατατεθειμένο στη Τράπεζα Πειραιώς, η οποία είχε χορηγήσει πλαφόν στην εταιρεία "ΣΠΙΝΤΚΑΤ ΕΠΕ" και εκτός των άλλων η Τράπεζα Πειραιώς διαχειριζόταν και εξέδιδε μπλοκ επιταγών στο όνομα της ανωτέρω εταιρείας, το οποίο μπλοκ επιταγών παρελάμβανε και υπέγραφε ο Π. Γ.. Ότι στην υπ1 αριθμόν ... επιταγή, ποσού 75.000 ευρώ, πράγματι προσυπέγραψε αυτός ως οπισθογράφος, καθόσον του ζήτησε ο Ζ... (εκπρόσωπος της εγκαλούσης) να μπει ως εγγυητής, όταν παρελάμβανε την επιταγή από τον πρώτο κατηγορούμενο, πιστεύοντας και ο ίδιος (Ζ.) ότι οι επιταγές θα πληρωθούν. Τούτο, όμως δεν έγινε, ο δε Γ. ιδιοποιήθηκε τα χρήματα της εταιρείας "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε." και άφηνε τους προμηθευτές αυτής απλήρωτους" (βλέπε στη κατάθεσή του). Ανεξάρτητα, όμως, του τι υποστηρίζουν και ποίος ο ρόλος του β' κατηγορουμένου και του ανωτέρω Γ. Ζ. στην όλη υπόθεση, όπως και ανεξάρτητα της τυχόν αστικής ευθύνης τούτων, είναι σαφές ότι η εγκαλούσα υπέστη περιουσιακή ζημία, ένας έκαστος δε των εμπλεκομένων προσώπων επιρρίπτει κατ' αλλήλων τις ευθύνες, απεκδυόμενοι ένας έκαστος τούτων των δικών τους ευθυνών. Είναι, όμως, επίσης σαφές (και τούτο ενδιαφέρει στη προκειμένη υπόθεση), ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν εκείνος που ενεφανίσθη στην εγκαλούσα εταιρεία και προέβη στις ψευδείς παραστάσεις παραδίδοντας τις εν λόγω επιταγές, που οι περισσότερες είχαν δική του υπογραφή, όπως και το πωλητήριο τιμολόγιο, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα. Ως εκθέτουν οι εκπρόσωποι της εγκαλούσης, αλλά και που δεν αμφισβητήθηκε παρ' ουδενός, ούτε βεβαίως από τους κατηγορουμένους, η εγκαλούσα, πρόκειται για μία εύρωστη οικονομικά εταιρεία με πολλά περιουσιακά στοιχεία και με αξιοπιστία στην αγορά. Δεν είχαν, συνεπώς, λόγο οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής να χαλκεύσουν σε βάρος του α' κατηγορουμένου τέτοια κατηγορία, αν δεν ήταν εκείνος που πράγματι εμφανιζόταν και προέβαινε στις αναφερθείσες ενέργειες και ψευδείς παραστάσεις. Με αυτόν είχαν συναλλαγή και αυτόν κατεμήνυσαν, μη γνωρίζοντες ποίος είναι ο (τυπικά) ιδιοκτήτης της "ΣΠΙΝΤΚΑΤ Ε.Π.Ε." και ούτε ερεύνησαν να μάθουν περί τούτου, πεισθέντες στις ψευδείς παραστάσεις του πρώτου, ότι αυτός ήταν ο πραγματικός (ουσιαστικός) ιδιοκτήτης αυτής. Άλλωστε περί της εμπλοκής αυτού εκθέτει και ο β' κατηγορούμενος, Β., ο οποίος, ναι μεν βάλλει κατά του Γ. Ζ., εντούτοις όμως, σκιαγραφεί, εμμέσως πλην σαφώς, τον ουσιαστικό ρόλο που είχε ο ανωτέρω α' κατηγορούμενος στην εταιρεία αυτή. Χαρακτηριστικά εκθέτει: "... Τον Π. Γ. γνώρισα από τον Γ. Ζ., αλλά έμαθα παράλληλα ότι ήταν πολύ καλός στην εργασία του ως εργοδηγός. Εργάσθηκε για την εταιρεία ως υπάλληλος αυτής και ειδικότερα με την ιδιότητα του εργοδηγού, δηλαδή παραλάμβανε τα υλικά, έκανε τις πιστοποιήσεις των έργων, εισέπραττε τα χρήματα από την εκτέλεση των εργασιών, πλήρωνε τους εργάτες, κατέθετε χρήματα στις τράπεζες για να πληρωθούν οι προμηθευτές και γενικώς λειτουργούσε στα πλαίσια αυτών των καθηκόντων ..." (βλέπε στο απολογητικό υπόμνημα του β', σελ. 3). Έτσι λοιπόν, εάν αντί του α' εμφανιζόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος ή οποιοσδήποτε άλλος, ασφαλώς οι αρμόδιοι της, εγκαλούσης θα εστρέφοντο κατ' αυτού και δεν υπήρχε κάποιος άλλος συγκεκριμένος λόγος που να θέλουν να στραφούν αποκλειστικά και μόνο κατά του πρώτου κατηγορουμένου. Συνεπώς τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα ότι εστράφησαν εναντίον του γιατί δήθεν "τους κάρφωσε στον Β." κρίνονται ως ανεδαφικά. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι, "αφού οι επιταγές δεν σφραγίσθησαν από τους εκπροσώπους της εγκαλούσης εταιρείας εντός του οκταημέρου, τούτο σημαίνει ότι δεν υφίσταται και οφειλή. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι επείσθησαν, ως εξετέθη, οι της εγκαλούσης, όπως μη προβούν στη σφράγιση των επιταγών, καθόσον θα τους παραδίδοντα υλικά με το αναφερθέν ως άνω πωλητήριο τιμολόγιο. Κατά πάσα περίπτωση δέον να επισημανθεί ότι η υπερβολική, έστω, ευπιστία του εξαπατηθέντος δεν σημαίνει και ανυπαρξία της οφειλής ή το ακαταδίωκτο του εξαπατήσαντος. Εν όψει των όσων εξετέθησαν στοιχειοθετείται υποκειμενικά και αντικειμενικά η πράξη της κακουργηματικής απάτης, συνολικού ποσού άνω των 73.000 ευρώ σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου Π. Γ.. Έσφαλε, συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όταν, με το ως άνω εκκαλούμενο βούλευμά του, απεφήνατο όπως μη γίνει η κατηγορία κατά του ως άνω κατηγορουμένου. Δεχθέν μάλιστα εν κατακλείδι στο σκεπτικό του ότι πρόκειται για αστική και μόνο διαφορά ισχυρισμό βεβαίως που ούτε και ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος προτείνει αρνούμενος οιανδήποτε εμπλοκή στην εν λόγω υπόθεση κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως παρά του αναιρεσείοντος του εγκλήματος που, δι' αυτού, του αποδίδεται, διαλαμβάνοντας τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τούτου υπό την άνω κακουργηματική του μορφή κατά επαρκή αιτιολογία και ότι το περιουσιακό όφελος του ιδίου και η προκληθείσα στην παθούσα εταιρεία ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, υπό τα άνω γεγονότα εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας του αναιρεσείοντος και της πλάνης του νομίμου εκπρόσωπου της εταιρείας Ζ... ΑΕ Π. Α., γίνεται δε δεκτό ότι παρέπεισε και τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας αυτής Ν. Ζ. να του πουλήσουν τα αναφερόμενα υλικά. Ειδικότερα, καθίσταται σαφές ότι ο παραπεισθείς με τον οποίο συνεβλήθη ο κατηγορούμενος ήταν κατά τις παραδοχές του βουλεύματος ο Π. Α. και ως εκ περισσού αναφέρεται ως παραπεισθείς και ο Ν. Ζ.. Περαιτέρω, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας, νόμιμος εκπρόσωπος και ιδιοκτήτης της ΕΠΕ με την επωνυμία ΣΠΙΝΤΚΑΤ, η οποία δήθεν είχε αναλάβει την εκτέλεση πολλών δημοσίων έργων, ως και ότι μπορούσε να εξοφλήσει οποιοδήποτε ποσό σε τρίτους και έτσι πέτυχε να δημιουργήσει στον νόμιμο εκπρόσωπο και αντιπρόεδρο της εταιρείας Ζ... ΑΕ της εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχε συμφωνήσει με αυτόν, δηλαδή την εξόφληση του τιμήματος των οικοδομικών υλικών που ο αναιρεσείων αγόρασε και παρέλαβε από την εταιρεία αυτή ενώ είχε ήδη ειλημμένη την απόφαση να μην εξοφλήσει το τίμημα αυτό. Εξάλλου δε προσδιορίζεται και η βλάβη η οποία επήλθε συνεπεία των άνω ψευδών παραστάσεων στην περιουσία της παθούσας εταιρείας και ανέρχεται στο ποσό των 166.467,61 ευρώ, ήτοι στην αξία των παραδοθέντων οικοδομικών υλικών. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται ο δόλος του αναιρεσείοντος ενώ, εξάλλου, το Συμβούλιο ορθώς έλαβε υπόψη και εξετίμησε ως απλά έγγραφα τις σχετικές εκθέσεις των γνωματεύσεων των γραφολόγων Μ. Κ. και Γ. Χ.. Τέλος, δεν υπάρχει αντίφαση εκ του ότι ο αναιρεσείων ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ΕΠΕ, καθόσον οι ιδιότητες υπό τις οποίες ενήργησε αποτελούν τμήμα των ψευδών παραστάσεων ενώ, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος ότι γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων απεκόμισε ο ίδιος ατομικά και προσπορίστηκε το άνω ποσό και όχι η άνω ΕΠΕ. Όθεν οι περί του αντίθετου λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 57/10-5-2010 αίτηση του Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 444/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη. Έννοια. Γεγονότα νοούνται αυτά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Η περιουσιακή βλάβη θα πρέπει να είναι το άμεσο αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προηγήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 136/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2525/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3440/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2001 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2002 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Θεοδώρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο έκτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: α) Στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, γ) στο άρθρο 97 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα ..., δ) στο άρθρο 97 παρ. 3 ότι η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε έτη από τη χορήγησή της ε) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, στ) στο άρθρο 576 παρ. 1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και ζ) στο άρθρο 576 παρ. 2 ότι, αν ο μη εμφανισθείς ή ο εμφανισθείς αλλά μη παραστάς προσηκόντως διάδικος δεν έχει κλητευθεί, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παριστάμενος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και για να είναι παραδεκτή η συζήτηση της αναίρεσης θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είχε παράσχει στον παριστάμενο ως πληρεξούσιό του δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα, διαφορετικά κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εκτός αν αυτός (αναιρεσείων), έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, οπότε πλέον η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-1-2011), ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση,ο οποίος προσκομίζει το υπ' αριθμ. .../16-1-2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νίκης Μιχαήλ Κωβαίου, συζύγου Ανδρέα Γαρίνη, από το οποίο προκύπτει, ότι ο ίδιος διορίζει ως γενικό, ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητό του, τον παραπάνω αναφερόμενο δικηγόρο, για να τον εκπροσωπεί και να παρίσταται για λογαριασμό του σε όλα γενικά τα ελληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές για όλες τις δίκες, επιπλέον δε παρέχει σ' αυτόν ειδική εντολή παραιτήσεως από τις αναφερόμενες στο πληρεξούσιο αυτό δίκες και διεξαγωγής ορισμένων δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που δεν αφορούν την παρούσα δίκη. Το πληρεξούσιο αυτό, όμως, έπαυσε να ισχύει μετά παρέλευση πενταετίας, ήτοι από 16-1-2006, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ και επομένως, κατά την συζήτηση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (11-1-2011), δεν ίσχυε η δοθείσα στον άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητα, ενώ εξάλλου, δεν αποδεικνύεται από αυτόν πληρεξουσιότητα παρασχεθείσα στον ίδιο με κάποιο άλλο νόμιμο τρόπο. Επομένως, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δεν είχε πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη της σχετικής από 8-4-2010 κλήσης προς συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο αυτή, ούτε για την εκπροσώπησή του αναιρεσείοντος, αφού η ισχύς του ειρημένου πληρεξουσίου είχε ήδη παύσει από το έτος 2006 και συνεπώς η παράσταση του αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμη. Δεν αποδεικνύεται δε από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, και μάλιστα με την προσκόμιση από το αναιρεσίβλητο σχετικής εκθέσεως επιδόσεως, ότι ο αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5 Νοεμβρίου 2001 αιτήσεως του Ε. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3340/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν είχε πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη της κλήσης προς συζήτηση της υποθέσεως, ούτε για την εκπροσώπησή του, αφού η ισχύς του πληρεξουσίου είχε ήδη παύσει από το έτος 2006. Συνεπώς η παράσταση του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμη και η συζήτηση της υπόθεσης είναι απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 137/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2333/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6346/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: α) Στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, γ) στο άρθρο 97 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα ..., δ) στο άρθρο 97 παρ. 3 ότι η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε έτη από τη χορήγησή της ε) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, στ) στο άρθρο 576 παρ. 1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και ζ) στο άρθρο 576 παρ. 2 ότι, αν ο μη εμφανισθείς ή ο εμφανισθείς αλλά μη παραστάς προσηκόντως διάδικος δεν έχει κλητευθεί, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παριστάμενος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και για να είναι παραδεκτή η συζήτηση της αναίρεσης θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είχε παράσχει στον παριστάμενο ως πληρεξούσιό του δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα, διαφορετικά κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εκτός αν αυτός (αναιρεσείων), έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, οπότε πλέον η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-1-2011), ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση,ο οποίος προσκομίζει το υπ` αριθμ. .../8-3-2001 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νίκης Μιχαήλ Κωβαίου, συζύγου Ανδρέα Γαρίνη, από το οποίο προκύπτει, ότι ο ίδιος διορίζει ως γενικό, ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητό του, τον παραπάνω αναφερόμενο δικηγόρο, για να τον εκπροσωπεί και να παρίσταται για λογαριασμό του σε όλα γενικά τα ελληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές για όλες τις δίκες, επιπλέον δε παρέχει σ' αυτόν ειδική εντολή παραιτήσεως από τις αναφερόμενες στο πληρεξούσιο αυτό δίκες και διεξαγωγής ορισμένων δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που δεν αφορούν την παρούσα δίκη. Το πληρεξούσιο αυτό, όμως, έπαυσε να ισχύει μετά παρέλευση πενταετίας, ήτοι από 8-3-2006, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ και επομένως, κατά την συζήτηση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (11-1-2011), δεν ίσχυε η δοθείσα στον άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητα, ενώ εξάλλου, δεν αποδεικνύεται από αυτόν πληρεξουσιότητα παρασχεθείσα στον ίδιο με κάποιο άλλο νόμιμο τρόπο. Επομένως, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δεν είχε πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη της σχετικής από 8-4-2010 κλήσης προς συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο αυτή, ούτε για την εκπροσώπησή του αναιρεσείοντος, αφού η ισχύς του ειρημένου πληρεξουσίου είχε ήδη παύσει από το έτος 2006 και συνεπώς η παράσταση του αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμη. Δεν αποδεικνύεται δε από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, και μάλιστα με την προσκόμιση από το αναιρεσίβλητο σχετικής εκθέσεως επιδόσεως, ότι ο αναιρεσείων έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31 Δεκεμβρίου 2004 αιτήσεως του Σ. Ρ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6346/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2011 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν είχε πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη της κλήσης προς συζήτηση της υποθέσεως, ούτε για την εκπροσώπησή του, αφού η ισχύς του πληρεξουσίου είχε ήδη παύσει από το έτος 2006. Συνεπώς η παράσταση του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμη και η συζήτηση της υπόθεσης είναι απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 129/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ'Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Κ. Μ. του Γ. και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ά. Τ. του Κ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1485/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 206/26-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο. 485 παρ.1 Κ.Π.Δ. την με αριθμό 192/15.10.2009 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ... (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη κατόπιν της από 14.10.2009 σχετικής εξουσιοδότησης) που στρέφεται κατά του με αριθμό 1555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 282/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να δικασθεί με τους συγκατηγορούμενους του για πλαστογραφία από κοινού κατ'εξακολούθηση με όφελος άνω των 15.000€ από δράστες ενεργούντες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο κατηγορούμενος, άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 1555/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα ως προς τις παραπεμπτικές γι'αυτόν διατάξεις του. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος στρέφεται τώρα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ο κατηγορούμενος, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και στον αντίκλητο δικηγόρο του με θυροκόλληση στις 5.10.2009 και στις 8.10.2009 αντίστοιχα και αυτός άσκησε την αίτηση αναίρεσης στις 15.10.2009 ( δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας ) ενώπιον του Γραμματέα του τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η με αριθμό 192/2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους το ένδικο αυτό μέσο ασκείται και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης ( άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ Κ.Π.Δ. ). Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 7 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει να προκύπτει όμως ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων ή των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη επεξήγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως εκτίθενται τ'ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στην ταυτότητα και τα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι δυνατός ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 9/01 Απ 421/09, 346/09, 67/06, ΑΠ 2253/02). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφ'όσον ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει τα 15.000€ αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και όταν υπερβαίνει τα 73.000€ ( Α.Π. 573/09, ΑΠ 569/09 ). ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος εκκαλών Π. Κ., ως νόμιμος, εκπρόσωπος και Γενικός Διευθυντής της Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΑΣΕΠΤ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ASEPT LTD" και η δεύτερη κατηγορουμένη Κ. Μ., λογίστρια της εν λόγω εταιρείας, με σκοπό να εξασφαλίσουν τη χρηματοδότηση της εταιρείας, επειδή είχε περιέλθει σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, αφού κατήρτισαν εξ' αρχής εννέα (9) συναλλαγματικές εκδόσεως της εν λόγω εταιρείας, τις οποίες υπέγραφε για λογαριασμό της ο πρώτος από αυτούς με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της, έθεσαν ιδιοχείρως στη θέση του αποδέκτη τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας του πολιτικώς ενάγοντα Α. Τ., και κατ' απομίμηση την ιδιόχειρη υπογραφή του, εν αγνοία του και παρά τη θέληση του και ασφαλώς χωρίς οποιαδήποτε εντολή ή συναίνεσή του. Πιο συγκεκριμένα, από κοινού, κατήρτισαν και εξέδωσαν : Ι ) Στις 12-4-2002 δύο συναλλαγματικές,. ποσού 1.504,50 ευρώ κάθε μία από αυτές, με ημερομηνία λήξεως 12-5-2003 και 12-7-2003, αντίστοιχα 2) Στις 31-10-2002 εξέδωσαν την υπ' αριθ. ... συναλλαγματική, ποσού 13.160,00 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως 7-4-2003, 3) Στις 26-2-2003 δύο συναλλαγματικές, με αριθμούς ... και ..., ποσού 1.921, 50 ευρώ κάθε μία από αυτές, με ημερομηνία λήξεως 26-7-2003 και 26-8-2003, 4) Στις 7-3-2003 εξέδωσαν τις υπ' αριθ. ..., ... και ... συναλλαγματικές, ποσού 667,00 ευρώ κάθε μία από αυτές, με ημερομηνία λήξεως 7-7-2003, 7-8-2003 και 7-9-2003 και 5) Σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε κατά την ανάκριση, την υπ' αριθ. ... συναλλαγματική ποσού 667,00 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως 7-6-2003. Στη συνέχεια τις υπ' αύξ. αριθ. 1 συναλλαγματικές μεταβίβασαν με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, στην Τράπεζα "EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", την υπ' αύξ. αριθ, 2 συναλλαγματική, επίσης με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, μεταβίβασαν στην Τράπεζα "ALPHA BANK" ενώ όλες τις άλλες συναλλαγματικές, με την ίδια πάντοτε αιτιολογία, μεταβίβασαν στην, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στις παράνομες αυτές πράξεις τους προέβησαν με σκοπό, αφενός μεν να αποκομίσει η προαναφερόμενη εκδότρια εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000.) δραχμών ή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, αφετέρου δε με την κυκλοφορία τους να παραπλανηθούν οι διάφοροι τρίτοι κομιστές τους ότι, δήθεν, ο πολιτικώς ενάγων Α. Τ. ήταν πράγματι νόμιμος αποδέκτης τους, και ως εκ τούτου ήταν υπόχρεος για την εξόφληση των χρηματικών ποσών που αναγράφονταν σ' αυτές. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της συγκεκριμένης αξιοποίνου πράξεως, προκύπτει σταθερή βούληση των εν λόγω κατηγορουμένων για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Όπως ρητά αναφέρεται στην παραπάνω Έκθεση Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της Δικηγόρου-Δικαστικής Γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., η οποία διορίστηκε ως Πραγματογνώμων με την υπ' αριθ. 1113/2006 Διάταξη του Ανακριτή του 5ου Τακτικού Τμήμ. Αθηνών, σε όλες τις παραπάνω συναλλαγματικές οι υπογραφές του φερομένου ως αποδέκτη αυτών Α. Τ. δεν είναι γνήσιες. Ειδικότερα η ομάδα των συναλλαγματικών με ημερομηνίες λήξεως 7-4-2003, 12-5-2003 και 12-7-2003 "...έχουν συνταχθεί ευθέως με το χέρι της Κ. Μ. ...οδηγώντας έτσι, κατά πιθανολόγηση στην αυτή ως άνω συντάκτρια Κ. Μ., ως χαράσσουσα και τις υπογραφές στη θέση του αποδέκτη των αυτών συναλλαγματικών " Επίσης στις λοιπές συναλλαγματικές με ημερομηνίες λήξεως 7-7-2003, 26-7-2003, 7-8-2003, 26-8-2003 και 7-9-2003, οι υπογραφές στη θέση του αποδέκτη τους "...έχουν διαμορφωθεί με το αυτό σκεπτικό, με ανάλογες γραφικές κινήσεις, με την αυτή ταχύτητα , γραφική ευελιξία και γραφική δεινότητα και με την αυτή σχηματική γραμμή (ποιότητα) με την αντίστοιχη με την οποία διατυπώνονται οι υπογραφές του Π. Κ. (στη θέση του εκδότη των επίδικων συναλλαγματικών και στα δείγματα αυτού). Οδηγώντας έτσι, στον αυτό ως άνω γραφέα, ως συντάκτη των υπό κρίση υπογραφών στις εν λόγω Συναλλαγματικές, εκδόσεως του ιδίου. " Επίσης η Ειδική Δικαστική Γραφολόγος Χ. Τ.-Σ., στην από 27-6-2006 Βεβαίωση Γραφολογικής Διερεύνησης αναφέρει ως προς την εκκαλούσα Κ. Μ. ότι " Οι χειρόγραφες συμπληρώσεις της από 12-4-2001 συναλλαγματικής λήξεως 12-7-2003 δεν προέρχονται επίσης από την Α. Δ., αλλά από την Κ. Μ.". Ο πρώτος εκκαλών Π. Κ., ενώ με τους λόγους της εφέσεως του, ουσιαστικά, αναγνωρίζει και αποδέχεται την πλαστότητα των επίδικων συναλλαγματικών, επιπλέον δε εξηγεί και το σκοπό που αυτές εξυπηρετούσαν, εντούτοις δεν αποδέχεται ευθέως και σαφώς ότι αυτός είναι ο δράστης της πλαστογράφησης τους, αφήνοντας υπονοούμενα σε βάρος άλλων στελεχών της εταιρείας που εκπροσωπούσε, χωρίς όμως να τα κατονομάζει ούτε να προσκομίζει ή να επικαλείται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς ενίσχυση των σχετικών ισχυρισμών του. Παρά δε την αρνητική του θέση απέναντι στην κατηγορία που τον βαρύνει, εντούτοις ζητεί συγγνώμη από τους παθόντες, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με τον ίδιο τρόπο έχουν εκδοθεί και άλλες συναλλαγματικές, με πλαστογραφημένη στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή και άλλων προσώπων, τα οποία επίσης έχουν στραφεί εναντίον του. Επίσης ουδόλως σχολιάζει τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της Δικαστικής Γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., όπως αυτά διατυπώνονται στην προαναφερόμενη Έκθεση Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης, τουλάχιστον κατά το σκέλος που τον αφορούν. Το ίδιο πράττει και η επίσης κατηγορουμένη Κ. Μ., η οποία αρνείται κατηγορηματικά ότι ή ίδια έχει καταρτίσει ή υπογράψει ως αποδέκτης οποιαδήποτε από τις επίδικες συναλλαγματικές, παρά τις αντίθετες, σε σχέση με τους ισχυρισμούς της, διαπιστώσεις και των δύο Γραφολόγων-Πραγματογνωμόνων. Ο σχετικός δε ισχυρισμός της ότι οι συναλλαγματικές που υπάρχουν στη δικογραφία, εκτός από δύο, φέρουν ημερομηνίες του έτους 2003, χρονικό διάστημα που η ίδια δεν εργαζόταν πλέον στην εταιρεία, επειδή είχε φύγει περί τα τέλη του έτους 2002, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο, επειδή δεν είναι αληθής ο χρόνος εκδόσεως που αναγράφεται σε κάθε μία από αυτές, αφού, όπως αναφέρει ο συγκατηγορούμενός της Π. Κ. στους λόγους της εφέσεως του, " Συνεπώς οι συγκεκριμένες συναλλαγματικές έχουν εκδοθεί όλες την ίδια ημερομηνία κατ' ουσίαν, τυπικά όμως ετέθη διαφορετική ημερομηνία εκδόσεως για λόγους προφανούς σκοπιμότητος . Είναι δηλ. βέβαιο εκ των πραγμάτων, ότι η ημερομηνία πλαστογραφήσεως δεν συμβαδίζει με την φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως, διότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα εξυπηρετείτο ο φερόμενος ως σκοπός της πλαστογραφήσεως." Όπως γίνεται δεκτό η πλαστογραφία κατά συναυτουργία είναι νοητή εφόσον ο ένας αυτουργός γνωρίζει τη βούληση και του άλλου για την τέλεση της ίδιας πράξεως και επιδιώκει τη σύμπραξη με αυτόν (κοινός δόλος ), ο οποίος μπορεί να περιοριστεί και στην ενέργεια επί μέρους πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε αυτουργού ξεχωριστά. (Βλ. A.Π. 50/1990 Ολομ. ΝοΒ τ.38, σελ. 320, Α.Π. 1816/2003, Ποιν. Δ/νη τ. 2004, σελ. 515, AΠ 637/1999 Συμβ. Ποιν. Δ/νη, τ. 2000 σελ. 245, Α.Π. 1117/1998 Ποιν.Χρ. ΜΘ, σελ. 648, κ.α. ). Στην υπό κρίση υπόθεση η θέση του Π. Κ. ως νομίμου εκπροσώπου της προαναφερόμενης εταιρείας και της Κ. Μ. ως εργαζόμενης στο λογιστήριο αυτής, ασφαλώς και τους παρείχε τη δυνατότητα να γνωρίζουν πλήρως ο μεν πρώτος όλες τις υποθέσεις και την εν γένει κατάσταση της εταιρείας, η δε δεύτερη όλα τα οικονομικά ζητήματα αυτής και τον τρόπο αντιμετώπισης τους. Επομένως και οι δύο γνώριζαν και το σκοπό κατάρτισης και περαιτέρω θέσης σε κυκλοφορία των επίμαχων συναλλαγματικών, με συνέπεια να είναι δυνατόν να θεωρηθούν συναυτουργοί του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος για το οποίο παραπέμπονται να δικαστούν με το εκκαλούμενο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έστω και αν ισχυρίζονται ότι δεν έχουν πλαστογραφήσει από κοινού την υπογραφή του Ά. Τ. ως αποδέκτη σε όλες τις συναλλαγματικές. Κατόπιν των παραπάνω πραγματικών περιστατικών και με τις σκέψεις που διατυπώνονται με βάση αυτά, φρονούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων Π. Κ. και Κ. Μ. για την τέλεση .εκ μέρους τους της ως άνω αξιοποίνου πράξεως που τους αποδίδεται. Όσα αντίθετα υποστηρίζουν με τις υπό κρίση εφέσεις τους, δεν αναιρούν τις ουσιαστικές και νομικές παραδοχές του εκκαλουμένου Βουλεύματος και δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε απαλλακτική κρίση. Επομένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθ. 282/2009 Βούλευμά του παρέπεμψε τους ως άνω εκκαλούντας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήματος που τους αποδίδεται, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές νομικές διατάξεις. Επομένως πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία οι εφέσεις των εν λόγω κατηγορουμένων Π. Κ. και Κ. Μ. κατά του ως άνω Βουλεύματος το οποίο πρέπει να επικυρωθεί, να διαταχθεί η εκτέλεσή του και να επιβληθούν.τα δικαστικά έξοδα και τέλη σε βάρος του εκκαλούντα. IV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 282/09 παραπεμπτικού βουλεύματος αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, που αποδίδεται σ'αυτόν, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις κατά λογική ακολουθία τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά το έγκλημα για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος (εξειδικεύοντας το όφελος καθώς και τη βλάβη που προήλθε από τις ενέργειές του) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να την παραβιάσουν ούτε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες κατ'ουσίαν και ως εκ τούτου απορριπτέες. V. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα και να απορριφθεί το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον Σας, δεδομένου ότι με την αίτηση του διευκρινίζει πλήρως τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι δεν χρήζουν περαιτέρω επεξηγήσεων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 192/2009 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του με αριθμό 1555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος και 3) Να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν Σας. Αθήνα 3/12/2009 Γεώργιος Π. Παντελής Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του νόμου 2721/1999, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, απαιτείται να διαπράττει ο υπαίτιος πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το δεύτερο απ' αυτά συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα αυτά ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον Νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή αυτής, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στις ενσωματωμένες σ' αυτό εισαγγελικές προτάσεις, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και απολογίες των κατηγορουμένων) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εκκαλών, Π. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος και γενικός διευθυντής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΣΕΠΤ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΑSEPT LTD" και η δεύτερη κατηγορουμένη Κ. Μ., λογίστρια της εν λόγω εταιρείας, με σκοπό να εξασφαλίσουν τη χρηματοδότηση της εταιρείας, επειδή είχε περιέλθει σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, αφού κατήρτισαν εξ αρχής εννέα (9) συναλλαγματικές εκδόσεως της εν λόγω εταιρείας, τις οποίες υπέγραφε για λογαριασμό της ο πρώτος από αυτούς με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της, έθεσαν ιδιοχείρως στη θέση του αποδέκτη τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας του πολιτικώς ενάγοντα Ά. Τ., και κατ' απομίμηση την ιδιόχειρη υπογραφή του, εν αγνοία του και παρά τη θέληση του και ασφαλώς χωρίς οποιαδήποτε εντολή ή συναίνεση του. Πιο συγκεκριμένα, από κοινού κατήρτισαν και εξέδωσαν: 1) Στις 12.4.2002 δύο συναλλαγματικές, ποσού 1.504, 50 ευρώ κάθε μία από αυτές, με ημερομηνία λήξεως 12.5.2003 και 12.7.2003, αντίστοιχα, 2) Στις 31.10.2002 εξέδωσαν την υπ' αριθ. ... συναλλαγματική, ποσού 13.160,00 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως 7.4.2003, 3) Στις 26.2.2003 δύο συναλλαγματικές, με αριθμούς ... και ..., ποσού 1.921,50 ευρώ κάθε μία από αυτές, με ημερομηνία λήξεως 26.7.2003 και 26.8.20032, 4) Στις 7.3.2003 εξέδωσαν τις υπ' αριθ..., ... και ... συναλλαγματικές, ποσού 667,00 ευρώ κάθε μία από αυτές, με ημερομηνία λήξεως 7.7.2003, 7.8.2003 και 7.9.2003 και 5), Σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε κατά την ανάκριση, την υπ' αριθ. ... συναλλαγματική ποσού 667,00 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως 7.6.2003. Στη συνέχεια, τις υπ' αύξ. αριθ. 1 συναλλαγματικές μεταβίβασαν με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, στην Τράπεζα 'ΈFG Eurobank Ergasias Α.Ε", την υπ' αύξ. αριθ. 2 συναλλαγματική, επίσης με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, μεταβίβασαν στην Τράπεζα "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", ενώ όλες τις άλλες συναλλαγματικές, με την ίδια πάντοτε αιτιολογία, μεταβίβασαν στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στις παράνομες αυτές πράξεις τους προέβησαν με σκοπό, αφ' ενός με να αποκομίσει η προαναφερόμενη εκδότρια εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, αφετέρου δε με την κυκλοφορία τους να παραπλανηθούν οι διάφοροι τρίτοι κομιστές τους ότι δήθεν ο πολιτικώς ενάγων Ά. Τ. ήταν πράγματι νόμιμος αποδέκτης τους και ως εκ τούτου ήταν υπόχρεος για την εξόφληση των χρηματικών ποσών, που αναγράφονταν σ' αυτές. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της συγκεκριμένης αξιοποίνου πράξεως, προκύπτει σταθερή βούληση των εν λόγω κατηγορουμένων για διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Όπως ρητά αναφέρεται στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Δικηγόρου -Δικαστικής Γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., η οποία διορίστηκε ως πραγματογνώμων με την υπ' αριθ.1113/2006 διάταξη του Ανακριτή του 5ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, σε όλες τις παραπάνω συναλλαγματικές οι υπογραφές του φερομένου ως αποδέκτη αυτών Ά. Τ. δεν είναι γνήσιες. Ειδικότερα η ομάδα των συναλλαγματικών με ημερομηνίες λήξεως 7.4.2003, 12.5.2003 και 12.7.2003 "έχουν συνταχθεί ευθέως με το χέρι της Κ. Μ. οδηγώντας έτσι, κατά πιθανολόγηση στην αυτή ως άνω συντάκτρια Κ. Μ., ως χαράσσουσα και τις υπογραφές στη θέση του αποδέκτη των αυτών συναλλαγματικών...". Επίσης στις λοιπές συναλλαγματικές με ημερομηνίες λήξεως 7.7.2003, 26.7.2003, 7.8.2003, 26.8.2003 και 7.9.2003, οι υπογραφές στη θέση του αποδέκτη τους "...έχουν διαμορφωθεί με το αυτό σκεπτικό, με ανάλογες γραφικές κινήσεις , με την αυτή ταχύτητα, γραφική ευελιξία και γραφική δεινότητα και με την αυτή σχηματική γραμμή (ποιότητα) με την αντίστοιχη με την οποία διατυπώνονται οι υπογραφές του Π. Κ. (στη θέση του εκδότη των επίδικων συναλλαγματικών και στα δείγματα αυτού). Οδηγώντας έτσι, στον αυτό ως άνω γραφέα, ως συντάκτη των υπό κρίση υπογραφών στις εν λόγω συναλλαγματικές εκδόσεως του ιδίου...".Επίσης, η ειδική δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. -Σ., στην από 27.6.2006 βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης αναφέρει ως προς την εκκαλούσα; Κ. Μ. ότι "οι χειρόγραφες συμπληρώσεις της από 12.4.2001 συναλλαγματικής λήξεως 12.7.2003 δεν προέρχονται επίσης από την Α. Δ., αλλά από την Κ. Μ.". Ο πρώτος εκκαλών Π. Κ., ενώ με τους λόγους της εφέσεως του, ουσιαστικά, αναγνωρίζει και αποδέχεται την πλαστότητα των επίδικων συναλλαγματικών, επιπλέον δε εξηγεί και το σκοπό που αυτές εξυπηρετούσαν, εντούτοις δεν αποδέχεται ευθέως και σαφώς ότι αυτός είναι ο δράστης της πλαστογράφησης τους, αφήνοντας υπονοούμενα σε βάρος άλλων στελεχών της εταιρείας που εκπροσωπούσε, χωρίς όμως να τα κατονομάζει ούτε να προσκομίζει ή να επικαλείται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς ενίσχυση των σχετικών ισχυρισμών του. Παρά δε την αρνητική του θέση απέναντι στην κατηγορία που τον βαρύνει, εντούτοις ζητεί συγγνώμη από τους παθόντες, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με τον ίδιο τρόπο έχουν εκδοθεί και άλλες συναλλαγματικές, με πλαστογραφημένη στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή και άλλων προσώπων, τα οποία επίσης έχουν στραφεί εναντίον του. Επίσης, ουδόλως σχολιάζει τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., όπως αυτά διατυπώνονται στην προαναφερόμενη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, τουλάχιστον κατά το σκέλος που τον αφορούν. Το ίδιο πράττει και η επίσης κατηγορουμένη Κ. Μ., η οποία αρνείται κατηγορηματικά ότι η ίδια έχει καταρτίσει ή υπογράψει ως αποδέκτης οποιαδήποτε από τις επίδικες συναλλαγματικές, παρά τις αντίθετες σε σχέση με τους ισχυρισμούς της, διαπιστώσεις και των δύο γραφολόγων -πραγματογνωμόνων. Ο σχετικός δε ισχυρισμός της ότι οι συναλλαγματικές που υπάρχουν στη δικογραφία, εκτός από δύο, φέρουν ημερομηνίες του έτους 2003, χρονικό διάστημα, που η ίδια δεν εργαζόταν πλέον στην εταιρεία, επειδή είχε φύγει περί τα τέλη του έτους 2002, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο, επειδή δεν είναι αληθής ο χρόνος εκδόσεως που αναγράφεται σε κάθε μία από αυτές, αφού, όπως αναφέρει ο συγκατηγορούμενός της, Π. Κ. στους λόγους της εφέσεως του "συνεπώς οι συγκεκριμένες συναλλαγματικές έχουν εκδοθεί όλες την ίδια ημερομηνία κατ' ουσίαν, τυπικά όμως ετέθη διαφορετική ημερομηνία εκδόσεως για λόγους προφανούς σκοπιμότητος. Είναι δηλαδή βέβαιο εκ των πραγμάτων ότι η ημερομηνία πλαστογραφήσεως δεν συμβαδίζει με την φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως, διότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα εξυπηρετείτο ο φερόμενος ως σκοπός της πλαστογραφήσεως". Όπως γίνεται δεκτό, η πλαστογραφία κατά συναυτουργία είναι νοητή, εφόσον ο ένας αυτουργός γνωρίζει τη βούληση και του άλλου για την τέλεση της ίδιας πράξεως και επιδιώκει τη σύμπραξη με αυτόν (κοινός δόλος), ο οποίος μπορεί να περιοριστεί και στην ενέργεια επί μέρους πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε αυτουργού ξεχωριστά. Στην υπό κρίση υπόθεση η θέση του Π. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της προαναφερόμενης εταιρείας και της Κ. Μ., ως εργαζόμενης στο λογιστήριο αυτής, ασφαλώς και τους παρείχε τη δυνατότητα να γνωρίζουν πλήρως ο μεν πρώτος όλες τις υποθέσεις και την εν γένει κατάσταση της εταιρείας, η δε δεύτερη όλα τα οικονομικά ζητήματα αυτής και τον τρόπο αντιμετώπισης τους. Επομένως και οι δύο γνώριζαν και το σκοπό κατάρτισης και περαιτέρω θέσης σε κυκλοφορία των επίμαχων συναλλαγματικών, με συνέπεια να είναι δυνατόν να θεωρηθούν συναυτουργοί του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος για το οποίο παραπέμπονται να δικαστούν με το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έστω και αν ισχυρίζονται ότι δεν έχουν πλαστογραφήσει από κοινού την υπογραφή του Ά. Τ. ως αποδέκτη σε όλες τις συναλλαγματικές. Κατόπιν των παραπάνω πραγματικών περιστατικών και με τις σκέψεις που διατυπώνονται με βάση αυτά, φρονούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων Π. Κ. και Κ. Μ. για την τέλεση εκ μέρους τους της ως άνω αξιοποίνου πράξεως που τους αποδίδεται. Όσα αντίθετα υποστηρίζουν με τις υπό κρίση εφέσεις τους δεν αναιρούν τις ουσιαστικές και νομικές παραδοχές του εκκαλουμένου βουλεύματος και δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε απαλλακτική κρίση. Επομένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθ. 282/2009 βούλευμα του παρέπεμψε τους ως άνω εκκαλούντας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήματος που τους αποδίδεται, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά, που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές νομικές διατάξεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία οι εφέσεις των εν λόγω κατηγορουμένων Π. Κ. και Κ. Μ. κατά του ως άνω βουλεύματος, το οποίο πρέπει να επικυρωθεί, να διαταχθεί η εκτέλεση του και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη σε βάρος του εκκαλούντα". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', και στ' 18, 26 παρ. 1 στοιχ. α', 27, 45, και 216 παρ. 3 στοιχ. β' του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα με σαφήνεια εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο σκοπός του αναιρεσείοντος και της συγκατηγορουμένης του, που ήταν, αφ' ενός μεν, να αποκομίσει η αναφερόμενη εκδότρια εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €), αφ' ετέρου δε, με την κυκλοφορία των πλαστών συναλλαγματικών να παραπλανηθούν οι διάφοροι τρίτοι κομιστές τους ότι δήθεν ο πολιτικώς ενάγων ήταν πράγματι νόμιμος αποδέκτης τους και για τον λόγο αυτό υπόχρεος για την εξόφληση των ποσών που αναγράφονταν σ! αυτές. Επίσης ως προς τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μεθοδευμένη και βάσει σχεδίου δράση του αναιρεσείοντος, ο οποίος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της συγκεκριμένης πράξεως προκύπτει σταθερή βούληση αυτού και της συγκατηγορουμένης του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του και ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με τον ίδιο τρόπο έχουν εκδοθεί και άλλες συναλλαγματικές με πλαστογραφημένη στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή και άλλων προσώπων, τα οποία έχουν επίσης στραφεί εναντίον του. Κατ' ακολουθίαν οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του παραπάνω αναιρετικού λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν προβάλλει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της ως αβάσιμη, το δε αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου πρέπει, επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι αυτός με πληρότητα και σαφήνεια ανέπτυξε και διευκρίνισε τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι δεν χρήζουν περαιτέρω επεξηγήσεων. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 192/15.10.2009 αίτηση του Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ... για αναίρεση του 1555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Πράξη: πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος. Λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 128/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τριανταφυλλιά Σπάρταλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 305/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημ/κείο Χανίων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 673/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1889/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από την μη καταβολή προς το δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις αναλόγως του εάν αυτά είναι καταβλητέα εφ' άπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφ' άπαξ καταβλητέου χρέους οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ακολούθησε αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή αφ' ενός εποινικοποιήθη η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίας ή τα τελωνεία και αφ' ετέρου ηυξήθη το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Το άρθρο αυτό εν συνεχεία αντικατεστάθη με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαίως ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξαρτήτως από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφ' άπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπροθέσμου οφειλής ανεξαρτήτως από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου κλπ), και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε κατ'έφεση, με την προσβαλλόμενη 305/2010 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών στα ... κατά το χρονικό διάστημα από τις 28-3-2003 έως τις 31-5-2006, τέλεσε από πρόθεση την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα δεν κατέβαλε στο δημόσιο τους εμφαινόμενους στον κατωτέρω πίνακα φόρους και χρέη συνολικού ύψους 161.044,58 ευρώ. Οι ανωτέρω φόροι και χρέη προήρχοντο από την επιχειρηματική δραστηριότητα του εκκαλούντος (λειτουργία καφετέριας πιτσαρίας στη ... υπό μορφή ομόρρυθμης εταιρείας στην οποία ήταν ομόρρυθμος εταίρος), είχαν δε νόμιμα βεβαιωθεί σε βάρος του από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία (Β' Δ.Ο.Υ. ...) και καταστεί ληξιπρόθεσμα τους αναφερόμενους στον πίνακα χρεών χρόνους, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στον ανωτέρω πίνακα. Ειδικότερα: Α): Οι με αρ. 1-4 και 37-40 εγγραφές αναφερόντα, σε χρέη που είχαν νόμιμα βεβαιωθεί και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα από 28-3-2003 μέχρι τέλους του έτους 2003 (υπό την ισχύ του άρ. 23§1 Ν. 2523/1997), ήταν καταβλητέα εφ' άπαξ (το υπ'αρ. 4) και σε δόσεις (μέχρι έξι) τα λοιπά, το συνολικό ύψος τους ανήρχετο σε 10.631,48 ευρώ, ήτοι υπερέβαινε και το προβλεπόμενο από το άρθρο 34§1 του ισχύοντος από 1-1-2004 Ν. 3220/2004 όριο των 10.000 ευρώ για το αξιόποινο της πράξης και από τα χρέη αυτά ουδέν ποσό κατέβαλε μέχρι σήμερα ο εκκαλών. Β): Οι με αρ. 5-36 κα, 41-42 εγγραφές αναφέρονται σε φόρους και χρέη συνολικού ύψους 150.413,1 ευρώ (161.044,58 - 10.631,48) που είχαν νόμιμα βεβαιωθεί και κατάστησαν ληξιπρόθεσμα μετά την 1-1-2004 (υπό την ισχύ του ως άνω Ν. 3220/2004). Και από το ποσό αυτό ο εκκαλών ουδέν απολύτως κατέβαλε μέχρι σήμερα Ο προβληθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι συνέτρεχε περίπτωση κατάστασης ανάγκης, λόγω αδυναμίας του ν' ασχοληθεί με την επιχείρηση του εξ αιτίας της επικαλούμενης ασθένειας του είναι αβάσιμος, διότι δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε έγγραφο αποδεικτικό της αδυναμίας του αυτής (εν όψει μάλιστα επόμενου ισχυρισμού του -για αναγνώριση ελαφρυντικού- ότι εργάζεται σκληρά για να πληρώσει τις οφειλές του στο δημόσιο), αλλά και εν όψει ότι η επιχείρηση λειτουργούσε. Ομοίως είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν του γνωστοποιήθηκαν έγκυρα και έγκαιρα οι οφειλές, διότι από την κατάθεση του μάρτυρος (υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ.) και τον προμνησθέντα πίνακα χρεών συνάγεται ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία οριστικής βεβαίωσης των χρεών και επομένως της προηγούμενης γνωστοποίησης τους. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τα έγγραφα (αποφάσεις επιβολής προστίμου κ.ο.κ.) που προσκόμισε ο εκκαλών, τα οποία επιδόθηκαν σ' αυτόν την 29-12-2005 διότι δεν αναφέρονται σε φόρους και χρέη προηγούμενα της ημερομηνίας αυτής (όπως εκτίθεται στον πίνακα χρεών βεβαιώθηκαν χρέη και φόροι και το έτος 2006), ενώ την ως άνω κρίση επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι δεν ασκήθηκαν νομίμως προσφυγές από τον ανωτέρω εκκαλούντα για τις συγκεκριμένες οφειλές, ως συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα και τον πίνακα χρεών (το αντίθετο δεν προκύπτει από τις προσκομισθείσες κλήσεις για συζήτηση προσφυγών του εκκαλούντος, διότι από αυτές δεν συνάγεται νόμιμη άσκηση προσφυγών για τα επίδικα χρέη). Σημειώνεται ότι περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν κλήθηκε από τις φορολογικές αρχές να εκθέσει τις απόψεις του δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, σε κάθε περίπτωση δε ανατρέπεται από την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα και τον προμνησθέντα πίνακα χρεών, από τον οποίο συνάγεται ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία οριστικής βεβαίωσης των χρεών. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι δεν είναι νόμιμα προσδιορισμένη η οφειλή του εκκαλούντος πέραν της αοριστίας του, είναι αβάσιμος εν όψει των εγγραφών του πίνακα χρεών για συγκεκριμένους κατ' είδος και χρόνο φόρους και χρέη. Ομοίως, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται τα περιστατικά που τον στηρίζουν, αλλά γίνεται μόνο απλή αναφορά της οικείας διάταξης του νόμου, ο ισχυρισμός ότι έχει παραγραφεί η ουσιαστική απαίτησης του δημοσίου είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, από τον πίνακα χρεών προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν παρήλθε η αναφερόμενη στο άρθρο 84 του κώδικα φορολογίας εισοδήματος πενταετία. Τούτο επιβεβαιώνεται από την μη προβολή τέτοιου ισχυρισμού στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθούν οι προβληθέντες ισχυρισμοί και ενστάσεις του εκκαλούντος και να κηρυχθεί ένοχος αυτός". Στη συνέχεια το Τριμελές Πλήμμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ'εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς δέκα ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο διέλαβε τα πραγματικά περιστατικά που συνήγαγε από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προεκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' μοναδικός λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνεία και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης με την αιτίαση ότι δεν έλαβε εγκαίρως γνώση των σε βάρος του χρεών είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση ν'απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 6 Μαΐου 2010, αίτηση του Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 305/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 128/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Α., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Μαυροκεφάλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6143/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 10 §§ 1, 9 και 13 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ, Β' τεύχος 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27 -7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ, Β' τεύχος 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές του λογιστικού κλάδου από το βαθμό του τμηματάρχη Α' στον βαθμό του υποδιευθυντή Β' και από εκείνο στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' και άνω γίνονται κατ' εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη παραμονή στον προηγούμενο βαθμό. Ενεργούνται δε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσής της. Στις περιπτώσεις αυτές το παραπάνω αρμόδιο όργανο αποφαίνεται κατ' ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψήφιου για προαγωγή υπαλλήλου. Η κρίση αυτή των οργάνων της Τράπεζας, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείπεται από τις προαγωγές υπάλληλος που έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, προάγεται δε άλλος έναντι του οποίου αυτός που παραλείφθηκε υπερέχει καταφανώς σε ουσιαστικά προσόντα και επομένως η απόφαση του ΔΣ είναι κατάφωρα άδικη. Σε τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματός του προαγωγής (ΚΠολΔ 68, 70), οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως, από τον χρόνο στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί (άρθρο 12 Ν. 1082/1980) και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, από τη σε βάρος του αδικοπραξία κατάχρηση δικαιώματος. Eξάλλου ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα, τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα την 22/11/1967 ως δόκιμος λογιστής και εξελίχθηκε ιεραρχικά έως τον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' τον οποίο φέρει από 1/7/1995. Είναι κάτοχος πτυχίου ΑΣΟΕΕ και γνωρίζει αγγλικά και γερμανικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 22 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: από 1/7/1985 Προϊστάμενος Υπηρεσίας Α' Τμήματος Ελέγχου Περιφ. Δ/νσης Πειραιά και Νήσων Δυτ. Ελλάδος-Κρήτης και Δωδεκανήσου του τομέα Επιθεώρησης, από 28/8/ έως 31/8/1990 προσωρινή απόσπαση για αναπλήρωση του Διευθυντή στο Κατ/μα ..., από 1/8/1992 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Κεντρικών Υπηρεσιών -Τομέα Ελέγχου Μονάδων Διοίκησης της Δ/σης Επιθεώρησης, από 1/2/1995 Τμηματάρχης Τμήματος Εργασιών Εξωτ/κού και Συν/τος του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού της Δ/νσης Εργασιών και Διοικ/κού στην Τράπεζα Μεγ. Επιχ/σεων και Οργ/σμών, από 17/4 έως 2/5/1995 Αναπλήρωση του Τμηματάρχη του Τμήματος Οικονομικών Λειτουργιών και Διοικ/κού του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργανισμών, από 1/6 έως 31/12/1995 τακτική αναπλήρωση (για το 1995) του Τμηματάρχη του Τμήματος Καταθέσεων -Κίνησης Κεφαλαίων και Διαχ/σεων της Δ/σης Εργασιών και Διοι/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχ/σεων και Οργ/σμών, από 1/1 έως 31/12/1996 τακτική αναπλήρωση (για το 1996) του Τμηματάρχη του Τμήματος Καταθέσεων- Κίνησης Κεφαλαίων και Διαχειρίσεων στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 5/7 έως 15/7/1996 Αναπλήρωση του Δ/ντή του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού - Δ/νσης Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 16/8 και 30/8/1996 Αναπλήρωση του Διευθυντή του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 2/1 έως 31/12/1997 τακτική αναπλήρωση (για το 1997) του Διευθυντή του Τμήματος Καταθέσεων του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τρ. Κεφαλαίων και Διαχ/σεων του Τομέα Εκτέλεσης και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικητικού, από 1/1/1998 έως τον χρόνο της προαγωγικής κρίσης τακτική αναπλήρωση (για το 1998) του Διευθυντή Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικητικού στη Διεύθυνση Εργασιών και Διοικητικού. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1984 έως 1995 είναι 8,3 (έκτοτε δεν συντάσσονται δελτία αξιολογήσεως). Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του Λογιστικού κλάδου, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Διευθυντή, από 1-2-2002, ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ προήχθη, μεταξύ άλλων, ο Τ. Ξ., προτεινόμενος προς σύγκριση με την αγωγή. Ο εν λόγω συγκρινόμενος προσλήφθηκε την 11-6-1968 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' από 1-10-1998. Είναι απόφοιτος Λυκείου. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 9 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Υπηρέτησε ως υπάλληλος με απόσπαση έως 30/9(1983, στο Κατ/μα ...με β' προσωρινή υπογραφή, η οποία έγινε μόνιμη από 29/2/1984 και εν συνεχεία υπηρέτησε από 16/5/1986 ως Διευθυντής στο ίδιο κατάστημα (...) με α' υπογραφή, από 1/9/1993 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 6-12/7/1995 Διευθυντής Καταστήματος - Ομάδας ..., από 1/12/1995 Διευθυντής Υπηρεσίας Δημοσίων Σχέσεων, από 18/10/1996 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας Αττικής, από 13/12/1999 Διευθυντής Πιστωτικής Πολιτικής στη Διεύθυνση Εμπλοκών. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1985 έως 1994 είναι 8,4. Ο εν λόγω συγκρινόμενος τιμωρήθηκε πειθαρχικά το έτος 1981 με την ποινή της έγγραφης παρατήρησης για αδικαιολόγητη απουσία του και για μείωση του ενδιαφέροντος του για την υπηρεσία, η οποία λόγω του ικανού χρόνου που διέδραμε έκτοτε και της προαγωγής του στον βαθμό του Υποδιευθυντή που μεσολάβησε δεν επιδρά αποφασιστικά μόνη αυτή στη σύγκριση. Επίσης, κατά την υπηρεσία του ως διευθυντής στα καταστήματα ... και ..., η ποιότητα των τραπεζικών εργασιών υποβαθμίσθηκε σε σχέση με τα προηγούμενα χρονικά διαστήματα και η εξέλιξη των καταθέσεων δεν ήταν η αναμενόμενη. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου ο ενάγων υπερέχει, έναντι αυτού, ως προς τη γενική αρχαιότητα, την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών, την υπηρεσιακή επιμόρφωση και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ενώ υστερεί ελαφρά ως προς τη βαθμολογία και δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικά. Έτσι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου, υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος ώστε η παράλειψη προαγωγής του να είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 367/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, στη συνέχεια, δέχθηκε αυτήν (αγωγή), μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στη σύγκριση του αναιρεσείοντος με τον παραπάνω συγκρινόμενο. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και του άρθρου 281 Α.Κ., αφού σαφώς δέχεται ότι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου, υφίσταται καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου.Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η, περί του αντιθέτου, από τη διάταξη αυτή, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-12-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 6143/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε και του άρθρου 281 ΑΚ, αφού σαφώς δέχεται ότι, έναντι συγκρινόμενου, υφίσταται καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 127/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 178/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 845/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 309/1-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' αρθρ. 527 §§1,3, 528 §1 Κ.Π.Δ., την από 28-5-10 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του κρατουμένου στη Φυλακή Πατρών Α. Μ. του Α., κατά της υπ' αριθμ. 178/31-5-06 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και εκθέτω τα εξής: α) Κατά το άρ. 525 §1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα, που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά, έπρεπε να είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. (Α.Π. 1277/2008 Π.Χρ. ΝΘ', 449). Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος αυτής. (Α.Π. 1471/08, Π.Χρ. ΝΘ'537). Περαιτέρω, δεν είναι άγνωστες οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν ελήφθησαν υπόψιν από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και εκείνες με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία. (Α.Π. 788/08, Π.Χρ. ΝΘ'250). β) Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 178/31-5-06 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, γιατί μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, που καθιστούν φανερό ότι αυτός (αιτών) καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πράγματι τέλεσε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την προμνησθείσα διάταξη, αρμοδίως δε και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του (σε Συμβούλιο) Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη. γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Mε την υπ' αριθμ. 178/31-5-06 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε (ως απαράδεκτη) με την υπ' αριθμ. 825/24-4-07 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών Α. Μ. κηρύχθηκε ένοχος κατ' εξακολούθηση, χωρίς ελαφρυντικά, ως μη τοξικομανής, για πώληση ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης) στον συγκατηγορούμενό του Σ. Μ., ως και για κατοχή ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης) και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 10 ετών, ως και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 23-6-03 έως 23-9-03: 1) Στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά -Αττικής, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, και σε μη διακριβωθείσες επιμέρους ημερομηνίες, με πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, πώλησε ναρκωτική ουσία, και συγκεκριμένα πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα αντί τιμήματος στον συγκατηγο-ρούμενό του Σ. Μ., πέντε (5) φορές από ένα (1) γραμμάριο κοκαΐνης την κάθε φορά, αντί τιμήματος 70 ευρώ το κάθε γραμμάριο. Στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη-Αττικής, στις 23-9-2003, πώλησε τελευταία φορά στον ανωτέρω συγκ/νό του Σ. Μ., ποσότητα κοκαΐνης 1 γραμμαρίου αντί τιμήματος 70 ευρώ. 2) Στον Πειραιά - Αττικής και στην επί της οδού ... οικία του, στις 23-9-2003, με πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασής της, με δυνατότητα να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξή της και να την διαθέτει πραγματικά, ναρκωτική ουσία, σύμφωνα με το Νόμο και συγκεκριμένα, κατείχε: α) δύο αυτοσχέδια δέματα με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 200 γραμμαρίων (2Χ100γρ.), β) ένα νάυλον σακουλάκι με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 100 γραμμαρίων, γ) ένα νάυλον σακουλάκι το οποίο περιείχε σαράντα (40) αυτοσχέδια νάυλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους (40) γραμμαρίων (1 X 40 γρ.) και δ) ένα νάυλον σακουλάκι το οποίο περιείχε δεκατρία (13) αυτοσχέδια νάυλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους 13 γραμμαρίων (1X13). Στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: ".....Το γεγονός των πωλήσεων κατατίθεται από τον (συγ)κατηγορούμενο Σ. Μ., ομολογήθηκε όμως και από τον ίδιο". Στην απολογία του δε ο αιτών ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά ανέφερε και τα εξής: "Πούλαγα ναρκωτικά για να βγάλω την δόση μου. Μου είπε ο Π. να πάρω μια ποσότητα που είχε και να πουλάω και στα 5 γραμμάρια που θα έδινα, το ένα γραμμάριο θα ήταν δικό μου, επίσης μου είχε πει ο Π., όποτε με έπαιρνε ο Μ. να του δίνω την ποσότητα που θέλει", " Ο Π. με εκβίαζε και μέσα στην φυλακή που ήταν.... και έχω κάνει μηνύσεις εναντίον του Π.", " Τον Π. τον είχα γνωρίσει στην φυλακή. Είχα κάνει μεταφορά 60 κιλών χασίς από την Αλβανία και με έπιασαν, γι' αυτό τον λόγο ήμουν φυλακή την πρώτη φορά...", " Με έπαιρνε ο Μ. και μου έλεγε έχω πελάτη, φέρε πέντε γραμμάρια, μου έδινε τα χρήματα του έδινα τα ναρκωτικά και εγώ τα χρήματα τα έδινα στον Π., εγώ απ' αυτό κέρδιζα κάθε φορά την δόση μου". δ) Με την κρινόμενη αίτησή του, ο αιτών ως λόγους επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει τους εξής: 1) Ότι ο Σ. Μ. δικάσθηκε για κατοχή ναρκωτικών, ενώ έπρεπε να δικασθεί για εμπορία ναρκωτικών, ως υπότροπος, αφού την 12-1-09 συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία. 2) Ότι ο Π., την 29-9-03, παρέλαβε από την Δίωξη Ναρκωτικών Πειραιά προσωπικά του (Μ.) αντικείμενα, διαπράττοντας το έγκλημα της υπεξαίρεσης και εκβίαζε αυτόν (Μ.), να μην αποκαλύψει στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιά (δικάσιμος 31-5-06), ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του, ήταν του Π.. Για την πράξη του δε αυτή αυτός (Π.) δικάσθηκε από το Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιά, για υπεξαίρεση και υπεξαγωγή εγγράφων, σύμφωνα με τις επικαλούμενες στην αίτηση του ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις, τις οποίες όμως δεν προσκομίζει. 3) Ότι με βάση τα ανωτέρω, έπρεπε να (κατα)δικασθεί, αφενός μεν για φύλαξη (αποθήκευση) ναρκωτικών ουσιών και όχι για κατοχή αυτών, αφού τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο σπίτι του ήταν του Π., αφετέρου δε για μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και όχι για πώληση, αφού αυτός μετέφερε τα ναρκωτικά του Π. στον Σ. Μ.. Οπότε (κατ' αυτόν - Μ.) δικάσθηκε για βαρύτερα εγκλήματα (κατοχή - πώληση) από αυτά που πράγματι τέλεσε (αποθήκευση - μεταφορά). ε) Όλοι οι προταθέντες με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο διότι: 1) Ο Σ. Μ., με την ίδια απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά καταδικάσθηκε για κατοχή ναρκωτικών ουσιών (430 γραμ. κάνναβης), ως μη τοξικομανής, με ελαφρυντικά και του επιβλήθηκε ποινή 2 ετών και 6 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Η κατοχή όμως περιλαμβάνεται στην έννοια της εμπορίας ναρκωτικών ουσιών. Το αν είναι υπότροπος ή έμπορος ναρκωτικών, διότι κατ' αυτόν (Μ.) συνελήφθη την 12-1-09 για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία, ουδόλως αφορά, ή ουδόλως τούτο συνδέεται με την καταδίκη αυτού για βαρύτερο έγκλημα, ως ισχυρίζεται. Ούτε τούτο αποτελεί νέο αιτιώδες γεγονός ή νέα αιτιώδη απόδειξη, ώστε να υφίσταται βεβαιότητα (και όχι πιθανότητα) περί καταδίκης του για βαρύτερο έγκλημα (κατοχή -πώληση) σε σχέση με αυτό που πράγματι, ως διατείνεται, τέλεσε (αποθήκευση - μεταφορά). 2) Επίσης, ο φερόμενος υπό του Π. εκβιασμός, αφού πρώτα υπεξαίρεσε τα κινητά του Μ. πράγματα, ώστε να καταθέσει ο αιτών ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του και όχι του Π., δεν αποτελεί νέο γεγονός ή νέα απόδειξη, αφού στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς απολογούμένος, κατέθεσε, ότι εκβιάζονταν από τον Π., ότι υπέβαλε κατ' αυτού μηνύσεις, (απλώς δεν ανέφερε τα σε βάρος του αδικήματα και τις μετέπειτα εκδοθείσες ποινικές αποφάσεις), ότι ο Π. είχε την ποσότητα των ναρκωτικών, του έδωσε ναρκωτικά για πώληση, ώστε να εξασφαλίζει την δόση του, ως και ότι γνώρισε τον Π. στη φυλακή, όταν ήταν στο παρελθόν έγκλειστος σ' αυτή, λόγω μεταφοράς 60 κιλών ινδικής κάνναβης από την Αλβανία. Όλα αυτά, είχαν υποβληθεί αμέσως από τον αιτούντα στους δικάσαντες δικαστές και συνεπώς δεν ήταν άγνωστα σ' αυτούς, άρα δεν αποτελούν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις. 3) Το αν το Δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη του, ή τα έλαβε και τα απέρριψε αμέσως ή εμμέσως, ή εσφαλμένα τα αξιολόγησε, κηρύσσοντας αυτόν ένοχο κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και όχι (ως διατείνεται ο αιτών) αποθήκευσης - μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, δεν αποτελούν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αφού, αφενός μεν δεν είναι νέα, αφετέρου δε διότι δι' αυτών πλήττεται η νομική και ουσιαστική ορθότητα της προσβαλλομένης αμετάκλητης απόφασης, οπότε και ο τρίτος λόγος είναι στην ουσία του αβάσιμος. Πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν τα υπό του αιτούντος προταθέντα νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, καθ' υπόθεση ήθελε γίνουν δεκτά, δεν είναι μετά βεβαιότητας φανερό, ότι ο αιτών (κατά τον ισχυρισμό του) θα καταδικαζόταν για ελαφρύτερο πράγματι έγκλημα (αποθήκευση -μεταφορά), από το βαρύτερο (κατοχή - πώληση) που καταδικάσθηκε, διότι, ναι μεν ενδεχομένως να τροποποιείται και να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας και το είδος της πράξης, όμως και τα τέσσερα ανωτέρω εγκλήματα είναι ισόκυρα, υπάγονται στην ίδια ποινική διάταξη (5 Ν. 1729/87) και όταν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, μια και η αυτή επιβάλλεται ποινή. στ) Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων νομικών και πραγματικών περιστατικών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της δια-δικασίας ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού ακουσθεί και ο αιτών (528 §1 εδ. α' ΚΠΔ), να επιβληθούν δε σ' αυτόν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας. (583 §1 Κ.Π.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί στην ουσία της η από 28-5-10 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του κρατουμένου στη Φυλακή Πατρών Α. Μ. του Α., κατά της υπ' αριθμ. 178/31-5-06 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας, εκ 220 ευρώ, στον ανωτέρω αιτούντα. Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ.2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επανα-λαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέ-λημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιο-ριστικά στο παραπάνω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροπο-ποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών, ο οποίος, με την από 25-11-2010 υπεύθυνη δήλωσή του, που κατέθεσε στις 29-11-2010, στο κατάστημα Κράτησης Πατρών, όπου ήταν κρατούμενος, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να παραστεί στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση αυτής (αίτησης) στη σημερινή δικά-σιμο, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα μετά την έκδοση της 825/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναίρεσης, κατά της 178/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 10 ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για πώληση κατ' εξακολούθηση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, για το λόγο ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα νέα έγγραφα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι καταδικά-στηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το άρθρο 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ, πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη σχετική δικογραφία προέκυψε ότι με την 178/2006 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την 825/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ' αυτής ασκηθείσας αναίρεσης, ο κατηγορού-μενος κηρύχθηκε ένοχος, χωρίς ελαφρυντικά, ως μη τοξικομα-νής, για πώλησης, κατ' εξακολούθηση, στο συγκατηγορούμενό του Σ. Μ. ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης), καθώς και για κατοχή ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης), ήτοι του ότι κατά το από 23-6-2003 χρονικό διάστημα 1) στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά-Αττικής και με μη διακριβωθείσες επί μέρους ημερομηνίες, με πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησε ναρκωτική ουσία και συγκεκριμένα πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα αντί τιμήματος, στο συγκατηγορούμενό του Σ. Μ. πέντε φορές από ένα γραμμάριο κοκαΐνης κάθε φορά αντί τιμήματος -70- ευρώ το κάθε γραμμάριο. Στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής στις 23-9-2003 πώλησε τελευταία φορά στον πιο πάνω συγκατηγορούμενό του ποσότητα κοκαΐνης ενός γραμμαρίου αντί τιμήματος -70- ευρώ, και 2) στον Πειραιά Αττικής και στην επί της οδού ... οικία του στις 23-9-2003, με πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασής της, με δυνατότητα να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά ναρκωτική ουσία, σύμφωνα με το νόμο, και ειδικότερα κατείχε α) δύο αυτοσχέδια δέματα με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους διακοσίων γραμμαρίων (2 Χ 100 γρ.), β) ένα νάυλον σακουλάκι με κοκαΐνη σε στερή μορφή συνολικού βάρους εκατό γραμμαρίων, γ) λενα νάυλον σακουλάκι το οποίο περιείχε σαράντα αυτοσχέδια νάυλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερή μορφή συνολικού βάρους σαράντα γραμμαρίων (1 Χ 40 γρ.) και δ) ένα νάυλον σακουλάκι το οποίο περιείχε δεκατρία αυτοσχέδια νάυλον σακουλάκια με κοκαΐνη σε στερεή μορφή συνολικού βάρους δεκατριών γραμμαρίων (1 Χ 13 γρ.) και καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ. Στο σκεπτικό της πιο πάνω 178/2006 απόφασης διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, για τον κατηγορούμενο-αιτούντα, και τα εξής: "...Το γεγονός των πωλήσεων κατατίθεται από τον συγκατηγορούμενό του Σ. Μ., ομολογήθηκε όμως και από τον ίδιο.". Ενώ στην απολογία του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, ο αιτών, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα εξής: ...πούλαγα ναρκωτικά για να βγάλω τη δόση μου. Μου είπε ο Π. να πάρω μια ποσότητα που είχε και να πουλάω και στα 5 γραμμάρια που θα έδινα το ένα γραμμάριο θα ήταν δικό μου, επίσης μου είχε πει ο Π. όποτε με έπαιρνε ο Μ. να του δίνω την ποσότητα που θέλει. Ο Π. με εκβίαζε και μέσα στη φυλακή που ήταν... και έχω κάνει μηνύσεις εναντίον του Π.. Τον Π. τον είχα γνωρίσει στη φυλακή. Είχα κάνει μεταφορά 60 κιλών χασίς από την Αλβανία και με έπιασαν, γι' αυτό το λόγο ήμουν φυλακή την πρώτη φορά...Με έπαιρνε ο Μ. και μου έλεγε έχω πελάτη, φέρε πέντε γραμμάρια, που έδινε τα χρήματα του έδινα τα ναρκωτικά και εγώ τα χρήματα τα έδινα στον Π., εγώ απ' αυτό κέρδιζα κάθε φορά τη δόση μου". Ο αιτών, με την κρινόμενη αίτηση επανάληψης διαδικασίας επικαλείται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία τις 11151 και 11152/21-9-2007 τελεσίδικες αποφάσεις του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με τις οποίες ο προδιαληφθείς Π. καταδικάστηκε για υπεξαίρεση και υπεξαγωγή εγγράφων σε βάρος του αιτούντος. Τα επικαλούμενα στοιχεία είναι νέα δεδομένου ότι δεν είχαν ληφθεί υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο, αφού είναι μεταγενέστερα της έκδοσης της 178/2006 απόφασης, όμως αυτά αν τα ελάμβανε υπόψη το Δικαστήριο θα οδηγείτο σε καταδικαστική κρίση, για τις πράξεις της αποθήκευσης και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από το άρθρο 5 ν. 1729/1987, όπως ισχύει, με ποινή όχι ελαφρύτερη από την ποινή που προβλέπεται από το αυτό παραπάνω άρθρο για τις πράξεις της πώλησης κατ' εξακολούθηση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες καταδικάστηκε. Το από τον αιτούντα, εξάλλου, επικαλούμενο, ως νέο στοιχείο, ήτοι "ότι ο προδιαληφθείς Σ. Μ. δικάστηκε για κατοχή ναρκωτικών, ενώ έπρεπε να δικασθεί για εμπορία, αφού είναι υπότροπος και συνελήφθη την 12-1-2009, για κατοχή ναρκωτικών, με σκοπό την εμπορία" αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού τούτο ουδεμία έννομη επιρροή στην κρινόμενη αίτηση. Συνεπώς, σύμφωνα με τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα δε χωρεί επανάληψη της διαδικασίας και έτσι πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 28 Μαΐου 2010, αίτηση του Α. Μ. του Α., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη απόφαση 178/2006 του Πενταμελούς εφετείου Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Τα επικαλούμενα στοιχεία δεν αποτελούν νέες αποδείξεις. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 126/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ.-Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι.-Κ. Κ. και συγκατηγορούμενο τον Α. Ξ. του Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 11/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 298/27-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 230/29-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Κ. - Γ. Μ. του Ν. και Μ., κατοίκου ..., οδός ..., την οποία ασκεί μέσω της πληρεξουσίας του Δικηγόρου Αθηνών Μαρίας Φ. Γκολφινοπούλου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 18230), κατοίκου Αθηνών, οδός Εμμανουήλ Μπενάκη αριθμ. 16, δυνάμει του από 28-12-2009 ειδικού πληρεξουσίου, κατά του υπ' αριθμ. 2343/3-12-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 322/2-7-2009 έφεση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 1830/11-6-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική απάτη που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, για την οποία έχει συμπαραπεμφθεί ο συγκατηγορούμενός του Α. Ξ. του Α. με το αυτό παραπεμπτικό βούλευμα (υπ' αριθμ. 1830/11-6-2009 βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) (άρθρα 13 στ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 386 παρ. 1, 3 εδαφ. α του Π.Κ.). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., με δήλωση στη Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ευγενία Καλλιντέρη, η οποία συνέταξε και την σχετική έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) στις 19-12-2009 και στον αντίκλητό του Φ. Μ. στις 28-12-2009 και ως εκ τούτου είναι τυπικά δεκτή. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ.). Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Όσον αφορά δε τον λόγο ελλείψεως αιτιολογίας σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει υπόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1340/2005 Ποιν. Δίκη 2006, Α.Π. 252/2004, Α.Π. 2200/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ/762, Α.Π. 1457/2000 και 591/2001 Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδική δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ι. - Κ. Κ., είναι ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ - Ι.Δ. Κ., Ι. Κ. & Σια Ε.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα. Κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 ο εγκαλών ζήτησε, για τις ανάγκες της επιχείρησης αυτής, οικονομική βοήθεια από τον Γ. Σ. ο οποίος τον συνέστησε στον κατηγορούμενο Α. Ξ.. Ο τελευταίος, αφού ενημερώθηκε για την οικονομική κατάσταση του εγκαλούντος, απευθύνθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ο οποίος τον έπεισε να εμφανισθεί στον εγκαλούντα και να του παραστήσει ψευδώς ότι είχε δήθεν μεγάλη οικονομική άνεση, ότι ασχολούνταν επαγγελματικά με τις χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων, ότι είχε γνωριμίες με υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών και ότι είχε τη δυνατότητα να του εξασφαλίσει άμεση χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους και έτσι να του αποσπάσει ισόποσες προς την χρηματοδότηση επιταγές. Πράγματι ο κατηγορούμενος Α. Ξ., με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, την 10-1-2006, έπεισε τον εγκαλούντα να εκδώσει και να του παραδώσει, προς κάλυψη δήθεν του τραπεζικού του "πλαφόν" και την προεξόφλησή τους από το κατάστημα Παλαιού Φαλήρου της Εγνατίας Τράπεζας, με τον διευθυντή του οποίου δήθεν συνεργαζόταν, τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές υπ' αριθμ.: 1) .../20-4-2006, ποσού 9.800 ευρώ, 2) .../ 10-5-2006, ποσού 9.600 ευρώ, 3) .../30-5-2006, ποσού 8.100 ευρώ, 4) .../4-6-2006, ποσού 7.900 ευρώ, 5) .../15-6-2006, ποσού 9.050 ευρώ, 6) .../30-7-2006, ποσού 10.000 ευρώ και 7) .../30-8-2006, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέες στην τράπεζα ALPHA BANK, με χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ - Ι.Δ. Κ., Ι. Κ. & Σια Ε.Ε.". Αφού έλαβε τις επιταγές αυτές ο Α. Ξ. διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι δεν θα τεθούν σε κυκλοφορία και ότι είχε ακολουθήσει την πρακτική αυτή και επανειλημμένως με ευνοϊκά αποτελέσματα για άλλους πελάτες του. Την 24-2-2006, ο Α. Ξ., συνεχίζοντας την απατηλή συμπεριφορά του, πάντοτε υπό την καθοδήγηση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο διευθυντής του ως άνω καταστήματος της Εγνατίας Τράπεζας ζήτησε ως προμήθεια το ποσό των 3.000 ευρώ, προκειμένου να χορηγήσει το δάνειο. Έτσι πείσθηκε ο εγκαλών και του κατέβαλε το ποσό αυτό το οποίο οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν. Επειδή όμως δεν χορηγήθηκε το δάνειο ο εγκαλών απευθύνθηκε στο ως άνω κατάστημα της Εγνατίας Τράπεζας και διαπίστωσε ότι ο Α. Ξ. ουδεμία σχέση είχε με χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων, ούτε είχε τη δυνατότητα να μεσολαβήσει προς τούτο στις τράπεζες, δεν γνώριζε τον διευθυντή του συγκεκριμένου τραπεζικού καταστήματος, ο οποίος ουδέποτε έλαβε προμήθεια για τη χορήγηση δανείου στον εγκαλούντα. Παράλληλα οι κατηγορούμενοι μεταβίβασαν σε τρίτους τις επίδικες επιταγές με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση περιουσιακή ζημία ο εγκαλών, ανερχόμενη συνολικά σε 67.450 ευρώ (64.450 ευρώ συνολική αξία των επιταγών + 3.000 ευρώ που κατέβαλε σε μετρητά ) με αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων οι οποίοι δεν ενήργησαν ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου και με οργανωμένη ετοιμότητα για επανειλημμένη τέλεση της πράξης με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έχοντας προς τούτο διαμορφώσει υποδομή συνιστάμενη στη γνώση της ακολουθούμενης από τις τράπεζες διαδικασία για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και στην διατήρηση καταλλήλων διασυνδέσεων τους για τη διοχέτευση στην αγορά των επιταγών, στοιχεία από τα οποία προκύπτει και η σταθερή ροπή τους προς τέλεση του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφεια και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη αυτού, β) βλάβη ξένης περιουσίας, γ) παραπλάνηση άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που έχει ως αποτέλεσμα τη διάθεση περιουσίας του παραπλανηθέντος ή άλλου, δ) η παραπλάνηση να επέλθει με την εν γνώσει (αποκλειομένου κατ' αρθ. 27§2 ΠΚ του ενδεχομένου δόλου) παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ε) αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος τόσο μεταξύ της ψευδούς παράστασης (ή απόκρυψης ή παρασιώπησης) και της πλάνης του πειθομένου, όσο και μεταξύ αυτής και της ζημίας που επήλθε (ΑΠ 1580/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ' σ. 548, ΑΠ 1296/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ' σ. 430, ΑΠ 224/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ' σ. 907, ΑΠ 326/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ'σ. 27, ΑΠ 1310/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' σ. 513, ΑΠ 865/1995 Ποιν. Χρον. ΜΕ' σ. 1411, ΑΠ 813/1995 Ποιν. Χρον. ΜΕ'σ. 1390, ΑΠ 761/1995 Ποιν. Χρον. ΜΕ' σ. 1377, ΑΠ 1270/1993 Ποιν. Χρον. ΜΓ'σ. 1023, ΑΠ 815/1993 Ποιν. Χρον. ΜΓ'σ. 652, Α. Μπουρόπουλου Ερμ. ΠΚ τ. Γ' σ. 68 επ., Τούση - Γεωργίου Ερμ. ΠΚ σ. 1049 επ. Α. Παπαδαμάκη Τα περιουσιακά εγκλήματα, 2.000, σ. 91 επ.). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386§3 στοιχ. α' ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§4 Ν 2721/1999, η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το αρθ. 13 στ' ΠΚ, όπως προστέθηκε με το αρθ. 1 § 1 Ν 2408/1996, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1394/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' σ. 621, ΑΠ 1074/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' σ. 405, ΑΠ 945/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' σ. 607, ΑΠ 1820/2003 Ποιν. Χρον. ΝΔ' σ. 709). Γίνεται δεκτό ότι κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1820/2003 Ποιν. Χρον. ΝΔ' σ. 709, ΑΠ 692/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ' σ. 47). Εξ άλλου, κατά το αρθ. 46§1 στοιχ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικά: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλές, απειλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξης αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξης που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης της, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την ειρημένη απόφαση και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό (ΑΠ 540/2006 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ' σ. 933, ΑΠ 471/2006 Ποιν. Χρον. ΝΧΤ' σ. 979, ΑΠ 1585/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ' σ. 418, ΑΠ 1469/2003 Ποιν. Χρον. ΝΓ' σ. 1073, ΑΠ 2269/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ' σ. 803). Η συμμετοχή σε απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα συνιστά κατ' αρχήν πλημμέλημα, προσλαμβάνει όμως κακουργηματικό χαρακτήρα όταν η επιβαρυντική περίσταση συντρέχει και στο πρόσωπο του συμμέτοχου (ΑΠ 540/2006 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ' σ. 932, ΑΠ 1235/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ' σ. 216, ΑΠ 184/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ' σ. 898, ΑΠ 1879/2000 Ποιν. Χρον.Νσ. 980). Πέραν των ανωτέρω πρέπει να λεχθούν και τα εξής: Δεν είναι νοητή με βάση τις κείμενες διατάξεις η διάσπαση μίας και της αυτής πράξεως, αναλόγως του βαθμού συμμετοχής, σε κακουργηματική για τους μεν και σε πλημμεληματική για τους δε. Μία πράξη σύμφωνα πάντοτε με τις κείμενες διατάξεις αποκτά κακουργηματική ή πλημμεληματική μορφή αποκλειστικά από την δράση του αυτουργού ή συναυτουργού, η συμμετοχική δράση έχει πάντοτε παρακολουθηματικό χαρακτήρα και δεν ήρτηται από το εάν εκτός του αυτουργού και ο συμμέτοχος (ηθικός αυτουργός συνεργός - απλός συνεργός) επιδιώκει επιπροσθέτως ό,τι και ο αυτουργός για να έχει κακουργηματικό και όχι πλημμεληματικό χαρακτήρα η συμμετοχή του. Εάν το τελευταίο συμβαίνει αυτό συνιστά επιβαρυντική περίσταση που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και όχι αναγκαίο όρο για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος. Δεν συνάδει με την γραμματική και τελολογική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 46 και 47 του Π.Κ., η κρατούσα νυν ερμηνεία των σχετικών ως άνω διατάξεων στην νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού που απαιτεί ως πρόσθετο στοιχείο την επιδίωξη του αυτού με τον αυτουργό σκοπού για να καταστεί και ως προς τον συμμέτοχο η πράξη του κακουργηματική. Είναι ρητές οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 46 του ΠΚ που επιτάσσουν: "1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. 2. Όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει κάποιο έγκλημα, με μοναδικό σκοπό να τον καταλάβει ενώ αποπειράται να τελέσει το έγκλημα ή ενώ επιχειρεί αξιόποινη προπαρασκευαστική πράξη και με τη θέληση να τον ανακόψει από την αποπεράτωση του εγκλήματος, τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού μειωμένη στο μισό". Είναι ρητές επίσης οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 47 του Π.Κ., που επιτάσσουν: "1. Όποιος εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). 2. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 42 εφαρμόζεται αναλογικά και εδώ". Από τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει σαφέστατα ότι ο συμμέτοχος σε μία κακουργηματική από τον νόμο πράξη ανεξάρτητα από τον βαθμό συμμετοχής, είτε είναι ηθικός αυτουργός, είτε είναι άμεσος ή αναγκαίος συνεργός, είτε είναι απλός συνεργός, τιμωρείται πάντοτε με την ποινή του αυτουργού. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι η συμμετοχή υπό οποιανδήποτε μορφή σε κακουργηματική κατά τον νόμο πράξη του αυτουργού, σε κάθε περίπτωση λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της συμμετοχής είναι εκ του νόμου κακουργηματική, διότι χωρίς την συμμετοχή του ηθικού αυτουργού ή συνεργού, ο αυτουργός δεν θα ήταν σε θέση να φέρει εις πέρας την αξιόποινη πράξη που διέπραξε είτε παρακινούμενος προς τούτο είτε βοηθούμενος. Άλλωστε συνιστά ανεπίτρεπτη επιείκεια η διαφοροποίηση ως προς τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως της συμμετοχικής δράσεως του ηθικού αυτουργού ή συνεργού (άμεσου - απλού), σε σχέση με την δράση του αυτουργού, ο μεν αυτουργός δηλαδή να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος ο δε συνεργός στην ίδια πράξη σε βαθμό πλημμελήματος, όταν χωρίς την συνδρομή των συμμετόχων ο αυτουργός αδυνατεί να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποφάσισε είτε μόνος είτε ωθούμενος προς τούτο από τον ηθικό αυτουργό. Είναι έξω από την βούληση του νομοθέτη το να απαιτείται όπως η συμμετοχική δράση για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει ο συμμέτοχος να επιδιώκει τον ίδιο με τον αυτουργό σκοπό. Δεν προβλέπεται από τον νόμο το πρόσθετο αυτό στοιχείο, απαιτείται όμως να υπάρχει πάντοτε μόνο όσον αφορά τον συναυτουργό και ουδένα άλλον. Η μόνη διαφοροποίηση που προβλέπεται από τον νόμο είναι εκείνη του απλού συνεργού, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 47 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 του Π.Κ., πάντοτε όμως μέσα στα πλαίσια της ποινής που προβλέπεται για τον αυτουργό. Δεν συνάδει άλλωστε με τις προπαρατεθείσες διατάξεις η επέκταση εφαρμογής του άρθρου 49 παρ. 2 του Π.Κ. σε όλες ανεξαιρέτως τις επιβαρυντικές περιπτώσεις, η εφαρμογή του άρθρου 49 παρ. 2 του Π.Κ. πρέπει να γίνεται με φειδώ και σε ωρισμένες μόνο περιπτώσεις όταν πράγματι υφίστανται ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις στο πρόσωπο του συμμετόχου και όχι όσον αφορά την πράξη αυτήν καθ' εαυτήν. Η διεύρυνση της εφαρμογής του άρθρου 49 παρ. 2 του Π.Κ. και ως προς τους συμμετόχους σχετικά με την πράξη, ακυρώνει την βούληση του νομοθέτη ως προς την αυτή με τον αυτουργό ποινική μεταχείριση και των συμμετόχων όπως προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του Π.Κ. Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α και 386 παρ. 1, 3 εδαφ. α του Π.Κ. και αβάσιμες είναι οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι εν προκειμένω η ηθική αυτουργία φέρει ούτως ή άλλως σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα κακουργηματικό χαρακτήρα. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 230/29-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Κ. - Γ. Μ. του Ν. και Μ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ' αριθμ. 2343/3-12-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 1/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το άρθρο 211 Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά το οποίο μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία συγκατηγορούμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει δε εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και την ομολογία του συγκατηγορούμένου του αναιρεσείοντος, την οποία, άλλωστε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του βουλεύματος, συνεκτίμησε μαζί με τα αναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της προδικασίας. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που βλάπτεται περιουσιακώς, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει και ο χαρακτήρας της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 εδάφ. α' του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ... β)....". Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 στ' του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Γίνεται δεκτό ότι κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά το Άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. α' του Ποινικού Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικά: α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλές, απειλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την ειρημένη απόφαση και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό. Η συμμετοχή σε απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα συνιστά κατ' αρχήν πλημμέλημα, προσλαμβάνει όμως κακουργηματικό χαρακτήρα όταν η επιβαρυντική περίσταση συντρέχει και στο πρόσωπο του συμμέτοχου. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΟλΑΠ 1/1205). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικούς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη η τυπολατρική επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΟλΑΠ 1227/1979). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, και συγκεκριμένα από το σύνολο του συγκομισθεντος ανακριτικού υλικού, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ι. - Κ. Κ. είναι ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ - Ι.Δ. Κ., Ι. Κ. & Σία Ε.Ε."που εδρεύει στην Αθήνα. Κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005, ο εγκαλών ζήτησε, για τις ανάγκες τις επιχείρησης αυτής, οικονομική βοήθεια από τον Γ. Σ., ο οποίος τον συνέστησε στον κατηγορούμενο Α. Ξ.. Ο τελευταίος, αφού ενημερώθηκε για την οικονομική κατάσταση του εγκαλούντος, απευθύνθηκε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ο οποίος τον έπεισε να εμφανισθεί στον εγκαλούντα και να του παραστήσει ψευδώς ότι είχε δήθεν μεγάλη οικονομική άνεση, ότι ασχολούνταν επαγγελματικά με τις χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων, ότι είχε γνωριμίες με υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών και ότι είχε τη δυνατότητα να του εξασφαλίσει άμεση χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους και έτσι να του αποσπάσει ισόποσες προς την χρηματοδότηση επιταγές. Πράγματι ο κατηγορούμενος Α. Ξ., με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, την 10.1.2006, έπεισε τον εγκαλούντα να εκδώσει και να του παραδώσει, προς κάλυψη δήθεν του τραπεζικού του "πλαφόν" και την προεξόφληση τους από το κατάστημα Παλαιού Φαλήρου της Εγνατίας Τράπεζας, με τον διευθυντή του οποίου δήθεν συνεργαζόταν, τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές υπ' αριθμ.: 1) .../20.4.2006, ποσού 9.800 ευρώ, 2) .../10.5.2006, ποσού 9.600 ευρώ, 3) .../30.5.2006, ποσού 8.100 ευρώ, 34) .../4.6.2006, ποσού 7.900 ευρώ, 5) .../15.6.2006, ποσού 9.050 ευρώ, 6) .../30.7.2006, ποσού 10.000 ευρώ και 7) .../30.8.2006, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέες στην τράπεζα ΑLPHA BANK χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ - Ι.Δ. Κ., Ι. Κ. & Σία Ε.Ε.". Αφού έλαβε τις επιταγές αυτές ο Α. Ξ. διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι δεν θα τεθούν σε κυκλοφορία και ότι είχε ακολουθήσει την πρακτική αυτή και επανειλημμένως με ευνοϊκά αποτελέσματα για άλλους πελάτες του. Την 24.2.2006, ο Α. Ξ., συνεχίζοντας την απατηλή συμπεριφορά του, πάντοτε υπό την καθοδήγηση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο διευθυντής του ως άνω καταστήματος της Εγνατίας Τράπεζας ζήτησε ως προμήθεια το ποσό των 3.000 ευρώ, προκειμένου να χορηγήσει το δάνειο. Έτσι, πείσθηκε ο εγκαλών και του κατέβαλε το ποσό αυτό, το οποίο οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν. Επειδή όμως δεν χορηγήθηκε το δάνειο, ο εγκαλών απευθύνθηκε στο ως άνω κατάστημα της Εγνατίας Τράπεζας και διαπίστωσε ότι ο Α. Ξ. ουδεμία σχέση είχε με χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων, ούτε είχε τη δυνατότητα να μεσολαβήσει προς τούτο στις τράπεζες, δεν γνώριζε τον διευθυντή του συγκεκριμένου τραπεζικού καταστήματος, ο οποίος ουδέποτε έλαβε προμήθεια για τη χορήγηση δανείου στον εκκαλούντα. Παράλληλα οι κατηγορούμενοι μεταβίβασαν σε τρίτους τις επίδικες επιταγές, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση περιουσιακή ζημία ο εγκαλών, ανερχόμενη συνολικά σε 67.450 ευρώ (64.450 ευρώ συνολική αξία των επιταγών + 3.000 ευρώ που κατέβαλε σε μετρητά) με αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν ενήργησαν ευκαιριακά, αλλά βάση σχεδίου και με οργανωμένη ετοιμότητα για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έχοντας προς τούτο διαμορφώσει υποδομή συνισταμένη στη γνώση της ακολουθούμενης από τις τράπεζες διαδικασία για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και στην διατήρηση καταλλήλων διασυνδέσεων τους για τη διοχέτευση στην αγορά των επιταγών, στοιχεία από τα οποία προκύπτει και η σταθερή ροπή τους προς τέλεση του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', 18, 26 παρ. 1 στοιχ. α', 27, 46 παρ. 1 στοιχ. α'. 48, παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μεθοδευμένη και βάσει σχεδίου δράση του αναιρεσείοντος, ο οποίος, με πρόθεση έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Α. Ξ., με παραινέσεις και συμβουλές να πείσει τον εγκαλούντα να εκδώσει και να του παραδώσει προς κάλυψη δήθεν του τραπεζικού του "πλαφόν" προς το κατάστημα Παλαιού Φαλήρου της Εγνατίας Τράπεζας, με τον διευθυντή του οποίου δήθεν συνεργαζόταν, τις αναφερόμενες μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες αφού έλαβε ο Ξ., διαβεβαιώνοντας ψευδώς τον εγκαλούντα ότι δεν θα τις κυκλοφορήσει, ακολούθως πάντοτε υπό την καθοδήγηση του αναιρεσείοντος, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, πείθοντος τον να προβεί στις παραπάνω περιγραφόμενες πράξεις, με αποτέλεσμα να υποστεί ο εγκαλών ισόποση περιουσιακή ζημία, ύψους 67.450 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων, τα ως άνω δε, δηλαδή η ζημία του εγκαλούντος και το αντίστοιχο κέρδος των κατηγορουμένων, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του Α. Ξ. προς τον εγκαλούντα, αφού ο τελευταίος, χωρίς τις διαβεβαιώσεις αυτές, δεν θα προέβαινε στις ανωτέρω αναφερόμενες ζημιογόνες γι' αυτόν και επικερδείς για τους κατηγορουμένους ενέργειες. Δηλαδή, αναφέρονται οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε σε βάρος των εγκαλούντος το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης από τον Α. Ξ., καθώς επίσης και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε σ' αυτόν την απόφαση να διαβεβαιώσει τον εγκαλούντα για το δήθεν αληθές των ανωτέρω αναληθών πραγματικών περιστατικών. Τέλος, αιτιολογείται επαρκώς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και ο σκοπός του αναιρεσείοντος να αποκομίσει ο ίδιος και ο συγκατηγορούμενός του από τις παραπάνω πράξεις του εγκαλούντος παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο παραπάνω αναφερόμενο ποσό, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του τελευταίου και προσδιορίζεται η ζημία που προξενήθηκε στον εγκαλούντα, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, αλλά και η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ηθικού αυτουργού των προϋποθέσεων της τελέσεως των ως άνω πράξεων κατ' επάγγελμα (άρθρο 13 στοιχ. στ' Π.Κ.) Κατ' ακολουθίαν ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του παραπάνω αναιρετικού λόγου πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 230/29.12.2009 αίτηση του κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, για αναίρεση του 2343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250 €) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2011.- Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για ηθική αυτουργία σε απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 125/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κουτσιλαίο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 11069Α, 11445/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Σ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 17 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 545/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρος, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων, απαιτείται εκτός από τα λοιπά στοιχεία. που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα. Υπάρχει όμως, και στις περιπτώσεις αυτές, η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή να καθορίζει το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που το συνιστούν και τα κατά τον νόμο συστατικά στοιχεία του. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία, αν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο, καλύπτεται (άρθρα 173 παρ. 1, 174 ΚΠΔ), ενώ αν προταθεί και απορριφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει, μεταξύ άλλων και την αιτίαση ότι το εφετείο παρέλειψε να απαντήσει και αποφανθεί επί του τετάρτου λόγου της εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη από το Πλημμελειοδικείο της ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, για τον λόγο ότι "στο κλητήριο θέσπισμα δεν εξειδικεύεται η συμμετοχική δράση της μηνύτριας, ώστε να είναι δυνατή η υπεράσπισή του και η απόκρουση των ισχυρισμών της". Όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο κλητήριο θέσπισμα, περι'4εχονται σ' αυτό όλα τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις στοιχεία. Συνεπώς ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) απέρριψε με την εκκαλούμενη 31.658/2008 απόφασή του, ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι δεν περιέχονται τα από τον νόμο στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 155 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "αν δεν βρεθεί στην κατοικία του εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδ. β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται το αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου. Σ' αυτήν την περίπτωση, τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 154 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι το κύρος της επιδόσεως δεν επηρεάζεται από ποια. θυροκόλληση ή επίδοση στον αντίκλητο προηγήθηκε της άλλης. Η διάταξη αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον, που είναι προδήλως να προηγείται η θυροκόλληση της επιδόσεως προς τον αντίκλητο, αφού ο δικαστικός επιμελητής δεν γνωρίζει, κατά κανόνα, αν την επίδοση θα ενεργήσει με θυροκόλληση και κινδυνεύει, αν ακολουθήσει αντίστροφη σειρά, να ενεργήσει περιττή επίδοση, αυτή προς τον αντίκλητο, αν ευρεθούν τα πρόσωπα της παραγράφου 1 εδ. β' του άρθρου 155 ΚΠΔ και παραλάβουν το έγγραφο. Εν προκειμένω, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της διαδικασίας προκύπτει, το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 6 Ιουλίου 2006, ενώ είχε προηγηθεί η επίδοση στον αντίκλητο δικηγόρο του στις 14 Ιουνίου 2006. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, το γεγονός ότι προηγήθηκε η επίδοση στον αντίκλητο δεν επηρεάζει το κύρος της επιδόσεως. Συνεπώς, ορθά το Εφετείο δεν απάντησε στον προβληθέντα με την έφεση ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η επίδοση δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε μη νόμιμο ισχυρισμό και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Ποινικού Κώδικα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είτε με την χωρίς εναντίωση εμφάνισή του στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, παραπονείται ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη από το Πλημμελειοδικείο της ενστάσεως παραγραφής, για τον λόγο ότι "καταδικάστηκε για παραγεγραμμένες πράξεις, που τελέστηκαν τον Μάρτιο 2003, αφού η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν άκυρη". Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, το Δικαστήριο, αφού, όπως προαναφέρεται, δέχθηκε ως έγκυρη την επίδοση, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως, η οποία δεν είχε παραγραφεί. Επομένως, ορθώς το Εφετείο δεν απάντησε στον αντίθετο μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, ώστε με τον αναιρετικό αυτό λόγο να διασφαλίζεται η εφαρμογή από τα δικαστήρια της ουσίας του άρθρου 57 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "αν παρά την ήπιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ4ρων 36 και 43 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας έχει υποχρέωση, μετά από έρευνα της εγκλήσεως ή της μηνύσεως, εφόσον θεωρεί υποστατή την κατηγορία να ασκήσει ποινική δίωξη και να διατάξει προανάκριση ή κυρία ανάκριση ή να παραπέμψει τον κατηγορούμενο, με απευθείας κλήση, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει άσκηση για το ίδιο νέας ποινικής διώξεως, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής διώξεως. Όμως, με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει το άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠΔ για το δεδικασμένο, πρέπει, αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη να κηρύσσεται αμετάκλητη, άλλως, ιδρύεται (με την εκδίκαση και της δεύτερης κατηγορίας) ο αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας με την αρνητική του μορφή. Επομένως, για να υπάρχει δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα της πράξεως, η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, που δόθηκε σε καθεμία απ' αυτές. Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αιτιάται ο αναιρεσείων κατά της προσβαλλόμενης 11069Α/2009 - 11445/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρος σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, με τριετή αναστολή, ότι καταδικάστηκε για πράξεις που καλύπτονταν από το δεδικασμένο, αφού για τις ως άνω πράξεις είχε κηρυχθεί αθώος με την 9298/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία κατέστη ήδη και μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αμετάκλητη και επομένως με την αναιρεσιβαλλόμενη, που απορρίφθηκε η ένσταση της εκκρεμοδικίας, υπερέβη το Δικαστήριο αρνητικώς την εξουσία του. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των πρακτικών της, ο αναιρεσείων πρόβαλε κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του την σχετική ένσταση (αυτοτελή ισχυρισμό), την οποία το Δικαστήριο απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "Από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1και 3 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξης, αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράστη κατηγορηθέντος. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις3 πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Δεν υπάρχει δε ταυτότητα πράξης στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά, ως προς το πρόσωπο του παθόντος. Εξάλλου, για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει άσκηση για το ίδιο νέας Ποινικής διώξεως, ο ΚΠοινΔ δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής διώξεως Όμως, με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει το άρθρο 57 παρ. 3 του ΚΠοινΔ για το δεδικασμένο, πρέπει, αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, άλλως ιδρύεται με την εκδίκαση της δεύτερης κατηγορίας ο λόγος αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας με την αρνητική της μορφή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 9298/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή σε βάρος των Ι. - Δ. Δ. και Β. Γ. - Σ., καθώς και ψευδορκίας μάρτυρα, μετά την υπό στοιχεία ΑΒΜ 2003/954/24.3.2003 έγκλησή του. Στην παρούσα υπόθεση όμως, με τον ίδιο κατηγορούμενο και για την ίδια ως άνω έγκληση αυτού, παθόν πρόσωπο είναι η Μ. Σ. και ως εκ τούτου δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως. Επομένως, δεν συντρέ3χουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 57ΚΠοινΔ και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - κατηγορουμένου περί υπάρχοντος αρνητικού δεδικασμένου, άλλως εκκρεμοδικίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Δηλαδή, προέκυψε ότι με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αμετάκλητη ήδη 9298/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτός αθωώθηκε για την ψευδή καταμήνυση, κατά συρροή σε βάρος των Ι. - Δ. Δ. και Β. Γ. - Σ., καθώς και για την ψευδορκία μάρτυρος, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παθόν πρόσωπο είναι η Μ. Σ. και συνεπώς δεν παράγεται από την προηγούμενη απόφαση δεδικασμένο )άλλως, λόγω του μη αμετακλήτου τότε, εκκρεμοδικία), αφού η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά αληθή κατ' ιδέα συρροή, αφού με μία πράξη προσέβαλε το έννομο αγαθό (προσωπικότητα) περισσοτέρων προσώπων. Μετά από αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως και πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εν προκειμένω, το Εφετείο, με βάση τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, έκρινε, κατά πλειοψηφία, ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και η θυγατέρα της πολιτικώς ενάγουσας, Β. Σ., το έτος 1996 σύναψαν ερωτικό δεσμό, από τον οποίο και απέκτησαν, εκτός γάμου, στις 4.11.1999 μία κόρη, την Ι., την οποία ο κατηγορούμενος αναγνώρισε εκουσίως με τη συναίνεση και της μητέρας της, ως τέκνο του. Μετά τη γέννησή του, το παραπάνω τέκνο τους παρουσίασε σοβαρά προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα κινητική δυσλειτουργία, συγγενή καταρράκτη και των δύο ματιών της, ανοικτό βοτάλλειο πόρο και οριστικά διαγνωσμένο αυτισμό στο τέλος. Στο μεταξύ, δημιουργήθηκαν σφοδρές αντιδικίες στη σχέση του ζευγαριού, λόγω των οποίων ο δεσμός τους διασπάστηκε οριστικά το Νοέμβριο του 2006. Από τότε ξεκίνησε μεταξύ τους μεγάλος δικαστικός αγώνας σχετικά με την επιμέλεια της παραπάνω κόρης τους, τη διατροφή της και την επικοινωνία της με τον πατέρα της. Στα πλαίσια αυτού του δικαστικού αγώνα, ασκήθηκαν πολλές αγωγές και αιτήσεις εκατέρωθεν και υποβλήθηκαν εγκλήσεις, μεταξύ των οποίων και η ένδικη, με στοιχεία ΑΒΜ 2003/954/24.3.2002, που υπέβαλε ο κατηγορούμενος εναντίον 1) του Α. Δ., νευρολόγου ψυχιάτρου, 2) Ν. Μ. - Δ., νευρολόγου ψυχιάτρου, 3) Β. Γ. - Σ. και 4) Μ. Σ.. Στην έγκλησή του αυτή ανέφερε επί λέξει όσα αναλυτικά περιγράφονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, αναφερόμενος στους παραπάνω εγκαλούμενους, μεταξύ τω ν οποίων και ότι "Η ομάδα αυτή των κατηγορουμένων με απίστευτες μεθόδους, που θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι αναδύονται από το ζοφερό παρελθόν (Σταλινική Ρωσία - Χιτλερική Γερμανία) επιχείρησε και κατόρθωσε να με εμφανίσει ως ανιάτως ψυχικώς πάσχοντα, αναπαράγουσα με βάρβαρη κακοβουλία, ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο διαστρεβλώνει και διαστρέφει με πρωτεργάτες τους δύο πρώτους εγκαλουμένους, αλλά και από άλλους με διάφορες ιδιότητες ενεργούντες και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι το αδίστακτο και ανενδοίαστο των πράξεών τους, που κινούνται στο μεταίχμιο της νομιμότητας, προκειμένου να αποδείξουν ότι πάσχω ψυχικώς και είμαι μία προσωπικότητα διαταραγμένη, επικίνδυνος ακόμη και για τη ζωή της μικρής μου κόρης και τρόφιμος ψυχιατρείων ... ότι όλες οι δικαστικές αποφάσεις, πλην μίας, είναι αποτέλεσμα πιέσεων, επιρροών και εξαρτήσεων που η αντίδικη πλευρά ασκεί στους συγκροτούντες τα δικαστήρια που τις εκδίδουν δικαστές από την αρχή της αντιδικίας μου με την τρίτη εγκαλουμένη και ολόκληρη την ορχήστρα της ... η ενορχηστρωμένη συκοφαντική εκστρατεία της εγκαλουμένης, της μητέρας της ... αλλά και των δικαστών δυστυχώς συνεχίζεται με το ιατρικό σημείωμα της δεύτερης των εγκαλουμένων ... η τρίτη των εγκαλουμένων στο από 309.12.2002 σημείωμά της προς το Δικαστήριο, που εξέδωσε την υπ' αριθ. 1448/2003 απόφαση, που έκρινε ότι είμαι τρελός, αναπαράγει τους συκοφαντικούς και κακόβουλους ισχυρισμούς των δύο πρώτων εγκαλουμένων, προσκομίζουσα με κακόβουλες και συκοφαντικές αναφορές ... όλοι οι ανωτέρω εγκαλούμενοι ... διαδίδουν για εμένα γεγονότα, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή μου και το μέλλον μου ενώπιον τρίτων (δικαστών, γραμματέων, συγγενών μου και φίλων μου και φίλων τους) γεγονότα, που είναι ψευδή και κακόβουλα και ούτοι τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τους ... η αθέμιτη κτήση στοιχείων προσωπικών δεδομένων, καθώς και η χρησιμοποίηση αυτών αποτελεί αδίκημα, το οποίο τέλεσαν ο πρώτος και η δεύτερη των εγκαλουμένων, που χρησιμοποιούν για τις ιατρικές γνωματεύσεις παρόμοια στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από την υπαίτια ομοίως τρίτη κατηγορουμένη και το περιεχόμενο των οποίων καταθέτει ως μάρτυρας η τέταρτη κατηγορουμένη, κατά τρόπο παράνομο και αθέμιτο ...". Ο κατηγορούμενος με την έγκλησή του αυτή, παραπονείται ουσιαστικά ότι οι εγκαλούμενοι και κυρίως, εν προκειμένω, η τρίτη από αυτούς, Β. Σ., προσκόμιζε κατά την εκδίκαση αιτήσεων, σχετικά με την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου του, ιατρικές γνωματεύσεις των δύο πρώτων εγκαλουμένων, που τον εμφάνιζαν ψευδώς ως ψυχοπαθή και με διαταραγμένη προσωπικότητα και ως εκ τούτου ακατάλληλο πρόσωπο να αναλάβει την επιμέλεια του τέκνου του αυτού, και η τέταρτη εγκαλουμένη, Μ. Σ., επιβεβαίωνε το περιεχόμενό τους, ως μάρτυρας. Με το με αριθμό 3983/2004 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των παραπάνω εγκαλουμένων για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, περί προσωπικών δεδομένων. Συγκεκριμένα στο εν λόγω βούλευμα γίνεται δεκτό ότι: "... Όσα όμως αναφέρονται στις ως άνω γνωματεύσεις, μόνο ως δικαιολογημένες επιστημονικές κρίσεις, που βασίστηκαν σε άλλα γνήσια έγγραφα μπορούν να αξιολογηθούν και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του γεγονότος ... Οι κρίσεις δε αυτές εγράφησαν χάριν δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και δη, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε δικαστήριο για την επιμέλεια και επικοινωνία τέκνου με σκοπό τη διαφύλαξη του καλώς εννοουμένου συμφέροντος του ως άνω ανηλίκου τέκνου, αναγκαία, τηρουμένου του αναγκαίου μέτρου έκφρασης, χωρίς σκοπό εξύβρισης. Τα αυτά θα πρέπει να ειπωθούν και για την τρίτη και τέταρτη κατηγορουμένη, που η μεν τρίτη χρησιμοποίησε τα ως άνω έγγραφα και η τέταρτη κατέθεσε σχετικά, χωρίς δόλο σε συναφή δικαστήρια με αντίδικο τον εγκαλούντα ...". Εξάλλου, ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι πράγματι μέχρι το έτος 2003 λάμβανε αλλεπάλληλες αναβολές στράτευσής του στο Πολεμικό Ναυτικό με διαδοχικές αποφάσεις της Ανώτατης Ναυτικού Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Ν.Υ.Ε.) λόγω διαταραχής της προσωπικότητάς του (βλ. από 30.11.1999 προσωρινό φύλλο απολύσεως του Πολεμικού Ναυτικού και από 15.11.2004 βεβαίωση Πολεμικού Ναυτικού ΚΕ ΠΑΛΑΣΚΑΣ). Μετά το έτος 2003, όταν η κατάσταση της ψυχικής του υγείας ήταν καλή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία κανονικά, ενώ από τότε δεν φαίνεται να παρουσίασες συμπτώματα ψυχιατρικής διαταραχής ή οποιαδήποτε στοιχεία ψυχοπαθολογίας. Κατά το χρόνο όμως της κατάθεσης της 91870/2002 αίτησης της Β. Σ., για την επιμέλεια του κοινού τους τέκνου, ο κατηγορούμενος φαινόταν ότι αντιμετώπιζε διαταραχή προσωπικότητας, την οποία, η παραπάνω εύλογα ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου, επειδή τη φόβιζε και η βίαιη συμπεριφορά που επιδείκνυε κατά το ίδιο διάστημα ο σύντροφός της σε βάρος της και η μητέρα της Μ. Σ. (πολιτικώς ενάγουσα) φυσικά, γνωρίζοντας από κοντά την κατάσταση που βίωνε η κόρη της, βεβαίωσε ως μάρτυρας τα παραπάνω. Ο κατηγορούμενος, επομένως, στην ένδικη έγκλησή του σε βάρος της Μ. Σ., ανέφερε εν γνώσει του ψευδώς, επικαλούμενος τα παραπάνω σε βάρος της πραγματικά περιστατικά ότι δήθεν αυτή ψευδώς βεβαίωσε ότι πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας και ότι αυτή "αποτελούσε μέλος ομάδας που με απίστευτες μεθόδους που θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι αναδύονται από το ζοφερό παρελθόν (Σταλινική Ρωσία - Χιτλερική Γερμανία) επιχείρησε και κατόρθωσε να τον εμφανίσει ως ανιάτως πάσχοντα, ότι όλες οι δικαστικές αποφάσεις πλην μίας είναι αποτέλεσμα πιέσεων, επιρροών και εξαρτήσεων που η αντίδικη πλευρά ασκεί στους συγκροτούντες τα δικαστήρια που τις εκδίδουν δικαστές από την αρχή της αντιδικίας του με την τρίτη εγκαλουμένη και ολόκληρη την ορχήστρα της και ότι πρόκειται για ενορχηστρωμένη συκοφαντική εκστρατεία της τρίτης εγκαλουμένης, της μητέρας της ... αλλά και των δικαστών ..." και ψευδώς βεβαίωσε ενόρκως το παραπάνω περιεχόμενο της εγκλήσεώς του, ενώ γνώριζε ότι η αλήθεια είναι ότι πράγματι αυτός είχε δώσει δείγματα διαταραχής προσωπικότητας αφ' ενός από την αναβολή της στράτευσής του, για το λόγο αυτό και αφ' ετέρου από τη βίαιη σε βάρος της συντρόφου του συμπεριφοράς και ότι όσα αυτή επικαλέστηκε και με έγγραφα προσπάθησε να αποδείξει ανάγονταν στο εύλογο ενδιαφέρον της για παροχή έννομης προστασίας αυτής και του τέκνου της και όχι στο σκοπό να τον συκοφαντήσει και να φανερώσει προσωπικά του δεδομένα, συνεπικουρούμενη μάλιστα και από τους συγκροτούντες τα δικαστήρια δικαστές. Πρέπει επομένως, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις που κατηγορείται, της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α και 2, 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία κατεμήνυσε την εγκαλούσα και για την οποία (αναλήθεια) ορκίσθηκε, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με τα ψευδή γεγονότα ισχυρισμός του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στη δική του συμπεριφορά και σε γεγονότα που αφορούσαν το πρόσωπό του, δηλαδή στην ψυχική του υγεία, καθώς και σε δικές του ενέργειες, δηλαδή στην επιτυχή του προσπάθεια για την αναβολή της στρατεύσεώς του συνεπεία ψυχικής νόσου, οπότε είναι αυτονόητη και η σχετική γνώση του. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τις αποδείξεις, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι για τον λόγο αυτό απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, μετά ταύτα και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 118/7 Απριλίου 2010 αίτηση και τους από 17 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του Ε. Κ. του Ι. για αναίρεση της 11.069Α/2009 - 11445/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρος. Λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως: Παραβίαση δεδικασμένου, άλλως εκκρεμοδικία έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, απόλυτη ακυρότητα, λόγω ελλείψεως ακροάσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 123/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου R. P. M. του M., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κονιαβίτη, περί αναιρέσεως της 707, 708, 709/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Z. M. Z.. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 857/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 707-708-709/2009 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το προδιαληφθέν Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 9.1.2008 και ώρα 18.00 περίπου, ο Κ. Θ., άστεγος, πήγε σε ένα υπόστεγο παλιάς (μη λειτουργούσας) καφετέριας στη ..., στη συμβολή των οδών ... και ..., το οποίο χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα άστεγοι, μεταξύ των οποίων και ο H. Z., Αυστριακός άστεγος, με τον οποίο έκανε παρέα. Ο ..., ο οποίος ήταν αλκοολικός, γεγονός για το οποίο βρισκόταν σε διάσταση με τη σύζυγό του και είχε απολυθεί από την εργασία του στο Δήμο ..., έφυγε για λίγο και επέστρεψε με ένα μπουκάλι κρασί και άρχισε να πίνει με το φίλο του. ξαφνικά εμφανίστηκαν οι κατηγορούμενοι Z. Z. και M. P., άστεγοι Πολωνοί υπήκοοι, οι οποίοι άρχισαν να κτυπούν με γροθιές και κλωτσιές τον Κ. Θ. στο κεφάλι και στο σώμα ... Ο τελευταίος, λόγω της μέθης στην οποία είχε περιέλθει, δεν αντέδρασε στα κτυπήματα των κατηγορουμένων. Ο H. Z., αντιλαμβανόμενος τα σοβαρά κτυπήματα σε βάρος του Θ., προσπάθησε να σηκωθεί και να τον βοηθήσει, αλλά εμποδίστηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος τον έσπρωξε πίσω στη θέση του. Μετά από λίγη ώρα ο παθών, βγάζοντας αίμα από τη μύτη και τα αυτιά, έχασε τις αισθήσεις του και τότε οι κατηγορούμενοι αποχώρησαν. Στη συνέχεια το θύμα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Από τη διενεργηθείσα νεκροψία-νεκροτομή διαπιστώθηκε ότι ο θανών υπέστη βαριές κακώσεις σπλαχνικού κρανίου και θώρακα, από τις οποίες ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος του. Το γεγονός ότι τον παθόντα κτυπούσε και ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ρητά στην από 9.1.2008 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ο μάρτυρας H. Z. και ο μάρτυρας αστυνομικός Θ. Π., ο οποίος εκθέτει ότι μόλις κατέφθασε στον τόπο του επεισοδίου ο πιο πάνω Αυστριακός μάρτυρας του είπε ότι τον παθόντα κτυπούσαν και οι δύο κατηγορούμενοι. Η μεταγενέστερη από 23.1.2008 ενώπιον του τακτικού ανακριτή εν μέρει αντιφατική κατάθεση του H. Z., ο οποίος, ενώ στην αρχή αναφέρει ότι τον παθόντα κτυπούσαν και οι δύο κατηγορούμενοι, στη συνέχεια εκθέτει ότι ο δεύτερος δεν κτύπησε το θύμα, αλλά παρότρυνε τον πρώτο να το κτυπάει και εμπόδισε τον ίδιο να το βοηθήσει, δεν είναι ικανή να μειώσει την αξιοπιστία των όσων αυτός εξέθεσε την πρώτη φορά αμέσως μετά το επεισόδιο. Με βάση τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι επέφεραν με πρόθεση σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του Κ. Θ.. Ο θάνατος αυτού υπήρξε αποτέλεσμα της εν λόγω σωματικής βλάβης και οφείλεται σε μη συνειδητή αμέλεια των κατηγορουμένων, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν ότι από τα ισχυρά και αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα και λακτίσματα σε ευαίσθητες περιοχές της κεφαλής και του σώματος του παθόντος μπορούσαν να προκληθούν βαριές κακώσεις σπλαχνικού κρανίου και θώρακα και να επέλθει ο θάνατος αυτού. Επομένως αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι θανατηφόρας σωματικής βλάβης από κοινού". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Β' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την προδιαληφθείσα πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης από κοινού και του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι ετών. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης από κοινού, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1 εδ. α', 27 §1, 45, 311 εδ. α' και 308 §1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλονότι ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως η παραδοχή ότι τον Κ. Θ. (παθόντα) κτυπούσε και ο δεύτερος κατηγορούμενος, δηλαδή ο αναιρεσείων, (όπως και ο πρώτος), με γροθιές και κλωτσιές στο κεφάλι και στο σώμα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ', για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την από τον αναιρεσείοντα τέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 §1, 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 18 Ιουνίου 2010, αίτηση του P. R. M. του M., κατοίκου ..., για αναίρεση της 707-708-709/2009 του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
2
Αριθμός 122/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Ο. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου, περί αναιρέσεως της 400/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Π. του Θ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 19 Ιουλίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 405/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δε σημαίνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Α' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη ενώπιον αυτού κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορούμενου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-9-2003, ο κατηγορούμενος, που είναι έμπορος αυτοκινήτων, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα, ότι το με αρ. πλαισίου ... μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, μάρκας Mercedes τύπου C200 Compressor Elegance, μοντέλο 2001, είχε διανύσει 33.800 χιλιόμετρα, ενώ στην πραγματικότητα είχε διανύσει πλέον των 86.482 χιλ., όπως τούτο προέκυψε από το κεντρικό αρχείο της κατασκευάστριας εταιρίας (βλ. το από 14-5-2008 φαξ της ως άνω εταιρίας). Την καταγραφή των στοιχείων αυτών αλλοίωσε τεχνηέντως ο κατηγορούμενος παρεμβαίνοντας στο κοντέρ του αυτοκινήτου και έτσι έπεισε τον εγκαλούντα να αγοράσει τον εν λόγω αυτοκίνητο, αντί του ποσού των 32.000 Ευρώ, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγκαλών κατά το ποσό των 14.000 Ευρώ περίπου, που αντιστοιχεί στη διαφορά της αξίας του πωληθέντος αυτοκινήτου αν αυτό είχε διανύσει τα 33.800 χιλιόμετρα και της πραγματικής του αξίας λόγω του ότι είχε διανύσει 86.482 χιλιόμετρα, να αποκομίσει δε ο κατηγορούμενος αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν παρενέβη ο ίδιος στο κοντέρ του ένδικου αυτοκινήτου, αλλά του πουλήθηκε από τον έμπορο Θ. από τη Γερμανία ως αυτοκίνητο που έχει διανύσει 30.200 χιλ., προς απόδειξη του οποίου επικαλέστηκε το από 25-9-2003 τιμολόγιο πώλησης, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ως έμπειρος έμπορος αυτοκινήτων γνώριζε την ύπαρξη κεντρικού υπολογιστή στη Γερμανία, προέβη δε σε έλεγχο πριν την αγορά του αυτοκινήτου (βλ. και απολογία του στο παρόν Δικαστήριο). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι στο τιμολόγιο πώλησης αναγράφεται ότι το αυτοκίνητο είχε διανύσει 30.800 χιλ., αφού ο συνεργαζόμενος μ' αυτόν έμπορος Θ., που συνέταξε και το τιμολόγιο, ανέγραψε σ' αυτό τα χιλιόμετρα καθ' απόδειξη του κατηγορουμένου, ο οποίος μ' αυτό τον τρόπο το εμφάνιζε με πειστικό τρόπο ότι είχε διανύσει κατά πολύ λιγότερα από τα πραγματικά χιλιόμετρα. Η ενοχή του κατηγορουμένου ενισχύεται ότι ο κατηγορούμενος δεν απάντησε στην από 7-2-2005 εξώδικη διαμαρτυρία του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος. Συνεπώς ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη". Στη συνέχεια το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο, για την πράξη της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη προξενηθείσα ζημία και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 §1 ΠΚ, που εφαρμόστηκε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να την παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, και δεν απαιτείτο να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αιτιολογείται και η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα, ότι το με αριθμό πλαισίου ... μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, μάρκας Mercedes, τύπου C200 Compressor Elegance, μοντέλο 2001, είχε διανύσει 33.800 χλμ., ενώ στην πραγματικότητα είχε διανύσει πλέον των 86.482 χλμ. Η δε παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αλλοίωσε το παραπάνω στοιχείο, παρεμβαίνοντας στο "κοντέρ" του αυτοκινήτου και έτσι έπεισε τον εγκαλούντα να το αγοράσει, δεν είναι, όπως αυτός αβάσιμα αιτιάται, αντιφατική προς την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, ως έμπειρος έμπορος αυτοκινήτων, γνώριζε την ύπαρξη κεντρικού υπολογιστή στη Γερμανία και προέβη στον έλεγχο πριν την αγορά του αυτοκινήτου, αφού ακριβώς διότι γνώριζε τούτο και συνεπώς την πραγματική του αυτοκινήτου χλμ ένδειξη, προέβη στην αλλοίωση του στοιχείου τούτου, ενώ, ως προς τη φράση "τεχνηέντως" αβιάστως προκύπτει ότι με αυτή νοείται ότι ο κατηγορούμενος, όντας έμπειρος έμπορος αυτοκινήτων, προέβη στην πιο πάνω αλλοίωση κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αυτή αντιληπτή από τον εγκαλούντα και έτσι πέτυχε την πώληση. Με την παραδοχή, εξάλλου ότι η προξενηθείσα στον εγκαλούντα ζημία ανήλθε σε -14.000- ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του τιμήματος που κατεβλήθη και του πραγματικού ομοίου, αιτιολογείται πλήρως η παραδοχή ότι αυτή (ζημία) είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, εφόσον τούτο μαρτυρείται και μόνον από το ύψος του εν λόγω ποσού. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ., λόγω αντιφατικών παραδοχών και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης, αναφορικά με το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τούτου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας" είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των παραπάνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος, ως και πρόσθετος όμοιος, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 §1, 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 5 Μαρτίου 2010, αίτηση του Ι. Ο. του Μ., κατοίκου ..., καθώς και τους πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 400/2010 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 120/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο. Της αναιρεσίβλητης: "ΕFG EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasiaς leasing AE" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Μαρινάκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1911/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 171/2008 μη οριστική και 797/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-3-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής αναφορικά με την προβληθείσα από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση συναινετικής λύσης της μίσθωσης πριν από την καταγγελία της από την αναιρεσίβλητη : " Η καθής η ανακοπή είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικών μισθώσεων κινητών και ακινήτων και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1665/1986, όπως ισχύει μετά το ν. 2367/1995. Με την 007434/17-2-2005 σύμβαση γενικών όρων σύναψης χρηματοδοτικών μισθώσεων, την 007434-10/17-2-2005 συμφωνία ειδικών όρων και το 07434-10-0001/3-3-2005 παράρτημα που αποτελούν ενιαία σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η καθής η ανακοπή εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία "Sarlis Containers Services SA", (μη διάδικο εν προκειμένω), 325 εμπορευματοκιβώτια (containers). Η οριστική αξία των μισθίων συμφωνήθηκε σε 403.367 ευρώ. Τα μισθώματα ορίστηκαν σε 60 μηνιαία και το τίμημα εξαγοράς 50 ευρώ. Ο ανακόπτων εγγυήθηκε εγγράφως ως αυτοφειλέτης την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εταιρίας από την εν λόγω σύμβαση, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με αυτήν. Στο άρθρο 20 της σύμβασης αυτής ορίζεται ότι η εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση, μεταξύ των άλλων και σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης πτώχευσης της μισθώτριας. Ορίστηκε επίσης ότι με την καταγγελία δικαιούται να αφαιρέσει με δαπάνη της μισθώτριας, τα μίσθια, οπουδήποτε και αν βρίσκονται και να επιδιώξει την είσπραξη, αφενός των μέχρι την καταγγελία της σύμβασης ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, με τόκο υπερημερίας και αφετέρου όλων των μέχρι τη λήξη της διάρκειας της μίσθωσης συμφωνημένων μισθωμάτων, τα οποία καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Η καθής παρέδωσε τα εμπορευματοκιβώτια στην μισθώτρια στις 3-3-2005 και η χρηματοδοτική μίσθωση λειτούργησε ομαλά μέχρι τον μήνα Οκτώβριο 2005 και μισθώτρια εταιρία κατέβαλε εμπρόθεσμα όλα τα μισθώματα μέχρι το μήνα εκείνο. Την 1/11/2005 η μισθώτρια κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Πειραιώς την με αριθμ. κατάθ. 8418/2005 αίτηση κήρυξης πτώχευσης-δήλωση_ αναστολής πληρωμών. Με αυτήν εξέθετε ότι λόγω της κάθετης σύμπραξης της ανταγωνίστριας εταιρίας MSC (Mediteranean Shipping Services) με τον κατέχοντα δεσπόζουσα θέση στην αγορά ΟΛΠ, η ίδια έχει τεθεί εκτός αγοράς παρά τις προσπάθειες της να αντιδράσει και να μπορέσει να παραμείνει εύρωστη, οι οποίες δεν καρποφόρησαν. Η κατάσταση αυτή, που την οδήγησε τελικά στην κατάθεση της δήλωσης αναστολής των πληρωμών, είχε διαμορφωθεί αρκετούς μήνες πριν και ήταν γνωστές στην καθής η ανακοπή, τόσο οι προσπάθειες της να κρατηθεί στην αγορά, όσο και η διαρκώς διαγραφόμενη καθοδική πορεία των εργασιών της και κατ' επέκταση και η οικονομική της αδυναμία. Για το λόγο αυτό, η καθ' ης με την από 4-11-2005 καταγγελία της, που επιδόθηκε αυθημερόν στους ανακόπτοντες, κατήγγειλε τη σύμβαση και επικαλούμενη το προαναφερθέν άρθρο 20 των γενικών όρων συνάψεως χρηματοδοτικών μισθώσεων, ζήτησε να της καταβληθούν το μίσθωμα του μηνός Νοεμβρίου, ποσού 9.140,43 ευρώ, το οποίο, κατά τη σύμβαση ήταν καταβλητέο στις 3-11-2005 και όλα τα πέραν της καταγγελίας της σύμβασης και μέχρι τη λήξη της μισθώματα, ήτοι από 3-12-2005 έως 3-3-2010, συνολικού ύψους 353.013,12 ευρώ. Οι ανακόπτοντες, με την από 7-11-2005 εξώδικη απάντηση τους, ισχυρίστηκαν, ότι η μίσθωση είχε λήξει συναινετικά, πριν από την επίδοση της καταγγελίας της και ότι, με ηλεκτρονικά μηνύματα της έχουν γνωρίσει που βρίσκονται τα εμπορευματοκιβώτια, και ότι δεν τίθεται θέμα καταβολής των άληκτων μισθωμάτων, λόγω του συναινετικού τρόπου λήξης της μίσθωσης. Στις 29-11-2005, η καθής συνήψε τη με αρ. 008053/29-11-2005 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης των ίδιων εμπορευματοκιβωτίων με την εταιρία με την επωνυμία "MEDTAINER Ανώνυμη Μεταφορική και Ναυτιλιακή εταιρία", συνολικής αξίας 250.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Ακολούθως η καθής υπέβαλε, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 9-1-2006 αίτηση της με τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, για έκδοση διαταγής πληρωμής. Με την αίτηση ζήτησε, εκτός από το ληξιπρόθεσμο μίσθωμα του μήνα Νοεμβρίου 2005, όλα τα πέραν της καταγγελίας της σύμβασης και μέχρι τη λήξη της μίσθωσης συμφωνηθέντα μισθώματα, ήτοι τα πενήντα δύο μισθώματα από 3-12-2005 έως 3-03-2010, από 7.678 ευρώ το καθένα, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 399.256 ευρώ. Ωστόσο, ως εξέθετε στην αίτηση, το ποσό αυτό των άληκτων μισθωμάτων προεξόφλησε, κατά τα προβλεπόμενα στην σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, με το προβλεπόμενο σ' αυτήν προεξοφλητικό επιτόκιο και κατ' αυτόν τον τρόπο μειώθηκε το ύψος των άληκτων μισθωμάτων στο ποσό των 353.013,12 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. Ακολούθως, ως εξέθετε, από το ποσό αυτό η καθής αφαίρεσε και το οικονομικό αντάλλαγμα της νέας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης (250.000 ευρώ), που είχε ήδη συνάψει με την MEDTAINER με αντικείμενο τον ίδιο εξοπλισμό. Έτσι η αξίωση από το σύνολο των άληκτων μισθωμάτων περιορίστηκε στο ποσό των 103.013.12 ευρώ (353.013,12-250.000), που αποτελεί τη διαφορά ανάμεσα στα μισθώματα, τα οποία θα αποκόμιζε σε περίπτωση ομαλής λειτουργίας της σύμβασης με την ανακόπτουσα και τα μισθώματα, τα οποία θα εισπράξει πλέον με βάση την νέα σύμβαση, πλέον Φ.Π.Α. Συνολικά, επομένως, ζήτησε το ποσό των 112.243 ευρώ (9.140,43 και 103,013,12 ευρώ). Πράγματι, το ποσό αυτό της επιδικάστηκε με την 71/2006 Διαταγή πληρωμής, το οποίο υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας. Κατά της άνω Διαταγής πληρωμής οι ανακόπτοντες άσκησαν την προαναφερθείσα με αρ. εκθ. κατ. 1606/2006 ανακοπή, με την οποία ζήτησαν ν' ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Η ανακοπή, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση. Με το μοναδικό λόγο της έφεσής του, παραπονείται ο ανακόπτων, για την απόρριψη από την εκκαλούμενη του λόγου της ανακοπής περί συναινετικής λύσης της χρηματοδοτικής μίσθωσης με νεότερη συμφωνία, οποία αποτελεί ένσταση καταλυτική της αξίωσης της εκμισθώτρια-καθής για καταβολή μισθωμάτων, μεταγενέστερων της συμφωνίας. Από το προαναφερθέν όμως αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη συναινετική λύση της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Η επίδικη μίσθωση λύθηκε με την καταγγελία της από την καθής, η οποία είχε συμβατικό δικαίωμα προς τούτο μετά την υποβολή από τη μισθώτρια της δήλωσης για παύση των πληρωμών της. Όπως προαναφέρθηκε, η δυσμενής κατάσταση της ανακόπτουσας που τελικά την οδήγησε στην κατάθεση της δήλωσης παύσης των πληρωμών, είχε διαμορφωθεί αρκετούς μήνες πριν και ήταν γνωστή στην καθής η ανακοπή. Η καθής, διαβλέπουσα την επερχόμενη πτώχευση της ανακόπτουσας, με δική της πρωτοβουλία ήλθε σε επαφή με την ανακόπτουσα και είχαν ρυθμίσει τον τρόπο εντοπισμού και παράδοσης των απανταχού στην Μεσόγειο ευρισκομένων εμπορευματοκιβωτίων. Η συνεργασία όμως στο πλαίσιο της ανεύρεσης και παράδοσης των εμπορευματοκιβωτίων, δεν υποδηλώνει συναινετική λύση της μεταξύ τους σύμβασης με μεταγενέστερη συμφωνία, καταργητική αυτής, όπως ο ανακόπτων διατείνεται, καθόσον οι μεταξύ τους συνεννοήσεις αφορούσαν μόνο τον τρόπο παράδοσης των εμπορευματοκιβωτίων, ώστε να περιορισθεί η ευθύνη των ανακοπτόντων για τα μελλοντικά άληκτα μισθώματα με τη σύναψη άλλης χρηματοδοτικής μίσθωσης, όπως και έγινε με τη σύναψη χρηματοδοτικής μίσθωσης με την εταιρία "MEDTAINER". Και τούτο διότι ο λόγος πλέον της καταγγελίας και ως εκ τούτου της λύσης της μεταξύ τους σύμβασης ήταν ορατός και επικείμενος. Άλλωστε, αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος, ότι δηλαδή η καθής συνήνεσε στη λύση της μεταξύ τους σύμβασης, τότε βάσει του άρθρου 21 της σύμβασης αυτής θα έπρεπε να καταρτισθεί κοινή έγγραφη συμφωνία τουλάχιστον πριν από ένα μήνα από τη λύση και υπό τον όρο ότι η μισθώτρια θα κατέβαλε στην εκμισθώτρια ένα ποσό (περαιτέρω "Αποζημίωση Πρόωρης Λύσης") που θα κάλυπτε τη θετική και αποθετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος (περιλαμβανομένων και των φόρων) που θα υφίστατο η εκμισθώτρια εξ αιτίας της συναίνεσης της για την πρόωρη λύση καθώς και τα μισθώματα και οποιαδήποτε άλλα ποσά χρέους οφειλόταν σύμφωνα με τη σύμβαση. Τέτοια διαδικασία όμως δεν τηρήθηκε. Αλλά και αν υπήρχε πρόωρη λύση της σύμβασης με πρόταση της μισθώτριας, έστω και χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, τότε η τελευταία και πάλι θα όφειλε να καταβάλει στην εκμισθώτρια την προβλεπόμενη στη σύμβαση αποζημίωση και τα οφειλόμενα μισθώματα. Συμφωνία δε παραίτησης της καθής-εκμισθώτριας από τα δικαιώματα της από τη σύμβαση, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτή, όταν διαπίστωσε τη γενική πλέον αδυναμία της πρώτης ανακόπτουσας να πληρώνει τα χρέη της και λίγες ημέρες πριν καταθέσει την δήλωση παύσης των πληρωμών, ήρθε σε επαφή μαζί της προκειμένου να παραλάβει όσο το δυνατόν νωρίτερα τα εμπορευματοκιβώτιά της, ώστε να τα αποχωρήσει από την πτωχευτική περιουσία και αμέσως μετά προέβη και στην τυπική καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης και προχώρησε σε νέα τέτοια σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με την εταιρία MEDTAINER. Συνεπώς, η οικειοθελής απόδοση των εμπορευματοκιβωτίων δεν συνιστά πρόταση στην εκμισθώτρια προς κατάρτιση σύμβαση λύσης της μίσθωσης και η ανεπιφύλακτη παραλαβή εκ μέρους της εκμισθώτριας δεν συνιστά αποδοχή της πρότασης και ολοκλήρωση αυτής ούτε αποτελεί συμφωνία εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης απόδοσης των μίσθιων πραγμάτων, ως ισχυρίζεται ο ανακόπτων. Η ημερομηνία που εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον της εκμισθώτριας για τον εντοπισμό των εμπορευματοκιβωτίων (31-10-2005) με την απάντηση της ανακόπτουσας και την κατάθεση της δήλωσης παύσης πληρωμών (1-11-2005) και την άσκηση της καταγγελίας (4-11-2004) είναι τόσο κοντινές, ώστε δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι την 1-11-2005 συμφώνησαν για την κατάργηση της σύμβασης και στις 4-11-2005 την κατήγγειλε η εκμισθώτρια. Άλλωστε η εκμισθώτρια δεν είχε λόγο να απεμπολήσει το συμβατικό της δικαίωμα να αξιώσει τα άληκτα μισθώματα, τα οποία ανήρχοντο στο ύψος των 399.256 ευρώ και μετά την προεξόφληση σε 353.013 ευρώ. Αντίθετα, με την πρωτοβουλία της να ενδιαφερθεί, τρεις ημέρες πριν από την τυπική καταγγελία της σύμβασης, για τον εντοπισμό των εμπορευματοκιβωτίων, απέβλεπε στο να περιορίσει τη ζημία της με το να συνάψει το συντομότερο δυνατό νέα μίσθωση. Συγχρόνως, όμως, η ενέργειά της αυτή ήταν επωφελής και για την ανακόπτουσα, διότι η εκμισθώτρια εξέπεσε από την αξίωση που είχε κατ' αυτής για τα άληκτα μισθώματα το ποσό των 250.000 ευρώ, το οποίο ήταν το μίσθωμα που συμφώνησε με την εταιρία MEDTAINER. Κατ' ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και κατόπιν αυτού ( και η έφεση στο σύνολό της. ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 185, 189, 192, 158, 159 παρ. 2 και 361 του Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι οι διάδικοι δεν επιδίωξαν τη συναινετική λύση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, αλλά συνεργάσθηκαν για τον εντοπισμό, την οικειοθελή παράδοση και την παραλαβή των εμπορευματοκιβωτίων ενόψει και μετά την υποβολή από την αναιρεσείουσα δήλωσης αναστολής των πληρωμών της και την επικείμενη καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της μίσθωσης, κατ' ενάσκηση συμβατικού δικαιώματός της, το οποίο και άσκησε στις 4-11-2005 και προς τον σκοπό περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσείουσας για τα άληκτα μελλοντικά μισθώματα, δια της εκμισθώσεως μετά την καταγγελία των εμπορευματοκιβωτίων σε τρίτο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις ως άνω αιτιολογίες και παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δεν διαπίστωσε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων αναφορικά με τον σκοπό παράδοσης και παραλαβής των εμπορευματοκιβωτίων, αφού δέχεται σαφώς ότι αποδείχθηκε ότι αυτός συνίστατο στον μετριασμό της ευθύνης της αναιρεσείουσας από την επικείμενη καταγγελία της μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη λόγω της δήλωσης από την τελευταία παύσεως των πληρωμών της. Οι επικουρικές αναφορές του Εφετείου ότι και επί πρόωρης λύσης της μίσθωσης είχε συμφωνηθεί αντίστοιχο δικαίωμα αποζημίωσης της εκμισθώτριας, η οποία δεν είχε κανένα λόγο απεμπόλησης του δικαιώματός της αυτού, έγινε προς επιβεβαίωση και μόνο της κύριας παραδοχής του και όχι για την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των μερών. Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις των δικαιοπραξιών, μολονότι διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών, άλλως δεν αιτιολογεί ποίους συγκεκριμένους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών έλαβε υπόψη του, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι αποδείξεις που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένα τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002), δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β'ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του α) την 7434/2005 σύμβαση γενικών όρων σύναψης χρηματοδοτικής μίσθωσης, β) 7434-10/2005 συμφωνία ειδικών όρων και γ) το 7434-10-0001/2005 παράρτημα που αποτελούν ενιαία σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, τα οποία εντελώς αόριστα επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη για την ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της αναιρείουσας ( ενστάσεως ) περί συναινετικής (πρόωρης ) λύσης της μεταξύ τους σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσκομιζόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων άτυπη συμφωνία για λύση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν στήριξε στα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία αποδεικνύουν μόνο την μη αμφισβητούμενη κατάρτιση και τους όρους της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αλλά σε άλλα αποδεικτικά μέσα και κυρίως στις καταθέσεις των μαρτύρων. Με τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η οικειοθελής απόδοση των εμπορευματοκιβωτίων από την αναιρεσείουσα μισθώτρια δεν συνιστά πρόταση στην εκμισθώτρια προς κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η ανεπιφύλακτη παραλαβή τους εκ μέρους της εκμισθώτριας δεν συνιστά αποδοχή της πρότασης αυτής και ολοκλήρωση αυτής ούτε αποτελεί συμφωνία εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης απόδοσης των μισθίων πραγμάτων, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 185, 189, 192, 158, 159 παρ. 2 και 361 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε οικειοθελή παράδοση από την μισθώτρια και ανεπιφύλακτη από την εκμισθώτρια παραλαβή των μισθίων πραγμάτων με σκοπό λύσης της μίσθωσης, ενώ δέχθηκε το αντίθετο, ότι δηλαδή η ως άνω παράδοση και παραλαβή δεν έγινε με σκοπό λύσης της μίσθωσης, αλλά για τον μετριασμό της ευθύνης της αναιρεσείουσας από την επικείμενη από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της μίσθωσης, λόγω υποβολής από την αναιρεσείουσα δήλωσης αναστολής των πληρωμών της, δια της εκμισθώσεως των μισθίων σε τρίτους. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-302009 αίτηση του Μ. Σ. του Χ., κατοίκου Πειραιώς, για αναίρεση της υπ' αριθ. 797/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011 και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Όροι της μίσθωσης ότι α) η εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση σε περίπτωση υποβολής αίτησης κήρυξης της μισθώτριας σε πτώχευση, β)επί καταγγελίας της μίσθωσης η μισθώτρια οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση τα μέχρι της συμφωνημένης λήξεως της μισθώσεως μισθώματα και γ) είναι δυνατή η συναινετική λύση της μίσθωσης με καταβολή αποζημίωσης από την μισθώτρια. Υποβολή από την μισθώτρια δήλωσης αναστολής των πληρωμών της. Αναζήτηση από την εκμισθώτρια των μισθίων και απόδοσή τους ενόψει της επικείμενης καταγγελίας της μίσθωσης με σκοπό την εκμίσθωση των σε τρίτους με μετριασμό της οφειλόμενης από την μισθώτρια αποζημίωσης. Δεν συνιστά λύση της μίσθωσης. Λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1, 11 β’ και 19 του Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι (Απορρίπτει αναίρεση κατά της 797/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
null
null
0
Αριθμός 122/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 565/2001 μη οριστική και 2498/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3696/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έβδομος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 21 και 51 του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ του Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β 568/1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του Υποδιευθυντή και Διευθυντή, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού, κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του κρινομένου, σε συνδυασμό και προς τα τυπικά προσόντα αυτού, όλες δε οι προϋποθέσεις αυτές προαγωγής ελέγχονται και συνεκτιμώνται από το συμβούλιο με βάση το σύνολο των στοιχείων του ατομικού φακέλλου και τα φύλλα ποιότητος και προαγωγής του υποψηφίου για προαγωγή. Τυπικό προσόν για το ανώτατο προσωπικό είναι η γνώση μιας από τις γλώσσες Αγγλικής, Γαλλικής ή Γερμανικής, ενώ στα ουσιαστικά προσόντα περιλαμβάνονται και η διδασκαλία στις σχολές προσωπικού Ο.Τ.Ε., η μετεκπαίδευση στην αλλοδαπή ή ημεδαπή, η σύνταξη μελετών με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, η υπηρεσία σε διευθυντικές ή νευραλγικές θέσεις η συμμετοχή σε συνέδρια ή συνόδους που έχουν αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, ασχέτως του αν επιβάλλονται από τον Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., ως υπηρεσιακά καθήκοντα. Επίσης ουσιαστικά προσόντα είναι το συγγραφικό έργο με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, η απονομή από τον Ο.Τ.Ε. ηθικών αμοιβών, η γνώση ξένων γλωσσών πέραν της κατά τα ανωτέρω μιας υποχρεωτικής. Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων, που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ, ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητα της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ. Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευση τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Τέλος, κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, οπότε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην ανωτέρω πενταετή, παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφότου δηλαδή έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, αφού όλες οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράνομη παράλειψη του εργαζομένου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, οι δε υπόλοιπες να υπόκεινται στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ .Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό, που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 3-11-1971, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος αυτής και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατέχει, πλασματικά, από 12-7-1988, δυνάμει της 2781/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία αποδέχτηκε η εναγομένη με το από 12-4-1995 σχετικό Πρακτικό Συμβιβασμού που υπογράφηκε και από τα δύο διάδικα μέρη και πραγματικά από 6-9-1994. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1992, 1993, 1994 και 1995 για την κάλυψη θέσεων Διευθυντών, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης προήγαγε άλλους συναδέλφους του ενάγοντος και παρέλειψε να προαγάγει αυτόν αν και, κατά τους ισχυρισμούς του, υπερείχε καταφανώς από όλους όσους προήχθησαν, αντίστοιχα, στις ως άνω προαγωγικές κρίσεις ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η κατά τα ως άνω παράλειψή του είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να ματαιωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων για την τοποθέτησή του σε μία από τις αντίστοιχες κενές θέσεις Διευθυντών, με συνέπεια να υποστεί, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1992 έως 31-5-1995, ζημία ισόποση με το μηνιαίο επίδομα ευθύνης θέσεως στάθμης Διεύθυνσης και με τη μηνιαία αποζημίωση ανώτατου προσωπικού της εναγόμενης, τα οποία, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής είχαν χορηγηθεί στους Προϊστάμενους Στάθμης Διεύθυνσης, Υποδιεύθυνσης και Τομέα, αντίστοιχα και στο προσωπικό αυτής με βαθμό Υποδιευθυντή και άνω, ποσού 8.806,30 ευρώ, καθώς και ζημία ύψους 3.448,27 ευρώ, ισόποση με τη διαφορά των τακτικών αποδοχών που θα λάμβανε, με συνυπολογισμό σ' αυτές από 1-6-1995 έως 1-1-1997 των εξόδων κίνησης και παράστασης Προϊσταμένου Στάθμης Διεύθυνσης, και εκείνων που λάμβανε πράγματι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ως Προϊστάμενος Υποδιεύθυνσης. Οι παραπάνω αξιώσεις του ενάγοντος, ως γενεσιουργό αιτία έχουν την φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, τα οποία παράνομα και υπαίτια παρέλειψαν αυτόν από την προαγωγή του στο βαθμό του Διευθυντή. Ο ενάγων έλαβε γνώση των διαδοχικών παραλείψεών του κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1992, 1993 και 1994, της προαγωγής των, προς σύγκριση συναδέλφων του, ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, καθώς και του υπόχρεου προς αποζημίωσή του, αλλά και των επιζήμιων συνεπειών της φερόμενης ως τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας, μετά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του Δ.Σ. αυτής και συγκεκριμένα για τις προαγωγές του έτους 1992, στις 30-6-1992 για τις προαγωγές του έτους 1993 στις 4-5-1993, ενώ δεν έγιναν προαγωγές για το έτος 1994 και η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, που έγινε την 28-3-1995, αφορούσε τις προαγωγές για το έτος 1995 και κατά συνέπεια από τα προαναφερόμενα χρονικά σημεία 30-6-1992,4-5-1993 και για το έτος 1994 μέχρι 31-12-1994, κατά τα οποία γεννήθηκαν οι επίδικες αξιώσεις αυτού, τόσο για την αναγνώριση του δικαιώματός του προς προαγωγή, όσο και για την αποκατάσταση της επικαλούμενης περιουσιακής του βλάβης από τις διαδοχικές παραλείψεις του και των επιζήμιων συνεπειών τους, μπορούσε να ασκήσει την σχετική αγωγή του. Με βάση αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής( 20-2-2000), είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις του, που αφορούσαν τα έτη 1992, 1993 και 1994, αφού από του χρονικού σημείου αφετηρίας της πενταετούς παραγραφής αυτών, ( 30-6-1992, 4-5-1993 και 31-12-1994, αντίστοιχα,), μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία (20-2-2000), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και στη συνέχεια απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος, που αφορούσε τις παραπάνω αξιώσεις, λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, εννόμου συμφέροντος αυτού. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 937 Α.Κ. και 9 παρ. 4 του ΓΚΠ/ΟΤΕ ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Επομένως οι περί του αντιθέτου, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθ' εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη ή σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του πως είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής με αναγνώριση της αξίωσης από την αναιρεσίβλητη, η οποία παρέστη κατά τη συζήτηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 2781/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα προαγωγής του σε Υποδιευθυντή και στη συνέχεια με το από 12/4/1995 πρακτικό συμβιβασμού, αποδέχθηκε την απόφαση και δεν άσκησε κατ' αυτής ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων του να επιμηκυνθεί σε εικοσαετή. Από την επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των προτάσεων του ενάγοντος στο πρωτόδικο δικαστήριο, της αντέφεσης αυτού κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε, παραδεκτά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρισμό για διακοπή της προβληθείσας, νομότυπα, από την εφεσίβλητη, ένστασης παραγραφής, με αναγνώριση των αξιώσεων του και επιμήκυνση του χρόνου της σε εικοσαετή, και σε κάθε περίπτωση δεν επανέφερε αυτόν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 1082/1980 προκύπτει ότι με την ν τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, η προαγωγή του λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει ο υπάλληλος όλα τα δικαιώματα που θα είχε αν είχε προαχθεί κανονικά στο βαθμό αυτό, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα προαγωγής στον επόμενο τούτου βαθμό, μετά την συμπλήρωση του τυχόν απαιτούμενου χρόνου παραμονής του στο βαθμό που προήχθη δικαστικώς. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στον βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνον για εκείνες, που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διατάξεως να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο του αναιρεσίβλητου Οργανισμού, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου του, για καταχρηστική παράλειψη του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή, ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντίστοιχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίον παραλήφθηκε βαθμό. Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διατάξεως θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος του Οργανισμού να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχείρησης του, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού του, με βάση τα θεωρούμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, υπό τον φόβο της κρίσεως ως καταχρηστικής κάθε παραλείψεως προαγωγής υπαλλήλου του, ενώ θα παραβίαζε ευθέως τον σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού αυτού, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ' εκλογή έχει η συμπλήρωση διετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενη βαθμό (ΟΛ.ΑΠ 11/2010). Εξάλλου, ο παραπάνω Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την 8155/25-5-1983 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών (ΦΕΚ 325 Β'/1983) και μετά την τροποποίηση αυτή το άρθρο 12 αυτού όριζε στην παρ. 1 εδ. α' ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του, στην παρ. 2 εδ. β' ότι στο προσωπικό των κλάδων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ με βαθμό Α4 και άνω είναι δυνατή η ανάθεση υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού και στο εδ. α' της ίδιας παρ. 2 ότι η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή το διοικητικό συμβούλιο. Οι διατάξεις όμως της ανωτέρω Υ.Α. 8155/1983, κατά το μέρος που τροποποίησαν ή αντικατέστησαν ως ανωτέρω τις παρ. 1α' και 2β' του άρθρου 12 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, ακυρώθηκαν με την 5095/1984 απόφαση του Σ.τ.Ε. και επαναφέρθηκε έτσι η ρύθμιση που υπήρχε πριν από την έκδοση της άνω Υ.Α. και συγκεκριμένα η αρχική διάταξη της παρ. 1α', που ορίζει ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητας, στην οποία ανήκει και του βαθμού, τον οποίο φέρει, ενώ έπαυσε να υπάρχει η ρύθμιση της παρ. 2β' και δεν είναι γι' αυτό δυνατή η ανάθεση στο προσωπικό με βαθμό Α4 και άνω της διευθύνσεως υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού, αφού μετά την ακύρωση της ρυθμίσεως της παρ. 2 β' δεν επαναφέρθηκαν σε ισχύ οι παρόμοιες διατάξεις των περιπτ. δ' και ε' της παρ. 1 του άρθρου 12. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο Ο.Τ.Ε. δικαιούται με τα αρμόδια όργανά του να αναθέτει, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, στο ανώτατο προσωπικό του τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική ή στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από άλλους ομοιόβαθμους συναδέλφους του (άρθρ. 12 παρ. 2 δ'), δεν δικαιούται όμως να αναθέτει σε υπάλληλό του καθήκοντα κατώτερα από εκείνα που αντιστοιχούν στον βαθμό του ή να μην αναθέτει σ' αυτόν ανάλογα με τον βαθμό του καθήκοντα γιατί έχουν τοποθετηθεί στις αντίστοιχες θέσεις υπάλληλοι κατώτερου βαθμού (Α.Π. 1241/2003). Σε μία τέτοια περίπτωση η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ΟΤΕ είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και δεν υπερβαίνει απλώς τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά συνιστά ανεπίτρεπτη μονομερή και βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως. Εξάλλου, η αποζημίωση κατά το άρθρο 298 εδ. β' ΑΚ, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, σύμφωνα και με τον ορισμό που δίδεται με αυτή, συνίσταται στη ματαίωση συνεπεία του ζημιογόνου γεγονότος (παράλειψης) της αύξησης της περιουσίας του παραλειφθέντος, η οποία αύξηση χωρίς αυτό θα επερχόταν με κάθε πιθανότητα. Περαιτέρω, με την από 17-4-1995 Ε.Σ.Σ.Ε., που καταρτίσθηκε μεταξύ το Ο.Τ.Ε. και της Ο.Μ.Ε.-Ο.Τ.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990 και των άρθρων 2 παρ. 6β του Ν. 2167/1993 και 2 παρ. 2α του Ν. 2257/1994, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ως άνω Κανονισμού για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης τομέα και άνω πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων, β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας, που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων. Στην ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε. προβλέπεται επίσης ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από επιτροπή, που ορίζεται κάθε φορά από το Δ.Σ. ή τον διευθύνοντα σύμβουλο, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων από την επιτροπή είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού, που επιλέχθηκε, γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου ή του συμβουλίου προσωπικού για ορισμένη διετή θητεία, που μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή, που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέχθηκε γι' αυτή τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνσης και διεύθυνσης αντίστοιχα. Εξάλλου, με τις διατάξεις της από 16.5.1995 ΕΣΣΕ μεταξύ Ο.Τ.Ε. και ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 Ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 Ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ. 2. Ν. 2257/1994, καταργήθηκε από της ισχύος αυτής, την 1.6.1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης Τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ. του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ και ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (1.6.1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται, κατά βαθμό και θέση στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά κατά τους όρους της εν λόγω ΕΣΣΕ "2. ... είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ' αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησης τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησης τους κλπ. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του ...". Από τις διατάξεις αυτές της παραπάνω ΕΣΣΕ που όπως σημειώθηκε είναι κανονιστικού περιεχομένου και επομένως έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από 1.6.1995 και εφεξής, στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε. έξοδα κινήσεως και παραστάσεως δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ' αυτούς ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, άλλ' αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του Ο.Τ.Ε. συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει δι' αυτής ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του Ο.Τ.Ε. και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού ως εκπροσώπου του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους. Εξ αυτού συνάγεται ότι σε περίπτωση που δεν ασκήθηκαν τέτοια καθήκοντα έστω και λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εργοδότη Ο.Τ.Ε., που δεν ανέθεσε στο μισθωτό καθήκοντα προϊσταμένου ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ο τελευταίος δεν υφίσταται περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους. Και τούτο γιατί τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως τα οποία εκ της μη αναθέσεως των καθηκόντων προϊσταμένου στερήθηκε, ως προορισμένα να αναλωθούν για τις παραπάνω ανάγκες, δεν επρόκειτο κατά πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν δια της απολήψεώς τους επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε η μη ανάθεση των άνω καθηκόντων να συνεπάγεται ματαίωση της εν λόγω περιουσιακής επαύξησης (Ολ.Α.Π. 11/2007, 12/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, που στηρίζεται σε παράνομη παράλειψη της προαγωγής του στον βαθμό του υποδιευθυντή, στον οποίο προήχθη από 12-7-1988 δυνάμει της τελεσίδικης 2781/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να επιδικασθεί σ' αυτόν αποζημίωση, διότι, εξαιτίας της παράνομης παραλείψεώς του, δεν άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε αν είχε προαχθεί κανονικά στον ανωτέρω βαθμό και στερήθηκε έτσι το επίδομα ευθύνης κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1995 μέχρι 31-5-1995, τα έξοδα κίνησης και παράστασης κατά τη χρονική περίοδο από 1-6-1995 μέχρι 30-6-1996 και το επίδομα ανωτάτων στελεχών-που χορηγήθηκε με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΤΕ στο προσωπικό για βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή, εφόσον κατείχε ή κατέχει θέση προϊσταμένου διευθύνσεως ή υποδιεύθυνσης για ένα ίσως τουλάχιστο έτος, κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1995 μέχρι 31-5-1995. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 3-11-1971, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατέχει, πλασματικά, από 12-7-1988, δυνάμει της υπ' αριθμόν 2781/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία αποδέχτηκε η εναγόμενη με το από 12-4-1995 σχετικό Πρακτικό Συμβιβασμού που υπογράφηκε και από τα δύο διάδικα μέρη και πραγματικά από 6-9-1994.Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1995 το Διοικητικό Συμβούλιο της παρέλειψε να τον προαγάγει στο βαθμό του Διευθυντή, ενώ προήγαγε τους συναδέλφους του, Κ. Ι., Χ. Π.,Κ. Ε., Ρ. Κ., Π. Σ. και Ρ. Χ.. Στη συνέχεια δέχθηκε ότι αυτός υπερείχε μεν καταφανώς έναντι των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του, πλην όμως, η παράλειψή του αυτή δεν θεωρείται καταχρηστική, διότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, αφού αυτός είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή, με απόφαση του Δ.Σ της εναγόμενης στις 6-9-1994, ενώ η αναδρομική προαγωγή του στον ίδιο αυτό βαθμό δυνάμει της υπ' αριθμόν 2781/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό αυτόν από 12-7-1988, κατέστη τελεσίδικη μετά την κατάρτιση του από 12-4-1995 Πρακτικού Συμβιβασμού μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης και η πλασματική προαγωγή του από τον ως άνω χρόνο (12-7-1988) πραγματοποιήθηκε (αναδρομικά) με την υπ' αριθμόν 2373/20-10-1995 απόφαση του ΔΣ της εναγόμενης στις 20-10-1995, με συνέπεια κατά την 28-3-1995 που το τελευταίο (ΔΣ) συνεδρίασε για τις προαγωγικές κρίσεις του ίδιου έτους (1995), να μην συμπεριληφθεί στους πίνακες των κρινόμενων για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή, όχι από υπαιτιότητα της εναγόμενης, αλλά διότι, σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη του ΓΚΠ/ΟΤΕ, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του, η αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση της συμπληρώσεως διετούς υπηρεσίας στον αμέσως προηγούμενο βαθμό του Υποδιευθυντή. Με βάση τα παραπάνω έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η παράλειψή του να προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1995, αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων αυτής και συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, στην οποία θεμελιώνει την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Περαιτέρω, σχετικά με τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, τις οποίες συνδέει με την παράλειψή του, που αφορούν το έτος 1995, δέχθηκε ότι, μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμόν 2781/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την κατάρτιση του από 12-4-1995 Πρακτικού Συμβιβασμού, χορηγήθηκε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-9-1988 έως 28-2-1994 η επιδικασθείσα δυνάμει της ως άνω αποφάσεως διαφορά του επιδόματος ευθύνης στάθμης Υποδιεύθυνσης, αντί του Τομέα, που λάμβανε μέχρι τότε και από 1-3-1994 μέχρι 31-5-1995 του χορηγήθηκε επίδομα ευθύνης Στάθμης Υποδιεύθυνσης για το λόγο ότι ασκούσε πράγματι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Υποδιεύθυνσης, αφού ήταν Προϊστάμενος στην Υποδιεύθυνση Τεχνικών θεμάτων της Περιφέρειας της Ανατολικής Κρήτης, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη παροχή (ΕΕΘ), σύμφωνα με τις υπ' αριθμούς 2089/1988, 2156/1989 και 2171/1990 αποφάσεις του Δ.Σ. της εναγομένης, καταβαλλόταν, ως συγκεκριμένο ποσοστό ή ποσό (όσο αφορά την αποζημίωση ανώτατου προσωπικού), μόνο σε όσους από τους υπαλλήλους της ασκούσαν πράγματι καθήκοντα προϊστάμενου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης Τομέα Υποδιεύθυνσης και Διεύθυνσης αντίστοιχα και όχι σε όλους όσους κατείχαν απλώς τον αντίστοιχο βαθμό (Τομεάρχη, Υποδιευθυντή, Διευθυντή) και μαζί με την αποζημίωση ανώτατου προσωπικού, αποτελούσαν οικειοθελή παροχή η οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματική άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου αντίστοιχης Στάθμης. Εφόσον ο ενάγων προσδιορίζει τις επίδικες αξιώσεις του για το έτος 1995 (έως 31-5-1995) στη διαφορά του επιδόματος θέσης ευθύνης Στάθμης Διεύθυνσης, αντί Υποδιεύθυνσης που λάμβανε και στην αποζημίωση παράστασης Προϊσταμένου Διεύθυνσης, ενώ ομολογεί στην ένδικη αγωγή του ότι κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο ( 1-3-1995 μέχρι 31-5-1995) δεν ασκούσε καθήκοντα Προϊστάμενου Στάθμης Διεύθυνσης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 στοιχ. δ' ΓΚΠ/ΟΤΕ, όπως αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμόν 8155/26.5.1983 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών (ΦΕΚ 325 Β'/1983), κατά την οποία και κατά το μέρος που αντικατέστησε το τελευταίο παραπάνω εδάφιο (δ) δεν ακυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 5095/1984 απόφαση του ΣΤΕ, "η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στον βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή τον προϊστάμενο της οικείας Υποδιεύθυνσης ή Διεύθυνσης ή του οικείου συγκροτήματος", σε συνδυασμό με την από 17-4- 1995 ΕΣΣΕ, "Τροποποίηση του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ", οι διατάξεις της οποίας έχουν κανονιστική ισχύ, σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 Ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 Ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2224/1994, άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 2257/1994 και με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι σχετικές με την επιλογή και τοποθέτηση Προϊσταμένων σε Υπηρεσιακές Λειτουργίες διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ, δεν προκύπτει ότι, και αν ακόμη είχε προαχθεί κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1994 και 1995 στο βαθμό του Διευθυντή, θα δικαιούνταν να προσδοκά με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά τις ειδικές περιστάσεις, ότι η εναγομένη θα τον τοποθετούσε,, σε θέση Προϊστάμενου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Διεύθυνσης, ώστε να δικαιούται το επίδομα θέσης ευθύνης και την αποζημίωση ανώτατου προσωπικού. Τέλος δέχθηκε ότι, εφόσον ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1995 μέχρι 31-12-1996 δεν ασκούσε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Διεύθυνσης, δεν μπορούσε να αξιώσει την καταβολή των εξόδων κίνησης και παράστασης για το διάστημα αυτό. Με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αντέφεση και μετά τη εξαφάνιση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη, κατά τα αιτήματα της αναγνώρισης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1995 και της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει τη διαφορά του επιδόματος ευθύνης θέσεως μεταξύ Υποδιευθυντή και Διευθυντή και τα έξοδα κίνησης και παράστασης κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, ως προς τα οποία είχε γίνει, πρωτοδίκως, δεκτή η αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, καθόσον αφορά το αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος του για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1995 και το κονδύλιο της αιτουμένης αποζημιώσεως για τη στέρηση του επιδόματος θέσεως ευθύνης Διευθυντή κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 31-5-1995, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων α) 12 Ν 1082/1980 και 281 ΑΚ,, αφού από την πρώτη προκύπτει ότι αποτελεί προϋπόθεση για την προαγωγή στον ανώτερο βαθμό η πραγματική υπηρεσία του παραλειφθέντος στον προηγούμενο βαθμό, στην περίπτωση δε τέτοιας παράλειψης, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ΟΤΕ δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, β) τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, 914, 297, 298 Α.Κ., και 3) τις διατάξεις των από 17.4.1995 και 16.5.1995 Ε.Σ.Σ.Ε. και εκείνη του άρθρου 298 Α.Κ. Επομένως οι έκτος, (αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 1 και όχι 14), πέμπτος και έβδομος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 11-1-2008 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 3696/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επί παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα και αδικοπραξία, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη ή σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Ο χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνον για εκείνες, που θα ακολουθήσουν αυτής.
null
null
0
Αριθμός 123/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Ν. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσή Μισιούδη. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Χαλκηδόνας", που εδρεύει στη Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20373/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1824/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθ. 9295/8-2-2010, του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-11-2010), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο Δήμο Χαλκηδόνας. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθ. 90 §3 ν.2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεση της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ. α' , και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 §3 ν.2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. Ολ ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται 1) στην κατά το άρθ. 4 §1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθ. 22 §1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών), 2) στη διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνοµοθετική ισχύ (άρθ. 28 §1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ..." και στο άρθ. 20 §1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, 3) στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση, 4) στις διατάξεις του άρθ. 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνοµοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντ. προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά,(Ολ. ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 §2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ (Ολ. ΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974), ούτε τέλος στο άρθ. 119 (ήδη 141) Συνθ. ΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ. της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεων τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από τη γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο. Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός θεσπίσεως της τριετούς αυτής προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δημοσίευση τους υπήρξε ο περιορισµός της ασκήσεως της εφέσεως και γενικώς των ενδίκων μέσων εντός της άνω προθεσμίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων. Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε, μετά από παραδοχή της, και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενης, ένστασης παραγραφής, ότι οι αξιούμενες με την ένδικη από 6-9-2006 αγωγή διαφορές αποδοχών της αναιρεσείουσας, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 5-11-2004, είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής, λόγω συμπληρώσεως διετίας από τότε που γεννήθηκαν, μέχρι την επίδοση (6-11-2006) της αγωγής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και εκείνες του άρθρου 28 παρ.1α του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950 και 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, και ο, από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιµος. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά την οποία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων αφού λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, οπότε και κρίνει ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ (663, 671 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από την ως άνω διάταξη, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς τη δύναμη των αναφερόμενων στο λόγο αυτό αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ως προς το ύψος των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την υπ' αριθ. 1557/26-3-2007 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων Θ. Κ. και Α. Ι., τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και τις ομολογίες που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους". Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-1-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της με αριθμό 1824/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Kρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθ. 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 βραχυπρόθεσμη παραγραφή, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και δεν αντίκειται, στην κατά το έρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, στην αρχή της ίσης αμοιβής για παραεχομένη εργασία ίσης αξίας, στη διάταξη του άρθ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), 3) στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, 4) στις διατάξεις του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου και στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 124/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Π. του Ε., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπακωνσταντίνο, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 107, 108, 109, 110 και 111/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγουσα την Ε.-Η. Π. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Φωτιάδου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 506/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 περ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και τον νόμο περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, σε περίπτωση δε πρόκλησης απολύτου ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Π. του Ε. κατά της υπ' αριθμ. 107, 108, 109, 110 και 111/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επικαλούμενος ότι σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλομένη: "η Πρόεδρος παρήγγειλε στην Γραμματέα να διαβάσει τον κατάλογο των ενόρκων που κληρώθηκαν κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου των Εφετών Πειραιώς της 5ης Μαΐου 2009 για το Βο δωδεκαήμερο της τρέχουσας συνόδου, όπως ο κατάλογος αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μετά την διαγραφή και αντικατάσταση ενόρκων που έγινε με κλήρωση κατά την συνεδρίαση της 1ης ... 2009 του Δικαστηρίου των Τακτικών Δικαστών του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς". Ότι, έτσι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν αναφέρεται ο μήνας κατά τον οποίο έγινε η προδιαληφθείσα συνεδρίαση. Ότι από το λόγο αυτό δεν δύναται να κριθεί εάν η συνεδρίαση αυτή έλαβε χώρα εμπρόθεσμα ή μη και εάν ήτο νόμιμη η σύνθεση του Δικαστηρίου που έκανε την κλήρωση. Και ότι υπάρχει απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 2 εδάφιο, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την σύνθεση του Δικαστηρίου σύμφωνα με τον Οργανισμό των Δικαστηρίων και το Νόμο περί Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και εξ αυτού του λόγου, καθίσταται αναιρετέα η αναιρεσιβαλλομένη. Ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τη διάταξη της ΚΠΔ 388§1, "στη συνεδρίαση που γίνεται στο ακροατήριο κατά την ημέρα που αρχίζει η σύνοδος, διαβάζεται ο κατάλογος των ενόρκων που κληρώθηκαν για τη σύνοδο και για τις δυο δωδεκαήμερες περιόδους της συνόδου. Οι τακτικοί δικαστές του μικτού ορκωτού δικαστηρίου διατάσσουν να διαγραφούν εκείνοι από τους ενόρκους που κληρώθηκαν για τους οποίους προκύπτει ... ότι έχουν άγνωστη διαμονή ή είναι ανύπαρκτα πρόσωπα κατά δε την ΚΠΔ 408, για το μικτό ορκωτό Εφετείο, εφαρμόζοντας αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 384 έως 407, έτσι, κατά τη συνεδρίαση της 5-5-2009 της Α' συνόδου μηνός Μαΐου 2009, ο κατάλογος των ενόρκων για το Βο δωδεκαήμερο μηνός Ιουνίου 2009, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μετά τη διαγραφή και αντικατάσταση των ενόρκων, που έγινε με κλήρωση, κατά τη συνεδρίαση της 1ης ημέρας συνεδριάσεως, που ήταν η 5-5-2009 του Αου δωδεκαημέρου μηνός Μαΐου 2009. Κατά συνέπεια, η μη αναφερόμενη ημερομηνία, που ο κατάλογος των ενόρκων νόμιμα διαφοροποιήθηκε με κλήρωση, που ήταν η 5-5-2009 όταν έγινε η έναρξη της συνόδου του Ιουνίου 2009 και αναφέρεται στα πρακτικά (σελ. 3) οφείλεται σε παραδρομή, αφού μόνο τότε θα μπορούσε να γίνει η διαφοροποίηση αυτή. Κατά το άρ. 308 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή (ή ελαφρά), σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του αρ. 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρ. 310 παρ.2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 312 του ΠΚ "αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και α) όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο του ...". Το ως άνω έγκλημα της σωματικής βλάβης ανηλίκου και αδυνάτου προσώπου, δεν αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση του βασικού του άρθρου 308 του ΠΚ, αλλά είναι ιδιώνυμο και συνεπώς έχει αυθυπαρξία και αυτοτέλεια έναντι της απλής σωματικής βλάβης, επί της οποίας υπερισχύει, λόγω της σχέσεως ειδικότητας. Υλικό αντικείμενο του άνω εγκλήματος είναι αφενός μεν κάθε ανήλικας από τη γέννηση του μέχρι τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του, αφετέρου δε κάθε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Εξάλλου λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της ως άνω διάταξης αυτή υποχωρεί έναντι των πράξεων των άρθρων 308Α, 310 και 311 του ΠΚ, έχει όρους και έναντι της πράξης του προαναφερομένου άρθρου 309 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο στον υπαίτιο της πράξης αυτής επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Δηλονότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 309 του ΠΚ αξιόποινη πράξη είναι επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 308, χαρακτηριστικό της οποίας είναι ο τρόπος τέλεσης της που μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι όταν οι υπαίτιες ενέργειες του δράστη που γίνονται ταυτόχρονα και μπορούν να υπαχθούν στις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται με την ίδια ποινή (φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών) από τα άρθρα 309 και 312 του ΠΚ, τότε θα εφαρμοσθεί το τελευταίο άρθρο ως ειδικότερη διάταξη σε σχέση με τα άρθρα 309 ΠΚ της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (lex specialis derogat legi generali). Δεν μπορεί δε να γίνει λόγος περί εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας, καθόσον στην εν λόγω περίπτωση αμφότερες οι ποινικές διατάξεις (άρθρα 309 και 312 του ΠΚ) προβλέπουν την ίδια ακριβώς ποινή (φυλάκιση από τρεις μήνες έως πέντε έτη). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρ. 518 του ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή του με το αρ. 50 αριθμ. 9 του Ν. 3160/2003,αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της σωματικής βλάβης κατά ανηλίκων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών και δέκα (10) μηνών αντιστοίχως: Στη ..., στις 21-6-2001, ενεργώντας με πρόθεση, με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξένησε σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο, που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και το είχε στην επιμέλειά του ή στην προστασία του ή ανήκε στο σπίτι του. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, εμφανίζοντας συνεχή σκληρή συμπεριφορά συνοδευόμενη από διάθεση που δηλώνει έλλειψη συναισθήματος για τα πάθη του θύματος, επιτιθέμενος εναντίον της παθούσας Ε.-Η. Π., η οποία δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας της (γεννηθείσα στις 4-9-1984) και της οποίας ως ανήλικο τέκνο του είχε την επιμέλεια της, αφού έσυρε με βία την προαναφερομένη, κρατώντας την από τα μαλλιά της, στο υπνοδωμάτιο της οικίας του, κτυπώντας συγχρόνως αυτήν με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα σημεία του σώματος της, αρχικά, έριξε αυτήν επί της κλίνης και ερχόμενος από πάνω της• ράπιζε αυτήν, ενώ ταυτόχρονα την εξύβριζε με τις λέξεις "πουτάνα" και "κωλόπαιδο" και στη συνέχεια έδεσε με σχοινί τα χέρια αυτής, καθώς και το λαιμό της με την αλυσίδα και το κολάρο που χρησιμοποιεί για το σκύλο του και με σχοινί, σε κάποιο έπιπλο της οικίας του. Έτσι, με τις ως άνω πράξεις του, προξένησε στην προαναφερομένη παθούσα διατάραξη της ψυχικής κατάστασής της. Και περαιτέρω, "... Στη ..., στις 21-6-2001, ενεργώντας με πρόθεση, χωρίς πρόκληση από την παθούσα, προξένησε σε άλλη σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, η δε πράξη του αυτή τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, επιτιθέμενος εναντίον της παθούσας Ε. - Η. Π. (τέκνου του), χωρίς πρόκληση απ' αυτήν, δηλαδή χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος για να στραφεί εναντίον αυτής, αφού έσυρε με βία την προαναφερομένη, κρατώντας την από τα μαλλιά της, στο υπνοδωμάτιο της οικίας του, κτυπώντας σύγχρονος αυτήν με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα σημεία του σώματος της, αρχικά, έριξε αυτήν επί της κλίνης και ερχόμενος από πάνω της ράπιζε αυτήν και στη συνεχεία έδεσε με σχοινί τα χέρια αυτής, καθώς και το λαιμό της με την αλυσίδα και το κολάρο που χρησιμοποιεί για το σκύλο του και με σχοινί, σε κάποιο έπιπλο της οικίας του. Έτσι, με τις ως άνω πράξεις του, προξένησε στην προαναφερομένη παθούσα γραμμοειδή εκδορά στην αριστερή υπερκλείδιο χώρα με σχηματισμό εφελκίδος, μικρή κυκλική περιοχή ρόδινης χροιάς με θλαστικό τραύμα, εκχύμωση στην πρόσθια επιφάνεια της αριστεράς κνήμης και κάκωση ζυγωματικών άμφω. Επίσης, με τις ως άνω πράξεις του, μπορούσε να προκαλέσει στην προαναφερομένη παθούσα βαριά σωματική της βλάβη και, συνδυασμό με την μικρή ηλικία της παθούσας, μπορούσαν να δημιουργηθούν βλάβες, που θα εμπόδιζαν την παθούσα σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα της". Όσο αφορά την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία, εκτός των λοιπών, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, παράλληλα με την κήρυξή του ως ενόχου και για την πράξη της σωματικής βλάβης της ανηλίκου τότε θυγατέρας του Ε.-Η. Π., το ως άνω Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα περί φαινομενικής συρροής μεταξύ των εγκλημάτων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της σωματικής βλάβης ανηλίκου και επικράτησης του δευτέρου αυτών ως ιδιωνύμου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δέχθηκε ότι υφίσταται πραγματικά συρροή μεταξύ της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της σωματικής βλάβης ανηλίκου για τις ποίες και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αντί να δεχθεί ότι υφίσταται φαινόμενη συρροή και να καταδικασθεί μόνο για την επικίνδυνη σωματική βλάβη [υπολαμβάνοντας εκ της επιβολής μεγαλύτερης ποινής (φυλάκιση 20 μηνών) για την πράξη αυτή από εκείνης για τη σωματική βλάβη (φυλάκιση 10 μηνών) ότι η επικίνδυνη σωματική βλάβη τιμωρείται αυστηρότερα από τη σωματική βλάβη ανηλίκου]. Παρά ταύτα όμως πρέπει, ενόψει του ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση της ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο αυτό εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, δηλονότι περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 501 του ΚΠοινΔ να δεχθεί ότι έγινε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας, μη κηρύσσοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα μόνο για το έγκλημα της σωματικής βλάβης ανηλίκου και κηρύσσοντας αθώο για την επικίνδυνη σωματική βλάβη, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι από την τοιαύτη αυτεπάγγελτη εφαρμογή του νόμου από τον Άρειο Πάγο δεν χειροτερεύει αλλά καθίσταται πρόδηλα πλέον ευνοϊκή η θέση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ), πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 παρ. 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, προβάλλονται δε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα αναγκαία για την θεμελίωση τους πραγματικά περιστατικά, και τούτο για να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένους στην απόρριψη τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Τοιούτοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, οπότε επιβάλλεται στο δράστη ποινή ηλαττωμένη κατά τις διακρίσεις του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση, τον προβληθέντα παραδεκτώς αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ απέρριψε με την εξής όπως έχει προαναφερθεί αιτιολογία "Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση των πράξεων που αναφέρθηκαν και παρά την προχωρημένη ηλικία του και το συγγενικό δεσμό με την παθούσα δεν έχει δείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τα παιδιά του, τα οποία εξακολουθούν να τελούν υπό την προστασία του ιδρύματος "ΑΜΑΛΙΕΙΟ". Δεν αποδείχθηκε ότι έχει κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης των παιδιών του, ώστε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι μετά την τέλεση της πράξης του και για μεγάλο χρονικό διάστημα επέδειξε καλή συμπεριφορά, η οποία να συνίσταται σε κάποια αλλαγή της προηγούμενης συμπεριφοράς του, ώστε εύλογα να μπορεί να εκτιμηθεί ότι διαφοροποιήθηκε το ήθος του ή η στάση ζωής του και έστω ότι όψιμα έχει αντιληφθεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλει σ' αυτόν η ιδιότητα του πατέρα". Δηλονότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ενώ η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίδειξη ενδιαφέροντος μόνο για την επαγγελματική αποκατάσταση της παθούσας και της μικρότερης αδελφής της Α. - θυγατέρων του, περιστατικό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι αντίθετο προς τις λοιπές παραδοχές αλλά και επαρκές μόνο για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης. Κατ' ακολουθίαν η ανωτέρω αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην απορριπτική του δικαστηρίου κρίση, ειδικής και συγκεκριμένης, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, προς δε ορθώς ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η σχετική με τη μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως ως άνω ουσιαστικού ποινική διάταξη. Συνεπώς οι σχετικές εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ελλείψεως νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν όλων προεκτιθεμένων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος για το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της επιβολής της ποινής των είκοσι (20) μηνών για την πράξη αυτή και κατά το μέρος του καθορισμού της συνολικής ποινής. Περαιτέρω, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, επίσης από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, δεν υπάρχει η ως άνω ξεχωριστή αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή, να παραπεμφθεί όμως κατά τα άνω η υπόθεση για νέα κρίση ως προς την επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 523 ΚΠοινΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όχι όμως και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 107, 108, 109, 110 και 111/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς κατά το μέρος που αφορά την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων Α. Π. του Σ. και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την ως άνω πράξη. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση, μόνο για την επιβολή της συνολικής ποινής για τις λοιπές, πλην της ανωτέρω, αξιόποινες πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15 Μαρτίου 2010 αίτηση του Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά ανηλίκου. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης ΜΟΕ για τα παραπάνω εγκλήματα. Λόγοι αναίρεσης: α) απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση Δικαστηρίου (συμμετοχή ενόρκων), β) έλλειψη αιτιολογίας (ειδικότερα ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2ε ΠΚ) και γ) για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου (πραγματικής συρροής επικίνδυνης σωματικής βλάβης και σωματικής βλάβης κατά ανηλίκου. Ο λόγος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο περί εφαρμογής μόνο του άρθρου 309 ΠΚ και όχι του άρθρου 312 ΠΚ είναι μη νόμιμος. Αυτεπάγγελτη εξέταση του λόγου αυτού και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 312 ΠΚ και όχι της διάταξης του άρθρου 309 ΠΚ. Μερική αναίρεση της απόφασης. Κηρύσσει αθώο αναιρεσείοντα για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα επιμέτρηση ποινής για λοιπές τρεις (3) πράξεις.
null
null
0
Αριθμός 129/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Μαυροκεφάλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6143/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 10 §§ 1, 9 και 13 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ, Β' τεύχος 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27 -7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ, Β' τεύχος 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές του λογιστικού κλάδου από το βαθμό του τμηματάρχη Α' στο βαθμό του υποδιευθυντή Β' και από εκείνο στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' και άνω γίνονται κατ' εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη παραμονή στον προηγούμενο βαθμό. Ενεργούνται δε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσής της. Στις περιπτώσεις αυτές το παραπάνω αρμόδιο όργανο αποφαίνεται κατ' ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψήφιου για προαγωγή υπαλλήλου. Η κρίση αυτή των οργάνων της Τράπεζας, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείπεται από τις προαγωγές υπάλληλος που έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, προάγεται δε άλλος έναντι του οποίου αυτός που παραλείφθηκε υπερέχει καταφανώς σε ουσιαστικά προσόντα και επομένως η απόφαση του ΔΣ είναι κατάφωρα άδικη. Σε τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματός του προαγωγής (ΚΠολΔ 68, 70), οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως, από το χρόνο στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί (άρθρο 12 Ν. 1082/1980). Eξάλλου οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος. Δεν υπάρχει, εξάλλου, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη την 22/11/1967 ως δόκιμος λογιστής και εξελίχθηκε ιεραρχικά έως το βαθμό του Υποδιευθυντή Α' τον οποίο φέρει από 1/7/1995. Είναι κάτοχος πτυχίου ΑΣΟΕΕ και γνωρίζει αγγλικά και γερμανικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 22 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/7/1985 Προϊστάμενος Υπηρεσίας Α' Τμήματος Ελέγχου Περιφ. Δ/νσης Πειραιά και Νήσων Δυτ. Ελλάδος-Κρήτης και Δωδεκανήσου του τομέα Επιθεώρησης, από 28/8/ έως 31/8/1990 προσωρινή απόσπαση για αναπλήρωση του Διευθυντή στο Κατ/μα ..., από 1/8/1992 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Κεντρικών Υπηρεσιών - Τομέα Ελέγχου Μονάδων Διοίκησης της Δ/νσης Επιθεώρησης, από 1/2/1995 Τμηματάρχης Τμήματος Εργασιών Εξωτ/κού και Συν/τος του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού της Δ/νσης Εργασιών και Διοικ/κού στην Τράπεζα Μεγ. Επιχ/σεων και Οργ/σμών, από 17/4 έως 2/5/1995 Αναπλήρωση του Τμηματάρχη του Τμήματος Οικονομικών Λειτουργιών και Διοικ/κού του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργανισμών, από 1/6 έως 31/12/1995 τακτική αναπλήρωση (για το 1995) του Τμηματάρχη του Τμήματος Καταθέσεων -Κίνησης Κεφαλαίων και Διαχ/σεων της Δ/νσης Εργασιών και Διοι/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχ/σεων και Οργ/σμών, από 1/1 έως 31/12/1996 τακτική αναπλήρωση (για το 1996) του Τμηματάρχη του Τμήματος Καταθέσεων- Κίνησης Κεφαλαίων και Διαχειρίσεων στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 5/7 έως 15/7/1996 Αναπλήρωση του Δ/ντή του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού - Δ/νσης Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 16/8 και 30/8/1996 Αναπλήρωση του Διευθυντή του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 2/1 έως 31/12/1997 τακτική αναπλήρωση (για το 1997) του Διευθυντή του Τμήματος Καταθέσεων του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τρ. Κεφαλαίων και Διαχ/σεων του Τομέα Εκτέλεσης και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικητικού, από 1/1/1998 έως τον χρόνο της προαγωγικής κρίσης τακτική αναπλήρωση (για το 1998) του Διευθυντή Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικητικού στη Διεύθυνση Εργασιών και Διοικητικού. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1984 έως 1995 είναι 8,3 (έκτοτε δεν συντάσσονται δελτία αξιολογήσεως). Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του Λογιστικού Κλάδου του μόνιμου προσωπικού για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στον βαθμό του Διευθυντή από 1/10/1998 ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ προήχθη, μεταξύ άλλων, ο Σ. Σ., προτεινόμενος προς σύγκριση με την αγωγή. Ο εν λόγω συγκρινόμενος προσλήφθηκε την 2/5/1968 ως κλητήρας και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/7/1994. Είναι κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 10 επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής στο Πρόγραμμα Εισαγωγικού Εμπορίου κατά την περίοδο 1985 - 1986 και, επίσης, εκτελούσε χρέη εισηγητή τουλάχιστον 4 φορές το χρόνο. Επίσης, υπήρξε εισηγητής στο πρόγραμμα "Καλημέρα Τράπεζα" το 1996. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 6/11/1985 Υποδιευθυντής Εργασιών Κατ/τος ..., από 10/4/1987 Διευθυντής Κατ/τος ..., από 27/8/1990 Διευθυντής Κατ/τος Βουλής, από 4/3/1991 Διευθυντής Κατ/τος ..., από 9/2/1994 Διευθυντής στο Κεντρικό, από 25/5/1994 Διευθυντής Διεύθυνσης Πελατείας της Τράπεζας Επιχειρήσεων, από 16/10 έως 20/10/1995, Αναπλήρωση του Διευθυντή Δ/νσης Εργασιών και Διοικητικού, από 8/12 έως 12/12/1997 Αναπλήρωση του Διευθυντή της Τραπ. Μον. Επιχ/σεων - Ιδιωτών στη Δ/νση Πελατείας Ιδιωτών. Ο μέσος όρος της βαθμολογίας του κατά τα έτη 1982 έως 1993 είναι 8,8. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτού, ως προς την γενική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένων γλωσσών, υστερεί όμως έναντι αυτού ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, την υπηρεσιακή επιμόρφωση (ο τελευταίος υπήρξε και εισηγητής σε σεμινάρια) και τα αποφασιστικής σημασίας κριτήρια της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και τη βαθμολογία. Έτσι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος ώστε η παράλειψη προαγωγής του στο βαθμό του Διευθυντή από 1/10/1998 να μη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, στην 2607/4-10-1999 συνεδρίαση το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε τις προαγωγές του Λογιστικού Κλάδου για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/1999 και 1/10/1999, ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ προήχθησαν, μεταξύ άλλων, οι Σ. Α. και Γ. Γ., αντιστοίχως, προτεινόμενοι προς σύγκριση με την αγωγή. Ο συγκρινόμενος Σ. Α. προσλήφθηκε την 16/8/1967 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/7/1994. Είναι απόφοιτος Λυκείου, απόφοιτος της Σχολής ΑΣΜΕ, Τμήμα Προγραμματιστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Πτυχιούχος Προγραμματιστής Ηλεκτρονικών Υπολογιστών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο (Μ.Ο.Β. 8). Έχει παρακολουθήσει 27 επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής στο πρόγραμμα Ανάπτυξης Εργασιών στην Αγορά Ιδιωτών από το 1995 έως το 1996 και εκτελούσε χρέη εισηγητή τουλάχιστον 4 φορές τον χρόνο, ενώ είναι εισηγητής στο πρόγραμμα Εμποροκάρτας με τουλάχιστον 6 εισηγήσεις το χρόνο, επί πλέον είναι τεχνικός υπεύθυνος του προγράμματος Εμποροκάρτας και έχει την ευθύνη συντονισμού όλου του προγράμματος. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/4/1988 Τμηματάρχης Γ' Τμήματος Εφαρμογών της Δ/σης Μηχανοργάνωσης, από 25/5/1994 Δ/ντής Δ/νσης Πελατείας στην Τράπεζα Ιδιωτών, από 18/101 1996 Δ/ντής Διεύθυνσης Πιστωτικών Καρτών, από 31/10 έως 1/11/1996 Αναπληρωτής του Δ/ντή της Δ/νσης Πιστωτικών Καρτών της Τραπ. Μονάδος Επιχ/σεων - Ιδιωτών. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1980 έως 1989 είναι 9,2. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών, υστερεί όμως έναντι αυτού ως προς την υπηρεσιακή επιμόρφωση και τα αποφασιστικής σημασίας κριτήρια της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και της βαθμολογίας. Έτσι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, ώστε η παράλειψη προαγωγής του να μη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου. 281 ΑΚ. Εξάλλου ο συγκρινόμενος Γ. Γ. προσλήφθηκε την 19/2/1968 και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/10/1994. Είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει γαλλικά χωρίς πτυχίο (Μ.Ο.Β. 7). Έχει παρακολουθήσει 13 επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής στο πρόγραμμα ελέγχου πιστοδοτήσεων, εκτελεί δε χρέη εισηγητή τουλάχιστον 5 φορές τον χρόνο. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/7/1985 Προϊστάμενος Γραφείου ΤΕΧ του τομέα Επιθεώρησης Χορηγήσεων της Διεύθυνσης Επιθεώρησης, από 1/7/1987 Προϊστάμενος της Υπηρεσίας του Τμήματος Ελέγχου Μονάδων Διοίκησης Κεντρικών και Περιφ/κών Δ/νσεων Αθηνών, Αττικής και Κεντρικής Ελλάδος, από 1/7/1989 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Πιστοδοτήσεων Περ/κών Δ/νσεων Αθηνών, Αττικής και Κεντρικής Ελλάδος του Τομέα Επιθεώρησης Πιστοδοτήσεων της Δ/νσης Επιθ/σης, από 1/8/1992 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Π. Δ. Αθηνών Αττικής Κεντρικού του Τομέα Επιθεώρησης Πιστοδοτήσεων της Δ/νσης Επιθεώρησης, από 6/9/1994 Διευθυντής Τομέα Επιθεώρησης Πιστοδοτήσεων - Δ/νση Επιθεώρησης, από 9/7/1996 Διευθυντής Υπηρεσίας Πιστωτικής Πολιτικής στην Τρ. Μον. Ναυτιλίας, από 21/7 έως 3/8/1997 Αναπληρωτής του Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής στην Τρ. Μονάδα Επιχ/σεων και Οργανισμών, από 15/12 έως 19/12/1997 Αναπληρωτής του Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής στη Τρ. Μον. Επιχ/σεων και Οργανισμών, από 10/2/1998 Διευθυντής Πιστωτικής Πολιτικής στην Τρ. Μον. Επιχ/σεων και Οργαν., ενώ παράλληλα ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή Πιστωτικής Πολιτικής στη Δ/νση Εμπλοκών, από 21/4/1998 Δ/ντής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1983 έως 1992 είναι 8,3. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα και τη γνώση ξένων γλωσσών, είναι ισοδύναμος ως προς αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθμολογία, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, την υπηρεσιακή επιμόρφωση (ο τελευταίος υπήρξε και Εισηγητής σε σεμινάρια) και το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Έτσι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου, δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, ώστε η παράλειψη προαγωγής του να μη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑK. Περαιτέρω, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του Λογιστικού Κλάδου για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Δ/ντή από 1/1/2001 ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ προήχθησαν, μεταξύ άλλων, οι Κ. Π., Θ. Π., Ν. Κ. και Τ. Κ., προτεινόμενοι προς σύγκριση με την αγωγή. Ειδικότερα, ο Κ. Π. προσελήφθη από την εναγομένη την 3/7/1969 και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/4/1996. Είναι κάτοχος πτυχίου Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 15 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 22/7 έως 9/8/1985 αποσπάσθηκε για αναπλήρωση του Διευθυντή στο Κατάστημα της ..., από 13/4/1987 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 15/6/1992 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 22/4/1994 Διευθυντής Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και Αλβανίας. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1983 έως 1993 είναι 8,3. Την 26/6/1990 του επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης παρατηρήσεως.Ο συγκρινόμενος Θ. Π. προσελήφθη την 17/1/1967 και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/10/1994. Είναι απόφοιτος Λυκείου και γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 9 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 23/12/1985 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 13/4/1987 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 6/3/1989 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 31/8/1990 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 1/9/1993 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 22/4/1994 Γενικός Διευθυντής περιφέρειας, από 16/2/1998 Γενικός Διευθυντής περιφέρειας Νήσων. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του, κατά τα έτη 1982 έως 1992, είναι 8,2. Ο συγκρινόμενος Τ. Κ. προσελήφθη από την εναγομένη την 10/3/1967 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/1/1996. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου και γνωρίζει αγγλικά, χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 9 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 8/4/1985 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 27/8/1987 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 25/8/1992 Διευθυντής Καταστήματος Λεωφόρου ..., από 20/5/1994 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας Κεντρικής Ελλάδος, από 8/11/1996 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας Αθηνών. Ο μέσος όρος βαθµολογίας του κατά τα έτη 1982 έως 1992 είναι 8,4. Περαιτέρω, ο συγκρινόμενος Ν. Κ. προσελήφθη από την εναγομένη την 10/12/1968 και προήχθη στο βαθµό του Υποδιευθυντή Α' από 1/10/ί994. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 13 επιμορφωτικά σεµινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/7/1985 Προϊστάμενος Γραφείου ΤΕΧ του Τοµέα Επιθεώρησης Χορηγήσεων της Δ/νσης Επιθεώρησης, από 1/7/1987 Προϊστάμενος Υπηρεσίας Β' τοµέα Επιθεωρήσεως Πιστοδοτήσεων, από 1/7/1989 Τμηματάρχης Αποκεντρωμένου Τμήματος Ελέγχου Περ/κών Δ/νσεων Θεσσαλονίκης Β.Α. Ελλάδος και Β. Δ. Ελλάδος, από 22/4/1994 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας Β.Δ. Ελλάδος και πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ο μέσος όρος βαθµολογίας του κατά τα έτη 1981 έως 1991 είναι 8,3. Από τη σύγκριση των προσόντων Α) έναντι του Κ. Π. ο ενάγων υπερέχει ως προς τη γενική αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και τη γνώση ξένων γλωσσών, είναι ισοδύναμος ως προς αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθµολογία, ενώ υστερεί ως προς την υπηρεσιακή και το αποφασιστικής σηµασίας κριτήριο της άσκησης καθηκόντων ευθύνης. Η πειθαρχική ποινή της έγγραφης παρατήρησης επιβλήθηκε στον ως άνω συγκρινόμενο πριν από πολύ χρόνο και δεν επέδρασε στην κατ' απόλυτη προαγωγή του στον προηγούμενο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' παρόλο που επιβλήθηκε σε χρόνο πλησιέστερο προς αυτήν (προαγωγή). Συνεπώς, δεν επιδρά αποφασιστικά μόνη αυτή στη σύγκριση Β) έναντι του Θ. Π. ο ενάγων υπερέχει ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών, την υπηρεσιακή επιμόρφωση και τη βαθµολογία, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα, την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθµό και το αποφασιστικής σηµασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, Γ) έναντι του Τ. Κ. ο ενάγων υπερέχει ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθµό, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και την υπηρεσιακή επιμόρφωση, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα, τη βαθµολογία και το πλέον αποφασιστική σηµασίας κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και Δ) έναντι του Ν. Κ. ο ενάγων υπερέχει ως προς τη γενική αρχαιότητα, τη γνώση ξένων γλωσσών και την υπηρεσιακή επιμόρφωση, είναι ισοδύναμος προς αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθµολογία ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθµό και το αποφασιστικής σηµασίας κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων. Συνεπώς, έναντι των ως άνω συγκρινόμενων δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, ώστε η παράλειψη προαγωγής του να µη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη κατάδηλης υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων ως άνω συναδέλφων του, ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού, για την προαγωγή του από 1-10-1998, 1-1-1999, 1-10-1999 και 1-1-2001 στο βαθμό του διευθυντή. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, από τον αρ. 8 του ΚΠολΔ, διότι, εκ των πραγμάτων που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, έλαβε υπόψη του και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, κατά το χρόνο που αναφέρεται στο αναιρετήριο, άσκησε τα ειδικότερα, σ' αυτόν αναφερόμενα διευθυντικά καθήκοντα ως Επιθεωρητής, ενώ οι συγκρινόμενοι με αυτόν δεν άσκησαν τέτοια καθήκοντα και τον απέρριψε. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 346 του ΑΚ και 221 παρ.1 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 346 του ΑΚ, νοείται μόνον καταψηφιστική, όχι δε η απλώς αναγνωριστική (άρθρο 70 ΚΠολΔ), η οποία, ως τέτοια, δεν ενέχει, άλλωστε, όχληση προς εκπλήρωση της παροχής . Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από το βαθμό του Υποδιευθυντή Α', στο βαθμό του Διευθυντή. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το εν λόγω παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας, ακριβώς διότι η ένδικη αγωγή ήταν απλώς αναγνωριστική. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176,183 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της με αριθμό 6143/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο, δεν παραβίασε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο ζήτημα της μη κατάδηλης υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του, για την προαγωγή του στο βαθμό του διευθυντή. Περαιτέρω, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμο το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας, διότι η ένδικη αγωγή ήταν απλώς αναγνωριστική, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθων 340, 346 του ΑΚ.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 118/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 274/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Α. του Π., ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 262/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η έννοια του "παθόντος", που κατά το άρθρο 118 παρ.1 ΠΚ έχει δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως στα όχι αυτεπάγγελτα αλλά κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα (36, 50 ΚΠοινΔ), δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την έννοια του αδικηθέντα και ζημιωθέντα που ασκεί πολιτική αγωγή και στο ποινικό δικαστήριο. Συνεπώς νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής οπωσδήποτε ο παθών, αλλά και κάθε άμεσα αδικηθείς και ζημιωθείς από το διωκόμενο σε βάρος συγκεκριμένου κατηγορουμένου αδίκημα, όχι όμως και ο έμμεσα αδικηθείς και ζημιωθείς. Δηλαδή πρέπει η εισαγόμενη πολιτική αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως να έχει άμεση σχέση και δη αιτιώδη συνάφεια με την κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος διώχθηκε και δικάζεται, τούτο δε κρίνεται κατά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, όπως διατυπώνονται στο κλητήριο θέσπισμα ή στην κλήση του κατηγορουμένου και σύμφωνα με το προστατευόμενο έννομο αγαθό. Έτσι για να προσδιορισθεί ποίος ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής, αναζητείται ποίο είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που παραβιάστηκε από τον κατηγορούμενο για την οποία δικάζεται. Όταν παθών είναι ανήλικος, την πολιτική αγωγή για αυτόν, ασκούν και οι δύο γονείς του από κοινού, ως ενασκούντες τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, κατά το άρθρο 1510 του ΑΚ και σε περίπτωση διαφωνίας τους αποφασίζει, κατά το άρθρο 1512 ΑΚ, το πρωτοδικείο, ενώ σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή διάσπασης της έγγαμης σχέσεως, την πολιτική αγωγή και την εκπροσώπηση του ανηλίκου έχει εκείνος στον οποίο έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση η γονική μέριμνα ή η επιμέλεια του ανηλίκου και σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ο τυχόν διορισθείς ειδικός επίτροπος του άρθρου 1517 ΑΚ. Όμως σε επείγουσες περιπτώσεις και κινδύνου από την αναβολή, (π.χ. λόγω απουσίας στο εξωτερικό του ενός γονέα ή διάστασης ή αδιαφορίας αυτού ή δυσκολίας ανεύρεσής του), την ως άνω δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως και την έγκληση, υποβάλλει μόνος ο έτερος γονέας, ακόμα και όταν στρέφεται κατά του άλλου γονέα, χωρίς προσφυγή στο διορισμό ειδικού επιτρόπου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της", προκύπτει ότι η έγκληση πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε ορισμένο χρόνο, η άπρακτη παρέλευση του οποίου οδηγεί, προκειμένου περί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως. Η ύπαρξη της εγκλήσεως συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης και η υποβολή της ή μη, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Έτσι, όταν πρόκειται για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι και η πράξη της απλής σωματικής βλάβης με πρόθεση, κατά τα άρθρα 308 παρ. 1 και 315 παρ.1 του ΠΚ, το δικαστήριο οφείλει να διερευνήσει αν έχει υποβληθεί νόμιμα και από τα δικαιούμενα πρόσωπα η απαιτούμενη έγκληση, ιδία στην περίπτωση που παθών είναι ανήλικος αν υπάρχει έγκληση των ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα γονέων ή αν συντρέχει περίπτωση, που δικαιολογείται, κατά τα παραπάνω η υποβολή εγκλήσεως από μόνο τον ένα γονέα, άλλως υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' δ ΚΠοινΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 274/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών προκύπτει ότι ο Γ. Α., κατά την αρχή της διαδικασίας και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, με δικαζόμενη αξιόποινη πράξη την επικίνδυνη σωματική βλάβη του 5ετούς ανηλίκου τέκνου του και κατηγορουμένη την πρώην πεθερά του, δήλωσε νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής "για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που έπαθε από το αδίκημα" για την παράσταση του οποίου, μετά από σχετική αντίρρηση του συνηγόρου της κατηγορουμένης, το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει και μετά την αποδεικτική διαδικασία και προ της απαγγελίας της περί ενοχής αποφάσεώς για απλή σωματική βλάβη, κατά μετατροπή της κατηγορίας, διέταξε, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, την απόρριψη σχετικής ενστάσεως της κατηγορουμένης και τη μη αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος, με την αιτιολογία ότι " ο πατέρας του παθόντος ανηλίκου έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 932,1510 του ΑΚ και 63 του ΚΠοινΔ, να ασκήσει πολιτική αγωγή, ένεκα της επελθούσας σωματικής βλάβης σε βάρος του ανηλίκου που φέρεται ότι τέλεσε η κατηγορουμένη". Στη συνέχεια το δικαστήριο επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ποσού 50 ευρώ, για την ηθική βλάβη που έπαθε ο ίδιος ατομικά και όχι το ανήλικο τέκνο του. Όμως από την ανωτέρω δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι ο Γ. Α., που ούτε καν δηλώνει ότι είναι πατέρας και ότι παρίσταται ως νόμιμος εκπρόσωπος του ανηλίκου παθόντος τέκνου του, παρίσταται ατομικά ως πολιτικώς ενάγων, αιτούμενος χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που έπαθε ο ίδιος και όχι ως εκπρόσωπος γονέας του παθόντος ανηλίκου τέκνου του, αφού δεν διευκρίνισε τούτο, ούτε και μετά την προβληθείσα αντίρρηση και τα της παραστάσεώς του, ούτε και δικαιολόγησε περαιτέρω γιατί παρίσταται μόνος ως πολιτικώς ενάγων πατέρας ή αν του έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση αποκλειστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του παθόντος ανηλίκου τέκνου του ή ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση για να ενεργεί μόνος, χωρίς τη σύμπραξη της μητέρας του ανηλίκου, η οποία από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι εξετάστηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και δήλωσε ότι αυτή έχει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της και ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης μητέρας της. Από την προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως δεν προκύπτει ότι επιδικάστηκε στον παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση για λογαριασμό του παθόντος ανηλίκου τέκνου του, που αυτός, για κάποιο νόμιμο λόγο, νομίμως το εκπροσωπεί μόνος χωρίς σύμπραξη της μητέρας, αλλά αντίθετα επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που υπέστη ο ίδιος. Έτσι όμως, η παραμονή και η άσκηση δικαιωμάτων του ως άνω πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο του δικαστηρίου, χωρίς να νομιμοποιείται ενεργητικά ατομικά σε παράσταση, αποτελεί παρά το νόμο παράσταση αυτού και προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι βάσιμος. Επίσης, από την επισκόπηση της από 31-1-2005 εκθέσεως προφορικής μηνύσεως ενώπιον του Α.Τ. Πατρών (εγκλήσεως) προκύπτει ότι καταμηνύεται η κατηγορουμένη για σωματική βλάβη του ανηλίκου εγγονού της, τέκνου του εγκαλούντος, από μόνον αυτόν, χωρίς να επικαλείται το λόγο που ασκεί μόνος την έγκληση, χωρίς τη σύμπραξη της μητέρας του ανηλίκου, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, ενώ η κατηγορουμένη, κατά μετατροπή της κατηγορίας, από επικίνδυνη σωματική βλάβη, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό, ανέκκλητα, για απλή σωματική βλάβη, που διώκεται κατ' έγκληση, το δικαστήριο δεν ερεύνησε, όπως όφειλε κατά τα προεκτεθέντα, αν υποβλήθηκε νόμιμα, εμπρόθεσμα και από δικαιούμενο πρόσωπο η απαιτούμενη ως παραπάνω κατά νόμο έγκληση και προχώρησε σε καταδίκη της αναιρεσείουσας για πράξη διωκόμενη κατ' έγκληση και έτσι υπερέβη θετικά την εξουσία του. Άρα είναι βάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' δ του ΚΠοινΔ, συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 274/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλή Σωματική Βλάβη (άρθρ. 308 παρ.3 ΠΚ). Δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παρά το νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής, και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, λόγω μη διερεύνησης αυτεπαγγέλτως της υπάρξεως νομίμου εγκλήσεως, ενώ καταδίκασε κατά μετατροπή της κατηγορίας από επικίνδυνη σωματική βλάβη σε απλή, που κατά τα άρθρα 308 και 315 ΠΚ, διώκεται κατ’ έγκληση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 117/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Π. Ψ. του Γ., 2) Α Ψ. του Γ., 3) Χ. Ψ. του Γ. και 4) Γ. Θ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ψωμιάδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4598/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Κ. του Α., ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγνωσία Ραφτοπούλου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 444/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγ-γελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδάφ. Β' του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι, ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των κατηγορουμένων ούτε οι παρόντες κατηγορούμενοι, ζήτησαν την αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί ο απολιπόμενος μάρτυρας-αστυνομικός Δ. Τ.. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ.. Πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ειδικώς αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμησιν, έλλειψη αιτιολογίας επί του κατ' αυτούς υποβληθέντος για τον άνω λόγο αιτήματος αναβολής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαι-τίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1, 3, 4, και 10 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) συνάγεται ότι όταν εκτελούνται εργασίες στις οδούς, τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις όλες οι πινακίδες σήμανσης που απαιτούνται κατά περίπτωση (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές), ότι τα μέσα σήμανσης τοποθετούνται με μέριμνα και ευθύνη των εργοληπτικών ή των εκτελούντων τις εργασίες, ενώ οι φορείς που κατασκευάζουν τα διάφορα έργα στις οδούς ή αναθέτουν την κατασκευή τους σε τρίτους υποχρεούνται να ελέγχουν την τοποθέτηση των μέσων σήμανσης και ότι με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίζονται οι λεπτομέρειες και προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διάφορες σημάνσεις των εργασιών που εκτελούνται, ο τρόπος σήμανσης και σηματοδότησης των εκτελουμένων έργων, της τοποθέτησης κινητών εμποδίων κ.τ.λ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4598/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι σωματικής βλάβης από αμέλεια από υποχρέους, κατά συρροή και επιβλήθηκε στον καθένα απ' αυτούς συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα έξι (16) μηνών, ανασταλείσα για τους Π. Ψ., Χ. Ψ. και Γ. Θ. και μετατραπείσα σε χρηματική για τον Α. Ψ.. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατά κατηγορία, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (ΕΥΑΘ ΑΕ), και της εδρεύουσας στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΒΟΡΡΑΣ ΑΤΕ", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος από την 9-12-2003 μέχρι την 30-6-2008 ήταν ο 1ος κατηγορούμενος Π. Ψ. του Γ. (βλ. το με αριθμό πρωτ. 17/16711/9-12-2003 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης), καταρτίσθηκε η από 14-10-2003 σύμβαση, δυνάμει της οποίας η ανωτέρω τεχνική εταιρεία ανέλαβε, αναδειχθείσα ως ανάδοχος μετά από το δημόσιο διαγωνισμό που διενεργήθηκε την 7-5-2003, την εκτέλεση του έργου "Α ΟΜΑΔΑ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΕΤΟΥΣ 2003", που θα χρηματοδοτούνταν από την "ΕΥΑΘ ΑΕ" που ήταν η κυρία του έργου. Εν συνεχεία μεταξύ της εργολάβου (αναδόχου) εταιρείας "ΒΟΡΡΑΣ ΑΤΕ" και της επίσης εδρεύουσας στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, ανώνυμης τεχνικής εταιρείας "Ψ. ΑΤΕ", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος από την 30-6-2003 και για μία τριετία ήταν ο 2ος κατηγορούμενος Ψ. Α. του Γ. (βλ. το με αριθμό φύλλου 7320/11-7-2003 ΦΕΚ), ενώ ο ανωτέρω Ψ. Π. ήταν αντιπρόεδρος αυτής, καταρτίσθηκε η από 22-12-2003 σύμβαση υπεργολαβίας, δυνάμει της οποίας η δεύτερη εταιρεία ανέλαβε ως υπεργολάβος την εκτέλεση μέρους του ανωτέρω έργου. Ο 3ος κατηγορούμενος Ψ. Χ. του Γ., που ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της υπεργολάβου εταιρείας "Ψ. ΑΤΕ", ενώ παράλληλα ήταν αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εργολάβου αναδόχου εταιρείας "ΒΟΡΡΑΣ ΑΤΕ", είχε τα καθήκοντα του εργοδηγού για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, τμήμα του οποίου αποτελούσε και η κατασκευή αγωγού αποχέτευσης στην οδό Αγίου Δημητρίου, έμπροσθεν του Καυτατζόγλειου Σταδίου, μεταξύ των οδών Πλήθωνος Γεμιστού και Γ' Σεπτεμβρίου, ενώ για το έργο αυτό είχε ορισθεί από την κυρία του έργου "ΕΥΑΘ ΑΕ" ως επιβλέπων μηχανικός ο 4ος κατηγορούμενος Θ. Γ. του Ν., πολιτικός μηχανικός και υπάλληλος αυτής όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. 1936/487/16-2-2004 έγγραφο της "ΕΥΑΘ ΑΕ" που απευθύνεται προς το Δήμο Θεσσαλονίκης και όπως ο ανωτέρω κατηγορούμενος παραδέχεται. Με το εν λόγω έγγραφο ζητήθηκε από την κυρία του έργου η χορήγηση από το Δήμο Θεσσαλονίκης άδειας εκσκαφής για την επέμβαση στις οδούς Γ Σεπτεμβρίου και Αγίου Δημητρίου για την κατασκευή του ανωτέρω αγωγού αποχέτευσης. Η άδεια αυτή χορηγήθηκε την 19:2-2004 και δη εκδόθηκε η με αριθμό 20048276 άδεια εκσκαφής που θεωρήθηκε από την Υποδιεύθυνση Τροχαίας Θεσσαλονίκης, την 8-4-2004, για την εκτέλεση εργασιών κατά το χρονικό διάστημα από 13-4-2004 μέχρι 23-4-2004, σ' αυτή δε προβλέπονταν ότι στην περίπτωση αποκλεισμού των οδών Αγίου Δημητρίου και Γ' Σεπτεμβρίου, θα λαμβάνονταν περιοριστικά μέτρα από τη Διεύθυνση Κυκλοφορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης σε συνεννόηση με την Τροχαία Θεσσαλονίκης για τα περιοριστικά μέτρα της κυκλοφορίας λόγω εκτέλεσης των εργασιών. Με το 26025/1-4-2004 έγγραφο του Δήμου Θεσσαλονίκης προς την "ΕΥΑΘ ΑΕ" που κοινοποιείται και στην Υποδιεύθυνση Τροχαίας Θεσσαλονίκης, ενόψει των επικείμενων εργασιών τοποθέτησης του ως άνω αγωγού στο Καυτατζόγλειο Στάδιο στο τμήμα της οδού Αγίου Δημητρίου από την οδό Γ' Σεπτεμβρίου έως την οδό Πλήθωνος Γεμιστού και τον αποκλεισμό της κυκλοφορίας των οχημάτων στην οδό Αγίου Δημητρίου, στο ανωτέρω τμήμα της, επισημάνθηκε η ανάγκη για τον έγκαιρο προγραμματισμό και οργάνωση του εργοταξίου έτσι ώστε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα σήμανσης και έγκαιρης ενημέρωσης των οδηγών στα σημεία εκτροπής της κυκλοφορίας. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών τοποθέτησης του ως άνω αγωγού, με την 120/7-4-2004 απόφαση του Αντιδημάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 52 παρ.1 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ) το οποίο ορίζει ότι τα μέτρα που αφορούν (μεταξύ άλλων) περιορισμούς ή απαγορεύσεις κυκλοφορίας σε οδούς .λαμβάνονται από τους οικείους δήμους, αποφασίσθηκε ο αποκλεισμός από την κυκλοφορία όλων των οχημάτων, της οδού Αγίου Δημητρίου στο ανωτέρω τμήμα της από την οδό Πλήθωνος Γεμιστού έως την οδό Γ' Σεπτεμβρίου, στην κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλεως για το χρονικό διάστημα από 13-4-2004, ημέρα Τρίτη, έως και 20-4-2004 ημέρα Τρίτη ενώ ταυτόχρονα ορίσθηκαν οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις που σε αυτή αναφέρονται. Ειδικότερα οι εν λόγω κυκλοφοριακές ρυθμί-σεις που, όπως προκύπτει από το 385/13-2-2006 έγγραφο του ίδιου Δήμου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Κυκλοφοριακών Μελετών, μελετήθηκαν από τον Π. Χ., προϊστάμενο του ανωτέρω Τμήματος, συμπεριλάμβαναν και τη μονοδρόμηση της οδού Πλήθωνος Γεμιστού με φορά κίνησης από την οδό Αγίου Δημητρίου προς την οδό Εγνατία, τη ρύθμιση της κυκλοφορίας στις διασταυρώσεις που αναφέρονται και περιλαμβάνουν και αυτή των οδών Αγίου Δημητρίου - Πλήθωνος Γεμιστού με την παρουσία τροχονόμων σε δυο βάρδιες καθώς και την τοποθέτηση πληροφοριακών πινακίδων πριν τις διασταυρώσεις των οδών Κατσιμίδη - Στίλπωνος Κυριακίδη, Κατσιμίδη - Αγίου Δημητρίου στην έξοδο από Τριανδρία και στην άνοδο από Κατσιμίδη προς Αγίου Δημητρίου -αριστερή στροφή, Κατσιμίδη - Λαμπράκη (στην άνοδο της Κατσιμίδη, αριστερή στροφή προς Γρ. Λαμπράκη) και Αγίου Δημητρίου - Πλήθωνος Γεμιστού πριν τη διακοπή της Αγίου Δημητρίου. Την 18-4-2004 και περί ώρα 5.50 π.μ. ο Χ. Κ. του Αθανασίου, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ως συνεπιβάτες οι προαναφερόμενοι Π. Κ. του Ι., Ν. Κ. του Α. και Σ. Α. του Γ., στην οδό Αγίου Δημητρίου με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλεως. Στην οδό Αγίου Δημητρίου, κατά το χρόνο εκείνο, στο ύψος της συμβολής με την οδό Πλήθωνος Γεμιστού, είχε, κατά τα προαναφερόμενα και λόγω της εκτελέσεως του επίμαχου έργου του αποχετευτικού αγωγού που εκτελούνταν, για λογαριασμό της κυρίας του έργου "ΕΥΑΘ ΑΕ", από την ανάδοχο εργολάβο εταιρεία "ΒΟΡΡΑΣ ΑΤΕ" και την υπεργολάβο εταιρεία "Ψ. ΑΤΕ", αποκλειστεί η κίνηση των οχημάτων σ' αυτή και δη στο ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί προς το κέντρο της πόλης, στο τμήμα της μέχρι την οδό Γ' Σεπτεμβρίου και η κυκλοφορία των οχημάτων εκτρέπονταν προς τα αριστερά, προς την οδό δηλαδή Πλήθωνος Γεμιστού που είχε μονοδρομηθεί με κατεύθυνση προς την οδό Εγνατία. Στο σημείο ακριβώς της αποκοπής της κυκλοφορίας στην ανωτέρω οδό Αγίου Δημητρίου, δηλαδή στο ύψος της συμβολής της με την οδό Πλήθωνος Γεμιστού, υπήρχαν τρεις φορητές πινακίδες Π-78 που ορίζουν το υποχρεωτικό πέρασμα από αριστερά του εμποδίου, οι οποίες στο επάνω μέρος είχαν την πινακίδα Ρ-47 που δείχνει (με βέλος) την υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα αριστερά. Οι πινακίδες αυτές είχαν τοποθετηθεί η μεν πρώτη στο δεξιό τμήμα της ως άνω οδού Αγίου Δημητρίου στο ρεύμα κυκλοφορίας προς το κέντρο της πόλης, αυτή δε η πινακίδα έφερε στο πάνω μέρος της κίτρινο αναλάμπον φως, η δεύτερη πλησίον της πρώτης και προς το μέσον του ίδιου αποκλεισμένου από την κυκλοφορία οχημάτων ρεύματος και η τρίτη αριστερά της δεύτερης. Επίσης μεταξύ των δύο πρώτων πινακίδων υπήρχαν δύο κώνοι και δύο φορητές πινακίδες με την επωνυμία και τη διεύθυνση της υπεργολάβου εταιρείας ("Ψ. ΑΤΕ"), Κατά τον ανωτέρω χρόνο ενώ η κατάσταση της οδού ήταν υγρή λόγω βροχής και ο φωτισμός ήταν τεχνικός ημιεπαρκής, ο ανωτέρω Χ. Κ. αφού προσέκρουσε αρχικά με το όχημα του στη μεσαία ως άνω πινακίδα την οποία παρέσυρε, εν συνεχεία επέπεσε σε μηχάνημα έργων με αριθμό ... που ήταν σταθμευμένο όπισθεν των πινακίδων και σε κοντινή απόσταση από αυτές η οποία δεν υπερέβαινε τα τρία με πέντε μέτρα. Από την ανωτέρω σύγκρουση και οι τέσσερις επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εξ αυτών Χ. Κ., τραυματίσθηκαν και υπέστησαν σωματικές βλάβες όπως κατωτέρω ειδικότερα αναφέρεται. Η κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο σήμανση στη ανωτέρω συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου και Πλήθωνος Γεμιστού προς την οποία εκτρέπονταν υποχρεωτικά η κυκλοφορία των οχημάτων που κατευθύνονταν προς το κέντρο της πόλης, που περιελάμβανε μόνο τις ανωτέρω τρεις πινακίδες σημάνσεως και τους δύο κώνους, περιγράφεται στην από 18-4-2004 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και στο συνόδευαν αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων' της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης. Τα όσα σχετικά με τη σήμανση στο σημείο συγκρούσεως βεβαιώνονται στην έκθεση αυτοψίας και συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, ήταν κατά την κρίση του δικαστηρίου, αληθή και ανταποκρίνονταν στην πραγματική κατάσταση που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο της συγκρούσεως. Περαιτέρω και σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της επάρκειας ή μη της παραπάνω υπάρχουσας σημάνσεως στο επίμαχο σημείο της οδού, ήτοι εάν η παραπάνω σήμανση ή την σύμφωνη με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Με βάση τις ως άνω διατάξεις της ΔΙΠΑΘ/014/502/1.7.2003 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η σήμανση των έργων που εκτελούνται στις οδούς δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στη ζώνη όπου εκτελούνταν τα έργα αλλά, αντίθετα, επιβάλλεται να υπάρχει στις προηγούμενες αυτής ζώνη προειδοποίησης και ζώνη προσαρμογής εισόδου στην περιοχή των έργων έτσι ώστε να παρέχεται στους οδηγούς των οχημάτων έγκαιρη και επαρκής πληροφόρηση για την μεταβολή των κανονικών συνθηκών κυκλοφορίας, με σκοπό την ασφαλή διέλευση των οχημάτων από την περιοχή της εργοταξιακής ζώνης. Όπως προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των τεσσάρων παθόντων όσο και από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων Γ. Κ., Α. Κ., Κ. Σ., και Ι. Π., οι οποίοι διήλθαν από τον τόπο του ατυχήματος είτε λίγο πριν από αυτό είτε λίγο μετά από αυτό, οι οποίες δεν αντικρούονται πειστικά από αντίθετα στοιχεία πριν την ανωτέρω συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου και Πλήθωνος Γεμιστού, όπου λόγω της διενέργειας των εργασιών για το έργο του αποχετευτικού αγωγού, άρχιζε το σημείο μετά από το οποίο αποκλείονταν η κυκλοφορία των οχημάτων στο ρεύμα της Αγίου Δημητρίου που είχε κατεύθυνση το κέντρο της πόλεως και γίνονταν υποχρεωτική εκτροπή προς τα αριστερά των κινούμενων με την ίδια κατεύθυνση οχημάτων, προς την οδό Πλήθωνος Γεμιστού, δεν υπήρχε καμία απολύτως σήμανση που να προειδοποιεί τους οδηγούς που κινούνταν στην Αγίου Δημητρίου, για την αποκλεισμό της κυκλοφορίας στο ρεύμα πορείας προς το κέντρο της πόλεως και την υποχρεωτική εκτροπή της κυκλοφορίας προς τα αριστερά. Δηλαδή τόσο. στη ζώνη προειδοποίησης η οποία, με βάση την ως άνω Υπουργική απόφαση, δεν θα πρέπει, προκειμένου περί έργων σε αστικές οδούς, να είναι μικρότερη του μήκους της παρειάς ενός οικοδομικού τετραγώνου προ του σημείου έναρξης των εργασιών όσο και στη ζώνη συναρμογής, το μήκος της οποίας, με βάση την ίδια απόφαση, δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο των 100 μέτρων, δεν υπήρχε προειδοποιητική σήμανση που αφενός να προετοιμάζει τους οδηγούς για την επερχόμενη αλλαγή των συνθηκών κυκλοφοριακής ροής που είχε επέλθει λόγω του εργοταξίου και αφετέρου να προειδοποιεί για τον αποκλεισμό της κυκλοφορίας και τη μετάβαση σε άλλον, εκτός της κυρίας κατευθύνσεως κυκλοφορίας, διάδρομο και στην προκειμένη περίπτωση για τη μετάβαση και την υποχρεωτική πορεία αριστερά προς την οδό Πλήθωνος Γεμιστού. Προς τούτο συνηγορεί η ίδια η από 18-4-2004 έκθεση αυτοψίας που αναφέρει ότι 300 μέτρα προ του σημείου συγκρούσεως υπήρχε πινακίδα που όριζε ως όριο ταχύτητας τα 50 χιλιόμετρα, που είναι και το όριο που προβλέπεται γενικά για τις κατοικημένες (αστικές) περιοχές. Συνεπώς οι εκ των κατηγορούμενων Π. Ψ., με την ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αναδόχου εταιρείας "ΒΟΡΡΑΣ ΑΤΕ", Α. Ψ., με την ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της υπεργολάβου εταιρείας "Ψ. ΑΤΕ", που εκτελούσαν το επίμαχο έργο της κατασκευής του αγωγού στην ανωτέρω οδό και Χ. Ψ., με την ιδιότητά του ως εργοδηγού του εν λόγω έργου, οι οποίοι κατά το νόμο και δη το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν 2696/1999 και τις διατάξεις της προαναφερθείσας ΔΙΠΑΔ/οικ/502/1-7-2003 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ήταν υπόχρεοι να τοποθετήσουν τα κατάλληλα μέτρα σήμανσης, ενώ ήταν υποχρεωμένοι λόγω του επαγγέλματός τους, έτσι όπως η έννοια αυτού προσδιορίσθηκε στην παραπάνω αναφερόμενη νομική σκέψη, να δείξουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, παρέλειψαν από (μη συνειδητή) αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν, να τηρήσουν τη νόμιμη αυτή υποχρέωσή τους και δεν τοποθέτησαν, όπως όφειλαν, στην οδό Αγίου Δημητρίου και προ του χώρου όπου εκτελείτο από τις ως άνω εταιρείες το έργο κατασκευής του αποχετευτικού αγωγού και σε ικανή απόσταση από το σημείο αποκλεισμού της κυκλοφορίας στην ανωτέρω οδό και της υποχρεωτικής εκτροπής της κυκλοφορίας προς τα αριστερά στην οδό Πλήθωνος Γεμιστού, α) πινακίδες Κ -20 που να προειδοποιούν για τον κίνδυνο λόγω των εκτελούμενων έργων σε απόσταση 50 μέτρων προ των έργων, πινακίδες Ρ -32 για τη σταδιακή μείωση της ταχύτητας με βήματα των 10 χιλιομέτρων εφόσον επρόκειτο για αστική περιοχή, πινακίδες Π 70 και 70α που να καταδεικνύουν τον επικείμενο περιορισμό των λωρίδων κυκλοφορίας και δη τον αποκλεισμό του ρεύματος πορείας προς το κέντρο της πόλεως της οδού Αγίου Δημητρίου, πινακίδες Ρ-52α και Π 78 για την υποχρεωτική διέλευση μόνο από την αριστερή πλευρά του εμποδίου, οι οποίες ενόψει του αποκλεισμού της κυκλοφορίας θα έπρεπε να είχαν τοποθετηθεί τουλάχιστον προ 30 μέτρων από τη ζώνη έργων, πινακίδες Ρ -47 και Π -75 δηλαδή διαδοχικά βέλη που να καταδεικνύουν ότι επίκειται υποχρεωτική εκτροπή της κυκλοφορίας προς τα αριστερά, αναλάμποντες φανούς που να προειδοποιούν κυρίως κατά τις νυκτερινές ώρες για την προσέγγιση στη ζώνη των έργων και να καταδεικνύουν την επικείμενη υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά, κώνους προειδοποίησης, φορητά στηθαία ασφαλείας και προστατευτικά κιγκλιδώματα που να αποτρέπουν την εισχώρηση των οχημάτων στην περιοχή των έργων καθώς και σήμανση από την οποία να προκύπτει ότι, σε ορισμένη απόσταση, η οδός Αγίου Δημητρίου προς το ρεύμα κατεύθυνσης προς το κέντρο της πόλεως είχε αποκλειστεί από την κυκλοφορία και δεν ήταν δυνατή η κίνηση σε αυτό και β) παρότι υπήρχε στην αρχή της ζώνης των έργων σταθμευμένο το προαναφερθέν μηχάνημα έργων και μάλιστα σε πολύ κοντινή απόσταση (τρία έως πέντε μέτρα) από το σημείο αποκλεισμού της κυκλοφορίας, δεν τοποθέτησαν είτε στηθαία ασφαλείας είτε προστατευτικά κιγκλιδώματα με συνέπεια η τυχόν είσοδος κάποιου οχήματος εντός της ζώνης των έργων, να έχει ως αναγκαίο αποτέλεσμα την πτώση του επί του σταθμευμένου μηχανήματος έργων, όπως συνέβη και στην υπό κρίση περίπτωση, το συγκεκριμένο δε όχημα που οδηγούσε ο παθών Χ. Κ. υπέστη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή, με συνέπεια να μην προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που η ανωτέρω παράλειψή τους είχε και συνίστατο στην πρόκληση σωματικών βλαβών στους ανωτέρω τέσσερις παθόντες. Τα παραπάνω μέτρα σήμανσης στις ζώνες προειδοποίησης και προσαρμογής εισόδου ήταν επιβεβλημένα ενόψει των συνθηκών κυκλοφορίας που, λόγω των εκτελούμενων εργασιών, είχαν διαμορφωθεί στην ανωτέρω οδό Αγίου Δημητρίου στο ρεύμα πορείας προς το κέντρο της πόλεως και δη ενόψει του αποκλεισμού της κυκλοφορίας οχημάτων και της υποχρεωτικής εκτροπής της πορείας των οχημάτων προς τα αριστερά στην οδό Πλήθωνος Γεμιστού έτσι ώστε να παρέχεται έγκαιρη, σταδιακή και επαρκής ενημέρωση και προειδοποίηση των κινουμένων στην οδό Αγίου Δημητρίου και με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλεως οχημάτων για την ανωτέρω αλλαγή των κυκλοφοριακών συνθηκών που να διασφαλίζει την ασφαλή διέλευση τους από την περιοχή εκτελέσεως των έργων και να αποτρέπει τον αιφνιδιασμό των οδηγών. Η ευθύνη των ανωτέρω τριών κατηγορούμενων Π. Ψ., Α. Ψ. και Χ. Ψ., με τις ανωτέρω ιδιότητες τους, για την τοποθέτηση των κατάλληλων μέτρων σημάνσεως προβλέπονταν εξάλλου και ως συμβατική υποχρέωση τόσο της αναδόχου όσο και της εργολάβου εταιρείας αφού σύμφωνα με τις από 8-11-2002 τεχνικές προδιαγραφές του έργου της "ΕΥΑΘ ΑΕ" και την από 8-11-2002 γενική συγγραφή υποχρεώσεων, η ανάδοχος ήταν υποχρεωμένη να παίρνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ατυχημάτων, να προβαίνει στην τοποθέτηση σημάτων και γενικά πινακίδων ασφαλείας για την επισήμανση των έργων και την ασφαλή κίνηση των οχημάτων από τους χώρους εκτελέσεως των έργων ενώ με το προαναφερθέν από 22-12-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας προβλέπονταν η υποχρέωση της υπεργολάβου εταιρείας να συμμορφωθεί με τις ισχύουσες διατάξεις που αφορούν τη σήμανση και την εξασφάλιση κάθε μέτρου που απαιτείται για την ασφαλή διέλευση πεζών και οχημάτων μέρα και νύχτα. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι είχαν λάβει μέτρα σήμανσης και δη είχαν τοποθετηθεί πινακίδες Π 78, Ρ 47, πινακίδες ρύθμισης της ταχύτητας, πινακίδες που επεσήμαναν το αδιέξοδο (δηλαδή τον αποκλεισμό της οδού Αγίου Δημήτριοι από το ύψος της συμβολής της με την οδό Πλήθωνος Γεμιστού), πινακίδες που προειδοποιούσαν για την εκτέλεση των έργων, προσκομίζοντας προς υποστήριξη του ισχυρισμού της τις υπάρχουσες στη δικογραφία φωτογραφίες με αριθμούς 5 και 6 δεν κρίνεται πειστικός. Πέραν του γεγονότος ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εμφανιζόμενη στις φωτογραφίες κατάσταση αφορά τον κρίσιμο χρόνο της 18-4-2004, καταρρίπτεται από το σύνολο των καταθέσεων τόσο των τεσσάρων παθόντων όσο και των προαναφερθέντων μαρτύρων οι δύο εκ των οποίων και δη ο Α. Κ. και Κ. Σ. ρητά καταθέτουν ότι την επόμενη ημέρα από το ατύχημα είχε αλλάξει η σήμανση της επίμαχης περιοχής με φωτεινά και άλλα σήματα που έδειχναν την ύπαρξη έργων Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι αν κατά τον κρίσιμο χρόνο της 18-4-2004 υπήρχαν πράγματι επί της οδού Αγίου Δημητρίου και στην περιοχή πριν από το σημείο του αποκλεισμού της κυκλοφορίας σ' αυτή, δηλαδή πριν το σημείο συγκρούσεως, όλες οι τουλάχιστον πέντε πινακίδες που εμφανίζονταν στην με αριθμό 5 φωτογραφία και οι οποίες, όπως απεικονίζονται, καταλαμβάνουν τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς το κέντρο της πόλης, τότε δεν μπορεί λογικά να εξηγηθεί α) γιατί οι φερόμενες ως υπάρχουσες πινακίδες δεν καταγράφηκαν ή έστω και ακροθιγώς δεν επισημάνθηκαν στην προαναφερθείσα από 18-4-2004 έκθεση αυτοψίας και β) πως το όχημα του ανωτέρω οδηγού και παθόντος Χ. Κ., που κινούνταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας που οδηγεί προς το κέντρο της πόλεως, αυτής δηλαδή που εμφανίζεται να είναι "πλήρης πινακίδων", (η κίνηση του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπως ο ίδιος καταθέτει, επιβεβαιώνεται από το σημείο συγκρούσεως που τοποθετείται από την έκθεση αυτοψίας σε αυτή τη λωρίδα κυκλοφορίας και από την πρόσκρουση αρχικά στη μεσαία πινακίδα που είχε τοποθετηθεί στο σημείο αποκλεισμού της κυκλοφορίας), "κατορθώνει" να μην επιπέσει σε καμία από τις φερόμενες ως υπάρχουσες πάμπολλες πινακίδες που φέρεται να καταλαμβάνουν τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος πορείας. Η ύπαρξη όμως αυτών των ρυθμιστικών της κυκλοφορίας πινακίδων, που όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τους ίδιους σχεδιάγραμμα και τις τέσσερις (με αριθμούς 1 έως 4) φωτογραφίες, αφορούσαν θέσεις μακριά του επίμαχου, αποκλεισμένου από την κυκλοφορία, τμήματος της οδού Αγίου Δημητρίου ουδόλως αναιρεί την κατά τα ανωτέρω, κοινή και για τον κατηγορούμενο Π. Ψ., ευθύνη τους για τη μη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων σήμανσης των έργων, διότι ουδόλως ταυτίζονται οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες που τοποθετούνται στην ευρύτερη περιοχή με τα μέτρα σήμανσης της ίδιας της περιοχής των έργων. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 18-4-2004, ο κατηγορούμενος Θ. Γ. του Ν., που είχε ορισθεί από την ΕΥΑΘ ΑΕ ως επιβλέπων μηχανικός, είχε νόμιμη υποχρέωση, απορρέουσα από το ίδιο άρθρο 9 παρ.4 του Ν 2696/1999 και τις διατάξεις του Κεφαλαίου 8 της προαναφερθείσας ΔΙΠΑΔ/οικ/502/1-7-2003 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, να ελέγχει τη σωστή τοποθέτηση των μέσων σήμανσης, ενώ ήταν υποχρεωμένος λόγω της υπηρεσίας του, να δείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, παρέλειψε από (μη συνειδητή) αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, να τηρήσει την ανωτέρω υποχρέωσή του περί ελέγχου της τοποθέτησης των ανωτέρω κατάλληλων μέτρων σήμανσης, αφού ουδόλως προέκυψε ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των έργων προέβαινε σε τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει τη συμμόρφωση της αναδόχου και της υπεργολάβου εταιρείας σε σχέση με την ορθή, έγκαιρη και επαρκή σήμανση των έργων, με συνέπεια να μην προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που η ανωτέρω παράλειψή του είχε και συνίστατο στην πρόκληση σωματικών βλαβών στους ανωτέρω τέσσερις παθόντες. Η παράλειψη των κατηγορουμένων Π. Ψ., Α. Ψ. και Χ. Ψ., να λάβουν και να τοποθετήσουν με τις ανωτέρω ιδιότητες τους, τα προαναφερθέντα μέτρα σήμανσης πριν τη ζώνη των έργων και δη τόσο στη ζώνη προειδοποίησης όσο και στη ζώνη προσαρμογής εισόδου καθώς και η παράλειψη του κατηγορουμένου και Θ. Γ. που με την ανωτέρω ιδιότητα, παρέλειψε να ελέγξει την τοποθέτηση των ανωτέρω μέτρων σήμανσης, είχαν ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα ο εκ των παθόντων Χ. Κ., οδηγός του προαναφερθέντος αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ..., να μην αντιληφθεί έγκαιρα το γεγονός του αποκλεισμού της οδού Αγίου Δημητρίου, στο ρεύμα πορείας της προς το κέντρο της πόλεως, στο ύψος της συμβολής της με την οδό Πλήθωνος Γεμιστού και την υποχρεωτική εκτροπή προς τα αριστερά, προς την τελευταία δηλαδή οδό, της κυκλοφορίας και να επιπέσει, όπως ήδη αναφέρθηκε, αρχικά στην μεσαία υπάρχουσα πινακίδα σήμανσης και εν συνεχεία στο σταθμευμένο μηχάνημα έργων. Εξαιτίας της πρόσκρουσης αυτής τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί τρεις επιβαίνοντες υπέστησαν σωματικές βλάβες. Ειδικότερα 1) ο Χ. Κ. υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κρανιοπροσωπική κάκωση, με οστικές παραμορφώσεις του σπλαχνικού κρανίου, εκτεταμένα κατάγματα πρόσθιου κρανιακού βόθρου, εγκεφαλικές θλάσεις, μετατραυματική υπαραχνοειδής αιμορραγία, μικρό αιμάτωμα κροταφομετωπιαία με υπαραχνοειδή αιμορραγία, πολλαπλά κατάγματα στα τοιχώματα των ιγμορείων, στα ρινικά οστά, στα παπυρώδη πέταλα των ηθμοειδών, στο άνω τοίχωμα οφθαλμικών κογχών, στους μετωπιαίους κόλπους και μετωπιαία οστά καθώς και στο τοίχωμα έξω του (ΔΕ) σφηνοειδούς κόλπου (βλ. το από 19-5-2004 ενημερωτικό σημείωμα της νευροχειρουργικής κλινικής του ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΥ Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης), 2) ο Π. Κ. υπέστη κάκωση ΑΜΣΣ, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, αιμάτωμα αριστερού οφθαλμού, κάταγμα βάσης οδόντος και ολίσθηση Α2-Α3 (βλ. την 5226/29-4-2004 βεβαί-ωση του Νομαρχιακού Πρώτου Γενικού Νοσοκομείου "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ")". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 314 § 1α, 315 § 1 ΠΚ, 9 § 1, 3 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες αφού α) από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και η αναγνωσθείσα εκκαλουμένη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την μαρτυρική κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρος Δ. Τ., η οποία περιλαμβάνεται σ' αυτήν, την οποία (κατάθεση) δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι δεν την συνεκτίμησε το δικαστήριο από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να τη σχολιάσει, ενώ, περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, περί αντιθέσεως της καταθέσεως αυτής με αυτές των άλλων μαρτύρων κατηγορίας και με τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Β) από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν προσκομίσθηκαν, ούτε υποβλήθηκε εκ μέρους των δικηγόρων των κατηγορουμένων ή των παρόντων κατηγορουμένων, αίτημα ανάγνωσης των μνημονευόμενων διατάξεων των Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, πέραν του ότι με την αιτίαση των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων περί αντιθέσεως των άνω διατάξεων προς το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως πλήττεται αναιρετικώς η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. γ) αναφέρεται στο τέλος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως η συνεπεία μέθης συνυπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος, ανεξάρτητα του ότι δεν ήταν αναγκαία η αναφορά αυτή. Περαιτέρω, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο, διότι η υπ' αριθμ. ΑΥΠΑΔ/Οικ/502/1-7-2003 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, είναι άκυρη διότι εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της εκ του άρθρου 21 του Ν. 1418/1984 νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, είναι αβάσιμη, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται η ουσιαστική ποινική διάταξη (άρθρο 9 § 1, 3 ΚΟΚ), βάσει της οποίας οι κατηγορούμενοι είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να τοποθετήσουν τα μέσα σήμανσης, οι τρεις πρώτοι, και να προβεί στον έλεγχο της τοποθέτησης των μέσων αυτών ο τέταρτος, ώστε να αποτραπεί το εγκληματικό αποτέλεσμα και, επομένως, για την πληρότητα της αποφάσεως αλλά και για την ορθή εφαρμογή του νόμου, αρκεί η μνεία σ' αυτήν μόνο της άνω διατάξεως του ΚΟΚ και δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά της στην ΔΥΠΑΔ/Οικ/502/1-7-2003 απόφαση του άνω Υπουργού, η οποία επίσης προβλέπει τα επιβαλλόμενα σε τέτοιες περιστάσεις μέτρα σήμανσης, στην οποία εκ περισσού αναφέρεται. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος και τρίτος τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων πρωτοδίκως δικαιούται να παρασταθεί με την αυτή ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίωξη των οποίων, όμως, δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι, η έφεση του Εισαγγελέα προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., πλην η παραδοχή του λόγου αυτού δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως ως προς όλες τις διατάξεις της, δηλαδή στο σύνολο της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στη δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς τη διάταξη της περί επιδικάσεως "χρηματικής ικανοποιήσεως", γι' αυτό και ο Άρειος Πάγος, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση, αναιρώντας εν μέρει την απόφαση, διατάσσει την απάλειψη της διάταξης αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 13208/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο Χ. Κ. παρέστη ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε χρηματικής ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη των κατηγορουμένων ήδη αναιρεσειόντων. Το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο με την άνω απόφασή του κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους. Κατόπιν εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, επιδίκασε στο νομίμως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα, χρηματική ικανοποίηση ποσού σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ από καθένα κατηγορούμενο, για ηθική βλάβη που αυτός υπέστη από την άνω αξιόποινη πράξη των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων. Έτσι, όμως, το Εφετείο υπερέβη την εξουσία του με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική ικανοποίηση. Κατά συνέπεια, εφόσον η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς, κατά τα παραπάνω, λόγους αναιρέσεως, οι δε αναιρεσείοντες εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενοι οι 1ος και 3ος από πληρεξούσιο Δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, κατ' άρθρο 511 ΚΠοινΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, ήτοι μόνο κατά την περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως διάταξή της, η οποία αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση, πρέπει να απαλειφθεί με την παρούσα απόφαση. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4598/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμλημάτων) Θεσσαλονίκης, ως προς την διάταξή της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, στον πολιτικώς ενάγοντα Χ. Κ. του Α.. Απαλείφει την ανωτέρω διάταξη της ίδιας αποφάσεως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22-3-2010 αίτηση (κοινή) των Π. Ψ. του Γ., Α. Ψ. του Γ., Χ. Ψ. του Γ. και Γ. Θ. του Ν., περί αναιρέσεως της ίδιας (4598/2009) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανου-αρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη εξ αμελείας, και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Μερική αναίρεση της αποφάσεως, κατ’ αυτεπάγγελτο έρευνα, για υπέρβαση εξουσίας εκ της επιδικάσεως στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματικής ικανοποιήσεως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καίτοι η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε μετά έφεση του Εισαγγελέα από το Εφετείο, στο οποίο παραδεκτώς παρίστατο ο πολιτικώς ενάγων, μόνο προς στήριξη της κατηγορίας. Απάλειψη χωρίς παραπομπή της διατάξεως περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως,
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 116/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 19η και 26η Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Y. S. του I., ισραηλινού υπηκόου, κατοίκου Ισραήλ, που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη, κατά της 131/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με την υπ' αριθμ. 131/2010 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Ουκρανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 85 και ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 2010 έφεσή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1617/2010. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος -εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό εκθ. 85/10-12-2010, ασκηθείσα νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου έφεση, κατά της 131/10-12-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Ουκρανικές Αρχές του εκζητουμένου εκκαλούντος Y. S. του I., Ισραηλινού υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην ουσία. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (αρθρ. 437-456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα την 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Ουκρανία στις 24-3-1997, από δε της κυρώσεως της διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, ανεξαρτήτως του χρόνου τελέσεως της πράξεως για την οποία ζητείται η έκδοση, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή και στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί, δι' απευθείας συνεννοήσεως μεταξύ των μερών, άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και προς υποστήριξη της να προσαχθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β) έκθεση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διαπράξεως τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα τούτου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, από της επικυρώσεως της πιο πάνω διεθνούς συμβάσεως με το ν. 4165/1961, ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ζητείται η έκδοση ατόμου καταδιωκόμενου για εγκλήματα, πρέπει αυτά για τα οποία ζητείται η έκδοση, να είναι αξιόποινα κατά τους νόμους του αιτούντος κράτους, αλλά και κατά του νόμους εκείνου από το οποίο ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους, δεν απαιτείται δε να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτουν οι ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου, αφού δεν μνημονεύονται αυτά στο πιο πάνω άρθρο 12 της συμβάσεως και επομένως το αρμόδιο Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της εξετάσεως της αιτήσεως εκδόσεως, δεν μπορεί να προβεί και στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής του εκζητουμένου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ελληνικού ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται η έκδοση στην Ουκρανία του συλληφθέντος στην Ελλάδα Ισραηλινού υπηκόου Y. S. του I., με το από 1-4-2010 ένταλμα σύλληψης του δικαστηρίου της περιφέρειας Kievskiy του Δήμου Simferopol Ουκρανίας, για να δικαστεί στην Ουκρανία νια την αξιόποινη πράξη της απάτης σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Φ. 092.22/7571 ποινική δίωξη της Γενικής Εισαγγελίας της Ουκρανίας και με τη με αριθμό φακ. 10804030028/7-7-2008 και 21-7-2009 διαβίβαση έναρξης της ποινικής δίωξης του ερευνητή της αστυνομίας του Τμήματος Ερευνών του Αστικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών Ουκρανίας, ο εκζητούμενος διώχθηκε ποινικά και ζητείται η έκδοση του στην Ουκρανία για να δικαστεί διότι: "ενεργώντας για ιδιοτελείς σκοπούς και έχοντας πρόθεση να οικειοποιηθεί χρηματικά περιουσιακά στοιχεία με απάτη, εντός της περιόδου από Δεκεμβρίου 2005 έως τον Αύγουστο 2007, καταχρώμενος τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ του ιδίου και του θύματος της κυρίας Γ. και του συζύγου αυτής κ. Τ., χρησιμοποιώντας ενσυνειδήτως πλαστογραφημένα κοστολογικά φύλλα με παραλόγως υψηλές τιμές, έλαβε από αυτούς χρήματα ποσού 2.836.443 UΑΗ και σε αντάλλαγμα ανέλαβε την υποχρέωση να εκπληρώσει πολύπλοκες εργασίες φινιρίσματος στις εγκαταστάσεις λεμβοστασίου του συνεταιρισμού αναψυχής Lazurny, με την εφαρμογή υλικών υψηλής ποιότητας. Πέραν των ληφθέντων χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ο κ. Σ. δαπάνησε 1.102.237 ΥΑΗ για κατασκευαστικές και επισκευαστικές εργασίες, προμήθεια επίπλων, και τα υπόλοιπα χρήματα, ανερχόμενα σε 1.102.237 UΑΗ, ο ίδιος τα διαχειρίστηκε όπως βόλευαν τον ίδιο, αυτός επέφερε οικονομικές βλάβες σε μία τεραστίως μεγάλη κλίμακα στο θύμα κυρία Γ. και το σύζυγο της, που υπερβαίνει τον απαλλασσόμενο από φόρο μισθό κατά περισσότερο από 600 φορές". Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά για τα οποία έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη σε βάρος του εκζητουμένου για απάτη από τις Ουκρανικές δικαστικές αρχές και αληθή υποτιθέμενα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν συνιστούν απάτη κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, αλλά αστική διαφορά για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων εκτελέσεως του με σύμβαση αναληφθέντος και προπληρωθέντος έργου, σύμφωνα με τους ακριβείς όρους και τις προδιαγραφές της σύμβασης, αφού ο εκζητούμενος ως εργολάβος εισέπραξε χρήματα για εκτέλεση ανατεθέντος έργου και σε αντάλλαγμα "ανέλαβε την υποχρέωση να εκπληρώσει πολύπλοκες εργασίες φινιρίσματος στις εγκαταστάσεις λεμβοστασίου του συνεταιρισμού αναψυχής Lazurny, με την εφαρμογή υλικών υψηλής ποιότητας", πράγμα που δεν έπραξε έτσι ακριβώς, σύμφωνα με την κοστολόγηση των εργασιών από τους εργοδότες. Επίσης η ανωτέρω συμπεριφορά του εκζητουμένου, δεν συνιστά, κατά το Ελληνικό δίκαιο, ούτε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, (άρθρο 375 ΠΚ), αφού τα χρήματα παραδόθηκαν από τους μηνυτές εργοδότες του κατά κυριότητα, πριν την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, χωρίς μάλιστα κάποια αίρεση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα ποινική δίωξη. Ενόψει όλων των παραπάνω, σύμφωνα και με την πρόταση του εισαγγελέα, το Συμβούλιο κρίνει ότι η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος Ισραηλινού υπηκόου στην Ουρανία, δεν συνιστά κολάσιμη πράξη, όπως απαιτεί το άρθρο 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως και κατά το Ελληνικό δίκαιο. Συνεπώς, είναι βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινόμενης εφέσεως και κατ' ακολουθίαν το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως έσφαλε και πρέπει, να γίνει δεκτή η έφεση του εκζητουμένου, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη 131/2010 απόφαση και δικάζον εκ νέου την κρινόμενη αίτηση εκδόσεως του Ουκρανικού κράτους το παρόν Συμβούλιο, να αποφανθεί ότι δεν συντρέχει κατά τον Ελληνικό νόμο και την από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση εκδόσεως, περίπτωση εκδόσεως του ανωτέρω. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την με αριθ. εκθ. 85/10-12-2010 έφεση του εκκαλούντος εκζητουμένου Y. S. του I. κατά της με αριθμό 131/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Εξαφανίζει την 131/2010 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Γνωμοδοτεί ότι δεν πρέπει να εκδοθεί ο εκζητούμενος Y. S. του I., Ισραηλινός υπήκοος, στις δικαστικές αρχές της Ουκρανίας, για να δικαστεί στην Ουκρανία, σε εκτέλεση του από 13-10-2010 αιτήματος του Ουκρανικού κράτους και του 4850/2009 και από 23-7-2010 και από 1-4-2010 εντάλματος σύλληψης του Δικαστηρίου περιφέρειας Kievskiy του Δήμου Simferopol Ουκρανίας. Αίρει τους περιοριστικούς όρους που τέθηκαν στον άνω εκζητούμενο με την 48/2011 απόφασή του. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση Ισραηλινού σε Ουκρανία, με βάση την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Έκδοσης. Δεκτή έφεση εκζητουμένου, διότι η πράξη της απάτης που διώχθηκε και ζητείται για να δικαστεί στην Ουκρανία, δεν είναι απάτη και κατά το Ελληνικό δίκαιο, αλλά πρόκειται για αστική διαφορά.
null
null
2
Αριθμός 110/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., δικηγόρου ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, για αναίρεση της υπ' αριθ.2617/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Μ. και 2)Σ. Μ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Ζαμπάρα-Μήτση. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/2010. Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα και την δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προσκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ) απαιτείται: 1) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη , κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον ΑΚ, 2) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά τον χρόνο που τελέστηκε η πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, 3) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη . Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης , η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και προσδιορίζονται οι σκέψεις με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού ( δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2617/2009 απόφασή του, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος των μηνυτών Σ. και Α. Μ. καθώς και των Α. Μ. και Β. Π., προέβη σε εκτέλεση της 3659/1993 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά των οφειλετών Α. και Ε. Μ., με βάση την από 6/9/1993 επιταγή προς εκτέλεση. Με βάση την επιταγή αυτή οι οφειλέτες κλήθηκαν να καταβάλουν στον πρώτο από τους πιο πάνω 1.357.000 δραχμές, στη δεύτερη 600.000 δραχμές, στην τρίτη 300.000 δραχμές και στον τέταρτο 60.000 δραχμές, για τόκους 3.283.578 δραχμές, για δικαστική δαπάνη 130.00 δραχμές και σύνταξη επιταγής, απόγραφο και λοιπά 200.00 δραχμές, ήτοι συνολικά 5.870.758 δραχμές. Έτσι με βάση αυτά και κατά το χρονικό διάστημα από 13/3/1991 έως 10/10/1996 εισέπραξε από τους οφειλέτες συνολικά 2.940.000 δραχμές, όπως η κάθε δόση αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό, ποσό που ομολογεί ότι έλαβε και ο κατηγορούμενος. Από το ποσό αυτό κατέβαλε στους πιο πάνω δικαιούχους 1.632.000 δραχμές, όπως και οι δόσεις, και τα ποσά αυτά αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό, προστιθεμένων δε σ' αυτό του ποσού των 918.000 δραχμών ( ήτοι 20% επί του εισπραχθέντος ποσού, ως αμοιβή του που είχε συμφωνηθεί μετά των εξόδων 330.000 δραχμών) προκύπτει σύνολο αποδοθέντος ποσού αμοιβής 2.550.000 δραχμές. Έτσι από το εισπραχθέν ποσό των 2.940.000 δραχμών, απομένει υπόλοιπο 390.000 δραχμών. (1.144,53 ευρώ), το οποίο ενώ εισέπραξε για λογαριασμό των εντολέων του, δεν το απέδωσε σ' αυτούς, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε. Το ύψος του ποσού αυτού που δεν απέδωσε σ' αυτούς ομολογεί και ο ίδιος, πλην όμως αν και έχουν περάσει 13 χρόνια από την είσπραξη δεν το κατέβαλε σ' αυτούς. Το ποσό αυτό των 390.000 δραχμών, λαμβανομένου υπόψη ότι ο κατηγορούμενος υποσχόταν την καταβολή του μέχρι το 2003, οπότε εκδήλωσε την πρόθεση της ιδιοποιήσεως και της μη απόδοσης στους δικαιούχους , το υπεξαίρεσε κατά τον χρόνο αυτό και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση παραγραφής. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος, και να του αναγνωρισθεί ότι μέχρι την πράξη του αυτή έζησε καθόλα έντιμη ζωή (άρθρο 84 παρ. 2α του ΠΚ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη της υπεξαίρεσης για την οποία τον κήρυξε ένοχο. Ειδικότερα, αναλυτικά και με πληρότητα εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δικηγόρος εισέπραξε τα χρήματα από τους οφειλέτες για λογαριασμό των πελατών του με την υποχρέωση να τους τα αποδώσει, πλην όμως δεν τους τα απέδωσε, καίτοι οχλήθηκε προς τούτο από τους δικαιούχους στις 4/3/2003, αλλά τα ιδιοποιήθηκε χωρίς να έχει δικαίωμα, ενώ περαιτέρω αιτιολογία διαλαμβάνει η απόφαση και για τον δόλο του αναιρεσείοντα, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον δόλο του, καίτοι, δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και ειδικότερα ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον καταδίκασε, ενώ η πράξη του είχε ήδη υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Ο λόγος αυτός, όπως εκτιμάται, της υπέρβασης εξουσίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, στο έγκλημα της υπεξαίρεσης, ως χρόνος τελέσεως αυτού, κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, αφότου αρχίζει και η παραγραφή, θεωρείται εκείνος που ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του με συγκεκριμένη ενέργεια να ενσωματώσει το κινητό πράγμα στην περιουσία του. Στην προκειμένη δε περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ,σε συνδυασμό με το διατακτικό της, ο αναιρεσείων εκδήλωσε την πρόθεσή του για ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των 390.000 δραχμών, στις 4/6/2003, όταν οχλήθηκε από τους δικαιούχους να τους το αποδώσει και αρνήθηκε. Έτσι, με βάση την ανέλεγκτη περί τα πραγματικά αυτά περιστατικά κρίση του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, και ορθά, την ένσταση παραγραφής που πρότεινε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 2/7/2010 αίτηση του Γ. Ζ. του Α., δικηγόρου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2617/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική υπεξαίρεση (375 παρ. 1α, β ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον δόλο (αρκεί και ενδεχόμενος) και για παραγραφή (η προσβαλλόμενη δέχθηκε ανελέγκτως πρόθεση ιδιοποιήσεως την 4/3/2003, ότε και οχλήθηκε για την καταβολή).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 108/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 146, 147, 173, 194, 207, 208, 209/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Κ. Σ. του Β., και με πολιτικώς ενάγουσες τις 1) "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Οικονομίδη, και 2) "INTERAMRICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαγεωργίου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 14 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 871/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 14-6-2010 αίτηση του Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 146, 147, 173, 194, 207, 208 και 209/2010 καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473, 474 και 509 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Μαζί της θα συνεξετασθούν και οι επ' αυτής από 14-9-2010 πρόσθετοι λόγοι που άσκησε παραδεκτά ο αναιρεσείων με ξεχωριστό δικόγραφο (άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 του ΠΚ "Όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β' επήλθε θάνατος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση απαιτείται: α) πρόκληση πυρκαϊάς με οποιονδήποτε τρόπο, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί πυρ οπωσδήποτε σημαντική και όχι συνηθισμένης εκτάσεως με τάση εξαπλώσεως και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεσθεί και β) δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών ή σε άνθρωπο. Κίνδυνος δε ανθρώπου υπάρχει όταν δημιουργείται πιθανότης προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, έστω και ενός μη κατά πρόσωπο προσδιορισμένου ανθρώπου. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαϊά και στη γνώση ότι απ' αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε άνθρωπο, αρκούντος και του ενδεχομένου. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρ. 386 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιηθεί στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποίο να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Οι πράξεις αυτές της απάτης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, λαμβάνουν κακουργηματική μορφή, οπότε τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ) ή β), εάν το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (αρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί, ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 388 παρ. 1 του Π.Κ., κατά την οποία "όποιος με σκοπό να εισπράξει ο ίδιος ή άλλος το ποσό για το οποίο έχει ασφαλισθεί ένα αντικείμενο κινητό ή ακίνητο, επιφέρει την πραγμάτωση του κινδύνου για τον οποίο έχει γίνει η ασφάλιση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης σχετικής με ασφάλειες, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η πραγμάτωση του κινδύνου για τον οποίο έγινε η ασφάλιση, υποκειμενικώς δε δόλος, συνιστάμενος στη γνώση, ότι το αντικείμενο είναι ασφαλισμένο και στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τον κίνδυνο κατά του οποίου ασφαλίσθηκε το πράγμα, προσέτι δε και σκοπός αυτού να εισπράξει είτε ο ίδιος, αν αυτός είχε καταρτίσει την ασφάλιση, είτε άλλος, αν είναι τρίτος, το ποσό για το οποίο έχει ασφαλισθεί το πράγμα. Τον σκοπό αυτό πρέπει να επιδιώκει ο δράστης, είτε με ψευδείς παραστάσεις ότι ο κίνδυνος πραγματώθηκε τυχαίως ή κατόπιν ενεργειών άλλου, είτε με αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση ότι αυτός ή άλλος εν γνώσει του πραγμάτωσε τον κίνδυνο, είτε και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Με την πραγμάτωση του ασφαλιστικού κινδύνου είναι ήδη τελεσμένη η πράξη, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωση της περιουσιακής βλάβης του ασφαλιστή. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι απάτη σχετική με τις ασφάλειες, είναι μια επικίνδυνη προπαρασκευαστική πράξη απάτης, η οποία κατ' εξαίρεση καθίσταται με τη διάταξη του άρθρου 388 παρ.1 ΠΚ αυτοτελές έγκλημα, το οποίο στρέφεται, ειδικότερα, κατά του εννόμου αγαθού της ασφαλιστικής πίστεως, το οποίο δεν ταυτίζεται με την έννοια της περιουσίας. Συνεπώς η απάτη σχετική με τις ασφάλειες αποτελεί ειδική περίπτωση εγκλήματος μη καλυπτόμενη από το έγκλημα της απάτης του άρθρου 386 παρ.1 και οι πράξεις αυτές που καμία τους δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο ή συνέπεια της άλλης, διατηρούν την αυτοτέλεια τους, γι' αυτό και δεν μπορεί, προκειμένου γι αυτές, να γίνει λόγος περί φαινόμενης συρροής υπό τη μορφή της απορροφήσεως της μιας από την άλλη. Ακόμη, κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ. "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία μόνο ποινή για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι στοιχειοθετείται το κατ' εξακολούθηση έγκλημα όταν περισσότερες επί μέρους πράξεις που περιέχουν τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως του ίδιου εγκλήματος και απέχουν χρονικά μεταξύ τους συνδεόμενες όμως με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου). Ενώ, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής: Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστι-κής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 146, 147, 173, 194, 207, 208 και 209/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-1-1997 και περί ώρα 03.40' εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο επί της οδού Κατσώνη στη Μεταμόρφωση Αττικής και εντός κατοικημένης περιοχής ευρισκόμενο εργοστάσιο επίπλων, που στεγαζόταν σε κτίριο ιδιοκτησίας των Σ. και Ε. Τ., Σ. και Λ. Κ., Ζ. και Ε. Β.. Από την πυρκαγιά αυτή προκλήθηκαν σημαντικές βλάβες στο κτίριο του εργοστασίου και καταστράφηκαν όλα τα υπάρχοντα εντός αυτού και στον περιβάλλοντα χώρο πράγματα. Επίσης καταστράφηκαν τα υπάρχοντα πράγματα στο υπόγειο του ιδίου κτιρίου των εκεί στεγαζομένων εταιρειών "Δ. Ν. - Γ. Γ. Α.Ε." και "Ν. Λ. Α.Ε,". Λόγω δε της αναπτυχθείσης πολύ υψηλής θερμοκρασίας η πυρκαγιά μπορούσε να επεκταθεί και σε παρακείμενες ιδιοκτησίες και να θέσει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή ανθρώπων. Έτσι από την εκλυόμενη θερμότητα καταστράφηκε το παράθυρο της παρακείμενης οικίας, σε απόσταση περίπου 15 μέτρων από το εργοστάσιο, του Μ. Λ. και οι προς αυτήν υπέργειες καλωδιώσεις του Ο.Τ.Ε., ενώ ο κίνδυνος επέκτασης της πυρκαγιάς στην εν λόγω οικία με κίνδυνο της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των ενοίκων της (του Λ. και των παιδιών του), που εκείνη τη στιγμή εκοιμούντο, και σε πέριξ κτίρια ήταν πολύ υψηλός λόγω της έντασής της. Απετράπη όμως με τις συνεχείς ρίψεις νερού (και στην οικία) από το προσωπικό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Το παράθυρο αυτό, που ήταν προς το μέρος του εργοστασίου, είχε αλλοιωθεί από τη θερμική ακτινοβολία και σε λίγο θα έπαιρνε φωτιά αν δεν επενέβαινε εγκαίρως η Πυροσβεστική Υπηρεσία και θα ανεφλέγετο η οικία λόγω των υλικών. Δεν επρόκειτο για βραχυκύκλωμα, γιατί υπήρχε ζεύξη καλωδίων και διότι η φωτιά ήταν τοπική. Αν είχε εκδηλωθεί από βραχυκύκλωμα η φωτιά στον πρώτο όροφο δεν θα επεκτεινόταν και στο ισόγειο. Οι δράστες, εξάλλου, φρόντισαν να απομακρύνουν σημαντικό μέρος των επίπλων του εργοστασίου, γι' αυτό και η εξάπλωση της πυρκαγιάς ήταν γρήγορη. Οι ίδιοι που ενεργούσαν με πρόθεση είχαν προμηθευτεί από κάποια εταιρεία "ΣΜΑΤΟΛΑΚ" μεγάλη ποσότητα διαλυτικού υγρού (νέφτι) μέσα σε βαρέλια, το οποίο διασκόρπισαν σε όλα τα επίπεδα του κτιρίου (ισόγειο και όροφο), δεδομένου ότι βρέθηκαν τα βαρέλια μετά την πυρκαγιά με τα πώματα ανοιχτά, ενώ η φωτιά μεταδόθηκε σε κάθε επίπε-δο με έναρξη από τον πάνω όροφο, με γκαζάκια που βρέθηκαν σε όλα τα επίπεδα του κτιρίου. Δράστες του εμπρησμού αυτού αποδεικνύεται ότι ήταν οι κατηγορούμενοι Γ. Π. και Κ. Σ., οι οποίοι ενήργησαν βάσει του κατωτέρω σχεδίου που κατέστρωσαν, προκειμένου να εισπράξουν το ασφάλισμα από τις πιο κάτω αναφερόμενες ασφαλιστικές εταιρείες. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Γ. Π. ότι κατά την ώρα της εκδήλωσης της φωτιάς βρισκόταν στο χωριό του στην Κοντοβάζαινα Αρκαδίας, είναι αβάσιμος διότι δεν αποδεικνύεται. Η σύζυγός του Ι. Ε. μόνο καταθέτει ότι ήταν στο χωριό του την ώρα της φωτιάς, στη συνέχεια όμως καταθέτει ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του στο κινητό του, επειδή αυτό ήταν απενεργοποιημένο και υπέθεσε ότι ήταν στο χωριό του. Κατόπιν αυτού η μαρτυρία αυτή δεν είναι αξιόπιστη, αφού στηρίζεται σε προσωπική εκτίμηση της μάρτυρος περί απουσίας του κατηγορουμένου στο χωριό του. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το ανωτέρω εργοστάσιο ως επιχείρηση ανήκε στην εταιρεία "Π. ΑΒΕΕ", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο Γ. Π.. Από το θέρος του 1996 προσέλαβε στην επιχείρηση τον Κ. Σ., που είχε ειδικές οικονομοτεχνικές γνώσεις, για να προβεί στην οικονομική αναδιάρθρωση της επιχείρησής του. Η εταιρεία αυτή είχε πάρα πολλά χρέη προς τρίτους, ενώ εκκρεμούσε σε βάρος της αίτησης πιστωτή για να κηρυχθεί σε πτώχευση. Έτσι αποφάσισαν να κατασκευάσουν μια άλλη εταιρεία, η οποία στην πραγματικότητα ήταν εικονική, δηλαδή τη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΟΥ Ε.Π.Ε." με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή της τον Ι. Κ., ο οποίος απασχολείτο στην επιχείρηση Π. ως εργάτης με την ειδικότητα του σιδερά, έχοντας γραμματικές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Λίγο πριν την ανωτέρω πυρκαγιά και μάλιστα την 1-12-1996 το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων (έπιπλα, μηχανήματα, πρώτες ύλες, έτοιμα και ημιέτοιμα προϊόντα κλπ.) της εταιρείας "Π. ΑΒΕΕ" φέρονται πωληθέντα στη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΟΥ Ε.Π.Ε.". Η μεταβίβαση αυτή έγινε με το από 1-12-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αντί τιμήματος 3.000.000.000 δραχμών, έναντι του οποίου κατεβλήθη δήθεν ως προκαταβολή το ποσό των 2.000.000 δραχμών και υπό τον όρο της μη δυνατότητας περαιτέρω πώλησης της εταιρείας σε τρίτους, αν δεν αποπληρωθεί το συνολικό τίμημα, εκτός αν συναινούσε σε αυτό η πωλήτρια εταιρεία. Η πώληση όμως αυτή της επιχείρησης της εταιρείας "Π. ΑΒΕΕ" προς την "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΟΥ Ε.Π.Ε." ήταν εικονική, διότι οι κατηγορούμενοι Γ. Π. και Κ. Σ., εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη σχετικής εμπειρίας στις οικονομικές συναλλαγές του Ι. Κ., παρέπεισαν αυτόν να υπογράψει την παραπάνω σύμβαση διαβεβαιώνοντας τον ψευδώς ότι δήθεν θα υπέγραφε στον συμβολαιογράφο ως μάρτυρας, ενόψει της διεύρυνσης της επιχείρησης με συμμετοχή ξένων επενδυτών και της τακτοποίησης από την επιχείρηση της ασφάλισης του στο ΙΚΑ. Στην πραγματικότητα όμως επρόκειτο για εκτέλεση σχεδίου από τους κατηγορουμένους, που αποσκοπούσε στην εξαπάτηση των ασφαλιστικών εταιρειών "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ" και "ΦΟΙΝΙΞ", καθόσον ένα περίπου μήνα πριν από την ανωτέρω πυρκαγιά με τα υπ' αριθμ. .../5-12-1996 και .../5-12-1996 ασφαλιστήρια συμβόλαια της "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ" είχε ασφαλισθεί για κίνδυνο πυρός η επιχείρηση "Π. ΑΒΕΕ" για τα ποσά των 350.000.000 δραχμών και 350.000.000 δραχμών αντίστοιχα, μετά δε την ως άνω εικονική μεταβίβαση, κατόπιν ενημερώσεως της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας για τη μεταβίβαση αυτή της ΑΒΕΕ από τον Γ. Π., η ίδια επιχείρηση ασφαλίσθηκε για τον κίνδυνο πυρός από την ίδια ασφαλιστική εταιρεία ως "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΟΥ Ε.Π.Ε." με τα υπ' αριθμ. .../27-12-1996 και .../27-12-1996 ασφαλιστήρια για ποσά 588.500.000 και 588.500.000 δραχμές αντίστοιχα, κατόπιν επιπλέον ψευδών διαβεβαιώσεων εκ μέρους του Κ. Σ. προς τον εκπρόσωπο της άνω ασφαλιστικής εταιρείας Η. Τ. - Γ. ότι αγοραστής της επιχείρησης του Π. ήταν Ελβετικός Όμιλος. Επίσης η ίδια επιχείρηση κατά μήνα Δεκέμβριο 1996 ασφαλίσθηκε για τον ίδιο κίνδυνο και από την ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ" με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο για ποσό 1.785.000.000 δραχμές. Με τις δόλιες αυτές ενέργειες τους οι κατηγορούμενοι απέβλεπαν, μετά την δι' εμπρησμού επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αφενός μεν στην είσπραξη ασφαλίσματος για καταστροφή από πυρκαγιά περιουσίας αξίας 3.000.000.000 δραχμών, όσης δηλαδή ήταν το δήθεν συμφωνηθέν τίμημα επί της άνω εικονικής πώλησης επ' ονόματι της εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΟΥ Ε.Π.Ε.", αφετέρου δε στον αποκλεισμό από το ασφάλισμα των δανειστών της κατάχρεης επιχείρησης "Π. ΑΒΕΕ", αφού πλέον δεν θα μπορούσαν να προβούν σε κατάσχεση αυτού. Οι ανωτέρω δόλιες ενέργειες των κατηγορουμένων πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς (ίδρυση Ε.Π.Ε., εικονική πώληση της ΑΒΕΕ προς την Ε.Π.Ε., ψευδείς παραστάσεις προς τις ασφαλιστικές εταιρείες για αγορά της επιχείρησης από Ελβετική εταιρεία κλπ.), δεν μπορούν να θεμελιώσουν αυτοτελή απόπειρα απάτης σε βάρος των ανωτέρω εταιρειών, αλλά αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις προκειμένου στη συνέχεια, μετά τον εμπρησμό, να επιτύχουν την εξαπάτηση αυτών ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και έτσι να εισπράξουν το ασφάλισμα. Επομένως, για τις επί μέρους αυτές πράξεις, που φέρονται ότι τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση τους μήνες Νοέμβριο 1996 και Δεκέμβριο 1996, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το έγκλημα της απόπει-ρας απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι αυτού. Περαιτέρω όμως, λίγες ημέρες μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς παρέστησαν ψευδώς από κοινού στους εκπροσώ-πους των παραπάνω εταιρειών στην Αθήνα, με την από 8-1-1997 δήλωση ζημίας, καθώς και την από 17-7-1997 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση ότι δήθεν είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ότι η ζημία που επήλθε στην ασφαλισμένη επιχείρηση από την πυρκαγιά ανερχόταν στο ποσό των 3.000.000.000 δραχμών, προκειμένου να τους πείσουν να τους καταβάλουν ως ασφαλιστική αποζημίωση. Μάλιστα στην από 8-1-1997 δήλωση ανέφεραν ότι η δια της ως άνω πυρκαγιάς καταστροφή του εργοστασίου είναι ολοσχερής και ότι η φωτιά προήλθε πιθανώς από το υπόγειο, όπου στεγάζονταν μονάδες επεξεργασίας βιβλίων και εντύπων, υπολογίζοντας τη συνολική αξία του ασφαλιζομένου περιεχομένου σε δραχμές 3.000.000.000, ενώ με την από 17-7-1997 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση προς τις ανωτέρω εταιρείες, καλούντο αυτές σε καταβολή των αποζημιώσεων που προκύπτουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Όμως όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον οι ίδιοι είχαν επιφέρει την πραγμάτωση του ασφαλιστικού κινδύνου και η αξία των καταστραφέντων ήταν κατά πολύ μικρότερη από εκείνη των 3.000.000.000 δραχμών που ζητούσαν ως ασφαλιστική αποζημίωση, καθόσον δεν υπήρχαν στην ασφαλιζόμενη εταιρεία μηχανήματα, πρώτες ύλες και εμπορεύματα ισόποσης αξίας. Τον δε εμπρησμό συναποφάσισαν και συνέπραξαν στην εκτέλεσή του για να εισπράξουν την ασφαλιστική αποζημίωση. Εξάλλου με κοινή απόφαση απέστειλαν τα ανωτέρω έγγραφα στις ασφαλιστικές εταιρείες, με τα οποία παρέστησαν σε αυτές εν γνώσει ψευδώς, ότι είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, δηλαδή η ως άνω δια πυρκαγιάς καταστροφή χωρίς δόλο ή βαρεία αμέλεια του ασφαλιζομένου ή των νομίμων αντιπροσώπων του, για να πείσουν τα αρμόδια όργανα αυτών στην καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 3.000.000.000 δραχμών, με σκοπό να περιέλθει στα χέρια τους το ανωτέρω ποσό παρανόμως. Πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς τους και συγκεκριμένα επειδή οι μηνύτριες εταιρείες αμφισβητώντας το ποσό της αποζημιώσεως και αμφιβάλλοντας για τα αίτια της πυρκαγιάς, δεν τους έχουν καταβάλει το παραπάνω ποσό, αλλά υπέβαλαν τις ένδικες μηνύσεις για τη διαλεύκανση της υποθέσεως και έτσι δεν έχει επέλθει η ως άνω περιουσιακή βλάβη αυτών. Οι ανωτέρω πράξεις τελέστηκαν κατ' επάγγελμα, αφού από την επανει-λημμένη τέλεση τους, αλλά και από την υποδομή που έχουν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι (σχεδιασμός και οργάνωση προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού τους) προκύπτει οργανωμένη ετοιμότητα και πρόθεση αυτών για επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την επανει-λημμένη τέλεση της πράξης της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Με αυτά τα δεδομένα οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τα εγκλήματα 1) του εμπρησμού από κοινού, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και 2) της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η πράξη του εμπρησμού φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα (άρθρο 264 περ. α' Π.Κ.) και συνεπώς παρεγράφη, είναι αβάσιμος και άρα απορριπτέος, διότι από τα εκτιθέμενα ανωτέρω περιστατικά προκύπτει ότι από την πράξη του εμπρησμού μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και συνεπώς η πράξη αυτή έχει κακουργηματικό χαρακτήρα (άρθρο 264 περ. β' Π.Κ.)• Επίσης ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορού-μενος Γ. Π. ότι ως προς τη δεύτερη ανωτέρω πράξη δεν πρόκειται για απόπειρα απάτης, αλλά για απάτη σχετική με τις ασφάλειες (άρθρο 388 Π.Κ.), γι' αυτό ζητεί τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι υφίσταται αληθής πραγματική συρροή απάτης περί τις ασφάλειες και απάτης, καθόσον τα εξ υποκειμένου και αντικειμένου στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων είναι διάφορα. Ειδικότερα, επί των εγκλημάτων της απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.) και της απάτης περί τις ασφάλειες, η περί τις ασφάλειες αποτελεί ειδική περίπτωση εγκλήματος, που δεν καλύπτεται από την πρώτη, δεδομένου ότι στρέφεται κατά του εννόμου αγαθού της ασφαλιστικής πίστεως, το οποίο δεν ταυτίζεται απολύτως προς την έννοια της περιουσίας (Α.Π. 332/2007, Α.Π. 1299/1995). Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Π. ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ., ότι δηλαδή για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά, καθόσον πέρασαν δεκατρία και πλέον χρόνια από τότε που τελέστηκε η πράξη και δεν έχει εμπλακεί με τις δικαστικές και αστυνομικές αρχές, διατηρεί δε στην Καλλιθέα μικρή έκθεση επίπλων, στην οποία εργάζεται ο ίδιος και η σύζυγος του για να εξοικονομήσουν τα προς το ζειν, ενώ κρίθηκε ανίκανος για εργασία κατά 80% από την αρμόδια Επιτροπή και είναι πατέρας 4 ανήλικων παιδιών. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν συμπεριφέρθηκε καλά μετά την πράξη του, αφού, όπως προκύπτει από το δελτίο του ποινικού του μητρώου έχει καταδικαστεί, μεταξύ άλλων, για κλοπή, πλαστογραφία με χρήση, ψευδή ανώμοτη κατάθεση και απάτη...". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αποδοθείσες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις: α) του εμπρησμού από κοινού, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος ανθρώπου και β) της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) και ως άτομο διαπράττον απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και του επιβλήθηκε συνολικά ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών προσέτι δε υποχρεώθηκε να καταβάλει σε καθεμία των παραστασών ως πολιτικώς εναγουσών ασφαλιστικών εταιριών το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση (με επιφύλαξή τους) λόγω ηθικής βλάβης τους. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α και β, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 2, 45, 94 παρ. 1, 98, 264 περ. β' και 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και οι ανώμοτες καταθέ-σεις των εκπροσώπων των δύο πολιτικώς εναγουσών ασφαλιστικών εταιριών Ι. Π. και Κ. Μ., που περιλαμβάνονται στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι από τις παραδοχές τις απόφασης δεν τελέσθηκε το έγκλημα του εμπρησμού της κακουργηματικής μορφής (με την παραδοχή ότι υπήρξε κίνδυνος για τη ζωή ανθρώπων) αλλά τέλεσε μόνο της πλημμεληματικής μορφής του εμπρησμού είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον στο αιτιολογικό της απόφασης αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα ο κίνδυνος της ζωής που διέτρεξαν ο μάρτυρας Μ. Λ. και τα τέκνα του ως ένοικοι της σε απόσταση 15 μέτρων παρακειμένης στο εργοστάσιο που έγινε ο εμπρησμός οικίας. Επίσης η αιτίαση ότι δεν εξειδικεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποία ήταν η απατηλή συμπεριφορά εκάστου των δύο συναυτουργών της απόπειρας της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, με σκοπό να εισπράξουν από τις πολιτικώς ενάγουσες ασφαλιστικές εταιρίες το ασφάλισμα ύψους 3.000.000.000 δραχμών είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού τοιαύτη εξειδίκευση δεν απαιτείται, στην προκειμένη δε περίπτωση αναφέρονται συγκεκριμένα και αναλυτικά τα περιστατικά που συγκροτούν κοινό δόλο των συναυτουργών και της συμμετοχής του στην τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση. Επίσης είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης έπρεπε να δεχθεί το Δικαστήριο μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα της κακουργηματικής απάτης σε απόπειρα απάτης σχετικής με τις ασφάλειες, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχειοθετείται το κακούργημα της απόπειρας της απάτης και όχι το πλημμέλημα της απάτης με τις ασφάλειες, για το οποίο άλλωστε δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη και μπορούσε να τελεσθεί παράλληλα με το βαρύτερο των εγκλημάτων αυτών, αφού υφίσταται μεταξύ τους πραγματική συρροή, όπως έχει προαναφερθεί. Επίσης είναι αβάσιμη η αιτίαση ως προς την έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης, καθόσον περιέχονται στο αιτιολογικό αυτής συγκεκριμένα και αναλυτικά περιστατικά, όπως η σύσταση εικονικής εταιρίας, η εικονική μεταβίβαση της επιχείρησης, η διπλή ασφάλιση της επιχείρησης στις πολιτικώς ενάγουσες ασφαλιστικές εταιρίες, και περαιτέρω σχεδιασμένη οργάνωση προς επίτευξη του σκοπού της είσπραξης του ασφαλίσματος των 3.000.000.000 δραχμών και η επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης). Εξάλλου δεν υπάρχει κάποια αντίφαση με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων τέλεσε μόνο τις δύο (2) ήτοι εκείνης της 8-1-1997 και εκείνης της 17-1-1997 από τις αποδιδόμενες σ' αυτόν μερικότερες απόπειρες απάτης και όχι εκείνες του Νοεμβρίου του 1996 και του Δεκεμβρίου του 1996, ως προς τις οποίες κηρύχθηκε αθώος, αφού στις δύο πρώτες περιπτώσεις οι αποδείξεις ήταν επιβαρυντικές για το πρόσωπο του αναιρεσείοντος όχι όμως και για τις δύο τελευταίες περιπτώσεις, οπότε το Δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική γι' αυτόν κρίση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Ποιον.Δ. δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος πρόσθετοι επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι, κατά το μέρος που αφορούν την ενοχή του αναιρεσείοντος, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται υπό το πρόσχημα των ως άνω δύο λόγων, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 68 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί "αμέσως" από το διωκόμενο έγκλημα. Αν, λοιπόν, ασκηθεί από πρόσωπο που δεν είναι αμέσως ζημιούμενο, είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αποδοθείσα στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο και τους συγκατηγορουμένους του, μη διάδικους στην προκειμένη αναιρετική δίκη, Κ. Σ. του Β. και Ι. Κ. του Χ., κατηγορία, όπως αυτή έγινε δεκτή και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και από το δευτεροβάθμιο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αμέσως παθούσες στο έγκλημα της απόπειρας της κακουργηματικής απάτης είναι οι εγκαλούσες ασφαλιστικές εταιρίες που παρέστησαν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων της ουσίας ως πολιτικώς ενάγουσες για το ποσό των 44 ευρώ (με επιφύλαξη για το υπόλοιπο ποσό) ως χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν εκ της επιχειρηθείσας σε βάρος τους απόπειρας κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά την εξέταση των μαρτύρων οι συνήγοροι των πολιτικώς εναγουσών υπέβαλαν μερικές συναφείς ερωτήσεις στο μάρτυρα κατηγορίας Μ. Λ. και για το έγκλημα του εμπρησμού που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος ανθρώπου, ενώ δεν παρίσταντο γι' αυτό το έγκλημα. Ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι μη συννόμως επιτρέπονται οι ως άνω ερωτήσεις προς το μάρτυρα Μ. Λ. και προσέφυγε μετά την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στο τελευταίο, το οποίο όμως με ομόφωνη απόφασή του επέτρεψε τις ερωτήσεις προς τον ως άνω μάρτυρα για το θέμα του κινδύνου ανθρώπου από τον εμπρησμό, καθόσον οι ερωτήσεις αυτές άπτονται της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα (βλ. 74ο και 75ο φύλλα των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης). Στη συνέχεια κατά το σχολιασμό της κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρα από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πολιτικώς εναγουσών κατ' άρθρο 358 του ΚΠοινΔ έγινε αναφορά για το θέμα του κινδύνου για άνθρωπο από τον εμπρησμό μόνο ελέγχοντας την αξιοπιστία του, ενόψει της διαφοροποίησης της κατάθεσής του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από εκείνες που έδωσε στην προανάκριση και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την παρουσία του κατά το χρόνο της πυρκαϊάς στον τόπο που εκδηλώθηκε και στη συνέχεια εξαπλώθηκε. Ο συνήγορος του αναιρεσείοντος δικηγόρος Αντώνιος Φούσας προέβη και αυτός στο δικό του σχολιασμό της κατάθεσης του ίδιου μάρτυρα (βλ. 160ο σελίδα των πρακτικών), χωρίς να προσφύγει έκτοτε ενώπιον του Δικαστηρίου για θέματα ερωτήσεων από τους συνηγόρους των πολιτικώς εναγουσών προς τους μάρτυρες σε σχέση με το έγκλημα του εμπρησμού από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος θανάτου σε άνθρωπο. Επομένως από την προαναφερόμενη εξέλιξη της διαδικασίας ως προς την υποβολή ερωτήσεων από τους συνηγόρους των πολιτικώς εναγουσών, που περιορίστηκαν σε όσες αφορούσαν την αξιοπιστία του μάρτυρα Μ. Λ., ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε κάποιο υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενόψει του ότι οι ίδιοι ως άνω συνήγοροι ουδόλως αναφέρθηκαν όταν τους δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου επί της ενοχής των κατηγορουμένων για το έγκλημα του εμπρησμού από το οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος ανθρώπου (βλ. 152ο φύλλο των ανωτέρω πρακτικών). Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γι' απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τη μορφή υποβολής ερωτήσεων από τους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής σε μάρτυρες και επί θεμάτων που δεν αφορούσαν μόνο το έγκλημα για το οποίο είχε δηλωθεί η παράσταση των πολιτικώς εναγουσών ασφαλιστικών εταιριών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αντίθετα όμως είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ο σχετικός έκτος πρόσθετος λόγος περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε του ΠΚ (της καλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις που τέλεσε, καθόσον το δικαστήριο δεν προσδιορίζει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία θεμελιώνει την αρνητική του κρίση, μόνο δε η αναφορά ότι "όπως προκύπτει από το δελτίο του ποινικού μητρώου έχει καταδικαστεί μεταξύ άλλων, για κλοπή, πλαστογραφία με χρήση, ψευδή ανώμοτη κατάθεση και απάτη" χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των σχετικών καταδικαστικών αποφάσεων και τον χρόνο τέλεσης των πράξεων που τις αφορούν δεν είναι επαρκής για την ουσιαστική απόρριψη της προαναφερόμενης ελαφρυντικής περίστασης, αφού όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που αναφέρονται στο δελτίο του ποινικού του μητρώου, που αναγνώσθηκε μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφαση κατ' άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείοντος (βλ. 335η σελίδα των ιδίων ως άνω πρακτικών). Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ και όχι ως προς την ενοχή διάταξη, και ως προς τις περί ποινών διατάξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 523 Κ.Ποιν.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των παραστασών πολιτικώς εναγουσών (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 146, 147, 173, 194, 207, 208 και 209/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Γ. Π. του Π. περί της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του για τις οποίες καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση, καθώς και ως προς τις περί ποινών διατάξεις της απόφασης αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά τα ως άνω μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω και τους από 14 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους αυτής λόγους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρω των πολιτικώς εναγουσών, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ για καθεμία αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος εμπρησμού που μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και απόπειρας κακουργηματικής κοινής απάτης, και όχι αυτής σχετικής με τις ασφάλειες. Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης με λόγους: 1) απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής παράστασης πολιτικής αγωγής (υποβολής ερωτήσεων για θέματα ασχέτων με το έγκλημα για το οποίο έγινε η παράσταση της πολιτικής αγωγής), 2) έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ειδικότερα για την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2ε ΠΚ), 3) εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (για την κακουργηματική μορφή του εμπρησμού και για την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής απάτης και όχι των διατάξεων της από της σχετικής με τις ασφάλειες [άρθρο 386 ΠΚ αντί άρθρου 388 ΠΚ]). Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και της αίτησης αναίρεσης εν μέρει. Αναιρεί μόνο για την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης άρθρου 84§2ε για έλλειψη αιτιολογίας και ως προς τις διατάξεις περί ποινών. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση ως προς την ως άνω ελαφρυντική περίσταση και ως τις ποινές.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 107/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου I. K. του S., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10916/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 918/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή (ή ελαφρά), σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες. Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τού ίδιου Κώδικα, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αυτούς. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Εν προκειμένω, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 10916/2009 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση δύο μηνών για σωματική βλάβη από αμέλεια και ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής για μία τριετία. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Τριμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 21.6.2003 και περί ώρα 23.00 περίπου, ο κατηγορούμενος ιερομόναχος Ι. Κ., ηλικίας 28 ετών, οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... - ..., συνολικού πλάτους οδοστρώματος 5,80 μ. με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με κατεύθυνση προς .... Όταν έφθασε στο 15ο χιλιόμετρο της εν λόγω οδού, όπου υπάρχει δεξιά στροφή, σε σχέση με την πορεία του κατηγορουμένου, από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής που όφειλε ο κατηγορούμενος και μπορούσε να καταβάλει από τις περιστάσεις, οδηγώντας χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε στο αντίθετο για την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας τη νοητή διαχωριστική γραμμή και συγκρούσθηκε με το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, τύπου JEEP, το οποίο εκινείτο στην ίδια οδό, με αντίθετη, προς ... κατεύθυνση, οδηγούσε ο Χ. Κ. και επέβαινε η σύζυγός του, Μ. Κ.. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν μετωπική και εξ αιτίας της σφοδρότητας, το μεν οδηγούμενο από τον Χ. Κ. εκτράπηκε προς τα δεξιά και κατέληξε εκτός του οδοστρώματος, το δε οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο Ι. Κ. παρέμεινε στο οδόστρωμα σε κάθετη θέση, με το εμπρόσθιο μέρος του προς τα αριστερά της αρχικής του πορείας. Κατά την σύγκρουση, εκτός των άλλων, τραυματίσθηκε η επιβαίνουσα στο ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο Μ. Κ., υποστάσα διάφορες σωματικές κακώσεις, στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματός της. Με βάση τα παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος από αμέλειά του, οδηγούσε με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της επιληφθείσης Αστυνομικής Αρχής και την έκθεση αυτοψίας, τα ίχνη της σύγκρουσης (γυαλιά, λάδια, υγρά, ίχνη πέδησης) απεικονίζονται στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Χ. Κ.. Με την 7719/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης είναι ο κατηγορούμενος, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυρισμών αυτού. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια της Μ. Κ.". Οι παραπάνω παραδοχές περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 129 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στις δύο ως άνω αποφάσεις, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ο τρόπος με τον οποίο επήλθε ο τραυματισμός της Μ. Κ. και δη ότι ο αναιρεσείων προξένησε με το όχημά του την ως άνω σωματική κάκωση χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα, που προήλθε από τις πράξεις του και προσδιορίζεται έτσι το είδος της αμέλειας αυτού, ως μη συνειδητής, αφού προσδιορίζεται η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και όταν έφθασε στο 15ο χιλιόμετρο, όπου υπάρχει δεξιά στροφή έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας και β) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως του κατηγορουμένου και του επελθόντος τραυματισμού της παθούσας. Συνεπώς είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επειδή, το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά την οδήγηση οχήματος δεν είναι διά παραλείψεως τελούμενο, κατά την έννοια του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα και επομένως δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται επί πλέον στο αιτιολογικό της αποφάσεως και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος που αφορά τα διά παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα. Και τούτο, διότι, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης (από αμέλεια - ασυνείδητη) συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έγκλημα διά παραλείψεως τελούμενο, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των πρακτικών της σαφώς προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε στο δικαστήριο από τον αναιρεσείοντα ή τον συνήγορό του εγγράφως ή προφορικώς αυτοτελής ισχυρισμός ως προς το ότι η σωματική βλάβη την οποία υπέστη η παθούσα ήταν εντελώς ελαφρά και ότι συνεπώς έπρεπε κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του Νόμου 3346/2005 να παύσει υπό όρο η εναντίον του ποινική δίωξη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, η δε παραδοχή της αποφάσεως ότι συγκροτείται η σωματική βλάβη του άρθρου 314 παρ. 1α του Ποινικού Κώδικα θεμελιώνεται στα πραγματικά περιστατικά, που παρατίθενται σ' αυτήν. Επειδή, μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2010 αίτηση του I. K. του S. για αναίρεση της 10916/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα τής ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250€). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 106/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10824/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 738/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 και 2 περ. α' του Νόμου 5969/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εάν αυτός μετέρχεται την πράξη κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αφ' ενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, αφ' ετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά τον χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι δηλαδή αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα ενόψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδ. α' και δ' του ίδιου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής ως χρονολογία εκδόσεως αναγραφομένη ημέρα. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως, μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα, κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία εκδόσεως. Περαιτέρω, από το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου συνάγεται ότι επιταγή μπορεί να εκδοθεί μέσω τρίτου προσώπου, ως αμέσου αντιπροσώπου, ο οποίος με τη θέση της δικής του υπογραφής εγκύρως δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου ενεργεί (άμεση αντιπροσώπευση), εφόσον γίνεται μνεία επί του σώματος της επιταγής ότι ο τρίτος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου και εφόσον η ενέργεια του αντιπροσώπου στηρίζεται σε εγγράφως παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα. Με την έννοια αυτή, το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής διαπράττεται μόνο από τον εκδίδοντα και δη τον υπογράφοντα την επιταγή. Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής με αντιπρόσωπο, δράστης (αυτουργός) του εν λόγω εγκλήματος είναι ο αντιπρόσωπος, ενώ ο αντιπροσωπευόμενος τρίτος, για λογαριασμό του οποίου εκδίδεται αυτή μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος ως ηθικός αυτουργός ή ως συνεργός. Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων εταιρειών" ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Κατά δε το άρθρο 22 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, που αναφέρονται σε πράξεις διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξει που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρείας ή από τρίτους. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 6υ5, 67, 68 και 70 του Αστικού Κώδικα, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που εκπροσωπεί και διοικεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός από εκείνες που υπάγονται, σύμφωνα με το καταστατικό, στις αρμοδιότητες της γενικής συνελεύσεως), μη όντας, απέναντι στην εταιρεία, πρόσωπο διαφορετικό από αυτή, αλλά όργανό της. Στην περίπτωση δε επιτρεπτής υποκαταστάσεως στο πλαίσιο εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 και 3 του Νόμου 2190/1920, το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή του από τον νόμο και το καταστατικό, ο δε δεσμός του με την εταιρεία είναι αυτός του διοικητικού συμβουλίου. Διαφορετική δε είναι η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία το όργανο της εταιρείας, δηλαδή του διοικητικό του συμβούλιο ή το κατ' άρθρα 18 και 22 του Ν. 21909/1920 υποκατάστατό τους όργανο αναθέτει σε τρίτο πρόσωπο εκπροσωπευτική δραστηριότητα για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων επ' ονόματι της ανώνυμης εταιρείας, χωρίς να αποτελεί το τρίτο πρόσωπο όργανο διοικήσεως του νομικού προσώπου, του οποίου εκφράζει τη βούληση, αλλ' ενεργεί ως απλός αντιπρόσωπος ή εντολοδόχος στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας ή εντολής, που προβλέπονται αντίστοιχα από τα άρθρα 211 και 713 του Αστικού Κώδικα. Εξάλλου, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται, και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, των ισχυρισμών, που προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, και στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 10.824/2010 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς δέκα ευρώ (10 €) ημερησίως και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για παράβαση του νόμου 5.950/1933, απορρίπτοντας ως αόριστο τον αυτοτελή ισχυρισμό που προέβαλε ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου περί νομικής πλάνης, ο οποίος είχε ως εξής: "Ο κατηγορούμενος πίστευε λόγω πλάνης του, ότι εκδίδοντας και υπογράφοντας τις επίδικες επιταγές δεν διέπραττε ο ίδιος αδίκημα αλλά ο εντολέας του. Η πλάνη του δε αυτή αναμφίβολα ήταν συγγνωστή, διό και ζητώ να μη του καταλογισθεί η πράξη για την οποία κατηγορείται". Ειδικότερα, το Δικαστήριο, με βάση τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος κατηγορίας (ο κατηγορούμενος δεν απολογήθηκε, διότι παρέστη στο Δικαστήριο διά πληρεξουσίου δικηγόρου), έκρινε αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 12.10.2001, όπως προκύπτει από το με αριθμό φύλλου 9184/17.10.2001 (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, το υπ' αριθμόν 2.7.2001 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΝΕΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟΥ" και με αριθμό μητρώου 44097/01/Β/99/552, από το οποίο προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα ύστερα από την εκλογή του, από την Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της 25.6.2001 με πενταετή θητεία, ως κατωτέρω: α) Μ. Κ. σύζυγος Ε., οικοκυρά, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, β) Μ. Ε. του Α., σπουδαστής, Αντιπρόεδρος και γ) Β. Ν. του Ε., αυτοκινητιστής. Με το ίδιο ως άνω πρακτικό Δ.Σ. αποφασίστηκε ότι την εταιρεία εκπροσωπεί δια της υπογραφής της η Μ. Κ. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος. Η τελευταία με το υπ' αριθ. ... και ημερομηνία 18 Ιουλίου 2001 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίας Χαϊκάλη, ενεργούσα στην προκειμένη περίπτωση ως νόμιμη εκπρόσωπος, στο όνομα και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΝΕΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟΥ", ως Πρόεδρος του διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος, διόρισε ως ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της από αυτήν εκπροσωπουμένης εταιρείας κ. Α. Μ. του Ε. και της Κ. και δήλωσε ότι για όλες τις υποθέσεις της ανώνυμης εταιρείας, που αυτή νομίμως εκπροσωπεί, δίκες ή διαφορές, διορίζει και καθιστά γενικό και ειδικό της πληρεξούσιο, τον κ. Α. Μ., στον οποίο χορήγησε το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, αντί γι' αυτήν και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας που αυτή εκπροσωπεί μεταξύ των άλλων γενικών και ειδικών εντολών "να εκδίδει και οπισθογραφεί επιταγές, εκδίδει, αποδέχεται, οπισθογραφεί και εγγυάται συναλλαγματικές....". Βάσει του πληρεξουσίου αυτού, ο ανωτέρω Α. Μ. εξέδωσε την 30.7.2003 και 31.7.2003 στην Αθήνα, υπό την εταιρική επωνυμία και σφραγίδα τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές της Τράπεζας Αττικής, ποσού 8.000 ευρώ και 7.000 ευρώ αντίστοιχα, με χρέωση του στην παραπάνω Τράπεζα (κατάστημα Καλλιθέας) τηρουμένου υπ' αριθ. ... λογαριασμού, πληρωτέες εις διαταγήν της στον Πειραιά εδρευούσης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "EUROSHIPPING LTD", στο εις Καλλιθέα ευρισκόμενο κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας. Πλην όμως οι επιταγές αυτές, νόμιμη κομίστρια των οποίων κατέστη με οπισθογράφησή τους από την λήπτρια αυτών "EUROSHIPPING LTD", η εγκαλούσα και επί της οδού ... εδρεύουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", εμφανισθείσες από αυτήν νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή, η πρώτη την 30.7.2003 στην πληρώτρια τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ και η δεύτερη την 5.8.2003 στην πληρώτρια τράπεζα (κεντρικό κατάστημα Πειραιά), δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της προαναφερόμενης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΝΕΤ ΑΕ" στον παραπάνω λογαριασμό και ειδικότερα λόγω κλεισμένου οριστικά λογαριασμού (που εξακριβώθηκε στην περίπτωση της πρώτης επιταγής, μετά από έλεγχο του μηχανογραφικού κέντρου της πληρώτριας τράπεζας), βεβαιωθείσης της μη πληρωμής των επιταγών επί του σώματος αυτών, όσον αφορά μεν την πρώτη με την από 1.8.2003 βεβαίωση της τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, γενομένη κατόπιν ρητής εξουσιοδοτήσεως της πληρώτριας Τράπεζας στην οποία ετηρείτο ο παραπάνω λογαριασμός, όσον αφορά δε την δεύτερη με την από 5.8.2003 βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας (κεντρικό κατάστημα Πειραιά). Από τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στα πλαίσια του διορισμού του εκ μέρους της Κ. Μ., εκπροσώπου της εταιρείας "ΕΥΡΩΝΕΤ", με συμβολαιογραφικό έγγραφο ως ειδικός πληρεξούσιος της εκδότριας των επιταγών εταιρείας, εξέδωσε αυτές στα πλαίσια της ίδιας ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου της ίδιας εταιρείας και για λογαριασμό αυτής. Δεσμεύοντας συνεπώς την εταιρεία αυτή με την υπογραφή του υπό την εταιρική επωνυμία και σφραγίδα, εξέδωσε υπό την εταιρική επωνυμία και σφραγίδα επιταγές μη πληρωθείσες επί πληρωτού παρά τον οποίο η ανώνυμη εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσε, δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της εκδόσεως των επιταγών ή της πληρωμής αυτών, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση και παράδοση των ένδικων επιταγών. Συνεπώς υπέχει προσωπική ποινική ευθύνη και ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε ποινική ευθύνη της Κ. Μ., ως συμμετόχου του αδικήματος και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής του πλάνης, γιατί πίστευε ότι εκδίδοντας και υπογράφοντας τις επίδικες επιταγές δε διέπραττε ο ίδιος αδίκημα αλλά ο εντολέας του, καθ' όσον ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε, χωρίς δηλαδή να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που καθιστούν συγγνωστή την πλάνη του και θεμελιώνουν την αδυναμία να αντιληφθεί και διαγνώσει το άδικο της πράξεώς του είναι αόριστος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται με τρόπο σαφή και ορισμένο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε τις αναφερόμενες επιταγές επ' ονόματι της εταιρείας, εν γνώσει του ότι δεν υπήρχε κατατεθειμένο στην εκδότρια τράπεζα το αντίστοιχο για κάθε μία επιταγή αντίκρισμα, ότι τις επιταγές αυτές υπέγραψε ως πληρεξούσιος δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, που νομίμως του χορηγήθηκε από την εκπροσωπούσα την εταιρεία ως διευθύνουσας συμβούλου και Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου και ορθώς, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω διατάξεις δέχθηκε την ποινική του ευθύνη, απορρίπτοντας ορθά τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί νομικής πλάνης ως αόριστο. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως με την αιτίαση ότι υπαίτιος του αδικήματος της παραβάσεως του ν. 5960/33 δεν είναι ο έχων την πληρεξουσιότητα, αλλά ο αντιπροσωπευόμενος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β', 369 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως επιφέρει και η έκδοση αποφάσεως, χωρίς προηγούμενη πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής και της ποινής, καθώς και επί των αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Γενικώς, όμως, δεν απαιτείται ειδική πρόταση του εισαγγελέως επί των αυτοτελών ισχυρισμών, διότι τούτο καλύπτεται από τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της εκκαλούμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών που πρόβαλε ο αναιρεσείων, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και η Εισαγγελεύς επιφυλάχθηκε να προτείνει. Μετά την απολογία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δόθηκε και πάλι ο λόγος στην Εισαγγελέα, η οποία αφού ανέπτυξε την κατηγορία, πρότεινε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, η ακρόαση της Εισαγγελέως έγινε με την περί ενοχής πρότασή του, η οποία καλύπτει πλήρως και την πρότασή της επί των αυτοτελών ισχυρισμών. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Επειδή, μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 27/17 Μαΐου 2010 αίτηση του Α. Μ. του Ε. για αναίρεση της 10.824/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250€). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο, στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επιταγή. Λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως: 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, 3) Απόλυτη ακυρότητα. 1-2) Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής με αντιπρόσωπο, δράστης (αυτουργός) του εν λόγω εγκλήματος είναι ο αντιπρόσωπος, ενώ ο αντιπροσωπευόμενος τρίτος, για λογαριασμό του οποίου εκδίδεται αυτή μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος ως ηθικός αυτουργός ή ως συνεργός. Το Τριμελές πλημμελειοδικείο, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ορθώς κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και τον καταδίκασε ως υπαίτιο εκδόσεως επιταγής με την ιδιότητα του αντιπροσώπου. Αιτιολογημένη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τον αναιρεσείοντος περί νομικής πλάνης, ως αόριστου. 3) δεν απαιτείται ειδική πρόταση του εισαγγελέως επί των αυτοτελών ισχυρισμών, όταν τούτο καλύπτεται από τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 105/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σφακιανάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 19356/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 635/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Εξάλλου, το άρθρο 10 παρ. 1 έως 4 του Νόμου 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από ην τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του νόμου 3220/2004 όριζε τα ακόλουθα: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιαδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται, Τα φορολογικά στοιχεία, στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκούνταν αμέσως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του νόμου 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του νόμου 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής η οποία τυχόν ασκήθηκε και σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του Νόμου 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του Νόμου 3220/20034 "για την αντικειμενοποίηση του φορολογικού ελέγχου κλπ", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του νόμου 2523/1997, προστέθηκε διάταξη, κατά την οποία "ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι για τον κατηγορούμενο δυσμενέστερη από την προηγούμενη και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και για τα εγκλήματα, τα οποία διαπράχθηκαν πριν από την ισχύ της, δηλαδή την 2α Νοεμβρίου 2001, ενόψει του ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα δεν έχει ανάλογη εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής τους, πριν από την ισχύ του νόμου. Εξ άλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως προαναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Ποινικού Κώδικα, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του νόμου 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 Π.Κ., κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, η αιτιολογία δε της καταδικαστικής αποφάσεως, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν στην έναρξη και στη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 119356/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, ο αναιρεσείων, διότι, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AUTHENTIC AE", προέβη σε αποδοχή εικονικών τιμολογίων για ανύπαρκτες συναλλαγές, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, καθαρής αξίας 1.061.564 ευρώ και επί πλέον ΦΠΑ 197.081 ευρώ, πράξη που τελέσθηκε στις 4 Ιουλίου 2003, χρόνο, κατά τον οποίο θεωρήθηκε η από 30 Μαΐου 2003 έκθεση ελέγχου τον οποίο διενήργησε το ΣΔΟΕ. Προκειμένου να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην ως άνω καταδικαστική κρίση απέρριψε την ένσταση παραγραφής που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 2954/2001, η παραγραφή για τα αδικήματα του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσής του, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η ρύθμιση αυτή, που δεν ήρθε να καλύψει νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής ή από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ) και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2-11-2001 (ΑΠ 271/2009, 461/2009, 836/2009 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος του εκκαλούντος, φέρεται ότι έχει τελεστεί το χρονικό διάστημα από 5-11-1999 έως 23-12-1999. Η ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο είναι η 30-5-2003, ενώ η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατ/νο με κλήση να παραστεί στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγινε στις 24-5-2006 (βλ. σχ. αποδεικτικό), πριν συνεπώς παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ως εκ των άνω, η ένσταση παραγραφής πρέπει να απορριφθεί". Με το να δεχθεί το Δικαστήριο τα παραπάνω και να υπαγάγει τα ανωτέρω περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ορθώς εφάρμοσε αυτές, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Εν προκειμένω, μετά την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την ως άνω πράξη. Για να καταλήξει δε στην ως άνω καταδικαστική του κρίση δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "....ο κατηγορούμενος ήταν κατά το έτος 1999 νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "AUTHENTIC ABEE" με αντικείμενο την εμπορία ειδών ένδυσης που είχε την έδρα της στην ... Στις 4-4-2001 συνεργείο του ΣΔΟΕ έκανε έλεγχο στην έδρα της άνω επιχείρησης από όπου και κατέσχεσε τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας 23 Δελτία Αποστολής - Τιμολόγια πώλησης, εκδόσεως της εταιρίας "ΙΝΓΚΡΟΣΟ ΑΜΠΙΤΟ Α.Ε." χρήσεως 1999 με λήπτρια την ελεγχόμενη επιχείρηση του κατ/νου, τα οποία αφορούσαν πωλήσεις υφασμάτων και μπλουζών. Στις 20-3-2001 είχε προηγηθεί έλεγχος στην οδό ..., στην έδρα της εταιρίας "ΙΝΓΚΡΟΣΟ ΑΜΠΙΤΟ Α.Ε.", όπου διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε η επιχείρηση, η οποία είχε κλείσει το έτος 1998, σύμφωνα με την ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Από τα πρακτικά Δ.Σ. και Γ.Σ. της "ΙΝΓΚΡΟΣΟ ΑΜΠΙΤΟ Α.Ε." καθώς και τις καταθέσεις των Χ. Κ., προέδρου και Δ. Συμβούλου της επιχείρησης, Λ. Χ., αντιπροέδρου και Σ. Α., διευθυντή της επιχείρησης, προέκυψε ότι ουσιαστικός διαχειριστής της "ΙΝΓΚΡΟΣΟ ΑΜΠΙΤΟ Α.Ε." ήταν ο Σ. Α. μέχρι το Δεκέμβριο 1998, οπότε και μεταβιβάστηκαν οι μετοχές της λόγω πώλησης στον Α. Ψ.. Ο τελευταίος, αν και αναζητήθηκε στην Κρήτη, δεν βρέθηκε. Η εταιρία "ΙΝΓΚΡΟΣΟ ΑΜΠΙΤΟ Α.Ε." λειτούργησε στην πραγματικότητα μέχρι τον Αύγουστο 1998, οπότε και πώλησε την φορολογική ταμειακή της μηχανή. Οι συναλλαγές που αναφέρονται στα 23 Δ.Α. - Τιμ. δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, αφενός γιατί η "ΙΝΓΚΡΟΣΟ ΑΜΠΙΤΟ Α.Ε." δεν διέθετε το 1999 εμπορεύματα για να τα πωλήσει στην AUTHENTIC, ο δε ουσιαστικός διαχειριστής της Α. ισχυρίστηκε στις καταθέσεις του ότι δεν είχε συναλλαγές με την AUTHENTIC ούτε γνώριζε τον κατ/νο, ενώ του είχαν κλέψει δύο μπλοκ θεωρημένων Δ.Α.-Τ. από 251-350 και ένα μπλοκ Δ.Α. από 351-400. Παράλληλα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης 6147/2000 απόφασης Εφετείου Αθηνών, η οικονομική κατάσταση του κατ/νου κατά την περίοδο 1998 - 1999 ήταν ιδιαίτερα δυσμενής (κινδύνευε με έξωση από μισθωμένο κατάστημα), έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να πραγματοποιήσει σε χρονικό διάστημα 1,5 μηνός αγορές εμπορευμάτων ύψους 426.838.975 δρχ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο κατ/νος τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της αποδοχής εικονικών τιμολογίων για ανύπαρκτες συναλλαγές με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, αναφορικά με τα 23 ΤΠ-ΔΑ χρήσεως 1999, όπως αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάσεις, που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως της επιβαλλόμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, η δε αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με τον αυτόν ως άνω λόγο ότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό τα ονόματα των μαρτύρων ούτε ποια ήσαν τα αναγνωστέα έγγραφα και δεν γίνεται συσχετισμός καθενός αποδεικτικού μέσου προς τα άλλα είναι αβάσιμη, αφού όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρεται, για την αιτιολογία της αποφάσεως δεν απαιτείται ειδικά να αναφέρεται ότι έγινε αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων, αλλά ότι ελήφθησαν υπόψη όλα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2010 αίτηση του Δ. Μ. του Π. για αναίρεση της 19.356/ 2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο, στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου, ως προς τον χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, η οποία εν προκειμένω αρχίζει από τότε που διαπιστώθηκε το αδίκημα.
null
null
2
Αριθμός 104/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, περί αναιρέσεως της 22/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Θ. Π. του Σ., ..., που δεν παραστάθηκε. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δ. Γ. του Σ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κολιντζίκη. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 5/24-3-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Σιτσανακλή Χρήστου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 555/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αποριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των άρθρων 211, 212 παρ. 1, 213 παρ. 1, 214 εδ. ε' του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και 504, παρ. 1, 505 παρ. 2 και 506 εδ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελεύς του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως στρατιωτικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραφημένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Τμήμα Β' Θεσσαλονίκης), με την 22/2010 απόφαση του, κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο Θ. Π. του Γ., Ανθυποσμηναγό (Ρ) της αξιόποινης πράξεως της απλής σωματικής βλάβης. Ειδικότερα το Αναθεωρητικό Δικαστήριο για να καταλήξει στην ως άνω αθωωτική του κρίση δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και της μάρτυρος Γ. Ά., τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσης που αναγνώστηκαν, τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου αλλά και από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, που υπηρετούσε ως Ανθυποσμηναγός (Ρ) στην 113 ΠΜ, κατά. την κατηγορία, περί ώρα 18:30' της 17-05-2008 στο Στρυμονικό Σερρών, με αφορμή το γεγονός ότι υφίσταται δικαστική διένεξη ανάμεσα στον πατέρα του Σ. Π. του Θ. και μελών της οικογένειας Γ., μεταξύ των οποίων ανήκει και η ιδιώτιδα Δ. Γ. του Σ., αναφορικά με τμήμα οικοπέδου που βρίσκεται στο Στρυμονικό Σερρών, όταν η τελευταία βρέθηκε πλησίον της επίδικης περίφραξης της οικίας της, εκείνος την πλησίασε και την άρπαξε από τα χέρια, τη χτύπησε στην κολώνα του τοίχου και άρχισε να σύστρέφει τον καρπό του δεξιού της χεριού, με αποτέλεσμα να της προξενήσει "κάκωση της δεξιάς πηχεοκαρπικής, με ακτινοσκοπικό εύρημα τη λύση της οστικής συνέχειας της στιλοειδούς απόφυσης της δεξιάς ωλένης-εκδορά επί θλαστικής εκχυμωτικής βάσεως του δεξιού αγκώνος", προκαλώντας της σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της. Απολογούμένος στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και αμφισβήτησε τον τραυματισμό της παθούσης, υποστηρίζοντας ότι ποτέ δεν άσκησε βία κατά της πολιτικώς ενάγουσας καθώς και ότι το επεισόδιο για το οποίο κατηγορείται δεν έλαβε ποτέ χώρα και απλά σκηνοθετήθηκε από την παθούσα και την μητέρα της με άμεσο σκοπό να πληγεί ο ίδιος και να του δημιουργηθεί συναισθηματική φόρτιση ενόψει της επερχόμενης εκδικάσεως της επίδικης διαφοράς τους στο αστικό δικαστήριο. Αντιθέτως, η εγκαλούσα είναι κατηγορηματική ως προς τη βάση της κατηγορίας, υποστηρίζοντας τα πραγματικά περιστατικά που καταγράφονται σε αυτήν, θέση που επιβεβαιώνει και η μητέρα της, με την κατάθεση της στο παρόν Δικαστήριο. Από την ανάλυση των παραπάνω περιστατικών, το Δικαστήριο, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη των μελών του, αμφιβάλει για την ενοχή του κατηγορουμένου για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης, καθόσον από κανένα στοιχείο της όλης αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε με σαφήνεια ότι αυτός τέλεσε αντικειμενικώς την πράξη αυτή. Ειδικότερα, λεκτέα είναι τα εξής: Η μάρτυρας και παθούσα Γ. Δ., εξεταζόμενη στο ακροατήριο, ισχυρίστηκε ότι ξαφνικά ο κατηγορούμενος, χωρίς να έχει προηγουμένως προκληθεί από αυτήν, πλησίασε το σπίτι τους και έβρισε αυτήν και την μητέρα της ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να καρφώσει τα σίδερα του φράχτη που ήταν πεσμένα. Εν συνεχεία, όταν αυτή τον πλησίασε για να του συστήσει να μην στήσει την περίφραξη, αυτός εντελώς απροειδοποίητα, έπεσε καταπάνω της, της κράτησε το χέρι και την χτύπησε σε "οριζόντια κολώνα". Κατ' αυτό τον τρόπο, όπως υποστήριξε προκλήθηκε ο τραυματισμός της. Στη συνέχεια κλήθηκε η αστυνομία, η οποία όμως αποδυναμώνει τους ισχυρισμούς της παθούσης καθώς δεν αναφέρει γενόμενο ξυλοδαρμό παρά αρκείται στις δέουσες συστάσεις (βλ. σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ.:9009/20/1.98-α'/31-07-2009 έγγραφο του Αστυνομικού Τμήματος Περιφερείας Κερασούντος Σερρών). Επιπλέον, η δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας και μητέρα της παθούσας, Γ. Ά., κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος άρπαξε από το χέρι την κόρη της και την απώθησε στην κολόνα, χωρίς όμως να αναφέρει τίποτε για συστροφή του καρπού του δεξιού χεριού αυτής, από την οποία φέρεται, κατά το κατηγορητήριο, να προκλήθηκε ο τραυματισμός της. Περαιτέρω, οι μάρτυρες Δ. Ε., Λ. Χ. και Τ. Κ., οι οποίοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες υποστήριξαν ότι ο κατηγορούμενος δεν χτύπησε ούτε τραυμάτισε την Γ.. Συνεπώς, από τα ανωτέρω προεκτεθέντα δεν προέκυψε κατά την πλειοψηφούσα γνώμη πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος προξένησε την σωματική βλάβη που φαίνεται ότι υπέστη η παθούσα Γ.. Είναι πολύ πιθανό αυτή να τραυματίστηκε από την προσπάθεια της να ρίξει κάτω τους πασσάλους του φράχτη, καθώς τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι μάρτυρες που ήταν παρόντες υποστήριξαν ότι η ίδια και η μητέρα της "έπεφταν με ορμή πάνω στο φράχτη" και "τραβούσαν με μένος τον φράχτη" και "προσπαθούσε να περάσει με χέρια και με πόδια από την άλλη μεριά του οικοπέδου", και να θέλησε να αποδώσει τον τραυματισμό της αυτό σε κακόβουλη ενέργεια του κατηγορουμένου για να δημιουργήσει εντυπώσεις και να πλήξει τον κατηγορούμενο, ενόψει μάλιστα και την επικείμενης εκδίκασης της αστικής τους διαφοράς. Επιπλέον δε, το σημείο όπου φέρεται να τελέστηκε από τον κατηγορούμενο το αδίκημα της σωματικής βλάβης, όπως προκύπτει από τις επιδειχθείσες φωτογραφίες, βρίσκεται στα κοινά όρια των ιδιοκτησιών. Στο σημείο εκείνο, προς το οποίο έχει θέα κυρίως η ιδιοκτησία του πατέρα του κατηγορουμένου, υπάρχει ικανή υψομετρική διαφορά (χαμηλότερα η ιδιοκτησία της μηνύτριας), που καθιστά - δεδομένης και της συρμάτινης περίφραξης στο όριο - αδύνατη τη συμπλοκή. Επομένως, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς την τέλεση της πράξης." Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στην ως άνω απόφαση εμφιλοχώρησαν ασάφειες και αντιφάσεις και ειδικότερα, ενώ αναγνώσθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου 11634/19.5.2008 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και η από 17.5.2008 ακτινολογική εξέταση της παθούσας από το Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, εν τούτοις το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί του αναφερομένου στην έκθεση αυτή τραυματισμού της πολιτικώς ενάγουσας Δ. Γ.. Συγκεκριμένα στην εν λόγω έκθεση του ιατροδικαστή αναγράφεται "κάκωση της δεξιάς πηχεοκαρπικής, με ακτινοσκοπικό εύρημα τη λύση της οστικής συνέχειας της στιλοειδούς απόφυσης της δεξιάς ωλένης - εκδορά επί θλαστικής εκχυμωτικής βάσεως του δεξιού αγκώνος". Επ' αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση απλώς αναφέρει "είναι πολύ πιθανό αυτή να τραυματίστηκε από την προσπάθεια της να ρίξει τους πασσάλους του φράχτη..." χωρίς να εξηγείται και να αξιολογείται το είδος και η φύση της σωματικής βλάβης και ειδικότερα πώς είναι δυνατόν η προσπάθεια της παθούσας να ρίξει τους πασσάλους του φράχτη προκάλεσε τον τραυματισμό που αναφέρεται στην ως άνω Ιατροδικαστική έκθεση. ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 22/2010 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Τμήμα Β' Θεσσαλονίκης) ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση από τον Εισαγγελέα τον Αναθεωρητικού Δικαστηρίου κατά απαλλακτικής αποφάσεως τον Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε κατά πλειοψηφία αθώο τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως της απλής σωματικής βλάβης. Αναιρείται η απόφαση.
null
null
0
Αριθμός 103/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη ρου Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.2063/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Κ. Κ. του Π., ... και συγκατηγορούμενους τους: 1)Α. Κ. του Γ., 2)Μ. Π. Κ. και 3)Ε. Γ. του Ε.. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 31/23-8-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1148/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 354/19-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατ' αρθρ 485 §1 ΚΠΔ, την με αριθ. 31/23-8-2010 αίτησή μας, δια της οποίας ζητάμε ν' αναιρεθεί, το με αριθ. 2063/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, Σας γνωρίζουμε ότι, για την βασιμότητα των λόγων της ασκηθείσας αναιρέσεως, αναφερόμαστε εξ 'ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνουμε: Να γίνει δεκτή η με αριθ. 31/23-8-2010 αίτηση αναιρέσεως την οποία ασκήσαμε κατά του με αριθ. 2063/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να αναιρεθεί το βούλευμα, σε θετική δε περίπτωση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα. Αθήνα 15-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τα άρθρα 306, 479 παρ. 2, 483 παρ. 3 και 484 παρ. 1 δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία που εκδόθηκε το βούλευμα, για όλους τους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β', 308 παρ. 1 εδ. β' και γ' και 481 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως επιφέρει και η έκδοση βουλεύματος, χωρίς προηγούμενη έγγραφη πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέως επί της ουσίας της υποθέσεως. Εν προκειμένω, μετά από την περάτωση της προανακρίσεως που παραγγέλθηκε με αφορμή την υποβολή αντίθετων συναφών εγκλήσεων μεταξύ των Κ. Κ., δικηγόρου και Μ. Κ. αφ' ενός και των Α. Κ., Φ. Κ. και Ε. Γ. αφ' ετέρου, παραπέμφθηκε ο ανωτέρω δικηγόρος με απ' ευθείας κλήση ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της κλήσεως αυτής, ο κατηγορούμενος δικηγόρος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή και ο Εισαγγελέας Εφετών παρήγγειλε την εισαγωγή στο σύνολο της ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την κατά νόμο πρόταση του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών. Το Συμβούλιο ερεύνησε την υπόθεση και κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί κατηγορία εναντίον του ως άνω δικηγόρου για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος της Φ. Κ., εξέδωσε το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για να δικασθεί για την παραπάνω πράξη. Όμως, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο αποφάνθηκε για την ως άνω παραπομπή, χωρίς να υπάρχει εισαγγελική πρόταση επί της κατηγορίας για την παραπάνω πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο δικηγόρο. Επομένως, από την έλλειψη αυτή υπάρχει απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι βάσιμος. Ενόψει τούτου, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν κρίνει την υπόθεση προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί το 2063/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γίνεται δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά απαλλακτικού βουλεύματος, για απόλυτη ακυρότητα.
null
null
0
Αριθμός 102/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Κ. του Γ., κατοίκου Χ., Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΒΤ8480/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 627/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/195, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951,ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8.480/2009 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Στη Δ. την 18.4.2007, ο εκκαλών κατηγορούμενος, τυγχάνων εργοδότης (ήτοι Πρόεδρος του Δ.Σ.) της επιχείρησης με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΕΒΕ" Διεύθυνση … και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 26.7.2002 μέχρι 30.4.2003 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, όφειλες για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 19.919,94 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η υπ' αριθ. ... ΠΕΕ. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 13.273,96 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 6.636,98 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο εκκαλών - κατηγορούμενος". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β και δ του ΠΚ), οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/52 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (από τον χρόνο απασχολήσεως προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφαλίσεως που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για την πληρωμή εισφορών και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω καταδικαστική απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως των πράξεων και δεν διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο ο χρόνος τελέσεως των πράξεων τοποθετείται πολύ αργότερα από τον φερόμενο ως χρόνο απασχολήσεως και καταβολής των οφειλόμενων εισφορών, με συνέπεια να υπάρχει ασάφεια ως προς τις παραδοχές της αποφάσεως ως προς τον χρόνο τελέσεως. Η ανωτέρω αιτίαση προβάλλεται αβασίμως, διότι από τον συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι η εργασία των εργασθέντων στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, παρασχέθηκε από τις 26 Ιουλίου 2002 μέχρι τις 30 Απριλίου 2003, η δε αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση ως χρόνου τελέσεως των πράξεων την 18η Απριλίου 2007, οφείλεται στο ότι όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται από τον χρόνο τούτο, που συντάχθηκε η αναφερόμενη ΠΕΕ, κατέστησαν απαιτητές οι ως άνω οφειλές, σε κάθε δε περίπτωση, δεν προκαλείται καμία ασάφεια ή αντίφαση, δεδομένου ότι είτε ληφθεί ως χρόνος τελέσεως της πράξεως οι τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του επομένου μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε, κατά τα ανωτέρω η εργασία είτε ο αναφερόμενος ως χρόνος βεβαιώσεως του χρέους, τούτο, όπως και στη μείζονα σκέψη εκτίθεται, δεν συνεπάγεται καμία έννομη συνέπεια, αφού δεν επηρεάζεται ο χρόνος της παραγραφής του αξιοποίνου των ως άνω πράξεων. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν διευκρινίζεται από πού προκύπτει η ευθύνη του και ποια ήταν η ιδιότητά του στην εργοδότρια εταιρεία και για ποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, είναι αβάσιμες, αφού όπως παραπάνω εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια αναφέρονται τα ως άνω περιστατικά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ'ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως ότι καίτοι ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ... πράξη επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) του ΙΚΑ, εν τούτοις αυτό δεν αναγνώσθηκε από αυτόν. Όμως το έγγραφο τούτο διηγηματικώς και μόνο αναφέρεται στην απόφαση και το περιεχόμενό του προκύπτει κατά τρόπο σαφή από άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από την κατάθεση του μάρτυρος Κ. Τ., υπαλλήλου του ΙΚΑ, ο οποίος αναφέρεται στην οφειλή του ποσού, που βεβαιώθηκε με την ως άνω ΠΕΕ. Δηλαδή το ως άνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται μόνον ιστορικά και δεν επέδρασε στον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ ως άνω λόγος της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία σο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι αναγνώσθηκε, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το έγγραφο που αναγνώσθηκε και τα οποία όμως δεν συμπίπτουν πάντα με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι στο ακροατήριο του δικαστηρίου αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως και ελήφθησαν από αυτό υπόψη τα εξής έγγραφα: 1)Τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, 2) το με αρ. ΑΜ 002/07 απόσπασμα από 23/1/2007 Α' Μον. Πλημ/κείου Πειραιώς 3) Το με αρ. ΑΜ, 11531/08 απόσπασμα Α' Μον/λούς Πλημ/κείου Πειραιώς, 4) Το με αρ. ΑΜ.3602/07 απόσπασμα από 7/3/07 Α' Μον/λούς Πλημ/κείου Πειραιώς 5) το με αρ. Α.Μ.110/06 απόσπασμα από 31/1/06 Α' Μον/λούς Πλημ/κείου Πειραιώς. 6) Το με αρ. ΑΜ 14222/05 απόσπασμα από 65/9/05 Α' Μον/λούς Πλημ/κείου Πειραιώς, 7) Απόφαση επιτροπής αναστολών αρ. 227 0/12/03. 8) Η με αρ. 1764/2005 (7328/04) απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδικασία Τακτικής). Τα αναφερόμενα όμως στοιχεία με τα οποία προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, είναι επαρκή ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους, αφού, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι, όπως αναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας ότι ο έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στην συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, η οποία είναι ανεξάρτητη από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, με τον οποίο σημειώνεται στα πρακτικά αυτά, σε κάθε δε περίπτωση, δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε τη διευκρίνιση του περιεχομένου τους. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως ως προς το β' σκέλος αυτού, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος. Επειδή, μετά από αυτά και ενόψει του ότι εκτός από τους ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα, δεν προβάλλεται άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 23 Απριλίου 2010 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της 8480/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση Α.Ν. 86/1967. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών τον προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Σε περίπτωση που εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να αναφέρεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου. 2.) Απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη, αφ’ ενός στο ότι συνεκτιμήθηκε έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε και αφ’ έτερον στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα εγγράφων που αναγνώστηκαν. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι ως προς τον πρώτο λόγο υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως προέδρου του Δ.Σ. της εργοδότριας εταιρείας και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως ως προς δε τον δεύτερο λόγο, διότι στα πρακτικά αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, το δε αναφερόμενο έγγραφο (ΠΕΕ) που δεν αναγνώσθηκε, αναφέρεται διηγηματικά στο σκεπτικό, προέκυψε δε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
null
null
0
Αριθμός 119/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος- καλούντος: Ό. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτη Λιακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων- καθ'ων η κλήση: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Κ. συζ. Α. Π. αγνώστου διαμονής και 3.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.Β. ΑΤΒΕΕΤ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι 2η δεν παραστάθηκε και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κασιμάτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-1999 ανακοπή της ήδη α'αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3470/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7260/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-10-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1103/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 5-11-2009 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-2-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου- καθής η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ... έως .../ 22-6-2010 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Κ., ακριβές αντίγραφο α ) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, β ) της 1103/2008 απόφασης του δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 14-4-2008 και γ ) της από 5-11-2009 κλήσης για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την αγνώστου διαμονής δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Κ. Π., ενώ συγχρόνως περίληψη των επιδοθέντων ανωτέρω δικογράφων δημοσιεύτηκε με υπόδειξη του Εισαγγελέα στις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ, στα φύλλα αυτών της 29-6-2010. Επομένως, εφόσον η άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε παρέστη κατά τη συζήτηση με κάποιο νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ). Από τις διατάξεις του άρθρου 999 παρ.3 α' και 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 41 Εισ.ΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η μη εμπρόθεσμη ( δηλ. εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως) επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης του ακινήτου - πλην άλλων - και στους προσημειούχους δανειστές προκαλεί ακυρότητα του πλειστηριασμού, ανεξαρτήτως από την επίκληση δικονομικής βλάβης (άρθρο 159 αριθ.1 ΚΠολΔ ), η ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προταθεί με λόγο ανακοπής εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ.1 εδ. γ' ΚΠολΔ ( Α.Π. 1403/2005, 692/2003 ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί η από 9-1-1999 ανακοπή της για την ακύρωση του αναφερομένου σ' αυτή πλειστηριασμού, δέχθηκε ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, προς εξασφάλιση της πληρωμής της εκ δραχμών 10.000.000 απαιτήσεως που είχε κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και για την οποία είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής, ενέγραψε για το ποσό αυτό στις 13-3-1998 προσημείωση υποθήκης, τραπείσα σε υποθήκη για το ποσό των 6.000.000 δρχ. στις 29-7-1998, επί ενός διαμερίσματος πολυκατοικίας της άνω οφειλέτριας, το οποίο κατασχέθηκε με βάση την .../20-5-1998 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Δ. Κ. και στις 16-9-1998 εκπλειστηριάσθηκε με επίσπευση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " Δ. Β. ΑΤΒΕΕΤ", η οποία απορροφήθηκε ήδη δια συγχωνεύσεως από την παρισταμένη εταιρία με την επωνυμια " ΛΕ ΓΚΡΑΝΤ ΤΡΑΒΕΛ ΜΠΙΡΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΆ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, και κατακυρώθηκε με πλειστηρίασμα 7.153.000 δρχ. στον αναιρεσείοντα (υπερθεματιστή ), καθώς και ότι στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων προσημειούχο δανείστρια δεν επιδόθηκε περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Ακολούθως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο εν λόγω πλειστηριασμός είναι άκυρος, ανεξάρτητα από την πρόκληση ή μη δικονομικής βλάβης στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ( ανακόπτουσα ), και ότι εντεύθεν δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός της επισπεύδουσας, δεύτερης εφεσίβλητης, ότι η ανακόπτουσα στερείται εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης ανακοπής, επειδή της δικής της προσημείωσης προηγούνταν χρονικά άλλες προσημειώσεις, η ικανοποίηση των οποίων θα εξαντλούσε το πλειστηρίασμα, δέχθηκε την έφεση και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και κήρυξε άκυρο τον πλειστηριασμό. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο κηρύξεως ακυρότητας, και ως εκ τούτου όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι του αναιρετηρίου, οι οποίοι κατ' εκτίμηση εμπίπτουν στη ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 59 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν χωριστή υπεράσπιση ( άρθρα 176, 183ΚΠολΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-10-2003 αίτηση του Ό. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 7260/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για κάθε αναιρεσίβλητη στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011 και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναγκαστική εκτέλεση. Ακυρότητα πλειστηριασμού λόγω μη επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, ανεξαρτήτως δικονομικής βλάβης. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (απορρίπτει αναίρεση κατά της 7260/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
null
null
1
Αριθμός 101/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ .Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Λ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της υπ'αριθ.335/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (μετ.Χαλκίδας). Με συγκατηγορούμενο τον Ε. Λ. του Σ. και πολιτικώς ενάγουσα την Κ. P. του S. κάτοικο Α., Ε., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (μετ.Χαλκίδας) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Αυγούστου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1170/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 486 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, (άρθρο 7 του νόμου αυτού), "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή του νόμου προκύπτει σαφώς ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου, που ασκείται μετά την ισχύ του νόμου 2408/1996, ήτοι μετά τις 4 Ιουνίου 1996. Γίνεται πλέον φανερό ότι ο νομοθέτης δεν αρκείται όπως γινόταν δεκτό μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2408/1996, στην τυπική επίκληση ως λόγου εφέσεως "της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων" από την εκκαλούμενη αθωωτική απόφαση, αλλά αξιώνει από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου εφέσεως, στον οποίο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως (βλ. ΟλΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της 43/2008 εφέσεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, κατά της 910/2008 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και αφού δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση της Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, στη συνέχεια, εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για ανθρωποκτονία από αμέλεια, τον οποίον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Προκειμένου να απορρίψει την ένσταση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση υπ' αριθ. 43/22.2.2008 έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που αφορά τον κατηγορούμενο Λ. Κ., περιέχει τους συλλογισμούς και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει η αναφερόμενη ενοχή του τελευταίου και ως εκ τούτου και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, η ως άνω έφεση του Εισαγγελέα κατά της παραπάνω αθωωτικής απόφασης περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της, είναι παραδεκτή και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα και δεν ασκούν έννομη επιρροή οι επικαλούμενες από τον πιο πάνω κατηγορούμενο πλημμέλειες του Εισαγγελέα στην αναφορά και παράθεση των αποδεικτικών μέσων καθώς και στη συναγωγή των σχετικών συμπερασμάτων, η ορθότητα των οποίων θα κριθεί κατ' ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο κατά τη συναγωγή της κρίσης του". Στην ως άνω έκθεση εφέσεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που συντάχθηκε ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Πρωτοδικείου, και την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλομένου μοναδικού λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι η παραπάνω Εισαγγελέας δήλωσε ότι "ασκεί έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της υπ' αριθμ. 910/12.2.2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο εκ των κατηγορουμένων Λ. Κ. του Χ., για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αιτούμενη την παραδοχή της παρούσης έφεσης, την εξαφάνιση της απόφασης καθόσον αφορά τον ανωτέρω κατηγορούμενο, την κήρυξη αυτού ενόχου της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία πράξη αθωώθηκε γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωστέα έγγραφα προέκυψε ότι ο άνω κατηγορούμενος, καίτοι ήταν επιβλέπων μηχανικός της στο κατηγορητήριο αναφερομένης οικοδομής, ήτοι υπεύθυνος για την επίβλεψη της εκτέλεσης του άνω τεχνικού έργου σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, δίνοντας τις σχετικές οδηγίες στον εργολάβο του έργου, συγκατηγορούμενό του Ε. Λ., δεν έδωσε εντολή στον τελευταίο για την προστασία ανοίγματος διαστάσεων 1,10 Χ 3,30 στην άνω οικοδομή περιμετρικά με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον 1 μ. και θωράκια ύψους 0,15 μ. ή με την πλήρη κάλυψή του με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα, πάχους 0,025 μ. καρφωμένο σε ανθεκτικό πλαίσιο από ξύλινα λατάκια ή με την τοποθέτηση σιδερένιου πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευή της (βλ. απολογία του: "Οι εντολές που είχα δώσει στον εργολάβο ήταν να μπουν κουπαστές και να παρθούν μέτρα...Τα σίδερα υπήρχαν για τη σκάλα και οι χιαστές. Αφαιρέθηκε και στη συνέχεια μπήκαν τα προστατευτικά όπως προβλέπει η νομοθεσία...Και με τον ιδιοκτήτη και με τον εργολάβο συνεννοούμαι", χωρίς να εξηγεί γιατί, αφού έδωσε την εντολή για λήψη μέτρων , δεν ελήφθησαν αυτά από τον εργολάβο, με τον οποίο εξάλλου συνεννοείτο), ούτε παρίστατο για να επιβλέπει τις σχετικές εργασίες, ως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω της άνω ιδιότητάς του, ώστε να διαπιστώσει αν τηρούνται οι εντολές του (αν εδόθησαν) βλ. κατάθεση μάρτυρος Γ.: "Το άνοιγμα το είχε δει ο μηχανικός...Εφόσον η τρύπα είχε αποκαλυφθεί θα είχε περάσει ο Κ. και θα την είχε δει". Η αιτιολογία όμως αυτή της εφέσεως της Εισαγγελέως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, διότι, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σ' αυτήν ποιες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν αρκείται η Εισαγγελεύς να αναφέρει στην έφεσή της τη στερεότυπη έκφραση "για κακή εκτίμηση των αποδείξεων", αλλ' αναφέρεται στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και στην απολογία του κατηγορουμένου αλλά και στα έγγραφα τα οποία αναγνώστηκαν και εκθέτει ότι βάσει των ανωτέρω προέκυψε η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, ο οποίος, λόγω της ιδιότητάς του ως επιβλέποντος μηχανικού, της αναφερόμενης οικοδομής δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα , τα οποία ειδικώς ένα προς ένα αναφέρονται στην έφεση, προς αποφυγή του ατυχήματος. Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση περί απαραδέκτου της εφέσεως και στη συνέχεια με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα, και έτσι κατέστησε αυτήν αναιρετέα. Πρέπει, επομένως, ο μοναδικός σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, μετά ταύτα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την 18 Αυγούστου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Λ. Κ. του Χ. για αναίρεση της 335/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220€) Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠΔ, η έφεση του Εισαγγελέως πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Λόγοι αναιρέσεως: Υπέρβαση εξουσίας από το Εφετείο, το οποίο απορρίπτοντας την ένσταση του κατηγορουμένου δέχθηκε την έφεση τον Εισαγγελέως κατ’ αθωωτικής αποφάσεως, η οποία δεν είχε, κατά τον αναιρεσείοντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
2
Αριθμός 100/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Λ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βραχιώτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1918/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 503/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του νόμου 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω τής εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Από τα ανωτέρω ακολουθεί ότι, αν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, προβάλλει ότι, παρά τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό, δεν έγινε εγκύρως η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ώστε να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία της εφέσεως, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 4/1995), υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Την προβολή των στοιχείων αυτών ενώπιον του εφετείου πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένη και παραδεκτή και η αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως, με την οποία απερρίφθη το αίτημα του αναιρεσείοντος να θεωρηθεί για τους λόγους αυτούς εμπρόθεσμη η έφεσή του. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τού ίδιου Κώδικα, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο τής επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και τής επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (ΟλΑΠ 6 & 7/1994 και 4/1995). Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Εξάλλου, μέχρι την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες, που απέρριπταν το αίτημα για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, όμως, μετά την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1918/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 51.864/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για πλαστογραφία με χρήση και υπεξαγωγή εγγράφων σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών. Από την πληττόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε, κατά πλειοψηφία, την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου, με την εξής αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚποινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα, το δικαστήριο με πρόταση του Εισαγγελέα, το κηρύσσει απαράδεκτο και διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει αριθμό 51864/2006. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 15.11.2007, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Μ.Π.Σ. στο Α.Τ. Πεύκης Α. Κ., που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 2.2.2010, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Ειδικότερα προέκυψε ότι η προσβαλλομένη απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, επιδόθηκε σ' αυτόν την 15.11.2007, ως αγνώστου διαμονής. Από το αποδεικτικό επιδόσεως του αστυνομικού του Α.Τ. Πεύκης Αττικής Α. Κ. προκύπτει ότι ο εκκαλών αναζητήθηκε στην οδό ... (διεύθυνση τελευταίας γνωστής κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση και στο κατηγορητήριο) και δεν ανευρέθη, γι' αυτό ορθώς επεδόθη ως αγνώστου διαμονής. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία Αθηνών δεν υποχρεούται να γνωρίζει την αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας του εκκαλούντος ή την τελευταία γνωστή κατοικία του (εκτός αν είχε δηλωθεί από τον ίδιο), από ενέργειες άλλων δικαστηρίων. Περαιτέρω, από το αναγνωσθέν έγγραφο της διάταξης επιβολής περιοριστικών όρων του Ανακριτού του Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι ο εκκαλών κατά το έτος 2005 είχε επαγγελματική στέγη στην οδό .... Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι από το έτος 2003 και κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αυτός ήταν γνωστής διαμονής (κάτοικος ...) δεν αποδείχθηκε. Επομένως, η έφεση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Δηλαδή, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης 51.864/2006 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 15 Νοεμβρίου 2007, προκύπτουσα από το μνημονευόμενο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα Α. Κ., όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 2 Φεβρουαρίου 2010, δηλαδή μετά την παρέλευση (αναφέρεται στην αιτιολογία), της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Επομένως, η αιτιολογία αυτή τής αποφάσεως του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν και τα επικαλούμενα απ' αυτόν έγγραφα, με τα οποία δικαιολογείται το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη του τα ανωτέρω, αφού στην έκθεση της εφέσεως δεν αναφέρεται σαφής και ορισμένος λόγος, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη εκ περισσού δε εξετάσθηκαν μάρτυρες και ανεγνώσθησαν έγγραφα. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Λ. του Δ., για αναίρεση της 1918/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
null
null
0
Αριθμός 99/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αποστολόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ.37/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δήμο Γοργοποτάμου Φθιώτιδας, που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 397/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 68 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί "αμέσως" από το διωκόμενο έγκλημα. Αν, λοιπόν, ασκηθεί από πρόσωπο που δεν είναι αμέσως ζημιούμενο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Κώδικα Καταστάσεως Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων, που κυρώθηκε με τον Νόμο 2683/1999, ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια. Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται απέναντι των τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτού δημόσιος υπάλληλος, καθώς και ο υπάλληλος που υπηρετεί σε νομικό πρόσωπο δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) ή Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) (άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα) ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις του, που προήλθαν από δόλο ή βαριά αμέλεια και διενεργήθηκαν, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης δημόσιας εξουσίας μόνο έναντι του Δημοσίου, του ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ αντίστοιχα. Στην έννοια δε της ζημίας περιλαμβάνεται κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 του Αστικού Κώδικα, τόσο η περιουσιακή ζημία, όσο και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά μεταξύ άλλων και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο δεχόμενο ως νόμιμη την παράσταση της πολιτικής αγωγής επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την 37/2010 απόφαση του, τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών συνολικά, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία για τα αδικήματα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας με χρήση και δεχόμενο ως νόμιμη την εναντίον του παράσταση πολιτικής αγωγής του Δήμου Γοργοποτάμου του επιδίκασε το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης των 50 ευρώ και ως εκ τούτου αφ' ενός μεν προέκυψε απόλυτη ακυρότητα, αφ' ετέρου δε υπέρβαση εξουσίας. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, νομίμως παρέστη ο Δήμος Γοργοποτάμου ως πολιτικώς ενάγων για το ως άνω ποσό για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη και η οποία αφορά στην πίστη και το κύρος του ονόματος του έναντι των τρίτων από την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του δικαστηρίου, που την εξέδωσε, όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία, που δεν του παρέχεται από τον νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το δικαστήριο που δίκασε την έφεση του καταδικασθέντος χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 ΚΠΔ, την θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος, ενώ τέτοια χειροτέρευση του τελευταίου επέρχεται και όταν το Εφετείο δεν αναγνώρισε υπέρ του εκκαλούντος το ελαφρυντικό που του είχε αναγνωρισθεί πρωτοδίκως, έστω και αν δευτεροβαθμίως επιβάλλεται η ίδια ή ακόμη και μικρότερη από την πρωτοδίκως καταγνωσθείσα ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση, καθώς διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή του βάσιμου ή όχι κάποιου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι στον κατηγορούμενο πρωτοδίκως είχαν αναγνωρισθεί τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' ενώ το Εφετείο που δίκασε την έφεση του, του αναγνώρισε μόνο αυτό του εδαφίου δ'. Όμως, στο σκεπτικό της αποφάσεως του, το Εφετείο δέχεται και ρητά αναφέρει ότι πρέπει να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο και τα δύο ελαφρυντικά, ενώ στο διατακτικό από προφανή παραδρομή αναφέρεται μόνο στο ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας. Η μη αναφορά και των δύο ελαφρυντικών στο διατακτικό οφείλεται σε προφανή παραδρομή, όμως ελήφθη υπόψην από το Δικαστήριο και το ελαφρυντικό αυτό, το οποίο συνυπολογίστηκε για τον καθορισμό του ύψους της ποινής που επιβλήθηκε, δοθέντος μάλιστα ότι με το άρθρο 85 του Ποινικού Κώδικα, στην περίπτωση που συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιπτώσεις, λαμβάνονται υπόψην όλοι οι λόγοι μειώσεως της ποινής με το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα, η μείωση όμως εφαρμόζεται μόνο μία φορά. Επομένως και ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., κατά της 27/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση. Λόγος αναιρέσεως: Απόλυτη ακυρότητα λόγω μη νόμιμης παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Απορρίπτει.
null
null
0
Αριθμός 88/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: 1. Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Χαρίτου και Σπύρο Μπεκάρη. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Υπό εκκαθάρισης τελούσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Σ. και υιός ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Α.-Μ. χας Α. Χ. Β.-Μ., το γένος Γ. Κ., ως καθολικής διαδόχου της αποβιωσάσης Ε. Γ., 3. Π. Π. του Χ., ως κηδεμόνα του Σ. Γ. του Α.. Η πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο οι 2η και 3ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Δάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-1998 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2007 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 13.712/7-1-2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κερκύρας ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω απ' αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία "Δ. Σ. και Υιός Ο.Ε.". Η επίδοση έγινε με θυροκόλληση του επιδοθέντος εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. Αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδόθηκε εμπρόθεσμα στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα και έγγραφη ειδοποίηση για τη γενόμενη θυροκόλληση ταχυδρομήθηκε εμπρόθεσμα προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας (βλ. τις από 8-1-2010 δύο βεβαιώσει του άνω δικαστικού επιμελητή). Κατά την αρχική δικάσιμο της 22ης Μαρτίου 2010 η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε και η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Η αναβολή αυτή επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ. 4, 575 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε κατ' αυτήν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1373/1997). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1 και 2, 522 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό μπορεί, ως εκκαλών, να προβάλει το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη νέους ισχυρισμούς μόνο με την έφεση ή το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 παρ. 2 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία προβολή τους. Η προβολή νέου ισχυρισμού με τις προτάσεις του εκκαλούντος είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1771/2007, 2070/2007, 468/2007, 409/2002, 984/1992). Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 του Α.Κ. η υπαναχώρηση αποκλείεται, αν ο δικαιούμενος να υπαναχωρήσει εκποίησε ολικά κατά μεγάλο μέρος το αντικείμενο που έλαβε ή το επιβάρυνε με δικαίωμα υπέρ τρίτου. Η διάταξη αυτή, όπως και εκείνες των άρθρων 391 και 392 του Α.Κ., αποσκοπεί να αποτρέψει αντιφατική και αντίθετη προς την καλή πίστη συμπεριφορά του δανειστή, ο οποίος δηλώνει ότι υπαναχωρεί τη στιγμή που δεν είναι σε θέση να επιστρέψει την παροχή που έλαβε. Η εφαρμογή της, όμως, προϋποθέτει παροχή επιδεκτική αυτούσιας επιστροφής, η οποία καθίσταται αδύνατη από συμπεριφορά του υπαναχωρούντος, ήτοι συνεπεία της υπ' αυτού εκποίησης του αντικειμένου που έλαβε ή επιβάρυνσης του με δικαίωμα υπέρ τρίτου. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την ιδιότητα των εκκαλούντων πρόβαλαν το πρώτον, με τις έγγραφες προτάσεις τους, τον ισχυρισμό ότι η κήρυξη από τους κληρονόμους του οικοπεδούχου έκπτωτης της εργολήπτριας ήταν άκυρη (ανίσχυρη) ως υπαναχώρηση από τη σύμβαση εργολαβίας (ανέγερση διώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής), την οποία υπαναχώρηση είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι κατά το χρόνο της υπαναχώρησης οι δικαιούμενοι σε υπαναχώρηση είχαν εκποιήσει κατά το μεγαλύτερο μέρος την παροχή που έλαβαν από την εργολήπτρια, ήτοι είχαν μεταβιβάσει τρεις από τις πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες που εκείνη κατασκεύασε (πέραν εκείνων που αντιστοιχούν στο εργολαβικό της αντάλλαγμα). Ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν μπορεί να θεμελιώσει την από το άρθρο 393 του Α.Κ. ένσταση αποκλεισμού της υπαναχώρησης, διότι, όπως αναφέρθηκε, η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει την περίπτωση που είναι επιδεκτική αυτούσιας απόδοσης η παροχή που έλαβε ο υπαναχωρών και η οποία κατέστη αδύνατη συνεπεία της υπ' αυτού εκποίησης ή επιβάρυνσης του ληφθέντος αντικειμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει επί υπαναχώρησης του οικοπεδούχου από τη σύμβαση κατασκευής οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, στην οποία η παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής με δικά του υλικά και δαπάνες και η παροχή του οικοπεδούχου στην καταβολή της αμοιβής, δηλαδή στη μεταβίβαση των ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των διαιρετών χώρων που αντιστοιχούν σ' αυτά. Τούτο δε διότι η παροχή που έλαβε ο οικοπεδούχος, ήτοι η οικοδομή, είναι από τη φύση της ανεπίδεκτη αυτούσιας απόδοσης στην εργολήπτρια, διότι κατέστη συστατικό του οικοπέδου και η κυριότητα της περιήλθε στον οικοπεδούχο (άρθρα 1057, 1063 Α.Κ.). Στην περίπτωση αυτή η αποδοτέα από τον οικοπεδούχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 Α.Κ. ωφέλεια συνίσταται στην αξία της εργασίας και των υλικών που ενώθηκαν με το ακίνητο (Α.Π. 1743/2008). Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός απαραδέκτως προβλήθηκε από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες το πρώτον με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ενώ έπρεπε να προβληθεί με την έφεση ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων νόμιμης από το άρθρο 686 εδ. α' Α.Κ. υπαναχώρησης εκ μέρους του οικοπεδούχου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο οικοπεδούχος άσκησε νόμιμη από το άρθρο 686 εδ.α' Α.Κ. υπαναχώρηση, ενώ δέχθηκε ότι αυτός άσκησε προβλεπόμενο από τη σύμβαση εργολαβίας δικαίωμα υπαναχώρησης κατά τις διατάξεις των άρθρων 389, 390 Α.Κ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο συμβόλαια, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες για την απόδειξη του από το άρθρο 393 του Α.Κ. ισχυρισμού τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα κατά την ανάπτυξη του πρώτου λόγου αναίρεσης ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν τα ανωτέρω έγγραφα δεν ήταν νόμιμος και σε κάθε περίπτωση δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου και ήταν ως εκ τούτου επουσιώδης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-4-2008 αίτηση των Γ. Σ. του Κ. και Κ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 53/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτη αν δεν περιέχει ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης. Σύμβαση δικαιόχρησης. Λήψη υπόψη αποδεικτικών στοιχείων που δεν πληρούν του όρους του νόμου ( άρθρο 270 § 2 εδ. α’ ΚΠολΔ). Η κρίση του δικαστηρίου ότι απαιτείται η συμπληρωματική προσφυγή σ’αυτά, η οποία αυτονοήτως προκύπτει όταν το δικαστήριο προσφεύγει σε τέτοια αποδεικτικά μέσα, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 19 Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 3513/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
null
null
0
Αριθμός 87/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 44783/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ι. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη και πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Π. του Ε., κάτοικο ... . Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 36/16 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1205/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Για την πληρότητα της αξιουμένης από τις ως άνω διατάξεις ειδικής αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από αυτά και του τι ειδικότερα προέκυψε από καθένα. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 44783/2010 απόφαση και τα πρακτικά της, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Ι. Κ., των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, πλην των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν και ρητώς αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού, εξετάσθηκαν και δύο μάρτυρες υπεράσπισης, η Ν. Κ. και ο Δ. Λ. . Οι μάρτυρες αυτοί ναι μεν δεν αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού, πλην όμως το δικαστήριο, για να στηρίξει την περί αθώωσης κρίση του, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύει στο αιτιολογικό της απόφασής του προέκυψαν (εκτός από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και την απολογία του κατηγορουμένου, που αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού) και από "τις καταθέσεις των ως μαρτύρων κατηγορίας Ν. Κ. και Δ. Λ.", αποσπάσματα των οποίων παραθέτει στη σελίδα 18 του σκεπτικού. Έτσι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω δύο μαρτύρων υπερασπίσεως. Επομένως, δεν στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων για τη θεμελίωση της αθωωτικής κρίσης του δικαστηρίου. Επομένως, ο αντίθετος, μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16/9/2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44783/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αθωωτική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατ’ είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, διότι οι καταθέσεις των δύο μαρτύρων υπεράσπισης, ναι μεν δεν διαλαμβάνονται στο προοίμιο της αθωωτικής απόφασης, πλην όμως αυτές ρητά διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της. Απορρίπτεται στο σύνολο της.
null
null
0
Αριθμός 87/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Π . του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ Ο.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκε η 101/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 78/2004 Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 7-6-2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 103/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 217/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητάει ο ήδη αναιρεσείων με την από 28-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 11-2-2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η αίτηση και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν καθόλου ή δεν επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της αναγραφής της στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση. Αν, όμως, κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος στη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί καθόλου ή νομίμως να παραστεί, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του για την τελευταία αυτή δικάσιμο. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει. Επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 19-1-2010 κατά την οποία η υπόθεση, με αίτηση του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νέα δικάσιμο, από τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα δεν προκύπτει (αυτός επιμελήθηκε μόνο με την από 2-4-2009 κλήση του για τον προσδιορισμό νέας δικασίμου, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως κατά την πρώτη δικάσιμο της 24-2-2009) ούτε αποδεικνύεται, ότι ο τελευταίος είχε κλητευθεί με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία εμφανίστηκε, για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αρχική δικάσιμο, αφού ούτε γίνεται επίκληση, ούτε προσκομίζονται σχετικές εκθέσεις αρμοδίων δικαστικών επιμελητών. Επομένως, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολιπόμενου αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-11-2007 αιτήσεως του Κ. Π. για αναίρεση της 217/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Συζήτηση της υποθέσεως ερήμην αναιρεσείοντος ( αρθρ 576ΚΠολΔ) Αναβολή εκ του πινακίου.Πότε ισχύει ως κλήτευση του απολιπόμενου διαδίκου.
null
null
0
Αριθμός 84/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 716/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)". Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 812/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του Ν. 2172/1993, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παρανόμως στη διαδικασία του ακροατηρίου, επέρχεται ακυρότητα η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ΚΠΔ, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως καθώς και τις διατυπώσεις της παράστασης πολιτικής αγωγής, και όχι για άλλες πλημμέλειες, όπως εκείνη που υπάρχει όταν αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος του ζημιωμένου από το έγκλημα δεν έχει την εξουσία να τον εκπροσωπήσει. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη 716/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση που διέπραξε σε βάρος του Οργανισμού Ασφαλίσεως Ελευθέρων Επαγγελματιών- Τμήμα Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΟΑΕΕ ΤΑΕ). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής, κατά τη συζήτηση της εφέσεως και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκε ο Ν. Π., Διευθυντής και εκπρόσωπος του ως άνω Οργανισμού, δυνάμει της υπ' αριθμ. 650/2 απόφασης και των υπ' αριθμ. 727/25/9/2006 πρακτικών του Οργανισμού, και δήλωσε ότι ο τελευταίος παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση πεντακοσίων (500) ευρώ, που του επιδικάσθηκαν και πρωτοδίκως, με επιφύλαξη, και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Στυλιανό Χρηστομάνο. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, εγκείμενη στην παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής, καθόσον ο προαναφερόμενος Πρόεδρος του πολιτικώς ενάγοντος Νομικού Προσώπου (Ν. Π.) δεν είχε εξουσιοδοτηθεί με τις παραπάνω αποφάσεις για να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά εξουσιοδοτηθείς με αυτές ήταν ο Ν. Π., ο οποίος παρέστη στην πρωτοβάθμια δίκη. Σύμφωνα, όμως, με όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ο λόγος αυτός αναίρεσης, εφόσον δεν ανάγεται στην έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος Νομικού Προσώπου (οργανισμού) για να παρασταθεί στο Εφετείο, ούτε στη μη τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 68 του ΚΠΔ διαδικασίας για τον τρόπο, το χρόνο και τις διατυπώσεις ασκήσεως της πολιτικής αγωγής, αλλά σε άλλες πλημμέλειες και συγκεκριμένα στην εξουσία εκπροσωπήσεως του πολιτικώς ενάγοντος Νομικού Προσώπου στη δίκη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των 329, 331,333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, έλαβε υπόψη του ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στο σκεπτικό της και τα εξής έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και συγκεκριμένα: 1) την 7162/30/3/2001 αίτηση περί απονομής σύνταξης του ασφαλισμένου Ζ. Ζ., 2) την 18061/21/9/2001 αίτηση του Σ. Ο. περί απονομής σύνταξης λόγω θανάτου της ασφαλισμένης Ε. Ο., και 3) την χωρίς ημερομηνία αίτηση της Π. Θ., κληρονόμου του θανόντος συνταξιούχου του ΤΑΕ Α. Θ.. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα έγγραφα αυτά εμπεριέχονται στις υπ' αριθμ. 1150/12/6/2003, 1653/13/8/2003 και 2503/3/11/2003 αποφάσεις του Οργανισμού ΟΑΕΕ- ΤΑΕ, αντίστοιχες με τις παραπάνω αιτήσεις, οι οποίες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων των συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, για δε την υποκειμενική θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντως αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Περαιτέρω, η χρήση στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και έτσι δώσει σ' αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Η χρήση του εγγράφου μπορεί να γίνει με τη χρησιμοποίηση με τρόπο άμεσο ή και έμμεσο και με τη χρήση δια τρίτου καλόπιστου προσώπου που αγνοεί την πλαστότητα. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το εκδόσαν αυτή Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την 12 Ιουνίου 2003 έως την 3 Νοεμβρίου 2003, η κατηγορουμένη Γ. Α., χωρίς να είναι το δικαιούμενο πρόσωπο που μπορούσε να το πράξει, με περισσότερες ομοειδείς πράξεις πλαστογραφίας, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, η καθεμία από τις οποίες είναι αποτέλεσμα χωριστής μεταγενέστερης όμοιας απόφασης της κατηγορουμένης προς τέλεσή της που αποτελεί εξακολούθηση της προηγούμενης, κατάρτισε επανειλημμένα από την αρχή πλαστό έγγραφο που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα κατά το έτος 2003 η κατηγορουμένη ήταν υπάλληλος του ΟΑΕΕ- ΤΑΕ της Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσ/κης και απασχολείτο στο Τμήμα συντάξεων. Ήταν εισηγήτρια στις συντάξεις λόγω γήρατος, θανάτου, και αναπηρίας. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της αυτών, υπέβαλαν αιτήσεις συνταξιοδοτήσεως, εκτός των άλλων, οι Ζ. Ζ., Σ. Ο. και Π. Θ.. Όμως, η κατηγορουμένη απώλεσε τους φακέλους των αιτήσεών τους και τα σχετικά δικαιολογητικά. Προκειμένου να μην αποκαλυφθεί στους προϊσταμένους της η απώλεια και επειδή οι ενδιαφερόμενοι την πίεζαν για την επίσπευση της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως που αφορούσε τη συνταξιοδότηση, η κατηγορουμένη αποφάσισε να καταρτίσει μόνη της τις σχετικές αποφάσεις, χωρίς την μεσολάβηση των προϊσταμένων της που είχαν το δικαίωμα να το πράξουν, παρά την έλλειψη των σχετικών φακέλων και των δικαιολογητικών. Έτσι, όντας υπάλληλος του ΟΑΕΕ- ΤΑΕ της Περιφερεικής Διεύθυνσης Θεσ/κης και απασχολούμενη στο Τμήμα συντάξεων, χωρίς να αντλεί από πουθενά νόμιμο δικαίωμα να το πράξει, κατάρτισε (κατασκεύασε) από την αρχή εξ ολοκλήρου, με τη θέση της υπογραφής των φερομένων ως συντακτών, Α) την 12/3/2003, την με αριθμό 1150/12/6/2003 απόφαση Διευθυντή του ΤΑΕ, σύμφωνα με το κατασκευασθέν περιεχόμενο της οποίας γινόταν δεκτή η 7162/30/3/2003 αίτηση περί απονομής σύνταξης του ασφαλισμένου Ζ. Ζ. και χορηγούνταν σ' αυτόν από 1/4/2001 μηνιαία σύνταξη λόγω γήρατος, χωρίς προηγουμένως η κατηγορουμένη να έχει ενεργήσει τον απαιτούμενο ασφαλιστικό και οικονομικό έλεγχο και δίχως να έχει ενεργήσει την απαιτούμενη αλληλογραφία με το ΙΚΑ, β) Την 13/8/2003, την 1653/ 13/8/2003 απόφαση του Διευθυντή του ΤΑΕ, σύμφωνα με το κατασκευασθέν περιεχόμενο της οποίας γινόταν δεκτή η 18061/21/9/2001 αίτηση του Σ. Ο. περί απονομής σύνταξης λόγω θανάτου της ασφαλισμένης Ε. Ο. και χορηγούνταν σ' αυτόν μηνιαία σύνταξη από 1/10/2001, χωρίς προηγουμένως κη κατηγορουμένη να έχει προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την απονομή της σύνταξης στο Κεντρικό Τμήμα Αθηνών, όπου μέχρι την 31/12/2001 αυτού του είδους οι αιτήσεις υποχρεωτικά διαβιβάζονταν, και Γ) την 3/11/2003, την 2503/3/11/2003 απόφαση του Διευθυντή του ΤΑΕ, σύμφωνα με το κατασκευασθέν περιεχόμενο της οποίας γινόταν δεκτή η χωρίς ημερομηνία αίτηση της Π. Θ., κληρονόμου του θανόντος συνταξιούχου του ΤΑΕ Α. Θ., σύμφωνα με την οποία εγκρινόταν η καταβολή σ' αυτήν του μη εισπραχθέντος ποσού συντάξεως, που ανερχόταν σε 1077, 62 ευρώ. Επιπλέον η κατηγορουμένη έθεσε στο σώμα της καθεμίας αποφάσεως, κάτω από τις ενδείξεις "ο διευθυντής" και "ο προϊστάμενος", υπογραφές κατά απομίμηση των γνήσιων, των φερομένων ως συντακτών Ν. Π. και Κ. Ρ., αντίστοιχα, που κατείχαν τις ανωτέρω θέσεις, εν αγνοία τους και παρά την αντίθετη θέλησή τους, προκειμένου να εμφανίζεται ότι τα παραπάνω πρόσωπα είχαν καταρτίσει εκείνα τις αποφάσεις με το προπαρατεθέν περιεχόμενο. Στις παραπάνω πράξεις προέβη η κατηγορουμένη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της καθεμίας πλαστής αποφάσεως τους αρμοδίους υπαλλήλους στο ΤΑΕ, σχετικά με το γεγονός ότι δήθεν οι προπεριγραφόμενες αποφάσεις είχαν εκδοθεί νομότυπα, όσον αφορά το περιεχόμενο, για το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως των προσώπων που αφορούσαν και τις υπογραφές των αρμοδίων οργάνων του ΤΑΕ που έφεραν. Ακολούθως , αμέσως μετά την κατασκευή της καθεμίας πλαστής αποφάσεως, η κατηγορουμένη προέβη σε χρήση της. Τις δύο πρώτες αποφάσεις τις απέστειλε στα αρμόδια γραφεία της Κεντρικής Υπηρεσίας Αθηνών, προκειμένου να αρχίσει η καταβολή των μηνιαίων συντάξεων στους διαλαμβανόμενους σε αυτές δικαιούχους. Την τρίτη την παρέδωσε στη φερόμενη ως δικαιούχο Π. Θ.. Επομένως η κατηγορουμένη τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως της πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της. Αναγνωρισθούν όμως σ' αυτήν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και δ του ΠΚ, διότι, πέραν του λευκού ποινικού μητρώου, μέχρι τον χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, διήγε έντομο βίο, ατομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό και οικογενειακό, ενώ μετά την τέλεσή τους έδειξε ειλικρινή μετάνοια και εμπράκτως επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών της. Για τις πράξεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης επέβαλε στην ήδη αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, η μερική επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό και η παραπομπή σ' αυτό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, διότι στην εξεταζομένη υπόθεση το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, τόσο αναλυτικά και με κάθε πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ούτε υφίσταται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς τον σκοπό παραπλάνησης της αναιρεσείουσας , που έγκειτο στο να παραπλανήσει με την χρήση των τριών πλαστών αποφάσεων συνταξιοδότησης που η ίδια είχε καταρτίσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΟΑΕΕ-ΤΑΕ περί του ότι δήθεν οι αποφάσεις αυτές είχαν εκδοθεί νομότυπα, χωρίς να ενδιαφέρουν τα κίνητρα και τα απώτερα ελατήρια αυτής. Η κατά τις παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης παράδοση από την κατηγορουμένη της τρίτης πλαστής αποφάσεως στην ενδιαφερόμενη για συνταξιοδότηση Π. Θ. και όχι στον Οργανισμό ΟΑΕΕ-ΤΑΕ, όπως των άλλων δύο, στοιχειοθετεί και για την μερικότερη αυτή πράξη, την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως πλαστού εγγράφου, αφού με την παράδοση αυτή καθίστατο προσιτή η εν λόγω πλαστή απόφαση στον ως άνω οργανισμό, ο οποίος είχε την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου της, και συνεπώς στοιχειοθετείται αντικειμενικά η χρήση πλαστού εγγράφου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για πλαστογραφία με χρήση, η δε αναφορά μόνο στον επίλογο του σκεπτικού "επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση", δεν δημιουργεί καμία ασάφεια, μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση για το οποίο καταδικάσθηκε αυτή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΠΚ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Συνακόλουθα δε, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25/5/2010 αίτηση της Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 716/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση, κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει τους λόγους αναίρεσης α) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παράνομης παράστασης πολιτικής αγωγής, εκ του ότι ο παραστάς πολιτικώς ενάγων, νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ΟΑΕΕ-ΤΑΕ, δεν είχε εξουσιοδότηση από αυτό (δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα), β) για απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν (αβάσιμος), γ) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, και δ) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αβάσιμοι). Απορρίπτεται στο σύνολο της.
null
null
2
Αριθμός 84/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΘΟΣ ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Βιομηχανική Περιοχή ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κομματά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1008/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 2619/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 21-4-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της εισήγησης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τα άρθρ. 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλει το άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, επί αγωγής που έχει ως αυτοτελές αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, πρέπει κατά το άρθρ. 216 του Κ.Πολ.Δ. για το ορισμένο αυτής να εκτίθενται στο δικόγραφό της με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα. Έτσι, στο δικόγραφο της αγωγής στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως προβάλλεται η καταχρηστική εκ μέρους του εργοδότη άσκηση του σχετικού δικαιώματός του, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια του άρθρ. 281 του ΑΚ. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, κρίνοντας αντίστοιχα νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αρ. 8 και 14 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. Έτσι, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτήν που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, διότι δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και διαλαμβάνονταν σε αυτήν, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αρ. 8 ή 14 λόγοι αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρ. 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ., η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει ότι προσλήφθηκε την 9-3-1976 από την εταιρεία του ομίλου "ΜΠΟΥΤΑΡΗ" με την επωνυμία "Α. ΚΑΜΠΑΣ Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και στη συνέχεια κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων της επιχείρησης απασχολήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία υπεισήλθε νομίμως στα εκ της ατομικής της εργασιακής σχέσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις από 1-1-2001, ως υπεύθυνη τηλεφωνικού κέντρου αντί μηνιαίων αποδοχών που ανέρχονταν κατά μήνα Οκτώβριο του 2004 στο ποσό των 1.145 ευρώ μηνιαίως. Την 25-10-2004 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβασή της και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή όμως είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε από εμπάθεια των προστηθέντων οργάνων της εργοδότριας εταιρείας προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας για τους ακόλουθους λόγους: Τον Αύγουστο του έτους 2003 προσλήφθηκε στην αναιρεσίβλητη ως Διευθυντής Προσωπικού ο Γ. Κ., ο οποίος από την αρχή της παρουσίας του στην εταιρεία εκδήλωσε απέναντί της μια ιδιότυπη και διαφορετική από τη συνηθισμένη σε χώρους εργασίας υπηρεσιακή συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, την προσέγγισε εξαρχής και την αντιμετώπιζε με υπερβολικά "φιλικό" τρόπο και με άκρως κολακευτικά, καθημερινώς, σχόλια για την παρουσία της ως γυναίκα και κυρίως για την εξωτερική εμφάνισή της. Σε καθημερινή βάση και πολλές φορές ημερησίως με διάφορα προσχήματα προσερχόταν στον χώρο εργασίας της, που ήταν σε απόσταση 15 μ. από το γραφείο του και με τη συμπεριφορά του και τη φυσική παρουσία του προσπαθούσε να έχει συνεχή επικοινωνία μαζί της, τονίζοντας την παρουσία του αλλά και τη θέση του στην ιεραρχία της εταιρείας, χωρίς να υφίστανται αντικειμενικοί υπηρεσιακοί λόγοι. Η διαρκής παρουσία και οι συνεχείς κολακευτικοί χαρακτηρισμοί του προϊσταμένου της έφεραν την αναιρεσείουσα πολλές φορές σε δύσκολη θέση και αμηχανία, λόγω της καθημερινής τους συχνότητας, ξέφευγαν από τα όρια της ευγένειας ή της συναδελφικότητας και χωρίς να αγγίζουν τα όρια της προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της δημιουργούσαν έντονο πρόβλημα επικοινωνίας και ανασφάλειας, αφού η συμπεριφορά του αφενός δεν αφορούσε την εργασία της και αφετέρου την έκαμε να ενεργεί ως αμυνόμενη σε διαρκή πίεση και πάντως της αποσπούσε αναίτια και χωρίς να το επιθυμεί το ενδιαφέρον από την εργασία της, ενώ παράλληλα αποτέλεσε αφορμή για δημιουργία ψιθύρων και σχολίων από συναδέλφους που είχαν αντιληφθεί τον Γ. Κ. να της απευθύνει φιλοφρονήσεις. Λόγω της σοβαρότατης ψυχολογικής πίεσης που αισθανόταν και του ισχυρότατου εργασιακού στρες και ευρισκόμενη σε αδιέξοδο, εξομολογήθηκε την κατάστασή της στον σύζυγό της και στο οικογενειακό της περιβάλλον, οι οποίοι έδειξαν κατανόηση και με τον σύζυγό της αποφάσισαν να μη διαμαρτυρηθούν στη διοίκηση της εταιρείας αλλά να παραμείνει αφοσιωμένη στα υπηρεσιακά της καθήκοντα. Περί τα μέσα Οκτωβρίου 2003 κατέστησε σαφές με ευπρεπή αλλά κατηγορηματικό τρόπο στον Δ/ντη Προσωπικού ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η οικογένεια και η εργασία της και τίποτε άλλο. Έκτοτε ο τελευταίος άλλαξε συμπεριφορά απέναντί της και άρχισε να δημιουργεί αδικαιολόγητα διάφορα προβλήματα κατά την άσκηση των καθηκόντων της και να την αντιμετωπίζει με τρόπο εχθρικό και προσβλητικό. Ήταν προφανές ότι η αιτία της αλλαγής αυτής στη συμπεριφορά του οφειλόταν σε εμπάθεια απέναντί της λόγω της απόρριψης και απόκρουσης του "ενδιαφέροντός" του. Έτσι, στις 26-1-2004, λόγω δεκαπεντάλεπτης καθυστέρησης εξαιτίας οικογενειακού της προβλήματος την κάλεσε σε απολογία και την υποχρέωσε να υπογράψει έγγραφη δήλωση, σαν να επρόκειτο για σοβαρότατο πειθαρχικό παράπτωμα. Κατά μήνα Μάιο του 2004 η αναιρεσείουσα αναγκάσθηκε να απευθυνθεί στον Πρόεδρο του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης Κ. Μ., στον οποίο ανέφερε τα προεκτεθέντα και ζήτησε την προστασία του. Ο τελευταίος την καθησύχασε και τη διαβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την εργασία της και γενικότερα με την παρουσία της στην εταιρεία και ότι θα προβεί σε συστάσεις στον Γ. Κ.. Η προφορική αναφορά της αναιρεσείουσας στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και οι συστάσεις που αυτός του απηύθυνε εξόργισαν τον Διευθυντή Προσωπικού, ο οποίος έπαψε να την ενοχλεί αλλά ανέμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να εκδηλώσει την εμπάθειά του προς το πρόσωπό της και αυτό συνέβη ευθύς μόλις η πλειοψηφία των μετοχών περιήλθε σε Αγγλική εταιρεία και ως Γενικός Δ/ντης τοποθετήθηκε ο Ι. Κ., οπότε ο Δ/ντης Προσωπικού, αφού δεν του ήταν αρεστή και επιθυμούσε την άμεση αποπομπή της από την εταιρεία, ο ίδιος εισηγήθηκε στον Γενικό Διευθυντή την απόλυσή της, που πραγματοποιήθηκε στις 25-10-2004. Η απόλυσή της δηλαδή έγινε εξαιτίας της εμπάθειας του προαναφερθέντος οργάνου της αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν του ήταν αρεστή εξαιτίας της προσπάθειας που κατέβαλε για να διαφυλάξει την ηθική της υπόσταση και ζητούσε, εκτός άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής, διότι αντιβαίνει προφανώς στα αξιολογικά κριτήρια του άρθρ. 281 του ΑΚ. Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή της αναιρεσείουσας είναι (νομικά) ορισμένη, αφού περιέχονται σε αυτή όλα τα απαιτούμενα από τις οικείες διατάξεις στοιχεία για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, οφειλομένης σε εμπάθεια των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό της. Το Εφετείο, αφού δίκασε την έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που επικαλείτο την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της λόγω καταχρηστικότητας συνισταμένης σε εμπάθεια ("εχθρότητα") του Δ/ντη Προσωπικού της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό της, δέχθηκε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά και ειδικότερα ότι "η καταγγελία της ατομικής της σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική και άκυρη, διότι έγινε παρότι αυτή ήταν η πλέον έμπειρη και ικανή υπάλληλος της εναγομένης και παρότι με συνέπεια και ευσυνειδησία ανελλιπώς πρόσφερε τις υπηρεσίες της χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία για την ποιότητα και ποσότητα της εργασίας της ... πλην όμως διότι δεν ήταν συμπαθής στον Διευθυντή Προσωπικού της εναγομένης Γ. Κ., ο οποίος ανεπιτυχώς είχε προσπαθήσει να την προσεγγίσει με υπερβολικά "φιλικό" τρόπο, χωρίς όμως να προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά της, με αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί έντονο πρόβλημα επικοινωνίας και ανασφάλειας, το οποίο την αποσπούσε αναίτια και δίχως να το επιθυμεί από το ενδιαφέρον για την εργασία της" και αληθή υποτιθέμενα, "ενόψει του ειδικότερου περιεχομένου τους για την έλλειψη οποιασδήποτε εμφανούς και δικαιολογημένης αιτίας (για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας) και ελλείψει ισχυρισμού της περί σεξουαλικής παρενοχλήσεως από το ανωτέρω κατονομαζόμενο διευθυντικό στέλεχος και εντεταλμένο όργανο της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, δεν περιάγουν την αντίστοιχη εργοδοτική συμπεριφορά της τελευταίας σε υπέρβαση και μάλιστα προφανή προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό για τον οποίο αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη το σχετικό αυτής δικαίωμα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, αξιώνοντας για τη νομική βασιμότητα της αγωγής, με την οποία η ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής θεμελιωνόταν σε εμπάθεια και έχθρα του προστηθέντος οργάνου της εργοδότριας εταιρείας, περισσότερα στοιχεία, όπως εκείνο της σεξουαλικής παρενόχλησης. Επομένως, οι ενιαίως εξεταζόμενοι πρώτος κατά τα υπό στοιχ. Α-Δ μέρη αυτού και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, αληθώς από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2619/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταγγελία συμβάσεως εργασίας.Αναιτιωδώς.Πότε είναι καταχρηστική. Στοιχεία αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, που οφείλεται σε εμπάθεια ή λόγους εκδίκησης. Νομική αοριστία. Πως ελέγχεται ( αρ 1,8 και 14 του άρθρου 559 του Κ ΠολΔ). Αναιρείται απόφαση του Εφετείου που έκρινε τη σχετική αγωγή ως μη νόμιμη.
null
null
0
Αριθμός 83/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Δ. Γ. του Μ. κάτοικο .... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1093/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 329/5-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, το 46862/30.7.2010 αίτημα του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη (ΑΠ 1849/2009, ΑΠ 1802/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1628/2009, ΑΠ 1205/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Δ. Γ. του Μ., κάτοικος Αθηνών, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών την από 4.8.2008 έγκλησή του κατά των εισαγγελικών λειτουργών: 1) Π. Π., προϊσταμένου τότε της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, 2) Π. Α., Εισαγγελέα Πρωτοδικών και 3) Σ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών και ζήτησε την άσκηση ποινικής διώξεως εναντίον τους για την αναφερόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος (άρθρ. 259 του ΠΚ). Η δικογραφία που σχηματίσθηκε υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρ. 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ), λόγω του ότι ο τελευταίος των εγκαλουμένων υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και λόγω συναφείας για τους λοιπούς, οι οποίοι στο μεταξύ προήχθησαν στο βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών. Με το 1991/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών η παραπάνω έγκληση παραπέμφθηκε, ως προς όλους του εγκαλούμενους, από τις αρμόδιες εισαγγελικές, ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, μετά διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, απέρριψε την έγκληση ως ουσία αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), με την 3/2010 διάταξή του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την 8/2010 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το 46862/30.7.2010 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή του εγκαλούντος, διότι οι εγκαλούμενοι εισαγγελικοί λειτουργοί Π. Π. και Π. Α. υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ) ως προς τους ανωτέρω εγκαλουμένους και λόγω συνάφειας ως προς τον εγκαλούμενο Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Σ. Κ. και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και εφόσον συντρέξει περαιτέρω περίπτωση στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για το χειρισμό αυτής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να ορισθεί κατά παραπομπή αρμόδιος να αποφανθεί επί της 8/2010 προσφυγής του Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., κατά της 3/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η από 4.8.2008 έγκλησή του, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και εφόσον συντρέξει περαιτέρω περίπτωση οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές. Αθήνα 4 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 του ΚΠΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου κώδικα, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν, μεταξύ των άλλων λόγων, συντρέχει και η περίπτωση ε', κατά την οποία ο εγκαλών, ή ο ζημιούμενος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Την παραπομπή, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αποφασίζει: α) το Συμβούλιο Πλημ/κών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημ/κείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο δικαιολογητικός λόγος της παραπομπής στην περίπτωση του εδαφίου ε' του άρθρου 136 του ΚΠΔ, είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού υπόνοιας μεροληψίας αυτού, λόγου συνυπηρέτησης του με τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή πρόσωπα. Από την εννοιολογική παραβολή του εδαφίου ε' του άρθρου 136 του ΚΠΔ προς τα άρθρα 122-125, στα οποία ρητώς αναφέρεται, συνάγεται ότι ο κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή δεν περιορίζεται μόνο στο δικαστήριο, αλλά επεκτείνεται και στις αρχές ασκήσεως της ποινικής αγωγής, της προδικασίας και της ενέργειας ακόμη της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στις πιο πάνω περιπτώσεις συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της κατοχύρωσης του ανεπηρέαστου και του αδιάβλητου των δικαστικών κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ), εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ του ΚΠΔ, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Δ. Γ. του Μ., κάτοικος …, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, την από 4-8-2008 έγκληση του κατά των Εισαγγελικών Λειτουργών: 1) Π. Π., Προϊσταμένου τότε της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, 2) Π. Α., Εισαγγελέα Πρωτοδικών, και 3) Σ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, και ζήτησε την άσκηση ποινικής διώξεως εναντίον τους για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 του ΠΚ). Η δικογραφία που σχηματίσθηκε υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. β του ΚΠΔ), λόγω του ότι ο τελευταίος των εγκαλουμένων υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και λόγω συνάφειας για τους λοιπούς, οι οποίο στο μεταξύ προήχθησαν στο βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών. Με το υπ' αριθμ. 1991/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών η παραπάνω έγκληση παραπέμφθηκε ως προς όλους τους εγκαλούμενους, από τις αρμόδιες Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, απέρριψε την έγκληση ως ουσία αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1 του ΚΠΔ), με την υπ' αριθμ. 3/2010 διάταξη του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος με το 46862/30-7-2010 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητεί τον κανονισμό της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή του εγκαλούντος, διότι οι εγκαλούμενοι Εισαγγελικοί Λειτουργοί Π. Π. και Π. Α. υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ του ΚΠΔ) ως προς τους ανωτέρω εγκαλούμενους και λόγω συνάφειας ως προς τον εγκαλούμενο Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Σ. Κ., και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον αντίστοιχο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανώτερο προσφυγής και εφόσον συντρέξει περαιτέρω περίπτωση χειρισμού της υποθέσεως στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγής του Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 3/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η από 4-8-2008 έγκληση του, κατά των Εισαγγελικών Λειτουργών: 1) Π. Π., 2) Π. Α., ήδη Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, και 3) Σ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού της υποθέσεως τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές αρχές . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για να αποφανθεί επί της προσφυγής του Α κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απέρριψε την έγκληση κατά τριών δικαστικών λειτουργών.
null
null
0
Αριθμός 81/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, περί αναιρέσεως της 34746/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 941/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια του ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμοδία, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχόμενου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, για οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως ή αποδοχής των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι το πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 34746/2010 απόφασή του, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε κατ' έφεση για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ..., στις 23/8/2001, 24/8/2001 και 27/8/2001, ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος ατομικής επιχειρήσεως με αντικείμενο ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, στην Πλατεία ... στα ..., ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησής του ισάριθμα εικονικά φορολογικά στοιχεία, αξίας 13.650.000 δραχμών, πλέον 2.457.000 δραχμ. Φ.Π.Α., και συνολικής αξίας 16. 107.000 δραχμών ή 47.269,26 ευρώ. Συγκεκριμένα, ζήτησε έλαβε και καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της, τα υπ αριθμ. 103/23/8//2001, 104/24/8/2001 και 116/27/8/2001 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (Τ.Π.Υ.), συνολικής αξίας 47.269, 26 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΑΕ", που αφορούσαν σε ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται." Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14,26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α και 2 και 98 του ΠΚ, 19 παρ. 1, 4 , 21 του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 21 παρ. 10 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8,9 του Ν. 2954/2001. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων από πρόθεση τις αναγραφόμενες χρονολογίες του μηνός Αυγούστου 2001 στα ..., με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, με μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησής του τρία εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που είχε εκδώσει η εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΑΕ", τα οποία δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές που να είχαν πραγματοποιηθεί. Ειδικότερα, ως προς την επί μέρους αιτίαση του αναιρεσείοντος προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο για την περί ενοχής κρίση του έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα στο σύνολό τους τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την υπ' αριθμ. 8912/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, και δεν ήταν απαραίτητη ειδικότερη αναφορά τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου 2523/1997, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του Ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. α ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας προσφυγής κτλ., και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ. 2 εδ. α δικονομική προϋπόθεση της άσκησης της ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επ' αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξ άλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημ/τα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111του ΠΚ του ίδιου κώδικα, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν άλλως ορίζεται (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, όχι πάνω από τρία χρόνια για τα πλημ/τα, που αρχίζει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 34746/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση (αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων) που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 23/8/2001 έως 27/8/200, σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 23/4/2010, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής των μερικοτέρων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που φέρονται να τελέσθηκαν την 23/8/2001, 24/8/2001 και 27/8/2001, δηλαδή πριν την 2/11/2001, και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη, λόγω παρόδου οκταετίας από του χρόνου τελέσεως των πράξεων μέχρι της εκδικάσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παράθεση του νομικού μέρους του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του Ν. 2523/2001, η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο της παραγραφής ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου , έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκούνταν άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής, και, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 του Ν. 2523/1997). Με την διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται, α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ. Και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο), κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και την διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2945/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ και η της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής τους προ της ισχύος του νόμου (ΑΠ 462/2990 Πράξη και Λόγος 2009, 219). Επί του προκειμένου ο κατηγορούμενος φέρεται να αποδέχθηκε τα αναλυτικά αναφερόμενα στο κατηγορητήριο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τη χρήση του έτους 2001. Η υπ' αριθμ. 4965/2004 έκθεση ελέγχου, που έχει συνταχθεί για την κρινόμενη υπόθεση από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) Π. Δ. Αττικής, θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας αυτής στις 30/7/2004, και συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, έκτοτε αρχίζει η παραγραφή του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα παραγραφής αυτού, ενόψει και του χρόνου επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος προέκυψε ότι είναι στις 22/8/2006". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την χρονική αφετηρία της παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τον κατηγορούμενο εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου για την οποία δέχθηκε περαιτέρω ότι έλαβε χώρα την 30/7/2004 και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν έχει παρέλθει ούτε η πενταετία, αφού δέχθηκε ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο έλαβε χώρα την 22/8/2006, σωστά τις προαναφερθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και ορθά επομένως απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό του, με το να προχωρήσει δε στη συζήτηση της υποθέσεως και καταδικάσει τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την ως άνω πράξη που κατηγορείτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Υπέρβαση εξουσίας η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, τούτο δε συντρέχει κατά την περίπτωση α' της παραγράφου αυτής όταν το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του. Εξ άλλου-σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 17 και 18 του νόμου εγκλήματα (φοροδιαφυγής για παράλειψη υποβολής ή για υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος και της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών, αντίστοιχα), στα οποία η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκησή της, κατά της εν λόγω εγγραφής-επί του προβλεπόμενου από το προαναφερθέν άρθρο 19 του ίδιου νόμου εγκλήματος , η ποινική δίωξη, όπως προαναφέρθηκε, ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο. Συνεπώς, δεν αποτελεί προϋπόθεση η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Έτσι η έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο επί προσφυγής που ασκήθηκε από τον ελεγχόμενο, με την οποία (απόφαση) ακυρώθηκαν οι αποφάσεις περί επιβολής προστίμου που εκδόθηκαν από την αρμόδια φορολογική αρχή σε βάρος του τελευταίου για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων , καμία έννομη συνέπεια δεν έχει ως προς την ασκηθείσα για το εν λόγω αδίκημα ποινική δίωξη και δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο οποιαδήποτε κρίση του διοικητικού δικαστηρίου ως προς το αν τελέσθηκε ή όχι η ως άνω άδικη πράξη και οφείλει να προχωρήσει στην εκδίκαση του ποινικού σκέλους της υπόθεσης. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε για καθαρά τυπικούς λόγους (δεν προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης η επίδοση στον προσφεύγοντα του προβλεπόμενου από το άρθρο 36 του ΚΒΣ σημειώματος με κλήση για παροχή εξηγήσεων ...). Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο υπερέβη την εξουσία του με το να δικάσει το έγκλημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία διοικητικού δικαστηρίου, και στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα η διοικητική αυτή διαφορά, ύστερα από προσφυγή του κατά της 108/2004 απόφασης επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., περαιώθηκε διοικητικά, καθόσον εκδόθηκε η 8912/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η ως άνω απόφαση επιβολής προστίμου. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25/6/2010 αίτηση του Σ. Γ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34746/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α Ν. 2523/1997). Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για: 1) έλλειψη αιτιολογίας, 2) εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 και υπέρβασης εξουσίας εκ του ότι είχε εκδοθεί απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου που ακύρωσε την πράξη επιβολής προστίμου(εδώ η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού Ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του εφόρου) και 3) εσφαλμένη ερμηνεία του ίδιου άρθρου εκ του λόγου ότι απέρριψε την ένσταση παραγραφής (για την παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της αποδοχής των τιμολογίων, αλλά ο χρόνος της θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου). Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 80/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Α. χήρας Χ. Δ., 2. Π. Ρ. συζ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 238/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Λ. συζ. Φ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 883/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον, παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, 2) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη, ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και 3) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστη ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο. αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Υπό την παραπάνω έννοια το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς Δημόσια Αρχή και πείθει έτσι αυτή να προβεί σε ενέργειες της αρμοδιότητάς της, από την οποία ζημιώνεται άλλος. Ως ζημία δε του τελευταίου θεωρείται και η μείωση της πραγματικής αξίας ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την ενέργεια της εν λόγω Αρχής αβεβαιότητα της κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του επί του στοιχείου αυτού, καθώς και η δικαστική δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί ο παθών για τη δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής. Ειδικότερα, παραπλανώμενος μπορεί να είναι και ο συμβολαιογράφος, όταν ύστερα από ψευδείς παραστάσεις του δράστη, ότι είναι κύριος ακινήτου που δεν ανήκει πραγματικά σ' αυτόν, πείθεται και συντάσσει συμβόλαιο μεταβιβάσεως της κυριότητας σε τρίτο πρόσωπο ή οποιαδήποτε συμβολαιογραφική πράξη που προσδίδει τίτλο κυριότητας που δεν ανήκει στον υπαίτιο, με συνέπεια να επέρχεται περιουσιακή βλάβη του κυρίου είτε με τη μείωση της αξίας της περιουσίας του, είτε με τον κίνδυνο αυτής από την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται και πως επήλθε. Μ απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για απάτη, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο δόλος του δράστη ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή αποσιώπησης και την επιδίωξη του για προσπορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τον εαυτό του ή άλλον, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανώμενου ή τρίτου. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 238/2010 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και κήρυξε ενόχους τις αναιρεσείουσες για την πράξη της από κοινού απάτης, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθ. .../1-2-1984 συμβολαίου του Συμβ/φου Αβίας Παναγιώτη Κορκολιάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Χ. Ι. Δ. μεταβίβασε στην δεύτερη των κατηγορουμένων Π. συζ. Γ. Ρ. το γένος Χ. Δ., κόρη του, την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής, παρακρατώντας την επικαρπία για τον εαυτό του εφόρου ζωής, μεταβίβασε δε αυτή σε περίπτωση προαποβιώσεώς του λόγω δωρεάς αιτία θανάτου, στην πρώτη Α. ήδη χήρα Χ. Δ., σύζυγό του, ενός αγροτεμαχίου χαρακτηριζόμενου ως κυπάρισσο μάντρα, κειμένου στη θέση "..." στα όρια του οικισμού της τέως ομώνυμης κοινότητας και ήδη Δήμου ..., εκτάσεως αυτού μισού (1/2) περίπου στρέμματος και συνορευομένου γύρωθεν με στεφάνι και ρέμα. Το αγροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο των ως άνω κατηγορουμένων Χ. Ι. Δ., από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Α. Δ. δυνάμει της από 10-11-1943 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 18/13-2-1947 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε νόμιμα με την υπ' αριθμ. .../1-2-1984 πράξη αποδοχής του ιδίου ως άνω Συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Σύμφωνα δε με την τελευταία ιδιόγραφη διαθήκη του απώτερου δικαιοπαρόχου των ως άνω κατηγορουμένων, ο διαθέτης άφησε μεταξύ άλλων κληρονομιαίων ακινήτων στον γιο του Χ. Δ., "(4) μια κυπαρισόμανδρα και με δύο ελιές εις θέσιν ... ή ... συνορευόμενον με Γ. Γ. με Σ. και με ποταμόν". Εξάλλου, κατά το έτος 1965 ο δικαιοπάροχος και πατέρας της εγκαλούσας Χ. Κ. αγόρασε από τον αληθή κύριο Γ. Γ., ατύπως, ένα αγροτικό ακίνητο έξι (6) περίπου στρεμμάτων, στη θέση "..." κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας ... και ήδη Δήμου ..., συνορευόμενο γύρωθεν δυτικά και βορειοδυτικά με ρέμα, βόρεια και ανατολικά με στεφάνι - βράχο και με κυπαρισσώνα ιδιοκτησίας κληρονόμων Χ. Δ., νότια με ιδιοκτησία Δ. Γ., έναντι τιμήματος 16.000 δραχμών. Το ανωτέρω αγροτικό ακίνητο, που περιείχε το έτος 1941 μεγάλο αριθμό συκιών (100 κατά τη μάρτυρα Φ. Κ.), οι οποίες με την πάροδο των χρόνων σταδιακά ξεράθηκαν και περί τις 18 ελιές, νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως από της αγοράς του ο Χ. Κ. με τη σύζυγο του Γ. Κ., καλλιεργώντας τις 17 ελιές, που είχαν απομείνει, κατά δε το έτος 1990 το μεταβίβασε ατύπως (προφορικά) στη θυγατέρα του Α. συζ. Φ. Λ. (εγκαλούσα), ενόψει του γάμου της. Έκτοτε όμως και μέχρι που αρρώστησε σοβαρά ο πατέρας της η εγκαλούσα δεν αποξενώθηκε του ως άνω ακινήτου της, καθόσον συνέχισε να το νέμεται για λογαριασμό της ως αντιπρόσωπός της ο δικαιοπάροχός της, μαζί με την σύζυγό του και μητέρα της Φ. Κ., στη συνέχεια δε διαδοχικά μόνο η μητέρα της, μέχρι το θάνατο του πατέρα της, το έτος 1997. Έκτοτε, η εγκαλούσα Α. Λ., επειδή κατοικούσε στο ... με το σύζυγο της και δεν είχε και τη δυνατότητα να συγκομίζει τις ελιές, οι οποίες να σημειωθεί δεν ήταν και ιδιαίτερα παραγωγικές, η δε μητέρα της δεν μπορούσε λόγω και της μεγάλης ηλικίας της, δεν καλλιεργούσε το ανωτέρω αγροτεμάχιο, αλλά το επέβλεπε με αραιές επισκέψεις, η τελευταία δε έγινε περί το έτος 2000, χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ το δικαίωμα κυριότητας της επ' αυτού. Η εγκαλούσα μάλιστα στην κατάθεση της επικαλείται ως προς την πώληση, τα όρια του ως άνω αγροτεμαχίου και τις διακατοχικές πράξεις του αγοραστή -δικαιοπαρόχου της εγκαλούσας και την προανακριτική μαρτυρία της νύφης του αρχικού πωλητή Τ. συζ. Δ. Γ., η οποία όμως μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε αποβιώσει. Όπως δε κατέθεσαν τόσο η ίδια όσο και η αδελφή της και η μητέρα της, η δεύτερη των κατηγορουμένων πριν μεταβιβάσει το δικό της όμορο ακίνητο (κυπαρισσώνα) της πρότεινε να το αγοράσει η ίδια. Στις 15-6-2002 η δεύτερη κατηγορούμενη, Π. συζ. Γ. Ρ. το γένος Χ. Δ., εκμεταλλευόμενη την αραιή παρουσία της εγκαλούσας στο ακίνητο της και την παύση της καλλιέργειας του για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξ αιτίας της οποίας αυτό είχε "λογγώσει", ενεργούσα τόσον ατομικώς όσον και ως πληρεξούσια και για λογαριασμό της πρώτης αντίστοιχα, (μητέρας της) δυνάμει του με αριθ. .../10-7-02 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Αγγέλου-Πετρουλέα, με το οποίο δινόταν σχετική εντολή, εμφανίστηκε στην τελευταία αυτή συμβολαιογράφο και προκειμένου να μεταβιβάσουν αμφότερες κατά πλήρη κυριότητα το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο τους (κυπαρισσώνα), δήλωσαν παρά ταύτα προς την συμβολαιογράφο ότι το εν λόγω μεταβιβαζόμενο ακίνητο είχε συνολική έκταση κατόπιν νεότερης καταμέτρησης 5.927,14 τ.μ., συμπεριλαμβάνοντας όμως στα όρια του και πεντέμιση (5 1/2 ) στρέμματα από το γειτονικό αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, συνολικής εκτάσεως έξι (6) περίπου στρεμμάτων, αντί τιμήματος κατά το συμβόλαιο 1.173,88 €, το οποίο έτσι ψευδώς κατά τα άνω ως ενιαίο σύνολο εμφάνισαν ότι ανήκε δήθεν στην ιδιοκτησία τους και αναφέρονταν δήθεν στους άνω τίτλους κτήσης τους. Προς επιβεβαίωση μάλιστα των ανωτέρω προσκομίσθηκε από την δεύτερη κατηγορουμένη και το από Ιουνίου του ιδίου έτους (2002), ψευδές όμως κατά περιεχόμενο, ήτοι κατά τα όρια και την έκταση αποτυπωμένου ακινήτου, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Σ. συνταχθέντος καθ' υπόδειξη των δύο πρώτων κατηγορουμένων, στο οποίο εμφαίνεται το πωληθέν ακίνητο, σχήματος τριγωνικού, να έχει έκταση 5.927,14 τετραγωνικών μέτρων και όρια βορειοανατολικά στεφάνι βραχώδους μετάπτωσης και πέραν αυτής ιδιοκτησία Α. Μ. Κ., βορειοδυτικά ρέμα απορροής ομβρίων και νότια ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Κ., δικαιοπαρόχου της εγκαλούσας, χωρίς να αναφέρεται καθόλου ως όριο η ιδιοκτησία Δ. Γ.. Αντίθετα η μάρτυρας κατηγορίας Μ. συζ. Δ. Γ. επιβεβαίωσε τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του παρόντος του Δικαστηρίου ότι το τμήμα του ακινήτου της εγκαλούσας που ενσωματώθηκε στο πωληθέν από τις δύο πρώτες των κατηγορουμένων συνόρευε από τη μια πλευρά του και με ιδιοκτησία Δ. Γ., στον οποίο επίσης είχε προτείνει ο απώτερος δικαιοπάροχος της εγκαλούσας Γ. Γ. να το αγοράσει. Με τον τρόπο αυτό έπεισαν την ως άνω συμβολαιογράφο, (τρίτο πρόσωπο που έχει από το νόμο εξουσία διάθεσης - ΑΠ 762/2000 ΠοινΧρ Να'.111), να προβεί στην σύνταξη του υπ' αριθ. .../15-7-2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας του παραπάνω αγροτεμαχίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάσθηκε το ακίνητο αυτό στην εμφανισθείσα ως αγοράστριά του, τρίτη των κατηγορουμένων, Ε. χήρα Γ. Π., με αντίστοιχη ωστόσο κατά τα άνω οικονομική βλάβη της εγκαλούσας ιδιοκτήτριας του μεταβιβασθέντος ως άνω τμήματος ιδιοκτησίας της. Ενόψει δε της αξίας του όλου ως άνω μεταβιβασθέντος ακινήτου, σύμφωνα με το φύλλο προσδιορισμού αξίας γης της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. κατά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου, ανερχομένης τότε σε 8.653,62 Ευρώ, η ζημία της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας ανήλθε από την απώλεια του μεγαλύτερου τμήματος του ακινήτου της εκτάσεως 5,5 στρεμμάτων, τουλάχιστον στο ποσό των 8.030 ευρώ. Στην παραπάνω ενέργεια τους οι κατηγορούμενες αυτές προέβησαν γνωρίζοντας τα ανωτέρω και μάλιστα τα πραγματικά όρια και ιδιαίτερα την πραγματική έκταση του μεταβιβαζόμενου ως άνω ακινήτου τους, επιφάνειας κατά τους τίτλους κτήσης τους αλλά και στην πραγματικότητα μόλις 1/2 στρέμματος, καθώς και ότι τα πραγματικά όρια και η έκταση του ακινήτου τους προφανώς δεν ξεπερνούσαν τα όρια και την έκταση της κυπάρισσο μάνδρας. Παρά ταύτα πώλησαν και μεταβίβασαν στην τρίτη των κατηγορουμένων την εμφανιζόμενη, ψευδώς ως άνω έκταση των 5.927,14 τ.μ., στην οποία και ενσωμάτωναν και τμήμα 5,5 στρεμμάτων της έκτασης της εγκαλούσας, την οποία εμφάνισαν έτσι ως ενιαία με την προαναφερόμενη πράγματι δική τους, αποσκοπούσες περαιτέρω στο οικονομικό τους όφελος από την αγοραπωλησία αυτή, καθόσον έλαβαν πράγματι από την ως άνω αγοράστρια (3η κατηγορούμενη) ως τίμημα το ποσό των 8.653,62 €, ήτοι το επί πλέον ποσό των 8.030,00 € τουλάχιστον κατά το οποίο και ωφελήθηκαν. Όπως κατέθεσαν τόσο η εγκαλούσα, όσο και η μητέρα της αλλά και η αδελφή της Γ. Κ., το μικρότερο ακίνητο των δύο πρώτων κατηγορουμένων (ψιλής κυρίας της δεύτερης και επικαρπώτριας της πρώτης) διαχωριζόταν εμφανώς από αυτό της πρώτης με ένα χαμηλό τοιχίο από ξερολιθιά, που υπήρχε τουλάχιστον μέχρι την τελευταία φορά (2000) που το επισκέφθηκαν, ενώ η 2η κατηγορούμενη και οι μάρτυρες της αναφέρονται σε μια γράνα (αυλάκι), το οποίο επίσης μετά τις διαδοχικές μεταβιβάσεις όπως θα αναφερθεί παρακάτω δεν υφίσταται. Εξάλλου, στον τίτλο των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ήτοι την υπ' αριθμ. .../1-2-1984 συμβ/κή πράξη γονικής παροχής (της ψιλής κυριότητας) προς τη 2η και δωρεάς αιτία θανάτου (της επικαρπίας) προς την 1η ο δικαιοπάροχος τους ρητώς καθορίζει το προαναφερόμενο μεταβιβασθέν ακίνητο (κυπαρισσομάνδρα) ως έχον έκταση 1/2 στρέμματος ή όσης εκτάσεως και αν είναι, έκφραση που συνηθίζεται στη συναλλακτική πρακτική, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η επί πλέον μη επακριβώς επιμετρημένη έκταση μπορεί να επεκταθεί σε 12 φορές επί πλέον, δηλαδή πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τους τίτλους κτήσης, γεγονός που η παριστάμενη δεύτερη των κατηγορουμένων, απολογούμενη δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει με πειστικό τρόπο, ούτε βεβαίως και οι συντάξασα την πράξη συμβ/φος Ελένη Πετρουλέα. Για το λόγο μάλιστα αυτό όπως κατέθεσε η τελευταία, ζήτησε και της προσκομίστηκε και το ανωτέρω από Ιουνίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Σ., που αποτυπώνει την πράγματι πωληθείσα έκταση. Με βάση τα παραπάνω, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη της απάτης που αποδίδεται στις δύο πρώτες κατηγορούμενες και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες αυτής, κατ' επιτρεπτή όμως μεταβολή της κατηγορίας, της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 386 ΠΚ, καθόσον η ζημία που επήλθε από την πράξη τους αυτή στην παθούσα και πολιτικώς ενάγουσα κατά τον χρόνο τέλεσης αυτής (Ιούνιος 2002) δεν ήταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους αναιρεσείουσες της αξιόποινης πράξης της απλής απάτης (κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από απάτη με ιδιαίτερα μεγάλης ζημία) και επέβαλε σε κάθε μία ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών που ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, αφού υπάρχει ασάφεια και αοριστία ως προς την έκθεση των περιστατικών αυτών. Ειδικότερα, ενώ καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες για απάτη σε βάρος της εγκαλούσας, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί κατά τρόπο σαφή ποιά ήταν η περιουσιακή βλάβη και πώς επήλθε στην περιουσία της τελευταίας. Συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, οι αναιρεσείουσες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο συμβολαιογράφο ότι είναι αποκλειστικά συγκύριες (πλην της εκτάσεως των 500 μέτρων που τους ανήκε) και εκτάσεως των 5.500 μέτρων, που ανήκε, όμως κατά κυριότητα στην εγκαλούσα, και έτσι ο τελευταίος πείστηκε και συνέταξε το συμβόλαιο πωλήσεως της έκτασης αυτής στην αγοράστρια, η οποία κατέβαλε στις αναιρεσείουσες ως τίμημα το ποσό των 8.030 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκαν οι αναιρεσείουσες και ζημιώθηκε, αντίστοιχα, η αγοράστρια, αλλά και η εγκαλούσα που ήταν η αληθής κυρία της πωληθείσας εκτάσεως των 5.500 μέτρων. Δηλαδή η προσβαλλόμενη δέχεται ότι η από την πράξη των αναιρεσειουσών επελθούσα βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας συνίσταται στην εμπορική αξία του ακινήτου της (8.030 ευρώ). Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η εγκαλούσα δεν απώλεσε την κυριότητα του ακίνητου της, αλλά η βλάβη της μπορεί να συνίσταται στη μείωση της αγοραίας αξίας της εναπομείνασας έκτασης του ακινήτου της, ή και στη ζημία της από την εμπλοκή της σε μακροχρόνιους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες για την ακύρωση του συμβολαίου πωλήσεως και την αναγνώριση της κυριότητάς της επί της άνω εκτάσεως των 5.500 μέτρων. Συνεπεία των ως άνω ασαφειών και ελλείψεων ως προς την βλάβη που επήλθε στην εγκαλούσα, αλλά και σε τι συνίσταται αυτή, η προσβαλλόμενη στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΠΚ λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πλημμέλημα πράξη της απλής απάτης φέρεται τελεσθείσα στις 15/6/2002, έκτοτε δε μέχρι την κατά την 8/10/2010 εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με την παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1,2 και 3 του ΠΚ). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ του ΚΠΔ), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος των αναιρεσειουσών για την παραπάνω πράξη κατ' εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 238/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειουσών Α. χήρας Χ. Δ. και Π. συζ. Γ. Ρ., κατοίκων ..., για την πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τέλεσαν αυτές στην Καλαμάτα στις 15/6/2002. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για από κοινού απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Κοινό αναιρετήριο. Αναιρείται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (δεν αιτιολογεί ποία η περιουσιακή βλάβη της παθούσας, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται αυτή). Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
null
null
0
Αριθμός 79/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 39/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 470/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικ. με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως δε που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνος της έλλειψης αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξ άλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το χρόνο της άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερη βία, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία ασκήσεώς της (άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει υποχρεωτικά να προβάλλονται με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών- κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, υποχρεωτικά πρέπει να προβάλλεται με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας δικαιολογούντα το εκπρόθεσμο της άσκησης της εφέσεώς του. Αν με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠΔ προσώπων, προς τον Δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο Δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων , που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ. Τόπος δε της κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που έχει τυχόν ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί σ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται αυτός που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 39/2010/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσπρωτίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του εκκαλούντος- κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από συνήγορο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1/10/1/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Ηγουμενίτσας, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για έκδοση ακάλυπτης επιταγής σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Από τη σχετική υπ' αριθμ. 78/29/10/2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλλει με αυτή ότι η εκκαλούμενη απόφαση ακύρως επιδόθηκε σ' αυτόν ως αγνώστου διαμονής, αφού εκείνος κατά τον χρόνο της επίδοσης είχε γνωστή κατοικία και διαμονή στην ... στην οδό ... . Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην από 8/2/2010 έκθεση αναίρεσης. Στην αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση του αναιρεσείοντα, διαλαμβάνονται τα εξής: Όπως προκύπτει από την με αριθμ. 78/29-10-2008 έκθεση εφέσεως του αρμόδιου Γραμματέα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηγουμενίτσας, η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε δια εξουσιοδοτήσεως στις 29 Οκτωβρίου 2008. Κατά τα άρθρα 168, 473 παρ. 1, 489 και 498 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε με απόντα αυτόν, είναι δέκα ημέρες αν αυτός έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και τριάντα ημέρες αν είναι άγνωστης διαμονής, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα της επίδοσης σε αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης τότε μόνο συγχωρείται, όταν, στη συντασσόμενη, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, έκθεση άσκησης γίνεται επίκληση περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Αν αμφισβητείται από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο η έναρξη της προς άσκηση της έφεσης προθεσμίας, λόγω ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, θα πρέπει, κατά την εκδίκαση της έφεσης, να προβάλλεται από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο συγκεκριμένα ο λόγος ακυρότητας της επίδοσης, αν δε η επίδοση της απόφασης έγινε προς τον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, θα πρέπει αυτός να αμφισβητήσει την ιδιότητα του αυτή, κατά το χρόνο αυτόν της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής. Επί νομότυπης επίδοσης της απόφασης στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής, οπότε η προθεσμία προς άσκηση της έφεσης αρχίζει και τρέχει ανεξάρτητα από τη γνώση ή μη από αυτόν της απόφασης, μόνο ο ισχυρισμός τούτου, ότι δεν έχει λάβει γνώση της απόφασης, δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα για εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 156 του ΚΠΔ, ως πρόσωπο με άγνωστη διαμονή θεωρείται κατά νόμο εκείνο που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε τόπο άγνωστο στη δικαστική αρχή που εκδίδει ή παραγγέλλει την επίδοση του εγγράφου (ΑΠ 1563/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 1/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ηγουμενίτσας σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως και χρηματική ποινή χιλίων (1.000,00 €) ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/33. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών στο πρωτόδικο Δικαστήριο, παρ' ότι κλήθηκε ως κάτοικος 3ου χλμ Επ. οδού ...- ... και ήδη αγνώστου διαμονής (βλ. τα σχετικά αποδεικτικά κλήσεως ως αγνώστου διαμονής). Η πιο πάνω εκκαλουμένη 1/2003 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής 04/10/2004, γιατί, όπως αποδεικνύεται από την με ίδια ημεροχρονολογία βεβαίωση του Αρχιφύλακα Α.Τ. ..., ..., ο κατηγορούμενος μετοίκησε σε άγνωστη διεύθυνση. Συγκεκριμένα ο παραπάνω αρχιφύλακας, αφού βεβαιώνει ότι κατόπιν έρευνας που διενήργησε, δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε στην τελευταία κατοικία του κατηγορούμενου ή αλλού κάποιο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ για να εγχειρίσει σε αυτό την απόφαση, δηλ. σύζυγος ή ελλείψει συζύγου, γονέας ή αδελφός ή άλλος εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού συγγενής του προς τον οποίο η επίδοση κατηγορουμένου, μετέβη και παρέδωσε την-απόφαση αυτή στην επί τούτω από το Δήμαρχο ... ορισθείσα υπάλληλο του Δήμου ..., ..., η οποία και βεβαιώνει με την κάτω από το εν λόγω αποδεικτικό επιδόσεως βεβαίωσή της που φέρει την ίδια ημερομηνία (04/10/04), ότι τοιχοκόλλησε την εκκαλουμένη απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του Δήμου ... . Η επίδοση λοιπόν της εκκαλουμένης αποφάσεως στον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής ήταν καθ' όλα έγκυρη, με συνέπεια η ασκηθείσα στις 29/10/2008 έφεσή του, δηλαδή μετά πάροδο τεσσάρων ετών και εικοσιτεσσάρων ημερών από την επομένη της κατά τις 04/10/2004 επιδόσεως της εκκαλουμένης, είναι εκπρόθεσμη και ο προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου περιεχόμενος στην έφεση λόγος ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί είναι κάτοικος Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι ήταν διαμονής γνωστής στην Εισαγγελική Αρχή, η οποία παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Μετά απ' όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρ. 476 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ. Η αιτιολογία αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Ηγουμενίτσας, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης 1/2003 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Ηγουμενίτσας ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης (4/10/2004), το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (του Αρχιφύλακα του ΑΤ ..., ...) καθώς και το χρόνο άσκησης της έφεσης (29/10/2008). Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του στην ... στην ..., νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες "κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής ήταν στρατιώτης και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να έχει διαπράξει το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ότι έλαβε γνώση της πρωτόδικης απόφασης τον Οκτώβριο 2008, όταν συνελήφθην, και ότι δεν του επιδόθηκε πλήρες αντίγραφο αυτής, ότι κακώς η προσβαλλόμενη απέρριψε την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, χωρίς να ερευνήσει ότι το ίδιο δικαστήριο (Τριμελές Πλημ/κείο Θεσπρωτίας) με προηγούμενες αποφάσεις του (τις 476/2009 και 468/2009) συγχώρησε το εκπρόθεσμο των εφέσεών του κατά άλλων πρωτοδίκων καταδικαστικών αποφάσεων (των 5002/2002 και 1601/2002), και αφού δέχθηκε τυπικά αυτές, έπαυσε οριστικά την κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, το αυτό δε έπρεπε να πράξει και η προσβαλλόμενη απόφαση, και περαιτέρω ότι η έφεσή του, ενώ αρχικά είχε προσδιοριστεί για την 27/5/2009, μετά από αίτημα της πολιτικής αγωγής, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 30/9/2009 και μετά από αναβολές εκδικάστηκε την 27/1/2010, ενώ έπρεπε το δικαστήριο εκείνο κατά τη δικάσιμο της 27/5/2009 να εξετάσει πρώτα το εμπρόθεσμο της εφέσεώς του και μετά να προχωρήσει στην αναβολή, ότι δεν κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο πρωτόδικο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση της δικασίμου και να δικασθεί ερήμην" ορισμένες μάλιστα εκ των οποίων (αιτιάσεις) άπτονται της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως και συνεπώς απορριπτέες, αφού δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Τέλος, η αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση "για παράλειψη παραθέσεως σ' αυτή των δικονομικών ή ουσιαστικών διατάξεων, βάσει των οποίων η έφεσή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού, μετά την κατάργηση με το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/2003 της περιπτώσεως Η της παραγράφου 1 του άρθρου 510 του ΚΠΔ, δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αυτός στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8/2/2010 αίτηση του Ι. Κ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσπρωτίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντα ως εκπρόθεσμη με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Ο λόγος της αιτήσεως αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας απορρίπτεται ως αβάσιμος.
null
null
0
Αριθμός 78/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μ. Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ.. Ο αιτών, ζητά την εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ., για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του εξαιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ., με αριθμό 356/20-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου Σας την από 30-9-2010 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Δ. Γ. περί εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ. από τον χειρισμό της δικογραφίας η οποία εκκρεμεί στα χέρια του για την υποβολή προτάσεως Κανονισμού αρμοδιότητας κατά τα άρθρα 136 εδάφιο ε και 137 παρ. 1 εδάφιο γ του Κ.Π.Δ, εκθέτω τα εξής: Με την διάταξη του άρθρου 15 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν η προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους". Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ιδίου κώδικα, δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 17 του ιδίου κώδικα, η αίτηση για την εξαίρεση πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαιρέσεως, να μνημονεύει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα της αποδείξεώς τους. Την αίτηση πρέπει να την υπογράφει ο ίδιος ο αιτών ή ο ειδικός πληρεξούσιός του, στο έγγραφο δε της πληρεξουσιότητας πρέπει να αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αυτού ως άνω άρθρου, η αίτηση εξαιρέσεως παραδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου υπηρετεί το πρόσωπο του οποίου ζητείται η εξαίρεση, συντάσσεται δε για την παράδοση αυτή σχετική έκθεση κατά το άρθρο 148 Κ.Π.Δ. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 18 του ιδίου κώδικα, αν η αίτηση για εξαίρεση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα ή παράτυπα ή αν έχει ελλείψεις στο περιεχόμενο, το αρμόδιο κατά το άρθρο 20 δικαστήριο ή συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Οι υπόνοιες μεροληψίας του άρθρου 15 του Κ.Π.Δ, οι οποίες καθιστούν εξαιρετέο τον δικαστή ή τον εισαγγελέα, πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν εμφανώς την δυσπιστία προς την αμεροληψία του, ως τέτοια δε γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσμενείς για τις απόψεις του διαδίκου, που ζητεί την εξαίρεση, κρίσεις ή δυσμενείς γι' αυτόν νομικές γνώμες που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά και γεγονότα, ικανά να δικαιολογήσουν τέτοιες υπόνοιες (Α.Π 799/1996 Ποιν Χρον. ΜΖ 379). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 30-9-2010 αίτησή του την οποία εγχείρισε στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Α.Π και όχι στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Δ. Γ. του Μ., κάτοικος ... (...), ζητεί την εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ. από τον χειρισμό της δικογραφίας η οποία εκκρεμεί στα χέρια του, μετά την άσκηση από αυτόν (αιτούντα) της υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγής κατά της υπ' αριθμ. 3/2010 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, που τίθενται υπόψη του Συμβουλίου Σας, προκύπτουν τα εξής: Ο Δ. Γ. του Μ., Κάτοικος ..., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 4-8-2008 έγκλησή του κατά των εισαγγελικών λειτουργών: α) Π. Π., Εισαγγελέα Πρωτοδικών, προϊσταμένου τότε της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών β) Π. Α., Εισαγγελέα Πρωτοδικών και γ) Σ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, ζητώντας την ποινική τους δίωξη για την αναφερόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ). Η σχηματισθείσα με αφορμή την έγκληση αυτή δικογραφία, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου αυτός να κινήσει τη διαδικασία κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 136 εδάφιο ε και 137 παρ. 1β Κ.Π.Δ, δοθέντος ότι ο τελευταίος των εγκαλουμένων υπηρετούσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, την αρμόδια δηλαδή να αποφανθεί επί της εγκλήσεως αυτής, λόγω δε συναφείας και ως προς τους υπολοίπους δύο εγκαλούμενους, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν προαχθεί στο βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών. Με το υπ' αριθμ. 1991/2009 βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όρισε τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ως αρμόδιες να επιληφθούν της εγκλήσεως αυτής. Μετά ταύτα ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, αφού παρήγγειλε την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης επί της υπόθεσης, απέρριψε την πιο πάνω έγκληση ως ουσιαστικά αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1Κ.Π.Δ) με την υπ' αριθμ. 3/2010 διάταξή του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Ο τελευταίος, με το υπ' αριθμ. 46862/30-7-2010 έγγραφό του που προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζήτησε τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών ως αρμόδιος να επιληφθεί της προσφυγής του εγκαλούντος, διότι οι εγκαλούμενοι εισαγγελικού λειτουργοί Π. Π. και Π. Α., τυγχάνουν Αντεισαγγελείς Εφετών και υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, την Εισαγγελία δηλαδή η οποία είναι αρμόδια να επιληφθεί της προσφυγής του εγκαλούντος. Η αίτηση αυτή μαζί με την σχετική δικογραφία ανατέθηκε στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ., προκειμένου να υποβάλλει πρόταση προς το Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο) για τον ορισμό (κατά παραπομπή) άλλης Εισαγγελίας Εφετών ως αρμόδιας να επιληφθεί της προσφυγής του εγκαλούντος. Ήδη, με την υπό κρίση αίτησή του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ο Δ. Γ. ζητεί τη εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ. από τον χειρισμό της υποθέσεως, ως λόγο δε που δικαιολογεί την δυσπιστία του προς την αμερόληπτη κρίση του καθ' ου η αίτηση, επικαλείται το ότι ο Γ. Κ. με την ιδιότητα του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, δεν προέβη στην ανάκληση του υπ' αριθμ. 44785/13-8-1998 εγγράφου της υπηρεσίας του που υπογραφόταν από τον Εισαγγελέα Κ. Π., παρά το ότι του ζητήθηκε με την από 29-8-1998 αίτηση του ήδη εγκαλούντος, ούτε απάντησε στον αιτούντα σε εύλογο χρόνο, παρά το ότι υπέβαλε καινούργια αίτηση με το αυτό περιεχόμενο την 4-10-1999, ζητώντας του την παροχή προστασίας έναντι του Δήμου ... και των μελών του εξωραϊστικού Συλλόγου Αγία Ειρήνη που αμφισβητούσαν το ότι ο ιερός Ναός του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου που είχε ανεγερθεί με δαπάνες του πατέρα του σε ιδιόκτητο οικόπεδό του στην περιοχή "...-...", ανήκε στην Κοινότητα των Γ.Ο.Χ (Παλαιοημερολογιτών), ούτε άσκησε εναντίον τους ποινική δίωξη για αξιόποινες πράξεις που τελούσαν σε βάρος των Γ.Ο.Χ, όταν τους παρεμπόδιζαν με την βία να ασκήσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στον ναό, ισχυριζόμενοι ότι ο ναός αυτός ανήκε στην επίσημη εκκλησία του Κράτους ως ανεγερθείσα επί οικοπέδου του Δήμου ..., με συνεισφορές των πιστών. Προς απόδειξη της αίτησής του αυτής ο Δ. Γ. προσάγει και επικαλείται σειρά ανεπικύρωτων εγγράφων τα οποία σχετίζονται με την αντιδικία του που είχε με τον Δήμο ... σχετικά με την νομή και κατοχή του χώρου επί του οποίου είχε ανεγερθεί ο επίμαχος Ιερός Ναός, καθώς επίσης και (ανεπικύρωτο) αντίγραφο της από 29-8-1998 αναφοράς του. Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση εξαιρέσεως, είναι απαράδεκτη, αφ' ενός μεν γιατί δεν εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφ' ετέρου δε γιατί δεν αναφέρει τα μέσα αποδείξεως του επικαλούμενου λόγου. Εντελώς επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτά, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφ' ενός μεν γιατί από τα προσαγόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του λόγου τον οποίο επικαλείται ο υποβαλών αυτήν, αφ' ετέρου δε γιατί ο καθ' ου η αίτηση εξαίρεσης Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δεν πρόκειται να εκφέρει ουσιαστική κρίση επί του βασίμου ή μη της προσφυγής του αιτούντος, αλλά θα προβεί σε μια τυπική διαδικαστική πράξη, προτείνοντας άλλη Εισαγγελία Εφετών, διαφορετική από εκείνη των Αθηνών, ως αρμόδια να επιληφθεί της προσφυγής. Η τελευταία αυτή εκτίμησή μας, είναι σύμφωνη με το όλο πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 14 και επόμενα του Κ.Π.Δ, από τις οποίες προκύπτει σαφώς ότι η καθίδρυση από τον νομοθέτη λόγων αποχής και εξαίρεσης δικαστικών προσώπων, αποσκοπεί στην κατοχύρωση της εμπιστοσύνης των δικαζομένων προς τους δικαστικούς λειτουργούς, όταν οι τελευταίοι καλούνται να εκφέρουν ουσιαστική δικαιοδοτική κρίση επί συγκεκριμένης υποθέσεως, και όχι όταν πρόκειται να προβούν σε μια δέσμια, κατά κάποιο τρόπο, τυπική διαδικαστική ενέργεια, που απλώς προωθεί την ουσιαστική κρίση, όπως είναι και ο κατά παραπομπή κανονισμός αρμοδιότητας. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 30-9-2010 αίτηση του Δ. Γ. περί εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ. από την άσκηση των καθηκόντων του στη δικογραφία, η οποία εκκρεμεί στα χέρια του για την υποβολή προτάσεως προκειμένου να καθορισθεί Εισαγγελία Εφετών, διαφορετική από εκείνη των Αθηνών, για να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγής του αιτούντος κατά της υπ' αριθμ.3/2010 απορριπτικής διατάξεως του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Αθήνα 15-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 15 του ΚΠΔ "όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 16 παράγραφος 1 του ΚΠΔ "δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος", κατά δε το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα "η αίτηση εξαίρεσης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους εξαίρεσης, να μνημονεύει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα της απόδειξής τους. Την αίτηση πρέπει να υπογράφει ο ίδιος ο αιτών ή ο ειδικός πληρεξούσιος του, στο έγγραφο δε της πληρεξουσιότητας πρέπει να αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Ο αιτών ή ο ειδικός για το σκοπό αυτό πληρεξούσιος του παραδίδει την αίτηση στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, όπου υπηρετεί το πρόσωπο του οποίου ζητείται η εξαίρεση...". Περί της παραδόσεως αυτής συντάσσεται έκθεση κατά τους ορισμούς των άρθρων 148 επ. του ΚΠΔ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ίδιου κώδικα, αν η αίτηση για εξαίρεση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα ή παράτυπα ή αν έχει ελλείψεις στο περιεχόμενο, το αρμόδιο κατά το άρθρο 20 δικαστήριο ή συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Οι υπόνοιες μεροληψίας του άρθρου 15 του ΚΠΔ, οι οποίες καθιστούν εξαιρετέο το δικαστή ή τον εισαγγελέα, πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν εμφανώς την δυσπιστία προς την αμεροληψία του, ως τέτοια δε γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσμενείς για τις απόψεις του διαδίκου, που ζητεί την εξαίρεση, κρίσεις ή δυσμενείς γι' αυτόν νομικές γνώμες που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά και γεγονότα, ικανά να δικαιολογήσουν τέτοιες υπόνοιες. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 30/9/2010 αίτησή του, που απευθύνει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και για την οποία συνετάγη η από 1/10/2010 έκθεση κατάθεσης, ο Δ. Γ. ζητεί για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους την εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ. από το χειρισμό της δικογραφίας, η οποία εκκρεμεί στα χέρια του προς υποβολή προτάσεως στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 137 παρ. 1γ του ΚΠΔ, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, μετά την άσκηση από τον αιτούντα της υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγής του κατά της υπ' αριθμ. 3/2010 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας. Η αίτηση αυτή παραδεκτώς ασκηθείσα κατά τα άνω και επαρκώς αναφέρουσα τα μέσα αποδείξεως του επικαλουμένου λόγου, πρέπει να εξετασθεί από ουσιαστική άποψη. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Δ. Γ. του Μ., Κάτοικος ..., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 4-8-2008 έγκληση του κατά των εισαγγελικών λειτουργών: α) Π. Π., Εισαγγελέα Πρωτοδικών, προϊσταμένου τότε της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών β) Π. Α., Εισαγγελέα Πρωτοδικών και γ) Σ. Κ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, ζητώντας την ποινική τους δίωξη για την αναφερόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ). Η σχηματισθείσα με αφορμή την έγκληση αυτή δικογραφία, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου αυτός να κινήσει τη διαδικασία κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 136 εδάφιο ε και 137 παρ. 1β Κ.Π.Δ, δοθέντος ότι ο τελευταίος των εγκαλουμένων υπηρετούσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, την αρμόδια δηλαδή να αποφανθεί επί της εγκλήσεως αυτής, λόγω δε συνάφειας και ως προς τους υπολοίπους δύο εγκαλούμενους, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν προαχθεί στο βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών. Με το υπ' αριθμ. 1991/2009 βούλευμα του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όρισε τις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ως αρμόδιες να επιληφθούν της εγκλήσεως αυτής. Μετά ταύτα ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, αφού παρήγγειλε την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης επί της υπόθεσης, απέρριψε την πιο πάνω έγκληση ως ουσιαστικά αβάσιμη (άρθρο 47 παρ. 1Κ.Π.Δ) με την υπ' αριθμ. 3/2010 διάταξη του, κατά της οποίας ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Ο τελευταίος, με το υπ' αριθμ. 46862/30-7-2010 έγγραφο του που προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζήτησε τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, προκειμένου να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών ως αρμόδιος να επιληφθεί της προσφυγής του εγκαλούντος, διότι οι εγκαλούμενοι εισαγγελικού λειτουργοί Π. Π. και Π. Α., τυγχάνουν Αντεισαγγελείς Εφετών και υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, την Εισαγγελία δηλαδή η οποία είναι αρμόδια να επιληφθεί της προσφυγής του εγκαλούντος. Η αίτηση αυτή του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, μαζί με την σχετική δικογραφία, ανατέθηκε στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ., προκειμένου να υποβάλει πρόταση προς το Δικαστήριο του Α.Π. (σε Συμβούλιο) για τον ορισμό (κατά παραπομπή) άλλης Εισαγγελίας Εφετών ως αρμόδιας να επιληφθεί της προσφυγής του εγκαλούντος. Ήδη, με την υπό κρίση αίτησή του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ο Δ. Γ. ζητεί τη εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ. από τον χειρισμό της υποθέσεως, ως λόγο δε που δικαιολογεί τη δυσπιστία του για την αμερόληπτη κρίση του καθ' ου η αίτηση, επικαλείται το ότι ο Αντεισαγγελέας του Α.Π. Γ. Κ., με την ιδιότητα του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, δεν προέβη στην ανάκληση του υπ' αριθμ. 44785/13-8-1998 εγγράφου της υπηρεσίας του που υπογραφόταν από τον Εισαγγελέα Κ. Π., παρά το ότι του ζητήθηκε με την από 29-8-1998 αίτηση του ήδη εγκαλούντος, ούτε απάντησε στον αιτούντα σε εύλογο χρόνο, παρά το ότι υπέβαλε καινούργια αίτηση με το αυτό περιεχόμενο την 4-10-1999, ζητώντας του την παροχή προστασίας έναντι του Δήμου ... και των μελών του εξωραϊστικού Συλλόγου Αγία Ειρήνη που αμφισβητούσαν το ότι ο ιερός Ναός του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου που είχε ανεγερθεί με δαπάνες του πατέρα του σε ιδιόκτητο οικόπεδο του στην περιοχή "...-...", ανήκε στην Κοινότητα των Γ.Ο.Χ (Παλαιοημερολογιτών), ούτε άσκησε εναντίον τους ποινική δίωξη για αξιόποινες πράξεις που τελούσαν σε βάρος των Γ.Ο.Χ, όταν τους παρεμπόδιζαν με την βία να ασκήσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στον ναό, ισχυριζόμενοι ότι ο ναός αυτός ανήκε στην επίσημη εκκλησία του Κράτους ως ανεγερθείσα επί οικοπέδου του Δήμου ..., με συνεισφορές των πιστών. Προς απόδειξη της αίτησης του αυτής ο Δ. Γ. προσάγει και επικαλείται σειρά ανεπικύρωτων εγγράφων τα οποία σχετίζονται με την αντιδικία που αυτός είχε με το Δήμο ... σχετικά με τη νομή και κατοχή του χώρου επί του οποίου είχε ανεγερθεί ο επίμαχος Ιερός Ναός, καθώς επίσης και αντίγραφο της από 29/8/1998 αναφοράς του. Όμως από τα προσαγόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, δικαιολογούν εμφανώς τη δυσπιστία του αιτούντος για την αμεροληψία του ανωτέρω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Άλλωστε ο τελευταίος δεν πρόκειται να εκφέρει ουσιαστική δικαιοδοτική κρίση επί του βάσιμου ή μη της προσφυγής του αιτούντος, αλλά θα προβεί σε μία τυπική διαδικαστική πράξη, προτείνοντας στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, άλλο Εισαγγελέα Εφετών, ως αρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία, η κρινόμενη από 30/9/2010 αίτηση του Δ. Γ. περί εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως αβάσιμη στην ουσία την από 30-9-2010 αίτηση του Δ. Γ. περί εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Κ., από την άσκηση των καθηκόντων του στη δικογραφία, η οποία εκκρεμεί στα χέρια του για την υποβολή προτάσεως, προκειμένου να καθορισθεί Εισαγγελία Εφετών διαφορετική από εκείνη των Αθηνών, για να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 8/2010 προσφυγής του αιτούντος κατά της υπ' αριθμ. 3/2010 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Χαλκίδας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση εξαιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απορρίπτεται ως αβάσιμη.
null
null
2
Αριθμός 77/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 8411/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 596/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση . ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, "όστις υπέχων νόμιμον υποχρέωσιν καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείον Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς, δεν καταβάλλει ταύτας εντός μηνός, αφής αύται κατέστησαν απαιτηταί πρός τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου του ιδίου ως άνω νόμου "όστις παρακρατών ασφαλιστικές εισφοράς των παρ' αυτώ εργαζομένων επί σκοπώ αποδόσεως εις τους κατά την παρ.1 Οργανισμούς δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει ταύτας προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί τιμωρείται επί υπεξαιρέσει δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν.3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν.3904/2010 "εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις, που ισχύει κατά το άρθρο 38 αυτού από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 23-12-2010 (ΦΕΚ τ.Α'218) ορίζεται ότι "Ι. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2.Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ". Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει, προκύπτει ότι για να καταστεί ανέγκλητη πράξη καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το συνολικό ποσό των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον εργοδότη για όλο το επίδικο διάστημα και όχι το κατά μήνα οφειλόμενο, να μην υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και το συνολικό ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται και όχι το κατά μήνα παρακρατούμενο επί σκοπώ αποδόσεως στον οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό να μην υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Η εν λόγω διάταξη είναι ευμενέστερη από την αρχική του άρθρου 33 του ν.3346/2005, η οποία όριζε ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο εργοδότη καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2000 ευρώ και ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 16-9-2009 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.3814/2010 τα 5.000 ευρώ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ. που ορίζει ότι, αν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, προκύπτει ότι καθιερώνεται από αυτή η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο κατά την εκδίκαση ισχύων μεταγενέστερος νόμος όταν χαρακτηρίζει την πράξη ανέγκλητη. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδαφ.γ', 514 εδαφ.δ περ.β και 518 παρ.1 ΚποινΔ, συνάγεται οτι, αν μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου επακολουθήσει νεότερος νόμος που χαρακτηρίζει ως ανέγκλητη την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, επιλαμβανόμενος της νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νεότερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, αφού το γεγονός δεν περιέχει αξιόποινη πράξη ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να υποστηρίζει ενώπιον του Αρείου Πάγου την αίτηση αναιρέσεως, κατ' εξαίρεση του καθιερουμένου από τη διάταξη του άρθρου 514 εδαφ.α' ΚΠοινΔ τεκμηρίου της παραιτήσεως από την αναίρεση (ΑΠ Ολομ.3/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα στο φάκελλο της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται στα πλαίσια ελέγχου του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως 8411/2009 του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για τις πράξεις της μη καταβολής στο ΙΚΑ οφειλομένων εργοδοτικών εισφορών ύψους 19863,66 ευρώ και της μη καταβολής παρακρατηθεισών εργατικών εισφορών εργασθέντων στην επιχείρηση του μισθωτών ποσού 9931,83 ευρώ η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νομίμως, με σύνταξη εκθέσεως ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο, όπως προκύπτει από την επισυναφθείσα στην υπ' αριθμ. 6/23-4-2010 έκθεση από 17-4-2010 έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, πληρεξούσιο δικηγόρο του και εμπροθέσμως εντός δέκα ημερών από της καταχωρήσεως της τελεσιδίκου ως άνω αποφάσεως καθαρογραφημένης (στις 14-4-2010) στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου που την εξέδωσε. Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και ορίσθηκε προς συζήτηση της ένδικης αιτήσεώς του, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων μολονότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί (βλ. από 28-7-2010 αποδεικτικά της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... περί επιδόσεως προς τον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση και προς τον αντίκλητο δικηγόρο του σχετικής από 18-6-2010 κλήσεως). Όπως προαναφέρθηκε, όμως, ο νέος νόμος ήτοι το άρθρο 30 του ν.3904/2010 που αντικατέστησε το άρθρο 33 του ν. 3346/2005, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 4 της από 16-9-2009 πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, ως προς την θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της μη εγκαίρως καταβολής εργοδοτικών εισφορών και ως προς τη θεμελίωση της αποτελούσης αυτοτελές έγκλημα μη καταβολής παρακρατηθεισών με σκοπό αποδόσεως στον οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό εργατικών εισφορών απαιτεί πλέον να υπερβαίνουν τα οφειλόμενα ποσά εισφορών εκείνα για τη μη πληρωμή και απόδοση των οποίων καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων από το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις πράξεις αυτές. Έτσι το άρθρο 30 του ν.3904/2010 ως προς την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του ΑΝ 86/1967 έναντι του υπαιτίου μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη και έναντι αυτού ως παρακρατούντος τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και εφαρμόζεται στις υποθέσεις που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (αρθρ.2 περ.i Π.Κ.). Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής κατ' άρθρο 511 και 514 ΚΠοινΔ από τον Άρειο Πάγο του ως άνω επιεικεστέρου νόμου που άρχισε να ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου οι πράξεις για τις οποίες κατεδικάσθη ο αναιρεσείων ήτοι: α)για μη καταβολή των βαρυνουσών αυτόν ως εργοδότη ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 19863,66 ευρώ στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο οι εισφορές αυτές έγιναν απαιτητές και β)για μη καταβολή στο ΙΚΑ παρακρατηθεισών ασφαλιστικών εισφορών των εργασθέντων στην επιχείρηση του (εργατικές) ποσού 9931,83 μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστησαν κατά τα προεκτεθέντα ανέγκλητες. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την καταδίκη του αναιρεσείοντος για αμφότερες τις άνω πράξεις που δεν είναι πλέον αξιόποινες και να κηρυχθεί κατ' άρθρο 518 παρ.1 ΚΠοινΔ αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αιτών, αναιρουμένης περαιτέρω της εν λόγω αποφάσεως και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής φυλακίσεως 10 μηνών για κάθε μία από τις άνω πράξεις στον καταδικασθέντα και περί επιβολής συνολικής ποινής δεκατεσσάρων (14) μηνών σ' αυτόν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8411/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Μ. Τ. του Λ. αθώο του ότι: Στον Πειραιά την 20-8-2002 τυγχάνοντας εργοδότης (ήτοι Πρόεδρος Δ.Σ. και διευθύνων Σύμβουλος) της επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε.", είδος επιχειρήσεως ναυπηγεία και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1/02 έως 6/02 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 29795,50 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1.Έχοντας την υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 19.863,66 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2.Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές την εργασθέντων στην επιχείρηση του (εργατικές) ποσού 9.931,83 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν, μέσα στο μήνα κατά τον οποίον κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... Π.Ε.Ε. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 76/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ.Χ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 383/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1314/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 410/8-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 2/9-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ.Ε.Χ., κατοίκου ..., κατά της 383/29-4-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε κατ' έφεση τον ήδη αναιρεσείοντα σε φυλάκιση επτά μηνών με τριετή αναστολή για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο πράξη την οποία τέλεσε στην ... στις 31-8-2001. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1885/2009, ΑΠ 401/2006). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1533/2003, ΑΠ 278/2002). ΙV. Η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση: α) εκδόθηκε στις 29-4-2009 όπου ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Θεσπρωτίας Β. Διαμάντη δηλ. θεωρείται ότι καταδικάστηκε παρών (ΑΠ 1711/2005, ΑΠ 637/2003) και β) καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 27-4-2010. Ο αναιρεσείων άσκησε την παραπάνω αναίρεσή του ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας στις 9-9-2010 δηλ. μετά την λήξη της προβλεπόμενης δεκαημέρου προθεσμίας που άρχισε στις 27-4-2010 χωρίς να επικαλεσθεί λόγους ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αυτή άσκηση. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 ΕΥΡΩ,: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 2/9-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ.Ε.Χ., κατοίκου .., κατά της 383/29-4-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ.1 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ.1,2,3 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δέκα ημέρες, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως αν δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από τη νόμιμη επίδοσή της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος, ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο από συνήγορο, θεωρείται παρών και δεν απαιτείται η επίδοση σε αυτόν της τελεσίδικης αποφάσεως για να αρχίσει η προθεσμία της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της ασκηθείσας αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη με αριθμό 383/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δημοσιεύθηκε απόντος μεν του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αλλά εκπροσωπηθέντος νομίμως δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Διαμάντη, κατ' άρθρο 340 παρ.2 ΚΠοινΔ και καταχωρήθηκε στο βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ την 27-4-2010, όπως αυτό προκύπτει από τη με ημερομηνία 27-4-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία είναι καταχωρημένη στο σώμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παρά ταύτα, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη με αριθ. εκθ. 2/9-9-2010 αίτηση αναιρέσεώς του εκπροθέσμως, μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άνω άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ δεκαήμερης προθεσμίας, που έληγε στις 8-5-2010, ήτοι μετά πάροδο χρόνου πλέον του τετραμήνου, χωρίς μάλιστα στην έκθεση αναιρέσεως να επικαλείται λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το άνω απαράδεκτο και τη μη εμφάνισή του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ.2/9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Δ.Χ. του Ε. περί αναιρέσεως της με αριθμό 383/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη της αναιρέσεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της. Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην έκθεση ασκήσεως αυτού, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 75/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 733/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Σ. Σ. του Ι. και 2. Ι. Σ. του Ι.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 716/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 264/17-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες την από 31-3-2010, δια δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως του Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 733/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), δια της οποίας κατεδικάσθη κατ' έφεση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσης προς 10 € ημερησίως, για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απόπειρα απάτης Δικαστηρίου, εκθέτομεν τα εξής: Κατ' άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ., ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεων, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκηση του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 ... Εξάλλου κατά το εδ. α' της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση. Τέλος, κατ' άρθρ. 476 παρ.1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ( ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε δι' αντιπροσώπου και συγκεκριμένα δια της δικηγόρου Δήμητρας Καββαδά, η οποία εστερείτο σχετικής πληρεξουσιότητος, ενώ κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν ήταν αυτή, αλλά ο δικηγόρος Εμμανουήλ Μαγειρόπουλος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκε σχετική εξουσιοδότηση, εντός εικοσαημέρου προθεσμίας, από της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, στον Γραμματέα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, νόμιμο κατά τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 ΚΠΔ είναι να κηρυχθεί αυτή απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 31.3.2010 αίτηση αναιρέσεως του Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 733/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16-9-2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστ. Κανελλόπουλος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ίδιος ο αναιρεσείων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. α και β του ΚΠοινΔ, στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε, κατά τον χρόνο αυτό, δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ` αριθ. 733/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για πλαστογραφία με χρήση και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα. Κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτός είχε διορίσει, ως συνήγορο υπερασπίσεως, το δικηγόρο Αθηνών Εμμανουήλ Μαγειρόπουλο. Την ένδικη αίτηση αναιρέσεως άσκησε εμπροθέσμως, στις 31-3-2010, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, η δικηγόρος Δήμητρα Καββαδά, χωρίς όμως, όπως αναφέρθηκε, να έχει αυτή την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου ενώπιον του εκδόντος την καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου. Για την ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, η δικηγόρος αυτή δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε, για να προσαρτηθεί στην δήλωση αναιρέσεως, πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, με την οποία να παρέχεται σε αυτήν εντολή για την άσκηση του κρινόμενου ενδίκου μέσου, ενώ δεν προσκομίσθηκε τέτοιο έστω μεταγενέστερα και δη εντός 20 ημερών. Συνεπώς, το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε απαραδέκτως. Συνακόλουθα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, ο ίδιος ο αναιρεσείων κλήθηκε (τηλεφωνικώς) να προσέλθει στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, και να εκθέσει τις απόψεις του επί του απαραδέκτου της αιτήσεώς του (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 2551/2010) αίτηση του Π. Χ. του Ε., για αναίρεση της υπ` αριθ. 733/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2011.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως που υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο που δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Δεν προσαρτάται στην αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο προς άσκηση της (465 παρ. 1 ΚΠΔ) ούτε προσκομίσθηκε εντός 20 ημερών. Απαράδεκτη η αίτηση κατ’ άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ.
null
null
0
Αριθμός 72/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν.Φ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 56/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 886/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 22-10-2010 και 3-9-2010 αποδεικτικά επιδόσεως του ..., επιμελητή εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας και ..., επιμελήτριας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο ίδιος με θυροκόλληση και ο αντίκλητος δικηγόρος του Ζήσης Κωνσταντίνου, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 12/1/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 17-6-2010 αίτησή του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 12/17-6-2010 αίτηση του Ν.Φ. του Γ. περί αναιρέσεως της 56/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 69/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι.Φ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 518/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 90/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση . ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 25-8-2010 δύο αποδεικτικά επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο ίδιος, όσον και ο αντίκλητος δικηγόρος του Βασίλειος Καπερνάρος με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 12/1/2011, που είχε προσδιορισθεί για συζήτηση, μετά ματαίωση προηγούμενης δικασίμου, η κρινόμενη από 7-12-2009 αίτησή του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 7/7-12-2009 αίτηση του Ι.Φ. του Ε. περί αναιρέσεως της 518/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 70/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Φ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 515/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 92/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα από 12 Φεβρουαρίου 2010 δύο αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. και Λ. Χ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στην ..., και στον αντίκλητό του Β. Κ., δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (...), επίσης με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ` αριθ. 769/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 4/7 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Ι. Φ. του Ε., για αναίρεση της υπ` αριθ. 515/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 66/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Ζ. Σ. του Ε. και 2) Ε. Σ. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 459/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 624/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Επί νομικού προσώπου φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για εταιρική επιχείρηση, ποία η εταιρική μορφή αυτής και η θέση του κατηγορουμένου στην εταιρία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στο ΙΚΑ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ.ΑΠ 1716/1990). Τέλος, κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 459/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, εκδοθείσα μετ’ αναίρεση προηγούμενης καταδικαστικής αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ απασχοληθέντος προσωπικού σε ξενοδοχειακή επιχείρηση ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ήταν αυτοί Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αντίστοιχα και τους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών σε καθένα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής:"Στο ... στις 5-2-2003 (ο) πρώτος κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και η δεύτερη ως διευθύνων σύμβουλος της επιχείρησης με την επωνυμία ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΞΤΕ Α.Ε., είδος επιχείρησης Ξενοδοχείο, αφού απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από 10/2002 έως 12/2002 στην επιχείρηση τους, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο, ΙΚΑ, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις παρακάτω εισφορές ποσού 17.980,97 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επομένου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται μισθωτοί και ύψος αποδοχών. Επίσης, οι παραπάνω, έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 11987,64 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 5.993,33 ευρώ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, με αποτέλεσμα να καταστούν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι , δυνάμει του από 20-3-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, το ξενοδοχείο ΑΜΝΙΣΣΟΣ, μισθώθηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 2004, στην εταιρία "ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ", με μετόχους τον Α. Π. και την Λ. Α., ότι οι τελευταίοι ανέλαβαν αποκλειστικά την διαχείριση του παραπάνω ξενοδοχείου, και ότι ως εργοδότες ήταν υπεύθυνοι για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και δη από τις υπ' αριθμ. πρωτ. 1718/23-5-2002, 2097/30-5-2003, 2356/3-6-2004, και 3757/10-8-2004 πίνακες προσωπικού, της εταιρείας ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ, που φέρουν την σφραγίδα και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, καθώς και την υπογραφή της λογίστριας της πρώτης κατηγορουμένης, Α. Β.-Κ., και υποβάλλονταν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, προκύπτει ότι εργοδότης και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 10/2002 έως 12/2002, φέρεται η ανωτέρω εταιρεία ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ, με υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο την α1 κατηγορουμένη, ενώ στους δύο τελευταίους πίνακες προσωπικού, αναφέρεται ο Α. Π. ως "τεχνικός ασφαλείας". Εξάλλου, η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύτηκε από το ΙΚΑ κατά της εταιρείας με την επωνυμία ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ, με την κατάσχεση του ακίνητου της (βλ. 61/2001 έκθεση κατάσχεσης) δεν προσεβλήθη από την τελευταία με σχετική ανακοπή, παρά το γεγονός ότι επιδιωκόταν η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών και για την χρονική περίοδο από 8/1999 έως 10/2000 που φέρεται ότι το ξενοδοχείο ήταν μισθωμένο στην "ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ". Περαιτέρω, η 1η κατηγορουμένη υπέγραψε ως εργοδότης από τις με αριθμ. 4266, 4055, 3903/3-7-2001 Εκθέσεις επιτόπιου ελέγχου της Ε.ΥΠ.Ε.Α, που αφορούσαν έλεγχο στο ξενοδοχείο ΑΜΝΙΣΣΟΣ, ενώ στις 1600/25-7-2001 και 786/14-3-2001 Αναγγελίες Οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού των εργαζομένων στο ξενοδοχείο ΑΜΝΙΣΣΟΣ Κ. Ν. και Τ. Β. Ά., αναφέρεται ως εργοδότης αυτών η εταιρεία "ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ" και ως εκπρόσωπος της επιχείρησης η 1η κατηγορουμένη, ενώ σε κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει η σφραγίδα και η υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ, όπως θα έπρεπε για να θεμελιώνεται και η δική της ευθύνη, αφού τα έγγραφα αυτά συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της υποτιθέμενης μίσθωσης του ξενοδοχείου από την τελευταία. Από το από 24-4-2001 πρακτικό της ΤΔΕ ΙΚΑ Ρεθύμνου προκύπτει ότι την ίδια ημερομηνία (24-4-2001) η 1η κατηγορουμένη εμφανίστηκε στην ΤΔΕ του ΙΚΑ και υποστήριξε την ένσταση της εταιρείας ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ κατά των 295 και 296 ΠΕΠΑΕ που συντάχθηκαν μετά από έλεγχο στην επιχείρηση την 6-6:2000 (διάστημα που φέρεται ότι το ξενοδοχείο ΑΜΝΙΣΣΟΣ ήταν μισθωμένο στην "ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ"), υποστηρίζοντας ότι η ίδια προέβαινε στην καταχώρηση των εργαζομένων του ξενοδοχείου, στο ειδικό βιβλίο εργαζομένων της επιχείρησης, ενεργώντας ουσιαστικά ως εργοδότης, ουδέν δε ανέφερε περί μη ευθύνης της ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ. Περαιτέρω, από την με αριθμ. 11261/4583/29-11-2002 απόφαση του Δ/ντή ΙΚΑ, την συνημμένη σε αυτή 11261/11-11-2002 αίτηση για έλεγχο και ρύθμιση οφειλών, της ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε καθώς και από την 8376/4536/12-8-2001 αίτηση της ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε για ρύθμιση οφειλών που αφορούν κατά ένα μέρος και τις επίδικες οφειλές, προκύπτει ότι ανωτέρω εταιρεία ζήτησε και πέτυχε ρύθμιση των επίδικων οφειλών της, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι οφείλει και τις επίδικες ασφαλιστικές εισφορές. Τέλος, ο ίδιος ο Α. Π., στην από 27-4-2009 υπεύθυνη δήλωση απώλειας ασφαλιστικού βιβλιαρίου που υπέβαλε την 28-4-2009 στο ΙΚΑ Χαλκίδας, υποστηρίζει ότι εργάσθηκε στο ξενοδοχείο της εταιρείας ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε, ως ασφαλισμένος μισθωτός, με την ειδικότητα του Διευθυντή από 5/1999 έως 10/2001 και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ". Τα παραπάνω επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας κατηγορίας Κ. Ζ., ο οποίος κατέθεσε ότι: "προσλήψεις και απολύσεις όλα γινόταν από την "ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε." για όλο το χρονικό διάστημα και στην Επιθεώρηση Εργασίας οι καταστάσεις θεωρούνταν από την "ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε." και συνεπώς η ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε εμφανιζόταν ως εργοδότρια στο ΙΚΑ και στις καταστάσεις επιθεώρησης εργασίας. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις τις οποίες κατηγορούνται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό." Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του Π.Κ, και άρθρο 1 παρ.1,2 του Α.Ν 86/1967 σε συνδυασμό με άρθρο 375 παρ.1 του Π.Κ. που εφάρμοσε. Σε σχέση με τις προβαλλόμενες ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) αναφέρεται ρητά στο αιτιολογικό ότι εργοδότης είναι η ανώνυμη εταιρία ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ, η οποία προσέλαβε και απασχόλησε σε ξενοδοχείο της το προσωπικό για το οποίο οφείλονται οι εισφορές στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, β)με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απάντησε το Δικαστήριο και απορρίφθηκε ο προβληθείς ισχυρισμός των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ότι, κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 10/2002 έως 12/2002, εργοδότης και υπόχρεη προς καταβολή των εισφορών του απασχολούμενου εργατικού προσωπικού δεν ήταν η εταιρία τους ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ, αλλά η εταιρία ΚΡΕΚΟΤΕΛ ΕΠΕ, στην οποία και είχε δήθεν εκμισθώσει το ξενοδοχείο η ανωτέρω ιδιοκτήτρια ανώνυμη εταιρία από 20-3-1999 μέχρι τον Οκτώβριο του 2004,ενώ δεν υπάρχουν ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές για το ζήτημα αυτό και δη παραδοχή ότι έγινε πράγματι μίσθωση και ότι οι εισφορές του ΙΚΑ βαρύνουν την ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ, ως εκμισθώτρια και άρα ως μη εργοδότρια εταιρία, γ)αναφέρεται η ιδιότητα των δύο κατηγορουμένων στην υπόχρεη εργοδότρια ανώνυμη εταιρία και δη ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν Πρόεδρος και η δεύτερη Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας αυτής ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΑΕ. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως και οι λόγοι για έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας, με τους οποίους υποστηρίζονται ότι δεν απαντήθηκε ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός και το Δικαστήριο προχώρησε στην καταδίκη τους, ενώ η εταιρία τους ήταν απλώς εκμισθώτρια του ξενοδοχείου και δεν απασχόλησε αυτή το προσωπικό κατά την ένδικη χρονική περίοδο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2010 αίτηση των 1. Ζ. Σ. του Ε. και 2. Ε. Σ. του Ε., περί αναιρέσεως της 459/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή εισφορών σε ΙΚΑ. Παράβαση Α.Ν. 86/1967. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας.
null
null
2
Αριθμός 67/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 6953/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Με κατηγορούμενο τον Χ. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΕΣΙΣ ΑΒΕΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη στη ακροατήριο. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό 20/03 Ιουνίου 2010 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 755/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των και η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι (Ολ.ΑΠ 3/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 7 9 § 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ.1325/1972): "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά την παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 15 παρ3 του Ν.3472/2006: "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2και3του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95 "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ.1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ.1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του Ν.2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές ης διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [ΟλΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ.,(όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη), όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ (ΟΛ. ΑΠ 4/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του προσβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, κατόπιν της από 10.4.2006 εγκλήσεως της εδρεύουσας στα ... ΑΕ με την επωνυμία "ΑΛΕΣΙΣ ΑΒΕΕ ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσιβλήτου Χ. Τ., για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... και στο ... στις 30.1.2006, 5.2.2006 και 20.2.2006, παραπέμφθηκε δε να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 6953/2009 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη την, κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη με την εξής αιτιολογία: "Από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι δεν υποβλήθηκε νομοτύπως η σχετική έγκληση της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία " Άλεσις ΑΒΕΕ Αρτοζαχαροπλαστικής", σε βάρος του κατηγορουμένου, αφού το από 7.4.2006 Πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της περί παροχής εξουσιοδότησης σε δικηγόρο, δεν φέρει το γνήσιο των υπογραφών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας". Όμως, όπως προκύπτει από τα συνημμένα στην έγκληση, από 7.4.2006 Πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας και το ΦΕΚ 3426/2006 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), η δικηγόρος Άννα Ψιλιτέλη που κατέθεσε την από 10.4.2006 έγκληση, είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση από το ΔΣ της άνω εταιρίας, το οποίο, σύμφωνα με το καταστατικό της είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτεί και τρίτους στην διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων εκπροσώπησης της εν λόγω εταιρίας. Συνεπώς, αφού η Άννα Ψιλιτέλη ενήργησε ως υποκατάστασο όργανο του Δ.Σ. της εταιρίας, δεν ήταν αναγκαία για την νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής (στο Πρακτικό) των μελών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας. Επομένως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με το να κηρύξει απαράδεκτη την κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη με την άνω αιτιολογία, παρά την υποβολή νομότυπης εγκλήσεως, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία των. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης από 3 Ιουνίου 2010 αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις παραπάνω διατάξεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ_, σημειουμένου ότι ο αναιρεσίβλητος και η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τα με χρονολογία 2.9.2010 και 15.9.2010 αποδεικτικά επίδοσης του Υπαρχιφύλακα του Α.Σ. ... Κ. Λ. και του Αρχιφύλακα Α.Τ. ... Α. Σ., αντίστοιχα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 6953/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση με την οποία έπαυσε οριστικά η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξης για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, λόγω μη νομότυπης εγκλήσεως της παθούσης ΑΕ. Παραδοχή του λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για υπέρβαση εξουσίας, αφού υπεβλήθη νομότυπα η έγκληση από δικηγόρο, υποκατάστατο του ΔΣ της δικαιούχου ΑΕ και δεν ήταν αναγκαία η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ της εταιρίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 73/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Χ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 14468/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 924/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 9.9.2010 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης …, περί επιδόσεως στη σύνοικο ενήλικη μητέρα του Χ. Α. της υπ' αριθμό 924/23.8.2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2010 αίτηση του Π. Χ. του Ε. για αναίρεση της 14468/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 76/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕbank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Δημητροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 395/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1312/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 101, 102, 104 παρ. 1, 106 παρ. 3 και 107 του από 13-9-1968 Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 389/2-4-1973 τεύχος β', κυρώθηκε με το Ν.Δ 213/1973 και επέχει ισχύ νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, οι προαγωγές στους βαθμούς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή ενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ύστερα από πρόταση του Διοικητή της. Ως προακτέος κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζεται ο υπάλληλος που έχει διακριθεί μεταξύ των συναδέλφων του για το χαρακτήρα και το ήθος του και έχει επιδείξει σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον και έχει παράσχει με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και το ζήλο του εξαιρετικές υπηρεσίες. Το Διοικητικό Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσεώς του λαμβάνει υπόψη α) τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινόμενου υπαλλήλου, β) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, γ) την προσωπική γνώση και τις ασφαλείς πληροφορίες των μελών του και δ) κάθε, κατά την κρίση του, χρήσιμο στοιχείο ή έγγραφο. Η κρίση του Συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείπεται από τις προαγωγές υπάλληλος που έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και προάγεται άλλος, έναντι του οποίου αυτός που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συνεπώς η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι κατάφωρα άδικη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 9-10-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, κατόπιν επιτυχίας του σε εξωτερικό διαγωνισμό και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της. Εξελίχθηκε ομαλά στην υπαλληλική ιεραρχία και, από 9-11-1985 προήχθη, κατ' απόλυτη εκλογή, στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι κάτοχος πτυχίων της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζει καλά τη Βουλγαρική γλώσσα και μέτρια την Αγγλική. Μέχρι τις προαγωγικές κρίσεις της 28-6-1995 για το βαθμό του Υποδιευθυντή, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Διευθυντή του Καταστήματος ... από 7-1-1991 έως 1-8-1993, Διευθυντή του Καταστήματος ..., με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 2-8-1993 έως 15-5-1994 και Διευθυντή του Καταστήματος ... από 16-5-1995 μέχρι 25-3-1999. Επίσης, μέχρι τις 28-6-1995, παρακολούθησε τα σεμινάρια 1) "Στήριξη του Συνεταιριστικού Κινήματος από 21 έως 23-5-1986, 2) "Αξιολόγηση επενδύσεων - Επίπεδο 1" από 5 έως 8-2-1989 3) Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς από 22 έως 26-7-1991, 4) "Ημερίδα για τα Αμοιβαία Κεφάλαια στις 2-11-1993 και 5) "Πιστωτικές κάρτες" στις 18-12-1993. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1988 έως και 1990 χαρακτηρίζεται άριστος µε 373 μονάδες από τον πρώτο κριτή και µε 384 μονάδες από το δεύτερο και στο φύλλο ποιότητας της επιθεώρησης του έτους 1993, επίσης άριστος, µε 373 μονάδες από τον πρώτο κριτή και 384 από το δεύτερο. Ο ενάγων, µε τη 14/14-9-1993 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή το έτος 1993, πλην όμως η απόφαση εκείνη καταργήθηκε, κατ' άρθρο 28 παρ. 10 του ν. 2190/1994, γιατί είχε ληφθεί κατά τη διάρκεια προεκλογικής περιόδου και αυτός επανήλθε αυτοδικαίως στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' και στην έως τότε κατεχόμενη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος ..., µε ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή. Ακόμη ο ενάγων έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά µε πρόστιμο αποδοχών 15 ημερών για αύξηση των εξόδων διαχείρισης και δαπανών του καταστήματος ... κατά το διάστημα της θητείας του ως Διευθυντή (16-5-1994 έως 25-3-1999) και µε υποβιβασμό στον κατώτερο βαθμό και αργία για το χειρισμό υπόθεσης πλειστηριασμού ενυπόθηκου στην εναγομένη ακινήτου της ανώνυμης εταιρείας "ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ ΠΑΓΓΑΙΟΥ ΑΕ" κατά το έτος 1998. Πέραν του γεγονότος ότι μέχρι τον κρίσιμο χρόνο προαγωγών ο ενάγων δεν είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά, ούτε είχε κινηθεί εις βάρος του η πειθαρχική διαδικασία, όλες οι σχετικές αποφάσεις τόσον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου όσον και της Διοίκησης της εναγομένης, όπως και η ίδια ομολογεί, αναγνωρίστηκαν άκυρες, ως αντιβαίνουσες στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, µε τη 220/2005 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και υποχρεώθηκε η εναγομένη να διαγράψει από τα μητρώα της τις αντίστοιχες ποινές. Περαιτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, κατά τη συνεδρίαση της 28-6-1995, για τις προαγωγές στο βαθμό του Υποδιευθυντή, παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ο οποίος είχε, κατά το χρόνο αυτό, τα προαναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ενώ προήγαγε τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του Η. Χ., Σ. Δ., Δ. Τ. και Δ. Μ., που προτείνονται προς σύγκριση. Οι τελευταίοι, κατά το χρόνο των πιο πάνω προαγωγών, είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: α) Ο Η. Χ. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 10-10-1972 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 10-10-1986, κατ' απόλυτη εκλογή. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και γνωρίζει στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα. Έως τις 28-6-1995 παρακολούθησε τα σεμινάρια: 1) " Αξιολόγηση Επενδύσεων Επίπεδο 1" από 20 έως 24-6-1988, 2) "Αναπτυξιακός Νόμος 1262/82 και αρμοδιότητες της ΑΤΕ" από 15 έως 16-6-1988, 3) "Πρότυπα Διοικητικής συμπεριφοράς" από 17 έως 21-6-1991 και 4) "Διαγνωστική Επιχειρήσεων-Ειδικά Θέματα" από 26 έως 28-9-1994. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Υποδιευθυντή του Καταστήματος ... από 20-12-1988 έως 9-5-1994 και του Καταστήματος ... από 10-5-1994 έως 11-5-1995 και Διευθυντή του Καταστήματος ..., με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή, από 12-5-1995 έως 27-6-1995. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδος των ετών 1985, 1986, 1987, 1988 χαρακτηρίζεται άριστος και από τους δύο κριτές με 370 μονάδες το 1985 και 376 μονάδες τα υπόλοιπα έτη, ενώ στο φύλλο επιθεώρησης του έτους 1991 χαρακτηρίστηκε λίαν επαρκής με 342 μονάδες (δεν προσκομίζονται τα φύλλα ποιότητας των υπόλοιπων ετών και μέχρι τις 28-6-1995 δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά), β) ο Σ. Δ. προσλήφθηκε την 1-11-1971 και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' την 1-7-1984. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών (ΑΣΟΕΕ) και γνωρίζει στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει τα σεμινάρια 1) "Επιμόρφωση Νεοπροσληφθέντων Υπαλλήλων Εποπτικής Υπηρεσίας" από 8 έως 11-12-1971, 2) "ΟN LINE# 3" από 10 έως 12-4-1991 και 3) "GRID Προϊσταμένων" το Μάιο του 1991. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου του Γραφείου Υπηρεσίας Συνεταιρισμών του Καταστήματος ... από 1-7-1975 έως 11-8-1985, Προϊσταμένου της Θυρίδας ... Καταστήματος ... από 12-8-1985 έως 18-5-1994, ενώ κατά το διάστημα από 23-9-1985 έως 31-10-1985 ήταν αποσπασμένος ως Γενικός Διευθυντής στον Αγροτοβιομηχανικό Συνεταιρισμό "ΤΟ ΑΡΚΑΛΙ" και Υποδιευθυντής του Καταστήματος Α' ..., με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή, από 19-5-1994 έως 27-6-1995. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1986, 1988 χαρακτηρίζεται λίαν επαρκής και των ετών 1990, 1991, 1992, 1993 και 1994 άριστος με 376-389 μονάδες, γ) ο Δ. Τ. προσλήφθηκε στις 20-10-1971 και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 20-10-1984. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα. Παρακολούθησε (έως τις 28-6-1995) τα σεμινάρια 1) "Εντατική Εκπαίδευση Οικονομικών και Εποπτικών υπαλλήλων" από 2-2-1976 έως 24-6-1976, διάρκειας 438 ωρών, 2) "GRID Προϊσταμένων" το Μάιο του 1991, 3) "Εκπαίδευση Εποπτών Συνεταιρισμών στην Πληροφορική και στα Χρηματοοικονομικά των Επιχειρήσεων" από 1 έως 12-2-1993, διάρκειας 85 ωρών, 4) "Εισαγωγές-Εξαγωγές ΙΙ" από 5 έως 7-9-1994, διάρκειας 26 ωρών και 5) "Διαγνωστική Επιχειρήσεων-Ειδικά Θέματα" από 19 έως 21-12-1994. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου της Θυρίδας ... δικαιοδοσίας Καταστήματος ... από 24-4-1987 έως 30-8-1991, Προϊσταμένου του Γραφείου Υπηρεσίας Συνεταιρισμών του Καταστήματος ... από 3-9-1991 έως 20-2-1994 και Υποδιευθυντή του Καταστήματος ... από 21-2-1994 έως 5 -7-1995. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1984, 1985, 1990, 1991, 1992 και 1993 χαρακτηρίζεται άριστος με 391-372 μονάδες και των ετών 1986, 1987 και 1988 λίαν επαρκής και δ) ο Δ. Μ. προσλήφθηκε στις 12-10-1972 και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 31-7-1985. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και γνωρίζει στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα. Έως 28-6-1995 παρακολούθησε τα σεμινάρια 1) "Αξιολόγηση Επενδύσεων Επ. 1" από 6 έως 10-6-1988, 2) "Αναπτυξιακός Νόμος 1262/1982 και οι αρμοδιότητες της ΑΤΕ" από 14 έως 16-6-1988, 3) "Αξιολόγηση Επενδύσεων Επιπ. 2" από 8 έως 12-5-1989, 4) "Εκπαίδευση Εποπτών Συνεταιρισμών στην Πληροφορική και στα Χρηματοοικονομικά των Επιχειρήσεων" από 1 έως 12-2-1993, διάρκειας 85 ωρών. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου του Γραφείου Υπηρεσίας Συνεταιρισμών του καταστήματος ... από 24-6-1974 έως 28-7-1994, Υποδιευθυντή του καταστήματος ... από 29-7-1994 έως 25-1-1995 και Διευθυντή του καταστήματος ..., µε ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή, από 26-1-1995 έως 27-6-1995. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1990, 1991, 1992 και 1993 χαρακτηρίζεται άριστος µε 378-395 μονάδες. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και των προταθέντων προς σύγκριση ομοιόβαθμων συναδέλφων του, προκύπτει ότι ο ενάγων: Α) έναντι του Η. Χ. ήταν ισοδύναμος στη γενική αρχαιότητα και υπερτερούσε στην αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό κατά 15 μήνες, στους τίτλους σπουδών (δύο πτυχία ανώτατης σχολής έναντι ενός), στις ξένες γλώσσες (βουλγαρικά καλά και αγγλικά μέτρια αντί αγγλικά στοιχειωδώς), προσόν ιδιαίτερα σημαντικό για την άσκηση τραπεζικών εργασιών, ως προς την επαγγελτική επιμόρφωση (πέντε σεμινάρια έως τις 28-6-1995 έναντι τεσσάρων), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και τη διάρκεια τους (ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος από 7-1-1991 έως 1-8-1993 και με ανάθεση καθήκοντα του επόμενου βαθμού (Υποδιευθυντή) από 2-8-1993 έως 15-5-1994, ενώ ο Η. Χ. καθήκοντα Υποδιευθυντή Καταστήματος και Διευθυντή Καταστήματος, με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή, μόνον 45 ημερών πριν τις κρίσεις της 28-6-1995) και στη βαθμολογία (άριστος έναντι άριστος και λίαν επαρκής), Β) έναντι του Σ. Δ. υστερούσε στη γενική αρχαιότητα κατά ένα έτος και στην ειδική αρχαιότητα κατά 15 μήνες, ενώ υπερτερούσε στους τίτλους σπουδών (δύο πτυχία ανώτατης σχολής έναντι ενός), στις ξένες γλώσσες (βουλγαρικά καλά και αγγλικά μέτρια αντί αγγλικά στοιχειωδώς), ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση (πέντε σεμινάρια κατά τον κρίσιμο χρόνο έναντι τριών), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και τη διάρκεια τους (ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος από 7-1-1991 και με ανάθεση καθήκοντα Υποδιευθυντή από 2-8-1993 έως 15-5-1994, ενώ ο Σ. Δ. καθήκοντα Προϊσταμένου Θυρίδας και από 19-5-1994 έως 27-6-1995 καθήκοντα Υποδιευθυντή Καταστήματος, με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή) και στη βαθμολογία (άριστος έναντι άριστος και λίαν επαρκής), Γ) έναντι του Δ. Τ. υστερούσε στη γενική αρχαιότητα κατά ένα έτος και στην ειδική αρχαιότητα επίσης κατά ένα έτος, ήταν ισοδύναμος ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και υπερτερούσε στους τίτλους σπουδών (δύο πτυχία ανώτατης σχολής έναντι ενός), στις ξένες γλώσσες (βουλγαρικά καλά και αγγλικά μέτρια αντί μόνο αγγλικά καλά), ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και τη διάρκεια τους (ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος από 7-1-1991 και με ανάθεση καθήκοντα Υποδιευθυντή από 2-8-1993 έως 15-5-1994, ενώ ο Δ. Τ. Προϊσταμένου Θυρίδας και Γραφείου Υπηρεσίας από 24-4-1987 έως 20-2-1994 και μόνο Υποδιευθυντή Καταστήματος από 21-2-1994 μέχρι τις 28-6-1995,( χωρίς μάλιστα να του ανατεθούν πριν την προαγωγή του καθήκοντα Υποδιευθυντή) και τη βαθμολογία (άριστος έναντι άριστος και λίαν επαρκής) και Δ) έναντι του Δ. Μ. υστερούσε κατά τρεις μήνες στην ειδική αρχαιότητα, ήταν ισοδύναμος στη γενική αρχαιότητα και τη βαθμολογία (άριστοι και οι δύο) και υπερτερούσε στους τίτλους σπουδών (δύο πτυχία ανώτατης σχολής έναντι ενός), στις ξένες γλώσσες (βουλγαρικά καλά και αγγλικά μέτρια αντί αγγλικά στοιχειωδώς), ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση (πέντε σεμινάρια κατά τον κρίσιμο χρόνο έναντι τεσσάρων) και ως προς τη διάρκεια άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων (ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος από 7-1-1991 και µε ανάθεση καθήκοντα του επόμενου βαθμού (Υποδιευθυντή) από 2-8-1993 έως 15-5-1994, ενώ ο Δ. Μ. καθήκοντα Υποδιευθυντή Καταστήματος από 29-7-1994 έως 25-1-1995 και Διευθυντή, µε ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή, από 16-11-1995 έως 27-6-1995. Με βάση τα προαναφερόμενα και λαμβανομένου υπόψη ότι η γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα δεν μπορούν κάθε αυτά να έχουν κρίσιμη και αποφασιστική σημασία κατά τις προαγωγικές κρίσεις στους ανώτερους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας, όπως είναι ο βαθμός του Υποδιευθυντή, αλλά απλώς συνεκτιμώνται µε τα υπόλοιπα στοιχεία, ενώ οι τίτλοι σπουδών και κυρίως η υπηρεσιακή απόδοση (αξιολόγηση στα φύλλα ποιότητας) και η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αποτελούν βασικά κριτήρια για την κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγή υπαλλήλων, αφού προσδιορίζουν την εργατικότητα, την υπηρεσιακή κατάρτιση και τη δραστηριότητα του υπαλλήλου, µε βάση τη συνολική εκτίμηση των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και των συγκρινόμενων συναδέλφων του, προκύπτει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι των Η. Χ., Σ. Δ. και Δ. Τ.. Έτσι, είναι κατάφωρη η αδικία που επήλθε εις βάρος του µε την παράλειψη προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή και η παράλειψη αυτή είναι παράνομη, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ και συνεπώς άκυρη και θεωρείται ως µη γενομένη, κατ' άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, µε αποτέλεσμα να παρέχεται στον ενάγοντα το δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του από 28-6-1995.Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι, αφού ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 28-6-1995, δικαιούται ως αποζημίωση από 1-7-1995 μέχρι τις 28-11-2000 που αποχώρησε από την εναγομένη λόγω παραίτησης, τις μισθολογικές διαφορές που θα ελάμβανε στο διάστημα αυτό και ανέρχονται στο ποσό των 134.859 δραχμών μηνιαίως και συνολικά, με το συνυπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας, σε 10.316.713,5 δραχμές ή 30.276,5 ευρώ (134.859Χ 76,5 μήνες).Για το υπόλοιπο επίδικο διάστημα από 29-11-2000 έως και 28-2-2001, κατά το οποίο η σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων είχε λυθεί, η εναγομένη δεν υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα (συνταξιούχο) οποιοδήποτε ποσό. Με βάση τα περιστατικά αυτά το εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι των ως άνω συναδέλφων του Η. Χ., Σ. Δ. και Δ. Τ., οι οποίοι προήχθησαν από 28-6-1995 στο βαθμό του Υποδιευθυντή, και ότι η μη προαγωγή του στον παραπάνω βαθμό παρεμποδίσθηκε από την αναιρεσείουσα από 28-6-1995, κατά τρόπο που υπερβαίνει, προφανώς, τα από το άρθρο 281 ΑΚ τιθέμενα όρια που επιβάλλουν κατά την άσκηση του δικαιώματος κρίσεως και προαγωγής οι αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και ήταν γι' αυτόν καταφώρως άδικη, αφού αυτός συγκέντρωνε όλα τα κατά τον Οργανισμό της απαιτούμενα τυπικά και. ουσιαστικά προσόντα και υπερείχε, ως προς τα προσόντα αυτά, καταφανώς από τους προαχθέντες ως άνω τρεις συναδέλφους του. Ακολούθως, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί, στο σύνολό της, την από 30-6-2000 ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε την τελευταία αυτή ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της, αναγνωρίζοντας αφενός ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα είχε υποχρέωση να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 28-6-1995 και επιδικάζοντας αφετέρου στον αναιρεσίβλητο για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-7-1995 έως 28-11-2000 ποσό 30.276,5 ευρώ. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και αφού, ορθώς, απέρριψε ως αλυσιτελή τη διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι οι αντιπροτεινόμενοι προς προαγωγή υπάλληλοι της ήταν δύο ενώ ο ενάγων υπερείχε έναντι περισσοτέρων, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του Οργανισμού της ΑΤΕ και του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αφού, τόσο κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του εν ισχύϊ εισέτι (Ολομ.ΑΠ 24/2006, Ολομ.ΑΠ 25/2006) ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας ν. 4332/1929, όσο και κατά το άρθρο 3 του από 8-7-1991 ισχύοντος καταστατικού της, μετά την, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 1914/1990, μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία, σκοπός της Αγροτικής Τράπεζας είναι η ανάπτυξη της οικονομίας και ιδιαίτερα του αγροτικού τομέα και συνακόλουθα ορθά ελήφθησαν υπόψη ως κριτήριο οι ιδιαίτερες και από θέσεις μεγάλης σπουδαιότητας υπηρεσίες που προσέφερε ο αναιρεσίβλητος για το σκοπό αυτό της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-6-2008 αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 1312/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο, ορθώς, απέρριψε τη διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας Αγροτικής Τράπεζας, με την αιτιολογία ότι οι αντιπροτεινόμενοι προς προαγωγή υπάλληλοί της ήταν δύο ενώ ο ενάγων υπερείχε έναντι περισσοτέρων και δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις του Οργανισμού της ΑΤΕ και του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 78/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. Ψ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρε-ξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευσταθία Τσαούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1919/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 7038/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου. Ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 219 του Κ.Πολ.Δ., "αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί, όμως, ο ενάγων, για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής, να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση, που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση. Η επιβοηθητική σύμφωνα με την παρ. 1 άσκηση αγωγής, μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η επιβοηθητική άσκηση αγωγής, μπορεί να γίνει είτε με το δικόγραφο της κύριας αγωγής, είτε με ιδιαίτερο αγωγικό δικόγραφο, όχι, όμως, και με τις προτάσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη, από 14-6-1995, αγωγή της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξέθεσε ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 193/1975, υπέβαλε στην αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 4 του ν.δ. 76/74 την από 22-11-1975 αίτηση με την οποία ζητούσε την επαναφορά της στο Τζάνειο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς, όπου εργαζόταν ως αδελφή νοσοκόμος τριετούς φοίτησης και απολύθηκε κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας και ότι η αίτηση της απορρίφθηκε με την 23/22-5-1976 απόφαση της παραπάνω Επιτροπής. Ότι στη συνέχεια υπέβαλε την 9294/28-5-1982 αίτηση επανάκρισης ενώπιον της προβλεπόμενης από το άρθρο 12 του ν. 1232/1982 συσταθείσας Ειδικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης, η οποία με την 149/24-1-1985 απόφαση έκανε δεκτή την εν λόγω αίτηση της. Ότι μετά την αποδοχή της αίτησης της ο Υπουργός Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως με τη Δ2β/11547 δις/24-10-1985 απόφαση του την επανέφερε στην προαναφερθείσα Υπηρεσία της και ότι η παραπάνω απόφαση όρισε ότι ο χρόνος παραμονής της εκτός υπηρεσίας υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 193/1975, χωρίς δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών για το μέχρι της επανόδου της χρονικό διάστημα. Ότι σε εφαρμογή της παραπάνω απόφασης επανήλθε στη Υπηρεσία της στο Τζάνειο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς από 17-2-1986, χωρίς να της καταβληθούν οι μέχρι τότε αποδοχές που θα λάβαινε αν η ανωτέρω Ειδική Επιτροπή Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του άρθρου 12 του ν. 1232/1982 και ο Υπουργός Υγείας και Πρόνοιας εξέδιδαν τις αποφάσεις τους εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης της (28-5-1982), σύμφωνα με πι διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 193/1975, ήτοι μέχρι την 28-7-1982, που θα αναλάμβανε υπηρεσία. Ότι από την υπαίτια και παράνομη καθυστέρηση έκδοσης της 149/85 απόφασης της Ειδικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης και της Δ2β/11547 δις/24-10-1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως πέραν του διμήνου από την υποβολή της αίτησης της για επανάκριση της απορριφθείσας αρχικής της αίτησης και επαναφορά της στην Υπηρεσία, ζημιώθηκε παράνομα, από τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου (Επιτροπής ταυ άρθρου 12 του ν. 1232/82 και Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας), κατά την άσκηση της ανατεθείσας σ' αυτά δημόσιας εξουσίας, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, τις αποδοχές που θα λάμβανε κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (28-7-1982 μέχρι 17-2-1986), ύψους 4.395.377 δραχμών, όπως αναλυτικά τις προσδιόριζε στην αγωγή. Βάσει των ανωτέρω ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής με τις πρωτόδικες προτάσεις της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 3.312.017 δραχμών με το νόμιμο από την επίδοση της αγωγής, με τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Από το περιεχόμενο της αγωγής αυτής σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα στήριξε την αξίωση της για αποζημίωση από τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου (Επιτροπής του άρθρου 12 του ν. 1232/82 και Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας), στην υπαίτια και παράνομη εκ μέρους τους καθυστέρηση έκδοσης της 149/85 απόφασης της Ειδικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης και της Δ2β/11547 δις/24-10-1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως πέραν του διμήνου από την υποβολή της αίτησης της. Με τις κατατεθείσες όμως προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αναιρεσείουσα προέβη σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής της, αφού ισχυρίστηκε ότι βάση της αξιώσεως της προς αποζημίωση είναι η καθυστέρηση από της παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας των παραγρ. 2 και 3 του άρθρου 45 του Ν.Δ. 170/1973 και όχι από της παρόδου της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 193/1975. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η συμπλήρωση αυτή δεν είναι παραδεκτή, αφού αφορά άλλη βάση από εκείνη στην οποία με το δικόγραφο της αγωγής θεμελιώνει την αξίωσή της η ενάγουσα, δεν κήρυξε παρά το νομό απαράδεκτο και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το αρθρ.559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο, με την ως άνω παραδοχή του δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ούτε τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974 και έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, από τις οποίες η μεν πρώτη εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα και επιβάλλει, εκτός των άλλων, ως εγγύηση της προστασίας αυτής, την ισότητα δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων, η δε δεύτερη επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, διότι η κρίση του δικαστηρίου ότι μία διαδικαστική πράξη αποτελεί παραβίαση δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς αυτή, δε συνιστά από μόνη της παραβίαση των εν λόγω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, και ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. μόνος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, όπως εκτιμάται η αποδιδόμενη μομφή στην προσβαλλόμενη απόφαση για παρα-βίαση των ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-06-2009 αίτηση της Α. Ψ. για αναίρεση της 7038/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο από το άρθρ 559 αρ 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αφορά παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου. Η επιβοηθητική άσκηση αγωγής , μπορεί να γίνει είτε με το δικόγραφο της κυρίας αγωγής , είτε με ιδιαίτερο αγωγικό δικόγραφο , όχι όμως και με τις προτάσεις. Η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. - Η κρίση του δικαστηρίου ότι μία διαδικαστική πράξη αποτελεί παραβίαση δικονομικών διατάξεων , δε συνιστά από μόνη της παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, ούτε της διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ 53/1974 και έχουν , κατ' άρθρο 28 παρ 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ.- Απορρίπτεται ο από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως , για την παραβίαση των ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων,-
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 79/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμ-ματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1)Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "G. And M. M. INTERNATIONAL TRANSPORT SPRL" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. θυγ. Γ. Μ., κατοίκου .... Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσείουσας εταιρείας και διόρισε τον Δημήτριο Λαζανά, δικηγόρο Αθηνών ως πληρεξούσιο δικηγόρο του. Η 2η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρακουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2499/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 604/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-9-2008 αίτησή τους καθώς και με τους από 5-9-2010 και 13-9-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.ΑΠ 143/84, 266/85). Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 266/85). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με τα από 5-9-2010 και από 13-9-2010 δύο δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7-9-2010 και 14-9-2010, αντιστοίχως, όπως προκύπτει από τις 151/7-9-2010 και 154/14-9-2010, αντιστοίχως, πράξεις καταθέσεως του αρμόδιου Γραμματέα. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού η συζήτηση της αναιρέσεως έχει οριστεί για τη δικάσιμο της 28-9-2010, σύμφωνα με την από 28-7-2009 πράξη του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη του Α' Τμήματος Διακοπών του Αρείου Πάγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας. Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), η οποία ενεργούσε για τον εαυτό της ατομικά αλλά και ως νόμιμη εκπρόσωπος και για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μηνιαίο μισθό 2.000 ευρώ, ο οποίος την 1.1.2005 αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 2.500 ευρώ, πλέον των προβλεπομένων από τον νόμο επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και αποδοχών αδείας, με την ειδικότερη συμφωνία ότι για την καταβολή των ανωτέρω ευθύνονται εις ολόκληρον αμφότεροι οι εναγόμενοι, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του ως προϊστάμενος γραφείου κινήσεως στην επιχείρηση των εναγομένων, η οποία βρίσκεται στην Αθήνα (... αρ. 101) και έχει αντικείμενο εργασιών την μεταφορά εμπορευμάτων στην ημεδαπή και αλλοδαπή. Η απασχόληση του συμφωνήθηκε να είναι πενθήμερη και ειδικότερα καθημερινές εκτός Σαββάτου και Κυριακής με ωράριο 9 π.μ. μέχρι 5 μ.μ. Ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του πλην όμως οι εναγόμενοι για τον μήνα Σεπτέμβριο 2005 του κατέβαλαν μόνο 1.250 ευρώ αντί 2.500 ευρώ που έπρεπε να του καταβάλλουν, ενώ για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005 δεν του κατέβαλαν τίποτα. Επίσης δεν του κατέβαλαν το επίδομα Χριστουγέννων 2005 καθώς και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του 2005. Οι εναγόμενοι στις 30.11.2005 προέβησαν σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Η εν λόγω όμως καταγγελία έγινε για λόγους εκδίκησης του ενάγοντος διότι ο τελευταίος προέβαλε τις προαναφερόμενες νόμιμες αξιώσεις του και έγινε σχετικός διακανονισμός. Συνεπώς είναι άκυρη λόγω καταχρηστικότητας ως προσκρούουσα στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι εναγόμενοι έχουν περιέλθει από την 30.11.2005 σε υπερημερία περί την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του ενάγοντα. Συνεπώς οι εναγόμενοι του οφείλουν εις ολόκληρον ο καθένας τα εξής ποσά: 1) Για δεδουλευμένους μισθούς Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου 2005: 6.250 ευρώ (1.250+2.500+2.500), 2) Για μισθούς υπερημερίας λόγω της άκυρης απόλυσής του και της μη αποδοχής της προσηκόντως παρεχομένης εργασίας του (ήτοι από 1.12.2005 μέχρι 30.11.2006 δηλ. 12 μήνες Χ 2.500) : 30.000 ευρώ, 3) Για επίδομα Χριστουγέννων 2005: 2500 ευρώ, 4) Για αποδοχές αδείας 2005: 1.750 ευρώ ήτοι 2.500 ευρώ μείον 750 ευρώ που του κατέβαλαν οι εναγόμενοι, 5) Για επίδομα αδείας 2005: 1.250 ευρώ, 6) Για επίδομα Πάσχα 2006 : 1.250 ευρώ, 7) Για επίδομα Χριστουγέννων 2006: 2.500 ευρώ 8) Για αποδοχές αδείας 2006: 2.500 ευρώ, 9) Για επίδομα αδείας 2006: 1.250 ευρώ. Η ένσταση των εναγομένων του άρθρου 421 ΑΚ και ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί καθόσον ο μεταξύ των διαδίκων διακανονισμός για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος τελούσε υπό την αίρεση της πληρωμής των ληφθέντων στα πλαίσια του εν λόγω διακανονισμού από τον ενάγοντα επιταγών ποσού 5.500 ευρώ η κάθε μία, οι οποίες δεν πληρώθηκαν διότι ήταν ακάλυπτες. Η σχετική επιφύλαξη αναγράφηκε επί των σωμάτων των επιταγών αυτών και συνεπώς δεν συνάγεται ότι ο ενάγων παρέλαβε τις εν λόγω επιταγές ως υπόσχεση αντί καταβολής επιφέροντας απόσβεση της επίδικης οφειλής. Και τούτο διότι η έκδοση και παράδοση επιταγής δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 419 και 421 ΑΚ αλλά γίνονται πάντοτε χάριν καταβολής (αν δεν προκύπτει σαφής βούληση απόσβεσης)." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την οποία ζητείτο να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30-11-2005 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 419 και 421 ΑΚ και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγμα-τικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔικ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το λόγο αυτό, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους εφαρμοζόμενους στην ένδικη εργατική διαφορά ερμηνευτικούς κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί επί λέξει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι από την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και για το λόγο τούτο πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει του μεγέθους της προσβολής, την συνθηκών τέλεσης και της οικονομικής κατάστασης των μερών. Δηλαδή συνολικά οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό των 49.750 ευρώ νομιμότοκα, το μεν ποσό των 49.250 ευρώ από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό". Την αποδιδόμενη δε πλημμέλεια στο Εφετείο οι αναιρεσείουσες στηρίζουν στο ότι ο αναιρεσίβλητος όχι μόνο δεν υπέστη οποιασδήποτε μορφής προσβολή της προσωπικότητάς του αλλά ελάμβανε και υπερβολικό μηνιαίο μισθό, ύψους 2.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα με αυτόν ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών για στήριξη των απόψεών τους και, επομένως, δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-09-2008 αίτηση των 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "G. and M. Μ. INTERNATIONAL TRANSPORT SPRL" και 2) Ε. θυγ. Γ. Μ. για αναίρεση της 604/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Απαιτείται κατάθεση δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά την αναβολή ή ματαίωση της , καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, διαφορετικά απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.- Τραπεζική επιταγή. Μόνο η παράδοση της τραπεζικής , δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ , ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής.- Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ 1 εδ β΄του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι τη διαπίστωση αυτών.
null
null
0
Αριθμός 82/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Κ.-Λ. Κ. του Π. και 2. Π. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Ιουνίου 2010 δύο (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 864/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 340/11-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠΔ, τις αντίστοιχες υπ' αριθμ.1/2-6-2010 και 2/2-6-201 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Π. Κ. του Ι., και β) Κ. -Λ. Κ. του Π., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας με το υπ' αριθμ. 21/2010 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, μεταξύ των άλλων και τους Π. Κ. του Ι. και Κ. -Λ. Κ. του Π., κατοίκους …, για να δικαστούν για από κοινού ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση από την οποία η προκληθείσα σε βάρος του Δημοσίου ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, επιπροσθέτως δε τον εξ αυτών Π. Κ. και για ανέγερση κτίσματος χωρίς την κατά το νόμο άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας (άρθρα 45, 46παρ. 1α και 242 Π.Κ σε συνδ. προς το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 1608/195, και άρθρο 17 παρ. 8 του Ν 1337/1983). ΙΙ. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος το οποίο επιδόθηκε την 27-5-2010 στους παραπεμφθέντες κατά τα ανωτέρω κατηγορούμενους (βλ. τα συνημμένα στη δικογραφία αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχιφύλακα …), άσκησαν οι ίδιοι αυτοπροσώπως την 2-6-2010 τις κρινόμενες αναιρέσεις τους με δηλώσεις που έγιναν ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Λαμίας, για τις οποίες συντάχθηκαν οι σχετικές με αριθμούς 1/2010 και 2/2010 εκθέσεις, στις οποίες περιέχονται και οι λόγοι ασκήσεώς τους ( βλ. σχετικές εκθέσεις). ΙΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κ.Π.Δ , το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 του 1738/1987, στα προβλεπόμενα από το άρθρο 1 του Ν 1608/1950 εγκλήματα, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Από την διάταξη αυτή, σαφώς συνάγεται ότι, αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης γίνεται πάντοτε από το Συμβούλιο Εφετών και μάλιστα αμετάκλητα, δηλαδή με βούλευμα μη υποκείμενο στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να εξασφαλισθεί και επιτευχθεί, λόγω της σοβαρότητας των εγκλημάτων αυτών, η ταχεία εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων. Στην περίπτωση αυτή το Συμβούλιο Εφετών είναι το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί, όχι μόνο για το κακούργημα του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950, αλλά και για το συναφές ή τα συναφή πλημμελήματα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 129 του Κ.Π.Δ (ολομ Α.Π 390/1992 Σε Συμβ. Ποιν Χρον ΜΒ 522, Α.Π 1132/1990 σε Συμβ. Ποιν Χρον. ΜΑ 413). Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά του βουλεύματος ή της αποφάσεως που θα εκδοθεί (ολομ Α.Π 28/2002, Α.Π 2149/2008 ). Κατά συνέπεια, τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Ακόμη σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων περί των οποίων δεν πρόκειται, εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο (βλ. ΑΠ 1040/2005). ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 21/2010 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, εκδόθηκε μετά την άσκηση σε βάρος των αναιρεσειόντων και των ατόμων που συμπαραπέμφθηκαν με αυτούς, ποινικής διώξεως για ψευδείς βεβαίωση και ηθική αυτουργία από κοινού σε ψευδή βεβαίωση, από την οποία η προκληθείσα σε βάρος του δημοσίου ζημία, ήταν ανώτερη των 73.000 ευρώ (άρθρα 45, 46παρ. 1α και 242 Π.Κ σε συνδ. προς το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950). Μετά την περάτωση της κυρίας ανακρίσεως που ενεργήθηκε επί της υποθέσεως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας στο Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες και τους συγκατηγορουμένους τους που δεν άσκησαν αναίρεση, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, προκειμένου να δικαστούν για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη. Επομένως το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, είναι αμετάκλητο. Κατά συνέπεια, οι ασκηθείσες κατ' αυτού αιτήσεις αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, ως στρεφόμενες κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο. Εξάλλου, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, είναι αβάσιμες και συνεπώς απορριπτέες, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 7 του Ν 1738/1987 με την οποία περιορίζεται το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων που αφορούν κακουργήματα του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950, καθώς επίσης και περί αντίθεσης της ίδιας διάταξης στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α). Επειδή, κατ' ακολουθία τούτων, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, πρέπει μετά από κλήτευση και ακρόαση των αναιρεσειόντων, αφού γίνουν δεκτά τα σχετικά αιτήματά τους, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 476 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ και να επιβληθούν, κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, στους ανωτέρω αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα . Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι αντίστοιχες υπ' αριθμ.1/2-6-2010 και 2/2-6-201 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Π. Κ. του Ι. , και β) Κ. - Λ. Κ. του Π., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, μετά από κλήτευση και ακρόαση των αναιρεσειόντων. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες. Αθήνα 8 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του ΚΠΔ, που προστέθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 7 του Ν. 1738/1987, "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημ/τα". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης γίνεται πάντοτε από το Συμβούλιο Εφετών και μάλιστα αμετάκλητα, δηλαδή με βούλευμα μη υποκείμενο στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου αυτού μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας κατά βουλεύματος που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή στη δίκη, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στα άρθρα 7 παρ. 1 της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου-ΕΣΔΑ", γιατί ο κατηγορούμενος διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προβάλλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του τόσον ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου που θα κρίνει επί της παραπομπής ή μη αυτού, όσο και ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και περαιτέρω κατά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως. Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά του βουλεύματος ή της αποφάσεως που θα εκδοθεί (Ολομ.ΑΠ 28/2002). Κατά συνέπεια τα ένδικα μέσα μπορεί κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό εθνικό νομοθέτη, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων περί των οποίων δεν πρόκειται, εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 21/2010 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, εκδόθηκε μετά την άσκηση σε βάρος των αναιρεσειόντων ποινικής διώξεως για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ψευδή βεβαίωση, από την οποία η προκληθείσα ζημία σε βάρος του Δημοσίου ήταν ανώτερη των 150.000 ευρώ επιπροσθέτως δε τον εξ αυτών Π. Κ. και για ανέγερση κτίσματος χωρίς την κατά νόμο άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας (άρθρα 45, 46 παρ. 1α και 242 του ΠΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950). Μετά την περάτωση της κυρίας ανάκρισης, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας στο Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες (και τους συγκατηγορουμένους τους που δεν άσκησαν αναίρεση) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, προκειμένου να δικασθούν για την ανωτέρω πράξη. Επομένως, το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, είναι αμετάκλητο. Κατά συνέπεια, οι ασκηθείσες κατ' αυτού αιτήσεις αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, ως στρεφόμενες κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο. Εξ άλλου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμες και συνεπώς απορριπτέες, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 7 του Ν. 1738/1987 με την οποία περιορίζεται το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων που αφορούν κακουργήματα του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, καθώς επίσης και περί αντίθεσης της ίδιας διάταξης στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου( ΕΣΔΑ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 476 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 1/2/6/2010 και 2/2/6/2010 αιτήσεις των Π. Κ. του Ι. και Κ.-Λ. Κ. του Π., κατοίκων ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 21/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2011.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση από την οποία η προκληθείσα ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει τις 150.000 € (άρθρο 242 ΠΚ, άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950). Το προσβαλλόμενο είναι αμετάκλητο και απορρίπτονται οι δύο αιτήσεις αναίρεσης των δύο παραπεμπομένων ως απαράδεκτες, Δεν είναι αντισυνταγματική η διάταξη που περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως στα βουλεύματα αυτά, ούτε αντίθετη στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.
null
null
0
Αριθμός 83/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Χ. του Τ., κατοίκου ..., 2) Π. Ι. του Σ., κατοίκου ... και 3) Χ. Α. του Ν., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τακουρίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων" (Γ.Ο.Ε.Β.) Πεδιάδος Σερρών, το οποίο εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπανίκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκε η 65/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 172/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή στο ΝΔ 3881/1958 "περί Έργων Εγγείων Βελτιώσεων", όπως ισχύει, ορίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Άρθρο 12, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρ. 6 του Ν. 414/1976: "1. Εις τας περιοχάς ένθα εξετελέσθησαν, εκτελούνται και εκτελεσθήσονται έργα Εγγείων Βελτιώσεων ... χρηματοδοτήσει του Κράτους ή μη, συνιστώνται κατά τις διατάξεις του παρόντος Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (Ο.Ε.Β.) διακρινόμενοι εις Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) και Γενικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (Γ.Ο.Ε.Β.). Οι ως άνω Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων τυγχάνουν Οργανισμοί κοινής ωφελείας και εκ τούτων οι Τ.Ο.Ε.Β. αποτελούν Γεωργικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις αναγκαστικής μορφής". Άρθρο 13 § 1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 1 του ΝΔ 1218/1972: "1. Οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (Ο.Ε.Β.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου λειτουργούντες συμφώνως προς τας διατάξεις του καταστατικού αυτών, τας του ΝΔ 3881/1958 "περί Έργων Εγγείων Βελτιώσεων" και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων, εφόσον δεν καταργούνται, τροποποιούνται ή συμπληρούνται δια του παρόντος. 2. Οι Ο.Ε.Β. δύναται να προσλαμβάνουν πάσης φύσεως προσωπικόν δια την κανονικήν λειτουργίαν αυτών. Αι δι' έκαστον Ο.Ε.Β. θέσεις συνιστώνται δια του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτών, εν τω οποίω θα καθορίζωνται και η κατηγορία, η ειδικότης, τα των προσόντων, τα των αποδοχών, των αδειών, του πειθαρχικού ελέγχου, των αποζημιώσεων εκτός έδρας του προσωπικού, ως και πάσα ετέρα σχετική λεπτομέρεια αφορώσα εις την προσωπικήν σχέσιν και κατάστασιν αυτού". Άρθρο 17 § 2: "Οι Γ.Ο.Ε.Β. συνιστώνται δια Β.Δ. εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Γεωργία μετά γνώμην του Κεντρικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εγγειοβελτιωτικών Έργων". Παρ. 5 "Δια Β.Δ. εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας κατόπιν γνώμης του Κεντρικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου καθορισθήσονται αι λεπτομέρειαι όσον αφορά τας προϋποθέσεις και την διαδικασίαν συστάσεως Γ.Ο.Ε.Β., τα της επιλογής και του διορισμού των μελών του Δ.Σ. αυτών, αι ειδικότεραι αρμοδιότητες, ο τρόπος λειτουργίας και εσωτερικής οργανώσεως των Γ.Ο.Ε.Β., αι σχέσεις αυτών προς το Κράτος, τους Τ.Ο.Ε.Β. και πάντα τρίτον, τα της αποσπάσεως υπαλλήλων κατά την ως άνω παράγραφο 4, ως και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια". Άρθο 20: "1. ... 3. Οι υπάλληλοι του Ο.Ε.Β. τελούν έναντι τούτων εις έννομον σχέσιν ιδιωτικού δικαίου, υπέχουν όμως τας ευθύνας των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.". Με βάση τις πιο πάνω εξουσιοδοτικές διατάξεις του άρθρ. 17 § 5 του Ν. 3881/1958 εκδόθηκε το ΒΔ της 13-9/7-11-1959 "περί Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων", στο οποίο μεταξύ άλλων ορίζονται και τα εξής: Αρθρο 1. "Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Ε.Β. συντάσσει, συμπληροί και τροποποιεί τους Κανονισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας ... οίτινες και ισχύουσι προκειμένου μεν περί των Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) άμα τη εγκρίσει των υπό της Γενικής Συνελεύσεως των μελών και της οικείας Περιφερειακής Διευθύνσεως Εγγείων Βελτιώσεων, προκειμένου δε περί των Γενικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων άμα τη εγκρίσει των υπό του Υπουργού Γεωργίας, εισηγήσει της Υ.Ε.Β. Οι Κανονισμοί αυτοί προκειμένου περί των Γ.Ο.Ε.Β. δημοσιεύονται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...". Από τα προεκτεθέντα συνάγεται εκτός άλλων ότι οι Ο.Ε.Β. είναι Ν.Π.Ι.Δ., που εποπτεύονται από τον Υπουργό Γεωργία, υπαγόμενα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ότι οι Κανονισμοί Εσωτερικής Υπηρεσίας (Κ.Ε.Υ.) των Γ.Ο.Ε.Β., με την έκδοσή τους κατά νομοθετική εξουσιοδότηση από το προς τούτο οριζόμενο διοικητικό όργανο, την έγκρισή τους με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής και τη δημοσίευσή τους με την απόφαση αυτή στην ΕτΚ προσλαμβάνουν ισχύ νόμου. Εξάλλου, με το ΒΔ 149/1963, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 17 § 2 του Ν. 3881/1958, συνεστήθη ο Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων Πεδιάδος Σερρών και με τη 10533/13-11-1980 απόφαση του Νομάρχη Σερρών εγκρίθηκε ο κανονισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας (Κ.Ε.Υ.), Οργανώσεως, Λειτουργίας και Καταστάσεως Προσωπικού του εν λόγω Γ.Ο.Ε.Β., που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ Β' 1300/24-12-1980). Στο άρθρ. 27 του Κανονισμού αυτού (που φέρει τον τίτλο "Αποδοχές τακτικού προσωπικού") ορίζεται ότι οι αποδοχές του προσωπικού αποτελούνται από βασικό μισθό, γενικά επιδόματα, δώρα, επιδόματα αδείας, αποζημίωση υπερωριών κ.λ.π., στην παρ. 8 δε αυτού ότι "σε περίπτωση που οι ΣΣΕ που ισχύουν για διάφορες ειδικότητες, εφόσον αυτές καταστούν υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, είναι υψηλότερες των αντίστοιχων αποδοχών κατά κλάδο, ειδικότητα και βαθμό που χορηγούνται στους δημοσίους υπαλλήλους, εφαρμόζονται υποχρεωτικά για τους τακτικούς υπαλλήλους του Οργανισμού, εφόσον ο τακτικός υπάλληλος ζητήσει τούτο με αίτησή του. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στον Οργανισμό δύο (2) μήνες πριν λήξει το διαχειριστικό έτος και συγκεκριμένα πριν ο Οργανισμός συντάξει τον προϋπολογισμό της επόμενης χρήσεως και αναφέρεται στις αποδοχές του υπαλλήλου που διαμορφώνεται με βάση τις αντίστοιχες ΣΣΕ, κατά τον επόμενο χρόνο. Υπάλληλος ο οποίος έχει δηλώσει ότι θα ακολουθήσει τις αποδοχές που προβλέπονται με τις ΣΣΕ ή ΔΑ, ως ανωτέρω, δεν έχει δικαίωμα να επανέλθει στη διάρκεια της χρήσεως στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων". Επίσης, στο άρθρ. 29 του Κανονισμού (που φέρει τον τίτλο "ημέρες αποζημίωσης και οδοιπορικά έξοδα") και στην παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι η ημερήσια αποζημίωση για το τακτικό και επί συμβάσει προσωπικό του Οργανισμού, το οποίο μετακινείται για εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας, καθορίζεται όπως προβλέπεται από την Εργατική Νομοθεσία στο 1/25 του μηνιαίου μισθού. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 260 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων ήταν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής εν ενεργεία, οι δε λοιποί δύο συνταξιούχοι υπάλληλοι του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Οργανισμού (Ν.Π.Ι.Δ.). Στα πλαίσια εκτέλεσης της εργασίας τους, πραγματοποιούσαν ημερήσιες μετακινήσεις για απασχόληση εκτός έδρας ο μεν πρώτος έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής, οι δε λοιποί δύο έως και την ημερομηνία συνταξιοδότησής τους, δηλαδή έως τις 1-5-2003 και 31-12-2001 αντίστοιχα. Επίσης ο πρώτος αναιρεσείων απασχολήθηκε υπερωριακά 166 ώρες για Σάββατα και καθημερινές και 152 ώρες για Κυριακές και αργίες. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ο υπολογισμός των παραπάνω επιδομάτων τους έγινε με βάση τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα, ενώ θα έπρεπε να γίνει με βάση την εργατική νομοθεσία, οπότε το εναγόμενο οφείλει στον μεν πρώτο για τα έτη 1999 έως και 2003 το συνολικό ποσό των 9.574,42 Ευρώ, στον δε δεύτερο για τα έτη 1999 έως και 2003 το συνολικό ποσό των 3.371,73 Ευρώ και στον τρίτο για τα έτη 1999 έως και 2001 το συνολικό ποσό των 2.289,15 Ευρώ. Το αναιρεσίβλητο με τη 12/8-8-1997 απόφασή του, που εγκρίθηκε με την 4039/1997 απόφαση του Διευθυντή Εγγείων Βελτιώσεων Σερρών τροποποίησε το άρθρο 29 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του και όρισε ότι "Οι υπάλληλοι δικαιοδοσίας του ΓΟΕΒ Πεδιάδος Σερρών, όταν μετακινούνται εκτός έδρας για εκτέλεση υπηρεσίας δικαιούνται αποζημίωση εκτός έδρας, χιλιομετρική αποζημίωση, εισιτήρια και λοιπές δαπάνες στο ίδιο ύψος και με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνται και οι αντίστοιχοι υπάλληλοι του Υπουργείου Γεωργίας ...". Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΒΔ της 13-9-1959 οι κανονισμοί εσωτερικής υπηρεσίας των ΓΟΕΒ πρέπει να δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μερίμνη της ΥΕΒ. Η προαναφερόμενη απόφαση τροποποίησης του άρθρου 29 του ΚΕΥ δημοσιεύθηκε στο 1957/31-12-2003 ΦΕΚ, οπότε και άρχισε να ισχύει. Συνεπώς, για το προγενέστερο διάστημα και κατ' επέκταση για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή εξακολουθούσε να είναι σε ισχύ ο ΚΕΥ του έτους 1980, όπως ορθά διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Το αναιρεσίβλητο όμως, παρά τη μη δημοσίευση του νέου ΚΕΥ στο ΦΕΚ, άρχισε ήδη από το έτος 1997 να τον εφαρμόζει και να καταβάλει στους απασχολουμένους σε αυτό το επίδομα για την εκτός έδρας απασχόληση βάσει του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα. Πριν από το έτος 1997 το αναιρεσίβλητο κατέβαλε στους υπαλλήλους του τον μεν βασικό μισθό σύμφωνα με τους αντίστοιχους βασικούς μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας, τα δε επιδόματα υπερεργασίας, υπερωρίας και τα οδοιπορικά έξοδα σύμφωνα με τις ΣΣΕ και την ισχύουσα εργατική νομοθεσία. Ο τρόπος αυτός πληρωμής των υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, είπε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ήταν σαφέστατα λανθασμένος και γίνονταν κατά παράβαση του σχετικού ΚΕΥ για τους εξής λόγους: Η παράγραφος 8 του άρθρου 27 έδινε εναλλακτικά τη δυνατότητα στους εργαζομένους στον ΓΟΕΒ Πεδιάδος Σερρών είτε να υπαχθούν στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων είτε να επιλέξουν την υπαγωγή τους στις ΣΣΕ. Η παραπάνω διάταξη αναφέρεται στις "αποδοχές" των εργαζομένων ως σύνολο και συμπεριλαμβάνει συνεπώς τον βασικό μισθό και όλα τα λοιπά επιδόματα, όπως διευκρινίζεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, αλλά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη περί της εννοίας των τακτικών αποδοχών. Επομένως, στην περίπτωση που κάποιος εργαζόμενος επέλεγε να υπαχθεί στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, η υπαγωγή αυτή αφορούσε τόσο τον βασικό μισθό όσο και τα επιδόματα. Η παράγραφος 7 του άρθρου 27 αλλά και το άρθρο 29 παρ. 1 που αναφέρονται στον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων με βάση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αφορούν οπωσδήποτε μόνο την περίπτωση κατά την οποία κάποιος εργαζόμενος επέλεγε να υπαχθεί στις ΣΣΕ. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας, οι αναιρεσείοντες δεν κατέθεσαν αιτήσεις υπαγωγής τους στις ΣΣΕ, όπως προέβλεπε η παράγραφος 8 του άρθρου 27 και συνεπώς επέλεξαν σιωπηρά να υπαχθούν στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων για το σύνολο των "αποδοχών" τους, δηλαδή τόσο για τον βασικό μισθό όσο και για τα επιδόματα. Η τακτική του αναιρεσίβλητου αλλά και άλλων ΓΟΕΒ να μισθοδοτούν τους εργαζομένους τους κατά τρόπο παράνομο και καταχρηστικό, κατά τα άνω, είχε ήδη διαπιστωθεί από το Υπουργείο Γεωργίας, το οποίο με το 126073/940/8-8-1984 έγγραφο που απέστειλε στις Νομαρχίες του Κράτους ζήτησε από τους ΓΟΕΒ να τροποποιήσουν τους Κ.Ε.Υ. ώστε να διευκρινισθεί ρητά ότι όποιος εργαζόμενος επιλέγει να αμείβεται με το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων δεν δικαιούται επιδόματα που προβλέπει η εργατική νομοθεσία. Βάσει δε αυτού του εγγράφου το αναιρεσίβλητο τροποποίησε εν συνεχεία τον ΚΕΥ, όπως προαναφέρθηκε. Ορθά επομένως, κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, κατέβαλε τα αιτούμενα από τους αναιρεσείοντες επιδόματα με βάση τα προβλεπόμενα στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας. Μάλιστα οι τελευταίοι γνώριζαν σαφώς τον τρόπο αυτό υπολογισμού των επιδομάτων από το έτος 1997 και δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις λαμβάνοντας ανεπιφύλακτα τα καταβαλλόμενα σε αυτούς ποσά. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου Οργανισμού και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή ο Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 27 § 8 και 29 § 1 του ΚΕΥ του Προσωπικού του αναιρεσίβλητου Οργανισμού. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρ. 29 § 1 του Κανονισμού (και με δεδομένο ότι η τροποποίηση που επιχειρήθηκε στη διάταξη αυτή το έτος 1997 ολοκληρώθηκε και άρχισε να ισχύει μόλις την 31-12-2003 που η σχετική απόφαση δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ) και η οποία ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε ρητή και σαφής πρόβλεψη για τον τρόπο υπολογισμού της ένδικης αποζημιώσεως, ότι δηλαδή θα γινόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, χωρίς να απαιτείται ή να εξαρτάται από προηγούμενη σχετική δήλωση του υπαλλήλου ότι επιθυμεί να αμείβεται για τις εκτός έδρας μετακινήσεις του σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η δήλωση που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 8 του άρθρ. 27 κατά την αληθή της έννοια, αφορούσε τις αποδοχές εκείνες, όπως ο βασικός μισθός, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις για τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, και παρείχε τη δυνατότητα στους τακτικούς υπαλλήλους του Οργανισμού, να επιλέξει την εφαρμογή των αντίστοιχων ΣΣΕ αν προβλέπουν υψηλότερες αποδοχές από τις ισχύουσες για τους δημοσίους υπαλλήλους. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός διείδε την ανάγκη τροποποιήσεως του Κανονισμού, ώστε εφεξής οι τακτικοί υπάλληλοι αυτού να αμείβονται κατά τρόπο ενιαίο και όρισε ότι για τις εκτός έδρας μετακινήσεις τους δικαιούνται αποζημίωση σύμφωνα με όσα προβλέπονται για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ τέτοια τροποποίηση δεν θα ήταν αναγκαία εάν η διάταξη της παρ. 8 του άρθρ. 27 καταλάμβανε και την ένδικη περίπτωση, που ο Κανονισμός ρύθμιζε ρητώς με τη διάταξη του άρθρ. 29 § 1, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, τον υπολογισμό της παρεχόμενης για τις εκτός έδρας μετακινήσεις αποζημίωσης κατά τα προβλεπόμενα για τους δημοσίους υπαλλήλους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 172/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων. Νομική φύση και διακρίσεις αυτών. Μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων σε ΓΟΕΒ Πεδιάδος Σερρών. Αναιρετικός λόγος από το άρθρ 560 αρ 1 του ΚΠολΔ.Αναιρείται απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
null
null
2
Αριθμός 57/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Καλέντη και Αθανάσιο Κούρεντα. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ... ΑΒΕΕ Βιομηχανία Θερμοσιφώνων και Ηλιακών Συστημάτων", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ο. Κ. του Μ., κατοίκου .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ιωσηφέλλη, και η δεύτερη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 667/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5381/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεση της Ρένας Ασημακοπούλου, ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την υπ' αριθ. 5512 Ε'/24-2-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν Πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 27ης Απριλίου 2009, επιδόθηκε, με θυροκόλληση, στην απολειπόμενη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ό. Κ.. ενώ αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδόθηκε στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα και ειδοποίηση για τη θυροκόλληση εστάλη με συστημένη επιστολή στην εν λόγω αναιρεσίβλητη. Η τελευταία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, της αναβολής αυτής επεχούσης θέσης κλητεύσεως ( άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ ). Επομένως, η άνω αναιρεσίβλητη πρέπει να δικαστεί ερήμην ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα αναγνώσεώς του, όταν δηλαδή αποδίδεται στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έχει και στην συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου. Επομένως δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, ούτε ακόμη όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση, περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 112/98, ΑΠ 1281/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αρ. 902/15.7.2003 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά το αναφερόμενο σ' αυτήν ακίνητο (κατά ψιλή κυριότητα) του καθ' ού η εκτέλεση και ήδη αναιρεσείοντος, διότι, ενώ με την έκθεση αυτή ορίσθηκε ως ημέρα του πλειστηριασμού η 1η Οκτωβρίου 2003, ημέρα Τετάρτη και ώρα 12η μεσημβρινή ως τις 2α απογευματινή της αυτής ημέρας στον καθορισθέντα τόπο του δημοσίου πλειστηριασμού του Δήμου Χαϊδαρίου ήτοι το Δημαρχιακό Μέγαρο εντός ή εκτός αυτού, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πλειστηριασμός, για τον οποίο συντάχθηκε η με αρ. .../ 1.10.2003 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Αθηνών Λουΐζας Καράχου - Αργυροπούλου, έγινε στο Δημαρχιακό κατάστημα του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής και στον τόπο όπου διεξάγονται οι δημόσιοι πλειστηριασμοί του Δήμου αυτού, προσήλθε δε μόνο ο Σ. Γ. και προσέφερε 30.003 ευρώ για λογαριασμό της υπερθεματίστριας, στην οποία τιμή και κατακυρώθηκε στην τελευταία το ακίνητο που πλειστηριάστηκε. " Ότι ο άνω πλειστηριασμός έγινε στο κατάστημα καθαριότητας του Δήμου Χαϊδαρίου που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών Δόξης και Πελοποννήσου, σε μικρή απόσταση από το Δημαρχιακό Μέγαρο που βρίσκεται επί της λεωφόρου Αθηνών αρ. 181 και ότι ο τόπος αυτός είναι ο συνήθης τόπος των πλειστηριασμών που γίνονται στο Δήμο Χαϊδαρίου, δηλαδή ο τόπος που έχει διαθέσει ο άνω Δήμος για τη διενέργεια των πλειστηριασμών, την έννοια δε αυτή της διάθεσης του παραπάνω τόπου έχει η προαναφερομένη φράση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης "στον καθορισθέντα τόπο ... εντός ή εκτός αυτού ". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο της προαναφερόμενης έκθεσης (902/15.7.2003) αναγκαστικής κατάσχεσης, δηλαδή περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, αλλά απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου αυτής και σε κάθε περίπτωση διότι το Εφετείο το αποδεικτικό του πόρισμα "ότι ο πλειστηριασμός αυτός έγινε στο δημαρχιακό κατάστημα του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής και στον τόπο όπου διεξάγονται οι δημόσιοι πλειστηριασμοί του Δήμου αυτού" σχημάτισε, όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο της παραπάνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, αλλά από τη συνεκτίμηση αυτής με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρει αυτήν ως προς το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα για τον τόπο διεξαγωγής του πλειστηριασμού. Όπως προκύπτει από το άρθρο 965 ΚΠολΔ ακυρότητα του πλειστηριασμού δημιουργεί και η ανωτέρα βία που παρακωλύει την ελεύθερη προσέλευση πλειοδοτών, είτε συνίσταται σε φυσικά αίτια, είτε σε νομικά γεγονότα, όπως είναι η διεξαγωγή του πλειστηριασμού παρά το γεγονός της απαγόρευσης της εισόδου των πλειοδοτών στο δημοτικό κατάστημα που ορίσθηκε ως τόπος διενέργειας αυτού (πλειστηριασμού). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 959, 963, 998 και 1005 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε ενέργεια του δανειστή ή του υπερθεματιστή, ή κάθε ενέργεια του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και κατά συνέπεια την επιτυχία μεγαλύτερου πλειστηριάσματος και ειδικότερα, κάθε ενέργεια των ανωτέρω προσώπων που τείνει σε παρακώλυση του ελεύθερου συναγωγισμού με απομάκρυνση των πλειοδοτών προς το σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί κατωτέρω τιμήματος στον υπερθεματιστή, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη που διέπει την ελευθερία των συναλλαγών και ο πλειστηριασμός που διενεργεί με τέτοιες αθέμιτες πράξεις και ενέργειες είναι άκυρος (ΑΠ 147/2004, ΑΠ 184/2002). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι με την προαναφερθείσα (902/15.7.2003) έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... κατασχέθηκε αναγκαστικά το αναφερόμενο σ' αυτήν ακίνητο ( κατά ψιλή κυριότητα ) του καθ' ου η εκτέλεση (διαμέρισμα δευτέρου ορόφου οικοδομής, εμβαδού 126,30 τ.μ.) και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 1.10.2003 από 12.00 το μεσημέρι έως 02.00 το απόγευμα "στον καθορισθέντα τόπο των δημοσίων αναγκαστικών πλειστηριασμών του Δήμου Χαϊδαρίου, ήτοι το Δημαρχιακό Μέγαρο εντός ή εκτός αυτού". Ακολούθησε κατά την παραπάνω ημερομηνία ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος και συντάχθηκε η με αριθμό .../ 1.10.2003 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Αθηνών Λουίζας Καράχου-Αργυροπούλου. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή ο πλειστηριασμός έγινε στο Δημαρχιακό Κατάστημα του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής και στον τόπο όπου διεξάγονται οι δημόσιοι αναγκαστικοί πλειστηριασμοί του Δήμου αυτού, προσήλθε δε μόνο ο Σ. Γ. και προσέφερε 30.003 ευρώ για λογαριασμό της υπερθεματίστριας, στην οποία τιμή και κατακυρώθηκε στην τελευταία το ακίνητο που πλειστηριάσθηκε. Ο άνω πλειστηριασμό έγινε στο κατάστημα καθαριότητας του Δήμου Χαϊδαρίου που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών Δόξης και Πελοποννήσου, σε μικρή απόσταση από το Δημαρχιακό Μέγαρο που βρίσκεται επί της λεωφόρου Αθηνών αρ. 181. Ο τόπος αυτός είναι ο συνήθης τόπος των πλειστηριασμών που γίνονται στο Δήμο Χαϊδαρίου, δηλαδή ο τόπος που έχει διαθέσει ο άνω Δήμος για τη διενέργεια των πλειστηριασμών. Την έννοια αυτή της διάθεσης του παραπάνω τόπου έχει η προαναφερόμενη φράση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης "στον καθορισθέντα τόπο... εντός ή εκτός αυτού". Περαιτέρω, (συνεχίζει το Εφετείο) κατά τον πλειστηριασμό παρευρισκόταν και ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος που πληροφόρησε τους παρευρισκομένους υποψηφίους πλειοδότες για την ηλικία της επικαρπώτριας του υπό πλειστηρίαση ακινήτου, στοιχείο κρίσιμο για όσους ενδιαφέρονταν να πλειοδοτήσουν, αφού από αυτό εξαρτάται ο πιθανός χρόνος ένωσης της ψιλής κυριότητας με την επικαρπία, Κατά δε την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού το Δημαρχιακό Μέγαρο εκκενώθηκε από την Αστυνομία μετά από τηλεφωνική κλήση αγνώστου άνδρα για τοποθέτηση βόμβας σ' αυτό. Το γεγονός όμως αυτό δεν συνετέλεσε στην παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού και στην, ως εκ τούτου, επίτευξη μικρότερου πλειστηριάσματος από αυτό που μπορούσε να επιτευχθεί, αφού ο χώρος που διενεργήθηκε ο ένδικος πλειστηριασμός δεν άλλαξε και οι ενδιαφερόμενοι πλειοδότες μπορούσαν να μεταβούν σ' αυτόν. Άλλωστε, και αν κατά λάθος ορισμένοι από αυτούς πήγαν στο Δημαρχιακό Μέγαρο, ήταν πολύ εύκολο να πληροφορηθούν από τους παρευρισκόμενους έξω από αυτούς υπαλλήλους τον τόπο διενέργειας του πλειστηριασμού και να μεταβούν σ' αυτόν μέσα σε μερικά λεπτά. Έκρινε δε το Εφετείο ότι με τα δεδομένα αυτά, αφού ο πλειστηριασμός έγινε στον συνήθη για τους πλειστηριασμούς χώρο του Δήμου, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσδιορίσθηκε ειδικότερα αυτός στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, δεν παρεμποδίσθηκε, ούτε από υπαιτιότητα κάποιου, ούτε από τυχαίο γεγονός η προσέλευση πλειοδοτών κατά τη διάρκειά του. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει ακυρότητα του πλειστηριασμού, ούτε παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ, αφού με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν δεν προέκυψε κάποια ενέργεια των αναιρεσιβλήτων δανειστή και υπερθεματιστή ή του υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, ούτε γεγονός ανωτέρας βίας από τα οποία να παρακωλύθηκε η προσέλευση των πλειοδοτών στον τόπο διενέργειας του πλειστηριασμού και ο ελεύθερος συναγωνισμός. Επομένως, οι προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αντίθετες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πράγματι δε (όπως εκτιμάται ο λόγος αυτός) από το 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-12-2007 αίτηση του Κ. Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5381/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου (559 αριθ. 20 ΚΠολΔ). Δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αναγιγνώσκει ορθά το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά το εκτιμά κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό. Παρακώλυση πλειστηριασμού (965 Κ.Πολ.Δ). Αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης της 5381/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
null
null
0
Αριθμός 55/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.251/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1. Δ. Τ. του Γ., 2. Ι. Γ. του Ε. και 3. Γ. Ε. του Κ., με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. χήρα Γ. Τ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 792/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Μπόμπολη, με αριθμό 367/22.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ' άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την 61/13-5-2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Κ. Δ. του Γ. και της Σ. συζ. Δ. Τ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 251/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 3023/2008 βούλευμα του παρέπεμψε την αναιρεσείουσα και τον σύζυγό της Δ. Τ., κάτοικο ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Το Συμβούλιο επίσης με το ίδιο βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ι. Γ. και Γ. Ε. για την προαναφερθείσα πράξη. Κατά της παραπεμπτικής διάταξης του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της άσκησαν τις 575/2008 και 593/2008 εφέσεις τους ενώ κατά της απαλλακτικής του διατάξεως άσκησε την υπ' αριθ 636/2008 η εγκαλούσα στην υπόθεση αυτή Μ. χήρα Γ. Τ. Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 251/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αφού έκανε τυπικά δεκτές τις ασκηθείσες εφέσεις απέρριψε μεν κατ' ουσία αυτές, της αναιρεσείουσας και του συζύγου της και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς αυτούς, αφού προηγουμένως αντικατέστησε με ορθότερη διατύπωση το διατακτικό του, ενώ δεχθέν κατ' ουσίαν την έφεση της Μ. Τ. εξαφάνισε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τους Ι. Γ. και Γ. Ε. και παρέπεμψε και αυτούς στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου να δικαστούν για την ίδια ως άνω πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με τους προαναφερθέντες. Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα ο κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 3-5-2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 13-5-2010 ήτοι εμπροθέσμως ( άρθρο 473§1 Κ.Π.Δ). Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από την ίδια, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η με αριθ.14/17-6-2010 έκθεση στην οποίαν διατυπώνονται οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. (αρθρ 484§1δ-β ΚΠΔ) Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει αυτήν για κακούργημα. Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 462, 463, 465, 474, 473, 482, 484 περ. β, δ ΚΠΔ. 1 14 18,19, 386 § 1,3 Π.Κ η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 932/2009, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 805/2009, ΑΠ 141/2009 ΑΠ 1234/2010 ΑΠ 217/2003 ΑΠ 1224/2001 ) Επίσης, κατά τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ.3 του ιδίου ως άνω άρθρου 216 του ΠΚ, όπως το εδάφιο α' προστέθηκε στην παρ.3 με το άρθρο 1 § 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ (ΑΠ 2172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ' σελ. 790, ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο Π Χρ. ΝΒ' σελ. 898), ). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.(ΑΠ 230/2008- ΑΠ 1541/2006- ΑΠ 424/2001). Στο έγκλημα της πλαστογραφίας είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας από τον ένα τρόπο τελέσεώς της στον άλλο, δηλαδή από κατάρτιση πλαστού εγγράφου σε νόθευση εγγράφου, και το αντίθετο, όταν δεν διαφέρουν ουσιωδώς κατά χρόνο και τόπο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, όπως επιτρεπτή είναι και η παραλλαγή του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα αυτό, π.χ. από αυτουργός της πράξεως να παραπεμφθεί κάποιος ως ηθικός αυτουργός, και το αντίθετο (ΑΠ 922/2008, ΑΠ 648/2007, ΑΠ 1800/2005, ΑΠ 1670/2003, ΑΠ 519/2002, Χρ. Μυλωνόπουλου Ποιν.Δίκαιο Τα εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα 2005, σελ. 41). Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου η κατά το άρθρο 484 § 1β ΚΠΔ. εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις και με συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ανώμοτες καταθέσεις της μηνύτριας και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Δ. και Α. Κ., όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της δικογραφίας στα οποία συμπεριλαμβάνονται και αυτά που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου ,σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, των υπομνημάτων των ιδίων και της μηνύτριας και των εφέσεων και τέλος των όσων οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι αυτών, πλην του Δ. Τ. που δεν εμφανίσθηκε, προφορικώς ανέπτυξαν ενώπιόν του, εδέχθη ότι απεδείχθησαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στην προκειμένη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κύρια ανάκριση η οποία διενεργήθηκε και περατώθηκε νομότυπα κατ' άρθρον 308 ΚΠΔ και ειδικότερα από τις ανώμοτες καταθέσεις της μηνύτριας και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Δ. και Α. Κ., όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της δικογραφίας στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, των υπομνημάτων των ιδίων και της μηνύτριας και των εφέσεων και τέλος των όσων οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι αυτών, πλην του Δ. Τ. που δεν εμφανίστηκε, προφορικώς ανέπτυξαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προέκυψαν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" της οποίας ο κατηγορούμενος Ι. Γ. είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο κατηγορούμενος Γ. Ε., Διευθυντής, συνεργαζόταν από ετών με τη μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" και αντικείμενο εργασιών την εμπορία αυτοκινήτων. Της τελευταίας εταιρίας διαχειριστής ήταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος Δ. Τ., γιος της μηνύτριας. Η συνεργασία των δύο εταιριών συνίστατο στο ότι η ΕΠΕ πωλούσε σε τρίτους αυτοκίνητα εργοστασίου κατασκευής VW και AUDI τα οποία προμηθευόταν αποκλειστικά από την ΑΕ έναντι προμήθειας ποσοστού επί του αντιτίμου της πώλησης. Οι δύο αυτές εταιρίες συνεργάζονταν και στο παρελθόν με τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα του Δ. Τ. και σύζυγο της μηνύτριας, Γ. Τ., επίσης έμπορο αυτοκινήτων. Η συνεργασία των δύο ανωτέρω εταιριών άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα από τα μέσα του έτους 2001, όταν το ύψος της οφειλής της ΕΠΕ προς την ΑΕ είχε ανέλθει στο ποσό των 180.286.153 δραχμών (529.086,28 Ευρώ). Για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από 31-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των δύο εταιριών, το οποίο συνυπέγραψε ως εγγυήτρια και η εκκαλούσα-κατηγορουμένη Κ. Δ., που είναι δικηγόρος και σύζυγος του Δ. Τ.. Σύμφωνα με το ανωτέρω συμφωνητικό η οφειλή μεταξύ των δύο εταιριών θα εξασφαλιζόταν με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της ΕΠΕ σε διαταγή της Κ. Δ., την οποία η τελευταία θα οπισθογραφούσε και θα παρέδιδε στην ΑΕ και με τη συμφωνία ότι η οφειλή θα εξοφλούνταν εντός τριετίας από την υπογραφή του συμφωνητικού, είτε με την έκδοση επιταγών, σε αντικατάσταση των προηγούμενων, ως εγγύηση, είτε με καταβολή μετρητών. Σε περίπτωση δε μη εξόφλησης της οφειλής εντός της τριετίας η ΑΕ, θα είχε το δικαίωμα είσπραξης της τελευταίας επιταγής που θα είχε εκδοθεί. Με το από 16-9-2004 όμοιο συμφωνητικό μεταξύ των δύο εταιριών το οποίο συνυπέγραψε η Κ. Δ. ως εγγυήτρια το υπόλοιπο της ΕΠΕ προς την ΑΕ καθορίστηκε στο ποσό των 354.132,85 Ευρώ, για το οποίο παραδόθηκε στην ΑΕ από την ΕΠΕ η υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ποσού 354.132,85 Ευρώ λήξεως 10-11-2004 εκδόσεως Κ. Δ. σε διαταγή Δ. Τ. η οποία είχε οπισθογραφηθεί από αυτόν προς την ΑΕ έναντι του ανωτέρω υπολοίπου. Συμφωνήθηκε δε ότι στις 10-11-2004 θα γίνει εκκαθάριση λογαριασμού κατά τα συμφωνηθέντα στα προηγούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά και ιδιαίτερα σ' αυτό με ημερομηνία 31-7-2001 υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική ως άνω οφειλή των 354.132,85 Ευρώ θα είχε μειωθεί κατά 7%. Στη συνέχεια, η Κ. Δ. εγγυήθηκε το ως άνω χρέος με την υπ' αριθμ. ... νεώτερη μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδόσεως της ποσού 354.132,85 Ευρώ με ημερομηνία 5-12-2004 σε διαταγή Δ. Τ. ο οποίος την οπισθογράφησε προς την εταιρία του "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" και στη συνέχεια για λογαριασμό της ΕΠΕ ως διαχειριστής της, την παρέδωσε στην "Γ. ΑΕ". Στις 18-11-2004 συνετάγη το νεώτερο (επίδικο) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ανωτέρω εταιριών. Με αυτό φέρεται ότι συμβάλλονται, όπως συνέβαινε και με τα προηγούμενα συμφωνητικά αφενός μεν η ΑΕ "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" εκπροσωπούμενη από τον Γ. Ε. και αφετέρου η ΕΠΕ "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της Δ. Τ. και ως τρίτη συμβαλλόμενη αντί της Κ. Δ., όπως συνέβαινε με τα προηγούμενα από 31-7-2001 και εντεύθεν ιδιωτικά συμφωνητικά, η μηνύτρια Μ. συζ. Γ. Τ. το γένος Ι. Η., η οποία φέρεται ότι αναγνωρίζει και εγγυάται την οφειλή της ΕΠΕ προς την ΑΕ σαν αυτοφειλέτης, παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως και κάθε άλλης ένστασης για το οφειλόμενο ποσό. Σύμφωνα με το άνω συμφωνητικό το άνοιγμα ύψους 392.899,42 Ευρώ πλέον του ημίσεως των εξόδων χαρτοσήμανσης που είχε προκύψει από τη συνεργασία των δύο συμβαλλομένων εταιριών, τα μέρη από κοινού και εκ συμφώνου το περιορίζουν στο ύψος των 223.617,14 Ευρώ, το οποίο και αναγνωρίζει ότι οφείλει η ΕΠΕ προς την ΑΕ πλέον οιουδήποτε τιμήματος που θα προκύψει από την αγοραπωλησία των οικοπέδων στη θέση ... της περιφέρειας της Κοινότητας ... με πωλήτρια την εγγυήτρια (εγκαλούσα) και αγοράστρια την ΑΕ. Οι δύο εταιρίες διακανονίζουν την εξόφληση της οφειλής σε 18 δόσεις ποσού 12.050 Ευρώ των ένδεκα πρώτων, 12.336,05 Ευρώ των επόμενων έξι και 17.050,84 Ευρώ της τελευταίας, αρχομένης της πρώτης δόσης στις 30-1-2005 και καταβλητέας της τελευταίας δόσης στις 30-8-2006. Προς εξασφάλιση δε της απαίτησης της ΑΕ εγγυάται η ως άνω εγκαλούσα ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την ΕΠΕ, παραιτούμενη από κάθε ένσταση και αυτής της διζήσεως, δηλώνει, ρητά και ανεπιφύλακτα ότι παραχωρεί προς την AE το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας της, μέχρι του ποσού των 223.902,35 Ευρώ, ήτοι: Επί των 5/8 ποσοστών εξ αδιαιρέτου: 1) του υπό στοιχεία Β-3 διαμερίσματος του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου και 2) της υπό στοιχεία ΥΒ5 οριζόντιας ιδιοκτησίας-αποθήκης του δευτέρου υπογείου πολυκατοικίας κειμένης στην Αθήνα στη θέση "..." (πρώην ...) της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων επί των οδών ..., ... και .... Τέλος, συμφωνούν όλοι οι συμβαλλόμενοι (οι δύο εταιρίες και η εγκαλούσα) ρητά ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής δύο συνεχόμενων κατά τα άνω δόσεων, θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού, πλέον των συνολικών νομίμων τόκων υπερημερίας και λοιπών εξόδων μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και η ΑΕ θα είχε το δικαίωμα μονομερώς να τρέψει την προσημείωση υποθήκης σε υποθήκη και να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης της με κάθε νόμιμο τρόπο. Το ανωτέρω έγγραφο το προσκόμισε στις 18-11-2004 η κατηγορουμένη Κ. Δ. στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" Σ. Π. φέροντας υπογραφή του νομίμου διαχειριστού και σφραγίδα της ΕΠΕ κάτω από την ένδειξη για την "Δ. Τ.Σ Μ. ΕΠΕ", καθώς και μονογραφή κάτω από την ένδειξη "Η ΕΓΓΥΗΤΡΙΑ-ΑΥΤΟΦΕΙΛΕΤΗΣ", που φέρεται ότι ανήκε στην εγκαλούσα. Όμως επειδή δεν εμφανίστηκε η ίδια η εγκαλούσα, ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος ζήτησε να βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής της. Η Κ. Δ. προσκόμισε εκ νέου την επομένη το εν λόγω έγγραφο φέροντας βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της εγκαλούσας από το Β' Αστυνομικό Τμήμα ...ς με ημερομηνία από 19-11-2004, με υπογραφή του φερομένου ως Αξιωματικού Υπηρεσίας Δ. Ν. υπαστυνόμου Α' και στρογγυλή σφραγίδα. Μαζί με το ανωτέρω έγγραφο η κατηγορουμένη Κ. Δ. παρέδωσε στους πληρεξουσίους δικηγόρους της ΑΕ και τα πιο κάτω πληρεξούσια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ. Κ. ήτοι: α) το υπ' αριθμ. .../11-10-2004 πληρεξούσιο με το οποίο η μηνύτρια φέρεται να διορίζει πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο αυτής τον πρώτο κατηγορούμενο Δ. Τ. γιο της, με την εντολή να μεταβιβάζει, παραχωρεί και παραδίδει ο ίδιος ή άλλοι πληρεξούσιοι που θα διόριζε τρεις (3) αγρούς της ποτιστικούς και βαλτώδεις, που βρίσκονται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ... του τέως Δήμου Ευπαλίων, εκτάσεως δύο (2), τεσσάρων (4) και ενός (1) στρεμμάτων αντίστοιχα, β) το υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο με το οποίο ο κατηγορούμενος Δ. Τ. ως πληρεξούσιος της εγκαλούσας δυνάμει του προηγηθέντος ανωτέρω .../11-10-2004 πληρεξουσίου της ίδιας ανωτέρω συμβολαιογράφου, φέρεται να διορίζει τον τέταρτο κατηγορούμενο, Γ. Ε., πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της εγκαλούσας για να μεταβιβάσει σε οποιονδήποτε, με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες, τα ανωτέρω ακίνητα της και γ) το υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο με το οποίο η εγκαλούσα φέρεται ότι εξουσιοδότησε τον Γ. Ε. να παραστεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να ζητήσει την εγγραφή προσημειώσεως ή υποθήκης για το ποσό των 223.617,14 Ευρώ επί των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών της (διαμερίσματος και αποθήκης) υπέρ της "Ι. Γ. ΑΕΒΕ", δυνάμει του επιδίκου από 18-11-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού. Όμως τα προαναφερόμενα, ιδιωτικό συμφωνητικό και πληρεξούσια, ουδέποτε συντάχθηκαν από την εγκαλούσα, καθώς οι υπογραφές που φέρεται ότι προέρχονται από αυτήν στα ανωτέρω έγγραφα με βεβαιότητα δεν ανήκουν σ' αυτήν αλλά έχουν τεθεί από τρίτο πρόσωπο. Στο ανωτέρω συμπέρασμα συμφωνούν στις γνωμοδοτήσεις τους οι πραγματογνώμονες Μ. Κ. και Θ. Β., οι οποίοι ορίστηκαν πραγματογνώμονες η πρώτη με την 1382/2007 Διάταξη της 18ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών που διενήργησε κύρια ανάκριση για την κρινόμενη υπόθεση και ο δεύτερος με την 28/2008 Διάταξη της 22ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών που διενήργησε κύρια ανάκριση επί της από 13-4-2005 εγκλήσεως της εγκαλούσας που άσκησε σε βάρος των ίδιων πιο πάνω κατηγορουμένων και της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ.. όσον αφορά την πλαστογραφία και λοιπά αδικήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος της με βάση τα πιο πάνω πληρεξούσια. Σύμφωνα με την από 31-01-2008 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Μ. Κ. α) η υπογραφή που έχει τεθεί στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό η οποία φέρεται να ανήκει στη Μ. Τ.., ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης, με βεβαιότητα δεν ανήκει στη Μ. Τ., β) η υπογραφή στη θέση του θεωρήσαντος το γνήσιο της υπογραφής στο ίδιο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν έχει χαραχθεί από το Ν. Δ.. Λόγω των διαφορών που αφορούν τα γενικά χαρακτηριστικά της γραφής και κυρίως την κίνηση χάραξης, με βεβαιότητα δεν έχει χαραχθεί από τη Μ. Τ., γ) Οι υπογραφές που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. στα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια .../18-11-2004 και .../11-10-2004 της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. με βεβαιότητα δεν έχουν χαραχθεί από τη Μ. Τ., δ) Οι υπογραφές που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. στο .../11-10-2004 πληρεξούσιο σχεδόν με βεβαιότητα έχουν χαραχθεί από την Α. Κ., ενώ όσον αφορά την πατρότητα των υπογραφών που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. και Ν. Δ. (θεωρήσαντος το γνήσιο της υπογραφής) δεν διαπιστώνεται ικανός αριθμός, τόσο ποιοτικών όσο και ποσοτικών ενδείξεων που να οδηγούν σε συμπέρασμα για την πατρότητα των υπογραφών αυτών. Σύμφωνα δε με την από 18-6-2008 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Θ. Β. οι υπογραφές επί των υπ' αριθμ. .../11-10-2004 και .../18-1 1-2004 πληρεξουσίων στη συμβολαιογράφο Αθηνών Α. Κ. δεν έχουν τεθεί από τη Μ. Τ., στην οποία αποδίδονται, αλλά από άλλο πρόσωπο και είναι πλαστές. Εξάλλου, από το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψαν στοιχεία ότι η εγκαλούσα έδωσε εντολή σε κάποιον εκ των κατηγορουμένων ή σε τρίτο πρόσωπο να θέσει την υπογραφή της στα άνω έγγραφα και ιδίως στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό το περιεχόμενο του οποίου, καθώς και τις φερόμενες υπογραφές της σ' αυτό, ρητώς αρνήθηκε με την έγκληση, την από 2-11-2007 ανώμοτη κατάθεση της ενώπιον της 18ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, την από 8-12-2008 έφεση της και κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Σημειώνεται ότι από τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα Δ. Τ. υποστηρίζεται ότι το ανωτέρω έγγραφο συντάχθηκε από την εταιρία "Γ. ΑΕΒΕ" κατόπιν ζυμώσεων και διαπραγματεύσεων, το παρέδωσε σ' αυτόν στις 18-11-2004 η σύζυγος του ανυπόγραφο και αυτός το παρέδωσε στην εγκαλούσα μητέρα του η οποία κατά το χρόνο εκείνο τον φιλοξενούσε στο σπίτι της και η τελευταία, αφού τον παρεκάλεσε να την πάει μια βόλτα στη ..., στην πλατεία της ... του ζήτησε να μείνει μόνη της, όπως και έγινε, και όταν επέστρεψε μόνη της με ταξί του το επέστρεψε υπογεγραμμένο από την ίδια και στη θέση του γνησίου της υπογραφής. Οι κατηγορούμενοι Ι. Γ. και Γ. Ε. υποστηρίζουν ότι το από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, προϊόν διαπραγματεύσεων, προσκομίστηκε από τη δικηγόρο Κ. Δ. στο γραφείο του νομικού παραστάτη της ΑΕ Σ. Π., υπογεγραμμένο και από το Δ. Τ., ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρωτοφειλέτριας και από τη Μ. Τ. στη θέση της εγγυήτριας. Ζητήθηκε δε από τον άνω νομικό παραστάτη η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της εγγυήτριας και η Κ. Δ. αφού πήρε πίσω το άνω συμφωνητικό, το επέστρεψε την επομένη, 19-11-2004 με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από τη Μ. Τ.. Τα ίδια δε με τους δύο τελευταίους υποστηρίζει και η Κ. Δ. και έτσι όλοι οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν την υπογραφή του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού από την εγκαλούσα, υπεραμυνόμενοι της γνησιότητας των υπογραφών της γεγονός όμως που άμεσα αναιρείται από το περιεχόμενο των προαναφερομένων δύο εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και των καταθέσεων της εγκαλούσας. Επισημαίνεται δε ότι όσον αφορά τον Ν. Δ. που φέρεται στο από 1S-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι ως Υπαστυνόμος Α' στο Β' Αστ. Τμήμα ... θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής της Μ. Τ. στις 19-11-2004, προέκυψε ότι ο ανωτέρω από 18-10-2004 έως 28-01 -2005 φοίτησε στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Επιτελών-Στελεχών (ΤΕΜΕΣ) στο Παράρτημα της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Θεσ/νίκης και κατά το χρόνο της φοίτησης του έφερε το βαθμό του Αστυνόμου Β' και όχι του Υπαστυνόμου Α' καθώς και ότι ουδέποτε υπηρέτησε στο Αστυνομικό Τμήμα ... (βλ. την ένορκη κατάθεση του στην 18η Ανακρίτρια Αθηνών και την από 12-11-2007 βεβαίωση της Ελληνικής Αστυνομίας-ΤΕΜΕΣ). Εξάλλου όλοι οι κατηγορούμενοι υπερασπίζονται τη γνησιότητα των υπογραφών της εγκαλούσας στα υπ' αριθμ. .../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξούσια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., οι οποίες από τις προαναφερόμενες γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, προέκυψε ότι είναι πλαστές. Επισημαίνεται δε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι της παρούσας υπόθεσης καθώς και η συμβολαιογράφος Α. Κ. ήδη παραπέμπονται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2038/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για να δικαστούν πλην άλλων αδικημάτων και για πλαστογραφία από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ.216 παρ. 1, 3α ΠΚ) του ως άνω υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξουσίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ.. Όπως προαναφέρεται, από τις ανωτέρω γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες δεν προέκυψε η πατρότητα των υπογραφών που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. και Ν. Δ. στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, το στοιχείο δε αυτό δεν προέκυψε ούτε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Όμως ανεξαρτήτως του γεγονότος τούτου από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψε ότι οι υπογραφές των ανωτέρω προσώπων στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό έχουν τεθεί από κοινού από όλους τους κατηγορούμενους κατ' απομίμηση της υπογραφής της Μ. Τ. και του Ν. Δ. χωρίς εντολή και εν αγνοία αυτών. Ειδικότερα όσον αφορά τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο Δ. Τ. ο οποίος και με την κρινόμενη έφεση του ισχυρίζεται ότι το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά και τα ανωτέρω πληρεξούσια τα υπέγραψε η εγκαλούσα μητέρα του, γεγονός που, όπως προαναφέρεται αναιρείται από τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της κρινόμενης υπόθεσης λόγω της στενής σχέσης γιου και μητέρας που τον συνδέει με τη μηνύτρια αλλά και της ιδιαίτερης σχέσης που τον συνέδεε με κάθε έναν εκ των λοιπών συγκατηγορουμένων του, καθώς και του άμεσου οικονομικού οφέλους που επεδίωκε, να εξοφληθεί η οφειλή της εταιρίας του "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" ύψους 392.899,42 Ευρώ προς την "Ι. Γ. ΑΕΒΕ", καθώς ο ίδιος κατά το χρόνο εκείνο δεν διέθετε οποιοδήποτε αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο και πλέον του ανωτέρω σημαντικού χρέους προς την "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" είχε και άλλα συσσωρευμένα χρέη προς τρίτους προμηθευτές, το ΙΚΑ και τη Δ.Ο.Υ. γι' αυτό και κατόπιν αιτήσεως άλλης δανείστριας εταιρίας της "Δ. Α.Ε.", με την υπ' αριθμ. 189/28-1-2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εταιρία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝ/ΠΗ ΕΠΕ" και ο ίδιος ατομικά κηρύχθηκαν σε πτώχευση με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 30-9-2004. Εξάλλου, ο ανωτέρω κατά το χρόνο που εμφανίστηκαν το επίδικο συμφωνητικό και τα συνοδεύοντα αυτό πιο πάνω πληρεξούσια είχε αποχωρήσει από τη συζυγική του κατοικία λόγω διαστάσεως με τη συγκατηγορουμένη σύζυγο του Κ. Δ. και λόγω των ο προβλημάτων υγείας (ψυχολογικών) που αντιμετώπιζε είχε εγκατασταθεί στην κατοικία της μηνύτριας-μητέρας του στην οδό ... και διέμενε μαζί της, οπότε είχε άμεση και εύκολη πρόσβαση στα προσωπικά στοιχεία αυτής και ιδιαίτερα στο δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, ώστε μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του να διευκολυνθεί στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Σύμφωνα με την από 22-3-2005 ιατρική βεβαίωση του Δρ. Α. Δ. ψυχιάτρου, ο Δ. Τ. στις 9-11-2004, που εξετάστηκε κατόπιν αιτήσεως της μητέρας του στο σπίτι της τελευταίας στην οδό ..., παρουσίαζε συμπτωματολογία μείζονος συναισθηματικής διαταραχής-κατάθλιψης και κατά τον ίδιον (ασθενή) αιτία των ψυχικών του προβλημάτων ήταν τα σοβαρότατα οικονομικά και συναισθηματικά του προβλήματα (πτώχευση, διακοπή της σχέσης του κ.λ.π.). Σύμφωνα δε με τις ανώμοτες καταθέσεις στην 18η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών της εγκαλούσας μητέρας του ο ανωτέρω από 16-12-2004 έως και το Μάρτιο του 2005 νοσηλεύτηκε στην Κλινική Κασταλία. Όμως τα ανωτέρω προβλήματα υγείας του Δ. Τ. τα οποία οξύνθηκαν και κορυφώθηκαν μετά τη σύνταξη και εμφάνιση των εν λόγω προσβαλλόμενων εγγράφων (ιδιωτικού συμφωνητικού και πληρεξουσίων συμβολαίων) δεν αναιρούν τις σοβαρές ενδείξεις ενοχής αυτού που προκύπτουν από το σύνολον των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρονται. Ας σημειωθεί δε ότι ο ίδιος ο εν λόγω εκκαλών-κατηγορούμενος δεν αποδίδει την πλαστογραφία του επιδίκου συμφωνητικού σε κάποιον άλλον παρά μόνον υπεραμυνόμενος της γνησιότητας του, εκφράζει υπόνοιες για την ίδια την εγκαλούσα-μητέρα του (βλέπε απολογία του), η δε τελευταία αν και εξαρχής με την έγκληση της αναφέρει τα ανωτέρω προβλήματα υγείας του γιου της παράλληλα συνεχώς με την έγκληση, τις ανώμοτες καταθέσεις της στην ανακρίτρια, την κρινόμενη έφεση της αλλά και κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου τονίζει την αδιαμφισβήτητη εν γνώσει άμεση συμμετοχή του ανωτέρω στη διάπραξη της πλαστογραφίας του από 18-11-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού. Εξάλλου η εκκαλούσα-κατηγορουμένη Κ. Δ. και με την κρινόμενη έφεση της ισχυρίζεται ότι η μόνη εμπλοκή της με την κρινόμενη υπόθεση είναι η παράδοση του επιδίκου ιδιωτικού συμφωνητικού από την εταιρία "Γ. ΑΕΒΕ", όπου και συνετάγη στα χέρια του εν διαστάσει από του χρόνου εκείνου συζύγου της Δ. Τ. ανυπόγραφου και στη συνέχεια υπογεγραμμένου από τον τελευταίο και την εγκαλούσα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της άνω ΑΕ χωρίς η ίδια που δεν συμβάλλεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό να γνωρίζει τις συνθήκες υπογραφής του εγγράφου αυτού από τη μηνύτρια. Από τα στοιχεία της δικογραφίας οι άνω ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώνονται ως βάσιμοι. Αντίθετα από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εν λόγω κατηγορουμένης στην από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του από 16-9-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού που της αποδίδεται. Τούτο δε διότι ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο αυτή βρισκόταν σε διάσταση με τον συγκατηγορούμενο πρώην σύζυγο της Δ. Τ. εξακολουθούσε να έχει ενεργό ανάμειξη στη διαχείριση του προβλήματος της εξόφλησης του χρέους του Δ. Τ. προς την εταιρία "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" και από κοινού με τον πρώην σύζυγο της, περιβάλλοντας με πλήρη εμπιστοσύνη ο ένας τον άλλον, συνομιλούσαν με τους νομίμους εκπροσώπους της άνω ΑΕ για την εξεύρεση λύσης προκειμένου το χρέος αυτό να εξοφληθεί μόνον από το Δ. Τ. και όχι από την ίδια που είχε εγγυηθεί και είχε εκδόσει την ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου και στις 18-11-2004 έληγε η τελευταία ημέρα της οκταήμερης προθεσμίας εμφανίσεως της προς πληρωμή (βλ. το απολογητικό της υπόμνημα). Η άνω κατηγορουμένη παρέδωσε το επίδικο πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό στον πληρεξούσιο δικηγόρο της "Γ. ΑΕΒΕ" Σ. Π. μαζί με τα υπ' αριθμ. .../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., τα οποία από τις πιο πάνω δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες προέκυψε ότι ομοίως είναι πλαστά. Η Α. Κ. στην ανωμοτί εξέταση της στην 18η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών κατέθεσε ότι είχε επαγγελματική συνεργασία τόσο με τον Δ. Τ. όσο και με τη σύζυγο του Κ. Δ., δικηγόρο. Η δε εγκαλούσα στην όμοια κατάθεση της κατέθεσε ότι οι ανωτέρω (συμβολαιογράφος και δικηγόρος) είχαν στενή συνεργασία και φιλία. Η ίδια η κατηγορουμένη έχει άμεσο περιουσιακό όφελος από την πλαστογράφηση της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό γιατί με την παράδοση του πλαστού αυτού εγγράφου και των επίσης πλαστών υπ' αριθμ. .../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξουσίων συμβολαίων της Α. Κ., οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της "Γ. ΑΕΒΕ" επέστρεψαν σ' αυτήν την τελευταία υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδόσεως της σε διαταγή του συζύγου της Δ. Τ. ο οποίος και την οπισθογράφησε προς την "Γ. ΑΕ", ποσού 354.132,85 Ευρώ και έτσι αποφεύχθηκαν οι δυσμενείς σε βάρος της συνέπειες από την εμφάνιση της επιταγής αυτής. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω περιουσιακή ωφέλεια της κατηγορουμένης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι πράγματι αυτή στη συνέχεια προέβη την 1-12-2004 στην πώληση του ακινήτου της στον ..., δεδομένου ότι με το τίμημα που εισέπραξε από την εκποίηση του περιουσιακού της αυτού στοιχείου προέβη στην εξόφληση άλλων χρεών του συζύγου της και δικών της και όχι αυτού προς την "Γ. ΑΕΒΕ" (βλ. τον με στοιχείο Β' λόγο της κρινόμενης εφέσεως της). Τέλος, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως τελεσθείσα κατά συναυτουργία από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε τρίτους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και η αντίστοιχη συνολική ζημιά και το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ και για τους κατηγορούμενους Ι. Γ. του Ε. και Γ. Ε. του Κ. οι οποίοι κατά το χρόνο σύνταξης και εμφάνισης του επιδίκου ιδιωτικού συμφωνητικού ήταν ο μεν πρώτος νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, ο δε δεύτερος γενικός διευθυντής της δανείστριας εταιρίας "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" για τους εξής ειδικότερους λόγους: Στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με το κείμενο του φέρεται να συμβάλλονται με την παρουσία όλων η εταιρία "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" εκπροσωπούμενη από το Γενικό Διευθυντή της Γ. Ε., η "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", εκπροσωπούμενη από το διαχειριστή της Δ. Τ. και ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη η εγκαλούσα Μ. Τ. οι οποίοι και συμφώνησαν, δήλωσαν και αποδέχθηκαν αμοιβαία, τα όσα στο συμφωνητικό αναφέρονται, ενώ στο τέλος αναγράφεται ότι "σε πίστωση των ανωτέρω συντάχθηκε το παρόν σε πέντε όμοια αντίγραφα και αφού διαβάστηκε, βεβαιώθηκε και υπογράφηκε από τους συμβαλλόμενους, έλαβε ο καθένας από ένα....". Ο τύπος αυτός που κατά το κείμενο του φέρεται ότι ακολουθήθηκε για τη σύνταξη του άνω συμφωνητικού ήταν ο συνήθης τύπος που ακολουθείτο στην κατάρτιση όλων των προηγούμενων ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ των άνω εταιρειών για τη ρύθμιση του χρέους της ΕΠΕ προς την ΑΕ με συμβαλλόμενη ως εγγυήτρια την Κ. Δ.. Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι με τα υπομνήματα τους αποδέχονται ότι παρά τα αναγραφόμενα, ο τύπος αυτός δεν τηρήθηκε κατά τη σύνταξη του επιδίκου συμφωνητικού αλλά τούτο ως προϊόν διαπραγματεύσεων μεταξύ των ίδιων και των συγκατηγορουμένων τους Δ. Τ. και Κ. Δ. προσκομίστηκε από την τελευταία με την ιδιότητα της και ως πληρεξούσιας δικηγόρου υπογεγραμμένο από το Δ. Τ. ως εκπρόσωπο της ΕΠΕ και με τη σχετική σφραγίδα της εταιρίας και από την εγκαλούσα στη θέση της εγγυήτριας-αυτοφειλέτη στους νομικούς παραστάτες της ΑΕΒΕ, οι οποίοι ευλόγως λόγω της μη εμφανίσεως της ίδιας της φερόμενης εγγυήτριας ενώπιον τους ζήτησαν να θεωρηθεί το γνήσιο της υπογραφής από την εγγυήτρια, πράγμα το οποίο στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε την επομένη ημέρα της συντάξεως (19-11-04) με μέριμνα της Κ. Δ. και του Δ. Τ. που το προσκόμισαν. Για τη μη επικοινωνία τους άμεσα με την εγκαλούσα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και την υπογραφή του συμφωνητικού κατά την απολογία τους ισχυρίστηκαν ότι η μηνύτρια, κατά πληροφορίες τους δεν εμφανίστηκε για λόγους υγείας και ειδικότερα γιατί έπασχε από το πόδι της. Ζήτησαν δε να βεβαιωθεί το γνήσιον της υπογραφής της τελευταίας, επειδή δεν τη γνώριζαν. Όμως όσον αφορά την υγεία της εγκαλούσας προέκυψε ότι κατά τον άνω χρόνο δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που της απαγόρευε τη μετακίνηση, αντίθετα φρόντιζε τον γιο της πρώτο κατηγορούμενο στα ψυχολογικά προβλήματα που αυτός αντιμετώπιζε και στους κατηγορούμενους δεν ήταν άγνωστη, αφού η "Γ. ΑΕΒΕ" πριν από τη συνεργασία της με την Μονοπρόσωπη ΕΠΕ του Δ. Τ. συνεργάζονταν επί μακρόν με ομ/θμη εταιρία που διατηρούσε ο θανών σύζυγος της εγκαλούσας Γ. Τ. και έτσι προκύπτει ότι τόσο η παρουσία οπουδήποτε της εγκαλούσας για την κατάρτιση του ενδίκου συμφωνητικού, όσο και η άμεση επικοινωνία μαζί της των κατηγορουμένων ήταν ευχερής. Οι κατηγορούμενοι όταν η εγκαλούσα περί τα τέλη Μαρτίου του 2005 είχε πληροφορηθεί για την ύπαρξη του από 18-11-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και ζήτησε από αυτούς να της παραδώσουν αντίγραφο, αρνήθηκαν, παρέδωσαν δε σ' αυτήν αντίγραφο την προηγουμένη της εκδίκασης (19-5-2005) της από 31-3-2005 αιτήσεως της στο Μον/λές Πρωτοδικείο Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα) για την επίδειξη του εγγράφου αυτού. Η "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" είχε σημαντικό όφελος από την κατάρτιση του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού γιατί έτσι με την εγγύηση της εγκαλούσας με τα ακίνητα της ιδιοκτησίας της που αναφέρονται στο συμφωνητικό, εξασφαλιζόταν η εξόφληση του σημαντικού χρέους που είχε η Μονοπρόσωπη ΕΠΕ του Δ. Τ. προς την ΑΕΒΕ ενόψει του γεγονότος ότι ο τελευταίος δεν διέθετε οποιοδήποτε ελεύθερο περιουσιακό στοιχείο για την κάλυψη του χρέους αυτού, ενώ αντίθετα είχε πλέον της οφειλής προς την "Γ. ΑΕΒΕ", και άλλα συσσωρευμένα χρέη προς τρίτους προμηθευτές, το ΙΚΑ και τη Δ.Ο.Υ., γιαυτό και, όπως ανωτέρω αναφέρεται, τόσον ο ίδιος όσο και η ΕΠΕ κηρύχθηκαν σε πτώχευση. Το γεγονός δε τούτο λόγω της μακράς συνεργασίας τους αλλά και του ενδιαφέροντος τους για την τύχη της απαίτησης της ΑΕΒΕ γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Εξάλλου, όπως προέκυψε η υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδόσεως της Κ. Δ. ποσού 354.132,85 Ευρώ την οποίαν η τελευταία ως εγγυήτρια της Μονοπρόσωπης ΕΠΕ του Δ. Τ. είχε παραδόσει στην ΑΕΒΕ δεν εξασφάλιζε την εξόφληση του χρέους της ΕΠΕ προς την ΑΕΒΕ, γιατί και η Κ. Δ. πλέον της εγγυήσεως προς την ΑΕΒΕ είχε εγγυηθεί και για δάνεια που είχε λάβει ο σύζυγος της Δ. Τ. από τρίτα πρόσωπα και μάλιστα του συγγενικού της περιβάλλοντος και το γεγονός τούτο το γνώριζαν οι άνω κατηγορούμενοι. Κατόπιν όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι κατά τη σύνταξη του από 18-11-2004 πλαστού όσον αφορά την εγκαλούσα ιδιωτικού συμφωνητικού ενήργησαν από κοινού βάσει οργανωμένου σχεδίου για τη νόσφιση της περιουσίας της εγκαλούσας και την προσκόμιση στον εαυτό του καθένας και σε τρίτους παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της εγκαλούσας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ. Μεθόδευσαν δε την εμφάνιση του πλαστού αυτού εγγράφου κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ώστε καθένας, να δύναται να ισχυρισθεί, όπως και πράττει, ότι δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο η εγκαλούσα υπέγραψε αυτό. Εξάλλου οι κατηγορούμενοι έκαναν χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Ειδικότερα προσκόμισαν αυτό στις 10-12-2004 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών μαζί με το επίσης πλαστό υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος Γ. Ε. παρέστη ως νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας και πέτυχαν την έκδοση της υπ' αριθμ. 49375Σ/2004 απόφασης του άνω Δικαστηρίου, η οποία διέτασσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των 5/8 εξ αδιαιρέτου δύο αυτοτελών και διακεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και αποθήκης) στην οδό ... της εγκαλούσας για την εξασφάλιση της απαίτησης της "Γ. ΑΕΒΕ", ύψους 223.617,14 Ευρώ, όπως διαλαμβάνονταν στο πλαστό έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον όλων των κατηγορουμένων για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τελεσθείσας από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε τρίτους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημιά αντίστοιχα υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 12, 13 περ. γ', 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 216 παρ. 1, 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με αρθρ. 14 παρ. 2 Ν. 2721/99. Κατόπιν αυτών το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 3023/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που αποφάνθηκε τα ίδια σχετικά με τους εκκαλούντες κατηγορούμενους Δ. Τ. του Γ. και Κ. Δ. πρώην σύζυγο Δ. Τ. και παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για το ανωτέρω αδίκημα, δεν έσφαλε γι' αυτό οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 593/24-11-2008 και 575/17-11-2008 εφέσεις του Δ. Τ. και της Κ. Δ. αντίστοιχα, πρέπει σύμφωνα και με την εισαγγελική πρόταση στις σκέψεις της οποίας το Συμβούλιο συμπληρωματικά αναφέρεται να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Να επικυρωθεί δε το ανωτέρω παραπεμπτικό βούλευμα ως προς τους ρηθέντες κατηγορουμένους σε όλες τις διατάξεις του με αντικατάσταση όμως του διατακτικού του, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά του αδικήματος, όπως αναφέρεται στο διατακτικό του παρόντος. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ 220 Ευρώ σε κάθε έναν εκ των εκκαλούντων-κατηγορουμένων. Έσφαλε όμως το ίδιο ανωτέρω εκκαλούμενο βούλευμα που απεφάνθη ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για το ανωτέρω αδίκημα και εναντίον των κατηγορουμένων Ι. Γ. του Ε. και Γ. Ε. του Κ., γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 636/8-12-2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Μ. χήρας Γ. Τ. και να εξαφανισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τους ανωτέρω κατηγορούμενους, οι οποίοι μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθούν οι ρηθέντες κατηγορούμενοι, κατά τα άρθρα 317 παρ. 1, 318, 309 παρ. 1ε και 313 του ΚΠΔ ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο να δικάσει την πράξη που προαναφέρεται, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν τις υπ' αριθμ. 593/24-11-2008 και 575/17-11-2008 εφέσεις των κατηγορουμένων αντίστοιχα Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ... και Κ. Δ. του Γ., πρώην συζύγου Δ. Τ., κατοίκου ... ή ..., δικηγόρου. ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 3023/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς τους ανωτέρω με αντικατάσταση του διατακτικού, όσον αφορά την κατηγορία ως εξής: ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ τους: α) Δ. Τ. του Γ., κάτοικο ... και β) Κ. Δ. του Γ., πρώην σύζυγο Δ. Τ., δικηγόρο, κάτοικο ... στην οδό ... ή ... στην οδό ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι: 1) Ο Δ. Τ. ότι: Στην ... σε άγνωστο εισέτι χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 ως τις 10 Δεκεμβρίου 2004, ενεργώντας από κοινού, ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με τους συγκατηγορούμενούς του, Κ. Δ., Ι. Γ. και Γ. Ε., δηλαδή αποδεχόμενοι άπαντες την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση πραγματώνεται με, συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, από πρόθεση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, επί ζημία τρίτου, ενώ περαιτέρω προέβησαν σε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", η οποία ήταν οφειλέτιδα της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ποσού 392.899,42 €. Η συγκατηγορουμένη του Κ. Δ., σύζυγος του και δικηγόρος του, είχε εγγυηθεί την οφειλή της εταιρίας του, με την έκδοση εις διαταγήν του και παράδοση σε αυτόν της μεταχρονολογημένης, υπ' αριθμ. ... επιταγής εκδόσεως της (της Κ. Δ.), της Τράπεζας Κύπρου, με ημερομηνία 10-11-2004, με πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός Σεπτεμβρίου του έτους 2004, ποσού 354.132,85 €, την οποία (επιταγή), αυτός ως ο εις διαταγήν δικαιούχος, την είχε οπισθογραφήσει και παραδώσει στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε."., η οποία επιταγή αντικαταστάθηκε από την υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης ομοίως της συζύγου του, Κ. Δ., της Τράπεζας Κύπρου, εις διαταγήν του, ποσού 354.132,85 €, με ημερομηνία 5-12-2004 και πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός του Νοεμβρίου του έτους 2004, την οποία αυτός οπισθογράφησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", παραλαμβάνοντας την πρώτη από τις επιταγές αυτές. Ο συγκατηγορούμενός του Ι. Γ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο συγκατηγορούμενός του Γ. Ε. ήταν Γενικός Διευθυντής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Με τις πιο πάνω ιδιότητες, στην Αθήνα εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δηλαδή μεταξύ αρχών Νοεμβρίου 2004 και 10-12-2004, αυτός γνώριζε ότι η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", δεν μπορούσε να εξοφλήσει την οφειλή στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", την οποία δεν μπορούσε να εξοφλήσει ούτε και ο ίδιος δια ιδίων κεφαλαίων. Η συγκατηγορουμένη του Κ. Δ., σύζυγος του, δικηγόρος και εγγυήτρια της οφειλής της εταιρίας του, γνώριζε ότι η δανείστρια εταιρία, για την είσπραξη της οφειλής, θα στρεφόταν αναγκαστικά σε βάρος της (σε βάρος της Κ. Δ.), ενώ ομοίως γνώριζε ότι η ίδια (η Κ. Δ.), δεν διέθετε τα κεφάλαια για να πληρώσει την πιο πάνω επιταγή; την οποία είχε εκδώσει για την εγγύηση του χρέους. Οι δε συγκατηγορούμενοί του Ι. Γ., νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο Γ. Ε., Γενικός Διευθυντής της δανείστριας εταιρίας, γνώριζαν ότι η είσπραξη της απαίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ήταν αμφίβολη, τόσο από την εταιρία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", όσο και από τον ίδιον και τη σύζυγο του Κ. Δ.. Έτσι, αυτός και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, αντιλαμβανόμενοι τα ανωτέρω και γνωρίζοντας ότι η μητέρα του και μηνύτρια Μ. Τ., διέθετε ακίνητη περιουσία ικανή να ικανοποιήσει την παραπάνω οφειλή, συνέλαβαν από κοινού το σχέδιο της εκποίησης της ακίνητης περιουσίας της, προκειμένου να εξοφληθεί η πιο πάνω απαίτηση. Έτσι, στην Αθήνα εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, συντάξανε από κοινού το από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο συμβλήθηκε η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", εκπροσωπούμενη από αυτόν και η εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", εκπροσωπούμενη από το Γενικό Διευθυντή αυτής και συγκατηγορούμενό του Γ. Ε., με το οποίο (συμφωνητικό), περιόρισαν την οφειλή στο ποσό των 223.617,14 € και ρύθμισαν τον τρόπο της καταβολής του. Στο ίδιο αυτό συμφωνητικό έφεραν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη την μηνύτρια και μητέρα του Μ. Τ., η οποία δήθεν εγγυήθηκε την εξόφληση του ποσού αυτού, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.". Μάλιστα με το ίδιο αυτό συμφωνητικό η μηνύτρια εφέρετο να δηλώνει ρητώς ότι παραχωρούσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 223.902,35 €, επί των 5/8 εξ αδιαιρέτου, του υπό στοιχείου Β-3 διαμερίσματος του 2ου ορόφου και της υπό στοιχείου ΥΒ-5 αποθήκης, της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., τα οποία (5/8 του άνω διαμερίσματος και της αποθήκης), είχαν περιέλθει στη μηνύτρια κατά ποσοστό 4/8, από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../5-10-1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπακώστα, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με το διαμέρισμα), και του υπ' αριθμ. .../17-31978 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Τριανταφύλλης Α. Μπολιώτη - Καπερώνη, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με την αποθήκη) και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από την κληρονομιά εξ αδιαθέτου, του αποβιώσαντος την 10-1-2000 συζύγου της μηνύτριας και πατέρα του, Γ. Τ.. Όλα όμως τούτα τα σχετικά με την εγγύηση της οφειλής από την μηνύτρια Μ. Τ. ήταν ψευδή, καθόσον αυτή ουδέποτε συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στο άνω συμφωνητικό, στο οποίο εξάλλου ο κατηγορούμενος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, από κοινού, με την ανωτέρω έννοια, έθεσαν πλαστή υπογραφή της, στη θέση "η εγγυήτρια - αυτοφειλέτης". Μάλιστα, το γεγονός ότι η υπογραφή αυτή της μηνύτριας είναι πλαστή, προκύπτει από το γεγονός ότι επί του συμφωνητικού αυτού έθεσαν και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή, περί της βεβαιώσεως τον γνησίου της, υπογραφής της μηνύτριας. Ειδικότερα, εντός του άνω χρονικού διαστήματος έθεσαν στο συμφωνητικό αυτό πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Δ. Ν. δήθεν Υπαστυνόμου Α', δήθεν υπηρετούντος στο Α.Τ. ..., ο οποίος υποτίθεται ότι την 19-11-2004 βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας. Προκύπτει όμως ότι την 19-11-2004 ο Ν. Δ., δεν είχε το βαθμό του Υπαστυνόμου Β', αλλά αυτόν του Αστυνόμου Α', δεν υπηρετούσε σε κανένα αστυνομικό τμήμα της Αττικής, αλλά βρισκόταν στη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Θεσσαλονίκης, η δε γνήσια υπογραφή του και η σφραγίδα του καμιά σχέση δεν έχει με αυτήν με την οποία υποτίθεται βεβαιώθηκε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Αφού λοιπόν ο κατηγορούμενος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του συντάξανε το πιο πάνω πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, αναφορικά με την υπογραφή της μηνύτριας, φερόμενης ψευδώς ως εγγυήτριας της πιο πάνω οφειλής, έκαναν χρήση αυτού. Ειδικότερα, προσκόμισαν αυτό την 10-12-2004 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου, σε συνδυασμό με το επίσης πλαστό υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., να επιτύχουν την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας, για ποσό 223.617,14 €, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Στην πράξη τους αυτή, δηλαδή στην πλαστογράφηση της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και στη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, επί ζημία της περιουσίας της μηνύτριας. Ειδικότερα, στην εταιρία με την επωνυμία "Δ.Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, καθόσον με τον τρόπο αυτό εξοφλούνταν ισόποση οφειλή της εταιρίας αυτής, προς την εταιρία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", η οποία έτσι εισέπραττε το ποσό αυτό, περιορίζοντας το ποσό της αρχικής απαίτησης της ύψους ποσού 392.899,42 €. ενώ περιουσιακό όφελος ύψους ποσού 354.132,85 €, σκόπευαν να προσπορίσουν και στη συγκατηγορούμενη του Κ. Δ., η οποία έτσι απαλλασσόταν από την υποχρέωση εξόφλησης ισόποσης επιταγής, που είχε εκδώσει προς εξασφάλιση της οφειλής της εταιρίας του κατηγορουμένου, επί ζημία της μηνύτριας την οποία κατά τον ανωτέρω τρόπο κατέστησαν οφειλέτιδα ύψους ποσού 223.617,14 €, με αντίστοιχα εμπράγματα βάρη στην περιουσία της. Άπαντα δε τα ποσά αυτά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Επιπροσθέτως, οι κατηγορούμενοι επέτυχαν το σκοπό τους καθόσον στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας ενεγράφη, δια της υπ' αριθμ. 44375Σ/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, προσημείωση υποθήκης, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", γιατο ποσό των 223.617,14 €. 2) Η Κ. Δ. ότι: Στην Αθήνα σε άγνωστο εισέτι χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 ως τις 10 Δεκεμβρίου 2004, ενεργώντας από κοινού, ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με τους συγκατηγορούμενους της Δ. Τ., Ι. Γ. και Γ. Ε., δηλαδή αποδεχόμενοι άπαντες την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι έπρατταν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, από πρόθεση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, επί ζημία τρίτου, ενώ περαιτέρω προέβησαν σε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ο συγκατηγορούμενός της Δ. Τ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", η οποία ήταν οφειλέτιδα της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ποσού 392.899,42 €, η ίδια ήταν σύζυγος του και δικηγόρος του και είχε εγγυηθεί την οφειλή της εταιρίας του, με την έκδοση εις διαταγήν του και παράδοση σ' αυτόν, της μεταχρονολογημένης, υπ' αριθμ. ... επιταγής εκδόσεως της, της Τράπεζας Κύπρου, με ημερομηνία 10-11-2004, με πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός Σεπτεμβρίου του έτους 2004, ποσού 354.132,85 €, την οποία (επιταγή), ο Δ. Τ. ως ο εις διαταγήν δικαιούχος, την είχε οπισθογραφήσει και παραδώσει στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", η οποία επιταγή αντικαταστάθηκε από την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδόσεώς της ομοίως, της Τράπεζας Κύπρου, εις διαταγήν Δ. Τ., ποσού 354.132,85 €. με ημερομηνία 5-12-2004 και πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός του Νοεμβρίου του έτους 2004, την οποία ο τελευταίος οπισθογράφησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", παραλαμβάνοντας την πρώτη από τις επιταγές αυτές. Ο συγκατηγορούμενός της Ι. Γ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο συγκατηγορούμενός της Γ. Ε. ήταν Γενικός Διευθυντής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Με τις πιο πάνω ιδιότητες, στην Αθήνα εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δηλαδή μεταξύ αρχών Νοεμβρίου 2004 και 10-12-2004, ο Δ. Τ. γνώριζε ότι η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", δεν μπορούσε να εξοφλήσει την οφειλή στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", την οποία δεν μπορούσε ο τελευταίος να εξοφλήσει ούτε δι' ιδίων κεφαλαίων. Εν τω μεταξύ και αυτή, σύζυγος του, δικηγόρος και εγγυήτρια της οφειλής της εταιρίας του, γνώριζε ότι η δανείστρια εταιρία, για την είσπραξη της οφειλής, θα στρεφόταν αναγκαστικά σε βάρος της, ενώ ομοίως γνώριζε ότι δεν διέθετε τα κεφάλαια για να πληρώσει την πιο πάνω επιταγή, την οποία είχε εκδώσει για την εγγύηση του χρέους. Οι δε συγκατηγορούμενοί της Ι. Γ., νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο Γ. Ε., Γενικός Διευθυντής της δανείστριας εταιρίας, γνώριζαν ότι η είσπραξη της απαίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ήταν αμφίβολη, τόσο από την εταιρία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", όσο και από αυτήν και το σύζυγο της Δ. Τ.. Έτσι, η κατηγορουμένη και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί της, αντιλαμβανόμενοι τα ανωτέρω και γνωρίζοντας ότι η μητέρα του Δ. Τ. και μηνύτρια Μ. Τ. διέθετε ακίνητη περιουσία ικανή να ικανοποιήσει την παραπάνω οφειλή, συνέλαβαν από κοινού το σχέδιο της εκποίησης της ακίνητης περιουσίας της, προκειμένου να εξοφληθεί η πιο πάνω απαίτηση. Έτσι, στην Αθήνα εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, συνέταξαν από κοινού το από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο συμβλήθηκε η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", εκπροσωπούμενη από τον Δ. Τ. και η εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", εκπροσωπούμενη από το Γενικό Διευθυντή αυτής και συγκατηγορούμενό της Γ. Ε., με το οποίο (συμφωνητικό), περιόρισαν την οφειλή στο ποσό των 223.617,14 € και ρύθμισαν τον τρόπο της καταβολής του. Στο ίδιο αυτό συμφωνητικό έφεραν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη την μηνύτρια και μητέρα του Δ. Τ., Μ. Τ., η οποία δήθεν εγγυήθηκε την εξόφληση του ποσού αυτού, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.". Μάλιστα με το ίδιο αυτό συμφωνητικό η μηνύτρια εφέρετο να δηλώνει ρητώς ότι παραχωρούσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 223.902,35 €, επί των 5/8 εξ αδιαιρέτου, του υπό στοιχείου Β-3 διαμερίσματος του 2ου ορόφου και της υπό στοιχείου ΥΒ-5 αποθήκης, της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., τα οποία (5/8 του άνω διαμερίσματος και της αποθήκης), είχαν περιέλθει στη μηνύτρια κατά ποσοστό 4/8, από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../5-10-1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπακώστα, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με το διαμέρισμα), και του υπ' αριθμ. .../17-3-1978 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Τριανταφύλλης Α. Μπολιώτη - Καπερώνη, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με την αποθήκη) και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από την κληρονομιά εξ αδιαθέτου, του αποβιώσαντος την 10-1-2000 συζύγου της μηνύτριας, Γ. Τ.. Όλα όμως τούτα τα σχετικά με την εγγύηση της οφειλής από την μηνύτρια Μ. Τ. ήταν ψευδή, καθόσον αυτή ουδέποτε συμβλήθηκε, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στο άνω συμφωνητικό, στο οποίο εξάλλου η κατηγορουμένη και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί της, από κοινού, με την ανωτέρω έννοια, έθεσαν πλαστή υπογραφή της, στη θέση "η εγγυήτρια - αυτοφειλέτης". Μάλιστα, το γεγονός ότι η υπογραφή αυτή της μηνύτριας είναι πλαστή, προκύπτει από το γεγονός ότι επί του συμφωνητικού αυτού έθεσαν και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή, περί της βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής της μηνύτριας. Ειδικότερα, εντός του άνω χρονικού διαστήματος έθεσαν στο συμφωνητικό αυτό πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Δ. Ν. δήθεν Υπαστυνόμου Α', δήθεν υπηρετούντος στο Α.Τ. ..., ο οποίος υποτίθεται ότι την 19-11-2004 βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας. Προκύπτει όμως ότι την 19-11-2004 ο Ν. Δ., δεν είχε το βαθμό του Υπαστυνόμου Β', αλλά αυτόν του Αστυνόμου Α', δεν υπηρετούσε σε κανένα αστυνομικό τμήμα της Αττικής, αλλά βρισκόταν στη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Θεσσαλονίκης, η δε γνήσια υπογραφή του και η σφραγίδα του καμιά σχέση δεν έχει με αυτήν με την οποία υποτίθεται βεβαιώθηκε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Αφού λοιπόν συντάξανε το πιο πάνω πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, αναφορικά με την υπογραφή της μηνύτριας, φερόμενης ψευδώς ως εγγυήτριας της πιο πάνω οφειλής, έκαναν χρήση αυτού. Ειδικότερα, προσκόμισαν αυτό την 10-12-2004 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου, σε συνδυασμό με το επίσης πλαστό υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., να επιτύχουν την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας, για ποσό 223.617,14 €, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Στην πράξη τους αυτή, δηλαδή στην πλαστογράφηση της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και στη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, επί ζημία της περιουσίας της μηνύτριας. Ειδικότερα, στην εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, καθόσον με τον τρόπο αυτό εξοφλούνταν ισόποση οφειλή της εταιρίας αυτής, προς την εταιρία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", η οποία έτσι εισέπραττε το ποσό αυτό, περιορίζοντας το ποσό της αρχικής απαίτησης της ύψους ποσού 392.899,42 €, ενώ περιουσιακό όφελος ύψους ποσού 354.132,85 €, σκόπευαν να προσπορίσουν και στην κατηγορουμένη, η οποία έτσι απαλλάχθηκε από την υποχρέωση εξόφλησης ισόποσης επιταγής, που είχε εκδώσει προς εξασφάλιση της οφειλής της εταιρίας του συζύγου της Δ. Τ., επί ζημία της μηνύτριας την οποία κατά τον ανωτέρω τρόπο κατέστησαν οφειλέτιδα ύψους ποσού 223.617,14 €, με αντίστοιχα εμπράγματα βάρη στην περιουσία της. Άπαντα δε τα ποσά αυτά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Επιπροσθέτως, επέτυχαν το σκοπό τους καθόσον στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας ενεγράφη, δια της υπ' αριθμ. 44375Σ/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, προσημείωση υποθήκης, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", για το ποσό των 223.617,14 €. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 636/8-12-2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Μ. χήρας Γ. Τ.. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 3023/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς τους κατηγορούμενους Γ. Ι. του Ε. και Γ. Ε. του Κ.. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους: Α) Ι. Γ. του Ε. και της Ά., κάτοικο ... για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην Αθήνα σε άγνωστο εισέτι χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 ως τις 10 Δεκεμβρίου 2004, ενεργώντας από κοινού, ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με τους συγκατηγορούμενους του, Κ. Δ., Δ. Τ. και Γ. Ε., δηλαδή αποδεχόμενοι άπαντες την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι έπρατταν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, από πρόθεση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, επί ζημία τρίτου, ενώ περαιτέρω προέβησαν σε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ο Δ. Τ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", η οποία ήταν οφειλέτιδα της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ποσού 392.899,42 €. Η συγκατηγορουμένη τους Κ. Δ., σύζυγος του και δικηγόρος του, είχε εγγυηθεί την οφειλή της εταιρίας του, με την έκδοση εις διαταγήν του και παράδοση σ' αυτόν, της μεταχρονολογημένης, υπ' αριθμ. ... επιταγής εκδόσεως της (της Κ. Δ.), της Τράπεζας Κύπρου, με ημερομηνία 10-11-2004, με πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός Σεπτεμβρίου του έτους 2004, ποσού 354.132,85 €, την οποία (επιταγή), ο Δ. Τ., ως ο εις διαταγήν δικαιούχος, την είχε οπισθογραφήσει και παραδώσει στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", η οποία επιταγή αντικαταστάθηκε από την υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης ομοίως της Κ. Δ., της Τράπεζας Κύπρου, εις διαταγήν Δ. Τ., ποσού 354.132,85 €, με ημερομηνία 5-12-2004 και πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός του Νοεμβρίου του έτους 2004, την οποία ο τελευταίος οπισθογράφησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", παραλαμβάνοντας την πρώτη από τις επιταγές αυτές. Ο κατηγορούμενος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία " Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο συγκατηγορούμενός του Γ. Ε. ήταν Γενικός Διευθυντής της εταιρίας αυτής. Με τις πιο πάνω ιδιότητες, στην Αθήνα εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δηλαδή μεταξύ αρχών Νοεμβρίου 2004 και 10-12-2004, ο Δ. Τ. γνώριζε ότι η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", δεν μπορούσε να εξοφλήσει την οφειλή στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", την οποία δεν μπορούσε να εξοφλήσει ο Δ. Τ. ούτε δι' ιδίων κεφαλαίων. Η συγκατηγορουμένη του Κ. Δ., σύζυγος του, δικηγόρος και εγγυήτρια της οφειλής της εταιρίας του Δ. Τ., γνώριζε ότι η δανείστρια εταιρία, για την είσπραξη της οφειλής, θα στρεφόταν αναγκαστικά σε βάρος της (σε βάρος της Κ. Δ.), ενώ ομοίως γνώριζε ότι η ίδια (η Κ. Δ.), δεν διέθετε τα κεφάλαια για να πληρώσει την πιο πάνω επιταγή, την οποία είχε εκδώσει για την εγγύηση του χρέους. Ο κατηγορούμενος δε, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο Γ. Ε., Γενικός Διευθυντής της εταιρίας αυτής, γνώριζαν ότι η είσπραξη της απαίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ήταν αμφίβολη, τόσο από την εταιρία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", όσο και από τον Δ. Τ. και τη σύζυγο του Κ. Δ., οι οποίοι ήταν αφερέγγυα πρόσωπα. Έτσι, ο κατηγορούμενος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, αντιλαμβανόμενοι τα ανωτέρω και γνωρίζοντας ότι η μητέρα του Δ. Τ. και μηνύτρια Μ. Τ. διέθετε ακίνητη περιουσία ικανή να ικανοποιήσει την παραπάνω οφειλή, συνέλαβαν από κοινού το σχέδιο της εκποίησης της ακίνητης περιουσίας της, προκειμένου να εξοφληθεί η πιο απαίτηση. Έτσι, στην Αθήνα εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, συνέταξαν από κοινού το από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο συμβλήθηκε η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Τ. και η εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", εκπροσωπούμενη από το Γενικό Διευθυντή αυτής και συγκατηγορούμενο του ανωτέρω Γ. Ε., με το οποίο (συμφωνητικό), περιόρισαν την οφειλή στο ποσό των 223.617,14 € και ρύθμισαν τον τρόπο της καταβολής του. Στο ίδιο αυτό συμφωνητικό έφεραν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη την μηνύτρια και μητέρα του Δ. Τ., Μ. Τ., η οποία δήθεν εγγυήθηκε την εξόφληση του ποσού αυτού, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.". Μάλιστα με το ίδιο αυτό συμφωνητικό η μηνύτρια εφέρετο να δηλώνει ρητώς ότι παραχωρούσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 223.902,35 €, επί των 5/8 εξ αδιαιρέτου, του υπό στοιχείου Β-3 διαμερίσματος του 2ου ορόφου και της υπό στοιχείου ΥΒ-5 αποθήκης, της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., τα οποία (5/8 του άνω διαμερίσματος και της αποθήκης), είχαν περιέλθει στη μηνύτρια κατά ποσοστό 4/8, από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../5-10-1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπακώστα, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με το διαμέρισμα), και του υπ' αριθμ. .../17-3-1978 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Τριανταφύλλης Α. Μπολιώτη-Καπερώνη, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με την αποθήκη) και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από την κληρονομιά εξ αδιαθέτου, του αποβιώσαντος την 10-1-2000 συζύγου της μηνύτριας και πατέρα του Δ. Τ., Γ. Τ.. Όλα όμως τούτα τα σχετικά με την εγγύηση της οφειλής από την μηνύτρια Μ. Τ. ήταν ψευδή, καθόσον αυτή ουδέποτε συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στο άνω συμφωνητικό, στο οποίο εξάλλου ο κατηγορούμενος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, από κοινού, με την ανωτέρω έννοια, έθεσαν πλαστή υπογραφή της, στη θέση "η εγγυήτρια - αυτοφειλέτης". Μάλιστα, το γεγονός ότι η υπογραφή αυτή της μηνύτριας είναι πλαστή, προκύπτει από το γεγονός ότι επί του συμφωνητικού αυτού έθεσαν και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή, περί της βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής της μηνύτριας. Ειδικότερα, εντός του άνω χρονικού διαστήματος έθεσαν στο συμφωνητικό αυτό πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Δ. Ν. δήθεν Υπαστυνόμου Α', δήθεν υπηρετούντος στο Α.Τ. ..., ο οποίος υποτίθεται ότι την 19-11-2004 βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας. Προκύπτει όμως ότι την 19-11-2004 ο Ν. Δ., δεν είχε το βαθμό του Υπαστυνόμου Β', αλλά αυτόν του Αστυνόμου Α', δεν υπηρετούσε σε κανένα αστυνομικό τμήμα της Αττικής, αλλά βρισκόταν στη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Θεσσαλονίκης, η δε γνήσια υπογραφή του και η σφραγίδα του καμιά σχέση δεν έχει με αυτήν με την οποία υποτίθεται βεβαιώθηκε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Αφού λοιπόν συνέταξαν το πιο πάνω πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, αναφορικά με την υπογραφή της μηνύτριας, φερόμενης ψευδώς ως εγγυήτριας της πιο πάνω οφειλής, έκαναν χρήση αυτού. Ειδικότερα, προσκόμισαν αυτό την 10-12-2004 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου, σε συνδυασμό με το επίσης πλαστό υπ' αριθμ..../18-11-2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., να επιτύχουν την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας, για ποσό 223.617,14 €, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Στην πράξη τους αυτή δηλαδή στην πλαστογράφηση της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και στη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, επί ζημία της περιουσίας της μηνύτριας. Ειδικότερα, στην εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, καθόσον με τον τρόπο αυτό εξοφλούνταν ισόποση οφειλή της εταιρίας αυτής, προς την εταιρία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", η οποία έτσι εισέπραττε το ποσό αυτό, περιορίζοντας το ποσό της αρχικής απαίτησης της ύψους ποσού 392.899,42 €, ενώ περιουσιακό όφελος ύψους ποσού 354.132,85 €, σκόπευαν να προσπορίσουν και στη συγκατηγορούμενή τους Κ. Δ., η οποία έτσι απαλλασσόταν από την υποχρέωση εξόφλησης ισόποσης επιταγής, που είχε εκδώσει προς εξασφάλιση της οφειλής της εταιρίας του Δ. Τ., επί ζημία της μηνύτριας την οποία κατά τον ανωτέρω τρόπο κατέστησαν οφειλέτιδα ύψους ποσού 223.617,14 €, με αντίστοιχα εμπράγματα βάρη στην περιουσία της. Άπαντα δε τα ποσά αυτά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Επιπροσθέτως, επέτυχαν το σκοπό τους καθόσον στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας ενεγράφη, δια της υπ' αριθμ. 44375Σ/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, προσημείωση υποθήκης, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", για το ποσό των 223.617,14 €. Β) Τον Γ. Ε. του Κ. και της Α., κάτοικο ... για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην Αθήνα σε άγνωστο εισέτι χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 ως τις 10 Δεκεμβρίου 2004, ενεργώντας από κοινού, ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με τους συγκατηγορούμενους του, Κ. Δ., Δ. Τ. και Ι. Γ., δηλαδή αποδεχόμενοι άπαντες την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι έπρατταν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, από πρόθεση κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, επί ζημία τρίτου, ενώ περαιτέρω προέβησαν σε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ο Δ. Τ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", η οποία ήταν οφειλέτιδα της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ποσού 392.899,42 €. Η συγκατηγορουμένη του Κ. Δ., σύζυγος του και δικηγόρος του, είχε εγγυηθεί την οφειλή της εταιρίας του, με την έκδοση εις διαταγήν του και παράδοση σ' αυτόν, της μεταχρονολογημένης, υπ' αριθμ. ... επιταγής εκδόσεως της (της Κ. Δ.), της Τράπεζας Κύπρου, με ημερομηνία 10-11-2004, με πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός Σεπτεμβρίου του έτους 2004, ποσού 354.132,85 €, την οποία (επιταγή), ο Δ. Τ., ως ο εις διαταγήν δικαιούχος, την είχε οπισθογραφήσει και παραδώσει στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", η οποία επιταγή αντικαταστάθηκε από την υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης ομοίως της Κ. Δ., της Τράπεζας Κύπρου, εις διαταγήν Δ. Τ., ποσού 354.132,85 €, με ημερομηνία 5-12-2004 και πραγματικό χρόνο έκδοσης εντός του Νοεμβρίου του έτους 2004, την οποία ο τελευταίος οπισθογράφησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", παραλαμβάνοντας την πρώτη από τις επιταγές αυτές. Ο Ι. Γ. ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο κατηγορούμενος ήταν Γενικός Διευθυντής της εταιρίας αυτής. Με τις πιο πάνω ιδιότητες, στην Αθήνα εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δηλαδή μεταξύ αρχών Νοεμβρίου 2004 και 10-12-2004, ο Δ. Τ. γνώριζε ότι η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", δεν μπορούσε να εξοφλήσει την οφειλή στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", την οποία δεν μπορούσε να εξοφλήσει ο Δ. Τ. ούτε δι' ιδίων κεφαλαίων. Η συγκατηγορουμένη τους Κ. Δ., σύζυγος του, δικηγόρος και εγγυήτρια της οφειλής της εταιρίας του Δ. Τ., γνώριζε ότι η δανείστρια εταιρία, για την είσπραξη της οφειλής, θα στρεφόταν αναγκαστικά σε βάρος της (σε βάρος της Κ. Δ.), ενώ ομοίως γνώριζε ότι η ίδια (η Κ. Δ.), δεν διέθετε τα κεφάλαια για να πληρώσει την πιο πάνω επιταγή, την οποία είχε εκδώσει για την εγγύηση του χρέους. Ο Ι. Γ. δε, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της δανείστριας εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και ο κατηγορούμενος, Γενικός Διευθυντής της εταιρίας αυτής, γνώριζαν ότι η είσπραξη της απαίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", ήταν αμφίβολη, τόσο από την εταιρία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", όσο και από τον Δ. Τ. και τη σύζυγο του Κ. Δ., οι οποίοι ήταν αφερέγγυα πρόσωπα. Έτσι, ο κατηγορούμενος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, αντιλαμβανόμενοι τα ανωτέρω και γνωρίζοντας ότι η μητέρα του Δ. Τ. και μηνύτρια Μ. Τ. διέθετε ακίνητη περιουσία ικανή να ικανοποιήσει την παραπάνω οφειλή, συνέλαβαν από κοινού το σχέδιο της εκποίησης της ακίνητης περιουσίας της, προκειμένου να εξοφληθεί η πιο πάνω απαίτηση. Έτσι, στην Αθήνα εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, συντάξανε από κοινού το από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο συμβλήθηκε η εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.",εκπροσωπούμενη από τον Δ. Τ. και η εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο, δηλαδή το Γενικό Διευθυντή αυτής, με το οποίο (συμφωνητικό), περιόρισαν την οφειλή στο ποσό των 223.617,14 € και ρύθμισαν τον τρόπο της καταβολής του. Στο ίδιο αυτό συμφωνητικό έφεραν ως εκ τρίτον συμβαλλόμενη την μηνύτρια και μητέρα του Δ. Τ., Μ. Τ., η οποία δήθεν εγγυήθηκε την εξόφληση του ποσού αυτού, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.". Μάλιστα με το ίδιο αυτό συμφωνητικό η μηνύτρια εφέρετο να δηλώνει ρητώς ότι παραχωρούσε στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 223.902,35 €, επί των 5/8 εξ αδιαιρέτου, του υπό στοιχείου Β-3 διαμερίσματος του 2ου ορόφου και της υπό στοιχείου ΥΒ-5 αποθήκης, της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., τα οποία (5/8 του άνω διαμερίσματος και της αποθήκης), είχαν περιέλθει στη μηνύτρια κατά ποσοστό 4/8, από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../5-10-1976 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπακώστα, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με το διαμέρισμα), και του υπ' αριθμ. .../17-3-197-8 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Τριανταφύλλης Α. Μπολιώτη- Καπερώνη, νομίμως μεταγραμμένου (αναφορικά με την αποθήκη) και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από την κληρονομιά εξ αδιαθέτου, του αποβιώσαντος την 10-1-2000 συζύγου της μηνύτριας και πατέρα του Δ. Τ., Γ. Τ.. Όλα όμως τούτα τα σχετικά με την εγγύηση της οφειλής από την μηνύτρια Μ. Τ. ήταν ψευδή, καθόσον αυτή ουδέποτε συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη στο άνω συμφωνητικό, στο οποίο εξάλλου ο κατηγορούμενος και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, από κοινού, με την ανωτέρω έννοια, έθεσαν πλαστή υπογραφή της, στη θέση "η εγγυήτρια - αυτοφειλέτης". Μάλιστα, το γεγονός ότι η υπογραφή αυτή της μηνύτριας είναι πλαστή, προκύπτει από το γεγονός ότι επί του συμφωνητικού αυτού έθεσαν και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή, περί της βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής της μηνύτριας. Ειδικότερα, εντός του άνω χρονικού διαστήματος έθεσαν στο συμφωνητικό αυτό πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Δ. Ν. δήθεν Υπαστυνόμου Α', δήθεν υπηρετούντος στο Α.Τ. ..., ο οποίος υποτίθεται ότι την 19-11-2004 βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας. Προκύπτει όμως ότι την 19-11-2004 ο Ν. Δ., δεν είχε το βαθμό του Υπαστυνόμου Β', αλλά αυτόν του Αστυνόμου Α', δεν υπηρετούσε σε κανένα αστυνομικό τμήμα της Αττικής, αλλά βρισκόταν στη Σχολή Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Θεσσαλονίκης, η δε γνήσια υπογραφή του και η σφραγίδα του καμιά σχέση δεν έχει με αυτήν με την οποία υποτίθεται βεβαιώθηκε το γνήσιο της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Αφού λοιπόν συντάξανε το πιο πάνω πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, αναφορικά με την υπογραφή της μηνύτριας, φερόμενης ψευδώς ως εγγυήτριας της πιο πάνω οφειλής, έκαναν χρήση αυτού. Ειδικότερα, προσκόμισαν αυτό την 10-12-2004 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου, σε συνδυασμό με το επίσης πλαστό υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., να επιτύχουν την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας, για ποσό 223.617,14 €, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Στην πράξη τους αυτή, δηλαδή στην πλαστογράφηση της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και στη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο περιουσιακό όφελος, επί ζημία της περιουσίας της μηνύτριας. Ειδικότερα, στην εταιρία με την επωνυμία "Δ, Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, καθόσον με τον τρόπο αυτό εξοφλούνταν ισόποση οφειλή της εταιρίας αυτής, προς την εταιρία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.". Σκόπευαν να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού 223.617,14 €, στην εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", η οποία έτσι εισέπραττε το ποσό αυτό, περιορίζοντας το ποσό της αρχικής απαίτησης της ύψους ποσού 392.899,42 €, ενώ περιουσιακό όφελος ύψους ποσού 354.132,85 €, σκόπευαν να προσπορίσουν και στη συγκατηγορούμενή τους Κ. Δ., η οποία έτσι απαλλασσόταν από την υποχρέωση εξόφλησης ισόποσης επιταγής, που είχε εκδώσει προς εξασφάλιση της οφειλής της εταιρίας του Δ. Τ.. επί ζημία της μηνύτριας την οποία κατά τον ανωτέρω τρόπο κατέστησαν οφειλέτιδα ύψους ποσού 223.617,14 €, με αντίστοιχα εμπράγματα βάρη στην περιουσία της. Άπαντα δε τα ποσά αυτά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Επιπροσθέτως, επέτυχαν το σκοπό τους καθόσον στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματα της μηνύτριας ενεγράφη, δια της υπ' αριθμ. 44375Σ/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, προσημείωση υποθήκης, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε.", για το ποσό των 223.617,146.". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε εις το πληττόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σε σχέση με την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις για την στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του δικαστηρίου για την πράξη αυτή. Ειδικότερα: α) εκτίθενται σ' αυτό λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, που σηματοδοτούν την συναυτουργική τέλεση από την αναιρεσείουσα της πράξεως που της αποδίδεται β) με την παραδοχή της εμπλοκής της ιδίας , ούσης μάλιστα δικηγόρου, επαρκώς συνάγεται η γνώση της σε σχέση με την πλαστογράφηση του από 18-11-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών (ΑΠ1940/2007), γ) αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός της από την παραδοχή του Συμβουλίου ότι: " η ίδια η κατηγορουμένη έχει άμεσο περιουσιακό όφελος από την πλαστογράφηση της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό γιατί με την παράδοση του πλαστού τούτου εγγράφου και των πλαστών επίσης υπ'αριθ .../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξουσίων συμβολαίων της Α. Κ., οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Γ. ΑΕΒΕ επέστρεψαν σ' αυτήν την τελευταία υπ'αριθ ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδόσεως της, σε διαταγή του συζύγου της Δ. Τ., ο οποίος και την οπισθογράφησε προς την Γ. ΑΕΒΕ ποσού 354,132,85€ και έτσι αποφεύχθηκαν οι δυσμενείς σε βάρος της συνέπειες από την εμφάνιση της επιταγής" είναι δε αβάσιμες οι περί αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω η αιτίαση της ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, καθόσον στο μεν σκεπτικό (στη σελίδα 54 ) του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται ότι "... προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εν λόγω κατηγορουμένης στην από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του από 16-9-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού που της αποδίδεται ..." στο δε διατακτικό αναφέρεται ως πλαστογραφηθέν το από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι αβάσιμη, καθόσον η αναγραφή του προαναφερθέντος εγγράφου στο σκεπτικό οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά την καθαρογραφή του βουλεύματος. Τούτο δε διαπιστούται ευχερώς και χωρίς καμία αμφιβολία, από τις προηγούμενες και τις αμέσως επόμενες σκέψεις του βουλεύματος αλλά και από το γεγονός ότι με το πρωτόδικο βούλευμα της αποδίδεται η κατηγορία ότι από κοινού πλαστογράφησε το από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, την οποία κατηγορία δεν άλλαξε το Συμβούλιο Εφετών σε σχέση με τον προσδιορισμό του πλαστογραφηθέντος εγγράφου. Η αιτίασή της επίσης, ότι "το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του την πραγματογνωμοσύνη από την οποία προκύπτει ότι η υπογραφή της εγκαλούσας δεν έχει τεθεί δια χειρός μου ..." πέραν του ότι είναι απαράδεκτη ως αόριστη αφού δεν προσδιορίζει ποια είναι η πραγματογνωμοσύνη αυτή , τυγχάνει αβάσιμη ,καθόσον το Συμβούλιο έχει λάβει υπόψη του και έχει εκτιμήσει και τις δύο πραγματογνωμοσύνες, που υπάρχουν στην δικογραφία και δη τόσο της Μ. Κ. όσο και του Θ. Β. ( σελ 47-48 του βουλεύματος). Ενόψει λοιπόν των προεκτεθέντων, οι κατά - το άρθρο 484 §1 β' - δ' του ΚΠΔ-, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως - και δη ότι δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος της ότι δεν έχει καμία εμπλοκή στην πλαστογραφία του συμφωνητικού ότι κακώς παραπέμπεται ως αυτουργός και αν ακόμη υπήρχαν εναντίον της ενδείξεις-, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή υπαγωγή των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26§1α, 27§2,45, 216§§1-3α ΠΚ, (όπως το εδάφιο α' προστέθηκε στην παρ.3 με το άρθρο 1 § 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 2α του Ν. 2721/1999), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί κατ' ουσία, να επιβληθούν δε τα εκ διακοσίων είκοσι (220)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθρ. 583 §1 Κ.Π.Δ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε:1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ 61/13-5-2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Κ. Δ. του Γ. και της Σ., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθ. 251/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα 15-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΓΤΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικός που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το αρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφια αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, προσαπαιτείται ο υπαίτιος της πράξεως να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, εφόσον το όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός αυτής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, ο οποίος υπάρχει όταν ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών, αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ενέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την κύρια ανάκριση και δη των ειδικώς μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, με δικές του σκέψεις, επί λέξει, τα εξής. "...προέκυψαν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" της οποίας ο κατηγορούμενος Ι. Γ. είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο κατηγορούμενος Γ. Ε., Διευθυντής, συνεργαζόταν από ετών με τη μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "Δ. Τ.Σ Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" και αντικείμενο εργασιών την εμπορία αυτοκινήτων. Της τελευταίας εταιρίας διαχειριστής ήταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος Δ. Τ., γιος της μηνύτριας. Η συνεργασία των δύο εταιριών συνίστατο στο ότι η ΕΠΕ πουλούσε σε τρίτους αυτοκίνητα εργοστασίου κατασκευής VW και AUDI τα οποία προμηθευόταν αποκλειστικά από την ΑΕ έναντι προμήθειας ποσοστού επί του αντιτίμου της πώλησης. Οι δύο αυτές εταιρίες συνεργάζονταν και στο παρελθόν με τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα του Δ. Τ. και σύζυγο της μηνύτριας, Γ. Τ., επίσης έμπορο αυτοκινήτων. Η συνεργασία των δύο ανωτέρω εταιριών άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα από τα μέσα του έτους 2001, όταν το ύψος της οφειλής της ΕΠΕ προς την ΑΕ είχε ανέλθει στο ποσό των 180.286.153 δραχμών (529.086,28 Ευρώ). Για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από 31-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των δύο εταιριών, το οποίο συνυπέγραψε ως εγγυήτρια και η εκκαλούσα-κατηγορουμένη Κ. Δ. (αναιρεσείουσα), που είναι δικηγόρος και σύζυγος του Δ. Τ. Σύμφωνα με το ανωτέρω συμφωνητικό η οφειλή μεταξύ των δύο εταιριών θα εξασφαλιζόταν με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της ΕΠΕ σε διαταγή της Κ. Δ., την οποία η τελευταία θα οπισθογραφούσε και θα παρέδιδε στην ΑΕ και με τη συμφωνία ότι η οφειλή θα εξοφλούνταν εντός τριετίας από την υπογραφή του συμφωνητικού, είτε με την έκδοση επιταγών, σε αντικατάσταση των προηγούμενων, ως εγγύηση, είτε με καταβολή μετρητών. Σε περίπτωση δε μη εξόφλησης της οφειλής εντός της τριετίας η ΑΕ, θα είχε το δικαίωμα είσπραξης της τελευταίας επιταγής που θα είχε εκδοθεί. Με το από 16-9-2004 όμοιο συμφωνητικό μεταξύ των δύο εταιριών το οποίο συνυπέγραψε η Κ. Δ. ως εγγυήτρια το υπόλοιπο της ΕΠΕ προς την ΑΕ καθορίστηκε στο ποσό των 354.132,85 Ευρώ, για το οποίο παραδόθηκε στην ΑΕ από την ΕΠΕ η υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ποσού 354.132,85 Ευρώ λήξεως 10-11-2004 εκδόσεως Κ. Δ. σε διαταγή Δ. Τ. η οποία είχε οπισθογραφηθεί από αυτόν προς την ΑΕ έναντι του ανωτέρω υπολοίπου Συμφωνήθηκε δε ότι στις 10-11-2004 θα γίνει εκκαθάριση λογαριασμού κατά τα συμφωνηθέντα στα προηγούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά και ιδιαίτερα σ' αυτό με ημερομηνία 31-7-2001 υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική ως άνω οφειλή των 354.132,85 Ευρώ θα είχε μειωθεί κατά 7%. Στη συνέχεια, η Κ. Δ. εγγυήθηκε το ως άνω χρέος με την υπ' αριθμ. ... νεότερη μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδόσεως της ποσού 354.132,85 Ευρώ με ημερομηνία 5-12-2004 σε διαταγή Δ. Τ. ο οποίος την οπισθογράφησε προς την εταιρία του "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" και στη συνέχεια για λογαριασμό της ΕΠΕ ως διαχειριστής της, την παρέδωσε στην "Γ. ΑΕ". Σπς 18-11-2004 συνετάγη το νεότερο (επίδικο) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ανωτέρω εταιριών. Με αυτό φέρεται ότι συμβάλλονται, όπως συνέβαινε και με τα προηγούμενα συμφωνητικά αφενός μεν η ΑΕ "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" εκπροσωπούμενη από τον Γ. Ε. και αφετέρου η ΕΠΕ "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της Δ. Τ. και ως τρίτη συμβαλλόμενη αντί της Κ. Δ., όπως συνέβαινε με τα προηγούμενα από 31-7-2001 και εντεύθεν ιδιωτικά συμφωνητικά, η μηνύτρια Μ. συζ. Γ. Τ. το γένος Ι. Η., η οποία φέρεται ότι αναγνωρίζει και εγγυάται την οφειλή της ΕΠΕ προς την ΑΕ σαν αυτοφειλέτης, παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως και κάθε άλλη ένσταση για το οφειλόμενο ποσό. Σύμφωνα με το άνω συμφωνητικό το άνοιγμα ύψους 392.899,42 Ευρώ πλέον του ημίσεως των εξόδων χαρτοσήμανσης που είχε προκύψει από τη συνεργασία των δύο συμβαλλομένων εταιριών, τα μέρη από κοινού και εκ συμφώνου το περιορίζουν στο ύψος των 223.617,14 Ευρώ, το οποίο και αναγνωρίζει ότι οφείλει η ΕΠΕ προς την ΑΕ πλέον οιουδήποτε τιμήματος που θα προκύψει από την αγοραπωλησία των οικοπέδων στη θέση ... της περιφέρειας της Κοινότητας ... με πωλήτρια την εγγυήτρια (εγκαλούσα) και αγοράστρια την ΑΕ. Οι δύο εταιρίες διακανονίζουν την εξόφληση της οφειλής σε 18 δόσεις ποσού 12.050 Ευρώ των ένδεκα πρώτων, 12.336,05 Ευρώ των επόμενων έξι και 17.050,84 Ευρώ της τελευταίας, αρχομένης της πρώτης δόσης στις 30-1-2005 και καταβλητέας της τελευταίας δόσης στις 30-8-2006. Προς εξασφάλιση δε της απαίτησης της ΑΕ εγγυάται η ως άνω εγκαλούσα ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτης αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την ΕΠΕ, παραιτούμενη από κάθε ένσταση και αυτή της διζήσεως, δηλώνει, ρητά και ανεπιφύλακτα ότι παραχωρεί προς την ΑΕ το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας της, μέχρι του ποσού των 223.902,35 Ευρώ, ήτοι: Επί το)ν 5/8 ποσοστών εξ αδιαιρέτου: 1) του υπό στοιχεία Β-3 διαμερίσματος του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου και 2) της υπό στοιχεία ΥΒ5 οριζόντιας ιδιοκτησίας-αποθήκης του δευτέρου υπογείου πολυκατοικίας κειμένης στην Αθήνα στη θέση "..." (πρώην ...) της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων επί των οδών ..., ... και .... Τέλος, συμφωνούν όλοι οι συμβαλλόμενοι (οι δύο εταιρίες και η εγκαλούσα) ρητά ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής δύο συνεχόμενων κατά τα άνω δόσεων, θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού, πλέον των συνολικών νομίμων τόκων υπερημερίας και λοιπών εξόδων μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και η ΑΕ θα είχε το δικαίωμα μονομερώς να τρέψει την προσημείωση υποθήκης σε υποθήκη και να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης της με κάθε νόμιμο τρόπο. Το ανωτέρω έγγραφο το προσκόμισε στις 18-11-2004 η κατηγορουμένη Κ. Δ. στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της "1. Γ. ΑΕΒΕ" Σ. Π. φέροντας υπογραφή του νομίμου διαχειριστού και σφραγίδα της ΕΠΕ κάτω από την ένδειξη για την "Δ. Τ. Μ. ΕΠΕ", καθώς και μονογραφή κάτω από την ένδειξη "Η ΕΓΓΥΗΤΡΙΑ -ΑΥΤΟΦΕΙΛΕΤΗΣ", που φέρεται ότι ανήκε στην εγκαλούσα. Όμως επειδή δεν εμφανίστηκε η ίδια η εγκαλούσα, ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος ζήτησε να βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής της. Η Κ. Δ. προσκόμισε εκ νέου την επομένη το εν λόγω έγγραφο φέροντας βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της εγκαλούσας από το Β' Αστυνομικό Τμήμα ...ς με ημερομηνία από 19-11-2004, με υπογραφή του φερομένου ως Αξιωματικού Υπηρεσίας Δ. Ν. υπαστυνόμου Α' και στρογγυλή σφραγίδα. Μαζί με το ανωτέρω έγγραφο η κατηγορουμένη Κ. Δ. παρέδωσε στους πληρεξουσίους δικηγόρους της ΑΕ και τα πιο κάτω πληρεξούσια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ. Κ. ήτοι. α) το υπ' αριθμ. .../1 ί-10-2004 πληρεξούσιο με το οποίο η μηνύτρια φέρεται να διορίζει πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο αυτής τον πρώτο κατηγορούμενο Δ. Τ. γιο της, με την εντολή να μεταβιβάζει, παραχωρεί και παραδίδει ο ίδιος ή άλλοι πληρεξούσιοι που θα διόριζε τρεις (3) αγρούς της ποτιστικούς και βαλτώδεις, που βρίσκονται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ... του τέως Δήμου Ευπαλίων, εκτάσεως δύο (2), τεσσάρων (4) και ενός (1) στρεμμάτων αντίστοιχα, β) το υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο με το οποίο ο κατηγορούμενος Δ. Τ. ως πληρεξούσιος της εγκαλούσας δυνάμει του προηγηθέντος ανωτέρω .../11-10-2004 πληρεξουσίου της ίδιας ανωτέρω συμβολαιογράφου, φέρεται να διορίζει τον τέταρτο κατηγορούμενο, Γ. Ε., πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της εγκαλούσας για να μεταβιβάσει σε οποιονδήποτε, με οποιουσδήποτε ορούς και συμφωνίες, τα ανωτέρω ακίνητα της και γ) το υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο με το οποίο η εγκαλούσα φέρεται ότι εξουσιοδότησε τον Γ. Ε. να παραστεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να ζητήσει την εγγραφή προσημειώσεως ή υποθήκης για το ποσό των 223.617,14 Ευρώ επί των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών της (διαμερίσματος και αποθήκης) υπέρ της "Ι. Γ. ΑΕΒΕ", δυνάμει του επιδίκου από 18-11- 2004 ιδιωτικού συμφωνητικού. Όμως τα προαναφερόμενα, ιδιωτικό συμφωνητικό και πληρεξούσια, ουδέποτε συντάχθηκαν από την εγκαλούσα, καθώς οι υπογραφές που φέρεται ότι προέρχονται από αυτήν στα ανωτέρω έγγραφα με βεβαιότητα δεν ανήκουν σ' αυτήν αλλά έχουν τεθεί από τρίτο πρόσωπο. Στο ανωτέρω συμπέρασμα συμφωνούν στις γνωμοδοτήσεις τους οι πραγματογνώμονες Μ. Κ. και Θ. Β., οι οποίοι ορίστηκαν πραγματογνώμονες η πρώτη με την 1382/2007 Διάταξη της 18ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών που διενήργησε κύρια ανάκριση για την κρινόμενη υπόθεση και ο δεύτερος με την 28/2008 Διάταξη της 22ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών που διενήργησε κύρια ανάκριση επί της από 13-4-2005 εγκλήσεως της εγκαλούσας που άσκησε σε βάρος των ίδιων πιο πάνω κατηγορουμένων και της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., όσον αφορά την πλαστογραφία και λοιπά αδικήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος της με βάση τα πιο πάνω πληρεξούσια. Σύμφωνα με την από 31-01-2008 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της Μ. Κ. α) η υπογραφή που έχει τεθεί στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό η οποία φέρεται να ανήκει στη Μ. Τ., ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, με βεβαιότητα δεν ανήκει στη Μ. Τ., β) η υπογραφή στη θέση του θεωρήσαντος το γνήσιο της υπογραφής στο ίδιο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν έχει χαραχθεί από το Ν. Δ.. Λόγω των διαφορών που αφορούν τα γενικά χαρακτηριστικά της γραφής και κυρίως την κίνηση χάραξης, με βεβαιότητα δεν έχει χαραχθεί από τη Μ. Τ., γ) οι υπογραφές που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. στα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια .../18-11 -2004 και .../11-10-2004 της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. με βεβαιότητα δεν έχουν χαραχθεί από τη Μ. Τ., δ) οι υπογραφές που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. στο .../11-10-2004 πληρεξούσιο σχεδόν με βεβαιότητα έχουν χαραχθεί από την Α. Κ., ενώ όσον αφορά την πατρότητα των υπογραφών που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. και Ν. Δ. (θεωρήσαντος το γνήσιο της υπογραφής) δεν διαπιστώνεται ικανός αριθμός, τόσο ποιοτικών όσο και ποσοτικών ενδείξεων που να οδηγούν σε συμπέρασμα για την πατρότητα των υπογραφών αυτών. Σύμφωνα δε με την από 18-6-2008 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Θ. Β. οι υπογραφές επί των υπ' αριθμ. .../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξουσίων στη συμβολαιογράφο Αθηνών Α. Κ. δεν έχουν τεθεί από τη Μ. Τ., στην οποία αποδίδονται, αλλά από άλλο πρόσωπο και είναι πλαστές. Εξάλλου, από το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψαν στοιχεία ότι η εγκαλούσα έδωσε εντολή σε κάποιον εκ των κατηγορουμένων ή σε τρίτο πρόσωπο να θέσει την υπογραφή της στα άνω έγγραφα και ιδίως στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό το περιεχόμενο του οποίου, καθώς και τις φερόμενες υπογραφές της σ' αυτό, ρητώς αρνήθηκε με την έγκληση, την από 2-11-2007 ανώμοτη κατάθεση της ενώπιον της 18ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, την από 8-12-2008 έφεση της και κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Σημειώνεται ότι από τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα Δ. Τ. υποστηρίζεται ότι το ανωτέρω έγγραφο συντάχθηκε από την εταιρία "Γ. ΑΕΒΕ" κατόπιν ζυμώσεων και διαπραγματεύσεων, το παρέδωσε σ' αυτόν στις 18-11-2004 η σύζυγος του ανυπόγραφο και αυτός το παρέδωσε στην εγκαλούσα μητέρα του η οποία κατά το χρόνο εκείνο τον φιλοξενούσε στο σπίτι της και η τελευταία, αφού τον παρεκάλεσε να την πάει μια βόλτα στη ..., στην πλατεία της ... του ζήτησε να μείνει μόνη της, όπως και έγινε, και όταν επέστρεψε μόνη της με ταξί του το επέστρεψε υπογεγραμμένο από την ίδια και στη θέση του γνησίου της υπογραφής. Οι κατηγορούμενοι Ι. Γ. και Γ. Ε. υποστηρίζουν ότι το από 18- 11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, προϊόν διαπραγματεύσεων, προσκομίστηκε από τη δικηγόρο Κ. Δ. στο γραφείο του νομικού παραστάτη της ΑΕ Σ. Π., υπογεγραμμένο και από το Δ. Τ., ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρωτοφειλέτριας και από τη Μ. Τ. στη θέση της εγγυήτριας. Ζητήθηκε δε από τον άνω νομικό παραστάτη η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της εγγυήτριας και η Κ. Δ. αφού πήρε πίσω το άνω συμφωνητικό, το επέστρεψε την επομένη, 19-11-2004, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από τη Μ. Τ.. Τα ίδια δε με τους δύο τελευταίους υποστηρίζει και η Κ. Δ. και έτσι όλοι οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν την υπογραφή του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού από την εγκαλούσα, υπεραμυνόμενοι της γνησιότητας των υπογραφών της γεγονός όμως που άμεσα αναιρείται από το περιεχόμενο των προαναφερομένων δύο εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και των καταθέσεων της εγκαλούσας. Επισημαίνεται δε ότι όσον αφορά τον Ν. Δ.. Εξάλλου όλοι οι κατηγορούμενοι υπερασπίζονται τη γνησιότητα των υπογραφών της εγκαλούσας στα υπ' αριθμ. .../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξούσια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., οι οποίες από τις προαναφερόμενες γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, προέκυψε ότι είναι πλαστές. Επισημαίνεται δε ότι όπως προαναφέρεται, από τις ανωτέρω γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες δεν προέκυψε η πατρότητα των υπογραφών που έχουν τεθεί ως Μ. Τ. και Ν. Δ. στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, το στοιχείο δε αυτό δεν προέκυψε ούτε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Όμως ανεξαρτήτως του γεγονότος τούτου από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψε ότι οι υπογραφές των ανωτέρω προσώπων στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό έχουν τεθεί από κοινού από όλους τους κατηγορούμενους κατ' απομίμηση της υπογραφής της Μ. Τ. και του Ν. Δ. χωρίς εντολή και εν αγνοία αυτών. Ειδικότερα όσον αφορά τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο Δ. Τ. αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της κρινόμενης υπόθεσης λόγω της στενής σχέσης γιου και μητέρας που τον συνδέει με τη μηνύτρια αλλά και της ιδιαίτερης σχέσης που τον συνέδεε με κάθε έναν εκ των λοιπών συγκατηγορουμένων του, καθώς και του άμεσου οικονομικού οφέλους που επεδίωκε, να εξοφληθεί η οφειλή της εταιρίας του "Δ. Τ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" ύψους 392.899,42 Ευρώ προς την "Ι. Γ. ΑΕΒΕ", καθώς ο ίδιος κατά το χρόνο εκείνο δεν διέθετε οποιοδήποτε αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο και πλέον του ανωτέρω σημαντικού χρέους προς την "1. Γ. ΑΕΒΕ" είχε και άλλα συσσωρευμένα χρέη προς τρίτους προμηθευτές, το ΙΚΑ και τη Δ.Ο.Υ. Εξάλλου, ο ανωτέρω κατά το χρόνο που εμφανίστηκαν το επίδικο συμφωνητικό και τα συνοδεύοντα αυτό πιο πάνω πληρεξούσια είχε αποχωρήσει από τη συζυγική του κατοικία λόγω διαστάσεως με τη συγκατηγορουμένη σύζυγο του Κ. Δ. και λόγω των προβλημάτων υγείας (ψυχολογικών) που αντιμετώπιζε είχε εγκατασταθεί στην κατοικία της μηνύτριας-μητέρας του στην οδό ... και διέμενε μαζί της, οπότε είχε άμεση και εύκολη πρόσβαση στα προσωπικά στοιχεία αυτής και ιδιαίτερα στο δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, ώστε μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του να διευκολυνθεί στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. .Εξάλλου η εκκαλούσα-κατηγορουμένη Κ. Δ. και με την κρινομένη έφεση της ισχυρίζεται ότι η μόνη εμπλοκή της με την κρινόμενη υπόθεση είναι η παράδοση του επιδίκου ιδιωτικού συμφωνητικού από την εταιρία "Γ. ΑΕΒΕ", όπου και συνετάγη στα χέρια του εν διαστάσει από του χρόνου εκείνου συζύγου της Δ. Τ. ανυπόγραφου και στη συνέχεια υπογεγραμμένου από τον τελευταίο και την εγκαλούσα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της άνω ΑΕ χωρίς η ίδια που δεν συμβάλλεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό να γνωρίζει τις συνθήκες υπογραφής του εγγράφου αυτού από τη μηνύτρια. Από τα στοιχεία της δικογραφίας οι άνω ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώνονται ως βάσιμοι. Αντίθετα από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εν λόγω κατηγορουμένης στην από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του από 16-9-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού που της αποδίδεται. Τούτο δε διότι ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο αυτή βρισκόταν σε διάσταση με τον συγκατηγορούμενο πρώην σύζυγο της Δ. Τ. εξακολουθούσε να έχει ενεργό ανάμειξη στη διαχείριση του προβλήματος της εξόφλησης του χρέους του Δ. Τ. προς την εταιρία "Ι. Γ. ΑΕΒΕ" και από κοινού με τον πρώην σύζυγο της, περιβάλλοντας με πλήρη εμπιστοσύνη ο ένας τον άλλον, συνομιλούσαν με τους νομίμους εκπροσώπους της άνω ΑΕ για την εξεύρεση λύσης προκειμένου το χρέος αυτό να εξοφληθεί μόνον από το Δ. Τ. και όχι από την ίδια που είχε εγγυηθεί και είχε εκδώσει την ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου και στις 18-11-2004 έληγε η τελευταία ημέρα της οκταήμερης προθεσμίας εμφανίσεως της προς πληρωμή (...). Η άνω κατηγορουμένη παρέδωσε το επίδικο πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό στον πληρεξούσιο δικηγόρο της "Γ. ΑΕΒΕ" Σ. Π. μαζί με τα υπ' αριθμ..../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., τα οποία από τις πιο πάνω δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες προέκυψε ότι ομοίως είναι πλαστά. Η Α. Κ. στην ανωμοτί εξέταση της στην 18η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών κατέθεσε ότι είχε επαγγελματική συνεργασία τόσο με τον Δ. Τ. όσο και με τη σύζυγο του Κ. Δ., δικηγόρο. Η δε εγκαλούσα στην όμοια κατάθεση της κατέθεσε ότι οι ανωτέρω (συμβολαιογράφος και δικηγόρος) είχαν στενή συνεργασία και φιλία. Η ίδια η κατηγορουμένη έχει άμεσο περιουσιακό όφελος από την πλαστογράφηση της υπογραφής της μηνύτριας στο από 18-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό γιατί με την παράδοση του πλαστού αυτού εγγράφου και των επίσης πλαστών υπ' αριθμ. .../11-10-2004 και .../18-11-2004 πληρεξουσίων συμβολαίων της Α. Κ., οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της "Γ. ΑΕΒΕ" επέστρεψαν σ' αυτήν την τελευταία υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου εκδόσεως της σε διαταγή του συζύγου της Δ. Τ. ο οποίος και την οπισθογράφησε προς την "Γ. ΑΕ", ποσού 354.132,85 Ευρώ και έτσι αποφεύχθηκαν οι δυσμενείς σε βάρος της συνέπειες από την εμφάνιση της επιταγής αυτής. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω περιουσιακή ωφέλεια της κατηγορουμένης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι πράγματι αυτή στη συνέχεια προέβη την 1-12-2004 στην πώληση του ακινήτου της στον ..., δεδομένου ότι με το τίμημα που εισέπραξε από την εκποίηση του περιουσιακού της αυτού στοιχείου προέβη στην εξόφληση άλλων χρεών του συζύγου της και δικών της και όχι αυτού προς την "Γ. ΑΕΒΕ" (...). Τέλος, ... Κατόπιν όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι κατά τη σύνταξη του από 18-11 -2004 πλαστού όσον αφορά την εγκαλούσα ιδιωτικού συμφωνητικού ενήργησαν από κοινού βάσει οργανωμένου σχεδίου για τη νόσφιση της περιουσίας της εγκαλούσας και την προσκόμιση (εννοεί, προφανώς, προσπόριση) στον εαυτό του καθένας και σε τρίτους παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της εγκαλούσας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ. Μεθόδευσαν δε την εμφάνιση του πλαστού αυτού εγγράφου κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ώστε καθένας, να δύναται να ισχυρισθεί, όπως και πράττει, ότι δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο η εγκαλούσα υπέγραψε αυτό. Εξάλλου οι κατηγορούμενοι έκαναν χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Ειδικότερα προσκόμισαν αυτό στις 10-12-2004 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών μαζί με το επίσης πλαστό υπ' αριθμ. .../18-11-2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος Γ. Ε. παρέστη ως νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας και πέτυχαν την έκδοση της υπ' αριθμ. 49375Σ/2004 απόφασης του άνω Δικαστηρίου, η οποία διέτασσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των 5/8 εξ αδιαιρέτου δύο αυτοτελών και διακεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και αποθήκης) στην οδό ... της εγκαλούσας για την εξασφάλιση της απαίτησης της "Γ. ΑΕΒΕ", ύψους 223.617,14 Ευρώ, όπως διαλαμβάνονταν στο πλαστό έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος (και) της εκκαλούσας - κατηγορουμένης Κ. Δ. για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, κατά συναυτουργία, με χρήση, που τελέσθηκε από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε τρίτους περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ) και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτήν ασκηθείσα, κατά του υπ’ αριθμ. 3023/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε, ως προς αυτήν, το εκκαλούμενο βούλευμα, με αντικατάσταση του διατακτικού, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, 45, 216§§ 1 και 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§2 του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθεται στο βούλευμα ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη α) κατάρτισε, από κοινού με τους Δ. Τ., Ι. Γ. και Γ. Ε., πλαστό έγγραφο (το από 18.11.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο έθεσαν την υπογραφή της μηνύτριας Μ. Τ. στη θέση "η εγγυήτρια - αυτοφειλέτης", καθώς και πλαστή σφραγίδα και υπογραφή του Υπαστυνόμου Α Δ. Ν. περί βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής της ανωτέρω), β) στις 10.12.2004 προσκόμισε, από κοινού με τους ως άνω συγκατηγορουμένους της, το εν λόγω πλαστό συμφωνητικό, καθώς και το, επίσης πλαστό, υπ αριθ. .../18.11.2004 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να επιτύχει την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτων της μηνύτριας υπέρ της εταιρίας "Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." και γ) ότι στην πράξη της αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της, αλλά και στις εταιρίες "Δ. Τ.Σ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" και"Ι. Γ. Α.Ε.Β.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 223.617,14 ευρώ για τις δύο εταιρίες και των 354.132,85 ευρώ για την ίδια, με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας, η οποία, επίσης, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 223.617,14 ευρώ. Επομένως, οι, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ και β ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι έπρεπε η αναιρεσείουσα να παραπεμφθεί ως απλή συνεργός και όχι ως συναυτουργός, αφού δεν υπέγραψε το συμφωνητικό και δεν είχε καμιά ανάμειξη παρά μόνο στην παράδοση και στην παραλαβή του, είναι αβάσιμη, γιατί το Συμβούλιο εκθέτει λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά συναυτουργία τέλεση της πράξεως, δεν ήταν δε αναγκαίο, για να χαρακτηρισθεί αυτή ως συναυτουργός, να είχε θέσει η ίδια, με τα χέρια της, την υπογραφή της μηνύτριας στο συμφωνητικό, αλλά αρκεί η συναπόφαση και ο κοινός δόλος, ότι, δηλαδή, αποδέχθηκε και αυτή την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, γνωρίζοντας ότι και οι συγκατηγορούμενοί της έπρατταν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, καθόσον στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εν λόγω κατηγορουμένης στην από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του από 16.9.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού που της αποδίδεται", στο δε διατακτικό αναφέρεται ως πλαστογραφηθέν το από 18.11.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι αβάσιμη, γιατί η αναγραφή στο σκεπτικό (σελίδα 54 του βουλεύματος) της χρονολογίας "16.9.2004" οφείλεται σε φανερή παραδρομή, αφού, όπως προκύπτει από τις αμέσως προηγούμενες και επόμενες σκέψεις του βουλεύματος, αποδίδεται στην κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ότι πλαστογράφησε, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της, το .από 18.11.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Τέλος, η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη την πραγματογνωμοσύνη, από την οποία προκύπτει ότι η υπογραφή της μηνύτριας έχει τεθεί δια χειρός της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και μνημονεύει και τις δύο πραγματογνωμοσύνες που διενεργήθηκαν, όπως αναφέρθηκε, για να θεωρηθεί η αναιρεσείουσα συναυτουργός δεν ήταν απαραίτητο η ίδια να έθεσε στο συμφωνητικό την υπογραφή της μηνύτριας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 61/13 Μαΐου 2010 αίτηση της Κ. Δ. του Γ., για αναίρεση του υπ' αριθ. 251/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Στοιχεία εγκλήματος. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 54/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.107/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Φ. του Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 791/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 347/13-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ' αρ. 6/1-6-2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 107/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 8/9-6-09 έφεση του κατηγορουμένου Γ. Ε. Σ. κατά του υπ' αρ. 169/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Ηρακλείου με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κρήτης να δικασθεί για άμεση συνέργεια σε απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό περιουσιακό όφελος υπερβαίνει τα 73.000 Ευρώ (αρθρ. 13, 14-18, 26§1, 27§1, 42§1, 46§1β', 83, 98, 386§1-3α', β' ΠΚ ως ισχύει) και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως, (βλ. τα από 28/5/10 και 25/5/10 αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος στο κατηγορούμενο και αντίκλητο δικηγόρο του αντίστοιχα) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρ. 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ με την από 1/6/2010 δήλωση του Διονυσίου Ι. Βέρρα ως πληρεξουσίου (δυνάμει της από 26/5/2010 εξουσιοδοτήσεως) δικηγόρου του κατηγορουμένου στον αρμόδιο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου Κρήτης για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 6/1-6-2010 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και (β) έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ (αρθρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ)- βλ. συνημ. έκθεση αναίρεσης. Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 386 παρ. 1, 3 Π. Κ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα του προσώπου του πλανηθέντος και του ζημιωθέντος. Επίσης, μετά την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, προκειμένου να προσδοθεί κακουργηματικός χαρακτήρας στην πράξη της απάτης, απαιτείται εκτός των ανωτέρω, ο δράστης της απάτης να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.), ή, το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Περαιτέρω, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως "γεγονότα" νοούνται, βεβαίως, τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της υπό του υπαιτίου παραστάσεώς τους ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, οπότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης του βλαπτόμενου, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση αυτής, καθώς και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δικαστικό αγώνα, όπως και κάθε δαπάνη που δημιουργείται εξ αιτίας των δικαστικών αυτών αγώνων (ΑΠ 1944/2003 ΠοινΧρ ΝΔ/729, ΑΠ 1303/2002 ΠοινΧρ ΝΓ/496, ΑΠ 927/2000 ΠοινΔικ 2000/1173, ΑΠ 863/2000 ΠοινΧρ ΝΑ/152, ΑΠ 520/1998 ΠοινΧρ ΜΗ/1101 ΑΠ 691/1997 ΠοινΧρ ΜΗ/176, ΑΠ 1085/1987 ΠοινΧρ ΛΖ/903, Ν. Μπιτζιλέκη: Ο χρόνος ως στοιχείο διαμόρφωσης της ζημίας στα περιουσιακά αδικήματα, ΠοινΧρ ΝΒ/481, Α. Παπαδαμάκη: Τα περιουσιακά εγκλήματα, 2000, σελ. 146 επ., Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Α.Κ., άρθ. 297-298 αρ. περ. 10, 18). Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει αυτό ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επιπλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη όπως με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή τη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευόμενου δικαιώματος. Στη διάταξη αυτή η λέξη έγγραφο, ως στοιχείο της πιο πάνω αντικειμενικής υπόστασης, αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 στοιχ. γ' Π.Κ. (ΑΠ 1753/2003 ΠοινΧρ ΝΔ/635, ΑΠ 184/2002 ΠοινΧρ ΝΒ/898, ΑΠ 224/2001 ΠοινΧρ ΝΒ/426, ΟλΑΠ 2/2000 ΠοινΧρ Ν/120). Κατά πάγια νομολογία οι φωτοτυπίες, φωτογραφίες, αντίγραφα και αντίτυπα εγγράφου αποτελούν έγγραφα, αν το γεγονός με έννομη σημασία που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου εμφανίζεται και στο πιστό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο. Έτσι, μία φωτοτυπία μπορεί να καταστεί αντικείμενο πλαστογραφίας, δια δημιουργίας νέου εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας, φωτομοντάζ και αλλοίωσης κατά την φωτοτύπηση στοιχείων του γνησίου εγγράφου και συγκεκριμένα είναι νοητή η πλαστογραφία με την φωτοτυπική απεικόνιση γνησίου εγγράφου, όταν παράγεται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργεί την εντύπωση πρωτοτύπου, λ.χ. φωτοτυπίες επιταγών, "travelers cheques με έγχρωμο" laser printer και εμφάνισή τους προς πληρωμή (ΟλΑΠ 2/2000 ο.π., ΑΠ 666/2002 ΠοινΔικ 2002/996, ΑΠ 289/2001 ΠοινΧρ ΝΑ/972, ΑΠ456/1995 ΠοινΧρ ΜΕ/767). Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α και 2β του ν. 2721/1999, η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ΑΠ 1131/2002 ΠοινΧρ ΝΓ/401, ΑΠ 184/2002 ΠοινΧρ ΝΒ/898). Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πραγματική γνώση του εν λόγω εγγράφου ή να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος (ΑΠ 1753/2003 ο.π.). Από τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφιο στ' Π.Κ., όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης ενός εγκλήματος "κατ' επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για την ερμηνεία και εφαρμογή του στοιχείου της "διαμόρφωσης υποδομής" απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, καθόσον ενδέχεται το στοιχείο αυτό να λειτουργήσει κατά τεκμήριο επιβαρυντικά για συγκεκριμένες κατηγορίες δραστών. Ειδικότερα, είναι εξαιρετικά δυσχερές να διακρίνει κανείς τα ειδικότερα αντικειμενικά δεδομένα που χαρακτηρίζουν το "οργανωμένο σχέδιο" του δράστη, ώστε να μην θεωρείται αυτομάτως ότι αυτός (δράστης) τελεί το έγκλημα κατ' επάγγελμα σε όλες αδιακρίτως τις περιπτώσεις εκείνες, όπου η εγκληματική δραστηριότητά του αναπτύσσεται στο πλαίσιο μιας νομιμοφανούς ή νομίμως λειτουργούσας επιχείρησής του, καθόσον αυτό ενέχει τον κίνδυνο να θεωρείται δεδομένη η υπό του νόμου απαιτούμενη "διαμόρφωση υποδομής" για την στοιχειοθέτηση του κατ' επάγγελμα εγκλήματος, κάθε φορά που ο δράστης τυχαίνει να ενεργεί μέσω, ή σε αναφορά προς λειτουργούσα ήδη επιχείρηση του. Τέλος, "κατά συνήθεια" τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. (ΑΠ 1539/2003 ΠοινΧρ ΝΔ/433, ΑΠ 692/2000 ΠοινΧρ ΝΑ/47, ΑΠ 52/1999 Υπερ. 1999/927, ΑΠ 1603/1996 ΝοΒ 45.647, βλ. Ν. Λίβο: Η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, Μέρος Β', ΠοινΧρ ΜΣΤ/1374 επ.). Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 Π.Κ. συνάγεται ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελείται από αυτοτελείς ομοειδείς πράξεις, τελούμενες διαδοχικώς και χρονικώς διακρινόμενες, συνδεόμενες με ενότητα δόλου, τελούμενες από το ίδιο πρόσωπο στον αυτό ή διαφόρους τόπους. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999 στο άρθρο 98 Π.Κ. προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (Συμβ ΑΠ Ολ 5/2002 ΠοινΔικ 2002/836, ΑΠ 1317/2001 ΠοινΧρ ΝΒ/435, ΑΠ 974/2001 ΠοινΧρ ΝΒ/334, ΑΠ 1391/1993 ΠοινΧρ ΜΓ/1193, Λ. Μαργαρίτη "το κατ' εξακολούθηση έγκλημα", έκδοση 1997, σελ. 17 επ.). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Περαιτέρω, για την κακουργηματική μορφή της άμεσης συνέργειας σε απάτη, όπως άλλωστε και της απλής, απαιτείται, όπως συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 2 και 386 παρ. 3 Π.Κ., να συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και της κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης στο πρόσωπο του άμεσου συνεργού (ΑΠ 172/2002 ΠοινΔικ 2002/844, ΑΠ 1060/1997 ΠοινΧρ ΜΗ/370, ΑΠ 1066/1995 ΠοινΧρ ΜΣΤ/183, Μπουρόπουλος ΕρμΠ.Κ., Α' τόμος, υπό άρθρο 49, σελ. 151 επ., Ν. Μπιτζιλέκη: Η άμεση συνέργεια μεταξύ συναυτουργίας και απλής συνέργειας, Υπέρ. 1997/261 επ). Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ. ΝΣΤ/626) υιοθέτηση της πρότασης του παρ. αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει, τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση, από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, αλλά και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό και προς τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Γ. Φ. του Α. και Ε., κάτοικος ..., αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα λόγω χρεών από δάνεια για κατασκευή και καλλιέργεια θερμοκηπίων. Περί τα μέσα του 2008 αποφάσισε να προβεί στην κατασκευή πλαστών εγγράφων επ' ονόματι φανταστικών προσώπων, προκειμένου με τη χρήση τους ως δικαιολογητικών να αιτηθεί τη χορήγηση δανείων από διάφορες τράπεζες, τα οποία βεβαίως δεν θα αποπλήρωνε, με σκοπό να πορισθεί παράνομο περιουσιακό όφελος ζημιώνοντας αντίστοιχα τις περιουσίες των άνω τραπεζών. Ακολούθως κατάρτισε εξαρχής: α) δύο δελτία αστυνομικής ταυτότητας, ι) το πρώτο εξ αυτών με αριθμό .../4-8-2004, εκδοθέν από το Αστυνομικό Τμήμα Κολωνού, με στοιχεία επωνύμου "Π.", ονόματος "Γ.", όνομα πατρός "Τ.", όνομα μητρός "Α.", ημερομηνία γέννησης "1-1-1969", τόπο γέννησης Ηράκλειο", ύψος "1,75", δημότης "...", στο οποίο φερόταν ότι είχε θέσει την υπογραφή του ο διοικητής του άνω Αστυνομικού Τμήματος Α. Π., αστυνομικός υποδιευθυντής και ιι) το δεύτερο εξ αυτών με αριθμό .../4-8-2004 εκδοθέν από το Αστυνομικό Τμήμα Κολωνού, με στοιχεία επωνύμου "Π.", ονόματος "Γ.", όνομα πατρός "Ι.", όνομα μητρός "Θ.", ημερομηνία γέννησης "1-1-1969", τόπο γέννησης Ηράκλειο", ύψος "1,75", δημότης "...", στο οποίο φερόταν ότι είχε θέσει την υπογραφή του ο διοικητής του άνω Αστυνομικού Τμήματος Α. Π., αστυνομικός υποδιευθυντής, β) δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2005 που φαινόταν να έχει υποβληθεί στη Β' ΔΟΥ Ηρακλείου από τον κατηγορούμενο Γ. Φ. με στοιχεία ταυτότητας Γ. Π. του Ι., ΑΔΤ ... και ΑΦΜ ... και ανέγραφε ότι τα εισοδήματα αυτού από μισθωτές υπηρεσίες ανέρχονται στο ποσό των 24.747,90 ευρώ, ότι τα εισοδήματα από εκμίσθωση είναι 8.400 ευρώ, ενώ στο τέλος της τέταρτης σελίδας είχε θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Γ. Π., κάτω από την ένδειξη "ο δηλών" καθώς και πλαστή υπογραφή του υπαλλήλου της άνω υπηρεσίας ο οποίος φερόταν ότι είχε παραλάβει το άνω έγγραφο, η οποία όμως δεν ανήκε σε υπάλληλο της άνω υπηρεσίας και ούτε το έγγραφο αυτό είχε κατατεθεί ποτέ στην άνω υπηρεσία, γ) μία δήλωση στοιχείων ακινήτων που υπήρχαν κατά την 1-1-2005 (Ε9), με ημερομηνία παραλαβής 11-10-2005, που φερόταν ότι είχε γίνει προς στην άνω υπηρεσία (Β' Δ.Ο.Υ. Ηρακλείου), από το άνω ανύπαρκτο πρόσωπο Γ. Π. του Ι. και ανέγραφε ότι ο άνω δηλών είναι ιδιοκτήτης ακινήτου κτίσματος, 138 τ.μ. στο νομό Αττικής, στο Δήμο ... και επί της οδού ..., ενώ στο τέλος αυτού φερόταν να έχει τεθεί η υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου που παρέλαβε τη δήλωση αυτή, η οποία είχε τεθεί από τον άνω κατηγορούμενο, δ) ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2004, που φερόταν ότι εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ανέγραφε δε τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου Γ. Π. του Ι. και κατόπιν ότι το συνολικό δηλωθέν εισόδημα αυτού ήταν 31.757,46 ευρώ, το φορολογητέο εισόδημα 31.757,46 ευρώ, ο φόρος κλίμακας 6.852,98 ευρώ, ο φόρος που αναλογεί 6.975,38 ευρώ, ο φόρος που παρακρατήθηκε 4.002,12 ευρώ, ο κύριος φόρος προς πληρωμή 2.973,26 ευρώ και ως ποσό πληρωμής το ποσό των 4.198,12 ευρώ και στο τέλος έφερε την υπογραφή του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. καθώς και σφραγίδα της υπηρεσίας, οι οποίες όμως ήταν πλαστές και δεν ανήκε η μεν υπογραφή στο πρόσωπο αυτό ενώ το έγγραφο δεν είχε εκδοθεί από την άνω υπηρεσία, ε) ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2005, που φερόταν ότι εκδόθηκε στην Αθήνα από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και δη από το Γενικό Γραμματέα της άνω υπηρεσίας στις 1-6-2005, ανέγραφε δε τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου Γ. Π. του Τ., με ΑΦΜ ... και δηλωθέν εισόδημα 17.145,48 ευρώ, φορολογητέο εισόδημα ομοίως, φόρο κλίμακας 1.633,94 ευρώ, φόρο που παρακρατήθηκε 3.054,50 ευρώ, μείωση επιστροφής φόρου 34,19 ευρώ και κύριο φόρο 1.333,27 ευρώ, ενώ το ποσό επιστροφής ήταν 1.209,62 ευρώ και στο τέλος έφερε την υπογραφή του άνω Γενικού Γραμματέα καθώς και σφραγίδα της υπηρεσίας, οι οποίες όμως ήταν πλαστές και δεν ανήκε η μεν υπογραφή στο πρόσωπο αυτό, ενώ το έγγραφο αυτό δεν είχε εκδοθεί από την άνω υπηρεσία, στ) μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2005 από την εταιρεία "EXCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ" και στοιχεία εργαζομένου "Π. Γ. του Ι.", υπεύθυνο μηχανοστασίου, ως μισθό το ποσό των 2.159 ευρώ, ημέρες εργασίας 25, σύνολο κρατήσεων 647,58 ευρώ και πληρωτέες αποδοχές 1.511,42, ενώ στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "υπογραφή" έθεσε την υπογραφή του φερόμενου ως εργαζόμενου της άνω επιχείρησης, ο οποίος φαινόταν να δηλώνει ότι με την παρούσα απόδειξη εξοφλούνται οριστικώς οι αποδοχές του για το μήνα Σεπτέμβριο και δεν έχει ουδεμία άλλη απαίτηση εκ του λόγου αυτού κατά του εργοδότη του, ζ) μία βεβαίωση απασχόλησης εκδοθείσα από την εταιρεία "EXCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ", με ημερομηνία έκδοσης 19-10-2005, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Π. Γ. του Ι. εργάζεται στην εταιρεία από 13-10-2003 μέχρι σήμερα, ενώ στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "υπογραφή εργοδότη" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, χωρίς την έγκριση ή συναίνεση αυτού καθώς και σφραγίδα πλαστή που ανέγραφε τα στοιχεία της άνω επιχείρησης, η) μία βεβαίωση απασχόλησης εκδοθείσα από την εταιρεία "Mega Line LTD", στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Γ. Π. του Τ. με ΑΔΤ ... και ΑΦΜ ... εργάζεται στην άνω επιχείρηση με την ειδικότητα ηλεκτρολόγου και κατά το μήνα Ιούνιο οι καθαρές του αποδοχές ανέρχονταν σε 964,29 ευρώ, ενώ στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "ο βεβαιών" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, χωρίς την έγκριση ή τη συναίνεση αυτού καθώς και σφραγίδα πλαστή με τα στοιχεία της άνω εταιρείας και δη -εμπορία και πώληση τηλεφώνων και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών - ... και ..., .... Ακολούθως ο κατηγορούμενος Γ. Φ. αποφάσισε να κάνει χρήση των εγγράφων αυτών και να τα προσκομίσει ενώπιον τραπεζών για να μπορέσει να λάβει διάφορα δάνεια, χωρίς βεβαίως πρόθεση να τα αποπληρώσει. Έτσι στις 27-7-2007 μετέβη στο ενταύθα και επί της Λεωφόρου ... υποκατάστημα που διατηρεί η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και αφού δήλωσε στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. ζήτησε από τους αρμόδιους υπαλλήλους να του χορηγηθεί προσωπικό δάνειο, ύψους 10.000 ευρώ, συμπληρώνοντας σχετική αίτηση, αναγράφοντας τα άνω ψευδή στοιχεία. Ταυτόχρονα και προκειμένου να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους να του χορηγήσουν το άνω δάνειο προσκόμισε το άνω υπό στοιχείο (αι') περιγραφόμενο πλαστό Δ.Α.Τ. καθώς και ψευδή δικαιολογητικά, ήτοι το πλαστό εκκαθαριστικό, όπως περιγράφηκε ανωτέρω υπό στοιχείο (ε') καθώς και την άνω υπό στοιχείο (η') πλαστή βεβαίωση απασχόλησης της "Mega Line LTD", με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο πλαστό εκκαθαριστικό και ότι εργάζεται στην εν λόγω επιχείρηση και να του χορηγήσουν δάνειο ύψους 10.000 ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια. Επίσης την ίδια ημέρα αιτήθηκε από την ίδια τράπεζα στο ίδιο υποκατάστημα τη χορήγηση σ' αυτόν πιστωτικής κάρτας VISA με αριθμό ..., και ποσό χορήγησης 3000 ευρώ, όπου ισχυρίσθηκε τα άνω ψευδή προσκομίζοντας το πλαστό Δ.Α.Τ. με στοιχεία Π. Γ. και προσκόμισε τα ίδια πλαστά δικαιολογητικά, με σκοπό να τους παραπλανήσει αναφορικά με τα ισχυρισθέντα από αυτόν και να του χορηγήσουν την άνω κάρτα, ενέργεια στην οποία προέβησαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι, πειθόμενοι από τις ψευδείς παραστάσεις του και στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια. Περαιτέρω στην ίδια τράπεζα, αλλά στο υποκατάστημα αυτής επί της οδού ... στο ..., εμφανίσθηκε κατηγορούμενος Γ. Φ. στις 17-10-2005 και αφού δήλωσε ότι ονομάζεται Π. Γ. ζήτησε από τους αρμοδίους υπαλλήλους να το χορηγήσουν δάνειο ύψους 20.000 ευρώ, συμπληρώνοντας σχετική αίτηση και αναγράφοντας τα άνω ψευδή στοιχεία ταυτότητας. Ταυτόχρονα και προκειμένου να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους να του χορηγήσουν το δάνειο αυτό προσκόμισε το άνω υπό στοιχείο (αιι') περιγραφόμενο πλαστό Δ.Α.Τ. καθώς και ψευδή δικαιολογητικά ήτοι το άνω περιγραφόμενο υπό στοιχείο (δ') πλαστό εκκαθαριστικό έτους 2004, την άνω περιγραφόμενη υπό στοιχείο (ζ') πλαστή βεβαίωση απασχόλησης και την άνω υπό στοιχείο (στ') πλαστή εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2005, με σκοπό να τους παραπλανήσει με τα άνω πλαστά έγγραφα αναφορικά με το γεγονός ότι είναι αυτός το ανύπαρκτο πρόσωπο που ισχυριζόταν και ότι έχει τα άνω εισοδήματα και ότι εργάζεται στην προαναφερόμενη επιχείρηση και έτσι να τους πείσει να του χορηγήσουν το άνω δάνειο (με αριθμό ...) στις 18-10-2005, ενέργεια στην οποία δε θα προέβαιναν οι υπάλληλοι αν γνώριζαν την αλήθεια και να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της άνω Τράπεζας. Στις 5-8-2005 ο κατηγορούμενος Γ. Φ. μετέβη στο επί της ... στο ... υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και αφού δήλωσε στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. ζήτησε από τους αρμόδιους υπαλλήλους να του χορηγηθεί πιστωτική κάρτα, ύψους 4.000 ευρώ, συμπληρώνοντας σχετική αίτηση, αναγράφοντας τα άνω ψευδή στοιχεία. Ταυτόχρονα και προκειμένου να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους να του χορηγήσουν το άνω δάνειο προσκόμισε το άνω υπό στοιχείο (αι') περιγραφόμενο πλαστό Δ.Α.Τ. καθώς και ψευδή δικαιολογητικά, ήτοι το πλαστό εκκαθαριστικό έτους 2005, όπως περιγράφηκε ανωτέρω υπό στοιχείο (ε'), καθώς και την άνω υπό στοιχείο (στ') πλαστή εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2005 της "EXCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ", με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι τάχα έχει τα εισοδήματα που αναφέρονται στο πλαστό εκκαθαριστικό και ότι εργάζεται στην εν λόγω επιχείρηση και να του χορηγήσουν μία πιστωτική κάρτα VISA ύψους 4.000 ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την αλήθεια και την οποία κάρτα χρέωσε ο πρώτος κατηγορούμενος υπερβαίνοντας το όριο αυτό, χωρίς ουδέποτε να προβεί στην αποπληρωμή αυτού. Στις 20-10-2005 μετέβη στο ίδιο υποκατάστημα και αφού δήλωσε στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. ζήτησε να του χορηγήσουν δάνειο χρηματικού ποσού 25.000 ευρώ. Προκειμένου να πείσει τους άνω υπαλλήλους να του χορηγήσουν το άνω ποσό προσκόμισε το άνω υπό στοιχείο (αι') πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας (Δ.Α.Τ.) καθώς και ψευδή δικαιολογητικά, ήτοι το πλαστό εκκαθαριστικό έτους 2004, όπως περιγράφηκε ανωτέρω υπό στοιχείο (δ'), την άνω υπό στοιχείο (στ') πλαστή εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2005 της "EXCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ". Ωστόσο οι υπάλληλοι της τράπεζας Κ. Σ. και Ε. Ν., βλέποντας τη φωτογραφία στο δελτίο ταυτότητας πίστεψαν ότι κάπου την είχαν ξαναδεί και ζήτησαν από τον πρώτο κατηγορούμενο να γράψει την αίτηση για να δουν το γραφικό του χαρακτήρα. Ο κατηγορούμενος όταν κατάλαβε ότι η δράση του έγινε αντιληπτή προφασίστηκε ότι έπαιρνε τηλέφωνο και έφυγε από το υποκατάστημα της τράπεζας. Η ενέργεια του λοιπόν αυτή του κατηγορουμένου να επιχειρήσει να πείσει τους υπαλλήλους της τράπεζας ότι τάχα είναι ο Π. Γ. και κατέχει το άνω δηλωθέν εισόδημα και ότι εργάζεται στην άνω αναφερόμενη επιχείρηση και έτσι να του χορηγήσουν δάνειο ποσού 25.000 ευρώ, προκαλώντας περιουσιακή ζημία στην τράπεζα δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του και ειδικότερα επειδή έγινε αντιληπτός από τους υπαλλήλους της άνω τράπεζας και τράπηκε σε φυγή. Εξάλλου ο ίδιος κατηγορούμενος σε αδιακρίβωτη ημερομηνία, πάντως εντός του μηνός Ιουλίου 2005, μετέβη στο επί των οδών ... και ... στο ..., υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και αφού δήλωσε ψευδώς στους εκεί αρμοδίους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. ζήτησε να του χορηγηθούν δύο καταναλωτικά δάνεια, ποσού 10.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα, προκειμένου δε να τους πείσει ότι πρόκειται για το πρόσωπο αυτό προσκόμισε το άνω περιγραφόμενο υπό στοιχείο (αι') πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και έτσι οι άνω υπάλληλοι πειθόμενοι στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του, του χορήγησαν τα άνω καταναλωτικά δάνεια, με αποτέλεσμα να προξενηθεί περιουσιακή ζημία στην εν λόγω τράπεζα και να αποκομίσει ο κατηγορούμενος Γ. Φ. παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στο ποσό αυτό, αφού δεν το αποπλήρωσε, ούτε και είχε εξ αρχής πρόθεση να το αποπληρώσει. Επιπλέον ο ίδιος κατηγορούμενος σε αδιακρίβωτο κατά την ανάκριση χρόνο, πάντως κατά το μήνα Οκτώβριο του 2005 και μέχρι τις 18-10-2005, μετέβη στο υποκατάστημα της αυτής τράπεζας στην ... και αφού δήλωσε ψευδώς στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. του Ι., ζήτησε να του χορηγηθούν δύο πιστωτικές κάρτες και προκειμένου να τους πείσει ότι τάχα είναι αυτό το πρόσωπο και είναι φερέγγυος και έχει πρόθεση αποπληρωμής των χρεών του προσκόμισε το άνω υπό στοιχείο (αιι') πλαστό δελτίο ταυτότητας και έτσι οι άνω υπάλληλοι πειθόμενοι από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του, του χορήγησαν την κάρτα "Mastercard" με αριθμό ... με ισχύ από 19-10-2005 έως 31-10-2007 καθώς και την κάρτα "Visa" με αριθμό ... με ισχύ από 19-10-2005 έως 31-10-2005, με αποτέλεσμα να υποστεί περιουσιακή ζημία η άνω τράπεζα, που συνίσταται στο κόστος έκδοσης και συνδρομής των άνω καρτών. Ακολούθως ο ίδιος κατηγορούμενος συνεχίζοντας την εγκληματική του δράση στις 18-10-2005 μετέβη στο επί της Λεωφόρου ... στο ..., υποκατάστημα της τράπεζας ΑSPIS ΒΑΝΚ και αφού δήλωσε ψευδώς στους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. αιτήθηκε την έκδοση στο όνομα αυτό προσωπικού δανείου ύψους 20.000 ευρώ και προκειμένου να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους ότι αυτά είναι τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του και ότι είναι άτομο φερέγγυο και προτίθεται να αποπληρώσει το δάνειο που τυχόν θα του χορηγηθεί προσκόμισε σ' αυτούς το υπό στοιχείο (αιι') περιγραφέν πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας το υπό στοιχείο (ε') περιγραφέν πλαστό εκκαθαριστικό έτους 2005, την υπό στοιχείο (στ') περιγραφείσα απόδειξη μισθοδοσίας της "EXCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ", ωστόσο η ενέργεια του αυτή δεν ολοκληρώθηκε και δεν προκλήθηκε περιουσιακή ζημία στην τράπεζα από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του και ειδικότερα επειδή ο αρμόδιος υπάλληλος ζήτησε να εγγυηθεί για τη σύμβαση δανείου και κάποιο τρίτο πρόσωπο και δεν έκανε δεκτή την αίτηση του ως άνω κατηγορουμένου. Στο μεταξύ ο τελευταίος στις 29-7-2005 μετέβη στο επί της Πλατείας Ελευθερίας υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου και αφού δήλωσε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. του Τ. αιτήθηκε τη χορήγηση σ' αυτόν δανείου προσωπικών αναγκών ύψους 15.000 ευρώ και προκειμένου να πείσει τους υπαλλήλους ότι αυτά είναι τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του, ότι ο ίδιος είναι φερέγγυο άτομο και προτίθεται να προβεί στην αποπληρωμή του δανείου που τυχόν θα του χορηγηθεί προσκόμισε σ' αυτούς το υπό στοιχείο (αι') περιγραφέν πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθώς και το υπό στοιχείο (ε') πλαστό εκκαθαριστικό του έτους 2005, έχοντας σκοπό να τους παραπλανήσει με τη χρήση των άνω πλαστών εγγράφων και να προβούν οι αρμόδιοι της τράπεζας στην καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 15.000 ευρώ, και έτσι να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τράπεζας, πλην όμως η ενέργεια του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του και ειδικότερα διότι οι υπεύθυνοι θεώρησαν ότι δεν πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια και απέρριψαν την αίτησή του για τη χορήγηση σ' αυτόν του άνω αιτούμενου ποσού. Ακολούθως στις 20-10-2005 ο κατηγορούμενος Γ. Φ. μετέβη στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Εγνατίας Τράπεζας και αφού δήλωσε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. του Ι. αιτήθηκε τη χορήγηση σ' αυτόν προσωπικού δανείου 8.000 ευρώ και προκειμένου να πείσει τους υπαλλήλους ότι αυτά είναι τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του, ότι ο ίδιος είναι φερέγγυο άτομο και προτίθεται να προβεί στην αποπληρωμή του δανείου που τυχόν θα του χορηγηθεί προσκόμισε σ' αυτούς το υπό στοιχείο (αιι') περιγραφέν πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, το υπό στοιχείο (δ') πλαστό εκκαθαριστικό του έτους 2004, την υπό στοιχείο (στ') περιγραφόμενη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας καθώς και την υπό στοιχείο (γ') περιγραφόμενη πλαστή δήλωση του Ε9 έχοντας σκοπό να τους παραπλανήσει με τη χρήση των άνω πλαστών εγγράφων και να προβούν οι αρμόδιοι της τράπεζας στην καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 8.000 ευρώ, και έτσι να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τράπεζας, πλην όμως η ενέργεια του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του και ειδικότερα διότι οι υπεύθυνοι θεώρησαν ότι δεν πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια και ζήτησαν την προσκόμιση από αυτόν και άλλων στοιχείων, τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος δε διέθετε. Εξάλλου, ο ίδιος κατηγορούμενος Γ. Φ. στις 18-10-2005 μετέβη στο επί των οδών ... και ... υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας και αφού δήλωσε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους ότι ονομάζεται Γ. Π. του Ι. αιτήθηκε τη χορήγηση σ' αυτόν καταναλωτικού δανείου ύψους 10.000 ευρώ και προκειμένου να πείσει τους υπαλλήλους ότι αυτά είναι τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του, ότι ο ίδιος είναι φερέγγυο άτομο και προτίθεται να προβεί στην αποπληρωμή του δανείου που τυχόν θα του χορηγηθεί καταρχήν ανέφερε σ' αυτούς ότι εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων στην εταιρεία "EXCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ" και ακολούθως τους προσκόμισε το υπό στοιχείο (αιι') περιγραφέν πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, το υπό στοιχείο (δ') πλαστό εκκαθαριστικό του έτους 2004, την υπό στοιχείο (β') περιγραφόμενη δήλωση φορολογίας εισοδήματος έτους 2005 έχοντας σκοπό να τους παραπλανήσει με τη χρήση των άνω πλαστών εγγράφων και να προβούν οι αρμόδιοι της τράπεζας στην καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 10.000 ευρώ και έτσι να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τράπεζας, πλην όμως η ενέργεια του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του και ειδικότερα διότι οι υπεύθυνοι θεώρησαν ότι δεν πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια. Στα πλαίσια της εγκληματικής του δράσης ο κατηγορούμενος Γ. Φ. στις 26-7-2005 μετέβη στο επί της Λεωφόρου ... υποκατάστημα της τράπεζας Eurobank και αφού δήλωσε ψευδώς ότι τα στοιχεία ταυτότητας του είναι Γ. Π. αιτήθηκε τη χορήγηση σ' αυτόν δανείου ποσού 15.000 ευρώ και προκειμένου να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους ότι αυτά είναι τα πραγματικά του στοιχεία ταυτότητας και ότι προτίθεται να αποπληρώσει το δάνειο που τυχόν θα του χορηγηθεί προσκόμισε το υπό στοιχείο (αι') πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, έχοντας σκοπό να τους παραπλανήσει και να προβούν οι αρμόδιοι της τράπεζας στην καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 15.000 και έτσι να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τράπεζας, πλην όμως η ενέργεια του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του και ειδικότερα διότι οι υπεύθυνοι θεώρησαν ότι δεν πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος Γ. Φ. έχοντας δημιουργήσει φιλική σχέση με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Γ. Σ. του Ε. και γνωρίζοντας ο τελευταίος ότι ο συγκατηγορούμενός του έχει καταρτίσει τα άνω πλαστά έγγραφα προκειμένου να αιτείται από τις τράπεζες διάφορα χρηματικά ποσά ως δάνεια, δέχθηκε να τον βοηθήσει προκειμένου να λάβει δάνειο καταρχήν από την τράπεζα Eurobank, στην οποία ο ίδιος είχε γνωστούς και μπορούσε ευκολότερα να τους πείσει να χορηγήσουν στον πρώτο κατηγορούμενο δάνειο. Έτσι στις 17-10-2005 μετέβησαν και οι δύο κατηγορούμενοι στο επί της οδού Λεωφόρου ... υποκατάστημα της Eurobank, στο οποίο είχε πριν λίγες ημέρες μεταβεί ο εκκαλών κατηγορούμενος Γ. Σ. του Εμμανουήλ για δική του υπόθεση και, αφού ο συγκατηγορούμενός του Γ. Φ. δήλωσε ψευδώς ότι τα στοιχεία ταυτότητας του είναι Γ. Π., αιτήθηκε τη χορήγηση καταναλωτικού δανείου ύψους 19.500 ευρώ, ενώ ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε την αρμόδια υπάλληλο Ε. Κ. της ζήτησε να βοηθήσει τον συγκατηγορούμενό του για να λάβει το δάνειο που αιτείται. Έτσι, κατηγορούμενος Γ. Φ. τους προσκόμισε ταυτόχρονα το υπό στοιχείο (αιι') πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας καθώς και το άνω υπό στοιχείο (δ') πλαστό εκκαθαριστικό έτους 2004, έχοντας σκοπό να τους παραπλανήσει και να προβούν οι αρμόδιοι της τράπεζας στην καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 15.000 και έτσι να αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τράπεζας. Την επόμενη ημέρα στις 18-10-2005 ο εκκαλών κατηγορούμενος Γ. Σ. επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικά με την τράπεζα για να πληροφορηθεί την εξέλιξη της υποθέσεως, αλλά οι αρμόδιοι της τράπεζας τον πληροφόρησαν ότι η αίτηση που είχε υποβάλει ο συγκατηγορούμενός του δεν είχε γίνει δεκτή, διότι οι υπεύθυνοι θεώρησαν ότι δεν πληρούσε τα απαιτούμενα κριτήρια. Την ίδια ημέρα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι μετέβησαν στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Γενικής Τράπεζας και εκεί ο κατηγορούμενος Γ. Φ., αφού δήλωσε ψευδώς ότι ονομάζεται Γ. Π. αιτήθηκε τη χορήγηση σ' αυτόν δανείου ύψους 15.000 ευρώ. Καθ' όλη τη διάρκεια της συνομιλίας με τον αρμόδιο υπάλληλο Ε. Κ. ο εκκαλών κατηγορούμενος επιχειρούσε να τον πείσει για να χορηγηθεί το δάνειο και μάλιστα ομιλούσε περισσότερο από τον αιτούντα τη χορήγηση δανείου, ενώ ο ίδιος ο εκκαλών κατηγορούμενος συμπλήρωσε και την έντυπη αίτηση για τη χορήγηση του δανείου και κατόπιν ο συγκατηγορούμενός του Γ. Φ. τους προσκόμισε το υπό στοιχείο (αιι') πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, το υπό στοιχείο (δ') πλαστό εκκαθαριστικό έτους 2004, την υπό στοιχείο (γ') πλαστή δήλωση Ε9, την υπό στοιχείο (β') πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος 2005 και την υπό στοιχείο στ' εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2005, προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας να προβούν στην καταβολή του αιτούμενου χρηματικού ποσού. Οι τελευταίοι πειθόμενοι από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων χορήγησαν στον πρώτο κατηγορούμενο δάνειο ύψους 10.000 ευρώ και έτσι αποκόμισε αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της τράπεζας. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει εναργώς ότι ο κατηγορούμενος Γ. Φ. του Α. ήταν μέλος ομάδας ατόμων, οι οποίοι είχαν οργανωμένη υποδομή με σύγχρονο και πλήρως εξοπλισμένο ηλεκτρονικό εργαστήριο για την κατασκευή των πλαστών εγγράφων και δικαιολογητικών (πλαστές σφραγίδες υπαρκτών εταιρειών, πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας, πλαστές μισθοδοτικές καταστάσεις, πλαστά εκκαθαριστικά σημειώματα, πλαστές δηλώσεις φόρου εισοδήματος), ότι τα μέλη αυτά έδρασαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου προς εξαπάτηση των πιστωτικών ιδρυμάτων στο ..., ότι πέτυχαν να εξαπατήσουν ή αποπειράθηκαν να εξαπατήσουν υπαλλήλους των τραπεζών για την παράνομη εκταμίευση ποσού ανερχόμενου στις 190.000 ευρώ, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης και της πλαστογραφίας προκύπτει σταθερή ροπή αυτού προς τη διάπραξη τέλεσης των ως άνω εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. Περαιτέρω και όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Γ. Σ. του Ε. από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι παρείχε συνδρομή κατά την τέλεση δύο μερικότερων πράξεων της απάτης στον συγκατηγορούμενό του Γ. Φ. του Α., ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν αγρότης στο επάγγελμα και δεν διέθετε τις κατάλληλες γνώσεις για την κατασκευή των ως άνω πλαστών εγγράφων, με την από κοινού μετάβασή του στις άνω τράπεζες και την προσπάθεια του να εκμεταλλευτεί γνωριμίες του στην τράπεζα για να γίνει δεκτό το αίτημα του συγκατηγορουμένου του, καθώς και με την ενέργειά του να συμπληρώσει ο ίδιος την αίτηση για τη χορήγηση του δανείου στη Γενική Τράπεζα αν και γνώριζε ότι τα προσκομισθέντα από τον συγκατηγορούμενό του δικαιολογητικά για την λήψη δανείων ήσαν πλαστά. Η κρίση για την γνώση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της πλαστότητας των δικαιολογητικών που κατείχε και έκανε χρήση ο συγκατηγορούμενός του ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε νομότυπη έρευνα που πραγματοποίησαν άνδρες της Υ.Α. Ηρακλείου, στις 5-12-2005, στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εκκαλών και νυν αναιρεσείων κατηγορούμενος Γ. Σ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, εκτός των άλλων, α) μια σφραγίδα που έφερε την ένδειξη "FASΜΑ Ε.Π.Ε.- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΩΝ - ... - ΑΦΜ:....", β) ένα έγγραφο βεβαίωσης εργασίας με ημερομηνία 17-11-2005 της ίδιας ως άνω εταιρείας, γ) ένα φωτοαντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος του έτους 2005 με στοιχεία φορολογούμενου "Π. Η. του Β.", δ) δύο φωτοαντίγραφα του υπ' αριθμ. .../20-2-2004 Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, εκδοθέν από το Τ.Α. Ρεθύμνου, με στοιχεία κατόχου Ε. Ν. του Π., ε) ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμ. .../21-10-2004 Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, εκδοθέν από την Υ.Α. Σερρών, με στοιχεία κατόχου "Π. Η. του Β.", στ) ένα διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' της Α' ΔΟΥ Ηρακλείου με αύξοντα αριθμό 31086/17-11-2005 και με στοιχεία φορολογούμενου "Π. Δ. του Ε.", ζ) μια αίτηση για πρόσθετες κάρτες της τράπεζας Alpha Bank, όπου αναγράφεται το όνομα "Β. Α." (βλ. την από 5-12-2005 έκθεση έρευνας σε αυτοκίνητο της Υ.Α. Ηρακλείου). Επομένως, η κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου θεμελιώνεται με την ηθελημένη και εν γνώσει του παροχή άμεσης υποστήριξης της κύριας ως άνω πράξης της απάτης με την οποία συνδέεται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε χωρίς την βοηθητική αυτή ενέργειά του, δεν θα ήταν δυνατή η τέλεση της απάτης κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, η δε πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα, καθόσον στο πρόσωπο αυτού συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης, οι δε κατηγορούμενοι με τις δύο ως άνω αναλυτικά περιγραφόμενες μερικότερες πράξεις της απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, σε βάρος της Eurobank και της Γενικής Τράπεζας, σκόπευαν να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερομένων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 169/2009 βούλευμά του, αποφάνθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ε. στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97 παρ. 2 Συντάγματος, 8 παρ. 1γ, 111 παρ. 1,119 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για την ως άνω πράξη δεν έσφαλε αλλά προέβη με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια η έφεση του τελευταίου με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 1, 13, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42§1, 46§1β', 98, 386 παρ. 1-3α'- β' ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, οι από το αρθρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠδ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για (α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ποινικών διατάξεων και (β) για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς -Προτείνω (Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 6/1-6-2010 αίτηση του Γ. Σ. του Ε. κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 107/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 26-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Σύμφωνα δε με το εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1408/1996, κατ1 επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1 β' και 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι η άμεση (αναγκαία) συνεργεία σε απάτη, της οποίας ο δράστης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού, θεμελιούται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την ηθελημένη παροχή άμεσης συνδρομής στον πράττοντα (αυτουργό), γνωρίζοντας ότι αυτή παρέχεται κατά την πράξη της απάτης και κατά την εκτέλεση αυτής, ήτοι με την ηθελημένη και εν γνώσει του δράστη παροχή άμεσης υποστήριξης της κυρίας πράξεως της απάτης με την οποία να συνδέεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική αυτή ενέργεια του αμέσου συνεργού δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της απάτης κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε. Για την κακουργηματική δε μορφή της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, απαιτείται, όπως συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 2 και 386 παρ. 3 του ΠΚ, να συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης και στο πρόσωπο του άμεσου συνεργού. Επίσης, από το άρθρο 98 του ΠΚ, συνάγεται ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεση τους αποφάσεως (ενότητα δόλου) και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας, για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων απάτης και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική βλάβη που επήλθε ή σκοπήθηκε, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Εξάλλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επί παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη, της οποίας ο κακουργηματικός χαρακτήρας θεμελιώνεται στην κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της, πρέπει να αναφέρονται και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατ' επάγγελμα ή την κατά συνήθεια τέλεση. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 107/2010 βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, μετά διεξαχθείσα περαιτέρω κυρία ανάκριση που αυτό διέταξε, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 169/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, με το οποίο, λόγω επαρκών ενδείξεων ενοχής του, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου-, Κρήτης, για να δικασθεί ως υπαίτιος τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, του συμπαραπεμπόμενου με αυτόν αυτουργού της απάτης Γ. Φ., κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχονται σε 190.000 ευρώ. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα εξής, κατά το ουσιαστικό μέρος του: "Από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, αλλά και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό και προς τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο συγκατηγορούμενος Γ. Φ. του Α. και της Ε., κάτοικος ..., αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα λόγω χρεών από δάνεια για κατασκευή και καλλιέργεια θερμοκηπίων. Περί τα μέσα του 2008 αποφάσισε να προβεί στην κατασκευή πλαστών εγγράφων επ' ονόματι φανταστικών προσώπων, προκειμένου με τη χρήση τους ως δικαιολογητικών να αιτηθεί τη χορήγηση δανείων από διάφορες τράπεζες, τα οποία βεβαίως δεν θα αποπλήρωνε, με σκοπό να πορισθεί παράνομο περιουσιακό όφελος ζημιώνοντας αντίστοιχα τις περιουσίες των άνω τραπεζών. Ακολούθως κατάρτισε εξαρχής: α) δύο δελτία αστυνομικής ταυτότητας, ι) το πρώτο εξ αυτών με αριθμό .../4-8-2004, εκδοθέν από το Αστυνομικό Τμήμα Κολωνού, με στοιχεία επωνύμου "Π.", ονόματος "Γ.", όνομα πατρός "Τ.", όνομα μητρός "Α.", ημερομηνία γέννησης "1-1-1969", τόπο γέννησης Ηράκλειο", ύψος "1,75", δημότης "...", στο οποίο φερόταν ότι είχε θέσει την υπογραφή του ο διοικητής του άνω Αστυνομικού Τμήματος Α. Π., αστυνομικός υποδιευθυντής και ιι) το δεύτερο εξ αυτών με αριθμό .../4-8-2004 εκδοθέν από το Αστυνομικό Τμήμα Κολωνού, με στοιχεία επωνύμου "Π.", ονόματος "Γ.", όνομα πατρός "Ι.", όνομα μητρός "Θ.", ημερομηνία γέννησης "1-1-1969", τόπο γέννησης Ηράκλειο", ύψος "1,75", δημότης "...", στο οποίο φερόταν ότι είχε θέσει την υπογραφή του ο διοικητής του άνω Αστυνομικού Τμήματος Α. Π., αστυνομικός υποδιευθυντής, β) δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2005 που φαινόταν να έχει υποβληθεί στη Β' ΔΟΥ Ηρακλείου από τον κατηγορούμενο Γ. Φ. με στοιχεία ταυτότητας Γ. Π. του Ι., ΑΔΤ ... και ΑΦΜ ... και ανέγραφε ότι τα εισοδήματα αυτού από μισθωτές υπηρεσίες ανέρχονται στο ποσό των 24.747,90 ευρώ, ότι τα εισοδήματα από εκμίσθωση είναι 8.400 ευρώ, ενώ στο τέλος της τέταρτης σελίδας είχε θέσει την υπογραφή του άνω ανύπαρκτου προσώπου Γ. Π., κάτω από την ένδειξη "ο δηλών" καθώς και πλαστή υπογραφή του υπαλλήλου της άνω υπηρεσίας ο οποίος φερόταν ότι είχε παραλάβει το άνω έγγραφο, η οποία όμως δεν ανήκε σε υπάλληλο της άνω υπηρεσίας και ούτε το έγγραφο αυτό είχε κατατεθεί ποτέ στην άνω υπηρεσία, γ) μία δήλωση στοιχείων ακινήτων που υπήρχαν κατά την 1-1-2005 (Ε9), με ημερομηνία παραλαβής 11-10-2005, που φερόταν ότι είχε γίνει προς στην άνω υπηρεσία (Β' Δ.Ό.Υ. Ηρακλείου), από το άνω ανύπαρκτο πρόσωπο Γ. Π. του Ι. και ανέγραφε ότι ο άνω δηλών είναι ιδιοκτήτης ακινήτου κτίσματος, 138 τ.μ. στο νομό Αττικής, στο Δήμο ... και επί της οδού ..., ενώ στο τέλος αυτού φερόταν να έχει τεθεί η υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου που παρέλαβε τη δήλωση αυτή, η οποία είχε τεθεί από τον άνω κατηγορούμενο, δ) ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2004, που φερόταν ότι εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ανέγραφε δε τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου Γ. Π. του Ι. και κατόπιν ότι το συνολικό δηλωθέν εισόδημα αυτού ήταν 31.757,46 ευρώ, το φορολογητέο εισόδημα 31.757,46 ευρώ, ο φόρος κλίμακας 6.852,98 ευρώ, ο φόρος που αναλογεί 6.975,38 ευρώ, ο φόρος που παρακρατήθηκε 4.002,12 ευρώ, ο κύριος φόρος προς πληρωμή 2.973,26 ευρώ και ως ποσό πληρωμής το ποσό των 4.198,12 ευρώ και στο τέλος έφερε την υπογραφή του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. καθώς και σφραγίδα της υπηρεσίας, οι οποίες όμως ήταν πλαστές και δεν ανήκε η μεν υπογραφή στο πρόσωπο αυτό ενώ το έγγραφο δεν είχε εκδοθεί από την άνω υπηρεσία, ε) ένα πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2005, που φερόταν ότι εκδόθηκε στην Αθήνα από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και δη από το Γενικό Γραμματέα της άνω υπηρεσίας στις 1-6-2005, ανέγραφε δε τα στοιχεία του ανύπαρκτου προσώπου Γ. Π. του Τ., με ΑΦΜ ... και δηλωθέν εισόδημα 17.145,48 ευρώ, φορολογητέο εισόδημα ομοίως, φόρο κλίμακας 1.633,94 ευρώ, φόρο που παρακρατήθηκε 3.054,50 ευρώ, μείωση επιστροφής φόρου 34,19 ευρώ και κύριο φόρο 1.333,27 ευρώ, ενώ το ποσό επιστροφής ήταν. 1.209,62 ευρώ και στο τέλος έφερε την υπογραφή του άνω Γενικού Γραμματέα καθώς και σφραγίδα της υπηρεσίας, οι οποίες όμως ήταν πλαστές και δεν ανήκε η μεν υπογραφή στο πρόσωπο αυτό, ενώ το έγγραφο αυτό δεν είχε εκδοθεί από την άνω υπηρεσία, στ) μία εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2005 από την εταιρεία "ΕΧCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ" και στοιχεία εργαζομένου "Π. Γ. του Ι.", υπεύθυνο μηχανοστασίου, ως μισθό το ποσό των 2.159 ευρώ, ημέρες εργασίας 25, σύνολο κρατήσεων 647,58 ευρώ και πληρωτέες αποδοχές 1.511,42, ενώ στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "υπογραφή" έθεσε την υπογραφή του φερόμενου ως εργαζόμενου της άνω επιχείρησης, ο οποίος φαινόταν να δηλώνει ότι με την παρούσα απόδειξη εξοφλούνται οριστικώς οι αποδοχές του για το μήνα Σεπτέμβριο και δεν έχει ουδεμία άλλη απαίτηση εκ του λόγου αυτού κατά του εργοδότη του, ζ) μία βεβαίωση απασχόλησης εκδοθείσα από την εταιρεία "ΕΧCLUSIVE AUTO ΜΟΤΟ Δ. Μ. ΕΠΕ", με ημερομηνία έκδοσης 19-10-2005, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Π. Γ. του Ι. εργάζεται στην εταιρεία από 13-10-2003 μέχρι σήμερα, ενώ στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "υπογραφή εργοδότη" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, χωρίς την έγκριση ή συναίνεση αυτού καθώς και σφραγίδα πλαστή που ανέγραφε τα στοιχεία της άνω επιχείρησης, η) μία βεβαίωση απασχόλησης εκδοθείσα από την εταιρεία "Μega Line LTD", στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Γ. Π. του Τ. με ΑΔΤ ... και ΑΦΜ ... εργάζεται στην άνω επιχείρηση με την ειδικότητα ηλεκτρολόγου και κατά το μήνα Ιούνιο οι καθαρές του αποδοχές ανέρχονταν σε 964,29 ευρώ, ενώ στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "ο βέβαιων" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, χωρίς την έγκριση ή τη συναίνεση αυτού καθώς και σφραγίδα πλαστή με τα στοιχεία της άνω εταιρείας και δη -εμπορία και πώληση τηλεφώνων και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών - ... και ..., .... Ακολούθως ο κατηγορούμενος Γ. Φ. αποφάσισε να κάνει χρήση των εγγράφων αυτών και να τα προσκομίσει ενώπιον τραπεζών για να μπορέσει να λάβει διάφορα δάνεια, χωρίς βεβαίως πρόθεση να τα αποπληρώσει. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει εναργώς ότι ο κατηγορούμενος Γ. Φ. του Α. ήταν μέλος ομάδας ατόμων, οι οποίοι είχαν οργανωμένη υποδομή με σύγχρονο και πλήρως εξοπλισμένο ηλεκτρονικό εργαστήριο για την κατασκευή των πλαστών εγγράφων και δικαιολογητικών (πλαστές σφραγίδες υπαρκτών εταιρειών, πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας, πλαστές μισθοδοτικές καταστάσεις, πλαστά εκκαθαριστικά σημειώματα, πλαστές δηλώσεις φόρου εισοδήματος), ότι τα μέλη αυτά έδρασαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου προς εξαπάτηση των πιστωτικών ιδρυμάτων στο ..., ότι πέτυχαν να εξαπατήσουν ή αποπειράθηκαν να εξαπατήσουν υπαλλήλους των τραπεζών για την παράνομη εκταμίευση ποσού ανερχόμενου στις 190.000 ευρώ, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης και της πλαστογραφίας προκύπτει σταθερή ροπή αυτού προς τη διάπραξη τέλεσης των ως άνω εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. Περαιτέρω και όσον αφορά τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Γ. Σ. του Ε. από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι παρείχε συνδρομή κατά την τέλεση δύο μερικότερων πράξεων της απάτης στον συγκατηγορούμενό του Γ. Φ. του Α., ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν αγρότης στο επάγγελμα και δεν διέθετε τις κατάλληλες γνώσεις για την κατασκευή των ως άνω πλαστών εγγράφων, με την από κοινού μετάβαση του στις άνω τράπεζες και την προσπάθεια του να εκμεταλλευτεί γνωριμίες του στην τράπεζα για να γίνει δεκτό το αίτημα του συγκατηγορουμένου του, καθώς και με την ενέργεια του να συμπληρώσει ο ίδιος την αίτηση για τη χορήγηση του δανείου στη Γενική Τράπεζα αν και γνώριζε ότι τα προσκομισθέντα από τον συγκατηγορούμενό του δικαιολογητικά για την λήψη δανείων ήσαν πλαστά. Η κρίση για την γνώση του εκκαλούντος κατηγορουμένου της πλαστότητας των δικαιολογητικών που κατείχε και έκανε χρήση ο συγκατηγορούμενός του ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε νομότυπη έρευνα που πραγματοποίησαν άνδρες της Υ.Α. Ηρακλείου, στις 5-12-2005, στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εκκαλών κατηγορούμενος Γ. Σ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, εκτός των άλλων, α) μια σφραγίδα που έφερε την ένδειξη "FASMA Ε.Π.Ε.- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΩΝ - ... - ΑΦΜ:....", β) ένα έγγραφο βεβαίωσης εργασίας με ημερομηνία 17-11-2005 της ίδιας ως άνω εταιρείας, γ) ένα φωτοαντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος του έτους 2005 με στοιχεία φορολογούμενου "Π. Η. του Β.", δ) δύο φωτοαντίγραφα του υπ' αριθμ. .../20-2-2004 Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, εκδοθέν από το Τ.Α. Ρεθύμνου, με στοιχεία κατόχου Ε. Ν. του Π., ε) ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμ. .../21-10-2004 Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, εκδοθέν από την Υ.Α. Σερρών, με στοιχεία κατόχου "Π. Η. του Β.", στ) ένα διπλότυπο είσπραξης τύπου Α' της Α' ΔΟΥ Ηρακλείου με αύξοντα αριθμό 31086/17-11-2005 και με στοιχεία φορολογούμενου "Π. Δ. του Ε.", ζ) μια αίτηση για πρόσθετες κάρτες της τράπεζας Αlpha Βank, όπου αναγράφεται το όνομα "Β. Α." (βλ. την από 5-12-2005 έκθεση έρευνας σε αυτοκίνητο της Υ.Α. Ηρακλείου). Επομένως, η κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου θεμελιώνεται με την ηθελημένη και εν γνώσει του παροχή άμεσης υποστήριξης της κύριας-πράξης της απάτης με την οποία συνδέεται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε χωρίς την βοηθητική αυτή ενέργεια του, δεν θα ήταν δυνατή η τέλεση της απάτης κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, η δε πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα, καθόσον στο πρόσωπο αυτού συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης, οι δε κατηγορούμενοι με τις δύο ως άνω περιγραφόμενες μερικότερες πράξεις της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα, σε βάρος της Εurobank και της Γενικής Τράπεζας, σκόπευαν να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερομένων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 169/2009 βούλευμα του, αποφάνθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή του εκκαλούντος κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ε. στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97 παρ. 2 Συντάγματος, 8 παρ. 1γ, 111 παρ. 1, 119 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για την ως άνω πράξη δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια η έφεση του τελευταίου με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, διέλαβε, στο προσβαλλόμενο 107/2010 βούλευμα του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αμέσου συνεργού στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ, 26 παρ. 1 α, 27, 42 παρ.1, 46 παρ.1 β, 98, 386 παρ. 1 και 3 περ. β' του ΠΚ, όπως το αρθρ. 386 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και το αρθρ. 14 παρ. 2 α, β του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται λεπτομερώς κατά τόπο, χρόνο και μορφή η άμεση συνδρομή του αναιρεσείοντος προς τον συγκατηγορούμενό του αυτουργό των απατών Γ. Φ., σε δύο από τις περιπτώσεις, κατά τη διάπραξη σε βάρος διαφόρων υποκαταστημάτων τραπεζών στην Κρήτη, μιας κυρίας πράξεως απάτης τετελεσμένης και μιας σε απόπειρα, οι επανειλημμένες ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις γεγονότων ψευδών ως αληθινών, προφορικά αλλά και με την προσκόμιση στους αρμόδιους υπαλλήλους των τραπεζών πλαστογραφημένων στοιχείων αστυνομικής ταυτότητας και διαφόρων εγγράφων δικαιολογητικών και φορολογικών στοιχείων χορηγήσεως πιστωτικών καρτών και δανείων και ποία τα αληθή γεγονότα που απέκρυψε ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του αυτουργός, εμφανιζόμενος ο τελευταίος με άλλο επώνυμο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως των δανείων, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον αυτουργό, που είχε ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει ποτέ την υποχρέωση του αποπληρωμής των δανείων, β) αιτιολογείται επαρκώς ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων και αποκρύψεων και της άμεσης συνδρομής του αναιρεσείοντος, παρισταμένου αυτοπροσώπως μαζί με τον αυτουργό στις τράπεζες και επιχειρούντος να πείσει και να παραπλανήσει και αυτός τους υπαλλήλους των τραπεζών Εurobank και Γενικής Τράπεζας, σε χορήγηση των δανείων στον άνω αυτουργό φίλο του, ενώ γνώριζε την αληθινή ταυτότητα του και το δόλιο σκοπό του, ως παραγωγού αιτίας, κατά τις δύο περιπτώσεις της 17-10-2005 (απόπειρας) και 18-10-2005 (τετελεσμένης απάτης) και ότι στην πρώτη περίπτωση τελικά οι υπάλληλοι της Εurobank δεν παραπλανήθηκαν και δεν ενέκριναν το αιτηθέν δάνειο ποσού 19.500 ευρώ, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως των κατηγορουμένων, στη δε δεύτερη περίπτωση οι υπάλληλοι της Γενικής τράπεζας παραπλανήθηκαν και προέβη η τράπεζα σε επιζήμια γι' αυτήν χορήγηση στον αυτουργό δανείου ποσού 10.000 ευρώ, γ) αναφέρεται το παράνομο ως παραπάνω όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ (19.500 συν 10.000), ποσό που ο αυτουργός εν γνώσει του αναιρεσείοντος σκόπευε να προσπορίσει, με τις ανωτέρω δύο περιγραφόμενες μερικότερες πράξεις της απάτης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, με αντίστοιχη ζημία των τραπεζών, δ) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και της κατά συνήθεια τελέσεως πράξεων απάτης και ε) δεν υπάρχει στην αιτιολογία παραδοχή άμεσης συνέργειας και ταυτόχρονα συναυτουργίας και ουδεμία αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές ως προς τον τρόπο συνδρομής (άμεσης) του αναιρεσείοντος στον αυτουργό των άνω δύο πράξεων απάτης, μίας σε απόπειρα και μίας τετελεσμένης. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β , δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο προσβαλλόμενο βούλευμα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 6/1-6-2010 αίτηση του Γ. Σ. του Ε., περί αναιρέσεως του 107/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβαλλόμενο Βούλευμα. Απέρριψεν ουσία έφεση κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα κατά πρωτοβαθμίου βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών παραπεμπτικού για άμεση συνεργεία σε κακουργηματική απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος άνω των 73.000 €. Οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ και β ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
null
null
1
Αριθμός 53/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ.Τ. του Ζ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.61/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Κ.Τ. του Γ. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 265/17-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1α ΚΠΔ, την με αριθμ- 1/23-4-2010 αίτηση αναίρεσης, του Χ.Τ. του Ζ., κατοίκου ... (ασκηθείσα διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου του Δημητρίου Δήμου κατόπιν νομοτύπου εξουσιοδότησης), κατά του με αριθμό 61/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, εκθέτουμε τα' ακόλουθα: - Κατά το άρθρ 476 παρ 1 του ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος ,που έχει προσβληθεί ως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου -όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003-, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". - Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση, κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου, γίνεται με βούλευμα. - Στη προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως απαράδεκτη, την με αριθμό 2/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του με αριθμό 32/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πρέβεζας. - Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν προβλέπεται νόμω, όπως εκτίθεται παραπάνω. Κατά συνέπεια, η αίτηση αυτή αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί, ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1-2, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όπως αντικ. με αρθρ. 55 §1 του Ν. 3160/2003 , σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης) Για τους λόγους αυτούς Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθ- 1/23-4-2010 αίτηση αναίρεσης, του Χ.Τ. του Ζ., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 61/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Β) να καταδικασθεί ο ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.2 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε, από 30-6-2003, με το άρθρο 38 του Ν.3160/2003 "Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, από της ανωτέρω χρονολογίας, αναίρεση επιτρέπεται μόνον εναντίον αποφάσεων, όχι βουλευμάτων, που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσεως ο κατηγορούμενος Χ.Τ. του Ζ., προσβάλλει το υπ' αριθ.61/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων με το οποίο, όπως αυτό προκύπτει απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ' αριθ.2/2009 έφεση του άνω κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθ.32/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πρέβεζας. Η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, μετά την 30-6-2003, αναίρεση. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ.1/23-4-2010 αίτηση του Χ.Τ. του Ζ., περί αναιρέσεως του υπ'αριθ.61/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως διότι στρέφεται κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται το ένδικο τούτο μέσο.
null
null
0