text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 52/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φύκηρη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 85195/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Κ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 19 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 285/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 του Ν.2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή από έθιμο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του ΑΝ 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, που είναι η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής, εκπρόσωπος κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως υπόχρεου εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία, και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στο νομικό πρόσωπο αυτό, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για καταβολή των αποδοχών. Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 85195/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για παράβαση του πιο πάνω ΑΝ 690/1945, κατ’ εξακολούθηση, σε φυλάκιση τριών (3) μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία και σε χρηματική ποινή χιλίων χιλιάδων (1.000) ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2003 έως και τον Ιούνιο του 2005 ως νόμιμος εκπρόσωπος του μη κερδοσκοπικού σωματείου "ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ (ΕΙΧΕ)", αν και απασχόλησε στο ως άνω σωματείο την Ε. Κ., ως γραμματέα με ωράριο 9.00 μέχρι 15.00 μ.μ. και με συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 1000 ευρώ δεν της κατέβαλε 1) το χρηματικό ποσό των 11.520 ευρώ που αφορά διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (20 μήνες Χ 1000 ευρώ=20.000 ευρώ - 8.400 ευρώ που της κατέβαλε) και 2) το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ που αφορά Δώρο Χριστουγέννων, δώρα Πάσχα και επίδομα άδειας 2004, ήτοι 13.520 ευρώ, αν και της τα όφειλε, συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας. Όπως δε προέκυψε, η εγκαλούσα εργαζόταν "εν τοις πράγμασι". Η δε επί μακρόν χρόνο παροχή εργασίας εθελοντικής από την τελευταία η οποία μάλιστα είχε και οικονομική δυσχέρεια, ενόψει του ότι η εταιρεία της είχε πτωχεύσει, προσκρούει στην λογική. Ο δε κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να εξηγήσει στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αν έγιναν πραγ/νες και ποια η αξία εκάστης εξ αυτών, για να αχθεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η εγκαλούσα εργαζόταν εθελοντικά για να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν πράξης με το παρόν κατηγορητήριο. Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών στην απασχοληθείσα γραμματέα, καθώς και των επιδομάτων και δώρων και ειδικότερα, του ότι: "Στην ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Νοέμβριο του 2003 έως και τον Ιούνιο του 2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος του μη κερδοσκοπικού σωματείου "ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ (ΕΙΧΕ)" με πρόθεση παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνο του Α.Ν. 890/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τον νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα, με το άρθρο 10 του Ν, 3138/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ.". Συγκεκριμένα, αν και απασχόλησε στο ως άνω σωματείο την Ε. Κ., ως γραμματέα με ωράριο 09.00 μέχρι 15,00 μ.μ. και με συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 1.000 ευρώ, δεν της κατέβαλε 1) το χρηματικό ποσόν των 11.520 ευρώ που αφορά διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (20 μήνες χ 1000 ευρώ = 20.000 ευρώ - 8.480 ευρώ που της κατέβαλε) και 2)το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ που αφορά δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας 2004, ήτοι 13.520 ευρώ, αν και της τα ώφειλε, συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, άρθρο μόνο του ΑΝ 690/1945, όπως αντικ. με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 2336/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Σε σχέση με τις προβαλλόμενες ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, αναφέρονται δε σ' αυτό όλα τα αναγκαία και κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος στοιχεία, το δε δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την απολογία του κατηγορουμένου, με την παραδοχή δε ότι δεν καταβλήθηκαν στην εγκαλούσα δεδουλευμένες αποδοχές και δώρα, επίδομα αδείας, του χρονικού διαστήματος από Νοεμβρίου 2003 έως Ιουνίου 2005, που οφείλονται ακόμη, εμμέσως το Δικαστήριο απάντησε και στον προβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι οι αξιώσεις της εγκαλούσας είχαν παραγραφεί, β) αναφέρεται στο αιτιολογικό η ακριβής ιδιότητα του κατηγορουμένου ως νομίμου εκπροσώπου του εργοδότη, του μη κερδοσκοπικού σωματείου (ΕΙΧΕ), που απασχόλησε με σύμβαση εργασίας ως γραμματέα του την εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα, τούτο δε αρκεί, αφού κατά τον ανωτέρω ΑΝ 690/1945 "κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή και με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες αποδοχές κλπ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 65 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο μπορεί να διοικείται και από ένα πρόσωπο, γ) δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι στο παραπάνω, πλήρες και επαρκές, αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιλαμβάνονται και επαναλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις και σκέψεις του αιτιολογικού της πρωτοβάθμιας αποφάσεως και δεν παραβιάστηκε το άρθρο 2 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχή της επανεξετάσεως σε δεύτερο βαθμό της υποθέσεως από ανώτερο δικαστήριο, ούτε η από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ καθιερούμενη αρχή της δίκαιης δίκης, καθόσον σύμφωνα με τα πρακτικά και το προαναφερθέν αιτιολογικό, έγινε επανεξέταση της υποθέσεως και παρατίθεται στο αιτιολογικό συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει το Δικαστήριο την καταδικαστική κρίση του, χωρίς να γίνεται καμία παραπομπή ή αναφορά σε αυτά που αποδείχθηκαν στον πρώτο βαθμό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ) δεν μετατέθηκε το βάρος αποδείξεως της ενοχής, δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας, ούτε οι κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρατίθεται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίζει το Δικαστήριο την καταδικαστική κρίση του και δε στηρίχθηκε μόνο σε συμπεράσματα λογικής, οι δε αναφορές στο αιτιολογικό, σε σχέση με τον αρνητικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η εγκαλούσα δεν απασχολήθηκε στο Σωματείο με σχέση εργασίας αλλά εθελοντικά και σε εκπλήρωση χρεών της προς τον κατηγορούμενο, ότι " όπως προέκυψε η εγκαλούσα εργαζόταν εν τοις πράγμασιν, η επί μακρόν χρόνον παροχή εργασίας εθελοντικώς από την τελευταία, η οποία μάλιστα είχε και οικονομική δυσχέρεια, ενόψει ότι η εταιρία της είχε πτωχεύσει, προσκρούει στη λογική, ο κατηγορούμενος δε μπόρεσε να εξηγήσει στο ακροατήριο αν έγιναν πραγματογνωμοσύνες και ποία η αξία εκάστης εξ αυτών, για να αχθεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η εγκαλούσα εργαζόταν εθελοντικά ...", συνιστούν απλώς πρόσθετα επιχειρήματα του αιτιολογικού του Δικαστηρίου, για μη αποδοχή του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι δεν υπήρχε σύμβαση και σχέση εργασίας της εγκαλούσας με το εν λόγω Σωματείο. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358,369 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση, όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την ανάγνωση κάθε εγγράφου, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις μαρτύρων που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και σχετικές με τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση και επομένως, από την παράλειψη αυτή του διευθύνοντος, δεν δημιουργείται ακυρότητα. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος έδινε το λόγο στον Εισαγγελέα, στους Δικαστές και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, για να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες, δεν προκύπτει, όμως, ειδικότερα ως προς τους συνηγόρους του κατηγορουμένου, ότι ζήτησε κάποιος από αυτούς ή ο ίδιος ο κατηγορούμενος το λόγο από την Πρόεδρο για να υποβάλουν δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση των μαρτύρων και την ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων, κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ και δεν τους δόθηκε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ συναφής δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι δεν δόθηκε ο λόγος σε αυτόν ή στους συνηγόρους του για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επάγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας απ' την οποία δημιουργείται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, "1). 26 αντίγραφα αποδείξεων από καταθέσεις προς το Δικηγόρο Γ. Ν., 2).μία φωτογραφία της πολιτικώς ενάγουσας στην τηλεόραση", που πρότειναν προς ανάγνωση οι διάδικοι. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την επισκόπηση της άνω φωτογραφίας και με την ανάγνωση του κειμένου των λοιπών εγγράφων αποδείξεων καταθέσεων, κατέστησαν γνωστά κατά την απεικόνισή της και το περιεχόμενό τους, αντίστοιχα, στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, οπότε αυτός και οι συνήγοροί του είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Σε σχέση, ειδικότερα, με τη φωτογραφία, η μνεία στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε έχει την πρόδηλη έννοια ότι η φωτογραφία αυτή επισκοπήθηκε από τους παράγοντες της δίκης, άρα και από τον αναιρεσείοντα, καθόσον φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης. Επομένως, ορθώς το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα και την επισκοπηθείσα φωτογραφία, ο δε περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως των προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας, όσον και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας σε σχέση με αναφερόμενες άλλες προεκδοθείσες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που έκριναν τέτοιες περιπτώσεις ελλείψεως ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων, ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή από καμία δε διάταξη νόμου ή αρχή του Δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Χ. Χ. του Ν., όπως διαμορφώθηκε με τους από 19 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, περί αναιρέσεως της 85195/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή αποδοχών εργαζόμενης κατ’ εξακολούθηση. Παράβαση ΑΝ 690/1945. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν μετατέθηκε το βάρος αποδείξεως της ενοχής, δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας, ούτε οι κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρατίθεται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει το Δικαστήριο την καταδικαστική κρίση του και το Δικαστήριο δε στηρίχθηκε μόνο σε συμπεράσματα λογικής. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι στο πλήρες και επαρκές αιτιολογικό της προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας αποφάσεως περιλαμβάνονται και επαναλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις και σκέψεις του αιτιολογικού της πρωτοβάθμιας αποφάσεως και δεν παραβιάστηκε το άρθρο 2 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχή της επανεξετάσεως σε δεύτερο βαθμό της υποθέσεως από ανώτερο δικαστήριο, ούτε η από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ καθιερούμενη αρχή της δίκαιης δίκης, καθόσον σύμφωνα με τα πρακτικά και το προαναφερθέν αιτιολογικό, έγινε επανεξέταση της υποθέσεως και παρατίθεται στο αιτιολογικό συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίζει το Δικαστήριο την καταδικαστική κρίση του, χωρίς να γίνεται καμία παραπομπή ή αναφορά σε αυτά που αποδείχθηκαν στον πρώτο βαθμό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
null
null
1
Αριθμός 51/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι.Π. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Διαμαντόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ.1868/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ.Μ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 916/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 59 παρ 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε δια του άρθρου 6 του ν. 3346/17-6-2005, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη (παρ.1). Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για γεγονός για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση( άρθρα 31, 43 παρ.1 εδ.β), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών.(παρ.2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Π Κ, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Επίσης, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ.2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 308 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠοινΔ αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ως άνω αναβολή της ποινικής δίκης, γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς τη προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφαση του. Η κατ' άρθρο 59 παρ.2 ΚΠοινΔ υποχρεωτική αναβολή της δίκης, όρος ταυτόσημος με την αναστολή των άρθρων 362-366 ΠΚ, χωρεί, μετά την προκαταρκτική εξέταση και με βούλευμα και με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Η νέα διάταξη του 59 παρ.2 , όπως αντικ. με άρθρο 6 του ν. 3346/17-6-2005, είναι διφυούς χαρακτήρα, ήτοι δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού ποινικού δικαίου και επομένως αναφέρεται σε πράξεις που έχουν τελεσθεί μετά την 17-6-2005 και δεν μπορεί να έχει δυσμενή αναδρομικότητα σε βάρος του κατηγορουμένου. Δηλαδή, αν η πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως έχει τελεσθεί πριν την 17-6-2005 και μετά την προκαταρκτική εξέταση ανασταλεί η διαδικασία γι αυτήν με πράξη του Εισαγγελέα, μέχρι να εκδικασθεί η καταμηνυόμενη ψευδορκία μάρτυρος, η πενταετής παραγραφή της ψευδούς καταμηνυσεως αναστέλλεται επί τριετία με την επίδοση στον κατηγορούμενο κλήσεως ή κλητηρίου θεσπίσματος (320, 321, 339, 340, 343 ΚΠοινΔ), εντός της πενταετίας και όχι με την έκδοση της άνω διατάξεως του Εισαγγελέα, διότι η άνω διάταξη του άρθρου 59 παρ.2 ΚΠοινΔ είναι για τον κατηγορούμενο δυσμενέστερη εκείνης του άρθρου 113 παρ. 3 Π Κ, όπως η τελευταία ίσχυε, προ της αντικαταστάσεως της με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 3189/2005, που αφορούσε την αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής κατά τη διάρκεια μόνο της κύριας διαδικασίας και όχι της προδικασίας, (βλ. Ερμηνεία ΚΠΔ άρθρου 59, Αθ. Κονταξή σ. 618, Μ. Μαργαρίτη σ.120). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί απόφαση μπορεί να προταθεί και η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση δε εξουσίας, ενόψει της ενδεικτικής απαριθμήσεως των περιπτώσεων στην παραπάνω διάταξη, συνιστά και η κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου και η επιβολή ποινής για πράξη της οποίας έχει ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινο συνεπεία παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1868/2010 απόφαση του, τον παραδεκτώς προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για εξάλειψη του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από τότε που φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως(11-3-2003)μέχρι της 3-11-2008 που του επιδόθηκε το 16641/27-10-2008 κλητήριο θέσπισμα, τον απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "ΕΠΕΙΔΗ, ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ψευδής καταμηνύσεως, λόγω παραγραφής, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι από το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε η εν λόγω πράξη (Π.3.2003) μέχρι το χρόνο επίδοσης σ' αυτόν (κατηγορούμενο) του κλητηρίου θεσπίσματος (3.Π.2008) δεν παρήλθε η προβλεπόμενη από το άρθρο 111 παρ. 1 και 3 Π.Κ προθεσμία των πέντε ετών, αφού η εν λόγω προθεσμία ανεστάλη από 18.6.2007, οπότε εκδόθηκε η από 18.6.2007 σχετική πράξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μέχρι την αμετάκλητη έκδοση της απόφασης επί της κυρίας δίκης, ήτοι μέχρι 22.10.2008 (βλ. την υπ' αριθμ. 8260/2008 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο), σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 του Ν.3346/2005, το οποίο είναι δικονομικής φύσεως και εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που τελέστηκαν προ του Ν. 3346/2005, καθόσον ο νομοθέτης κατά τη θέσπιση της εν λόγω διάταξης και για τα ρητώς μνημονευόμενα στην παράγραφο 2 αυτού ποινικά αδικήματα, εχώρησε απλώς σε μεταβίβαση της αρμοδιότητας προς αναβολή της περαιτέρω ποινικής διαδικασίας, από το έως τότε αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο στους Εισαγγελείς Πλημμελειοδικών και Εφετών" . Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές και τα επισκοπουμενα για την έρευνα σχετικού λόγου αναιρέσεως έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι επί της αξιοποίνου πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με χρόνο τελέσεως την 11 -3-2003, είχε μεν εκδοθεί η από 18-6-2007 πράξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέως Εφετών, δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε κάθε περαιτέρω ενέργεια εναντίον του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ.2 ΠΚ, ως το τέλος της ποινικής δίκης για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του καταμηνύσαντος αυτόν Χ.Μ., πλην όμως η παραπάνω διάταξη του άρθρου 59 παρ.2, που θεσπίστηκε και ισχύει μετά το ν. 3346/2005, ως ουσιαστική ποινική διάταξη και ως δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο, δε μπορεί να εφαρμοσθεί αναδρομικά για την εν λόγω σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενη πράξη, τελεσθείσα την 11-3-2003 και επομένως, με την έκδοση της παραπάνω πράξεως αναβολής (αναστολής) της Εισαγγελέως, δεν ανεστάλη η τρέχουσα παραγραφή, αλλά, εφόσον το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε το πρώτον στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 3-11-2008, ήτοι μετά τη συμπλήρωση πενταετίας, εξαλείφθηκε το αξιόποινο, συνεπεία παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1,3, 112 και 113 του ΠΚ. Το Δικαστήριο δε, που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε τον προβληθέντα συναφή αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως αβάσιμο και κήρυξε ένοχο αυτόν για πράξη της οποίας είχε ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινο συνεπεία παραγραφής, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η εναντίον του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1868/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την κατά του αναιρεσείοντος Ι.Π. του Δ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι: "Στη ..., στις 11-3-2003, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του. Συγκεκριμένα, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσ/νίκης, δια του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την 11-3-2003 έγκληση του εναντίον του νυν εγκαλούντος, Χ.Μ. του Γ., που διαβιβάστηκε υπηρεσιακώς στην Εισαγγελία Πλημ/κών Θεσ/νίκης και έλαβε ΒΜ Δ03/872, με την οποία ισχυριζόταν ότι Χ.Μ., στις 4.2.2002, 2.10.2002 και 13.12.02, στη ..., τέλεσε τις άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης" Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Δεκτός ως βάσιμος ο για υπέρβαση εξουσίας λόγος αναιρέσεως. Η διάταξη του 59 παρ.2, όπως αντικ. με άρθρο 6 του Ν. 3346/17-6-2005, είναι διφυούς χαρακτήρα, ήτοι δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού ποινικού δικαίου και επομένως αναφέρεται σε πράξεις που έχουν τελεσθεί μετά την 17-6-2005 και δεν έχει δυσμενή αναδρομικότητα σε βάρος του κατηγορουμένου. Δηλαδή, αν η πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως έχει τελεσθεί πριν την 17-6-2005 και μετά την προκαταρκτική εξέταση ανασταλεί η διαδικασία γι’ αυτήν με πράξη του Εισαγγελέα, μέχρι να εκδικασθεί η καταμηνυόμενη ψευδορκία μάρτυρος, η πενταετής παραγραφή της ψευδούς καταμηνύσεως αναστέλλεται επί τριετία με την επίδοση στον κατηγορούμενο κλήσεως ή κλητηρίου θεσπίσματος (320, 321, 339, 340, 343 ΚΠΔ), εντός της πενταετίας και όχι με την έκδοση της άνω διατάξεως του Εισαγγελέα.
null
null
0
Αριθμός 50/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις τρεις (3) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Σ. του Λ., κρατούμενη στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γυναικών Ελαιώνα Θηβών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μιχαλόλια, 2. Σ. Σ. του Ε., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρούνια και 3. Δ. Φ. του Χ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αλέξανδρο Δημάκη και Αριστομένη Τζανετή, περί αναιρέσεως της 725, 1065, 1194, 1196, 1361, 1560, 2042, 2043/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου και με συγκατηγορούμενο τον Γ.-Δ. Κ. του Ν.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Σεπτεμβρίου 2009, 30 Σεπτεμβρίου 2009 μετά των από 24 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων και 2 Οκτωβρίου 2009 τριών (3) χωριστών αιτήσεών τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1457/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιο δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του Σ. Σ., να απορριφθεί κατά τα λοιπά καθώς να απορριφθούν και οι αιτήσεις αναίρεσης των υπολοίπων δύο αναιρεσειόντων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 29.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7640/2009) της Γ. Σ. του Λ., 2) η από 30.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7650/2009) του Σ. Σ. του Ε. μετά των από 24.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων και 3) η από 2.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7662/2009) του Δ. Φ. του Χ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 725, 1065, 1194, 1196, 1361, 1560, 2042, 2043/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§5 β του ν. 2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι` αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. Αν πρόκειται για χρήματα, η απόκτηση της κατοχής τους, υπό την παραπάνω έννοια, δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοσή τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική τους μεταφορά στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη ή καθ` υπόδειξη του τελευταίου σε λογαριασμό τρίτου σε τράπεζα, οπότε γίνεται δικαιούχος αυτός (δράστης ή τρίτος) και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους κατά τις διατάξεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημα. β) Ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα. Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα. αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι` αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέτοια βούληση υφίσταται και όταν εκμεταλλεύεται το πράγμα προς ίδιο όφελος και αντίθετα με τις δοθείσες οδηγίες του κυρίου του πράγματος. Εξάλλου, στοιχειοθετείται υπεξαίρεση και όταν πρόκειται για παραστατικά αξίας έγγραφα, όπως είναι οι πιστωτικοί τίτλοι, καθόσον αντικείμενο ιδιοποιήσεως εδώ είναι η ενσωματωμένη σε αυτά αξία. Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Έτσι, και ο εντολοδόχος που διαχειρίζεται χρήματα για λογαριασμό του εντολέα του δεν αποκτά κυριότητα επ' αυτών. Από τη διάταξη δε του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής χρήματα και αρνείται να τα διαθέσει προς περαιτέρω τυχόν εκτέλεση της εντολής ή να τα αποδώσει στον εντολέα, ιδιοποιούμενος αυτά, δεν αθετεί μόνο την υποχρέωσή του από το νόμο ή τη σύμβαση της εντολής, αλλά διαπράττει και την παράνομη πράξη της υπεξαιρέσεως. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Ως "ιδιαίτερα τεχνάσματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρούνται κρυφές υλικές ενέργειες και μέθοδοι, μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη και οι οποίες αποσκοπούν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και μάλιστα των προϊσταμένων ή εκείνων που έχουν δικαίωμα ελέγχου, οι οποίοι, έτσι, θεωρούν τις ενέργειες ως κατ` αρχήν νόμιμες. Δηλαδή, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι μέσα, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επιτήδεια για τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως οι ψευδείς εγγραφές ή οι παραποιήσεις τους σε βιβλία ή λογαριασμούς, οι αλλοιώσεις αριθμών και κάθε άλλη ενέργεια ή παράλειψη ικανή να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται και στο άρθρο 258 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή (κατά το νόμο ή το καταστατικό τους), και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που τα εγκλήματα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία στρέφονται, μεταξύ άλλων, και κατά τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους, και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Στις εν λόγω τράπεζες υπάγεται και η ΕΤΒΑ, η οποία ιδρύθηκε με το ν. 4366/1964 και ανήκε, μέχρι το έτος 2002, οπότε εντάχθηκε στον Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς, εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, εάν η υπεξαίρεση στην υπηρεσία στρέφεται κατ` αυτής ή κατά θυγατρικής της εταιρίας, εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη του ν. 1606/1950, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές επιβαρυντικές περιπτώσεις. Η θυγατρική της ως άνω Τράπεζας εταιρία με την επωνυμία ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, από το 1992 και μετά, είχε ως μοναδικό αντικείμενο την εκκαθάριση προβληματικών επιχειρήσεων (άρθρο 46 Α ν. 1892/1990, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν, δηλ., από την κατάργησή του με το ν. 3588/2007). Στα πλαίσια της εκκαθαρίσεως αυτής, προέβαινε σε αναγκαστική εκποίηση του ενεργητικού των προβληματικών επιχειρήσεων με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό αυτών ενώπιον συμβολαιογράφου. Αν δε, μετά την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων πιστωτών, απέμενε περίσσευμα από το πλειστηρίασμα, έπρεπε να το επιστρέψει, κατά τις διατάξεις για την εντολή, στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση. Επομένως, αν υπάλληλος της εν λόγω εταιρίας (ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ) ιδιοποιηθεί μέρος ή το σύνολο του πλειστηριάσματος που έχει επιτευχθεί από την εκποίηση, σε πλειστηριασμό, του ενεργητικού μιας προβληματικής επιχειρήσεως, που περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρίας αυτής, η οποία ενέχεται έναντι της προβληματικής κατά τις διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (υποχρεούμενη να ικανοποιήσει, από αυτό, τους δανειστές που αναγγέλθηκαν και να επιστρέψει το υπόλοιπο, κατά τα ανωτέρω) και όχι σε βάρος της προβληματικής επιχειρήσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Η εσφαλμένη δε ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, από κοινού, κατ` εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, το αντικείμενο της οποίας είχε αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, στρεφόταν δε κατά νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 263 Α του ΠΚ, το δε όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στο άνω νομικό πρόσωπο υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, οι δε κατηγορούμενοι εξακολούθησαν επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος και το αντικείμενό του ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως δεκαεπτά (17) ετών τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Η μηνύτρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., είναι θυγατρική εταιρία της ΕΤΒΑ (Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως Α.Ε.) που ιδρύθηκε με το νόμο 4366/1964, και ανήκε μέχρι το έτος 2002, οπότε εντάχθηκε στον Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς, εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, ακόμη και μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία με το ν.δ. 1369/1973. Για το λόγο αυτό τόσο η ΕΤΒΑ όσο και η θυγατρική αυτής ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., ανήκαν κατά τον κρίσιμο χρόνο στον κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990. Μέχρι το 1992 είχε ως αντικείμενο εργασιών τη χρηματοδότηση εξαγωγικών επιχειρήσεων. Από το έτος 1992 και. μετά είχε ως μοναδικό αντικείμενο εργασιών την ειδική εκκαθάριση 43 προβληματικών επιχειρήσεων, οι οποίες τέθηκαν υπό το καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης,...Από τις προβληματικές εταιρίες ... οι 28 έχουν κύριο πιστωτή την ΕΤΒΑ, οι δε υπόλοιπες 15 έχουν κύριο πιστωτή τον Ο.Α.Ε. Ο πρώτος κατηγορούμενος (Σ. Σ. - αναιρεσείων) υπηρετούσε ως Γενικός Διευθυντής της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., από 20-11-1997 και από την 19-3-1998 ανέλαβε τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου, η δεύτερη κατηγορουμένη (Γ. Σ. - αναιρεσείουσα) υπηρετούσε ως Διευθύντρια της υποδιεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικού και ο τρίτος (Δ. Φ. - αναιρεσείων) ως Προϊστάμενος του λογιστηρίου. Ο φυγόδικος κατηγορούμενος Γ. Δ. αρχικά ήταν τραπεζικός υπάλληλος στην "XIOS ΒΑΝΚ" και στη συνέχεια συνεργάτης της χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΒΑΧ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕ", πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της οποίας ήταν...Το έτος 1998 ίδρυσε (ο Γ. Δ.) την εταιρία με την επωνυμία "EUROPROFIT Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", με έδρα την οδό Ηροδότου αριθμός 6 στην Αθήνα (Κολωνάκι), στην οποία ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, με δραστηριότητα την, έναντι καταβολής προμήθειας, λήψη εντολών από πελάτες του να αγοράζει και πωλεί για λογαριασμό τους μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ, δια μέσου ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών, μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Η εν λόγω Α.Ε.Λ.Δ.Ε. του Γ. Δ. συνεργαζόταν ...και με την ως άνω "ΑΒΑΧ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕ", διατηρούσε δε και ειδικό γραφείο στις εγκαταστάσεις της τελευταίας. Ο Γ. Δ. γνώριζε πολύ καλά και είχε καλές σχέσεις με τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους (αναιρεσείοντες). Όλοι είχαν κωδικούς στην ΑΒΑΧ ΑΧΕ και χειριστής αυτών ήταν ο Γ. Δ.. Υπήρχαν επισκέψεις αυτού στη μηνύτρια, αλλά και των τριών κατηγορουμένων στα γραφεία της εταιρίας του Γ. Δ.. Σύμφωνα δε με το άρθρο 46α παρ. 8 του ν. 1892/1990 όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14του Ν. 2000/1991, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να καταθέτει αμελλητί εντόκως το εισπραττόμενο πλειστηρίασμα σε τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Επομένως αποκλειόταν από το νόμο η επένδυση με οποιαδήποτε άλλη μορφή και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από έντοκη κατάθεση (προθεσμιακή ή μη) ή τοποθέτηση με τη μορφή τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS με σίγουρη απόδοση, σε τράπεζα που να λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, των χρημάτων της μηνύτριας, που προέρχονταν από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων των υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων, των οποίων αυτή (μηνύτρια) ως εκκαθαριστής και εκπρόσωπος αυτών είχε αναλάβει την προώθηση των εργασιών εκκαθάρισης. Κατά την περίοδο που Γενικός Διευθυντής της μηνύτριας εταιρείας ήταν ο Γ. Α. (από Μάιο 1996 μέχρι 20-11-1997), αποφασίστηκε όπως η τοποθέτηση εντόκως των διαθεσίμων στις τράπεζες με τη μορφή Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και REPOS να γίνεται με το σύστημα της συλλογής προσφορών από τις διάφορες τράπεζες συμπεριλαμβανομένης και της ΕΤΒΑ ΑΕ. Το σύστημα αυτό προέβλεπε εισήγηση των υπευθύνων του λογιστηρίου και των Οικονομικών Υπηρεσιών, δηλαδή των κατηγορουμένων Δ. Φ. και Γ. Σ., αντίστοιχα, προς τον τότε Διευθυντή της εταιρίας Γ. Κ.,..., μετά τη λήψη προσφορών των επιτοκίων από τις τράπεζες. Στη συνέχεια γινόταν από κοινού εισήγηση στο Γενικό Διευθυντή και λαμβανόταν απόφαση για την κατάθεση στην τράπεζα, που πρόσφερε το υψηλότερο επιτόκιο. Ο Γ. Δ. γνώριζε τη δραστηριότητα της μηνύτριας, που αφορούσε στη διαχείριση των χρηματικών διαθεσίμων από τις εκποιήσεις των περιουσιακών στοιχείων των προβληματικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και τον ως άνω νόμιμο τρόπο επενδύσεως αυτών, στον οποίο, βέβαια, γνώριζε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν η αγοραπωλησία με τα διαθέσιμα αυτά, δια μέσου χρηματιστηριακών εταιριών μελών του ΧΑΑ, μετοχών των εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ. Έτσι συναποφάσισε, μεθόδευσε και πραγματοποίησε από κοινού με τους κατηγορουμένους (Γ. Σ. και Δ. Φ.), υπαλλήλους της μηνύτριας εταιρίας, το σχέδιο να περιέλθουν τα παραπάνω διαθέσιμα στην κατοχή τους και να τα ιδιοποιηθούν παράνομα εκμεταλλευόμενοι και το γεγονός ότι η "ΕΤΒΑ-FINANCE" διέθετε κωδικό στην "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ", αφού τότε είχε δικαίωμα για τα ίδια αυτής διαθέσιμα να επενδύει στη αγορά του χρηματιστηρίου. Με το πρόσχημα λοιπόν αυτό το χρονικό διάστημα 1996 και 1997 τα διαθέσιμα των υπό εκκαθάριση εταιριών κατά τα πιο κάτω ειδικότερα αναφερόμενα κατατίθονταν απευθείας σε λογαριασμό της "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ" που διατηρούσε η τελευταία στην Τράπεζα "INTERBANK" (μετέπειτα EUROBANK). Η επιλογή της τελευταίας Τράπεζας δεν ήταν τυχαία, καθόσον καμία συναλλαγή δεν είχε η "ΕΤΒΑ-FINANCE" με τη συγκεκριμένη Τράπεζα (EUROBANK). Τα ποσά αυτά είχαν αποφασίσει να τα επενδύσουν για δικό τους λογαριασμό στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μέσω των κωδικών "off shore" εταιριών που θα σύστηνε ο Γ. Δ. και θα άνοιγαν στην εταιρία ΑΒΑΧ ΑΧΕ, με την οποία συνεργαζόταν η δική του εταιρία "EUROPROFIT Α.Ε.Λ.Δ.Ε.". Για την αποφυγή αποκαλύψεως του σχεδίου αποφάσισαν να αποδίδουν, κατά καιρούς, στη μηνύτρια το ποσό που θα αντιστοιχούσε στους τόκους, που θα εισέπραττε εάν τα διαθέσιμα είχαν τοποθετηθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής Διαχείρισης Διαθεσίμων. Ειδικότερα για την υλοποίηση του σχεδίου, με τρόπο που να παραπλανήσει το Δ.Σ. της μηνύτριας εταιρίας και να συγκαλύψει τις δραστηριότητές τους, συναποφάσισαν και εκτέλεσαν τα παρακάτω, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα: Κατά τις παρακάτω ημερομηνίες που η εταιρία επρόκειτο να καταθέσει σε τράπεζα διάφορα χρηματικά ποσά από τα διαθέσιμά της, για να τοποθετηθούν με τη μορφή Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS, κατά τη διαδικασία λήψης προσφορών από τις τράπεζες, εμφανιζόταν ο κατηγορούμενος Γ. Δ., ως δήθεν υπάλληλος και εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και πρόσφερε τηλεφωνικώς επιτόκιο για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας EUROBANK, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που πρόσφεραν οι άλλες τράπεζες από τις οποίες ελάμβαναν προσφορές, προδήλως, μετά από ενημέρωση που δεχόταν για τις προσφορές των άλλων τραπεζών. Τις περισσότερες φορές σε επικοινωνία με τον Γ. Δ. για τα επιτόκια, ερχόταν ο Δ. Φ., υποδεικνύοντας στους λοιπούς υπαλλήλους του λογιστηρίου να μην επικοινωνήσουν με τη EUROBANK καθόσον τούτο θα το επιχειρούσε ο ίδιος όπως και έπραττε. Επίσης οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της μηνύτριας, αν και γνώριζαν την αλήθεια, δηλαδή ότι ο Γ. Δ. δεν ήταν υπάλληλος της τράπεζας EUROBANK και δεν ενεργούσε ως εκπρόσωπος αυτής, ούτε υπέβαλλε προσφορές για λογαριασμό της τράπεζας EUROBANK, καθώς και ότι το επιτόκιο που πρόσφερε στη μηνύτρια για δήθεν λογαριασμό της ως άνω τράπεζας, δεν ήταν αληθινό, παρασιωπούσαν αυτή (αλήθεια) από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Έτσι, η δήθεν προσφορά της τράπεζας EUROBANK εμφανιζόταν ως η πλέον συμφέρουσα για τη μηνύτρια από τις προσφορές όλων των άλλων τραπεζών ο Γενικός Διευθυντής της μηνύτριας μέχρι την 1-7-1998 και στη συνέχεια η τριμελής επιτροπή διαθεσίμων ...αποφάσιζε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με το επιτόκιο που πρόσφερε ο Γ. Δ., για την κατάθεση του ως άνω ποσού των διαθεσίμων, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο όριζαν ανάλογα με την προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού, που καθόριζε η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας, της οποίας προϊστάμενος ήταν ο δικηγόρος Α. Χ.. Στη συνέχεια με εντολή των παραπάνω κατηγορουμένων υπαλλήλων της μηνύτριας, οι οποίοι ανελάμβαναν την εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Γενικού Διευθυντή, εξέδιδε το λογιστήριο επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία υπέγραφαν στη θέση του εκδότη τις περισσότερες φορές οι Γ. Κ. ή όποιος άλλος τον αντικαθιστούσε και η δεύτερη από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν δικαίωμα πρώτης υπογραφής, εν γνώσει και του τρίτου, με το ποσό των διαθεσίμων που καθόριζε η παραπάνω απόφαση. Οι επιταγές εκδίδονταν πάντοτε σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" και όχι σε διαταγή της τράπεζας [EUROBANK], που δήθεν πλειοδοτούσε. Στη συνέχεια, αφού οι παραπάνω κατηγορούμενοι ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους οπισθογραφούσαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης τις επιταγές, οι δεύτερη και τρίτος από τους κατηγορουμένους, τις παρέδιδαν σε ένα από τους δύο κλητήρες της μηνύτριας, δηλαδή σε έναν από τους Ι. Μ. και Ι. Χ., δύο δε φορές τουλάχιστον και στην υπάλληλο Α., με την εντολή να τις παραδώσουν στο Γ. Δ., στο γραφείο του στην ως άνω εταιρία του, στην οδό Ηροδότου 6. Ο τελευταίος στη συνέχεια τις κατέθετε στο λογαριασμό ..., που η χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΑΒΑΞ ΑΧΕ" διατηρούσε στην τράπεζα EUROBANK. Μετά την αποχώρηση του Γ. Α. στις 20-11-1997 στη θέση του τοποθετήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Σ., ο οποίος από την 19.3.1998 ανέλαβε ως Διευθύνων Σύμβουλος. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο κατηγορούμενος αυτός, κατέστη κοινωνός από τους λοιπούς (β' και γ') των συγκατηγορουμένων του, του συγκεκριμένου τρόπου διαχειρίσεως των διαθεσίμων των υπό εκκαθάριση εταιριών και τον σκοπό που επεδίωκαν και όχι μόνο δεν αντέδρασε και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να το αποτρέψει, αλλά από τότε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο (...), από κοινού με τους λοιπούς ως άνω κατονομαζόμενους κατηγορούμενους καθιστάμενος συναυτουργός τους. Ο κατηγορούμενος Σ. Σ. συνέχισε την μέχρι τότε διαδικασία προσφορών επιτοκίων από τις τράπεζες και με την από 1-7-1998 έγγραφη 'ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ' που υπογράφεται από τον ίδιο, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και από τον Η. Ν., με την ιδιότητα του εντεταλμένου Συμβούλου, συγκρότησε τριμελή "Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων" από τον ίδιο ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή τον Η. Ν. και μέλη τη Γ. Γ. (Υποδιευθύντρια) και το Ν. Σ. (Αναπληρωτή Υποδιευθυντή). Η επιτροπή αυτή είχε ως έργο την αξιολόγηση προσφορών των τραπεζών για την αποδοτικότερη και ασφαλέστερη τοποθέτηση του προϊόντος των εισπραττόμενων τιμημάτων από πωλούμενα περιουσιακά στοιχεία των υπό εκκαθάριση εταιριών καθώς και των ιδίων διαθεσίμων. Προς το σκοπό αυτό υποβάλλεται στην Επιτροπή από την αρμόδια Υποδιεύθυνση Διοικητικού και Οικονομικών Υπηρεσιών Εισηγητικό Σημείωμα, στο οποίο αναγράφονται οι ληφθείσες προσφορές των τραπεζών με τα αντίστοιχα επιτόκια, με τη σύμφωνη γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας όσον αφορά τη προθεσμία κατάθεσης των τιμημάτων με βάση τις "εκ του πίνακα κατάταξης υποχρεώσεις", όπως αναφέρεται στην απόφαση. Κατά το πρώτο χρονικό διάστημα από 10-1-1997 [από 20-11-1997 όσον αφορά στον πρώτο κατηγορούμενο] μέχρι 2-9-98 τις επιταγές τις κατέθετε στον ως άνω λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ στην τράπεζα EUROBANK ο ίδιος ο Γ. Δ. και στο "Δελτίο Κατάθεσης" που εξέδιδε η τράπεζα EUROBANK με την κατάθεση κάθε επιταγής, αναγραφόταν ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών η μηνύτρια εταιρία. Στη συνέχεια παραλάμβανε το αντίγραφο του Δελτίου Κατάθεσης για τον πελάτη, το οποίο παρέδιδε στον κλητήρα που τον ανέμενε στο γραφείο του, και αυτός με τη σειρά του το παρέδιδε στη δεύτερη ή τον-τρίτο από τους κατηγορουμένους. Με εντολή δε αυτών καταχωρούνταν στα λογιστικά βιβλία της μηνύτριας, ως επίσημο παραστατικό κατάθεσης των χρημάτων στην τράπεζα EUROBANK. Μερικές ημέρες μετά την κατάθεση κάθε χρηματικού ποσού και πριν από τη λήξη της προθεσμίας δέσμευσης των χρημάτων που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων, έφθανε στη μηνύτρια FAX, χωρίς υπογραφή με φερόμενη αποστολέα την εταιρία ΑΒΑΧ ΑΧΕ (στην πραγματικότητα αποστολέας ήταν ο Γ. Δ.) με περιεχόμενο "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής (ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε.), που την πληροφορούσε ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτής που δήθεν είχε: επενδυθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS για το χρονικό διάστημα που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων και με το επιτόκιο, που είχε δήθεν προσφέρει η τράπεζα EUROBANK μέσω του κατηγορουμένου Γ. Δ., θα αποδώσει το ποσό των τόκων που αναγραφόταν στους πίνακες αυτού. Με βάση τους πίνακες αυτούς το λογιστήριο της μηνύτριας πραγματοποιούσε στη συνέχεια την κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων στους δικαιούχους και πίστωνε με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς αυτών (δικαιούχων), δηλαδή το λογαριασμό της μηνύτριας και τους λογαριασμούς των δικαιούχων προβληματικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-1997 (από 20-11-1997 για τον α') και μέχρι 2.9.1998, παραδόθηκαν από τους κατηγορουμένους υπαλλήλους της μηνύτριας με τον προαναφερόμενο τρόπο στο Γ. Δ. είκοσι πέντε (25) επιταγές συνολικού ποσού 9.997.245.352 δραχμών, και αναλυτικότερα: 1)...25)...Τις παραπάνω επιταγές ο Γ. Δ. κατέθεσε στο λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ στην τράπεζα EUROBANK και, στη συνέχεια, ο ίδιος...έδινε εντολή στην τελευταία και πιστώνονταν με τα χρήματα της μηνύτριας που είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό της, οι παρακάτω κωδικοί που είχαν ανοιχτεί στην ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία, ήτοι... Από 19-6-1997 μέχρι 31-7-1997 έγιναν στον κωδικό της τέσσερις καταθέσεις συνολικού ποσού 256.252.634 δραχμών. Το ποσό αυτό κατατέθηκε με επιταγές της μηνύτριας εταιρίας στον τραπεζικό λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα η εταιρία δεν διενήργησε καμία χρηματιστηριακή πράξη μέχρι την 31-7-1997 και ο λογαριασμός της έκλεισε με πληρωμή όλου του ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου Γ. Δ., ο οποίος και καρπώθηκε παράνομα το ποσό αυτό. Δηλαδή οι κωδικοί και των τεσσάρων ως άνω OFF-SHORE εταιριών ανοίχτηκαν, όταν οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της μηνύτριας άρχισαν να παραδίδουν τμηματικά με τον προαναφερόμενο τρόπο στην κατοχή του συγκατηγορουμένου τους Γ. Δ. τα παραπάνω διαθέσιμα αυτής, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και να προβούν με αυτά σε αγοραπωλησίες μετοχών, όπως και έγινε και προκύπτει από τις χρηματικές καρτέλες των παραπάνω τεσσάρων OFF-SHORE εταιριών. Της συστάσεως των OFF-SHORE εταιριών επιμελήθηκε ο Γ. Δ. με το Ν. Κ., τότε διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΒΑΧ ΑΧΕ. Ο εξ αυτών Γ. Δ. εμφανιζόταν στην ΑΒΑΧ ΑΧΕ ως εκπρόσωπος της μηνύτριας, της οποίας εμφάνιζε ως πελάτες τις ως άνω OFF-SHORE εταιρίες. Όμως δεν υπάρχει κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, που να συνδέει τη μηνύτρια με τις εταιρίες αυτές ή με το Γ. Δ.. Όταν η μηνύτρια είχε ανάγκη μετρητών ο Γ. Δ. έδινε εντολή στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ να καταθέσει το ποσό που ζητούσε η μηνύτρια σε έναν από τους λογαριασμούς που αυτή διατηρούσε στις τράπεζες Αττικής, Εγνατία και Εργασίας, και να χρεώσει τον κωδικό της εταιρίας LANCONIA INVESTMENTS CORPORATION. Έτσι κατά το χρονικό διάστημα από 11-3-1997 μέχρι 30-6-1999, επεστράφη, τμηματικά, από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ στη μηνύτρια , με κατάθεση επιταγών έκδοσης της ΑΒΑΞ ΑΧΕ σε λογαριασμούς που η μηνύτρια τηρούσε στις τράπεζες Αττικής, Εγνατία και Εργασίας, το συνολικό ποσό των 13.208.600.426 δραχμών και αναλυτικότερα...Συνολικά δηλαδή και στις τρεις ως άνω τράπεζες κατατέθηκε το ποσό των 13.208.600.426 δραχμών, που υπερβαίνει, με βάση την πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, εκτός από το κεφάλαιο και το ποσό των τόκων, που θα κέρδιζε, αν το κεφάλαιο είχε πράγματι επενδυθεί με βάση τα επιτόκια, που προσέφερε δήθεν η EUROBANK δια μέσου του Γ. Δ.. Την επιστροφή αυτού του ποσού, το ύψος του και την ανυπαρξία ζημίας, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, συνομολογεί και η μηνύτρια εταιρία... Έτσι δεν υπέστη οικονομική ζημία η μηνύτρια εταιρία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Με τις σκέψεις αυτές (μη επέλευσης ζημίας της παθούσης κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-1997 μέχρι 20-9-1998) το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (26/05) με το οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι για τις λοιπές πράξεις, αποφάσισε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την αποδιδόμενη πράξη της υπεξαίρεσης της περιόδου αυτής. Όμως οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, κατά το παρακάτω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ιδιοποιήθηκαν παράνομα, χρησιμοποιώντας τα εκτιθέμενα ιδιαίτερα τεχνάσματα προς συγκάλυψη της πράξεώς τους, 403.020.000 δραχμές, που παρέδωσαν στους συγκατηγορουμένους τους Γ. Δ. και Δ.-Γ. Κ., ως ακολούθως: α) στις 24-4-1998 κατατίθεται στο λογαριασμό της μηνύτριας στην τράπεζα Εργασίας ποσό 353.050.283 δραχμών από λήξη προθεσμιακής καταθέσεως κεφαλαίων, που διαχειριζόταν της εταιρίας "ΛΕΚΚΑΣ ΑΕ". Στα βιβλία της μηνύτριας η επένδυση με τη λήξη θα ανερχόταν σε 303.040.283 δραχμές. Η πίστωση του λογαριασμού της μηνύτριας έγινε από την ΑΒΑΧ ΑΧΕ μέσω της EUROBANK. Παρατηρείται δηλαδή ότι κατατέθηκε ποσό μεγαλύτερο κατά 50.010.000 δραχμές. Η νόμιμη ενέργεια των οργάνων της μηνύτριας θα ήταν η επικοινωνία με τον καταθέτη του ποσού και η αναζήτηση της αιτίας καταθέσεως μεγαλύτερου ποσού ή η αναμονή οχλήσεως για επιστροφή του εν λόγω ποσού. Όμως καμία τέτοια ενέργεια δεν έγινε από τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, ούτε η ΑΒΑΧ ΑΧΕ ή η πληρώτρια τράπεζα EUROBANK αναζήτησε το ποσό των 50.010.000 δραχμών από την τράπεζα Εργασίας ή τη μηνύτρια. Έτσι, αφού εκδόθηκαν τα απαιτούμενα παραστατικά για βεβαίωση του "λάθους" από τον τρίτο κατηγορούμενο, με βάση αυτά εκδόθηκε από το λογιστήριο η ... επιταγή, έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τη δεύτερη κατηγορούμενη Γ. Σ. και τον Η. Ν., ποσού 50.010.0000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε.. Την επιταγή αυτή, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, η δεύτερη κατηγορούμενη, σε γνώση του πρώτου και τρίτου, την παρέδωσε στον κλητήρα Ι. Μ. με την εντολή να αναλάβει τα χρήματα από την τράπεζα και να τα παραδώσει στο Γ. Δ., όπως και έγινε. β) Το ίδιο συνέβη και στις 21-5-1998,... γ) το ίδιο έγινε και στις 23-3-1999, αφού είχε διαπιστωθεί...Τις δύο από τις άνω επιταγές των 23.000.000 δραχμών καθεμία, τις πληρώθηκε όπως και ο ίδιος δέχεται ο κατηγορούμενος Δ. Κ. μετά την παράδοσή τους από τον Γ. Δ.. Όσον αφορά στην τρίτη επιταγή των 20.000.000 δραχμών δεν βρέθηκε το σώμα αυτής, βέβαιο όμως είναι ότι και αυτή παραδόθηκε στο Γ. Δ.. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αδιάφορο ποιος κατέστη μετέπειτα κομιστής της επιταγής αυτής ή ποιος την εισέπραξε. Τούτο διότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του ν. 1608/1950 δεν απαιτείται η ζημία να προξενήθηκε αρκεί και το ότι απειλήθηκε. Ούτε το ποσό αυτό ζητήθηκε από τη μηνύτρια να επιστραφεί από την ΑΒΑΧ ΑΧΕ ή κάποια τράπεζα, σαν να είχε καταβληθεί από λάθος, δ) στις 24-6-1999 διαπιστώνεται και πάλι κατάθεση 222.000.000 δραχμών χωρίς μάλιστα καμία αιτιολογία... Ούτε το ποσό αυτό ζητήθηκε από τη μηνύτρια να επιστραφεί στην ΑΒΑΧ ΑΧΕ ή κάποια τράπεζα, σαν να είχε καταβληθεί από λάθος... Τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Μ. και Ι. Χ.. Η είσπραξη δε αυτών επιβεβαιώνεται και από τον κατηγορούμενο Δ. Κ.. Αβάσιμα δε κυρίως η δεύτερη κατηγορουμένη επιχειρεί να αμφισβητήσει τις καταθέσεις των ως άνω κλητήρων...Ο περαιτέρω ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης περί των παραστατικών που παρέδωσε ο Ι. Μ. στο λογιστήριο της μηνύτριας, μετά την εκταμίευση της επιταγής των 81.000.000 δραχμών και το "σπάσιμο" αυτής σε τρεις κατά τα προαναφερόμενα, και πώς με αυτά έγινε το ημερήσιο κλείσιμο του ταμείου, ενισχύει τη γνώση και το δόλο τους, γιατί προδήλως γνωρίζοντας την ως άνω πραγματικότητα, ηθελημένα δεν ήλεγξαν την "επιστροφή των χρημάτων από λάθος" ούτε το κλείσιμο του λογιστηρίου τις αντίστοιχες ημερομηνίες. Η ως άνω δραστηριότητα των κατηγορουμένων διακόπηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1998 και ξανάρχισε από 23-2-2000, διήρκεσε δε μέχρι τον Οκτώβριο 2001. Η μετά τις 2-9-1998 έλλειψη καταθέσεων εκ μέρους της "ΕΤΒΑ- FINANCE" στο λογαριασμό της "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ", που διατηρούσε η τελευταία στην "EUROBANK" και η επιστροφή του συνόλου των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί στο χρηματιστήριο δεν είναι ανεξήγητη, αλλά ούτε δικαιολογεί την έλλειψη προθέσεως των κατηγορουμένων για υπεξαίρεση των χρημάτων αυτών. Συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1998 μεταξύ των εκπροσώπων της "ΕΤΒΑ- FINANCE" (Σ. - Ν.) και της "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ" υπογράφηκε σύμβαση αποϋλοποίησης του χαρτοφυλακίου της "ΕΤΒΑ- FINANCE", δεδομένου ότι μετά από νομοθετική μεταρρύθμιση η τελευταία στερήθηκε του δικαιώματος να επενδύει τα ίδια διαθέσιμα στην αγορά τίτλων χρηματιστηρίου. Ενόψει αυτών στερήθηκαν του ερείσματος της νομιμοφάνειας που είχαν μέχρι τότε και κάλυπτε τις παράνομες ενέργειες τους. Υπό το βάρος λοιπόν της αποκαλύψεως της παράνομης δραστηριότητάς τους αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τα χρήματα που είχαν επενδυθεί στο χρηματιστήριο από την "ΕΤΒΑ- FINANCE" (ίδια αυτής διαθέσιμα και διαθέσιμα υπό εκκαθάριση εταιριών)...Οι κατηγορούμενοι μετά τις 23-2-2000 συνέχισαν την εφαρμογή της ίδιας ως άνω διαδικασίας, που απέβλεπε στο να περιέλθουν τα κατωτέρω διαθέσιμα της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. στην κατοχή τους και μέσω της εταιρίας EUROPROFIT ΑΕΛΔΕ του Γ. Δ.,...να τα τοποθετήσουν, σε μετοχές εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ, εν αγνοία του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και χωρίς την έγκρισή του, και έτσι να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Για την επιτυχία δε του σχεδίου τους εφάρμοσαν την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως και κατά το χρονικό διάστημα 1997-1999. Η διαφορά του σχεδίου κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ήταν η χρησιμοποίηση και παρένθετων προσώπων με τον παρακάτω αναφερόμενο αναλυτικά τρόπο, όπως κυρίως η Δ. Μ., ο Θ. Μ. και ο Δ. Κ.. Ο Γ. Δ. ζήτησε από το Δ. Κ., τον οποίο γνώριζε από το στάδιο της πρώτης φάσεως και συνεργαζόταν με αυτόν την ανεύρεση και χρησιμοποίηση προσώπου, προκειμένου μέσω αυτού να διακινούνται οι επιταγές, που θα του παρέδιδαν οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, το οποίο δεν έπρεπε να είχε καμία χρηματιστηριακή συναλλαγή στο παρελθόν. Ο Δ. Κ., μετά την απόρριψη από το Γ. Δ. της προτάσεως για χρησιμοποίηση του δικού του χρηματιστηριακού κωδικού, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως τέτοιο πρόσωπο τη γιαγιά του, από τη μητέρα του, Δ. Μ....Έτσι η Δ. Μ. απέκτησε στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ χρηματιστηριακή καρτέλα πελάτη με τον κωδικό αριθμό ..., τον οποίο οι κατηγορούμενοι το επόμενο χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι και τον Οκτώβριο 2001 χρησιμοποίησαν, αφού σ` αυτόν, με τον τρόπο που θα αναφερθεί αναλυτικά παρακάτω, μετέφεραν το χρηματικό ποσό των 12.700.051.864 δραχμών, το οποίο αποτελούσε περιουσία των επί μέρους πιο κάτω αναφερομένων εταιριών την οποία διαχειριζόταν όπως προαναφέρθηκε η ΕΤΒΑ FINANCE...Η τελευταία (EUROBANK) εξέδιδε "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο ανέγραφε ως δικαιούχο των χρημάτων τη χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτη αυτών το πρόσωπο που την κατέθετε. Ακολούθως τα αντίγραφα για τον πελάτη των Δελτίων Κατάθεσης που οι παραπάνω καταθέτες παραλάμβαναν από την τράπεζα τα παρέδιδαν στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού τα πλαστογραφούσε (νόθευε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), τα παρέδιδε μέσα σε σφραγισμένο φάκελο στον κλητήρα της μηνύτριας. Ο τελευταίος τα παρέδιδε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικά κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας, με εντολή δε αυτών καταχωρούνταν στα λογιστικά βιβλία ως επίσημα παραστατικά κατάθεσης των χρημάτων και επένδυση τους σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Μερικές ημέρες μετά την κατάθεση κάθε χρηματικού ποσού και πριν από τη λήξη της προθεσμίας δέσμευσης των χρημάτων που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων, έφθανε στη μηνύτρια FAX, χωρίς και σφραγίδες με φερόμενη αποστολέα την ΑΒΑΧ ΑΧΕ, (στην πραγματικότητα, όπως προαναφέρθηκε, αποστολέας ήταν ο Γ. Δ.) "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής (μηνύτριας), με το οποίο την πληροφορούσε ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτής που δήθεν είχε επενδυθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS για το χρονικό διάστημα που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων και με το επιτόκιο που είχε δήθεν προσφέρει η τράπεζα EUROBANK μέσω του κατηγορουμένου Γ. Δ., θα αποδώσει το ποσό των τόκων που αναγραφόταν στους πίνακες αυτούς (...). Με βάση τους πίνακες αυτούς το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβαινε στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων στους δικαιούχους και πίστωνε, πραγματοποιώντας αντίστοιχες λογιστικές εγγραφές, τους λογαριασμούς αυτών (δικαιούχων), δηλαδή το λογαριασμό της μηνύτριας και τους λογαριασμούς των δικαιούχων προβληματικών επιχειρήσεων με τα αντίστοιχα ποσά. Ενδεικτικό της αξιόποινης δραστηριότητας των τριών πρώτων κατηγορουμένων με τη συνδρομή του Γ. Δ. είναι το ακόλουθο περιστατικό. Ενόψει καταθέσεως ποσού 1.083.006.469 δραχμών στις 17-2-2000 λήφθηκαν προσφορές μεταξύ άλλων και της "EUROBANK", δηλαδή του Γ. Δ. που προσέφερε επιτόκιο 9,10% και της "ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ", που προσέφερε επιτόκιο 9,02%, αποφασίστηκε δε φυσικά η κατακύρωση στη "EUROBANK", που προσέφερε το μεγαλύτερο επιτόκιο. Όμως η τελευταία ανακάλεσε την προσφορά της και τελικά έγινε δεκτή η προσφορά της "ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ". Τούτο έγινε γιατί ο Γ. Δ., μαζί με το Δ. Κ., στις 17-2-2000, όπως προαναφέρεται, δεν είχαν ολοκληρώσει τις διαδικασίες ανοίγματος του κωδικού και των λογαριασμών της Δ. Μ. και δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθεί το σχέδιο των κατηγορουμένων. Πρόδηλον είναι ότι μετά από ειδοποίηση του Γ. Δ. από τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, έγινε η ανάκληση της καλύτερης προσφοράς της "EUROBANK". Στη συνέχεια κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι 25-9-2001, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι παρέδωσαν με τον προαναφερόμενο τρόπο στο Γ. Δ. είκοσι (20) επιταγές συνολικού ποσού 12.700.051.864 δραχμών, και συγκεκριμένα τις εξής:... 1) Την 23-2-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.052.287.220 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών εταιριών... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 28-3-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 9,10%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ πρόσφερε επιτόκιο 8,92%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 9,10% και για το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι 28-3-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και σε γνώση του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή, έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 23-2-2000, ποσού 1.052.287.220 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα Ι. Μ. στο Γ. Δ. και αυτός στη συνέχεια στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την τράπεζα EUROBANK το από 23-2-2000 "Δελτίο Κατάθεσης", στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των χρημάτων, που κατατέθηκαν, η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN. ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο από τους κατηγορουμένους, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 24-2-2000 έφθασε FAX, με αποστολέα την ΑΒΑΧ ΑΧΕ, στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.052.287.220 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 22-2-2000 μέχρι 28-3-2000, ήτοι για 35 ημέρες με επιτόκιο 9,10% θα αποδώσει τόκους ύψους 9.182,287 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων, ανάλογα με τα πιο πάνω κεφάλαια που αντιστοιχούσαν στις ανωτέρω προβληματικές επιχειρήσεις, και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό των τόκων το λογαριασμό κάθε δικαιούχου προβληματικής επιχείρησης. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, και δεν απέδωσαν στη μηνύτρια στις 28-3-2000, ούτε έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα σ` αυτήν το ποσό των 1.052.287.220 δραχμών του κεφαλαίου και το ποσό των 9.182.287 δραχμών των τόκων, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με τις παραπάνω αθέμιτες ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν από το διοικητικό συμβούλιο της μηνύτριας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ότι δεν είχαν επενδύσει τα παραπάνω διαθέσιμα αυτής στην EUROBANK, στο όνομά της, σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που έληγαν στις 28-3-2000, οπότε και θα εισέπρατταν εκτός του κεφαλαίου και το ποσό των τόκων 9.182.287 δραχμών, με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.052.287.220 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.182.287 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.000.659 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (35 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,92%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 2)Την 22-3-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.043.147.451 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών εταιριών...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 4-5-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε, τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 9,00%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά Ε.Τ.Ε. πρόσφερε επιτόκιο 8,75%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 9,00% και για το χρονικό διάστημα από 22-3-2000 μέχρι 4-5-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και σε γνώση του τρίτου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους κατηγορουμένους Σ. Σ. και Γ. Σ., με ημερομηνία έκδοσης 22-3-2000, ποσού 1.043.147.451 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα Ι. Μ. στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον παραπάνω υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την τράπεζα EUROBANK το από 22-3-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN" (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο από τους κατηγορουμένους, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 31-3-2000 έφθασε στη μηνύτρια με FAX από την ΑΒΑΧ ΑΧΕ, "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.043.147.451 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 22-3-2000 μέχρι 4-5-2000, ήτοι για 43 ημέρες με επιτόκιο 9,00% θα αποδώσει τόκους ύψους 11.060.221 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβη στη συνέχεια σε κατανομή ... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια, ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.043.147.451 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 11.060.221 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 10.752.993 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε η μηνύτρια εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην Ε.Τ.Ε., η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (43 ημέρες), είχε προσφέρει επιτόκιο 8,75%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 3) Την 18-4-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.104.407.637 + 65.919.526 = 1.170.327.163 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν εκ τιμήματος των προβληματικών εταιριών... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 26-6-2000 (...). Την ίδια. ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,90%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 8,60%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,90% και για το χρονικό διάστημα από 18-4-2000 μέχρι 26-6-2000 (...). Ακολούθως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, σε γνώση και του τρίτου, παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρίας: α) την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή έκδοσης της ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, με ημερομηνία έκδοσης 18-4-2000, ποσού 1.104.407.637 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ανώνυμης εταιρίας "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ", με ημερομηνία έκδοσης 18-4-2000, ποσού 65.919.526 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Αγροτική Τράπεζα σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., τις οποίες, αφού οπισθογράφησαν οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της μηνύτριας στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, τις παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία τις προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και τις κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκαν δε από την τράπεζα EUROBANK τα από 18-4-2000 και 18-4-2000 "Δελτία Κατάθεσης" στα οποία αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Τα αντίγραφα για τον πελάτη των δύο ως άνω Δελτίων Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα τα παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού τα πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), τα παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο από τους κατηγορουμένους ως δικαιολογητικά κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου μηνύτριας. Στις 19-4-2000 έφθασε από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.170.327.163 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 18-4-2000 μέχρι 26-6-2000, ήτοι για 69 ημέρες με επιτόκιο 8,90% θα αποδώσει τόκους ύψους 19.690.354 δραχμών (...). Με βάση ... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε..., με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.170.327.163 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 19.690.354 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 19.026.634 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε η μηνύτρια εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (69 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,60%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 4) Την 7-6-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 225.576.430 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης Π. Π. Ν. ΙΩΝΙΑΣ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 11-9-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,45%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά XIOS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 8,15%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,45% και για το χρονικό διάστημα από 7-6-2000 μέχρι 11-9-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων σε γνώση και του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους κατηγορουμένους Σ. Σ. και Γ. Σ., με ημερομηνία έκδοσης 7-6-2000, ποσού 225.576.430 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ASPIS ΒΑΝΚ Α.Ε., σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρίας στο Γ. Δ. και αυτός στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή, εκδόθηκε δε από την τράπεζα EUROBANK το από 8-6-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 9-6-2000 έφθασε με FAX, με αποστολέα την ΑΒΑΧ ΑΧΕ στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 225.576.430 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 7-6-2000 μέχρι 11-9-2000, ήτοι για 96 ημέρες με επιτόκιο 8,45% θα αποδώσει τόκους ύψους 5.013.359 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. πίστωσε .. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν ...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 225.576.430 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 5.013.359 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.835.370 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε αν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην XIOS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (96 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,15%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 5) Την 13-6-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 376.208.984 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 2-10-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,35%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά Ε.Τ.Ε. πρόσφερε επιτόκιο 7,90%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,35% και για το χρονικό διάστημα από 13-6-2000 μέχρι 2-10-2000 (...). Ακολούθως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, σε γνώση και του τρίτου, παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρείας την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή έκδοσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία έκδοσης 13-6-2000, ποσού 376.208.984 δραχμών, που ήταν πληρωτέα σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι πρώτος και δεύτερος ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της μηνύτριας στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, σε πρόσωπο, που εμφανίστηκε ως Μ. Θ.. Ο τελευταίος την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 14-6-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και καταθέτης ο Θ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που ο Θ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας μηνύτριας εταιρείας. Στις 22-6-2000 έφθασε με αποστολέα την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 376.208.907 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 13-6-2000 μέχρι 2-10-2000, ήτοι για 111 ημέρες με επιτόκιο 8,35% θα αποδώσει τόκους ύψους 9.553.129 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβη στη συνέχεια σε κατανομή... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 376.208.984 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.553.129 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.106.937 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην τράπεζα Ε.Τ.Ε., η οποία για το ίδιο χρόνο (111 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 7,90%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Θ. Μ....αρνείται ότι προέβη στην παραπάνω κατάθεση...Προδήλως την επιταγή αυτή, κατέθεσε τρίτο άγνωστο πρόσωπο που ενεργούσε για λογαριασμό του Γ. Δ., προσποιούμενος τον Θ. Μ. προσκομίζοντας στον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας πλαστά στοιχεία ταυτότητος. 6) Την 6-7-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 1.531.058.336 δραχμών. Έτσι την ίδια ημέρα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, σε γνώση και του τρίτου, παρέλαβαν από το λογιστήριο την ... τραπεζική επιταγή έκδοσης της ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 6-7-2000, ποσού 1.531.058.336 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι Σ. Σ. και Γ. Σ. ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός στη Δ. Μ.. Η τελευταία την κατέθεσε στο λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ και έτσι τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον παραπάνω υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, και δεν έχουν αποδώσει στη μηνύτρια μέχρι σήμερα το ποσό των 1.531.058.336 δραχμών του κεφαλαίου και το ποσό των 14.150.754 δραχμών των τόκων, το οποίο θα εισέπραττε, εάν είχε επενδύσει το κεφάλαιο αυτό σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου επί 39 ημέρες και με επιτόκιο 8,65%, όπως έκανε για άλλο κεφάλαιο ύψους 1.190.017.517 δραχμών, το οποίο επένδυσε στις 26-6-2001 σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου για 39 ημέρες με επιτόκιο 8,65%, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα.... με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.531.058.336 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 14.150.754, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 13.709.054 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε η μηνύτρια, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, για το ίδιο χρονικό διάστημα των 39 ημερών και με το προσφερόμενο απ' αυτήν επιτόκιο 8,38% την ίδια ημερομηνία (26-6-2001) με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 7) Την 24-7-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 755.200.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 31-8-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,40%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 8,10%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,40% και για το χρονικό διάστημα από 24-7-2000 μέχρι 31-8-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους με ημερομηνία έκδοσης 24-7-2000, ποσού 755.200.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 24-7-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα και αυτός στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 26-7-2000 έφθασε από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 755.200.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 24-7-2000 μέχρι 31-8-2000, ήτοι για 38 ημέρες με επιτόκιο 8,40% θα αποδώσει τόκους ύψους 6.604.379 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβη στη συνέχεια σε κατανομή... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 755.200.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.604.379 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.368.508 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (38 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,10%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 8) Την 31-8-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 377.080.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΝΕΑ ΕΛΒΙΚ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 20-10-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,30%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 8,16%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,30% και για το χρονικό διάστημα από 31-8-2000 μέχρι 20-10-2000 (...).Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου εκδόθηκε η ...επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους με ημερομηνία έκδοσης 31-8-2000, ποσού 377.080.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 31-8-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους πρώτο και δεύτερη από τους κατηγορουμένους, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα.EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 13-9-2000 έφθασε την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 377.080.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 31-8-2000 μέχρι 20-10-2000, ήτοι για 50 ημέρες με επιτόκιο 8,30% θα αποδώσει τόκους ύψους 4.287.348 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 377.080.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.287.348 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.215.031 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (50 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,16%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 9) Την 6-10-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 891.742.346 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 20-12-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπόνου σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 7,30%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 7,05%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 7,30% και για το χρονικό διάστημα από 6-10-2000 μέχρι 20-12-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους σε γνώση και του τρίτου, με ημερομηνία έκδοσης 6-10-2000, ποσού 891.742.346 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 9-10-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της. μηνύτριας. Στις 19-10-2000 έφθασε από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 891.742.346 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 9-10-2000 μέχρι 20-12-2000, ήτοι για 72 ημέρες με επιτόκιο 7,30% θα αποδώσει τόκους ύψους 12.841.090 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 891.742.346 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 12.841.090 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 12.401.326 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (72 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 7,05%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 10) Την 14-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 440.506.221 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 12-2-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 6,30%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ πρόσφερε επιτόκιο 5,95%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 6,30% και για το χρονικό διάστημα από 14-11-2000 μέχρι 12-2-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 14-11-2000, ποσού 440.506.221 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ., η οποία με τη σειρά της την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ` αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 14-11-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 23-11-2000 απεστάλη από την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 440.506.221 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 14-11-2000 μέχρι 12-2-2001, ήτοι για 90 ημέρες με επιτόκιο 6,30% θα αποδώσει τόκους ύψους 6.842.932 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 440.506.221 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.842.932 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.462.769 (440.506.221 Χ 90 Χ 5,95 : 36500 = 6.462.769), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (90 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 5,95%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 11) Την 22-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 285.000.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΒΩΞΙΤΕΣ ΕΛΕΥΣ1ΝΟΣ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 12-2-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 6,35%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 6,26%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 6,35% και για το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 μέχρι 12-2-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των κατηγορουμένων, σε γνώση και του τρίτου, εκδόθηκε η ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 22-11-2000, ποσού 285.000.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 22.11.2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 4-1-2001 έφθασε στη μηνύτρια με αποστολέα την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 285.000.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 μέχρι 12-2-2001, ήτοι για 82 ημέρες με επιτόκιο 6,35% θα αποδώσει τόκους ύψους 4,065.740 δραχμών (...). Με βάση το παραπάνω ποσό των τόκων πίστωσε το λογαριασμό της ως άνω προβληματικής επιχείρησης δικαιούχου των τόκων. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια εταιρεία ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 285.000.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.065.740 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.008.115 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (82 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 6,26%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 12) Την 30-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 2.929.247.434 δραχμών, το οποίο ανήκε στην ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. (μετρητά Νεωρίου). Με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων, σε γνώση και του τρίτου, εκδόθηκε από το λογιστήριο η υπ' αριθμ. ...επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2000, ποσού 2.929.247.434 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στη EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 30-11-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 2.929.247.434 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 27.085.507, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 26.218.771 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για κεφάλαιο 1.123.605.785 δραχμών και για τον ίδιο χρόνο (54 ημέρες) είχε προσφέρει την ίδια ημερομηνία (30-11-2000), επιτόκιο 6,05%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 13) Την 19-4-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 58.000.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου ποσού 549.427.514 δραχμών, που αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών επιχειρήσεων... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 28-6-2001 (...).Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,85%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 4,70%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,85% και για το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 μέχρι 28-6-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 19-4-2001, ποσού 58.000.000 δραχμών σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ.. Ο τελευταίος την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 19-4-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ.-Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 10-5-2001 απεστάλη από την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στην ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ "Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 549.427.514 δραχμών και επομένως και το ποσό των 58.000.000 δραχμών, αφού αποτελούσε μέρος αυτού, για το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 μέχρι 28-6-2001, ήτοι για 70 ημέρες με επιτόκιο 4,85% θα αποδώσει τόκους ύψους 539.479 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή ... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 58.000.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 539.479 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 515.326 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην Α8ΡΙ5 ΒΑΝ Κ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (70 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,70%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 14) Την 29-6-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου 302.200.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης Π. Π. ΒΑΜΒΑΚΟΣ. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 29-8-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,59%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 4,55%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,59% και για το χρονικό διάστημα από 29-6-2001 μέχρι 29-8-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε από το λογιστήριο η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της μηνύτριας, που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 29-6-2001, ποσού 302.200.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 29-6-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ. - Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 3-8-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 302.200.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 29-6-2001 μέχρι 29-8-2001, ήτοι για 61 ημέρες με επιτόκιο 4,59% θα αποδώσει τόκους ύψους 2.318.164 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας πίστωσε... Όμως οι κατηγορούμενοι...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 302.200.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 2.318.164 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 2.297.962 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (61 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,55%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 15) Την 10-7-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ποσού 42.853.356 δραχμών. Με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου εκδόθηκε από το λογιστήριο η υπ' αριθμ. ...επιταγή έκδοσης της μηνύτριας, που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 10-7-2001, ποσού 42.853.356 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρείας στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, σε άγνωστο άτομο, το οποίο με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 10-7-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και στη θέση του καταθέτη υπάρχει δυσανάγνωστη υπογραφή του παραπάνω άγνωστου ατόμου, που την κατέθεσε. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που το άγνωστο άτομο παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν ... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 42.853.356 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 415.807, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 409.561 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για κεφάλαιο 2.259.088.425 για τον ίδιο χρόνο (76 ημέρες) είχε προσφέρει στις 6-7-2001 επιτόκιο 4,59%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 16) Την 30-7-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 81.500.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΕΛΒΙΟΠ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 17-9-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,66%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες οκτώ τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 4,62%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,66% και για το χρονικό διάστημα από 30-7-2001 μέχρι 17-9-2001 (...). Ακολούθως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και με γνώσει του τρίτου, παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρείας την υπ` αριθμ. ... τραπεζική επιταγή που εξέδωσε η EUROBANK, με ημερομηνία έκδοσης 27-7-2001, ποσού 81.500.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 30-7-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ. - Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 3-8-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 81.500.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 27-7-2001 μέχρι 17-9- 2001, ήτοι για 52 ημέρες με επιτόκιο 4,66% θα αποδώσει τόκους ύψους 541.071 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας πίστωσε...Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν ... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 81.500.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 541.071 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 536.426 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (52 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,62%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 17) Την 6-8-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ποσού 999.095.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών εταιριών...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 2-10-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,72%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 4,68%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,72% και για το χρονικό διάστημα από 6-8-2001 μέχρι 2-10-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της μηνύτριας, που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και με γνώση του τρίτου, με ημερομηνία έκδοσης 6-8-2001, ποσού 999.095.000 δραχμών, ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 6-8-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ. - Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας, κάτω ..από. την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN. ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 10-8-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια, "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 999.095.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 6-8-2001 μέχρι 2-10-2001, ήτοι για 57 ημέρες με επιτόκιο 4,72% θα αποδώσει τόκους ύψους 7.364.288 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή...Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια, ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 999.095.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 7.364.288 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 7.301.879 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (57 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,68%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 18) Την 17-9-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ποσού 60.000.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΒΩΞΙΤΕΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 25-10-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,39%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 4,32%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,39% και για το χρονικό διάστημα από 17-9-2001 μέχρι 25-10-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 17-9-2001, ποσού 60.000.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρείας στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως στο Δ.-Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 17-9-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και στη θέση του καταθέτη υπάρχει δυσανάγνωστη υπογραφή του Δ. -Γ. Κ., που την κατέθεσε. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας μηνύτριας εταιρείας. Στις 3-10-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στην ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 60.000.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 17-9-2001 μέχρι 25-10-2001, ήτοι για 38 ημέρες με επιτόκιο 4,39% θα αποδώσει τόκους ύψους 274.225 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας πίστωσε... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 60.000.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 274.225 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 269.852 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (38 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,32%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. Και 19) την 25-9-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 79.022.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου ποσού 1.269.509.179 δραχμών, που προερχόταν από τίμημα των προβληματικών, επιχειρήσεων... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 6-11-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,04%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 3,95%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,04% και για το χρονικό διάστημα από 25-9-2001 μέχρι 6-11-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφονται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους με ημερομηνία έκδοσης 25-9-2001, ποσού 40.000.000 και 39.022.000 δραχμών αντίστοιχα, που ήταν πληρωτέες από την ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", τις οποίες, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, τις παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του τις προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και τις κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκε δε από τράπεζα EUROBANK το από 25-9-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και στη θέση του καταθέτη υπάρχει δυσανάγνωστη υπογραφή του Δ. - Γ. Κ., που τις κατέθεσε. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 3-10-2001 απεστάλη από την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στην ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.269.509.179 δραχμών και επομένως και το ποσό των 79.022.000 δραχμών, αφού αποτελούσε μέρος αυτού, για το χρονικό διάστημα από 25-9-2001 μέχρι 6-11-2001, ήτοι για 42 ημέρες με επιτόκιο 4,04% θα αποδώσει τόκους ύψους 367.355 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια εταιρεία ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 79.022.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 367.355 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 359.171 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (42 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 3,95%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. Με βάση τα παραπάνω κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι και 25-9-2001, οι κατηγορούμενοι Σ. Σ., Γ. Σ. και Δ. Φ., ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, δεν τοποθέτησαν τα παραπάνω διαθέσιμα κεφάλαια της μηνύτριας, συνολικού ποσού 12.700.051.864 δραχμών, σε λογαριασμό στο όνομά της, στην τράπεζα EUROBANK, σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, με το επιτόκιο και με τη χρονική διάρκεια που καθόριζε κάθε φορά με τις ως άνω αποφάσεις της η τριμελής Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., αλλά σε συνεργασία και τη σύμπραξη του συναυτουργού τους και κατόπιν εντολής του τελευταίου (Γ. Δ.) προς την ΑΒΑΞ ΑΧΕ, η οποία συνεργαζόταν με την εταιρεία αυτού την EUROPROFIT ΑΕΛΔΕ, πιστώθηκε με ολόκληρο το ποσό αυτό η χρηματική καρτέλα πελάτη με τον κωδικό αριθμό ..., που ο κατηγορούμενος Δ. - Γ. Κ. είχε ανοίξει στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ στο όνομα της Δ. Μ.. Από το ποσό αυτό που είχε περιέλθει στην κατοχή τους, επέστρεψαν, τμηματικά, στη μηνύτρια με κατάθεση επιταγών έκδοσης της ΑΒΑΞ ΑΧΕ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" και οπισθογράφηση απ' αυτή στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, σε λογαριασμό που η μηνύτρια τηρούσε στην τράπεζα Αττικής, με αντίστοιχη χρέωση της παραπάνω καρτέλας της Δ. Μ., μόνον το ποσό των 1.938.574.976 δραχμών και αναλυτικότερα:... Έτσι παρέμεινε στην κατοχή των κατηγορουμένων υπόλοιπο εκ δραχμών 10.761.476.888 (12.700.051.864 - 1.938.574.976), το οποίο δεν απέδωσαν στη μηνύτρια, αλλά το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με την έκδοση καθεμιάς από τις άνω αναφερόμενες επιταγές σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" από την ΕΤΒΑ FINANCE για τα διαθέσιμα των υπό εκκαθάριση εταιριών την οπισθογράφησή τους και την κατάθεση των αναγραφομένων σ' αυτές ποσών με τον τρόπο που περιγράφηκε (παράδοση αυτών κατ' εντολή τους από τους κλητήρες στο Γ. Δ. και στη συνέχεια η απ' αυτόν χρησιμοποίηση άλλων προσώπων όπως Δ. Μ., Δ. Κ. για την εμφάνιση τους στην τράπεζα), στο λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ, η μηνύτρια απεξενωνόταν από την κατοχή τους και εκδηλωνόταν η πρόθεση ιδιοποιήσεώς τους (...). Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο, εκτός των άλλων που καταδεικνύει την πρόθεσή τους για ιδιοποίηση είναι η μετέπειτα διαχείριση των χρημάτων αυτών με τη διάθεσή τους, μέσω του παρενθέτου προσώπου της Δ. Μ., στην αγορά μετοχών και παραγώγων, κατά παράβαση του νόμου και των εντολών της διαχειρίστριας αυτών "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ", ενέργειες που προσήκουν μόνο στον κύριο και τον έχοντα την εκ του νόμου διαχείριση αυτών. Το ότι μέρος των χρημάτων αυτών ( 2 δις δρχ. περίπου) μετά από αναλήψεις μετρητών που διενήργησε ο Δημήτριος Καμπανέλης (δ' κατηγορούμενος), παραδόθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του στον συναυτουργό τους Γ. Δ. και σε άλλους κατά τα πιο κάτω αναφερόμενα, ένα άλλο μέρος (1.533.397.355 δρχ.) απωλέσθηκε στην παράλληλη αγορά των παραγώγων και τέλος ένα άλλο μέρος αυτών απωλέσθηκε στην αγορά μετοχών, δεν μεταβάλλει τις προθέσεις αυτών και το σκοπό που επεδίωξαν, καθόσον η υπεξαίρεση αυτών είχε ήδη συντελεσθεί με την κατάθεσή τους στο λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ. Επομένως ο από μέρους του γ' των κατηγορουμένων (Δ. Φ.) προβληθείς αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ότι δεν είχε σκοπό υπεξαιρέσεως αλλά χρησιμοποιήσεως αυτών για χρηματιστηριακές και μόνο συναλλαγές και συνακόλουθα ότι πρόκειται για έγκλημα προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τις διατάξεις του άρθρου 257 ΠΚ, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου το ότι αυτός, λόγω έλλειψης αντίστοιχης αρμοδιότητας δεν υπέγραψε (σε αντίθεση με τους α' και β' των κατηγορουμένων) καμία από τις επιταγές, με τις οποίες εκταμιεύθηκαν τα διαθέσιμα, δεν τον καθιστά άμοιρο συνεπειών, ούτε μεταβάλλει τη συμμετοχική του δράση. Τούτο διότι οι συναυτουργοί δεν είναι αναγκαίο να επιτελούν από κοινού τις επιμέρους πράξεις της πραγματώσεως του εγκλήματος, μπορεί καθένας να πραγματώνει μόνος του και μία μόνο επί μέρους πράξη και αρκεί για τη θεμελίωση της κατά συναυτουργία τελέσεως αξιόποινης πράξης, ο κοινός δόλος αυτών ο οποίος και συνέτρεχε για τους κατηγορούμενους αυτούς στην κρινόμενη υπόθεση. Άλλωστε όλη η διαδικασία για την κατάρτιση των παραστατικών με βάση τα οποία εκδίδονταν οι επιταγές, η παραλαβή των καταθετηρίων, των FAX και η καταχώρησή τους στα λογιστικά βιβλία γινόταν από υπαλλήλους του λογιστηρίου κατ' εντολή του γ' κατηγορούμενου με γνώση του πρώτου και της δεύτερης. Όταν δε έλειπε ο Δ. Φ. τα καταθετήρια και τα FAX παραδίδονταν στην β' κατηγορουμένη. Τα χρήματα αυτά βρίσκονταν στην κατοχή των κατηγορουμένων αυτών, λόγω της ιδιότητάς τους ως υπαλλήλων της μηνύτριας. Όλες δε οι προαναφερόμενες ενέργειες τους, μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά πιο κάτω αναφερόμενες: 1) προσφορά επιτοκίων από το Γ. Δ. ως δήθεν εκπρόσωπο της EUROBANK καθώς και η επιλογή αυτής, ως αποδέκτη των χρημάτων δεν ήταν καθόλου τυχαία, καθόσον εξυπηρετούσε την εκτέλεση του σχεδίου τους και τη μη αποκάλυψη του, διότι ήταν η μοναδική τράπεζα στην περιφέρεια Αθηνών, με την οποία η ΕΤΒΑ FINANCE, δεν είχε συναλλαγές, 2) η χρήση των πλαστών καταθετηρίων ως δικαιολογητικών για την λογιστική εγγραφή στα σχετικά βιβλία της μηνύτριας για το ότι τα χρήματα βρίσκονταν στα ταμεία της EUROBANK, 3) η έλλειψη οποιουδήποτε επιβεβαιωτικού εγγράφου εκ μέρους της τελευταίας, όπως γινόταν με τις λοιπές τράπεζες που συνεργαζόταν η μηνύτρια, για την τοποθέτηση των χρημάτων σε REPOS και αντ' αυτών η χρήση ως δικαιολογητικών για την κατανομή των επιμέρους ποσών στους λογαριασμούς των υπό εκκαθάριση εταιριών, ανυπόγραφων τηλεομοιοτυπιών, που φέρονταν να αποστέλλονταν από αντίστοιχες συσκευές με αριθμούς τηλεφώνων που είχαν καταργηθεί από διετίας καθώς και με αναγραφή λογότυπου που δεν ανήκε στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ, 4) η σύνταξη σημειωμάτων από τη δεύτερη κατηγορουμένη υπό την ιδιότητά της ως Οικονομικής Υποδιευθύντριας το τέλος κάθε έτους και τις αρχές του επόμενου, με τα οποία ενημέρωνε το Δ.Σ της μηνύτριας για το που βρίσκονται τα διαθέσιμα μιας εκάστης των υπό εκκαθάριση εταιριών, ενώ αυτά (σημειώματα) χρησιμοποιούνταν και για τη σύνταξη του ισολογισμού, όπου ανέγραφε ότι αυτά βρίσκονται στα ταμεία της EUROBANK αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές και 5) η μη αποστολή επιστολών στην EUROBANK όπως έπρατταν με τις λοιπές τράπεζες, για την επιβεβαίωση των διαθεσίμων στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους αποτελούν τεχνάσματα για τη συγκάλυψη της υπεξαίρεσης.... Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων αυτών (α, β και γ) που δηλώνουν άγνοια της έλλειψης της ιδιότητας του ως εκπροσώπου της EUROBANK εμφανισθέντος Γ. Δ., αντικρούεται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Ιδίως ο ισχυρισμός του πρώτου τούτων ότι τον θεωρούσε εκπρόσωπο μόνο για τις προσφορές και τη διαπραγμάτευση επιτοκίων, καταρρίπτεται από τις μετέπειτα ενέργειες αυτού και των συγκατηγορουμένων του που ελάμβαναν χώρα σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα. Αξιοσημείωτο εδώ, εκτός των άλλων, είναι και το ότι, κάθε φορά που η ΕΤΒΑ FINANCE έπρεπε να διαθέσει κάποια χρήματα για την κάλυψη αντίστοιχων αναγκών υπό εκκαθάριση εταιριών, δεν επικοινωνούσε με τους αρμοδίους υπαλλήλους της EUROBANK, αλλά πάντοτε με το Γ. Δ. και ο τελευταίος φρόντιζε με επιταγές που εξέδιδε, κατόπιν υποδείξεών του, η ΑΒΑΞ ΑΧΕ να τους διαβιβάζει τα χρήματα. Ενδεικτικό της στάσης τους αυτής και του προαναφερομένου σκοπού τους είναι και το γεγονός που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2001. Συγκεκριμένα στις 12-10-2001 ημέρα Παρασκευή συνεδρίασε με την προεδρία του α' η επιτροπή διαθεσίμων και προέβη στην ανανέωση "δήθεν" REPOS που είχε λήξει για ποσό 771.000.000 δρχ. Συντάχθηκε το οικείο πρακτικό που υπέγραψαν και τα τρία μέλη προκειμένου η συναλλαγή αυτή να εκτελεστεί την επόμενη Δευτέρα. Την ίδια ημέρα η ΕΤΒΑ FINANCE πληροφορείται ότι έπρεπε να καταβάλει στο ΙΚΑ για λογαριασμό της υπό εκκαθάριση εταιρίας ΕΛΒΙΚ για ένσημα των εργαζομένων της το ποσό των 205.000.000 δρχ. Ο Δ. Φ. επικοινωνεί με τον Δ. και του ζητά τις επόμενες ημέρες να διαβιβάσει στην ΕΤΒΑ FINANCE το εν λόγω ποσό. Ο τελευταίος προφασιζόμενος διάφορους προσωπικούς λόγους δηλώνει ότι αδυνατεί να τους εξυπηρετήσει. Ο Δ. Φ. ενημερώνει τη Γ. Σ. και εκείνη με τη σειρά της τον Σπ. Στεφανάτο που είχε απέλθει από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας. Την επόμενη Δευτέρα, ως να μη συνέβαινε κάτι το επιλήψιμο οι κατηγορούμενοι αυτοί αποφασίζουν να αναλάβουν το ποσό αυτό, από το τίμημα που είχε εισπραχθεί από την πώληση τις προηγούμενες ημέρες περιουσιακών στοιχείων άλλης υπό εκκαθάρισης εταιρίας με την επωνυμία ΑΕΒΑΛ, με το πρόσχημα ότι το ποσό τούτο θα το τοποθετήσουν σε REPOS με το γνωστό τρόπο. Προς τούτο, ο α' κατηγορούμενος με τη γνώση των άλλων δύο (β' και γ' κατηγορουμένων) προβαίνει σε συμπλήρωση του πρακτικού της επιτροπής διαθεσίμων της προηγούμενης Παρασκευής (12-10-01) με παραπομπή και μόνο την υπογραφή του, εν αγνοία των λοιπών μελών της, και προσαυξάνει το αρχικό ποσό της ανανέωσης των 771.000.000 δρχ. κατά 205.000.000 δρχ. Στη συνέχεια με το ψευδές τούτο κατά περιεχόμενο παραστατικό, ο τρίτος κατηγορούμενος, σε γνώση και της δεύτερης, προβαίνει στις αναγκαίες λογιστικές εγγραφές προκειμένου να δικαιολογήσει την εκταμίευση των χρημάτων από τα διαθέσιμα της ΑΕΒΑΛ και την τοποθέτηση αυτών δήθεν σε REPOS. Και σε άλλες περιπτώσεις ο α' κατηγορούμενος, εν γνώσει και των λοιπών (β' και γ') προκειμένου να συγκαλύψει την αδυναμία επιστροφής χρημάτων μετά τη λήξη δήθεν REPOS προέβη σε εικονική ανανέωση αυτών, συντάσσοντας τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις (όπως συνομολογεί) περί το τέλος Δεκεμβρίου 2001 σχετικά πρακτικά της επιτροπής διαθεσίμων, τα οποία υπέγραψε ο ίδιος. Τα παραστατικά δε αυτά, παρά τις ελλείψεις τους (μη υπογραφέντα από τα τρία μέλη της επιτροπής), τα δέχτηκε ο τρίτος με τη γνώση και της δεύτερης, ως νόμιμα και αληθή και με βάση αυτά, με τις υποδείξεις του οι υπάλληλοι του λογιστηρίου προέβησαν στις σχετικές εγγραφές. Εξάλλου ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της γνώσης και του σκοπού τους είναι και η συμπεριφορά που εκδήλωναν, κυρίως οι β' και γ' των κατηγορουμένων, όταν, υπάλληλοι του λογιστηρίου που προέβαιναν στις μετά από υποδείξεις του εγγραφές στα λογιστικά βιβλία ότι τα διαθέσιμα βρίσκονται στην EUROBANK, τους επεσήμαναν ότι με βάση τα παραστατικά έγγραφα που τους παρέδιδαν (καταθετήρια κ.λπ.) προέκυπτε ότι καταθέτης ήταν η Δ. Μ. καθώς και ότι δικαιούχος των ποσών δεν ήταν η μηνύτρια αλλά η ΑΒΑΞ ΑΧΕ, οι τελευταίοι τους καθησύχαζαν λέγοντας ότι η ΑΒΑΞ ΑΧΕ συνεργάζεται με την EUROBANK. Εξάλλου οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων α) ότι το ποσό των 403.000.000 δρχ. (επιστροφές εκ λάθους) δεν ανήκε στην ΕΤΒΑ FINANCE και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη και ως προς αυτό και β) τα λοιπά ως υπεξαιρεθέντα χρήματα, εκτός του ποσού των 62.000.000 δρχ. δεν ανήκαν κατά κυριότητα στην ΕΤΒΑ FINANCE αλλά στις επιμέρους υπό εκκαθάριση εταιρίες την οποία (εκκαθάριση) είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει η μηνύτρια με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται το έγκλημα του άρθρου 258 ΠΚ και συνακόλουθα και εκείνο του ν. 1608/1950, αλλά υπεξαίρεση προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα για τον πρώτο, διότι τα χρήματα αυτά είναι πολιτικοί καρποί των χρημάτων, που φέρονται να υπεξαιρέθηκαν από αυτούς το διάστημα από Ιανουάριο μέχρι και Ιούνιο 1998 (πράξη για την οποία δεν παραπέμφθηκαν διότι επέστρεψαν αυτά για τα οποία κρίθηκε ότι δεν ζημιώθηκε η μηνύτρια). Σύμφωνα όμως με το άρθρο 719 ΑΚ εφόσον διαχειρίστηκαν, με όποιο τρόπο τα χρήματα αυτά και εξαιτίας της "εν τοις πράγμασι" εντολής απέκτησαν το ποσό τούτο (403.000.000 δρχ.) κατά την εκτέλεση της (εντολής) ήταν υποχρεωμένοι να το επιστρέψουν. Εφόσον λοιπόν αρνήθηκαν να τα επιστρέψουν, ιδιοποιούμενοι αυτά, δεν αθέτησαν μόνο την υποχρέωσή τους από τη σύμβαση ή το νόμο αλλά διέπραξαν και την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (...). Όσον αφορά το δεύτερο, διότι για τη στοιχειοθέτηση των αξιοποίνων πράξεων των άρθρων 258 ΠΚ και ν. 1608/1950 δεν είναι αναγκαίο τα υπεξαιρεθέντα κινητά ή χρήματα να ανήκουν στο κράτος ή στα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς ή σε άλλον. Αρκεί ότι διαπιστεύθηκαν στο δράστη ως υπάλληλο (...). Ενόψει δε και του ότι α) το ποσό της υπεξαιρέσεως και η αντίστοιχη ως άνω ζημία της μηνύτριας είναι ιδιαίτερα μεγάλη [403.000.000 δρχ. ή 1.182.685,25 ευρώ και 10.761.476.888 δρχ. ή 31.581.737,02 ευρώ του κεφαλαίου, πλέον του ποσού των τόκων 142.197.489 δρχ. ή 417.307,40 ευρώ], β) η τέλεση της πράξεως από κοινού από τους κατηγορουμένους διήρκεσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα [ Απρίλιος 1998 έως τον Οκτώβριο 2001] και γ) η μηνύτρια ιδρύθηκε από το Δημόσιο και από τράπεζα, η οποία έχει την έδρα της στην ημεδαπή και συμμετέχει στη διοίκησή της, το δε συνολικό ποσό της ζημίας υπερβαίνει το ποσό των 147.000 ευρώ ή 50.000.000 δραχμών, η υπεξαίρεση αυτή σε βάρος της, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 "Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου". Πρέπει επομένως...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ` εξακολούθηση με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του ν. 1608/1950, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α. ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ήταν υπάλληλοι της μηνύτριας εταιρίας ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, θυγατρικής της ΕΤΒΑ, και ποια ακριβώς ιδιότητα είχαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, β. ότι η εν λόγω Τράπεζα περιλαμβάνεται στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ, γ. ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού, ήτοι με συναπόφαση και με κοινό δόλο, ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν στην ως άνω εταιρία, είτε ως κυρία αυτών είτε ως εντολοδόχο, προερχόμενα από την εκποίηση του ενεργητικού προβληματικών επιχειρήσεων, την ειδική εκκαθάριση των οποίων είχε ως μοναδικό αντικείμενο, είχαν δε περιέλθει στην κατοχή τους λόγω της παραπάνω υπαλληλικής τους ιδιότητας, δ. ότι, προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως, μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία και περιγράφονται λεπτομερώς και ε. ότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως, η οποία τελέστηκε κατ` εξακολούθηση, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, ενώ το όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στη μηνύτρια υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, οι δε κατηγορούμενοι εξακολούθησαν επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού, του οποίου το αντικείμενο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ιδιοποιήθηκαν συνολικά 403.000.200 + 10.761.476.888 = 11.164.496.888 δρχ.), οπότε συντρέχει εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγοι των αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συγκεκριμένα: Α) Ο αναιρεσείων Δ. Φ., με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεώς του, υποστηρίζει ότι ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1003 επ. ΚΠολΔ, στις οποίες παρέπεμπε η διάταξη του άρθρου 46 Α του ν. 1892/1990, για το λόγο ότι το πλείστον των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων, κατά το χρονικό διάστημα από 23.2.2000 μέχρι Οκτώβριο 2001, ποσών αποτελούσε το πλειστηρίασμα από την εκποίηση, σε δημόσιο πλειστηριασμό, του ενεργητικού των αναφερομένων προβληματικών επιχειρήσεων και ότι, συνεπώς, ανήκε, κατά κυριότητα, στις τελευταίες, οι οποίες ήταν και οι άμεσα παθούσες, και όχι στην ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, η οποία είχε αναλάβει την ειδική εκκαθάριση αυτών και ενεχόταν απέναντι αυτών, κατά τις διατάξεις του ΑΚ για την εντολή, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών που θα αναγγέλλονταν και την επιστροφή σ` αυτές του τυχόν περισσεύματος, ήταν δε απλή θεματοφύλακας του πλειστηριάσματος. Επομένως δε, αφού οι προβληματικές επιχειρήσεις δεν υπάγονταν στη διάταξη του άρθρου 263 Α ΠΚ, ως προς τα εν λόγω ποσά δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αμέσως παθούσα από το ένδικο έγκλημα είναι η ειδική εκκαθαρίστρια εταιρία ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, η οποία και θα υπεχρεούτο να ικανοποιήσει, από το πλειστηρίασμα, τους δανειστές των προβληματικών επιχειρήσεων και να επιστρέψει το υπόλοιπο, και όχι οι επιχειρήσεις αυτές. Β) Για τον αυτό ως άνω λόγο είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος της αιτήσεως του αυτού αναιρεσείοντος, κατά το σημείο του δευτέρου σκέλους αυτού, με το οποίο υποστηρίζονται τα αυτά ως προς τα φερόμενα ως υπεξαιρεθέντα ποσά των 50.010.000 και 81.000.000 δρχ. της εκ λάθους επιστροφής, τα οποία προέρχονταν από επιστροφή κεφαλαίων των υπό εκκαθάριση προβληματικών εταιριών ΛΕΚΚΑΣ (το πρώτο) και ΠΟΡΣΕΛ και ΠΕΙΡΑΪΚΗ - ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ (το δεύτερο), καθώς και ο όγδοος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ., με τον οποίο υποστηρίζεται, επίσης, ότι τα ποσά που υπεξαιρέθηκαν δεν ανήκαν κατά κυριότητα στην ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και, επομένως, δεν εφαρμόζεται ο ν. 1608/1950. Γ) Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Δ. Φ., κατά το σημείο, με το οποίο υποστηρίζεται ότι δεν διευκρινίζεται αν τα φερόμενα ως υπεξαιρεθέντα ποσά των 50.504.734 και 222.000.000 δρχ. της εκ λάθους επιστροφής αφορούν διαθέσιμα προβληματικών εταιριών και ποιων ή ίδια κεφάλαια της ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και, έτσι, είναι ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, η οποία παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμο, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, παθούσα για το σύνολο των υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών είναι η ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και όχι οι προβληματικές επιχειρήσεις και, επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να γίνει η διευκρίνιση αυτή. Δ) Ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως της Γ. Σ., κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το ότι δεν αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η πράξη τελέσθηκε "από κοινού" και δεν καθορίζεται η ενέργεια κάθε κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, ενώ, με τις παραδοχές της αποφάσεως, αιτιολογείται επαρκώς ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες ενήργησαν με συναπόφαση και με κοινό δόλο. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο πρώτος πρόσθετος όμοιος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ.. Ε) Ο αυτός λόγος της αιτήσεως της Γ. Σ., κατά το σημείο, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο αξιολόγησε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα (περικοπές καταθέσεων μεμονωμένων μαρτύρων κατηγορίας), στα οποία στήριξε αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας τη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας Π. Σ., Ι. Μ., Ι. Μ., Ι. Χ., Α., Γ. Γ., Δ. Κ. και υπερασπίσεως Γ. Γ. και Ν. Β., της απολογίας της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και των εγγράφων που είχε προσκομίσει αυτή, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ενώ από το ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανέκυπτε ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Ο αυτός λόγος, κατά τις υπόλοιπες αναφορές του (πλην ενός ζητήματος, για το οποίο θα λεχθεί σε επόμενη σκέψη της παρούσας), με τις οποίες γίνεται επίκληση εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στ) Ο αναιρεσείων Δ. Φ., με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του, υποστηρίζει ότι, όσον αφορά το ποσό των 403.020.000 δραχμών των εκ λάθους επιστροφών, δεν στοιχειοθετείται υπεξαίρεση, γιατί τα μερικότερα ποσά που το απαρτίζουν ήταν προϊόντα υπεραποδόσεως από την επένδυση στο χρηματιστήριο των κεφαλαίων των προβληματικών εταιριών και ανήκαν κατά κυριότητα στον Γ. Δ., στον οποίο και επέστρεψαν μέσω της μεθόδου των επιστροφών. Το γεγονός δε ότι ο Γ. Δ. (με τη συνδρομή των συγκατηγορουμένων του) αποσπά χρηματικά ποσά από την ΕΤΒΑ FINANCE και τα εκμεταλλεύεται στο Χρηματιστήριο συνιστά αδικοπραξία, η οποία παρέχει στην ΕΤΒΑ FINANCE ενοχική αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. σε συνδυασμό με 297 - 298 ΑΚ, αλλά και κατά τις διατάξεις για την εντολή, οι αξιώσεις, όμως, αυτές δεν θεμελιώνουν αυτομάτως κυριότητα της ΕΤΒΑ FINANCE και επί των ποσών των υπεραποδόσεων. Αλλά τα ποσά αυτά δεν ήταν αποδοτέα και γιατί αποκτήθηκαν "επ` ευκαιρία" της εντολής και όχι "από την εκτέλεσή της". Δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας, καταδικάζοντάς τον και για υπεξαίρεση του ως άνω ποσού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 719 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ορθά απορρίφθηκε ο σχετικός ισχυρισμός, που είχε προβληθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα χρηματικά αυτά ποσά εισήλθαν στο ταμείο της μηνύτριας εταιρίας, αναφέρεται δε ποια έπρεπε να είναι η νόμιμη ενέργεια των κατηγορουμένων, όταν διαπίστωσαν το λάθος, και τι έπραξαν εκείνοι, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Ως εκ περισσού δε αναφέρεται ότι τα χρήματα αυτά ήταν πολιτικοί καρποί των χρημάτων, που φέρονται να υπεξαιρέθηκαν από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους το διάστημα από Ιανουάριο μέχρι και Ιούνιο 1998 (πράξη για την οποία δεν παραπέμφθηκαν διότι επέστρεψαν αυτά για τα οποία κρίθηκε ότι δεν ζημιώθηκε η μηνύτρια), αφού το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή, εφόσον διαχειρίστηκαν, με οποιονδήποτε τρόπο, τα ποσά αυτά (των 403.000.000 δρχ. συνολικά), εξαιτίας της "εν τοις πράγμασι" εντολής, απέκτησαν αυτά κατά την εκτέλεση της εντολής. Και τα ιδιοποιήθηκαν, από κοινού, παράνομα, παραδίδοντάς τα, με τον αναφερόμενο τρόπο, στον Γ. Δ.. Ζ) Για τους αυτούς λόγους κρίνεται αβάσιμος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του Σ. Σ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την επιστροφή του ποσού των 403.000.000 δρχ., καθώς και ότι ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα η διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ. Η) Οι τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως του ιδίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο αρκέστηκε μόνο σε ενδείξεις για την καταδικαστική του κρίση, χωρίς να διαλάβει την απαιτούμενη αιτιολογία, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτών, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμοι, γιατί, όπως αναφέρθηκε, η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη όσον αφορά και τις δύο φάσεις της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, την οποία τέλεσαν από κοινού οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1§1 ν. 1609/1950. Και Θ) ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του ιδίου, με τον οποίο αυτός αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη γιατί η πράξη της υπεξαιρέσεως ολοκληρώθηκε με την ιδιοποίηση των χρηματικών ποσών από τους συναυτουργούς Δ. και υπευθύνους των ABAX και EUROX, οι οποίοι αποδεδειγμένα ιδιοποιήθηκαν τα χρήματα της μηνύτριας ΕΤΒΑ FINANCE, ενώ τα παρεμβληθέντα από την έκδοση μέχρι την παράδοση της επιταγής πρόσωπα, όπως ο ίδιος, θα ήταν δυνατόν να κατηγορηθούν για απλή συνέργεια, εφόσον συνέτρεχε και το στοιχείο του δόλου, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο αναιρεσείων Σ. Σ. καταδικάστηκε για "από κοινού" με τους συγκατηγορουμένους του Γ. Σ. και Δ. Φ. τέλεση της πράξεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν και αυτός (ή μόνο ο Γ. Δ. και οποιοσδήποτε άλλος συναυτουργός του) ενθυλάκωσε μέρος των ποσών που υπεξαιρέθηκαν, ενώ, ο δόλος αυτού, παρά το ότι δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα και χωρίς να γεννάται καμιά αντίφαση ή ασάφεια. Ούτε ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, όπως υποστηρίζει αυτός με τον ίδιο λόγο, το (μη ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στην έκβαση της δίκης) γεγονός ότι επί διετία σχεδόν υπέβαλλε στο Δ.Σ. αλλεπάλληλες εισηγήσεις για την εφαρμογή συστήματος εσωτερικού ελέγχου στην εταιρία, μετά από σύσταση της ελέγκτριας Grant Thornton, πλην, με ευθύνη του Προέδρου του Δ.Σ., αναβαλλόταν συνεχώς η λήψη αποφάσεως, με αποτέλεσμα να απολεσθεί η ευκαιρία αποκαλύψεως του σκανδάλου. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων Σ. Σ., με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσαν οι συνήγοροί του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησαν να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. ε' ΠΚ, αφού α) μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου και καθ` όλη τη διάρκεια των ερευνών του ΣΔΟΕ και της εσωτερικής Επιτροπής της ΕΤΒΑ ήταν απολύτως συνεργάσιμος, β) κατά τη διάρκεια της 18μηνης φυλακίσεώς του (μετά την απολογία του στον Ανακριτή, όπου εθελουσίως παρουσιάστηκε) υπήρξε υπόδειγμα κρατουμένου, γ) αφότου αποφυλακίστηκε (μετά την παρέλευση του 18μήνου από την επιβολή της προσωρινής κρατήσεως) μέχρι το νέο εγκλεισμό του μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, ήτοι για διάστημα τριών και πλέον ετών, δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε παράπτωμα και διήγε φιλήσυχο οικογενειακό βίο και δ) κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή, μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα και διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους συγκρατουμένους του. Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Όσον αφορά τον ισχυρισμό όλων των κατηγορουμένων (και του αναιρεσείοντος Σ. Σ.) για τη συνδρομή στο πρόσωπό τους και του ελαφρυντικού του 84 παρ. 2 ε ΠΚ, η συγκεκριμένη συμπεριφορά πρέπει να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσης του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς "επί πειθαρχική ποινή" και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι ελεύθερη στην κοινωνία όπως απέβλεψε ο νομοθέτης. Αλλά και τα περιστατικά της ζωής του στην κοινωνία δεν πρέπει να είναι απότοκα παθητικής (μη κακής στάσης) αλλά τέτοια θετικής συμπεριφοράς και οπωσδήποτε μη επηρεαζόμενα από την εκκρεμή ποινική δίκη. Έτσι λοιπόν η ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωση των κατηγορουμένων, αφενός κατά το διάστημα του εγκλεισμού τους στις φυλακές και αφετέρου το διάστημα που ήταν εκτός φυλακών, με το να μην απασχολήσουν τις διωκτικές αρχές ή την δικαιοσύνη, δεν είναι απότοκη ελεύθερης επιλογής τους αλλά παθητικής συμπεριφοράς, σαφώς επηρεαζόμενα από την εκκρεμή ποινική δίκη. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύονται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, περιστατικά τέτοια που να δικαιολογούν την προαναφερόμενη θετική συμπεριφορά τους, ώστε να δικαιούνται της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε ΠΚ". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκτίθεται ότι η καλή συμπεριφορά πρέπει να εκτείνεται για σχετικά μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, αλλά και ότι και η εκτός φυλακής καλή διαγωγή του αναιρεσείοντος δεν δικαιολογεί την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά συνιστούσαν παθητική συμπεριφορά που επηρεαζόταν από την εκκρεμή δίκη. Επομένως, οι μοναδικοί (πρώτος και δεύτερος), από το άρθρο 510§1 και 2 ΚΠοινΔ, λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί απέρριψε τον αυτοτελή του ισχυρισμό για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά και κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 84§2 στοιχ. ε ΠΚ, η οποία (διάταξη), για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, δεν διακρίνει μεταξύ κρατηθέντων και ελευθέρων και μεταξύ παθητικής και θετικής συμπεριφοράς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, αυτοτελής ισχυρισμός, στον οποίο πρέπει να εκτείνεται η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, είναι και ο περί μεταβολής του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα από αυτουργίας σε απλή συνέργεια, αφού τυχόν παραδοχή του θα οδηγήσει στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ΠΚ (άρθρο 47§1 ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων Σ. Σ., δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων, πρόβαλε, επικουρικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι έπρεπε να καταδικασθεί ως απλός συνεργός σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία και όχι ως αυτουργός, αφού αφενός, κατά την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Μ., στην έρευνα που έγινε στα περιουσιακά στοιχεία του δεν βρέθηκε να έχει ενθυλακώσει χρήματα της ΕΤΒΑ FINANCE και αφετέρου η έκδοση επιταγών εκ μέρους του λάμβανε χώραν πριν από την τέλεση της πράξεως της υπεξαιρέσεως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, γιατί αφορά την ουσία της υποθέσεως, και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει. Πάντως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τις οποίες ο αναιρεσείων αυτός ενήργησε με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή από 20.11.19977 και του Διευθύνοντος Συμβούλου από 19.3.1998 της μηνύτριας ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και είχε κοινό δόλο με τους συγκατηγορουμένους του, συνάγεται ότι το Πενταμελές Εφετείο τον θεώρησε συναυτουργό της πράξεως και απέρριψε (σιωπηρά) τον ως άνω ισχυρισμό. Επομένως, ο έκτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Α ΚΠοινΔ, πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του ανωτέρω, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε ειδικά στον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, άλλως για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, οι οποίοι είχαν υποβληθεί εγγράφως και αναπτύχθηκαν και προφορικώς, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να απαντά μόνο στους αυτοτελείς και όχι και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι α) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950 για τα χρηματικά ποσά της Β' φάσης, γιατί αυτά, κατά το πλείστον, ανήκαν στις προβληματικές επιχειρήσεις και όχι στην ΕΤΒΑ FINANCE και β) δεν στοιχειοθετείτο η υπεξαίρεση των ποσών της Α' φάσης, που επεστράφησαν "εκ λάθους", και δη με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, είναι αβάσιμος και απορριπτέος για το λόγο, για τον οποίο απορρίφθηκαν οι όμοιοι λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Δ. Φ.. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι δεν απαντήθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι δεν συνέτρεχαν οι ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1§1 ν. 1608/1950 για τα απολεσθέντα χρήματα της β' φάσης, ήτοι α) ο μακρός χρόνος εκτελέσεως του εγκλήματος, αφού η όλη δραστηριότητα εξαντλήθηκε σε χρονικό διάστημα 1 έτους και 7 μηνών (23.2.2000 μέχρι 25.9.2001) και β) η ιδιαίτερα μεγάλη αξία του αντικειμένου, αφού το απωλεσθέν ποσό ανήκε στις προβληματικές επιχειρήσεις, ενώ η μηνύτρια απώλεσε μόνο 62.329.121 δρχ., ενώ στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως και της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κρίσιμο μέγεθος τυγχάνει το "επιτευχθέν" και όχι το "επιδιωχθέν" όφελος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Διότι α) η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ότι η τέλεση της πράξεως διήρκεσε επί μακρό χρόνο, εφόσον, όπως εν προκειμένω, προσδιορίζεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και β) πέραν του ότι και η κρίση για το ότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία, εφόσον το μέγεθος της ζημίας από την υπεξαίρεση προσδιορίζεται, δεν ελέγχεται αναιρετικά, όπως ήδη έχει εκτεθεί αμέσως παθούσα από την πράξη αυτή, για το σύνολο των ποσών που υπεξαιρέθηκαν, είναι η μηνύτρια εταιρία και όχι οι προβληματικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Γ. Σ., δια του συνηγόρου της, υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και συγκεκριμένα για να αρθεί, με δικαστική απόφαση, το τραπεζικό απόρρητο και να διαταχθεί η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών να απευθυνθεί στα μέλη της, ώστε να πληροφορηθεί αυτή (αναιρεσείουσα) για την τύχη της υπ` αριθ. ... επιταγής, ποσού 20.000.000 δρχ., της 23.3.1999, που εκδόθηκε από την Τράπεζα Αττικής και από το με αριθ. 65 κατάστημά της και ιδιαίτερα το λογαριασμό, στον οποίο τελικά αυτή πιστώθηκε. Το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο, γιατί δεν έγινε επίκληση συνδρομής των προβλεπομένων από τις αντίστοιχες ποινικές διατάξεις προϋποθέσεων, υπό τις οποίες επιτρέπεται η άρση του απορρήτου, και το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, και μάλιστα να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση επ` αυτού. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε το αίτημα αυτό με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία έχει ως εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ν.δ. 1059/1971, όπως ισχύει, οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Όμως το άρθρο 3 του ίδιου νομοθετήματος προβλέπει τη διαδικασία άρσης του τραπεζικού απορρήτου, ορίζοντας: "εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά, από, αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος". Από την τελευταία διάταξη, σαφώς συνάγεται, ότι για την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αφενός τουλάχιστον βασίμων υπονοιών για τέλεση κακουργήματος και αφετέρου οι υπόνοιες αυτές πρέπει να αποδίδονται σε συγκεκριμένο πρόσωπο του οποίου το τραπεζικό απόρρητο καλύπτει τις καταθέσεις του. Ενόψει αυτών το αίτημα της κατηγορουμένης, με προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι απαράδεκτο ως αόριστο καθόσον δεν κατονομάζει συγκεκριμένο πρόσωπο για το οποίο και μόνο μπορεί να αρθεί απόρρητο. Αν ήθελε υποτεθεί ότι με την επαναδιατύπωση του αιτήματος, μετά την εξέταση του μάρτυρα Μ., ότι οι υπόνοιες αφορούν και αυτόν, δεν οδηγεί σε παραδοχή του αιτήματός της, καθόσον στον άνω μάρτυρα αποδόθηκε κατηγορία για συνέργεια σε υπεξαίρεση που αποδίδεται και στην αιτούσα, για την οποία (συνέργεια) ο πιο πάνω μάρτυρας απαλλάχτηκε με το βούλευμα, που παρέπεμψε τους λοιπούς, το οποίο και κατέστη αμετάκλητο". Επομένως, ο ως άνω μοναδικός λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Γ. Σ., κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο έβδομος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ., μετά την παραίτηση από αυτόν, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 476§1 εδ. α ΚΠοινΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολό τους, οι κρινόμενες αιτήσεις με τους προσθέτους λόγους της δεύτερης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7640/2009) αίτηση της Γ. Σ. του Λ., την από 30.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7650/2009) αίτηση του Σ. Σ. του Ε. μετά των από 24.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων και την από 2.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7662/2009) αίτηση του Δ. Φ. του Χ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 725, 1065, 1194, 1196, 1361, 1560, 2042, 2043/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ", που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία από κοινού κατ’ εξακολούθηση με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του Ν. 1608/1950 (εξακολούθηση επί μακρόν της τέλεσης του εγκλήματος, αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας). Στοιχεία εγκλήματος. Έννοια ιδιαιτέρων τεχνασμάτων. Έννοια «από κοινού». Αν υπάλληλος εταιρίας, η οποία είχε ως αντικείμενο την εκκαθάριση προβληματικών επιχειρήσεων, ιδιοποιηθεί μέρος ή το σύνολο του πλειστηριάσματος που έχει επιτευχθεί από την εκποίηση, σε πλειστηριασμό, του ενεργητικού προβληματικής επιχειρήσεως, που περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως υπαλλήλου, διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρίας, και όχι σε βάρος της προβληματικής επιχειρήσεως. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 ε ΠΚ και αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, το οποίο ήταν αόριστο. Απόρριψη αιτήσεων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων στο σύνολο τους.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 49/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4280/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Γ., κάτοικο …, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κούρτη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1310/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους. Επί συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, όταν πρόκειται για εφημερίδα ή περιοδικό, μεταξύ άλλων τιμωρείται ο συγγραφέας του δημοσιεύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, εκ τούτου, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου σε βάρος του Ι. Γ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι εκδότης και Διευθυντής της μηνιαίας εφημερίδας ποικίλης ύλης "ΚΟΡΩΝΑ της Ομογένειας" που εκδίδεται στην Ελληνική Γλώσσα και κυκλοφορεί στη Γερμανία, αναπαράγεται δε και σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο, στη Γερμανία, τον Σεπτέμβριο 2007, δια του τύπου ως μέσου και συγκεκριμένα δια της παραπάνω εφημερίδας, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα ψευδές γεγονός, γνωρίζοντας ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητα, δημοσίευσε άρθρο με τίτλο "ΕΓΙΝΕ Η ΚΑΘΑΡΣΗ ΣΤΗ ... - Απομακρύνθηκε ο Συντονιστής Εκπαίδευσης κ. Γ." στο οποίο ισχυρίστηκε ενώπιον του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας, αλλά και των εχόντων πρόσβαση στην ανωτέρω ιστοσελίδα στο διαδίκτυο Ημεδαπών και Αλλοδαπών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, για τον εγκαλούντα Ι. Γ. ψευδή γεγονότα τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό και ιδίως ότι ο εγκαλών δεν είναι πλέον Συντονιστής Εκπαίδευσης, αλλά καθαιρέθηκε και τέθηκε σε διαθεσιμότητα, με απόφαση της ίδιας της Υπουργού Παιδείας από τις 14.8.2007, μαζί του κόπηκαν και όλοι όσοι βασίζονταν στη βοήθειά του για να ξανάρθουν στη ... και να συνεχίσουν τις παράνομες δραστηριότητές τους ... Όμως όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ήταν ψευδή και το γνώριζε. Δηλαδή ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν καθαιρέθηκε και δεν τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τον Υπουργό, ούτε κινήθηκε σε βάρος του διαδικασία απαλλαγής του από την άσκηση των καθηκόντων του αυτών του Συντονιστή Εκπαίδευσης ..., ούτε αποδείχθηκε ότι υπέθαλπε παράνομες δραστηριότητες οποιουδήποτε ούτε έως τότε ασκήθηκε σε βάρος του πειθαρχική δίωξη (με το υπόμνημά του ο κατηγορούμενος αναφέρεται σε μεταγενέστερες πορισματικές αναφορές από 11.3.2008 και 10.12.2008 του εν λόγω δημοσιεύματος - 2007 -) ούτε αποδείχθηκε ότι καταχράστηκε χρήματα του Δημοσίου ούτε ότι το Ελληνικό Προξενείο ...ς χρησιμοποιήθηκε με πρωτοβουλία του για μη υπηρεσιακούς σκοπούς ούτε χρησιμοποίησε εκπαιδευτικούς για να εξυπηρετήσει προσωπικά συμφέροντα. Όλα τα παραπάνω ψευδή περιστατικά ήταν μειωτικά για τον εγκαλούντα και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ειδικότερα, το Δικαστήριο περιορίζεται στην παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος "γνώριζε" την αναλήθεια των γεγονότων που διέλαβε στο προαναφερόμενο δημοσίευμα της εφημερίδας "ΚΟΡΩΝΑ της Ομογένειας", τα οποία ήταν μειωτικά για τον εγκαλούντα και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του, χωρίς να παραθέτει στην απόφαση κανένα πραγματικό περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει η γνώση αυτή, η οποία, με βάση όσα εκτίθενται στο σκεπτικό, δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Περαιτέρω, ενώ, κατόπιν αντιρρήσεων του πολιτικώς ενάγοντος, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απαγόρευσε, όχι ορθώς, κατά τα κατωτέρω, την ανάγνωση των από 10.12.2008 και 11.3.2008 εγγράφων, τα οποία αφορούσαν πόρισμα ένορκης διοικητικής εξετάσεως σε βάρος του εγκαλούντος, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αναφέρεται και το "πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης με ημερομηνία 11.3.08". Έτσι, όμως, και με δεδομένο ότι η καταδικαστική κρίση στηρίχθηκε και "στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", δημιουργείται ασάφεια ως προς το αν και το ως άνω έγγραφο λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι. Τέλος, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, έως δέκα εκατομμυρίων, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α, β, γ και ι του αυτού νόμου, α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, γ) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική και ι) αποδέκτης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημοσία αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 358 και 364 ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντελεί στην αποκάλυψη της αληθείας, ως και να επικαλούνται και να ζητούν την ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου που συντελεί προς τούτο και δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητά του. Οι διατάξεις δε των άρθρων αυτών του ΚΠοινΔ είναι ειδικές σε σχέση με εκείνες του ν.2472/1997 και υπερισχύουν έναντι αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των από 11.3.2008 και 10.12.2008 πορισμάτων Ένορκης Διοικητικής Εξετάσεως, με συντάκτη τον Κ. Κ., Γενικό Διευθυντή Διοίκησης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τα οποία εκδόθηκαν μεταγενεστέρως του χρόνου τελέσεως της ένδικης πράξεως και αναφέρονται στον εγκαλούντα. Πλην, κατόπιν αντιρρήσεων του πολιτικώς ενάγοντος, το Τριμελές Εφετείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απαγόρευσε την ανάγνωσή τους, για το λόγο ότι αφορούσαν προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος, τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι συλλέχθηκαν από τον κατηγορούμενο με κάποιο νόμιμο τρόπο ή με άδεια της Αρχής, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 2472/1997. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να αναγνώσει και τα έγγραφα αυτά, καθόσον οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 του ΚΠοινΔ υπερισχύουν έναντι αυτών του ν. 2472/1997, τοσούτω μάλλον, καθόσον ο κατηγορούμενος τα είχε προσκομίσει για να αποδείξει την αθωότητά του και, επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, με το να μη επιτρέψει την ανάγνωσή τους, προκάλεσε ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170§2 ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά (αν και ο αναιρεσείων τον στηρίζει στις περ. Α, Δ και Ε της §1 του άρθρου 510 ΚΠοινΔ), είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχήν των ανωτέρω λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 4280/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχεία του εγκλήματος. Λόγοι αναίρεσης για α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων που διέλαβε στο δημοσίευμα και β) για έλλειψη ακροάσεως, γιατί το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, δεν επέτρεψε την ανάγνωση πορισμάτων ΕΔΕ, τα οποία είχε προσκομίσει ο κατηγορούμενος, γιατί αυτά αφορούσαν προσωπικά δεδομένα του εγκαλούντος. Οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 ΚΠΔ είναι ειδικές σε σχέση με εκείνες του Ν. 2472/1997 και υπερισχύουν έναντι αυτών. Παραπομπή.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 48/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 19η Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Y. S. του I., ισραηλινού υπηκόου, κατοίκου Ισραήλ, που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη, περί αντικατάστασης της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους. Ο εκκαλών - εκζητούμενος ζητεί να γίνει δεκτή η από 30 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1617/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκζητουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την 131/10-12-2010 απόφασή του το συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του αιτούντος αλλοδαπού, Ισραηλινού υπηκόου Y. S. του I., στις Ουκρανικές δικαστικές αρχές, συλληφθέντος στη Ρόδο, διωκόμενου σύμφωνα με το από 1-4-2010 ένταλμα σύλληψης του δικαστηρίου της περιφέρειας Kienskiy του Δήμου Simferopol Ουκρανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα τη με αριθ. εκθ. 85/10-12-2010 έφεσή του, η οποία προσδιορίστηκε για τη σημερινή δικάσιμο της 19-1-2001, με αριθ. πιν. 20, ενώπιον του παρόντος συμβουλίου του Αρείου Πάγου και συζητήθηκε, του συμβουλίου επιφυλαχθέντος να εκδώσει την οριστική απόφαση του την 26-1-2011. Ο εκζητούμενος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, παραδεκτά άσκησε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την κρινόμενη από 30-12-2010 αυτοτελή έγγραφη αίτησή του, περί αντικατάστασης της προσωρινής του κρατήσεως με τους σε αυτή προτεινόμενους από τον ίδιο περιοριστικούς όρους. Η αίτηση αυτή, αρμοδίως εισάγεται σήμερα στο παρόν Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί και συζητήθηκε η πιο πάνω έφεση του εν λόγω εκζητουμένου αλλοδαπού προσωρινά κρατουμένου, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 449 παρ.2, 450 αρ.2 και 451 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 282, 296, 297 παρ.1, 2, 298 και 302 έως 304 του ιδίου Κώδικα και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Ο αιτών με την παραπάνω έφεσή του, επιδιώκει τη μη έκδοσή του στην Ουκρανία, όπου διώκεται για απάτη, επικαλούμενος ότι πρόκειται για αστική διαφορά και ότι διώκεται για τα φυλετικά και εθνικά του φρονήματα, λόγω έντονου αντισημιτικού κλίματος στην Ουκρανία. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα 131 /2010 πρακτικά του πρωτοβάθμιου συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν στο ακροατήριο, ο παραστάς εκζητούμενος και η εξετασθείσα μάρτυράς του Ισραηλινή δικηγόρος, δια διερμηνέως, όσον και ο συνήγορός του, περιλαμβανόμενα στα πρακτικά, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο αιτών Ισραηλινός υπήκοος, εκζητούμενος από το κράτος της Ουκρανίας για να δικαστεί εκεί για απάτη, που φέρεται ότι διαπράχθηκε το 2007 στην Ουκρανία στο πλαίσιο εκτέλεσης από τον εκζητούμενο σύμβασης έργου ανακατασκευής κατοικίας και εγκαταστάσεων λεμβοστασίου του εγκαλούντος συνεταιρισμού, είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, πολιτικός μηχανικός το επάγγελμα, με λευκό ποινικό μητρώο στην Ουκρανία, όπου γεννήθηκε το 1948 και σαν πολίτης του Ισραήλ και μόνιμος κάτοικος Ισραήλ από το 1999, εργάζεται εκεί και διάγει έντιμο βίο, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας δικηγόρος του από το Ισραήλ, κρατείται δε στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού από 15-12-2010, συλληφθείς με ένταλμα της INTERPOL Ουκρανίας την 5-10-2010 στη Ρόδο όπου βρισκόταν για διακοπές με τη σύζυγό του. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών αλλοδαπός δεν είναι φυγόδικος ή ύποπτος φυγής, γι' αυτό και η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να γίνει δεκτή και να διαταχθεί η προσωρινή απόλυσή του από τις φυλακές και ειδικότερα πρέπει να αντικατασταθεί η προσωρινή του κράτηση με περιοριστικούς όρους, ενόψει εκδόσεως της οριστικής επί της εκδόσεως αποφάσεως του συμβουλίου τούτου την 26-1 -2011, όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 30-12-2010 αίτηση του εκζητουμένου Y. S. του I.. Αντικαθιστά την προσωρινή του κράτηση με τους περιοριστικούς όρους: 1) της απαγόρευσης εξόδου του από τη Χώρα και 2) της εμφάνισής του στο Α.Τ. Παλαιού Φαλήρου, την 21η, 24η και 25η Ιανουαρίου 2011. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντικατάσταση προσωρινής κράτησης εκζητουμένου αλλοδαπού με περιοριστικούς όρους.
null
null
0
Αριθμός 47/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. Γ. του Δ., 2) Γ. Γ. του Α., 3) Ε. Μ. του Γ., 4) Π. Π. του Σ., 5) Α. Σ. του Β., 6) Κ. Τ. του Ι., 7) Μ. Μ. του Χ., 8) Κ. Μ. του Θ., κατοίκων ..., 9) Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 11) Β. Δ. του Π., κατοίκου ..., 12) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 13) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 14) Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 15) Θ. Π. του Δ., κατοίκου ... και 16) Γ. Τ. του Δ., κατοίκου .... Οι 2ος, 4η, 5η, 7η, 9η, 10η, 12η, 13η, 14η και 16ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 1η, 3η, 6ος, 8η, 11η και 15ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ O Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, 3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και τη υπέρβασή της, 4) στο άρθρο 576 παρ. 1, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και 5) στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση και σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα διαφορετικά η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη. Στη συζήτηση προχωρεί (ο Άρειος Πάγος) σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 και 3 του ως άνω Κώδικα αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς ή μη μετέχων στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του. Οταν τη συζήτηση επισπεύδουν, δια πληρεξουσίου δικηγόρου, οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και οι απόντες κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, πρέπει να αποδεικνύεται ότι και αυτοί είχαν παράσχει στον εν λόγω δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα ή ότι είχαν κλητευθεί προς τούτο από τους λοιπούς, αναιρεσίβλητους, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 103/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, επισπεύδεται από τους νομίμως, παριστάμενους αναιρεσίβλητους, δεύτερο, τέταρτη, πέμπτη, εβδόμη, εννάτη, δεκάτη, δωδέκατη, δεκάτη τρίτη, δεκάτη τετάρτη και δέκατο έκτο, με επιμέλεια των οποίων επιδόθηκε στο αναιρεσείον, το οποίο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, που έγινε στη δικάσιμο της 7-12-2010, παραστάθηκε νομότυπα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι Ο. Γ., Ε. Μ., Κ. Τ., Κ. Μ., Β. Δ. και Θ. Π., ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο (έχοντα σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα) με δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ. Εξ ουδενός όμως στοιχείου της δικογραφίας αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων ή η νόμιμη επίσπευση της συζητήσεως και από αυτούς, (δια δικηγόρου εφοδιασμένου με σχετική πληρεξουσιότητα), αφού τόσο το αναιρεσείον όσο και οι παραστάντες ομόδικοι των απόντων δεν προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως, ούτε πληρεξούσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η χορήγηση και από αυτούς πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο Κωνσταντίνο Σιντόρη, που υπέγραψε την κλήση, για την επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης. Κατά συνέπεια, πρέπει, η συζήτηση της υποθέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 16-11-2009, αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 103/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όταν η συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδουν, δια πληρεξουσίου δικηγόρου, οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και οι απόντες κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, πρέπει να αποδεικνύεται ότι και αυτοί είχαν παράσχει στον εν λόγω δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα ή ότι είχαν κλητευθεί προς τούτο από τους λοιπούς, αναιρεσίβλητους, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1787/2008), ως προς όλους τους διαδίκους.
null
null
0
Αριθμός 51/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Π. του Μ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαυρουδή. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ν. του Σ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καναβίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2107/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3976/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των αυτών, ως άνω, διατάξεων των άρθρων 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως πάλι λόγω ηθικής βλάβης. Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή των δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης. Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία εξεδόθη επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" και τέλος, ο, από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω δικογράφων, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει εναντίον του αναιρεσείοντος στο Μονοµελές Πρωτοδικείο Αθήνας την, από 16/10/2001, αγωγή του αιτούμενος την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αναφορικά µε το εργατικό ατύχημα και τον εξ' αυτού τραυματισμό, που υπέστη στις 19/05/2001 στην κατοικία του αναιρεσιβλήτου στις …, κατά τη διάρκεια εργασιών βαφής της από αυτόν, επί της οποίας εκδόθηκε η µε αριθ.1925/2002 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, µε την οποία επιδικάστηκε υπέρ αυτού χρηµατική ικανοποίηση, ύψους (14.673,5) ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, Με την απόφαση αυτή, η οποία κατέστη τελεσίδικη, διότι επικυρώθηκε µε τις 2925/2003 και 611/2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ότι η πρόκληση του εν λόγω ατυχήµατος οφείλονταν σε αµέλεια του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος, για το ίδιο ατύχημα, άσκησε την ένδικη αγωγή,από 11-4-2006, του, ισχυριζόμενος ότι στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος συνέτρεχε ενδεχόμενος δόλος, αναφορικά µε την πρόκλησή του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του, ζήτησε δε την επιδίκαση αποζημίωσης για θετική και αποθετική ζηµία, περαιτέρω δε χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης κατ' άρθ.931 του ΑΚ. Επικουρικά και για την περίπτωση της απόρριψης της βάσης της αγωγής, της ερειδομένης στον ενδεχόμενο δόλο, επικαλούμενος, σαφώς, την αμέλεια του αναιρεσείοντος και τις περαιτέρω, δυσμενείς συνέπειες της υγείας του, μη υπάρχουσες και μη προβλεφθείσες κατά την άσκηση της πρώτης αγωγής, ζήτησε να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, επί πλέον της επιδικασθείσας με την παραπάνω απόφαση. Επί της δεύτερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η µε αριθ.2107/2007 οριστική απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, µε την οποία απορρίφθηκε στο σύνολο της η αγωγή, διότι κρίθηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος και ότι το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος ήταν απορριπτέο, "καθώς δεν συντρέχει λόγος ο οποίος να επιβάλλει νέα αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, καθόσον το Εφετείο Αθηνών έχει ήδη τελεσιδίκως επιδικάσει στον ενάγοντα ποσό 14.673,4 ευρώ ως χρηµατική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων από το επίδικο εργατικό ατύχημα, δεδομένου ότι η σημερινή κατάσταση της υγείας του δεν έχει αλλάξει, σε κάθε δε περίπτωση οι δυσμενείς συνέπειες που ο ενάγων επικαλείται ότι επήλθαν στην υγεία του από το ανωτέρω ατύχημα μπορούσαν, βάσει των επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων, να προβλεφθούν κατά το χρόνο εκδόσεως της παραπάνω απόφασης". Με την ασκηθείσα έφεσή του και ειδικότερα με τον τέταρτο λόγο της, τον οποίο επικαλέστηκε επικουρικά και για την περίπτωση απόρριψης των λοιπών, αναφερομένων στον ενδεχόμενο λόγο του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος παραπονέθηκε, μεταξύ των άλλων, και για την κρίση του Εφετείου, "ότι οι δυσμενείς συνέπειες, που ο ενάγων επικαλείται ότι επήλθαν στην υγεία του από το ανωτέρω ατύχημα μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως" και την εξ αιτίας αυτής απόρριψη του αιτήματος του για συμπληρωματική χρηματική ικανοποίηση. Το Εφετείο, µε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχθηκε ότι "ήδη, όμως, έχουν παγιωθεί οι βλάβες της υγείας του, από το ένδικο εργατικό ατύχημα και η ανικανότητα αυτού προς εργασία. Ο τελευταίος λαμβάνει κύρια σύνταξη από το Ι.Κ.Α., λόγω βαριάς αναπηρίας, σε ποσοστό 80%, εκ του ατυχήματος. Η δυσμενής αυτή εξέλιξη στην υγεία του εκκαλούντος δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από το Δικαστήριο που δίκασε την πρώτη αγωγή του εκκαλούντος- ενάγοντος. Εν όψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση η οποία, λαμβανομένων υπ' όψιν των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου, της σοβαρότητας του τραυματισμού, της επιδείνωσης της υγείας του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο.". Στη συνέχεια, δέχθηκε ως βάσιμο τον άνω λόγο, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επιδίκασε περαιτέρω (συμπληρωτική) χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από το επίδικο εργατικό ατύχημα, την οποία καθόρισε στο χρηµατικό ποσό των ευρώ (12.000) δώδεκα χιλιάδων, που έκρινε ως εύλογο. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, μη απορρίπτοντας τον τέταρτο λόγο της έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, ως απαράδεκτο, αφού με αυτόν επιδιώχθηκε η εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τη βάση της που δεν έχει προσβληθεί με την έφεση και δεχόμενο ως βάσιμο, το περιεχόμενο σε αυτόν αίτημα, που για πρώτη φορά εισήχθη στο εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.14 περ. β' του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, η αγωγή περιείχε την επικουρική βάση της αγωγής και το αίτημα για επιδίκαση, με βάση αυτήν, συμπληρωματικής χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο είχε απορρίψει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς τη απόρριψη δε αυτών ο αναιρεσείων διέλαβε στην έφεση του, παραδεκτά, ειδικό παράπονο με τον παραπάνω λόγο εφέσεως, για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής ως προς την πρώτη βάση της. Συνεπώς η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο εφετείο και κατά το αντίστοιχο μέρος της και δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου υποβολής αιτήματος και μεταβολής της βάσεως της αγωγής, ενώπιον του. Περαιτέρω, με δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις υπ' αριθ. 2495/2003 και 611/2006 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των και ήδη διαδίκων κατά της υπ' αριθ.1925/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 16-10-2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και με την οποία, επιδικάστηκε, σ' αυτόν, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο την ρηθεισών αποφάσεων, η δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκαν αυτές, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την, εξ αμελείας,ευθύνη του υπαιτίου και την ηθική βλάβη, που έπαθε ο αναιρεσίβλητος, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά το οποίο η αδικοπραξία ήταν δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες για την υγεία του, γιατί αυτές, δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της με αριθμό 3976/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως πάλι λόγω ηθικής βλάβης. Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του.
null
null
0
Αριθμός 52/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καναβίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Η. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαυρουδή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2107/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3976/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ.38 εδ. α' Εισ.Ν.ΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951 "Περί κοινωνικών ασφαλίσεων", συνδυαζόμενες με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ 1 και 3 του ως άνω Ν. 551/1914, σαφώς, συνάγεται ότι, όταν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βίαιου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή την εργασία (εργατικό, ατύχημα) υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), δηλαδή έπαθε στον τόπο της εργασίας του, που βρίσκεται μέσα σε ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, οπότε ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος σ' αυτό (ήδη η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα με το άρθρο 3 του Ν. 1305/1982), τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη για αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1914 ειδική αποζημίωση, και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 ΑΝ 1846/19651 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της σύμφωνης με το κοινό δίκαιο οφειλόμενης αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που λόγω του ατυχήματος χορηγεί στον εργαζόμενο το ΙΚΑ. Από τις ίδιες διατάξεις, εξάλλου, συνάγεται ότι η παραπάνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του εργαζομένου (παθόντος), αλλά και την περίπτωση που προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη προσώπου που είχε προστηθεί από τον εργοδότη, καλύπτει δε η απαλλαγή αυτή και την περίπτωση της "ειδικής αμελείας", δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με την ασφάλεια των εργαζομένων (ΑΠ.1085/2008). Έτσι ο εργαζόμενος, που είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και υπέστη εργατικό ατύχημα, δικαιούται στις παραπάνω (εκτός δόλου) περιπτώσεις μόνο τις παροχές που χορηγούνται από το ΙΚΑ, διατηρεί , όμως, την αξίωσή του γα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. 'Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής. Ο εργοδότης απαλλάσσεται από τη υποχρέωση για την αποζημίωση και του άρθρου 931 Α.Κ., η οποία έχει σκοπό την αποκατάσταση της περιουσιακής ζηµίας του παθόντος (Ολ. ΑΠ 18/2008), ο παθών, όµως διατηρεί την αξίωσή του για χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσµα του εργοδότη, διότι η απαλλαγή του από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ήτοι αξίωση περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει και την αξίωση για χρηµατική ικανοποίηση, εφ' όσον καμιά παροχή, χορηγουμένη από το Ι.Κ.Α., δεν µπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισµό της εν λόγω, διαφορετικής φύσεως, αξιώσεως, η επιδίκαση της οποίας εξαρτάται από την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", ορίζεται ότι, "επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως χρωματισμού οικοδομών ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, ηλεκτρολογικών εργασιών τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", μεταξύ των οποίων, οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 15, που προβλέπουν στα πλαίσια λήψης μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών τη χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κλπ) και τον τρόπο κατασκευής και τοποθέτησής τους στην ανεγειρόμενη οικοδομή και η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3, κατά την οποία άπαντα τα ικριώματα πρέπει να επιθεωρούνται από τον επιβλέποντα μηχανικό πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και μια φορά την εβδομάδα. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ.778/1980 και του ν.1396/1983 συνάγεται ότι σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. Τέλος, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ο εκκαλών από το έτος 1999 εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην εταιρία του εφεσίβλητου, µε την επωνυμία " Η. Π. και ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της αντιπροσωπείας και συνεργείου αυτοκινήτων. Το μήνα Μάιο του 2001, οι διάδικοι συμφώνησαν να βάψει ο αναιρεσείων την εξοχική κατοικία του αναιρεσίβλητου στα .... Στις 19.5.2001 και ενώ έβαφε τον εξωτερικό τοίχο της οικίας αυτής, χρησιμοποιώντας πρόχειρη μεταλλική σκαλωσιά µε ρόδες, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από ύψος 6 περίπου µέτρων, υποστάς πολλαπλά κατάγµατα κρανίου, κάταγµα Le Fort, ωτόρροια και ρινορραγία. Διεκοµίσθη αµέσως στο Νοσοκομείο Κ.Α.Τ., εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, και υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεµβάσεις, εξακολουθεί να τελεί υπό ιατρική παρακολούθηση και να υποβάλλεται σε φαρμακευτική αγωγή. Έλαβε σύνταξη από το Ι.Κ.Α. ως ανάπηρος, από εργατικό ατύχημα, µε ποσοστό αναπηρίας 80%, για το χρονικό διάστηµα 1.8.2006 έως 31.7.2007, οπότε υποβλήθηκε σε επανεξέταση από την αρµόδια Υγειονομική Επιτροπή. Το εργατικό αυτό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αµέλεια) του εφεσίβλητου, ο οποίος δεν τήρησε τα προβλεπόμενα από τα Π.Δ. 778/1980 και 1073/1981 μέτρα ασφαλείας και δεν φρόντισε για την κατασκευή σταθερής σκαλωσιάς που να μη μετακινείται. Από τα προαναφερθέντα, όµως, αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε δόλος του εφεσίβλητου έστω και ενδεχόμενος στη µη τήρηση των άνω µέτρων ασφαλείας που είχε ως αποτέλεσµα το σοβαρό τραυματισμό του εκκαλούντος. Μέχρι το χρόνο του ατυχήµατος, οι διάδικοι διατηρούσαν καλές σχέσεις, ενώ, κατά τη διάρκεια νοσηλείας του εκκαλούντος, ο εφεσίβλητος του συμπαραστάθηκε µε την αυτοπρόσωπη παρουσία του και την ενημέρωση του από τους γιατρούς για την κατάσταση της υγείας του. Κατά συνέπεια, µε δεδομένα, αφενός την έλλειψη δόλου του εργοδότη στο ένδικο εργατικό ατύχημα και αφ' ετέρου το γεγονός ότι ο εκκαλών είναι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., τα κεφάλαια της αγωγής που αναφέρονται σε θετική ζηµία, διαφυγόντα κέρδη, αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ. και ειδική αποζημίωση του Ν. 551/1915, είναι απορριπτέα ως αβάσιµα κατ' ουσία. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων, για το ίδιο εργατικό ατύχημα, άσκησε κατά του αναιρεσίβλητου προγενέστερη αγωγή, την από 16.10.2001, στηριζόμενη σε διαφορετική νομική βάση (μη υφισταμένου, συνεπώς, δεδικασμένου), και δη σε αμέλεια του, στην πρόκληση του ατυχήματος. Επί της αγωγής αυτής, του επιδικάσθηκε με την απόφαση 1925/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη, με την απόφαση 2495/2003 του Εφετείου Αθηνών, το ποσό των 14.673,40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το ατύχημα. Ειδικότερα, για το θέμα αυτό η τελευταία αυτή απόφαση δέχθηκε ότι ο παθών ήταν ανίκανος για εργασία για το διάστημα από 1.11.2001 έως 20.11.2001 και ότι παραμένει άγνωστος ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την αποκατάσταση των βλαβών. Ήδη, όμως, έχουν παγιωθεί οι βλάβες της υγείας του, από το ένδικο εργατικό ατύχημα και η ανικανότητα αυτού προς εργασία. Ο τελευταίος λαμβάνει κύρια σύνταξη από το Ι.Κ.Α., λόγω βαριάς αναπηρίας, σε ποσοστό 80%, εκ του ατυχήματος. Η δυσμενής αυτή εξέλιξη στην υγεία του εκκαλούντος δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από το Δικαστήριο που δίκασε την πρώτη αγωγή του εκκαλούντος- ενάγοντος. Εν όψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση η οποία, λαμβανομένων υπ' όψιν των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου, της σοβαρότητας του τραυματισμού, της επιδείνωσης της υγείας του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 2107/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος, επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό που προαναφέρθηκε και την απέρριψε κατά τα υπόλοιπα αιτήματα της, που αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για θετική και αποθετική ζημία και εκείνη του άρθρου 931 του Α.Κ. Κρίνοντας έτσι Α)Δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και οι, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος, στο σύνολο του, δεύτερος και τρίτος(κατά το πρώτο μέρος τους) λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και Β) Διέλαβε στην απόφαση του (και ως προς την έλλειψη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου), πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε. Συνεπώς, οι, από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος(κατά το δεύτερο μέρος του), και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίους προσάπτεται η σχετική αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος λόγος, (τρίτος), κατά το υπόλοιπο μέρος του με το οποίο γίνεται επίκληση πλημμελειών, από τους αρ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με το δικόγραφο της αναίρεσης δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες, αλλά γίνεται μόνο επίκληση των σχετικών διατάξεων. Τέλος αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 559 αρ.9 του ΚΠολΔ, τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση του με το να μην απαντήσει επί του τρίτου λόγου της εφέσεως του και τούτο γιατί ο λόγος αυτός εφέσεως δεν περιέχει αίτηση, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, σε κάθε περίπτωση δε, εκ των πραγμάτων, προκύπτει, ότι το Εφετείο απάντησε στον, περιεχόμενο στον λόγο αυτό εφέσεως, ισχυρισμό του κατά τον οποίο "η ευθύνη του εναγομένου είναι νόθος αντικειμενική και πρέπει αυτός πλέον να αποδείξει ότι έλαβε όλα τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα". Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι ελλείψεις αναφέρονται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της με αριθμό 3976/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η απαλλαγή τουεργοδότη όταν ο παθών είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, καλύπτει και την περίπτωση της "ειδικής αμελείας", δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με την ασφάλεια των εργαζομένων. Ο εργοδότης απαλάσσεται από την υποχρέωση για την αποζημίωση και του άρθρου 931 ΑΚ, η οποία έχει σκοπό την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, ο παθών, όμως διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
null
null
0
Αριθμός 55/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Ν. του Γ., τέως Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ ΑΕ, Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μανιάτη. Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., 2) Ν. Τ. του Ι., 3) Α. Σ. του Σ., και 4) Π. Γ. του Γ.. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χατζόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1795/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7807/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2006 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 2076/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 7-4-2010 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 25-9-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2 εδ. α', 68 και 1047 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως του εκπροσώπου νοµικού προσώπου, ως µέσου αναγκαστικής εκτελέσεως, είτε ασκείται αυτοτελώς, είτε σωρεύεται στο δικόγραφο της αγωγής για επιδίκαση της απαιτήσεως, πρέπει να απευθύνεται ατοµικώς κατά του εκπροσώπου αυτού, ο οποίος είναι στη περίπτωση αυτή υποκείµενο της δίκης για την προσωπική κράτηση. Στην προκείµενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόµενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόµενη να τους µετατάξει σύµφωνα µε τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα σε θέση της κατηγορίας ΤΙ και να διαταχθεί ως µέσον εκτελέσεως πλην άλλων και η προσωπική κράτηση του δευτέρου αναιρεσείοντος, νοµίµου εκπροσώπου της πρώτης Ανώνυµης Εταιρίας, σύµφωνα µε το άρθρο 946 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Το αίτηµα αυτό ορθώς κρίθηκε νόµιµο µε την προσβαλλόµενη απόφαση µε την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει οµοίως. Εποµένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθµ. 14 και όχι και από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόµο δεν κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα ως παθητικώς ανοµιµοποίητη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος. Κατά το άρθρο 4 του νέου κανονισµού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η., ο οποίος έχει ισχύ νόµου, γιατί κυρώθηκε αναδροµικά από τις 31 Δεκεµβρίου 1973 µε το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, οι οποίες μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθµίδες, στις οποίες αντιστοιχούν µισθολογικά κλιµάκια και ορισµένος αριθµός οργανικών θέσεων, µεταξύ δε των κλάδων αυτών είναι και ο κλάδος του Τεχνικού προσωπικού (Τ), ο οποίος υποδιαιρείται σε έξι κατηγορίες, µεταξύ των οποίων η κατηγορία ΤΙ των Διπλωµατούχων Μηχανικών, οι οποίοι πρέπει να έχουν δίπλωµα Μηχανικού Ανώτατης Σχολής ηµεδαπής ή ισότιµο αλλοδαπής και ιδιότητα του µέλους του Τεχνικού Επιµελητηρίου Ελλάδας. Το δε άρθρο 23 του ως άνω Κανονισµού ορίζει ότι " Μετατάξεις από κατηγορία σε κατηγορία του αυτού η ετέρου κλάδου δύνανται να ενεργούνται προς κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή δια λόγους υγείας 2. Για την µετάταξη απαιτείται όπως ο µισθωτός κέκτηται τα κατά το άρθρο 4 του Κανονισµού απαιτούµενα προσόντα της προς µετάταξη κατηγορίας και του κλιµακίου στο οποίο εντάσσεται. Η µετάταξη πραγµατοποιείται µε απόφαση του Διοικητή µετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωµάτευση των Πρωτοβαθµίων Συµβουλίων Κρίσεως, βάσει των περί µισθολογικών προαγωγών κριτηρίων της παρ. 6 του άρθρο 22 του ίδιου Κανονισµού. 3. Ο χρόνος ενάρξεως της µετατάξεως καθορίζεται στην περί αυτής απόφαση του Διοικητή. 4. Η µετάταξη γίνεται στο εισαγωγικό κλιµάκιο της κατηγορίας, εφόσον ο µετατασσόµενος κέκτηται µισθολογικό κλιµάκιο κατώτερο τούτου, άλλως η µετάταξη γίνεται στο κατεχόµενο από τον µισθωτό µισθολογικό κλιµάκιο, οπότε ο διανυθείς σ' αυτό χρόνος προσµετράται για µισθολογική προαγωγή στο ανώτερο µισθολογικό κλιµάκιο στη νέα κατηγορία. 5. Η διαδικασία της µετατάξεως καθορίζεται µε απόφαση του Διοικητή. Περαιτέρω, µε την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συµβουλίου, µε τίτλο "σχετικά µε ένα γενικό σύστηµα αναγνώρισης των διπλωµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελµατική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών" (L 19), θεσπίσθηκε ένα γενικής εφαρµογής σύστηµα αναγνώρισης διπλωµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης, το οποίο έχει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: α) αφορά διπλώµατα, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε κοινοτικούς πολίτες από αρµόδιες αρχές των κρατών µελών, πιστοποιούν επαγγελµατική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών και επιτρέπουν στους κατόχους τους την άσκηση νοµοθετικά κατοχυρωµένου επαγγέλµατος στο συγκεκριµένο κράτος µέλος και β) αποβλέπει στην κτήση, από τους ανωτέρω κοινοτικούς υπηκόους, του δικαιώµατος να ασκήσουν, ως ελεύθεροι επαγγελµατίες ή ως µισθωτοί, το αντίστοιχο, νοµοθετικώς ρυθµιζόµενο, επάγγελµα σε άλλο κράτος µέλος, διάφορο εκείνου στο οποίο απέκτησαν τον τίτλο που κατέχουν (βλ. ιδίως τα άρθρα 1 περίπτωση α' και β' και 2 περίπτωση α' της οδηγίας). Η οδηγία 89/48/ΕΟΚ µεταφέρθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη µε το Π.δ. 165/2000 (Α' 149/28.6.2000). Με το διάταγµα αυτό, όπως τροποποιήθηκε µε το Π.δ. 373/2001 (Α' 251/ 22.10.2001), προβλέπεται ότι οι διατάξεις του εφαρµόζονται επί ελλήνων πολιτών και πολιτών των λοιπών κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόχων διπλώµατος κτηθέντος σε άλλο, πλην της Ελλάδας, κράτος - µέλος, οι οποίοι επιδιώκουν να ασκήσουν στην Ελλάδα, ως ελεύθεροι επαγγελµατίες ή µισθωτοί, επάγγελµα νοµοθετικώς ρυθµιζόµενο στην Ελλάδα (άρθρα 2 και 3), συνιστάται δε στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων συλλογικό όργανο, µε την ονοµασία "Συµβούλιο αναγνώρισης επαγγελµατικής ισοτιµίας τίτλων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης", µε αποφασιστική αρµοδιότητα την αναγνώριση του δικαιώµατος ασκήσεως στην Ελλάδα ορισµένου επαγγέλµατος από πρόσωπα που εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής του εν λόγω διατάγµατος (άρθρο 10). Εξάλλου, το άρθρο 11 του αυτού π.δ. 165/2000 προβλέπει ότι: "1. Η αναγνώριση του δικαιώµατος ασκήσεως ορισµένου επαγγέλµατος κατά τους όρους του παρόντος διατάγµατος γίνεται µε ειδικώς αιτιολογηµένη απόφαση του Συµβουλίου αναγνωρίσεως επαγγελµατικής ισοτιµίας τίτλων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης ..... 6. Από την έκδοση της αναγνωριστικής αποφάσεως του Συµβουλίου, ο αιτών δικαιούται να ασκεί το οικείο επάγγελµα σύµφωνα µε τις διατάξεις της ισχύουσας νοµοθεσίας, η δε αρµόδια επαγγελµατική οργάνωση ή αρµόδια διοικητική αρχή υποχρεούνται να ενεργήσουν την εγγραφή του στα οικεία µητρώα". Εξάλλου, το π.δ. της 27.11/14.12.1926 "Περί κωδικοποιήσεως των περί συστάσεως Τεχνικού Επιµελητηρίου κειµένων διατάξεων" (Α' 430) ορίζει στο άρθρο 1, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 1486/1984 (Α' 161), ότι "Συνιστάται νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου, µε την επωνυµία "Τεχνικό Επιµελητήριο Ελλάδας" (ΤΕΕ) ( ... )", στο δε άρθρο 2, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 2 του Ν. 1486/1984 και τροποποιήθηκε, στη συνέχεια, µε το άρθρο 2 του π.δ. 512/1991 (Α' 190), ορίζει τα εξής: "1. Ως τακτικά µέλη του ΤΕΕ εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι Ελληνικής ιθαγένειας ή οι έχοντες την ιθαγένεια κράτους-µέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διπλωµατούχοι του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, των Πολυτεχνικών Σχολών της Χώρας και των ισοτίµων σχολών του εξωτερικού µετά τη λήψη της άδειας άσκησης του επαγγέλµατος.( ... ) .... 5. Τα µέλη του Τ.Ε.Ε. εντάσσονται στις βασικές ειδικότητες: α) πολιτικών µηχανικών β) αρχιτεκτόνων µηχανικών γ) µηχανολόγων µηχανικών δ) ηλεκτρολόγων µηχανικών κ.λ.π.". Περαιτέρω, στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του αυτού π.δ. της 27.11/14.12.1926, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 4 του ν. 1486/1984, ορίζονται τα εξής: "Το Τ.Ε.Ε., σε σχέση µε τα µέλη του, διενεργεί τις εξετάσεις και χορηγεί τις άδειες άσκησης επαγγέλµατος των µηχανικών". Από τις ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ και του π.δ. 165/2000 ευθέως συνάγεται, σε συνδυασµό προς τις παρατεθείσες στην προηγουµένη σκέψη διατάξεις της νοµοθεσίας περί Τ.Ε.Ε, ότι από την έκδοση απόφασης του Συµβουλίου αναγνώρισης επαγγελµατικής ισοτιµίας τίτλων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης, µε την οποία αναγνωρίζεται ότι ο κάτοχος τίτλου, κτηθέντος σε άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει το δικαίωµα να ασκεί στην Ελλάδα επάγγελµα εξ εκείνων που απαριθµούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του π.δ. της 27.11/14.12.1926 "περί κωδικοποιήσεως των περί συστάσεως Τεχνικού Επιµελητηρίου κειµένων διατάξεων", ο µεν ενδιαφερόµενος αποκτά το δικαίωµα να ασκεί το αντίστοιχο επάγγελµα στην Ελλάδα, το δε Τ.Ε.Ε. υποχρεούται, επί υποβολής σχετικού αιτήµατος, να εγγράψει αµέσως τον ενδιαφερόµενο στα µητρώα του, έτσι ώστε ο τελευταίος να είναι σε θέση να ασκεί όλα τα δικαιώµατα και να απολαύει όλων των ευεργετηµάτων που απονέµει η ελληνική νοµοθεσία στα µέλη του Τ .Ε.Ε. (ΣτΕ 369/2008, 3065/2007, 1331/2003). Στην προκείµενη περίπτωση το Εφετείο µε την προσβαλλόµενη απόφαση δέχτηκε τα εξής : Οι τέσσερις αναιρεσίβλητοι, Έλληνες υπήκοοι, είναι κάτοχοι τίτλου διπλωµατούχου µηχανικού, κατόπιν σπουδών τεσσάρων ετών σε πανεπιστήµια της Γερµανίας, τους οποίους απέκτησαν αντιστοίχως τα έτη 1985, 1981, 1986 και 1987. Στη συνέχεια προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα ως υπάλληλοι, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της στην κατηγορία Τ3, στην οποία εντάσσονταν οι πτυχιούχοι τεχνολογικής εκπαίδευσης, παρείχαν δε τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσείουσα µε βάση τις πανεπιστηµιακές τους γνώσεις. Μετά την ψήφιση του Π.Δ. 165/2000, που µετέφερε στην εθνική έννοµη τάξη την οδηγία 89/481Ε0Κ, το Συµβούλιο Αναγνώρισης Ισοτιµίας Τίτλων Τριτοβάθµιας Εκπαίδευσης, το οποίο συστάθηκε στο Υπουργείο Παιδείας, λαµβάνοντας υπόψη το είδος και τη διάρκεια σπουδών των αναιρεσιβλήτων καθώς και την επαγγελµατική τους εµπειρία, µε τις υπ' αριθµ. 58/2001, 8/2001, 9/2001 και 29/2001 αποφάσεις του, αναγνώρισε αντιστοίχως στους ενάγοντες το δικαίωµα να ασκούν το αντίστοιχο επάγγελµα του Διπλωµατούχου Μηχανικού ΑΕΙ στην Ελλάδα και να φέρουν τον αντίστοιχο επαγγελµατικό τίτλο. Με βάση την αναγνώριση αυτή ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τους αναιρεσιβλήτους υπέβαλαν στην αναιρεσείουσα εγγράφως αιτήµατα για τη µετάταξη τους, τα οποία δεν έγιναν δεκτά. Με το ΑΡ/ΗΜ/ΔΑΝΠ/Φ, 826/50588/28-103 έγγραφο της διεύθυνσης ανθρωπίνων πόρων της αναιρεσείουσας κινήθηκε η διαδικασία για την πλήρωση θέσεων του κλάδου ΤΙ "διπλωµατούχων µηχανικών" µε µεταθέσεις, αλλαγές ειδικότητας και µετατάξεις. Η εσωτερική αυτή προκήρυξη της αναιρεσείουσας διενεργείται βάσει του Κανονισµού Καταστάσεως Προσωπικού, κατά το άρθρο 4 του οποίου, για την κάλυψη των πιο πάνω θέσεων, απαιτείται: α) δίπλωµα µηχανικού ανωτάτης σχολής ηµεδαπής ή ισοτίµου αλλοδαπής και β) ιδιότητα µέλους του Τ.Ε.Ε. Οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν αντιστοίχως στις 18-2-2003, 21-2- 2003, 20-2-2003 και 3-2-2003 εµπρόθεσµες αιτήσεις µετάταξης, επιπλέον δε στις 23-5-2003 επέδωσαν "εξώδικη δήλωση- πρόσκληση και αίτηση µε επιφύλαξη δικαιωµάτων" µε την οποία, αφού εξέθεταν το υφιστάµενο νοµικό καθεστώς, ζήτησαν τη θετική αντιµετώπιση του αιτήµατος µετάταξης τους. Επί της άνω δήλωσης η αναιρεσείουσα µε την από 21-7-2003 απάντηση της καθιστούσε σαφές ότι δεν θα προέβαινε στη µετάταξη τους επειδή δεν πληρούν σωρευτικά και τις δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται στον κανονισµό. Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι µε τις από 28-1-2002, 22-10-2003, 14-10-2003 και 8-7- 2002 αιτήσεις τους προς το Τ.Ε.Ε. ζήτησαν την εγγραφή τους ως µελών πλην όµως δεν έλαβαν απάντηση µε συνέπεια να τεκµαίρεται η σιωπηρή απόρριψη των αιτήσεων τους λόγω παρόδου τριµήνου από της υποβολής τους ..... Τέλος, η αναιρεσείουσα µε τα 2/2002 και 3/2002 έγγραφα της προκήρυξε διαγωνισµό, εποπτευόµενο από τον Α.Σ.Ε.Π. για πλήρωση θέσεων προσωπικού πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης. Στα άνω έγγραφα ρητά ορίζεται για τους υποψηφίους διπλωµατούχους µηχανικούς (ΤΙ) ότι αν ο τίτλος σπουδών τους έχει αποκτηθεί στην αλλοδαπή απαιτείται πράξη αναγνώρισης από το ΔΙΚΑΤΣΑ ή από το Συµβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελµατικής ισοτιµίας Τίτλων Τριτοβάθµιας Εκπαίδευσης και άδεια ασκήσεως επαγγέλµατος ή βεβαίωση του Τ.Ε.Ε. ότι υπέβαλαν αίτηση εγγραφής. Την ίδια άλλωστε λύση έχει υιοθετήσει το ΑΣΕΠ, το οποίο µε την υπ' αριθµ. 5012001 απόφαση της ολοµέλειας του θεωρεί ότι είναι ικανοί για την κάλυψη µε πρόσληψη από διαγωνισµό θέσεων κλάδου πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης και οι υποψήφιοι κάτοχοι τίτλων πανεπιστηµίων της αλλοδαπής, εφόσον επικαλεστούν και προσκοµίσουν α) θετική απόφαση του άνω συµβουλίου περί αναγνωρίσεως επαγγελµατικής ισοτιµίας και β) εγγραφή στην οικεία επαγγελµατική οργάνωση ή απόδειξη υποβολής προς αυτήν σχετικής αιτήσεως. Μετά ταύτα, κατέληξε το Εφετείο ότι αφού οι ενάγοντες είναι κάτοχοι αποφάσεων του ως άνω Συµβουλίου που τους αναγνωρίζει το δικαίωµα να ασκούν το επάγγελµα του διπλωµατούχου µηχανικού ΑΕΙ στην Ελλάδα και έχουν υποβάλει αιτήσεις εγγραφής στο Τ.Ε.Ε., το οποίο (Τ.Ε.Ε.) είναι υποχρεωµένο να τους εγγράψει ως µέλη του, η εναγοµένη είναι υποχρεωµένη να τους µετατάξει σε θέση της κατηγορίας ΤΙ µόλις ολοκληρωθούν οι διαδικασίες µετάταξης που προβλέπονται στο ως άνω αναφερόµενο έγγραφο από το χρόνο που θα ισχύσει και για τους λοιπούς υπαλλήλους της, των οποίων έχει δεχτεί τις αιτήσεις µετάταξης, καθόσον οι προαναφερόµενες διατάξεις του Κανονισµού Κατάστασης Προσωπικού πρέπει να ερµηνευθούν και να εφαρµοστούν υπό το φως των µεταγενεστέρων και αυξηµένης ισχύος διατάξεων της 89/48 Οδηγίας και του Π.Δ.165/2000 και να θεωρηθεί ότι δεν απαιτείται επιπλέον αναγνώριση του τίτλου σπουδών από το ΔΙΚΑΤΣΑ, ούτε ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής από το Τ.Ε.Ε .... Επιπλέον η άρνηση της εναγοµένης να µετατάξει τους αναιρεσιβλήτους στην κατηγορία ΤΙ συνιστά παράβαση της συνταγµατικά κατοχυρωµένης αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος), αφού οι υπάλληλοι που προσέλαβε η αναιρεσείουσα στην κατηγορία ΤΙ μέσω των ως άνω διαγωνισμών έχουν τα ίδια προσόντα με τους αναιρεσείοντες και σε περίπτωση που δεν καταταγούν θα ανήκουν σε κατώτερη κατηγορία τεχνολογικής εκπαίδευσης. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει κατ' αυτής οι αναιρεσείοντες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως εκ τούτου ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που μ' αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αγωγή δεν στηριζόταν στις ως άνω διατάξεις και το Εφετείο ορθώς δεν τις εφήρμοσε.Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορριπτει την από 17-5-2006 αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 7807/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως του εκπροσώπου νομικού προσώπου, ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως, πρέπει να απευθύνεται ατομικώς κατά του εκπροσώπου αυτού. Από τις διατάξεις της οδηγία 89/48/ΕΟΚ και του π.δ. 165/2000 ευθέως συνάγεται, ότι από την έκδοση απόφασης του Συμβουλίου αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας τίτλων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο μεν ενδιαφερόμενος αποκτά το δικαίωμα να ασκεί το αντίστοιχο επάγγελμα στην Ελλάδα, το δε Τ.Ε.Ε. υποχρεούται, επί υποβολής σχετικού αιτήματος, να εγγράψει αμέσως τον ενδιαφερόμενο στα μητρώα του, έτσι ώστε ο τελευταίος να είναι σε θέση να ασκεί όλα τα δικαιώματα και να απολαύει όλων των ευεργητημάτων που απονέμει η ελληνική νομοθεσία στα μέλη του Τ.Ε.Ε. (ΣτΕ 369/2008, 3065/2007, 1331/2003).
null
null
0
Αριθμός 44/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1. α) Κοινοπραξίας εκτελέσεως δημοσίων έργων με την επωνυμία ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ "Κ/Ξ ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΤΕ - J & P ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ" - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ - ΑΕΓΕΚ - ΑΛΤΕ ΑΕ και το διακριτικό τίτλο Κ/Ξ ΠΟΛΥΜΥΛΟΥ - ΤΜΗΜΑ Α1, που εδρεύει στη Φιλοθέη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, β) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, γ) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ, ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ & ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, δ) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ε) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυνία "J & P ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, στ) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και ζ) Κ. Ι. Σ., κατοίκου ..., ως διαχειριστή της κοινοπραξίας "Κ/Ξ ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΤΕ - J & P ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ" - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ - ΑΕΓΕΚ - ΑΛΤΕ ΑΕ και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ". 2. α) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ/Ξ ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΤΕ - J & P ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΠΟΛΥΜΥΛΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και β) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι ως άνω υπό στοιχείο 1 α, ζ και η υπό στοιχείο 2 α των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι υπό στοιχείο 1 β, γ, δ, ε, στ και 2 β των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ" (πρώην ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστεργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστεργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERALIHELLAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 6) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστεργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με τις με αριθμ. καταθ. 4053/ΕΡ-ΔΙ/279/2003 και 138/ΕΡ-ΔΙ/9/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές - ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των άλλων διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκαν με τις πρόσθετες, ενώπιον του ακροατηρίου, παρεμβάσεις αυτών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/ΕΡ-ΔΙ/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-6-2008 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 6η Οκτωβρίου 2009, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-10-2009 κλήση των καλούντων - αναιρεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, 3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και τη υπέρβαση της, 4) στο άρθρο 576 παρ. 1, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και 5) στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση και σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση. Όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος και δεν προκύπτει η ύπαρξη πληρεξουσιότητας του υπογράφοντος το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, τότε πρέπει να επιδίδεται και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κλήση προς συζήτηση από τον αναιρεσίβλητο προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, ώστε να παρέχεται δυνατότητα γνώσης από τον τελευταίο του αντικειμένου της δίκης και διαμόρφωσης της βούλησης του αν θα παραστεί στη δίκη αυτή. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νομίμως στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα διαφορετικά η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη. Στη συζήτηση προχωρεί (ο Άρειος Πάγος) σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 και 3 του ως άνω Κώδικα αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς ή μη μετέχων στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του). Όταν τη συζήτηση επισπεύδουν, δια πληρεξουσίου δικηγόρου, οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και οι απόντες κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, πρέπει να αποδεικνύεται ότι και αυτοί είχαν παράσχει στον εν λόγω δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα ή ότι είχαν κλητευθεί προς τούτο από τους λοιπούς, αναιρεσίβλητους, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη), ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 755/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης επισπεύδεται από τους νομίμως με στοιχ. 1α, ζ και 2α, παριστάμενους αναιρεσίβλητους, με επιμέλεια των οποίων επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, που έγινε στη δικάσιμο της 7-12-2010, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αντίγραφο της από 8-10-2009 κλήσης εκείνων με πράξη ορισμού της πιο πάνω δικασίμου (βλ. την 9437 Β' έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Α. Κ.), όχι όμως και αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η συζήτηση της οποίας είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 6.10.2009, οπότε και ματαιώθηκε. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσείοντα προς τον υπογράφοντα την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο Κωνσταντίνο Ακριβόπουλο, ούτε επιδόθηκε και αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως προς τον αναιρεσείοντα, δεν έχει συντελεσθεί, με μόνη την επίδοση προς αυτόν της κλήσης προς συζήτηση της υποθέσεως, νόμιμη κλήτευση του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι με στοιχεία 1β, γ, δ, στ και 2β, αναιρεσίβλητοι, ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο (έχοντα σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα) με δήλωση κατά το άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ. Εξ ουδενός όμως στοιχείου της δικογραφίας αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων ή η νόμιμη επίσπευση της συζητήσεως και από αυτούς, (δια δικηγόρου εφοδιασμένου με σχετική πληρεξουσιότητα), αφού ο μεν αναιρεσείων δεν παρέστη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, οι δε παραστάντες ομόδικοι των απόντων δεν προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως, ούτε πληρεξούσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η χορήγηση και από αυτούς πληρεξουσιότητας προς τη δικηγόρο Δήμητρα Π. Χρονοπούλου-Κόκκαλη, που υπέγραψε την από 8-10-2009 κλήση, για την επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης. Κατά συνέπεια, πρέπει, η συζήτηση της υποθέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 17-6-2008, αιτήσεως του Σ. Α., για αναίρεση της 755/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όταν τη συζήτηση αναιρέσεως, επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος και δεν προκύπτει η ύπαρξη πληρεξουσιότητας του υπογράφοντος το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, τότε πρέπει να επιδίδεται και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κλήση προς συζήτηση από τον αναιρεσίβλητο προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα. Όταν τη συζήτηση επισπεύδουν, δια πληρεξουσίου δικηγόρου, και αναιρεσίβλητοι, απόντες κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, πρέπει να αποδεικνύεται ότι και αυτοί είχαν παράσχει στον εν λόγω δικηγόρο την απαιτούμενη για την επίσπευση της συζήτησης δικαστική πληρεξουσιότητα ή ότι είχαν κλητευθεί προς τούτο από τους λοιπούς, αναιρεσίβλητους.
null
null
0
Αριθμός 35/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Μ.-Δ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Παπαγερμανό, περί αναιρέσεως της 2081/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 17 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους επ' αυτής λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 890/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 17-6-2010 αίτηση της Α. Μ.-Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2081/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί της θα συνεξετασθούν και οι από 17-11-2010 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με ξεχωριστό δικόγραφο της αναιρεσείουσας (άρθρο 509 §2 του Κ.Ποιν.Δ.). Κατά το άρθρο 258 ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που έλαβε ή κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτά, τιμωρείται ... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει), το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. Α' ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα έστω κι αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη ο οποίος συνίσταται στο ότι αυτός γνωρίζει ότι το πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό με την υπαλληλική του ιδιότητα και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. \ Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2080/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ. Μ. κληρονόμησε από τη θεία του Χ. Κ., που πέθανε το έτος 2002, ποσοστό 4,005% εξ αδιαιρέτου του καταστήματος που βρίσκεται επί της οδού ... αριθμ. 6 στην Αθήνα, ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος στην οικοδομή που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 6 στην Αθήνα, ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου σε δύο υπόγειους χώρους της ανωτέρω οικοδομής, ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου στο ... Δήμου .... Στις αρχές Μαρτίου 2004 υπέβαλε στη ΔΟΥ ... (όπου υπηρετούσε ως υπάλληλος η κατηγορουμένη) όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κατέβαλε ως φόρο κληρονομιάς το ποσό των 90.000 ευρώ καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ στην ίδια την κατηγορουμένη. Το έτος 2006 όταν χρειάστηκε να μεταβιβάσει ένα από τα ακίνητα που κληρονόμησε, πήγε στην εν λόγω υπηρεσία και ζήτησε πιστοποιητικό φόρου κληρονομιάς από το σχετικό φάκελλο (Φ 121/02). Όμως ο φάκελος δεν βρέθηκε και από τους υπολογιστές της υπηρεσίας φαινόταν ότι δεν είχε καταβάλει τα παραπάνω ποσά. Μετά από αυτό έγινε από την υπηρεσία εκκαθάριση του φόρου με τα δεδομένα που αναγράφονταν στη δήλωση της κληρονομιάς και προέκυψε φόρος 219872,80 ευρώ. Από έρευνα που έγινε από την υπηρεσία στη μερίδα οφειλών ΤΑΧΙS βρέθηκε απόδειξη καταβολής με ποσό 25118,85 ευρώ που είχε καταβάλει ως φόρο κληρονομιάς (και είχε αναφέρει χονδρικά ως ποσό 90.000 ευρώ) πουθενά όμως δεν βρέθηκε κάποια απόδειξη για την καταβολή του άλλου ποσού των 30.000 ευρώ, που ο εγκαλών ισχυρίστηκε ότι έχει καταβάλει επίσης ως φόρο κληρονομιάς. Τότε ο εγκαλών διευκρίνησε στους υπαλλήλους της υπηρεσίας ότι το ποσό αυτό των 30.000 ευρώ το είχε δώσει στην κατηγορουμένη σε μετρητά έξω από το γραφείο της με σκοπό να πάρει η κατηγορουμένη το διπλότυπο (την απόδειξη) όπως είχε κάνει και με το άλλο ποσό (των 90.000 ευρώ χονδρικά) για να μη περιμένει αυτός στην ουρά, λόγω της επαγγελματικής του ενασχόλησης με τη δημοσιογραφία στην ΕΡΤ και έφυγε με τη διαβεβαίωση της κατηγορουμένης ότι θα του δώσει το διπλότυπο αλλά παρά τις ενοχλήσεις του δεν του το έδωσε με διάφορες προφάσεις. Βέβαια ο τρόπος καταβολής του ποσού των 30.000 ευρώ που κατέβαλε ο εγκαλών στην κατηγορουμένη είναι παράτυπος, όμως από την υπηρεσιακή έρευνα που έγινε βρέθηκαν δύο διπλότυπα είσπραξης με καταθέτη τον εγκαλούντα και αίτια κατάθεσης "φόρο κληρονομιάς", το 5462/22-1-2003 με ποσό 86118,56 ευρώ και το 9652/4-3-2004 με ποσό 33,50 ευρώ, αλλά και άλλα δύο διπλότυπα που ακυρώθηκαν, τα 9637/4-3-2004 με ποσό 30.000 ευρώ και το 9638/4-3-2004 με ποσό 30.000 ευρώ, όλα δηλαδή με την .ίδια ημερομηνία έκδοσης. Στο 9652/4-3-2004 με ποσό 33,50 ευρώ εντοπίστηκε ότι στο κάτω μέρος του σώματος (εκεί που βρίσκεται ο χώρος για τις ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ) αναγράφονταν η φράση "ΚΑΤΑΒΛΗΘΗΚΕ ΠΟΣΟ 30.000 ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΠΙΜΕΡΙΣΤΙΚΟ ΦΟΡΟ". Πρέπει να αναφερθεί ότι η σημείωση αυτή δεν σημαίνει πίστωση του ποσού, αφού η πίστωση αυτή πραγματοποιείται μόνο όταν εκδίδεται ισόποσο διπλότυπο είσπραξης. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αναφέρονται και στην αναγνωσθείσα πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης. Στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται ειδικότερα ότι η κατηγορουμένη ήταν υποχρεωμένη αμέσως μετά το κλείσιμο της διαχείρησης της 4-3-2004 να διαγράψει από το διπλότυπο 9652 τη φράση "καταβλήθηκε ποσό 30.000 ευρώ". Στην ως άνω πορισματική έκθεση αναφέρεται επίσης ότι η κατηγορουμένη πρέπει να δώσει εξηγήσεις για το ποσό των 30.000 που κατηγορείται από τον καταγγέλοντα ότι πήρε χωρίς να πιστωθεί την οφειλή του όπως και για την παραπειστική (όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται) αναγραφή στο διπλότυπο είσπραξης της φράσης "ΚΑΤΑΒΛΗΘΗΚΕ ΤΟ ΠΟΣΟ 30.000 ΕΥΡΩ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΠΙΜΕΡΙΣΤΙΚΟ ΦΟΡΟ", αφού είναι δεδομένο ότι το διπλότυπο είσπραξης 9637/4-3-2004 ποσού 30.000 ευρώ που εξέδωσε η ίδια ακυρώθηκε, λόγω μη καταβολής του αντίστοιχου ποσού. Η ακύρωση του διπλότυπου ήταν σε γνώση της το μεσημέρι της ίδιας μέρας κατά το κλείσιμο της διαχείρισης, διότι πριν ακυρωθεί κάποιο διπλότυπο ενημερώνεται απαραιτήτως ο εκδότης του συγκεκριμένου διπλότυπου ήταν η κατηγορουμένη (Α. Μ.). Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν η κατηγορουμένη με την ιδιότητα τότε της υπαλλήλου της ΔΟΥ ... ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητας της και για τους λόγους αυτούς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρο 258 περ. α ΠΚ) για την οποία κατηγορείται καθόσον πληρούνται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 258 περ.α' και 263 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά , που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας μηνυτή Γ. Μ.. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι ο σφετερισμός του ποσού των 30.000 Ευρώ σε βάρος της περιουσίας του μηνυτή, έγινε εκ της υπηρεσίας και όχι κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της ως δημοσίας υπαλλήλου, που συνιστά άρνηση της κατηγορίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον κατά τις παραδοχές της απόφασης η λήψη του ως άνω ποσού λήφθηκε απ' αυτήν με την ιδιότητά της ως υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. ..., ως συμπληρωματικός φόρος κληρονομίας που δήθεν επιβάρυνε το μηνυτή για διευκόλυνσή του και λόγω της εμπιστοσύνης προς αυτόν, πλην όμως αυτή το ιδιοποιήθηκε παράνομα, αφού ουδεμία αντίστοιχη υποχρέωση του μηνυτή προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ. εκπληρώθηκε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των προσθέτων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κωδικός να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, που εξετάζεται μάλιστα και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον εμφανίστηκε ο αναιρεσείων και κρίθηκε τυπικά παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 511 εδ. α' του αυτού Κώδικος). Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα αναφέρονται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία πλημμεληματικού χαρακτήρα, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στο σκεπτικό της, και τα εξής έγγραφα: α) το 5462/22-1-2003 διπλότυπο είσπραξης και β) το 9638/4-3-2004 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ... χωρίς όμως να αναφέρονται τα δύο ανωτέρω διπλότυπα είσπραξης στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου. Από τα ίδια όμως πρακτικά προκύπτει ότι έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της πορισματικής έκθεσης της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται σαφής και ειδική μνεία των ανωτέρω δύο εγγράφων, τα οποία άλλωστε είχε συντάξει η ίδια η αναιρεσείουσα, γνώριζε το περιεχόμενό τους και ήταν προσιτή σ' αυτόν ως υπάλληλος της Δ.Ο.Υ. .... Πλέον τούτων τα προαναφερόμενα, αναφερόμενα σε καταβολή χρημάτων ποσού 86.118,85 και 30 Ευρώ αντίστοιχα, μη αμφισβητούμενη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης από την αναιρεσείουσα, δεν ήταν κρίσιμα και δεν λήφθηκαν ιδιαίτερα υπόψη αμέσως από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών της υπεξαίρεσης του ποσού των 30.000 Ευρώ σε βάρος του αδικαιολογήτως καταβάλλοντος αυτό πολιτικώς ενάγοντος Γ. Μ. από την αναιρεσείουσα με την ιδιότητά της ως υπαλλήλου της ως άνω Δ.Ο.Υ. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 171 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. και εντεύθεν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος της κρινόμενης απόφασης με τον οποίο πλήττεται προσβαλλόμενη ακυρότητα για απόλυτη ακυρότητα που φέρεται ότι συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός (κύριος ή πρόσθετος) λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2010 αίτηση με τους επ' αυτής από 17 Νοεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους της Α. Μ.-Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2081/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης για το έγκλημα αυτό. Λόγοι αναίρεσης: 1) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας με τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου. 2) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου, και 3) Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθρο 258 ΠΚ). Απόρριψη και αυτού του λόγου ως αβασίμου και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 32/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ν. Π. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 105/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα με αριθμό 239/25-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. 104/21-12-09 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Π. του Π. και Α., 58 ετών, μάγειρα, κατοίκου ..., οδός ..., κατά της υπ' αριθμ. 55/9-4-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-5-2007 αίτησή του για συγχώνευση κατ' άρθρο 551 Κ.Π.Δ. σε συνδ. με το άρθρο 94 Π.Κ. αφενός της υπ' αριθμ. 462/25-4-2001 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και αφετέρου της υπ' αριθμ. 73-76/1-11-2005 αμετακλήτου αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ. 1193/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης καταδικάστηκε για κατά συναυτουργία με σκοπό το παράνομο κέρδος διευκόλυνση της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας 20 αλλοδαπών που είχαν εισέλθει παράνομα στην επικράτεια, και για την πράξη αυτή του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών για έκαστο παρανόμως μεταφερόμενο αλλοδαπό και συνολική ποινή φυλακίσεως 56 μηνών. Η εν λόγω ποινή συγχωνεύθηκε εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 6623/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών για απόπειρα κλοπής. Η συγχώνευση πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 462/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που καθόρισε συνολική εκτιτέα ποινή 57 μηνών (56 μήνες από την 1193/1994 και 1 μήνας από την 6623/1997). Όταν ο εν λόγω αναιρεσείων εξέτισε τα 2/5 της προαναφερομένης συνολικής εκτιτέας ποινής που καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 462/2001 απόφαση, έτυχε του ευεργετήματος της αποφυλακίσεως με τον όρο της ανακλήσεως με το υπ' αριθμ. 143/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων και αποφυλακίστηκε στις 11-5-2001, με υπόλοιπο προς έκτιση ποινής 2 ετών, 9 μηνών και 6 ημερών που ανεστάλη η έκτισή του. Εντός όμως του χρόνου της δοκιμασίας και συγκεκριμένα στις 25-12-2002 διέπραξε νέα εκ δόλου πηγάζοντα εγκλήματα. Και συγκεκριμένα α) εξέθεσε κατά συρροή σε βαθμό κακουργήματος 9 λαθρομετανάστες, β) εξέθεσε σε βαθμό πλημμελήματος 7 λαθρομετανάστες, γ) αποπειράθηκε να μεταφέρει στο εσωτερικό της χώρας 20 λαθρομετανάστες, και, προκάλεσε από αμέλεια ναυάγιο, πράξεις για τις οποίες του επιβλήθηκαν αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου: αφενός ποινή καθείρξεως 6 ετών για εκάστη έκθεση σε βαθμό κακουργήματος, φυλάκιση 1 έτους για εκάστη έκθεση σε βαθμό πλημμελήματος, φυλάκιση 18 μηνών για εκάστη απόπειρα μεταφοράς λαθρομεταναστών, και, αφετέρου φυλάκιση 3 ετών για πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια, και συνολικά καθορίστηκε με την ως άνω απόφαση να εκτίσει ποινή καθείρξεως 24 ετών και 11 μηνών. Επομένως το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την υπ' αριθμ. 55/9-4-2009 προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς απέρριψε την από 23-5-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος για συγχώνευση της υπ' αριθμ. 462/2001 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης με την υπ' αριθμ. 73-76/2005 ομοίως αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου, καθόσο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν είναι δυνατή με βάση τις διατάξεις του άρθρου 108 του Π.Κ. η συγχώνευση του υπολοίπου των ποινών που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα με τις υπ' αριθμ. 1193/1994 και 6623/1997 αποφάσεις, οι οποίες συγχωνεύτηκαν με την υπ' αριθμ. 462/2001 απόφαση, κατά το μέρος που δεν έχουν εκτιθεί, διότι το υπόλοιπο αυτό εκτίεται ολόκληρο αθροιστικά μη επιτρεπομένης συγχωνεύσεως. Περαιτέρω σε περίπτωση που επετρέπετο η συγχώνευση , η ποινή βάση σύμφωνα με το άρθρο 551 παρ. 2 θα ήταν η συνολική ποινή που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 73-76/2005 απόφαση δηλαδή τα 24 έτη και 11 μήνες. Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1Δ σε συνδ. με το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος είναι αβάσιμος. Πλην όμως εν προκειμένω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. διότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 2-6-2009 (βλέπετε σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση), του επιδόθηκε στις 30-6-2009 (βλέπετε σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του Δ/ντή των Φυλακών Πατρών όπου εκρατείτο ο αναιρεσείων), και άσκησε κατ' αυτής αναίρεση στις 21-12-2009 όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. 104/21-12-2009 έκθεση του Καταστήματος Κρατήσεως Πατρών που υπογράφεται αρμοδίως. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 104/21-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Π. του Π. και Α., 58 ετών, μάγειρα, κατοίκου ..., οδός ..., κατά της υπ' αριθμ. 55/9-4-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα και επιπλέον διότι είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 περ. 1Δ Κ.Π.Δ.). 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 25-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό η από 23-5-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συγχωνεύσεως των ποινών που επιβλήθηκαν σε αυτόν με τις αναφερόμενες στην άνω αίτηση αποφάσεις, μετά την έκδοση της με αριθμό 2130/08 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της 61/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και αφού αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, εκδόθηκε, μετά από νέα συζήτηση της άνω αιτήσεως, η με αριθ.55/09 απόφαση του αυτή Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κρινόμενη αίτηση. Έκρινε το άνω Δικαστήριο, με την αναιρετική αυτή απόφασή του, τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΠΚ "κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότεροι εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρηση τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας απ'αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από : α) τέσσερις μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη, β) ένα έτος, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) δύο έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα, έτη. Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη, όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη, όταν πρόκειται για φυλάκιση, και τους έξι μήνες, όταν πρόκειται για κράτηση''. Εξάλλου, κατά ,τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών, χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν, όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο της εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του υποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 106/1991). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, για τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής σε περίπτωση συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέσθηκε αυτή. Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού Κώδικα για τη συρροή", συνάγεται ότι αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη (μία ή περισσότερες) από δόλο πράξη, παρόλον ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανακλήσεως, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον υπό όρο απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι μηνών για έγκλημα που διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας" Στη συνέχεια, μετά από αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και νέα συζήτηση της υποθέσεως, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 55/09 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο κατά λέξη τα παρακάτω: "από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: ο Ν. Π. του Π. καταδικάστηκε: α) με την υπ' αριθμ. 1193/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για κατά συναυτουργία και με σκοπό το παράνομο κέρδος διευκόλυνση της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας 20 αλλοδαπών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ΠΚ, σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για τον καθένα λάθρα μεταφερόμενο αλλοδαπό και, αφού συγχωνεύθηκαν οι ποινές αυτές, καθορίστηκε συνολική ποινή φυλακίσεως πενήντα έξι (56) μηνών (με επαύξηση της πρώτης εξ αυτών κατά δύο (2) μήνες από την καθεμία εκ των υπολοίπων), και β) με την υπ' αριθ. 6623/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας για απόπειρα κλοπής, σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών. Επακολούθησε η συγχώνευση, με την υπ' αριθ. 462/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, όλων των πιο πάνω ποινών φυλακίσεως και καθορίστηκε ως εκτιτέα απ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως η τοιαύτη των πενήντα επτά (57) μηνών. Αφού εξέτισε ο εν λόγω κατάδικος τα δύο πέμπτα (2/5) της προαναφερόμενης συνολικής ποινής, έτυχε του ευεργετήματος της υπό όρο απολύσεως, με το υπ' αριθ. 143/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων. Αποφυλακίστηκε δε, κατόπιν τούτου, για την παραπάνω αιτία στις 11-5-2001, υπό τον όρο της ανάκλησης, με ανασταλέν υπόλοιπο ποινής φυλακίσεως δύο (2) ετών, εννέα (9) μηνών και έξι (6) ημερών. Ο ίδιος, όμως, κατάδικος διέπραξε κατά τη διάρκεια του χρόνου της δοκιμασίας του (δηλαδή στις 25-12-2002), νέα σοβαρά εγκλήματα από δόλο και συγκεκριμένα τα εγκλήματα της έκθεσης κατά συρροή εννέα (9) λαθρομεταναστών σε βαθμό κακουργήματος, της έκθεσης κατά συρροή επτά (7) λαθρομεταναστών σε βαθμό πλημμελήματος και της απόπειρας μεταφοράς κατά συρροή είκοσι (20) λαθρομεταναστών από το εξωτερικό στην Ελλάδα, για τα οποία (εγκλήματα) καταδικάστηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για τη καθεμία από τις πράξεις εκθέσεως σε βαθμό κακουργήματος, ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για την καθεμία από τις πράξεις εκθέσεως σε βαθμό πλημμελήματος και ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για την καθεμία από τις πράξεις της απόπειρας μεταφοράς λαθρομεταναστών, οι οποίες συνεπιμετρήθηκαν (μαζί με την ποινή φυλακίσεως 3 ετών, που του επιβλήθηκε για την πράξη της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια) με την ίδια απόφαση σε μία συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και έντεκα (11) μηνών. Περαιτέρω, παραγγέλθηκε, ενόψει των ανωτέρω, με την υπ' αριθ. 542/8-3-2006 παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, η έκτιση του πιο πάνω ανασταλέντος υπολοίπου ποινής φυλακίσεως δύο (2) ετών, εννέα (9) μηνών και έξι (6) ημερών. Ακολούθως, όμως, και συγκεκριμένα στις 23-5-2007 υπέβαλε ο ίδιος πιο πάνω κατάδικος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου τη με ίδια ημερομηνία αίτηση του, με την οποία ζήτησε την συγχώνευση των επιβληθεισών σ' αυτόν με τις παραπάνω αποφάσεις (υπ' αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου και υπ' αριθ. 462/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης) στερητικών της ελευθερίας ποινών. Σύμφωνα όμως με τα όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν επιτρέπεται εν προκειμένω να προσμετρηθούν στην επιβληθείσα στον αιτούντα κατάδικο με την άνω υπ' αριθ. 7376/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και έντεκα (11) μηνών, οι επιβληθείσες στον ίδιο κατάδικο α) με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 1193/1994 απόφαση ταυ Τριμελούς Εφετείου Θράκης ποινές φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για τον καθένα από τους είκοσι παράνομα μεταφερόμενους αλλοδαπούς, και β) με την ανωτέρω υπ' αριθ. 6623/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, αν και συναντήθηκαν όλες κατά την εκτέλεση, λαμβανομένου υπόψη ότι η πιο πάνω ποινή βάσης αναφέρεται σε εγκλήματα που τελέστηκαν από δόλο (εκτός από την πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια) κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του καταδίκου, που είχε απολυθεί υπό όρο, υπερβαίνουν οι απαρτίζουσες αυτήν επί μέρους ποινές φυλακίσεως τους έξι μήνες και πρέπει να εκτιθεί η ίδια συνολική ποινή (ποινή βάσης) αθροιστικά μετά την έκτιση ολοκλήρου του πιο πάνω ανασταλέντος υπολοίπου των δύο (2) ετών, εννέα (9) μηνών και έξι (6) ημερών της συνολικής ποινής φυλακίσεως των πενήντα επτά (57) μηνών, που καθορίζεται ως εκτιτέα με την ειρημένη υπ' αριθ. 462/2001 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 108 του ΠΚ, αφού έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη η υπ' αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου και έχει επέλθει αυτοδικαίως η άρση της υπό όρο απολύσεως του άνω καταδίκου. Πρέπει λοιπόν εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι για τον καθορισμό συνολικής ποινής να απορριφθεί η αίτηση του αιτούντος-καταδικασθέντος". Έτσι το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου ορθά ερμήνευσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν επιτρέπεται εν προκειμένω να προσμετρηθούν στην επιβληθείσα στον αιτούντα κατάδικο με την άνω υπ'αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και έντεκα (11) μηνών, οι επιβληθείσες στον ίδιο κατάδικο α) με την πιο πάνω υπ'αριθμ. 1193/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ποινές φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για τον καθένα από τους είκοσι παράνομα μεταφερόμενους αλλοδαπούς, και β) με την ανωτέρω υπ'αριθ. 6623/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, αν και συναντήθηκαν όλες κατά την εκτέλεση, λαμβανομένου υπόψη ότι η πιο πάνω ποινή βάσης αναφέρεται σε εγκλήματα που τελέστηκαν από δόλο (εκτός από την πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια) κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του καταδίκου), που είχε απολυθεί υπό όρο, υπερβαίνουν οι απαρτίζουσες αυτήν επί μέρους ποινές φυλακίσεως τους έξι μήνες και έπρεπε να εκτιθεί η ίδια συνολική ποινή (ποινή βάσης) αθροιστικά μετά την έκτιση ολοκλήρου του πιο πάνω ανασταλέντος υπολοίπου των δύο (2) ετών, εννέα (9) μηνών και έξι (6) ημερών της συνολικής ποινής φυλακίσεως των πενήντα επτά (57) μηνών, που καθορίσθηκε ως εκτιτέα με την ειρημένη υπ'αριθ. 462/2001 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 108 του ΠΚ, αφού είχε καταστεί ήδη αμετάκλητη η υπ'αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου και είχε επέλθει αυτοδικαίως η άρση της υπό όρο απολύσεως του άνω καταδίκου, το δε Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη κατά τα άνω απόφασή του, περιέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμελεία της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.104/2009 ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κλειστής Φυλακής Πατρών, αίτηση του Νικολάου Παναγόπουλου του Παναγιώτη, για αναίρεση της με αριθμό 55/9-4-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συγχώνευση ποινών. Δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μια συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανακλήσεως, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε, στον υπό όρο απολυθέντα, ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι μηνών για έγκλημα που διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας. Το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις σχετικές με τη συγχώνευση ποινών ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ο δε για τα αντίθετα σχετικός λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
null
null
1
Αριθμός 31/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ε.-Σ. Π. του Π., κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή …, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 112/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1695/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 70/12-2-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ την από 1/12/2009 αίτηση του καταδικασμένου Ε.-Σ. Π. του Π. κρατουμένου της Κλειστής Φυλακής … για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 112/2008 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα ετών για υπεξαίρεση με την ιδιότητα του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και ότι το συνολικό αντικείμενο της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πλαστογραφία και απόπειρα εκβίασης. Ι. Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αρίθμ. 112/2008 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία έγινε αμετάκλητη γιατί με την 1679/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου Ζ Ποινικό Τμήμα απορρίφθηκε η κατά της ως άνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου ασκηθείσα αναίρεση, στηρίζεται, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντα σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάστηκε και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. II. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα (βλ. ΑΠ 680/2007). III. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 112/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο αιτών καταδικάστηκε με αυτή για τις παραπάνω πράξεις της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας, πλαστογραφία και απόπειρα εκβιάσεως, γιατί το δικαστήριο δέχθηκε τα εξής : Η εγκαλούσα Κ. Π., που ήταν αγράμματη και άπορη γυναίκα, εργαζόταν στο σπίτι του κατηγορουμένου ως καθαρίστρια, φροντίζουσα και την υπέργηρη μητέρα του από το 1996 μέχρι το 1998 και είχε αποταμιεύσει με οικονομία 24000000 δραχμές για τα γηρατειά της, τα χρήματα αυτά τα είχε επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρίας Nationale Nederlanden. Ο αιτών κατηγορούμενος εργοδότης, διαβιών σε πολυτελές σπίτι και εμφανιζόμενος ως μορφωμένος και ως χρηματιστής, μόλις πληροφορήθηκε από την ίδια την ενάγουσα την ύπαρξη των άνω χρημάτων, κατέστρωσε σχέδιο και εμφανιζόμενος σε αυτήν, ψευδώς ότι είναι μεγαλοεπιχειρηματίας με μεγάλη πείρα στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ότι το Ελληνικό Χρηματιστήριο θα βυθιστεί και ότι αυτός είχε τη δυνατότητα να επενδύσει για λογαριασμό της επωφελώς τα άνω χρήματα της σε αγορά μετοχών σε χρηματιστήριο του εξωτερικού με μεγάλα κέρδη, αρχές του 1997 επιδεικύοντάς της και συστατικές επιστολές σημαινόντων προσώπων, την έπεισε να ρευστοποιήσει τα άνω κεφάλαια της και έτσι η εγκαλούσα του εμπιστεύτηκε το ποσό των 24000000 δραχμών με τη συμφωνία αυτός, ως εντολοδόχος της, να τα επενδύσει στο όνομα της σε αγορά μετοχών στο εξωτερικό. Ειδικότερα, στις 21/4/1997 και, στις 30/5/1997 του παρέδωσε με οπισθογράφησή της, δύο αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε διαταγή της, ποσών 20000000 δραχμών και 4000000 δραχμών αντίστοιχα, ποσά τα οποία αυτός τελικά εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, χωρίς ποτέ να αγοράσει μετοχές στο όνομα και λογαριασμό της παθούσας εντολέας του, όπως είχε υποσχεθεί, χωρίς να έχει επιτρέψει μέχρι σήμερα το ποσό αυτό ή να έχει εμφανίσει κάποιους τίτλους που να επένδυσε τα χρήματα αυτά. Μάλιστα, εκμεταλλευόμενος την απειρία αλλά και την εμπιστοσύνη που του είχε η πτωχή εγκαλούσα, της παρέδωσε οκτώ λευκά φύλλα χάρτου και με απατηλό τρόπο την παρέσυρε να υπογράψει αυτά λευκά, χωρίς κάποιο κείμενο, αφού την έπεισε ότι αυτά ήταν αναγκαία για την τυπική διεκπεραίωση των απαιτουμένων διαδικασιών υλοποίησης της επένδυσης στο όνομα της σε αγορά μετοχών σε χρηματιστήριο του εξωτερικού. Το παραπάνω ποσό που του είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα ο αιτών κατηγορούμενος το είχε εισπράξει και είχε περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και τόσο το αντικείμενο της καθεμίας από της δύο πράξεις υπεξαίρεσης, όσο και το συνολικό αντικείμενο της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης που τέλεσε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Περί τον Οκτώβριο και Δεκέμβριο του 1997 ο αιτών-κατηγορούμενος έχοντας σχεδιάσει να εξουδετερώσει την αναμενόμενη αποκάλυψη της άνω υπεξαίρεσης του, έπεισε την εγκαλούσα και αυτή έθεσε την υπογραφή της σε τρία ιδιωτικά έγγραφα συμφωνητικά, υπό αναγραφόμενες ημερομηνίες 21/4/1997, 22/4/1997 και 1/6/1997 με το ψευδές και μη αναγνωσθέν από την αγράμματη εγκαλούσα κείμενο αλλά και δολίως μη εξηγηθέν, ότι δήθεν αυτή εδάνεισε στην ηλικίας 90 ετών μητέρα του ποσό 24000000 δραχμών με χρόνο επιστροφής την 30/10/1998. Για την αληθοφάνεια δε του άνω δανείου η μητέρα του αιτούντος-κατηγορουμένου Π. Π. αποδέχθηκε τρεις συναλλαγματικές συνολικού ποσού 20000000 δραχμών και ταυτόχρονα η δανειολήπτρια έθεσε στη διάθεση της δήθεν δανείστριας το δικαίωμα υψούν της επί της οδού ... οικίας της, προκειμένου να εγγραφεί και σχετική υποθήκη. Με το έτερο από 22/4/1997 συμφωνητικό, φέρεται ότι η άνω μητέρα του αιτούντος παρέδωσε δήθεν στην εξαπατηθείσα εγκαλούσα, για μείζονα εξασφάλιση του δανείου της, 1000 χρυσές λίρες Αγγλίας, αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, δύο χρυσά ρολόγια αξίας εφτά εκατομμυρίων δραχμών, τρία χρυσά δαχτυλίδια με μπριγιάν και άλλα κειμήλια συνολικής αξίας έξι εκατομμυρίων δραχμών και ότι δήθεν ανέλαβε την υποχρέωση να της δανείσει ακόμα τέσσερα εκατομμύρια δραχμές, με τη συμφωνία ότι, με την επιστροφή του δανεισθέντος ποσού, η δανείστρια θα επέστρεφε τα άνω χρυσαφικά και λίρες. Τέλος, με το ως άνω τρίτο συμφωνητικό φέρεται ότι δήθεν η μητέρα του αιτούντος και εγκαλούσα συμφώνησαν ότι η ως άνω σύμβαση δανείου θα διέπεται από το Ελβετικό δίκαιο. Ο αιτών-κατηγορούνενος με το ίδιο σχέδιο, περί δήθεν επένδυσης των χρημάτων στο εξωτερικό, υπεξαίρεσε διάφορα σημαντικά ποσά και άλλων περίπου δέκα οκτώ προσώπων, όπως της Μ. Λ. Δ., (16000000 δραχμές), του Ε. Μ. συνταξιούχου δικαστικού (το εφάπαξ), του Α. Σ., του Α. Μ., του Γ., του Δ., της Κ. Π., του Μ. Κ. (6000000 δραχμές), του Δ. Ζ. (380000 ευρώ) κ.α. όπως κατέθεσαν κατηγορηματικά και μετά λόγου ιδίας γνώσεως οι εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας, οι δε ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για δανεισμό της ως άνω υπέργηρης μητέρας του κρίνονται ως αβάσιμοι. Ο σκοπός του αιτούντος να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος 24000000 δραχμών σε βάρος της ως άνω εγκαλούσης συνάγεται εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από το γεγονός ότι, εν αγνοία των θυμάτων του που τα έβαζε να υπογράφουν λευκά χαρτιά για τις τυπικές δήθεν διεκπεραιώσεις των επενδύσεων υπ' αυτού, για λογαριασμό τους, τα συμπλήρωνε μετά με περιεχόμενο περί δανείων κλπ και στις αγωγές και μηνύσεις των θυμάτων του απαντούσε με σωρεία απειλών, αγωγών και μηνύσεων κατά πάντων χωρίς τα θύματα να καταφέρουν να πάρουν πίσω τα χρήματα που τους υπεξήρεσε. Όλα τα παραπάνω περί της εν λόγω υπεξαίρεσης και των ψευδών ισχυρισμών του αιτούντος, κρίθηκαν τελεσίδικα και με την αναγνωσθείσα υπ' αρίθμ. 7403/ 2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στη μεταξύ των διαδίκων αστική δίκη που κέρδισε η νυν εγκαλούσα Κ. Π.. Περαιτέρω ο αιτών στις 7/6/2000 κατά την απολογία του στον 13° Τακτικό Ανακριτή Αθηνών για υπεξαίρεση σε βάρος της Μ. Λ. Δ. προκειμένου να καταρρίψει τη σε βάρος του δοθείσα στον ίδιο Ανακριτή κατάθεση της νυν εγκαλούσης ότι της είχε υπεξαιρέσει με τον ίδιο τρόπο και αυτής 24000000 δραχμές, ενώ κατά τους ψευδείς ισχυρισμούς του επρόκειτο για δάνεια προς τη μητέρα του, που έχουν ήδη εξοφληθεί, κατέθεσε στον Ανακριτή τρία έγγραφα και δη α) Το από 10 Μαρτίου 1998 αναγνωσθέν ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της μητέρας του αιτούντος και της εγκαλούσης, με περιεχόμενο γραμμένο με έντυπα κεφαλαία γράμματα που φέρει στο τέλος τις υπογραφές της μητέρας του αιτούντος και υπογραφή της εγκαλούσης διά μόνου του επωνύμου της, στο κείμενο του οποίου αναγράφεται σε περίληψη ότι η εγκαλούσα ως δανείστρια απελευθερώνει πλήρως τη δανεισθείσα Π. Π., από το δικαίωμα υψούν που της είχε παραχωρήσει πάνω στα ακίνητα της, με ιδιωτικό συμφωνητικό λόγω των πολλών εγγυήσεων, εξασφαλίσεων, συναλλαγματικών που έχει λάβει και είναι εξασφαλισμένη η δανείστρια. β) Ιδιόγραφη από 23 Απριλίου 1997 επιστολή της εγκαλούσης, γραμμένη με μικρά ανορθόγραφα γράμματα, απευθυνόμενη προς τη δανεισθείσα Π. Π. και με περιεχόμενο ότι η παθούσα ως δανείστρια επιβεβαιώνει απόλυτα ως αληθείς και σωστές όλες τις συμφωνίες που έχουν υπογράψει. γ) Ιδιόγραφη δεύτερη από 24 Απριλίου 1997 επιστολή της παθούσας προς την ίδια μητέρα του αιτούντος με ίδιο ως άνω περιεχόμενο επιβεβαίωσης όλων των μεταξύ τους συμφωνιών ως αληθινών και με υπογραφή στο τέλος των άνω δύο επιστολών της παθούσας. Στα τρία ως άνω έγγραφα όπως καταλήγει ο πραγματογνώμονας Θ. Β., στην αναγνωσθείσα από 22/9/ 2003 έκθεση του, οι υπογραφές είναι γνήσιες της εγκαλούσης, αλλά δε μπορεί να διακριβωθεί αν αυτές τέθηκαν μετά από προηγούμενη ανάγνωση των γραφομένων ή υπέγραψαν με καλή πίστη και ύστερα από προτροπή άλλου προσώπου, χωρίς να τα αναγνώσουν και να τα κατανοήσουν. Στην κατάθεση του στο ακροατήριο ο ως άνω πραγματογνώμονας καταθέτει "η υπογραφή είναι γνήσια της Π., δεν είναι όμως γνωστό, πότε ετέθησαν. Οι επιστολές έχουν γραφεί γράμμα-γράμμα, ούτε παιδί του δημοτικού δε γράφει έτσι, είναι από το χέρι της Π., αλλά είναι αμφίβολο αν καταλάβαινε τι έγραφε. Κάποιος της το υπαγόρευε τι θα γράψει. Το δείγμα γραφής συμπίπτει με τα υπό έλεγχο έγγραφα. Η ίδια η εγκαλούσα κατέθεσε σχετικά, όταν της επιδείχθηκαν οι επιστολές, ότι μόνο η υπογραφή είναι δική της, τα γράμματα δεν είναι δικά της, πρέπει τις επιστολές να τις έγραψε ο αιτών ή να έβαλε κάποιον άλλο να τις έγραψε. Από όλα τα παραπάνω το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ως άνω τρία έγγραφα φέρουν τη γνησία υπογραφή της εγκαλούσης πλην όμως α) Το από 10/3/1998 συμφωνητικό συμπληρώθηκε δόλια από τον αιτούντα μετά από τη θέση της υπογραφής στο τέλος λευκού χαρτιού που της είχε υφαρπάσει με την προεκτεθείσα στην αρχή μέθοδο. Το περιεχόμενο αυτό συντάχθηκε από τον αιτούντα χωρίς τη συμφωνία ή τη συναίνεση της παθούσας και είναι καθ' ολοκληρίαν ψευδές. Αφού ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ της εγκαλούσας και της μητέρας του αιτούντος δάνειο ή παραχώρηση δικαιώματος υψούν και λίρες και χρυσαφικά για εξασφάλιση του δήθεν δανείου. Όλα δε αυτά, τη συμπλήρωση του κειμένου και τη χρήση του πλαστού αυτού συμφωνητικού, γνησίου μόνο κατά την υπογραφή, στον ανακριτή, έκανε ο αιτών με σκοπό να τον παραπλανήσει σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη με το γεγονός ότι αυτός δεν έχει διαπράξει υπεξαίρεση σε βάρος της παθούσας τότε μάρτυρος αλλ' ούτε και σε βάρος της μηνυτρίας Μ.-Λ. Δ. όπως κατηγορείτο. Έτσι ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας κατ' άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ. Περαιτέρω ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από 1/4/2000 έως 6/6/2000 κατά τακτά χρονικά διαστήματα τουλάχιστον δυό φορές το μήνα άλλοτε διά ζώσης και άλλοτε τηλεφωνικά με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να εξαναγκάσει την ως άνω εγκαλούσα να παραιτηθεί των εναντίων αστικών αξιώσεων της για επιστροφή του υπεξαιρεθέντος κατά τον ως άνω τρόπο ποσού των 24000000 δραχμών, απειλώντας αυτή ότι αν στραφεί εναντίον του δικαστικά, θα την καταμηνύσει για τοκογλυφία δισεκατομμυρίων δραχμών, ότι θα υποστεί ένα άνευ προηγουμένου καταιγισμό μηνύσεων και αγωγών με τη χρήση των υπογραφεισών ως άνω υπ' αυτής οκτώ λευκών φύλλων χαρτιού, που θα συμπληρώσει κατάλληλα και θα απαιτήσει δικαστικά, την επιστροφή των χιλίων λιρών, των ωρολογίων και λοιπών τιμαλφών που θα αποδείξει ότι αυτή έχει πάρει από τη δανεισθείσα τα χρήματα μητέρα του, ενώ η αλήθεια ήταν ότι όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή και αυτός απλώς είχε υπεξαιρέσει το άνω ποσό της εγκαλούσης. Όμως η ως άνω πράξη εκβίασης δεν ολοκληρώθηκε, όχι από θέληση του αιτούντος, αλλά επειδή η παθούσα συμβουλεύτηκε το δικηγόρο της και δεν ενέδωσε στις απειλές του και στις 6/6/2000 κατέθεσε την αλήθεια εναντίον του στον άνω 13° Τακτικό Ανακριτή που ερευνούσε την υπεξαίρεση σε βάρος της Μ. Λ. Δ. και στη συνέχεια υπέβαλε αρμοδίως και τη δική της από 12/9/2000 έγκληση για την ένδικη υπεξαίρεση. Έτσι ο αιτών κηρύχθηκε και ένοχος απόπειρας εκβίασης. IV. Τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται ο αιτών είναι α) Η υπ' αρίθμ. 1360/2009 βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Θ. του Ι., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας, στην οποία βεβαιώνει ότι συνάντησε τον αιτούντα κατά το έτος 1998 και του ανέφερε προς το τέλος της συνάντησης τους ότι είχε ραντεβού με κάποια κυρία Π. προκειμένου να υπογράψει εκείνη ένα συμφωνητικό το οποίο τυπωμένο κρατούσε στα χέρια του. Απ' ότι δε αυτός κατάλαβε, το περιεχόμενο του συμφωνητικού το οποίο δε γνωρίζει το είχαν προαποφασίσει η Π. με τη μητέρα του Π. Π. και β) Η από 22/9/2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Θ. Γ. Β., ειδικού δικαστικού γραφολόγου, στην οποία αποφαίνεται ότι οι υπογραφές στα από 21/4/1997,22/4/1997,1/6/1997,10/3/1997 ιδιωτικά συμφωνητικά στις από 1/9/1997, 22/10/1998, 25/1/1999 αποδείξεις-βεβαιώσεις και στην από 22/4/1997 επιστολή είναι γνήσιες των προσώπων στα οποία αποδίδονται, ήτοι της Κ. Π. και Π. Π. και δεν επισημάνθηκαν ύποπτα στοιχεία μη φυσιολογικής χάραξης τους. Όμως από τη γραφολογική και εργαστηριακή εξέταση των παραπάνω εγγράφων, δε μπορεί να διακριβωθεί αν η Κ. Π. και η Π. Π. έθεσαν τις υπογραφές του σ' αυτά, μετά από προηγούμενη ανάγνωση των γραφομένων ή υπέγραψαν με "καλή πίστη" και ύστερα από προτροπή άλλου προσώπου χωρίς να τα αναγνώσουν και να τα κατανοήσουν. Από τον τρόπο δακτυλογράφησης των ως άνω κειμένων δεν προκύπτουν στοιχεία (σκόπιμη συμπύκνωση-αραίωση κειμένου κλπ) τα οποία να προδίδουν προηγούμενη "εν λευκώ" χάραξη των υπογραφών και μεταγενέστερη συμπλήρωση (δακτυλογράφηση) του κειμένου. V. Από τα παραπάνω στοιχεία λαμβανόμενα υπόψιν μόνα τους και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την 112/2008 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών εις βάρος του αιτούντος, δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. Συγκεκριμένα η υπ' αρίθμ. 1360/2009 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Θ. του Ι. δεν προσθέτει τίποτε καινούργιο στην υπόθεση. Και τούτο διότι ο ως άνω μάρτυρας καταθέτει ό,τι πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον αιτούντα και όταν τον συνάντησε κατά το έτος 1998 τον είδε να κρατά στο χέρι του συμφωνητικό τυπωμένο προκειμένου να υπογραφεί από την εγκαλούσα χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του. Εξάλλου, η από 29/3/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Θ. Β. όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παραπάνω υπ' αριθμ. 112/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αυτή ανεγνώσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού και λήφθηκε υπόψιν κατά την έκδοση της απόφασης αυτής. Συνεπώς, εσφαλμένως ο αιτών ισχυρίζεται ότι η πραγματογνωμοσύνη αυτή είναι νέο στοιχείο και δεν ανεγνώσθηκε στο ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου. Εξάλλου, εκ των πρακτικών της παραπάνω υπ' αριθμ. 112/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι ανεγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα εξής έγγραφα ήτοι: α) Η 7403/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διά της οποίας έγιναν δεκτές οι αστικές αξιώσεις της νυν εγκαλούσης κατά του νυν αιτούντος β) Η υπ' αριθμ. 1975/17-3- 2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του αιτούντος στον οποίο αναγγέλθηκε η νυν εγκαλούσα για τις αστικές αξιώσεις της κατά του αιτούντος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εγκαλούσα την 10/9/2008 εισέπραξε το ποσό της κατατάξεως της. Συνεπώς, την 9/1/2008 κατά την οποία ο αιτών καταδικάστηκε για τα ως άνω αδικήματα, δεν είχε λάβει χώρα η είσπραξη οιουδήποτε ποσού των αξιώσεων της. Συνεπώς, ο αντίθετος ισχυρισμός του αιτούντος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. VI. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών δεν απέδειξε με νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, ότι ήταν αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε αμετακλήτως ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και συνεπώς η υπό κρίση από 1/12/2009 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά της 112/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα έξοδα στον αιτούντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η από 1/12/2009 αίτηση του καταδικασθέντος Ε.-Σ. Π. του Π. κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Τρικάλων, για επανάληψη της διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 112/2008 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα,11/2/2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 §1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών, ο οποίος, με την, από 4-9-2010, υπεύθυνη δήλωσή του, που κατέθεσε αυθημερόν στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, όπου ήταν κρατούμενος, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να παραστεί στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση αυτής (αίτησης) στη σημερινή δικάσιμο, επιδιώκει, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της 1679/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από αυτόν αίτηση αναίρεσης κατά της 112/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης εννιά ετών, μεταξύ άλλων και για πλαστογραφία με χρήση, για το λόγο ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα νέα έγγραφα στοιχεία και κατάθεση νέου μάρτυρα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του πιο πάνω Εφετείου γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος του προδιαληφθέντος εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 527 §3 και 528 §1 ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην οικεία δικογραφία, προέκυψε ότι με την 112/2008 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την 1679/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ' αυτής ασκηθείσας αναίρεσης, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, και για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, δεχθέν ότι το, από 10-3-1998 συμφωνητικό συμπληρώθηκε δόλια από τον κατηγορούμενο, μετά από τη θέση της υπογραφής στο τέλος λευκού χαρτιού, που είχε υφαρπάσει από τη μηνύτρια-πολιτικώς ενάγουσας, με τη μέθοδο, που αναλύεται στην απόφαση, το περιεχόμενο του οποίου συντάχθηκε από τον κατηγορούμενο, χωρίς τη συμφωνία ή τη συναίνεση της παθούσας και είναι καθ' ολοκληρίαν ψευδές, αφού ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ της παθούσας και της μητέρας του κατηγορούμενου δάνειο ή παραχώρηση δικαιώματος υψούν και λίρες και χρυσαφικά για εξασφάλιση του δήθεν δανείου, όλα δε αυτά, τη συμπλήρωση του κειμένου και τη χρήση του πλαστού αυτού συμφωνητικού, γνησίου μόνον κατά την υπογραφή, στον Ανακριτή, έκανε ο κατηγορούμενος με σκοπό να τον παραπλανήσει σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη με το γεγονός ότι αυτός δεν έχει διαπράξει υπεξαίρεση σε βάρος της παθούσας τότε μάρτυρος, αλλ' ούτε και σε βάρος της μηνύτριας Μ.-Λ. Δ., όπως κατηγορείτο. Ο αιτών, με την κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, για την προδιαληφθείσα πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, επικαλέστηκε και προσκόμισε ως νέα αποδεικτικά στοιχεία α) την 1360 ένορκη βεβαίωση (κατάθεση) του μάρτυρα Θ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας στην οποία βεβαιώνει ότι συνάντησε τον αιτούντα κατά το έτος 1998 και του ανέφερε προς το τέλος της συνάντησής τους ότι είχε ραντεβού με κάποια κυρία Π., προκειμένου να υπογράψει εκείνη ένα συμφωνητικό το οποίο τυπωμένο το κρατούσε στα χέρια του. Απ' ό,τι δε αυτός κατάλαβε, το περιεχόμενο του συμφωνητικού, το οποίο δεν γνωρίζει, το είχαν προαποφασίσει η Π. με τη μητέρα του Π. Π. και β) την, από 22-9-2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Θ. Γ. Β., ειδικού δικαστικού γραφολόγου. Από την επισκόπηση των πρακτικών της παραπάνω απόφασης 112/2008 προκύπτει ότι η εν λόγω έκθεση αναγνώστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης. Συνεπώς, η πραγματογνωμοσύνη αυτή δεν αποτελεί, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αιτών, νέο στοιχείο. Ενώ, η πιο πάνω 1360/2009 ένορκη βεβαίωση, που είναι νέο στοιχείο, δεν προσθέτει τίποτε το καινούριο στην υπόθεση, αφού ο παραπάνω μάρτυρας καταθέτει, ό,τι πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον αιτούντα και ουδέν το συγκεκριμένο γνωρίζει. Ενόψει όλων αυτών, συνάγεται ότι το παραπάνω αποδεικτικό στοιχείο (ένορκη βεβαίωση) που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για την ευδοκίμηση της υπό κρίση αίτησης, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις (μεταξύ των οποίων η παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η 7403/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η 1975/17-3-2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού), που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, δυνάμει των οποίων αυτό δέχτηκε ότι ο αιτών τέλεσε και την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία καταδικάστηκε (μαζί και με άλλες δύο αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και της απόπειρας εκβίασης), δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος της πράξης αυτής. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 1-12-2009, αίτηση του Ε.-Σ. Π. του Π., κρατούμενου της Κλειστής Φυλακής …, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της 112/2008 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Καταδίκη για πλαστογραφία με χρήση. Τα νέα στοιχεία που επικαλείται ο αιτών δεν καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 30/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουγιτέα, περί αναιρέσεως της 520/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 563/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 60 §1 περ.β' του ΣΠΚ στρατιωτικός που εξυβρίζει ανώτερο ή κατώτερό του με λόγια ή απειλές ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη δεν τελέστηκε κατά την υπηρεσία ή για λόγους που δεν έχουν σχέση με αυτή. Η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εξύβρισης ανώτερου ή κατώτερου λαμβάνεται από τη διάταξη του άρθρου 361 §1 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία εξύβριση τελεί όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμισης (ΠΚ 362, 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτά ή προφορικά για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν του δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μια τέτοια ηθελημένη ενέργειά του προσβάλλει την τιμή του άλλου. Επιπλέον για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εξύβρισης ανώτερου ή κατώτερου, που δεν τελέστηκε κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτή, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι στρατιωτικός, β) ο εξυβριζόμενος να είναι επίσης στρατιωτικός κατά βαθμό ανώτερος ή κατώτερος του δράστη και γ) τόσο ο δράστης όσο και ο παθών να μην εκτελούν κάποια συγκεκριμένη στρατιωτική υπηρεσία ή η πράξη της εξύβρισης να μην έχει σχέση και αιτία με την προηγούμενη εκτέλεση μιας τέτοιας υπηρεσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 64 του ΣΠΚ, στρατιωτικός που εξυβρίζει φρουρό που έχει εντολή να φρουρεί ή να επιτηρεί ορισμένη περιφέρεια, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο ετών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. Για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω πράξης δεν απαιτείται να υπάρχει διαφορά βαθμού μεταξύ δράστη και παθόντος, αρκεί ο παθών να εκτελεί υπηρεσία φρουρού και ο δράστης να το γνωρίζει. Η εξύβριση φρουρού μπορεί να τελεστεί κα με τη διατύπωση απειλών από το δράστη της πράξης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 10310/2009 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος που υπηρετούσε ως Ανθυπασπιστής (Ε/ΜΕΚ) στο Α/Γ Ρ..., την 12-10-2006, βρισκόταν στο τμήμα 4Δ (χειρουργικό τμήμα) του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών (ΝΝΑ), φροντίζοντας την ασθενή μητέρα του που νοσηλευόταν εκεί. Περί ώρα 20,15', μετέβη στο γραφείο νοσηλείας του τμήματος, προκειμένου να ζητήσει από την προϊσταμένη Ανθυποπλοίαρχο (ΥΝ) Γ. Σ. να μεριμνήσει για τον έλεγχο της ορθής ροής του ορού της μητέρας του, γιατί πίστευε ότι είχε σταματήσει, και διαπίστωσε ότι αυτή είχε ολιγόλεπτο διάλειμμα, κατά τη διάρκεια του οποίου έτρωγε σουβλάκια. Στο σημείο αυτό προσφέρθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του η Ανθυποπλοίαρχος (ΥΝ) Μ. Ι., η οποία είχε υπηρεσία στον κάτω όροφο και ανέβηκε για λίγο στον τέταρτο, και έτσι η τελευταία μετέβη στο θάλαμο νοσηλείας της μητέρας του. Ο κατηγορούμενος εκνευρισμένος από την απροθυμία της αρμόδιας εν προκειμένω Ανθυποπλοιάρχου Γ., απηύθυνε ενώπιον της Μ. και του λοιπού παρισταμένου στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού, την προσβλητική για την τιμή της κατά βαθμό ανώτερής του Γ., φράση "το σουβλάκι να το βάλει εκεί που ξέρει", την οποία άκουσε και η παθούσα, η οποία κατευθύνθηκε προς το θάλαμο νοσηλείας, προσβάλλοντας κατ' αυτό τον τρόπο την τιμή της κατά βαθμό ανώτερης του αξιωματικού. Ακολούθως η Γ., λόγω της έντασης που είχε δημιουργηθεί, και επειδή είχε λήξει ο χρόνος του επισκεπτηρίου και ο κατηγορούμενος δεν είχε άδεια παραμονής ως συνοδός της ασθενούς μητέρας του, του ζήτησε να αποχωρήσει από το νοσοκομείο. Λόγω της άρνησής του να συμμορφωθεί, η Γ. κάλεσε τηλεφωνικώς τον φρουρό ασφαλείας ναυτικών εγκαταστάσεων του ΝΝΑ, Επικελευστή Τ. Α., στα καθήκοντα του οποίου ήταν η φύλαξη των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων του Νοσοκομείου, ο οποίος προσήλθε στο τμήμα 4Δ περί ώρα 20.20', και με τη σειρά του ζήτησε από τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει από το Νοσοκομείο. Τότε ο τελευταίος αρνούμενος εκ νέου να το πράξει, του απηύθυνε την εξυβριστική με τη μορφή απειλής, φράση "ήρθες να με βγάλεις έξω; Για βγάλε με και θα φύγεις με ανοικτό κεφάλι", γνωρίζοντας ότι απευθύνεται σε φρουρό ασφαλείας του ΝΝΑ, προσβάλλοντας έτσι την τιμή του εν λόγω φρουρού. Οι παραπάνω φράσεις ήταν κατά την προσβαλλόμενη απόφαση πρόσφορες να προσβάλλουν και πραγματικά πρόσβαλαν την τιμή των μηνυτών, ενώ εξάλλου ο αναιρεσείων γνώριζε την υβριστική σημασία αυτών. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι από τα γενόμενα δεκτά παραπάνω περιστατικά στοιχειοθετείται κατ' αντικειμενική κρίση το έγκλημα της εξύβρισης ανώτερου όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους σχετικούς με αυτή, καθώς και το έγκλημα της εξύβρισης φρουρού, αφού οι πιο πάνω φράσεις είναι μειωτικές της τιμής των μηνυτών Σ. Γ. του Γ. και Α. Τ. του Ν., αντιστοίχως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο για εξύβριση ανώτερου όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους σχετικούς με αυτή και για εξύβριση φρουρού. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1, 27, 361 §1 ΠΚ, 60 §1 περ. β' και 64 ΣΠΚ και σωστά υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του της νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτή (απόφαση) ότι οι υβριστικές φράσεις μπορεί να διατυπωθούν γραπτά ή προφορικά, πράγμα που σημαίνει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος δεν απαιτείται ο εξυβριζόμενος να είναι παρών και επίσης, αναφέρεται, ότι εξύβριση συνιστούν και απειλητικές φράσεις και άρα οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' μόνος λόγος της αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 §1, 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 22 Μαρτίου 2010, αίτηση του Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 520/2009 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 29/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της ΒΤ 818/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "CANTICO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ - ΕΜΠΟΡΙΟ SOFTWARE HARDWARE CANTICO Α.Β.Ε.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 500/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 171 §2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το 510 §1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης, ή όταν παραβιάστηκε η διαδικασία η οποία έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησής της. Δεν ασκεί δε καμία επιρροή οποιαδήποτε έλλειψη ή πλημμέλεια της δήλωσης παράστασης της πολιτικής αγωγής στην προδικασία, αφού κατά το άρθρο 83 §2 του ΚΠΔ και η εντελής παράλειψη του νομιμοποιουμένου να εγείρει πολιτική αγωγή να δηλώσει στην προδικασία ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν επηρεάζει το δικαίωμά του να εγείρει πολιτική αγωγή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου κατά το άρθρον 68 του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CANTICO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ - ΕΜΠΟΡΙΟ SOFTWARE HARDWARE CANTICO Α.Β.Ε.Ε." δήλωσε η Γ. Ρ., όχι ατομικά, αλλά ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτής. Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα (ΚΠΔ 510 §1 στοιχ. Α'), διότι η προδιαληφθείσα Γ. Ρ. παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα, δι' αυτήν ατομικά, και όχι ως νόμιμη εκπρόσωπος της παθούσας πιο πάνω εταιρείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 §1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ''εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 §1 α του ν.2408/1996 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή, γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της §1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει", του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάρτιση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η έλλειψή της, κατά τα άρθρο 93 §3 του Συντάγματος §3 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας, οπότε το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε απαράδεκτο ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Εσφαλμένη δε ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 818/2010 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στον Πειραιά την 15-5-2007 και την 30-4-2007, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΠΙΠΛΟΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ Μον/πη ΕΠΕ" με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής τους και πιο συγκεκριμένα, εξέδωσε: 1] την υπ' αριθ ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 15-5-2007 για να πληρωθεί από την Τράπεζα Αγροτική για το χρηματικό ποσό των 3.500 ευρώ, σε διαταγή "CANTICΟ ΑΒΕΕ" και 2] την υπ' αριθ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2007, για να πληρωθεί από την Τράπεζα Αγροτική, για το ποσό των 5.000 ευρώ, σε διαταγή "CANTICΟ ΑΒΕΕ", και αφού παρουσιάστηκαν στις 17-5-2007 και 3-5-2007, αντίστοιχα, προς πληρωμή στις πληρώτριες Τράπεζες δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Ο κατηγορούμενος κατά τον ως άνω χρόνο εκδόσεως και πληρωμής των επιταγών γνώριζε ότι η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα. Τόσον αυτός όσο και η από αυτόν εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρεία όφειλαν σημαντικά ποσά σε τρίτους δανειστές γι' αυτό και με την υπ' αριθμ. 21/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δημοσιεύθηκε την 7η Ιανουαρίου 2009 κηρύχθηκε αυτή σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίσθηκε με την άνω απόφαση ως ημέρα παύσεως των πληρωμών της η αντίστοιχη με την ημερομηνία δημοσίευσής της ημερομηνία του 2006. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, η εν λόγω εταιρεία δήλωσε αναστολή πληρωμών των ληξιπροθέσμων εμπορικών χρεών της από τις 30-10-2006. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, ως διαχειριστής της και νόμιμος εκπρόσωπός της, γνώριζε ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, κατά τους ανωτέρω χρόνους έκδοσης και εμφάνισης των ένδικων επιταγών. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος. Ακολούθως, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 79 §1 ν. 5960/1933 (ακάλυπτης επιταγής) κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια, και χρηματική ποινή οκτακοσίων ευρώ. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1, 27, 98 §1 ΠΚ και 79 §1 ν. 5960/1933, όπως ισχύει, κατ' εξακολούθηση, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενώ αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του προδιαληφθέντος εγκλήματος ο κατηγορούμενος όχι να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμου κεφαλαίου, κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, αλλά να θεωρεί την έλλειψη αυτή πιθανή και να την αποδέχεται, με τις παραδοχές αιτιολογείται κάτι επί πλέον τούτου, ότι ο κατηγορούμενος, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας, η οποία με την 21/7-1-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με ημέρα παύσης των πληρωμών της την αντίστοιχη με την ημερομηνία της δημοσίευσής της ημερομηνία του 2006, γνώριζε ότι, κατά τους χρόνους έκδοσης (15-5-07 και 30-4-07) και εμφάνισης (17-5-07 και 3-5-07) των ένδικων επιταγών δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα επίσης με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος υπό την προδιαληφθείσα ιδιότητά του, εξέδωσε 1) την υπ' αριθ. ... επιταγή ... σε διαταγή "CANTICO A.B.E.E." και 2) την υπ' αριθ. ... επιταγή ... σε διαταγή "CANTICO A.B.E.E." και αφού παρουσιάστηκαν στις 17-5-2007 και 3-5-2007, αντίστοιχα, προς πληρωμή στην πληρώτρια Αγροτική Τράπεζα, είναι αυτονόητο ότι κομίστρια τούτων (επιταγών), αλλά και μηνύτρια, είναι η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης ο πρώτος, κατά το οικείο σκέλος του, που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το προαναφερθέν Δικαστήριο απέρριψε τον περί αποβολής της πολιτικής αγωγής αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε προς τούτο υπόψη και τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, που προσκομίστηκε με επίκληση από τη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, ήτοι το ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, με αριθμό φύλλου 1930/17-3-2009. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε και κατά τούτο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και άρα ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ', κατά το σχετικό σκέλος του, λόγος αναίρεσης, καθώς και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. Η', για υπέρβαση εξουσίας, όμοιος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 §1, 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 1 Απριλίου 2010, αίτηση του Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 818/2010 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 33/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 302/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ANET INVESTMENT ING" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1529/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 166/6-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την 13/30.10.2009 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 302/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το 26/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (για τα κακουργήματα), προκειμένου να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1α, 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρ. 386 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999). Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος άσκησε την 8/2009 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 302/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ απορρίφθηκε αίτημα του κατηγορουμένου και των πολιτικώς εναγόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του συμβουλίου. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (αρθρ. 316 παρ. 2 του ΚΠΔ) "Το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση ... .Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται και στην απορριπτική της αιτήσεως κατηγορούμενου, για την εμφάνισή του στο Συμβούλιο, διάταξη του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Έτσι, αν μεν το Συμβούλιο, δεν απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα του κατηγορούμενου που υποβάλλεται κατά τρόπο νόμιμο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, αν δε απορρίψει το αίτημα, χωρίς επαρκή αιτιολογία, ικανοποιούσα τις απαιτήσεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, για ελλιπή αιτιολογία (ΑΠ 960/2006, ΑΠ 1927/2009, ΑΠ 1240/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Δ. Π. του Σ., με την από 2.9.2009 αίτησή του, ζήτησε να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που επιλήφθηκε της εφέσεώς του (8/2009) κατά του 26/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, προκειμένου να παρασχεθούν από αυτόν οι αναγκαίες εξηγήσεις και διευκρινίσεις επί της όλης υποθέσεως. Το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο 302//2009 βούλευμά του απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "ο κατηγορούμενος με την απολογία του και το εκτεταμένο (αποτελούμενο από 22 σελίδες) απολογητικό του υπόμνημα που κατέθεσε στις 3.6.2008, το συμπληρωματικό απολογητικό του υπόμνημα (αποτελούμενο από 3 σελίδες) που κατέθεσε στις 9.6.2008, το συμπληρωματικό υπόμνημά του (αποτελούμενο από 56 σελίδες) ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, που κατέθεσε στις 31.3.2009, ... ανέπτυξε πλήρως και διεξοδικά τις απόψεις του και συνυπέβαλε όλα τα επικαλούμενα έγγραφα, δίχως να απομένει κανένα σημείο αδιευκρίνιστο και δεν υπάρχει ανάγκη για παροχή περαιτέρω εξηγήσεων και διευκρινίσεων". Με την απορριπτική του ως άνω αιτήματος διάταξη του βουλεύματος, δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, η δε αναφερόμενη αιτιολογία της είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Και τούτο διότι, πράγματι, η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο συμβούλιο είναι περιττή, όταν αυτός έχει αναπτύξει διεξοδικά τις απόψεις του, με την ενώπιον του Ανακριτή απολογία του και τα απολογητικά του υπομνήματα, την έφεσή του και το πολυσέλιδο υπόμνημα που κατέθεσε στο Συμβούλιο, ώστε η υπόθεση να μην εμφανίζει πλέον κενά προς διευκρίνιση. Επομένως, δεν υπάρχει θέμα ανεπαρκούς αιτιολογίας της παραπάνω διατάξεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών` και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει και ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (ΑΠ 1331/2009, ΑΠ 1760/2009, ΑΠ 747/2009, ΑΠ 1971/2008). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ 4 Ν. 2721/1999, "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ". Χρόνος δε τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης του παθόντος (ΑΠ 1749/2009, 1453/2009, ΑΠ 1095/2009). Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999, προκύπτει ακόμη, ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 1729/2009, ΑΠ 541/2009). Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ενώ για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 971/2009, ΑΠ 425/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος (ΑΠ 1724/2009, ΑΠ 1511/2009, ΑΠ 1334/2009). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του ΠΚ, με την τρίτη των οποίων καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξεως για τη οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική, ή συγγνωστή νομική πλάνη (ΑΠ 1871/2009, ΑΠ 1312/2008, ΑΠ 761/2007, ΑΠ 20/2006, ΑΠ 2343/2003, ΑΠ 2340/2003, Ν. Χωραφά Ποιν. Δίκαιο εκδ. 1978, σ. 350). ΙV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1554/2009, ΑΠ 1409/2009). Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη η τυπολατρική επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 2088/2009, ΑΠ 1751/2009). Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, Ολ.ΑΠ 1778/1993, ΑΠ 1749/2009) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς που το εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας, τα οποία παραθέτει γενικά κατά το είδος τους και συγκεκριμένα, από το σύνολο του συγκομισθέντος ανακριτικού υλικού, τις καταθέσεις και τα υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τους απολογητικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με τα περιλαμβανόμενα στην έφεση και το συνημμένο σ' αυτήν υπόμνημα, προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με την με αριθμό 3122.1/1740/32/ 1.3.2001 βεβαίωση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυπλίας ο εκκαλών φέρεται ως εκπρόσωπος του εγκατασταθέντος, με την με αριθμό 1241.1740/24/21917/14.4.1998 εγκριτική κοινή Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυπλίας, στην Ελλάδα γραφείου της εδρεύουσας στη ... εταιρίας Dileton Maritime S.A. Το εν λόγω γραφείο λειτουργεί στην οδό ... στον ... και, σύμφωνα με το άνω έγγραφο, φέρεται ότι διαχειρίζετο μέχρι τις 7.3.2000 τα υπό σημαία Μάλτας πλοία M. πλοιοκτησίας της εταιρείας Mando Shipping Limited και Μ. D. πλοιοκτησίας της εταιρίας Mariana D. Shipping Limited. Οι πλοιοκτήτριες και η διαχειρίστρια είχαν ασφαλίσει τα άνω πλοία ως κυρίες και συνασφαλιζομένη αντίστοιχα, στον αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό Liverpool and London Steamship Protection and Indemnity Assosiation Limited, αποκαλούμενο στο εξής the Club. H ασφάλιση διεκόπη στις 27.3.2000 λόγω μη καταβολής ασφαλίστρων, για την πληρωμή των οποίων ήταν από κοινού και εις ολόκληρο υπεύθυνοι κάθε μέλος και συνασφαλιζόμενοι, σύμφωνα με τους όρους ασφάλισης. Τούτο γνώριζε ο εκκαλών, όπως και την οφειλή των ασφαλίστρων, σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τον διευθυντή του Club P. R. J. B., ο οποίος, εκτός από τις γραπτές υπενθυμίσεις που αποστέλλονταν από το Club προς την Dileton Maritime S.A., είχε συζητήσει το θέμα με εκείνον στις 25.1.2000, όταν τον είχε επισκεφθεί στα γραφεία του στον .... Σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τον δικηγόρο Ν. Π. αλλά και τα ιστορούμενα από τον εκκαλούντα, ο τελευταίος ανέθεσε στον άνω δικηγόρο, και ούτος συνέστησε στις 22.2.2000 την εδρεύουσα στα ... εταιρία Luminus Demolitions Inc με διευθυντή τον Ν. Π. και με μοναδικό μέτοχο την εδρεύουσα στη ... εταιρία Habitat Investments ad Trading S.A., εκπρόσωπος των συμφερόντων της οποίας ήταν ο εκκαλών. Με τα από 23.2.2000 προσύμφωνα αγοραπωλησίας οι προαναφερθείσες πλοιοκτήτριες εταιρίες πώλησαν στην Luminus Demolitions Inc τα πλοία M. και Μ. D. αντίστοιχα, αντί του ποσού των 814.213,40 δολαρίων ΗΠΑ, έκαστο "όπως είναι όπου ευρίσκοντο", με σκοπό την διάλυσή τους και μόνο. Η αγοράστρια εγγυήθηκε ότι δεν θα απασχολούσε τα πλοία για εκμετάλλευση και θα τα πωλούσε προς τρίτους μόνο για διάλυση, όρο που αναλάμβανε την υποχρέωση να περιλάβει σε οποιαδήποτε περαιτέρω συμφωνία πωλήσεως, οι δε πωλήτριες εγγυήθηκαν ότι τα πλοία παραδίδοντο ελεύθερα από οποιαδήποτε βάρη, ναυτικά προνόμια, υποθήκες και οποιαδήποτε άλλα χρέη και υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσεως και ότι θα αποζημίωναν την αγοράστρια από οποιεσδήποτε τέτοιες απαιτήσεις που έχουν γεννηθεί πριν από τον χρόνο παράδοσης των πλοίων. Η αγοραπωλησία ολοκληρώθηκε στις 25.2.2000 με την σύνταξη των αντίστοιχων αγοραπωλητηρίων εγγράφων, όπου και πάλι βεβαιώνετο ότι τα πλοία ήταν ελεύθερα από όλα τα βάρη, ναυτικά προνόμια, υποθήκες και οποιεσδήποτε άλλες οφειλές οποιασδήποτε φύσεως. Τόσο στα προσύμφωνα όσο και στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια για τις πωλήτριες υπέγραψε ο εκκαλών, μέσω δε της ΑΒΝ AMRO Bank η Luminus Demolitions Inc στις 6.3.2000 φαίνεται να κατέβαλε στην Dileton Maritime S.A. το ποσό αγοράς και των δύο πλοίων. Στη συνέχεια ο Ν. Π. φρόντισε να νηολογηθούν τα αγορασθέντα πλοία υπό σημαία της Δημοκρατίας των Marshall Islands, το M. με το νέο όνομα P. και το M. D με το νέο όνομα B., εκδοθέντων των από 7.3.2000 αντίστοιχων προσωρινών πιστοποιητικών νηολογήσεως, ισχυόντων μόνο για ένα ταξίδι των εν λόγω πλοίων, κενών φορτίου, από το Dubai στον τελικό προορισμό τους Δ. Πακιστάν ή Ινδία με τον σκοπό της διαλύσεως. Όπως όμως φαίνεται στα από 7.4.2000 δύο (Μ.Ο.Α.) προσύμφωνα πωλήσεως η Luminus Demolitions Inc με τη σειρά της πώλησε προς εκμετάλλευση και όχι για διάλυση, αντίστοιχα, το P. στην εδρεύουσα στον … εταιρία Anet Intvestments Inc, πρώτη μηνύτρια, της οποίας πρόεδρος και διευθυντής είναι ο A. D., δεύτερος μηνυτής (βλ. από 23.8.02 σχετικό πιστοποιητικό) αντί 1.250.000 δολαρίων ΗΠΑ και το B. στην εδρεύουσα στον … εταιρία Charmer Shipping Inc, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο μηνυτή A. D., αντί 1.100.000 δολαρίων ΗΠΑ, εγγυώμενη ότι την στιγμή της παραδόσεως στις αγοράστριες εταιρίες τα πλοία ήταν ελεύθερα παντός είδους βαρών και προνομιακών υποχρεώσεων ή οποιονδήποτε άλλων χρεών και ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να αποζημιώσει τους αγοραστές έναντι όλων των συνεπειών σχετικά με απαιτήσεις που τυχόν είχαν γεννηθεί προ του χρόνου παραδόσεως των πλοίων (βλ. όρο 9). Οι αγοραπωλησίες ολοκληρώθηκαν για το P. στις 14.4.2000 και για το B. στις 20.4.2000 με την υπογραφή των αγοραπωλητηρίων εγγράφων από τον διευθυντή της πωλήτριας Luminus Demolitions Inc Ν. Π., όπου και πάλι δηλώνεται ότι τα πλοία είναι ελεύθερα όλων των βαρών, υποθήκης προνομιακών ναυτικών υποχρεώσεων, φόρων και οποιονδήποτε άλλων επιβαρυντικών οφειλών και χρεών, και τα ελλιμενισμένα στο Dubai άνω πλοία παραδόθηκαν αντίστοιχα στις 18.4.2000 και στις 26.3.2000 στους αγοραστές τους, συνταγέντων των υπό τις ίδιες ημερομηνίες πρωτοκόλλων φυσικής παράδοσης, υπογραφέντων από τον Ν. Π. και τον δεύτερο μηνυτή, αφού καταβλήθηκε το συμφωνηθέν για το κάθε ένα από αυτά τίμημα και αντηλλάγησαν τα πωλητήρια έγγραφα. Οι αγοράστριες νηολόγησαν τα πλοία υπό σημαία Παναμά και το μεν P. έλαβε το όνομα M. το δε B. το όνομα C., ενώ την διαχείρισή τους ανέλαβε η εδρεύουσα στο … εταιρεία Gemarfin S.A., εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο μηνυτή. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της από 16.1.2004 οριστικής διαιτητικής απόφασης στις 18.7.2000, ενώ το M. εκφόρτωνε σε λιμάνι της Ολλανδίας, ο προαναφερθείς αλληλοασφαλιστικός οργανισμός το Club έλαβε προσωρινή διαταγή κατάσχεσης του πλοίου από το Ολλανδικό Δικαστήριο για οφειλές των προηγούμενων της Anet Investments Inc ιδιοκτητών, που στοιχειοθετούσαν ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου. Στη συνέχεια όμως το Club αποφάσισε να μην παραστεί στην δικάσιμο όπου θα εκρίνετο η επιβεβαίωση της κατάσχεσης και έτσι το πλοίο αποδεσμεύτηκε στις 19.7.2000. Προφανώς το Club αποφάσισε να μην παραστεί στην δικάσιμο όπου θα εκρίνετο η επιβεβαίωση της κατάσχεσης και έτσι το πλοίο αποδέχθηκε την άποψη των Ολλανδών δικηγόρων της Anet Investments, όπως διατυπώνεται στο από 19.7.2000 FΑΧ, κατά την οποία οι άνω οφειλές στοιχειοθετούσαν ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου, περιοριζόμενο στα οφειλόμενα ποσά των τελευταίων έξι μηνών, σύμφωνα με το δίκαιο του Παναμά, σύμφωνα όμως με το Ολλανδικό Δίκαιο στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέο το Αγγλικό Δίκαιο, κατά το οποίο δεν υφίστατο ναυτικό προνόμιο για ασφάλιστρα. Παρά ταύτα οι μηνυτές ενημέρωσαν για την υπόθεση με το από 21.7.2000 FΑΧ την Luminus Demolition Inc, οπότε ο Ν. Π. με το από 25.7.2000 FΑΧ τους πληροφόρησε πως η Luminus Demolition Inc ουδεμία σχέση είχε με τις προηγούμενες πλοιοκτήτριες ούτε με τις οποιεσδήποτε ευθύνες τους από εναντίον τους αξιώσεις και ότι αυτή είχε πωλήσει το πλοίο ελεύθερο βαρών και ουδεμία ευθύνη έφερε. Στις 20.9.2000, λίγο μετά την άφιξη του M. προς εκφόρτωση στο λιμάνι Inchon της Κορέας, το Club προέβη και πάλι στην κατάσχεσή του, απαιτώντας την καταβολή οφειλομένων εισφορών ασφαλίστρων ύψους 2.177.818,30 δολαρίων ΗΠΑ, καθόσον το Κορεατικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι εφαρμοστέο στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το Δίκαιο της σημαίας του πλοίου, δηλαδή του Παναμά, και, σύμφωνα με το τελευταίο, το Club μπορούσε να εγείρει απαίτηση ναυτικού προνομίου επί του πλοίου για τ' άνω ασφάλιστρα. Όπως προκύπτει από τις από 17.10.2000 και 18.10.2000 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... οι μηνυτές φρόντισαν να επιδώσουν στους Ν. Π. και εκκαλούντα την από 12.10.2000 εξώδικη δήλωση πρόσκληση και διαμαρτυρία, με την οποία τους ζητούσαν να απαλλάξουν αμέσως τόσο το M. όσο και το C. από οποιεσδήποτε τυχόν απαιτήσεις του Club, ενημερώνοντάς τους για την κατάσχεση του M. στην Κορέα. Απάντηση στο άνω εξώδικο δεν φαίνεται να υπήρξε. Το M. παρέμεινε κατασχεμένο ως τις 13.11.2000 κατά τους μηνυτές, οι οποίοι, μετά από διαπραγματεύσεις με το Club, πέτυχαν να το αποδεσμεύσουν έναντι καταβολής 250.000 δολαρίων ΗΠΑ δια εγγυημένων δόσεων. Η Anet Investments Inc και η Charmer Shipping Inc προσέφυγαν με αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εξέδωσε την με αριθμό 4964/28.8.2001 απόφασή του, με την οποία διέταξε, ως ασφαλιστικό μέτρο, την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της Luminus Demolition Inc και του Δ. Π., που ευρίσκετο στα χέρια τα δικά τους ή τρίτων, μέχρι το ποσό των 360.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης της Anet Investments Inc εκ 318.447.003 δραχμών σε βάρος τούτων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, της μεν πρώτης ενδοσυμβατικώς, λόγω υπαίτιας πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής της, αφού παρέβη την εκ της συμβάσεως πωλήσεως του πλοίου υποχρέωσή της περί απαλλαγής της αγοράστριας από κάθε χρέος επί του πλοίου γεννηθέν προ της παραδόσεως αυτού, του δε δεύτερου λόγω του ότι, αν και γνώριζε την οφειλή στο Club, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Dileton Maritime S.A. με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει του απέκρυψε το γεγονός τούτο από την Anet Investments Inc, με συνέπεια παραπλανηθείσα αυτή, αφού πείσθηκε πως δεν υπήρχε οφειλή του M., να το αγοράσει και να βλαβεί η περιουσία της λόγω της εμφανισθείσας μετέπειτα ως άνω οφειλής. Προς διευθέτηση της υποθέσεως οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν σε διαιτησία στην Αγγλία. Σύμφωνα με την από 16.1.2004 απόφαση της διαιτησίας και τις συμπληρωματικές αυτής, έγινε δεκτή η απαίτηση αποζημίωσης της Anet Investments Inc από την Luminus Demolitions Inc λόγω της παραβίασης της ρήτρας 9β του Μ.Ο.Α. από πλευράς της τελευταίας, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι ως πωλήτρια, πήρε ένα εμπορικό ρίσκο με το να πωλήσει το πλοίο ενώ εκκρεμούσαν οφειλές του προς το Club, γεγονός που ήταν γνωστό και στην διαχειρίστρια του πλοίου Dileton Management S.A., όφειλε δε να γνωρίζει ότι υπήρχε το στοιχείο, του ενδεχομένου κινδύνου με το να εγγυάται κατά την στιγμή της πώλησης του πλοίου πως τούτο ήταν ελεύθερο βαρών και υποχρεώσεων όταν βαρύνετο με σημαντικές απλήρωτες οφειλές. Τέλος, φαίνεται να αποδέχεται την ερμηνεία του όρου "οποιαδήποτε άλλα χρέη" ως οφειλές που μπορεί να υφίστανται σύμφωνα με την νομοθεσία οποιασδήποτε χώρας που μπορεί να είναι συναφείς και να μη θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στις κατηγορίες των βαρών ή του ναυτικού προνομίου. Αντίθετα δεν έγινε δεκτή η απαίτηση της Anet Investments Inc για αδικοπραξία και δη ότι εξαπατήθηκε από ψευδείς παραστάσεις του εκκαλούντος προς τον δεύτερο μηνυτή, κατά την συνάντησή τους στις 18.4.2000, κατά την υπογραφή του πρωτοκόλλου της φυσικής παράδοσης του πλοίου, με το σκεπτικό ότι τα όσα ειπώθηκαν εκεί από τον εκκαλούντα και τα συμφραζόμενά τους δεν ήταν επαρκώς σαφή ώστε να συνιστούν παράσταση. Επί πλέον οι διαιτητές δήλωσαν πεπεισμένοι ότι ο βασικός σκοπός της πώλησης του πλοίου από την Mando Shipping Ltd στην Luminus Demolitions Inc ήταν να προστατευθεί τούτο, ως ένα βαθμό, από την αξίωση του Club. Η Anet Investments Inc για την ίδια υπόθεση κατέθεσε και τις με αριθμούς 814/30.1.2004 και 4799/17.6.2005 αγωγές της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο, συνεκδικάζοντάς τες, εξέδωσε την με αριθμό 6205/21.12.2006 απόφασή του, με την οποία τις απέρριψε ως επί το πλείστον για νομικούς λόγους. Όσον αφορά τον εκκαλούντα, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της με αριθμό 814/04 αγωγής, που εξετάστηκε μόνον ως προς την βάση της, που θεμελιώνετε στην αδικοπρακτική ευθύνη του ανωτέρω και ζητείτο η αποζημίωση της ενάγουσας για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εξαπάτηση εκείνου, το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά του τελευταίου με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε πως στις 18.4.2000, στην συνάντηση που έγινε κατά την μεταβίβαση του P. από την Luminus Demolitions Inc στην Anet Investment Inc, ο εκκαλών εξαπάτησε την αγοράστρια ενάγουσα όπως αυτή συγκεκριμένα ισχυρίζετο. Παράλληλα στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης αναγράφεται ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Luminus Demolitions Inc ήταν εταιρεία που συστάθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί κατά κατάχρηση της νομικής της προσωπικότητας και να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς το Club η Mando Shipping Ltd, η Delition Maritime S.A. αλλά και η Habitat Investments and Traiding S.A., ότι oι περιεχόμενες στον όρο 9 του Μ.O.Α. διαβεβαιώσεως της Luminus Demolitions Inc ήταν ψευδείς, καθώς η οφειλή του πλοίου στην ενάγουσα, αλλά ο Ν. Π. δεν επιχείρησε να εξαπατήσει την αγοράστρια ενάγουσα γιατί δεν γνώριζε την άνω αναλήθεια, αφού ο εκκαλών του είχε αναθέσει να συστήσει την Luminus Demolitions Inc, χωρίς να του κάνει λόγο για τα χρέη του πλοίου προς το Club, τα οποία αυτός γνώριζε. Παράλληλα, όπως προκύπτει από το από 15.1.2002 έγγραφο συμβιβασμού, το Club αφ' ενός και oι Dileton Meritime S.A., Mando Shipping Limited και Mariana D. Shipping Limited αφ' ετέρου, συμβιβάστηκαν στην καταβολή από τις τελευταίες προς το πρώτο του ποσού των 167.500 δολαρίων ΗΠΑ, ώστε να εγκαταλείψει τούτο κάθε αξίωση οιασδήποτε φύσεως ή αιτίας εναντίον τους. Για να καταλήξουν δε στο άνω ποσό, οι συμβιβασθέντες συνυπολόγισαν και το καταβληθέν από την Anet Investments Inc ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ για την αποδέσμευση του M. στην Κορέα (βλ. από 19.2.2002 FΑΧ του Club προς την δικηγόρο της Anet Investments Inc). Εκτός από την προσφυγή τους στη διαιτησία, και στα αστικά Δικαστήρια η Anet Investments Inc, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον A. D., και ο A. D. ατομικά, προσέφυγαν και ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς με την κατάθεσή της με αριθμό Α03/134/17.1.2003 μηνύσεως κατά του Δ. Π., επί της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίσιν βούλευμα. Με το ίδιο βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ν. Π., κατά του οποίου είχε ασκηθεί αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη για απάτη με αποκομισθέν συνολικό παράνομο όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνοντα τα 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, καθόσον δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του, που να στοιχειοθετούν το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου. Εξετασθείς ως μάρτυρας κατά την διαιτησία αλλά και απολογούμενος ως κατηγορούμενος ο Ν. Π. υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι πριν ακόμη από τη σύσταση της Luminus Demolitions Inc ο εκκαλών τον είχε διαβεβαιώσει και προφορικά πως τα πλοία ήταν ελεύθερα βαρών, ότι ο εκκαλών ενεργούσε ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό της Habitat Investments and Trading S.A., μοναδικής μετόχου της Luminus Demolitions Inc, ότι ο ίδιος, ως μοναδικός διευθυντής της Luminus Demolitions Inc, ανέθεσε την πώληση των πλοίων στην μεσίτρια εταιρεία Golden Destiny S.A. και παρέπεμψε τον διευθυντή της Μ. Κ. για τις απαραίτητες συνεννοήσεις στον εκκαλούντα, ότι ο Μ. Κ.ς τον ενημέρωσε πως ο Γ. Μ. είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για λογαριασμό συνεργατών του, ότι οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν μεταξύ των Μ. Κ., Γ. Μ. και εκκαλούντος, ότι τα Μ.Ο.Α για λογαριασμό της Luminus Demolitions Inc υπέγραψε η μεσίτρια εταιρεία, ότι η συνάντηση της 18.4.2000 έγινε στα γραφεία της μεσίτριας και παρευρίσκοντο ο ίδιος ο Μ. Κ., ο εκκαλών, ο Γ. Μ. και ο A. D., ότι ο Γ. Μ., εν όψει της απόπειρας δεσμεύσεως του M. στην Ολλανδία, του είχε πει πως είχε ρωτήσει δικηγόρους (το γραφείο N. P.) και τον είχαν ενημερώσει πως τα χρέη του πλοίου δεν ακολουθούν τον αποκτώντα. Ο Μ. Κ.ς, εξετασθείς ως μάρτυρας, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι την εντολή για την πώληση του έδωσε ο Ν. Π., ενώ αποφεύγει να διευκρινίσει αν έκανε συνεννοήσεις με τον εκκαλούντα, καθώς και ότι ο Γ. Μ. έπρεπε να είχε γνώση των απαιτήσεων του Club γιατί αρκετά χρόνια πριν είχε επαγγελματικές σχέσεις με την Dileton Maritime S.A. και μάλιστα ήταν μέτοχος στο πλοίο M. που διαχειρίζετο αυτή και ήταν ασφαλισμένο στο Club. Ο δεύτερος μηνυτής A. D., εξετασθείς κατά την ανάκριση, δήλωσε νόμιμος εκπρόσωπος της Anet Investments και της διαχειρίστριας των επίμαχων πλοίων Gemarfin S.A., αναφέρθηκε στη μήνυσή του, και μεταξύ άλλων διαβεβαιώνει και πάλι ότι πριν ή κατά την αγορά των πλοίων ουδείς τον είχε πληροφορήσει για οφειλές τους στο Club αντίθετα η Luminus Demolitions Inc του απέστειλε πριν ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Ν. Π., όπου αναγράφετε ότι τα πλοία που πωλούντο ήταν χωρίς χρέη και το ίδιο αναγράφετε και στα έγγραφα που του εγχείρησε ο Ν. Π., παρουσία του εκκαλούντος, κατά το Κλείσιμο της συμφωνίας στις 18.4.2000. Ο Γ. Μ., εξετασθείς ως μάρτυρας, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Genoa Maritime S.A. που αναλαμβάνει την τεχνική διαχείριση πλοίων, ότι αυτός υπέδειξε στον A. D. να αγοράσει τα επίμαχα πλοία, δεδομένου ότι τα γνώριζε και είχαν καλές προδιαγραφές, ότι για την αγοραπωλησία μεσολάβησαν δύο μεσιτικά γραφεία, η εταιρεία Genoa Sea Brokers για τον A. D., με διευθυντή τον G. B., και η εταιρεία Golden Destiny S.A., με διευθυντή τον Μ. Κ., για την Luminus Demolitions Inc, ότι ο εκκαλών ήταν και συμπεριφέρετο ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης των πλοίων ότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης των πλοίων δεν γνώριζε πως υπήρχαν απαιτήσεις του Club γι' αυτά, καθόσον είχε αποξενωθεί από την Dileton Maritime και το πλοίο M. από το 1998. Επικαλείται δε και δικαστική διαμάχη με τον εκκαλούντα και τέλος αρνείται πως ο Α. Σ. τον είχε ενημερώσει για τις απαιτήσεις του Club. Ο G. B., με την από 19.3.2001 ένορκη βεβαίωσή του, χρησιμοποιηθείς στην διαιτησία, εκθέτει λεπτομερώς τις ειδοποιήσεις που έστειλε ως διευθυντής της Genoa Sea Brokers S.R.L., 1) μέσω της Golden Destiny S.A., αλλά και απ' ευθείας στην Luminus Demolitions Inc, πληροφορώντας τους για την κατάσχεση του M. και ζητώντας είτε να καταθέσουν εγγυητική επιστολή, ώστε να ελευθερωθεί το πλοίο ή εναλλακτικά να ρυθμίσουν οι ίδιοι την απαίτηση απ' ευθείας με το Club και 2) στις Dileton Maritime S.A. και Mando Shipping Limited πληροφορώντας τους επίσης για την άνω κατάσχεση και ζητώντας τους να συνεργαστούν με τους νυν πλοιοκτήτες, παρέχοντάς τους πληροφορίες για τα ασφάλιστρα που είχαν γίνει από το Club, και διαβεβαιώνει πως δεν είχε λάβει καμία απάντηση στα μηνύματά του. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο εκκαλών, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αν και γνώριζε, τουλάχιστον ως νόμιμος εκπρόσωπος της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας Dileton Maritime, ότι τα επίμαχα πλοία ήταν επιβαρυμένα με απαιτήσεις του Club για οφειλές τους προς αυτό, δημιουργηθείσες προ της πωλήσεώς τους στους μηνυτές, ανεξάρτητα από το ότι αμφισβητεί το ύψος τους και προβάλλει τον ισχυρισμό του συμψηφισμού τους με οφειλές του Club προς αυτά, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και δη να αποφύγει την καταβολή των άνω οφειλών, προκάλεσε στον Ν. Π., δίνοντάς του ως δικηγόρο τις σχετικές εντολές και παροτρύνσεις, την απόφαση δια της συστάσεως της εταιρείας Luminus Demolitions Inc, συμφερόντων του (του προσφεύγοντoς), που αγόρασε τα άνω πλοία από τις εταιρείες Mando Shipping και Mariana D. Shipping αντίστοιχα, επίσης συμφερόντων του (βλ. και από 8.12.03 κατάθεση Α. Σ. σελ. 1), να πωλήσει τα πλοία αυτά στους μηνυτές παριστάνοντάς τους ότι δήθεν ήταν ελεύθερα οποιουδήποτε χρέους, χωρίς να διευκρινιστεί η άνω κατάσταση. Στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις, που δόθηκαν από τον Ν. Π., εν αγνοία του, αφού για τις ίδιες τον είχε διαβεβαιώσει ο εκκαλών, γραπτά με τα Μ.Ο.Α. και τα αγοραπωλητήρια έγγραφα, πείσθηκαν οι μηνυτές, με αποτέλεσμα να αγοράσουν τα πλοία και να υποστούν βλάβη της περιουσίας τους, όπως αναλυτικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, αναγκασθέντες να καταβάλουν, εκτός των άλλων, στο Club 250.000 δολάρια ΗΠΑ, για να καταφέρουν να αποδεσμεύσουν το κατασχεθέν από αυτό για τις άνω οφειλές M., με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της περιουσίας του εκκαλούντος, αφού δεν καταβλήθηκαν τα χρήματα αυτά ούτε στο Club ούτε στους μηνυτές, παρά την αναληφθείσα με τα προαναφερθέντα Μ.Ο.Α. υποχρέωση της Luminus Demolitions Inc να αποζημιώσει τους αγοραστές έναντι όλων των συνεπειών σχετικά με τις απαιτήσεις που τυχόν είχαν γεννηθεί προ του χρόνου παραδόσεως των πλοίων (βλ. όρο 9 Μ.O.Α.). Στην άνω αγορά δε δεν θα προέβαιναν οι μηνυτές αν γνώριζαν την αλήθεια και δη την ύπαρξη οφειλών των πλοίων προς το Club, το οποίο τελικά εξοφλήθηκε και από τις Dileton Maritime, Mando Shipping και Mariana D. Shipping, μετά από διακανονισμό των χρεών που έγινε στις 15.1.2002, αφαιρεθέντων από το αρχικό ποσό του διακανονισμού των προαναφερθέντων 250.000 δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν ήδη καταβάλει οι μηνυτές, καθώς και την ειλημμένη εξ αρχής απόφαση του εκκαλούντος να μην εκπληρώσει τις αναληφθείσες με τον όρο 9 του Μ.Ο.Α. υποχρεώσεις του. Τις ενδείξεις αυτές δεν είναι ικανοί να άρουν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος, ο οποίος προβάλλει τις δικές του εκτιμήσεις και ερμηνείες για την εξέλιξη που έλαβαν τα γεγονότα και για τα κίνητρα, των εμπλεκομένων μερών, λαμβανομένου όμως υπ' όψιν κυρίως ότι, ανεξάρτητα από το αν θεωρούσε δικαιολογημένες ή όχι τόσο τις απαιτήσεις του Club όσο και το ύψος τους ή αν πίστευε πως έπρεπε να συμψηφιστούν με χρέη του Club προς τα πλοία ή αν αυτές αποτελούσαν ή όχι ναυτικό προνόμιο, πάντως αυτές υπήρχαν κατά τον χρόνο των επίμαχων αγοραπωλησιών, οι δε αγοραστές μηνυτές, με την συμπεριφορά αυτή των πωλητών, στερήθηκαν την ακριβή πληροφόρηση για τις απαιτήσεις αυτές, όποιες και αν ήταν, ώστε να έχουν την διακριτική ευχέρεια να σταθμίσουν αν τους συνέφερε η αγορά των πλοίων ή η νηολόγησή τους υπό σημαία Παναμά, 2) ότι επί πλέον δεν έγινε καμιά προσπάθεια από τους πωλητές, και πρώην ιδιοκτήτες των πλοίων, παρόλο ότι οχλήθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ το M. ευρίσκετo κατασχεμένο, να δώσουν στους μηνυτές τα στοιχεία που χρειάζοντο ώστε να προσπαθήσουν να απoδείξουν τα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, αντίθετα ούτοι απέφυγαν επιμελώς να αναμιχθούν, 3) ότι ο προσφεύγων γνώριζε πως τα πλοία πωλούντο σε εδρεύουσες στον Παναμά εταιρείες, όπως η πρώτη μηνύτρια, που είχε συσταθεί στις 28.2.2000, 4) ότι ο Γ. Μ. αρνείται πως γνώριζε για τις οφειλές και ο μόνος που καταθέτει ότι τον είχε ενημερώσει σχετικά είναι ο έχων τα ίδια με τον εκκαλούντα συμφέροντα Α. Σ., τεχνικός διευθυντής της Dileton Maritime, επικαλούμενος ως κύριο λόγο την συμμετοχή του Γ. Μ. στο επίσης έχον οφειλές προς το Club πλοίο M., το οποίο όμως είχε ήδη πωληθεί από το 1998. Εξ άλλου ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο Γ. Μ.ς γνώριζε πως υπήρχαν οφειλές στο παρελθόν ή έστω και μέχρι τις 2.12.1999, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, πως αποδεικνύεται η γνώση του ότι δεν είχαν εξοφληθεί αυτές κατά τον χρόνο των επίμαχων αγοραπωλησιών, όπως βεβαίωνε η πωλήτρια, αλλά και το συμφέρον του να συστήσει την αγορά πλοίων με χρέη. Οι νομικές δε συμβουλές που είχε πάρει αυτός σχετικά με την δυνατότητα του Club να αναζητήσει τα οφειλόμενα από το M. φαίνεται να ζητήθηκαν μετά την αγορά του πλοίου. Με αυτό συνηγορεί και η από 21.3.2003 επιστολή του νομικού γραφείου N. R., όπου δηλώνετε ότι ουδέποτε έδωσαν συμβουλή ή γνώμη στους αγοραστές του M. πριν από την αγορά του, 5) ότι οι επικαλούμενες από τον ίδιο τον εκκαλούντα αποφάσεις της διαιτησίας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τα προεκτεθέντα, έκριναν μεν ότι στις 18.4.2000 ο ίδιος ο εκκαλών δεν εξαπάτησε τους μηνυτές με την ψευδή παράσταση γεγονότων, δέχθηκαν όμως η πρώτη, εκτός όσων ήδη έχουν αναφερθεί, πως η ζημιά που υπέστη η μηνύτρια ήταν λογικά προβλέψιμη συνεπεία της αποτυχίας να μεταβιβαστεί το πλοίο ελεύθερο από τους εκτεθειμένους κινδύνους των βαρών του και η δεύτερη πως, μέσω των Μ.Ο.Α και των λοιπών σχετικών εγγράφων, είτε υπογεγραμμένων από την Luminus Demolitions Inc και τον Ν. Π., είτε χορηγηθέντων από τον τελευταίο στους μηνυτές, δόθηκαν ψευδείς διαβεβαιώσεις περί μη υπάρξεως οφειλών, τις οποίες γνώριζε ο εκκαλών. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς να παραπέμψει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς τον εκκαλούντα για ηθική αυτουργία σε απάτη με αποκομισθέν συνολικό παράνομο όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση είναι ορθή στο σύνολό της στο δε εκκαλούμενο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την υπόθεση πραγματικά περιστατικά, ορθά αξιολογείται η υπαγωγή των πρώτων σ' αυτές και ορθά συνάγονται σι παραπεμπτικές κρίσεις που διατυπώθηκαν. Ως εκ τούτου πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπό κρίσιν έφεση. V. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το πληττόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, με το οποίο αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (για τα κακουργήματα) προκειμένου να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', 18, 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 εδ. α' και 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' του ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα επί μέρους αιτιάσεις: α) εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μεθοδευμένη και βάσει σχεδίου δράση του αναιρεσείοντος κατ' εντολή του οποίου συστήθηκε από το Ν. Π. η εταιρία "Luminus Demolitions Inc", στην οποία έγινε εικονική μεταβίβαση των πλοίων M. και M., δήθεν ελεύθερων βαρών, χρεών, ναυτικών υποχρεώσεων κλπ, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους από την εν συνεχεία πώληση αυτών, συνιστάμενου στη μη καταβολή των οφειλόμενων στον αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό "LIVERPOOL AND LONDON STEAMSHIP PROTECTION AND INDETMNITY ASSOCIATION LTD" ασφαλίστρων ύψους 2.177.818,30 δολαρίων ΗΠΑ, την ύπαρξη των οποίων γνώριζε, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των αγοραστών των πλοίων που θα καλούνταν να τα καταβάλουν, β) αναφέρονται οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε σε βάρος των μηνυτριών (αγοραστριών) εταιριών, το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης από το Ν. Π., καθώς επίσης και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε σ' αυτόν την απόφαση να διαβεβαιώσει προφορικώς και εγγράφως (όρος 9 των Μ.Ο.Α.) τον εκπρόσωπο των μηνυτριών A. D. ότι τα πωλούμενα πλοία, που μετονομάσθηκαν P. (πρώην M.) και B. (πρώην M.), ήταν ελεύθερα βαρών, χρεών και προνομιακών ναυτικών υποχρεώσεων, ενώ γνώριζε ότι οφείλονταν στον παραπάνω αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό ασφάλιστρα ύψους 2.177.818,30 δολαρίων ΗΠΑ, γ) παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία σαφώς προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως του αναιρεσείοντος και της περιουσιακής ζημίας που υπέστησαν οι μηνύτριες εταιρίες, δ) αιτιολογείται ιδιαίτερα το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και ο σκοπός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος, από την πώληση των πλοίων, παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο παραπάνω χρηματικό ποσό, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των μηνυτριών εταιριών, από τις οποίες το Club απαίτησε την καταβολή των οφειλόμενων ασφαλίστρων και προέβη σε κατάσχεση του πλοίου M. (πρώην P.) στην Κορέα, με αποτέλεσμα και την εμπλοκή αυτών σε δικαστικό αγώνα και ε) προσδιορίζεται η προξενηθείσα ζημία των μηνυτριών εταιριών στο συνολικό ποσό των 950.644,71 δολαρίων ΗΠΑ, στο οποίο περιλαμβάνονται τα δικαστικά έξοδα, έξοδα συντηρήσεως του πλοίου που ήταν κατεσχεμένο επί 56 ημέρες, διαφυγόντα κέρδη κλπ, καθώς και το ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ που κατέβαλε η πρώτη τούτων στο Club, για την άρση της κατασχέσεως του πλοίου M., ως μέρος των οφειλόμενων ασφαλίστρων ύψους 2.177.818,30 δολαρίων ΗΠΑ, την μη καταβολή των οποίων επιδίωκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προς ίδιον όφελος και αναφέρεται ότι το περιουσιακό όφελος που αποκόμισε αυτός, καθώς και η προξενηθείσα ζημία των μηνυτριών εταιριών, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, που απαιτείται για το χαρακτηρισμό του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ' εξακολούθηση ως κακουργήματος. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τις οποίες υπό την επίκληση των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 13/30.10.2009 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 302/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 30 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 316 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών "Το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση... Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται και στη διάταξη του παραπεμπτικού βουλεύματος με την οποία απορρίπτεται η αίτηση του κατηγορουμένου για την εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου, η οποία (διάταξη) πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Έτσι, αν μεν το Συμβούλιο δεν απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα του κατηγορουμένου που υποβάλλεται νομίμως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του Κώδικα αυτού, εάν δε απορρίψει το αίτημα, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα για ελλιπή αιτιολογία. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, Δ. Π. του Σ., με την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του, ζήτησε να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που επιλήφθηκε της εφέσεως του κατά του 26/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, προκειμένου να παρασχεθούν απ' αυτόν οι αναγκαίες εξηγήσεις και διευκρινίσεις επί της υποθέσεως. Το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο 302/2009 βούλευμα του, απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος με την απολογία του και το εκτεταμένο (αποτελούμενο από 22 σελίδες) απολογητικό του υπόμνημα, που κατέθεσε στις 3.6.2008, το συμπληρωματικό απολογητικό του υπόμνημα (αποτελούμενο από 3 σελίδες) που κατέθεσε στις 9.6.2008, το συμπληρωματικό υπόμνημά του (αποτελούμενο από 56 σελίδες) ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, που κατέθεσε στις 31.3.2009,... ανέπτυξε πλήρως και διεξοδικά τις απόψεις του και συνυπέβαλε όλα τα επικαλούμενα έγγραφα, δίχως να απομένει κανένα σημείο αδιευκρίνιστο και δεν υπάρχει ανάγκη για παροχή περαιτέρω εξηγήσεων και διευκρινίσεων". Με την απορριπτική ως άνω διάταξη του βουλεύματος, δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, περιέχει δε την απαιτούμενη από τις παραπάνω μνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι πράγματι η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο Συμβούλιο των Εφετών είναι περιττή, όταν αυτός έχει αναπτύξει διεξοδικά τις απόψεις του, με την ενώπιον του Ανακριτή απολογία του και τα αναφερόμενα στο βούλευμα πολυσέλιδα υπομνήματα του, καθώς και στην έφεση του, ώστε η υπόθεση να μην εμφανίζει πλέον κενά προς διευκρίνιση. Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που βλάπτεται περιουσιακούς, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει και ο χαρακτήρας της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 εδάφ. α' και β' του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ". Χρόνος τελέσεως της απάτης, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν το περιουσιακό όφελος ή η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης του παθόντος. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Νόμου 2721/1999 και ισχύει από 3 Ιουνίου 1999, προκύπτει ακόμη ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεση τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης εκείνου που εξαπατήθηκε, η οποία προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ενώ για τον χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων, αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο πρόσωπο που εξαπατήθηκε η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της πλάνης που επήλθε μία φορά, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης εκείνος που με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση για την εκτέλεση της άδικης πράξεως που τέλεσε εκείνος, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως για τέλεση ορισμένης αδικοπραγίας, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση για την τέλεση άδικης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του Ποινικού Κώδικα, με την τρίτη των οποίων καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξεως για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για τον λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ! αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΟλΑΠ 1/1205). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τη συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όσα διαλαμβάνονται σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, ώστε θα ήταν άσκοπη η τυπολατρική επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΟλΑΠ 1227/1979). Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ, 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό η στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, και συγκεκριμένα από το σύνολο του συγκομισθέντος ανακριτικού υλικού, τις καταθέσεις και τα υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τους απολογητικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με όσα περιλαμβάνονται στην έφεση και το συνημμένο σ' αυτήν υπόμνημα προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με την με αριθμό 3122.1/17409/32/1.3.2001 βεβαίωση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, ο εκκαλών φέρεται ως εκπρόσωπος του εγκατασταθέντος με την με αριθμό 1241.1740/24/21917/ 14.4.1998 εγκριτική κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, στην Ελλάδα, γραφείου της εδρεύουσας στη ... εταιρίας Dileton Maritime S.A. Το εν λόγω γραφείο λειτουργεί στην οδό ... στον ... και σύμφωνα με το άνω έγγραφο, φέρεται ότι διαχειρίζετο μέχρι τις 7.3.2003 τα υπό σημαία Μάλτας πλοία M. πλοιοκτησίας της εταιρείας Mando Shipping Limited και M. D. πλοιοκτησίας της εταιρείας Mariana D. Shipping Limited. Οι πλοιοκτήτριες και η διαχειρίστρια είχαν ασφαλίσει τα άνω πλοία ως κυρίες και συνασφαλιζομένη αντίστοιχα στον αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό Liverpool abd London Steamsip Protection and Indemnity Association Limited, αποκαλούμενο στο εξής the Club. Η ασφάλιση διεκόπη στις 27.3.2000, λόγω μη καταβολής ασφαλίστρων, για; την πληρωμή των οποίων ήταν από κοινού και εις ολόκληρο υπεύθυνοι κάθε μέλος και συνασφαλιζόμενοι, σύμφωνα με τους όρους ασφάλισης. Τούτο γνώριζε ο εκκαλών, όπως και την οφειλή των ασφαλίστρων, σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τον διευθυντή του Club P. R. J. B., ο οποίος, εκτός από τις γραπτές υπενθυμίσεις που αποστέλλονταν από το Club προς την Dileton Maritime S.A., είχε συζητήσει το θέμα με εκείνον στις 25.1.2000, όταν τον είχε επισκεφθεί στα γραφεία του στον .... Σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τον δικηγόρο Ν. Π., αλλά και τα ιστορούμενα από τον εκκαλούντα, ο τελευταίος ανέθεσε στον άνω δικηγόρο και ούτος συνέστησε στις 22.2.2000 την εδρεύουσα στα … εταιρεία Luminus Demolitions Inc, με διευθυντή τον Ν. Π. και με μοναδικό μέτοχο την εδρεύουσα στη ... Εταιρεία Habitat Investments ad Trading S.A., εκπρόσωπος των συμφερόντων της οποίας ήταν ο εκκαλών. Με τα από 23.2.2000 προσύμφωνα αγοραπωλησίας οι προαναφερθείσες πλοιοκτήτριες εταιρείες πώλησαν στην Luminus Demolitions Inc τα πλοία M. και M. D. αντίστοιχα, αντί του ποσού των 814.213,40 δολαρίων ΗΠΑ, "έκαστο όπως είναι, όπου ευρίσκοντο", με σκοπό τη διάλυση τους και μόνο. Η αγοράστρια εγγυήθηκε ότι δεν θα απασχολούσε τα πλοία για εκμετάλλευση και θα τα πωλούσε προς τρίτους μόνο για διάλυση, όρο που αναλάμβανε την υποχρέωση σε οποιαδήποτε περαιτέρω συμφωνία πωλήσεως, οι δε πωλήτριες εγγυήθηκαν ότι τα πλοία παραδίδοντα ελεύθερα από οποιαδήποτε βάρη, ναυτικά προνόμια, υποθήκες και οποιαδήποτε άλλα χρέη και υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσεως και ότι θα αποζημίωναν την αγοράστρια από οποιεσδήποτε τέτοιες απαιτήσεις που έχουν γεννηθεί πριν από τον χρόνο παράδοσης των πλοίων. Η αγοραπωλησία ολοκληρώθηκε στις 25.2.2000 με την σύνταξη των αντίστοιχων αγοραπωλητηρίων εγγράφων, όπου και πάλι βεβαιώνετο ότι τα πλοία ήταν ελεύθερα από όλα τα βάρη, ναυτικά προνόμια, υποθήκες και οποιεσδήποτε άλλες οφειλές, οποιασδήποτε φύσεως. Τόσο στα προσύμφωνα, όσο και στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια για τις πωλήτριες υπέγραψε ο εκκαλών, μέσω δε της ΑΒΝ AMRO BANK, η Luminus Demolitions Inc στις 6.3.2000 φαίνεται να κατέβαλε στην Dileton Maritime S.A., το ποσό αγοράς και των δύο πλοίων. Στη συνέχεια, ο Ν. Π. φρόντισε να νηολογηθούν τα αγορασθέντα πλοία υπό σημαία της Δημοκρατίας των Marshall Islands, το M. με το νέο όνομα P. και το M. D. με το νέο όνομα Β., εκδοθέντων των από 7.3.2000 αντίστοιχων προσωρινών πιστοποιητικών νηολογήσεως, ισχυόντων μόνο για ένα ταξίδι των εν λόγω πλοίων, κενών φορτίου, από το Dubai στον τελικό προορισμό τους Δ. Πακιστάν ή Ινδία με τον σκοπό της διαλύσεως. Όπως, όμως, φαίνεται στα από 7.4.2000 δύο (Μ.Ο.Α) προσύμφωνα πωλήσεως, η Luminus Inc με τη σειρά της πώλησε προς εκμετάλλευση και όχι προς διάλυση, αντίστοιχα, το P. στην εδρεύουσα στον … εταιρεία Anel Investments Inc, πρώτη μηνύτρια, της οποίας πρόεδρος και διευθυντής είναι ο A. D. δεύτερος μηνυτής (βλ. από 23.8.02 σχετικό πιστοποιητικό) αντί 1.250.000 δολαρίων ΗΠΑ και το B. στην εδρεύουσα στον … εταιρεία Charmer A. D., νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο μηνυτή A. D. αντί 1.100.000 δολαρίων ΗΠΑ, εγγυώμενη ότι την στιγμή της παραδόσεως στις αγοράστριες εταιρείες τα πλοία ήταν ελεύθερα παντός είδους βαρών και προνομιακών υποχρεώσεων ή οποιωνδήποτε άλλων χρεών και ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να αποζημιώσει τους αγοραστές έναντι όλων των συνεπειών σχετικά με απαιτήσεις που τυχόν είχαν γεννηθεί προ του χρόνου παραδόσεως των πλοίων (βλ. όρο 9). Οι αγοραπωλησίες ολοκληρώθηκαν για το P. στις 14.4.2000 και για το B. στις 20.4.2000 με την υπογραφή των αγοραπωλητηρίων εγγράφων από τον διευθυντή της πωλήτριας Luminus Demolitions Inc Ν. Π., όπου και πάλι δηλώνεται ότι τα πλοία είναι ελεύθερα όλων των βαρών, υποθήκης, προνομιακών ναυτικών υποχρεώσεων, φόρων και οποιωνδήποτε άλλων επιβαρυντικών οφειλών και χρεών, και τα ελλιμενισμένα στο Dubai άνω πλοία παραδόθηκαν αντίστοιχα στις 18.4.2000 και 26.3.2000 στους αγοραστές τους, συνταγέντων των υπό τις ίδιες ημερομηνίες πρωτοκόλλων φυσικής παράδοσης, υπογραφέντων από τον Ν. Π. και τον δεύτερο μηνυτή, αφού καταβλήθηκε το συμφωνηθέν για το κάθε ένα από αυτά τίμημα και αντηλλάγησαν τα πωλητήρια έγγραφα. Οι αγοράστριες νηολόγησαν τα πλοία υπό σημαία Παναμά και το μεν P. έλαβε το όνομα Μ., το δε B. το όνομα C., ενώ τη διαχείριση τους ανέλαβε η εδρεύουσα στο ... εταιρεία Gemarfin S.A., εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο μηνυτή. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της από 16.1.2004 οριστικής διαιτητικής απόφασης στις 18.7.2000, ενώ το M. εκφόρτωνε σε λιμάνι της Ολλανδίας, ο προαναφερθείς αλληλοασφαλιστικός Οργανισμός το Club έλαβε προσωρινή διαταγή κατάσχεσης του πλοίου από το Ολλανδικό Δικαστήριο για οφειλές των προηγούμενων της Anet Investments Inc ιδιοκτητών, που στοιχειοθετούσαν ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου. Στη συνέχεια όμως το Club αποφάσισε να μην παραστεί στη δικάσιμο όπου θα εκρίνετο η επιβεβαίωση της κατάσχεσης και έτσι το πλοίο αποδεσμεύτηκε στις 19.7.2000. Προφανώς το Club αποφάσισε να μην παραστεί στην δικάσιμο όπου θα εκρίνετο η επιβεβαίωση της κατάσχεσης και έτσι το πλοίο αποδέχθηκε την άποψη των Ολλανδών δικηγόρων της Anet Investments, όπως διατυπώνεται στο από 19.7.2000 FΑΧ, κατά την οποία οι άνω οφειλές στοιχειοθετούσαν ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου, περιοριζόμενο στα οφειλόμενα ποσά των τελευταίων έξι μηνών, σύμφωνα με το δίκαιο του Παναμά, σύμφωνα όμως με το Ολλανδικό Δίκαιο, στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέο το Αγγλικό Δίκαιο, κατά το οποίο δεν υφίστατο ναυτικό προνόμιο για ασφάλιστρα. Παρά ταύτα, οι μηνυτές ενημέρωσαν για την υπόθεση με το από 21.7.2000 FΑΧ την Luminus Demolitions Inc, οπότε ο Ν. Π. με το από 25.7.2000 FΑΧ τους πληροφόρησε πως η Luminus Demolition Inc ουδεμία σχέση είχε με τις προηγούμενες πλοιοκτήτριες ούτε με τις οποιεσδήποτε ευθύνες τους από εναντίον τους αξιώσεις και ότι αυτή είχε πωλήσει το πλοίο ελεύθερο βαρών και ουδεμία ευθύνη έφερε. Στις 20.9.2000, λίγο μετά την άφιξη του M. προς εκφόρτωση στο λιμάνι Ιnchon της Κορέας, το Club προέβη και πάλι στην κατάσχεση του, απαιτώντας την καταβολή οφειλομένων εισφορών ασφαλίστρων ύψους 2.177.813,30 δολαρίων ΗΠΑ, καθόσον το Κορεατικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι εφαρμοστέο στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το Δίκαιο της σημαίας του πλοίου, δηλαδή του Παναμά και σύμφωνα με το τελευταίο, το Club μπορούσε να εγείρει απαίτηση ναυτικού προνομίου επί του πλοίου για τα άνω ασφάλιστρα. Όπως προκύπτει από τις από 17.10.2000 και 18.10.2000 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... οι μηνυτές φρόντισαν να επιδώσουν στους Ν. Π. και εκκαλούντα την από 12.10.2000 εξώδικα δήλωση πρόσκληση και διαμαρτυρία, με την οποία τους ζητούσαν να απαλλάξουν αμέσως τόσο το M., όσο και το C., από οποιεσδήποτε τυχόν απαιτήσεις του Club, ενημερώνοντας τους για την κατάσχεση του M. στην Κορέα. Απάντηση στο άνω εξώδικο δεν φαίνεται να υπήρξε. Το M. παρέμεινε κατασχεμένο, ως τις 13.11.2000 κατά τους μηνυτές, οι οποίοι, μετά από διαπραγματεύσεις με το Club, πέτυχαν να το αποδεσμεύσουν έναντι καταβολής 250.000 δολαρίων ΗΠΑ ΔΙΑ ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΟΣΕΩΝ. Η Anet Investments Inc και η Charmer Shipping Inc προσέφυγαν με αίτηση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εξέδωσε την με αριθμό 4964/28.8.2001 απόφαση του, με την οποία διέταξε, ως ασφαλιστικό μέτρο, την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της Luminus Demolition Inc και του Δ. Π., που ευρίσκετο στα χέρια τα δικά τους ή τρίτων, μέχρι το ποσό των 360.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης της Anet Investments Inc εκ 318.447.003 δραχμών σε βάρος τούτων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, της μεν πρώτης ενδοσυμβατικώς, λόγω υπαίτιας πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής της, αφού παρέβη την εκ της συμβάσεως πωλήσεως του πλοίου υποχρέωση της περί απαλλαγής της αγοράστριας από κάθε χρέος επί του πλοίου γεννηθέν προ της παραδόσεως αυτού, του δε δεύτερου λόγω του ότι, αν και γνώριζε την οφειλή στο Club, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Dileton Maritime S.A. με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει του απέκρυψε το γεγονός τούτο από την vestments Inc, με συνέπεια παραπλανηθείσα αυτή, αφού πείσθηκε πως δεν υπήρχε οφειλή του M., να το αγοράσει και να βλαβεί η περιουσία της, λόγω της εμφανισθείσας μετέπειτα ως άνω οφειλής. Προς διευθέτηση της υποθέσεως, οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν σε διαιτησία στην Αγγλία. Σύμφωνα με την από 16.1.2004 απόφαση της διαιτησίας και τις συμπληρωματικές αυτής, έγινε δεκτή η απαίτηση αποζημίωσης της Anet Investments Inc από την Luminus Demolitions Inc λόγω της παραβίασης της ρήτρας 9β του Μ.Ο.Α. από πλευράς της τελευταίας, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι ως πωλήτρια, πήρε ένα εμπορικό ρίσκο με το να πωλήσει το πλοίο, ενώ εκκρεμούσαν οφειλές του προς το Club, γεγονός που ήταν γνωστό και στην διαχειρίστρια του πλοίου Dileton Management S.A., όφειλε δε να γνωρίζει ότι υπήρχε το στοιχείο του ενδεχόμενου κινδύνου με το να εγγυάται κατά τη στιγμή της πώλησης του πλοίου πως τούτο ήταν ελεύθερο βαρών και υποχρεώσεων όταν βαρύνετο με σημαντικές απλήρωτες οφειλές. Τέλος, φαίνεται να αποδέχεται την ερμηνεία του όρου "οποιαδήποτε άλλα χρέη" ως οφειλές που μπορεί να υφίστανται σύμφωνα με τη νομοθεσία οποιασδήποτε χώρας, που μπορεί να είναι συναφείς και να μη θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στις κατηγορίες των βαρών ή του ναυτικού προνομίου. Αντίθετα δεν έγινε δεκτή η απαίτηση της Anet Investments Inc για αδικοπραξία και δη ότι εξαπατήθηκε από ψευδείς παραστάσεις του εκκαλούντος προς τον δεύτερο μηνυτή, κατά την συνάντηση τους στις 18. 4.2000, κατά την υπογραφή του πρωτοκόλλου της φυσικής παράδοσης του πλοίου, με το σκεπτικό ότι τα όσα ειπώθηκαν εκεί από τον εκκαλούντα και τα συμφραζόμενα τους δεν ήταν επαρκώς σαφή ώστε να συνιστούν παράσταση. Επί πλέον οι διαιτητές δήλωσαν πεπεισμένοι ότι ο βασικός σκοπός της πώλησης του πλοίου από την Mando Shipping Ltd στην Luminus Demolitions Inc ήταν να προστατευθεί τούτο, ως ένα βαθμό, από την αξίωση του Club. Η Anet Investments Inc για την ίδια υπόθεση κατέθεσε και τις με αριθμούς 814/30.1.2004 και 4799/17.6.2005 αγωγές της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο, συνεκδικάζοντάς τες, εξέδωσε την με αριθμό 6205/21.12.2006 απόφαση του, με την οποία τις απέρριψε ως επί το πλείστον για νομικούς λόγους. Όσον αφορά τον εκκαλούντα, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της με αριθμό 814/04 αγωγής, που εξετάστηκε μόνον ως προς τη βάση της, που θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική ευθύνη του ανωτέρω και ζητείτο η αποζημίωση της ενάγουσας για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εξαπάτηση εκείνου, το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά του τελευταίου, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε πως στις 18.4.2000, στη συνάντηση που έγινε κατά τη μεταβίβαση του P. από την Luminus Demolitions Inc στην Anet Investments Inc, ο εκκαλών εξαπάτησε την αγοράστρια ενάγουσα όπως αυτή συγκεκριμένα ισχυρίζετο. Παράλληλα, στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης αναγράφεται ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Luminus Demolitions Inc ήταν εταιρεία που συστάθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί κατά κατάχρηση της νομικής της προσωπικότητας και να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους προς το Club η Mando Shipping Ltd, η Delition Maritime S.A., αλλά και η Habital Investments and Training S.A., ότι οι περιεχόμενες στον όρο 9 του Μ.Ο.Α. διαβεβαιώσεις της Luminus Demolitions Inc ήταν ψευδείς, καθώς η οφειλή του πλοίου στην ενάγουσα, αλλά ο Ν. Π. δεν επιχείρησε να εξαπατήσει την αγοράστρια ενάγουσα γιατί δεν γνώριζε την άνω αναλήθεια, αφού ο εκκαλών του είχε αναθέσει να συστήσει την Luminus Demolitions Inc, χωρίς να του κάνει λόγο για τα χρέη του πλοίου προς το Club, τα οποία αυτός γνώριζε. Παράλληλα, όπως προκύπτει από το από 15.1.2002 έγγραφο συμβιβασμού, το Club αφ' ενός και οι Dileton Maritimes S.A., Mando Shipping Limited και Mariana D. Shipping Limited αφ' ετέρου, συμβιβάστηκαν στην καταβολή από τις τελευταίες προς το πρώτο του ποσού των 167.500 δολαρίων ΗΠΑ, ώστε να εγκαταλείψει τούτο κάθε αξίωση οιασδήποτε φύσεως ή αιτίας εναντίον τους. Για να καταλήξουν δε στο άνω ποσό, οι συμβιβασθέντες συνυπολόγισαν και το καταβληθέν από την Anet Investments Inc ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ για την αποδέσμευση του M. στην Κορέα. Εκτός από την προσφυγή τους στη διαιτησία και στα αστικά Δικαστήρια, η Anet Investments Inc νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον A. D., και ο A. D. ατομικά, προσέφυγαν και ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με την κατάθεση της με αριθμό Α03/134/17.1.2003 μηνύσεως κατά του Δ. Π., επί της οποίας εκδόθηκε ο υπό κρίσιν βούλευμα. Με το ίδιο βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ν. Π., κατά του οποίου είχε ασκηθεί αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη για απάτη με αποκομισθέν συνολικό παράνομο όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνουσα τα 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, καθόσον δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του, που να στοιχειοθετούν το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου. Εξετασθείς ως μάρτυρας κατά την διαιτησία αλλά και απολογούμενος ως κατηγορούμενος ο Ν. Π. υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι πριν ακόμη από τη σύσταση της Luminus Demolitions Inc ο εκκαλών τον είχε διαβεβαιώσει και προφορικά πως τα πλοία ήταν ελεύθερα βαρών, ότι ο εκκαλών ενεργούσε ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό της Habital Investments and Trading S.A., μοναδικής μετόχου της Luminus Demolitions Inc, ότι ο ίδιος ως μοναδικός διευθυντής της Luminus Demolitions Inc, ανέθεσε την πώληση των πλοίων στην μεσίτρια εταιρεία Golden Destiny S.A. και παρέπεμψε τον διευθυντή της Μ. Κ. για τις απαραίτητες συνεννοήσεις στον εκκαλούντα, ότι ο Μ. Κ. τον ενημέρωσε πως ο Γ. Μ. είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για λογαριασμό συνεργατών του, ότι οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν μεταξύ των Μ. Κ., Γ. Μ. και εκκαλούντος, ότι τα Μ.Ο.Α. για λογαριασμό της Luminus Demolitions Inc υπέγραψε η μεσίτρια εταιρεία, ότι η συνάντηση της 18.4.2000 έγινε στα γραφεία της μεσίτριας και παρευρίσκοντο ο ίδιος ο Μ. Κ., ο εκκαλών, ο Γ. Μ. και ο A. D., ότι ο Γ. Μ. ενόψει της απόπειρας δεσμεύσεως του M. στην Ολλανδία, του είχε πει πως είχε ρωτήσει δικηγόρους (το γραφείο N. P.) και τον είχαν ενημερώσει πως τα χρέη του πλοίου δεν ακολουθούν τον αποκτώντα. Ο Μ. Κ., εξετασθείς ως μάρτυρας, κατέθεσε μεταξύ άλλων, ότι την εντολή για την πώληση του έδωσε ο Ν. Π., ενώ αποφεύγει να διευκρινίσει αν έκανε συνεννοήσεις με τον εκκαλούντα, καθώς και ότι ο Γ. Μ. έπρεπε να είχε γνώση των απαιτήσεων του Club γιατί αρκετά χρόνια πριν είχε επαγγελματικές σχέσεις με την Dileton Maritime S.A. και μάλιστα ήταν μέτοχος στο πλοίο M., που διαχειρίζετο αυτή και ήταν ασφαλισμένο στο Club. Ο δεύτερος μηνυτής A. D., εξετασθείς κατά την ανάκριση, δήλωσε νόμιμος εκπρόσωπος της Anet Investments Inc και της διαχειρίστριας των επίμαχων πλοίων Gemarfin S.A., αναφέρθηκε στη μήνυσή του και μεταξύ άλλων διαβεβαιώνει και πάλι ότι πριν ή κατά την αγορά των πλοίων ουδείς τον είχε πληροφορήσει για οφειλές του στο Club αντίθετα η Luminus Demolitions Inc του απέστειλε πριν ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Ν. Π., όπου αναγράφει ότι τα πλοία που πωλούντο ήταν χωρίς χρέη και το ίδιο αναγράφεται και στα έγγραφα που του εγχείρισε ο Ν. Π., παρουσία του εκκαλούντος, κατά το κλείσιμο της συμφωνίας στις 18.4.2000. Ο Γ. Μ., εξετασθείς ως μάρτυρας, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Genoa Maritime S.A., που αναλαμβάνει την τεχνική διαχείριση πλοίων, ότι αυτός υπέδειξε στον A. D. να αγοράσει τα επίμαχα πλοία, δεδομένου ότι τα γνώριζε και είχαν καλές προδιαγραφές, ότι για την αγοραπωλησία μεσολάβησαν δύο μεσιτικά γραφεία, η εταιρεία Genoa Sea Brokers για τον A. D., με διευθυντή τον G. B. και η εταιρεία Golden Destiny S.A., με διευθυντή τον Μ. Κ. για την Luminus Demolitions Inc, ότι ο εκκαλών ήταν και συμπεριφέρετο ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης των πλοίων, ότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης των πλοίων δεν γνώριζε πως υπήρχαν απαιτήσεις του Club γι' αυτά, καθόσον είχε αποξενωθεί από την Dileton Maritime και το πλοίο M. από το 1998. Επικαλείται δε και δικαστική διαμάχη με τον εκκαλούντα και τέλος αρνείται πως ο Α. Σ. τον είχε ενημερώσει για τις απαιτήσεις του Club. Ο G. B., με την από 19.3.2001 ένορκη βεβαίωση του, χρησιμοποιηθείς στη διαιτησία, εκθέτει λεπτομερώς τις ειδοποιήσεις που έστειλε ως διευθυντής της Genoa Sea Brokers, 1) μέσω της Golden Destiny S.A., αλλά και απ' ευθείας στη Luminus Demolitions Inc, πληροφορώντας τους για την κατάσχεση του M. και ζητώντας είτε να καταθέσουν εγγυητική επιστολή, ώστε να ελευθερωθεί το πλοίο ή εναλλακτικά να ρυθμίσουν οι ίδιοι την απαίτηση απ' ευθείας με το Club και 2) στις Dileton Maritime S.A. και Mando Shipping Limited πληροφορώντας τους επίσης για την άνω κατάσχεση και ζητώντας τους να συνεργαστούν με τους νυν πλοιοκτήτες, παρέχοντας τους πληροφορίες για τα ασφάλιστρα που είχαν γίνει από το Club, και διαβεβαιώνει πως δεν είχε λάβει καμία απάντηση στα μηνύματά του. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο εκκαλών, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αν και γνώριζε, τουλάχιστον ως νόμιμος εκπρόσωπος της διαχειρίστριας των πλοίων εταιρείας Dileton Maritime, ότι τα επίμαχα πλοία ήταν επιβαρημένα με απαιτήσεις του Club για οφειλές τους προς αυτό, δημιουργηθείσες προ της πωλήσεως τους στους μηνυτές, ανεξάρτητα από το ότι αμφισβητεί το ύψος τους και προβάλλει τον ισχυρισμό του συμψηφισμού τους με οφειλές του Club προς αυτά, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και δη να αποφύγει την καταβολή των άνω οφειλών, προκάλεσε στον Ν. Π., δίνοντας του ως δικηγόρο τις σχετικές εντολές και παροτρύνσεις, την απόφαση δια της συστάσεως της εταιρείας Luminus Demolitions Inc, συμφερόντων του (του προσφεύγοντος), που αγόρασε τα άνω πλοία από τις εταιρείες Mando Shipping και Mariana D. Shipping αντίστοιχα, επίσης συμφερόντων του να πωλήσει τα πλοία αυτά στους μηνυτές, παριστάνοντας τους, ότι δήθεν ήταν ελεύθερα οποιουδήποτε χρέους, χωρίς να διευκρινιστεί η άνω κατάσταση. Στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις, που δόθηκαν από τον Ν. Π., εν αγνοία του, αφού για τις ίδιες τον είχε διαβεβαιώσει ο εκκαλών, γραπτά με τα Μ.Ο.Α. και τα αγοραπωλητήρια έγγραφα, πείσθηκαν οι μηνυτές, με αποτέλεσμα να αγοράσουν τα πλοία και να υποστούν βλάβη της περιουσίας τους, όπως αναλυτικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, αναγκασθέντες να καταβάλουν, εκτός των άλλων, στο Club 250.οοο δολάρια ΗΠΑ, για να καταφέρουν να αποδεσμεύσουν το κατασχεθέν από αυτό για τις άνω οφειλές M., με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της περιουσίας του εκκαλούντος, αφού δεν καταβλήθηκαν τα χρήματα αυτά ούτε στο Club ούτε στους μηνυτές, παρά την αναληφθείσα με τα προαναφερθέντα Μ.Ο.Α. υποχρέωση της Luminus Demolitions να αποζημιώσει τους αγοραστές έναντι όλων των συνεπειών σχετικά με τις απαιτήσεις που τυχόν είχαν γεννηθεί προ του χρόνου παραδόσεως των πλοίων. Στην άνω αγορά δεν θα προέβαιναν οι μηνυτές αν γνώριζαν την αλήθεια και δη την ύπαρξη οφειλών των πλοίων προς το Club, το οποίο τελικά εξοφλήθηκε και από τις Dileton Maritime, Mando Shipping και Mariana D. Shipping, μετά από διακανονισμό των χρεών, που έγινε στις 15.1.2002, αφαιρεθέντων από το αρχικό ποσό του διακανονισμού των προαναφερθέντων 250.000 δολαρίων ΗΠΑ. που είχαν ήδη καταβάλει οι μηνυτές, καθώς και την ειλημμένη εξ αρχής απόφαση του εκκαλούντος να μην εκπληρώσει τις αναληφθείσες με τον όρο 9 του Μ.Ο.Α. υποχρεώσεις του. Τις ενδείξεις αυτές δεν είναι ικανοί να άρουν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος, ο οποίος προβάλλει τις δικές του εκτιμήσεις και ερμηνείες για την εξέλιξη που έλαβαν τα γεγονότα και για τα κίνητρα των εμπλεκομένων μερών, λαμβανομένου όμως υπ' όψιν κυρίως ότι, ανεξάρτητα από το αν θεωρούσε δικαιολογημένες ή όχι τόσο τις απαιτήσεις του Club, όσο και το ύψος τους ή αν πίστευε πως έπρεπε να συμψηφιστούν με χρέη του Club προς τα πλοία ή αν αυτές αποτελούσαν ή όχι ναυτικό προνόμιο, πάντως αυτές υπήρχαν κατά τον χρόνο των επίμαχων αγοραπωλησιών, οι δε αγοραστές μηνυτές, με την συμπεριφορά αυτή των πωλητών, στερήθηκαν την ακριβή πληροφόρηση για τις απαιτήσεις αυτές, όποιες και αν ήταν, ώστε ν α έχουν την διακριτική ευχέρεια να σταθμίσουν αν τους συνέφερε η αγορά των πλοίων ή η νηολόγησή τους υπό σημαία Παναμά, 2) ότι επί πλέον δεν έγινε καμιά προσπάθεια από τους πωλητές και πρώην ιδιοκτήτες των πλοίων, παρόλο ότι οχλήθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ το M. ευρίσκετο κατασχεμένο, να δώσουν στους μηνυτές τα στοιχεία που χρειάζοντο, ώστε να προσπαθήσουν να αποδείξουν τα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, αντίθετα ούτοι απέφυγαν επιμελώς να αναμιχθούν, 3) ότι ο προσφεύγων γνώριζε πως τα πλοία πωλούντο σε εδρεύουσες στον Παναμά εταιρείες, όπως η πρώτη μηνύτρια, που είχε συσταθεί στις 28.2.2000, 4) Ότι ο Γ. Μ. αρνείται πως γνώριζε για τις οφειλές και ο μόνος που καταθέτει ότι τον είχε ενημερώσει σχετικά είναι ο έχων τα ίδια με τον εκκαλούντα συμφέροντα, Α. Σ., τεχνικός διευθυντής της Dileton Maritime, επικαλούμενος ως κύριο λόγο την συμμετοχή του Γ. Μ. στο επίσης έχον οφειλές προς το Club πλοίο M., το οποίο όμως είχε ήδη πωληθεί από το 1998. Εξ άλλου, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο Γ. Μ. γνώριζε πως υπήρχαν οφειλές στο παρελθόν ή έστω και μέχρι τις 2.12.1999, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, πώς αποδεικνύεται η γνώση του ότι δεν είχαν εξοφληθεί αυτές κατά τον χρόνο των επίμαχων αγοραπωλησιών όπως βεβαίωνε η πωλήτρια, αλλά και το συμφέρον του, να συστήσει την αγορά πλοίων με χρέη. Οι νομικές δε συμβουλές που είχε πάρει αυτός σχετικά με την δυνατότητα του Club να αναζητήσει τα οφειλόμενα από το M. φαίνεται να ζητήθηκαν μετά την αγορά του πλοίου. Με αυτό συνηγορεί και η από 21.3.2003 επιστολή του νομικού γραφείου N. R., όπου δηλώνεται ότι ουδέποτε έδωσαν συμβουλή ή γνώμη στους αγοραστές του M. πριν από την αγορά του, 5) ότι οι επικαλούμενες από τον ίδιο τον εκκαλούντα αποφάσεις της διαιτησίας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τα προεκτεθέντα, έκριναν μεν ότι στις 18.4.2000 ο ίδιος ο εκκαλών δεν εξαπάτησε τους μηνυτές με την ψευδή παράσταση γεγονότων, δέχθηκαν όμως η πρώτη, εκτός όσων ήδη έχουν αναφερθεί, πως η ζημία που υπέστη η μηνύτρια ήταν λογικά προβλέψιμη συνεπεία της αποτυχίας να μεταβιβαστεί το πλοίο ελεύθερο από τους εκτεθειμένους κινδύνους των βαρών του και η δεύτερη πως, μέσω των Μ.Ο.Α και των λοιπών σχετικών εγγράφων, είτε υπογεγραμμένων από την Luminus Demοlitions Inc και τον Ν. Π., είτε χορηγηθέντων από τον τελευταίο στους μηνυτές, δόθηκαν ψευδείς διαβεβαιώσεις περί μη υπάρξεως οφειλών, τις οποίες γνώριζε ο εκκαλών. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς να παραπέμψει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς τον εκκαλούντα για ηθική αυτουργία σε απάτη με αποκομισθέν συνολικό παράνομο όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση είναι ορθή στο σύνολό της, στο δε εκκαλούμενο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκρατούντα την υπόθεση πραγματικά περιστατικά, ορθά αξιολογείται η υπαγωγή τω ν πρώτων σ' αυτές και ορθά συνάγονται οι παραπεμπτικές κρίσεις που διατυπώθηκαν. Ως εκ τούτου πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες του τις διατάξεις και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπό κρίσιν έφεση" Ακολούθως και με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως αβάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, με το οποίο αυτός παραπέμπεται ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (κακουργημάτων), προκειμένου να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμα του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', 18, 26 παρ. 1 στοιχ. α', 27, 46 παρ. 1 στοιχ. α'. 48, 94 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' του Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερήθηκε νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, α) εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μεθοδευμένη και βάσει σχεδίου δράση του αναιρεσείοντος, κατ' εντολή του οποίου συστήθηκε από τον δικηγόρο Ν. Π. η εταιρεία Luminus Demolitions Inc, στην οποία έγινε εικονική μεταβίβαση των πλοίων M. και Μ., δήθεν ελευθέρων βαρών, χρεών ναυτικών προνομίων και οποιασδήποτε υποχρεώσεως, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους, από την πώληση εν συνεχεία των πλοίων αυτών συνισταμένου στη μη καταβολή των οφειλόμενων στον αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό "Liverpool And London Steamship, Protection And Indetmnity Association Ltd" ασφαλίστρων ύψους 2.177.818,30 δολαρίων ΗΠΑ, την ύπαρξη των οποίων γνώριζε, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των αγοραστών των ανωτέρω πλοίων, που θα καλούνταν να τα καταβάλουν, β) αναφέρονται οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε σε βάρος των αγοραστριών εταιρειών το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης από τον Ν. Π., (επίσης και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον Ν. Π. την απόφαση να διαβεβαιώσει προφορικώς και εγγράφως τον εκπρόσωπο των μηνυτριών ότι τα πωλούμενα πλοία ήσαν ελεύθερα από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη και ναυτικά προνόμια, ενώ γνώριζε ότι οφείλονταν στον παραπάνω αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό ασφάλιστρα, ανερχόμενα στο ποσό, των 2.177.813,30 δολαρίων Η Π Α) γ) παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία σαφώς προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως του αναιρεσείοντος και της περιουσιακής ζημίας, την οποία υπέστησαν οι αγοράστριες (μηνύτριες) εταιρείες και συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο που πείσθηκαν οι μηνύτριες να αγοράσουν τα πλοία αγνοούσαν την ύπαρξη βαρών και είναι αδιάφορο για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης εάν μετά τη μεταβίβαση σ' αυτές της κυριότητας των πλοίων πληροφορήθηκαν την ύπαρξη χρεών και προέβησαν στην καταβολή μέρους αυτών και συνεπώς υπάρχει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πλάνης των μηνυτριών και της ζημίας των και δ) προσδιορίζεται η ζημία που προξενήθηκε στις μηνύτριες στο συνολικό ποσό των 950.644,71 δολαρίων ΗΠΑ, στο οποίο περιλαμβάνονται τα δικαστικά έξοδα, έξοδα συντηρήσεως του πλοίου, που ήταν κατασχεμένο επί 56 ημέρες, διαφυγόντα κέρδη κλπ., καθώς και το ποσό των 250.000 δολαρίων ΗΠΑ που κατέβαλε η πρώτη τούτων στον αλληλοασφαλιστικό οργανισμό για την άρση της κατασχέσεως, ως μέρος των οφειλομένων ασφαλίστρων ύψους 2.177.818,30 δολαρίων ΗΠΑ, την μη καταβολή των οποίων επιδίωκε ο αναιρεσείων, για δικό του όφελος, και αναφέρεται ότι το περιουσιακό όφελος που αποκόμισε αυτός, καθώς και η προξενηθείσα ζημία των μηνυτριών υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, που απαιτείται για τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος της απάτης σε απάτης κατ' εξακολούθηση, ως κακουργήματος. (ε) Κατ' ακολουθίαν οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των παραπάνω αναιρετικών λόγων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει, σύμφωνα με τα παραπάνω την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 13/30.10.2009 αίτηση του κατηγορουμένου Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 302/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220 €) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 34/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις (δύο) των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ε. Κ. του Ι. και 2. Κ. Π. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 1959/2010, 2584/2010, 3004/2010, 3361/2010, 3723/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Δ. Π. του Σ. και πολιτικώς ενάγουσα την "ΑΤΛΑΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τομαρά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Μαΐου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 807/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 21 Μαΐου 2010 δύο αιτήσεις των: 1) Ε. Κ. του Ι. και 2) Κ. Π. του Σ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1959, 2584, 3004, 3361 και 3723/2010 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωσή τους που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 364 του ΠΚ "όποιος ισχυρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για ανώνυμη εταιρία ορισμένο γεγονός που είναι σχετικό με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση ή γενικά τις εργασίες της ή με τα πρόσωπα που τη διοικούν ή τη διευθύνουν και που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά στις επιχειρήσεις της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Δεν τιμωρείται ο κατηγορούμενος αν αποδείξει την αλήθεια του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση". Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 364 του ΠΚ, που αναφέρεται περιοριστικώς στην ανώνυμη εταιρία και προστατεύει την οικονομική πιότη και εμπιστοσύνη της, προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας, που είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδυνεύσεως, διάφορο της συκοφαντικής δυσφημήσεως του φυσικού προσώπου, απαιτείται, εκτός των άλλων, όπως το υπό του υπαιτίου, με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και δια του τύπου, ενώπιον τρίτου, δι’ ισχυρισμού ή διαδόσεως, ανακοινούμενο γεγονός, να αφορά είτε στις επιχειρήσεις ή στην οικονομική κατάσταση ή γενικά στις εργασίες τις εταιρίας είτε στα πρόσωπα που την διοικούν ή την διευθύνουν και περαιτέρω να είναι το γεγονός αυτό πρόσφορο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και εν γένει στις επιχειρήσεις της, χωρίς να προσαπαιτείται και η επέλευση βλάβης αυτής. Κατά την διάταξη αυτή, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος δε και ο χαρακτηρισμός και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, είναι αξιόποινος, μόνον όταν συνδέονται ή σχετίζονται με γεγονότα, ώστε, με την σύνδεση και σχέση τους με αυτά, ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας τους. Προστατεύεται δε με την εν λόγω ειδική διάταξη η οικονομική και η επιχειρηματική οντότητα, η φήμη και η επαγγελματική πίστη του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός", με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενική σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Η πράξη κάθε συμμετόχου (συναυτουργού) νομικώς επιτηρείται ως πράξη όλων των συμπραξάντων, έτσι ώστε καθένας των συναυτουργών υπέχει ποινική ευθύνη για το συνολικό εγκληματικό αποτέλεσμα, το οποίο επέρχεται από την κοινή δράση, ενώ είναι αδιάφορο αν η ατομική συμβολή κάποιου από αυτούς υπήρξε τυχόν μικρή. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με το δόλο, που πρέπει να είναι άμεσος και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγος αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1959/2010, 2584/2010, 3004/2010, 3361/2010, 3723/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τους δύο αναιρεσείοντες και τον συγκατηγορούμενό τους Δ. Π. του Σ.: "Στην ..., στις 11-7-2003, οι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού, συνέταξαν και κατέθεσαν ενώπιον του προέδρου του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ", την, από 10-7-2003, έγγραφη καταγγελία, την οποία κοινοποίησαν και στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, με την οποία ισχυρίστηκαν ψευδώς και έχοντας γνώση των ψευδών ισχυρισμών τους, για την Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα (όπως προαναφέρθηκε) από τον Χ. Δ., γεγονότα σχετικά με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση και γενικά τις εργασίες της και τα πρόσωπα που τη διοικούν, που μπορούσαν να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία αυτή και στις επιχειρήσεις της. Ειδικότερα ισχυρίστηκαν ότι η ως άνω Χρηματιστηριακή Εταιρεία "δια του αντικριστή της Χ. Α. προέβαινε σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση, χωρίς να έχουν προηγηθεί από αυτούς αντίστοιχες εντολές αγοράς ή πώλησης χρηματιστηριακών πραγμάτων και χωρίς βέβαια να υπάρχει η σχετική από την πλευρά τους αποδοχή και έγκριση της εκτέλεσης των εν λόγω συναλλαγών και διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιό τους παρά τη θέλησή τους και εν αγνοία τους, προς όφελός της. Ότι οι υποψίες και οι ανησυχίες όλων τους για τις παρανομίες της εταιρίας μας σε βάρος των συμφερόντων τους επιβεβαιώθηκαν και προειδοποίησαν αυτοί τον αντικριστή Χ. Α. να πάψει επιτέλους να διενεργεί την όποια κίνηση αγοράς ή πώλησης στους λογαριασμούς τους δίχως τη συναίνεσή τους. Ο τελευταίος. όμως, εξακολουθούσε την ίδια αντισυμβατική. αυθαίρετη και παράνομη τακτική του δημιουργώντας χρεωστικό υπόλοιπο και στο λογαριασμό της τρίτης από αυτούς, Ε. Κ.. η οποία οργισμένη ζήτησε από τον αντικριστή να αποκαταστήσει τη προκληθείσα σε βάρος της ζημία, που με δική του αποκλειστική ευθύνη προέκυψε, και ο ίδιος (ο αντικριστής) δεσμεύτηκε ότι θα το έπραττε σε εύθετο χρόνο β) ότι ο ίδιος αντικριστής έπεισε δήθεν τους δύο πρώτους από αυτούς, δηλαδή τους Κ. Π. και Δ. Π.. να υπογράφουν και εκδίδουν μεταχρονολογημένες επιταγές με σκοπό να διευκολύνουν την εταιρία μας για καθαρά λογιστικούς λόγους και για τους σχετικούς ελέγχους από ορκωτούς λογιστές, με τη ρητή διαβεβαίωση του (δηλαδή του αντικριστή) ότι το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας μας κ. Χ. Δ., γ) ο εν λόγω αντικριστής δήλωνε κατηγορηματικά ότι η Εταιρία μας διέθετε άριστες πληροφορίες για συγκεκριμένες, εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, όπου και θα τους απέφεραν μεγάλο οικονομικό όφελος, ότι η Εταιρία μας είχε συμφωνήσει με τους ιδιοκτήτες της ΔΙΕΚΑΤ να ανεβάσουν τη τιμή της μετοχής της δ) η Εταιρία μας παραβιάζοντας κάθε έννοια δικαίου, καλής πίστης, συναλλακτικών ηθών και δεοντολογίας εμφάνισε τελικά προς πληρωμή την επίδικη επιταγή, που δεν κάλυπτε πραγματική υποκείμενη και νόμιμη αιτία, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του πρώτου από τους εγκαλούμενους, παριστάνοντας ψευδώς η εταιρία μας και εν γνώσει της αναληθείας τελούσα, δια του αντικριστή μας Χ. Α., ότι η επίδικη επιταγή (όπως και οι προηγούμενες αυτής αναφέρονται ανωτέρω) θα χρησιμοποιούνταν μόνο (όπως ο αντικριστής διαβεβαίωνε) για τη διευκόλυνσή της για καθαρά λογιστικούς λόγους και για τους σχετικούς ελέγχους των βιβλίων και των παραστατικών της εγγράφων από τους ορκωτούς λογιστές. Επιπροσθέτως, ότι η Εταιρία μας είναι κακόπιστη και εξακολουθεί τη παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της και ως προς τον δεύτερο από τους εγκαλούμενους. προβάλλοντας παράνομες, ψευδέστατες και αστήρικτες απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις αυθαίρετες και δίχως σχετικές εντολές πράξεις αγοράς ή πώλησης εκ μέρους του αντικριστή Χ. Α. (που "έπαιζε αέρα"), όπως ενδεικτικά πρέπει να αναφερθεί και η πώληση μετοχών ΑΦΩΝ Κ. σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα αγορά μετοχών ΔΙΕΚΑΤ, για την οποία, μάλιστα, μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί η εντονότατη άρνηση και διαμαρτυρία του δεύτερου από τους εγκαλούμενους Κ. Π. από τις σχετικές καταγεγραμμένες συνομιλίες που τηρεί η εταιρία μας. ε) η οργάνωση της εταιρίας μας είναι πλημμελής, καθώς παρατηρείται πλήρης έλλειψη διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου και οι αλλεπάλληλες αυθαιρεσίες και υπερβάσεις του αντικριστή μας, όπως η εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών δίχως εντολή ή πληρεξουσιότητα ή αντικανονική έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών με σκοπό την πλασματική εμφάνιση κίνησης των λογαριασμών πελατών, η παράβαση ουσιαστικών όρων των συμβάσεων, αλλά και αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεων νόμου, αποτελούν ένδειξη ότι η Εταιρία δεν παρέχει οργάνωση και διάρθρωση που να ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο βλάβης των συμφερόντων των πελατών της και να διασφαλίζει την προστασία των τίτλων και των χρημάτων τους". Όλα τα παραπάνω καταγγελθέντα, όμως, από τους τρεις κατηγορουμένους, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, ήσαν αναληθή και οι καταγγείλαντες γνώριζαν την αναλήθειά τους, τα ισχυρίστηκαν δε παρά τη γνώση τους αυτή, με σκοπό να πλήξουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς το πρόσωπο της εγκαλούσας Χρηματιστηριακής Α.Ε. και τις επιχειρήσεις αυτής γενικότερα. Ειδικότερα προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι συναλλάσσονταν με την εγκαλούσα από πολλών ετών, τουλάχιστον από το έτος 1996, ήσαν έμπειροι παίχτες (περισσότερο οι δύο πρώτοι απ' αυτούς, αλλά και η τρίτη ακολούθως) όπως χαρακτηριστικά κατατέθηκε από τους μάρτυρες, γνώριζαν την πορεία των χαρτοφυλακίων τους, επίσης ότι οι επιταγές που εξεδίδοντο απ’ αυτούς, από κάποιο χρονικό σημείο και μετά, ειδικότερα, όπως θα σημειωθεί και πιο κάτω, από το έτος 2001 και ακολούθως, όταν άρχισε η υποχώρηση του χρηματιστηρίου ακολουθούμενη από τη ραγδαία πτώση του, δεν ήταν προς διευκόλυνση της εγκαλούσας, αλλά αντιπροσώπευαν οφειλές για χρηματιστηριακές εντολές, που είχαν διενεργηθεί, κατόπιν δικών τους εντολών, χωρίς να καταβάλουν το αντίστοιχο τίμημα. Εξάλλου, όπως επίσης αποδείχθηκε, δεν είχαν ουδεμία ανάγκη να στηριχθούν σε παραπλανητικές πληροφορίες για εταιρίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο, αφού είχαν ικανή γνώση της αγοράς του και συνεπώς, παρά τα υπ' αυτών ισχυριζόμενα, δεν πείστηκαν παραπλανητικά από τον αντικριστή της εταιρίας Χ. Α., είτε για έκδοση επιταγών είτε για αγορά ή πώληση μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, εταιριών όπως η ΔΙΕΚΑΤ και οι ΑΦΟΙ Κ. . Ακόμα, όσον αφορά το χαρακτήρα του ως άνω αντικριστή, ο ίδιος ο προταθείς από τους κατηγορουμένους μάρτυρας υπερασπίσεως Γ. Μ., έμπειρος παίχτης του χρηματιστηρίου, ο οποίος γνώριζε τον Α. πριν από τους κατηγορουμένους και τον σύστησε, κατά τα λεγόμενα του, σ' αυτούς, αναφέρει ότι ήταν καλό αντικριστής, ευχάριστος, τυπικός και σοβαρός. Ο ίδιος μάρτυρας, επιπροσθέτως κατέθεσε (πέραν των όσων σχετικά κατέθεσαν όλοι σχεδόν οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου - πλην της τελευταίας υπαλλήλου των κατηγορουμένων - ) ότι οι κατηγορούμενοι ήταν έμπειροι παίκτες, ότι η τρίτη καταγορουμένη είχε την τάση να ανακατεύεται σε όλα, ότι ο εκπρόσωπος της εταιρίας Χ. Δ. είναι έντιμος και σοβαρός άνθρωπος και ότι μπορεί εντολή χρηματιστηριακή να έχει δώσει και η τρίτη κατηγορουμένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η αντιδικία των κατηγορουμένων με την εγκαλούσα και οι μεταξύ τους οικονομικές διαφορές εμφανίστηκαν, το πρώτον, από τη χρονική περίοδο που άρχισε να παρουσιάζει ύφεση και πτώση το χρηματιστήριο, δηλαδή μετά το 1999 και κυρίως το έτος 2001, οπότε άρχισαν να εκδίδονται και επιταγές που αφορούσαν οφειλές τους στην εγκαλούσα, ενώ μέχρι τότε είχαν κερδίσει αρκετά μεγάλα ποσά. Έτσι το 2001 ο Κ. Π. υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό με την εγκαλούσα, τόσο για λογαριασμό του, όσο και για τη σύζυγό του, τρίτη κατηγορουμένη, στα οποία ανεπιφύλακτα παραδεχόταν τις σχετικές οφειλές, τόσο για δικό του λογαριασμό, όσο και για λογαριασμό της Ε. Κ. και δήλωνε ότι θα καταβάλει, εντός κάποιας προθεσμίας τα σχετικώς οφειλόμενα ποσά (βλ. τα από 29-5-2001 ιδιωτικά συμφωνητικά). Έναντι των οφειλομένων ποσών, όμως, κατεβλήθη, ένα μικρό, μόνο, μέρος (6.000 € από συνολικό ποσό 226.000 €), με συνέπεια η οφειλή αυτή να δημιουργήσει και άλλη δίκη κακουργηματικής μορφής, η οποία βρίσκεται σε εκκρεμότητα. Τέλος, ύστερα από τα πιο πάνω, είναι αναμφισβήτητο, ότι η ενέργεια των κατηγορουμένων να συντάξουν, υπογράψουν και κοινοποιήσουν (λαμβάνοντας έτσι γνώση του περιεχομένου της και ο κοινοποιήσας αυτήν Δικαστικός Επιμελητής) την αναληθή κατά περιεχόμενο και εν γνώσει της αναληθείας της προαναφερόμενη καταγγελία τους, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς - η οποία διενήργησε, όπως και το ΣΔΟΕ σχετικό έλεγχο χωρίς να διαπιστώσει κάτι το επιβαρυντικό εις βάρος της εγκαλούσας εταιρίας - και το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, γεγονός που περιήλθε σε γνώση των πελατών της, μπορούσε να βλάψει, αν δεν έβλαψε, την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτήν (εγκαλούσα) και τις επιχειρήσεις της. Κατόπιν τούτων, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη που κατηγορούνται, απορριπτόμενων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών τους, καθώς και της ενστάσεως αυτών περί μη αναγνώσεως των απομαγνητοφωνημένων ομιλιών, ως αβασίμων, καθόσον, όσον αφορά την τελευταία (ένσταση), αφενός, κρίνεται ότι αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι χωρίς αντικείμενο, αφού το Δικαστήριο, με βάση όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, στην ίδια κρίση θα κατέληγε, κατά τα άνω, και χωρίς την ανάγνωση αυτών, αφετέρου, ελήφθησαν υπόψη και αναγνώσθηκαν και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να φέρουν αντίρρηση οι κατηγορούμενοι, ενώ (και εκ τρίτου) χρήση των άνω ομιλιών έκαναν και κατά την παρούσα διαδικασία και οι ίδιοι οι συνήγοροι υπεράσπισης, υποβάλλοντες σχετικές ερωτήσεις. Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης ανωνύμου εταιρίας από κοινού και επέβαλε στον καθένα αυτών ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 §1α, 27 §1, 45, 364 §§ 1-3 και 368 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας και της ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και του μάρτυρα υπεράσπισης Γ. Μ.. Εξάλλου, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο κοινός δόλος των αναιρεσειόντων να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς την εγκαλούσα ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, και ειδικότερα ότι είχαν γνώση και ιδιαίτερα ο Κ. Π. μεγαλύτερη από εκείνη της συζύγου του Ε. Κ. από χρηματιστηριακές συναλλαγές, είχαν ενημέρωση από τον αντικριστή της εγκαλούσας Χ. Α. για την εξέλιξη των χρηματιστηριακών συναλλαγών τους και γνώριζαν ότι το περιεχόμενο της από 10-7-2003 έγγραφης καταγγελίας τους προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που κοινοποίησαν και στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, σε σχέση με τη λειτουργία της εγκαλούσας ήταν ψευδές, καθόσον ως έμπειροι συναλλασσόμενοι σε χρηματιστηριακές συμβάσεις, γνώριζαν πώς διεξάγονταν οι εν λόγω συναλλαγές, κατόπιν εντολής, πάντοτε, που αυτοί (αναιρεσείοντες) έδιναν στους εκπροσώπους της και για λογαριασμό αυτής ενεργούντες. Συνεπώς όλες οι περί του αντιθέτου των ανωτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς τη στοιχειοθέτηση των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκαν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά κατά το μέρος που με την επίφαση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών ο λόγος ως προς το μέρος αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην περίπτωση αυτό πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την εν λόγω εκτίμηση κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 177 του ΚΠΔ η οποία προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 1408/1996 "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Μόνη όμως η ποινική δίωξη των υπαιτίων των πράξεων αυτών δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, κατ’ εξαίρεση της αρχής της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνει η διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως, αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου και περαιτέρω, ότι το δικαστήριο αποστερείται της δυνατότητας να θεωρήσει το ζήτημα του αξιοποίνου ή μη της κτήσεως του αποδεικτικού μέσου, ως προδικαστικό και να αναβάλλει τη δίκη κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η δίκη που θα κρίνει, αν το επίμαχο αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε με αξιόποινη πράξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 370 Α του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν αντικατάσταση της με το άρθρο 3 του ν. 3090/24-12-2002 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκαν οι απομαγνητοφωνήσεις προφορικών (τηλεφωνικών) συνομιλιών μεταξύ των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων και των Φ. Κ., Χ. Α. και Δ. Κ. (5-4-2001, 13-11-2001 και 30-11-2001) "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς συναίνεση του τελευταίου". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η οποία θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στην άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ 1, 9, 9 Α και 19 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, αναφορικώς με την προσωπική και ιδιωτική ζωή και την προσωπικότητά του, η απαγόρευσή της, με ειδικά μέσα μαγνητοφώνησης αθεμίτως, ιδιωτικής συνομιλίας, αποσκοπεί στην προστασία των εννόμων αγαθών του ατόμου που προστατεύονται από τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις με την υποχρέωση της ανάγκης δικαστικής διερεύνησης της ουσιαστικής αλήθειας και της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής διαδικασίας (Ολ. ΑΠ 1/2001 Πολιτική). Τέλος, από το άρθρο 171 §1 εδ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση οι δύο αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριό του και ειδικότερα γιατί αναγνώσθηκαν παρά την αντίρρησή τους και λήφθηκαν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα: α) η από 13-11-2001 απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του Φ. Κ. (που εξετάσθηκε ως μάρτυρας) με τον πρώτο αναιρεσείοντα, β) η από 30-11-2001 απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του πρώτου αναιρεσείοντα με το βασικό μάρτυρα (αντικριστή στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρία) Χ. Α. και γ) τις από 5-4-2001 απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες μεταξύ των Κ. Π. (πρώτου αναιρεσείοντος) και Χ. Α. αφενός και των Ε. Κ. (δεύτερης των αναιρεσειόντων) και Δ. Κ.. Το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί μη αναγνώσεως και λήψεως υπόψη των προαναφερομένων απομαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών συνομιλιών ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι χωρίς αντικείμενο, αφού τούτο θα κατέληγε στην ίδια καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση από όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και χωρίς την ανάγνωση αυτών, αφετέρου οι άνω απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες λήφθηκαν υπόψη και αναγνώσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς αντίρρηση αυτών και τέλος κατά την παρούσα ακροαματική διαδικασία και οι ίδιοι οι συνήγοροι υπεράσπισης έκαναν χρήση των ως άνω ομιλιών, υποβάλλοντες σχετικές ερωτήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπόθεση η εξέλιξη ως προς την προβολή της ανωτέρω ένστασης περί μη ανάγνωσης των προαναφερομένων απομαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών συνομιλιών έχει ως εξής: Μετά την εξέταση της μάρτυρα κατηγορίας Α. Κ. ο συνήγορος υπεράσπισης Ι. Ζ. ζήτησε το λόγο από τον Πρόεδρο και "ανέστειλε προφορικώς ένσταση να μην αναγνωσθούν οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες". Στη συνέχεια ο Εισαγγελέας της έδρας και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της πολιτικής αγωγής ζήτησαν την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως, ο δε συνήγορος υπεράσπισης την παραδοχή αυτής. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί της παραπάνω ενστάσεως κατά την πρόοδο της δίκης. Στη συνέχεια, ο Γραμματέας, με εντολή του Προέδρου, διάβασε τα ακόλουθα έγγραφα, για την ανάγνωση των οποίων δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση (βλ. τέλος 23ης σελίδας των ανωτέρω πρακτικών). Μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων ήταν και οι προμνημονευόμενες απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες (υπ' αρ. 40, 41, 44 και 45 έγγραφα - βλ. 24 και 25 των ίδιων πρακτικών). Τέλος, μετά την απολογία της παρούσας στη δευτεροβάθμια δίκη κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους, εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν απήντησαν αρνητικά κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας (βλ. σελ. 28 των ιδίων πρακτικών). Από την ανωτέρω συμπεριφορά της παρούσας κατηγορουμένης και των συνηγόρων υπεράσπισης όλων των κατηγορουμένων, που αναφέρεται στα πρακτικά, τα οποία οι αναιρεσείοντες δεν προσέβαλαν για πλαστότητα, οπότε αποδεικνύουν ως αληθινά όλα όσα αναφέρονται σ' αυτή (άρθρο 141 §3 του Κ.Ποιν.Δ.), προκύπτει ότι οι τότε εκκαλούντες στη δευτεροβάθμια δίκη κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, παραιτήθηκαν από την ανωτέρω ένσταση που υπέβαλε ο συνήγορος υπεράσπισης Ι. Ζ.. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος μετά την παραίτηση των κατηγορουμένων από τη σχετική ένσταση που πρόβαλαν πριν την ανάγνωση όλων των εγγράφων της δικογραφίας. Επικουρικά δε είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον με την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι θα κατέληγε σε καταδικαστική κρίση για τους αναιρεσείοντες από την εκτίμηση και τη συναξιολόγηση όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να αναγνώσει και λάβει υπόψη του τις παραπάνω απομαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνομιλίες και εντεύθεν οι αναιρεσείοντες δεν στερήθηκαν κατ' ουσίαν κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματός τους από την ανάγνωση μόνο των εγγράφων που περιείχαν τις προμνημονευόμενες απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες. Μετά από όλα αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 του Κ.Ποιν.Δ.) και συμμέτρως στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 180 §1 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 21 Μαΐου 2010 δύο αιτήσεις των: 1) Ε. Κ. του Ι. και 2) Κ. Π. του Σ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1959, 2584, 3004, 3361 και 3723/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ, και συμμέτρως στην εκ πεντακοσίων (500) Ευρώ δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας από κοινού. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού από παίκτες χρηματιστηρίου σε βάρος της χρηματιστηριακής εταιρίας της οποίας ήταν πελάτες. Αιτήσεις αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως από συναλλαχθέντες με την εγκαλούσα χρηματιστηριακή εταιρία, με λόγους την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την ανάγνωση των συνομιλιών και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων και συνακόλουθα των αιτήσεων αναιρέσεως στο σύνολό τους.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 28/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζώτο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 27/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 496/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Για την στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, υπό την έννοια ότι ανήκει σε τρίτον κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να κατέχεται δε αυτό προσωρινώς από τον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να έχει εξουσία διάθεσης. Η παράνομη ιδιοποίηση συνίσταται στην εξωτερίκευση της ενδιάθετης βούλησης του δράστη, με σκοπό να εξουσιάζει το μη ανήκον σε αυτόν πράγμα και να ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του, επερχόμενης αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης στον αληθινό κύριο. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου, με περιεχόμενο την παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Περαιτέρω, έλλειψη της, κατά τα όρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισες μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, οπότε το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε απαράδεκτο ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 27/2010 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 20-1-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ του κατηγορουμένου ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "MASTER POSTER Α.Ε." (μισθώτριας) και του εγκαλούντος Κ. Κ. (εκμισθωτή), ο τελευταίος εκμίσθωσε στην πρώτη το δώμα (ταράτσα) ακινήτου του επί της οδού ... αριθ. 15 στην Αθήνα (περιοχή ...), παρέχοντας σ' αυτήν το αποκλειστικό δικαίωμα της εγκαταστάσεως και διατηρήσεως διαφημιστικών πινακίδων, κατάλληλων για την τοποθέτηση διαφημιστικών επιγραφών. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών από 1-1-2000 έως 31-12-2005, αντί ετήσιου μισθώματος 2.500.000 δραχμών, ετησίως αναπροσαρμοζόμενου και σύμφωνα με τους αναφερόμενους σ' αυτό (συμφωνητικό) ειδικότερους όρους και συμφωνίες. Μετά ταύτα με την από 29-5-2003 εξώδικη καταγγελία, η παραπάνω μισθώτρια εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη, κατήγγειλε τη μισθωτική σύμβαση, επικαλούμενη ότι μετά το Ν. 2946/2001, που τέθηκε σε ισχύ κατά τη διάρκεια της μισθώσεως και απαγόρευσε μεταξύ άλλων την τοποθέτηση επιγραφών στις οροφές των κτιρίων, υφίσταται ελάττωμα του μισθίου που αποκλείει πλήρως τη χρήση του για το σκοπό για τον οποίο μισθώθηκε, καταγγελία η οποία κρίθηκε έγκυρη με την υπ' αριθ. 3169/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Μετά ταύτα όμως κατά την αποχώρηση της μισθώτριας από το ως άνω μίσθιο την 12-9-2003 ο κατηγορούμενος Γ. Λ. ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής προέβη στην αφαίρεση μεταλλικών κατασκευών, ιδιοκτησίας του εγκαλούντος. Η αξία των κατασκευών αυτών ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, στο ποσό των 3.000 ευρώ, δεδομένου ότι είχαν κατασκευαστεί πριν από τριάντα (30) έτη περίπου. Ο εγκαλών διαμαρτυρήθηκε για την αφαίρεση της ως άνω μεταλλικής κατασκευής του και με την από 1-9-2003 εξώδικη διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε στη μισθώτρια στις 2-9-2003, όχλησε τον κατηγορούμενο για την επιστροφή αυτής ή την καταβολή της αξίας της. Πλην όμως ο τελευταίος δεν επέστρεψε την εν λόγω μεταλλική κατασκευή, ούτε κατέβαλε την αξία της, με συνέπεια ο εγκαλών να προβεί στην κατάθεση της παρούσας από 12-5-2005 μηνύσεώς του και στην άσκηση της από 1-6-2006 αγωγής του, αιτούμενος αποζημίωση 15.000 ευρώ για την αξία της αφαιρεθείσας μεταλλικής κατασκευής και 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3169/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "MASTER POSTER Α.Ε." να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 3.000 ευρώ για την αξία της μεταλλικής κατασκευής και 1.000 ευρώ ως ηθική βλάβη. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε το ανωτέρω κινητό πράγμα που είχε κατά τα ως άνω περιέλθει στην κατοχή του αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα και μόνο μετά την έκδοση της προαναφερόμενη αποφάσεως η μισθώτρια προσέφερε στον εγκαλούντα τα επιδικασθέντα ποσά (βλ. από 18-9-2009 εξώδικη προσφορά) και τελικά παρακατέθεσε το ποσό των 5.738 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (βλ. Νο .../22-9-2009 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είναι νόμιμος εκπρόσωπος της συσταθείσας το έτος 2001 εταιρείας με την επωνυμία "MASTER POSTER Γενικαί Διαφημίσεις Ανώνυμη Εταιρεία", διακριτικό τίτλο "MASTER POSTER Α.Ε." και με ΑΡ. Μ. Α.Ε. 48447/01Δτ/Β/01/15, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την ένδικη μίσθωση και γενικότερα με την υπόθεση. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι την ένδικη μίσθωση είχε καταρτίσει η εταιρεία με την επωνυμία "MASTER POSTER Α.Ε.", η οποία φέρει ΑΡ.Μ.Α.Ε. 20342/10/ΔΤ/Β/89/11, μετονομάστηκε το Δεκέμβριο του 2000 σε "MASTER MEDIA SYSTEM Α.Ε.", νόμιμος δε εκπρόσωπος της ήταν και είναι ο Α. Α.. Μάλιστα σε παρόμοια υπόθεση ο ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Α. Α. έχει καταδικαστεί τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 60041/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατόπιν μηνύσεως του Μ. Κ., πατέρα του ήδη εγκαλούντος και ο οποίος είχε συμβληθεί για δικό του ακίνητο με την ίδια εταιρεία που έχει ΑΡ.Μ.Α.Ε. 20342/10/ΔΤ/Β/89/11. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού του κατηγορουμένου. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος τόσο στις από 9-12-2005 έγγραφες εξηγήσεις του προς τον Πταισματοδίκη Ιλίου Αττικής, όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στο οποίο εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ουδέν αναφέρει περί υπάρξεως δύο εταιρειών και περί ελλείψεως ευθύνης του λόγω αναμείξεως στην υπόθεση της εταιρείας της οποίας δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος. Έτσι, είναι φανερό ότι οι πιο πάνω δύο εταιρείες, των οποίων η επωνυμία ταυτίζονταν, δραστηριοποιούνταν παράλληλα και δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός στις δραστηριότητες τους. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρείας του ως άνω ακινήτου του εγκαλούντος και ως εκ τούτου ανακύπτει ευθύνη αυτού από την αφαίρεση της πιο πάνω μεταλλικής κατασκευής και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής υπεξαίρεσης και όχι της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ακολούθως, το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, για την πράξη της (απλής) υπεξαίρεσης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς δέκα ευρώ την ημέρα. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της (απλής) υπεξαίρεσης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορούμενου, χωρίς να είναι απαραίτητο ν' αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε το συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό, όπως προαναφέρθηκε, το ξένο ολικά κινητό πράγμα και ο τρόπος με τον οποίο αυτό περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου, καθώς και η παράνομη ιδιοποίηση τούτου από εκείνον. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι ο πρώτος, κατά το οικείο σκέλος του, αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την περί τα πράγματα και εκτίμηση των αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του προδιαληφθέντος Δικαστηρίου είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο πιο πάνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ισχυρισμός για την αναγνώριση μιας ή περισσότερων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η, όπως προαναφέρθηκε, προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας ν' απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε ενώπιον του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών "την απαλλαγή του άλλως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ". Ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε, προεχόντως είναι αόριστος και το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει έναν τέτοιο ισχυρισμό, που όμως εκ περισσού ερεύνησε, δεν υπέπεσε σε καμμία πλημμέλεια και ειδικότερα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όπως, επίσης, σε καμμία πλημμέλεια και μάλιστα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν υπέπεσε αναφορικά και με τον προβληθέντα από τον κατηγορούμενο ισχυρισμό, ότι αυτός δεν είχε την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας κατά το χρόνο που φέρεται να τελέστηκε η πράξη που του αποδίδεται, αφού ο ισχυρισμός αυτός δε συνιστά ισχυρισμό αυτοτελή, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, στον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το οικείο σκέλος του, υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15 Μαρτίου 2010, αίτηση του Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 27/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 27/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουρούζη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1927/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 187/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 1927/2009 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, οδηγούσε οδικό όχημα ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συγκεκριμένα κατελήφθη να οδηγεί το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο έχοντας προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά και η περιεκτικότητα οινοπνεύματος ανερχόταν σε ποσοστό 1,63 g/l εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε ποσοστό 1,37 g/l κατά τη δεύτερη, με το αλκοολόμετρο του Τ.Τ. Ηρακλείου." Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 42 παρ. 1, 7γ, 10 ν. 2696/1999, όπως αντικατ. με άρθρο 43 παρ. 2 ν. 2963/2001 και η παρ. 7 με άρθρο 40 παρ. 1 ν. 3542/2007 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το προδιαληφθέν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρου 42 παρ. 1, 7γ, 10 ν. 2696/1999, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με τη 43500/5691/24-7-2002 απόφ. Υπουργών Υγείας-Πρόνοιας, Μεταφορών-Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ενώ, ειδικότερα δεν ήταν αναγκαίο το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ιδιαίτερα το δόλο του κατηγορούμενου, αφού αυτός εξυπακούεται ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση, από αυτόν, των παραπάνω γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, τα οποία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, ο δε νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία περί τούτου. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, κατά το οικείο σκέλος του, μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιτρεπτή από τον Άρειο Πάγο επισκόπησή τους, ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του αφού αρνήθηκε την κατηγορία στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι "Μου έκανε εντύπωση και μένα το υψηλό ποσοστό. Εκ των υστέρων έμαθα από το δικηγόρο μου, ότι το ίδιο πρόβλημα είχε και κάποιος βαφέας αυτοκινήτων. Ερχόμενος σε επαφή με χημικά, ασετόν κ.λ.π. Εκείνη την ημέρα πρέπει να τελείωσα το απόγευμα 18.30 και η μέτρηση έγινε 03.00. Μου έχουν πει ότι παραμένουν τα χημικά στο σώμα 24-48 ώρες. Δεν πίνω δεν καπνίζω και τώρα που το ανακάλυψα, όταν πιω δεν οδηγώ". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι αυτοτελής, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει. Η αιτίαση, εξάλλου, του κατηγορουμένου ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και τους ισχυρισμούς του ότι ελάμβανε αντιβίωση με ιατρική συνταγή, ότι χρησιμοποιήθηκε ανασφαλής μέθοδος ανίχνευσης και μέτρησης της αλκοόλης και ότι ίσως ήταν χαλασμένο το αλκοολόμετρο, είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν είχαν προβληθεί στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ανεξάρτητα του ότι αυτοί είναι αρνητικοί της κατηγορίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, κατά το σχετικό του σκέλος, προδιαληφθείς λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 22 Ιανουαρίου 2010, αίτηση του Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1927/2009 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 26/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 461-462/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 878/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. Σαπών, Ι. Δ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, (με θυροκόλληση λόγω μη ευρέσεως αυτoύ ή άλλου προσώπου κατ' άρθρο 155 παρ.2 ΚΠΔ παρουσία του μάρτυρα, Σ. Χ. στην ευρισκόμενη στις Σάπες ... - οικία της, όπως δε προκύπτει από το από 31 Αυγούστου 2010 αποδεικτικό της Ι. Σ., Επιμ. Δικ. Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, αντίγραφο της αυτής κλήσεως της επιδόθηκε και στον αντίκλητό του, Μ. Β.), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 10 Ιουνίου 2010, αίτηση του Θ. Κ. του Σ., για αναίρεση της 461-462/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 24/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.507/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα το "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 607/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του, με αριθμό 295/23-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1453/2009 βουλεύματος παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών τον Σ. Μ. του Ν. για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας, ήτοι άνω των 73.000 Ευρώ και δη 146.900,58 Ευρώ, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, τελεσθείσης κατ' εξακολούθηση από 1-1-99 μέχρι 31-12-99. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 265/2009 έφεση επί της οποίας επιδόθηκε το υπ' αριθμ. 507/2010, βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Συγκεκριμένα το συμβούλιο αυτό με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι: "από τα αποδεικτικά δε στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από το περιεχόμενο της μηνύσεως, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, την απολογία και τα υπομνήματα του εκκαλούντα - κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρεία με την επωνυμία Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. κηρύχθηκε σε πτώχευση με την με αριθμό 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την υπ' αριθ. 1260/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου διορίστηκε οριστικός σύνδικος ο μηνυτής Α. Κ. του Γ., Δικηγόρος Αθηνών. Την 23-12-1998 καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. και του εκκαλούντα-κατηγορουμένου, ο οποίος ανέλαβε την πώληση εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων που διακινούσε η παραπάνω εταιρία στις περιοχές Καπανδριτίου και Αφιδνών. Ως αμοιβή του καθορίστηκε το ποσοστό 20% μείον Φ.Π.Α. επί των αναγραφομένων στα πωλούμενα έντυπα τιμών. Σύμφωνα με τον δεύτερο όρο της παραπάνω σύμβασης, η μεταξύ τους σχέση δεν είχε το χαρακτήρα της πρακτόρευσης ή της αντιπροσώπευσης, αλλά επρόκειτο αποκλειστικά για πώληση επί παρακαταθήκη, βάσει της οποίας ο εκκαλών - κατηγορούμενος κατείχε τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στην αξία των εντύπων που πωλήθηκαν απ' αυτόν και μετά την παρακράτηση της συμφωνηθείσας αμοιβής του, το πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα υπέβαλε στην εταιρία Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. κατάσταση στην οποία αναγραφόταν τα έντυπα που παρέλαβε, πώλησε και επεστράφησαν τον προηγούμενο μήνα και απέδιδε το υπόλοιπο της αξίας των εντύπων μετά την παρακράτηση της ως άνω αμοιβής του. Την 31-12-1999 διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμένος είχε χρεωστικό υπόλοιπο 146.900,586, το οποίο αναγνώρισε, αφού δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση κατά τη λήξη της εκκαθάρισης, του Δεκεμβρίου 1999. Το παραπάνω ποσό ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν κατέβαλε παρά τις οχλήσεις της πτωχευσάσης ως άνω εταιρίας. Και του ως άνω οριστικού συνδίκου. Η όχληση αυτή έλαβε χώρα με το από 26-2-2002 εξώδικο, που του επιδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 2443/26-2002 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .... Ο εκκαλών-κατηγορούμενος ισχυρίζεται στην έφεση του και στο υπόμνημα που υπέβαλε ότι η συναλλαγή που αφορά η ένδικη υπόθεση έλαβε χώρα στη Χαλκίδα για την οποία δεν είχε υπογραφεί καμία σύμβαση μεταξύ του και της εταιρίας Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι η σύμβαση εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (ΑΠ 1208/2008, ΧΡΙΔ 2009, 216 και ΝΟΜΟΣ υπ' αρθρ. 719 Α.Κ.). Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα-κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδίδεται. Κατ' ακολουθία όσων εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 1453/2009 Βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή του εκκαλούντων-κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια η έφεση που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 319§3 ΚΠΔ, πρέπει να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το εκκαλούμενο βούλευμα". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον εκκαλούντα και δη στον ίδιο στις 14-4-2010 [βλ. το από 14-4-2010 αποδεικτικό του επιμελητή δικαστηρίων ...] και κατ' αυτού άσκησε ο ίδιος στις 23-4-2010 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 50/2010 αίτηση αναίρεσης προβάλλων ως λόγον αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και πλήρους [εμπεριστατωμένης] αιτιολογίας και δη ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα : α) δεν αιτιολογεί την ιδιότητα υπό την οποία έγινε κάτοχος του επίδικου ποσού, ούτε αιτιολογεί τον ισχυρισμό του, ότι πρόκειται για αλληλόχρεο λογαριασμό. β) ότι ενώ προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η από 23-12-98 σύμβαση αφορούσε αποκλειστικά τις περιοχές Καπανδριτίου - Αφιδνών, η υπό κρίση αφορά την περιοχή της Χαλκίδας [όπως προκύπτει απ' όλα τα έγγραφα της δικογραφίας]. γ) δεν αιτιολογεί εάν και κατά ποιο τρόπο έλαβε γνώση της εκκαθάρισης του Δεκεμβρίου 1999. δ) ενώ δέχεται ότι δεν κατέλαβε το επίδικο ποσό παρά τις οχλήσεις τις εταιρίας δεν αναφέρει τον χρόνο των οχλήσεών του προς καταβολή, πράγμα που έχει σημασία ως προς τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος. ε) ενώ δέχεται ότι το έγκλημα τελέστηκε από 1-1-99 μέχρι 31-12-99 κατ' εξακολούθηση, δεν εξειδικεύει κατά ημερομηνίες και ποσά τις περισσότερες αυτές πράξεις. Ενόψει των ανωτέρω, και των άρθρων 462, 463, 473, 474, 482, 484§1 εδ. δ Κ.Π.Δ. και 18, 19, 375§§1, 2α, 98§1 Π.Κ., η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή [έστω και εν μέρει]. Ναι μεν το βούλευμα μπορεί να παραπέμπει στην οικεία εισαγγελική πρόταση, πλην όμως προϋποθέτει ότι αυτή έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για να έχει αυτό αυτή, άλλως στερείται αυτής. Κατ' αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι το πρωτόδικο βούλευμα [βλ. τούτο] εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 375§1 και §2 εδ. α αυτού όπως η §2 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1§9 ν. 2408/96, η δε §1 όπως είχε μέχρι του ν. 2721/99, ήτοι δεν ελήφθησαν υπόψη προσθήκες στην §2 και §1 με το άρθρο 14§3 ν. 2721/99, ΦΕΚ 112Α/3-6-99. Επίσης να σημειωθεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εφάρμοσε μόνο την §2 του άρθρου 375 Π.Κ. και δη όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1§9 ν. 2408/96 14§3 ν. 2721/99 και δεν ασχολήθηκε με το τελευταίο εδάφιο της §1 του αυτού άρθρου 375 Π.Κ. όπως προστέθηκε με το άρθρο 14§3 ν. 2721/99 [βλ. την αιτιολογία της εισαγγελικής πρότασης], αμφότερα όμως δέχονται ότι πρόκειται για έγκλημα κατ' εξακολούθηση με χρονικό διάστημα τέλεσης των μερικότερων πράξεων από 1-1-99 έως 31-12-99. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 375§1 Π.Κ. - όπως είχε προ του τελευταίου εδαφίου του - "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" - ήτοι πρόκειται για πλημ/μα. Στη συνέχεια και δη με το άρθρο 14§3α ν. 271/99, ΦΕΚ 112Α/3-6-99 προστέθηκε εδάφιο στην §1 του άρθρου 375 Π.Κ. που έχει ως εξής : "Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" - ήτοι το πρώτο κατέστη κακούργημα η υπεξαίρεση συνολικού ποσού που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ με το άνω άρθρο 14§3α ν. 2721/99, ΦΕΚ 112Α/3-6-99. Επομένως η διάταξη αυτή ισχύει για υπεξαίρεση που έλαβε χώραν μετά την ισχύει του άρθρου 14§3α ν. 2721/99, ήτοι μετά την 3-6-99 - άρθρα 1,2§1 Π.Κ., 7 Συντ. και Α.Π. 1275/2006 - και μάλιστα εφόσον "ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό" - άρθρο 98§2 Π.Κ., όπως προστέθηκε με τον αυτόν νόμο 2721/99 - άρθρο 14§1 αυτού. Δεν αρκεί δηλ. το συνολικό ποσό να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ αλλά και να απέβλεπε σ' αυτό ο δράστης [βλ. ΑΠ 67/2009, ΑΠ 230/2008]. Με άλλες λέξεις, για να έχει εφαρμογή το τελευταίο εδάφιο της §1 του άρθρου 375 ΠΚ όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14§3α ν. 2721/99 θα πρέπει η πράξη της υπεξαίρεσης ή οι μερικότερες πράξεις αυτής να έλαβαν χώραν μετά την 3-6-99 και στην τελευταία περίπτωση ο δράστης με αυτές να απέβλεπε στο άνω ποσό. Τ' ανωτέρω πρέπει να προκύπτουν σαφώς από το παραπεμπτικό βούλευμα. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 375§2 ΠΚ - όπως είχε ήτοι με την αντικατάσταση αυτής με το άρθρο 1§9 ν. 2408/96, ΦΕΚ 104Α/4-6-96, "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη απαιτεί μία από τις αναφερόμενες ιδιότητες και όπως το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιο ποσό αντιστοιχεί στο "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" [το οποίο αφήνεται στην κυριαρχική κρίση του συμβουλίου - δικαστηρίου ουσίας Πρ. βλ. ΑΠ 1371/2007, ΑΠ 1516/2001 κ.α.]. Όμως επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται όπως εκάστη μερικότερη πράξη να έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας [βλ. ΑΠ 99/2009, 615/2006, ΑΠ 1403/2004, ΑΠ 298/2003, ΑΠ 974/2001, ΑΠ 666/2000, κ.α.]. Με το άρθρο 14§1 ν. 2721/99, ΦΕΚ 112Α/3-6-99, προστέθηκε το πρώτον §2 στο άρθρο 98 ΠΚ κατά την οποία "Η αξία του αντικειμένου της πράξης....που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό". Επομένως για μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν μετά την ισχύ του ν. 2721/99 ήτοι από 3-6-99, δεν απαιτείται όπως εκάστη [μερικότερη πράξη] έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αλλ' αρκεί η συνολική αξία να υπερβαίνει το όριο αυτό, στο οποίο και απέβλεπε ο δράστης [βλ. και ΑΠ 974/2009, ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 99/2009, ΑΠ 1015/2005 κ.α.]. Η ως άνω διάταξη είναι, όπως καθίσταται σαφές, δυσμενέστερη για το δράστη για πράξεις που τελέστηκαν προ της ισχύος της, επομένως δεν μπορεί να έχει εφαρμογή - άρθρο 2§1 Π.Κ. - για τέτοιες πράξεις. - Να σημειωθεί εδώ ότι το τελευταίο εδάφιο της § 2 του άρθρου 375 Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 14§3 εδ. β ν. 2721/99, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο της ποινής του εδαφίου α' της αυτής §2, επομένως δεν είναι κρίσιμο στοιχείο για την υπό κρίση περίπτωση -. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σημείο αυτό έχει ασαφή και ελλιπή αιτιολογία αφού - ενώ δέχεται ότι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα με χρόνο τέλεσης από 1-1-99 έως 31-12-99, ήτοι και προ και μετά την έναρξη της ισχύος του. 2721/99 - δεν εξειδικεύει τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν προ του ν. 2721/99 και για τις οποίες πρέπει να αναφέρει ότι εκάστη είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ούτε αναφέρει για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν μετά τον άνω νόμο ότι η συνολική αξία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην οποία και απέβλεπε ο δράστης [αναιρεσείων]. Τέλος δεν εξειδικεύει τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν προ της ισχύος του ν. 2721/99 ώστε να κριθεί εάν αυτές έχουν υποκύψει σε παραγραφή ή όχι, και εάν οι μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού μερικότερες υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και αν σ' αυτό απέβλεπε ο δράστης [αναιρεσείων]. Έτσι πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση. Σε σχέση με τα άλλα σκέλη του ρηθέντος λόγου αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Όπως είναι γνωστόν δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης η τυχόν φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η περί τα πράγματα δηλ. εκτίμηση, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά - βλ. ΑΠ 501/2006, ΑΠ 276/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.α. Το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά αιτιολογεί την ιδιότητα με την οποία ο αναιρεσείων απέκτησε την κατοχή του ποσού που ιδιοποιήθηκε, ούτε απαιτείται να αναφέρει ρητά τον τρόπο γνώσεως της εκκαθάρισης, ούτε τον χρόνο των οχλήσεων. Εξ άλλου οι λοιπές αιτιάσεις ανάγονται σε εκτίμηση περί των αποδείξεων η οποία, όπως ελέχθη, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τα δεκτά γενόμενα δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση πράξη αλλά για μία η οποία τελέσθηκε τον τελικό χρόνο οχλήσεως που έλαβε χώραν με την εξώδικο του σύνδικου, οπότε και οριστικοποιήθηκε η βούληση ιδιοποίησης - Πρ. βλ. ΑΠ 666/2000, ΑΠ 492/2003, ΑΠ 1928/2003 κ.α. - ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να αναιρεθεί το υπ' αριθμ. 265/2009 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο αλλά με άλλη σύνθεση. Αθήνα 11-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Κ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας μες φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 8 του νόμου 2408/1996, αν το αντικείμενο της ως άνω πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 3 του νόμου 2721/3.6.99 στην μεν παράγραφο 1 του άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία της πράξης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ. ήδη δε εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000 €), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου εδάφιο κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, ήδη δε εβδομήντα τρεις χιλιάδες ευρώ (73.000 €) τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε πριν την προσθήκη σ' αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 11 του Νόμου 2721/1999 "αν περισσότερες πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλει μία και μόνο ποινή". Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Τέλος με την παράγραφο 11 του άρθρου 14 του Νόμου 2721/1999 προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 98 του Ποινικού Κώδικα, που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα, κατά τα ισχύσαντα πριν από την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, οι κατ' ιδίαν πράξεις δεν συναριθμούνταν και συνεπώς η παλαιά ρύθμιση, ως επιεικέστερη, θα εφαρμοσθεί για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 1999 (ΟλΑΠ 5/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρεία με την επωνυμία Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. κηρύχθηκε σε πτώχευση με την με αριθμό μ275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την υπ' αριθ. 1260/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου διορίστηκε οριστικός σύνδικος ο μηνυτής Α. Κ. του Γ., Δικηγόρος Αθηνών. Την 23.12.1998 καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. και του εκκαλούντα - κατηγορουμένου, ο οποίος ανέλαβε την πώληση εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων που διακινούσε η παραπάνω εταιρεία στις περιοχές Καπανδριτίου και Αφιδνών. Ως αμοιβή του καθορίστηκε το ποσοστό 20% μείον Φ.Π.Α. επί των αναγραφομένων στα πωλούμενα έντυπα τιμών. Σύμφωνα με τον δεύτερο όρο της παραπάνω σύμβασης, η μεταξύ τους σχέση δεν είχε το χαρακτήρα της πρακτόρευσης ή της αντιπροσώπευσης, αλλά επρόκειτο αποκλειστικά για πώληση επί παρακαταθήκη, βάσει της οποίας ο εκκαλών - κατηγορούμενος κατείχε τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στην αξία των εντύπων που πωλήθηκαν απ' αυτόν και μετά την παρακράτηση της συμφωνηθείσας αμοιβής του, το πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα στην εταιρεία Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. κατάσταση στην οποία αναγραφόταν τα έντυπα που παρέλαβε, πώλησε και επεστράφησαν τον προηγούμενο μήνα και απέδιδε το υπόλοιπο της αξίας των εντύπων, μετά την παρακράτηση της ως άνω αμοιβής του. Την 31.12.1999 διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε χρεωστικό υπόλοιπο 146.99,586, το οποίο αναγνώρισε, αφού δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση κατά τη λήξη της εκκαθάρισης του Δεκεμβρίου 1999. Το παραπάνω ποσό ο εκκαλών -κατηγορούμενος δεν κατέβαλε παρά τις οχλήσεις της πτωχευσάσης ως άνω εταιρείας και του ως άνω οριστικού συνδίκου. Η όχληση αυτή έλαβε χώρα με το από 26.2.2002 εξώδικο, που του επιδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 2443/26.2002 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .... Ο εκκαλών - κατηγορούμενος ισχυρίζεται στην έφεση του και στο υπόμνημα που υπέβαλε ότι η συναλλαγή που αφορά η ένδικη υπόθεση έλαβε χώρα στη Χαλκίδα για την οποία δεν είχε υπογραφεί καμία σύμβαση μεταξύ του και της εταιρείας Π.Ε.Α.Τ. Α.Ε. ΣΤΟ σημείο αυτό σημειώνουμε ότι η σύμβαση εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς. Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα -κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδίδεται. Κατ' ακολουθία όσων εκτέθηκαν το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο 1453/2009 Βούλευμα του αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές την παραπομπή του εκκαλούντος -κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια, η έφεση που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 319 παρ. 3 ΚΠΔ πρέπει να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το εκκαλούμενο βούλευμα". Με τις παραδοχές όμως αυτές, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ περιέχει αντιφάσεις και ασάφειες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το αν ορθώς ερμηνεύτηκαν και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, ενώ δέχεται ότι το κρινόμενο έγκλημα της υπεξαιρέσεως τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση από τον Ιανουάριο του έτους 1999 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999 (όπως και το πρωτόδικο βούλευμα), δηλαδή και πριν την ισχύ των διατάξεων του Νόμου 2721/3.6.99, εν τούτοις, δεν εξειδικεύει τις μερικότερες πράξεις, οι οποίες τελέστηκαν πριν από τον νόμο 2721/1999 και για τις οποίες πρέπει να αναφέρει ότι κάθε μία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ούτε αναφέρει για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου ότι η συνολική αξία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην οποία και επέβλεπε ο αναιρεσείων. Ομοίως, δεν εξειδικεύει τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν πριν από τον νόμο 2721/1999, ώστε να κριθεί εάν αυτές έχουν υποκύψει σε παραγραφή ή όχι και εάν οι μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν μετά την έναρξη του νόμου αυτού υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και αν ο αναιρεσείων απέβλεπε σ' αυτό. ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει των ανωτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και πρέπει, κατά παραδοχή του βάσιμου 5ου από το άρθρο 484 στοιχ. ε του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την 50/23.4.2010 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Μ. του Ν. κατά του 507/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Αναιρεί το ως άνω βούλευμα. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, σύμφωνα με τόσα ορίζονται στο αιτιολογικό του παρόντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Δέχεται αίτηση και αναιρεί το προσβαλλόμενο βούλευμα.
null
null
0
Αριθμός 21/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Μ.-Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα, περί αναιρέσεως της 128/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 25 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 833/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 11 Ιουνίου 2010 αίτηση της Ε. Μ.-Κ., κατοίκου ... Κρήτης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 128/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν θα συνεξετασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι που άσκησε η αναιρεσείουσα ξεχωριστά και εμπρόθεσμα με το από 25 Νοεμβρίου 2010 ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 §2 Κ.Ποιν.Δ.). Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών, που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία, από μόνη της, αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας, δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 Ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. α' του ΠΚ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες αναγόμενες στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Από τη διάταξη του άρθρου 242 §2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της §1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ' του ΠΚ, μπορεί δε είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Ως καταστροφή του εγγράφου, που ενδιαφέρει την εξεταζόμενη υπόθεση, νοείται η πλήρης εκμηδένιση της χρησιμότητάς του για το σκοπό που εξυπηρετούσε, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Με το άνω έγκλημα του άρθρου 242 του ΠΚ συρρέει αληθινά το έγκλημα της απάτης (άρθρο 386 του ΠΚ) ή απόπειρα απάτης (άρθρα 42 και 386 του ΠΚ), αν τα εγκλήματα αυτά στρέφονται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου, αλλιώς υπάρχει φαινομενική συρροή και το ένα έγκλημα απορροφάται από το έτερο (απορρόφηση της απάτης που γίνεται προς συγκάλυψη της υπεξαίρεσης και απορρόφηση της υπεξαίρεσης αν το υπεξαιρεθέν περιήλθε στην κατοχή του δράστη με απάτη και είχε έτσι αποκτήσει την κυριότητα). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 128/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορούμενη είναι υπάλληλος στη ΔΟΥ ..., κατά στους κατωτέρω αναφερομένους χρόνους με περισσότερες μερικότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε το έγκλημα της απάτης, ήτοι με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με τη\' εν γνώσει της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την απόκρυψη γεγονότων, τις πράξεις της δε αυτές τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό επιτευχθέν όφελος υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Ειδικότερα ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ... την 6-5-2003 όπως ο ίδιος καταθέτει διαπίστωσε ότι κρατούσε τριπλότυπο επιστροφής χρημάτων, το γεγονός του φάνηκε περίεργο, ρώτησε την αναπληρώτρια αν είχε δει τα ΤΑΦΕΕ, επίσης ρώτησε την υπάλληλο του Ταμείου που πλήρωσε τα χρήματα επιστροφής και του ανέφερε ότι τα χρήματα είχε εισπράξει η κατηγορουμένη, γιατί εξυπηρετούσε κάποιους γνωστούς της, χωρίς να διαθέτει την απαραίτητη εξουσιοδότηση. Αυτό έγινε αφορμή, ν' αρχίσει έρευνα στην υπηρεσία αυτή από την οποία διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη 1) στο ..., την 6η-5-2003, με σκοπό να εισπράξει το συνολικό χρηματικό ποσό των 3.696,89 ευρώ, προσκόμισε ενώπιον των υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ. ... α) Σ. Γ., αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ, και β) Ε. Β., τότε υπεύθυνης του Γραφείου Επιστροφών, υπηρεσιακά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την με αριθμό .../12-12-2002 ανακλητική δήλωση φόρου κληρονομίας του κληρονομουμένου Γ. Λ., την οποία είχε συντάξει και υπογράψει η ίδια, αντιποιούμενη τους κληρονόμους της δήθεν ανακαλούσης Κ. Λ. καθώς και δύο Ατομικά Φύλλα Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε.) με αριθμούς 1 και 2/6ην-5-2003, τα οποία είχε επίσης συντάξει η ίδια και εκμεταλλευόμενη την υπηρεσιακή της θέση ως Προϊσταμένη του Τμήματος Κεφαλαίου στην Δ.Ο.Υ ..., της παρέστησε ότι ενεργούσε για λογαριασμό των δικαιούχων - απώτερων κληρονόμων του ως άνω κληρονομούμενου, ισχυριζόμενη ότι προβαίνει σε διευκόλυνση - εξυπηρέτηση συμπολιτών της και ειδικότερα ψηφοφόρων του συζύγου της κατά τις εκλογές για την Τοπική Αυτοδιοίκηση του Οκτωβρίου του 2002 και ότι προτίθεται και η ίδια όπως κατέλθει ως υποψήφια στις επικείμενες εκλογές και κατ' αυτόν τον τρόπο, δια της χρήσεως των παραπάνω εγγράφων και λεκτικού της παρέστησε ότι είχε ανακληθεί η αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας, που αφορούσε την κληρονομία του Γ. Λ. από τους δικαιούχους απωτέρους κληρονόμους του και επομένως, ότι το ήδη καταβληθέν ως φόρος κληρονομίας χρηματικό ποσό, είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως έπρεπε να επιστραφεί στους δικαιούχους φορολογούμενους. Τα παραπάνω όμως γεγονότα που της παρέστησε ως αληθινά ήταν ψευδή, δεδομένου ου δεν ενεργούσε για λογαριασμό των δικαιούχων φορολογουμένων κληρονόμων και προς εξυπηρέτηση τους, ουδέποτε είχε ανακληθεί η αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας που αφορούσε την κληρονομία του Γ. Λ. από τους δικαιούχους κληρονόμους του και συνακόλουθα το ήδη καταβληθέν ως φόρος κληρονομίας χρηματικό ποσό δεν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως δεν έπρεπε να επιστραφεί, αλλά στην πραγματικότητα η ίδια είχε συντάξει και υποβάλει τη νοθευμένη ως άνω ανακλητική δήλωση. Με αυτά δε τα ψευδή γεγονότα, που παρέστησε ως αληθινά, εν γνώσει της ότι ήταν ψευδή και αφού έπεισε πρώτα την αναπληρώτρια Προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ ... Σ. Γ. και απέσπασε την υπογραφή της στις σχετικές αποφάσεις, του αφορούσαν την εκτέλεση των ως άνω Α.Φ.Ε., έπεισε την προαναφερόμενη Ε. Β. να εκτελέσει τα τελευταία και να δώσει την σχετική εντολή στον ταμεία να της καταβάλει δήθεν για λογαριασμό των δικαιούχων, το χρηματικό ποσό των (2.735,69 + 961,20=) 3.696,89 ευρώ, ως επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, το οποίο όμως δεν δικαιούταν να εισπράξει, έπραξε δε τα παραπάνω με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 3.696,89 ευρώ (το ως άνω εισπραχθέν ποσό των Τ.Α,Φ.Ε.), το οποίο και τελικά απεκόμισε, προξενώντας παράλληλα αντίστοιχη και ισόποση περιουσιακή ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο, 2) Την 11η-11-2002 και την 12η-11-2002, με σκοπό να εισπράξει το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.788.150 ευρώ, παρέστησε ψευδώς στις ως άνω υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Σ. Γ. και Ε. Β. (που είχαν τις παραπάνω - υπό τον αριθμό 1- ιδιότητες ότι είχε υποβληθεί ανακλητική δήλωση φόρου κληρονομίας από τους κληρονόμους της Κ. Λ. (ήτοι από τους Σ. Α. του Α., Α. Α. του Μ. και Α. Α. του Ν.), δια της οποίας και παρουσιαζόταν ψευδώς ότι ανακαλούσαν την με αριθμό .../23-6-2000 αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας, ενώ στην πραγματικότητα ανάλογη δήλωση ουδέποτε είχε υποβληθεί. Με αυτόν δε τον τρόπο έπεισε την ως άνω Σ. Γ. να προβεί στην έκδοση των με αριθμούς 37,38 και 39/2002 αποφάσεων επιστροφής φόρου, δια των οποίων αποφασίστηκε η επιστροφή καταβληθέντος φόρου κληρονομίας συνολικού ύψους (1.754,09 Χ 3=) 5.262,27 ευρώ, που αφορούσε την εκτέλεση των παρακάτω Α.Φ.Ε. Στη συνέχεια, προσκόμισε τις ως άνω αποφάσεις καθώς και τα Ατομικά Φύλλα Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε.) γιο έκαστο κληρονόμο της Κ. Λ., το οποίο είχε συντάξει η ίδια και τους έδωσε τους αριθμούς 37, 38 και 39, οι οποίοι ήταν εικονικοί και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της Δ.Ο.Υ. ..., ενώπιον της ως άνω Ε. Β., τότε υπεύθυνης του Γραφείου Επιστροφών και ούτως εκμεταλλευόμενη την θέση της ως Προϊσταμένη του Τμήματος Κεφαλαίου στην Δ.Ο.Υ. ..., της παρέστησε ότι είχε ανακληθεί η αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας που αφορούσε την κληρονομία της θανούσης Κ. Λ. από τους δικαιούχους κληρονόμους της και επομένως, ό,τι το ήδη καταβληθέν ως φόρος κληρονομίας χρηματικό ποσό είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως έπρεπε να επιστραφεί στους δικαιούχους φορολογούμενους. Τα παραπάνω όμως γεγονότα που παρέστησε ως αληθινά ήταν ψευδή, δεδομένου ότι ουδέποτε είχε ανακληθεί η αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας που αφορούσε την κληρονομία της Κ. Λ. από τους δικαιούχους κληρονόμους της και συνεπώς το ήδη καταβληθέν ως φόρος κληρονομίας χρηματικό ποσό δεν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και δεν έπρεπε να επιστραφεί. Με αυτά δε τα ψευδή παρέστησε ως αληθινά, ενώ εγνώριζε ότι ήταν ψευδή, έπεισε την ως άνω Ε. Β. να εκτελέσει τα ως άνω Α.Φ.Ε. και να δώσει την σχετική εντολή να της καταβάλει δήθεν για λογαριασμό των δικαιούχων, το χρηματικό ποσό 5.788,50 ευρώ (5.262,27 + επιπλέον 10% επί του ποσού αυτού ως έκπτωση για την άμεση καταβολή), ως επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, το οποίο όμως δεν δικαιούται να εισπράξει, έπραξε δε τα παραπάνω με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 5.788,50 ευρώ (το ως άνω εισπραχθέν ποσό των Α.Φ.Ε.), το οποίο και εν τέλει απεκόμισε, προξενώντας παράλληλα αντίστοιχη και ισόποση περιουσιακή ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο. 3) Την 25η-2-2003 με σκοπό να εισπράξει το χρηματικό ποσό των 4.847,16 ευρώ, απέκρυψε κατ' αθέμιτο τρόπο από τις ως άνω Σ. Γ. και Ε. Β. το γεγονός ότι η άδεια κατεδάφισης (με αριθμό 51/2003) της παλαιάς οικίας που υφίστατο στο οικόπεδο επί της οδού ... στον αριθμό 14 (το οποίο είχε αγοράσει στο όνομα και για λογαριασμό των τέκνων της με το με αριθμό .../21ης-10-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μαρίας Κολοκοτρωνάκη και για την αγορά του οποίου είχε υποβληθεί η με αριθμό .../21ης-10-2002 δήλωση και είχε καταβληθεί φόρος μεταβιβάσεως ύψους 11.462,83 ευρώ) είχε εκδοθεί από την Διεύθυνση Πολεοδομίας μεταγενέστερα και δη κατά την 20-2-2003, ήτοι τέσσερις μήνες μετά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου μεταβιβάσεως, γεγονός που η ίδια γνώριζε με θετική γνώση και επικαλούμενη την ως άνω άδεια κατεδαφίσεως και τις διατάξεις του Νόμου που προβλέπουν ότι για τον υπολογισμό του καταβλητέου φόρου μεταβιβάσεως δεν υπολογίζεται η αξία των κτισμάτων αν κατά την σύνταξη του συμβολαίου υπάρχει άδεια κατεδαφίσεως έπεισε την ως άνω Σ. Γ. να προβεί στην έκδοση αποφάσεως δια την οποίας και αποφασίστηκε η μείωση του ως άνω καταβληθέντος φόρου (χρηματικού ποσού 11.862,83 ευρώ) κατά το ποσό των 4.847,16 ευρώ, στη συνέχεια δε εξέδωσε το με αριθμό 16/25-2-2003 Α.Φ.Ε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και το προσκόμισε- μαζί με τα ως άνω έγγραφα- στην ως άνω Ε. Β., την οποία και έπεισε να το εκτελέσει και να παράσχει τη σχετική εντολή στον ταμία να καταβάλει προς αυτήν το ως άνω ποσό το οποίο τελικά εισέπραξε, έπραξε δε τα παραπάνω με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 4.847,16 ευρώ (το ως άνω εισπραχθέν ποσό μείωσης του καταβληθέντος φόρου), το οποίο και εν τέλει αποκόμισε, προξενώντας παράλληλα αντίστοιχη και ισόποση περιουσιακή ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο. 4) Την 13-2-2003, με σκοπό να εισπράξει το χρηματικό ποσό των 12.806,67 ευρώ, παρέστησε ψευδώς στην αναπληρώτρια Προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ. ... Σ. Γ. ότι το πρώτο από τα τέσσερα ακίνητα (οικόπεδα Εκτάσεως 990,82 τ.μ., που βρίσκεται στα ...), που περιγράφονταν στη με αριθμό .../20-11- 1997 αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας της Κ. Α., που αφορούσε την κληρονομία του Β. Α., ανήκε εξ ολοκλήρου κατά κυριότητα στην μητέρα της δηλούσας Α. χήρα Β. Α. και συνακόλουθα ότι από παραδρομή είχε δηλωθεί στην αρχική δήλωση ότι ανήκε μόνο κατά το ήμισυ (1/2) στον κληρονομούμενο Β. Α. και επομένως ότι το ήδη καταβληθέν ως φόρος κληρονομίας για το εν λόγω οικόπεδο ρηματικό ποσό είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως έπρεπε να επιστραφεί στην δικαιούχο φορολογούμενη, προσκόμισε δε προς τούτο τη με αριθμό .../6ην-2-2001 ανακλητική δήλωση της ως άνω Κ. Α., αφού την είχε προηγουμένως συντάξει η ίδια και είχε πείσει την τελευταία να την υπογράψει δια της οποίας και φερόταν ότι ανακαλούσε την ως άνω αρχική δήλωση της για τον παραπάνω λόγο ως προς το ως άνω οικόπεδο. Με αυτόν δε τον τρόπο έπεισε την ως άνω Σ. Γ. να προβεί στην έκδοση της με αριθμό 45/2003 αποφάσεως επιστροφής φόρου, δια της οποίας και αποφασίσθηκε η επιστροφή του ήδη καταβληθέντος φόρου κληρονομίας χρηματικού ποσού 12.806,67 ευρώ. Στη συνέχεια προσκόμισε την ως άνω απόφαση καθώς και το ταυτάριθμο Ατομικό φύλλο Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε), το οποίο είχε συντάξει η ίδια και το αρίθμησε με τον αριθμό ..., οποίος ήταν εικονικός και είχε καταχωρηθεί στο αντίστοιχο βιβλίο της Δ.Ο.Υ. ... εκτός γραμμογράφησης ενώπιον της υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. ... Ε. Β., τότε υπεύθυνης του γραφείου επιστροφών και εκμεταλλευόμενη την υπηρεσιακή θέση της ως Προϊσταμένη του Τμήματος Κεφαλαίου στην Δ.Ο.Υ. ..., της παρέστησε ψευδώς ότι παρέστησε και στην ως άνω Σ. Γ.. Τα παραπάνω όμως γεγονότα που εν γνώσει της παρέστησε ως αληθινά ήταν ψευδή, δεδομένου ότι το εν λόγω οικόπεδο δεν ανήκε εξ ολοκλήρου κατά κυριότητα στην ως άνω Α. χήρα Β. Α., αλλά μόνο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, καθώς το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 ανήκε όντως στον κληρονομούμενο Β. Α. και δεν υφίστατο παραδρομή ως προς την αρχική δήλωση και επομένως το ήδη καταβληθέν ως φόρος κληρονομίας για το εν λόγω οικόπεδο χρηματικό ποσό δεν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως δεν έπρεπε να επιστραφεί στην Κ. Α.. Με αυτά δε τα ψευδή γεγονότα, που εν γνώσει της παρέστησε ως αληθινά, έπεισε την ως άνω Ε. Β. να εκτελέσει το ως άνω Α.Φ.Ε και να παράσχει τη σχετική εντολή στον ταμεία της Δ.Ο.Υ ... να καταβάλει προς αυτήν δήθεν για λογαριασμό της Κ. Α., το χρηματικό ποσό των 12.806,67 ευρώ, ως επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, το οποίο όμως δεν δικαιούται να εισπράξει , έπραξε δε τα παραπάνω με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 12.806,67 ευρώ ( το ως άνω εισπραχθέν ποσό του Α.Φ.Ε), το οποίο και εν τέλει απεκόμισε προξενώντας παράλληλα αντίστοιχη και ισόποση περιουσιακή ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο. 5) Την 14-1-2003, με σκοπό να εισπράξει το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.477,79 ευρώ, παρέστησε ψευδώς στην ως άνω αναπληρώτρια προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ ... Σ. Γ. ότι έχει υποβληθεί η με αριθμό .../2002 διορθωτική δήλωση φόρου κληρονομίας από τον Α. Σ., κληρονόμο της Α. Δ., δια της οποίας και φερόταν ότι διόρθωνε την αρχική δήλωση του, ενώ στην πραγματικότητα σχετική διορθωτική δήλωση ουδέποτε είχε υποβληθεί. Με αυτόν δε τον τρόπο έπεισε την ως άνω Σ. Γ. να προβεί στην έκδοση της με αριθμό 2/2003 αποφάσεως επιστροφής φόρου, δια της οποίας και αποφασίσθηκε η επιστροφή καταβληθέντος φόρου κληρονομίας χρηματικού ποσού 2.477,79 ευρώ. Στην συνέχεια, προσκόμισε την ως άνω απόφαση καθώς και ένα Ατομικό Φύλλο Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε) το οποίο είχε συντάξει η ίδια, ενώπιον της ως άνω υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ ... Ε. Β., εκμεταλλευόμενη την υπηρεσιακή της θέση ως Προϊσταμένη του Τμήματος Κεφαλαίου στην Δ.Ο.Υ ..., της παρέστησε ότι είχε διορθωθεί η δήλωση φόρου κληρονομίας, που αφορούσε την κληρονομία της θανούσης Α. Δ. από τον Α. Σ. και επομένως ότι το χρηματικό ποσό των 2.477,79 ευρώ είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως έπρεπε να επιστραφεί στον ως άνω δικαιούχο φορολογούμενο. Τα παραπάνω όμως γεγονότα που της παρέστησε εν γνώσει της ως αληθινά ήταν ψευδή, δεδομένου ότι ουδέποτε είχε υποβληθεί ανάλογη διορθωτική δήλωση από τον Α. Σ., καθώς αυτός είχε ήδη αποβιώσει (κατά το έτος 1984 και περαιτέρω το ήδη καταβληθέν ως φόρος κληρονομίας χρηματικό ποσό δεν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και δεν έπρεπε να επιστραφεί, αλλά στην πραγματικότητα την διορθωτική δήλωση την είχε καταρτίσει -συντάξει η ίδια και είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του Α. Σ.. Με αυτά δε τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε ως αληθινά, ενώ γνώριζε με θετική γνώση ότι ήταν ψευδή, έπεισε την ως άνω Ε. Β. να εκτελέσει το ως άνω ΑΦΕ και να παράσχει τη σχετική εντολή στον ταμία της Δ.Ο.Υ ... να της καταβάλει, δήθεν για λογαριασμό του δικαιούχου, το χρηματικό ποσό των 2.477,79 ευρώ ως επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, το οποίο όμως δεν δικαιούταν να εισπράξει, έπραξε δε τα παραπάνω με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 2.477,79 ευρώ (το ως άνω εισπραχθέν ποσό), το οποίο και εν τέλει απεκόμισε, προξενώντας παράλληλα αντίστοιχη και ισόποση περιουσιακή ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο. 6) Σε ανεξακρίβωτη ακριβή ημερομηνία εντός του έτους 2002 με σκοπό να εισπράξει το χρηματικό ποσό των 8.133.696 δραχμών (και πλέον το ισόποσο αυτού σε ευρώ, ήτοι 23.868 κατά την εκκαθάριση της με αριθμό .../19-10-2000 διορθωτικής δηλώσεως των φορολογουμένων Ε. Δ. και Ε. Δ., κληρονόμων του αποβιώσαντος Ν. Δ., αφού μείωσε παράνομα την αξία των ακινήτων, ήτοι χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου 2735/1999, αφού δεν υπολόγισε την αξία επίπλων και σκευών και αφού υπολόγισε έκπτωση 10% για άμεση καταβολή του φόρου, προσδιόρισε τον αναλογούντα φόρο κληρονομίας στο χρηματικό ποσό των 8.133.696 δραχμών (και πλέον το ισόποσο αυτού σε ευρώ ήτοι 23.868 ευρώ). Στην συνέχεια, παρέστησε ψευδώς στις ως άνω αναφερόμενες υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ... ότι το ως άνω ποσό είχε ήδη αποπληρωθεί κατά την 27-7-1999 από τους ως άνω κληρονόμους αναγράφοντας επί του σώματος της με αριθμό .../15-12-1999 αρχικής δηλώσεως φόρου κληρονομίας τον εικονικό αριθμό διπλότυπο .../27-7-1999 και ότι αυτό είχε εκδοθεί-συνταχθεί. Τα παραπάνω όμως γεγονότα που παρέστησε ως αληθινά ήταν ψευδή, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος μειώσεως της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων, ούτε είχε αποπληρωθεί (και δη την 27-7-1999) ο κατά τα άνω υπολογισθείς φόρος από τους ως άνω κληρονόμους. Με αυτά δε τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε ως αληθινά, ενώ εγνώριζε ότι ήταν ψευδή και προσκομίζοντας τα ως άνω έγγραφα στις ως άνω υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ..., αποπληρωθεί (και δη την 27 -7-1999) ο κατά τα άνω υπολογισθείς φόρος από τους ως άνω κληρονόμους. Με αυτά δε τα ψευδή που παρέστη σε ως αληθινά, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδή και προσκομίζοντας τα ως άνω έγγραφα στις ως άνω υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ..., εκμεταλλευόμενη την υπηρεσιακή της θέση ως Προϊσταμένη του Τμήματος κεφαλαίου στην Δ.Ο.Υ ..., τις έπεισε να παράσχουν τη σχετική εντολή στον ταμεία της Δ.Ο.Υ. ... να καταβάλει προς αυτήν, ως δήθεν ενεργούσα για λογαριασμό των ως άνω κληρονόμων, το ως άνω χρηματικό ποσό των 8.133.696 δραχμών (και πλέον το ισόποσο αυτού σε ευρώ ήτοι 23.868 ευρώ), ως δήθεν καταβληθέντος αχρεωστήτως και επιστρεπτέου στους ως άνω δικαιούχους φορολογούμενους, με το σκεπτικό ότι δεν είχαν ζητήσει την φορολόγηση της ψιλής κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, έπραξε δε τα παραπάνω με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και εν τέλει απεκόμισε, προξενώντας παράλληλα περιουσιακή ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο, το ύφος της οποίας ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των (13.760,54+15.125,18=) 28.885,72 ευρώ, όπως προέκυψε από την ορθή εκκαθάριση της οφειλής των ως άνω υπόχρεων κληρονόμων. Με τις ως άνω δε υπό τους αριθμούς 1 έως 6 μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της απάτης, που με πρόθεση τέλεσε κατ εξακολούθηση, απέβλεπε εξ αρχής στο συνολικό περιουσιακό όφελος που εν τέλει απεκόμισε, ήτοι στο συνολικό χρηματικό ποσό των (3.696,89 + 5.788,50 + 4.847,16 + 12.806,67 + 2.477,79=) 29.617.01 ευρώ και επιπλέον το ποσό των 8.133.696 δραχμών (και πλέον το ισόποσο αυτού σε ευρώ, ήτοι 23.868 ευρώ και επομένως ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης της πρέπει να προσδιορισθεί με βάση το συνολικό αυτό χρηματικό ποσό (άρθρο 98 §2 Π.Κ Ακολούθως τις παραπάνω δε πράξεις (υπό τους αριθμούς 1 έως 6) τις τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά την έννοια του νόμου, εφόσον από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης, από την εκδηλούμενη ετοιμότητά της προς επανάληψη του εν λόγω εγκλήματος σε κάθε κατάλληλη ευκαιρία καθώς και από την διαμορφωθείσα από μέρους της οργάνωση και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του ανωτέρω αδικήματος, προκύπτει προδήλως σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και επίσης σταθερή ροπή της στην διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της. Β) Στο ..., κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες μερικότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ήτοι με πρόθεση κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως προέβη σε χρήση αυτών, Συγκεκριμένα: 1) Την 12-12-2002, με σκοπό να παραπλανήσει τις ως άνω υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ ... Σ. Γ. και Ε. Β. ως προς το γεγονός ότι είχε ανακληθεί η αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας, η οποία αφορούσε την κληρονομία του θανόντος Γ. Λ. και επομένως, στους απώτερους κληρονόμους του και κληρονόμους της συζύγου του Κ. Λ. έπρεπε να επιστραφούν τα χρηματικά ποσά των 2.735,69 ευρώ και 961,20 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των 3.696,89 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα και με σκοπό να εισπράξει τα παραπάνω ποσά δήθεν για λογαριασμό τους, βλάπτοντας το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει υποβληθεί ανακλητική δήλωση από τους ενδιαφερόμενους, συνέταξε τη με αριθμό .../12-12-2002 ανακλητική δήλωση φόρου κληρονομίας του κληρονομουμένου Γ. Λ., την οποία υπέγραψε η ίδια, επισημείωση "αντ' αυτής οι κληρονόμοι", αντιποιούμενη τους (δήθεν) ανακαλούσης Κ. Λ., συζύγου και μοναδικής κληρονόμου του ως άνω Γ. Λ., η οποία είχε ήδη αποβιώσει κατά την 27-10-1999, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε λάβει σχετική εντολή ή εξουσιοδότηση από τους κληρονόμους της τελευταίας. Περιεχόμενο δε της ως άνω ανακλητικής δηλώσεως ήταν ότι η ευρισκόμενη οικία επί της οδού ... στον αριθμό 14, δεν ανήκε στον ως άνω αποβιώσαντα Γ. Λ., αλλά στην Κ. Λ., Εν συνεχεία προέβη σε χρήση της παραπάνω πλαστογραφημένης δηλώσεως, προσκομίζοντας την μαζί με άλλα υπηρεσιακά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και δύο Ατομικά Φύλλα Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε), ενώπιον των ως άνω υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ ..., με σκοπό να παραπλανήσει αυτές ως προς τα ίδια ως άνω γεγονότα και με σκοπό να εισπράξει τα χρηματικά ποσά των 2.735,69 ευρώ και 961,20 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των 3.696,89 ευρώ δήθεν για λογαριασμό της, πράγμα που εν τέλει επέτυχε, ως επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, το οποίο όμως δεν δικαιούταν να εισπράξει. 2) Την 6-12-2002, με σκοπό να παραπλανήσει τις ως άνω υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. ... Σ. Γ. και Ε. Β. ως προς το γεγονός ότι είχε διορθωθεί η αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας, που αφορούσε την κληρονομία της θανούσης Α. Δ. από τον Α. Σ. και επομένως ότι το χρηματικό ποσό των 2.477,79 ευρώ είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και έπρεπε να επιστραφεί στον ως άνω δικαιούχο φορολογούμενο και με σκοπό να εισπράξει το παραπάνω ποσό, βλάπτοντας το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει υποβληθεί διορθωτική δήλωση από τον ενδιαφερόμενο, συνέταξε κατάρτισε τη με αριθμό .../6-12-2002 διορθωτική δήλωση φόρου κληρονομίας της κληρονομουμένης Α. Δ., την οποία υπέγραψε θέτοντας παραποιημένη την υπογραφή του Α. Σ. (κληρονόμου της ως άνω κληρονομουμένης που είχε υποβάλει την υπ' αριθμ. .../1994 δήλωση φόρου κληρονομίας, την οποία αφορούσε η ως άνω διορθωτική δήλωση ενώ δεν είχε λάβει σχετική εντολή ή εξουσιοδότηση από αυτόν, δεδομένου ότι ο τελευταίος είχε ήδη αποβιώσει προ τριετίας. Ακολούθως προέβη σε χρήση της παραπάνω πλαστογραφημένης δηλώσεως, προσκομίζοντας την μαζί με άλλα υπηρεσιακά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό 2/14-1-2003 Α.Φ.Ε ενώπιον των δύο ως άνω υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ. ..., με σκοπό να παραπλανήσει αυτές ως προς τα ίδια ως άνω γεγονότα και να εισπράξει το χρηματικό ποσό των 2.477,97 ευρώ, πράγμα που εν τέλει επέτυχε, ως επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, το οποίο όμως δεν δικαιούταν να εισπράξει. Γ) Στο ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες μερικότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε το έγκλημα της νόθευσης εγγράφου από υπάλληλο, ήτοι, ούσα υπάλληλος της Δ.Ο.Υ. ... και δη Προϊσταμένη του Τμήματος Κεφαλαίου, με πρόθεση νόθευσε έγγραφα που της εμπιστεύθηκαν ή που της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της. Συγκεκριμένα: 1. Την 12-12-2002 νόθευσε τη με αριθμό .../21-11-1988 αρχική δήλωση φόρου κληροδομίας του κληρονομούμενου Γ. Λ. και η οποία φυλασσόταν στο αρχείο της Δ.Ο.Υ ... και επομένως της ήταν προσιτή λόγω της υπηρεσιακής της και πλέον συγκεκριμένα διέγραψε με διορθωτικό υγρό (blanco) τα όσα αναγράφονταν ιδιοχείρως στα κενά παραπλεύρως των τίτλων "Τρόπος επαγωγής κληρονομίας", "Χρονολογία δημοσιεύσεως", "Δημοσιεύματα Δικαστήριο" και το κείμενο που ακολουθούσε κάτω από τα στοιχεία του κληρονομουμένου και της διαθήκης. 2. Μεταξύ της 24-7-2002 και της 11-11-2002, νόθευσε το "Βιβλίο καταχωρίσεως των δηλώσεων φόρου κληρονομίας και αρίθμησης φακέλων" της Δ.Ο.Υ ... και πλέον συγκεκριμένα διέγραψε από αυτό με διορθωτικό υγρό (blanco) τα στοιχεία που ανήκουν στην με αριθμό .../24-7-2002 δήλωση (όνομα κληρονομουμένου, δηλούντος κληρονόμου, αριθμό φακέλου) και, χωρίς να έχει υποβληθεί ανακλητική δήλωση, καταχώρισε στην ίδια σειρά τα αντίστοιχα στοιχεία ανύπαρκτης ανακλητικής δήλωσης των κληρονόμων της Κ. Λ., η δε καταχώριση αυτή είχε ως συνέπεια να προκύψει επιστρεπτέο ποσό καταβληθέντος από τους κληρονόμους της Κ. Λ. φόρου, το οποίο είχε υπολογισθεί με βάση την αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας, η οποία όμως στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε ανακληθεί. 3. Την 13-2-2003, νόθευσε το "Βιβλίο καταχωρήσεως των δηλώσεων φόρου κληρονομίας και αρίθμησης φακέλων της Δ.Ο.Υ ... και πλέον συγκεκριμένα διέγραψε από αυτό με διορθωτικό υγρό (blanco) τα στοιχεία που ανήκαν στην με αριθμό .../14-2-2001 δήλωση (όνομα κληρονομουμένου, δηλούντος κληρονόμου, αριθμό φακέλου) και καταχώρισε στην ίδια σειρά τα αντίστοιχα στοιχεία της ανακλητικής δήλωσης της Κ. Α., η οποία αφορούσε την κληρονομία των Β. Α., καταχώριση που είχε ως συνέπεια να θεωρείται ότι η εν λόγω ανακλητική δήλωση (αναληθής κατά περιεχόμενο) είχε υποβληθεί νωρίτερα και σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι κατά το έτος 2001. 4. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2003, νόθευσε το "Βιβλίο καταχωρίσεως των δηλώσεων φόρου κληρονομίας και αρίθμησης φακέλων" της Δ.Ο.Υ. ..., ήτοι διέγραψε με διαγράμμιση τα στοιχεία που ανήκουν στην με αριθμό .../6-9-2002 δήλωση (όνομα κληρονομουμένου, δηλούντος κληρονόμου, αριθμό φακέλου). 5. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2003, νόθευσε το βιβλίο καταχωρίσεως ατομικών φύλλων εκπτώσεως" της Δ.Ο.Υ ..., ήτοι καταχώρισε εκτός γραμμογράφησης τα στοιχεία της με αριθμό 45/13-2-2003 αποφάσεως επιστροφής φόρου της αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Ρεθύμνου Σ. Γ.. 6. Σε χρόνο μεταγενέστερο της 6-12-2002 και προγενέστερο της 24-6-2003, νόθευσε το βιβλίο καταχωρίσεως των δηλώσεων φόρου κληρονομίας και αρίθμησης φακέλων" της Δ.Ο.Υ. ... και πλέον συγκεκριμένα διέγραψε από αυτό με διορθωτικό υγρό (blanco) τα στοιχεία που ανήκαν στην με αριθμό .../6-12-2002 δήλωση (όνομα κληρονομουμένου, δηλούντος κληρονόμου, αριθμό φακέλου, καταλείποντας την αντίστοιχη σειρά κενή, καταχώρισε δε τα παραπάνω στοιχεία, ήτοι "Δ. Α.", Σ. Α." και "Θ-54/84 διορθ." στην σειρά που αντιστοιχούσε στη με αριθμό .../27-2-2001 δήλωση, άλλου φορολογούμενου αφού πρώτα επίσης διέγραψε από την αντίστοιχη σειρά με διορθωτικό υγρό "blanco" προϋφιστάμενα καταχωρηθέντα στοιχεία, ενέργειες που είχαν ως συνέπεια να θεωρείται ότι η εν λόγω διορθωτική δήλωση είχε υποβληθεί νομοτύπως νωρίτερα και σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι κατά το έτος 2001. 7. Σε χρόνο μετά την 6-5-2003, οπότε και κατέστη αντιληπτή η έκνομη δραστηριότητα της, νόθευσε το "Βιβλίο καταχωρίσεως των δηλώσεων φόρου κληρονομίας και αρίθμησης φακέλων" της Δ.Ο.Υ ... και πλέον συγκεκριμένα διέγραψε από αυτό με διορθωτικό υγρό (blanco) τα στοιχεία που ανήκουν στην με αριθμό .../19-12-1999 δήλωση (όνομα κληρονομουμένου, δηλούντος κληρονόμου, αριθμό φακέλου), καταλείποντας την αντίστοιχη σειρά κενή. 8. Σε χρόνο μετά την 6-5-2003, οπότε και κατέστη αντιληπτή η έκνομη δραστηριότητα της, νόθευσε το "Βιβλίο καταχωρίσεως των δηλώσεων φόρου κληρονομίας και αρίθμησης φακέλων" της Δ.Ο. Υ. ..., ήτοι καταχώρισε τα στοιχεία "Δ. Ν.", "Δ. Ε." και Θ -214/98-Διορθ.Διευκρ" στην σειρά που αντιστοιχούσε στη με αριθμό .../19-10-2000 δήλωση, άλλου φορολογούμενου, αφού πρώτα επίσης διέγραψε από την αντίστοιχη σειρά με διορθωτικό υγρό (blanco) τα προϋφιστάμενα καταχωρηθέντα στοιχεία, ενέργειες που είχαν ως συνέπεια να θεωρείται ότι η εν λόγω διορθωτική δήλωση είχε υποβληθεί νομοτύπως. 9. Σε χρόνο μεταγενέστερο της 6-5-2003. οπότε και κατέστη αντιληπτή η έκνομη δραστηριότητα της, νόθευσε τη με αριθμό .../15-12-1999 αρχική δήλωση φόρου κληρονομίας, του κληρονομουμένου Ν. Δ., που είχαν υποβάλει οι κληρονόμοι Ε. Δ. (σύζυγος) και Ε. Δ. (υιός) και η οποία φυλασσόταν στο αρχείο της Δ.Ο.Υ Ρεθύμνου και επομένως της ήταν προσιτή λόγω της υπηρεσίας της, ήτοι ανέγραψε στην τελευταία σελίδα αυτής τη φράση "Δεν Κόπηκε το Διπλότυπο γιατί δεν ζήτησε τη φορολόγηση της Ψ.Κ και δεν ελέγχθηκε αντκ/κοί - να τεθεί στη Θ.Ε." προκειμένου να μην γίνει αντιληπτή προηγούμενη παράνομη συμπεριφορά της σχετιζόμενη με την υπόθεση των ως άνω φορολογουμένων. Δ) Στο ..., ως Προϊσταμένη του Τμήματος Κεφαλαίου, με πρόθεση υπεξήγαγε έγγραφα που της εμπιστεύθηκαν ή της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της. Συγκεκριμένα: 1. Την 12-12-2002, υπεξήγαγε, ήτοι αφαίρεσε από τον φάκελο με στοιχεία θ 49/88, που αφορούσε την δήλωση φόρου κληρονομίας του θανόντος Γ. Λ., αντίγραφο της από 12-10-1987 ιδιόγραφης διαθήκης του ως άνω κληρονομουμένου, το οποίο στην συνέχεια απέκρυψε, ο δε ως άνω φάκελος τηρούνταν και φυλασσόταν στο Τμήμα Κεφαλαίου της Δ.Ο.Υ. ... και επομένως το ως άνω υπεξαχθέν έγγραφο της ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας της και της ιδιότητας της Ο3ς Προϊσταμένης του παραπάνω τμήματος. 2) Σε χρόνο μεταγενέστερο της 20-3-2003 υπεξήγαγε, ήτοι αφαίρεσε τον φάκελο με στοιχεία Θ 189/1999 και τα έγγραφα που περιέχονταν εντός αυτού, που αφορούσε την δήλωση φόρου κληρονομίας της θανούσης Κ. Λ., από την υπάλληλο που χειριζόταν την υπόθεση, ο οποίος φάκελος τηρούνταν και φυλασσόταν στο Τμήμα Κεφαλαίου της Δ.Ο.Υ. ... και τον χειριζόταν η ως άνω υπάλληλος και της ήταν προσιτός λόγω της υπηρεσίας της και της ιδιότητα της ως Προϊσταμένης του παραπάνω τμήματος, τον οποίο στην συνέχεια απέκρυψε. 3) Σε χρόνο μεταγενέστερο της 14-1-2003, υπεξήγαγε, ήτοι αφαίρεσε τον φάκελο με στοιχεία Θ. 54/84 και τα έγγραφα που περιέχονταν εντός αυτού, ο οποίος αφορούσε την δήλωση φόρου κληρονομίας της κληρονομουμένης Α. Δ., από το αρχείο της Δ.Ο.Υ. ..., όπου τηρούνταν και φυλασσόταν και επομένως της ήταν προσιτός λόγω της υπηρεσίας της, τον οποίο στην συνέχεια απέκρυψε. 4) Σε χρόνο μετά την 6-5-2003 οπότε και κατέστη αντιληπτή η έκνομη δραστηριότητα της, υπεξήγαγε ήτοι αφαίρεσε από τον φάκελο με στοιχεία Θ 214/98, που αφορούσε την δήλωση φόρου κληρονομίας του θανόντος Ν. Δ., αντίγραφο του με αριθμό 6929/2-8-2000 πιστοποιητικού της Δ.Ο.Υ ..., (το οποίο είχε εκδώσει εις διπλούν και το ένα αντίγραφο παρέμενε στον φάκελο), δια του οποίου είχε βεβαιώσει ψευδώς ότι καταβλήθηκαν από την Ε. Δ. και τον Ε. Δ., κληρονόμους του αποβιώσαντος Ν. Δ., οι αναλογούντες φόροι που αφορούσαν την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος και ότι η υπόθεση είχε περαιωθεί, το οποίο στην συνέχεια απέκρυψε, ο δε ως άνω φάκελος τηρούνταν και φυλασσόταν στο αρχείο της Δ.Ο.Υ. ... και επομένως το ως άνω υπεξαχθέν έγγραφο της ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας της. Ε) Ως υπάλληλος της Δ.Ο.Υ ... και δη προϊσταμένη του Τμήματος Κεφαλαίου, στα καθήκοντα της οποίας αναγόταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς περιστατικά σε τέτοιου είδους έγγραφα που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα: 1. Την 6-5-2003 συνέταξε και υπέγραψε δύο Ατομικά Φύλλα Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε) με αριθμούς 1 και 2/6-5-2003 δια των οποίων βεβαίωσε ψευδώς ότι τα χρηματικά ποσά 2.735,69 € και 961,20 € αντίστοιχα, που είχαν καταβληθεί ως φόρος κληρονομίας από τους κληρονόμους του κληρονομουμένου Γ. Λ., είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως και έπρεπε επομένως να επιστραφούν στους ως άνω δικαιούχους φορολογούμενους κληρονόμους. Τα παραπάνω όμως βεβαιωθέντα ήταν ψευδή, καθώς δεν είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως οι παραπάνω φόροι, το δε ως άνω ψευδές γεγονός, που βεβαίωσε ως αληθινό είχε ως συνέπεια να είναι δυνατή η είσπραξη των παραπάνω ποσών από τους φερόμενους ως δικαιούχους. 2. Την 11-11- 2002 και την 12-11-2002, συνέταξε και υπέγραψε τρία Ατομικά Φύλλα Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε) για έκαστο κληρονόμο της Κ. Λ., τα οποία αρίθμησε με τους αριθμούς 37, 38 και 39, οι οποίοι ήταν εικονικοί και δεν είχαν καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της Δ.Ο.Υ ..., δια των οποίων Α.Φ.Ε βεβαίωσε ψευδώς ότι το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.788,50 ευρώ (5.262,27 € το ποσό των ως άνω Α.Φ.Ε + επιπλέον 10% επί του ποσού αυτού ως έκπτωση για την άμεση καταβολή), που είχε καταβληθεί ως φόρος κληρονομίας από του κληρονόμους της κληρονομουμένης Κ. Λ. (ήτοι από τους Σ. Α. του Α., Α. Α. του Μ. και Α. Α. του Ν.) είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και έπρεπε επομένως να επιστραφεί στους ως άνω δικαιούχους φορολογούμενους κληρονόμους. Τα παραπάνω όμως βεβαιωθέντα ήταν ψευδή καθώς δεν είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως οι παραπάνω φόροι, το δε ως άνω ψευδές γεγονός που βεβαίωσε ως αληθινό είχε ως συνέπεια να είναι δυνατή η είσπραξη των παραπάνω ποσών από τους φερόμενους ως δικαιούχους. 3. Την 13-2-2003, συνέταξε και υπέγραψε ένα Ατομικό Φύλλο Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε) το οποίο αρίθμησε με τον αριθμό 45, ο οποίος ήταν εικονικός και δεν είχε καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της Δ.Ο.Υ ..., δια του οποίου Α.Φ.Ε βεβαίωσε ψευδώς ότι το χρηματικό ποσό των 12.806.67 ευρώ, που είχε καταβληθεί ως φόρος κληρονομίας από την κληρονόμο του κληρονομούμενου Β. Α. (ήτοι από την Κ. Α.), είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως έπρεπε να επιστραφεί στην ως άνω δικαιούχο φορολογούμενη κληρονόμο. Τα παραπάνω όμως βεβαιωθέντα ήταν ψευδή καθώς δεν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως ο παραπάνω φόρος, το δε ως άνω ψευδές γεγονός που βεβαίωσε ως αληθινό είχε ως συνέπεια να είναι δυνατή η είσπραξη του παραπάνω ποσού από την φερόμενη ως δικαιούχο. 4. Την 14-1-2003 συνέταξε και υπέγραψε ένα Ατομικό Φύλλο Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε.), με αριθμό 2/14-1-2003, δια του οποίου βεβαίωσε ψευδώς ότι το χρηματικό ποσό των 2.477,79 ευρώ, που είχε καταβληθεί ως φόρος κληρονομίας από τον κληρονόμο της κληρονομουμένης Α. Δ. (ήτοι από τον Α. Σ.), είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως έπρεπε να επιστραφεί στον ως άνω δικαιούχο φορολογούμενο κληρονόμο. Τα παραπάνω όμως βεβαιωθέντα ήταν ψευδή, καθώς δεν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως ο παραπάνω φόρος, το δε ως άνω ψευδές γεγονός που βεβαίωσε ως αληθινό είχε ως συνέπεια να είναι δυνατή η είσπραξη του παραπάνω ποσού από τους κληρονόμου του φερόμενου ως δικαιούχου. 5) Την 25-2-2003, συνέταξε και υπέγραψε ένα Ατομικό Φύλλο Εκπτώσεως (Α.Φ.Ε) με αριθμό 16/15-2-2003, δια του οπίου βεβαίωσε ψευδώς ότι το χρηματικό ποσό των 11.462,83 ευρώ, που είχε καταβληθεί ως φόρος μεταβιβάσεως για την παλαιά οικίας που υφίστατο σε οικόπεδο επί της οδού ... στον αριθμό 14 (το οποίο είχε αγοράσει στο όνομα και για λογαριασμό των τέκνων της με το υπ' αριθμ. .../21-10-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μαρίας Κολοκοτρωνάκη και για την αγορά ου οποίου είχε υποβληθεί η με αριθμό 57590/21-10-2002 δήλωση) ήταν μεγαλύτερο από αυτό που πράγματι αναλογούσε ως φόρος, κατά το ποσό των 4,847,16 ευρώ και ότι το τελευταίο είχε καταβληθεί αχρεωστήτως και επομένως έπρεπε να μειωθεί ο ως άνω συνολικός φόρος κατά το ποσό αυτό και να επιστραφεί στο δικαιούχο φορολογούμενο, δηλαδή ουσιαστικά στην ίδια, ως εκπρόσωπο των ως άνω ανηλίκων τέκνων της Τα παραπάνω όμως βεβαιωθέντα ήταν ψευδή, καθώς δεν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως ο παραπάνω φόρος, το δε ως άνω ψευδές γεγονός που βεβαίωσε ως αληθινό είχε ως συνέπεια να είναι δυνατή η είσπραξη του παραπάνω ποσού από την ίδια. 6) Σε ανεξακρίβωτη ακριβή ημερομηνία εντός του έτους 2002 εξέδωσε το με αριθμό 6929/2-8-2000 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. ..., με εικονική ημερομηνία δια του οποίου βεβαίωσε ψευδώς ότι καταβλήθηκαν από την Ε. Δ. και τον Ε. Δ., κληρονόμους του αποβιώσαντος Ν. Δ., οι αναλογούντες Φόροι που αφορούσαν την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος και ότι η συγκεκριμένη φορολογική υπόθεση είχε περαιωθεί. Τα παραπάνω όμως βεβαιωθέντα ήταν ψευδή, καθώς δεν είχαν καταβληθεί οι παραπάνω φόροι, το δε ως άνω ψευδές γεγονός που βεβαίωσε ως αληθινό είχε ως συνέπεια να είναι δυνατή η σύνταξη συμβολαίου μεταβιβάσεως της κυριότητας επί των κληρονομιαίων ακινήτων που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω κληρονομιά. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται α) από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίες είναι σαφείς ως προς την μέθοδο και την απόδειξη της τελέσεως των πιο πάνω πράξεων β) από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν μεταξύ των οποίων τα φύλλα ελέγχου και τα λοιπά έγγραφα που φέρουν τις αλλοιώσεις γ) το πόρισμα με αριθμ. 4301/2003 της ΕΔΕ που διενεργήθηκε από την ειδική επιθεωρήτρια και το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά τα σημεία εκείνα που εξειδικεύονται, μετά από ειδική έρευνα ο τρόπος και τα αποτελέσματα των ενεργειών της κατηγορουμένης. Στο πόρισμα αυτό περιλαμβάνεται και το γεγονός της καταβολής εκ μέρους της κατηγορουμένης του ποσού της ζημίας που της κοινοποιήθηκε με την 4094/2003 ειδική πρόσκληση και το οποίο τελικώς καταβλήθηκε και εξοφλήθηκε πλήρως από αυτήν με το 20340/7.10.2003 διπλότυπο. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι οι δικαιούχοι, καθώς και η ίδια εδικαιούντο την επιστροφή των χρημάτων που έλαβε αυτή για λογαριασμό τους, προκειμένου να τους εξυπηρετήσει καθώς και ότι στις υπόλοιπες πράξεις προέβη από συγγνωστή νομική πλάνη, διότι πίστευε ότι έτσι έπρεπε να πράξει, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα λόγω της θέσεως και των προσόντων της και του γεγονότος ότι ήταν παλιά και έμπειρη υπάλληλος, γνώριζε ποιες ήταν οι ενέργειες που έπρεπε και εδικαιούτο να πράξει και παρά ταύτα, τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της πρέπει ν' απορριφθεί. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων της απάτης κατ' εξακολούθηση του άρθρου 386 παρ. 3α, 1, πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, νόθευση και υπεξαγωγή εγγράφου από υπάλληλο κατ' εξακολούθηση και ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Επίσης από τους μάρτυρες που κατέθεσαν αλλά και από το ποινικό της μητρώο, που στο σημείο τούτο μόνο λαμβάνεται υπόψη, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων διήγαγε έντιμη ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών της, αφού αποδείχθηκε ότι προσπάθησε και το έπραξε να επιστρέψει τα χρήματα στους δικαιούχους καθώς και στο Δημόσιο Ταμείο. Επομένως πρέπει να της αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και της επέβαλε συνολική ποινή τεσσάρων (4) ετών χωρίς να διαλάβει από παραδρομή ξεχωριστή διάταξη για μετατροπή της, παρότι διαλαμβάνει στο αιτιολογικό ειδική σκέψη για μετατροπή της προς 4,40 Ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. α, γ και στ, 18 εδ. α' και β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94, 98, 210 παρ. 1 και 3, 242 παρ. 1 και 2, 386 παρ. 1 και 3α και 84 παρ. α' και δ' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα αναφέρονται στην αρχή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση, χωρίς να χρειάζεται να παραθέσει αναλυτικά τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ξεχωριστά. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως και οι πρώτος (1ο έως 6ο σκέλος) και τέταρτος (1ο σκέλος) πρόσθετοι λόγοι με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά το μέρος που με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτο πρόσθετο λόγο (1ο έως 6ο σκέλος του) και τέταρτο πρόσθετο λόγο (1ο σκέλος) υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση και κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, αρκεί να αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του εγγράφου, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενο τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και συγκεκριμένα 1) το υπ' αρ. πρωτ. ΕΜΠ 2/21-5-2003 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ..., 2) ο με στοιχ. Θ 194/84 φάκελλος Δ.Ο.Υ. ..., 3) ο με στοιχ. 189/1994 φάκελλος Δ.Ο.Υ. ..., 4) ο με στοιχ. 49/88 φάκελλος Δ.Ο.Υ. ..., 5) ο με στοιχ. 83/1997 φάκελλος Δ.Ο.Υ. ..., 6) ο με στοιχ. Θ 54/84 φάκελλος και 7) ο με στοιχ. ΦΜΑ 2750/21-10-2002 φάκελλος Δ.Ο.Υ. ..., χωρίς την παραμικρή καταγραφή των επί μέρους εγγράφων που αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του αν πράγματι αναγνώσθηκαν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία στήριξε την κρίση του το δικαστήριο, είναι αυτά που αναφέρονται στην επισκοπούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την οποία, καθ' όλο το περιεχόμενό της, ανέγνωσε το δικαστήριο και στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν δε γνωστό στην αναιρεσείουσα ως εκ της ιδιότητάς της ως υπαλλήλου στη Δ.Ο.Υ. .... Τα έγγραφα αυτά προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ο 3ος πρόσθετος λόγος στο σύνολό τους, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για την προεκτεθείσα αιτία. Εξάλλου, όσον αφορά την αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι έλαβε απόλυτη ακυρότητα στη διαδικασία στο ακροατήριο, από τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας του υπ' αριθμ. φακέλλου Θ 214/98 που αφορά την υπόθεση της κληρονομίας Ν. Δ., εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση, γίνεται απλή αναφορά του εν λόγω εγγράφου που καταχωρίστηκε από την αναιρεσείουσα στη σειρά που αντιστοιχούσε στη με αριθ. 273/19-10-2000 δήλωση άλλου φορολογουμένου, χωρίς άλλη ιδιαίτερη αναφορά του περιεχομένου του φακέλλου αυτού, πλην όμως το στοιχείο αυτό ήταν αρκετό για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νόθευσης εγγράφου από την αναιρεσείουσα, ενώ από το περιεχόμενο των άλλων φακέλλων που αναγνώσθηκαν, δεν προκύπτει οιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με την αποδοθείσα πράξη στην αναιρεσείουσα της νόθευσης εγγράφου που αφορούσε το φόρο κληρονομίας του Ν. Δ.. Περαιτέρω, η περί απολύτου ακυρότητος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο αιτίαση της αναιρεσείουσας που προβάλλει με τον πρώτο πρόσθετο λόγο - 7ο σκέλος του - και κατά την οποία ισχυρίζεται ότι δεν καταχωρίστηκαν στα πρακτικά οι απαντήσεις της κατά την απολογία της που έδωσε στην Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αφού στα πρακτικά γίνεται μνεία των απαντήσεών της σε ερωτήσεις του Εισαγγελέα και των Δικαστών, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ο ή η Πρόεδρος ή Προεδρεύων ή η Προεδρεύουσα στην σύνθεση των αμιγών ποινικών δικαστηρίων, είναι και αυτός δικαστής όπως και οι λοιποί σύνεδροι και οι απαντήσεις των μαρτύρων και κατηγορουμένων σε ερωτήσεις όλων των δικαστών αδιακρίτως, καταχωρίζονται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση. Ακόμη είναι απορριπτέος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της αναγνώσεως της κατάθεσης του απολειπόμενου μάρτυρα Α. Α., χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 365 του Κ.Ποιν.Δ., καθόσον αυτή αναγνώσθηκε από τα αναγνωστέα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης χωρίς μάλιστα αντίρρηση της παρισταμένης κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας και των συνηγόρων της, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης. Εξάλλου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου με το να δεχθεί πραγματική συρροή μεταξύ των δύο εγκλημάτων που τέλεσε η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα της απάτης και της ψευδούς βεβαίωσης, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, ορθά εφάρμοσε τον νόμο το Δικαστήριο της ουσίας, αφού προσβλήθηκαν με τις αξιόποινες αυτές πράξεις διάφορα έννομα αγαθά (έκδοση πλαστών ΤΑΦΕ και είσπραξη παράνομα λόγω επιστροφής φόρου διαφόρων ποσών σε διαφορετικούς χρόνους, χωρίς το ένα έγκλημα να απορροφά το άλλο). Επίσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι στο σύνολό τους οι πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος πρόσθετοι λόγοι, καθόσον υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττουν την περί τα πράγματα, ανέλεγκτη αναιρετικά, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 145 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτουν τα επόμενα: Όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται γι' αυτό, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση της αποφάσεως μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις και από τα όσα αναφέρονται στην ταυτότητα του κατηγορουμένου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη ... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, απόφασης υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη μετατροπή της επιβληθείσας στην αναιρεσείουσα συνολικής ποινής των τεσσάρων (4) ετών, με καθορισμό της καθεμίας ημέρας φυλάκισης προς 4,40 Ευρώ, τη μετατροπή δε της εν λόγω ποινής ζήτησαν και οι συνήγοροι της κατηγορουμένης, όταν έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου μετά την περί ενοχής της κρίση του Δικαστηρίου. Το τελευταίο όμως παρέλειψε, από πρόδηλη παραδρομή, να διαλάβει στο διατακτικό σχετική διάταξη περί μετατροπής της συνολικής ποινής (ποινή βάσης ήταν τα δύο έτη). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατ' εκτίμηση του ένατου πρόσθετου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., ως περιέχοντος αίτημα συμπλήρωσης του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο αντί, να συμπληρωθεί το διατακτικό αυτής ως προς τη μετατροπή της συνολικής ποινής που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα, καθορίζοντας το ποσό της μετατροπής για καθεμία ημέρα φυλάκισης σε 4,40 Ευρώ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος (κύριος ή πρόσθετος) για έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος μόνο ο τελευταίος πρόσθετος λόγος κατά τα προαναφερόμενα και να απορριφθούν κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. Ακόμη πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ. και 22 του Ν.3693/1957, όπως ισχύει σήμερα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται εν μέρει την από 11 Ιουνίου 2010 αίτηση με τους επ' αυτής από 25 Νοεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους της Ε. Μ. συζύγου Π. Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 128/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης. Συμπληρώνει την ως άνω απόφαση με την ακόλουθη διάταξη: Μετατρέπει την ως άνω συνολική ποινή φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών σε χρηματική προς τέσσερα Ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40) για καθεμία ημέρα φυλάκισης. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης με τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση. Κακουργηματική πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση. Ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση και νόθευση. Υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο κατ’ εξακολούθηση. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Καταδικαστική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης: α) έλλειψη αιτιολογίας, β) εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, γ) απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δ) παράλειψη διάταξης για τη μετατροπή. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης (προσδιορισμός ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Όχι αντίφαση στην αιτιολογία. Πραγματική συρροή νόθευσης-υπεξαγωγής εγγράφων και απάτης και απαράδεκτος ο λόγος ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Συμπλήρωση απόφασης ως προς τη μετατροπή της ποινής. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της κατά τα λοιπά.
null
null
0
Αριθμός 9/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οβαδία Ναμία, περί αναιρέσεως της 224/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Α. του Θ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μίγγο. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοινώσεως που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διαδόσεως και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το γεγονός που διαδόθηκε είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο και ειδικότερα όταν αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 224/2010 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ν. Γ. του Ε., ο οποίος ασκεί επί σειρά ετών το επάγγελμα του δημοσιογράφου, παρουσίασε στην Καβάλα, την 28,7,2008, στο ραδιοφωνικό σταθμό "πρωινή" εκπομπή, όπου αναφέρθηκε στην αντιπαράθεση που δημιουργήθηκε προ ολίγων ημερών μεταξύ του κατηγορουμένου Α. Κ. του Γ., αντιδημάρχου διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών και της δημοτικής αστυνομίας του Δήμου Καβάλας και του εγκαλούντος Α. Α. του Θ., οπότε παρενέβη ο τελευταίος "ζωντανά" και εξέθεσε τις απόψεις του επί του θέματος αυτού, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο υπ' αριθ. ... φύλλο της εφημερίδας "ΠΡΩΙΝΗ", που εκδίδεται στην Καβάλα. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 11 του υπ' όψη φύλλου, κάτω από τον τίτλο "Επαγγελματίας της Δημοτικής Αγοράς Καταγγέλλει τον Αντιδήμαρχο", ο ανωτέρω δημοσιογράφος καταχώρισε το παρακάτω κατά λέξη κείμενο: "Πριν από λίγες ημέρες ο επαγγελματίας της δημοτικής αγοράς Α. Α. είχε έντονο φραστικό επεισόδιο με τον αντιδήμαρχο Καβάλας, Τ. Κ., στα πλαίσια συζήτησης που έγινε στη δημοτική αγορά για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα αυτής. Τις τελευταίες ημέρες η ένταση μεταξύ των δύο αντρών επανήλθε με αφορμή ελέγχους που κάνει η δημοτική αστυνομία στο κατάστημα του κ. Α.. Αυτό τουλάχιστον υποστήριξε ο ίδιος μιλώντας χθες το πρωί στο ραδιόφωνο της Πρωινής. Ο Α. Α. θεωρεί ότι μεταξύ του ίδιου και του Τ. Κ. υπάρχει προσωπική διαφωνία και βεντέτα με ευθύνη όμως, όπως ο ίδιος αναφέρει, του Αντιδημάρχου Καβάλας. Όλα τα υπόλοιπα τα αφηγείται ο ίδιος στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ραδιόφωνο της Πρωινής. Η συνέντευξη: Ερ. Τι έχετε να μας πείτε κ. Α.; Απ. Έχει έρθει η δημοτική αστυνομία στο κατάστημα μου, φυσικά κατόπιν εντολής του πολιτικού προϊσταμένου της. Και αυτό, γιατί πριν από 15 ημέρες περίπου κάναμε στον κ. Κ. παρατήρηση για το ότι δεν βάζει σ' εφαρμογή τον κανονισμό, κάτι που έχει συζητηθεί και από το δημοτικό συμβούλιο, αλλά έχει εγκριθεί και από την Περιφέρεια. Η απάντηση που έδωσε ο κ. Κ. ήταν ότι δεν υπάρχει το απαραίτητο προσωπικό για κάτι τέτοιο, αφού από τους 55 συνολικά δημοτικούς αστυνομικούς μόνο οι 15 από αυτούς είναι διαθέσιμοι. Η συνέχεια ήταν να υπάρξει διαπληκτισμός ανάμεσα μας και ο κ. Κ. αποχώρησε λέγοντας "θα σας φτιάξω". Την περασμένη Παρασκευή στέλνει τη δημοτική αστυνομία να μου κάνει ειδικό έλεγχο στην επιχείρηση μου, μόνο στην Επιχείρηση. Κατά τον έλεγχο αυτό αρχίζουν να μου ζητούν άδεια πεζοδρομίου και άδεια μουσικών οργάνων (σε επιχείρηση καφενείου). Όπως μπορεί να καταλάβει ο καθένας όλα αυτά είναι καθοδηγημένα. Σήμερα ήρθε η δημοτική αστυνομία στη δημοτική αγορά και ασχολήθηκε με το χώρο στον οποίο σταθμεύουν οι καταστηματάρχες τα επαγγελματικά τους αυτοκίνητα. Μας είχαν παλαιότερα δώσει κάρτες ώστε κάθε επιχείρηση να μπορεί να παρκάρει στο χώρο αυτό ένα αυτοκίνητο - είτε επαγγελματικό είτε μη επαγγελματικό. Προσωπικά δεν χρειάζομαι επαγγελματικό αυτοκίνητο γιατί τα είδη για την επιχείρηση μου τα μεταφέρω με το IX μου. Ήρθε λοιπόν ένας προϊστάμενος της δημοτικής αστυνομίας και μου είπε να πάρω το αμάξι από το χώρο, γιατί αλλιώς θα μου έπαιρνε τις πινακίδες. Ερ. Έχει προσωπικά μαζί σας ο κ. Κ.; Απ. Βεβαίως και έχει. Παρουσία 15 ανθρώπων μου είπε χαρακτηριστικά "θα σε φτιάξω εγώ" Και προσπαθεί τώρα να με φτιάξει. Ερ. Έχετε προηγούμενα με τον κ. Κ.; Απ. Τα μόνα προηγούμενα που έχουμε με τον κ,. Κ. είναι ότι δεν βάζει σε εφαρμογή τον κανονισμό λειτουργίας της δημοτικής αγοράς. Ερ. Πιστεύεται ότι ο Αντιδήμαρχος Καβάλας στρέφεται προσωπικά εναντίον σας; Απ. Ναι, στρέφεται προσωπικά εναντίον μου. Παλαιότερα η αστυνομία ερχόταν σε τακτικά διαστήματα και έκανε ελέγχους για τις προβλεπόμενες άδειες. Ο έλεγχος όμως αυτός γινόταν σε όλα τα μαγαζιά της δημοτικής αγοράς. Είναι όμως δυνατό να έρθει η δημοτική αστυνομία και να κάνει έλεγχο σε ένα μόνο μαγαζί; Ερ. Είχατε φραστικό επεισόδιο με τον αντιδήμαρχο πριν από μερικές μέρες; Απ. Βεβαίως, τότε ήταν που ο Κ. με απείλησε" Κάτω από το δημοσίευμα αυτό καταχωρήθηκε η απάντηση του κατηγορουμένου, στον οποίο απευθύνθηκε τηλεφωνικώς ο ανωτέρω δημοσιογράφος, αμέσως μετά το τέλος της προαναφερθείσας ραδιοφωνικής εκπομπής, όπως επιβαλλόταν εξάλλου δεοντολογικά για να μη θεωρηθεί ότι ο ίδιος παρουσίασε τις απόψεις μόνο της μίας πλευράς, χωρίς να κρατήσει τη δέουσα απόσταση απ' αυτές και χωρίς να παρουσιάσει γεγονότα που τις διαψεύδουν, με αποτέλεσμα να φανεί ότι τις υιοθετεί. Συγκεκριμένα η απάντηση του δευτέρου κατηγορουμένου καταχωρήθηκε κατά λέξη ως εξής: "Αμέσως μετά τη συνέντευξη με τον κ. Α. απευθυνθήκαμε στον κ. Κ., αρμόδιο αντιδήμαρχο. Ο κ. Κ. απέρριψε τις καταγγελίες του Α. Α. και δήλωσε ότι οι έλεγχοι γίνονται σε όλους στη δημοτική αγορά και όχι ειδικά σε κάποια καταστήματα. Άφησε όμως να εννοηθεί ότι ο κ. Α.ς οφείλει αρκετά χρήματα στη δημοτική αγορά, χρήματα που παρά το ότι έχει κληθεί να τα πληρώσει δεν το έχει κάνει όμως μέχρι στιγμής". Τα όσα όμως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος αναφορικά με την οικονομική φερεγγυότητα του εγκαλούντος και την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων του προς τη Δημοτική Αγορά τυγχάνουν αναληθή, ενόψει της ανυπαρξίας οποιασδήποτε οφειλής του όχι μόνο προς τη Δημοτική αγορά, αλλά και προς οποιονδήποτε τρίτο, την αναλήθεια δε αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, προεχόντως λόγω της ιδιότητας του ως Αντιδήμαρχος των διοικητικών και οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Καβάλας και προϊσταμένου της δημοτικής αστυνομίας Καβάλας, εν γνώσει δε αυτής της αναλήθειας, ψευδώς ανέφερε τα ανωτέρω εις βάρος του εγκαλούντα, μισθωτή επί δέκα και πλέον έτη του κυλικείου της δημοτικής αγοράς, ουδέποτε καταστάντος υπερήμερου περί την καταβολή των μισθωμάτων, αλλά και οποιουδήποτε χρέους του προς τρίτους, προμηθευτές κλπ., δραστήριου και ενεργού ατόμου για την προώθηση και επίλυση των ζητημάτων λειτουργίας της δημοτικής αγοράς Καβάλας προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του ως ατόμου και επαγγελματία, γεγονός το οποίο σκόπευε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Ειδικότερα, τα παραπάνω ισχυρισθέντα από τον κατηγορούμενο προς δημοσίευση πραγματικά περιστατικά περί εμμονής του εγκαλούντα στη μη εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων εμπεριέχουν ονειδισμό και αμφισβήτηση της εντιμότητας του, υπονόμευση του προσώπου του, μείωση της προσωπικότητάς του στο επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον του, αφού εύλογα ανέκυψαν ερωτηματικά εις βάρος του ως προς την οικονομική του αξιοπιστία και την έντιμη άσκηση των δραστηριοτήτων του ως εμπόρου. Εξάλλου, η δήλωση του κατηγορουμένου, που δημοσιεύτηκε στο από 31.7.2008 φύλλο της ίδιας εφημερίδας και έχει κατά λέξη ως εξής: "Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για τη φιλοξενία σας. Σέβομαι αδιαλείπτως όλα τα δικαιώματα σας ως προς τον τρόπο, την κρίση και την επιλογή σας να χειριστείτε θέματα όπως και αυτό. Μία καταγγελία κατάπτυστη, εξυβριστική, όχι επί του προσωπικού, αλλά αγγίζει υπηρεσίες και πρόσωπα και έχει να κάνει με τη λειτουργία αυτών. Τα αντιπαρέρχομαι προκειμένου να ζητήσω την ήδη προσωπική σας άποψη δημοσιογραφική και προσωπική ως προς την υποτιθέμενη απάντηση που ζητήσατε από εμένα. Είναι λοιπόν σίγουρο ότι ουδέποτε έδωσα συνέντευξη, σχόλιο και μάλιστα δημόσια επί του ως άνω θέματος. Παραμένω λοιπόν ότι με οποιοδήποτε τρόπο μπορεί να είναι εκτίμηση και δημοσιογραφική εκτίμηση. Σας υπενθυμίζω μέσω του θέματος που ανέκυψε για κάποιους, ότι τα πολιτικά και θεσμικά πρόσωπα λειτουργούν πάντα στις διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος, όπως αντίστοιχα και οι υπηρεσίες. Αν κάποιος πολίτις θα ήθελε ειδική μεταχείριση, πέραν της νόμιμης και αν νομίζει ότι θίγεται και αδικείται δεν έχει παρά να κάνει χρήση του δικαιώματος που του δίνει ο νόμος", δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κίνηση του κατηγορουμένου, εμπεριέχουσα επανόρθωση του θιγόμενου εγκαλούντα, ενόψει της πλήρους άρνησης του κατηγορουμένου της ανακοίνωσης εκ μέρους του προς δημοσίευση των προδιαληφθέντων συκοφαντικών ισχυρισμών. Στοιχειοθετούνται επομένως τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξης, σύμφωνα με το διατακτικό". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο σκεπτικό της περιέχονται ασάφειες και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, αναφορικά με την ορθή ή μη εφαρμογή. Ειδικότερα, η παραδοχή του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος "άφησε να εννοηθεί ότι ο κ. Α. οφείλει αρκετά χρήματα στη δημοτική αγορά, χρήματα που παρά το ότι έχει κληθεί να τα πληρώσει δεν το έχει κάνει όμως μέχρι στιγμής" δεν περιέχει αιτιολογία της διαπιστώσεως του αναγκαίου για τη συγκρότηση της εννοίας του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως στοιχείου του ισχυρισμού ή της διαδόσεως γεγονότων, όπως τα στοιχεία αυτά αναλύθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη, αφού δεν περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων "άφησε να εννοηθεί ότι ο Α. οφείλει χρήματα", η εκτίμηση δε "άφησε να εννοηθεί" διατυπώθηκε από τον δημοσιογράφο, χωρίς ο τελευταίος να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ή διέδωσε τα ανωτέρω εις βάρος του Α.. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 224/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου της ουσίας παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος «άφησε να εννοηθεί ότι ο «Χ» οφείλει χρήματα κλπ, δεν αποτελεί αιτιολογία της διαπιστώσεως του αναγκαίου για τη συγκρότηση της έννοιας του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως στοιχείου του «ισχυρισμού» ή της «διαδόσεως» γεγονότων. Αναιρείται η απόφαση και παραπέμπεται στο ίδιο Δικαστήριο, που 0α συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
null
null
0
Αριθμός 11/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1141/2010 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κατηγορούμενους τους: 1. N. S. του M. και 2. Δ. Μ. του Ε., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Δ. χήρα Χ. Γ., 2. Δ. Γ. του Χ. και 3. Π. Γ. του Χ., που δεν παραστάθηκαν. Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση-συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8-10-2010 αίτησή του, κατόπιν των υπ' αριθμ. 97/8-7-2010 και 141/29-9-2010 Πράξεις του Προεδρεύοντος του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου καθώς και της Προεδρεύουσας του ιδίου Τμήματος, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 973/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι από 28.7.2010 και 8.10.2010 αιτήσεις του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για διόρθωση της 1141/2010 ποινικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, είναι νόμιμη κατ' άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ερευνητέες, (δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες N. S. του M. και Δ. Μ. του Ε. και οι αντίκλητοί τους δικηγόροι Γεώργιος Δημήτραινας και Θεόδωρος Ζευκιλής αντιστοίχως, καθώς και οι πολιτικώς ενάγουσες Δ. χήρα Χ. Γ., Δ. Γ. του Χ. και Π. Γ. του Χ. κλητεύθηκαν για να παραστούν κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα από 19.10.2010 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων ..., το από 14 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων ..., το από 5 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων ..., το από 20 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίων ..., το από 22 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων ..., 20 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., το από 16 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., τα από 21 Οκτωβρίου 2010 τρία αποδεικτικά επιδόσεως του δημοτικού αστυνομικού ... και τα από 21 Οκτωβρίου 2010 τρία αποδεικτικά επιδόσεως του δημοτικού αστυνομικού ...) και όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επί των από 23.2.2009 και 3.3.2009 αιτήσεων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων N. S. του M. και Δ. Μ. του Ε. αντιστοίχως για αναίρεση της 4367/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (για πλημμελήματα), εκδόθηκε η 1141/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία απορρίφθηκε οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως αυτών. Όμως στο ιστορικό της παραπάνω αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρεται από παραδρομή το όνομα του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου Δ. Μ. ως "Ευστάθιος Ζευκιλής" αντί του ορθού "Θεόδωρος Ζευκιλής" και στο διατακτικό από παραδρομή δεν αναγράφεται μεταξύ των παραγράφων "Συνεκδικάζει την από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση ..." και "Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ..." η διάταξη "Απορρίπτει αυτές". Επομένως, συντρέχει κατά νόμο περίπτωση διορθώσεως των λαθών αυτών στο ιστορικό και διατακτικό της προαναφερόμενης αποφάσεως, δεδομένου ότι από τη διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο και οι σχετικές αιτήσεις πρέπει να γίνουν κατ' ουσίαν δεκτές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διορθώνει το ιστορικό της 1141/2010 ποινικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ως προς το όνομα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Δ. Μ. από το εσφαλμένο "Ευστάθιο Ζευκιλή" στο ορθό "Θεόδωρο Ζευκιλή" και το διατακτικό της αυτής αποφάσεως έτσι ώστε μεταξύ των παραγράφων "Συνεκδικάζει την από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση ..." και "Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ..." να τεθεί παράγραφος με τη διάταξη "Απορρίπτει αυτές". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διόρθωση αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 145 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Δεκτή η αίτηση. Διορθώνει.
null
null
0
Αριθμός 12/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.102/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ι. Π. του Σ. και 2)Κ. Π. του Γ. και με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Λ.-Κ., .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 748/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, με αριθμό 362/25-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 6/9-4-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Παγορόπουλο, σύμφωνα με την από 8-4-2010 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτόν, με αριθμ. 346, που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του με αριθμό 102/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το 739/2009 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για να δικασθεί ως υπαίτιος άμεσης συνέργειας στον συγκατηγορούμενό του Ι. Π., κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων, κατ'εξακολούθηση, από δράστες που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς μετά από έφεση του κατηγορουμένου, απέρριψε αυτή κατ'ουσία και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για την πράξη που κατηγορείται, όπως παρατίθεται αυτή στο διατακτικό του βουλεύματός του, προκειμένου να δικασθεί γι'αυτή. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 17-5-2010 όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του Αρχ/κα Σ. Α/Τ Ν. Μουδανιών Χαλκιδικής και στον πληρεξούσιο δικηγόρο Ι. Παγορόπουλο στις 31-3-2010 ( βλ. αποδεικτικό επίδοσης από τον επιμελητή Εισαγγ. Πρωτοδ. Αθηνών Π. Α. ) και αυτός στις 9-4-2010 εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση ( άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ ) άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του γραμματέα του τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς Νικολάου Σιτζάνη, σύμφωνα με την από 8-4-2010 νομότυπη εξουσιοδότηση του προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του με αριθμ. 102/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Εδώ να σημειωθεί, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επίδοσης, πώς πρώτα επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο ( στις 31.3.2010), και ακολούθως στον κατηγορούμενο ( στις 17.5.2010). Παγίως η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι τυχόν πρωθύστερη επίδοση στον αντίκλητο δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού σκοπός της είναι να λάβει γνώση ο ενδιαφερόμενος ( βλ. ΑΠ 765/2005, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 426, 427/2000). Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως τυγχάνει νομότυπη και εμπρόθεσμη, (άρθρα 474 παρ. 1 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ), και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, πρέπει δε να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική της βασιμότητα. ΙΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ " όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Κατά δε την παρ. 3 αυτού, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον Νόμο 2408/4-6-1996 ( άρθρο 1 παρ. 7α ), αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων ( παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ενώ με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφία κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου έγγραφο - έννοια - (ΑΠ 2/2000 ΟΛΟΜΕΛ.) [κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ], από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση) κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός εκείνο το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Για την θεμελίωση της βαρύτερης μορφής του εγκλήματος, οπότε η πλαστογραφία ή η χρήση πλαστού εγγράφου τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται 1) πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον. 2) το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ανεξάρτητα από την επίτευξη ή όχι του σκοπού αυτού, και 3) κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξης ( βλ. ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο, Π. Χρ. ΝΒ', σελ. 898 ). Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποτροπή της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας ή της χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ ( βλ. ΑΠ 68/2009 -σε Συμβούλιο, ΑΠ 1855/2001 ). Εξ άλλου κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' ΠΚ κατ'επάγγελμα τέλεση πράξης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. ( βλ. Έννοια: ΑΠ 1257/98, ΝοΒ 1999, σελίς 312, Απαξ τέλεση της πράξης: ΑΠ 691/97 [σε Συμβούλιο] ΠΧρ 1998/176, Οργανωμένη δραστηριότητα ΑΠ 158/98 σε Συμβούλιο, Ποιν.Δνη 1998 Σελίς 389. Πρόθεση κερδοσκοπίας ΑΠ 105/96 Π. Χρ.1996, Σελίς 1093. Και ΑΠ 372/2002 σε Συμβούλιο, Ποιν.ΛΟΓΟΣ 2002, Σελίς 291, ΑΠ 692/2000 ΠΧρ ΝΑ', Σελίς 47 ). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρ.46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή άμεσης συνδρομής κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της κυρίας πράξεως, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο ώστε χωρίς την βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού με βεβαιότητα δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί ( βλ. ΑΠ 67/2009 "ΝΟΜΟΣ" ). Απαιτείται αιτιολόγηση τρόπου και μέσων δράσης. ΑΠ 453/1995, ΠΧρ 1995 σελ. 764. Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η κρίση περί της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης ( βλ. ΑΠ 1789/87, ΠΧρ ΛΗ Σελίς 310 ). ΙV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ), χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ'ΚΠΔ ), όταν, α) αναφέρονται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την προδικασία, και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική συγκρότηση του εγκλήματος, β) τα αποδεικτικά στοιχεία των πραγματικών αυτών περιστατικών, γ) οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους όλα ( ΑΠ 854/2006, ΑΠ 1884/2005 ) τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και αναφορά για το ποια περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά [βλ. Α.Π. 1413/2006, ΑΠ 74/2007]. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητας καθενός στον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. ( βλ. ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 Π.Χρ. 2003 Σελίς 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧρ. 2001, Σελίς 244 ). Δεν απαιτείται επίσης να διευκρινίζεται ( για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη η απόφαση ή το βούλευμα ) από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει η κάθε παραδοχή της απόφασης. [ βλ. ΑΠ 1506/2008, Απ 2062/2006, ΑΠ 1413/2006 κλπ. ], αφού τούτο ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων [αναιρετικά ανέλεγκτη]. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση.(βλ. ΑΠ 2253/2002, Π.Χρ. 2003, Σελίς 795 ). Υπέρβαση εξουσίας: α) Θετική υπέρβαση συντρέχει, όταν δεν δίδεται από τον Νόμο τέτοια δικαιοδοσία, ή υφίσταται μεν τοιαύτη δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση. β) αρνητική υπέρβαση υπάρχει όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχεται από τον Νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι όροι κατά νόμον στην συγκεκριμένη περίπτωση [ βλ. ΑΠ 3/2005 ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ, ΑΠ 9/2001, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ]. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχτηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμοδίους υπαλλήλους του ΠΕΚ (Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου) Πειραιώς στην επιχείρηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και εμπορίας ασυρματικών συστημάτων, που εδρεύει. στον Πειραιά (Εθν. Αντιστάσεως 39-41), διαπιστώθηκε ότι στην χρήση 1999 και 2000 η εταιρεία αυτή έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία (Δελτία Αποστολής-Τιμολόγια) που αφορούσαν σε πωλήσεις ανδρικών ενδυμάτων και φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την εγκαλούσα Ε. σύζυγος Ι. Λ., το γένος Ι. Κ., ..., η οποία μέχρι τον Ιούλιο 2005 διατηρούσε με έδρα στο Μαρούσι Αττικής (...) βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων. Ειδικότερα τα πλαστά και εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία ήσαν τα εξής 1) ΔΑΤ 285/17-11-99, αξία 20.281.000 δρχ (59.518 €), ΦΠΑ 3.650.580 δρχ (10.713 €), συνολική αξία 23.931.580 (70.232 €), 2) ΔΑΤ 321/27-1-2000, αξία 5.000.000 δρχ (14.673 €), ΦΠΑ 900.000 δρχ (2.641 €), συνολική αξία 5.900.000 δρχ (17.314 €), 3) ΔΑΤ 340/21-2-2000, αξία 14.250.000 δρχ (41.819 €), ΦΠΑ 2.565.000 δρχ (7.527 €), συνολική αξία 16.815.000 δρχ ( 49.347 €), 4) ΔΑΤ 448/23-6-2000, αξία 9.710.000 δρχ (28.495 €), ΦΠΑ 1.747.800 δρχ ( 5.129 €), συνολική αξία 11.457.800 δρχ (33.625 €), 5) ΔΑΤ 453/26-6-2000, αξία 7.610.000 δρχ (22.333 €), ΦΠΑ 1.369.800 δρχ (4.019 €), συνολική αξία 8.979.800 δρχ (26.353 €), 6) ΔΑΤ 460/28-6-2000, αξία 7.755.000 δρχ ( 22.758 €), ΦΠΑ 1.395.900 δρχ ( 4.096 €), συνολική αξία 9.150.900 δρχ ( 26.855 €), 7) ΔΑΤ 477/17-7-2000, αξία 7.570.000 δρχ ( 22.215 €), ΦΠΑ 1.362.600 δρχ (3.998 €), συνολική αξία 8.932.600 δρχ (26.214 €), 8) ΔΑΤ 485/20-7-2000, αξία 5.687.500 δρχ (16.691€), ΦΠΑ 1.023.750 δρχ (3.004 €), συνολική αξία 6.711.250 δρχ (19.695 €) και 9) ΔΑΤ.491/29-7-2000, αξία 7.590.000 δρχ ( 22.274 €), ΦΠΑ 1.366.200 δρχ (4.009 €}, συνολική αξία 8.956.200 δρχ ( 26.283 €). Συνολική αξία όλων των τιμολογίων χρήσεως 2000 (χωρίς ΦΠΑ} 65.172.500 δρχ (191.261 €), συνολική αξία ΦΠΑ 11.731.050 δρχ (34.427 €) και συνολική αξία όλων των τιμολογίων χρήσης 2000 μετά ΦΠΑ: 76.903.550 δρχ (225.689 €). Το αποτέλεσμα του παραπάνω ελέγχου γνωστοποίησε η προαναφερόμενη Υπηρεσία (ΠΕΚ Πειραιά) στην Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου (Δ.Ο.Υ εκδότη τιμολογίων) με την αποστολή προς αυτήν του υπ' αριθμ. πρωτ. 1895/54-2002 εγγράφου της, στο οποίο μεταξύ των άλλων επισημαίνονταν τα εξής : " Ο έλεγχος χαρακτήρισε τα παρακάτω φορολογικά στοιχεία πλαστά, επειδή δεν συμπεριλαμβάνονται στα θεωρηθέντα από την Υπηρεσία σας (Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου). (Τα ανωτέρω φέρουν διάτρηση " 1135 ΒΑ 11/99" και από την καρτέλα θεώρησης βιβλίων και στοιχείων της Υπηρεσίας σας δεν προκύπτει θεώρηση των πιο πάνω φορολογικών στοιχείων τον Νοέμβριο 11/99, επίσης χαρακτήρισε τις συγκεκριμένες συναλλαγές εικονικές και καταλόγισε στην ελεγχόμενη από εμάς επιχείρηση παραβάσεις για λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων, αξίας 20.281.000 δρχ ( 59.518 €) και 65.172.500 δρχ (191.261 €), αντίστοιχα, στις χρήσεις 1999 και 2000 και επέβαλε πρόστιμα Κ.Β.Σ., καταλόγισε τον παρανόμως εκπεσθέντα ΦΠΑ μετά των νομίμων προσαυξήσεων, καθώς και πρόστιμα Φ.Π.Α " (βλ. σχετικό έγγραφο). Κατόπιν τούτου η ως άνω εγκαλούσα κλήθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2005 από την ΔΟΥ Κηφισιάς (βλ υπ' αριθμ. πρωτ. 28559/2005 έγγραφο της Δ.Ο.Υ Κηφισιάς) να προσκομίσει τα βιβλία και τα στοιχεία καθώς και τα παραστατικά δαπανών της ανωτέρω ατομικής επιχειρήσεως- βιοτεχνίας, των χρήσεων 1998 και μετέπειτα, προκειμένου να γίνει φορολογικός έλεγχος. Από τον έλεγχο που έγινε (βλ. από 21-12-2005 έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ Κηφισιάς) προέκυψε ότι η έκδοση των προαναφερομένων ΔΑ-ΤΟ προς την "Mediterranian Quark Hellas A.E." δεν ήταν δυνατή, διότι α) η επιχείρηση της εγκαλούσης κατασκευάζει μόνον γυναικεία ενδύματα και δεν είχε την υποδομή (μηχανήματα, εξειδικευμένο προσωπικό, αγορά πρώτων υλών) για την κατασκευή τόσο μεγάλων ποσοτήτων ανδρικών ενδυμάτων (παντελονιών υποκαμίσων, μπουφάν κλπ), β) η ανωτέρω επιχείρηση διαθέτει ένα φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... και ωφέλιμο φορτίο 1090 τόνων διαμορφωμένο κατάλληλα με ράγες για να μεταφέρει τα ρούχα με τις κρεμάστρες. Ήταν αδύνατο όμως να μεταφερθούν με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο όλα τα ρούχα, που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 285/17-11-99 τιμολόγιο -ΔΑ δηλ. 3060 τεμάχια (είδη), λόγω μικρής χωρητικότητας, γ) σύμφωνα με το από 1-11-2005 έγγραφο της Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου ( αριθμ. πρωτ. 29485/1-11-205 Δ.Ο.Υ Κηφισίας) η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν είχε θεωρήσει στο Τμήμα Κ.Β.Σ τα τιμολόγια, που αναφέρονται στο ανωτέρω δελτίο πληροφοριών. Ακολούθως για τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν επιβλήθηκε από την παραπάνω Υπηρεσία (Π.Ε.Κ) πρόστιμο στην εγκαλούσα, η οποία στη συνέχεια υπέβαλε την από 25-10-2005 έγκληση της κατά παντός υπευθύνου της "Mediterranian Quark Hellas A.E.". Η εγκαλούσα διατείνεται ότι ουδέποτε εξέδωσε τα προαναφερόμενα τιμολόγια - ΔΑ, αφού ουδέποτε επωλήθησαν τα αναφερόμενα σ' αυτά (ΔΑΤ) εμπορεύματα από την ίδια ή οποιονδήποτε συνεργάτη της προς την ανωτέρω εταιρεία, ούτε υπεγράφησαν απ' αυτήν (τα Δελτία Αποστολής -Τιμολόγια Πωλήσεως). Επίσης ήταν πλαστές οι από 24-7-2000 και υπ' αριθμ 65/6-5-2000 αποδείξεις πληρωμής προς εξόφληση δήθεν της αξίας των φερομένων ως πωληθέντων απ' αυτήν εμπορευμάτων με τα προαναφερθέντα ΔΑ-ΤΠ, ποσού εκ δρχ 24.600.050 (72.193 €) αντιστοίχως, αφού δεν εκδόθηκαν από την ίδια (εγκαλούσα) ή κάποιον άλλον, κατ' εντολή της. Με την έκδοση των προαναφερθέντων εγγράφων η εγκαλούσα κατά τις εκτιμήσεις της ζημιώθηκε, κατά το ποσό των 11.731.050 δρχ (34.427 €), το οποίο αντιστοιχούσε στον δήθεν εισπραχθέντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) που έπρεπε να αποδώσει στο Δημόσιο, ενώ συγχρόνως θεωρήθηκε φοροφυγάς, αφού φερόταν ότι έχει αποκρύψει τις ανωτέρω δήθεν πωλήσεις, που δεν είχε καταχωρήσει στα βιβλία της. Για τον ίδιο λόγο της επιβλήθηκε το προβλεπόμενο για τις ως άνω φορολογικές παραβάσεις πρόστιμο. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Λ., σύζυγο της εγκαλούσης, εργαζόμενο στην επιχείρηση της τελευταίας και Σ. Χ., λογιστή της επιχειρήσεως, οι οποίοι εκθέτουν ότι η εν λόγω επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία γυναικείων ενδυμάτων ήταν μικρή αλλά εύρωστη και συνεπής στις υποχρεώσεις της και δη στις φορολογικές, για τις οποίες μάλιστα είχαν γίνει σχετικές ρυθμίσεις και είχε κλείσει ο έλεγχος μέχρι και το έτος 2001, ότι η σφραγίδα της επιχειρήσεως που υπήρχε στα επίμαχα Δ.Α-Τ.Π. δεν ήταν η γνήσια, αφού η εγκαλούσα χρησιμοποιούσε σφραγίδα στην οποία αναγράφεται: "Βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων" ενώ σ' αυτήν των επίμαχων Δ.Α.-Τ.Π αναγράφεται: "Βιοτεχνία ενδυμάτων", όπως επίσης ο αριθμός τηλεφώνου που αναγραφόταν στην πλαστή σφραγίδα δεν ήταν ο αυτός με τον αριθμό που χρησιμοποιεί η εν λόγω επιχείρηση, μόνον δε η διεύθυνση και ο Α.Φ.Μ συνέπιπταν με τα πραγματικά στοιχεία της επιχειρήσεως, ο δε γραφικός χαρακτήρας των επίμαχων τιμολογίων ήταν άγνωστος, ενώ ουδέποτε υπήρξε εμπορική συναλλαγή μεταξύ της "Mediterranian Quark Hellas A.E." και της επιχειρήσεως της εγκαλούσης, αφού η τελευταία κατασκευάζει μόνον γυναικεία ενδύματα, ενώ δεν έχει την υποδομή για παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων ανδρικών ενδυμάτων, όπως τέτοια μεγάλη ποσότητα αναφέρεται στο υπ' αριθμ 285/17-11-99 Δ.Α-Τ.Π δηλ. 3060 τεμάχια, το δε ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, που διέθετε για τις ανάγκες της είναι μικρό. Ότι ο γραφικός χαρακτήρας των επίμαχων τιμολογίων είναι όμοιος με αυτόν και άλλων πλαστών-εικονικών τιμολογίων την ύπαρξη των οποίων διεπίστωσε ο φορολογικός έλεγχος στα στοιχεία της "Mediterranian Quark Hellas A.E". Πράγματι, όπως προκύπτει από την από 27-4-2006• μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου του ΠΕΚ Πειραιά κατά των υπευθύνων της "Mediterranian Quark Hellas A.E." κατά τον φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε η ύπαρξη, πλην του επίμαχου υπ αριθμ. 285/17-11-99 ΔΑ-ΤΠ, κι άλλων (14) πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων άλλης εκδότριας εταιρείας, τα οποία είχε ζητήσει, λάβει και καταχωρήσει η παραπάνω εταιρεία, στα τηρούμενα βιβλία της για τη διαχειριστική περίοδο του έτους 1999. Την πλαστότητα και εικονικότητα των προαναφερθέντων τιμολογίων επιβεβαιώνουν στις καταθέσεις τους και οι Γ. Τ. και Ε. Λ., εφοριακοί, υπάλληλοι του ΠΕΚ Πειραιά, οι οποίοι διενήργησαν τακτικό φορολογικό έλεγχο στην "Mediterranian Quart Hellas A.E." ο μεν Γ. Τ. για την χρήση 2000 και η δε Λ. για την χρήση 1999. Από τον έλεγχο διαπίστωσαν πράγματι την ύπαρξη των επίμαχων ΔΑ-ΤΠ, τα οποία, όπως αναφέρουν στις καταθέσεις τους είναι πλαστά και εικονικά αφού αφορούν σε ανύπαρκτες συναλλαγές και δεν έχουν θεωρηθεί και διατρηθεί νόμιμα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου: Με την καταχώρηση αυτών (πλαστών-εικονικών ΔΑ-ΤΠ) στα βιβλία της εταιρείας (ημερολόγιο Ταμείου, ημερολόγια διαφόρων πράξεων) από τους εκπροσώπους της "Μediterranian Quark Hellas A.E." οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να τα υποβάλουν έως τις 20 του επόμενου μηνός από την έκδοση εκάστου, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Πειραιώς πέτυχαν να εκπέσουν από τα ακαθάριστα έσοδα της λήπτριας των ως άνω πλαστών ΔΑ-ΤΠ τιμολογίων ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή της "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." τα ποσά του ΦΠΑ που αναγράφονταν σ' αυτά (ΔΑ-ΤΠ) δηλαδή 3.650.080 δρχ (10.711€) που αντιστοιχούσε στο ΦΠΑ του τιμολογίου της χρήσεως 1999 και 11.731.050 δρχ. ( 34.427€) που αντιστοιχούσε στο ΦΠΑ των τιμολογίων ( συνολικά) της χρήσεως 2000, ήτοι σύνολο 15.381.630 δρχ.( 45.140€), καθώς επίσης να αποφύγουν την καταβολή του φόρου εισοδήματος ίσου με το 40% της καθαρής αξίας των άνω ΔΑ-ΤΠ. ήτοι συνολικά 34.181.400 δρχ (100.312€). Για τις παραπάνω φορολογικές παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ) επιβλήθηκαν πρόστιμα σε βάρος της ''Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." καθώς έγιναν και καταλογισμοί Φ.Π.Α., ενώ υποβλήθηκε η από 27-4-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου του ΠΕΚ Πειραιά εις βάρος της "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." για το πλαστό - εικονικό τιμολόγιο, χρήσεως 1999, ενώ γι' αυτά (ΔΑ-ΤΑ) χρήσεως 2000 δεν υποβλήθηκε αντίστοιχη μήνυση, μετά την επέλευση συμβιβασμού μεταξύ της άνω εταιρείας και του ΠΕΚ. Κατά την επίμαχη χρονική περίοδο 1999-2000 νόμιμοι εκπρόσωποι της "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε.", ήσαν ο κατηγορούμενος Ι. Π. με την ιδιότητα του εντεταλμένου συμβούλου και η Α. Δ. με την ιδιότητα της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου ( βλ. από 13-10-1999 και 15-10-1999 ανακοινώσεις και καταχωρήσεις στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στοιχείων της "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." (ΦΕΚ 8514/Τεύχος Α.Ε./25-10-1999 και ΦΕΚ 8515/Τεύχος Α.Ε./25-10-1999). Η διοίκηση όμως και διαχείριση της άνω εταιρείας στην πραγματικότητα ανήκε στον κατηγορούμενο Ι. Π., ενώ ουδέποτε η ανωτέρω Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος άσκησε διαχειριστικά καθήκοντα, αφού ο ρόλος της ήταν καθαρά τυπικός, όπως αναφέρουν όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες στις καταθέσεις τους αλλά και οι συγκατηγορούμενοί της υποστηρίζουν στις απολογίες τους. Ακόμη δε και την τυπική εξουσία που είχε η ανωτέρω παραχώρησε στον κατηγορούμενο Ι. Π., πεθερό της, με την ανακοίνωση της 13-10-1999 του Δ.Σ. προς το Εθνικό Τυπογραφείο, καταχωρήσεως στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών στοιχείων της "Mediterranian Quark Hellas A.E." σύμφωνα με την οποία για το υπόλοιπο της θητείας του Δ.Σ., ήτοι μέχρι την 30-6-2002, αυτός με ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα θα εκπροσωπούσε και θα δέσμευε την εταιρεία μόνο με την υπογραφή του εκδίδοντας και οπισθογραφώντας επιταγές στο λογαριασμό καταθέσεων όψεως, που είχαν ανοιχθεί ή θα ανοίγονταν σε τράπεζες, καθώς και όσα ορίζονταν στο από 27-7-99 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, ενώ του ανατέθηκε η εντολή και πληρεξουσιότητα να συμμετέχει για λογαριασμό της εταιρείας σε παντός είδους διαγωνισμούς, προκηρύξεις κλπ. Στενοί και άμεσοι συνεργάτες του ως άνω κατηγορουμένου ήσαν οι κατηγορούμενοι Κ. Π. και ο εκκαλών Α. Μ.. Ο Π., ο οποίος δεν εμφανιζόταν στα επίσημα βιβλία της εταιρείας, ενεργούσε ως μεσάζων στις διάφορες συναλλαγές, αναλαμβάνοντας με προμήθεια την διεκπεραίωση προμηθειών ενδυμάτων για λογαριασμό της "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." μετά δε την εκτέλεση της παραγγελίας παρέδιδε τα εμπορεύματα, συνοδεύοντας αυτά με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής-τιμολόγια, τα οποία ελέγχονταν από τον Ι. Π. και στην συνέχεια παραδίδονταν στον εκκαλούντα Α. Μ., ο οποίος με την ιδιότητα του διευθυντή προσωπικού στην εταιρεία και ως υπεύθυνος ελέγχου των προσφορών και παραγγελιών της εταιρείας, αφού τα ήλεγχε κι αυτός, τα παρέδιδε στη συνέχεια ιδιοχείρως στην υπεύθυνη του λογιστηρίου Ε. Α. για καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας. Ο Π. πληρωνόταν την αξία των εκδιδομένων τιμολογίων των προμηθευτών της εταιρείας από το Tαμείo ''Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." με μετρητά ή με επιταγές. Την ενεργό συμμετοχή στην εταιρεία, των κατηγορουμένων Π. και Μ. επιβεβαιώνει και ο συγκατηγορούμενός του Ι. Π., ο οποίος αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι τη διαδικασία συναλλαγής για τα εμπορεύματα των επιδίκων, τιμολογίων πραγματοποιούσε ο Π., ενώ την παραγγελία των εμπορευμάτων έκανε ο ίδιος με την υπόδειξη των υπαλλήλων Μ. (εκκαλούντος) και Λ., και ότι ουδέποτε υπέγραψε αυτός (Ι. Π.) τα επίμαχα τιμολογιακά οποία έφερνε υπογεγραμμένα ο Π. και αφορούσαν πράγματι σε ρούχα αγορασθέντα από την εταιρεία. Στην πραγματικότητα όμως η συναλλαγή μεταξύ της εταιρείας "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." και της επιχειρήσεως της μηνύτριας Ε. Λ. ήταν ανύπαρκτη όπως παραδέχεται ο Π. στην απολογία του διαψεύδοντας στο σημείο αυτό το συγκατηγορούμενο του Ι. Π., ο οποίος είναι Θείος του, αφού διατείνεται ότι ο τελευταίος γνώριζε την εικονικότητα των επίμαχων δελτίων αποστολής -τιμολογίων, καθόσον του είχε αναφέρει ότι τα τιμολόγια του τα είχε δώσει η επιχείρηση Λ. με την οποία είχαν συνεργασία με την εντολή να τα συμπληρώνει κατά βούληση. Από τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε κατά τη διεξαγωγή της κυρίας ανακρίσεως προέκυψε ότι ο Π. ήταν αυτός, ο οποίος προέβη στη σύνταξη και την υπογραφή των επίμαχων πλαστών φορολογικών στοιχείων, προφανώς εν γνώσει του συγκατηγορουμένου του Ι. Π.υ. Πράγματι σύμφωνα με το πόρισμα της προαναφερόμενης πραγματογνωμοσύνης, την οποία διενήργησε νομίμως κατόπιν διορισμού του από τον ΣΤ' Ανακριτή, ο δικαστικός γραφολόγος Ν. Κ. το αποτύπωμα της σφραγίδας επί των επίμαχων δελτίων αποστολής - τιμολογίων, χρήσεως 1999 και 2000 διαφέρει σ' όλα τα χαρακτηριστικά του από τις γνήσιες σφραγίδες που χρησιμοποιεί η Ε. Λ. στην εταιρεία της. Η γραφή επί των δελτίων αυτών εμφανίζεται όμοια σε κάποια χαρακτηριστικά της, αλλά εμφανίζει ουσιαστικές διαφορές στην εμφάνιση και στην δομή, έτσι ώστε εμφαίνεται ότι η υπό έλεγχο γραφή δεν έχει χαραχθεί από την Ε. Λ., ούτε από την Α. Δ., ούτε από τον Ι. Π., αλλά από τον Κ. Π... Ως προς το με ημερομηνία 24-7-2000 δελτίο αποδείξεως πληρωμής, το αποτύπωμα της σφραγίδος επ' αυτού διαφέρει σ' όλα τα χαρακτηριστικά του από τις γνήσιες σφραγίδες που χρησιμοποιεί η Ε. Λ. στην εταιρεία της, η δε γραφή επί του δελτίου αυτού εμφανίζεται όμοια σε κάποια χαρακτηριστικά της, αλλά εμφανίζει ουσιαστικές διαφορές στην εμφάνιση και στην δομή, έτσι ώστε να συμπεραίνεται ότι η υπό έλεγχο γραφή έχει χαραχθεί από τον Κ. Π... Η υπογραφή " ο λαβών" στο δελτίο αυτό δεν αποτελεί γνησία υπογραφή της Ε. Λ., αλλά με πιθανότητα που εγγίζει τη βεβαιότητα αποτελεί υπογραφή χαραγμένη από άλλο πρόσωπο με προσπάθεια ζωγραφικής απομίμησης των γνησίων υπογραφών της Ε. Λ., έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να διακριβωθεί αν η εν λόγω υπογραφή έχει χαραχθεί δια χειρός Ι. Π., Α. Δ. ή Κ. Π.. Ως προς το με ημερομηνία 6-7-2000 δελτίο αποδείξεως πληρωμής, η γραφή επί του δελτίου αυτού εμφανίζεται όμοια σε κάποια χαρακτηριστικά της, αλλά εμφανίζει ουσιαστικές διαφορές στην εμφάνιση και στην δομή, έτσι ώστε να συμπεραίνεται ότι η εν λόγω γραφή δεν έχει χαραχθεί από την Ε. Λ. , ούτε από την Α. Δ., ούτε από τον Ι. Π. ούτε από τον Κ. Π., ενώ για τη γνησιότητα της υπογραφής δεν μπορεί να διερευνηθεί με επιστημονικά έγκυρο τρόπο η απόδοση αυτής από πλευράς χειρός χαράξεως. Γνώση για την πλαστότητα των επίμαχων δελτίων αποστολής - τιμολογίων είχε και ο εκκαλών κατηγορούμενος Α. Μ.ς, που ως εκ της ιδιότητος του ήτοι υπεύθυνος για τον έλεγχο των παραγγελιών και των τιμολογίων, παραδίδοντας αυτά στην συνέχεια στο λογιστήριο και δίνοντας την παραγγελία προς καταχώρηση τους στα τηρούμενα βιβλία της εταιρείας, η οποία (καταχώρηση) γινόταν από την Ε. Α. που είχε την ευθύνη της τηρήσεως των λογιστικών βιβλίων, ως λογίστρια και προϊστάμενη του λογιστηρίου της εταιρείας, τούτο δε επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Α. Κ., λογιστής της "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε.", ο οποίος καταθέτει ότι η καταχώριση των τιμολογίων της εταιρείας γινόταν μετά από έλεγχο του κατηγορουμένου Ι. Π.υ και του εκκαλούντος Α. Μ. και ότι ο τελευταίος ήταν εκείνος που συνήθως παρέδιδε τα τιμολόγια με την εξοφλητική τους απόδειξη στο λογιστήριο για καταχώριση στα οικεία βιβλία της εταιρείας. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά η συμπεριφορά των κατηγορουμένων Ι. Π. και Κ. Π. στοιχειοθετεί αντικειμενικά και υποκειμενικά, όπως έκρινε και το εκκαλούμενο βούλευμα, την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη, αφού, συμφωνούμε με όσα εκτέθηκαν στη οικεία μείζονα σκέψη, η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων κατέτεινε όχι μόνον στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη βλάβη τρίτου (της εγκαλούσης) εκτός από τη μείωση ή αποφυγή της φορολογικής επιβαρύνσεως των ιδίων και της εταιρείας "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε.", δεδομένου ότι αυτοί προέβησαν στην κατάρτιση των προαναφερθέντων δελτίων αποστολής - τιμολογίων και στην συνέχεια έκανε χρήση αυτών ο κατηγορούμενος Ι. Π. με την καταχώρηση τους στα τηρούμενα βιβλία της ως άνω εταιρείας, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά ότι αυτά ήσαν γνήσια, κι έτσι αφενός μεν να πετύχουν την φοροδιαφυγή της "Mediterranian Quark Hellas Α.Ε." ωφελούμενοι από την έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, των αναγραφομένων σ' αυτά (ΔΑ-Τ) ποσών και επιπλέον να διαφύγουν την καταβολή φόρου εισοδήματος, ίσου με το 40% της καθαρής αξίας των άνω τιμολογίων, δηλαδή συνολικά το ποσό των 34.185,550 δρχ (100.333 €). Η ενέργειά τους δε αυτή κατέτεινε και στη βλάβη της εγκαλούσης Ε. Λ., η οποία συνίστατο στα ποσά: α) των προστίμων για μη απόδοση Φ.Π.Α και μη δήλωση εισοδήματος που θα της επέβαλαν ως υπόχρεης οι αρμόδιες φορολογικές αρχές μετά την ολοκλήρωση του εις βάρος της τακτικού ελέγχου εισοδήματος και Φ.Π.Α. ετών 1999 και 2000, τα οποία δυνάμει των υπ' αριθμ. 348 και 349/22.12.2005 αποφάσεων του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου προσδιορίζονται σε 40.562.000 δραχμές ή 119,037,40 ευρώ 130.345.000 δραχμές ή 382.523,84 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά σε 501.561, 26 ευρώ). Για τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Α. Μ., με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε χρήση πλαστών εγγράφων, κατ'εξακολούθηση, από δράστες που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000€, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής σε βάρος του κατηγορίας, αφού αυτός, όπως προεκτέθηκε, με την ως άνω ιδιότητά του, παρέσχε την άμεση συνδρομή του• στους συγκατηγορούμενούς του Ι. Π. και Κ. Π., κατά την διάπραξη της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως και δη, προώθησε και παρέδωσε ιδιοχείρως, με παραγγελία προς άμεση καταχώρηση στα τηρούμενα βιβλία της εταιρείας τα προαναφερθέντα πλαστά - εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής εν γνώσει της πλαστότητας και εικονικότητας αυτών. Περαιτέρω δε προκύπτει ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών είναι δράστες που μετέρχονται κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια πλαστογραφίες ή χρησιμοποιούν πλαστά έγγραφα, αφού διέπρατταν επανειλημμένα όμοια εγκλήματα και έχουν διαμορφώσει για τον λόγο αυτό την ανάλογη υποδομή προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος, ενώ έχουν σταθερή ροπή προς διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, το δε συνολικό όφελος και αντίστοιχα η συνολική ζημία που απειλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€. Ορθώς, επομένως το εκκαλούμενο βούλευμα, στο οποίο επιτρεπτά αναφερόμαστε κατά τα λοιπά προς αποφυγή επαναλήψεων (βλ. ΑΠ 67/2006, 76/2005 "Νόμος", 107/1998 Ποιν. Χρ. ΜΗ/757, 348/1996 Ποιν. Χρ. ΜΖ/33), παρέπεμψε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο στο καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η υπό κρίση έφεση και να επικυρωθεί το ως άνω βούλευμα ". Με βάση όλα αυτά τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε χρήση πλαστών εγγράφων, από υπαίτιο δράστη που ενεργούσε κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, υπέρ της εταιρείας του πρώτου κατηγορουμένου Ι. Π.υ και σε βάρος του Δημοσίου και της εγκαλούσας Ε. Λ., συνολικού ποσού άνω των 15.000 ευρώ. V. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιώς για την προμνημονευθείσα πράξη, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε χρήση πλαστών εγγράφων, κατ'εξακολούθηση, από δράστη που ενεργούσε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία ( υπέρ της εταιρείας του 1ου συγκατηγορουμένου του και ιδιοκτήτη της εταιρείας Ι. Π.υ, και σε βάρος του Δημοσίου και της εγκαλούσας Ε. Λ. ), συνολικού ποσού 15.000 ευρώ. β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' σε συνδ. με 216 παρ. 2, 3 β' ΠΚ. γ) δεν υπερέβη δε την εξουσία του..... Επειδή το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά παραδεκτά αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού στην περίπτωση αυτή η Εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος, και μαζί μ'αυτό ένα ενιαίο όλο, το οποίο και αυτό κατέληξε στην αυτή κρίση, η δε επανάληψη αυτής ( της κρίσης ) και από το ίδιο είναι παντελώς ανώφελη, λαμβανομένης υπόψη μάλιστα και της ιδιότητος του Εισαγγελέα ως δικαστικού λειτουργού ( άρθρο 87 Συντάγματος ). Τα ανωτέρω αποτελούν πάγια τακτική με καθολική νομολογιακή αποδοχή του Αρείου Πάγου, [ βλ. ΑΠ 501/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 1141/2008, ΑΠ 2464/05, ΑΠ 656/2007, ΑΠ 1762/2006 κ.α., που δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ - βλ. ΑΠ 2354/2003 κ.α. πράγμα άλλωστε που αυτός ο ίδιος ο 'Αρειος Πάγος πράττει, ( βλ. 1494/05, ΑΠ 1379/2008 κ.α. ]. Η αναφορά του βουλεύματος στην οικεία εισαγγελική πρόταση δεν είναι μια τυπική και αβασάνιστη διαδικασία. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο κατέληξε στο αυτό αποτέλεσμα. VI. Ειδικότερα, στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ( με αριθμό 6/2010 ), προβάλλονται ως λόγοι αναίρεσης: Α. Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι α) δεν εξειδικεύεται ο τρόπος με τον οποίο σχηματίσθηκε η δικανική πεποίθηση περί της γνώσης του " (εν γνώσει της πλαστότητος και εικονικότητος των τιμολογίων)" β) δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις πράξεις ή παραλείψεις του από τις οποίες εμπεδώνεται η πεποίθηση ότι πράγματι γνώριζε περί της πλαστότητος των τιμολογίων που κατάρτισαν οι δύο συγκατηγορούμενοί του, γ) δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, και δ) δεν γίνεται αναφορά συγκεκριμένη στα γεγονότα χωρίς την βοηθητική ενέργεια των οποίων με βεβαιότητα δεν θα ελάμβανε χώρα η διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας των φορολογικών στοιχείων, ώστε να χαρακτηρισθεί " άμεσος συνεργός " στο τελεσθέν έγκλημα. και Β. Η Υπέρβαση εξουσίας: διότι τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων με τις διατάξεις του άρθρου 216 ΠΚ, ενώ έπρεπε να τον παραπέμψει με τις διατάξεις του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, (εικονικά τιμολόγια-φοροδιαφυγή ). Κατ'αρχάς δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα την πλαστότητα των τιμολογίων που κατάρτισαν οι δύο συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος ( Ι. Π.ς και Π. ), παραδοχή που προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού μάρτυρες-απολογίες-έγγραφα πραγματογνωμοσύνη, κατάθεση μηνύτριας Ε. Λ.. Ειδικότερα: α) αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εξειδικεύοντας έτσι αρκούντως, τον τρόπο που δέχεται για την γνώση του αναιρεσείοντος ως προς την πλαστότητα-εικονικότητα των τιμολογίων. Όλα τα στοιχεία περιέχονται στα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και δη είτε ευθέως είτε αυτονοήτως. Συγκεκριμένα αναφέρει την ιδιότητα, τον ρόλο, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες μέσα στην εταιρεία, και δη στο νευραλγικό κομμάτι ( τμήμα ) των συναλλαγών. " Διευθυντής προσωπικού και υπεύθυνος ελέγχου των προσφορών και παραγγελιών της εταιρείας, μετά την παραλαβή των τιμολογίων από τους Ι. Π. και Π., εκείνος ήλεγχε τα τιμολόγια και τα προωθούσε παραδίδοντάς τα στην συνέχεια ιδιοχείρως στην υπεύθυνη του λογιστηρίου Ε. Α. για καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας " [ βλ. φύλλο 8ο στη δεύτερη σελίδα του Βουλ. Συμβ. Εφετ. Πειραιώς ]. Επομένως, αυτονόητο καθίσταται πως οι συναλλαγές που αναγράφονταν μεταξύ της "Mediteranian Quark Hellas Α.Ε." και της εταιρείας της Ε. Λ. ήτο γνωστό σ'αυτόν πως ήταν ανύπαρκτες. [Η εταιρεία της Ε. Λ. μόνο γυναικεία ενδύματα - στα τιμολόγια αναγράφονταν ανδρικά ενδύματα παντελόνια, κουστούμια, μπουφάν ] ( βλ. απολογία Π. ). β) Ο ισχυρισμός αυτός είναι σχεδόν ταυτόσημος με τον υπό στοιχείο α' και αναφερόμεθα σ'αυτόν, καθόσον γίνεται αναφορά και συγκεκριμένα στις πράξεις και παραλείψεις του αναιρεσείοντος, καθώς αναφέρεται ο ρόλος, τα καθήκοντα και οι εντολές του προς το λογιστήριο για καταχώρηση των πλαστών-εικονικών τιμολογίων, των οποίων την εικονικότητα (πλαστότητα) εγνώριζε. γ) Γίνεται συγκεκριμένη αναφορά, πως τα εξαχθέντα πραγματικά περιστατικά από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που προτιμήθηκε, ( πλαστογραφία 216 Π.Κ.), αντί της διάταξης του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, ορθά υπήχθησαν στην προσήκουσα ουσιαστική ποινική διάταξη της κακ/κής πλαστογραφίας με την μορφή της "άμεσης συνέργειας-συνδρομής στην χρήση των πλαστών από τον συγκατηγορούμενο και ιδιοκτήτη της εταιρείας Ι. Π., με πλήρεις και ορθούς νομικούς συλλογισμούς, και πλήρη αιτιολογία περί μη συνδρομής φαινομένης κατ'ιδέα συρροής ή συρροής νόμων, όπου η ειδικοτέρα διάταξη απωθεί την γενική, αλλά περί αποκλειστικής εφαρμογής της διάταξης του 216 παρ. 2, 3 και ακολούθως του 46 παρ. 1β ΠΚ σε συνδ. με το 216 παρ. 2, 3 ΠΚ, δ) Γίνεται αναφορά στα γεγονότα που συνιστούν την αναγκαία βοηθητική συνδρομή στην τέλεση της πράξης από τους Ι. Π. και Π., καθώς αναφέρεται η παραλαβή και ο έλεγχος των πλαστών τιμολογίων, και η προώθηση αυτών στο λογιστήριο για καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας. 'Ετσι οι υπό στοιχεία α, β, γ, και δ ισχυρισμοί που περιέχονται στον 1ο λόγο αναίρεσης αφορούν στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν ελέγχονται αναιρετικά. Δεν ελέγχεται με άλλους λόγους η περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, και ο λόγος αποβαίνει απαράδεκτος. ( βλ. ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 298/2004, ΑΠ 455/2003 κ.α. ). Β. Ως προς τον 2ο λόγο αναιρέσεως, της υπέρβασης εξουσίας, " αρ. 484 παρ. ιστ' ΚΠΔ " που κατ'ορθότερη εκτίμηση συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - ( άρθρο 484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ). Το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα, πέραν των άλλων περιλαμβάνει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη ( άρθρ. 46 παρ. 1β , σε συνδ. με 216 παρ. 2-3 ΠΚ ), και έκρινε ορθά ότι προκύπτουν επαρκείς ή σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος, και ο λόγος αυτός αποβαίνει αβάσιμος. Εν όψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, διότι ο μεν πρώτος λόγος της είναι απαράδεκτος, καθ'όλες τις μερικότερες αιτιάσεις του, αφού ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών τα οποία δεν ελέγχονται αναιρετικά, ο δε δεύτερος λόγος, όπως μετεβλήθη κατ'ορθοτέρα εκτίμηση, τυγχάνει αβάσιμος, αφού αιτιολογημένα το πληττόμενο βούλευμα έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, και ορθά παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο αρμόδιο δικαστήριο με την ορθή ουσιαστική διάταξη. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση, και να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ( άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ ). ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α. Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 6/2010 αναίρεση του Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., κατά του με αριθμ. 102/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα 16-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ " όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η ΧΡήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Κατά δε, την παρ. 3 αυτού, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον Νόμο 2408/4-6-1996 ( άρθρο 1 παρ. 7α ), αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων ( παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ενώ με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφία κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ (Ολ.ΑΠ 2/2000), από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση) κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός εκείνο το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Για την θεμελίωση της βαρύτερης μορφής του εγκλήματος, οπότε η πλαστογραφία ή η χρήση πλαστού εγγράφου τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται 1) πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον. 2) το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ανεξάρτητα από την επίτευξη ή όχι του σκοπού αυτού, και 3) κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποτροπή της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας ή της χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ. Εξ άλλου κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' ΠΚ κατ'επάγγελμα τέλεση πράξης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, από την διάταξη του αρθρ.46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή άμεσης συνδρομής κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της κυρίας πράξεως, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο ώστε χωρίς την βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού με βεβαιότητα δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Απαιτείται αιτιολόγηση τρόπου και μέσων δράσης. Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η κρίση περί της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ), χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ'ΚΠΔ ), όταν, α) αναφέρονται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την προδικασία, και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική συγκρότηση του εγκλήματος, β) τα αποδεικτικά στοιχεία των πραγματικών αυτών περιστατικών, γ) οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και αναφορά για το ποια περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητας καθενός στον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν απαιτείται επίσης να διευκρινίζεται ( για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη η απόφαση ή το βούλευμα) από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει η κάθε παραδοχή της απόφασης, αφού τούτο ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση. Περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας υπάρχει: α)θετική όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν δίνει ο νόμος ή υφίσταται μεν τοιαύτη δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση και β) αρνητική υπέρβαση υπάρχει όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι όροι κατά νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ.Ολ.ΑΠ 3/2005 και 9/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς που εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ.102/2010 βούλευμά του, δέχθηκε, με καθολική αναφορά, επιτρεπτώς, στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων, όλων των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμοδίους υπαλλήλους του ΠΕΚ (Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου) Πειραιώς στην επιχείρηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και εμπορίας ασυρματικών συστημάτων, που εδρεύει. στον Πειραιά (Εθν. Αντιστάσεως 39-41), διαπιστώθηκε ότι στην χρήση 1999 και 2000 η εταιρεία αυτή έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία (Δελτία Αποστολής-Τιμολόγια) που αφορούσαν σε πωλήσεις ανδρικών ενδυμάτων και φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την εγκαλούσα Ε. σύζυγος Ι. Λ., το γένος Ι. Κ., ..., η οποία μέχρι τον Ιούλιο 2005 διατηρούσε με έδρα στο Μαρούσι Αττικής (...) βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων. Ειδικότερα τα πλαστά και εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία ήσαν τα εξής 1) ΔΑΤ 285/17-11-99, αξία 20.281.000 δρχ (59.518 €), ΦΠΑ 3.650.580 δρχ (10.713 €), συνολική αξία 23.931.580 (70.232 €), 2) ΔΑΤ 321/27-1-2000, αξία 5.000.000 δρχ (14.673 €), ΦΠΑ 900.000 δρχ (2.641 €), συνολική αξία 5.900.000 δρχ (17.314 €), 3) ΔΑΤ 340/21-2-2000, αξία 14.250.000 δρχ (41.819 €), ΦΠΑ 2.565.000 δρχ (7.527 €), συνολική αξία 16.815.000 δρχ ( 49.347 €), 4) ΔΑΤ 448/23-6-2000, αξία 9.710.000 δρχ (28.495 €), ΦΠΑ 1.747.800 δρχ ( 5.129 €), συνολική αξία 11.457.800 δρχ (33.625 €), 5) ΔΑΤ 453/26-6-2000, αξία 7.610.000 δρχ (22.333 €), ΦΠΑ 1.369.800 δρχ (4.019 €), συνολική αξία 8.979.800 δρχ (26.353 €), 6) ΔΑΤ 460/28-6-2000, αξία 7.755.000 δρχ ( 22.758 €), ΦΠΑ 1.395.900 δρχ ( 4.096 €), συνολική αξία 9.150.900 δρχ ( 26.855 €), 7) ΔΑΤ 477/17-7-2000, αξία 7.570.000 δρχ ( 22.215 €), ΦΠΑ 1.362.600 δρχ (3.998 €), συνολική αξία 8.932.600 δρχ (26.214 €), 8) ΔΑΤ 485/20-7-2000, αξία 5.687.500 δρχ (16.691€), ΦΠΑ 1.023.750 δρχ (3.004 €), συνολική αξία 6.711.250 δρχ (19.695 €) και 9) ΔΑΤ.491/29-7-2000, αξία 7.590.000 δρχ ( 22.274 €), ΦΠΑ 1.366.200 δρχ (4.009 €}, συνολική αξία 8.956.200 δρχ ( 26.283 €). Συνολική αξία όλων των τιμολογίων χρήσεως 2000 (χωρίς ΦΠΑ} 65.172.500 δρχ (191.261 €), συνολική αξία ΦΠΑ 11.731.050 δρχ (34.427 €) και συνολική αξία όλων των τιμολογίων χρήσης 2000 μετά ΦΠΑ: 76.903.550 δρχ (225.689 €). Το αποτέλεσμα του παραπάνω ελέγχου γνωστοποίησε η προαναφερόμενη Υπηρεσία (ΠΕΚ Πειραιά) στην Δ.Ο.Υ Αμαρουσίου (Δ.Ο.Υ εκδότη τιμολογίων) με την αποστολή προς αυτήν του υπ' αριθμ. πρωτ. 1895/54-2002 εγγράφου της, στο οποίο μεταξύ των άλλων επισημαίνονταν τα εξής : " Ο έλεγχος χαρακτήρισε τα παρακάτω φορολογικά στοιχεία πλαστά, επειδή δεν συμπεριλαμβάνονται στα θεωρηθέντα από την Υπηρεσία σας (Δ.Ο. Υ Αμαρουσίου). (Τα ανωτέρω φέρουν διάτρηση " 1135 ΒΑ 11/99" και από την καρτέλα θεώρησης βιβλίων και στοιχείων της Υπηρεσίας σας δεν προκύπτει θεώρηση των πιο πάνω φορολογικών στοιχείων τον Νοέμβριο 11/99, επίσης χαρακτήρισε τις συγκεκριμένες συναλλαγές εικονικές και καταλόγισε στην ελεγχόμενη από εμάς επιχείρηση παραβάσεις για λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων, αξίας 20.281.000 δρχ ( 59.518 €) και 65.172.500 δρχ (191.261 €), αντίστοιχα, στις χρήσεις 1999 και 2000 και επέβαλε πρόστιμα Κ.Β.Σ., καταλόγισε τον παρανόμως εκπεσθέντα ΦΠΑ μετά των νομίμων προσαυξήσεων, καθώς και πρόστιμα Φ.Π.Α " (βλ. σχετικό έγγραφο). Κατόπιν τούτου η ως άνω εγκαλούσα κλήθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2005 από την ΔΟΥ Κηφισιάς (βλ υπ' αριθμ. πρωτ. 28559/2005 έγγραφο της Δ. Ο. Υ Κηφισιάς) να προσκομίσει τα βιβλία και τα στοιχεία καθώς και τα παραστατικά δαπανών της ανωτέρω ατομικής επιχειρήσεως- βιοτεχνίας, των χρήσεων 1998 και μετέπειτα, προκειμένου να γίνει φορολογικός έλεγχος. Από τον έλεγχο που έγινε (βλ. από 21-12-2005 έκθεση ελέγχου της Δ.Ο. Υ Κηφισιάς) προέκυψε ότι η έκδοση των προαναφερομένων ΔΑ-ΤΟ προς την "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." δεν ήταν δυνατή, διότι α) η επιχείρηση της εγκαλούσης κατασκευάζει μόνον γυναικεία ενδύματα και δεν είχε την υποδομή (μηχανήματα, εξειδικευμένο προσωπικό, αγορά πρώτων υλών) για την κατασκευή τόσο μεγάλων ποσοτήτων ανδρικών ενδυμάτων (παντελονιών υποκαμίσων, μπουφάν κλπ), β) η ανωτέρω επιχείρηση διαθέτει ένα φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... και ωφέλιμο φορτίο 1090 τόνων διαμορφωμένο κατάλληλα με ράγες για να μεταφέρει τα ρούχα με τις κρεμάστρες. Ήταν αδύνατο όμως να μεταφερθούν με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο όλα τα ρούχα, που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 285/17-11-99 τιμολόγιο -ΔΑ δηλ. 3060 τεμάχια (είδη), λόγω μικρής χωρητικότητας, γ) σύμφωνα με το από 1-11-2005 έγγραφο της Δ.Ο. Υ Αμαρουσίου ( αριθμ. πρωτ. 29485/1-11-205 Δ.Ο.Υ Κηφισίας) η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν είχε θεωρήσει στο Τμήμα Κ.Β.Σ τα τιμολόγια, που αναφέρονται στο ανωτέρω δελτίο πληροφοριών. Ακολούθως για τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν επιβλήθηκε από την παραπάνω Υπηρεσία (Π. Ε.Κ) πρόστιμο στην εγκαλούσα, η οποία στη συνέχεια υπέβαλε την από 25-10-2005 έγκληση της κατά παντός υπευθύνου της "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε.". Η εγκαλούσα διατείνεται ότι ουδέποτε εξέδωσε τα προαναφερόμενα τιμολόγια - ΔΑ, αφού ουδέποτε επωλήθησαν τα αναφερόμενα σ' αυτά (ΔΑΤ) εμπορεύματα από την ίδια ή οποιονδήποτε συνεργάτη της προς την ανωτέρω εταιρεία, ούτε υπεγράφησαν απ' αυτήν (τα Δελτία Αποστολής -Τιμολόγια Πωλήσεως). Επίσης ήταν πλαστές οι από 24-7-2000 και υπ' αριθμ 65/6-5-2000 αποδείξεις πληρωμής προς εξόφληση δήθεν της αξίας των φερομένων ως πωληθέντων απ' αυτήν εμπορευμάτων με τα προαναφερθέντα ΔΑ-ΤΠ, ποσού εκ δρχ 24.600.050 (72.193 €) αντιστοίχως, αφού δεν εκδόθηκαν από την ίδια (εγκαλούσα) ή κάποιον άλλον, κατ' εντολή της. Με την έκδοση των προαναφερθέντων εγγράφων η εγκαλούσα κατά τις εκτιμήσεις της ζημιώθηκε, κατά το ποσό των 11.731.050 δρχ (34.427 €), το οποίο αντιστοιχούσε στον δήθεν εισπραχθέντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) που έπρεπε να αποδώσει στο Δημόσιο, ενώ συγχρόνως θεωρήθηκε φοροφυγάς, αφού φερόταν ότι έχει αποκρύψει τις ανωτέρω δήθεν πωλήσεις, που δεν είχε καταχωρήσει στα βιβλία της. Για τον ίδιο λόγο της επιβλήθηκε το προβλεπόμενο για τις ως άνω φορολογικές παραβάσεις πρόστιμο. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Λ., σύζυγο της εγκαλούσης, εργαζόμενο στην επιχείρηση της τελευταίας και Σ. Χ., λογιστή της επιχειρήσεως, οι οποίοι εκθέτουν ότι η εν λόγω επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία γυναικείων ενδυμάτων ήταν μικρή αλλά εύρωστη και συνεπής στις υποχρεώσεις της και δη στις φορολογικές, για τις οποίες μάλιστα είχαν γίνει σχετικές ρυθμίσεις και είχε κλείσει ο έλεγχος μέχρι και το έτος 2001, ότι η σφραγίδα της επιχειρήσεως που υπήρχε στα επίμαχα Δ.Α-Τ.Π. δεν ήταν η γνήσια, αφού η εγκαλούσα χρησιμοποιούσε σφραγίδα στην οποία αναγράφεται: "Βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων" ενώ σ' αυτήν των επίμαχων Δ.Α.-Τ.Π αναγράφεται: "Βιοτεχνία ενδυμάτων", όπως επίσης ο αριθμός τηλεφώνου που αναγραφόταν στην πλαστή σφραγίδα δεν ήταν ο αυτός με τον αριθμό που χρησιμοποιεί η εν λόγω επιχείρηση, μόνον δε η διεύθυνση και ο Α.Φ.Μ συνέπιπταν με τα πραγματικά στοιχεία της επιχειρήσεως, ο δε γραφικός χαρακτήρας των επίμαχων τιμολογίων ήταν άγνωστος, ενώ ουδέποτε υπήρξε εμπορική συναλλαγή μεταξύ της "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." και της επιχειρήσεως της εγκαλούσης, αφού η τελευταία κατασκευάζει μόνον γυναικεία ενδύματα, ενώ δεν έχει την υποδομή για παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων ανδρικών ενδυμάτων, όπως τέτοια μεγάλη ποσότητα αναφέρεται στο υπ' αριθμ 285/1 7-11-99 Δ.Α-Τ.Π δηλ. 3060 τεμάχια, το δε ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, που διέθετε για τις ανάγκες της είναι μικρό. Ότι ο γραφικός χαρακτήρας των επίμαχων τιμολογίων είναι όμοιος με αυτόν και άλλων πλαστών-εικονικών τιμολογίων την ύπαρξη των οποίων διεπίστωσε ο φορολογικός έλεγχος στα στοιχεία της "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε". Πράγματι, όπως προκύπτει από την από 27-4-2006- μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου του ΠΕΚ Πειραιά κατά των υπευθύνων της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." κατά τον φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε η ύπαρξη, πλην του επίμαχου υπ αριθμ. 285/17-11-99 ΔΑ-ΤΠ, κι άλλων (14) πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων άλλης εκδότριας εταιρείας, τα οποία είχε ζητήσει, λάβει και καταχωρήσει η παραπάνω εταιρεία, στα τηρούμενα βιβλία της για τη διαχειριστική περίοδο του έτους 1999. Την πλαστότητα και εικονικότητα των προαναφερθέντων τιμολογίων επιβεβαιώνουν στις καταθέσεις τους και οι Γ. Τ. και Ε. Α., εφοριακοί, υπάλληλοι του ΠΕΚ Πειραιά, οι οποίοι διενήργησαν τακτικό φορολογικό έλεγχο στην " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." ο μεν Γ. Τ. για την χρήση 2000 και η δε Λ. για την χρήση 1999. Από τον έλεγχο διαπίστωσαν πράγματι την ύπαρξη των επίμαχων ΔΑ-ΤΠ, τα οποία, όπως αναφέρουν στις καταθέσεις τους είναι πλαστά και εικονικά αφού αφορούν σε ανύπαρκτες συναλλαγές και δεν έχουν θεωρηθεί και διατρηθεί νόμιμα από την αρμόδια Δ.Ο. Υ Αμαρουσίου: Με την καταχώρηση αυτών (πλαστών-εικονικών ΔΑ-ΤΠ) στα βιβλία της εταιρείας (ημερολόγιο Ταμείου, ημερολόγια διαφόρων πράξεων) από τους εκπροσώπους της "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να τα υποβάλουν έως τις 20 του επόμενου μηνός από την έκδοση εκάστου, στην αρμόδια Δ.Ο. Υ ΦΑΕ Πειραιώς πέτυχαν να εκπέσουν από τα ακαθάριστα έσοδα της λήπτριας των ως άνω πλαστών ΔΑ-ΤΠ τιμολογίων ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." τα ποσά του ΦΠΑ που αναγράφονταν σ' αυτά (ΔΑ-ΤΠ) δηλαδή 3.650.080 δρχ (10.711€) που αντιστοιχούσε στο ΦΠΑ του τιμολογίου της χρήσεως 1999 και 11.731.050 δρχ. ( 34.427€) που αντιστοιχούσε στο ΦΠΑ των τιμολογίων ( συνολικά) της χρήσεως 2000, ήτοι σύνολο 15.381.630 δρχ.( 45.140€), καθώς επίσης να αποφύγουν την καταβολή του φόρου εισοδήματος ίσου με το 40% της καθαρής αξίας των άνω ΔΑ-ΤΠ. ήτοι συνολικά 34.181.400 δρχ (100.312€). Για τις παραπάνω φορολογικές παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ) επιβλήθηκαν πρόστιμα σε βάρος της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." καθώς έγιναν και καταλογισμοί Φ.Π.Α., ενώ υποβλήθηκε η από 27-4-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου του ΠΕΚ Πειραιά εις βάρος της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." για το πλαστό - εικονικό τιμολόγιο, χρήσεως 1999, ενώ γι' αυτά (ΔΑ-ΤΑ) χρήσεως 2000 δεν υποβλήθηκε αντίστοιχη μήνυση, μετά την επέλευση συμβιβασμού μεταξύ της άνω εταιρείας και του ΠΕΚ. Κατά την επίμαχη χρονική περίοδο 1999-2000 νόμιμοι εκπρόσωποι της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε.", ήσαν ο κατηγορούμενος Ι. Π. με την ιδιότητα του εντεταλμένου συμβούλου και η Α. Δ. με την ιδιότητα της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου ( βλ. από 13-10-1999 και 15-10-1999 ανακοινώσεις και καταχωρήσεις στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στοιχείων της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." (ΦΕΚ 8514/Τεύχος Α.Ε./25-10-1999 και ΦΕΚ 8515/Τεύχος Α.Ε./25-10-1999). Η διοίκηση όμως και διαχείριση της άνω εταιρείας στην πραγματικότητα ανήκε στον κατηγορούμενο Ι. Π., ενώ ουδέποτε η ανωτέρω Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος άσκησε διαχειριστικά καθήκοντα, αφού ο ρόλος της ήταν καθαρά τυπικός, όπως αναφέρουν όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες στις καταθέσεις τους αλλά και οι συγκατηγορούμενοί της υποστηρίζουν στις απολογίες τους. Ακόμη δε και την τυπική εξουσία που είχε η ανωτέρω παραχώρησε στον κατηγορούμενο Ι. Π., πεθερό της, με την ανακοίνωση της 13-10-1999 του Δ.Σ. προς το Εθνικό Τυπογραφείο, καταχωρήσεως στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών στοιχείων της " Μediterranian Quark Hellas Α. Ε." σύμφωνα με την οποία για το υπόλοιπο της θητείας του Δ.Σ., ήτοι μέχρι την 30-6-2002, αυτός με ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα θα εκπροσωπούσε και θα δέσμευε την εταιρεία μόνο με την υπογραφή του εκδίδοντας και οπισθογραφώντας επιταγές στο λογαριασμό καταθέσεων όψεως, που είχαν ανοιχθεί ή θα ανοίγονταν σε τράπεζες, καθώς και όσα ορίζονταν στο από 27-7-99 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, ενώ του ανατέθηκε η εντολή και πληρεξουσιότητα να συμμετέχει για λογαριασμό της εταιρείας σε παντός είδους διαγωνισμούς, προκηρύξεις κλπ. Στενοί και άμεσοι συνεργάτες του ως άνω κατηγορουμένου ήσαν οι κατηγορούμενοι Κ. Π. και ο εκκαλών Α. Μ.. Ο Π., ο οποίος δεν εμφανιζόταν στα επίσημα βιβλία της εταιρείας, ενεργούσε ως μεσάζων στις διάφορες συναλλαγές, αναλαμβάνοντας με προμήθεια την διεκπεραίωση προμηθειών ενδυμάτων για λογαριασμό της Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." μετά δε την εκτέλεση της παραγγελίας παρέδιδε τα εμπορεύματα, συνοδεύοντας αυτά με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής- τιμολόγια, τα οποία ελέγχονταν από τον Ι. Π. και στην συνέχεια παραδίδονταν στον εκκαλούντα Α. Μ., ο οποίος με την ιδιότητα του διευθυντή προσωπικού στην εταιρεία και ως υπεύθυνος ελέγχου των προσφορών και παραγγελιών της εταιρείας, αφού τα ήλεγχε κι αυτός, τα παρέδιδε στη συνέχεια ιδιοχείρως στην υπεύθυνη του λογιστηρίου Ε. Α. για καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας. Ο Π. πληρωνόταν την αξία των εκδιδομένων τιμολογίων των προμηθευτών της εταιρείας από το Ταμείο " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." με μετρητά ή με επιταγές. Την ενεργό συμμετοχή στην εταιρεία, των κατηγορουμένων Π. και Μ. επιβεβαιώνει και ο συγκατηγορούμενός του Ι. Π., ο οποίος αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι τη διαδικασία συναλλαγής για τα εμπορεύματα των επιδίκων, τιμολογίων πραγματοποιούσε ο Π., ενώ την παραγγελία των εμπορευμάτων έκανε ο ίδιος με την υπόδειξη των υπαλλήλων Μ. (εκκαλούντος) και Ααδέα, και ότι ουδέποτε υπέγραψε αυτός (Ι. Π.) τα επίμαχα τιμολογιακά οποία έφερνε υπογεγραμμένα ο Π. και αφορούσαν πράγματι σε ρούχα αγορασθέντα από την εταιρεία. Στην πραγματικότητα όμως η συναλλαγή μεταξύ της εταιρείας " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." και της επιχειρήσεως της μηνύτριας Ε. Λ. ήταν ανύπαρκτη όπως παραδέχεται ο Π. στην απολογία του διαψεύδοντας στο σημείο αυτό το συγκατηγορούμενο του Ι. Π., ο οποίος είναι θείος του, αφού διατείνεται ότι ο τελευταίος γνώριζε την εικονικότητα των επίμαχων δελτίων αποστολής -τιμολογίων, καθόσον του είχε αναφέρει ότι τα τιμολόγια του τα είχε δώσει η επιχείρηση Λ. με την οποία είχαν συνεργασία με την εντολή να τα συμπληρώνει κατά βούληση. Από τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε κατά τη διεξαγωγή της κυρίας ανακρίσεως προέκυψε ότι ο Π. ήταν αυτός, ο οποίος προέβη στη σύνταξη και την υπογραφή των επίμαχων πλαστών φορολογικών στοιχείων, προφανώς εν γνώσει του συγκατηγορουμένου του Ι. Π.υ. Πράγματι σύμφωνα με το πόρισμα της προαναφερόμενης πραγματογνωμοσύνης, την οποία διενήργησε νομίμως κατόπιν διορισμού του από τον ΣΤ' Ανακριτή, ο δικαστικός γραφολόγος Ν. Κ. το αποτύπωμα της σφραγίδας επί των επίμαχων δελτίων αποστολής - τιμολογίων, χρήσεως 1999 και 2000 διαφέρει σ' όλα τα χαρακτηριστικά του από τις γνήσιες σφραγίδες που χρησιμοποιεί η Ε. Λ. στην εταιρεία της. Η γραφή επί των δελτίων αυτών εμφανίζεται όμοια σε κάποια χαρακτηριστικά της, αλλά εμφανίζει ουσιαστικές διαφορές στην εμφάνιση και στην δομή, έτσι ώστε εμφαίνεται ότι η υπό έλεγχο γραφή δεν έχει χαραχθεί από την Ε. Λ., ούτε από την Α. Δ., ούτε από τον Ι. Π., αλλά από τον Κ. Π... Ως προς το με ημερομηνία 24-7-2000 δελτίο αποδείξεως πληρωμής, το αποτύπωμα της σφραγίδος επ' αυτού διαφέρει σ' όλα τα χαρακτηριστικά του από τις γνήσιες σφραγίδες που χρησιμοποιεί η Ε. Λ. στην εταιρεία της, η δε γραφή επί του δελτίου αυτού εμφανίζεται όμοια σε κάποια χαρακτηριστικά της, αλλά εμφανίζει ουσιαστικές διαφορές στην εμφάνιση και στην δομή, έτσι ώστε να συμπεραίνεται ότι η υπό έλεγχο γραφή έχει χαραχθεί από τον Κ. Π... Η υπογραφή " ο λαβών" στο δελτίο αυτό δεν αποτελεί γνησία υπογραφή της Ε. Λ., αλλά με πιθανότητα που εγγίζει τη βεβαιότητα αποτελεί υπογραφή χαραγμένη από άλλο πρόσωπο με προσπάθεια ζωγραφικής απομίμησης των γνησίων υπογραφών της Ε. Λ., έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να διακριβωθεί αν η εν λόγω υπογραφή έχει χαραχθεί δια χειρός Ι. Π., Α. Δ. ή Κ. Π.. Ως προς το με ημερομηνία 6-7-2000 δελτίο αποδείξεως πληρωμής, η γραφή επί του δελτίου αυτού εμφανίζεται όμοια σε κάποια χαρακτηριστικά της, αλλά εμφανίζει ουσιαστικές διαφορές στην εμφάνιση και στην δομή, έτσι ώστε να συμπεραίνεται ότι η εν λόγω γραφή δεν έχει χαραχθεί από την Ε. Λ. , ούτε από την Α. Δ., ούτε από τον Ι. Π. ούτε από τον Κ. Π., ενώ για τη γνησιότητα της υπογραφής δεν μπορεί να διερευνηθεί με επιστημονικά έγκυρο τρόπο η απόδοση αυτής από πλευράς χειρός χαράξεως. Γνώση για την πλαστότητα των επίμαχων δελτίων αποστολής τιμολογίων είχε και ο εκκαλών κατηγορούμενος Α. Μ.ς, που ως εκ της ιδιότητος του ήτοι υπεύθυνος για τον έλεγχο των παραγγελιών και των τιμολογίων, παραδίδοντας αυτά στην συνέχεια στο λογιστήριο και δίνοντας την παραγγελία προς καταχώρηση τους στα τηρούμενα βιβλία της εταιρείας, η οποία (καταχώρηση) γινόταν από την Ε. Α. που είχε την ευθύνη της τηρήσεως των λογιστικών βιβλίων, ως λογίστρια και προϊστάμενη του λογιστηρίου της εταιρείας, τούτο δε επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Α. Κ., λογιστής της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε.", ο οποίος καταθέτει ότι η καταχώριση των τιμολογίων της εταιρείας γινόταν μετά από έλεγχο του κατηγορουμένου Ι. Π.υ και του εκκαλούντος Α. Μ. και ότι ο τελευταίος ήταν εκείνος που συνήθως παρέδιδε τα τιμολόγια με την εξοφλητική τους απόδειξη στο λογιστήριο για καταχώριση στα οικεία βιβλία της εταιρείας. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά η συμπεριφορά των κατηγορουμένων Ι. Π. και Κ. Π. στοιχειοθετεί αντικειμενικά και υποκειμενικά, όπως έκρινε και το εκκαλούμενο βούλευμα, την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη, αφού, συμφωνούμε με όσα εκτέθηκαν στη οικεία μείζονα σκέψη, η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων κατέτεινε όχι μόνον στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη βλάβη τρίτου (της εγκαλούσης) εκτός από τη μείωση ή αποφυγή της φορολογικής επιβαρύνσεως των ιδίων και της εταιρείας " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε.", δεδομένου ότι αυτοί προέβησαν στην κατάρτιση των προαναφερθέντων δελτίων αποστολής - τιμολογίων και στην συνέχεια έκανε χρήση αυτών ο κατηγορούμενος Ι. Π. με την καταχώρηση τους στα τηρούμενα βιβλία της ως άνω εταιρείας, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Δ.Ο. Υ. ΦΑΕ Πειραιά ότι αυτά ήσαν γνήσια, κι έτσι αφενός μεν να πετύχουν την φοροδιαφυγή της " Μediterranian Quark Hellas Α.Ε." ωφελούμενοι από την έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, των αναγραφομένων σ' αυτά (ΔΑ-Τ) ποσών και επιπλέον να διαφύγουν την καταβολή φόρου εισοδήματος, ίσου με το 40% της καθαρής αξίας των άνω τιμολογίων, δηλαδή συνολικά το ποσό των 34.185,550 δρχ (100.333 €). Η ενέργεια τους δε αυτή κατέτεινε και στη βλάβη της εγκαλούσης Ε. Λ., η οποία συνίστατο στα ποσά: α) των προστίμων για μη απόδοση Φ.Π.Α και μη δήλωση εισοδήματος που θα της επέβαλαν ως υπόχρεης οι αρμόδιες φορολογικές αρχές μετά την ολοκλήρωση του εις βάρος της τακτικού ελέγχου εισοδήματος και Φ.Π.Α. ετών 1999 και 2000, τα οποία δυνάμει των υπ' αριθμ. 348 και 349/22.12.2005 αποφάσεων του προϊσταμένου της Δ. Ο. Υ. Αμαρουσίου προσδιορίζονται σε 40.562.000 δραχμές ή 119,037,40 ευρώ 130.345.000 δραχμές ή 382.523,84 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά σε 501.561, 26 ευρώ). Για τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Α. Μ., με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε χρήση πλαστών εγγράφων, κατ'εξακολούθηση, από δράστες που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000€, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής σε βάρος του κατηγορίας, αφού αυτός, όπως προεκτέθηκε, με την ως άνω ιδιότητα του, παρέσχε την άμεση συνδρομή του- στους συγκατηγορουμενους του Ι. Π. και Κ. Π., κατά την διάπραξη της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξεως και δη, προώθησε και παρέδωσε ιδιοχείρως, με παραγγελία προς άμεση καταχώρηση στα τηρούμενα βιβλία της εταιρείας τα προαναφερθέντα πλαστά - εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής εν γνώσει της πλαστότητας και εικονικότητας αυτών. Περαιτέρω δε προκύπτει ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών είναι δράστες που μετέρχονται κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια πλαστογραφίες ή χρησιμοποιούν πλαστά έγγραφα, αφού διέπρατταν επανειλημμένα όμοια εγκλήματα και έχουν διαμορφώσει για τον λόγο αυτό την ανάλογη υποδομή προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος, ενώ έχουν σταθερή ροπή προς διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, το δε συνολικό όφελος και αντίστοιχα η συνολική ζημία που απειλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€. Ορθώς, επομένως το εκκαλούμενο βούλευμα, στο οποίο επιτρεπτά αναφερόμαστε κατά τα λοιπά προς αποφυγή επαναλήψεων (βλ. ΑΠ 67/2006, 76/2005 "Νόμος", 107/1998 Ποιν. Χρ. ΜΗ/757, 348/1996 Ποιν. Χρ. ΜΖ/33), παρέπεμψε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο στο καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η υπό κρίση έφεση και να επικυρωθεί το ως άνω βούλευμα ". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη της κατά του κατηγορουμένου επ'ακροατηρίου κατηγορίας για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε χρήση πλαστών εγγράφων από δράστη που ενεργούσε κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε" στην οποία είχε την ιδιότητα του υπεύθυνου για τον έλεγχο των παραγγελιών και των τιμολογίων, ενώ εντεταλμένος σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Ι. Π., και σε βάρος του Δημοσίου αλλά και της εγκαλούσας Ε. Λ., συνολικού ποσού άνω των 15000 ευρώ. Γι'αυτό στη συνέχεια απέρριψε την υπ'αριθμ.72/2009 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το υπ'αριθμ.739/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο αυτός παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, για να δικασθεί ως υπαίτιος για την αξιόποινη πράξη της κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια άμεσης συνέργειας σε χρήση πλαστών εγγράφων από υπαίτιο που ενεργούσε κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 15000 ευρώ (άρθρα 1, 13 περ.γ'και στ', 26 παρ.19, 27, 98 και 216 παρ.2 και 3 εδ.β'του ΠΚ). Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην επαρκή και αναλυτική εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1β, 98 και 216 παρ.2 και 3β του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη γίνεται αναφορά στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος των γεγονότων που συνιστούν την αναγκαία βοηθητική συνδρομή του αναιρεσείοντα κατά την τέλεση της κακουργηματικής πράξης της χρήσης των πλαστών εγγράφων (τιμολογίων-δελτίων αποστολής) από τους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος Ι. Π. και Κ. Π.. Συγκεκριμένα αναφέρει την ιδιότητα, το ρόλο, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του αναιρεσείοντος στην ως άνω ανώνυμη εταιρία που εκπροσωπούσε νόμιμα ο συγκατηγορούμενος του Ι. Π. ως και τον τρόπο συμμετοχής του στη χρήση των πλαστών εγγράφων τελώντας εν γνώσει, λόγω της ως άνω ιδιότητάς του που είχε στην προαναφερόμενη εταιρία, της πλαστότητας αυτών, (παραλαβή τους από τους Ι. Π. και Κ. Π. και παράδοση τους απ'αυτόν (αναιρεσείοντα) ιδιοχείρως στην υπεύθυνη του λογιστηρίου της ανωτέρω εταιρίας Ε. Α., για καταχώρισή τους στα βιβλία της εταιρίας αυτής). Ακόμη γίνεται αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα των περιστατικών που στοιχειοθετούν κατά το νόμο την κατ'εξακολούθηση, την κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της χρήσης των πλαστών εγγράφων από τον αναιρεσείοντα. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος δε που με τον ως άνω λόγο επιδιώκεται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς είναι απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτόν προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικό συμβούλιο. Περαιτέρω, με όσα δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων τέλεσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, της προβλεπόμενης από τα άρθρα 46 παρ.1β και 216 παρ.2 και 3β ΠΚ και όχι της προβλεπομένης από την ένδικη διάταξη του άρθρου παρ.1 του ν.2523/1997 περί φοροδιαφυγής, δεν υπερέβη την εξουσία του, καθόσον, κατά τις παραδοχές του ανωτέρω συμβουλίου, ο αναιρεσείων (όπως και λοιποί συγκατηγορούμενοι του) δεν απέβλεπε μόνο στην φοροδιαφυγή της ως άνω εταιρίας, αλλά και στην πρόκληση ζημίας σε βάρος της εγκαλούσας Ε. Λ., φερόμενης ως εκδότριας των χρησιμοποιηθέντων από την εταιρία "Μediterranian Quark Hellas Α.Ε" πλαστών εγγράφων (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), και εντεύθεν έχουσας ποινικές κυρώσεις. Δηλονότι δέχθηκε το προαναφερόμενο συμβούλιο ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αληθινή συρροή νόμων και όχι φαινομένη κατ'ιδίαν συρροή για να υπερισχύσει η ανωτέρω ειδική διάταξη περί φοροδιαφυγής της γενικής περί πλαστογραφίας του ΠΚ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επομένως και ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.στ' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για υπέρβαση εξουσίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο συνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2010 αίτηση του Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ.102/2010 του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άμεση συνέργεια σε χρήση πλαστών εγγράφων, κατ’ εξακολούθηση κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Παραπεμπτικό βούλευμα. Απόρριψη έφεσης κατ’ αυτού ως ουσιαστικά αβάσιμης. Αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε την έφεση για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας (λόγω μη εφαρμογής της ειδικής διάταξης του άρθρου 19 Ν. 2553/1997 περί φοροδιαφυγής αντί της γενικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 ΠΚ περί πλαστογραφίας). Απόρριψη αμφοτέρων των ως άνω λόγων αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
2
Αριθμός 18/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.121/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Κ. και πολιτικώς ενάγοντα τον O. D. του J.. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1540/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 409/8-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, δια πληρεξουσίου ασκηθείσα, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 465, 473§1, 474, 482§1α, 484 και 485 του Κ.Π.Δ., υπ' αριθμ. 4/2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 121/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, εκθέτομεν τα εξής: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 18/19-9-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικυρώθηκε το πρωτόδικο υπ' αριθμ. 73/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Κερκύρας, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίως ορισθησόμενου Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του ομωνύμου Εφετείου, για να δικαστεί για το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας και λοιπές πλημμεληματικές πράξεις. Περαιτέρω, α) Κατά το άρθρο 308§2α Κ.Π.Δ., οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο αυτής ... Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ.), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως, πριν να υποβληθεί στο Συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση, είναι ο κατηγορούμενος, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171§1δ' Κ.Π.Δ.), που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484§1Α' Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι μολονότι γνωστοποίησε τόσο στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, όσο και στον Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας, ότι επιθυμεί να λάβει γνώση των προτάσεων αυτών, πριν την έκδοση των άνω βουλευμάτων των Συμβουλίων Πρωτοδικών και Εφετών, αντιστοίχως, εν τούτοις δεν ειδοποιήθηκε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που προβλέπεται από τις άνω διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται εντελώς αορίστως, καθόσον δεν αναφέρεται πότε, σε ποιον και κατά ποιο τρόπο ο κατηγορούμενος γνωστοποίησε στους ανωτέρω Εισαγγελείς το αίτημα αυτό. Ως προς την αιτίαση, μάλιστα, που αφορά τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, δέον να σημειωθεί, ότι στο αναιρετήριο, δεν αναφέρεται ότι η ακυρότητα αυτή απετέλεσε ειδικό λόγο εφέσεως. β) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 489 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα άνω περιστατικά και τα υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις ανωτέρω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποίαν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιουμένη με τον τρόπον αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία εκυρώθη με το Ν.Δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το άρθρο 2 παρ.1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ιδίας ως άνω Σύμβασης, που υπεγράφη στο Στρασβούργο την 21/11/1984 και εκυρώθη με τον Ν.1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση (Α.Π. 1099/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τελέσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων κι' εντεύθεν, παραπομπής του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Επομένως, ο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος λόγος αναιρέσεως (άρθρο 484§1δ' Κ.Π.Δ.), κατά τον οποίο το βούλευμα, εκ της καθολικής αναφοράς, στην εισαγγελική πρόταση, δεν έχει την απαιτουμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις, οι οποίες καθάπτονται της ουσιαστικής κρίσης του Συμβουλίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν απάντων των ανωτέρω, Προτείνομεν α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 4/2010 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Μ. του Γ., κατά του υπ' αριθμ. 121/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, Και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 8 Δεκεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 308 παρ. 2α του ΚΠοινΔ, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα, πριν ο τελευταίος καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της, ενώ, κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του όπως ισχύει ν.1756/1988, η Εισαγγελία είναι δικαστική αρχή, ανεξάρτητη από τα δικαστήρια και την εκτελεστική εξουσία. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι το αίτημα των διαδίκων για να λάβουν γνώση της προς το συμβούλιο πλημμελειοδικών ή εφετών εισαγγελικής πρότασης αντιστοίχως, πρέπει να υποβληθεί στην αρμόδια εισαγγελία και μάλιστα μετά την υποβολή της δικογραφίας από τον ανακριτή ή τον διενεργήσαντα την προανάκριση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης από 26.11.2010 αιτήσεως αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 121/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, ότι μολονότι γνωστοποίησε εγγράφως να λάβει γνώση της υπ' αριθμ. 121/2010 πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών, πριν την έκδοση των αντίστοιχων βουλευμάτων των Συμβουλίων Πρωτοδικών και Εφετών, εν τούτοις δεν ειδοποιήθηκε. Έτσι ισχυρίζεται ότι στερήθηκε υπερασπιστικού δικαιώματος και επήλθε απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ. Ο ως άνω όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται αορίστως, καθόσον δεν αναφέρεται, πότε, σε ποιόν και με ποία έγγραφα γνωστοποίησε στους ανωτέρω Εισαγγελείς το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος να λάβει γνώση των εισαγγελικών προτάσεων προς τα αρμόδια Συμβούλια. Πλέον αυτών το προσβαλλόμενο βούλευμα, με αναφορά στην αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος να λάβει γνώση της υπ' αριθμ. 79/9.8.2010 συμπληρωματικής πρότασης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας ως αφορώσας μόνο τον συγκατηγορούμενό του Α. Κ.. Επομένως ως προς το μέρος του αυτό το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο ως και κατ' ουσίαν αβάσιμο. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα άνω περιστατικά και τα υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη από τις ανωτέρω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποίαν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιουμένη με τον τρόπον αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία εκυρώθη με το Ν.Δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το άρθρο 2 παρ.1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ιδίας ως άνω Σύμβασης, που υπεγράφη στο Στρασβούργο την 21/11/1984 και εκυρώθη με τον Ν.1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου τη αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αριθμ. 121/2010 βούλευμά του, δέχθηκε, με καθολική αναφορά, επιτρεπτώς, στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν των εγγράφων της δικογραφίας, των ιατροδικαστικών εκθέσεων των ιατροδικαστών Θ. Β. και Γ. Ν.Λ., της απολογίας του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και των υπομνημάτων του, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15.08.2009 και περί ώρα 00:30' νυκτερινή, ο παθών O. D. του J., με τον φίλο του και ήδη, θανατωθέντα, Κ. A. του Ζ., πήγαν να διασκεδάσουν στο κατάστημα καφέ-μπαρ με την επωνυμία "ΤRΕΕ Τ0ΡS", ιδιοκτησίας του Μ.- Κ. Μ. του Σ., που ευρίσκεται στα ... . Στο κατάστημα ευρίσκονταν και ο εκκαλών-κατηγορουμενος Σ. Μ. του Γ., ο οποίος, καθώς δηλώνει στην από 15.08.2009 προανακριτική του απολογία, γνώριζε τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς, γιατί κατά καιρούς δημιουργούσαν φασαρίες σε διάφορα νυκτερινά κέντρα της πόλεως στα οποία αυτός εργάζονταν ως "πορτιέρης" και τους απαγόρευε την είσοδο. Περί ώρα 01:30', οι ανωτέρω παθόντες και αφού προηγουμένως κατανάλωσαν αλκοολούχα ποτά (μπύρες) απεχώρησαν από το κατάστημα και μετά από λίγο και ο κατηγορούμενος(βλ. προανακριτική απολογία του). Οι τελευταίοι όμως επανήλθαν περί ώρα 04.30", ευρισκόμενοι εμφανώς υπό την επήρεια μέθης σύμφωνα με τις από 15.08.2009 και 15.08.2009 μαρτυρίες των σερβιτόρων Β. V. και Ε. Μ.. Μάλιστα η κατάσταση του πρώτου εξ αυτών (O. D.) ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτη, αφού έσπαγε τα ποτήρια και τα μπουκάλια της μπύρας που αυτές του σερβίριζαν, δημιουργώντας αναστάτωση στους εναπομείναντες θαμώνες, παρά τις νουθεσίες του συντρόφου του και του παρευρισκομένου κοινού τους φίλου και ομοεθνή L. G., αλλά και του παραπάνω καταστηματάρχη και του πορτιέρη Λ. Μ.. Τη δεδομένη στιγμή, ήτοι περί ώρα 05.15' και ύστερα από προφανέστατη ειδοποίηση διευθυντικού μέλους του καταστήματος, παρά τις, για ευνόητους λόγους, προσπάθειες αποκρύψεως του τοιούτου, επανεμφανίζεται στο κατάστημα ο κατηγορούμενος Σ. Μ., που όπως στη συνέχεια αποδείχθηκε, οπλοφορούσε παράνομα, για να "επιβάλλει την τάξη", ως εμμέσως, πλην σαφώς, εξάγεται τόσο από την ερώτηση που υπέβαλλε ο ίδιος στον καταστηματάρχη: "Όλα καλά;", όσο και από την μετέπειτα άμεση και ενεργή εγκληματική ανάμειξη του στο αιματηρό συμβάν, που, και αυτό, καταρρίπτει τον ισχυρισμό του, ότι δεν παρείχε τάχα εργασία προστασίας (στην καθομιλουμένη οπλοφορούντος μπράβου), παρότι κατά κοινή ομολογία των μαρτύρων, σχεδόν καθημερινά επισκέπτονταν το εν λόγω μπαρ. Έτσι, δίχως χρονοτριβή, ο ανωτέρω παρενέβη και, στηριζόμενος στην αυτοπεποίθηση που το έδινε το πλήρες φυσιγγίων όπλο, ήτοι το υπ.αριθμ. ... πιστόλι εργοστασίου κατασκευής JERICΗΟ 941F, διαμετρήματος 9mm μετά γεμιστήρος 15 φυσιγγίων, το οποίο ο ίδιος προανακριτικά υποστήριξε ότι έκλεψε από το αυτοκίνητο του αστυνομικού Ε. Μ. και το έφερε παράνομα μαζί του, σε κέντρο διασκεδάσεως μάλιστα, προκάλεσε πρώτος στην ουσία τον εν μέθη ευρισκόμενo O. D. με φρασεολογία που φαινομενικά μεν έδειχνε παραινετική πλην υπέκρυπτε απειλή κατά της ζωής του: "παιδιά να χαρείτε τη ζωή σας" δεν υπάρχει λόγος να κάνετε φασαρία", αλλά και με χειρονομίες προσβλητικές αφού τον τράβηξε μια φορά δυνατά και όταν εκείνος αποφεύγοντας την πρόκληση, του είπε: "να τον αφήσει ήσυχο", αυτός επανέλαβε την χειρονομία για να τον ερεθίσει περισσότερο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος του δώσει δυο μπουνιές (η από 20.11.2009 εξέταση του, συνημμένη). Λαμβάνοντας αυτό σαν αφορμή ο κατηγορούμενος οπισθοχώρησε προς την έξοδο του καταστήματος και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ευρισκόμενος, επανήλθε αμέσως, τράβηξε από τη ζώνη του όπου είχε κρυμμένο το παραπάνω πιστόλι, το έστρεψε κατευθείαν προς τα σώματα των παθόντων και αφού κραύγασε με μένος εκδικητικό: "θα τους γαμήσω τώρα", άρχισε από πολύ κοντινή απόσταση να πυροβολεί ακατάπαυστα εναντίον τους (έριξε συνολικά οκτώ σφαίρες) σημαδεύοντας ζωτικά τους όργανα (θωρακική-κοιλιακή χώρα) με ακάθεκτο σκοπό να τους σκοτώσει. Πρώτος δέχθηκε απανωτά πυρά (3 σφαίρες) ο O. D., τα δε βλήματα του προκάλεσαν σοβαρά τραύματα στη θωρακική και στην κοιλιακή χώρα (διαμπερές τραύμα στην αριστερή μαστική χώρα με πύλη εξόδου στη μεσοπλάτια αριστερά και όμοιο (διαμπερές) στον αριστερό λαγόνιο βόθρο, ως και συντριπτικό κάταγμα δεξιού βραχιόνιου οστού, σύμφωνα με την από 17.08.2009 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Θ. Β.), αλλά λόγω της γερής του βιολογικής κράσης σε συνδυασμό με την έγκαιρη διακομιδή του στο νοσοκομείο Κέρκυρας αρχικά και Ιωαννίνων στη συνέχεια, απέφυγε το βέβαιο θάνατο. Στη συνέχεια, μια σφαίρα του πιστολιού του ιδίου δράστη έπληξε στη θωρακική χώρα τον Κ. A. που είχε προστρέξει με τον L. G. να τον αφοπλίσουν και του προκάλεσε τυφλό κυκλικό τραύμα, διαμέτρου 0,9 εκ., στο πρόσθιο κάτω ημιθωράκιο σε απόσταση 7,3 εκ. από την αριστερή θηλή (εγγύτατα της καρδίας) καθώς και πολλαπλές κακώσεις της κοιλίας, εξαιτίας των οποίων επήλθε ακαριαία ο θάνατος του (η από 22.09.2010 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Γ. Ν.Λ.). Εν τω μεταξύ, τρίτο άτομο, ήτοι ο παρευρισκόμενος Α. Κ., κατάφερε να αποσπάσει το πιστόλι από τα χέρια του δράστη, ο ίδιος δε μόλις διαπίστωσε -όπως με ψυχρότητα και απάθεια περιγράφει στην ανακριτική του ομολογία- ότι και τα δύο θύματα του κείτονταν στο δάπεδο αιμοσταγή και αιμόφυρτα, αδύναμα πλέον να αντιδράσουν, εξήλθε του καταστήματος και τράπηκε σε φυγή για να συλληφθεί την ίδια ημεροχρονολογία (15.09.2009) και περί ώρα 15.10' από αστυνομική δύναμη (βλ. ταυτόχρονη έκθεση σύλληψης του συνημμένη). Ο κατηγορούμενος, αντί να διακατέχεται από αγωνία και τύψη από τη σωρεία των ανωτέρω φρικαλεοτήτων που με πρόθεση προκάλεσε, προσπάθησε στις απολογίες του με ψευδολογίες, τεχνάσματα και αντιφατικές περιγραφές να αποσείσει τις σε βάρος του κατηγορίες. Έτσι, ενώ αρχικά υποστήριξε ότι: "έβγαλε το πιστόλι που είχε στη μέση του για να τους χτυπήσει με αυτό και όχι να τους πυροβολήσει, αλλά καθώς είχαν πέσει πάνω του και του το τραβούσαν αυτό εκπυρσοκρότησε" (η από 15.08.2009 προανακριτική του απολογία), στη συνέχεια στον ανακριτή άλλαξε εκδοχή και ισχυρίστηκε, ότι όχι αυτός, αλλά ο παθών O. D. είχε στο ζωνάρι του το πιστόλι και στην προσπάθεια του να τον αφοπλίσει, το έπιασε από τη λαβή και αυτό πυροβόλησε δίχως να έχει πρόθεση να σκοτώσει.(η από 16.08.2009 απολογία του στον ανακριτή). Πρόκειται για κραυγαλέα αντίφαση, την οποία και στην έκθεση έφεσης του επαναλαμβάνει. Περαιτέρω, δεν αποδέχεται ότι ευρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την εκτέλεση των κακουργηματικών πράξεων της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και απόπειρας ανθρωποκτονίας που του αποδίδονται με το παραπεμπτικό βούλευμα, καθόσον τελούσε, ως λέγει, σε βρασμό ψυχικής ορμής που του προκάλεσαν τα συναισθήματα οργής εξαιτίας του εξευτελισμού που υπέστη από τα χτυπήματα των παθόντων σε δημόσιο χώρο και του φόβου ότι του επιτέθηκαν δύο θηριώδεις άνδρες. Ακόμα προβάλλει και δεύτερο αυτοτελή ισχυρισμό, ότι δηλ. αντέδρασε σε συνθήκες άμυνας (22ΠΚ) να προστατέψει τη ζωή του από την παραπάνω άδικη επίθεση των παθόντων. Πέρα από τις επισημανθείσες ήδη ανακολουθίες και αντιφάσεις προς αλλήλας που κατέδειξαν την ελαφρότητα τους, και οι τελευταίοι αυτοί όψιμοι ισχυρισμοί του ανωτέρω, δεν ευρίσκουν κανένα απολύτως έρεισμα στα στοιχεία της δικογραφίας, διότι, κατά τα προλεχθέντα, αυτός πρώτος επενέβη οπλισμένος και ηθέλησε να επαναφέρει στην τάξη τον από τη μέθη παραφερόμενο παθόντα O. D., και αυτός πρώτος τον παρατήρησε και τον προκάλεσε, γνωρίζοντας την κατάσταση του, με απειλητικές στην πραγματικότητα εκφράσεις και χειρονομίες τύπου "τσαμπουκά", για να τον εκνευρίσει και του καταφέρει εκείνος δύο γροθιές. Και μπορεί ενδεχομένως να θίχθηκε ο εγωισμός του ως προστάτου του καταστήματος ή να εξοργίστηκε από την τελευταία αντίδραση του παθόντος, αλλά τα συναισθήματα του αυτά, ούτε κάν προσήγγισαν τα κράσπεδα του βρασμού ψυχικής ορμής κατά την έννοια της παρ. 2 του άρ.299ΠΚ που στην αρχή αναλύεται, (ΑΠ 1543/2009, 996/2009 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), γιατί ο δράστης επανήλθε με χαρακτηριστική ψυχραιμία και νηφαλιότητα που μαρτυρεί εγρήγορση της εγκληματικής του ψυχής κατά την εκτέλεση των αποτρόπαιων πράξεων του και με καταιγισμό πυρών, εν ψυχρώ στόχευσε εύστοχα και φόνευσε το δεύτερο εκ των παθόντων και τραυμάτισε βαρύτατα τον πρώτο, ο οποίος για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του διασώθηκε όπως παραπάνω αναφέρεται. Κατά συνέπεια, ούτε για κατάσταση "βρασμού" ούτε, περισσότερο, για άμυνα μπορεί να γίνει λόγος, ούτε, τέλος, για έλλειψη στο πρόσωπο του ανθρωποκτόνου προθέσεως, γιατί και αυτό διαψεύδεται από την ίδιο τον τρόπο της εγκληματικής του δράσης και συγκεκριμένα από το επικίνδυνο μέσο που χρησιμοποίησε, ήτοι πυροβόλο όπλο που επιφέρει το θάνατο, την ένταση της επίθεσης που αποδεικνύεται από τις απανωτές βολές που έριξε εναντίον των θυμάτων, την πολύ κοντινή απόσταση από την οποία τους σημάδευσε και κυρίως το ευαίσθητο σημείο του σώματος (θώρακα-κοιλία) που έπληξε με αυτές που δεν άφηνε περιθώρια επιβίωσης (ΑΠ284/2010,ο.π.)". Με αυτά τα δεδομένα, ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα εκτίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι προέκυψαν οι από το νόμο απαιτούμενες (άρ.309 παρίε και 313ΚΠΔ) επαρκείς ενδείξεις τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Κ. A. και απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του O. D., καθώς και της παράνομης οπλοφορίας σε κέντρο διασκέδασης και οπλοχρησίας, που προβλέπονται και τιμωρούνται (σε βαθμό κακουργήματος οι δύο πρώτες και οι λοιπές δύο σε βαθμό πλημμελήματος) από τις διατάξεις των άρθρων 18, 26 παρ. 1 α',27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 59, 60, 61, 63, 79, 80, 94 παρ.1 και 299παρ.1ΠΚ σε συνδυασμό με 10 παρ. 1, 13 εδ.α', 14, σε συνδ. με αρθρ. 1 παρ. 1 περ. α' Ν. 2168/1993, και παρέπεμψε τον εκκαλούντα- κατηγορούμενο να δικαστεί ενώπιον του αρμοδίου καθύλην και κατά τόπον ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφερείας του Εφετείου Κέρκυρας που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Κέρκυρας. Ύστερα από τα παραπάνω εκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία η ασκηθείσα από τον εκκαλούντα έφεση κατά του υπ. αριθμ.73/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, καταδικαστεί δε ο τελευταίος σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ, όπως αντικ. με άρθρο 55 παρ.1 Ν. 3160/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.3 Ν. 663/77, 5 παρ.12 Ν. 1738/87 και υπ' αριθμ. 134423/1993 ως και Υ.Α. 58553/28.6.2006 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε 220 ευρώ". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη της κατά του κατηγορουμένου επ' ακροατηρίου κατηγορίας για ανθρωποκτονία από πρόθεση, για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, για παράνομη οπλοφορία σε κέντρο διασκέδασης και για παράνομη οπλοχρησία, απέρριψε την υπ' αριθμ. 18/19.9.2010 έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 73/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με το οποίο παραπέμπεται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας που θα ορισθεί νόμιμα, για να δικασθεί ως υπαίτιος για τα δύο κακουργήματα της ανθρωποκτονίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση και τα δύο πλημμελήματα, ήτοι την παράνομη οπλοφορία σε κέντρο διασκέδασης και την παράνομη οπλοχρησία (άρθρα 26 παρ. 1, 27, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του Π.Κ., 1 παρ.1α, 10 παρ. 1, 13α' και β' και 14 του ν.2168/1993). Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην επαρκή και αναλυτική εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν απ' όλη τη μέχρι την ημεροχρονολογία που το συμβούλιο που εξέδωσε το ως άνω βούλευμα διαδικασία, σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 94 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του Π.Κ. , 1 παρ.1α, 10 παρ. 1, 13' και β' και 14 του ν.2168/1993. Ειδικότερα αναφέρεται ότι συνήγαγε τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση τετελεσμένης και εν αποπείρα, της παράνομης οπλοφορίας σε κέντρο διασκέδασης και της παράνομης οπλοχρησίας, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν τις ιατροδικαστικές εκθέσεις και τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και τις απολογίες του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Α. Κ.. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δε, κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτό προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικό συμβούλιο. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεσης του υπ' αριθμ. 121/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε την έφεση κατηγορουμένου για τετελεσμένη και εν απόπειρα ανθρωποκτονία, οπλοφορία σε κέντρο διασκέδασης και οπλοχρησία. Λόγοι αναίρεσης: 1) απόλυτη ακυρότητα επί της μη γνωστοποίησης στον κατηγορούμενο των αντίστοιχων εισαγγελικών προτάσεων προς τα δικαστικά συμβούλια. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αορίστου αλλά και ως αβασίμου. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 22/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Π., κατοίκου ... που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 21079/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείον - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1139/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης Δ. Κ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με θυροκόλληση στην ευρισκόμενη στην οδό ... οικία του, παρουσία της μάρτυρα, Ό. Χ. όπως δε προκύπτει από το από 21-9-10 αποδεικτικό του επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, Λ. Χ., αντίγραφο της αυτής κλήσεως επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο του, Ευάγγελο Δ. Ντούβαλη), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2010 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Κ. Π. του Π., για αναίρεση της 21079/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 23/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος P. R. του C., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βούλγαρη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 270,274,283,284/2002 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 963/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 328/5.10.201 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1 περίπτ. 2, 527§§1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 9-7-2010 αίτηση του P. R. του C., κατοίκου ... με την οποία ζητεί, επικαλούμενος νέα στοιχεία, την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 270, 274, 283, 284/2002 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, δια της οποίας του επεβλήθη συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, εκθέτομεν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Στις 27-12-2000 σχηματίσθηκε ποινική δικογραφία σε βάρος των Γ. Α. του Θ. και των αλλοδαπών A. K. R., Q. B. και ενός ακόμη Αλβανού υπηκόου, ονόματι G., αγνώστων λοιπών στοιχείων, για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία κ.τ.λ. Οι τρεις πρώτοι εξ αυτών συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον 28ο τακτικό Ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο οποίος διενεργώντας κυρία ανάκριση, διέταξε την προσωρινή κράτησή τους. Κατά του τελευταίου G. εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2/4-1-2001 ένταλμα συλλήψεως. Επακολούθησε η εκδίκαση της υποθέσεως από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, το οποίο, ως προς των άγνωστο και απόντα G., προέβη στον χωρισμό της υποθέσεως, δικάζοντας αυτόν μόνο για τις πλημμεληματικές πράξεις. Με την υπ' αριθμ. 270, 274, 283, 284/2002 απόφασή του κατεδίκασε αυτόν για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Με την ίδια απόφαση οι ανωτέρω τρεις κατεδικάστησαν σε ισόβια κάθειρξη και φυλάκιση. Σεπτέμβριο του 2008 συνελήφθη στον ... ο αιτών, διότι οι Αστυνομικές αρχές θεώρησαν ότι αυτός ήταν ο G., κατά του οποίου είχε εκδοθεί το ανωτέρω ένταλμα συλλήψεως. Η σύνδεση του αιτούντος με τον G., ωφείλετο στο γεγονός, ότι σε άλλη δικογραφία που είχε σχηματίσει το Α.Τ. Ασπροπύργου και αφορούσε υπόθεση ναρκωτικών, ο συλληφθείς για εμπορία ναρκωτικών Ν. Κ., είχε καταθέσει, ότι την ηρωίνη παρέλαβε από κάποιον Αλβανό Γ., του οποίου το επώνυμο με την επιφύλαξη λάθους, είναι R.. Μετά την κατά τα άνω σύλληψη του αιτούντος, ακολούθησε η διαδικασία εισαγωγής της κατ' αυτού εκκρεμούς ποινικής δικογραφίας για ανθρωποκτονία από πρόθεση κ.τ.λ. στο άνω Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Με την υπ' αριθμ. 250, 251/10-4-2009 απόφαση αυτού ανεβλήθη η εκδίκαση της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις και, συγκεκριμένα, για να διενεργηθεί ανάλυση DNA του κατηγορούμενου από τη Δ/νση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, δοθέντος ότι στην υπ' αριθμ. 3022/9/1874η/6-12-2004 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, την οποία διενήργησε η Αστυνόμος Β' - Χημικός - Βιοχημικός του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών και Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών, είχε ευρεθεί βιολογικό υλικό, το οποίο λόγω μη συλλήψεως του αγνώστου κατά τα λοιπά G., δεν ήταν δυνατόν να συγκριθεί. Σ' εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο βιοχημικός της προαναφερθείσης Αστυνομικής Υπηρεσίας Ν. Τ. (Αστυνόμος Α') διενήργησε πραγματογνωμοσύνη, συντάξας την από 6-7-2009 έκθεση. Το συμπέρασμα αυτού ήταν, ότι το βιολογικό υλικό που ανεφέρετο στην έκθεση των παραπάνω πειστηρίων, δεν ανήκε στον αιτούντα P. R.. Έτσι, το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών το οποίο, εν συνεχεία, εδίκασε την υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω που κατεδικάστησαν για ανθρωποκτονία, τις περιγραφές που αυτοί είχαν δώσει στην Αστυνομία, αλλά και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου από το οποίο κατεδικάσθησαν, ως προς τα χαρακτηριστικά του συγκατηγορουμένου τους G., αθώωσε με σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέως τον κατηγορούμενο και νυν αιτούντα. Κατόπιν των ανωτέρω, ο αιτών υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση, ζητώντας την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω αμετάκλητη υπ' αριθμ. 270, 274, 283, 284/2002 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών.Με βάση τα άνω ιστορηθέντα, η αίτηση αυτού πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί ως προς αυτόν η προαναφερθείσα απόφαση και κατ' εφαρμογήν του άρθρου 79 Κ.Π.Δ. η ποινική δίωξη κατ' αυτού να θεωρηθεί ως μη γενομένη. ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν α) Να γίνει δεκτή η από 9-7-2010 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του P. R. του C., γεννηθέντος στην Αλβανία, κατοίκου .... β) Να ακυρωθεί ως προς αυτόν η υπ' αριθμ. 270, 274, 283, 284/2002 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών και η κατ' αυτού σχετική ποινική δίωξη να θεωρηθεί ως μη γενομένη. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "όταν προκύψει σαφώς ότι η διαδικασία στρέφεται εναντίον κατηγορουμένου από πλάνη ως προς την ταυτότητα του προσώπου του, ο ποινικός δικαστής αποφαίνεται ότι η ποινική δίωξη θεωρείται σαν να μην έγινε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν με σαφήνεια προκύψει ενώπιον του δικαστηρίου ή του συμβουλίου ότι η διαδικασία στρέφεται εναντίον κατηγορουμένου από πλάνη ως προς την ταυτότητα του προσώπου του, δηλαδή στην περίπτωση που το συγκεκριμένο πρόσωπο κατηγορείται από λάθος αντί άλλου προσώπου, έστω και αν έχει επέλθει η παραγραφή, το δικαστήριο αποφαίνεται ότι η ποινική δίωξη θεωρείται σαν να μην έγινε. Εν προκειμένω, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 27 Δεκεμβρίου 2000 σχηματίστηκε ποινική δικογραφία σε βάρος των Γ. Α. του Θ. και των αλλοδαπών Α. K. R., Q. B. και ενός ακόμη Αλβανού υπηκόου, ονόματι G., αγνώστων λοιπών στοιχείων, για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία κλπ. Οι τρεις πρώτοι απ' αυτούς συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον 28° τακτικό Ανακριτή Αθηνών, ο οποίος, διενεργώντας κύρια ανάκριση, διέταξε την προσωρινή κράτηση τους. Κατά του τελευταίου (G.) εκδόθηκε το 2/4.1.2001 ένταλμα συλλήψεως. Επακολούθησε η εκδίκαση της υποθέσεως από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, το οποίο, ως προς τον άγνωστο και απόντα G. προέβη στον χωρισμό της υποθέσεως, δικάζοντες αυτόν μόνο για τις πράξεις που είχαν χαρακτήρα πλημμελήματος. Με την 270, 274, 283, 284/2002 απόφαση του, καταδίκασε αυτόν για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, επιβάλλοντας του συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών. Με την ίδια απόφαση, οι ανωτέρω τρεις καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη και φυλάκιση. Τον Σεπτέμβριο του 2008 συνελήφθη στον ... ο αιτών, διότι οι Αστυνομικές Αρχές θεώρησαν ότι αυτός ήταν ο G., κατά του οποίου είχε εκδοθεί το προαναφερόμενο ένταλμα συλλήψεως. Η σύνδεση του αιτούντος με τον G. οφείλονταν στο ότι σε άλλη δικογραφία, που είχε σχηματίσει του Αστυνομικό Τμήμα Ασπροπύργου και αφορούσε υπόθεση ναρκωτικών, ο Ν. Κ. που συνελήφθη για εμπορία ναρκωτικών, είχε καταθέσει ότι την ηρωίνη παρέλαβε από κάποιον Αλβανό, ονομαζόμενο Γ., του οποίου το επώνυμο, με την επιφύλαξη λάθους ήταν R.. Μετά τη σύλληψη του αιτούντος ακολούθησε η διαδικασία εισαγωγής της εκκρεμούς κατ' αυτού ποινικής δικογραφίας για ανθρωποκτονία από πρόθεση κλπ. στο ως άνω Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών. Με την 250, 251/10.4.2009 απόφαση του ΜΟΔ, αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως, προκειμένου να διενεργηθεί ανάλυση DΝΑ του κατηγορουμένου από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, διότι στην 3022/9/187η/6.12.2004 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης την οποία διενήργησε η Αστυνόμος Β' - Χημικός - Βιοχημικός του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών και Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, είχε βρεθεί βιολογικό υλικό, το οποίο, λόγω μη συλλήψεως του αγνώστου κατά τα λοιπά G., δεν ήταν δυνατόν να συγκριθεί, Σ' εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο βιοχημικός της παραπάνω Αστυνομικής Υπηρεσίας Αστυνόμος Α' Ν. Τ. διενήργησε πραγματογνωμοσύνη, για την οποία συνέταξε την από 6.7.2009 έκθεση. Το συμπέρασμα αυτού ήταν ότι το βιολογικό υλικό, που αναφερόταν στην έκθεση των παραπάνω πειστηρίων, δεν ανήκε στον αιτούντα P. R.. Έτσι, το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, το οποίο στη συνέχεια δίκασε την υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη και τις ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω, που καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία, τις περιγραφές που αυτοί είχαν δώσει στην Αστυνομία, αλλά και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από το οποίο καταδικάστηκαν ως προς τα χαρακτηριστικά του συγκατηγορουμένου τους G., αθώωσε με σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέως τον κατηγορούμενο και ήδη αιτούντα. Μετά την ως άνω αθώωσή του, ο αιτών υπέβαλε την κρινόμενη αίτηση, ζητώντας την επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω αμετάκλητη 270, 274, 283, 284/2002 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Με βάση τα παραπάνω ιστορηθέντα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας, να ακυρωθεί ως προς τον αιτούντα η προαναφερόμενη αμετάκλητη 270, 274, 283, 284/2002 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών και κατ' εφαρμογήν της μνημονευόμενης στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεως του άρθρου 79 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να θεωρηθεί η ποινική δίωξη σαν να μην έγινε. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΔΕΧΕΤΑΙ την από 9 Ιουλίου 2010 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του P. R. του C., που γεννήθηκε στην Αλβανία και κατοικεί στα .... ΑΚΥΡΩΝΕΙ ως προς τον άνω αιτούντα την 270, 274, 283, 284/2002 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ότι η ποινική δίωξη κατ' αυτού "α) για οπλοφορία, συνισταμένη στο ότι στον ... και στην κατοικία "Βίλα ..." την νύκτα από 26 προς 27 Δεκεμβρίου 2000, έφερε όπλο, κατά την έννοια του νόμου, πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιαστεί με άδεια που νόμιμα χορηγείται από τον Αστυνομικό Διευθυντή του τόπου κατοικίας του και συγκεκριμένα τη νύκτα από 26 προς 27 Δεκεμβρίου 2000 και στην ως άνω κατοικία έφερε μαζί του ένα μαχαίρι αγνώστων διαστάσεων, πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα, χωρίς να έχει εφοδιασθεί με τη νόμιμη άδεια και β) για οπλοχρησία, συνισταμένη στο ότι στο ... και στην κατοικία "Βίλα ...", τη νύκτα από 26 προς 27 Δεκεμβρίου 2000, ενεργώντας από κοινού με τους Γ. Α., Α. K. R. και Q. B., έκανε χρήση όπλου, κατά την έννοια του νόμου, πρόσφορου για άμυνα ή επίθεση και συγκεκριμένα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατόπιν συναποφάσεως και κοινής δράσεως ενεργώντας, έκαναν χρήση ενός μαχαιριού, με το οποίο επιτέθηκαν στον Η. A., τραυματίζοντας τον με αυτό σε διάφορα σημεία του σώματος του και του προκάλεσαν τον θάνατον", θεωρείται σαν να μην έγινε. Kρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2010 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Πλάνη σχετικά με την ταυτότητα του κατηγορουμένου. Αν προκύψει με σαφήνεια ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Συμβουλίου ότι η διαδικασία στρέφεται κατά κατηγορουμένου από πλάνη ως προς την ταυτότητα του προσώπου του, τούτο αποφαίνεται ότι η ποινική δίωξη θεωρείται σαν να μην έγινε, έστω και αν έχει επέλθει η παραγραφή. Δεκτή. Ακυρώνεται ως προς τον αιτούντα η απόφαση του ΜΟΔ και η κατά του αιτούντος σχετική ποινική δίωξη θεωρείται ως μη γενομένη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 7/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1130/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 2 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 1947 του Ν. 1947/1991 και άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν, σύμφωνα με το άρθρο 352 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υποβλήθηκε αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθεί και εξετασθεί ως μάρτυς υπερασπίσεως ο Γ. Μ., ο οποίος ήταν αυτόπτης, και ο Γ. Τ.. Επί του αιτήματος το Δικαστήριο αρχικά μεν επιφυλάχθηκε να απαντήσει, στη συνέχεια όμως αποφάνθηκε επί του αιτήματος, μόνον αναφορικά προς τον Τ., με την αιτιολογία "Το αίτημα αναβολής για να προσέλθει ο μάρτυρας Γ. Τ., απών κατά την έναρξη, ο οποίος όμως κατά τη διαδικασία προσήλθε και εξετάσθηκε είναι απορριπτέο ως άνευ αντικειμένου" χωρίς να απαντήσει ρητά στο σκεπτικό του και στο αίτημα να αναβληθεί η υπόθεση προκειμένου να εξετασθεί ο απολειπόμενος μάρτυρας Γ. Μ.. Όμως, η μη ρητή απάντηση στο αίτημα και για την προσέλευση του μάρτυρος Μ. οφείλεται στην απόσυρσή του από τον ίδιο, δεδομένου ότι από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι επέμεινε στην ανάγκη εξετάσεως του ως άνω μάρτυρος, παρόλο που του εδόθηκε ο λόγος μετά το πέρας της διαδικασίας από την Πρόεδρο. Σε κάθε δε περίπτωση προκύπτει ότι το Δικαστήριο είχε σχηματίσει πεποίθηση από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν θεωρούσε αναγκαία την εξέταση του ως άνω μάρτυρος. Επομένως, δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακροάσεως του αναιρεσείοντος, συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 παρ. 2 εδ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης καταθέσεως που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, αν έγινε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, μετά την 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και θεμελιώνει έτσι λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 περ. ΙΑ' του ίδιου Κώδικα (ΟλΑΠ 2/1999). Η απόλυτη αυτή ακυρότητα η οποία δημιουργείται από τη λήψη υπόψη και την αξιολόγηση από το Δικαστήριο της ένορκης ή ανώμοτης καταθέσεως, που λήφθηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, από τον εξεταζόμενο ως μάρτυρα ύποπτο και στη συνέχεια κατηγορούμενο για την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη, δεν επέρχεται όταν ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του στο Δικαστήριο αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της καταθέσεώς του αυτής, θέλοντας να αποτελέσει αυτή οργανικό περιεχόμενο της απολογίας του και να ενσωματωθεί με αυτή. Είναι δε επιτρεπτή η αναφορά αυτή από τον κατηγορούμενο στην ένορκη ή ανώμοτη κατάθεσή του ως μάρτυρα και ως υπόπτου εξετασθέντος σε τέτοια προανάκριση, δεδομένου ότι η απόλυτη αυτή ακυρότητα από τη λήψη υπόψη και τη μη θέση της στο αρχείο της καταθέσεως αυτής δεν επέρχεται ευθέως, αφού ο νόμος (άρθρο 31 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) δεν απαγγέλλει ακυρότητα, αλλά σε σχέση με τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Ολ.Α.Π. 2/1999). Δηλαδή ο κατηγορούμενος κατά την ενάσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, όπως είναι και η απολογία του δικαιούται να αναφερθεί εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος σε ένορκη κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση κατάθεσή του και να θεωρήσει και αποδεχθεί το περιεχόμενο αυτής και ως περιεχόμενο της απολογίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών για ανθρωποκτονία από αμέλεια και παράβαση του άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ. και όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής τούτο προέβη, κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, στην ανάγνωση, μεταξύ άλλων, και της από 10.10.2004 εκθέσεως κατ' αντιπαράσταση εξετάσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ως μάρτυρος, και των μαρτύρων Δ. Μ. και Γ. Μ., κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως της υποθέσεως, στην συνέχεια δε, αξιολογώντας και τις καταθέσεις αυτές, κατέληξε στην ως άνω καταδικαστική απόφαση. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης του Δικαστηρίου της ουσίας, ο αναιρεσείων, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναφέρθηκε στην παραπάνω κατάθεσή του, της οποίας το περιεχόμενο δεν διαφέρει από τη θέση που διατύπωσε απολογούμενος. Επομένως με τη λήψη υπόψη από το Εφετείο της ως άνω ένορκης κατ' αντιπαράσταση προανακριτικής καταθέσεως δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας εξαιτίας της λήψεως υπόψη της ένορκης αυτής καταθέσεως του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεώς τους, διότι στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1130/2010 απόφασή του, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, για ανθρωποκτονία από αμέλεια και παράβαση του άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ.. ". Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Τριμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 28 ετών και ο Β. Ρ., ηλικίας 21 ετών, οι οποίοι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, τη νύχτα της 8ης προς 9 Σεπτεμβρίου 2002, συνδιασκέδαζαν στο νυχτερινό κέντρο "Ποσειδώνιο" απ' όπου αναχώρησαν περί ώρα 04.00 της 9.9.2002 για να επιστρέψουν στις κατοικίες τους (... και ... αντίστοιχα) με διαφορετικά οχήματα ο καθένας. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του - ΤΟΥΟΤΑ AVENSIS και ο Β. Ρ. το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εργοστασίου κατασκευής ΝΙSSΑΝ ΡRIΜΕRΑ. Η αρχική κατεύθυνση των δύο οχημάτων ήταν κοινή επί της .... Στο σημείο όπου η ... παρουσιάζει έντονη αριστερή σε σχέση με την πορεία τους καμπύλη, ενώνεται με την οδό ... και καταλήγει είτε προς ... είτε προς Λεωφόρο ..., στην αρχή της, διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα αυτό, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων. Ενώ λοιπόν τα δύο οχήματα εκινούντο επί της Λεωφόρου ... και περί ώρα 04.15', ο Β. Ρ., στην αριστερή λωρίδα με ταχύτητα περίπου 70 χιλιομέτρων την ώρα, προπορευόμενος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ο οποίος εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα ανώτερη της ταχύτητας του Β. Ρ. (ανώτατη επιτρεπομένη 50 χλμ/ώρα), ο κατηγορούμενος επιχείρησε με την αυξημένη ταχύτητα που είχε αναπτύξει, αιφνίδιο προς τα αριστερά ελιγμό και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το πιο πάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Β. Ρ., παρεμποδίζοντας έτσι την κανονική πορεία του αυτοκινήτου του Β. Ρ., από τα αριστερά. Ο τελευταίος (Β. Ρ.) για να αποφύγει την αναπόφευκτη σύγκρουση των δύο οχημάτων επιχείρησε αναγκαίο προς τα δεξιά ελιγμό επί της αριστερής σε σχέση με την πορεία του καμπύλης, με αποτέλεσμα, αν και τα δύο οχήματα δεν ήλθαν σε επαφή, το αυτοκίνητο του Β. Ρ. να πλαγιολισθήσει προς τα δεξιά επί 23 μέτρα, χωρίς ο οδηγός του να μπορεί να ελέγξει την πορεία του, λόγω της καμπυλότητας της οδού στο εν λόγω σημείο, να εκτραπεί της πορείας του και αφού προσέκρουσε σε πινακίδα (φωτιζόμενη ορίου ταχύτητας) και στα υπάρχοντα μεταλλικά κιγκλιδώματα, στο άκρο δεξιό τμήμα της οδού να εισέλθει στην παράπλευρο οδό ... (δεξιά) και να ανατραπεί. Στην πινακίδα το αυτοκίνητο προσέκρουσε με την εμπρόσθια πλευρά και στα στηθαία με την δεξιά προς τα εμπρός πλευρά του. Τα δε ίχνη πλαγιολίσθησης (φυγοκεντρικά ίχνη εκτροπής) δεν αποτυπώνονται και από τους τέσσερις τροχούς στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, επειδή ήσαν ίχνη αποφευκτικού ελιγμού αποφυγής σύγκρουσης με το όχημα του κατηγορουμένου, που παρενεβλήθη από τα αριστερά. Από την ανατροπή αυτή υπέστη ο οδηγός Β. Ρ. βαριές κακώσεις κεφαλής και αυχένος, από τα οποία προήλθε ο θάνατός του, αμέσως μετά το τροχαίο ατύχημα. Στο αίμα του θανόντος διαπιστώθηκε παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 0,21 γραμ. ανά 1000 κ. εκ., δηλαδή ποσοστό κατώτερο του επιτρεπομένου των 0,50 gr/lt αίματος. Ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε την εκτροπή του αυτοκινήτου του φίλου του, στάθμευσε το όχημά του σε απόσταση 100 -150 μέτρα, αποβιβάσθηκε και πλησίασε στο σημείο, όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο του Β. Ρ., φωνάζοντας το όνομά του. Μόλις όμως αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης αποχώρησε από το σημείο του ατυχήματος, αφού προηγουμένως είχε μιλήσει με τους μάρτυρες Π. Λ. και Δ. Μ., οι οποίοι κινούμενοι επί της ..., βρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά το συμβάν και σταμάτησαν για να δουν τι συνέβη. Στους μάρτυρες αυτούς ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν μαζί με τον οδηγού του εκτραπέντος αυτοκινήτου, το οποίο βγήκε έξω από το δρόμο αν και δεν έτρεχε....Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, για το θανάσιμο τραυματισμό του Β. Ρ. υπαίτιος είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προξένησε με το όχημά του κατά την οδήγησή του το θανάσιμο τραυματισμό του Β. Ρ. και συγκεκριμένα δεν οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του, δεν έλεγξε αν μπορούσε να προβεί σε ελιγμό προς τα αριστερά και αλλαγή της λωρίδας κυκλοφορίας, χωρίς να αποκλείσει τη χρήση της οδού από τον κανονικά κινούμενο Β. Ρ., επί πλέον δεν έλαβε υπόψη του τις συνθήκες της οδού (μεγάλη καμπυλότητα και στο σημείο αυτό τεχνητός φωτισμός, λόγω νυχτερινής ώρας), ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του ανάλογα και εντός του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα. Αντίθετα επέτρεψε ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου, εισήλθε αιφνίδια στη λωρίδα κυκλοφορίας του Β. Ρ., αποκλείοντας την πορεία του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος αν και αντέδρασε άμεσα, να απολέσει τον έλεγχο στο αυτοκίνητό του, να εκτραπεί και να ανατραπεί αυτό. Το ατύχημα δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε υπερβολική ταχύτητα του οδηγού Β. Ρ., ο οποίος είχε μεν αναπτύξει ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπομένης κατά 20 χλμ/ώρα, ωστόσο όμως η εκτροπή και ανατροπή του αυτοκινήτου του δεν θα αποτρεπόταν και αν είχε τη νόμιμη ταχύτητα των 50 χλμ/ώρα, εξ αιτίας της αιφνίδιας από τα αριστερά παρεμβολής στην πορεία του, του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου σε σημείο, όπου η οδός εμφάνιζε καμπυλότητα. Ο κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή στο ένδικο ατύχημα, ισχυριζόμενος ότι αυτό οφείλεται σε υπερβολική ταχύτητα του Β. Ρ., καθώς και σε στιγμιαία ύπνωση του Β. Ρ., λόγω προχωρημένης ώρας, κόπωση και κατανάλωση αλκοόλ, τα οποία είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, διότι, κατά τα προαναφερθέντα, ο θανών δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ πέραν του νόμιμου ορίου και επί πλέον αποδείχθηκε άμεση και σωστή αντίδραση εκ μέρους του σε σχέση με την οδηγική του συμπεριφορά, προς αποφυγή του ατυχήματος. Επίσης ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι αυτός με τη συνοδηγό του Π. Γ. ήταν σταθμευμένοι στο φανάρι προ του ατυχήματος, ο θανών τους προσπέρασε με μεγάλη ταχύτητα, αρχικά με ελιγμό προς τα αριστερά και μετά δεξιά, οπότε και εξετράπη της πορείας του, χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε εμπλοκή του δικού του αυτοκινήτου. Τα παραπάνω είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (σχεδιάγραμμα, μαρτυρικές καταθέσεις, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, φωτογραφίες). Δεν αναιρείται δε η κρίση του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι κατά τον έλεγχο που έγινε στο όχημα του θανόντος, την 25.11.2002 από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ δεν ευρέθησαν χρωματικά ίχνη λευκού (ασημί ήταν το χρώμα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου) ή άλλου χρώματος ξένου οχήματος, εφόσον, αφενός, όπως προαναφέρθηκε, τα οχήματα δεν ήλθαν σε επαφή, αφετέρου η αποτύπωση λευκού χρώματος στην αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου του θανόντος και στον εξωτερικό αριστερό καθρέπτη δεν διερευνήθησαν από τα εργαστήρια των Εγκληματολογικών Υπηρεσιών με εργαστηριακή ανάλυση χρωμάτων και κατά την κοινή λογική, πιθανόν να προηγήθηκαν από την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του θανόντος στην πινακίδα ορίου ταχύτητας, τα προστατευτικά κιγκλιδώματα και την μετέπειτα ανατροπή του. Δηλαδή αποδείχθηκε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Β. Ρ. συνδέεται αιτιωδώς με την αιφνίδια παρεμβολή από τα αριστερά στην πορεία του, του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τη συνολική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος αμέσως μετά το ατύχημα, αν και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον θανόντα, απομακρύνθηκε από τον τόπο του ατυχήματος, δεν ανέμεινε την άφιξη της Τροχαίας, για να δώσει πληροφορίες για το συμβάν, στα αδέλφια του θανόντος ανέφερε ψευδώς για την κατάσταση της οδού, δηλώνοντας ότι γινόντουσαν έργα, στην αρχή προσπάθησε να μην αποκαλυφθεί η παρουσία του στον τόπο του ατυχήματος, εμφανίσθηκε στην Τροχαία Καλλιθέας ύστερα από αναζήτηση 12 ημέρες μετά το ατύχημα, δηλώνοντας αρχικά ψευδώς ότι οδηγούσε το ... φορτηγό αυτοκίνητο της εργοδότριας εταιρείας του ... Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και παράβασης του άρθρου 43 ΚΟΚ". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ήτοι την ανθρωποκτονία από αμέλεια, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάσεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 28 και 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και 43 παρ. 2α, γ και 4 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με τον νόμο 2696/1999, που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ειδικότερα ότι η πληττόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει επακριβώς και με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα τα οποία οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην παραπάνω καταδικαστική του κρίση και χωρίς να προβαίνει στην οφειλόμενη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική τους συσχέτιση, είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη απορριπτέα ως αβάσιμα. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Ως προς την αμέλεια, το Δικαστήριο με σαφήνεια διευκρινίζει ως μη συνειδητή, ο δε χαρακτηρισμός της στο διατακτικό ως ενσυνείδητης οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Κατ' ακολουθίαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τέταρτος και μοναδικός πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι. Επειδή, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ. α), και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ. ε). Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ζωή αλλά και τα περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που τους θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "Έχω λευκό ποινικό μητρώο, καίτοι είμαι επαγγελματίας οδηγός 20 έτη, ουδέποτε έχω προξενήσει τροχαίο ατύχημα, είμαι οικογενειάρχης, πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων. Αιτούμαι την αναγνώριση ελαφρυντικών προτέρου εντίμου βίου, καλής διαγωγής μετά την πράξη επί μακρόν". Τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς λόγω της αοριστίας τους, τους απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του με την εξής αιτιολογία: "Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι τη διάπραξη των ως άνω πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε αρκεί γι' αυτό μόνο η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας ή η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, που δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω. Επίσης, από την όλη προαναφερόμενη συμπεριφορά του και ενέργειες που αφορούσαν την προσπάθειά του να μην αποκαλυφθεί η παρουσία του στον τόπο του ατυχήματος και να αποπροσανατολίσει τις προανακριτικές αρχές επί χρονικό διάστημα 4,5 μηνών και εφόσον επί πλέον δεν αρκεί για το μετέπειτα χρονικό διάστημα γενικά η παθητική συμπεριφορά του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' Π.Κ., δηλαδή προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη". Το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του, αλλά και με όσα αναπτύσσει στο σκεπτικό του, που έχει ήδη εκτεθεί, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με βάση την οποία απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων δεν έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και δεν συμπεριφέρθηκε καλά επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του τελευταίου ισχυρισμού, η προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς αποκρούει τον ισχυρισμό αυτό, αναφερόμενη στη συμπεριφορά και ενέργειες του αναιρεσείοντος, που αφορούσαν στην προσπάθειά του να μην αποκαλυφθεί η παρουσία του στον τόπο του ατυχήματος και να αποπροσανατολίσει τις προανακριτικές αρχές επί χρονικό διάστημα 4,5 μηνών. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Επειδή, και ενόψει του δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως και τον από 2 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ... 1130/2.2.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Απόλυτη ακυρότητα- Έλλειψη ακροάσεως, 2) Απόλυτη ακυρότητα διότι αναγνώστηκε η κατ' αντιπαράσταση με μάρτυρες προανακριτική εξέταση του κατηγορουμένου. 3) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 4) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς 5) Πρόσθετος έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένη σε αντίφαση μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού. Ο πρώτος λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος•, διότι δεν επέμεινε &το αίτημα αυτό ο αναιρεσείων. Ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε στην προανακριτική του κατάθεση, της οποίας το περιεχόμενο δεν διαφέρει από τη θέση που διατύπωσε απολογούμενος. Οι υπόλοιποι λόγοι απορρίπτονται ως αβάσιμοι και καθ' ό μέρος αφορούν στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας ως απαράδεκτοι. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 1/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ Α' ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας : Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπροέδρους, Χαράλαμπο Δημάδη, Βασίλειο Φούκα-Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεωργία Λαλούση, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Βασίλειο Φράγκο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ασπασία Καρέλλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σταματάκη και 2)Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 2428α, 2499/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με παρεμβαίνοντα τον Γ. Β. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Δεκεμβρίου 2009 και 11 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 21/2010. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1568/2010 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Α' Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις, ως προς τον λόγο αναιρέσεως περί παραβίασης του δεδικασμένου, όπως παραπέμπεται με την 1568/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η κρινομένη υπόθεση νομίμως φέρεται ενώπιον της Τακτικής Ολομελείας, ως προς τον παραπεμφθέντα σε αυτή, με την υπ' αριθμό 1568/2010 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγο, περί παραβιάσεως δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθμό 8005/2003 απόφαση του Εφετείου Ρώμης, σύμφωνα με τα άρθρα 14 §7 εδ. β' και δ', 23 §1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988, όπως ισχύει) και 3 §2 του Ν. 3810/1957.- Επειδή, κατά το άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ., αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 §2, 525 και 526 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 36, 43, 46, 50, 125, 132, 310, 370 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ. και τις γενικές αρχές του δικονομικού δικαίου, συνάγεται ότι η εκκρεμοδικία, παρά την ανυπαρξία ρητής δικονομικής διατάξεως, αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση, η οποία εμποδίζει την άσκηση νέας (δεύτερης) ποινικής διώξεως και την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας κατά του ιδίου προσώπου, για την ίδια πράξη, για την οποία έχει ήδη ασκηθεί προηγούμενη ποινική δίωξη. Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής διώξεως, είναι απαράδεκτη, αφού το ανεπίτρεπτο της ποινικής διώξεως, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, έχει την έννοια ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια πράξη, που νοείται ως idem factum και όχι idem crimen. Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως και για να τηρηθεί ο κανόνας "non bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 Κ.Ποιν.Δ. αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Όσον αφορά την έννοια της ταυτότητας της πράξεως, αυτή υπάρχει όταν αφορά το ίδιο ιστορικό γεγονός στο σύνολό του που αφορά την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, είτε αυτό συνάπτεται άμεσα με το δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε επακολουθεί (ουσιαστικό έγκλημα). Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα, ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. Έτσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέσθηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάσθηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάσθηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Κατά την παράγραφο όμως 2 του ιδίου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάσθηκε και εξέτισε την ποινή του εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής αποφάσεως αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχείο θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ιδίου Κώδικα, η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1462/1997, επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου καθιερώνεται η αρχή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλομένης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους. Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Διεθνούς Συμφώνου διότι αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλομένου Κράτους. Όμως η αρχή αυτή (ne bis in idem) είχε προβλεφθεί ήδη από τον ημεδαπό νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 57 Κ.Ποιν.Δ., όπως προαναφέρθηκε, και επαναλήφθηκε και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το Ν.1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" (Ολομ. ΑΠ. 7/2002). Εξάλλου, η Σύμβαση για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και έχει κυρωθεί στην Ελλάδα με τον Ν.2514/1997, ορίζει στο άρθρο 54 ότι "όποιος δικάσθηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη". Η χώρα μας, ωστόσο, επικαλούμενη το άρθρο 55 της Συμβάσεως, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στα συμβαλλόμενα μέρη να διατυπώσουν δηλώσεις περί μη δεσμεύσεώς τους από το προηγούμενο άρθρο 54, διατύπωσε, με το άρθρο τέταρτο του κυρωτικού νόμου, τέτοιες επιφυλάξεις, αποκλείοντας, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του άρθρου 54, στα εγκλήματα παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Ακολούθησε όμως η σύμβαση της Λισσαβόνας, που υπογράφηκε στις 13-12-2007 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.3671/2008 και ισχύει από 1-12-2009, οπότε κυρώθηκε από όλα τα συμβληθέντα Κράτη (με τελευταίο την Τσεχία), με την οποία τροποποιήθηκε η σύμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Στο άρθρο 6 §1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, ορίζεται ότι "Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες". Περαιτέρω ο Χάρτης στο άρθρο 50 ορίζει ότι: "Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με το νόμο". Ανάγει έτσι την αρχή ne bis in idem σε θεμελιώδες δικαίωμα. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή αποτελεί εξειδίκευση της γενικώτερης αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, που περιέχεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 69Α του κεφαλαίου 4 με τίτλο "Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις", που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Και είναι μεν αληθές ότι με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 69Α ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να λαμβάνουν μέτρα που αφορούν "τον καθορισμό κανόνων και διαδικασιών για να εξασφαλίζεται η αναγνώριση, σε ολόκληρη την Ένωση, όλων των τύπων δικαστικών αποφάσεων και διαταγών", αλλά για το ειδικότερο θέμα της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στον ισόκυρο, κατά τα προλεχθέντα, με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, Χάρτη, δεν απαιτείται προφανώς η θέσπιση εκτελεστικών κανόνων και διαδικασιών, αφού η διάταξη του άρθρου 50 του τελευταίου (του Χάρτη) είναι σαφής και πλήρης και αμέσως εφαρμόσιμη, όπως το τελευταίο προκύπτει από το άρθρο 51 §1 του Χάρτη, οι δε προϋποθέσεις εφαρμογής της μπορούν να συναχθούν από την αυτόνομη ερμηνεία της. Οι τυχόν γενόμενες δηλώσεις (επιφυλάξεις) των κρατών-μελών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 55 της Συμβάσεως για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, όπως η γενομένη από την Ελλάδα με το τέταρτο άρθρο του κυρωτικού της Συμβάσεως για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν Ν.2514/1997, έπαυσαν να ισχύουν, διότι στο άρθρο 50 του Χάρτη της Συνθήκης της Λισσαβόνας δεν προβλέπονται δυνητικές εξαιρέσεις από τη διακρατική ισχύ της αρχής ne bis in idem, ανάλογες με αυτές που προβλέπει το άρθρο 55 της ΣΕΣΣ (Συμβάσεως Σένγκεν), ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 50 του Χάρτη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 52 §1 του Χάρτη "Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στο Χάρτη αυτόν πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών". Οι κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής (άρ. 52 §1) του Χάρτη της Λισσαβόνας προβλεπόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει, όπως ρητά ορίζεται, "τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. ..να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση". Η απόκλιση από τον κανόνα-θεμελιώδες δικαίωμα, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 8 ΠΚ, όσον αφορά την εξαίρεση από αυτόν της εμπορίας ναρκωτικών φαρμάκων, δεν είναι αναγκαία και δεν ανταποκρίνεται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος, διότι, ενόψει και της, κατά τα ουσιώδη, ταυτότητας των αξιών και του νομικού πολιτισμού των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο ποινικός κολασμός της εν λόγω πράξεως, σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους και τις ημέτερες αντιλήψεις, δεν μπορεί να αναχθεί σε στόχο αναγκαίο και γενικού ενδιαφέροντος, αναγνωριζόμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρέπεται ότι μετά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας η αρχή ne bis in idem έχει αποκτήσει διακρατική ισχύ στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Ν. Κ. και Ν. Μ., με τον τελευταίο λόγο των αναιρέσεών τους, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη, υπ' αριθμό 2428Α, 2499/2009 απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την ένστασή τους περί υπάρξεως δεδικασμένου, καθόσον για τις ίδιες πράξεις, που καταδικάσθηκαν με την απόφαση αυτή (προσβαλλομένη), είχαν προηγουμένως καταδικασθεί με την υπ' αριθμό 8005/2003 απόφαση του Εφετείου της Ρώμης, σε κάθειρξη πέντε ετών και τεσσάρων μηνών, καθώς και πρόστιμο 30.000 ευρώ, για παράνομη αγορά, κατοχή, διακίνηση και εισαγωγή στην Ιταλία των αυτών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, ώστε η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση του άνω Ιταλικού δικαστηρίου και έτσι ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Από την επισκόπηση της άνω αποφάσεως του Εφετείου Ρώμης, η οποία αναγνώσθηκε ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες αυτοί καταδικάσθηκαν για τις ίδιες πράξεις, έστω και υπό διάφορο νομικό χαρακτηρισμό. Επομένως ο παραπεμφθείς στην Τακτική Ολομέλεια λόγος αυτός της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ., είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα άρθρα 517 §1 και 57 §3 Κ.Ποιν.Δ. - Επειδή, κατά το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ., αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνον σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπολοίπους κατηγορουμένους. Για την εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος της αιτήσεως αναιρέσεως, την οποία άσκησε κάποιος κατηγορούμενος, υπέρ συγκατηγορουμένου του, ο οποίος δεν είχε ζητήσει την αναίρεση ή την είχε ζητήσει μεν αλλά δεν συμπεριέλαβε το λόγο που ευδοκίμησε κατά την έρευνα της αιτήσεως του πρώτου, πρέπει να υφίσταται απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δυσμενής για τον δυνάμενο να ωφεληθεί από την ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου, με την αυτονόητη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της ωφελείας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση παρενέβη ο κατηγορούμενος στην ίδια υπόθεση Γ. Β., του οποίου η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, απορρίφθηκαν με την ως άνω υπ' αριθμό 1568/2010 παραπεμπτική απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, και ζητεί να επεκταθεί το αποτέλεσμα της αναιρέσεως, ως προς τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια λόγο, και σε αυτόν. Η παρέμβαση ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον και είναι παραδεκτή. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και της αναγνωσθείσης ενώπιον του εκδόντος αυτή Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών υπ' αριθμό 8005/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ρώμης, προκύπτει ότι και ο παρεμβαίνων καταδικάσθηκε, ως συναυτουργός, με τους αναιρεσείοντες (και άλλους), διαμετακομίσεως και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού, κατ' επάγγελμα και συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, με την προσβαλλομένη απόφαση, ενώ προηγουμένως είχε καταδικασθεί για τις ίδιες πράξεις, υπό διάφορο νομικό χαρακτηρισμό, με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Ρώμης. Επομένως πρέπει να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στον παρεμβάντα κατηγορούμενο στην ίδια υπόθεση Γ. Σ. Β..- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ I. Δέχεται τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. ΣΤ' Κ.Ποιν.Δ.- II. Αναιρεί την υπ' αριθμό 2428Α, 2499/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.- III. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων: α) Ν. Γ. Κ. και β) Ν. Π. Μ., για διαμετακόμιση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητας 15,335 τόνων κάνναβης, από κοινού, με σκοπό την εμπορία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 19 Δεκεμβρίου 1999 στο λιμάνι του Πειραιά (Πέραμα), στα διεθνή ύδατα, στην Αδριατική θάλασσα, στα στενά της Μεσίνας, σε απόσταση από το λιμάνι Φιομιτσίνο της Ιταλίας.- IV. Επεκτείνει το αποτέλεσμα της αναιρέσεως των ως άνω (Ν. Γ. Κ. και Ν. Π. Μ.), ως προς τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια λόγο αναιρέσεως αυτών, και στον μη ζητήσαντα την αναίρεση για τον ίδιο λόγο, συγκαταδικασθέντα με την προσβαλλομένη και παρεμβάντα Γ. Π. Β..- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μετά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας η αρχή ne bis in idem έχει αποκτήσει διακρατική ισχύ στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η Σύμβαση για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και έχει κυρωθεί στην Ελλάδα με τον Ν.2514/1997, ορίζει στο άρθρο 54 ότι "όποιος δικάσθηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη".
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 435/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 573/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά την Κ. Μ. και να απορριφθεί για τους Β. Μ., Κ. Μ. και Ν. Μ., η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης *άρθρα 362 και 3630, προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 368 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 361, όπως και στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 333 του αυτού ως άνω Κώδικα, στοιχειοθετείται το διωκόμενο κατ' έγκληση έγκλημα της απειλής όταν "κάποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία, απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη" η προβλεπόμενη δε για το έγκλημα αυτό ποινή είναι με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 381 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Το έγκλημα αυτό, που διώκεται κατ' έγκληση (άρθρο 383 του ΠΚ) είναι υπαλλακτικώς μικτό, δηλαδή αν η πράξη τελεσθεί με περισσότερους τρόπους συγχρόνως θεωρείται ένα έγκλημα και επιβάλλεται μία μόνο ποινή, αν πλήττεται η ίδια μονάδα του έννομου αγαθού και δεν μεσολάβησε ειρήνευση, πρέπει δε στην καταδικαστική απόφαση για το εν λόγω έγκλημα να διευκρινίζεται ποιος από τους εναλλακτικώς αναφερόμενους από τη διάταξη τρόπους τελέσθηκε αυτό, για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Και στην περίπτωση αυτή η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση, εκτός αν πρόκειται για υπαίτιο της πράξης αυτής που ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή (άρθρο 315 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ). Εξάλλου, έλλειψη ακρόασης, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. Β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου ν' ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφει ο νόμος, ανήκει στην αποκλειστική και κυριαρχική κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου και δεν αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, που του παρέχει ο νόμος. Επομένως, δεν παρέχεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υποβάλει, πριν από την έκδοση της απόφαση για την ποινή, αίτημα για την επιβολή εφέσιμης ποινής, ούτε, άλλωστε, είναι λογικά εφικτό, το Δικαστήριο, πριν αποφασίσει για το ύψος της ποινής, να κρίνει αν αυτή θα είναι εφέσιμη ή όχι. Για το "αίτημα" δε αυτό (που αποτελεί "ευχή") το Δικαστήριο αποφασίζει ταυτόχρονα με την περί της ποινής απόφασή του, η σχετική δε αιτιολογία αυτής αποτελεί και την αιτιολογία για την απόρριψη ή την αποδοχή του πιο πάνω "αιτήματος". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 περ. β εδ. α του ΚΠΔ "εκείνος που καταδικάστηκε και ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από εξήντα ημέρες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ...". Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς το από 22-11-1984 έβδομο πρωτόκολλο της Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987. Το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου ορίζει στην παρ. 1, ότι κάθε πρόσωπο, που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη, από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο. Στην παρ. 2 προβλέπεται δυνατότητα εξαιρέσεως στην περίπτωση αξιόποινων πράξεων μικρής σημασίας ή στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος κρίθηκε σε πρώτο βαθμό από ανώτερο δικαστήριο, ενώ, σύμφωνα και με το πρώτο άρθρο του ν. 1705/1987 η κύρωση του Πρωτοκόλλου αυτού, έγινε με την ρητή επιφύλαξη "ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Κυρουμένου Πρωτοκόλλου δε θίγει της διάταξης του άρθρου 489 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας". Ακολούθως, με το ν. 2462/1977, κυρώθηκε, χωρίς επιφύλαξη, το από 16-12-1966 Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Κατά το άρθρο 14 παρ 5 του Συμφώνου αυτού, "κάθε πρόσωπο που κρίνεται ένοχο για παράβαση, έχει δικαίωμα, η απόφαση περί της ενοχής και της καταδίκης του να εξεταστεί από ανώτερο δικαστήριο σύμφωνα με το νόμο". Η διαλαμβανόμενη δε στη διάταξη αυτή έκφραση "σύμφωνα με τον νόμο" υπονοεί την πιο πάνω γενόμενη επιφύλαξη του 7ου Πρωτοκόλλου. Επομένως, οι πιο πάνω διατάξεις δεν παρέχουν δικαίωμα απεριόριστης άσκησης ενδίκων μέσων, ούτε και υφίσταται από τα παραπάνω νομοθετήματα καθορισμός περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας και χωρίς φραγμούς πρόσβασης σ' αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 435/2009 απόφασή του το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Μήθυμνας) κήρυξε ενόχους τους τέσσερις κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες για τις πράξεις της εξύβρισης, της απειλής, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά τις σ' αυτή αναφερόμενες διακρίσεις και επέβαλε: α) στον Κ. Μ. του Ν. συνολική ποινή φυλάκισης εξήντα ημερών, β) στην Κ. Μ. του Ν. συνολική ποινή φυλάκισης πενήντα ημερών και γ) σε καθένα απ' τους αδελφούς Β. και Ν. Μ. του Κ. συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα ημερών, των οποίων ποινών ανέστειλε την εκτέλεση για μία τριετία. Οι αναιρεσείοντες με τον περιεχόμενο υπό του αριθμ. V στο δικόγραφο της κρινόμενης κοινής αιτήσεως λόγο προβάλλουν την αιτίαση ότι καίτοι όλοι ζήτησαν μετά την κήρυξη της ενοχής τους να τους επιβληθεί εφέσιμη ποινή, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Μήθυμνας), με το να μην τους απαντήσει αλλά να προχωρήσει στην επιβολή σε καθένα των κατηγορουμένων μη εφέσιμων σύμφωνα με το άρθρο 489 παρ. 1 περ. β του ΚΠοινΔ, ποινών και στη συνέχεια στη συνολική ως άνω αναφερόμενη επιμέτρησή τους (60, 50, 40 και 40 ημέρες φυλάκισης αντίστοιχα), οι οποίες τους στερούν το δικαίωμα της δευτεροβάθμιας δικαστικής κρίσης, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 παρ. 5 του ΔΣΑΠΔ. Οι αιτιάσεις αυτές, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακρόασης των αναιρεσειόντων, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στο αίτημά τους για την επιβολή εφέσιμης ποινής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 435/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης (Μεταβατική έδρα Μήθυμνας) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες: "... στην ... την 01.07.2006 προσέβαλαν με λόγο την τιμή του Μ. Κ., τον οποίο εξύβρισαν ο Κ. Μ. με τις φράσεις "θα γαμήσω εσένα και τη μάνα σου και τον πατέρα σου κοπρόσκυλο", η Κ. Μ. με τις φράσεις "κωλόπαιδο, αλήτη, μαλάκα" και οι Β. και Ν. Μ. με τις φράσεις "κωλόπαιδο γαμημένο είσαι ένας άχρηστος". Επιπλέον, ο Κ. Μ. και η Κ. Μ. στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο προκάλεσαν στον ως άνω παθόντα τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον ο Κ. Μ. με τις φράσεις "Θα σε αφήσω ανάπηρο κόβοντας τα πόδια σου και θα ρίξω τα κομμάτια στον γκρεμό" και η Κ. Μ. με τις φράσεις "θα σε καταστρέψω". Επίσης, όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με πρόθεση προκάλεσαν φθορές στο αυτοκίνητο του εγκαλούντος χτυπώντας το με κλωτσιές και γροθιές, ενώ τέλος ο Κ. Μ. χτύπησε με γροθιά τον Μ. Κ. στο κεφάλι προξενώντας του άλγος αριστερής κροταφογναθικής και ωτιακής χώρας. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν τόσο από την κατάθεση του ίδιου του πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δέχθηκε την ανωτέρω επίθεση, όταν πήγε να παραδώσει την ανήλικη κόρη του στη μητέρα της, Κ. Μ., όσο και από το αναγνωσθέν από 07.03.2008 ιατρικό σημείωμα του Διευθυντή του Κέντρου Υγείας Καλλονής, όπου ο ίδιος προσέφυγε αμέσως μετά το περιστατικό, ενώ αυθημερόν κατέθεσε και τη σχετική μήνυση. Εξάλλου, ο Κ. Μ. παραδέχθηκε ότι πλησίασε τον πολιτικώς ενάγοντα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, χωρίς να έχει κανένα λόγο προς τούτο, δεδομένου ότι η κόρη του, Κ. Μ., πήγε η ίδια να παραλάβει την κόρη της, όντας μάλιστα εκνευρισμένος, όπως ο ίδιος καταθέτει, και προκειμένου να του ζητήσει το λόγο, αφενός γιατί το παιδί καθόταν στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου και αφετέρου γιατί ο πολιτικώς ενάγων τους ενοχλούσε, κατά τους ισχυρισμούς του. Ο ίδιος βέβαια αρνείται ότι εκτράπηκε στις ανωτέρω ενέργειες, ισχυρισμός ο οποίος δεν κρίνεται, όμως, πειστικός ενόψει των ανωτέρω. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του Β. και του Ν. Μ., υιών του Κ., ότι δεν ήταν παρόντες στο περιστατικό, γιατί ο πρώτος από αυτούς ήταν στην ..., που απέχει εξίμισι χιλιόμετρα από το σημείο που έγινε το συμβάν, και ο δεύτερος από αυτούς ήταν στο μπαρ του ξενοδοχείου, 7-8 μέτρα μακριά, δεν αποδείχθηκαν από κανένα στοιχείο, και κρίνονται αναληθείς, δεδομένης της κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος φοβήθηκε από την παρουσία και των τεσσάρων κατηγορουμένων και για το λόγο αυτό δεν τόλμησε να βγει από το αυτοκίνητό του. Βέβαια, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι έχουν κάθε δικαίωμα, προκειμένου να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να απαλλαγούν των ευθυνών τους, όχι μόνο να αρνηθούν την κατηγορία, αλλά και να αποκρύψουν την αλήθεια, ισχυριζόμενοι ψευδή περιστατικά προς θεμελίωση της άρνησής τους, τα οποία εν προκειμένω δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά. Σημειωτέον, τέλος, ότι αναφορικά με την Κ. Μ., δεν συγκροτεί το αδίκημα της απειλής η φράση που απεύθυνε προς τον πολιτικώς ενάγοντα ότι θα καταγγείλει στον Εισαγγελέα τις παράνομες πράξεις του, προκειμένου να μπει φυλακή. Πράγματι, η πράξη την οποία απείλησε ότι θα πραγμα-τοποιήσει δεν ήταν παράνομη, καθόσον η ίδια δικαιούταν να προβεί σε σχετικές καταγγελίες των παράνομων, κατά την άποψή της, ενεργειών του πολιτικώς ενάγοντος, έτσι ώστε να κριθούν αυτές από τα αρμόδια όργανα. Παραμένει όμως αξιόποινη η φράση "θα σε καταστρέψω", την οποία απηύθυνε η ίδια προς τον Μ. Κ.. Η φράση αυτή ήταν δυνατό να προκαλέσει και πράγματι προκάλεσε στον τελευταίο φόβο και ανησυχία, δεδομένης της επίθεσης που δέχθηκε, γνωρίζοντας ότι η Κ. Μ. είχε την ενίσχυση των μελών της οικογενείας της και τη δυνατότητα με αυτόν τον τρόπο να πραγματοποιήσει την απειλή της". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους του ότι στην ... στις 1-7-2006 τέλεσαν τις πιο κάτω αξιόποινες πράξεις: Α) Προσέβαλαν με λόγο την τιμή άλλου και ειδικότερα εξύβρισαν τον εγκαλούντα Μ. Κ., ο Α' κατηγορούμενος Κ. Μ. με τις φράσεις "θα γαμήσω εσένα και τη μάνα σου και τον πατέρα σου κοπρόσκυλο" και η Β' κατηγορούμενη Κ. Μ. με τις φράσεις "κωλόπαιδο γαμημένο είσαι ένας άχρηστος". Β) Οι Α' και Β' κατηγορούμενοι στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο προκάλεσαν σε άλλον τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με παράνομη πράξη. Συγκεκριμένα απείλησαν τον εγκαλούντα ο Α' κατηγορούμενος Κ. Μ. με τις φράσεις "Θα σε αφήσω ανάπηρο κόβοντας τα πόδια σου και θα ρίξω κομμάτια στον γκρεμό" και η Β' κατηγορούμενη Κ. Μ. με τη φράση "θα σε καταστρέψω". Γ) Με πρόθεση κατέστρεψαν ξένο πράγμα και συγκεκριμένα οι Α' και Β' κατηγορούμενοι χτυπούσαν κλωτσιές και γροθιές το αυτοκίνητο του εγκαλούντος από τη πλευρά του οδηγού προκαλώντας του φθορές. Επίσης κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους του ότι κατά τον αυτό τόπο και χρόνο τέλεσαν τις πιο κάτω αξιόποινες πράξεις Α) Οι Β και Γ κατηγορούμενοι Β. Μ. και Ν. Μ. με πρόθεση κατέστρεψαν ξένο πράγμα και συγκεκριμένα χτύπησαν με κλωτσιές και γροθιές το αυτοκίνητο του εγκαλούντος Μ. Κ. από την πλευρά του οδηγού προκαλώντας του φθορές. Β) Ο Α κατηγορούμενος Κ. Μ. στον άνω τόπο και χρόνο με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον απλή σωματική βλάβη και συγκεκριμένα χτύπησε με γροθιά τον άνω εγκαλούντα στο κεφάλι προξενώντας του άλγος αρ. κροταφογναθικής και ωτιαίας χώρας και επέβαλε σ' αυτούς την ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ημερών για καθεμία αξιόποινη πράξη που τέλεσε και κηρύχθηε ένοχος καθένας αυτών και συνολική ποινή 1) στον Κ. Μ. του Ν. εξήντα (60) ημέρες, 2) στην Κ. Μ. του Κ. πενήντα (50) ημέρες, 3) στον Β. Μ. του Ν. σαράντα (40) ημέρες και 4) στον Ν. Μ. του Ν. σαράντα (40) ημέρες, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για μία τριετία ως προς όλους τους αναιρεσείοντες. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες Κ. Μ. του Ν., Β. και Ν. Μ. του Κ. και για την αναιρεσείουσα Κ. Μ. μόνο για την πράξη της απειλής, στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, με την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της, χωρίς αντιφάσεις ή λογι-κά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμε-νική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω κατ' έγκληση διωκόμενων εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι ως άνω τρεις αναιρεσείοντες και η τέταρτη αναιρεσείουσα για την πράξη της απειλής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 28, 94 παρ. 1,314 παρ. 1, 315 παρ. 1α, 333, 361, 368, 381 και 383 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση όσον αφορά τους τρεις ως άνω αναιρεσείοντες και την τέταρτη αναιρεσείουσα για την πράξη της απειλής από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, το ιατρικό σημείωμα για τον πολιτικώς ενάγοντα του Κέντρου Υγείας Καλλονής Λέσβου και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις αιτιολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθη-καν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Οι αιτιάσεις α) όλων των αναιρεσειόντων ότι δεν προκύπτει κατά αναμφισβήτητο τρόπο πώς με τις φράσεις "θα γαμήσω εσένα και τη μάνα σου και τον πατέρα σου, κωλόπαιδο, γαμημένο, είσαι ένας άχρηστος" που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είπε την μεν πρώτη ο Κ. Μ., τη δεύτερη δε ο Β. και Ν. Μ., προσβάλλεται η τιμή του προσώπου του πολιτικώς ενάγοντος, δηλονότι η ηθική και κοινωνική αξία του, είτε ότι περιέχουν περιφρόνηση προς αυτόν από τους αναιρεσείοντες και β) η αιτίαση των αναιρεσειόντων Κ. Μ. και Κ. Μ. ότι δεν αναφέρεται αν, απευθύνοντας προς τον πολιτικώς ενάγοντα τις φράσεις "θα σε αφήσω ανάπηρο κόβοντας τα πόδια σου και θα ρίψω τα κομμάτια στον γκρεμό" ο πρώτο και "θα σε καταστρέψω" η δεύτερη, γνώριζαν ότι συνιστούν βία ή άλλη παράνομη πράξη και ότι ήθελαν να προκαλέσουν στον πολιτικώς ενάγοντα τρόμο και ανησυχία είναι αμφότερες ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, αφού πρόκειται περί αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών και με την παραδοχή από το Δικαστήριο της ουσίας της τέλεσης από τους αναιρεσείοντες των πράξεων της εξύβρισης και της απειλής ολοκληρωμένων, συνάγεται σαφώς το αβάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών. Περαιτέρω, ως προς την αιτίαση των αναιρεσειόντων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας λόγω μη προσδιορισμού του αποτελέσματος της παράνομης επεμβάσεώς τους στο ξένο πράγμα, ήτοι στο αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος και ειδικότερα αν επήλθε η καταστροφή αυτού ή η βλάβη του ή η αχρήστευση της χρήσης του, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι που "χτυπούσαν κλωτσιές και γροθιές το αυτοκίνητο του εγκαλούντος από την πλευρά του οδηγού προκαλώντας του φθορές" προκάλεσαν δηλονότι βλάβες στο ξένο αυτό πράγμα και με τον τρόπο αυτό τέλεσαν το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της φθοράς ξένης περιουσίας. Ακόμη η αιτίαση του κατηγορουμένου Κ. Μ. ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης για το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο μόνο αυτός καταδικάσθηκε, λόγω μη προσδιορισμού της πρόκλησης στον εγκαλούντα Μ. Κ. σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό αλλά και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων προκάλεσε στον εγκαλούντα σωματικές κακώσεις αναφέροντας κατά λέξη "χτύπησε με γροθιά τον Μ. Κ. στο κεφάλι προξενώντας του άλγος αριστερής κροταφογναθικής και ωτιακής χώρας" Τέλος, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι στερείται αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επιμέτρηση της συνολικής ποινής που επιβλήθηκε σε καθένα αυτών, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της απόφασης διαλαμβάνονται σ' αυτό όλα όσα απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 94 του ΠΚ, που ευνοϊκά άλλωστε εφαρμόστηκε γι' αυτούς (επαυξάνοντας την ποινή βάσης των 30 ημερών φυλάκισης κατά 10 ημέρες φυλάκισης για καθεμία συντρέχουσα ποινή των 30 ημερών φυλάκισης). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους πλήττεται από τους αναιρεσείοντες Κ. Μ., Β. Μ. και Ν. Μ. και από την αναιρεσείουσα Κ. Μ. για την πράξη της απειλής, η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα για εσφαλμένη αξιολόγηση της κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Αντίθετα, όσο αφορά το μέρος της αιτήσεως αναιρέσεως που αναφέρεται στην κατηγορουμένη Κ. Μ. του Κ. για τα κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα της εξύβρισης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας που αυτή καταδικάσθηκε επισημαίνονται τα ακόλουθα: α) όσο αφορά την πράξη της εξύβρισης, υπάρχει ασάφεια ως προς ποίες εξυβριστικές φράσεις τελικά απηύθυνε προς τον πρώην σύζυγό της κατά τη συνάντησή τους στην ... την 1-7-2006, καθόσον κατά την μεν κατάθεση του εγκαλούντος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εκείνης στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, η φράση ήταν "άχρηστε, αχαΐρευτε, θα σε καταγγείλω στον Εισαγγελέα", κατά δε το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης "κωλόπαιδο, αλήτη, μαλάκα" και κατά το διατακτικό της ίδιας απόφασης "κωλόπαιδο, γαμημένο είσαι ένας άχρηστος" φράση που κατά το αιτιολογικό της ίδιας απόφασης αποδίδεται και στους συγκατηγορουμένους αδελφούς της Β. και Ν. Μ.. Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (του άρθρου 361 του ΠΚ) και η αντίφαση κατά το μέρος αυτό στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, β) ως προς την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας που διώκεται κατ' έγκληση, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τελέσθηκε και από την αναιρεσείουσα την 1-7-2006, για την οποία και κηρύχθηκε ένοχη, η κατ' αυτής για την εν λόγω πράξη έγκληση από τον πολιτικώς ενάγοντα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, υποβλήθηκε στις 27-2-2008 (βλ. τη σχετική μήνυση -έγκληση του πολιτικώς ενάγοντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης), δηλαδή μετά την πάροδο της από το άρθρο 117 παρ. 1 του ΠΚ προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας. Ούτε όμως στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά ούτε και στο διατακτικό αυτής αναφέρεται ο χρόνος που ο δικαιούμενος σε έγκληση πολιτικώς ενάγων έλαβε γνώση για την τέλεση της πράξεως και έστω ενός από τα πρόσωπα που τη διέπραξαν. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος αυτό (καταδίκης της αναιρεσείουσας Κ. Μ. για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας) στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την έννοια που προεκτέθηκε, και πρέπει για το λόγο αυτό, που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ και εξετάζεται κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση εν μέρει, κατά παραδοχή ως βασίμου του ως άνω λόγου της που προβλέπεται από την ως άνω αναιρεσείουσα και να αναιρεθεί η απόφαση ως προς το καταδικαστικό μέρος ως προς αυτήν για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και συνακόλουθα και ως προς την επιμέτρηση της συνολικής ποινής. Μετά δε την αναίρεση εν μέρει της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνο ως προς την αναιρεσείουσα Κ. Μ., πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από δικαστή άλλο, εκτός απ' αυτόν που δίκασε προηγουμένως, είναι δυνατή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως προς τους οποίους απορρίπτεται συνολικά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Μαρτίου 2010 κοινή αίτηση των: 1) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 4) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 435/2009 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατικής έδρας Μήθυμνας), όσον αφορά τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων καθ' ολοκληρία και τη δεύτερη αναιρεσείουσα εν μέρει και δη μόνο ως προς την πράξη της απειλής. Καταδικάζει καθένα των ως άνω τριών (3) αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα Κ. Μ. του Κ. κατά το μέρος που αφορά τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και το μέρος ως προς τον καθορισμό συνολικής ποινής ως προς αυτήν. Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ως άνω δύο (2) μέρη για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη εν μέρει παραπάνω απόφαση, που θα συζητηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε την υπόθεση προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για εξύβριση, απειλή, φθορά ξένης περιουσίας και σωματική βλάβη (απλή) από αμέλεια, με επιβολή μη εφέσιμης ποινής παρά την υποβολή αντιθέτου αιτήματος από τους κατηγορούμενους. Αίτηση αναίρεσης για αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αιτήματος, για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Παραδοχή της κοινής αίτησης αναίρεσης μόνο για τη μία αναιρεσείουσα και μόνο για τις πράξεις της εξύβρισης (ασαφή-αντιφατική αιτιολογία) και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (ελλιπής αιτιολογία για το εμπρόθεσμο ή μη της υποβολής της έγκλησης). Αναίρεση μόνο γι’ αυτές τις πράξεις και παραπομπή στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και για τη συνολική ποινή. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ (ΠΟΙΝΙΚΗ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (κωλυομένου του Προέδρου του Αρείου Πάγου), ως ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αντιπρόεδρος, Εμμανουήλ Καλούδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπροέδρους. Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ανδρέα Τσόλια, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Αντώνιο Αθηναίο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Δημήτριο Κόμη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άρτας, περί αναιρέσεως της 1183/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, η οποία εισάγεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατόπιν εκδόσεως της 2063/2010 αποφάσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με κατηγορούμενο τον Κ. Π. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Άρτας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/14-6-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Δικαστικού Γραμματέα των Πλημμελειοδικών Άρτας Λάμπρου Γιαννάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/1010. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται στη Β' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1 και 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.1756/1998) και άρθρ. 3 παρ.2 του Ν.3810/1957, ο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως περί παραγραφής του εγκλήματος καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ) μοναδικός λόγος της από 14 Ιουνίου 2010 αιτήσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άρτας, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1183/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, που δέχθηκε παραγραφή του ανωτέρω διωκόμενου πλημμελήματος. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ' αριθμ.2063/2010 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος, επειδή ο λόγος αυτός περί μη παραγραφής, απορρίφθηκε ως αβάσιμος με πλειοψηφία μίας ψήφου. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Κατά το άρθρο 86 του ν. 2362/1995, περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ, "καμμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση(παρ.1). Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη(παρ.2)." Κατά το άρθρο 19 παρ.6 του ν. 1968/1991, " Στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 , μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής κλπ, προστίθεται παράγραφος 7, που έχει ως εξής: Οι αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από το άρθρο αυτό υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου". Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Κατά την παρ.7 του ιδίου ως άνω άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997, ορίζεται ότι " ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Τέλος, με την παρ.2 του ιδίου άρθρου 34 του ν. 3220/2004, η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, αντικαθίσταται ως εξής: "7. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής." Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών των φορολογουμένων προς το Δημόσιο από την παραγραφή του ως άνω σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παρ.7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, οριζόταν ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ.α) και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση(εδάφ. β), με την τελευταία αντικατάσταση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ.2 του ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής." Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, ενώ δε μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ, διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άρτας που δίκασε σε πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1183/2010 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι το επίδικο χρέος του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο βεβαιώθηκε στις 28-2-2003, κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στις 28-6-2003 και χρόνος τελέσεως του αδικήματος, μετά παρέλευση τεσσάρων μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, είναι η 28-6-2003. Περαιτέρω δέχθηκε ότι εφόσον το κλητήριο θέσπισμα για την διωκόμενη αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο την 21-7-2009, ήτοι μετά την παρέλευση πενταετίας, το εν λόγω αδίκημα καίτοι τελεσθέν υπό την ισχύ του ν. 2523/1997, ως μη εφαρμοζομένης της παρ.7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως είχεν προ της τροποποιήσεώς της από το άρθρο 34 παρ.2 του ν, 3220/2004 περί παραγραφής του αδικήματος, αλλά των κοινών διατάξεων του ΠΚ περί παραγραφής, ως ευμενέστερων για τον κατηγορούμενο, κατ'εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, λόγω της προαναφερθείσας, με το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 3220/2004, κατάργησης του πρώτου εδαφίου της παρ.7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ.7 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικ. με το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 3220/2004 και εκείνες των άρθρων 2 παρ.1, 11, 112 και 113 του ΠΚ και επομένως, ο με την ΑΠ 2063/2010 απόφαση του ΣΤ' Τμήματος παραπεμφθείς στην Ολομέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Άρτας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών, ως άνω, ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό εκθ. 1/14-7-2010 αίτηση αναιρέσεως της εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Άρτας, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1183/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επί του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, με την καθυστέρηση καταβολής χρεών στο Δημόσιο (άρθρο 25 ν. 1882/1990, όπως έχει αντικατασταθεί), μετά την ισχύ του ν. 3220/2004 την 1-1-2004, με το άρθρο 34 παρ. 2 του οποίου αντικαταστάθηκε εκ νέου η παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (όπως είχε αντικατασταθεί με το 23 παρ. 1 του ν. 2523/19997), εφαρμόζονται σε σχέση με την παραγραφή ως επιεικέστερες, οι γενικές διατάξεις του Π.Κ. (άρθρα 111 - 113), έναντι των δυσμενέστερων ειδικών διατάξεων για την παραγραφή του εγκλήματος αυτού, του αναφερόμενου άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και επομένως το Μονομελές Πλημμελειοδικείο που έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Νόμος επιεικέστερος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Ν., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 703/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης, με συγκατηγορούμενους τους: 1.Ν. Γ. του Μ., 2.Δ. Κ. του Ν. και 3. Κ. Δ. του Δ.. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 702/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 3 του ν. 1608/1950 "Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή Επιθεωρητές γενόμενοι ένοχοι παραλείψεως ή αμελίας περί του ελέγχου των υφισταμένων αυτών ή των εις επιθεώρησιν αυτών υποκειμένων, τιμωρούνται, εν περιπτώσει τελέσεως τινών των εν τω άρθρο 1 αδικημάτων, αν δεν συντρέχει δεινότερα του νόμου παράβασις δια φυλακίσεως, τουλάχιστον έξ μηνών. Η πράξης δικάζεται κατά τις διατάξεις του παρόντος". Εξάλλου, η αμέλεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, ως μορφή υπαιτιότητας, συνίσταται στην έλλειψη της προσοχής που ορίζεται από το άρθρο αυτό και τη δυνατότητα πρόβλεψης και αποφυγής ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος, λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών περιστάσεως ως και των υποκειμενικών τοιούτων και δη των προσωπικών ιδιοτήτων του πράξαντος ήτοι των γνώσεων και της ικανότητας αυτού. Προς στοιχειοθέτηση δε του δια παραλείψεως τελουμένου εγκλήματος, απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος (υπεξαιρέσεις και πλαστογραφίες κακουργηματικής μορφής κ.λ.π. σε βάρος ν.π.δ.δ.), οπόταν προκύπτει σε βαθμό μεγάλης πιθανότητας ότι δεν θα επερχόταν το αποτέλεσμα αυτό εάν δεν παραλειπόταν η οφειλόμενη ενέργεια και ο παραλείψας δηλαδή πρέπει να μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτρέψει δια της επιβεβλημένης σ' αυτόν ενέργειας το αποτέλεσμα. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 703/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσο αφορά το καταδικαστικό μέρος για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Ι. Μ. του Ν.). "Ο 7ος κατηγορούμενος Ι. Μ. στο Βόλο και στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως και τον Σεπτέμβριο του 2005, με την ιδιότητα του Διοικητή του ΤΑΕ παρέλειψε, εξ αμελείας, να ασκήσει έλεγχο και επιθεώρηση υφισταμένου του είτε μόνος του είτε δια των υπαλλήλων του και συγκεκριμένα παρέλειψε, εξ αμελείας, να δώσει εντολή στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του ΤΑΕ τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο να προβούν σε ελέγχους στο Γραφείο του Βόλου στα βιβλιάρια ενσήμων των ασφαλισμένων, στις μηνιαίες καταστάσεις επικόλλησης αποκομμάτων ενσήμων, στις ατομικές καρτέλες των ασφαλισμένων και στις χορηγήσεις βεβαιώσεων για ενημερότητα βιβλιαρίων ασθενείας και ΔΟΥ. Όφειλε δε να δώσει ρητές εντολές για διενέργεια εντατικών και ουσιαστικών ελέγχων, διότι γνώριζε ότι στο γραφείο του ΤΑΕ στο Βόλο υφίσταται σημαντικό πρόβλημα εισφοροδιαφυγής κάτι που του γνωστοποιήθηκε σε κάθε περίπτωση και το 2003 ενώ επιπλέον είχε γίνει γνώστης καταγγελιών ότι ο επιμελητής Ν. Γ. δεν επικολλά κανονικά τα ένσημα των ασφαλισμένων. Η παράλειψη του αυτή και σε κάθε περίπτωση η έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είχε ως συνέπεια ο επιμελητής εισπράξεων Ν. Γ. να τελέσει και κατά το χρονικό αυτό διάστημα αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα: Ι) ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά ως προς αυτόν πράγματα που τα έλαβε λόγω της ιδιότητας του μεταχειριζόμενος δε ιδιαίτερα προς τούτο τεχνάσματα, το δε αντικείμενο της πράξης του έχει αξία μεγαλύτερη των 15.000 και 73.000 ευρώ, αντίστοιχα. Με την πράξη του αυτή, που τέλεσε κατ' εξακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα προκάλεσε ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος ΝΠΔΔ (Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων) ανώτερη των 150.000 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα: 1) ενώ οι ασφαλισμένοι του ΤΑΕ του κατέβαλαν τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών και αυτός τα εισέπραξε, επικολλούσε μεν ένσημα στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων, αλλά δεν επικόλλησε τ' αποκόμματα των ενσήμων στις καταστάσεις εισπράξεως του ΤΑΕ, δηλαδή δεν τους πίστωσε στις καταστάσεις του ΤΑΕ, ιδιοποιούμένος κατ' αυτόν τον τρόπο τις ασφαλιστικές εισφορές, αντίστοιχα των οποίων η συνολική αξία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει στο σύνολο τα 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα. Με την πράξη του αυτή ιδιοποιήθηκε παράνομα ασφαλιστικές εισφορές συνολικής αξίας τετρακοσίων σαράντα δύο χιλιάδων επτακοσίων (442.700) ευρώ. 2) οι ασφαλισμένοι του ΤΑΕ του κατέβαλαν τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών και αυτός τα εισέπραξε. Στη συνέχεια και ενώ είχε επικολλήσει τα σχετικά ένσημα στα ασφαλιστικά βιβλιάρια και τα αποκόμματα τους στις καταστάσεις εισπράξεως του ΤΑΕ, όπως όφειλε, αυτός τα αποκόλλησε. Από αυτά μέρος επικόλλησε σε ασφαλιστικά βιβλιάρια άλλων ασφαλισμένων, μέρος αυτών καταστράφηκε κατά την προσπάθεια της αποκόλλησης και μέρος αυτών (δηλαδή ένσημα συνολικής ονομαστικής αξίας 1.955.800 δραχμών και ένα ένσημο ονομαστικής αξίας 7 ευρώ) κατείχε. Τα τελευταία παρέδωσε στους ελεγκτές του ΤΑΕ Φ. Τ. και Μ. Μ. σύμφωνα με την 517/11-10-2005 έκθεση ελέγχου των επιθεωρητών του ΤΑΕ. Με την πράξη του αυτή ιδιοποιήθηκε παράνομα ασφαλιστικές εισφορές συνολικής αξίας τριακοσίων εξήντα μια χιλιάδων οχτακοσίων εβδομήντα επτά (361.877) ευρώ. 3) οι ασφαλισμένοι του ΤΑΕ του κατέβαλαν τα ποσά που αφορούσαν ασφαλιστικές εισφορές και αυτός τα εισέπραξε. Στη συνέχεια, χωρίς να επικολλήσει τα κυρίως ένσημα στα ασφαλιστικά βιβλιάρια, όπως όφειλε, επικόλλησε μόνο τ' αποκόμματα στις ευρισκόμενες στα χέρια του καταστάσεις εισπράξεως του ΤΑΕ. Με την πράξη του αυτή, ιδιοποιήθηκε παράνομα ασφαλιστικές εισφορές συνολικής αξίας σαράντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα πέντε (48.585) ευρώ. 4) οι ασφαλισμένοι του ΤΑΕ του κατέβαλαν τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών και αυτός τα εισέπραξε. Ενώ όμως ακολούθησε όλη τη νόμιμη διαδικασία (επικόλληση των κυρίως ενσήμων στο ασφαλιστικό βιβλιάριο και των αποκομμάτων τους στις καταστάσεις εισπράξεως του ΤΑΕ), αυτός στη συνέχεια απέκοψε τα φύλλα των ασφαλιστικών βιβλιαρίων των ασφαλισμένων, όπου αυτά ήταν επικολλημένα και με την ενέργεια του αυτή ιδιοποιήθηκε παράνομα ασφαλιστικές εισφορές συνολικής αξίας έξι χιλιάδων επτακοσίων έντεκα (6.711) ευρώ. 5) δημιούργησε απόθεμα ενσήμων παλαιών εκδόσεων και νέων εκδόσεων που ευρέθησαν στο ιδιωτικό γραφείο και οικία του τον Οκτώβριο του 2005. Το απόθεμα ανέρχεται στο ποσό των δρχ. 28.149.525 ή € 82.610,49 και € 17.852,00, ήτοι συνολικά κατείχε την ημέρα του ελέγχου ένσημα συνολικής αξίας € 100.462,49. 6) στα βιβλιάρια 78 ασφαλισμένων του Τ.Α.Ε. Βόλου διαπιστώθηκαν οι κάτωθι παρατυπίες οι οποίες συνεπάγονται ζημία του ταμείου και όφελος δικό του και συγκεκριμένα : Α' περίπτωση: Διαφορά επικολλημένων ενσήμων στα βιβλιάρια από επικολλημένα ένσημα στις Μηνιαίες Καταστάσεις (σώματα): 4.725 - 4.034 = Μήνες 691 χ 223,00 €= 154.093,00 €. Β' περίπτωση: Διαφορά αποκολλημένων ενσήμων στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων, ήτοι Μήνες: 1.985 χ 223,00 € = 442.655,00 €. Γ' περίπτωση: Διαφορά Μη Επικολλημένων Ενσήμων στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων με μη επικολλημένα ένσημα στις Μηνιαίες Καταστάσεις (σώματα), ήτοι 5.127 - 2.301 = Μήνες 2.826 χ 223,00 € = 630.198,00 €. Ήτοι το κόστος αντιμετώπισης της παραπάνω διαμορφωθείσας κατάστασης των 78 ασφαλισμένων ανέρχεται στο ποσό των 1.226.946,00 € Μείον αρχικά υπολογισμένα στην προηγούμενη (υπό στοιχείο 9) περίπτωση ποσού 426.744,00 € Σύνολο : 800.202,00 € ΙΙ) Ενεργώντας με πρόθεση νόθευσε επίσημα ένσημα δηλωτικά αξίας, μεταβάλλοντας τον προορισμό τους, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει ως γνήσια. Ειδικότερα στο Βόλο κατά το χρονικό διάστημα 1990 έως 2005 ενεργώντας με πρόθεση με την ιδιότητα του επιμελητή εισπράξεων ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλισμένων στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΝΠΔΔ), του είχε ανατεθεί η είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών των εμπόρων που διατηρούν επαγγελματική στέγη στο Νομό Μαγνησίας. Αυτός όμως νόθευσε εν γνώσει του επίσημα ένσημα δηλωτικά αξίας του ΤΑΕ, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει ως γνήσια. Ειδικότερα στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων στο ΤΑΕ Μαγνησίας, ενεργώντας συστηματικά για ίδιον όφελος αποκολλούσε τα ένσημα που είχαν επικολληθεί, μεταβάλλοντας με τον τρόπο αυτό εν γνώσει του τον προορισμό τον οποίον είχαν αρχικώς τα επικολληθέντα (δηλαδή την κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλισμένων κατόχων των συγκεκριμένων βιβλιαρίων) και αφαιρεθέντα από αυτόν στη συνέχεια ένσημα του ΤΑΕ. Σκοπός της πράξης του ήταν να χρησιμοποιήσει τα νοθευμένα (αφαιρεθέντα) ένσημα του ΤΑΕ ως γνήσια και τ' αφαίρεσε εν γνώσει του από τα αναφερόμενα ασφαλιστικά βιβλιάρια. Τα νοθευμένα ένσημα ήταν συνολικής ονομαστικής αξίας τριακοσίων εξήντα μια χιλιάδων οχτακοσίων εβδομήντα επτά (361.877) ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ. ΙII) Περαιτέρω ενεργώντας με πρόθεση με την ιδιότητα του υπαλλήλου εξέδιδε βεβαιώσεις στις οποίες βεβαίωνε ψευδώς ότι οι ασφαλισμένοι έχουν καταβάλει τις εισφορές τους χωρίς όμως κάτι τέτοιο να προκύπτει από τις καταστάσεις επικολλήσεως αποκομμάτων ενσήμων, τις μηνιαίες καταστάσεις είσπραξης και από τις ατομικές καρτέλες των ασφαλισμένων. Με τον τρόπο αυτό ήθελε να βλάψει την περιουσία του ΤΑΕ και να αποκρύψει είτε ότι αυτές οι εισφορές δεν είχαν καταβληθεί είτε ότι είχαν καταβληθεί και τις ιδιοποιήθηκε αυτός. Επιδίωξε δε και προκάλεσε ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό 242.586,66 € που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ. IV) Ενεργώντας με πρόθεση σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, υπεξήγαγε έγγραφα που του εμπιστεύτηκαν ή του ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας του και συγκεκριμένα σε έλεγχο που έγινε στην οικία και στο ιδιωτικό του γραφείο στο Βόλο τον Οκτώβριο του 2005 βρέθηκε να κατέχει βιβλιάρια ασφαλισμένων, τα οποία εκείνοι του παρέδωσαν εμπιστευόμενοι την ιδιότητά του, προκειμένου να διεκπεραιώσει τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που του είχαν ανατεθεί, πλην όμως αυτός τα παρακράτησε και δεν τα επέστρεψε και τα απέκρυπτε τόσο από τους ασφαλισμένους όσο και από το ΤΑΕ με σκοπό να αποκρύψει είτε ότι οι εισφορές δεν είχαν καταβληθεί είτε ότι είχαν καταβληθεί και τις ιδιοποιήθηκε αυτός. Με την πράξη του αυτή, της οποίας τις επιμέρους ενέργειες εξακολούθησε επί μακράν χρόνο, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 € και των 150.000 € αντίστοιχα. Συνεπώς πρέπει ο κατηγορούμενος Ι. Μ. να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων που του αποδίδονται, αναγνωριζομένης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 δ ΠΚ, καθόσον έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο των αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 3 του ν. 1608/1950 και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίπτωσης της επιδείξεως ειλικρινούς μετανοίας και της επιδίωξης άρσης ή μείωσης των συνεπειών της ως άνω πράξης του, του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1εδ.β και 28 του ΠΚ, 1 και 3 του ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικώτερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης όσο αφορά το καταδικαστικό γι' αυτόν μέρος της είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή αυτών των δυο μερών της απόφασης αυτά ταυτίζονται και στο ένα επαναλαμβάνεται ότι ακριβώς αναφέρεται στο άλλο. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι αυτός καταδικάσθηκε για πράξεις τις οποίες αθωώθηκε ο αυτουργός, ο επιμελητής εισπράξεων Ν. Γ., είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε εξ αμελίας με την τότε ιδιότητά του ως Διοικητή του ΤΑΕ για εκείνες τις πράξεις που καταδικάσθηκε ότι τέλεσε ως αυτουργός ο προαναφερόμενος συγκατηγορούμενός του και μόνο και όχι και για εκείνες που τελευταίος κηρύχθηκε αθώος, όπως ωσαύτως κηρύχθηκε αθώος και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος (βλ. το συνεχόμενο του καταδικαστικού μέρους απαλλακτικό μέρος για τον Ν. Γ. και τον αναιρεσείοντα της προσβαλλόμενης απόφασης. επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης επί τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών ως προς τα οποία η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Μετά απ' αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Απριλίου 2010 αίτηση του Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση εν μέρει της υπ' αριθμ. 703/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του άρθρου 3 Ν. 1608/1950 (αμέλεια προϊσταμένου για έλεγχο υφισταμένου, που τέλεσε εγκλήματα του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 (σε βάρος του ΤΑΕ ΝΠΔΔ). Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη όλων των ως άνω λόγων ως αβασίμων και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
Αριθμός 3/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ Α' ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας : Eμμανουήλ Καλούδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπροέδρο, Βασίλειο Φούκα, Γεωργία Λαλούση, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Βασίλειο Φράγκο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ασπασία Καρέλλου-Εισηγήτρια, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2)Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 7/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Απριλίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 626/2010. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2057/2010 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Α' Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η κρινόμενη υπόθεση νομίμως φέρεται ενώπιον της τακτικής Ολομέλειας, ως προς τους παραπεμφθέντας σε αυτή, με την υπ' αριθμ. 2057/2010 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου λόγους αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας που διεξήχθη στο ακροατήριο, καθόσον η απόφαση που απορρίπτει τους λόγους αυτούς λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 1756/1988 (όπως αντικαταστάθηκαν η παρ. 1 με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 2331/1993 και η παρ. 2 με το άρθρο 3 παρ. 6 του 2479/1997) και 3 παρ. 3 του Ν. 3810/1957. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ' αυτόν και θεσπίζονται ρητά από το νόμο, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "κάθε διάδικος δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ποινική διαδικασία με περισσότερους από δύο συνηγόρους στην προδικασία και τρεις στο ακροατήριο". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έχει υποχρέωση να δώσει τελευταία το λόγο περί ενοχής ή μη στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του. Αν δε συμπαρίστανται με τον κατηγορούμενο δύο συνήγοροι και λάβει το λόγο ο ένας απ' αυτούς, από την παράλειψη της δόσεως του λόγου περί ενοχής στον δεύτερο συνήγορο του δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία (άρθρο 519 παρ.1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ), είναι δυνατόν όμως να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β, δηλαδή για σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε κατά το άρθρο 173 και 174 Κ.Ποιν.Δ., εάν ζητηθεί ο λόγος από το δεύτερο συνήγορο και δεν του δοθεί, από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση άρνησης του Προέδρου από το Δικαστήριο, για να υποστηρίξει τον κατηγορούμενο καθ'όν τρόπο νομίζει συμφερότερον για εκείνον. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 7/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, κατά την έναρξη της διαδικασίας, που ήσαν παρόντες, διόρισαν ως συνηγόρους τους για να τους υπερασπισθούν από κοινού, τους δικηγόρους Γρηγόριο Δαρμάρο, δικηγόρο του Δ.Σ.Α. και τον Παναγιώτη Σκοτινιώτη, δικηγόρο του Δ.Σ. Βόλου. Στη συνέχεια, ο διευθύνων τη συζήτηση του άνω δικαστηρίου, μετά την κήρυξη από τον ίδιο της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση του Εισαγγελέως επί της ενοχής των κατηγορουμένων, "Ο ένας εκ των δύο συνηγόρων, αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπιση τους και ζήτησε την απαλλαγή τους, άλλως την αναγνώριση ελαφρυντικών". Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αγόρευσε ο ένας από τους δύο δικηγόρους των αναιρεσειόντων, όχι δε και ο δεύτερος, ο οποίος όμως δεν ζήτησε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση άρνησης του, από το Δικαστήριο, αρκεσθείς προδήλως σ' αυτά που ο αγορεύσας συνάδελφος του δήλωσε, μη έχοντας να προσθέσει πέραν των όσων ο προλαλήσας συνάδελφός του ανέφερε. Άλλωστε στις αιτήσεις δεν προσδιορίζεται ποίος εκ των δύο συνηγόρων των αναιρεσειόντων δεν αγόρευσε ούτε αναφέρεται ότι ο μη αγορεύσας δεν καλύφθηκε πλήρως από την αγόρευση του ετέρου συνηγόρου. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. ταυτόσημοι πρώτοι λόγοι των από 19 Απριλίου 2010 δύο αιτήσεων αναιρέσεως, που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια κατά τα άνω, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, για τον ως άνω λόγο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και, εφόσον δεν εκκρεμεί άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα. ( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 19-4-2010 αιτήσεις των Ι. Σ. και Σ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σε περίπτωση που παρίστανται στο ακροατήριο περισσότεροι του ενός συνήγοροι του κατηγορούμενου και δοθεί και λάβει το λόγο επί της ενοχής, ο ένας μόνον από αυτούς, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, μόνον εφόσον ζητήσουν το λόγο και οι άλλοι και το δικαστήριο τους τον αρνηθεί, όχι δε και όταν αυτοί δεν ζητήσουν το λόγο, αφού τότε θεωρείται ότι αυτοί καλύπτονται από τον πρώτο και δεν έχουν κάτι να προσθέσουν για την υπεράσπιση.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 4/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ Α' ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας : Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Ζώη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπροέδρους, Χαράλαμπο Δημάδη, Βασίλειο Λυκούδη, Γεώργιο Γιαννούλη, Ανδρέα Τσόλια, Βασίλειο Φούκα-Εισηγητή, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Σ. Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1/2011 αποφάσεως της A' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με κατηγορουμένους τους: 1) Ν. Κ. του Γ. και 2) Ν. Μ. του Π. και παρεμβάντα τον Γ. Σ. Β., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Η Α' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή της, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθ. 121/2011 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 942/2011. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως με ημερομηνίες 29-8-2011, 1-9-2011, 2-9-2011, 26-8-2011 και 3-9-2011, αντίγραφο της υπ' αριθμό 942/11/2-9-2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προς παράσταση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, για τη συζήτηση της υπ' αριθμό 121/2011 πράξεως της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί διορθώσεως της υπ' αριθμό 1/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Α' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας), επιδόθηκε νομίμως σε όλους τους διαδίκους που είχαν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση ερήμην αυτών (άρθρα 145§2 εδ. β', 155, 160, 161 και 166§1 ΚΠοινΔ). - Επειδή, κατά το άρθρο 145§§1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο που αποφασίζει για τούτο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον από αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις, και τα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου. (Ολομ.ΑΠ 365/1962). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου της υποθέσεως, το Δικαστήριο τούτο εξέδωσε την υπ' αριθμό 1/2011 απόφασή του, μετά από παραπομπή, η οποία έγινε με την υπ' αριθμό 1568/2010 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος ως προς τον περί παραβιάσεως δεδικασμένου λόγο αναιρέσεως των κατηγορουμένων Ν. Γ. Κ. και Ν. Π. Μ.. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως παρενέβη και ο συγκαταδικασθείς κατηγορούμενος Γ. Σ. Β., του οποίου η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είχαν απορριφθεί και ζήτησε να επεκταθεί το αποτέλεσμα των αιτήσεων αναιρέσεως των συγκατηγορουμένων του και σε αυτόν. Η παρέμβασή του έγινε δεκτή. Από προφανή παραδρομή όμως στο διατακτικό της αποφάσεως (υπό IV, έκτη σειρά) εσφαλμένως αναφέρεται το πατρώνυμο αυτού ως "Π." αντί του ορθού "Σ.". Επομένως πρέπει να διαταχθεί η διόρθωση της υπ' αριθμό 1/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ως προς το πατρώνυμο του παρεμβάντος, αφού από τη διόρθωση αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της και δεν αλλοιώνεται η αληθής εικόνα όσων πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τη διόρθωση της υπ' αριθμό 1/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, σε Α' Τακτική Ποινική Ολομέλεια, ως προς το αναφερόμενο στο διατακτικό αυτής (υπό IV, έκτη σειρά) πατρώνυμο του παρεμβάντος Γ. Β., από το εσφαλμένο "Π." στο ορθό "Σ.".- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διατάσσει τη διόρθωση της υπ' αριθμό 1/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, σε Α' Τακτική Ποινική Ολομέλεια, ως προς το αναφερόμενο στο διατακτικό αυτής (υπό IV, έκτη σειρά) πατρώνυμο του παρεμβάντος.
null
null
0
Αριθμός 5/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Μ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., που εμφανίστηκε η ίδια χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1711/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ε.-Σ. Π. του Π., κάτοικο …, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 192/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 228/11-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 526 παρ.1,2,3, 527 παρ.2,3, 528 παρ.1,3,4,5 του Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 287/5-2-2010 και από 4-2-2010 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε της Μ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1711/22-2-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο Ε. - Σ. Π. του Π., κάτοικος …, που κατηγορείτο για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο από την οποία μπορούσε να επέλθει ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία σε βάρος της περιουσίας της αιτούσης Μ. Λ., και, για πλαστογραφία που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση καθώς και για χρήση πλαστών εγγράφων (άρθρα 26 παρ.1α, 27, 42 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 απρ.1 και 386 παρ.1α του Π.Κ.). Η εν λόγω ποινική υπόθεση για την οποία ο ανωτέρω αθωωθείς Ε. - Σ. Π. είχε πρωτοδίκως καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών και η οποία είχε μετατραπεί προς 4,40 ΕΥΡΩ ημερησίως, είχε σχηματιστεί μετά την διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών των πρακτικών και των σχετικών επιδίκων εγγράφων από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών Ελένη Γρηγορίου που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3019/17-4-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτοί σχετικοί ισχυρισμοί της εν λόγω αιτούσης Μ. Λ.. Η αιτούσα με την υπό κρίση αίτησή της ισχυρίζεται ότι η αθώωση του Ε. - Σ. Π. οφείλεται προφανώς και στο ότι ο ανωτέρω αθωωθείς με την υπ' αριθμ. 1711/22-2-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, εκμεταλλευόμενος το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε κατά το έτος 2006 όπως προκύπτει από υπ' αριθμ. πρωτ. 22912/20-7-2009 ιατρική βεβαίωση του Ψ.Ν.Α., την παραπλάνησε εις το να δηλώσει υπέρ αυτού όσα είναι καταχωρημένα στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1711/22-2-2006 αθωωτική απόφαση, με αποτέλεσμα να απαλλαγεί όλων των κατηγοριών για τις οποίες είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως και να επέλθει έτσι βλάβη στην περιουσία της. Ανεξάρτητα από την βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της αιτούσης δοθέντος ότι σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε υποβάλλεται αποκλειστικά είτε από τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση είτε από τον προϊστάμενό του Εισαγγελέα, και επί πλέον μόνο εάν βεβαιώνεται ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην έκδοση της αθωωτικής αποφάσεως πλαστά έγγραφα ή πειστήρια ή δωροδοκία ή άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου που συνέπραξε στην αθώωση και μόνο εφόσον τα ανωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα αδικήματα βεβαιώνονται με αμετάκλητες δικαστικές (καταδικαστικές) αποφάσεις. Καμία συνεπώς από τις ως άνω προϋποθέσεις δεν υφίσταται εν προκειμένω και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικαστεί στα δικαστικά στα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ. Έχει βεβαίως το δικαίωμα η εν λόγω αιτούσα να υποβάλλει σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε λόγω παραπλανήσεώς της έγκληση εναντίον του για απάτη καθόσο η σχετική πράξη δεν έχει παραγραφεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 287/5-2-2010 και από 4-2-2010 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε της Μ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1711/22-2-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο Ε. - Σ. Π. του Π., κάτοικος …, που κατηγορείτο για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο από την οποία μπορούσε να επέλθει ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία σε βάρος της περιουσίας της αιτούσης Μ. Λ., και για πλαστογραφία που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση καθώς και για χρήση πλαστών εγγράφων. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσης. Αθήνα 25-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε την αιτούσα, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε υποβάλλεται αποκλειστικά είτε από τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση είτε από τον Προϊστάμενό του Εισαγγελέα και επί πλέον (άρθρο 526 παρ. 1 α' και 2 ΚΠΔ) μόνον όταν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην έκδοση της αθωωτικής αποφάσεως πλαστά έγγραφα ή πειστήρια ή δωροδοκία ή άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου, που συνέπραξε στην αθώωση και μόνο εφόσον τα ανωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα αδικήματα βεβαιώνονται με αμετάκλητες δικαστικές (καταδικαστικές) αποφάσεις. Εν προκειμένω, η αιτούσα Μ. Λ. του Μ., με την κρινόμενη αίτησή της ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας σε βάρος του Ε. - Σ. Π., που αθωώθηκε με την 1711/22.2.2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) και κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως (βλ. το από 20.9.2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέως του Καταστήματος Κρατήσεως … …), ισχυριζομένη ότι ο ανωτέρω αθωωθείς, εκμεταλλευόμενος το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε κατά το έτος 2006, την παραπλάνησε στο να δηλώσει υπέρ αυτού όσα έχουν καταχωριστεί στα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω αθωωτική απόφαση, με αποτέλεσμα αυτός να απαλλαγεί με την ως άνω απόφαση από όλες τις κατηγορίες, για τις οποίες είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως και να επέλθει έτσι βλάβη της περιουσίας της. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, η αίτηση είναι απαράδεκτη, διότι ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη των ισχυρισμών της αιτούσας, η αίτηση δεν υποβλήθηκε αποκλειστικά από τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση είτε από τον Προϊστάμενό του Εισαγγελέα και για τους ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενους στην ως άνω διάταξη του άρθρου 526 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγους. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη με αριθμό πρωτοκόλλου 287/5.2.2010 και από 4.2.2010 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε της Μ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., που στρέφεται κατά της 1711/22.2.2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο Ε. - Σ. Π. του Π., κάτοικος …, που κατηγορείτο για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, από την οποία μπορούσε να επέλθει ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία σε βάρος της περιουσίας της αιτούσας Μ. Λ. και για πλαστογραφία που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση και χρήση πλαστών εγγράφων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε. Απορρίπτει ως απαράδεκτη, διότι δεν ασκείτε από τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση ή από τον προϊστάμενο του Εισαγγελέα.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Τσόλια, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Γεωργία Λαλούση, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριος Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2011 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π. Α.Ε", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Γεώργιος Λεβέντης, Κωνσταντίνος Καλαβρός, Ανδρέας Μαμαγκάκης και Ιωάννης Πίκουλας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Θ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Αυγούστου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5852/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 622/2009 του Εφετείου Πειραιώς.Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της, την οποία έφεραν προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 26/2010 κοινή πράξη, ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, γιατί με αυτή τίθεται νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανάγνωσε την από 11.1.2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι παραπεμπόμενοι στην Ολομέλεια λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει. Κατά την 5η Μαΐου 2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες: Ιωάννης Σίδερης, Νικόλαος Ζαϊρης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημήτριος Μουστάκας, Χαράλαμπος Αθανασίου, Αθανάσιος Γεωργόπουλος και Βασίλειος Λαμπρόπουλος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με το 26/16-2-2010 κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, σύμφωνα με το αρθ. 563§3 ΚΠολΔ και 23§2 του κυρωθέντος με το ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει μετά το ν. 2331/1995 (αρθ. 16), η από 7-12-2009 αίτηση του "Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" (ΟΛΠ ΑΕ) για αναίρεση της 622/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. II. Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθεαυτήν ειδική περίσταση, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη. Αν, όμως, συντρέχουν οι προερχόμενες από την συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο αυτής δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του ως προς την υποβληθείσα πρωτοδίκως και ενώπιον αυτού με τον 1° λόγο της έφεσης της εναγομένης επαναφερθείσα ένστασή της ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά διότι (α) οι ενάγοντες ως μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσής τους επί πολλά έτη δέχονταν χωρίς επιφύλαξη ή αμφισβήτηση τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, όπως προβλέπεται από τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ΕΣΣΕ (β) μετά την παρέλευση τόσο μακρού χρόνου δημιουργήθηκε στην εναγομένη η εύλογη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τις επίδικες αξιώσεις (για διαφορετικό τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας), καθόσον καθόλο το διάστημα των 18 ετών χορηγούσε στους λιμενεργάτες, άρα και στους ενάγοντες, παροχές που υπερκάλυπταν την ελάχιστη προστασία του κρατικού νομοθέτη, όπως άδεια 35 ημερών και προσαύξηση 25% στις αποδοχές αδείας και (γ) ενδεχομένη ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων θα προξενήσει τεράστια ζημία σ' αυτήν, ενόψει του γεγονότος ότι από το σύνολο των 711 λιμενεργατών το ήμισυ περίπου έχει ασκήσει παρόμοιες αγωγές κατά της εναγομένης και πρόκειται ν' ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, δέχθηκε, ότι η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος (που αφορά τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο που προκύπτει από την απόδοσή τους και την επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας) δεν είναι καταχρηστική, καθόσον η επί πολλά έτη καταβολή σ' αυτούς (και τους λοιπούς εργαζομένους του ΟΛΠ) αποδοχών και επιδόματος αδείας κατωτέρων από τις πράγματι οφειλόμενες και η πρόβλεψη του ως άνω (βλαπτικού για τους ίδιους) τρόπου υπολογισμού αυτών με τις αντίστοιχες ΣΣΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή απ' αυτούς του παραπάνω υπολογισμού και ως συνειδητή αποβολή της πρόθεσής τους προς δικαστική επιδίωξη των σχετικών απαιτήσεών τους, ότι ούτε είναι δυνατόν η κατάσταση αυτή να στηρίξει εύλογη πεποίθηση του ΟΛΠ ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο μέλλον και δη κατά την επίδικη περίοδο από 1-1-2001 έως 31- 12-2005, ενόψει και του ότι η συνδικαλιστική οργάνωσή τους αξίωσε ρητά την μεταβολή του τρόπου υπολογισμού των ως άνω παροχών ήδη από το έτος 1994, αλλά αποκρούσθηκε από την εναγομένη, με την οποία βρίσκονταν έκτοτε διαρκώς σε σχετικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του προβλήματος, ότι ως προς τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες που πρόκειται να υποστεί η εναγομένη από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και άλλων παρομοίων, ανεξάρτητα από την έκταση της ζημίας που επικαλείται, η ζημία αυτή δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη συμπεριφορά των εναγόντων, αλλά με την αρνητική και αντίθετη προς τον οικείο Κανονισμό και τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τακτική της ίδιας να δεχθεί τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων (καθώς και των λοιπών λιμενεργατών) και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτήν να επικαλείται την ύπαρξη ζημίας για την απόκρουση των αγωγικών απαιτήσεων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε τον λόγο αυτόν της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, διότι, με βάση όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εναγόντων πριν από την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων τους, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στην οφειλέτρια αναιρεσείουσα (και δη στους ασκούντες την διοίκηση αυτής) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. III. Με την §1 του άρθρου πρώτου του ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (δηλ. την αναιρεσείουσα εναγομένη), η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον κ.ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του α.ν. 1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 3§§ 1 και 2 περ. δ' του α.ν. 1559/1950, που κατά την ρητή διάταξη της §2 του δεύτερου άρθρου του ως άνω ν. 2688/1999 εφαρμόζονται στην εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ, η οποία υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος, ο ΟΛΠ και ήδη η αναιρεσείουσα εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ απολαύει όλων των προνομίων, απαλλαγών και ατελειών που απολαύει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του και εφαρμόζονται ενγένει επ' αυτής όλες οι σχετικές διατάξεις εξαιρετικού δικαίου που ισχύουν εκάστοτε για το Δημόσιο, ειδικότερα δε και ενδεικτικά ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής της ορίζεται σε 6% ετησίως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά όλων των διατάξεων περί τόκου των οφειλετών του Δημοσίου (γίνεται δηλ. ουσιαστικά παραπομπή στην προβλέπουσα το προνόμιο αυτό για το Δημόσιο διάταξη του αρθ. 21 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"). Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (έχοντας έκτοτε την κατ' αρθ. 28§1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ), κατά την οποία "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό τον νόμου και των γενικών αρχών του δικαίου όρους". Και τούτο διότι ο νόμιμος τόκος που επιδικάζεται με δικαστική απόφαση εμπίπτει στην έννοια της προστατευόμενης ως άνω περιουσίας, με την επίκληση δε από την ΟΛΠ ΑΕ και την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του αρθ. 3 α.ν. 1559/1950 επέρχεται προσβολή της περιουσίας των εργαζομένων σ' αυτήν ως δανειστών της για οφειλόμενες αποδοχές κλπ. με τον περιορισμό της αστικής ευθύνης αυτής που θα ωφεληθεί τον τόκο υπερημερίας (6% αντί 10-12,75% κατά την επίδικη περίοδο), χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημοσίου συμφέροντος, καθόσον (α) το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσία τους και την επιδίκαση για τις αξιώσεις τους τόκου μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες (από 22-5-2008 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, Δ39.704, η οποία μάλιστα αφορούσε ν.π.δ.δ., νοσοκομείο, όπως και η αντιθέτως κρίνασα για την αυτή υπόθεση ΟλΑΠ 3/2006, και όχι, όπως στην κρινομένη περίπτωση, ν.π.ι.δ., βλ. και ΟλΣτΕ 1663/2009 που έκρινε ότι η διάταξη του αρθ. 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, περί διαφοροποιήσεως του ύψους του επιτοκίου, αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και του αρθ. 4§1 του Συντάγματος, και ως προς το Δημόσιο) και (β) η αναιρεσείουσα, ναι μεν έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, πλην, όμως, ως ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο (περί μετατροπής του ΟΛΠ από ν.π.δ.δ. σε ανώνυμη εταιρεία), λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διαθέτοντας οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, αναπτύσσει και επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού έχει ως σκοπό την (διοίκηση και) εκμετάλλευση του λιμένος Πειραιώς (ή και άλλων λιμένων), δυναμένη για την επίτευξη του σκοπού αυτού να συνιστά θυγατρικές εταιρείες και να συμμετέχει σε άλλες εταιρείες που έχουν σκοπό την εκμετάλλευση χώρων και ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον λιμένα Πειραιώς κλπ. (αρθ. 3 του εγκριθέντος με το ν. 2688/1999 καταστατικού της) και είναι ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία και κατά συνέπεια δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ αυτής το ως άνω προνόμιο του Δημοσίου (πρβλ. ΟλΑΠ 23/2004 που έκρινε ότι η προβλεπομένη επέκταση της ως άνω διάταξης ως προς την έναρξη τοκοφορίας από την επίδοση μόνο καταψηφιστικής αγωγής και στην ΟΣΕ ΑΕ, που επίσης αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, αντίκειται στα αρθ. 4§1 και 20§1 του Συντάγματος, καθώς και ΟλΑΠ 11/2008, κατά την οποία η επέκταση επίσης στην ΟΣΕ ΑΕ της προβλεπομένης για το Δημόσιο βραχυπρόθεσμης παραγραφής των κατ' αυτής αξιώσεων των εργαζομένων της προσκρούει στις διατάξεις των αρθ. 4§§1 και 2, 20§1, 22§1β, 25§1 του συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997). Κατά συνέπεια το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω διάταξη του αρθ. 3§2 περ. δ' α.ν. 1559/1950 δεν εφαρμόζεται ως αντίθετη προς την διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην συνέχεια επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους ενάγοντες τα εκεί ποσά (ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας) με τον καταβαλλόμενο και από τους ιδιώτες τόκο (και όχι τον μικρότερο 6% ετησίως), δεν παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 3§2 α.ν. 1559/1950 και των άρθρων πρώτου και δευτέρου του ν. 2688/1999 και επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. (Α) Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005) (Β) Περαιτέρω, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το αρθ. 680 ΑΚ και την διάταξη του αρθ. 7§2 ν.1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007). Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντος της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο αρθ. 10§1 ν. 1876/1990). Κατά την συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του αρθ. 7§3 ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (αρθ. 2 ΑΚ). Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με την διαδικασία του ν.δ. 3789/1957 ορίζεται με τις διατάξεις αυτού ότι (1) (α) επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή εργασίες εν γένει, ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή αυτών ή του φυσικού ή νομικού προσώπου (δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμοί κλπ.), στο οποίο ανήκουν, εφόσον απασχολούν προσωπικό μεγαλύτερο των 70 προσώπων, οφείλουν να καταρτίσουν, κατά την διαδικασία του παρόντος, κανονισμό εργασίας ρυθμίζοντα, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, τις διαμορφούμενες κατά την εκτέλεση της εργασίας σχέσεις μεταξύ αυτών και του πάσης φύσεως προσωπικού τους, που συνδέεται με αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αρθ. 1§1 εδ. α') (β) οι κανονισμοί εργασίας δεν αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής σύμβασης εργασίας, εάν δεν έχουν εγκριθεί κατά την διαδικασία του ως άνω ν.δ. και δεν είναι ανά πάσα στιγμή αναρτημένοι σε εμφανή και προσιτά για τους εργαζομένους σημεία του τόπου εργασίας (άρθ. 1§2) (2) η κύρωση των Κανονισμών Εργασίας γίνεται για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που ασκούνται από το Δημόσιο ή για λογαριασμό αυτού, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) κλπ. με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και του εποπτεύοντος σε κάθε περίπτωση Υπουργού, η κυρωτική δε αυτή απόφαση εκδίδεται μετά προηγουμένη γνωμοδότηση του συσταθέντος με το αυτό ν.δ. Τμήματος Κανονισμών Εργασίας του Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικής Πολιτικής, η οποία είναι υποχρεωτική για τους Υπουργούς, εφόσον ανάγεται στην τήρηση διατάξεων νόμων και των σε εκτέλεση αυτών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, ενώ οι Κανονισμοί που είχαν εκδοθεί, με β.δ. ή υπουργικές αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση των ν. 3752/1929, 3221/1955, 3430/1955 και κάθε άλλου ειδικού νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν, πλην, όμως, για κάθε σύνταξη, ανασύνταξη ή τροποποίηση Κανονισμών, για τους οποίους προβλέπουν οι παραπάνω νόμοι, ισχύουν οι διατάξεις των νόμων αυτών, καθόσον μέρος τους δεν αντιτίθενται στα οριζόμενα από τα αρθ. 1 και 2 αυτού του παρόντος νομοθετικού διατάγματος (αρθ. 2§§1 και 2). Σημειώνεται ότι με το αρθ. 3§2 ν.δ 385/1969 ορίσθηκε στην συνέχεια ότι οι κατά το ν.δ. 3789/1957 Κανονισμοί Εργασίας προκειμένου περί του προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ κυρώνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εργασίας και του κατά περίπτωση αρμοδίου, που εκδίδεται μετά από γνώμη του ΑΣΔΥ (Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών). Από τις παραπάνω διατάξεις του ν.δ. 3789/1957 (το οποίο δεν κατάργησαν οι ν. 1876/1990 και 1767/1988, περιόρισαν, όμως, σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του, αρθ. 3§5, 6§1στ, 15§1 και 16§1 ν.1876/1990, 12§4 ν. 1767/1988) προκύπτει, ότι οι Κανονισμοί Εργασίας που καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του ως άνω ν.δ., με το οποίο το θέμα των Κανονισμών Εργασίας ρυθμίζεται με τρόπο ενιαίο για όλες τις επιχειρήσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή τους ή από το σε ποιόν ανήκουν (Δημόσιο, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου κλπ., το δίκαιο δηλ. που εισάγεται με αυτό είναι γενικό και αποκλειστικό για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που υπάγονται στις διατάξεις του) έχουν κανονιστική νομική φύση, δηλ. ισχύ ουσιαστικού (όχι, όμως, και τυπικού) νόμου και η θέσπισή τους αποτελεί άσκηση "νομοθετικής" εξουσίας από την πλευρά του εργοδότη που απορρέει από την εξουσιοδότηση του ως άνω ν.δ. 3789/1957. Η νομική αυτή φύση (κανονιστική και όχι συμβατική) των Κανονισμών Εργασίας συνάγεται από τα εξής : (α) Το γεγονός ότι οι Κανονισμοί αυτοί, αφού εγκριθούν και αναρτηθούν, αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής σύμβασης εργασίας, η συμπλήρωση δε αυτή γίνεται αυτόματα (ex lege) και οι όροι γι' αυτήν (έγκριση και ανάρτηση του κανονισμού) αποσυνδέουν το κύρος και την ισχύ του από κάθε προσχώρηση και ο κανονισμός ισχύει ανεξάρτητα από την θέληση του προσωπικού, ακόμη και παρά την θέλησή του, η ενέργειά τους δηλ. είναι επιτακτική (β) Η ανάρτησή τους στον τόπο της εργασίας, σε φανερά και προσιτά για τους μισθωτούς σημεία, είναι συστατικός όρος δημοσιότητας, με σκοπό να καταστεί στους εργαζομένους γνωστός ο "νόμος" που τους δεσμεύει στον χώρο της εκμετάλλευσης, ώστε να ρυθμίζουν ανάλογα την συμπεριφορά τους κατά την εκτέλεση της εργασίας και να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, η ιδιόρρυθμη δε αυτή δημοσιότητα είναι ανάλογη με την δημοσίευση των κρατικών νόμων στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (γ) Οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις έχουν υποχρέωση να καταρτίσουν κανονισμούς, στους οποίους διατυπώνονται γενικά και αντικειμενικά οι κανόνες που πρόκειται να ρυθμίζουν τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων, το δίκαιο δε που περιέχεται στον κανονισμό δεν ισχύει για ορισμένο χρόνο, δεν συνδέεται με ορισμένο εργοδότη, ούτε αφορά μόνο τους μισθωτούς που συγκροτούν το προσωπικό κατά τον χρόνο θέσης του σε ισχύ και δεν ρυθμίζει συγκεκριμένες καταστάσεις, αλλά είναι απρόσωπο, γενικό και αφηρημένο, ρυθμίζει τις σχέσεις του εργοδότη και των μισθωτών που κινούνται κάθε φορά στην επιχείρηση και ισχύει για όλες τις εργασιακές σχέσεις και όχι μόνοι γι' αυτές που στηρίζονται σε έγκυρη σύμβαση εργασίας (δ) Κυρώνονται από κρατικό όργανο, ύστερ' από έλεγχο της νομιμότητας και της σκοπιμότητάς τους, αφού προηγηθεί γνώμη αρμόδιου υπηρεσιακού οργάνου (ε) Σκοποί του ως άνω ν.δ., σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεσή του, είναι η εξασφάλιση δίκαιων όρων, ομοιομορφίας, ενιαίας κατεύθυνσης, δίκαιης πειθαρχικής εξουσίας και ίσης μεταχείρισης για τους μισθωτούς, οι σκοποί δε αυτοί μπορούν να επιτευχθούν μόνο με γενικές κανονιστικές διατάξεις, η ισχύς των οποίων δεν (μπορεί να) εξαρτάται από επιμέρους συμβατικούς ορισμούς. Όμως, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, ανεξάρτητα από την τυχόν πρόβλεψη παλαιοτέρων αυτού νόμων της δυνατότητας της κατ' εξουσιοδότηση αυτών κατάρτισης τέτοιων κανονισμών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω ν.δ. ρυθμίσθηκε με τρόπο ενιαίο και αποκλειστικό το θέμα των Κανονισμών Εργασίας για όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή τους ή από το εάν ανήκουν στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ κλπ. Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας, εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (Γ) Ειδικότερα σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων : (1) Γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζομένους, τον κεντρικό κορμό και τον πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών. Με το αρθ. 3§1 του ως άνω α.ν. 539/1945 ορίζεται ότι κατά την διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη" (με τον όρο αυτόν αντικαταστάθηκε με το αρθ. 1 §2 ν. 1346/1983 ο αρχικός όρος "υποκείμενη") επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την §3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το αρθ. 1 §2 ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ.). Επίσης, κατά το αρθ. 3§16 ν. 4504/1966 "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθια) ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς. Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των αρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν.3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1§1 ν. 435/1976, 1§2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε προς τις "τακτικές αποδοχές" που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου. Ενόψει των ανωτέρω και δη της εννοίας των "τακτικών" ή "συνήθων" αποδοχών (που περιλαμβάνουν, όπως προαναφέρθηκε, τον συμβατικό ή νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο, καθώς και όλες γενικά τις ως άνω προσαυξήσεις, επιδόματα κλπ.), με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, για τον προσδιορισμό αυτών λαμβάνονται υπόψη, πέραν του βασικού μισθού ή ημερομισθίου, οι πρόσθετες ως άνω παροχές του χρονικού διαστήματος από την λήψη της προηγουμένης αδείας (2) Με την 45058/7/1971 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 579) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με τον προσαρτημένο σ' αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε τόννους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού προσωπικού, που συνδέεται (μόνιμο και έκτακτο) με τον ΟΛΠ (και ήδη την αναιρεσείουσα ΟΛΠ ΑΕ) πάντοτε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (άρθ. 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (αρθ. 1§1). Ο Κανονισμός αυτός, καταρτισθείς και εγκριθείς υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία των αρθ. 1 και 2 ν.δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με την προαναφερθείσα έννοια, με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα τα εξής και δη σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του ως άνω προσωπικού σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών, ενώ το εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών (ειδών) φορτοεκφορτωτικών εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ : (i) Σύμφωνα με το άρθ. 35§1 οι αποδοχές αδείας (και κατ' επέκταση και το μαζί μ' αυτές καταβαλλόμενο επίδομα) ισούνται προς το γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής του, όπως δε διευκρινίζεται στην συνέχεια ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας των (μονίμων) εργατών (με τον αυτό τρόπο υπολογίζονται οι αποδοχές αυτές και για τους εκτάκτους) λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο πριν από την χορήγηση της αδείας τρίμηνο (και προκειμένου για εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων το βασικό ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές). Ως "επικρατέστερη απασχόληση" νοείται κατά την διάταξη αυτή η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλ. εκείνη η οποία είχε συνολικά την μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας τρίμηνο. Βάση, επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζομένους "επί αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολουμένους στις γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτόν αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους εργάτες κατά ποσοστό 25%. (ii) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ.) εργατών του ΟΛΠ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών κλπ. αδείας, ορίζεται ειδικά στο αρθ. 23 §1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησης τους κατά τις διακρίσεις του αρθ. 12§1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το αρθ. 23§1), είναι δε αυτές (α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων δημητριακών, γαιανθράκων κλπ. (β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις επί πλοίων γενικά και επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και (γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες (μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση. Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή κατά το αρθ. 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω αρθ. 20 του Κανονισμού (α) η εργασία στον λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς (αα) γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, πορσελάνης και χωμάτων (χύμα) χωρίς την χρήση αρπάγης (ββ) σιτηρών και λοιπών δημητριακών "εις χύμα" (γγ) ξυλείας (δδ) φορτίων δε σάκκους γενικά (εε) σιδήρων, σιδηροφύλλων κλπ (στστ) ειδών γενικού εμπορίου και (ζζ) φορτίων πλοίων ψυγείων, κατ' εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία παρεμποδίζουν την εργασία με το ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η "επί αποδόσει" εργασία δεν αποτελεί είδος απασχόλησης, αλλά τρόπο εκτέλεσης της εργασίας) σε εργασία "επί ημερομισθίω" (β) η εργασία "επί ημερομισθίω" εκτελείται για (αα) την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά όλων των ανωτέρω ειδών (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και αντίστροφα (ββ) φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών (γγ) φορτοεκφορτώσεις νωπών ιχθύων, φρούτων και λαχανικών (δδ) φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους "εις χύμα" και (εε) εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν εμπορεύματα εξωτερικού, ενώ, κατά την περαιτέρω ρύθμιση του αυτού άρθρου, οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερομένων με οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων επί αυτοκινήτων κλπ. μπορούν να εκτελούνται "επί αποδόσει" με βάση τους 6 τόννους κατ' εργάτη κλπ. Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί (αρθ. 27) και καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του αρθ. 12§1 επιπρόσθετα του βασικού ημερομισθίου του αρθ. 23§1 (iii) Τέλος, κατ' αρθ. 30§1 το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο" που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας είναι ίσο προς αυτό που καταβάλλεται στους μονίμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές εργασίες του αρθ. 23§1 εδ. β', μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί δηλ. το "ασφαλιστικό" ημερομίσθιο το κατώτερο ημερομίσθιο, αλλ' αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις κομιστικές εργασίες. Με τα άρθρα τέταρτο παράγραφος 3 και πέμπτο εδ. ε' του ν. 2668/1999, με τον οποίο το μέχρι τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950 κλπ.) μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" (ΟΛΠ ΑΕ), δηλ. την αναιρεσείουσα, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά την μετατροπή αυτήν, ενώ με την 5115.01/02/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών-Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 390/20-6-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο καταρτισθείς στα πλαίσια και κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων τετάρτου, δωδεκάτου και δεκάτου τρίτου του ως άνω ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ (που άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά την δημοσίευσή του στην ΕτΚ, αρθ. 83 αυτού) για την ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ' αυτήν, σύμφωνα δε με αυτόν το προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (αρθ. 5§§1α, 2, 4α), δικαιούταν ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται δηλ. παραπομπή και στον α.ν. 539/1945) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού (αρθ. 55§1). Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ενόψει της ως άνω σχέσης του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (και δη του α.ν. 539/1945) δεν τίθεται θέμα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι, "κατάργησης" των κρίσιμων διατάξεων του Κανονισμού αυτού με μεταγενέστερους κανόνες δικαίου, οι οποίοι όλοι αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας με αποδοχές και δεν ρυθμίζουν ειδικά τον τρόπο υπολογισμού τους, ειδικότερα δε με (α) την κυρωθείσα με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, οι διατάξεις της οποίας, άλλωστε, κατ' αρθ. 8§1β αυτής δεν εφαρμόζονται καθ' ολοκληρίαν επί των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, που διέπονται, όπως στην κρινομένη περίπτωση, από την νομοθεσία ρύθμισης των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στους λιμένες κλπ. (β) τις διατάξεις της κυρωθείσης με το ν. 549/1977 από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ (γ) το ν. 993/1979 που κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο, μαζί με άλλα νομοθετήματα, με το ΠΔ 410/1988, αφού αφορά το προσωπικό με σχέση εργασίας του δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, ενώ ήδη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα είχε μετατραπεί σε α.ε. (δ) άρθ. 101 του ΠΔ 611/1977 (Υπαλληλικός Κώδικας) που σε κάθε περίπτωση αφορά τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους (αρθ. 2) (και των ΝΠΔΔ, αρθ. 2 ν. 2683/1999 του μεταγενεστέρου Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων) (ε) αρθ. 16 ν. 1082/1980, που αναφέρεται γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας σε περίπτωση λήξης κλπ. της σχέσης εργασίας πριν την συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου απασχόλησης (στ) από 19-5-1982 ΠΝΠ που δεν περιέχει ειδική ρύθμιση (ζ) αρθ. 1 και 7 ΠΔ 88/1999 (για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, που αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα λήψης άδειας με αποδοχές (η) αρθ. 4§5 ν. 2839/2000, αφού αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ενώ η αναιρεσείουσα είναι α.ε. δηλ. ΝΠΙΔ (ι) αρθ. 6 ν. 3144/2003 και 1 ν. 3302/2004, αφού αναφέρονται στο δικαίωμα καθεαυτό για την λήψη άδειας με αποδοχές και όχι στον τρόπο υπολογισμού τους. (Δ) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων με αντικείμενο την καταβολή των αναφερομένων εκεί ποσών για διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας των ετών 2001 έως και 2005, με την προσβαλλομένη 622/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (1) ερμηνεύοντας, στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, τις ως άνω διατάξεις των αρθ. 3 α.ν. 539/1945, 3§16 ν. 4504/1966, ως ανωτέρω, καθώς και των αρθ. 20§1, 23, 27 και 35 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (που εγκρίθηκε με την 45058/7/1971 ΚΥΑ) έκρινε ότι (α) οι λιμενικές φορτοεκφορτωτικές εργασίας των αναφερομένων στο αρθ. 20 του κανονισμού ειδών διεξάγονται με το σύστημα της απόδοσης, η οφειλομένη δε στους εργαζομένους με το σύστημα αυτό αμοιβή δεν είναι προκαθορισμένη σε συγκεκριμένο σταθερό ποσό, αλλά ποικίλλει και υπολογίζεται ανά τόννο ή m3 με βάση ένα σταθερό ελάχιστο φορτίο υποχρεωτικής φορτοεκφόρτωσης και ένα αναπροσαρμοζόμενο με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ ποσό (β) από τα στοιχεία αυτά διαμορφώνεται (εκτός από το κατώτατο ημερομίσθιο που αντιστοιχεί στο ελάχιστο όριο φορτοεκφόρτωσης) το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, το οποίο αναλογεί στις ποσότητες που πράγματι φορτοεκφορτώνονται επιπλέον του ελαχίστου σταθερού φορτίου φορτοεκφόρτωσης, όπως προβλέπεται στον πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων εργατικών ομάδων (γ) η κυμαινόμενη και ανώτερη αυτή αμοιβή απόδοσης προβλέπεται και καταβάλλεται στους εργαζομένους τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τους και συνεπώς η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, επί των οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές άδειας, το επίδομα αδείας και τα λοιπά επιδόματα σύμφωνα με τις οικείες ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (δηλ. του α.ν. 539/1945 και ν. 4504/1966), που υπερισχύουν από τις αντίθετες και δυσμενέστερες για τους εργαζομένους διατάξεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ, ενώ έχουν παράλληλη ισχύ με τις αποκλίνουσες ευνοϊκές για τους εργαζομένους ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ (τις οποίες μπορούν να επικαλούνται οι τελευταίοι για την θεμελίωση των αξιώσεων τους), αποκλίνουσα δε και ευμενής για τους μόνιμους εργάτες του ΟΛΠ διάταξη είναι εκείνη του αρθ. 35§1δ του ως άνω Κανονισμού, κατά την οποία ως βασικό ημερομίσθιο για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας λογίζεται εκείνο της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας τους (δ) σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές οι αποδοχές αδείας των μονίμων εργατών του ΟΛΠ είναι ίσες με το γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται έκαστος επί το βασικό ημερομίσθιο απασχόλησής του, ως τέτοιου λογιζομένου -για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας- εκείνου της επικρατέστερης απασχόλησης κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της άδειας, το βασικό δε αυτό ημερομίσθιο εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των αποδοχών του εργαζομένου κατά τα τρίμηνο αυτό δια του αριθμού 3 κλπ. (ε) το επίδομα αδείας είναι ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών του εργαζομένου κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας 12μηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι εργοδοτικές παροχές που καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τακτικά ανά μήνα κλπ.) διά του αριθμού 12 κλπ. (2) στην ελάσσονα πρόταση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα εναγομένη ήδη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) ο 1ος την 29-5-1989 και ο 2ος την 15-6-1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθούν με την ειδικότητα του λιμενεργάτη, ότι αντικείμενο της εργασίας τους είναι η εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας που σχετίζεται με την φορτοεκφόρτωση και διακίνηση φορτίων εντός του χώρου του λιμένος Πειραιώς, ότι οι όροι εργασίας των εναγόντων διέπονταν από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονταν μεταξύ του ΟΛΠ και του σωματείου των εργαζομένων με την επωνυμία "Ένωση Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών ΟΛΠ", ότι ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες οι ενάγοντες κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ και απασχολούνταν με όλα τα είδη των λιμενικών εργασιών, είτε αυτές διεξάγονταν με απόδοση, είτε με σταθερό ημερομίσθιο, και ανάλογα με την εργασία που παρείχαν καταβαλλόταν σ' αυτούς το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες ΕΣΣΕ σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης που αναλογεί στις ποσότητες που φορτοεκφορτώνονται επί πλέον του ελαχίστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005 όλα τα προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, ότι συγκεκριμένα οι αποδοχές και το επίδομα αδείας που λάμβαναν οι ενάγοντες κατά την ως άνω χρονική περίοδο δεν διαμορφώνονταν με βάση το ημερομίσθιο που προέκυπτε από την πραγματική απόδοσή τους και καταβαλλόταν σ' αυτούς, ούτε από το ημερομίσθιο που αναλογούσε στην επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο (και δωδεκάμηνο για το επίδομα) πριν από την λήψη της αδείας, όπως θα έπρεπε, αλλά με βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας προσαυξημένο κατά 20% από το έτος 1990 και 25% αργότερα, κατά την σχετική πρόβλεψη των αντίστοιχων ΕΣΣΕ, και ότι ο τρόπος αυτός του υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων σε ποσά κατώτερα από εκείνα που αναλογούν στο προβλεπόμενο και πραγματικά καταβαλλόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, καθώς και στο ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας είναι βλαπτικός γι' αυτούς, οι οποίοι δικαιούνται ν' αξιώσουν τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, οι οποίες υπερισχύουν από τις σχετικές (κανονιστικού περιεχομένου) δυσμενέστερες προβλέψεις των οικείων ΕΣΣΕ. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά μερική παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας του χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως και 2005, προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτών με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας, δηλ. τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους (και όχι μόνο το βασικό ημερομίσθιο), τα συνολικά ποσά (α) στον 1° ενάγοντα των 30.523,66 €, καθώς και των 5.113,33 € ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων σχετικών κονδυλίων του έτους 2003 και (β) στον 2° ενάγοντα των 19.365,69 €, καθώς και των 3.060,19 € ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων κονδυλίων του έτους 2003. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών και για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας κλπ. των αναιρεσιβλήτων εναγόντων έλαβε το σύνολο των αποδοχών με βάση την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου αμοιβή απόδοσης, δηλ. τις πλήρεις αποδοχές, αλλά του τελευταίου τριμήνου πριν από την λήψη της αδείας, προέβη δηλ. κατά την σύγκριση των αποδοχών κλπ. αδείας ως μίας ενότητας σε επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του αρθ. 3 α.ν. 539/1945 και των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού και δη του αρθ. 35 αυτού, παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ.580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 622/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ (2.300). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθ.281 ΑΚ : έννοια καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος – άρθ. πρώτο και δεύτερο ν.2688/1999, αρθ. 3 α.ν. 1559/1950: η πρόβλεψη τόκου 6% για τις οφειλές της ΟΛΠ ΑΕ και ειδικότερα για οφειλόμενες αποδοχές κλπ. σε εργαζομένους της, αντί του καταβαλλομένου (μεγαλυτέρου) από τους ιδιώτες αντίκειται στο άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ – άρθ.680 ΑΚ, 7 ν.1876/1990 : για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα και δεν γίνεται επιλεκτική αναζήτηση τμημάτων αποδοχών από διαφορετικές πηγές – Κανονισμοί εργασίας υπό την ισχύ του ν.δ.3789/1957 έχουν κανονιστική ισχύ (ισχύ ουσιαστικού νόμου και όχι συμβατική), δεν υπερισχύουν, όμως, των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας, που περιέχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις – έννοια και τρόπος υπολογισμού αποδοχών και επιδόματος αδείας κατά τον α.ν. 539/1945 και τον Κανονισμό εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς – η αναιρεσιβαλλομένη εφάρμοσε διατάξεις και από τις δύο πηγές (αναιρεί εν μέρει Εφ.Πειρ.622/2009).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 6/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 81432/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 3 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 404/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του νόμου 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Από τα ανωτέρω ακολουθεί ότι, αν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, προβάλλει ότι, παρά τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό, δεν έγινε εγκύρως η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ώστε να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία της εφέσεως, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 4/1995), υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Την προβολή των στοιχείων αυτών ενώπιον του εφετείου πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένη και παραδεκτή και η αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως, με την οποία απερρίφθη το αίτημα του αναιρεσείοντος να θεωρηθεί για τους λόγους αυτούς εμπρόθεσμη η έφεσή του. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (ΟλΑΠ 6 & 7/1994 και 4/1995). Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Εξάλλου, μέχρι την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες, που απέρριπταν το αίτημα για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, όμως, μετά την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 81.432/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 55.345/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για παράβαση του Ν. 5960/1933 σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών μετά την απόρριψη αιτήματος αυτού για αναβολή της δίκης, για να προσέλθει ο μάρτυς Α., ο οποίος ήταν ασθενής. Από την πληττόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία: "Επειδή ο επικαλούμενος από τον συνήγορο υπεράσπισης λόγος αναβολής της δίκης αφ' ενός μεν είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρθηκε το κύριο όνομα του μάρτυρα Α.για την προσέλευση του οποίου ζητείται η αναβολή, αφ' ετέρου δε, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είναι ασθενής, καθόσον δεν προσκομίστηκε ιατρική βεβαίωση, που να πιστοποιεί την ασθένειά του, το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι αναφέρει, με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τον λόγο για τον οποίο δεν κρίνεται επιβεβλημένη η αναβολή για την προσέλευση του ως άνω μάρτυρος ενώπιον του Δικαστηρίου, αιτιολογώντας έτσι πλήρως για ποιο λόγο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναβολής ης δίκης, των οποίων η έλλειψη επιβάλλει την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 81.432/2009 απόφασή του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τον αναιρεσείοντα - εκκαλούντα - κατηγορούμενο, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, οδηγήθηκε στην απόρριψη της εφέσεως, με την εξής αιτιολογία: "Από το από 24.4.2000 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ..., που βρίσκεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι η εκκαλουμένη ως άνω 55345/1999 απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής στις 24.4.2000. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης (24.4.2000) διέμενε στο ..., πλην όμως δεν προσκομίζει έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι πράγματι στις 24.4.2000 διέμενε στο ... ούτε εξέτασε μάρτυρα, που να επιβεβαιώνει τον άνω ισχυρισμό του, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Επομένως νόμιμα του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως αγνώστου διαμονής. Ο εκκαλών άσκησε την υπό κρίση έφεση στις 17.10.2008 ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών, που ορίζει το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Ενόψει των ανωτέρω η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της". Δηλαδή, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης 55.345/1999 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 24 Απριλίου 2000, προκύπτουσα από το μνημονευόμενο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..., όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 17 Οκτωβρίου 2008, δηλαδή μετά την παρέλευση (αναφέρεται στην αιτιολογία), της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Επομένως, η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι είναι άκυρη η επίδοση, διότι στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν επισυνάπτεται και η σχετική αναγκαία και απαραίτητη από τον νόμο βεβαίωση του αρμοδίου για την επίδοση της αποφάσεως εντεταλμένου οργάνου, με την οποία να βεβαιώνεται ότι παρ' όλες τις έρευνες και προσπάθειες που προέβη δεν κατέστη δυνατή η γνώση του τόπου διαμονής του (αναιρεσείοντος). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι η βεβαίωση αυτή υπάρχει από το όργανο επιδόσεως, στο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση, αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως και τον από 3 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του Χ. Λ. του Λ., για αναίρεση της 81.432/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
null
null
0
Αριθμός 7/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Ηλία Γιαννακάκη, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο, κωλυομένου του Προέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα και του αρχαιοτέρου Αντιπροέδρου Δημητρίου Κανελλόπουλου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Τσόλια, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Γεωργία Λαλούση, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Των καλουσών - αναιρεσειουσών: 1)Κ. Γ. συζ. Η. και 2) Μ.-Δ. Ά. συζ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αρετής Καπετανάκου, που κατέθεσε προτάσεις. Της καθής η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε (ΟΠΑΠ ΑΕ), καθολικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Μαρία-Χριστίνα Κέζα και Νικόλαος-Σέργιος Σακαλής. Των προσθέτως παρεμβαινουσών υπερ των αναιρεσειουσών: 1) Της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Γ.Σ.Ε.Ε)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Τοκατλίδης, που κατέθεσε προτάσεις. 2) Της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων" (Α.Δ.Ε.Δ.Υ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα, που κατέθεσε προτάσεις. 3) α) Της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Συμβασιούχων Εργαζομένων Κ.Ε.Π.ΥΟ (ΣΩ.ΣΥ.Ε ΚΕΠΥΟ)", β) Της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α) γ) Της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Συμβασιούχων Υπαλλήλων Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Π.Σ.Σ.Υ.ΙΚΑ)" που εδρεύουν στην Αθήνα και εκπροσωπούνται νόμιμα, τις οποίες εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. 4) Της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συμβασιούχων Πυροσβεστών Πυρόσβεσης-Διάσωσης Π.Ο.Σ.ΠΥ.Δ." που εδρεύει στα Μέγαρα και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε μετά του Προέδρου και του Γραμματέως, που όρισαν πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, Δημήτριο Βασιλείου και Δημήτριο Βερβεσό, που κατέθεσαν προτάσεις. 5) Της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ-ΠΟΣΠΕΡΤ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε μετά του προέδρου του Δ.Σ, που όρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 6) Της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - Ο.Ι.Υ.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Περπατάρης, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. 7) α) Της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Ο.Τ.Α. (ΠΟΠ-ΟΤΑ)" και β) Της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης (Σωματείο) με την επωνυμία "Ένωση Εργατοϋπαλλήλων Δήμου Αθηναίων", που εδρεύουν στην Αθήνα και εκπροσωπούνται νόμιμα, παραστάθηκαν μετά του προέδρου και του γραμματέα του Δ.Σ, οι οποίοι διόρισαν πληρεξούσιους δικηγόρους τους Άρη Καζάκο και Νικόλαο Σωτηρακόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 574/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5766/2002 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 10 Ιουλίου 2003 αίτησή τους. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1479/2006 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον, από το άρθρο 560 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως. Εκδόθηκε η 33/2007 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Τακτική Ολομέλεια η οποία παρέπεμψε τον παραπεμφθέντα λόγο αναιρέσεως στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 26 Οκτωβρίου 2009 κλήση των ήδη αναιρεσειουσών, η προκείμενη υπόθεση φέρεται για συζήτηση, μετά από αναβολή από τη δικάσιμο στις 23.9.2010, στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός, από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, που παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια με την 33/2007 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειουσών και των προσθέτως παρεμβαινόντων την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι δε του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο μόνος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει. Κατά την 14η Απριλίου 2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Σπυρίδων Ζιάκας και Νικόλαος Πάσσος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 § 2 του ΚΠολΔ και 23 § 2 εδ. γ και δ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν.1756/1995), όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 § 1 του ν. 2331/1995, προκύπτει ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται : α)... και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας, η δε παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με την από 14.1.1998 αγωγή τους κατά του αναιρεσίβλητου, ιστορώντας ότι με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου, προσλήφθηκαν από τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως καθαρίστριες, ότι προσέφεραν αυτές, εργαζόμενες με πλήρες ωράριο επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και ότι με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ζήτησαν με αυτή να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, που έχει ισχύ νόμου, να τους καταβάλει τις διαφορές αποδοχών, που προέκυπταν από τη βλαπτική μεταβολή των συνθηκών της εργασίας τους. Η ανωτέρω αγωγή έγινε δεκτή με την 574/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με έφεση ο αναιρεσίβλητος και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5766/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την αγωγή. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 10.7.2003 αίτηση αναιρέσεως και το Β1 Τμήμα του Δικαστηρίου τούτου, με την 1479/2006 απόφασή του, τάχθηκε υπέρ της παραδοχής του μοναδικού, από το άρθρο 560 § 1 του ΚΠολΔ, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά την παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, διότι η απόφασή του λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου. Ειδικότερα, από την πλειοψηφία έγινε δεκτό, ότι η αγωγή αυτή, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος, διότι : α) οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειουσών, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου και β) τα παραπάνω ίσχυαν και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουλίου 1999, που ισχύει από 10.7.2001, δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή πριν από την ενσωμάτωση της στις 2.4.2003) στην ελληνική έννομη τάξη, και ότι το ΠΔ 164/2004 δεν είχε εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειουσών, γεγονός μη αμφισβητούμενο από τον αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και άρα ήταν ενεργός κατά την έναρξη της ισχύος τούτου (19.7.2004). Αντιθέτως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τις δημόσιες επιχειρήσεις ή τους ΟΤΑ, που κάλυπταν πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, δεν μετατρέπονταν σε αορίστου χρόνου, όταν η ορισμένη διάρκεια επιβαλλόταν από το νόμο ή από κανονισμό που είχε ισχύ νόμου, αφού στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δεν είχε τη δυνατότητα σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου και επομένως δεν μπορούσε να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης ως ορισμένης διάρκειας, ενώ δεν μπορούσε ούτε να τεθεί θέμα εφαρμογής της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, που δεν είχε άμεση εφαρμογή στην εσωτερική ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε του ΠΔ 164/2004, που δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, με συνέπεια στις συμβάσεις αυτές, εμφανιζόμενες είτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είτε ως συμβάσεις έργου, να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά ούτε και της διατάξεως του άρθρου 8 § 3 εδ. β του ν. 2112/1920. Ενόψει όλων των παρατεθέντων, η Τακτική Ολομέλεια έκρινε, ότι με τον παραπεφθέντα σε αυτή μοναδικό λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 § 1 του ΚΠολΔ, τίθεται ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και, σύμφωνα με το άρθρο 23 εδ. γ και δ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, με την 33/2007 απόφαση της, παρέπεμψε τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον της οποίας, παραδεκτά, εισήχθη προς συζήτηση με την από 26-10-2009 κλήση των αναιρεσειουσών. Οι πρόσθετες, υπέρ των αναιρεσειουσών, παρεμβάσεις: 1) από 7-9-2010 της Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής Οργάνωσης "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε)" 2) από 9-7-2010 της Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων "Α.Δ.Ε.Δ.Υ", 3) από 19-8-2010 α) της Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Σωματείο Συμβασιούχων Εργαζομένων Κ.Ε.Π.ΥΟ (ΣΩ.ΣΥ.Ε ΚΕΠΥΟ)". β) της Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α). και γ) της Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλήνιος Σύλλογος Συμβασιούχων Υπαλλήλων Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Π.Σ.Σ.Υ.ΙΚΑ)". 4) από 8-9-2010 της Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συμβασιούχων Πυροσβεστών Πυρόσβεσης - Διάσωσης Π.Ο.Σ.ΠΥ.Δ.". 5) από 16-12-2010 της Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Επιχειρήσεων Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης- ΠΟΣΠΕΡΤ". 6) από 16-12-2010 της Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος - Ο.Ι.Υ.Ε". 7) από 28-12-2010 α) της Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Ο.Τ.Α. (ΠΟΠ-ΟΤΑ)" και β) της Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, "Ένωση Εργατοϋπαλλήλων Δήμου Αθηναίων", οι οποίες ασκούνται με την επίκληση του εννόµου συμφέροντος τους να αποβεί η δίκη υπέρ των διαδίκων για τους οποίους παρεµβαίνουν, το οποίο (έννοµο συμφέρον) προκύπτει από τη φύση της ερευνώμενης έννοµης σχέσης, που αναφέρεται σε εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου, συμβασιούχων και το ότι η απόφαση, που θα εκδοθεί, θα επηρεάσει καθοριστικά το κρίσιμο νοµικό ζήτηµα της εργασίας ορισμένου χρόνου, µε ιδιωτικού δικαίου συµβάσεις και σχέσεις εργασίας στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα και συνεπώς και των συμβασιούχων, μελών τους, παραδεκτά ασκούνται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, για την προστασία του, ευρέως ερμηνευομένου, συλλογικού συμφέροντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 215, 663 επ., 666 επ., 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και 669 παρ. 3 ΚΠολΔ, που εφαρµόζεται και στην κατ' αναίρεση δίκη, σύµφωνα µε τα άρθρα 675Α ΚΠολΔ, 9 παρ. 1 ν. 3189/2003, ενόψει και του ότι η επίδικη διαφορά αφορά και στην ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων, που εξοµειώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύµβασης εργασίας και δη των διατάξεων της συµφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία ευρίσκεται συνηµµένη στο Παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και αποτελεί αναπόσπαστο µέρος αυτής. Συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν οι παρεμβάσεις αυτές με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 31 παρ. 1, 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ι. Με την απόφαση 33/2007 της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με τα άρθρα 563 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 23 παρ. 2. εδ. γ' και δ' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (Ν.1756/1988), όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν.2331/1995, ο μοναδικός λόγος κατά το άρθρο 560 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) για αναίρεση της υπ' αριθ. 5766/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, γιατί κρίθηκε ότι τίθενται τα γενικοτέρου ενδιαφέροντος ζητήματα: "Εάν είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, κατά τον ορθό εκ μέρους του ουσιαστικού Δικαστηρίου χαρακτηρισμό της όλης έννομης σχέσης παροχής εργασίας εξαρτημένης, η αναγνώριση κυρίως ή παρεμπιπτόντως του πραγματικού χαρακτήρα της ίδιας έννομης σχέσης ως αορίστου χρόνου, όταν πρόκειται για συνεχείς - διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που κάλυπταν καθόλο το ένδικο διάστημα πάγιες και διαρκείς όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, και η συμφωνημένη κάθε φορά ορισμένη διάρκεια επιβαλλόταν από το νόμο ή από τον κανονισμό λειτουργίας του εργοδότη - αναιρεσιβλήτου που έχει ισχύ νόμου". ΙΙ. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.Α.Π. 28/1998). Η παράβαση δε του νόμου με την προαναφερθείσα έννοια κρίνεται κατ'αρχή σε σχέση με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, με την προϋπόθεση όμως ότι το δίκαιο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρεπτά ρυθμίζει την επίδικη έννομη σχέση όταν ανάγεται στο παρελθόν. Εξάλλου η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση που στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 ή 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006 και 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17.4.2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος), αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη είτε ανήκει στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και εάν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ.Α.Π. 30/1998). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ.Α.Π.654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση. Αλλά και στην περίπτωση, που η αγωγή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' αποδοχή αντίστοιχου λόγου έφεσης του εναγομένου έκρινε ότι η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη, με βάση επίσης το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (και δεν μεσολάβησε άλλος νεώτερος νόμος με αναδρομική εφαρμογή), όταν στη συνέχεια το Εφετείο προβεί στην κατ'άρθρ. 535 του Κ.Πολ.Δ. εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το κατά το ίδιο άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ. στάδιο της "κατ' ουσίαν" εκδίκασης της υπόθεσης, δεν εξικνείται περαιτέρω επεκτατικά, πέραν της απόρριψης της αγωγής ως νομικά αβάσιμης, με βάση το αμέσως προηγηθέν πόρισμά του της παραδοχής του λόγου της έφεσης και με βάση τις ίδιες διατάξεις που κρίθηκε το βάσιμο του ίδιου λόγου, και όχι με την παράλληλη εφαρμογή άλλων νεώτερων διατάξεων, που δεν έχουν αναδρομική ισχύ αλλά και δεν καταλαμβάνουν χρονικά την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (αρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν.2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα. Ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν.127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου. Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (το άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ. Ια'). Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ. Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών, γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ. και η τελική επιλογή του γίνεται από τον Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4). Εξάλλου, ανεξάρτητα από την επακολουθήσασα υπ'αριθ. 1999/70 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και η ισχύς της άρχισε σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής στις 10.7.2001, ενσωματώθηκε δε στην Ελληνική έννομη τάξη στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003, στην Ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες. Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου(ΑΕΔ3/2001, ΑΠ Ολ. 6/2001). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του ΟΠΑΠ με ορισμένου χρόνου διαδοχικές συμβάσεις μίας ημέρας σε εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας των υπηρεσιών του έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν προσληφθεί ως καθαρίστριες από τον ΟΠΑΠ - ήδη ΟΠΑΠ Α.Ε., καθολική διάδοχο του - ότι από την πρόσληψή τους (10-3-1991 και 01.3.1990) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους (22-1-1998) παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση από 5.30 έως 13.30 (νόμιμο ωράριο εργασίας), καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. 'Οτι η σύμβαση εργασίας τους, δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για τους λόγους ότι όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης καλύπτουν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους, και συνεχίζουν να εργάζονται στο εναγόμενο, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους. Ότι, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο ως άνω συμβάσεις άλλως παρατάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες αποκρούουν ως τέτοιες, έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν. 2112/1920 και των νόμων που υποχρεώνουν την τήρηση των ΣΣΕ, την καταβολή αδειών, επιδομάτων αδείας κ.λ.π., κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Άρα, όλες οι ανωτέρω συμβάσεις, για κάθε μία ενάγουσα, συνιστούν μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Απέκρουσαν δε, ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία επιχείρησε ο ΟΠΑΠ και συνίστατο σε μείωση των ήμερων εργασίας αρχικά από 5 σε 4 και στη συνέχεια από 4 σε 3, που αυτές δεν αποδέχθηκαν. Ζήτησαν δε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο.Π.Α.Π. που συνεχίζει να τις απασχολεί επί 3 ημέρες την εβδομάδα μέχρι την άσκηση της αγωγής, να καταβάλει σ'αυτές τις διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.10.1995 μέχρι 31.12.1997 που τις περιέκοψε, αφού παρεμπιπτόντως αναγνωρισθεί αναγκαίως ότι κατά το ίδιο ένδικο χρονικό διάστημα των ζητούμενων διαφορών η έννομη σχέση που τις συνδέει με τον εναγόμενο ήταν αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι σε προγενέστερο χρόνο άσκησαν κατά του εναγομένου και την από 21.12.1995 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τις συνδέει με τον αναιρεσίβλητο εργοδότη, όπως εξελίχθηκε και λειτουργούσε καθόλη τη διάρκειά της, είναι παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η ένδικη αγωγή συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε την 27.4.1998 η υπ' αριθ. 574/1998 απόφαση που την έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, 281, 671 Α.Κ. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και εκδόθηκε την 3.9.2002 η υπ'αριθ. 5766/2002 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης ως προς την νομιμότητα της ένδικης αγωγής, κρίνοντας ότι η αγωγή δεν ήταν νομικά βάσιμη στο πλαίσιο εφαρμογής αποκλειστικά των ίδιων ως άνω διατάξεων, γιατί "η σύναψη της ένδικης σύμβασης ως ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από τον κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας του εναγομένου που έχει ισχύ νόμου και δεν μπορεί κατ' ακολουθία να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών - εναγουσών έστω και αν χρησιμοποιήθηκαν αυτές για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του εργοδότη". Στη συνέχεια δε, αφού δέχθηκε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, χωρίς να προσφύγει, (αφού δεν είχε κατά τα προαναφερθέντα και αντίστοιχη δυνατότητα), στις εκ των υστέρων και μετά την κατά την 27.4.1998 έκδοση της πρωτόδικης απόφασης θεσπιθείσες διατάξεις της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, αλλά και στις διατάξεις του Ν.2190/1994, όπως ισχύουν μετά το Ν.2527/1997 και στην έκταση που με την θέσπιση της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος απέκτησαν από τις 18.4.2001 συνταγματικό κύρος, αφού δεν προκύπτει από αυτές η δυνατότητα ρύθμισης με αναδρομική ισχύ της ένδικης έννομης σχέσης εξικνούμενης χρονικά κατά το αντικείμενό της το αργότερο μέχρι την 31.12.1997. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις (μέχρι της 31.12.1997), είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης (27-4-1998) της πρωτόδικης απόφασης κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής, ήτοι του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις (λόγω μη έγκυρης κατάρτισης συμβάσεως) εργασίας των εναγουσών, είχαν προσλάβει ήδη ενιαία κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός της ημερήσιας διάρκειάς τους εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγουσών μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού του αναιρεσίβλητου, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειουσών, όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους. Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο μοναδικός, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος είναι βάσιμος και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, όπως και οι υπέρ αυτής ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, στο μέτρο, που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραβίαση των ίδιων παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με τη μη εφαρμογή τους. Μειοψήφισαν είκοσι (20) μέλη του δικαστηρίου, ήτοι οι Αντιπρόεδροι, Ηλίας Γιαννακάκης και Θεοδώρα Γκοίνη και οι Αρεοπαγίτες, Βασίλειος Φούκας, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτης Κομνηνάκης, Δημήτριος Μαζαράκης, Ανδρέας Δουλγεράκης-Εισηγητής, Κωνσταντίνος Φράγκος, Σαράντης Δρινέας, Δημήτριος Τίγγας, Ιωάννης Γιαννακόπουλος, Χριστόφορος Κοσμίδης, Ανδρέας Ξένος, Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειος Φράγγος, Νικόλαος Τρούσας, Δημήτριος Κόμης Ερωτόκριτος Καλούδης και Μιλτιάδης Σπυρόπουλος. Τα μέλη αυτά, εκτός του Δημητρίου Τίγγα, διατύπωσαν την παρακάτω γνώμη : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΚΠολΔ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία, ρητά ή σιωπηρά, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο, ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δε δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων, περί υποχρεωτικής καταγγελίας. Η διάταξη όμως αυτή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση ορισμένης διαρκείας καταρτίζεται υποχρεωτικώς εκ του νόμου ως τέτοια, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως σαν ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αόριστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες ανάγκες του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 180/1986). Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ. από 20/29 -12-1958 (άρθρ. 1,3 και 5), εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.Δ. 3865/1958, δυνάμει του Π.Δ. 228/1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρίας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο Τομέα, διεπόταν δε, κατά την επίδικη περίοδο, από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν.127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986), και συνεπώς έχει ισχύ νόμου. Κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ διακρίνεται σε τακτικό, που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπομένων σ' αυτόν οργανικών θέσεων, σε έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζομένων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών και σε ευκαιριακά απασχολούμενο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση διάρκειας μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμετρήσεως και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ (άρθρο 13), ότι η πρόσληψη του τακτικού και του έκτακτου προσωπικού, που γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ύστερα από εισήγηση του συντονιστή διευθυντή για το πρώτο και με απόφαση του συντονιστή διευθυντή για το δεύτερο, οριστικοποιείται με την υπογραφή της εργασιακής συμβάσεως από τα μέρη, ότι η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού γίνεται με επιλογή από το συντονιστή διευθυντή στο πλαίσιο πάγιας αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 17) και ότι το έκτακτο προσωπικό δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το 25% των οργανικών θέσεων (άρθρο 49). Έτσι, οι κανονιστικές αυτές ρυθμίσεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο, που να επιτρέπει την πρόσληψη από τον ΟΠΑΠ με εργασιακή σύμβαση αόριστης διάρκειας, ακόμη και του τακτικού προσωπικού του, για το οποίο προβλέπεται ο διορισμός (με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου) σε συγκεκριμένες οργανικές θέσεις για ορισμένο χρόνο (μέχρι τη συνταξιοδότηση ή τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, άρθρο 48) και επιπλέον καθιερώνεται ο έγγραφος τύπος ως στοιχείο του κύρους της σχετικής συμβάσεως εργασίας. Η πρόσληψη σε µη θέσεις επιτρέπεται αποκλειστικά για την αντιμετώπιση εποχιακών ή έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και γίνεται µόνο µε σύμβαση ορισμένου χρόνου και μάλιστα έγγραφη σε σχέση και µε το έκτακτο προσωπικό. Επομένως, η πρόσληψη προσωπικού από τον ΟΠΑΠ για την αντιμετώπιση, είτε έκτακτων είτε τακτικών αναγκών, µε σύμβαση αορίστου χρόνου, αντίκειται στις απαγορευτικές διατάξεις του, ισχύ νόμου έχοντος, ως άνω κανονισμού του, µε συνέπεια οι σχετικές συμβάσεις να είναι άκυρες. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2). Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του αρθρ. 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβάνονταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά, πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά και της κοινής νομοθεσίας (άρθρα 56 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστώνονταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον πιο πάνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με το διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.Έτσι μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ' της παρ/φου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ/φο 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (Ολ.ΑΠ.19/2007). Εξάλλου, επίσης, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή τής κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου. Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται"). Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης. Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτή-των εποχικής φύσης". Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C - 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεώς του, ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων". Περαιτέρω στην 94η σκέψη του δέχεται, ότι " όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν μ' όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου". Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατά τη γνώμη πάντοτε της μειοψηφίας, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο της αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είχαν προσληφθεί ως καθαρίστριες από τον ΟΠΑΠ, ήδη ΟΠΑΠ Α.Ε., καθολική διάδοχό του, ότι από την πρόσληψή τους (10-3-1991 και 1-3-1990, αντιστοίχως) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους (22-1-1998) παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση από 5.30 έως 13.30 (νόμιμο ωράριο εργασίας), καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Ότι η σύμβαση εργασίας τους, δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας, όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για τους λόγους ότι εκάστη α) δεν υπέγραψε ποτέ τέτοιου είδους σύμβαση εργασίας, β) όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής της σχέσης καλύπτει μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας της, γ) συνεχίζει να εργάζεται στο εναγόμενο, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να αποχωρήσει από την υπηρεσία της. Ότι, οι επικαλούμενες από το εναγόμενο ως άνω συμβάσεις άλλως παρατάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες εκάστη αποκρούει ως τέτοιες, έγιναν προς καταστρατήγηση του Ν. 2112/1920 και των νόμων που υποχρεώνουν την τήρηση των ΣΣΕ, την καταβολή αδειών, επιδομάτων αδείας κ.λ.π., κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνεπώς όλες οι ανωτέρω συμβάσεις, για κάθε μία, συνιστούν μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Απέκρουσαν δε, ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία επιχείρησε ο ΟΠΑΠ και συνίστατο σε μείωση των ημερών εργασίας αρχικά από 5 σε 4 και στη συνέχεια από 4 σε 3, και που αυτές δεν αποδέχθηκαν. Ζήτησαν δε με αυτήν (αγωγή) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΠΑΠ, που συνεχίζει να τις απασχολεί επί 3 ημέρες την εβδομάδα, να καταβάλει σε κάθε μία τις διαφορές αποδοχών από τα ημερομίσθια που της περιέκοψε, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή τους. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσίευσης (3-9-2002) της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, που προαναφέρθηκαν, με βάση τους οποίους κρίνεται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ. 1 και 533 παρ. 2 KΠολΔ.). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, ως νόµω αβάσιµη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με το να εφαρμόσει, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και να μην εφαρμόσει εκείνες των άρθρων 8 παρ.3 του ν.2112/1920, 281, 671 του Α.Κ και 25 του Συντάγματος, διότι οι εν λόγω διαδοχικές συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν υποχρεωτικώς από το νόµο ορισμένου χρόνου και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσείουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, αφού καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του, ισχύ νόμου έχοντος, οργανισμού του αναιρεσίβλητου και ήταν ενεργές υπό την ισχύ των διατάξεων του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που τις διέπουν, αφού αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο της δημοσίευσης (3-9-2002) της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 573 παρ.1 και 533 παρ.2 ΚΠολΔ). Ακόµη, η Οδηγία 1999/170/ΕΚ του Συµβουλίου της Ε.Ε της 28-6-1999 δεν θεσπίζει διατάξεις άµεσης εφαρμογής και δεν ήταν αµέσως εφαρμόσιμη από τη λήξη του χρόνου προσαρμογής στις 10-7-2001, ενώ οι εν λόγω συµβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων δηλαδή του οργανισμού του αναιρεσιβλήτου, του άρθρου 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συµβάσεις αορίστου χρόνου. Συνεπώς, το ουσιαστικό Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο παραπεμφθείς από την Τακτική Ολομέλεια στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μοναδικός, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του KΠολΔ., λόγος δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, από το μέλος της μειοψηφίας, Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτη, διατυπώθηκε διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα πρακτικά της παρούσας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, απορριπτομένου δε, ως άνευ αντικειμένου, του αιτήματος που υποβλήθηκε από την παρεμβάσα Τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση ΑΔΕΔΥ, για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, σχετικά με τα όρια εφαρμογής του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δασπάνη πρέπει να συμψηφιστεί, μεταξύ των διαδίκων, στο σύνολο της, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179, 182 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5766/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Συμψηφίζει, στο σύνολο της, μεταξύ των διαδίκων, τη δικαστική δαπάνη. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Συμβασιούχοι ΟΠΑΠ.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 8/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, 2. Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3. Φ. Χ. Κ. του Χ., 4. Χ. Κ. του Φ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 963/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Γ. Α. του Κ. και με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Π. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καυκόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Απριλίου 2010 και 19 Απριλίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, η οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 666/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 16-4-2010 και 19-4-2010 δύο (2) αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Γ. Μ., Κ. Α., Χ. Κ. και Φ. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 963/2010 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με αντίστοιχες δηλώσεις τους προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν από απόψεως ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων τους. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 28 του Π.Κ., από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίο προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας (ή κατά περίπτωση της σωματικής βλάβης) από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμα η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστική χρήση του προμηθευθέντος και κατόχου αυτής ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περι-λαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 963/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι, Χ. Κ., Κ. Α., Γ. Μ. και Φ. Κ., είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε.". Ειδικότερα ο πρώτος είναι πρόεδρος, ο δεύτερος αντιπρόεδρος, ο τρίτος διευθύνων σύμβουλος και ο τέταρτος μέλος. Το διοικητικό συμβούλιο της εν λόγω εταιρίας δρα συλλογικά, σύμφωνα με το άρθρο 19 του αναγνωσθέντος καταστατικού της. Η εν λόγω εταιρία ανέλαβε, ως μέλος της Κοινοπραξίας "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Ε. - ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε. - ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε. - ΑΘΗΝΑ Α.Ε.", την εκτέλεση του έργου "Εγνατία Οδός / Τμήμα Δερβένι - Νυμφόπετρα (9.1/9.2)".Για τις ανάγκες του έργου αυτού η παραπάνω εταιρία είχε προβεί στην εγκατάσταση και λειτουργία πλησίον του χειμάρρου Μπογδάνα και στα όρια των αγροτικών περιοχών Ηρακλείου και Ασσήρου ενός συγκροτήματος αδρανών υλικών, και ενός συγκροτήματος παραγωγής ασφαλτοσκυροδέματος ... Την 29.7.2003, κατ' εντολή του πέμπτου κατηγορουμένου (Γ. Α., μη διαδίκου στην προκειμένη αναιρετική δίκη) διευθυντή του εργοταξίου έλαβε χώρα η εκτέλεση εργασιών αντικατάστασης, λόγω φθοράς, του κώνου του σπαστήρα αδρανών υλικών του παραπάνω λατομικού συγκροτήματος, ο οποίος αποτελεί το τελευταίο τμήμα ενός συγκροτήματος που αποτελείται από μία χοάνη επί της οποίας συγκεντρώνονται τα προς επεξεργασία πετρώματα και μία ταινία μεταφοράς, μήκους περίπου 25,00 μ., μέσω της οποίας μεταφέρονται σ' αυτόν (σπαστήρα) τα υλικά αυτά και της οποίας το ένα άκρο, στο οποίο πέφτουν τα υλικά, βρίσκεται σε ύψος 0,50 μ. από το έδαφος ενώ το άλλο άκρο καταλήγει ακριβώς πάνω από τον σπαστήρα και απέχει περί-που 4,50 μ. από το έδαφος στο οποίο αυτή (μεταφορική ταινία) στηρίζεται με δύο κάθετους σιδηροδοκούς, ύψους 3,50μ. Κατά τη διαδικασία αυτή, οι κατηγορούμενοι, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους ο καθένας, δεν έλαβαν προηγουμένως τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την ασφαλή εκτέλεση εργασιών σε ύψος προς αποφυγή του κινδύνου πτώσης των εργαζομένων και τα οποία συνίστανται είτε στη χρήση κατάλληλης σκαλωσιάς (πύργου) ή κατάλληλου ανυψούμενου καλαθιού, σύμφωνα με την παράγραφο 5.2 του τμήματος II του μέρους Β του παραρτήματος IV του Π.Δ. 305/1996 που ορίζει ότι οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας και στην περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι με αγκύρωση, καθώς επίσης και με το άρθρο 7 παρ 1 του Π.Δ. 17/1996, που ορίζει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων, μολονότι είχαν ιδιαίτερη υποχρέωση προς τούτο, η οποία πηγάζει από τις σαφείς ως άνω διατάξεις του νόμου, αναφορικά με το είδος και τη μορφή των εκτελούμενων εργασιών. Ειδικότερα οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρίας δε έλαβαν τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας και ειδικότερα δεν επέβαλαν κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας τη χρήση κατάλληλης σκαλωσιάς (πύργου) ή κατάλληλου ανυψούμενου καλαθιού ή τη χρήση μηχανισμών συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας... Ειδικότερα κατάλληλη σκαλωσιά (πύργος) ή κατάλληλο ανυψούμενο καλάθι ή δίχτυα προστασίας δεν υπήρχαν καθόλου στο χώρο του εργοταξίου, ενώ κιγκλιδώματα και εξέδρα, υπήρχαν μεν δεν ήταν όμως κατάλληλα για την προστασία των εργαζομένων στο ως άνω ύψος. Συγκεκριμένα περιμετρικά του σπαστήρα και περί το ένα μέτρο χαμηλότερα της βάσης του κώνου υπήρχε μικρή εξέδρα (πλατφόρμα), περικλεισμένη με κάγκελα ύψους 0,50 μ. περίπου. Για την εργασία αντικατάστασης όμως του κώνου του σπαστήρα επιβαλλόταν η χρήση γερανού για την ανύψωση της μεταφορικής ταινίας σε ύψος περί τα ογδόντα εκατοστά πάνω από την κορυφή του κώνου και την προσωρινή προέκταση των δοκών στήριξης κατά το αντίστοιχο μήκος στη βάση τους. Η εργασία αυτή απαιτούσε επί πλέον την πρόσδεση της μεταφορικής ταινίας, για την ανύψωση αρχικά και για την επαναφορά της στη συνέχεια, στο γερανό με σχετικό ιμάντα. Τη διαδικασία αυτή είχε εντολή να εκτελέσει ο Α. Ν., εργαζόμενος ως ηλεκτροσυγκολλητής στο εργοτάξιο. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής, ο Ν. όταν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες αντικατάστασης του κώνου του σπαστήρα αδρανών υλικών, ανέβηκε στην παραπάνω μεταφορική ταινία προκειμένου να προετοιμάσει την ανύψωση αυτής (μεταφορικής ταινίας) με το γερανό ώστε να αφαιρεθούν οι προεκτάσεις που είχαν συγκολληθεί προσωρινά στους σιδηροδοκούς στήριξης της μεταφορικής ταινίας για να επιτευχθεί η αντικατάσταση του κώνου του σπαστήρα και να επανέλθει η μεταφορική ταινία στη θέση της. Για την εργασία αυτή ο Ν. έπρεπε να οδηγήσει το σώμα του πέραν του πλάτους της υπάρχουσας περιμετρικά του σπαστήρα εξέδρας, με συνέπεια αυτή λόγω άλλωστε και του μικρού ύψους του περιμετρικού σ' αυτή κιγκλιδώματος, δεν τον προστάτευε από πτώση. Κατά τη διαδικασία αυτή και για άγνωστο λόγο ο Ν. έχασε την ισορροπία του και να κατέπεσε στο έδαφος από ύψος 4,00 περίπου μέτρων, με συνέπεια να υποστεί μεταξύ των άλλων σωματικών κακώσεων βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του. Η πτώση του Ν. θα είχε αποφευχθεί οπωσδήποτε αν είχε γίνει χρήση κατάλληλης σκαλωσιάς (πύργου) ή κατάλληλου ανυψούμενου καλαθιού, ή σε κάθε περίπτωση μηχανισμών συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδωμάτων και εξεδρών κατάλληλων για την προστασία του εργαζομένου ή διχτύων προστασίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε όλους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους ενόχους των αξιοποίνων πράξεων: α) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, β) της μη λήψης απ' αυτούς, ως εργοδότες, των απαιτουμένων μέτρων που εξασφαλίζουν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές εργασίας και γ) της μη διάθεσης απ' αυτούς, ως εργοδότες, στους εργαζόμενους των κατάλληλων μηχανισμών συλλογικής προστασίας που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των εργασιών σε ύψος και επέβαλε στον καθένα αυτών συνολική ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε ως προς όλους τους αναιρεσείοντες για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρον 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, β, 27 παρ. 1, 28, 94 παρ. 1 και 302 παρ. 1 του Π.Κ., αρ. 7 παρ. 1, 3, 16 παρ. 2 του ΠΔ 17/1996 και παρ. 5.2 του τμήματος ΙΙ του μέρους Β του παραρτήματος IV του ΠΔ 305/1996 σε συνδ. με το άρθρο 25 του ν. 2224/1994 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατά-θεση της πολιτικώς ενάγουσας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Περαιτέρω, η αιτίαση που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Γ. Μ. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη "οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο", χωρίς να μνημονεύεται και η κατάθεση της χωρίς όρκο εξετασθείσης στο ίδιο Δικαστήριο πολιτικώς ενάγουσας Ε. Π. (συζύγου του αποβιώσαντος Α. Ν.) ούτε καμία άλλη αναφορά αυτής (κατάθεσής της) γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 963/2010 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης γίνεται πράγματι η ως άνω αναφορά ως προς τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως του Γ. Μ. είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται με την αιτίαση σε ποια σημεία η κατάθεση αυτή ωφελεί τον ως άνω αναιρεσείοντα και ποια η βλάβη του από τη μη λήψη υπόψη της καταθέσεως αυτής, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος, καθόσον το Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή όλων των συγκατηγορουμένων - (αναιρεσειόντων και μη) έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενώπιόν του, παρέπεται ότι έλαβε υπόψη του και την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας που δόθηκε χωρίς όρκο, ως της κατ' εξοχή μάρτυρα κατηγορίας, από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας, κατατίθενται ιδιαιτέρως επιβαρυντικά για όλους τους αναιρεσείοντες στοιχεία. Εξάλλου οι αιτιάσεις όλων των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γιατί δεν αναφέρεται ειδικά στο σκεπτικό της αν λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου: α) η από έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή Α. Τ., β) η υπ' αρ. πρωτ. 2298/29-7-2008 ιατροδικαστική έκθεση του Α.Π. Θεσσαλονίκης, γ) η υπ' αρ. πρωτ. 1739/1-9-2003 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και δ) η από 16-1-2004 ιστολογική εξέταση του Α.Π. Θεσ/κης, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου (υπ' αριθμ. 1, 3, 4 και 5 έγγραφα), είναι απορριπτέες ως αόριστες, δεδομένου ότι δεν αναφέρουν τα στοιχεία των άνω εκθέσεων από τα οποία να προκύπτει η αντίθεσή τους με τις παραδοχές της αποφάσεως αλλά και αβάσιμες, καθόσον προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο που επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου στην επιχείρηση των αναιρεσειόντων Α. Ν. του Η., ότι τα πορίσματα των ανωτέρω εκθέσεων, που δεν μνημονεύονται ιδιαίτερα στην αρχή του σκεπτικού ως ξεχωριστών αποδεικτικών μέσων, λήφθηκαν όμως υπόψη και συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, σε κάθε δε περίπτωση δεν είναι αντίθετα ως προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με την επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσείοντες ο τρόπος του θανάσιμου τραυματισμού του Α. Ν. ούτε υποστηρίχθηκε ότι ο θάνατος του ανωτέρω οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου. Ακόμη αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α) η ιδιότητα καθενός των αναιρεσειόντων ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε." στην οποία εργαζόταν ο αποβιώσας κατά την εκτέλεση της εργασίας του Α. Ν., β) η παράλληλη εκ του νόμου (ΠΔ 17 και 305/1996) υποχρέωση καθενός των αναιρεσειόντων να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την ασφαλή εκτέλεση εργασιών σε ύψος και εκείνοι δεν έλαβαν, γ) ότι συνεπεία της παραλείψεως αυτής των αναιρεσειόντων επήλθε ο θάνατος του εργαζομένου Α. Ν., λόγω της πτώσης του από ύψος 4 μέτρων και των βαρειών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη απ' αυτήν και δ) προσδιορίζεται σαφώς και ομοιόμορφα τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό το είδος της αμέλειας, ήτοι της μη συνειδητής που επέδειξαν καθένας των αναιρεσειόντων. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινόμενων αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες είτε με την επίφαση της έλλειψης της αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν, είτε αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και δεν χρήζουν ιδιαίτερης απαντήσεως. Μετά απ' όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 183 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 16 Απριλίου 2010 αίτηση του Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., με την από 19 Απριλίου 2010 αίτηση των: 1) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Φ. και 3) Φ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 963/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και εις ολόκληρον καθένα αυτών στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Ιανουαρίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Συνευθύνη μελών του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρίας για το θανάσιμο τραυματισμό εργαζομένου. Αιτήσεις αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και πρέπει ,αν δεν μνημονεύονται ειδικά, στην αρχή του αιτιολογικού να προκύπτει σαφώς ότι λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτει τους ανωτέρω λόγους των αναιρέσεων ως αβασίμους, και συνακόλουθα τις αιτήσεις αναιρέσεως ως αβάσιμες.
null
null
0
Αριθμός 2167/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίσθηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 491/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1019/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 εδ. α' Ν. 2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 Ν. 3153/2003 "...... οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο .........". Από αυτά προκύπτει: α) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με έκαστον εκ των ανωτέρω τρόπων από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, β) ότι για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού, μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, απαιτείται υποκειμενικώς δόλος είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων εθεμελιώθησαν ταύτα και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος και γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε ιδιαίτερα εξ ενός εκάστου αυτών, αρκεί ωστόσο να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τινά, για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου μεμονωμένα και μεταξύ των, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σε αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί αυτού γνώση του υπαιτίου της πράξεως, (εκτός εάν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και σ' αυτό). Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, έστω και αν αποτελεί αντιγραφή του τελευταίου, εφόσον σ' αυτό παρατίθενται λεπτομερή πραγματικά περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως, ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και προσεκομίσθησαν, κατάθεση μαρτύρων υπερασπίσεως, απολογία κατηγορουμένων στο ακροατήριο) (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 26.4.2005 στη ... χιλιομετρική θέση της επ. οδού Αμυνταίου - Καστοριάς, ο πρώτος από πρόθεση μετέφερε προς το εσωτερικό της χώρας (είναι ο μη εδώ αναιρεσείων Χ2) και ο δεύτερος των κατηγορουμένων (είναι ο εδώ αναιρεσείων Χ1) με πρόθεση διευκόλυνε την μεταφορά προς το εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, οι οποίοι δεν είχαν τα απαιτούμενα κατά το Νόμο ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος και είχαν εισέλθει προηγουμένως παράνομα στη Χώρα. Ειδικότερα, κατελήφθησαν πλησίον της ... χλμ θέσης της Επ. οδού Αμυνταίου- Καστοριάς, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ2) να οδηγεί το με αριθμ. κυκλ. ..... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ COROLLA, χρώματος θαλασσί, ιδιοκτησίας του, και να μεταφέρει με αυτό τους πρωτοδίκως συγκατηγορούμενούς του αλλοδαπούς (Αλβανούς υπηκόους) κατευθυνόμενος προς το εσωτερικό της χώρας (προς Θεσσαλονίκη) και ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1) να οδηγεί το με αριθμ. κυκλ. ..... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), ιδιοκτησίας του, και να προπορεύεται "ως προπομπός" του ως άνω αναφερόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου, προκειμένου να του γνωρίζει τα επικείμενα σημεία ελέγχου, καθόσον το ΙΧΕ αυτοκίνητο ακολουθούσε το προπεριγραφόμενο ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), μεταφέροντας με οδηγό τον πρώτο κατηγορούμενο τους πρωτοδίκως συγκατηγορούμενούς τους αλλοδαπούς (Αλβανούς υπηκόους), οι οποίοι προηγουμένως είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα με τα πόδια (πεζή) από αφύλακτο ορεινό σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου της ευρύτερης περιοχής της ....., χωρίς να υποβληθούν σε αστυνομικό και τελωνειακό έλεγχο και εκτός των ελεγχόμενων μεθοριακών διαβάσεων με οδηγό Αλβανό υπήκοο, όπου και παρελήφθησαν από τον πρώτο κατηγορούμενο, που τους ανέμενε, και επιβιβάστηκαν στο όχημά του με προορισμό την Θεσσαλονίκη, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέμενε πλησίον του σημείου επιβίβασης των αλλοδαπών στο όχημα του πρώτου κατηγορουμένου και κατά την προσέγγιση αυτού στην ανωτέρω Ε.Ο. άρχισε να προπορεύεται. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των ως άνω πράξεων, κατά πλειοψηφία (άρθρο 370 περ. α' Κ.Π.Δ.), να τους αναγνωρισθούν, όμως, οι ελαφρυντικές περιστάσεις, του μεν πρώτου, ότι έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84&2α Π.Κ.), του δε δευτέρου, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (84&2ε Π.Κ.). Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως της διευκολύνσεως της μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών οι οποίοι δεν είχαν τα νόμιμα έγγραφα εισόδου στη χώρα και, αφού ανεγνώρισε την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για κάθε μεταφερόμενο εκ των τριών ατόμων και συνολικώς ποινή φυλακίσεως δέκα τεσσάρων (14) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διέλαβε σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του άνω εγκλήματος, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων εστηρίχθη προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 Ν. 2910/2001, ως ισχύει μετά το άρθρο 37 Ν. 3153/2003, την οποίαν ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει τον δόλο του αναιρεσείοντος, δεχθείσα ότι αυτός εγνώριζε ότι οι μεταφερόμενοι ήσαν αλλοδαποί και δεν διέθεταν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, είχαν δε εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος, γνώση η οποία προκύπτει από τον σχεδιασμό της όλης επιχειρήσεως, από την υπ' αυτού εκτέλεση του έργου του προπομπού με το ΔΧΕ αυτοκίνητο ΤΑΞΙ με υποχρέωση ειδοποιήσεως του ετέρου κατηγορουμένου που ακολουθούσε για τα πιθανά σημεία ελέγχου καθ' οδόν. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ότι προσδιορίζονται στην πληττομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, δεν απητείτο δε αναλυτική παράθεσή τους, ούτε και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, κατά τα άνω εκτεθέντα. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, εκ του ότι δεν εκτίθεται στην απόφαση η γνώση περί του παρανόμου της εισόδου των αλλοδαπών, ως και τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, οι συλλογισμοί και οι αποδείξεις, από τα οποία συνήχθη η κρίση περί ενοχής, ως και του ότι το σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, προς δε και ο λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 55 Ν. 2910/2001, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξ άλλου, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, η από τον αναιρεσείοντα διάφορος εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων, ως πλήττουσα την περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν ανεγνώσθησαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, διότι ούτως αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις ή παρατηρήσεις σχετικές με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Εξ άλλου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του, πρέπει πάντως να αναφέρονται τα προσδιοριστικά της ταυτότητός του στοιχεία, ώστε να προκύπτει ποίο έγγραφο ανεγνώσθη και εις ποίον έγγραφον εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και του περιερχομένου τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν θεμελιώνει λόγον απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον σχετικόν λόγον αναιρέσεως, διότι, εφ' όσον στην πραγματικότητα συνετελέσθη η ανάγνωση των εγγράφων, παρεσχέθη στον κατηγορούμενο η δυνατότης να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με αυτά τα αποδεικτικά μέσα, δεδομένου μάλιστα ότι λογικώς η δυνατότης του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση απόλυτη ακυρότητα, διότι διέλαβε στα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά συνεδριάσεως ως αναγνωσθείσα, μεταξύ άλλων, και "την από 3.12.2004 ένορκη δήλωση". Όμως, με την αναφορά με τα στοιχεία αυτά του εγγράφου, (το οποίον, ειρήσθω, δεν είναι ένορκος εξέταση μάρτυρος, ούτε ένορκος βεβαίωση), που ανεγνώσθη στο ακροατήριο, έγινε γνωστό στον κατηγορούμενο το περιεχόμενό του και του παρεσχέθη η δυνατότης να προβεί σε έκθεση των απόψεων και παρατηρήσεών του, αφού ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν εναντιώθησαν στην ανάγνωση, ούτε αντέλεξαν σ' αυτή και συνεπώς ουδεμία αμφιβολία εδημιουργήθη αναφορικώς με το είδος και την ταυτότητα της ενόρκου αυτής δηλώσεως, πέραν του ότι εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι αυτή ελήφθη υπ' όψη κυρίως (και όχι διηγηματικώς) για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος, εκ της άνω πλημμελείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 Ν. 2910/2001, όπως ετροποποιήθη με το άρθρο 37 Ν. 3153/2003, με την απόφαση του δικαστηρίου δημεύονται τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την μεταφορά προσώπων, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο αυτά χρησιμοποιήθηκαν. Εξ αυτής προκύπτει ότι η απαίτηση προς επιβολή της δημεύσεως των ως άνω μεταφορικών μέσων με την καταδικαστική απόφαση, εφ' όσον τα δημευτέα ανήκουν στην ιδιοκτησία του αυτουργού ή των συμμετόχων των προβλεπομένων στο άρθρο αυτό αξιοποίνων πράξεων, καθιστά τη δήμευση παρεπομένη ποινή, η οποία επιβάλλεται από τον νόμο υποχρεωτικώς σε περίπτωση καταδίκης του κυρίου τους, η εν λόγω δε διάταξη, ως ειδική ειδικού ποινικού νόμου, κατισχύει των γενικών διατάξεων του άρθρου 76 ΠΚ. Περαιτέρω, η απόφαση που διατάσσει την δήμευση του μεταφορικού μέσου κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 55 Ν. 2910/2001, όπως ισχύει, έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφ' όσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι το μεταφορικό μέσο, που δημεύθηκε και προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία του, εχρησιμοποιήθη για την τέλεση της προβλεπομένης στο άνω άρθρο μεταφοράς ή διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως των λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της χώρας και ανήκει στην κυριότητα του αυτουργού ή των συμμετόχων που κατεδικάσθησαν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας διέταξε, εκτός άλλων, και την δήμευση του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΤΑΕ 5854 ΔΕΧ αυτοκινήτου (ΤΑΞΙ) ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, το οποίο είχε κατασχεθεί με την από 27.4.2005 έκθεση κατασχέσεως αυτοκινήτου του Ανθυπαστυνόμου ..... του ΑΤ Αμυνταίου Φλώρινας. Σχετικά με τη δήμευση αυτή το δικαστήριο είπε: Επειδή, πρέπει, να επικυρωθεί η κατάσχεση, περί της οποίας η από 27-4-2005 έκθεση κατάσχεσης αυτοκινήτου, του Ανθ/μου ..... του Α.Τ. Αμυνταίου Φλώρινας και να διαταχθεί η δήμευση του κατασχεθέντος, ήτοι του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ..... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ΤΑΞΙ), μάρκας DAIMLER - BENZ (MERCEDES), με αριθμό πλαισίου ..... και αριθμό κινητήρα ....., χρώματος ασημί, κατάσταση οχήματος καλή, ιδιοκτησίας του 2ου κατηγορουμένου (Χ1). Όμως η αιτιολογία αυτή της περί δημεύσεως αποφάσεως της προσβαλλομένης προδήλως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού είναι αντιφατική με την αιτιολογία της αποφάσεως περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του και του τρόπου που χρησιμοποιήθηκε το μεταφορικό αυτό μέσο για την τέλεση της πράξεως υπ' αυτών, καταφανώς δε δεν προσήκει στον γενόμενο από αυτή (απόφαση) δεκτό τρόπο ενεργείας εκάστου εξ αυτών στην αξιόποινη πράξη, δια την οποίαν έκαστος κατεδικάσθη. Τούτο δε με δεδομένο, περαιτέρω ότι, όπως έγινε δεκτό, ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν μετέφερε κανένα λαθρομετανάστη με το αυτοκίνητό του, αλλά τούτο το χρησιμοποίησε ως προπομπό του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου του συγκατηγορουμένου του Χ2, στο οποίο επέβαιναν οι τρεις αλλοδαποί, για να εξασφαλίσει την ασφαλή μεταφορά τους, ειδοποιών τον μεταφορέα συγκατηγορούμενό του για τα επικείμενα σημεία ελέγχου. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, στο σκεπτικό της αποφάσεως για την δήμευση του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..... ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΞΙ), ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 55 Ν. 2910/2001, όπως ισχύει, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την περί δημεύσεως διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 491/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και δη κατά την περί δημεύσεως του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος διάταξή της. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά την αναιρουμένη εις το σκεπτικό διάταξή της, στο ίδιο δικαστήριο. Και Απορρίπτει την από 31.5.2007 αίτηση τού Χ1 κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μεταφορά - προώθηση αλλοδαπών στη χώρα (άρθρο 55 παρ. 1 εδ. α΄ Ν. 2910/2001 όπως ισχύει με το άρθρο 37 Ν. 3153/2003). Δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος. Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Ταυτότης εγγράφων - εφόσον στην πραγματικότητα ανεγνώσθησαν δεν δημιουργείται ακυρότητα από το πως αναφέρονται. Δήμευση μεταφορικού μέσου λαθρομεταναστών. Αναιρεί διότι δεν χρησιμοποιήθηκε το αυτοκίνητο για την λαθρομεταφορά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Δήμευση.
0
Αριθμός 2092/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπολου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Γ. Τ. του Π., κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 242/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 786/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τσαγκουρνή, με αριθμό 317/1.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στον Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ την από 28-4-2010 αίτηση αναίρεσης του Τ. Γ. του Π., κρατούμενου στη Δικαστική φυλακή ..., κατά της συγχωνευτικής απόφασης 242/10 του Πενταμελούς Αναστολών Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε συνολική ποινή, που πρέπει να εκτίσει, κάθειρξη 7 ετών και 10 μηνών, και συνολική χρηματική ποινή 4.700 ευρώ, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Με την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (από βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της Προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνο που την διευθύνει. Για την δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνο που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ), και από εκείνον που την δέχεται ...". Αν η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα ή στο Διευθυντή των φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει σαφώς ο τόπος άσκησης του ενδίκου μέσου, όπως επίσης ρυθμίζεται και το περιεχόμενο της σχετικής έκθεσης. Ειδικότερα, αν ο αιτών κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε κείνο που διευθύνει την φυλακή (Βλ. Α.Π. 2169/2003. Π.Χρ.ΝΔ', σελίς 789), χωρίς και τότε να αποκλείεται η άσκησή της ενώπιον κάποιου γραμματέα κλπ. (Μπουρόπουλος Ερμην. ΚΠοιν.Δικ. άρθρο 474 σελ. 168). ΙΙΙ. Η άσκηση του ενδίκου μέσου με άλλο τρόπο εκτός του οριζόμενου στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, είναι ανεπίτρεπτη και απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο που ασκήθηκε (άρθρα 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά την παγία νομολογία του Αρείου Πάγου, η άσκηση ενδίκου μέσου με αυτοτελές δικόγραφο, είναι απαράδεκτη, το οποίο (δικόγραφο) δεν μπορεί να θεωρηθεί "δήλωση", έστω κι αν αυτό ακόμη έλαβε αρίθμηση και συνετάγη έκθεση κάτω από αυτό, με την υπογραφή του γραμματέα. (Βλ. ΑΠ 1040/2004 Π.Χρ. ΝΕ, Σελίς 437), πολλώ μάλλον που εδώ ούτε έκθεση εγχειρίσεως, ούτε έκθεση άσκησης ενδίκου μέσου, ούτε υπογραφή Γραμματέα, έλαβε χώρα. ΙV. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ..." . V. Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτών Τ. Γ. του Π., όπως προκύπτει από τα τηρούμενα βιβλία του καταστήματος κράτησης ..., και δη το υπ' αριθμ. πρωτ. 5418/8-4-2010 πιστοποιητικό κρατείται στο ως άνω κατάστημα από 20-8-2009 συνεχώς μέχρι και σήμερα (8-4-2010), ημερομηνία έκδοσης του ως άνω πιστοποιητικού, δυνάμει των εις αυτό αναγραφόμενων λεπτομερώς εννέα (9) αποφάσεων, κατέθεσε έγγραφο στην Διεύθυνση του καταστήματος, που ο ίδιος αποκαλεί "Αναίρεση", που έλαβε αριθμό ένδικων μέσων 21/28-4-2010, απευθυνόμενο προς το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, δια του Διευθυντή της φυλακής, με το οποίο παραπονείται για το αποτέλεσμα της συγχώνευσης και της συνολικής ποινής μεταξύ δύο αποφάσεων. Το έγγραφο αυτό που εκτιμάται από μας ως αίτηση ή δήλωση κρατουμένου κατηγορούμενου, δεν υπεβλήθη κατά τους όρους του άρθρου 74 ΚΠΔ, που προβλέπει παράδοση μεν στον διευθυντή του καταστήματος όπου κρατείται και σύνταξη ενταυτώ έκθεσης που ελλείπει παντελώς. Αλλ' ούτε, πολλώ μάλλον, δύναται να θεωρηθεί ως άσκηση ενδίκου μέσου, (Αναίρεσης), αρθρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ, ακόμη κι αν το έγγραφό του αυτό ήθελε γίνει δεκτό ότι συνιστά δικόγραφο που κατατέθηκε στο διευθυντή των φυλακών, ο οποίος βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής του (Πρβλ. ΑΠ. 1672/95 ΠΧρ. ΜΣΤ', Σελίς 1058). [Βλ. Περιπτωσιολογία] Απαράδεκτη κρίθηκε η αναίρεση που ασκήθηκε με δικόγραφο κάτω από το οποίο συντάχθηκε μόνο πράξη εγχειρίσεως (Πρβλ. ΑΠ. 2169/2003, Π.Χρ. ΝΔ' Σελίς 789) που στην περίπτωσή μας ούτε πράξη εγχείρισης έστω συνετάγη. Ομοίως απαράδεκτο κρίθηκε ένδικο μέσο με αυτοτελές δικόγραφο που παραδόθηκε ή κατατέθηκε στο διευθυντή της φυλακής, (Βλ. ΑΠ. 463/2003, Πραξ. Λογ. ΠΔ 2003, Σελίς 27). VI. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σαφώς προκύπτει ότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις άσκησης του ενδίκου μέσου, (άρθρ. 473 παρ. 2, 474, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς απαιτείται πάντοτε να συντάσσεται έκθεση άσκησης ενδίκου μέσου, με όλα τα στοιχεία δηλαδή τους λόγους για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, όπως αξιώνει το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, και ποτέ δεν αρκεί η κατάθεση δικογράφου, ή άλλου εγγράφου, ή αίτησης ή έκθεσης εγχειρίσεως, και πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2, 474, 476, 509 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 28-4-2010 αίτησή του για αναίρεση, κατά της υπ' αριθμ. 242/2010 συγχωνευτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - Αναστολών - και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, ως αντικ. με άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 773/1977 και την κοινή απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 58553/28-6-2006. ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμ. 21/28-4-2010 αίτηση αναίρεσης του Τ. Γ. του Π., κρατουμένου στην κλειστή φυλακή ..., κατά της συγχωνευτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - Αναστολών - με αριθμό 242/2010. Β) Να καταδικαστεί ο ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά μεν τις διατάξεις των άρθρων 509 παρ.1α', 465 παρ.1 και 474 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, που η τελευταία ως ειδική, κατισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 74 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία οι αιτήσεις και δηλώσεις των κρατουμένων υποβάλλονται με έγγραφο, που εγχειρίζεται στον διευθυντή του καταστήματος, όπου κρατούνται, συντασσομένης εκθέσεως, διαβιβάζονται δε αυτές αμέσως προς την αρμόδια αρχή και τα αποτελέσματά τους θεωρούνται σαν να είχαν ληφθεί απευθείας από την αρχή αυτή, αν κρατείται στην φυλακή ο αναιρεσείων, η από τον τελευταίο άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως μπορεί να γίνει και στον διευθύνοντα την φυλακή που κρατείται, με δήλωση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ένδικου τούτου μέσου και υπογράφει εκείνος που την υποβάλει ή ο αντιπρόσωπός του και εκείνος ο οποίος την δέχεται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων και στην διάταξη αυτή προβλεπομένων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι για την άσκησή του διαλαμβανόμενες από τον νόμο διατυπώσεις, τότε, το αρμόδιο να κρίνει για αυτό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, το απορρίπτει, ως απαράδεκτο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 148 επ. ΚΠοινΔ, με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος συντάξεως των εκθέσεων, προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν μπορεί ν' ασκηθεί με δικόγραφο, το οποίο έχει απλώς κατατεθεί στο διευθυντή της φυλακής, όπου κρατείται ο αναιρεσείων, παρά μόνο με έκθεση ασκήσεως ενδίκου μέσου, που συντάσσεται ενώπιόν του και στην οποία πρέπει να μνημονεύονται οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως και να υπογράφεται η έκθεση αυτή από τον ασκούντα το ένδικο μέσο και από το Διευθυντή ή τον Γραμματέα της Φυλακής που κρατείται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της ασκηθείσας αναιρέσεως, η κρινόμενη από 26-4-2010 αίτηση αναιρέσεως του κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... Γ. Τ. κατά της 242/2010 συγχωνευτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε με δικόγραφο, που κατατέθηκε στο Διευθυντή της ανωτέρω Δικαστικής Φυλακής, όπου ο αναιρεσείων κρατείται και για το οποίο καταρτίσθηκε μόνον η 21/28-4-2010 πράξη - αριθμός (εγχειρίσεως) ενδίκου μέσου, χωρίς καμία υπογραφή του οικείου Διευθυντή ή του Γραμματέα της φυλακής και όχι έκθεση, στην οποία να αναφέρονται οι αναιρετικοί λόγοι και η οποία να υπογράφεται από τον καταθέσαντα την αίτηση- δήλωση αναιρέσεως και τον παραλαβόντα Διευθυντή ή Γραμματέα της Φυλακής. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν τηρήθηκαν οι από το νόμο ως παραπάνω οριζόμενες διατυπώσεις για την άσκησή της, ο δε αναιρεσείων, που κλήθηκε νομότυπα κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, να παρασταθεί στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το άνω απαράδεκτο και δεν παραστάθηκε (βλ. από 25- 10-2010 αποδεικτικό επιδόσεως Γραμματέα Δικαστικής Φυλακής ...), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-4-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Τ. περί αναιρέσεως της με αριθμό της 242/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010., Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως λόγω ασκήσεώς της στο Διευθυντή Φυλακών, χωρίς σύνταξη έκθεσης ασκήσεως αναιρέσεως, με αναγραφή σ' αυτή των λόγων της και υπογραφή του Διευθυντή.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
2
Αριθμός 2090/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 86254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 694.2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, με αριθμό 312/1.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 513 §1 εδ. α', σε συνδ. προς άρθρ. 476 §1 εδ. α' Κ.Π.Δ., την από 22-3-10 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Ν. Π. του Γ. και της Ε., γλύπτη, ετών 60, κατοίκου ... ..., κατά της κατ' αριθμ. 86254/15-12-09 Απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 § 1α και 476 §1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση της. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). Επί πλέον δε μπορεί το ίδιο (σε συμβούλιο) Δικαστήριο, να καταδικάσει τον ασκήσαντα την αίτηση αναίρεσης σε χρηματική ποινή έως 100 ευρώ. β) Από τον συνδυασμό εξ άλλου των διατάξεων των αρθρ. 340 §2, 465 §2. 473 §§§ 1,2,3, 474§1 και 501 §1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, ο συνήγορος εκείνου που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκήσει για λογαριασμό του καταδικασθέντος, (ως εκ του νόμου αντιπρόσωπός του - Α.Π.1005/03, Ποιν. Δ/νη τ. 6ος . 1281), το ένδικο μέσο που αρμόζει κατά της καταδικαστικής απόφασης, εφ' όσον είχε παραστεί κατά την συζήτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε αυτή. Προκειμένου δε ο νομοθέτης να διευκολύνει εκείνον που καταδικάσθηκε, να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, καθορίζει υπαλλακτικό τρόπο άσκησης αυτής, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιείται εντός 20 ημερών, από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, όταν ο κατ/νος ήταν στη δίκη παρών, ή εντός 20 ημερών από την επίδοση αυτής στον απόντα κατ/νο, πάντοτε όμως και υπό τον όρο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. (Φ. Ανδρέου: ΚΠΔ 2004.1266). Παρών στην κατ' έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών - κατ/νος και όταν προς υποστήριξη της εφέσεως του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωση του, για να τον εκπροσωπήσει. (Ολ. Α.Π. 8/06, Ποιν. Δ/νη τ. 9ος. 1116). Συνεπώς, ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορος του κατ/νου, μπορεί ν' ασκήσει, δια της κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναίρεση (δεν απαιτείται πληρεξούσιο), μόνον κατ' αποφάσεως καταδικαστικής. Είναι δε καταδικαστική η απόφαση, όταν δι' αυτής ο κατ/νος κηρύσσεται ένοχος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (αρθρ. 370 στοιχ.α' ΚΠΔ-Α.Π. 435/09, Ποιν.Δ/νη τ. 12ος. 1169). Άρα, ένδικο μέσο κατά οιασδήποτε άλλης αποφάσεως, εκτός της καταδικαστικής, δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, ν' ασκήσει, ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορος του κατ/νου. (Κονταξής: ΚΠΔ τ. Β' 2006. 2653). Με βάση τα ανωτέρω, ο συνήγορος αυτός δεν δικαιούται ν' ασκήσει αναίρεση κατ' αποφάσεων, που απορρίπτουν την έφεση ως εκπρόθεσμη, ως ανυποστήρικτη, ή ως απαράδεκτη, (Α.Π. 2569/08, Α.Π. 2661/08, Α.Π. 2694/08, Ποιν. Δ/νη τ. 12ος , 865, 874, 879), διότι οι αποφάσεις αυτές δεν είναι καταδικαστικές. Ακόμα και αν ο συνήγορος αυτός με πληρεξούσιο ενεργεί, ενεργεί κατ' αρθρ. 465 §1 ΚΠΔ ως αντιπρόσωπος του κατηγορουμένου και δεν ενεργεί κατ' αρθρ. 465 § 2 ΚΠΔ, καίτοι παρέστη στην δίκη. Οπότε δεν μπορεί ν' ασκήσει αναίρεση κατά των άνω αποφάσεων (μη καταδικαστικών), με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά με βάση το πληρεξούσιο (465 § 1 ΚΠΔ), θα ασκήσει αυτή κατά τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του άρθρ. 474 ΚΠΔ. Αν παρά ταύτα, για τις μη καταδικαστικές αυτές αποφάσεις ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, από τον κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορο, αλλά ως αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου με πληρεξούσιο ενεργούντα (465 § 1 ΚΠΔ), με δήλωση (473 §2 ΚΠΔ) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, αφού αυτή ασκήθηκε όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 474 §1 ΚΠΔ, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις (465 §1 474 §1 ΚΠΔ). γ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Το Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον τώρα αναιρεσείοντα και τότε απόντα κατ/νο Ν. Π., για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ (άρθρ.1 ΑΝ 86/67 σε συνδ. προς 375§1 ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης συνολική 3 ετών (μετατραπείσα προς 1500 δρχ. ημερησίως), ως και συνολική χρηματική ποινή 1.500.000 δρχ., εκδοθείσης της προς τούτο υπ' αριθμ. 58.210/1-6-00 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Ο ανωτέρω κατ/νος άσκησε την υπ' αριθμ. 1802/11-2-09 έφεση κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής απόφασης, το δε Η' Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, κατά την συνεδρίαση της 15-12-09, απέρριψε την άνω έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, εκδίδοντας προς τούτο την υπ' αριθμ. 86.254/15-12-09 απόφαση του. Στη συνεδρίαση της 15-12-09 ο κατ/νος παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θωμά Σταμούλη, με νόμιμο πληρεξούσιο . Συνεπώς ο κατ/νος θεωρείται ως παρών και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ήταν ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορός του. Η 86.254/09 εφετειακή απόφαση καθαρογράφτηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Πλημ/κείου Αθηνών, την 8-3-10. Για λογαριασμό του κατ/νου τούτου στη συνέχεια, ο παραστάς κατά την δίκη συνήγορός του Θωμάς Σταμούλης, άσκησε εμπρόθεσμα (501 §1 εδ. β' ΚΠΔ) την από 22-3-10 (εντός εικοσαημέρου) κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δια της κατ' άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας την αναίρεση της 86.254/09 εφετειακής ανωτέρω απόφασης, εκθέτοντας και τους λόγους αυτής. δ) Όμως, η 86.254/09 εφετειακή ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Άρα κατ' αρχάς ο ανωτέρω συνήγορος (465 §2 ΚΠΔ) δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) ν' ασκήσει αναίρεση, κατ' άρθρ, 473 §2 ΚΠΔ, κατά της ανωτέρω 86.254/09 εφετειακής απόφασης του Πλημ/κείου Αθηνών. Όμως, ο ανωτέρω συνήγορος του κατ/νου (465 §2 ΚΠΔ), στη δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αναίρεσης κατά της προαναφερομένης μη καταδικαστικής εφετειακής του Πλημ/κείου Αθηνών απόφασης, προσκόμισε και το 18.686/13-3-10 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου. Με βάση το πληρεξούσιο αυτό, ο συνήγορος του κατ/νου, δεν ενεργεί κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ, αλλά κατ' αρθρ. 465§ 1 ΚΠΔ ως αντιπρόσωπος αυτού. Οπότε για την άσκηση της ανωτέρω αναίρεσης έπρεπε να τηρηθούν οι οριζόμενες από τον νόμο διατυπώσεις του άρθρ. 474 § 1 ΚΠΔ και όχι οι διατυπώσεις του άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, αφού, ως προεκτέθηκε, η ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. ε) Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, η υπό κρίση δια δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης του Ν. Π., κατά της 86.254/09 μη καταδικαστικής απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί ο ανωτέρω διάδικος, διότι αυτή ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις για την άσκηση της. Τέλος πρέπει αφενός μεν να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτόν και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 22-3-10 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Ν. Π. του Γ. και της Ε., γλύπτη, ετών 60, κατοίκου ... ..., κατά της κατ' αριθμ. 86254/15-12-09 Απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Β) Να επιβληθούν, αφενός μεν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτόν και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476§1α ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή της. Οπότε, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340§2, 465§2, 473§§ 1,2,3, 474§1 και 501§1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο συνήγορος εκείνου που καταδικάστηκε μπορεί να ασκήσει, για λογαριασμό του καταδικασθέντος, το ένδικο μέσο που αρμόζει κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, εφ` όσον είχε παραστεί στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε αυτή. Προκειμένου δε ο νομοθέτης να διευκολύνει εκείνον που καταδικάσθηκε να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως, καθορίζει υπαλλακτικό τρόπο ασκήσεως αυτής, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιείται εντός 20 ημερών, από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, όταν ο κατηγορούμενος ήταν στη δίκη παρών, ή εντός 20 ημερών από την επίδοση αυτής στον απόντα κατηγορούμενο, πάντοτε όμως και υπό τον όρο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. Παρών στην κατ` έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών - κατηγορούμενος και όταν, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωσή του, για να τον εκπροσωπήσει. Συνεπώς, ο κατ' αρθρ. 465§2 ΚΠοινΔ συνήγορος του κατηγορουμένου μπορεί να ασκήσει, δια της κατ' άρθρο 473§2 ιδίου Κώδικα δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναίρεση μόνο κατ' αποφάσεως καταδικαστικής, κατά αποφάσεως, δηλαδή, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (άρθρο 370 στοιχ. α' ΚΠοινΔ), όχι δε και κατά αποφάσεως, που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ως ανυποστήρικτη, ή ως απαράδεκτη, γιατί η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική. Ακόμη και όταν ο συνήγορος ενεργεί με πληρεξούσιο, κατ' άρθρο 465§1 ΚΠοινΔ, ως αντιπρόσωπος του κατηγορουμένου και όχι κατ' άρθρο 465§2 ΚΠοινΔ, καίτοι τον εκπροσώπησε στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά, με βάση το πληρεξούσιο (465§1 ΚΠοινΔ), θα ασκήσει αυτή κατά τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του αρθρ. 474 ΚΠοινΔ. Αν, παρά ταύτα, για μη καταδικαστική απόφαση ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση (άρθρο 473§2 ΚΠοινΔ) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476§1 ΚΠοινΔ, αφού αυτή ασκήθηκε όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 474§1 ΚΠοινΔ, χωρίς, δηλαδή, να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ` αριθ. 58910/2000 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον τώρα αναιρεσείοντα και τότε απόντα κατηγορούμενο Ν. Π. για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών, μετατραπείσα, και συνολική χρηματική ποινή 1.500.000 δρχ. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 1802/11-2-2009 έφεση κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, το δε Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ` αριθ. 86.254/15-12-09 απόφασή του, απέρριψε την άνω έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Στη συνεδρίαση της 15-12-2009, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή, ο κατηγορούμενος παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θωμά Σταμούλη, με νόμιμο πληρεξούσιο. Η άνω εφετειακή απόφαση υπογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 8-3-2010. Για λογαριασμό του κατηγορουμένου αυτού, στη συνέχεια, ο παραστάς κατά την δίκη συνήγορός του Θωμάς Σταμούλης, ενεργώντας δυνάμει του υπ` αριθ. 18.686/13-3-10 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου, κατέθεσε εμπρόθεσμα (εντός εικοσαημέρου) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 22-3-2010 δήλωση αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτή ημέρα, σύμφωνα με την επ' αυτής επισημείωση της επιδοσάσης δικαστικής επιμελητρίας Σ. Χ., έλαβε δε αριθμό πρωτ. .... Όμως, η ανωτέρω απόφαση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν είναι καταδικαστική και, επομένως, ο συνήγορος δεν εδικαιούτο να ασκήσει αναίρεση, κατ' άρθρο 473§2 ΚΠοινΔ, κατ` αυτής, αλλά έπρεπε να τηρηθούν οι διατυπώσεις του άρθρου 474§1 ΚΠοινΔ. Κατά συνέπειαν, ενόψει όσων εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, η δήλωση αυτή είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, και πρέπει, εφόσον ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο αυτό, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, η δήλωση περί αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1, 583§1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 2228/2010) δήλωση του Ν. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 86254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως με τις διατυπώσεις του άρθρου 473 § 2 ΚΠΔ (με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) επιτρέπεται μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Τέτοια δεν είναι η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη. Απαράδεκτη δήλωση αναιρέσεως, με τις ως άνω διατυπώσεις, κατά αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε έφεση ως εκπρόθεσμη. Έπρεπε να ασκηθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 § 1 ΚΠΔ.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2083/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Π. του Ο., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Κάσπαρη, για αναίρεση της υπ'αριθ.5450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 289/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η της αναιρεσείουσας, τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνο ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Ακόμη, οι ως άνω διατάξεις, κατά το αυτό σκέλος, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος έχει στην ιδιοκτησία του και εκμεταλλεύεται εμπορικά ο ίδιος επί της οδού ... κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο), με το διακριτικό τίτλο .... Την 7-3-2003 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το κατάστημα για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού τέσσερις (4) Η/Υ στους οποίους κατά το χρόνο του ελέγχου, ισάριθμοι θαμώνες έπαιζαν το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια". Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε στον κατηγορούμενο ιδιοκτήτη - εκμεταλλευτή ένα χρηματικό ποσό και ο τελευταίος του διέθετε αντίστοιχες με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στο μηχάνημα, για να παίξει το παιχνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη φρουτάκια-ζωάκια ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντας τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω που είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος στο κατάστημά του, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Μόλις έγινε αντιληπτή από τον κατηγορούμενο η παρουσία των αστυνομικών με τον κεντρικό υπολογιστή, που ήταν συνδεδεμένοι όλοι, έκλεισε τις οθόνες των υπολογιστών στους οποίους διεξαγόταν από τους θαμώνες το ως άνω τυχηρό παίγνιο, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορέσουν οι αστυνομικοί να διαπιστώσουν τη διεξαγωγή του απαγορευμένου αυτού παιγνίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων ήταν ιδιοκτήτης του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, το οποίο και εκμεταλλευόταν, και ότι όχι μόνο εγκατέστησε πρόγραμμα ηλεκτρονικών παιγνίων στους 4 Η/Υ, αλλά και διεξήγαγε τυχερά παίγνια δια των προγραμμάτων αυτών, τα οποία, μάλιστα, ηλέγχοντο από κεντρικό υπολογιστή, παραλλήλως δε ήλεγχε τους παίκτες επί των Η/Υ, περίπτωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ. Εκτίθεται, επίσης, ο τρόπος διενεργείας του παιχνιδιού και πότε ο παίκτης κέρδιζε, καθώς και πότε έχανε τα χρήματα που είχε διαθέσει, χωρίς, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του ακριβούς οικονομικού ανταλλάγματος (π.χ. τιμή μονάδας). Ακόμη, ορθά κρίθηκε, σιωπηρώς, ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο και στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες δύο ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ως άνω διατάξεις απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια διεξάγονται μέσω Η/Υ που δεν διαθέτουν σύστημα αποδόσεως οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα, όμως, το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο, στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του Ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά τη διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων, μεταξύ άλλων, και με τους Η/Υ, ενώ, όπως λέχθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, την διενέργεια των οποίων, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε και Δ ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, γιατί αυτές αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο Κοινοτικό Δίκαιο, και αφετέρου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 7 του β. δ. 29/1971, όπως έχει τροποποιηθεί, πέραν της αβασιμότητάς του, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού ο αναιρεσείων δεν καταδικάσθηκε για παράβαση του β. δ. 29/1971. Η αιτίαση ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του εκμεταλλευομένου το κατάστημα είναι αβάσιμη, γιατί στο σκεπτικό, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συμπληρώνει το διατακτικό και αποτελεί με αυτό ενιαίο σύνολο, αναφέρεται ρητά ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε στην ιδιοκτησία του και "εκμεταλλευόταν εμπορικά ο ίδιος" το επίδικο κατάστημα. Οι αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού, ότι δεν έγινε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθώς και ότι δεν προκύπτει, σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, ότι για τη διενέργεια του παιγνίου είχε συνομολογηθεί οικονομικό αντάλλαγμα, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 4/12 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Α. Π. του Ο., για αναίρεση της υπ` αριθ. 5450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/2002. Απαγορεύεται το ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο, περιλαμβανομένων και των υπολογιστών. Οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το διατακτικό και το σκεπτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Απόρριψη λόγων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παίγνια τυχερά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2078/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 43801/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1074/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 308/30-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: (Ι) Το Τριμελές Πλημμε-λειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 43801/2010 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την υπ' αριθμ. 8256/1-6-2009 έφεση, κατά της υπ' αριθμ. 115009/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών του Χ. Κατά της απόφασης αυτής του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άσκησε ο ανωτέρω και δη ο ίδιος την από 22/7/2010 αναίρεση με επίδοση της οικείας δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23/7/2010 (για τους εκεί αναφερόμενους λόγους). (ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.2 ΚΠοινΔ "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση ...... και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου......". Σαφώς συνάγεται από την άνω διάταξη ότι η αναφερόμενη σ' αυτή δυνατότητα ασκήσεως της αναίρεσης και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου αφορά αποκλειστικά καταδικαστική και μόνον απόφαση, ήτοι τέτοια με την οποία κηρύσσεται ο κατηγορούμενος ένοχος για αξιόποινη πράξη και του επιβάλλεται ποινή γι' αυτή (βλ. ΑΠ 2378/2005 ΠΧρ 2006 σελ.620, ΑΠ 5/2000 Ολ. - κ.α.) Τέτοια (καταδικαστική) απόφαση δεν είναι αυτή που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη - αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης.(βλ. ΑΠ 1345/2008, ΑΠ 273/2007, ΑΠ 134/2004 κ.α.). Συνεπώς αναίρεση που ασκήθηκε κατά αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκήθηκε "χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της" και ως τέτοια είναι απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 22/7/2010 αναίρεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 43801/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια, όμως, της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλίο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 22 Ιουλίου 2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 43801/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η έφεση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 115009/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέ-σεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως, του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 43801/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμ-βρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2079/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 331/6-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 26.7.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της 1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 1 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1653/1986 και η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 968/1979, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι δέκα (10) ημέρες και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα του επιδοθεί η καταχωρισμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Αν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ) η προθεσμία είναι είκοσι (20) ημέρες. Έτσι, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες απαιτείται επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και ούτε εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1833/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 1340/2010 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για πώληση ναρκωτικών ουσιών (άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 ΠινΑ στοιχ. 6, 20 παρ. 1β του Ν 3459/2006 [ΚΝΝ], σε συνδ. με άρθρ. 1, 12, 14, 18α, 26 παρ. 1α και 27 του ΠΚ). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 28.6.2010, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 3.8.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26.7.2010, δηλαδή μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως. Όμως, στη δήλωση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 26.7.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της 1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι κατ'αρχήν 10ήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούμενου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Κατά της καταδικαστικής, όμως, αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί αναίρεση από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Η εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή στη δήλωση του, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, άλλως η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναίρεσης, η προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1340/19-5-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, καταχωρήθηκε στο κατ'άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο αποφάσεων την 28-6-2010. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος επέδωσε την κρινόμενη από 13-7-2010 αίτηση-δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26-7-2010, όπως προκύπτει από την πράξη επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η οποία είναι καταχωρημένη στην άνω δήλωση. Η εν λόγω αίτηση-δήλωση ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού από την ημερομηνία καταχωρήσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο μέχρι την 26-7-2010 παρήλθε η από το άρθρο 473 παρ.2 ΚΠοινΔ εικοσαήμερη προθεσμία, χωρίς να επικαλείται ο αναιρεσείων λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση-δήλωση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-7-2010 αίτηση-δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.1340/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 2075/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της υπ'αριθ.3024/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου" (Ο.Π.Α.Π.) Α.Ε, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Πανούση-Καλαματιανού. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Οκτωβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 838/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, δηλαδή κάθε ενέργεια που καθιστά αυτό προσιτό σ' εκείνον του οποίου επιδιώκεται η εξαπάτηση και δίνει έτσι σ` αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, που γίνεται από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως, το γεγονός με έννομη συνέπεια, που το πρωτότυπο του εγγράφου προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει, εμφανίζεται και στο φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο, και άρα μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Ενόψει αυτών, και το ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο, παρότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (καταρτίσεως πλαστού ή νοθεύσεως). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου, συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Τούτο δε γιατί η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω έννοια του άρθρου 13 περ. γ ΠΚ, δεν συμπίπτει κατ' ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και, επομένως, δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπειαν, στο χώρο του ποινικού δικαίου, το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ., βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο. Η πλαστογραφία δε προσλαμβάνει, κατά το εδάφιο α της παρ. 3 του άρθρου 216, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνησίου εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει, στη συνέχεια, η δυνατότητα να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως, ο νομοθέτης απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ` εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλομΑΠ 3/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται (μεταξύ άλλων) και στο άρθρο 216 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (50.000.000 δραχμών), επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε αν το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το έγκλημα της πλαστογραφίας στρέφεται, μεταξύ άλλων, και κατά νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από το Δημόσιο, εφόσον το τελευταίο συμμετέχει στη διοίκησή τους ή, αν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, στο κεφάλαιό της, ή τα ιδρυμένα αυτά νομικά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων ανασυγκροτήσεως ή αναπτύξεως, και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Στα νομικά αυτά πρόσωπα υπάγεται και ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), ο οποίος ιδρύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τους συστατικούς του νόμους και τα οικεία διατάγματα, ήταν αρχικά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, η οποία τελεί υπό την εποπτεία του Υφυπουργού Πολιτισμού, αρμοδίου για θέματα αθλητισμού, ενώ την πλειοψηφία των μετοχών κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο μετέχει, με εκπρόσωπό του, στο Διοικητικό της Συμβούλιο (βλ. ιδίως άρθρα 1, 2, 5, 11, 12 ΚΥΑ Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Υφυπουργού Πολιτισμού 442/2001 "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ"). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος σε βάρος του ΟΠΑΠ, ήτοι νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο είχε ιδρυθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, εποπτεύεται, όμως, και διοικείται από το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία (πλαστογραφία) το όφελος που επιδιώχθηκε και η ζημία που απειλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (50.000.000 δρχ.) και είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως και την παραδοχή ότι στα νομικά πρόσωπα που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 263 α του ΠΚ περιλαμβάνεται και ο ΟΠΑΠ, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ...Ειδικότερα κάθε διαγωνισμός διενεργείται με δελτίο προβλέψεως αριθμών και αφορά την ακριβή πρόβλεψη 5 αριθμών, που κληρώνονται από τους αριθμούς 5 έως 45 και ενός αριθμού, που κληρώνεται από τους αριθμούς 1 έως 20. Από αυτούς οι πρώτοι αριθμοί περιλαμβάνονται στο πρώτο πεδίο του δελτίου και οι λοιποί στο δεύτερο πεδίο αυτού. Οι προβλέψεις σημειώνονται με κατάλληλο σημείο πάνω στους αριθμούς, που επιλέγονται στο κάθε πεδίο, είτε με τον τρόπο των απλών στηλών είτε με πλήρη συστήματα. Όπως ορίζεται στο Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας και Διεξαγωγής των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ - ΑΕ, με απ` ευθείας σύνδεση, η συμμετοχή στα παιχνίδια είναι δυνατή μόνο με τα δελτία, που διατίθενται αποκλειστικά από τον ΟΠΑΠ, συμπληρώνονται με ευθύνη των συμμετεχόντων και η επικύρωση γίνεται από τις ειδικές τερματικές μηχανές του ΟΠΑΠ, που είναι εγκατεστημένες στα πρακτορεία και οι οποίες έχουν τον κατάλληλο εξοπλισμό για την απευθείας μεταβίβαση των στοιχείων στον Κεντρικό Ηλεκτρονικό Υπολογιστή του ΟΠΑΠ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 1-11-2001 ο κατηγορούμενος...μετέβη στο πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ και άλλων παιχνιδιών του ΟΠΑΠ, το οποίο διατηρούσε και εκμεταλλευόταν στα ... και επί της οδού ... η Ζ. Ν., προκειμένου να καταθέσει ορισμένα δελτία "ΤΖΟΚΕΡ" για την κλήρωση της ίδιας ημέρας του 87ου διαγωνισμού. Τα δελτία παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο ώστε να εισαχθούν στην τερματική μηχανή για επικύρωση, στον απασχολούμενο κατ` εκείνη την ώρα στο πρακτορείο, σύζυγο της ιδιοκτήτριας Φ. Ν.,...Ένα από τα εισαχθέντα δελτία, η μηχανή, αντί να το επικυρώσει, το εξήγαγε με την ένδειξη "ΑΚΥΡΟ". Τότε ο Φ. Ν., για να συντομεύσει τη διαδικασία, αντί να ζητήσει από τον κατηγορούμενο να συμπληρώσει αμέσως ένα νέο δελτίο, δίπλωσε στη μέση και τοποθέτησε το μέρος του ακυρωμένου δελτίου, στο οποίο ήταν σημειωμένοι οι αριθμοί της επιλογής του, στην αντίστοιχη θέση του υπ` αριθμ. ... ασυμπλήρωτου δελτίου και εισήγαγε και τα δύο δελτία στην τερματική μηχανή, ώστε αυτή να διαβάσει τους αριθμούς, που υπήρχαν στο διπλωμένο άκυρο δελτίο και να τους καταχωρήσει μηχανογραφικά στο ασυμπλήρωτο δελτίο, πράγμα το οποίο και έγινε. Μετά την επικύρωση κατά τον τρόπο αυτό του ασυμπλήρωτου δελτίου, ο Φ. Ν. το παρέδωσε στον κατηγορούμενο. Έτσι στο δελτίο αυτό, που επικυρώθηκε, είχαν μεν καταχωρηθεί μηχανογραφικά οι αριθμοί, που είχε συμπληρώσει ο κατηγορούμενος στο άκυρο δελτίο, χωρίς να έχουν συμπληρωθεί αυτοί και στο χώρο, που υπάρχουν οι αριθμοί, τους οποίους συμπληρώνει ο μετέχων στο παιχνίδι. Κατά την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία, ήτοι στις 1.11.2001 πραγματοποιήθηκε ο διαγωνισμός και κληρώθηκαν οι αριθμοί 17, 42, 20, 1 και 19 και ΤΖΟΚΕΡ ο αριθμός 3, χωρίς την ανάδειξη νικητή. Οι αριθμοί, που ο κατηγορούμενος είχε συμπληρώσει στο παραπάνω άκυρο δελτίο και οι οποίοι αποτυπώθηκαν, μηχανογραφικά, στο επίδικο δελτίο, ήσαν οι αριθμοί 9, 15, 20, 30 και 31 και ΤΖΟΚΕΡ ο αριθμός 9 στο πρώτο πεδίο και οι αριθμοί 15, 23, 26, 27 και 33 και ΤΖΟΚΕΡ ο αριθμός 10 στο δεύτερο πεδίο. Όταν αυτός αντιλήφθηκε ότι κατά την εν λόγω κλήρωση δεν είχε αναδειχθεί νικητής, ότι δηλαδή είχε σημειωθεί "ΤΖΑΚ-ΠΟΤ", σκέφθηκε να συμπληρώσει τα κενά σημεία στο παραπάνω δελτίο που είχε στα χέρια του - στο οποίο κατά τα προεκτεθέντα είχαν καταχωρηθεί μόνο μηχανογραφικά οι αριθμοί, που είχε αυτός συμπληρώσει με το χέρι του στο άκυρο δελτίο, αλλά δεν είχαν αυτοί συμπληρωθεί και στο χώρο, που υπάρχουν οι αριθμοί, τους οποίους συμπληρώνει ο παίκτης - με τους αριθμούς που είχαν κληρωθεί και τους οποίους γνώριζε, πράγμα το οποίο και έκανε. Έτσι ο κατηγορούμενος με τη συμπλήρωση αυτή νόθευσε το περιεχόμενο του παραπάνω δελτίου, χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο, αφού μετά την επικύρωση του δελτίου, ο μεν ΟΠΑΠ είχε αποκτήσει δικαίωμα στη διατήρηση του αρχικού δελτίου, ο δε χρόνος που μεταβλήθηκε το περιεχόμενό του είχε ως αποτέλεσμα να εμφανίζει αυτόν ως νικητή του διαγωνισμού και μάλιστα μοναδικό. Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να παραπλανήσει τον ΟΠΑΠ για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα για το ότι αυτός ήταν ο νικητής του συγκεκριμένου διαγωνισμού, πράγμα το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, συνιστάμενες στη δημιουργία δικαιώματος αυτού, να απαιτήσει από τον ΟΠΑΠ το ποσό που αντιστοιχούσε στο μοναδικό νικητή του διαγωνισμού, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 2.300.000.000 δραχμών, ήτοι 6.749.816,58 Ευρώ, το δε όφελος που αυτός επιδίωξε και η αντίστοιχη ζημία, που οπωσδήποτε απειλήθηκε στον ΟΠΑΠ υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή των 146.734,14 Ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος στις 3.11.2001 με αντίγραφο (φωτοτυπία) του νοθευμένου πλέον δελτίου, επισκέφθηκε το πρακτορείο της Ζ. Ν. και ζήτησε από τον εκεί ευρισκόμενο Φ. Ν., να τον πληροφορήσει για την δήθεν διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στους αριθμούς που είχαν αποτυπωθεί μηχανογραφικά στο δελτίο και στους αριθμούς που είχε αυτός εκ των υστέρων συμπληρώσει, νοθεύοντας το δελτίο. Ο Φ. Ν. στον οποίο ο κατηγορούμενος επέδειξε φωτοτυπία του νοθευμένου δελτίου, κάνοντας με τον τρόπο αυτό χρήση του, του είπε ότι αυτό που έχει κάνει είναι πλαστογραφία και θεωρείται απάτη και να προσέχει γιατί είναι νέος (...). Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι ο Θ. Α., που ως δικηγόρος στον οποίο προσέφυγε τον συμβούλευσε, όταν του επέδειξε το νοθευμένο δελτίο ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα και ότι τούτο είναι ανίσχυρο και πρέπει να το πετάξει, αυτός (κατηγορούμενος) προσέφυγε σε άλλο δικηγόρο, ήτοι στο Γ. Ν., δια του οποίου υπέβαλε στον ΟΠΑΠ την από 3.11.2001 αίτησή του, στην οποία επισύναψε φωτοτυπικό αντίγραφο του επιδίκου νοθευμένου δελτίου, κάνοντας με τον τρόπο αυτό εκ νέου χρήση. Στην αίτηση ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το πρωτόδικο (ενν., προφανώς, πρωτότυπο) δελτίο το έχει στα χέρια του, αφού δε γνωστοποίησε με αυτή στον ΟΠΑΠ τη διαφοροποίηση που είχαν οι αριθμοί, που είχε σημειώσει αυτός ιδιοχείρως στο επίδικο δελτίο από εκείνους που είχαν αποτυπωθεί μηχανογραφικά, ζητούσε να πληροφορηθεί σε τι οφείλεται αυτή η διαφορά και παράλληλα καθιστούσε γνωστό στους υπευθύνους του ΟΠΑΠ ότι, αν διαπιστωθεί ότι το λάθος προέρχεται είτε από δυσλειτουργία του συστήματος των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ, είτε από λάθος ή εσκεμμένη ενέργεια του πράκτορα ο Οργανισμός είναι υποχρεωμένος να του καταβάλει τα οφειλόμενα. Η αίτηση - ένσταση αυτή απερρίφθη από τον ΟΠΑΠ, γιατί όπως διαπίστωσε η αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου Ενστάσεων, το συγκεκριμένο δελτίο δεν συγκαταλεγόταν στα δελτία της εν λόγω κλήρωσης, που κέρδιζαν (...). Από τα προπεριγραφέντα προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου συγκροτεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου σ` αυτόν εγκλήματος....Ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο...δεν απειλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία του ΟΠΑΠ, για το λόγο ότι τα χρήματα που αυτός κατηγορείται ότι προσπάθησε να εισπράξει εξαπατώντας τον ΟΠΑΠ, ακόμη και αν αυτό είχε επιτευχθεί, δεν ανήκουν σε καμία περίπτωση στον ΟΠΑΠ, αλλά σύμφωνα με την εγκριτική ΚΥΑ και τον Κανονισμό Λειτουργίας του αριθμολαχείου, ανήκουν στους παίκτες του (ΚΥΑ 29155/3/11/2000) είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού τα χρήματα που καταβάλλονται από τους παίκτες για τη συμμετοχή τους στο παίγνιο, περιέρχονται στην κυριότητα του ΟΠΑΠ, συνιστώντα έσοδά του, κατά το άρθρο 44 εδ. α του Ν. 442/2001 και στη συνέχεια κατά τον Κανονισμό Λειτουργία του, τον καταστατικό του νόμο και τις περί ΑΕ διατάξεις, τα διαχειρίζεται και τα διαθέτει, αποδίδοντας ως κέρδος στους συμμετέχοντες το 50% των ακαθαρίστων εισπράξεων κάθε διαγωνισμού. Το ότι δηλαδή το ποσό που ζητούσε ο κατηγορούμενος ως δήθεν νικητής του αριθμοπαιχνιδιού, ούτως ή άλλως ο ΟΠΑΠ θα το απέδιδε στον παίκτη που θα κέρδιζε στον διαγωνισμό ή στους διαγωνισμούς που θα επακολουθούσαν, δεν αίρει το γεγονός της κυριότητας των χρημάτων από τον ΟΠΑΠ και την υποχρέωση της ορθής και χρηστής διαχειρίσεώς τους, με την εξόφληση των παικτών που κέρδισαν, έναντι των οποίων είναι υπόλογος σε περίπτωση πληρωμής μη δικαιούχου παίκτη, υφισταμένης ως εκ τούτου ...της αμεσότητας του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ` εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας. Αλλά και ο άλλος αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο το ένδικο δελτίο, του οποίου έγινε χρήση, δεν είναι έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. γ ΠΚ, αφού ήταν φωτοτυπικό και μάλιστα ανεπικύρωτο αντίγραφο, είναι επίσης απορριπτέος, καθόσον...το γεγονός με έννομη σημασία που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο, αφού στο χώρο του ποινικού δικαίου η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων δεν συμπίπτει με εκείνη της πολιτικής δικονομίας, ώστε να απαιτείται η βεβαίωση της ακριβείας τους από αρμόδιο πρόσωπο (επικύρωση), ενώ συνιστά, όπως στην ένδικη περίπτωση, ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου που έχει ήδη νοθευτεί. Περαιτέρω...Ειδικότερα ο περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμός δεν ευσταθεί, αφού ο κατηγορούμενος ήθελε να πραγματοποιήσει στο ένδικο δελτίο την προσθήκη που προαναφέρθηκε και αυτήν πραγματοποίησε και επέμενε στη χρήση του νοθευμένου δελτίου, παρά υποδείξεις του απασχολουμένου στο πρακτορείο Φ. Ν. και του δικηγόρου και οικογενειακού του φίλου Θ. Α.. Εξάλλου δεν μπορεί να υποστηριχθεί, αλλά ούτε και προέκυψε ότι ο ενήλικος κατηγορούμενος όταν νόθευε το δελτίο δεν ενεργούσε με πρόθεση νοθεύσεώς του, αλλά από αμέλεια, καθόσον αυτός γνώριζε ότι η νόθευση εγγράφου έχει έννομες συνέπειες, όπως και η χρήση του νοθευμένου εγγράφου (...). Ο περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμός είναι επίσης αβάσιμος, αφού ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι αριθμοί που αυτός είχε συμπληρώσει στο αρχικό δελτίο που ακυρώθηκε, ήταν αυτοί που αποτυπώθηκαν μηχανογραφικά στο επίδικο δελτίο, η δε συμπλήρωση από αυτόν εκ των υστέρων των αριθμών που ανεδείχθησαν στην κλήρωση γνώριζε ότι απαγορεύεται και ότι αποτελεί άδικη πράξη (...), αφού αποδείχθηκε ότι έγινε από αυτόν σκοπίμως, για να παραπλανήσει τον ΟΠΑΠ, περί του ότι είναι δήθεν νικητής του διαγωνισμού, ώστε να μπορέσει, εξαπατώντας τον, να εισπράξει το ποσό των 2.300.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο μοναδικό νικητή της 1.11.2001. Περαιτέρω η ένδικη νόθευση αντικειμενικά ήταν ικανή να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον η προσφορότητα της νοθεύσεως καθορίζεται αντικειμενικά και νοείται με ευρεία έννοια και συνεπώς πρόσφορο είναι κάθε πραγματικό περιστατικό που στις συναλλαγές δεν είναι εντελώς ασήμαντο (...), ενώ ο κατηγορούμενος είχε σκοπό παραπλάνησης (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση), ήτοι ενήργησε με τη θέληση πρόκλησης πλάνης στα όργανα του ΟΠΑΠ-ΑΕ, ως προς τη γνησιότητα του δελτίου και είναι αδιάφορο το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση, λόγω των ειδικών γνώσεων και της εμπειρίας των εν λόγω οργάνων (...), όσα δε περί του αντιθέτου στον οικείο αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό αναφέρει ο κατηγορούμενος είναι αβάσιμα...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του ν. 1608/1950, όπως ισχύει, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος νόθευσε, με τον περιγραφόμενο τρόπο, έγγραφο (το δελτίο ΤΖΟΚΕΡ που παρέλαβε από το πρακτορείο της Ζ. Ν.) με σκοπό, με τη χρήση του, να παραπλανήσει άλλους (τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΟΠΑΠ) για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, αυτός ήταν ο μοναδικός νικητής του 87ου διαγωνισμού ΤΖΟΚΕΡ της 1.11.2001), ότι στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 2.300.000.000 δραχμών (που αντιστοιχούν σε 6.749.816,58 ευρώ) με αντίστοιχη βλάβη του ΟΠΑΠ, στη συνέχεια δε έκανε χρήση φωτοτυπικού αντιγράφου του νοθευμένου δελτίου, μεταβαίνοντας στο πρακτορείο και επιδεικνύοντάς το στον Φ. Ν., ακολούθως δε επισυνάπτοντάς το στην από 3.11.2001 αίτηση, την οποία κατέθεσε στον ΟΠΑΠ, και ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι επιβαρυντικές περιπτώσεις του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, γιατί ο ΟΠΑΠ υπάγεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ, αφού αυτός είχε ιδρυθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία που εποπτεύεται και διοικείται από αυτό, το δε ανωτέρω ποσό του οφέλους, που επεδίωξε αυτός να αποκομίσει, και της αντίστοιχης ζημίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και ο πρώτος λόγος του από 29.10.2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 5.11.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συγκεκριμένα: α. Η αιτίαση ότι ο ΟΠΑΠ δεν εμπίπτει στην έννοια του ν. 1608/1950, γιατί τελεί υπό νομικό καθεστώς ανώνυμης εταιρίας, εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, και, επομένως, δεν έπρεπε να καταδικασθεί ο αναιρεσείων για πλαστογραφία με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του νόμου αυτού, είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο ΟΠΑΠ είναι μεν ανώνυμη εταιρία, όμως αυτός είχε ιδρυθεί αρχικά από το Ελληνικό Δημόσιο και εποπτεύεται από αυτό, το οποίο μετέχει όχι μόνο στη διοίκησή του, αλλά και στο κεφάλαιό του και, κατά συνέπειαν, αυτός θεωρείται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενο στη διάταξη του άρθρου 263 Α του ΠΚ, οπότε, όπως ορθά έκρινε το Πενταμελές Εφετείο, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, όταν, όπως εν προκειμένω, πρόκειται για έγκλημα που στρέφεται εναντίον του. β. Η αιτίαση ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του ν. 1608/1950, γιατί το χρηματικό ποσό που κατηγορείται ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ότι προσπάθησε να εισπράξει ανήκε όχι στον ΟΠΑΠ, αλλά στους παίκτες και, αν δεν υπάρχει τυχερός σε μια κλήρωση, ολόκληρο το ποσό μεταφέρεται στην επόμενη κλήρωση και ούτω καθ` εξής, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως ορθά έκρινε το Πενταμελές Εφετείο και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 της ΚΥΑ 442/2001, τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τους παίκτες για τη συμμετοχή τους στα παίγνια περιέρχονται στην κυριότητα του ΟΠΑΠ και συνιστούν έσοδά του. Το ότι δε ο ΟΠΑΠ θα απέδιδε ως κέρδος στους συμμετέχοντες το 50% των ακαθαρίστων εισπράξεων κάθε διαγωνισμού δεν αίρει το γεγονός της κυριότητας του ΟΠΑΠ επί των εν λόγω χρηματικών ποσών. γ. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νοθεύσεως, γιατί η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα συμπεριφορά δεν ήταν πρόσφορη να επιφέρει έννομες συνέπειες και δη οικονομική ζημία στον ΟΠΑΠ, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως αναφέρθηκε, το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε και τον ισχυρισμό αυτό με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα του ΟΠΑΠ ως προς τη γνησιότητα του δελτίου και είναι αδιάφορο, νομικά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση λόγω των ειδικών γνώσεων και της εμπειρίας των οργάνων αυτών. Η αυτή αιτίαση, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων Φ. Ν., Χ. Τ., Θ. Α.), είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. δ. Η αιτίαση περί εσφαλμένης απορρίψεως του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η ανεπικύρωτη φωτοτυπία δεν είναι έγγραφο κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχ. γ ΠΚ είναι αβάσιμη, για το λόγο που εκτίθεται στη μείζονα σκέψη. ε. Η δε αιτίαση ότι ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έκανε χρήση τόσο στο πρακτορείο, όσο και στον ΟΠΑΠ, του φωτοτυπικού αντιγράφου του νοθευμένου δελτίου, στο διατακτικό αναφέρεται ότι έγινε χρήση του νοθευμένου δελτίου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αντίφαση, είναι αβάσιμος, γιατί, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος νόθευσε το δελτίο που του παρέδωσε ο Φ. Ν., αλλά έκανε χρήση του φωτοτυπικού αντιγράφου αυτού. Ως έγγραφο δε, του οποίου έγινε χρήση, υπονοείται, στο διατακτικό, εκείνο που πράγματι επιδείχθηκε στον Φ. Ν. και παραδόθηκε στον ΟΠΑΠ, δηλ. η φωτοτυπία του πρωτοτύπου, χωρίς, από τη μη ρητή αναφορά στο διατακτικό των λέξεων "φωτοτυπικού αντιγράφου", να γεννάται καμιά αντίφαση. Τέλος, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν φαίνεται να έλαβε υπόψη την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού μνημονεύει, στο προοίμιο του σκεπτικού, μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων "που εξετάστηκαν ενόρκως", ενώ ο πολιτικώς ενάγων εξετάζεται χωρίς να ορκισθεί, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ναι μεν η ΟΠΑΠ-ΑΕ παρέστη, νομότυπα, ως πολιτικώς ενάγουσα και της επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το ανωτέρω έγκλημα, πλην δεν εξετάστηκε στο ακροατήριο, για λογαριασμό της, κανένας μάρτυρας, και μάλιστα ο νόμιμος εκπρόσωπός της, ώστε να τίθεται ζήτημα μνημονεύσεως και της χωρίς όρκο καταθέσεως αυτού. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α του άρθρου 364 ΚΠοινΔ, διαβάζονται, στο ακροατήριο, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Η διάταξη, όμως, αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την μη ανάγνωση των πρακτικών αυτών. Έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αναγνώσει αυτά. Η έλλειψη ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αιτήσεως, που πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον τρίτο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, έλλειψη ακροάσεως, γιατί το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε, κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, με την υπ` αριθ. 1857/2009 απόφασή του, για κρείσσονες αποδείξεις και ειδικότερα για να κληθούν οι μάρτυρες Θ. Α. και Γ. Ν.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο δεν ανέγνωσε μεν τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, πλην, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε ζητήσει, δια του συνηγόρου του, την ανάγνωση των πρακτικών αυτών, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 2190/2010) αίτηση του Ι. Π. του Δ. μετά των από 29.10/5.11.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 3024/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ΟΠΑΠ ΑΕ, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση (νόθευση δελτίου ΤΖΟΚΕΡ) σε βάρος του ΟΠΑΠ με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950. Στοιχεία εγκλήματος. Ο νομοθέτης απέβλεψε στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας (ΟλΑΠ 3/2008). Στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη και απόρριψη ισχυρισμών περί μη εφαρμογής του ν. 1608 και περί μη προσφορότητας της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος να επιφέρει έννομες συνέπειες. Η μη ανάγνωση των πρακτικών της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί δεν αποτελεί έλλειψη ακροάσεως, αν δεν είχε ζητηθεί η ανάγνωση τους. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων αυτής.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι, Καταχραστές Δημοσίου.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2070 / 2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 258/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγουσα την ... αεροπορική εταιρεία με την επωνυμία "DEUTSCHE LUFTHANSA AG", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Τουκμακτσή. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 326/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1α του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", προκύπτει ότι για την ύπαρξη της υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Με την έννοια αυτή, διαπράττει υπεξαίρεση και αυτός, ο οποίος, δυνάμει συμβάσεως πρακτορείας που συνήψε με αεροπορική εταιρία, πούλησε, για λογαριασμό της εταιρίας, αεροπορικά εισιτήρια και δεν απέδωσε το τίμημα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.δ. 8/1974 "δικαιοστάσιο επιστρατεύσεως", "1. αναστέλλεται η λήξις της συμβατικής προθεσμίας της αφορώσης εις την εκπλήρωσιν ενοχικής υποχρεώσεως υπό προσώπου υπηρετούντος εις το στράτευμα ή τελούντος εν επιστρατεύσει, πηγαζούσης εκ προσυμφώνου ή οριστικής συμβάσεως: α) εάν η λήξις εμπίπτη εντός του χρόνου ισχύος του παρόντος και β) εάν εκ της παρελεύσεως αυτής επέρχεται έκπτωσις από δικαιώματος ή κατάπτωσις ποινικής ρήτρας. Αναστέλλεται ωσαύτως η λήξις των προθεσμιών πληρωμής συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγήν η εμπίπτουσα εντός του χρόνου της ισχύος του παρόντος, εφ` όσον ο υπόχρεος προς πληρωμήν υπηρετεί εν τω στρατεύματι ή τελεί εν επιστρατεύσει. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αναστολή παύει μετά παρέλευσιν δέκα ημερών από της λήξεως της ισχύος του παρόντος". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι σχετικές αναστολές ίσχυαν για όσο χρόνο ήταν κάποιος πράγματι στρατευμένος ή επιστρατευμένος κατά την έκτακτη περίοδο της επιστρατεύσεως και όχι και για τον υπόλοιπο χρόνο ισχύος του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Πρόθεση του νομοθέτη ήταν η προστασία αποκλειστικώς εκείνων οι οποίοι, κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε να εκπληρώσουν συμβατική τους υποχρέωση, ή ήταν ήδη στρατευμένοι με την ιδιότητα του μονίμου ή του εφέδρου στρατιωτικού, ή επιστρατεύτηκαν κατ` εκείνο το διάστημα και δεν μπορούσαν, εξαιτίας της απασχολήσεώς τους με καθαρώς στρατιωτικά καθήκοντα, λόγω εκτάκτων περιστάσεων, να φανούν συνεπείς στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του π.δ. 371/2002, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 18.12.2002, επήλθε άρση της γενικής επιστρατεύσεως των ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας, η οποία είχε θεσπισθεί με το π.δ. 506/1974, ενώ, με τη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω π.δ. 371/2002, καταργήθηκε το π.δ. 506/1974 "περί Γενικής Επιστρατεύσεως των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας". Και ναι μεν δεν καταργείται ρητά το δικαιοστάσιο επιστρατεύσεως που επέβαλε το ν.δ. 8/1974, πλην, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το εν λόγω δικαιοστάσιο θεσπίσθηκε ενόψει του καθεστώτος της γενικής επιστρατεύσεως, την οποία είχε επιβάλει το π.δ. 506/1974, το οποίο έχει ήδη καταργηθεί και πλέον δεν υφίσταται τέτοιο καθεστώς. Η κατάργηση, συνεπώς, του δικαιοστασίου του ν.δ. 8/1974, που είναι νόμος προσωρινής ισχύος, είναι δεδομένη, εφόσον οι λόγοι οι οποίοι επέβαλαν τη θέσπισή του έχουν εκλείψει, όχι λόγω παρελεύσεως των συνθηκών επιβολής, αλλά νομοθετικώς με το π.δ. 371/2002. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και οι περί συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31§2 ΠΚ) και εξαλείψεως του αξιοποίνου με παραγραφή (άρθρα 111 επ. ΠΚ), αφού η παραδοχή τους οδηγεί του πρώτου στην απαλλαγή του κατηγορουμένου και του δευτέρου στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως σε βάρος της εταιρίας "Deutsche Lufthansa Aktiengesellschaft", πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Από το έτος 1989 ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος επιχείρηση τουριστικού γραφείου στην ... με τον διακριτικό τίτλο "Χ TRAVEL", συνεργαζόμενος με τη Διεθνή Ένωση Αεροπορικών Μεταφορών IATA, μέλος της οποίας είναι η πολιτικώς ενάγουσα γερμανική αεροπορική εταιρεία ....., ανέλαβε (ο κατηγορούμενος) υπό την ιδιότητα του πράκτορα την υποχρέωση (σύμβαση πρακτόρευσης), όπως κατ' εντολή και για λογαριασμό της τελευταίας εκδίδει και πωλεί σε διαφόρους ταξιδιώτες, αεροπορικά εισιτήρια, το δε αντίτιμο των αεροπορικών εισιτηρίων να το αποδίδει στην ίδια εντός του πρώτου 15νθημέρου του επομένου της εκδόσεως των εισιτηρίων μηνός, μετά την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειάς του. Για τον ανωτέρω λόγο η πολιτικώς ενάγουσα προμήθευε τον κατηγορούμενο με στοκ εντύπων εισιτηρίων μαζί με τις ειδικές πλακέτες (σφραγίδες) φέρουσες το σήμα, την επωνυμία αυτής και τον κωδικό αριθμό, στοιχεία τα οποία ο κατηγορούμενος έθετε επί ενός εκάστου εξ αυτών (εισιτηρίων) κατά τρόπο ώστε να φαίνεται ότι εκδίδονται και πωλούνται επ' ονόματί της. Όμως ο κατηγορούμενος, παρότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 15-1-2002 εξέδωσε και πώλησε σε τρίτους τα αναφερόμενα στην προσαρτημένη στο διατακτικό κατάσταση, αεροπορικά εισιτήρια, δεν απέδωσε, ύστερα από αφαίρεση της νόμιμης προμήθειάς του, όπως είχε υποχρέωση, στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία το εναπομείναν "καθαρό" εισπραχθέν ποσό του τιμήματος των ως άνω κινητών πραγμάτων ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 3.105,24 ευρώ, μέχρι την 15η ημέρα του επομένου μήνα από εκείνον μέσα στον οποίο έγιναν οι πωλήσεις, ήτοι μέσα στην ταγμένη προθεσμία έως την 15-2-2002, παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους της πολιτικώς ενάγουσας αρνήθηκε να αποδώσει το ως άνω οφειλόμενο ποσό, παρακρατώντας και ιδιοποιούμενος αυτό παρανόμως. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το αξιόποινο της πράξεως για την οποία κατηγορείται έχει παραγραφεί με την πάροδο οκταετίας από την τέλεσή της, καθόσον ο χρόνος κατά τον οποίο ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει το επίδικο ποσό των 3.105,24 ευρώ ήταν η 21-1-2002 και όχι η 15-2-2002 και τούτο διότι, με την από 21-1-2002 επιστολή της Διευθύντριας του Σχεδίου Τραπεζικού Διακανονισμού (BSP) κηρύχθηκε έκπτωτος (σε κατάσταση default) και του γνωστοποιήθηκε ότι όλα τα χρέη του προς την ΙΑΤΑ ήταν άμεσα απαιτητά, οπότε πλέον το χρέος του κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά την 21-1-2002 σύμφωνα με το άρθρο 2 της από 31-1-1996 σύμβασης μεταξύ αυτού και της ΙΑΤΑ, κατά το οποίο, οι όροι και οι προϋποθέσεις που διέπουν τη σχέση μεταξύ του μεταφορέα και του πράκτορα εκτίθενται στους κανονισμούς που περιέχονται στο Εγχειρίδιο του Ταξιδιωτικού Πράκτορα, το οποίο προσαρτάται στη σύμβαση αυτή και σύμφωνα με το κεφάλαιο 9 παράγραφος 2 του Εγχειριδίου αυτού... Στην προκειμένη περίπτωση από την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, 59/1-4-2008 ένορκη βεβαίωση της διευθύντριας του ελληνικού γραφείου της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών (...) ... που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκε, και η οποία έχει επί λέξει: "....Έτσι την 21-1-2002 έστειλα στον κ. Χ (κατηγορούμενο) επιστολή με την οποία τον ενημέρωνα ότι εξ αιτίας της σφραγίσεως της επιταγής του ως ακάλυπτης, σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους της σύμβασης που είχε υπογράψει με την ΙΑΤΑ, ήμασταν υποχρεωμένοι να διακόψουμε την περαιτέρω παροχή προς αυτόν αεροπορικών εισιτηρίων με πίστωση, σύμφωνα με την μεταξύ μας σύμβαση. Επί πλέον του γνωστοποίησα ότι στο εξής η όποια εκ μέρους του αγορά αεροπορικών εισιτηρίων θα μπορούσε να γίνει τοις μετρητοίς απ' ευθείας από τις αεροπορικές εταιρείες μέλη μας. Δεδομένου δε ότι μετά την επιστολή μου αυτή ο κ. Χ (κατηγορούμενος) δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια εξόφλησης ή διακανονισμού της οφειλής του, με την από 27-3-2002 επιστολή του κεντρικού γραφείου της ΙΑΤΑ στη Γενεύη Ελβετίας, γνωστοποιήθηκε στον κ. Χ (κατηγορούμενο) η οριστική διακοπή της μεταξύ εκείνου και της ΙΑΤΑ συμβάσεως, με ισχύ από 29-4-2002. Με την ίδια επιστολή γνωστοποιούνταν ξανά στον εν λόγω πράκτορα ότι θα μπορούσε στο εξής να συναλλάσσεται απευθείας με τις επί μέρους αεροπορικές εταιρείες τοις μετρητοίς. Επί πλέον γινόταν γνωστό στον κ. Χ (κατηγορούμενο) ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του δεν θα ελάμβανε χώρα εάν πριν τις 29-4-2002 εγγράφως διακανόνιζε την οφειλή του με καταβολή τουλάχιστον του 50% του ποσού της οφειλής, του υπολοίπου καταβαλλομένου με συγκεκριμένες δόσεις. Στις 29-4-2002 με νέα επιστολή μου κάλεσα τον κ. Χ ξανά να διακανονίσει την οφειλή του προκειμένου να μην τεθεί σε ισχύ η καταγγελία της συμβάσεως του με την ΙΑΤΑ...", αποδεικνύεται ότι, όχι μόνο (έχει παραλειφθεί, από φανερή παραδρομή, η λέξη "δεν") απαιτήθηκε από τον κατηγορούμενο η άμεση καταβολή της οφειλής του, αλλά αντιθέτως του δόθηκε προθεσμία τακτοποιήσεως του χρέους του με διακανονισμό μέχρι την 29-4-2002, όπως εξάλλου προκύπτει και από την προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα από 27-3-2002 επιστολή της ΙΑΤΑ προς τον κατηγορούμενο, την οποία επικαλέστηκε στην ως άνω ένορκη κατάθεση της η μάρτυρας Νίκη Μπουσιώτη. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί τελέσεως της υπεξαιρέσεως την 21-1-2002, διότι τότε κατέστη ληξιπρόθεσμη και άμεσα απαιτητή η οφειλή του, παρελθούσης έκτοτε και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, οκταετίας και ως εκ τούτου επήλθε παραγραφή αυτής, είναι αβάσιμος και απορρίπτεται. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος επικαλείται ως λόγους απαλλαγής του α) έλλειψη του στοιχείου του παρανόμου της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της υπεξαίρεσης και συγκεκριμένα το άρθρο 3 του Ν.Δ. 8/1974 (Δικαιοστάσιο Επιστράτευσης 1974) για την αναστολή των ανωτέρω συμβατικών του προθεσμιών που αφορούσαν την εκπλήρωση υποχρεώσεών του προς την εγκαλούσα, διότι στις 21-12-2001 κλήθηκε να καταταγεί στην 8η Ε.Μ. Αρμάτων (Πέραμα Ιωαννίνων) απ' όπου απολύθηκε την 23-1-2002 και επομένως κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλαδή στις 21-1-2002 που είχε καταστεί απαιτητό το χρέος του προς την εγκαλούσα εταιρεία ΙΑΤΑ είχαν ανασταλεί όλες οι συμβατικές του υποχρεώσεις και β) έλλειψη της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος λόγω συγγνωστής πλάνης του, καθόσον πίστευε, όταν στις 21-1-2002 κλήθηκε να αποπληρώσει όλες τις οφειλές του προς την εγκαλούσα, ότι λόγω της προαναφερθείσης επιστράτευσής του δεν υποχρεούνταν να καταβάλει τα οφειλόμενα. Όμως αμφότεροι σι ισχυρισμοί του είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε ο χρόνος λήξεως της συμβατικής του υποχρεώσεως δεν ήταν η 21-1-2002, καθ' ον ήταν επιστρατευμένος, αλλά η 15-2-2002 κατά την ισχύουσα σύμβαση μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας εταιρείας και κατά πάσα περίπτωση η χορηγηθείσα σ αυτόν προθεσμία προς εξόφληση των οφειλών του μέχρι την 29-4-2002. Ανεξαρτήτως δε τούτων, ο κατηγορούμενος ουδέποτε εκδήλωσε την πρόθεσή του να καταβάλει, έστω και εκπροθέσμως τις οφειλές του στην εγκαλούσα.... Επομένως, με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, δηλαδή της υπεξαιρέσεως 3.105,24 ευρώ που εισέπραξε από την πώληση εισιτηρίων της εγκαλούσας κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 15 Ιανουαρίου 2002 και έπρεπε να αποδώσει έως την 15-2-2002". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε καταρτίσει με την πολιτικώς ενάγουσα εταιρία σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας διέθεσε, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 15.1.2002, αεροπορικά εισιτήρια, για λογαριασμό της εταιρίας, πλην δεν κατέβαλε το τίμημα που είχε εισπράξει γι` αυτά μέχρι την 15η ημέρα του επομένου μήνα, ήτοι μέχρι 15.2.2002. Εκτίθεται, ακόμη, όσον αφορά την απορριπτική κρίση επί των αυτοτελών ισχυρισμών που είχε προβάλει ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικά, περί παραγραφής του αξιοποίνου, η οποία είχε συμπληρωθεί στις 21.1.2002, και συγγνωστής νομικής πλάνης, η οποία συνίστατο στο ότι, κατά την 21.1.2002, αυτός υπηρετούσε, ως επίστρατος έφεδρος Ανθυπολοχαγός, στην 8η Ε. Μ. Αρμάτων και ότι πίστευε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει τα χρηματικά ποσά που του είχαν καταλογισθεί για την επίμαχη χρονική περίοδο, αρνούμενος δε να τα καταβάλει, δεν τελούσε υπεξαίρεση: α) Ως προς τον πρώτο: Ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 21.1.2002, οπότε είχε κηρυχθεί αυτός έκπτωτος, γιατί, με βάση την από 21.1.2002 επιστολή της Διευθύντριας του ελληνικού γραφείου της ΙΑΤΑ ..., όχι μόνο δεν απαιτήθηκε η άμεση καταβολή της οφειλής του πριν από την πάροδο του συμβατικού χρόνου της 15.2.2002, αλλά του δόθηκε και παράταση μέχρι την 29.4.2002. Και β) ως προς τον δεύτερο: Ότι ο χρόνος λήξεως της συμβατικής του υποχρεώσεως δεν ήταν η 21.1.2002, οπότε ήταν επιστρατευμένος, αλλά η 15.2.2002, οπότε είχε πλέον αποστρατευθεί, και, σε κάθε περίπτωση, η 29.4.2002, ανεξαρτήτως δε αυτού, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν εκδήλωσε ποτέ πρόθεση να καταβάλει, έστω και εκπροθέσμως, τα καθυστερούμενα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συγγνωστής νομικής πλάνης, εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεως του άρθρου 3 του ν.δ 8/1974 και αυτών του π.δ.371/2002, συνισταμένη στο ότι είχε ανασταλεί η συμβατική υποχρέωσή του έναντι της μηνύτριας μέχρι την 28.12.2002, οπότε ήρθη η κατάσταση γενικής επιστρατεύσεως και, επομένως, δεν συνέτρεχε το στοιχείο του παρανόμου της όποιας ιδιοποιήσεως του αποδιδόταν, αφού η αναστολή κάλυπτε τον φερόμενο ως χρόνο τελέσεως (15.2.2002 ή 29.4.2002), και εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως του άρθρου 375 του ΠΚ και των διατάξεων για την παραγραφή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα: Κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι αναστολές που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 8/1974 ίσχυαν για όσο χρόνο ήταν κάποιος πράγματι στρατευμένος ή επιστρατευμένος κατά την έκτακτη περίοδο της επιστρατεύσεως και όχι και για τον υπόλοιπο χρόνο και δη μέχρι τις 28.12.2002 που ήρθη η κατάσταση της γενικής επιστρατεύσεως. Δηλαδή, ο αναιρεσείων, μετά την αποστράτευσή του (η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, που περιέχονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτών, έλαβε χώραν στις 23.1.2002), είχε υποχρέωση να αποδώσει στη μηνύτρια το οφειλόμενο τίμημα τω εισιτηρίων και, κατά συνέπειαν, ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος δεν μεταβάλλεται. Η αιτίαση ότι, ενώ το Τριμελές Εφετείο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση με χρόνο τελέσεως 15.2.2002, δέχθηκε, αντιφατικά, ότι του είχε, συμβατικά, χορηγηθεί προθεσμία τακτοποιήσεως της οφειλής του μέχρι 29.4.2002 και, επομένως, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, είναι αβάσιμη, γιατί, και αν θεωρηθεί ως χρόνος τελέσεως η 29.4.2002, η μετάθεση του χρόνου δεν θα ωφελούσε τον κατηγορούμενο, αφού θα μετέθετε το χρόνο συμπληρώσεως της παραγραφής της πράξεως, η οποία, με χρόνο ενάρξεως την 15.2.2002, συμπληρωνόταν στις 15.2.2010. Τέλος, η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναφέρει ρητά και δίνει βαρύνουσα σημασία στην ένορκη βεβαίωση της Διευθύντριας της ΙΑΤΑ, δεν κάνει καμιά αναφορά για το πραγματικό περιστατικό της αποστολής της από 21.1.2002 επιστολής προς τον αναιρεσείοντα και των εννόμων συνεπειών που αυτή είχε, είναι αβάσιμη, γιατί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Δικαστήριο αναφέρεται και στην εν λόγω επιστολή, καθώς και στις έννομες συνέπειές της, όπως, επίσης, και στην παράταση που δόθηκε για το διακανονισμό της οφειλής. Περαιτέρω, η κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο β, ήτοι το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε, δια του συνηγόρου του, να του αναγνωρισθεί, εκτός από την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του εντίμου προτέρου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α' ΠΚ), που του αναγνώρισε το Δικαστήριο, και η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ, ήτοι ότι ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια όχι ταπεινά, αλλά από μεγάλη ένδεια, επικαλούμενος, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και με προφορική ανάπτυξή των όσα με έγγραφο υπόμνημά του, που καταχωρήθηκε αυτούσιο στα πρακτικά, είναι αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την στοιχειοθέτηση της τοιαύτης περιστάσεως και δη, επί λέξει, ότι: "Εν προκειμένω, λειτουργούσα το εν λόγω τουριστικό μου γραφείο επί της ανωτέρω διευθύνσεως από το έτος 1990 έως και το 2002, ανταποκρινόμενος πάντοτε εγκαίρως στις όποιες οικονομικές μου υποχρεώσεις. Από το τρομοκρατικό, ωστόσο, χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου των Η.Π.Α. παρουσιάστηκε στην επιχείρησή μου, όπως και στα περισσότερα τουριστικά πρακτορεία, μια πρωτοφανής κρίση με αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση του κύκλου εργασιών της. Επιπροσθέτως και σαν να μην έφθανε αυτό, αναγκάσθηκα, όπως προεξετέθη στις 21/12/2001, σε ηλικία 46 ετών και ήδη πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων να παρουσιασθώ και να καταταγώ στην 8η Ε. Μ. Αρμάτων (Πέραμα Ιωαννίνων) ως επίστρατος έφεδρος Ανθυπολοχαγός, από όπου και απολύθηκα στις 23/01/2002, αφού πρώτα αντιμετώπισα και το τραγικό ενδεχόμενο να παραπεμφθώ στο ακροατήριο του Στρατοδικείου Αθηνών κατηγορούμενος για το αδίκημα της ανυποταξίας σε περίοδο γενικής επιστρατεύσεως, κατηγορία για την οποία, ευτυχώς, απηλλάγην με το υπ` αριθ. 40/2002 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, η επιχείρησή μου άγγιξε το χείλος της καταστροφής. Συγκεκριμένα, ενώ ήμουν εγκεκριμένος πράκτορας της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών (ΙΑΤΑ) και απολύτως συνεπής στις έως τότε υποχρεώσεις μου, επειδή δεν μπόρεσα να εισπράξω τα οφειλόμενα σε εμένα από τους δικούς μου πελάτες, λόγω της στράτευσής μου, δεν κατάφερα, ταυτόχρονα, να αποδώσω στην ΙΑΤΑ αυτά που όφειλα, στους προκαθορισμένους δια της μεταξύ μας συμβάσεως χρόνους. Κατά συνέπεια, η ΙΑΤΑ χωρίς να επιδείξει καμία ανοχή και να μου δώσει πίστωση χρόνου, με την από 21.01.2002 επιστολή της Διευθύντριας της, με κήρυξε σε κατάσταση default και ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός της (Προϊστάμενος Group 4) ήλθε στις 21.01.2002 στο ταξιδιωτικό πρακτορείο που διατηρούσα στην ..., μου αφαίρεσε το απόθεμα όλων των ενιαίων τίτλων μεταφοράς που κατείχα και μου γνωστοποίησε ότι όλα τα χρέη μου προς την ανωτέρω εγκαλούσα εταιρία ήταν άμεσα απαιτητά. Μετά την τραγική αυτή εξέλιξη, βρέθηκα στην δυσμενέστατη θέση να έχουν δημιουργηθεί τεράστια χρέη, τα οποία δεν είχα τη δυνατότητα να εξοφλήσω, καθώς μου στερήθηκε η ιδιότητα του αναγνωρισμένου πράκτορα ΙΑΤΑ και άρα μειώθηκε δραματικά η ανταγωνιστικότητα και ο κύκλος εργασιών της επιχείρησής μου. Από τις ενέργειες αυτές της ΙΑΤΑ, αφ' ενός επειδή πλέον είχα μηδαμινή ρευστότητα και άρα αδυνατούσα να καλύψω εξ ιδίων και την παραμικρή απώλεια εσόδων μου (π.χ. ακυρώσεις κρατηθέντων εισιτηρίων, μεγάλες καθυστερήσεις πληρωμών ή και μη πληρωμές από σημαντικούς πελάτες μου ιδιώτες, κατά των οποίων ειρήσθω εν παρόδω δεν είχα κανένα τρόπο δικαστικής διεκδίκησης των οφειλομένων σε εμένα, διότι όλα τα αεροπορικά εισιτήρια φέρουν υποχρεωτικά την ένδειξη cash (μετρητά) και άρα εμφανίζονται ως εξοφλημένα) και αφ' ετέρου επειδή σι εταιρίες, από τις οποίες υποχρεώθηκα μετά να αγοράζω αεροπορικά εισιτήρια δεν δέχονταν επιστροφές και άρα πλήρωνα εισιτήρια, τα οποία είχα πωλήσει, χωρίς να έχω εισπράξει το τίμημα τους, οδηγήθηκα τελικά σε παντελή οικονομική καταστροφή και στο κλείσιμο της επιχείρησής μου στα τέλη του έτους 2002. Ως εκ τούτου, εν όψει των προεκτεθέντων αποδεικνύεται περίτρανα ότι οποιαδήποτε ποινικά κολάσιμη πράξη και αν ήθελε παρ' ελπίδα μου αποδοθεί, θα πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι αυτήν την τέλεσα, ωθούμενος από όχι ταπεινά αίτια και δη λόγω μεγάλης ένδειας, ήτοι της απολύτου οικονομικής μου καταστροφής". Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι "δεν προέκυψε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και δη από οικονομική αδυναμία". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο δεν αναφέρεται στα συγκεκριμένα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση από τον κατηγορούμενο και δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση, μολονότι δέχεται το πραγματικό περιστατικό της επιστρατεύσεως του αναιρεσείοντος, το οποίο, ταυτοχρόνως, αποτελεί και θεμελιωτικό περιστατικό του ανωτέρω ισχυρισμού του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική της διάταξη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ.β' ΠΚ και αναλόγως προς την επ' αυτή παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 258/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. β ΠΚ διάταξή της και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής σ` αυτόν. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την υπ` αριθ. 9/26.2.2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση. Στοιχεία του εγκλήματος. Υπεξαίρεση διαπράττει και ο πράκτορας, ο οποίος δεν απέδωσε στην αντισυμβαλλομένη του αεροπορική εταιρία το τίμημα πωλήσεως εισιτηρίων που εισέπραξε. Δικαιοστάσιο επιστρατεύσεως (άρθρο 8 ν.δ. 8/1974). Οι αναστολές, που προβλέπονται, ισχύουν μόνο για το διάστημα που είναι κάποιος επιστρατευμένος, και όχι μέχρι 18.12.2002 που ήρθη η επιστράτευση με το π.δ. 371/2002. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη και απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών για παραγραφή και συγγνωστή νομική πλάνη. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τις διατάξεις για την απόρριψη ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικού άρθρου 84 § 2 β ΠΚ και για τον καθορισμό ποινής και παραπομπή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική, Υπεξαίρεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2072/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ --- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ν.Σ., κατοίκου Έδεσσας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσοβαλάντη Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1095/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Μ.Π. και 2) Χ.Β. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 544/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο το. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων, (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1095/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για κλοπή από κοινού, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, ανασταλείσα, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 1α του Π.Κ. Σχετικά με το ως άνω ελαφρυντικό εξέθεσε τα ακόλουθα: "Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκα αποκλειστικά με τις σπουδές μου ως μηχανικός μεταλλείων - μεταλλουργός (προσκομίζω νόμιμα και επικαλούμαι την από 26.8.1977 με αριθμό ... άδεια ασκήσεως επαγγέλματος) και ασχολήθηκα ευδοκίμως στην ΔΕΗ, σε διάφορες θέσεις από το έτος 1983 ως και το έτος 1992, ήτοι επί δεκαετία (προσκομίζω νόμιμα και επικαλούμαι την από 8.2.1991 βεβαίωση). Προσέτι ανέπτυξα και έντονη επιστημονική δραστηριότητα δημοσιεύοντας σε τοπικές εφημερίδες της Έδεσσας άρθρα γενικότερου ενδιαφέροντος σε συνάρτηση με τις γενικότερες επιστημονικές μου γνώσεις (προσκομίζω ενδεικτικά τέσσερα άρθρα μου και μια επιστημονική εργασία μου). Περαιτέρω, ουδέποτε στο παρελθόν έχω καταδικασθεί για οποιαδήποτε πράξη και το ποινικό μου μητρώο είναι λευκό". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός όπως διατυπώθηκε από τον αναιρεσείοντα, δεν θεμελιώνει την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται και η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, στοιχεία που δεν εκτίθενται. Επομένως, το Δικαστήριο δεν υπείχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω αόριστο ισχυρισμό, όπως και έπραξε. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όπως εκτιμάται, μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 18/31.3.2010 αίτηση του Ν.Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1095/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κλοπή από κοινού. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη αιτήματος για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικής περιστάσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Κλοπή, Συναυτουργία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2069/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10797/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1575/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός καταστάσεως ανάγκης, που αποκλείει το άδικο, κατά το άρθρο 25 παρ.1 και που αποκλείει τον καταλογισμό, κατά το 32 παρ.1 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, μόνον όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του, ενώ δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστός ο αυτοτελής ισχυρισμός στη νομική ορολογία ή τη νομική επιστήμη, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 10797/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πρόβαλε στο ακροατήριο και ανέπτυξε προφορικά δια του συνηγόρου της τους παρακάτω δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά. "Δυνάμει της πρωτοδίκου υπ' αριθ. 405/2008 Αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκα ένοχη για το ότι την 17 Ιουλίου 2005, μη συμμορφούμενη προς την υπ' αριθ. 17977/2002 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία), αποστέρησα από τον πρώην σύζυγο μου και πατέρα της ανηλίκου θυγατρός μας Ρ το δικαίωμα να έρθει σε επαφή με την τελευταία. Ωστόσο, η ενέργεια μου αυτή εντάσσεται στα μέτρα άκρας επιμέλειας, τα οποία έλαβα για τη διαφύλαξη της σωματικής και - κυρίως - ψυχικής υγείας της ανηλίκου θυγατρός μας Φ και έχουν ως μοναδικό σκοπό την προστασία της από οιονδήποτε τρίτο, ο οποίος επιθυμεί να της "κάνει κακό" με οιονδήποτε τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, οφείλω να Σας αναφέρω τα εξής: από τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου 2005 άρχισα να παρατηρώ ότι το ανήλικο τέκνο μας παρουσίαζε ανησυχία και εκνευρισμό, έντονη ενασχόληση με σεξουαλικά θέματα και συμπεριφορά εν γένει αποκλίνουσα από τη συνήθη, κυρίως μετά από συναντήσεις με τον πατέρα της. Στην προσπάθεια μου να διαπιστώσω τα αίτια της εν λόγω συμπεριφοράς, απευθύνθηκα την 17η Μαΐου 2005 στην Ιατροπαιδαγωγική Υπηρεσία του Ελληνικού Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών Θεσσαλονίκης, όπου η ανήλικη θυγατέρα μας υπεβλήθη σε σειρά ψυχολογικών εξετάσεων, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι είχε πιθανότατα υποστεί κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποιήσεως. Σύμφωνα δε με τη γνωμάτευση της παιδοψυχιάτρου κας Κ, κρίθηκε απαραίτητη η άμεση έναρξη τακτικών ψυχοθεραπευτικών συναντήσεων προκείμενου να διασφαλισθεί άμεσα η ψυχική υγεία της Φ, καθότι - εάν η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν - θα προκαλούνταν σοβαρές και μόνιμες βλάβες στην ψυχική υγεία του τέκνου μας. Κατόπιν τούτου και μετά από συμβουλές της κας Κ, κρίθηκε σκόπιμο για το προσεχές διάστημα η κόρη μας να μην έρθει σε ευθεία επαφή με τον πατέρα της, μέχρι την οριστική διαπίστωση ότι η ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου μας δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο. Έντρομη από τα όσα διαπιστώθηκαν στο Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών και ευρισκόμενη σε πρωτοφανή ταραχή αναλογιζόμενη το μέγεθος της βλάβης που πιθανότατα θα προκαλούνταν στην ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη της ανηλίκου θυγατρός μας, επέλεξα προσωρινώς να μην επιτρέψω να επικοινωνεί η Φ ΜΟΝΗ ΤΗΣ με ων πατέρα της, αλλά παρουσία τρίτων προσώπων κοινής εμπιστοσύνης, φοβούμενη για την εξέλιξη της ψυχικής υγείας και ενεργώντας πάντα έχοντας ως μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων της. Δυστυχώς, ο τέως σύζυγος μου δεν σεβάσθηκε τους προβληματισμούς μου, ΑΡΝΗΘΗΚΕ - ΚΑΙ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ - ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΗ Φ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΡΙΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ και επέλεξε το θλιβερό δρόμο των μηνύσεων Στα πλαίσια των ενεργειών μου, που όπως προανέφερα στόχευαν και στοχεύουν αποκλειστικώς και ΜΟΝΟ στην προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας της Φ, κατέθεσα - κατόπιν υποδείξεως της Ιατροπαιδαγωγικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών Θεσσαλονίκης - ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 30.6.2005 μηνυτήρια αναφορά μου, παραθέτοντας όλα τα δυσάρεστα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψη μου καθώς και τη γνωμάτευση της επιληφθείσας παιδοψυχιάτρου κας Κ. Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξετάσεως η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ, διατάχθηκε η διενέργεια δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και διορίσθηκε ως πραγματογνώμων η παιδοψυχίατρος" κα .... Σύμφωνα με την από 27.10.2006 Έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε η τελευταία, κρίθηκε σκόπιμο για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική πορεία της Φ να παραμείνει με εμένα και προτάθηκε η σταδιακή αποκατάσταση της επικοινωνίας με τον πατέρα της. Λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και τις συμβουλές της παιδοψυχιάτρου κας Κ, συνέχισα να μην επιτρέπω να επικοινωνεί η Φ ΜΟΝΗ ΤΗΣ με τον πατέρα της, αλλά η επικοινωνία να λαμβάνει χώρα οποτεδήποτε μεν (κατόπιν συνεννοήσεως), παρουσία δε τρίτων προσώπων κοινής εμπιστοσύνης, γεγονός που κοινοποίησα στον τέως σύζυγο μου με την από 23.7.2007 Εξώδικη Δήλωση μου. Δυστυχώς και πάλι ο τέως σύζυγος μου δεν σεβάσθηκε τις υποδείξεις και συνεχίζει να με βομβαρδίζει με μηνύσεις ... Καθίσταται σαφές ότι η ως άνω απόφαση μου δεν ελήφθη κακοβούλως, με σκοπό να στερήσω από τον τέως σύζυγο μου και πατέρα της ανηλίκου θυγατρός μου το δικαίωμα του να έρθει σε επαφή με την τελευταία, αλλά αποτέλεσε προϊόν έντονου προβληματισμού, φόβου και ταραχής εξαιτίας του κινδύνου, τον οποίο διέτρεχε η κόρη μας. Η προστασία της ψυχικής υγείας του ανήλικου τέκνο μας αναμφισβητήτως εμπίπτει στην έννοια της καταστάσεως ανάγκης του" άρθρου 25 ΠΚ, η δε συναισθηματική ταραχή, στην οποία βρισκόμουν φοβούμενη για το ίδιο μου το παιδί ήταν τόσο έντονη ώστε, πληρουμένων των όρων του άρθρου 25 ΠΚ, η πράξη στην οποία προέβην να μη δύναται να κριθεί άδικη. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η προαναφερθείσα συμπεριφορά μου χαρακτηρισθεί άδικη, υφίσταται εν προκειμένω κατάσταση ανάγκης αποκλείουσα τον καταλογισμό κατ' άρθρο 32 ΠΚ. Δεδομένου ότι όλες μου οι ενέργειες έγιναν προς το συμφέρον της Φ και μετά από υπαγόρευση της παιδοψυχιάτρου που την παρακολουθούσε, η πράξη στην οποία προέβην εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας μου να αποτρέψω τον κίνδυνο που απειλούσε την ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου μου και ως εκ τούτου δε δύναται να μου καταλογισθεί". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 10797/2009 απόφαση, το κατ'έφεση δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με την ενοχή για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 232 Α του ΠΚ, (για μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή και σε δικαστική απόφαση, με τις οποίες υποχρεωνόταν η κατηγορουμένη σε διευκόλυνση του δικαιώματος επικοινωνίας του εγκαλούντος πρώην συζύγου της με την ανήλικη θυγατέρα τους) και σε σχέση με τους παραπάνω υποβληθέντες νομίμους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης τα εξής: "Η κατηγορουμένη στη ...: Α) Την 1-10-2005 δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε σε πράξη που δεν μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από βούληση της. Συγκεκριμένα, αν και με την υπ' αριθ. 17590/2005 απόφαση *του. Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία) υποχρεώθηκε παραδίδει την ανήλικη κόρη της Φ στον εγκαλούντα τέως σύζυγο της Ρ κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα του Σαββάτου μέχρι ώρα 20:00 της Κυριακής, προκειμένου αυτός να επικοινωνεί μαζί της, εντούτοις αρνήθηκε να παραδώσει την κόρη της στον εγκαλούντα, στερώντας τον έτσι από την άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας του με την ως άνω κόρη του. Β) Στη ... την 17-9-2005 ημέρα Σάββατο και ώρα 11.00, δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση της. Συγκεκριμένα ενώ με την αριθμ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ, κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ , τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η κατηγορούμενη Χ, πρώην σύζυγος του, κατά τις οριζόμενες στο διατακτικό αυτής ημέρες και ώρες, αυτή κατά το πιο πάνω χρόνο δεν επέτρεψε στον μηνυτή Ρ την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους. Ειδικότερα όταν κατά την προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο μηνυτής μετέβη στην επί της οδού ... οικία της κατηγορουμένης προκειμένου να παραλάβει σύμφωνα με το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το ως άνω ανήλικο τέκνο τους, διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη απουσίαζε από την οικία της προκειμένου να αποτρέψει την επικοινωνία του μαζί του. Γ) Στη ..., την 3-9-2005, ημέρα Σάββατο και ώρα 11.00, δεν συμμορφώθηκε, σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση της.Συγκεκριμένα ενώ με την υπ' αριθμ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ .κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ, τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η κατηγορούμενη Χ, πρώην σύζυγος του, κατά τις οριζόμενες στο διατακτικό αυτής ημέρες και ώρες, αυτή κατά το πιο πάνω χρόνο δεν επέτρεψε στον μηνυτή Ρ την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους όπως όφειλε σύμφωνα με το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δ) Στη ..., την 15-10-2005δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση του. Συγκεκριμένα ενώ με την αρ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ, κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ, τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η Χ, εν διαστάσει σύζυγος του, κατά την οριζόμενη στο διατακτικό ημέρα και ώρα, ενώ πήγε στο σπίτι της για να παραλάβει την κόρη του ,αυτή απουσίαζε καθώς και το παιδί. Ε) Στη ..., την 5-11-2005, από πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή με την οποία υποχρεώθηκε να παραδίδει την θυγατέρα της στον πατέρα της Ρ συγκεκριμένα ενώ γνώριζε ότι, θα περάσει ο μηνυτής να πάρει την ανήλικη κόρη τους εκείνη απουσίαζε από το σπίτι μαζί και το παιδί και με την συμπεριφορά της αυτή δεν μπόρεσε να δει ο μηνυτής το παιδί του όρισε το Δικαστήριο με την αριθμ. απόφασης 17590/2005 του Μ.Π.Θ .Στ) Στη ...., την 24-12-2005, ημέρα Σάββατο και ώρα 10.00, δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση της. Συγκεκριμένα ενώ με την υπ' αριθμ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ .κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ, τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η κατηγορούμενη Χ, πρώην σύζυγος του, κατά τις οριζόμενες στο διατακτικό αυτής ημέρες και ώρες, αυτή κατά το πιο πάνω χρόνο δεν επέτρεψε στον μηνυτή Ρ την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους όπως όφειλε σύμφωνα με το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Προσέτι, αποδείχτηκε ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, πως είναι επιβεβλημένη η διακοπή κάθε επικοινωνίας της ανήλικης θυγατέρας της με τον εγκαλούντα απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την 897/2007απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά συνέπεια οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορουμένης περί συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 25 και 32 του ΠΚ , πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικώς αβάσιμοι και να καταφαθεί η ενοχή της¨. Στην παραπάνω εκτεθείσα όμως αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού της αποφάσεως, ουδέν διαλαμβάνεται ως προς την συνδρομή ή μη των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε η κατηγορουμένη, για συνδρομή στο πρόσωπο της περιστάσεων καταστάσεως ανάγκης, που αποκλείει το άδικο, κατά το άρθρο 25 παρ.1 και που αποκλείει τον καταλογισμό, κατά το 32 παρ.1 του ΠΚ, της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 232 Α του ΠΚ, για την οποία τελικά καταδικάστηκε. Μόνη η αναφορά στο παραπάνω αιτιολογικό, ότι "ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, πως είναι επιβεβλημένη η διακοπή κάθε επικοινωνίας της ανήλικης θυγατέρας της με τον εγκαλούντα, απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την 897/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης", ανεξάρτητα του ότι οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δε δεσμεύουν ως προς την κρίση τους τα ποινικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται συναφών ποινικών κατηγοριών, δε συνιστά επαρκή αιτιολογία απορρίψεως των υποβληθέντων ως παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών της κατηγορουμένης και η αιτιολογία αυτή δεν είναι η απαιτούμενη κατά τα προεκτεθέντα από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 10797/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης . Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση 232 Α ΠΚ. Παραβίαση δικαστικής απόφασης επικοινωνίας με τέκνα. Δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών καταστάσεως ανάγκης, που αποκλείει το άδικο, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 και που αποκλείει τον καταλογισμό, κατά το 32 παρ.1 ΠΚ, της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 232 Α ΠΚ, για την οποία τελικά καταδικάστηκε.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανάγκης κατάσταση, Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2068 / 2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λάζο, περί αναιρέσεως της 3496/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1515/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 94 έως 97 του ΠΚ, οι περί συρροής εγκλημάτων και καθορισμού συνολικής γι' αυτά ποινής ορισμοί εφαρμόζονται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστή, ως αναγόμενοι στην επιμέτρηση της ποινής, και όταν τα συρρέοντα εγκλήματα εκδικάστηκαν διαδοχικώς και εκδόθηκαν περισσότερες αποφάσεις, είτε από το ίδιο, είτε από διαφορετικά δικαστήρια, αρκεί να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 97 του ΠΚ. Και στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων χωρεί και πριν όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις γίνουν αμετάκλητες, πράγμα που συνάγεται και από το άρθρο 491 εδ. β του ΚΠοινΔ, κατά το οποίο επιτρέπεται έφεση και κατά αποφάσεως που καθόρισε συνολική ποινή, αν τα συρρέοντα εγκλήματα εκδικάστηκαν χωριστά, με έκδοση περισσοτέρων αποφάσεων, "η δε συνολική ποινή καθορίστηκε πριν όλες οι αποφάσεις αυτές γίνουν αμετάκλητες". Σε αυτά δεν αντιτίθεται η αναφερόμενη στην εκτέλεση περισσοτέρων αποφάσεων για συρρέοντα εγκλήματα διάταξη του άρθρου 551 του ΚΠοινΔ, η οποία, όπως και στην αιτιολογική έκθεση σημειώνεται, καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο για τον καθορισμό της εκτιτέας συνολικής ποινής σε εκτέλεση περισσοτέρων αμετακλήτων καταδικαστικών αποφάσεων κατά του αυτού προσώπου για διάφορα συρρέοντα εγκλήματα, διότι το άρθρο αυτό σκοπεί να ρυθμίσει την περίπτωση κατά την οποία δεν είχε καταστεί δυνατός για οποιονδήποτε λόγο ο καθορισμός της συνολικής ποινής πριν οι αποφάσεις αυτές καταστούν αμετάκλητες (ΟλΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συγχώνευσε, κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος, τις ποινές (στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές) που του είχαν επιβληθεί με τις αποφάσεις που αναφέρονται σ` αυτή και καθόρισε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) ετών και έντεκα (11) μηνών και χρηματική έξι χιλιάδων επτακοσίων (6.700) ευρώ. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 551 του ΚΠοινΔ και συγκεκριμένα γιατί το Τριμελές Εφετείο προχώρησε σε συγχώνευση και των ποινών που του είχαν επιβληθεί με τις υπ` αριθ. 5121/2008 και 3117/2005 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τις υπ` αριθ. 13061/2008, 8194/2005, 18389/2005 και 3407/2006 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες δεν έχουν καταστεί ακόμη αμετάκλητες, εφόσον για την υπ` αριθ. 3117/2005 απόφαση εκκρεμεί αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ενώ για τις λοιπές εκκρεμούν αιτήσεις αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για να χωρήσει ο καθορισμός συνολικής ποινής για εγκλήματα, τα οποία εκδικάστηκαν διαδοχικώς και εκδόθηκαν περισσότερες αποφάσεις, δεν απαιτείται οι αποφάσεις αυτές να έχουν καταστεί, προηγουμένως, αμετάκλητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέτοια είναι και η διάταξη περί της επιβλητέας στον καταδικασθέντα συνολικής ποινής. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ, κατά του υπαίτιου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων, που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται κατά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη των συντρεχουσών ποινών επαυξημένη και, αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας απ' αυτές. Η επαύξηση πρέπει να γίνεται εντός των οριζόμενων πλαισίων, η συνολική ποινή όμως δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα δέκα έτη, όταν πρόκειται για φυλάκιση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της συνολικής ποινής φυλακίσεως, μπορεί να υπερβεί το ανώτατο όριο των δέκα ετών, απαιτείται, όμως, τότε και αρκεί για τη νομιμότητα της αποφάσεώς του να ορίσει την εκτιτέα ποινή στο ανώτατο όριο των δέκα ετών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αναφέρθηκε, καθορίστηκε για τον αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) ετών και έντεκα (11) μηνών. Όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έπρεπε να καθοριστεί, ως εκτιτέα ποινή, το ανώτατο όριο φυλακίσεως των δέκα ετών, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο (τελευταίο), από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεώς του, κατά παραδοχή του οποίου πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, και δη ως προς τη διάταξή της για τον καθορισμό συνολικής ποινής φυλακίσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση και, ενόψει του ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως κατά το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, να ορισθεί η εκτιτέα, από την ποινή φυλακίσεως των δεκατεσσάρων (14) ετών και έντεκα (11) μηνών, ποινή στα δέκα (10) έτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 3496/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξή της για τον καθορισμό συνολικής ποινής φυλακίσεως. ΟΡΙΖΕΙ την εκτιτέα, από τον αναιρεσείοντα Χ, ποινή, από τη συνολική ποινή φυλακίσεως των δεκατεσσάρων (14) ετών και έντεκα (11) μηνών, που καθορίστηκε με την ανωτέρω απόφαση, στα δέκα (10) έτη. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο καθορισμός συνολικής ποινής χωρεί ανεξαρτήτως του αμετακλήτου των καταδικαστικών αποφάσεων. Το δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της συνολικής ποινής φυλακίσεως, μπορεί να υπερβεί το ανώτατο όριο των δέκα ετών, απαιτείται, όμως, τότε να ορίσει την εκτιτέα ποινή στο ανώτατο όριο των δέκα ετών. Αναίρεση αποφάσεως, ως προς τον καθορισμό συνολικής ποινής φυλακίσεως 14 ετών και 11 μηνών και, ενόψει του ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ. Ορισμός από τον Άρειο Πάγο της εκτιτέας ποινής στα δέκα (10) έτη.
Ποινή συνολική
Ποινή συνολική, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2071/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ν.Σ., κατοίκου Έδεσσας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσοβαλάντη Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1133/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 523/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο το. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως του νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων, (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (υπό β') "του ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια, ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1133/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου, παράνομη οπλοκατοχή και παράνομη κατοχή κροτίδων, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα και συνολική χρηματική ποινή τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και β' του Π.Κ. Σχετικά με τα ως άνω ελαφρυντικά εξέθεσε τα ακόλουθα: "Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκα αποκλειστικά με τις σπουδές μου ως μηχανικός μεταλλείων - μεταλλουργός (προσκομίζω νόμιμα και επικαλούμαι την από 26.8.1974 με αριθμό ...άδεια ασκήσεως επαγγέλματος) και απασχολήθηκα ευδοκίμως στην Δ.Ε.Η. σε διάφορες θέσεις από το έτος 1983 ως και το έτος 1992, ήτοι επί δεκαετία (προσκομίζω νόμιμα και επικαλούμαι την από 8.2.1991 βεβαίωση). Προσέτι, ανέπτυξα και έντονη επιστημονική δραστηριότητα δημοσιεύοντας σε τοπικές εφημερίδες της Έδεσσας άρθρα γενικότερου ενδιαφέροντος σε συνάρτηση με τις γενικότερες επιστημονικές μεν γνώσεις (προσκομίζω ενδεικτικά τέσσερα άρθρα μου και μια επιστημονική εργασία μου). Περαιτέρω ουδέποτε στο παρελθόν έχω καταδικασθεί για οποιαδήποτε πράξη και το ποινικό μου μητρώο είναι λευκό. Επίσης....στην πράξη μου ωθήθηκα υπό την επίδραση σοβαρής απειλής. Ειδικότερα νόμιμα προσκομίζω ενώπιόν Σας τρία απειλητικά μηνύματα που δέχθηκα στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή με ευθείες και σαφέστατες απειλές για την ίδια μου την ζωή. Περαιτέρω, προσκομίζω φωτογραφία στην οποία με ευκρίνεια φαίνεται απειλητικό σύνθημα που έχει αναγραφεί σε τοίχο της πόλης που κατοικώ και ρητά αναφέρει "ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ...". Προσέτι, προσκομίζω δικαστικές αποφάσεις ατόμων - κατοίκων της Έδεσσας που καταδικάσθηκαν διότι μου επιτέθηκαν και με ξυλοφόρτωσαν. Τέλος, προσκομίζω και δύο αιτήσεις που υπέβαλα στην Αστυνομία της πόλης μου, με σκοπό να μου χορηγηθεί άδεια οπλοφορίας και οι οποίες απορρίφθηκαν. Ενόψει αυτών είναι σαφές ότι καθημερινά απειλούμαι λεκτικά και ότι δύο φορές έγινα στόχος επίθεσης. Επίσης δηλώνω ότι η κατοικία μου βρίσκεται σε απομονωμένο σημείο της πόλης και μάλιστα ιδιαίτερα κακοφωτισμένο με συνέπεια να φοβάμαι έντονα κάθε φορά που προσεγγίζω στην οικία μου". Το δικάσαν Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του με την ακόλουθη αιτιολογία: "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απεδείχθη ούτε πρότερος έντιμος βίος του, ούτε ότι στις πράξεις του αυτές ωθήθηκε υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, ειδικότερα: Ως προς την πρώτη περίπτωση πρέπει να παρατηρηθεί αφενός μεν ότι αυτός έχει προηγούμενη καταδίκη 30 ημερών για εξύβριση (βλ. αντίγρ. Δελτίου Ποιν.Μητρώου), και, αφετέρου διότι δεν αποδεικνύονται θετικά στοιχεία ικανά να χαρακτηρίσουν έντιμη την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή του έως το χρόνο που έγιναν οι παραπάνω πράξεις του, έτσι ώστε η τέλεσή τους απ' αυτόν να εμφανίζεται ως περιστατικό μη αναμενόμενο. Ως προς την δεύτερη δε περίπτωση διότι τα επικαλούμενα περιστατικά αφενός δεν αποδείχθηκαν και αφετέρου διότι και αληθή υποτιθέμενα αυτά με γνώμονα τον μέσο άνθρωπο δεν δύναται να θεωρηθούν ότι συνιστούν σοβαρή απειλή". Ο πρώτος ισχυρισμός, όπως διατυπούται δεν θεμελιώνει την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου εντίμου βίου, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η άνω περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με την άσκηση επαγγέλματος ή άλλων δραστηριοτήτων προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται και η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, που όμως εν προκειμένω δεν προβλήθηκαν. Επομένως το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο εκ περισσού απέρριψε με την άνω αιτιολογία. Περαιτέρω, το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη, κατ' ουσίαν του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β' Π.Κ., η δε ειδικότερη αντίθετη αιτίαση, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 19/31.3.2010 αίτηση του Ν.Σ. , περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1133/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του νόμου περί όπλων. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη αναίρεσης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Οπλοφορία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2067/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 20η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Χ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1477/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1670/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 320/1-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 211/30-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Β. Χ. του Γ. και της Α., 55 ετών, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Σωτηροπούλου του Ευαγγέλου, κατοίκου ... (ΑΜ ΔΣΑ 6401), κατά του υπ' αριθμ. 1477/14-10-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε εν μέρει κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 416/27-9-2006 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 1487/27-4-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 1, 2 και 375 παρ. 1 εδ. Α, 2 εδαφ. β-α του Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 98 ΠΚ προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η παράγραφος 2 του άρθρου 375 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και το δεύτερο εδάφιό της προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. β' του Ν. 2721/1999). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., με δήλωση στη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών Ευγενία Καλλιντέρη η οποία συνέταξε και την σχετική έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 18-11-2009 και είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν δεν υπάγει ορθώς σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα και την έκθεση κατά την ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 1340/2005 Ποιν. Δίκη 2006, Α.Π. 252/2004, Α.Π. 2200/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ/762). Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως ως προς τον λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολο-γημένη, και η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που εληφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: α) Η εταιρεία "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ", με έδρα την ..., διαχειριστής της οποίας ήταν ο Χ. Σ., είχε ως αντικείμενο την ενοικίαση αυτοκινήτων με χρονομίσθωση, ως και την εμπορία αυτοκινήτων. Δηλαδή, με χρηματοδοτική μίσθωση, μετά την λήξη του συμβολαίου μεταξύ της εταιρείας LEASING και της εταιρείας ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ, το αυτοκίνητο περιέρχονταν στην κατοχή της ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ, η οποία με μακροχρόνια μίσθωση το ενοικίαζε σε πελάτες της, οι οποίοι μετά την λήξη του συμβολαίου (PAY BACK OPTION) είχαν το δικαίωμα επιλογής, ή να αγοράσουν το αυτοκίνητο, ή όχι. Αν το αγόραζαν, η ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ. το πωλούσε σ' αυτούς. Αν όχι, το αυτοκίνητο επιστρεφόταν στην άνω Ε.Π.Ε. β) Ο αναιρεσείων πρώην τραπεζικός υπάλληλος της Τράπεζας Κρήτης και στη συνέχεια υπάλληλος της ΕΤΒΑ LEASING, γνώστης των χρονομισθώσεων, προσελήφθη, για την ευόδωση του έργου της ΕΠΕ, από τον διαχειριστή αυτής Χ. Σ., ως Γενικός Διευθυντής, υπογραφείσης της μεταξύ τούτων συμβά-σεως, την 10-7-98, με τους εξής όρους: Λήξη της σύμβασης η 15-7-02. Μηνιαίες μικτές αποδοχές 1.200.000 δρχ. Μηνιαία έξοδα περιποιήσεως της πελατείας 150.000 δρχ. Έξοδα μηνιαία παραστάσεως και λειτουργίας 100.000 δρχ. Σύνολον αποδοχών 1.450.000 δρχ. ή 4.255 ευρώ, αυξανόμενες την 1-1- εκάστου έτους κατά 10%. Η ως άνω ΕΠΕ τον Δεκέμβριο του 1999 μετετράπη σε ΑΕ, με την ίδια επωνυμία και έδρα την ... (...). Το μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε. ήταν 57.000.000 δρχ., διαιρούμενο σε 5.700 μετοχές, με μετόχους την (πρώην σύζυγο του Σ.) Χ. Μ. με 4275 μετοχές (75%), τον Σ. Χ. με 285 μετοχές (5%), τον αναιρεσείοντα κατ/νο με 570 μετοχές (10%), τον Σ. Β. και τον Μ. Α. με 285 μετοχές ο καθένας (5% + 5%). Το Δ.Σ. αυτής συγκροτήθηκε σε σώμα την 8-12-99, με το υπ' αριθμ. 1 πρακτικό του, με πρόεδρο τον αναιρεσείοντα, αντιπρόεδρο τον Σ. Β., γραμματέα τον Μ. Α., και μέλη τους Σ. Χ. και Σ. Α.. Ταυτόχρονα με το ίδιο πρακτικό, ως διευθύνων σύμβουλος της ΑΕ, ορίσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατ/νος. Σ' αυτόν δε μεταβιβάσθηκαν και εκχωρήσθηκαν όλες οι αρμοδιότητες και τα δικαιώματα του ΔΣ της ΑΕ. Επομένως αυτός ήταν ο διαχειριστής της ΑΕ., αφού αυτός εκπροσωπούσε την Α.Ε. δικαστικά και εξώδικα, ενεργώντας, ως εκπρόσωπος αυτής, τόσον υλικές όσον και νομικές πράξεις. Με την 2/19-5-2000 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, η έδρα της εταιρείας μεταφέρθηκε στο ... (...). γ) Ο αναιρεσείων κατ/νος, συνέχισε να προσφέρει στην ΑΕ τις υπηρεσίες του, συμφώνα με τους όρους που διαλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, δηλαδή αυτή της 10-7-98. Συνεπώς με 10% ετήσια αύξηση, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του, την 1-1-99 ήταν 1.595.000 δρχ. ή 4.681 ευρώ, την 1-1-00 ήταν 1.754.500 δρχ. ή 5.149 ευρώ, την 1-1-01 ήταν 1.929.950 δρχ. ή 5.664 ευρώ και την 1-1-02 ήταν 2.122.945 δρχ. ή 6.230 ευρώ. δ) Με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως των μετόχων ορίσθηκαν, ο αναιρεσείων κατ/νος ως γενικός διευθυντής της ΑΕ, ο Σ. ως διευθυντής πωλήσεων και ο Μ. ως διευθυντής λογιστηρίου. Της ανωτέρω ΑΕ οι εργασίες σταδιακά αυξάνονταν, φθάνοντας το έτος 2001 να έχει, για την μακροχρόνια μίσθωση αυτοκινήτων, στόλο 2000 οχημάτων και κύκλο εργασιών 11.378.857 ευρώ ή 3.877.345.523 δρχ. Ο εν λόγω αναιρεσείων κατ/νος, διαισθανόμενος τα μελλοντικά μεγάλα κέρδη της εταιρείας, επεδίωξε, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, αλλά και ως γενικός διευθυντής της ανωτέρω Α.Ε., δηλαδή ως διαχειριστής αυτής, να καρπωθεί μέρος τούτων δια διαφόρων μεθόδων, διαχειριζόμενος τα χρηματικά κεφάλαια αυτής, την κατοχή των οποίων είχε, ως εκ της ανωτέρω ιδιότητος του. Ένας εξ αυτών ήταν και η αύξηση των αποδοχών του δια μεθόδων μη συννόμων. Έτσι, ενώ με βάση την ανωτέρω από 10-7-98 σύμβαση, που ίσχυε μέχρι 15-7-02, έπρεπε το έτος 2000 να λάβει ως μηνιαία αμοιβή, το ποσό των 5.149 ευρώ, ή 1.754.500 δρχ, αυτός, με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, ως αμοιβή του από την μίσθωση της ανωτέρω εργασίας του, καθόρισε αυθαίρετα το ποσό μηνιαίως των 6750 ευρώ, ή 2.299.722 δρχ. Η αμοιβή αυτή, αφορά το έτος 2000, διότι δια της αποφάσεως αυτής έγινε προέγκριση της αμοιβής για την χρήση του έτους 2000, δεδομένου ότι η ΑΕ ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1999. Με βάση τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων κατ/νος καρπώθηκε από την ΑΕ παράνομα, την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της καθορισθείσης με απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης αμοιβής και αυτής της σύμβασης, που είναι ανά μήνα 1601 ευρώ (6750 - 5149). Η δε συνολική διαφορά για το έτος 2000 είναι 22.414 ευρώ (1601 Χ 14 μισθούς). Ο ίδιος αναιρεσείων κατ/νος, για το έτος 2001, έπρεπε να λάβει κατά την σύμβαση ως αμοιβή 5664 ευρώ (1.929.950 δρχ.) ανά μήνα, και συνολικά 79.296 ευρώ (5664X14). Έλαβε όμως συνολικά 102.128 ευρώ για το έτος 2001, ήτοι καρπώθηκε επί πλέον 22.832 ευρώ (102.128 - 79296). Και τέλος για το έτος 2002 μέχρι τον Μάιο μήνα, έλαβε 45.045 ευρώ, ενώ έπρεπε κατά την σύμβαση να λάβει 34.265 ευρώ (6230X5,5), δηλαδή καρπώ-θηκε την διαφορά των 10780 ευρώ - (45045-34265). Το ότι παράνομα καρπώθηκε και ιδιοποιήθηκε, σε βάρος της Α.Ε., τα προαναφερόμενα ποσά των ετών 2001 και (Μάιος) 2002 (22832 +10780 = 33612 ευρώ), για τα οποία και κατηγορείται ότι τα υπεξαίρεσε, προκύπτει από τα εξής: 1) Ο αναιρεσείων κατ/νος με την ανακριτική του απολογία ισχυρίζεται ότι, τον Σεπτέμβριο του 1998, κατόπιν άτυπης συμφωνίας με τον Σ. (διαχειριστή ΕΠΕ), ο μισθός του, από 1.450.000 δρχ. ή 4255 ευρώ αναπροσαρμόσθηκε σε 1.800.000 δρχ. ή 5282 ευρώ, με ετήσια αύξηση 10% μέχρι και το 2002. Ότι αυτά τα χρήματα ελάμβανε και όταν η εταιρεία μετετράπη σε Α.Ε., οι βεβαιώσεις δε των αποδοχών του που έλαβε από την Α.Ε., αυτά τα χρήματα αφορούν. Με βάση τον ισχυρισμό του αυτόν, το 1999 ο μηνιαίος μισθός του ήταν 5810 ευρώ (5282 Χ 10%), το 2000 ήταν 6391 ευρώ (5282 Χ 10%Χ10%), το 2001 ήταν 7.031 ευρώ (5282 Χ10%Χ10%Χ10%) και το 2002 ήταν 7734 ευρώ (5282 Χ 10% Χ 10% Χ 10% Χ 10%). Όμως οι απολαυές αυτές διαφέρουν από αυτές που αναφέρει στο απολογητικό του υπόμνημα, διότι, ενώ σ' αυτό δέχεται ότι ο μισθός του το 1998 ήταν 5282 ευρώ, (1800.000 δρχ.), για το 1999 δέχεται ότι αυτός ήταν 5869 ευρώ (με 10% αύξηση), γεγονός που δεν απηχεί την πραγματικότητα, αφού η ετήσια αύξηση για το 1999, δίδει μισθό 5.810 ευρώ. Ενώ δέχεται σ' αυτό την εκ 10% ετήσια αύξηση, για το έτος 2000 δηλώνει μηνιαίο μισθό 6750 ευρώ, που καθορίσθηκε με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Α.Ε., ήτοι ανώτερον των 6.391 ευρώ, που αναφέρει στην ανακριτική του απολογία. Για το 2001, δηλώνει με το υπόμνημά του μισθό 7630 ευρώ, (δεν υπάρχει απόφαση τακτικής ή έκτακτης γενικής συνέλευσης), ήτοι ανώτερον των 7.031 ευρώ που αναφέρει στην απολογία του. Για το έτος 2002, με το υπόμνημά του δηλώνει μηνιαίο μισθό 8.510 ευρώ, που καθορίστηκε με την 6/27-12-01 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Α.Ε. (προέγκριση), ήτοι ανώτερον των 7734 ευρώ, που αναφέρει στην απολογία του. 2) Ενώ στην ανακριτική του απολογία ισχυρίζεται την ύπαρξη άτυπης συμφωνίας με τον Σ., περί αναπροσαρμογής του μισθού του τον Σεπτέμβριο του 1998 σε 1.800.000 δρχ. ή 5.282 ευρώ, με μέχρι το 2002 ετήσια αύξηση αυτού κατά 10%, στην από 11-9-03 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ανωτέρω Α.Ε., με την οποία ζητά διαφορές αποδοχών του, δεν αναφέρει την συμφωνία αυτή, με βάση την οποία ο μισθός του το 2000 ήταν 6391 ευρώ, το 2001 ήταν 7031 ευρώ και το 2002 ήταν 7.734 ευρώ, αλλ' αυθαιρέτως σ' αυτή (αγωγή) αναγάγει τον μισθό του αντίστοιχα σε 6750, σε 7630 και σε 8.510 ευρώ, ο οποίος είναι ανώτερος αυτού της άτυπης συμφωνίας αντίστοιχα, κατά 359 ευρώ (6750-6391), κατά 599 (7630-7031) και κατά 776 ευρώ (8510-7734), αλλά και ανώτερος της σύμβασης της 10-7-98 αντίστοιχα, κατά 1601 ευρώ (6750-5149), κατά 1966 ευρώ (7630-5664) και κατά 2280 ευρώ (8510-6230). Επίσης, ο της άτυπης συμφωνίας μισθός του, είναι ανώτερος αυτού της σύμβασης της 10-7-98 αντίστοιχα, κατά 1242 ευρώ (6391-5149), κατά 1367 ευρώ (7031-5664) και κατά (7734-6230) 1504 ευρώ. 3) Αντίφαση προκαλείται και από την ίδια την αγωγή, διότι, ρητά και κατηγορηματικά διαλαμβάνει σ' αυτή, ότι και μετά την μετατροπή της Ε.Π.Ε. σε Α.Ε., συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους της από 10-7-98 αρχικής έγγραφης σύμβασης. Τούτο σημαίνει, ότι ο μισθός του ανά μήνα για το έτος 2000 ήταν 5149 ευρώ και όχι 6391 ή 6750, για το 2001 ήταν 5664 ευρώ και όχι 7031 ή 7630 και για το έτος 2002 ήταν 6230 ευρώ και όχι 7734 ή 8510, ως στην απολογία του και στο υπόμνημα αναληθώς διατείνεται, αλλά και ως στην αγωγή του αυθαίρετα και αόριστα και χωρίς καμία αιτιολογία εκθέτει. Από όλες τις ανωτέρω αντιφάσεις και διαφορές, προκύπτει ότι ο κατ/νος, ουδεμία με τον Σ. άτυπη συμφωνία συνήψε, αυθαίρετα και χωρίς την συμμετοχή των κυρίως μετόχων, (Σ. - Μ. -80% των μετοχών), συγκάλεσε έκτακτες γενικές συνελεύσεις για αύξηση του μισθού του σε 6750 ευρώ το 2000 και 8510 ευρώ το 2002, (η αύξηση μισθών του Δ.Σ. της Α.Ε. αποτελεί αντικείμενο τακτικής και όχι έκτακτης γενικής συνέλευσης), καταστρατήγησε δε και δεν εφάρμοσε για τα έτη 2000 έως 2002 την ετήσια αύξηση του 10%. Για δε το έτος 2001, χωρίς καμία απόφαση γενικής συνέλευσης, καθόρισε τον μηνιαίο μισθό του αυθαίρετα σε 7.630 ευρώ, αντί του ισχύοντος με την σύμβαση της 10-7-98, που ήταν 5664 ευρώ, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται το φαινόμενο , η Α.Ε. να οφείλει ακόμη στον κατ/νο διαφορές παράνομων μισθών των ετών 2001 και 2002, ανερχόμενες για το έτος 2001 σε 4.692 ευρώ (7630 Χ 14=106.820 -102.128 που έλαβε) και για το έτος 2002 σε .1760 ευρώ (8510 Χ 5,5=46.805-45.045 που έλαβε). Κατόπιν αυτών, η σύμβαση της 10-7-98 ήταν αυτή πού ρύθμιζε τις μεταξύ του αναιρεσείοντος κατ/νου και της Α.Ε. σχέσεις, μέχρι την αποχώρηση του από την Α.Ε., που έλαβε χώρα τέλος Ιουνίου 2002, διότι έληξε η θητεία του και η σύμβαση του. Εξελέγη νέο Δ.Σ. της Α.Ε., με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Ι. Κ., ο οποίος διενήργησε λογιστικό και οικονομικό έλεγχο στην Α.Ε. με ορκωτό λογιστή. Από τον έλεγχο αυτό, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα ανωτέρω και όσα άλλα ακολουθούν. Συνεπώς, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατ/νου είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, κρινόμενων μετά ταύτα ως αληθών των ισχυρισμών του εκπροσώπου της Α.Ε, Σ., συνισταμένων, στο ότι ουδέποτε συνήψε άτυπη συμφωνία με τον κατ/νο, ως και στο ότι ουδέποτε αυτός και η Μ. (που εκπροσωπούσε) συμμετείχαν σε έκτακτες γενικές συνελεύσεις για καθορισμό μισθών των μελών του Δ.Σ. της Α.Ε. Βέβαια, με τις αποφάσεις των έκτακτων γενικών συνελεύσεων καθορίσθηκαν και αμοιβές των μελών του Δ.Σ. της Α.Ε. Σ. και Μ., πάρα πολύ κατώτερες αυτών του αναιρεσείοντος κατ/νου. Με βάση αυτές οι ανωτέρω εισέπραξαν για το έτος 2001 ευρώ 41.966 και 12.076 αντίστοιχα και μέχρι Μάιο του 2002 ευρώ 32.282 και 5425 αντίστοιχα. Όμως εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει, ότι αυτές εισπράχθηκαν παράνομα, αφού ουδεμία άτυπη ή έγγραφη συμφωνία υπάρχει, δεν αφορούν δε την ασκηθείσα ποινική δίωξη. ε) Με την από 10-7-98 έγγραφη σύμβαση, συμφωνήθηκε επί πλέον, ότι ο αναιρεσείων κατ/νος, θα ελάμβανε συμπληρωματική παροχή (bonus) εξ 25.000 δρχ. (73 ευρώ), επί εκάστου τιμολογημένου πωληθέντος αυτοκινήτου, της αμοιβής αυτής αναπροσαρμοσμένης κατά 10% κατ' έτος και έως το 2002 που ίσχυε η σύμβαση. Έτσι το 1999 η αμοιβή αυτή ήταν 80,70 ευρώ, το 2000 ήταν 88,77 ευρώ, το 2001 ήταν 97,65 ευρώ και το 2002 ήταν 107,41 ευρώ. Την ύπαρξη και ισχύ μέχρι το 2002 της συμφωνίας αυτής, ρητά ομολογεί στην ανακριτική του απολογία ο κατ/νος. Επειδή όμως τέτοιου είδους πωλήσεις αυτοκινήτων ήταν ελάχιστες, ο κατ/νος για να καρπωθεί παράνομα χρήματα από την Α.Ε., επεδίωξε και επέτυχε την είσπραξη bonus, όχι από κάθε τιμολογημένο πωληθέν αυτοκίνητο, αλλά από κάθε μισθωμένο με μακροχρόνια μίσθωση αυτοκίνητο. Τα έτσι μισθωμένα αυτοκίνητα το 2001, ανήλθαν σε 2000. Συνέφερε συνεπώς τον κατ/νο να καταστρατηγήσει την σύμβαση. Για να φαίνεται όμως ότι νόμιμα εισπράττει τις ανωτέρω αμοιβές, συνέταξε εξ ολοκλήρου πρακτικό έκτακτης γενικής συνέλευσης της Α.Ε., με αριθμό 4/10-7-2000, στο οποίο, αφού ορίσθηκε ως πρόεδρος της γενικής συνέλευσης, ψευδώς ανέφερε ότι συνήλθαν τα μέλη αυτής για να αποφασίσουν και απεφάσισαν, την χορήγηση, (προέγκριση, αφού η χρήση του 2000 δεν είχε λήξει), bonus στον κατ/νο για κάθε ένα μακροενοικιαζόμενο αυτοκίνητο εξ 132 ευρώ καθαρά, στον Σ. εκ 30 ευρώ καθαρά και στον Λ. Α. (υπάλληλο) εκ 15 ευρώ καθαρά. Η πρόσθεση στο πρακτικό και των ατόμων αυτών παρείχε σ' αυτό μεγαλύτερη, έναντι τρίτων και της Α.Ε., νομιμοφάνεια. Ουδείς μέτοχος είχε κληθεί στη συνέλευση αυτή. Με το πρακτικό αυτό προεγκρίθηκαν τα bonus για το 2000, όμως αυτά ίσχυαν και για τα επόμενα έτη, αφού στο πρακτικό ρητά αναφέρεται, ότι η εκκαθάριση αυτών θα γίνεται σε ετήσια βάση και ο Δεκέμβριος θα εκκαθαρίζεται στο επόμενο έτος. Όλα λοιπόν αυτά που φέρεται να εγκρίθηκαν από την γενική συνέλευση ήταν ψευδή. Με βάση το πρακτικό αυτό, ο κατ/νος το 2001, εισέπραξε με την χρήση του, παραπλανώντας τους υπαλλήλους της Α.Ε., παράνομα από μακροχρόνια μίσθωση (όχι πώληση) αυτοκινήτων, 142.354 ευρώ. Το ότι το συνταγέν πρακτικό δεν απηχεί την πραγματικότητα, προκύπτει εκ του ότι, ενώ στην επικεφαλίδα αυτού αναφέρεται ότι συνήλθε η τακτική γενική συνέλευση των μετόχων, στο κείμενο αυτού αναφέρεται (τετράκις) ότι συνήλθε η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων. Ενώ από 19-5-00 η έδρα και τα γραφεία της Α.Ε. μεταφέρθηκαν στο ... (...), στο 4/10-7-00 πρακτικό αναφέρεται, ότι η γενική συνέλευση έλαβε χώρα στη ... (...), όπου η προηγούμενη έδρα και τα γραφεία της εταιρείας. Ο υπάλληλος της εταιρείας Η. Κ., πράγματι στην κατάθεση του αναφέρει, ότι τα bonus υπήρχαν για μισθωμένα αυτοκίνητα. Τούτο το γνώριζε ως υπάλληλος του τμήματος πωλήσεων της εταιρείας. Αυτό ήταν και το πράγματι συμβαίνον. Όμως ο υπάλληλος αυτός, δεν προκύπτει από την δικογραφία να γνώριζε και το παράνομο της αμοιβής. Ό,τι υπέπεσε στην αντίληψη του κατέθεσε. Δεν γνώριζε δηλαδή και την σύνταξη του εικονικού πρακτικού. Ο αναιρεσείων κατ/νος διατείνεται, ότι η έννοια του τιμολογηθέντος πωλουμένου αυτοκινήτου είναι αυτή της πώλησης προϊόντος, δηλαδή η μακροχρόνια μίσθωση αυτοκινήτου, άλλως, ως εκ του σκοπού της εταιρείας, τα αυτοκίνητα επωλούντο με την μορφή της μακροενοικίασης και ότι η ανωτέρω έννοια, δεν συνάδει με την κλασική έννοια της πώλησης του αστικού ή εμπορικού δικαίου. Τούτο είναι σόφισμα του ανωτέρω κατ/νου, διότι, σε μακροχρόνια μίσθωση από εταιρεία προς πελάτες της αυτοκινήτων, αυτοί (πελάτες) μετά την λήξη του συμβολαίου, ή αγοράζουν το μισθωμένο αυτοκίνητο, οπότε η εταιρεία το πωλεί με τιμολόγιο σ' αυτούς, ή δεν το αγοράζουν, οπότε το αυτοκίνητο επιστρέφεται απ' αυτούς στην εταιρεία. Επί των έτσι πωλουμένων, αυτών αυτοκινήτων, το 2001, ο αναιρεσείων κατ/νος εδικαιούτο κατά την σύμβαση bonus εξ 97,65 ευρώ ανά αυτοκίνητο. Ο κατ/νος όμως, προκειμένου να νοσφισθεί χρήματα από την εταιρεία ως διαχειριστής αυτής, αλλά συγχρόνως να είναι και νομιμοφανής, μεθόδευσε την σύνταξη του ανωτέρω πρακτικού και εσκεμμένα την μακροχρόνια μίσθωση των αυτοκινήτων, την ανήγαγε σε πώληση αυτών. Αν τα bonus των 142.354 ευρώ αφορούσαν νόμιμες εισπράξεις, δεν θα καταχωρούσε ποσό 85.413 ευρώ (εξ αυτών), στην κατηγορία των αμοιβών: αποδοχές ασθενείας (28471), επίδομα ισολογισμού (28471) και αποδοχές αδείας (28471), για να φαίνεται ότι οι αμοιβές bonus είναι λιγότερες, αλλά όλο το ποσό θα το καταχωρούσε στην κατηγορία αμοιβών από bonus. To ότι οι αμοιβές αυτές οριστικά εγκρίθηκαν με την 6/27-12-01 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, ως διατείνεται ο κατ/νος, ουδεμία σημασία έχει από ποινικής πλευράς, διότι, το ζητούμενο είναι, αν πράγματι ο κατ/νος υπεξαίρεσε το ποσό αυτό, ασχέτως εγκρίσεως ή μη αυτού από την γενική συνέλευση, αφού η έγκριση του ποσού αυτού δεν σημαίνει κατ' ανάγκη, ότι ο κατ/νος και το εδικαιούτο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν το εδικαιούτο. Βέβαια με την απόφαση αυτή, bonus εισέπραξαν και ο Σ. και ο Λ., που σήμερα ο πρώτος είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και ο δεύτερος μέλος αυτής, αλλά τα ποσά είναι ελάχιστα, (24.086 ευρώ για το Σ. με 30 ευρώ ανά αυτοκίνητο). Δεν προκύπτει δε από την δικογραφία, ότι αυτοί γνώριζαν το είδος του bonus (πώληση ή χρονομίσθωση αυτοκινήτου). Άλλωστε αυτοί, δεν προκύπτει να είχαν συνάψει με την εταιρεία έγγραφη σύμβαση περί των ανωτέρω, ακόμη και αν γνώριζαν ότι επρόκειτο περί χρονομίσθωσης. Τέλος οι αμοιβές αυτών των ατόμων δεν αφορούν την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Έτσι, επαληθεύεται ο ισχυρισμός του εκπροσώπου της εταιρείας Σ., περί του ότι ο αναιρεσείων κατ/νος, με τα αξιώματα και την ιδιότητα που είχε στην εταιρεία, δεν έδιδε λογαριασμό στους μετόχους, δεν έδειχνε τα βιβλία της εταιρείας σ' αυτούς και γενικώς η συμπεριφορά του ήταν όχι η πρέπουσα απέναντι τους. στ) Το ανωτέρω κατά περιεχόμενο ψευδές 4/10-7-2000 πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας, (δεν συγκλήθηκε γενική συνέλευση, δεν παρέστησαν οι μέτοχοι, δεν αποφάσισαν χορήγηση bonus 132 ευρώ καθαρά ανά μακροενοικιαζόμενο αυτοκίνητο στον κατ/ νο), φέρει την γνήσια υπογραφή του κατ/νου ως προέδρου και του γραμματέα αυτής Μ.. Συνεπώς εκδότης του πλαστού αυτού εγγράφου είναι ο κατ/νος. Αδιάφορο είναι, ποιος έγραψε το κείμενο αυτού, (ο Μ. κατά τον Γ. Χ.). Ο αναιρεσείων κατ/νος ισχυρίζεται ότι δεν το έγραψε αυτός. Εφόσον όμως κάτωθι του κειμένου υπάρχει η γνήσια αυτού υπογραφή, το πλαστό αυτό έγγραφο (κατάρτιση) έχει εκδότη αυτόν (κατ/νο). Υπογραφές των μετόχων σε πρακτικά γενικής συνέλευσης Α.Ε., ως ισχυρίζεται ο Σ., δεν απαιτούνται, διότι αυτά υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα της Γ.Σ. της Α.Ε.. Ο εν λόγω αναιρεσείων κατ/νος όμως, ο και εκδότης του εγγράφου αυτού, ήταν ο νόμιμος πρόεδρος του Δ.Σ. και ο διευθύνων σύμβουλος της Α.Ε. και συνεπώς ο διαχειριστής και ο εκπρόσωπος αυτής, σύμφωνα με το 1/8-12-99 πρακτικό του Δ.Σ., το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει, όταν ο δράστης, επικαλούμενος ανύπαρκτο δικαίωμα αντιπροσωπεύσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, υπογράφει κάποιο έγγραφο για λογαριασμό της εταιρείας αυτής, ώστε να φαίνεται τούτη ως εκδότρια του εγγράφου, (Α.Π. 111/08, Π.Χρ. ΝΗ' 991-A.H 981/02, Π.Χρ. ΝΓ' 337). Κατάρτιση πλαστού εγγράφου δεν υπάρχει, όταν ο δράστης, ως νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου της εταιρείας, υπογράφει κάποιο της εταιρείας έγγραφο, με ψευδές περιεχόμενο. (Μ. Μαργαρίτης, Π.Κ. 2009, 531 - Αντίθ. Α.Π. 1821/94, Π.Χρ. ΜΕ' 179). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εν λόγω κατ/νος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω Α-Ε., κατάρτισε το ψευδές, κατά το άνω περιεχόμενο, 4/10-7-2000 πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης, δηλαδή υπέγραψε αυτό (εκδότης) ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας αυτής, που πράγματι ήταν, οπότε δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά η αποδοθείσα σ' αυτόν δια του εκκαλουμένου βουλεύματος, κακουργηματική πλαστογραφία (κατάρτιση πλαστού), με (συνολικό) όφελος ή βλάβη άνω των 73.000 ευρώ, (142.354), αφού το έγγραφο αυτό με το ψευδές περιεχόμενο, προέρχεται από τον ίδιο τον εκδότη, (εταιρεία με τον νόμιμο εκπρόσωπο της) και όχι από τρίτον (μη νόμιμο εκπρόσωπο). ζ) Για να δικαιολογήσει ο αναιρεσείων κατ/νος νόμιμα την λήψη των 22.414 ευρώ, από παράνομους μισθούς του έτους 2000, στο με αριθμό 3/ 30-6-2000 πρακτικό της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων, περί εγκρίσεως ισολογισμού - αποτελεσμάτων χρήσεως και διαθέσεως αποτελεσμάτων έτους 1999, νόθευσε το γνήσιο αυτό πρακτικό, προσθέτοντας την φράση, χωρίς την εντολή ή συναίνεση των μετόχων, "Επίσης εγκρίθηκαν οι μισθοί και αμοιβές Δ.Σ., ως η έκτακτη Γ.Σ. 27-12-99". Με την 1/27-12-99 έκτακτη γενική συνέλευση, προεγκρίθηκαν οι μισθοί και οι αμοιβές για την χρήση του έτους 2000, όπως προαναφέρθηκε. Δεν εγκρίθηκαν bonus. To ίδιο έπραξε και στο με αριθμό 5/30-6-01 πρακτικό της ίδιας τακτικής γενικής συνέλευσης, περί εγκρίσεως ισολογισμού - αποτελεσμάτων χρήσεως - διάθεσης αποτελεσμάτων έτους 2000, προσθέτοντας την φράση στο τέλος του τρίτου θέματος, χωρίς την εντολή ή συναίνεση των μετόχων, " Επίσης ενέκρινε τις καταβληθείσες αμοιβές του Διοικητικού Συμβουλίου για το έτος 2000, καθώς και τους μισθούς αυτών". Και αμοιβές μεν είναι αυτές εκ της ιδιότητας αυτού ως μέλους του Δ.Σ. της Α.Ε. (για τις οποίες δεν κατηγορείται), μισθοί δε είναι αυτοί από την παροχή της εργασίας του (γι' αυτές κατηγορείται). Bonus δεν εγκρίθηκαν. Προεγκρίθηκαν με την 4/10-7-2000 γενική συνέλευση, αλλά από την δικογραφία δεν προκύπτει νοσφισθέν ποσό έτους 2000, παρά μόνον για το 2001, με. οριστική έγκριση της 6/27-10-01 γενικής συνέλευσης. Το ότι νοθεύτηκαν τα παραπάνω πρακτικά προκύπτει από το εξής: Τόσο το αντίγραφο του 3/30-6-00 πρακτικού, που εστάλη στην Νομαρχία Αθηνών την 12-7-00, όσο και το αντίγραφο του 5/30-6-01 πρακτικού, που εστάλη στην ίδια Νομαρχία την 11-7-01, δεν περιλαμβάνουν τις ανωτέρω φράσεις. Ο κατ/νος αποδίδει την παράλειψη κατά την δακτυλογράφηση των αντιγράφων από τους υπαλλήλους της εταιρείας. Αυτό όμως δεν προκύπτει από στοιχεία της δικογραφίας, διότι αν έγινε τέτοια παράλειψη, μπορούσε με αποστολή νέων να διορθωθούν τα πρώτα. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο γραφικός χαρακτήρας δεν είναι δικός του. Ο Γ. Χ. στην απολογία του αναφέρει, ότι το πρώτο πρακτικό γράφτηκε από την αδελφή του Α. Χ. και το δεύτερο από τον Μ.. Τούτο δεν αναιρεί την νόθευση υπ'αυτού των πρακτικών, διότι, η μεν Α. Χ., ανεψιά του κατ/νου, (απλή υπάλληλος της Α.Ε.), όταν πρόσθετε την φράση, καθοδηγούμενη απ' αυτόν, αγνοούσε ότι ο θείος της δεν εδικαιούτο των 22.414 ευρώ για το έτος 2000, οπότε ο κατ/νος είναι έμμεσος αυτουργός στην ανωτέρω νόθευση, (Α.Π. 509/03, Π.Χρ. ΝΔ'43), ο δε Α. Μ., ο και γραμματέας της συνέλευσης, όταν πρόσθετε την φράση, γνώριζε μεν, παρακινούμενος από τον κατηγορούμενο, ότι διαπράττει νόθευση του γνησίου πρακτικού, δεν είχε όμως σκοπό, (όργανο που πράττει με δόλο, αλλά χωρίς σκοπό), να παραπλανήσει με την χρήση του τρίτους, με τις γνωστές έννομες συνέπειες, (αυτόν - σκοπό - τον είχε ο κατ/νος, γιατί αυτόν αφορούσε η νόθευση), αφού ο μισθός του κατηγορουμένου που αφορούσε η νόθευση (6.750), είχε ήδη καθορισθεί με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, οπότε και πάλι αυτός (κατηγορούμενος) είναι έμμεσος αυτουργός στην ανωτέρω πράξη. (Ψαρούδα / Μπενάκη-Δημάκης: Συστ. Ερμν. Π.Κ. - αρθρ. 45/49.-.-1998 σελ. 27 και 138). Όμως, με την 3/30-6-2000 τακτική γενική συνέλευση, πάλι, (όπως και με την 1/27-12-99) προεγκρίθηκαν οι αμοιβές για την χρήση του 2000, αφού η χρήση του 2000 κλείνει τον Δεκέμβριο του έτους αυτού. Με την 5/30-6-01 τακτική γενική συνέλευση, εγκρίθηκαν οριστικά οι αμοιβές του 2000. Αυτές αφορούσαν μηνιαίο μισθό 6750 ευρώ, αντί του κανονικού με την 10-7-98 σύμβαση μηνιαίου μισθού των 5.149 ευρώ. Ποσό παρανόμου περιουσια-κού οφέλους, (κάτω των 73.000 και άνω των 15.000 ευρώ), 22414 ευρώ (6750-5149 - 1601X14). Και τα δύο νοθευθέντα πρακτικά, αφορούν το αυτό ποσό και το ίδιο έτος. (Προέγκριση μισθών 2000 και οριστική έγκριση μισθών 2000). Δηλαδή οι δύο εξακολουθητικές πράξεις νόθευσης, αφορούν το ίδιο του 2000 υλικό αντικείμενο (22.414 ευρώ) και όχι και το των ετών 2001 και 2002, ως με το εκκαλούμενο βούλευμα ο κατ/νος κατηγορείται, ως και όχι του έτους 1999, ως ο ανακριτής επιπλέον τον κατηγορεί, αφού η Α.Ε. συνεστήθη τον Δεκέμβριο του 1999. Τούτο αναμφισβήτητα και αναμφίβολα προκύπτει, από τις ίδιες τις προστεθείσες στα πρακτικά επίμαχες φράσεις. Έτσι κατά τα πρακτικά αυτά, η έννομη συνέπεια που δημιούργησε η νόθευση τούτων με παραπλάνηση των υπαλλήλων της Α.Ε., αφορά τον σφετερισμό από τον κατηγο-ρούμενο του ποσού των 22.414 ευρώ, ποσό που αποτελεί την λήψη παράνομων μισθών του έτους 2000 και μόνον αυτού. Δεν αφορούν οι ανωτέρω νοθεύσεις την λήψη παράνομων μισθών των ετών 2001 και 2002, ως εσφαλμένως το εκκαλούμενο βούλευμα, (αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση), στο σκεπτικό και στο διατακτικό του διαλαμβάνει. Δηλαδή δια των ανωτέρω νοθεύσεων, σκόπευε ο κατηγορούμενος, παραπλανώ-ντας τρίτους (λογιστήριο Α.Ε.), να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας αντίστοιχα την Α.Ε., ποσό 22.414 ευρώ έτους 2000, και όχι και ποσό 22.832 έτους 2001 και 10.780 έτους 2002. Για να αποτελέσουν οι νοθεύσεις αυτές την βάση, για προσπορισμό με παραπλάνηση τρίτων και των ποσών αυτών (ετών 2001 και 2002), θα έπρεπε το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη, να είχαν ενταχθεί στο εν γένει δια των νοθεύσεων παραπλανητικό σχέδιο του κατ/νου. Δηλαδή ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος δια των νοθεύσεων, θα έπρεπε να είχε διαμορφώσει προϋποθέσεις ύπαρξης στη συνέχεια της δυνατότητας να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος, ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη (22.832 και 10.780 ευρώ), έστω και δια της παρεμβολής άλλων, μετά την τέλεση των νοθεύσεων, ενεργειών του. (Α.Π. 502/08, Π.Χρ, ΝΘ' 221). Τέτοια υπό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου διαμόρφωση προϋποθέσεων και παρεμβολή υπ' αυτού άλλων, μετά την νόθευση ενεργειών, δεν προκύπτει από την δικογραφία ότι υπήρξε. Αντίθετα, θα υπήρχαν, αν ο κατηγορούμενος, τον αυθαίρετο μισθό του των 6750 ευρώ που καθόρισε για το έτος 2000, αύξανε κατά 10% ετησίως για τα έτη 2001 και 2002, οπότε αυτός θα διαμορφώνονταν αντίστοιχα στο ποσό των 7.425 και 8.167,5 ευρώ και την διαφορά από την αρχική σύμβαση (10-7-98), εκ 1761 και 1937,5 ευρώ ανά μήνα (7425-5664), (8.167,5-6230), εκαρπούτο. Τότε πράγματι τα νοθευθέντα πρακτικά θα αποτελούσαν την βάση για δυνατότητα επιδίωξης και των ποσών αυτών, οπότε αυτά θα ήταν ενταγμένα στο εν γένει παραπλανητικό σχέδιο του αναιρεσείοντος κατ/νου. Αυτός όμως καρπώθηκε διαφορά εκ 1966 ευρώ (2001) και 2280 ευρώ (2002), με αυθαίρετους, αντί της σύμβασης, μισθούς 7630 και 8510 ευρώ, που δεν αντιστοιχούν στην εκ 10% ετήσια αύξηση, του και πάλι αυθαιρέτου μισθού των 6750 ευρώ έτους 2000. Συνεπώς, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της νόθευσης και της πρόσκτησης παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τα έτη αυτά. Δηλαδή ο κατηγορούμενος, ούτε σκόπευε, ούτε επεδίωκε με τις νοθεύσεις αυτές, να καρπωθεί παράνομους μισθούς των ετών αυτών (33612 ευρώ), αλλά μόνον αυτούς (22.414) του έτους 2000, πράξη για την οποία (κατ' εξακολούθηση) ασκήθηκε ποινική δίωξη και ο κατηγορούμενος απολογήθηκε. Με βάση αυτά, το Συμβούλιο Εφετών, χωρώντας στον ακριβέστερο προσδιορισμό της πράξης κατά τα πραγματικά της περιστατικά, με βάση τα οποία σαφέστερα καθορίζεται κατά ποσό και έτος το σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος, που επεδίωξε και επέτυχε ο κατηγορούμενος δια της κατ' εξακολούθηση, (ως η ασκηθείσα ποινική δίωξη), νόθευσης (22.414 ευρώ έτους 2000 και όχι και 33612 ευρώ ετών 2001 και 2002), ορθώς χαρακτηρίζει σαφέστερα την πράξη, χωρίς να επέρχεται μεταβολή κατηγορίας. (Α.Π. 492/03, Π.Xp. ΝΔ'40). Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, υφίστανται περισσότερες από μια αυτοτελείς πράξεις, εκάστη των οποίων απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Όταν όμως οι πράξεις του υπαιτίου απέχουν μεν χρονικώς μεταξύ τους, αλλά συνάπτονται σε μια ενότητα η μια με την άλλη και δεν προσβάλλει εκάστη τούτων έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, τότε δεν υφίσταται έγκλημα κατ' εξακολούθηση, αλλά μια ενιαία πράξη, στην οποία η πρώτη επί μέρους ενέργεια του δράστη, δηλαδή η πρώτη πράξη, διευρύνεται δια της προσθήκης ενός νέου τμήματος συμπεριφοράς (φυσική ενότητα της όλης πράξης) με την δεύτερη πράξη, η οποία, ως στρεφόμενη κατά του αυτού υλικού αντικειμένου, είναι μη τιμωρητή υστέρα πράξη και συνεπώς απορροφάται από την πρώτη (Α.Π. 965/05, Π.Χρ. ΝΧΤ'61). Με βάση τα ανωτέρω, και το πρώτο νοθευθέν πρακτικό της 3/30-6-00 τακτικής γενικής συνέλευσης της Α.Ε., αλλά και το δεύτερο νοθευθέν πρακτικό της 5/30-6-01 ίδιας συνέλευσης, αφορούν το ίδιο υλικό αντικείμενο, ήτοι το ίδιο ποσό των 22.414 ευρώ, του ίδιου έτους 2000, που αποτελεί το ίδιο σκοπούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατ/νου και την αντίστοιχη ίδια περιουσιακή βλάβη της ίδιας Α.Ε. Με το πρώτο νοθευθέν πρακτικό προεγκρίθηκε ο παράνομος μηνιαίος μισθός των 6750 ευρώ για το έτος 2000, αντί των 5149 ευρώ της σύμβασης της 10-7-98 και με το δεύτερο νοθευθέν πρακτικό οριστικά εγκρίθηκε ο ανωτέρω παράνομος μισθός. Η διαφορά δε τούτου από την σύμβαση, αποτελεί το ετήσιο παράνομο όφελος του κατ/νου (22414 ευρώ). Δηλαδή και οι δύο πράξεις της νόθευσης, πού απέχουν χρονικά μεταξύ τους, (30-6-00/30-6-02 και 30-6-01/30-6-02), συνάπτονται σε μια ενότητα και δεν προσβάλλει κάθε μια απ' αυτές διαφορετικό έννομο αγαθό του ίδιου προσώπου (Α.Ε.), αλλά στρέφονται και οι δύο κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου (22414 ευρώ),οπότε δεν υφίσταται κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αλλά μια ενιαία πράξη νόθευσης, ήτοι αυτή της πρώτης νόθευσης της 30-6-00, η δε πράξη της δεύτερης νόθευσης της 30-6-01, απορροφάται, ως μη τιμωρητή υστέρα πράξη, από την πρώτη της 30-6-00. Η πράξη αυτή είναι κάτω των 73.000 ευρώ, οπότε κακουργηματική νόθευση άνω των 73.000 ευρώ δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά. Είναι όμως άνω των 15.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε βάσει σχεδίου ο κατηγορούμενος νόθευσε το πρακτικό της 30-6-00, ούτε ο ίδιος διαμόρφωσε τέτοια υποδομή, ή είχε τέτοια οργανωμένη ετοιμότητα, αφού, αν είχε τα ανωτέρω κατά νου, θα νόθευε το πρακτικό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε απ' αυτό να πορίζεται και παράνομους μισθούς των ετών 2001 και 2002. Επί πλέον την νόθευση την πραγματοποίησε στα γραφεία της εταιρείας, τα οποία προφανώς δεν ιδρύθηκαν γι' αυτόν ακριβώς τον σκοπό, αλλά για τις υπηρεσιακές και εργασιακές ανάγκες αυτής. Έτσι η πράξη φέρει τον χαρακτήρα πλημ/τος, το οποίο ως τελεσθέν την 30-6-00/30-6-02, υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, (30-6-05/30-6-07), χωρίς αναστολή αυτής (111 παρ. 3 , 113 παρ. 3 Π.Κ.), οπότε, κατ' αρθρ. 309 παρ. 1 β, 310 παρ. 1 β Κ.Π.Δ., η κατά του εν λόγω αναιρεσείοντος κατ/νου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, έπαυσε οριστικά. η) Περαιτέρω, ο λογαριασμός της Α.Ε. με Κ.Α. 53.01.02 "Πιστωτές διάφοροι", παρουσίασε από 1-1-01 έως 30-6-02, υπόλοιπο χρεωστικό ύψους 109.856 ευρώ. Στον λογαριασμό αυτόν 107.896 ευρώ πιστώθηκαν από τον λογαριασμό ΚΑ 38.000 "Ταμείο". Για τον λογαριασμό αυτό, εκδίδονταν εντάλματα πληρωμής, χωρίς να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του λαβόντος, αλλά μόνον η φράση "πιστωτές διάφοροι". Ως αιτιολογία δε αναγραφόταν η φράση "έναντι λογαριασμού". Από τον έλεγχο όμως του ορκωτού λογιστή προέκυψε, 1. Ότι, ποσό 20.954 ευρώ, αφορά (κατ' αυτόν) χρεωστικό υπόλοιπο προς την Α.Ε. του αντιπροέδρου του Δ.Σ αυτής Β. Σ.. Δηλαδή ο εν λόγω αναιρεσείων κατ/νος ανέλαβε από το λογιστήριο της εταιρείας το ποσό αυτό και το κατέβαλε στον ανωτέρω Β. Σ., ως bonus από μίσθωση αυτοκινήτων, ετών 1998 έως Ιούνιο 2002. Ο αναιρεσείων κατ/νος και ο Σ. διατείνονται, ότι πράγματι το ποσό αυτό έπρεπε η Α.Ε. να το καταβάλλει και το κατέβαλε στο Σ., για την μακροχρόνια μίσθωση 309 αυτοκινήτων, έναντι 73 ευρώ ανά αυτοκίνητο, ως είχε ατύπως με την A.E. συμφωνηθεί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αληθής, διότι το συνολικό ποσό για τα μισθωθέντα 309 αυτοκίνητα είναι 22.557 ευρώ (309 Χ73) και όχι 20.954 ευρώ, ως ο ορκωτός λογιστής κατά τον έλεγχο ανεύρε ότι οφείλει ο Σ. στην εταιρεία. Ο Σ., στην απολογία του και στο υπόμνημα του, διατείνεται ότι η μίσθωση αυτή άρχισε από το 1999 έως τον Ιούνιο 2002. Στο διάστημα αυτό ο Σ. ασφαλώς ελάμβανε αμοιβές από την μίσθωση αυτή και δεν τις έλαβε όλες στο τέλος του Ιουνίου 2002. Παρά ταύτα, με το 1/10-5-02 γραμμάτιο είσπραξης πιστώνεται η Α.Ε. με 20.954 ευρώ, και με τα 1,2,3,4,5/10-5-02 εντάλματα πληρωμής φαίνεται ο Σ. να εισέπραξε 20.954 ευρώ, ενώ ο ταμίας της εταιρείας ούτε εισέπραξε, ούτε κατέβαλε το άνω ποσό. Και ο μεν μάρτυρας Κ. καταθέτει ότι για μισθωμένα αυτοκίνητα bonus έπαιρνε και ο Σ., όμως τούτο δεν είναι αληθές, διότι αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα έπρεπε και αυτός, αφού από το 1999 μίσθωνε (έφερνε στην εταιρεία πελάτες) αυτοκίνητα, να περιληφθεί (και λόγω συγγενείας με τον κατ/νο - η αδελφή του Σ. είναι σύζυγος του κατ/νου) ως λαμβάνων bonus, στο επίμαχο 4/10-7-00 πρακτικό. Τούτο όμως δεν συνέβη. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει, ότι πράγματι το ποσό αυτό υπεξαιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατ/νο αυθαίρετα και χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, για να συγκαλυφθεί δε η νόσφιση αυτή παρουσιάστηκε δια των άνω γραμματίου είσπραξης και ενταλμάτων πληρωμής, ότι δόθηκε στον Σ. ως δήθεν bonus. ι). Έτσι, κατόπιν όλων των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, το χρηματικό ποσό που υπεξαίρεσε ο εν λόγω αναιρεσείων κατ/νος, ανέρχεται συνολικά σε 196.920 ευρώ (22832 + 10780 + 142354 + 20954). Την υπεξαίρεση αυτή τέλεσε κατ' εξακολούθηση, απέβλεπε δε με τις επί μέρους πράξεις του στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα (98 παρ. 2 Π.Κ. -Α.Π. 67/09). Και τούτο διότι, ως διαχειριστής της Α.Ε., διαχειριζόμενος τα χρηματικά κεφάλαια αυτής, αφού διαισθάνθηκε τα μελλοντικά μεγάλα κέρδη της, τα οποία για το έτος 2001 ήταν 11.378.857 ευρώ, επεδίωξε και επέτυχε, πέραν του νομίμου εκ της συμβάσεως της 10-7-98 μισθού του, να καρπωθεί με όσες μερικότερες πράξεις μπορούσε, μέρος των κερδών της, μεθοδεύοντας τούτο με την αυθαίρετη αύξηση του μισθού του, με την χορήγηση bonus που δεν εδικαιούτο κατά την σύμβαση, καταρτίζοντας και εικονικό για τούτο πρακτικό, και με την ανάληψη χρημάτων για δήθεν bonus του Σ.. Είναι δε το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική περιουσιακή βλάβη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη άνω των 73.000 ευρώ. Η πρόθεση ιδιοποίησης είναι εμφανής αφού με τις ανωτέρω μεθόδους γνώριζε, ότι παράνομα ιδιοποιείτο χρήματα της εταιρείας, τα οποία δεν εδικαιούτο, και όφειλε να τα επιστρέψει χωρίς ειδοποίηση αυτής. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναιρέσεως ερειδόμενους στο άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχεία β' και δ' είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Κατά το άρθρο 375 § 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα, καθ'όν χρόνον βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δολία προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Κατά δε το άρθρο 375 § 2 Π.Κ., όπως ετροποιήθη με το άρθρο 1 § 9 ν.2408/96 (που ισχύει από 4-6-1996), αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και ως διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά τον ν.2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες.περιπτώσεις εμπιστοσύνης όπως η του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να έχει υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης. Την εξουσία αυτή μπορεί να έχει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της προδιαληφθείσης ιδιότητος του υπαιτίου, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητός του αυτής (ΑΠ 2309/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 815, ΑΠ 1280/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ σελ. 233. Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά το μέρος που δεν τροποποιήθηκε με το παραπεμπτικό βούλευμά του με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και ορθώς εφάρμοσαν το άρθρο 375 παρ. 2 του Π.Κ., στα οποία και ιδίως στο πρώτο τούτων και στο δεύτερο κατά το μέρος που δεν μεταρρυθμίσθηκε με το πρώτο (προσβαλλόμενο βούλευμα), υπάρχει πλήρης αιτιολογία καθόσο εκτίθενται σε αυτά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα). Επί πλέον δε ορθώς απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο κατ' άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., καθόσο το σκεπτικό με το οποίο απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα και συγκεκριμένα "διότι με την απολογία του και το πολυσέλιδο απολογητικό του υπόμνημα, ως και την πολυσέλιδη έφεσή του (και αναίρεσή του), αρκούντως διευκρίνισε και διεξοδικά ανέλυσε την αποδοθείσα σε αυτόν κατηγορία, συνιστά πλήρη αιτιολογία, όπως επανειλημμένα ο Άρειος Πάγος με τις αποφάσεις του έχει δεχθεί (Α.Π. 1711/2008 Ποινική Δικαιοσύνη 12, 534, Α.Π. 960/2006 Ποιν. Δ. 2006, 1346, 292/2003 Ποιν. Δ. 2003, 844, Α.Π. 2125/2002 Π.Χ. ΝΓ 134, Α.Π. 300/2001 Π.Χ. ΝΑ 975). Όσον αφορά δε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κρίνουμε ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτό διότι έχει ήδη προβεί με τα υπομνήματά του σε εξαντλητική ανάπτυξη των υπερασπιστικών του ισχυρισμών. Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 211/30-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Β. Χ. του Γ. και της Α., 55 ετών, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1477/14-10-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον εν λόγω αναιρεσείοντα. Αθήνα 1/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο, αφότου ο δράστης επεχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν.2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό. Οι ρυθμίσεις αυτές του άρθρου 375 παρ.1, 2 ΠΚ διατηρήθηκαν και μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 14 παρ. 3 α' και β' του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει στις 3-6-1999, αλλά, επιπλέον, στη μεν παρ.1 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παρ. 2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτή κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξεως υπερβαίνει το ίδιο ως άνω ποσόν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης. Την εξουσία αυτή μπορεί να έχει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Για να υπάρχει δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της προδιαληφθείσας ιδιότητος του υπαιτίου, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Επί κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, η ιδιαίτερα μεγάλη αξία κρίνεται, εφόσον οι πράξεις τελέσθηκαν μετά το Ν.2721/1999, από το σύνολο των επί μέρους πράξεων (άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ), υπό την προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο συνολικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Ακόμη, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1477/2009 βούλευμα του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, μετ' αναίρεση προηγούμενου βουλεύματός του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφορά, η οποία καλύπτει και τα εκεί μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ανελέγκτως ως προς τον αναιρεσείοντα Β. Χ. ότι, από την εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, προέκυψαν όσα διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία, αφού παρατίθενται νομικές σκέψεις, εκτίθεται ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την κακουργηματική υπεξαίρεση για την οποία η παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που δια του βουλεύματος αυτού απορρίφθηκε αντιστοίχως η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, ήτοι: "α) Η εταιρεία "ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ", με έδρα την ..., διαχειριστής της οποίας ήταν ο Χ. Σ., είχε ως αντικείμενο την ενοικίαση αυτοκινήτων με χρονομίσθωση, ως και την εμπορία αυτοκινήτων. Δηλαδή, με χρηματοδοτική μίσθωση, μετά την λήξη του συμβολαίου μεταξύ της εταιρείας LEASING και της εταιρείας ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ, το αυτοκίνητο περιέρχονταν στην κατοχή της ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ, η οποία με μακροχρόνια μίσθωση το ενοικίαζε σε πελάτες της, οι οποίοι μετά την λήξη του συμβολαίου (ΒΑΥ ΒΑCΚ ΟΡΤΙΟΝ) είχαν το δικαίωμα επιλογής, ή να αγοράσουν το αυτοκίνητο, ή όχι. Αν το αγόραζαν, η ΓΙΟΥΝΙΡΕΝΤ ΕΠΕ το πωλούσε σ' αυτούς. Αν όχι, το αυτοκίνητο επιστρεφόταν στην άνω Ε.Π.Ε. β) Ο κατηγορούμενος πρώην τραπεζικός υπάλληλος της Τράπεζας Κρήτης και στη συνέχεια υπάλληλος της ΕΤΒΑ LEASING, γνώστης των χρονομισθώσεων, προσελήφθη, για την ευόδωση του έργου της ΕΠΕ, από τον διαχειριστή αυτής Χ. Σ., ως Γενικός Διευθυντής, υπογραφείσης της μεταξύ τούτων συμβάσεως, την 10-7-98, με τους εξής όρους: Λήξη της σύμβασης η 15-7-02. Μηνιαίες μικτές αποδοχές 1.200.000 δρχ. Μηνιαία έξοδα περιποιήσεως της πελατείας 150.000 δρχ. Έξοδα μηνιαία παραστάσεως και λειτουργίας 100.000 δρχ. Σύνολον αποδοχών 1.450.000 δρχ. ή 4.255 ευρώ, αυξανόμενες την 1-1- εκάστου έτους κατά 10%. Η ως άνω ΕΠΕ τον Δεκέμβριο του 1999 μετετράπη σε ΑΕ, με την ίδια επωνυμία και έδρα την ... (...). Το μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε. ήταν 57.000.000 δρχ., διαιρούμενο σε 5.700 μετοχές, με μετόχους την (πρώην σύζυγο του Σ.) Χ. Μ. με 4275 μετοχές (75%), τον Σ. Χ. με 285 μετοχές (5%), τον κατ/νο με 570 μετοχές (10%), τον Σ. Β. και τον Μ. Α. με 285 μετοχές ο καθένας (5% + 5%). Το Δ.Σ. αυτής συγκροτήθηκε σε σώμα την 8-12-99, με το υπ' αριθμ. 1 πρακτικό του, με πρόεδρο τον κατ/νο, αντιπρόεδρο τον Σ. Β., γραμματέα τον Μ. Α., και μέλη τους Σ. Χ. και Σ. Α.. Ταυτόχρονα με το ίδιο πρακτικό, ως διευθύνων σύμβουλος της ΑΕ, ορίσθηκε ο κατ/νος. Σ' αυτόν δε μεταβιβάσθηκαν και εκχωρήσθηκαν όλες οι αρμοδιότητες και τα δικαιώματα του ΔΣ της ΑΕ. Επομένως αυτός ήταν ο διαχειριστής της ΑΕ., αφού αυτός εκπροσωπούσε την Α.Ε. δικαστικά και εξώδικα, ενεργώντας ως εκπρόσωπος αυτής, τόσον υλικές όσον και νομικές πράξεις. Με την 2/19-5-2000 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, η έδρα της εταιρείας μεταφέρθηκε στο ... (...). γ) Ο κατ/νος, συνέχισε να προσφέρει στην ΑΕ τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους που διαλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, δηλαδή αυτή της 10-7-98. Συνεπώς με 10% ετήσια αύξηση, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του, την 1-1-99 ήταν 1.595.000 δρχ. ή 4.681 ευρώ, την 1-1-00 ήταν 1.754.500 δρχ. ή 5.149 ευρώ, την 1-1-01 ήταν 1.929.950 δρχ. ή 5.664 ευρώ και την 1-1-02 ήταν 2.122.945 δρχ. ή 6.230 ευρώ. δ) Με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως των μετόχων ορίσθηκαν, ο κατ/νος ως γενικός διευθυντής της ΑΕ, ο Σ. ως διευθυντής πωλήσεων και ο Μ. ως διευθυντής λογιστηρίου. Της ανωτέρω ΑΕ οι εργασίες σταδιακά αυξάνονταν, φθάνοντας το έτος 2001 να έχει, για την μακροχρόνια μίσθωση αυτοκινήτων, στόλο 2000 οχημάτων και κύκλο εργασιών 11.378.857 ευρώ ή 3.877.345.523 δρχ. Ο κατ/νος, διαισθανόμενος τα μελλοντικά μεγάλα κέρδη της εταιρείας, επεδίωξε, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, αλλά και ως γενικός διευθυντής της ανωτέρω Α.Ε., δηλαδή ως διαχειριστής αυτής, να καρπωθεί μέρος τούτων δια διαφόρων μεθόδων, διαχειριζόμενος τα χρηματικά κεφάλαια αυτής, την κατοχή των οποίων είχε, ως εκ της ανωτέρω ιδιότητος του. Ένας εξ αυτών ήταν και η αύξηση των αποδοχών του δια μεθόδων μη σύννομων. Έτσι, ενώ με βάση την ανωτέρω από 10-7-98 σύμβαση, που ίσχυε μέχρι 15-7-02, έπρεπε το έτος 2000 να λάβει ως μηνιαία αμοιβή, το ποσό των 5.149 ευρώ, ή 1.754.500 δρχ, αυτός, με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, ως αμοιβή του από την μίσθωση της ανωτέρω εργασίας του, καθόρισε αυθαίρετα το ποσό μηνιαίως των 6750 ευρώ, ή 2.299.722 δρχ. Η αμοιβή αυτή, αφορά το έτος 2000, διότι δια της αποφάσεως αυτής έγινε προέγκριση της αμοιβής για την χρήση του έτους 2000, δεδομένου ότι η ΑΕ ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1999. Με βάση τα ανωτέρω, ο κατ/νος καρπώθηκε από την ΑΕ παράνομα, την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της καθορισθεί-σης με απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης αμοιβής και αυτής της σύμβασης, που είναι ανά μήνα 1601 ευρώ ( 6750 - 5149). Η δε συνολική διαφορά για το έτος 2000 είναι 22.414 ευρώ (1601 Χ 14 μισθούς). Ο ίδιος κατ/νος, για το έτος 2001, έπρεπε να λάβει κατά την σύμβαση ως αμοιβή 5664 ευρώ (1.929.950 δρχ.) ανά μήνα, και συνολικά 79.296 ευρώ (5664 X 14). Έλαβε όμως συνολικά 102.128 ευρώ για το έτος 2001, ήτοι καρπώθηκε επί πλέον 22.832 ευρώ (102.128 - 79296). Και τέλος για το έτος 2002 μέχρι τον Μάιο μήνα, έλαβε 45.045 ευρώ, ενώ έπρεπε κατά την σύμβαση να λάβει 34.265 ευρώ (6230X5,5), δηλαδή καρπώθηκε την διαφορά των 10780 ευρώ (45045-34265). Το ότι παράνομα καρπώθηκε και ιδιοποιήθηκε, σε βάρος της Α.Ε., τα προαναφερόμενα ποσά των ετών 2001 και (Μάιος) 2002 (22832 +10780 = 33612 ευρώ), για τα οποία και κατηγορείται ότι τα υπεξαίρεσε, προκύπτει από τα εξής: 1) Ο κατ/νος με την ανακριτική του απολογία ισχυρίζεται ότι, τον Σεπτέμβριο του 1998, κατόπιν άτυπης συμφωνίας με τον Σ. (διαχειριστή ΕΠΕ), ο μισθός του, από 1.450.000 δρχ. ή 4255 ευρώ αναπροσαρμόσθηκε σε 1.800.000 δρχ. ή 5282 ευρώ, με ετήσια αύξηση 10% μέχρι και το 2002. Ότι αυτά τα χρήματα ελάμβανε και όταν η εταιρεία μετετράπη σε Α.Ε., οι βεβαιώσεις δε των αποδοχών του που έλαβε από την Α.Ε., αυτά τα χρήματα αφορούν. Με βάση τον ισχυρισμό του αυτόν, το 1999 ο μηνιαίος μισθός του ήταν 5810 ευρώ (5282 Χ 10%), το 2000 ήταν 6391 ευρώ (5282 Χ 10% Χ 10%), το 2001 ήταν 7.031 ευρώ (5282 Χ 10% Χ 10% Χ 10%) και το 2002 ήταν 7734 ευρώ (5282 Χ 10% Χ 10% Χ 10% Χ 10%). Όμως οι απόλαυες αυτές διαφέρουν από αυτές που αναφέρει στο απολογητικό του υπόμνημα, διότι, ενώ σ' αυτό δέχεται ότι ο μισθός του το 1998 ήταν 5282 ευρώ, (1800.000 δρχ.), για το 1999 δέχεται ότι αυτός ήταν 5869 ευρώ (με 10% αύξηση), γεγονός που δεν απηχεί την πραγματικότητα, αφού η ετήσια αύξηση για το 1999, δίδει μισθό 5.810 ευρώ. Ενώ δέχεται σ' αυτό την εκ 10% ετήσια αύξηση, για το έτος 2000 δηλώνει μηνιαίο μισθό 6750 ευρώ, που καθορίσθηκε με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Α.Ε., ήτοι ανώτερον των 6.391 ευρώ, που αναφέρει στην ανακριτική του απολογία. Για το 2001, δηλώνει με το υπόμνημα του μισθό 7630 ευρώ, (δεν υπάρχει απόφαση τακτικής ή έκτακτης γενικής συνέλευσης), ήτοι ανώτερον των 7.031 ευρώ που αναφέρει στην απολογία του. Για το έτος 2002, με το υπόμνημα του δηλώνει μηνιαίο μισθό 8.510 ευρώ, που καθορίστηκε με την 6/27-12-01 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Α.Ε. (προέγκριση), ήτοι ανώτερον των 7734 ευρώ, που αναφέρει στην απολογία του. 2) Ενώ στην ανακριτική του απολογία ισχυρίζεται την ύπαρξη άτυπης συμφωνίας με τον Σ., περί αναπροσαρμογής του μισθού του τον Σεπτέμβριο του 1998 σε 1.800.000 δρχ. ή 5.282 ευρώ, με μέχρι το 2002 ετήσια αύξηση αυτού κατά 10%, στην από 11-9-03 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ανωτέρω Α.Ε., με την οποία ζητά διαφορές αποδοχών του, δεν αναφέρει την συμφωνία αυτή, με βάση την οποία ο μισθός του το 2000 ήταν 6391 ευρώ, το 2001 ήταν 7031 ευρώ και το 2002 ήταν 7.734 ευρώ, αλλ' αυθαιρέτως σ' αυτή (αγωγή) αναγάγει τον μισθό του αντίστοιχα σε 6750, σε 7630 και σε 8.510 ευρώ, ο οποίος είναι ανώτερος αυτού της άτυπης συμφωνίας αντίστοιχα, κατά 359 ευρώ (6750-6391), κατά 599 (7630-7031) και κατά 776 ευρώ (8510-7734), αλλά και ανώτερος της σύμβασης της 10-7-98 αντίστοιχα, κατά 1601 ευρώ (6750-5149), κατά 1966 ευρώ (7630-5664) και κατά 2280 ευρώ (8510-6230). Επίσης, ο της άτυπης συμφωνίας μισθός του, είναι ανώτερος αυτού της σύμβασης της 10-7-98 αντίστοιχα, κατά 1242 ευρώ (6391-5149), κατά 1367 ευρώ (7031-5664) και κατά (7734-6230) 1504 ευρώ. 3) Αντίφαση προκαλείται και από την ίδια την αγωγή, διότι, ρητά και κατηγορηματικά διαλαμβάνει σ' αυτή, ότι και μετά την μετατροπή της Ε.Π.Ε. σε Α.Ε., συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους της από 10-7-98 αρχικής έγγραφης σύμβασης. Τούτο σημαίνει, ότι ο μισθός του ανά μήνα για το έτος 2000 ήταν 5149 ευρώ και όχι 6391 ή 6750, για το 2001 ήταν 5664 ευρώ και όχι 7031 ή 7630 και για το έτος 2002 ήταν 6230 ευρώ και όχι 7734 ή 8510, ως στην απολογία του και στο υπόμνημα αναληθώς διατείνεται, αλλά και ως στην αγωγή του αυθαίρετα και αόριστα και χωρίς καμία αιτιολογία εκθέτει. Από όλες τις ανωτέρω αντιφάσεις και διαφορές, προκύπτει ότι ο κατ/νος, ουδεμία με τον Σ. άτυπη συμφωνία συνήψε, αυθαίρετα και χωρίς την συμμετοχή των κυρίως μετόχων, (Σ. - Μ. -80% των μετοχών), συγκάλεσε έκτακτες γενικές συνελεύσεις για αύξηση του μισθού του σε 6750 ευρώ το 2000 και 8510 ευρώ το 2002, (η αύξηση μισθών του Δ.Σ. της Α.Ε. αποτελεί αντικείμενο τακτικής και όχι έκτακτης γενικής συνέλευσης), καταστρατήγησε δε και δεν εφάρμοσε για τα έτη 2000 έως 2002 την ετήσια αύξηση του 10%. Για δε το έτος 2001, χωρίς καμία απόφαση γενικής συνέλευσης, καθόρισε τον μηνιαίο μισθό του αυθαίρετα σε 7.630 ευρώ, αντί του ισχύοντος με την σύμβαση της 10-7-98, που ήταν 5664 ευρώ, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται το φαινόμενο, η Α,Ε. να οφείλει ακόμη στον κατ/νο διαφορές παράνομων μισθών των ετών 2001 και 2002, ανερχόμενες για το έτος 2001σε 4.692 ευρώ (7630 Χ 14=106.820 -102.128 που έλαβε) και για το έτος 2002 σε 1760 ευρώ (8510 Χ 5,5=46.805 - 45.045 που έλαβε). Κατόπιν αυτών, η σύμβαση της 10-7-98 ήταν αυτή που ρύθμιζε τις μεταξύ του κατ/νου και της Α.Ε. σχέσεις, μέχρι την αποχώρησή του από την Α.Ε., που έλαβε χώρα τέλος Ιουνίου 2002, διότι έληξε η θητεία του και η σύμβασή του. Εξελέγη νέο Δ.Σ. της Α.Ε., με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον Ι. Κ., ο οποίος διενήργησε λογιστικό και οικονομικό έλεγχο στην Α.Ε. με ορκωτό λογιστή. Από τον έλεγχο αυτό, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα ανωτέρω και όσα άλλα ακολουθούν. Συνεπώς, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατ/νου είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, κρινόμενων μετά ταύτα ως αληθών των ισχυρισμών του εκπροσώπου της Α.Ε. Σ., συνισταμένων, στο ότι ουδέποτε συνήψε άτυπη συμφωνία με τον κατ/νο, ως και στο ότι ουδέποτε αυτός και η Μ. (που εκπροσωπούσε) συμμετείχαν σε έκτακτες γενικές συνελεύσεις για καθορισμό μισθών των μελών του Δ.Σ. της Α.Ε. Βέβαια, με τις αποφάσεις των έκτακτων γενικών συνελεύσεων, καθορίσθηκαν και αμοιβές των μελών του Δ.Σ. της Α.Ε. Σ. και Μ., πάρα πολύ κατώτερες αυτών του κατ/νου. Με βάση αυτές οι ανωτέρω εισέπραξαν για το έτος 2001 ευρώ 41.966 και 12.076 αντίστοιχα και μέχρι Μάιο του 2002 ευρώ 32.282 και 5425 αντίστοιχα. Όμως εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει, ότι αυτές εισπράχθηκαν παράνομα, αφού ουδεμία άτυπη ή έγγραφη συμφωνία υπάρχει, δεν αφορούν δε την ασκηθείσα ποινική δίωξη. ε) Με την από 10-7-98 έγγραφη σύμβαση, συμφωνήθηκε επί πλέον, ότι ο κατ/νος, θα ελάμβανε συμπληρωματική παροχή (bonus) εξ 25.000 δρχ. (73 ευρώ), επί εκάστου τιμολογημένου πωληθέντος αυτοκινήτου, της αμοιβής αυτής αναπροσαρμοσμένης κατά 10% κατ' έτος και έως το 2002 που ίσχυε η σύμβαση. Έτσι το 1999 η αμοιβή αυτή ήταν 80,70 ευρώ, το 2000 ήταν 88,77 ευρώ, το 2001 ήταν 97,65 ευρώ και το 2002 ήταν 107,41 ευρώ. Την ύπαρξη και ισχύ μέχρι το 2002 της συμφωνίας αυτής, ρητά ομολογεί στην ανακριτική του απολογία ο κατ/νος. Επειδή όμως τέτοιου είδους πωλήσεις αυτοκινήτων ήταν ελάχιστες, ο κατ/νος για να καρπωθεί παράνομα χρήματα από την Α.Ε., επεδίωξε και επέτυχε την είσπραξη bonus, όχι από κάθε τιμολογημένο πωληθέν αυτοκίνητο, αλλά από κάθε μισθωμένο με μακροχρόνια μίσθω-ση αυτοκίνητο. Τα έτσι μισθωμένα αυτοκίνητα το 2001, ανήλθαν σε 2000. Συνέφερε συνεπώς τον κατ/νο να καταστρατηγήσει την σύμβαση. Για να φαίνεται όμως ότι νόμιμα εισπράττει τις ανωτέρω αμοιβές, συνέταξε εξ ολοκλήρου πρακτικό έκτακτης γενικής συνέλευσης της Α.Ε., με αριθμό 4/10-7-2000, στο οποίο, αφού ορίσθηκε ως πρόεδρος της γενικής συνέλευσης, ψευδώς ανέφερε ότι συνήλθαν τα μέλη αυτής για να αποφασίσουν και απεφάσισαν, την χορήγηση, (προέγκριση, αφού η χρήση του 2000 δεν είχε λήξει), bonus στον κατ/νο για κάθε ένα μακροενοικιαζόμενο αυτοκίνητο εξ 132 ευρώ καθαρά, στον Σ. εκ 30 ευρώ καθαρά και στον Λ. Α. (υπάλληλο) εκ 15 ευρώ καθαρά. Η πρόσθεση στο πρακτικό και των ατόμων αυτών παρείχε σ' αυτό μεγαλύτερη, έναντι τρίτων και της Α.Ε., νομιμοφάνεια. Ουδείς μέτοχος είχε κληθεί στη συνέλευση αυτή. Με το πρακτικό αυτό προεγκρίθηκαν τα bonus για το 2000, όμως αυτά ίσχυαν και για τα επόμενα έτη, αφού στο πρακτικό ρητά αναφέρεται, ότι η εκκαθάριση αυτών θα γίνεται σε ετήσια βάση και ο Δεκέμβριος θα εκκαθαρίζεται στο επόμενο έτος. Όλα λοιπόν αυτά που φέρεται να εγκρίθηκαν από την γενική συνέλευση ήταν ψευδή. Με βάση το πρακτικό αυτό, ο κατ/νος το 2001, εισέπραξε με την χρήση του, παραπλανώντας τους υπαλλήλους της Α.Ε., παράνομα από μακροχρόνια μίσθωση (όχι πώληση) αυτοκινήτων, 142.354 ευρώ. Το ότι το συνταγέν πρακτικό δεν απηχεί την πραγματικότητα, προκύπτει εκ του ότι, ενώ στην επικεφαλίδα αυτού αναφέρεται ότι συνήλθε η τακτική γενική συνέλευση των μετόχων, στο κείμενο αυτού αναφέρεται (τετράκις) ότι συνήλθε η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων. Ενώ από 19-5-00 η έδρα και τα γραφεία της Α.Ε. μεταφέρθηκαν στο ... (...), στο 4/10-7-00 πρακτικό αναφέρεται, ότι η γενική συνέλευση έλαβε χώρα στη ... (...), όπου η προηγούμενη έδρα και τα γραφεία της εταιρείας. Ο υπάλληλος της εταιρείας Η. Κ., πράγματι στην κατάθεσή του αναφέρει, ότι τα bonus υπήρχαν για μισθωμένα αυτοκίνητα. Τούτο το γνώριζε ως υπάλληλος του τμήματος πωλήσεων της εταιρείας. Αυτό ήταν και το πράγματι συμβαίνον. Όμως ο υπάλληλος αυτός, δεν προκύπτει από την δικογραφία να γνώριζε και το παράνομο της αμοιβής. Ό,τι υπέπεσε στην αντίληψή του κατέθεσε. Δεν γνώριζε δηλαδή και την σύνταξη του εικονικού πρακτικού. Ο κατ/νος διατείνεται, ότι η έννοια του τιμολογηθέντος πωλουμένου αυτοκινήτου είναι αυτή της πώλησης προϊόντος, δηλαδή η μακροχρόνια μίσθωση αυτοκινήτου, άλλως, ως εκ του σκοπού της εταιρείας, τα αυτοκίνητα επωλούντο με την μορφή της μακροενοικίασης και ότι η ανωτέρω έννοια, δεν συνάδει με την κλασική έννοια της πώλησης του αστικού ή εμπορικού δικαίου. Τούτο είναι σόφισμα του ανωτέρω κατ/νου, διότι, σε μακροχρόνια μίσθωση από εταιρεία προς πελάτες της αυτοκινήτων, αυτοί (πελάτες) μετά την λήξη του συμβολαίου, ή αγοράζουν το μισθωμένο αυτοκίνητο, οπότε η εταιρεία το πωλεί με τιμολόγιο σ' αυτούς, ή δεν το αγοράζουν, οπότε το αυτοκίνητο επιστρέφεται απ' αυτούς στην εταιρεία. Επί των έτσι πωλουμένων αυτών αυτοκινήτων, το 2001, ο κατ/νος εδικαιούτο κατά την σύμβαση bonus εξ 97,65 ευρώ ανά αυτοκίνητο. Ο κατ/νος όμως, προκειμένου να νοσφιστεί χρήματα από την εταιρεία ως διαχειριστής αυτής, αλλά συγχρόνως να είναι και νομιμοφανής, μεθόδευσε την σύνταξη του ανωτέρω πρακτικού και εσκεμμένα την μακροχρόνια μίσθωση των αυτοκινήτων, την ανήγαγε σε πώληση αυτών. Αν τα bonus των 142.354 ευρώ αφορούσαν νόμιμες εισπράξεις, δεν θα καταχωρούσε ποσό 85.413 ευρώ (εξ αυτών), στην κατηγορία των αμοιβών: αποδοχές ασθενείας (28471), επίδομα ισολογισμού (28471) και αποδοχές αδείας (28471), για να φαίνεται ότι οι αμοιβές bonus είναι λιγότερες, αλλά όλο το ποσό θα το καταχωρούσε στην κατηγορία αμοιβών από bonus. Το ότι οι αμοιβές αυτές οριστικά εγκρίθηκαν με την 6/27-12-01 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, ως διατείνεται ο κατ/νος, ουδεμία σημασία έχει από ποινικής πλευράς, διότι, το ζητούμενο είναι, αν πράγματι ο κατ/νος υπεξαίρεσε το ποσό αυτό, ασχέτως εγκρίσεως ή μη αυτού από την γενική συνέλευση, αφού η έγκριση του ποσού αυτού δεν σημαίνει κατ' ανάγκη, ότι ο κατ/νος και το εδικαιούτο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν το εδικαιούτο. Βέβαια με την απόφαση αυτή, bonus εισέπραξαν και ο Σ. και ο Λόγιος, που σήμερα ο πρώτος είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και ο δεύτερος μέλος αυτής, αλλά τα ποσά είναι ελάχιστα, (24.086 ευρώ για το Σ. με 30 ευρώ ανά αυτοκίνητο). Δεν προκύπτει δε από την δικογραφία, ότι αυτοί γνώριζαν το είδος του bonus (πώληση ή χρονομίσθωση αυτοκινήτου). Άλλωστε αυτοί, δεν προκύπτει να είχαν συνάψει με την εταιρεία έγγραφη σύμβαση περί των ανωτέρω, ακόμη και αν γνώριζαν ότι επρόκειτο περί χρόνο μίσθωσης. Τέλος οι αμοιβές αυτών των ατόμων δεν αφορούν την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Έτσι, επαληθεύεται ο ισχυρισμός του εκπροσώπου της εταιρείας Σ., περί του ότι ο κατ/νος, με τα αξιώματα και την ιδιότητα που είχε στην εταιρεία, δεν έδιδε λογαριασμό στους μετόχους, δεν έδειχνε τα βιβλία της εταιρείας σ' αυτούς και γενικώς η συμπεριφορά του ήταν όχι η πρέπουσα απέναντί τους. στ) Το ανωτέρω κατά περιεχόμενο ψευδές 4/10-7-2000 πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας, (δεν συγκλήθηκε γενική συνέλευση, δεν παρέστησαν οι μέτοχοι, δεν αποφάσισαν χορήγηση bonus 132 ευρώ καθαρά ανά μακροενοικιαζόμενο αυτοκίνητο στον κατ/νο), φέρει την γνήσια υπογραφή του κατ/νου ως προέδρου και του γραμματέα αυτής Μ.. Συνεπώς εκδότης του πλαστού αυτού εγγράφου είναι ο κατ/νος. Αδιάφορο είναι, ποιος έγραψε το κείμενο αυτού, (ο Μ. κατά τον Γ. Χ.). Ο κατ/νος ισχυρίζεται ότι δεν το έγραψε αυτός. Εφόσον όμως κάτωθι του κειμένου υπάρχει η γνήσια αυτού υπογραφή, το πλαστό αυτό έγγραφο (κατάρτιση) έχει εκδότη αυτόν (κατ/νο). Υπογραφές των μετόχων σε πρακτικά γενικής συνέλευσης Α.Ε., ως ισχυρίζεται ο Σ., δεν απαιτούνται, διότι αυτά υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα της Γ.Σ. της Α.Ε. . ζ) Για να δικαιολογήσει ο κατ/νος νόμιμα την λήψη των 22.414 ευρώ, από παράνομους μισθούς του έτους 2000, στο με αριθμό 3/30-6-2000 πρακτικό της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων, περί εγκρίσεως ισολογισμού - αποτελεσμάτων χρήσεως και διαθέσεως αποτελεσμάτων έτους 1999, νόθευσε το γνήσιο αυτό πρακτικό, προσθέτοντας την φράση, χωρίς την εντολή ή συναίνεση των μετόχων, "Επίσης εγκρίθηκαν οι μισθοί και αμοιβές Δ.Σ., ως η έκτακτη Γ.Σ. 27-12-99". Με την 1/27-12-99 έκτακτη γενική συνέλευση, προεγκρίθηκαν οι μισθοί και οι αμοιβές για την χρήση του έτους 2000, όπως προαναφέρθηκε. Δεν εγκρίθηκαν bonus. Το ίδιο έπραξε και στο με αριθμό 5/30-6-01 πρακτικό της ίδιας τακτικής γενικής συνέλευσης, περί εγκρίσεως ισολογισμού - αποτελεσμάτων χρήσεως - διάθεσης αποτελεσμάτων έτους 2000, προσθέτοντας την φράση στο τέλος του τρίτου θέματος, χωρίς την εντολή ή συναίνεση των μετόχων, "Επίσης ενέκρινε τις καταβληθείσες αμοιβές του Διοικητικού Συμβουλίου για το έτος 2000, καθώς και τους μισθούς αυτών". Και αμοιβές μεν είναι αυτές εκ της ιδιότητας αυτού ως μέλους του Δ,Σ. της Α.Ε. (για τις οποίες δεν κατηγορείται), μισθοί δε είναι αυτοί από την παροχή της εργασίας του (γι' αυτές κατηγορείται). Βonus δεν εγκρίθηκαν. Προεγκρίθηκαν με την 4/10-7-2000 γενική συνέλευση, αλλά από την δικογραφία δεν προκύπτει νοσφισθέν ποσό έτους 2000, παρά μόνον για το 2001, με οριστική έγκριση της 6/27-10-01 γενικής συνέλευσης. Το ότι νοθεύτηκαν τα παραπάνω πρακτικά προκύπτει από το εξής: Τόσο το αντίγραφο του 3/30-6-00 πρακτικού, που εστάλη στην Νομαρχία Αθηνών την 12-7-00, όσο και το αντίγραφο του 5/30-6-01 πρακτικού, που εστάλη στην ίδια Νομαρχία την 11-7-01, δεν περιλαμβάνουν τις ανωτέρω φράσεις. Ο κατ/νος αποδίδει την παράλειψη κατά την δακτυλογράφηση των αντιγράφων από τους υπαλλήλους της εταιρείας. Αυτό όμως δεν προκύπτει από στοιχεία της δικογραφίας, διότι αν έγινε τέτοια παράλειψη, μπορούσε με αποστολή νέων να διορθωθούν τα πρώτα. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο γραφικός χαρακτήρας δεν είναι δικός του. Ο Γ. Χ. στην απολογία του αναφέρει, ότι το πρώτο πρακτικό γράφτηκε από την αδελφή του Α. Χ. και το δεύτερο από τον Μ.. Τούτο δεν αναιρεί την νόθευση υπ' αυτού των πρακτικών, διότι, η μεν Α. Χ., ανεψιά του κατ/νου, (απλή υπάλληλος της Α.Ε.), όταν πρόσθετε την φράση, καθοδηγούμενη απ' αυτόν, αγνοούσε ότι ο θείος της δεν εδικαιούτο των 22.414 ευρώ για το έτος 2000, οπότε ο κατ/νος είναι έμμεσος αυτουργός στην ανωτέρω νόθευση, ο δε Α. Μ., ο και γραμματέας της συνέλευσης, όταν πρόσθετε την φράση, γνώριζε μεν, παρακινούμενος από τον κατηγορούμενο, ότι διαπράττει νόθευση του γνησίου πρακτικού, δεν είχε όμως σκοπό, (όργανο που πράττει με δόλο, αλλά χωρίς σκοπό), να παραπλανήσει με την χρήση του τρίτους, με τις γνωστές έννομες συνέπειες, (αυτόν - σκοπό - τον είχε ο κατ/νος, γιατί αυτόν αφορούσε η νόθευση), αφού ο μισθός του κατηγορουμένου που αφορούσε η νόθευση (6.750), είχε ήδη καθορισθεί με την 1/27-12-99 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, οπότε και πάλι αυτός (κατηγορούμενος) είναι έμμεσος αυτουργός στην ανωτέρω πράξη. Όμως, με την 3/30-6-2000 τακτική γενική συνέλευση, πάλι, (όπως και με την 1/27-12-99) προεγκρίθηκαν οι αμοιβές για την χρήση του 2000, αφού η χρήση του 2000 κλείνει τον Δεκέμβριο του έτους αυτού. Με την 5/30-6-01 τακτική γενική συνέλευση, εγκρίθηκαν οριστικά οι αμοιβές του 2000, Αυτές αφορούσαν μηνιαίο μισθό 6750 ευρώ, αντί του κανονικού με την 10-7-98 σύμβαση μηνιαίου μισθού των 5.149 ευρώ. Ποσό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, (κάτω των 73.000 και άνω των 15.000 ευρώ), 22414 ευρώ (6750 - 5149 = 1601 Χ 14). Και τα δύο νοθευθέντα πρακτικά, αφορούν το αυτό ποσό και το ίδιο έτος. (Προέγκριση μισθών 2000 και οριστική έγκριση μισθών 2000). Δηλαδή οι δύο εξακολουθητικές πράξεις νόθευσης, αφορούν το ίδιο του 2000 υλικό αντικείμενο (22,414 ευρώ) και όχι και το των ετών 2001 και 2002, ως με το εκκαλούμενο βούλευμα ο κατ/νος κατηγορείται, ως και όχι του έτους 1999, ως ο ανακριτής επιπλέον τον κατηγορεί, αφού η Α.Ε. συνεστήθη τον Δεκέμβριο του 1999. Τούτο αναμφισβήτητα και αναμφίβολα προκύπτει, από τις ίδιες τις προστεθείσες στα πρακτικά επίμαχες φράσεις. Έτσι κατά τα πρακτικά αυτά, η έννομη συνέπεια που δημιούργησε η νόθευση τούτων με παραπλάνηση των υπαλλήλων της Α.Ε., αφορά τον σφετερισμό από τον κατηγορούμενο του ποσού των 22,414 ευρώ, ποσό που αποτελεί την λήψη παράνομων μισθών του έτους 2000 και μόνον αυτού. Ο κατηγορούμενος καρπώθηκε διαφορά εκ 1966 ευρώ (2001) και 2280 ευρώ (2002),με αυθαίρετους, αντί της σύμβασης, μισθούς 7630 και 8510 ευρώ, που δεν αντιστοιχούν στην εκ 10% ετήσια αύξηση, του και πάλι αυθαιρέτου μισθού των 6750 ευρώ έτους 2000. Συνεπώς, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της νόθευσης και της πρόσκτησης παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τα έτη αυτά. Δηλαδή ο κατηγορούμενος, ούτε σκόπευε, ούτε επεδίωκε με τις νοθεύσεις αυτές, να καρπωθεί παράνομους μισθούς των ετών αυτών (33612 ευρώ), αλλά μόνον αυτούς (22.414) του έτους 2000, πράξη για την οποία (κατ' εξακολούθηση) ασκήθηκε ποινική δίωξη και ο κατηγορούμενος απολογήθηκε. η) Περαιτέρω, ο λογαριασμός της Α.Ε. με Κ.Α. 53.01.02 "Πιστωτές διάφοροι", παρουσίασε από 1-1-01 έως 30-6-02, υπόλοιπο χρεωστικό ύψους 109.856 ευρώ. Στον λογαριασμό αυτόν 107.896 ευρώ πιστώθηκαν από τον λογαριασμό ΚΑ 38.000 "Ταμείο". Για τον λογαριασμό αυτό, εκδίδονταν εντάλματα πληρωμής, χωρίς να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του λαβόντος, αλλά μόνον η φράση "πιστωτές διάφοροι". Ως αιτιολογία δε αναγραφόταν η φράση "έναντι λογαριασμού". Από τον έλεγχο όμως του ορκωτού λογιστή προέκυψε, 1. Ότι, ποσό 20.954 ευρώ, αφορά (κατ' αυτόν) χρεωστικό υπόλοιπο προς την Α.Ε. του αντιπροέδρου του Δ.Σ αυτής Β. Σ.. Δηλαδή ο κατ/νος ανέλαβε από το λογιστήριο της εταιρείας το ποσό αυτό και το κατέβαλε στον ανωτέρω Β. Σ., ως bonus από μίσθωση αυτοκινήτων, ετών 1998 έως Ιούνιο 2002. Ο κατ/νος και ο Σ. διατείνονται, ότι πράγματι το ποσό αυτό έπρεπε η Α.Ε. να το καταβάλλει και το κατέβαλε στο Σ., για την μακροχρόνια μίσθωση 309 αυτοκινήτων, έναντι 73 ευρώ ανά αυτοκίνητο, ως είχε ατύπως με την Α.Ε. συμφωνηθεί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αληθής, διότι το συνολικό ποσό για τα μισθωθέντα 309 αυτοκίνητα είναι 22.557 ευρώ (309 Χ73) και όχι 20,954 ευρώ, ως ο ορκωτός λογιστής κατά τον έλεγχο άνευρε ότι οφείλει ο Σ. στην εταιρεία. Ο Σ., στην απολογία του και στο υπόμνημά του, διατείνεται ότι η μίσθωση αυτή άρχισε από το 1999 έως τον Ιούνιο 2002. Στο διάστημα αυτό ο Σ. ασφαλώς ελάμβανε αμοιβές από την μίσθωση αυτή και δεν τις έλαβε όλες στο τέλος του Ιουνίου 2002. Παρά ταύτα, με το 1/10-5-02 γραμμάτιο είσπραξης πιστώνεται η Α.Ε. με 20.954 ευρώ, και με τα 1,2,3,4,5/10-5-02 εντάλματα πληρωμής φαίνεται ο Σ. να εισέπραξε 20.954 ευρώ, ενώ ο ταμίας της εταιρείας ούτε εισέπραξε, ούτε κατέβαλε το άνω ποσό. Και ο μεν μάρτυρας Κ. καταθέτει ότι για μισθωμένα αυτοκίνητα bonus έπαιρνε και ο Σ., όμως τούτο δεν είναι αληθές, διότι αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα έπρεπε και αυτός, αφού από το 1999 μίσθωνε (έφερνε στην εταιρεία πελάτες) αυτοκίνητα, να περιληφθεί (και λόγω συγγενείας με τον κατ/νο - η αδελφή του Σ. είναι σύζυγος του κατ/νου) ως λαμβάνων bonus, στο επίμαχο 4/10-7-00 πρακτικό. Τούτο όμως δεν συνέβη. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει, ότι πράγματι το ποσό αυτό υπεξαιρέθηκε από τον κατ/νο αυθαίρετα και χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, για να συγκαλυφθεί δε η νόσφιση αυτή παρουσιάστηκε δια των άνω γραμματίου είσπραξης και ενταλμάτων πληρωμής, ότι δόθηκε στον Σ. ως δήθεν bonus. 2. Ότι 47.500 ευρώ αφορούν απαιτήσεις της εταιρείας κατά του κατ/νου, Σ. και Μ., διότι αυτοί αγόρασαν από την εταιρεία αυτοκίνητα και δεν κατέβαλαν το τίμημα. Τα αυτοκίνητα όμως αυτά, χρησιμοποιούνταν από αυτούς ως εταιρικά αυτοκίνητα και είχε συμφωνηθεί άτυπα με τους μετόχους της εταιρείας, να παραχωρηθούν στους ανωτέρω, λόγω προσφοράς υπηρεσιών προς αυτή, μόλις αποχωρήσουν από την εταιρεία. Ο κατ/νος μάλιστα, σύμφωνα με την από 10-7-98 σύμβαση, δικαιούνταν χρήσης εταιρικού αυτοκινήτου. Τα αυτοκίνητα αυτά αγοράσθηκαν από την Α.Ε., ως μεταχειρισμένα, με χρηματοδότηση από πιστωτικό ίδρυμα, έναντι συνολικής αμοιβής 107.170 ευρώ. Η πραγματική όμως εμπορική αξία αυτών ήταν 70,000 ευρώ, (η χρηματοδότηση, οι τόκοι και ο Φ.Π.Α. αύξησαν το ποσό σε 107.170). Η εταιρία τα αυτοκίνητα αυτά τα παραχώρησε στους ανωτέρω. Για να γίνει όμως λογιστική και φορολογική κάλυψη της αξίας των παραχωρηθέντων αυτοκινήτων, έγιναν λογιστικές εικονικές πράξεις, δηλαδή κόπηκαν αντίστοιχα εικονικά τιμολόγια πώλησης και τιμολόγια είσπραξης, ώστε να φαίνεται (εικονικά) για λογιστικούς και φορολογικούς λόγους, η αγοραπωλησία των αυτοκινήτων αυτών έναντι 70.000 ευρώ, εκ των οποίων 47.500 ευρώ πιστώθηκαν και στο λογαριασμό 53.01.02, ενώ στην ουσία τέτοια αγοραπωλησία δεν έλαβε χώρα, αφού ούτε ο κατ/νος και οι λοιποί κατέβαλαν στην Α.Ε. χρήματα, ούτε η εταιρεία πώλησε σ' αυτούς αυτοκίνητα. Το εκλεγέν νέο Δ.Σ. της Α.Ε. ζήτησε την επιστροφή των ανωτέρω αυτοκινήτων. Και οι μεν Σ. και Μ. τα παρέδωσαν, ο δε κατ/νος το κατέχει, έναντι αγωγής κατά της εταιρείας, με την οποία ζητά δεδουλευμένα, πολλαπλάσια της αξίας του αυτοκινήτου. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι από την εταιρεία δεν υπεξαίρεσε ο κατ/νος χρήματα, δηλαδή 47.500 ευρώ, όταν η πραγματική αξία του δικού του αυτοκινήτου ήταν 32.500 ευρώ, εν πάσει δε περιπτώσει δεν υφίσταται στον κατ/νο ο απαιτούμενος δόλος και σκοπός για νόσφιση των ανωτέρω χρημάτων, αλλά το φερόμενο ως υπ' αυτού υπεξαιρεθέν ποσό, αποτελεί αντικείμενο αστικής διαφοράς. Κατόπιν τούτων, για το ποσό αυτό, κατ' αρθρ. 309 παρ. 1 α, 310 παρ. 1 α Κ.Π.Δ., δεν πρέπει κατά του κατ/νου να γίνει κατηγορία. 3. Ότι για ποσό 41402 ευρώ (39.443 κατά τον ορκωτό λογιστή), που χρεώθηκαν στον ανωτέρω λογαριασμό (ΚΑ 53.01.02), δεν προκύπτει από ποιόν υπεξαιρέθηκαν, διότι, ως ο ίδιος ο ορκωτός λογιστής αναφέρει στην έκθεση του, δεν ήταν εφικτό στα πλαίσια του ελέγχου του να προσδιορίσει ποιος τα εισέπραξε, διότι τα σχετικά εντάλματα πληρωμής, δεν αναφέρουν όνομα, αλλά "πιστωτές διάφοροι". Αν λάβουμε υπόψη, ότι ο κατ/νος ήταν μεν διαχειριστής της Α.Ε., αλλά οι χρεωπιστωτικές χρηματικές συναλλαγές διακινούνταν από το ταμείο και το λογιστήριο της Α.Ε., δεν είναι δυνατόν με ασφάλεια και βεβαιότητα ν' αποδώσουμε το ανωτέρω έλλειμμα της Α.Ε. στον κατ/νο. Κατόπιν τούτων, ως μη στοιχειοθετημένης αντικειμενικά της υπεξαίρεσης ως προς το ποσό αυτό, πρέπει κατά του κατ/νου τούτου να μην γίνει κατηγορία, κατ' αρθρ. 309 παρ. 1 α, 310 παρ. 1 α Κ.Π.Δ. θ) Τέλος, από τον έλεγχο του ορκωτού λογιστή προέκυψε ότι, από 1-1-01 έως 31-5-02 ο κατ/νος, με βάση το ισοζύγιο της 31-5-02 και τα αναλυτικά καθολικά των λογαριασμών, μετά των σ' αυτά δικαιολογητικών εγγράφων, εισέπραξε από την Α.Ε. 37.091 ευρώ με αιτιολογία "έναντι αμοιβής" και 5.987 ευρώ με την αιτιολογία "επί αποδώσει λογαριασμού". Δηλαδή συνολικά 43.078 ευρώ (43048 κατά τον ορκωτό ελεγκτή). Ο κατ/νος με την απολογία του, δηλώνει ότι δεν γνωρίζει για το ποσό αυτό. Αλλά και ο εκπρόσωπος της Α.Ε. Σ. οφείλει 6571 ευρώ, με την αιτιολογία "επί αποδώσει λογαριασμού", ως και ο Μ. για την ίδια αιτία όφειλε 1036 ευρώ. Εκ τούτων προκύπτει, ότι δεν μπορεί να αποδίδεται από την Α.Ε. (δια του Σ.) νόσφιση χρημάτων με πρόθεση στους κατ/νο και Μ. και να μην αποδίδεται τέτοια και στον Σ.. Πρόθεση συνεπώς του κατ/νου δεν ήταν η υπεξαίρεση του άνω χρηματικού ποσού, όταν με αγωγή του ζητά από την εταιρεία δεδουλευμένα άνω των 43048 ευρώ. Δεν προκύπτει από την δικογραφία, αν ο κατ/νος και ο Σ. κατέβαλαν στην εταιρεία τα ανωτέρω, όπως ο Μ. με αγωγή του συμβιβάστηκε. Με βάση τα ανωτέρω, πρόκειται περί αστικής και όχι ποινικής διαφοράς, αφού εκ των εκτεθέντων συμπεραίνεται, ότι όποιος ήθελε χρήματα έπαιρνε από την εταιρεία, με στο τέλος του έτους απολογισμό (χρέωση-πίστωση), αν όφειλε ή δεν όφειλε σ' αυτή. Ο ορκωτός ελεγκτής στην έκθεση του χρεώσεις και πιστώσεις αναλύει. Πρόκειται δηλαδή για αλληλόχρεο λογαριασμό. Κατόπιν τούτων δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η υπεξαίρεση του ποσού αυτού απ' τον κατ/νο, και κατ' αρθρ. 309 παρ. 1 α, 310 παρ. 1 α Κ.Π.Δ., πρέπει να μην γίνει κατηγορία κατ' αυτού. ι) Έτσι, κατόπιν όλων των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, το χρηματικό ποσό που υπεξαίρεσε ο κατ/νος, ανέρχεται συνολικά σε 196.920 ευρώ (22832 +10780 +142354 +20954). Την υπεξαίρεση αυτή τέλεσε κατ' εξακολούθηση, απέβλεπε δε με τις επί μέρους πράξεις του στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα. Και τούτο διότι, ως διαχειριστής της Α.Ε., διαχει-ριζόμενος τα χρηματικά κεφάλαια αυτής, αφού διαισθάνθηκε τα μελλοντικά μεγάλα κέρδη της, τα οποία για το έτος 2001 ήταν 11.378.857 ευρώ, επεδίωξε και επέτυχε, πέραν του νομίμου εκ της συμβάσεως της 10-7-98 μισθού του, να καρπωθεί με όσες μερικότερες πράξεις μπορούσε, μέρος των κερδών της, μεθοδεύοντας τούτο με την αυθαίρετη αύξηση του μισθού του, με την χορήγηση bonus που δεν εδικαιούτο κατά την σύμβαση, καταρτίζοντας και εικονικό για τούτο πρακτικό, και με την ανάληψη χρημάτων για δήθεν bonus του Σ.. Είναι δε το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική περιουσιακή βλάβη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη άνω των 73.000 ευρώ. Η πρόθεση ιδιοποίησης είναι εμφανής αφού με τις ανωτέρω μεθόδους γνώριζε, ότι παράνομα ιδιοποιείτο χρήματα της εταιρείας, τα οποία δεν εδικαιούτο, και όφειλε να τα επιστρέψει χωρίς ειδοποίηση αυτής. α) Με βάση όσα νομικά και πραγματικά περιστατικά εκτέθηκαν η έφεση του κατ/νου Β. Χ. πρέπει στην ουσία της εν μέρει ν' απορριφθεί και εν μέρει να γίνει δεκτή. Δηλαδή στην ουσία της εν μέρει πρέπει ν' απορριφθεί η έφεση του Β. Χ., για τα αφορώντα την κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση ποσά των 20.954, 142.354, 22.832 και 10.780 ευρώ. Στην ουσία της εν μέρει πρέπει να γίνει δεκτή η ίδια έφεση, για τα ποσά της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης των 47.500, 41.402 (39.443) και 43.078 (43.048)ευρώ." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά. εκθέτει σ' αυτό, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της υπεξαιρέσεως ξένου κινητού πράγματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση και από διαχειριστή ξένης περιουσίας της εν λόγω εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο Πρόεδρο του ΔΣ και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής και δη συνολικού ποσού 196.920 ευρώ, ήτοι υπερβαίνοντος τις 73.000 ευρώ, στο οποίο συνολικό ποσό και απέβλεπεν αυτός, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που προέκυψαν στις ουσιαστικές ποινικές διατά-ξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,98, 375 παρ.1 β-α και 2 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Εκτίθενται ακόμη στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπό την προανα-φερθείσα ιδιότητα του, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας, διαχειριζόμενος τα χρηματικά κεφάλαια της εγκαλούσας ΑΕ, υπεξαίρεσε παράνομα ο ίδιος, από το ταμείο της εταιρίας που διαχειριζόταν, το συνολικό ποσόν 196.920 ευρώ (22.832 + 10.780 + 142.354 + 20.954). Ειδικότερα αιτιολογείται επαρκώς ότι, με βάση την από 10-7-1998 σύμβαση εργασίας του εδικαιούτο να λάβει, α) για το έτος 2001 αμοιβή συνολικά 79-296 ευρώ, ενώ αυτός εισέπραξε συνολικά 102.128 ευρώ, καρπωθείς παράνομα, με αυθαίρετη, κατά παράβαση του καταστατικού και την υφιστάμενη σύμβαση εργασίας του, αύξηση του μισθού του και με τη χορήγηση στον εαυτό του μπόνους κερδών που δεν εδικαιούτο, τη διαφορά ποσού 22.832 ευρώ και β) για το έτος 2002 έλαβε 45.045 ευρώ, ενώ εδικαιούτο κατά τη σύμβαση 34.265 ευρώ, καρπωθείς τη διαφορά ποσού 10.780 ευρώ, δεχόμενο ότι για το έτος 2001 μέχρι και τον Ιούνιο του 2002, που αποχώρησε από την εταιρία, χωρίς καμία απόφαση γενικής συνέλευσης , καθόρισε το μηνιαίο μισθό του αυθαίρετα σε 7.630 ευρώ το μήνα, αντί του ισχύοντος με τη σύμβαση της 10-7-1998, που ήταν 5664 ευρώ. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, δεν δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται η υπεξαίρεση για το λόγο ότι η όποια αύξηση του μισθού του αναιρεσείοντος έπρεπε να αποφασισθεί από τακτική γενική συνέλευση και όχι από έκτακτη γενική συνέλευση και η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος για αντιφατική αιτιολογία και ότι με την παραδοχή ότι "η αύξηση μισθών του ΔΣ της ΑΕ αποτελεί αντικείμενο τακτικής και όχι έκτακτης γενικής συνελεύσεως", παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 του ν, 2190/1920 περί Ανωνύμων Εταιριών, που ορίζει ότι "... πάσα αμοιβή ... χορηγούμενη σε σύμβουλο θεωρείται βαρύνουσα την εταιρία μόνο αν εγκριθεί δια ειδικής αποφάσεως της τακτικής γενικής συνελεύσεως ...", είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επίσης, με πλήρη και ειδική αιτιολογία, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών παραπέμποντας καθολοκληρίαν στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία σχετικά αναφέρει: "... το αίτημα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του, διότι ο αιτών κατηγορούμενος, με την απολογία και το πολυσέλιδο απολογητικό του υπόμνημα ως και πολυσέλιδη έφεση του αρκούντως διευκρίνισε και διεξοδικά ανέλυσε την αποδοθείσα σε αυτόν κατηγορία ...". Συνεπώς, όλοι οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ και β του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν. Το υπό του αναιρεσείοντος υποβαλλόμενο αίτημα, από τη διάταξη του αρθρ. 309 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, είναι νόμιμο, πλην πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού ο αναιρεσείων εκτενώς και επαρκώς ανέπτυξε με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς και εξέθεσε τις απόψεις του για τα κρίσιμα στην υπόθεση στοιχεία και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνισή του στο Συμβούλιο για την παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων επί της ουσίας της κατηγορίας. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος Β. Χ. του Γ. για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 211 /30-11-2009 αίτηση του Β. Χ. του Γ. περί αναιρέσεως του 1477/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική πράξη υπεξαίρεσης, με ζημία άνω των 73.000 €, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας - Διευθυντής Συμβουλίου της παθούσας Α.Ε. ενοικιάσεως αυτοκινήτων (άρθρο 386 παρ.1, 3 β ΠΚ). Αβάσιμοι οι συναφείς από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β, δ και στ ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για υπέρβαση εξουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης αναιρεσείοντος.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2066/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Β. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μαρκουλάκη, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 2327/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1550/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του αν. ν. 690/1945 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995 ¨κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων κ.λ.π.¨. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του αν. ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω, και η ιδιότητα του κατηγορουμένου, καθώς και αν οι οφειλόμενες αποδοχές καθορίζονταν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από τον νόμο ή έθιμο, καθώς επίσης αν αυτές δεν καταβλήθηκαν εμπροθέσμως, πότε έπρεπε να πληρωθούν με βάση τη συμφωνία, τον νόμο ή το έθιμο κ.λ.π. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2327/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε κατ'έφεση, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο εκκαλών τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, δηλαδή την μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο υπό την μορφή επιδομάτων αδείας, αποζημίωσης αδείας και προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές, που προβλέπεται από τα άρθρα 2, 3 παρ. 1 και 5 παρ. 7 ΑΝ 539/45 σε συνδ. με αρ. 3 Ν ΓΠΛΔ/1911 ως τροπ. με άρθρ 13 Ν. 2943/1922, αρθρ. 3 Ν 4504/66 σε συνδ. με αρθρ. 3 Ν. ΓΠΛΔ/1911 ως τροπ. με αρ. 13 Ν. 2943/1922 της παρ. της ΥΑ 8900/1946 σε συνδ. με αρ. 8 παρ. 1 Ν. 2336/1995, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η Χ. Λ. εργάστηκε στην επιχείρηση καφετέριας με διακριτικό τίτλο "..." του εκκαλούντος ως σερβιτόρα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από το έτος 1997 έως το έτος 2006 αντί του καθορισμένου με την σύμβαση εργασίας της ημερομισθίου που αναφέρεται κατωτέρω. Ο εκκαλών στα Χανιά κατά το χρονικό διάστημα από 14-9-2003 μέχρι και το έτος 2006 με πρόθεση δεν κατέβαλε στην ανωτέρω: 1) για αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας ετών 2005 και 2006 και δη: α) έτους 2005 που εργαζόταν με ημερομίσθιο 38,78 ευρώ, ποσό 620,48 ευρώ (16 ημερομίσθια Χ38,78 ευρώ) και β) έτους 2006 που εργαζόταν με ημερομίσθιο 40,33 ευρώ, ποσό 302,47 ευρώ (7,5 ημερομίσθια Χ 40,33 ευρώ) 2) για επίδομα αδείας ετών 2005 και 2006 και δη:α)έτους 2005 ποσό 504,14 ευρώ (13 ημερομίσθια Χ 38,78 ευρώ) και β) έτους 2006 ποσό 302,47 ευρώ (7,5 ημερομίσθια Χ40,33 ευρώ) και 3) ενώ εργάσθηκε 24 Κυριακές τα έτη 2003 και 2004 δεν της κατέβαλε προσαύξηση 75% και δη: α) έτος 2003 (από 14-9-2003) οπότε εργαζόταν με ημερομίσθιο 35,51 ευρώ, ποσό 292,96 ευρώ (11 Κυριακές Χ 75% Χ 35,51 ευρώ) και β) έτος 2004 οπότε εργαζόταν με ημερομίσθιο 37,29 ευρώ, ποσό 363,61 ευρώ (13 Κυριακές Χ 75% Χ 37,29 ευρώ). Ο ισχυρισμός της πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος περί ολικής εξοφλήσεως δεν αποδείχθηκε, ενώ η προσφορά και κατάθεση ποσού 4.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μετά την υποβολή της μήνυσης, πέραν του ότι δεν καλύπτει την συνολική οφειλή του προς την εργαζομένη, λαμβανομένου υπόψη ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις προ της 14-9-2003 οφειλές, σε κάθε περίπτωση δεν οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης, η οποία τελέστηκε με την μη καταβολή (τον χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν) των ως άνω ποσών". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών, ανασταλείσα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αυτός τέλεσε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945. Ειδικότερα, στην απόφαση εκτίθενται α) η ιδιότητα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ως εργοδότη-υπευθύνου της επιχείρησης-καφετέριας "..." και β) ο χρόνος εργασίας της εγκαλούσας ως σερβιτόρας. Από την αναφορά στο σκεπτικό "αντί του καθορισμένου με τη σύμβαση εργασίας ημερομισθίου που αναφέρεται παρακάτω" σαφώς προκύπτει ότι οι αποδοχές (ημερομίσθιο) είχαν συμφωνηθεί βάση της ατομικής σύμβασης εργασίας που συνήφθη μεταξύ εργοδότη και εργαζομένης. Επίσης καθορίζεται το ύψος της αποζημιώσεως που εδικαιούτο η εγκαλούσα για τη χορηγηθείσα άδεια κατά τα έτη 2005 και 2006, το επίδομα αδείας κατά τα άνω έτη, όπως και η προσαύξηση κατά 75% του ημερομισθίου για τις Κυριακές που εργάσθηκε (από 14-9-2003 και το έτος 2006) τις οποίες και προσδιορίζει. Τέλος εκτίθεται ότι από πρόθεση ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στην εγκαλούσα τα άνω ποσά κατά το άνω χρονικό διάστημα (από 14-9-2003 έως το έτος 2006) που υποχρεούτο να τα καταβάλει. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι στο σκεπτικό περί ενοχής παραλείπονται οι επισημειούμενες στον άνω λόγο διατάξεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν θεμελιώνεται σε κανένα εκ των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510§1 ΚΠοινΔ λόγων, μετά την κατάργηση του υπό στοιχείο Η' λόγου με το άρθρο 50§4 Ν 3160/2009. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 2/4-11-2009 αίτηση του Β. Σ. του Ε., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2327/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή μισθών, επιδομάτων κτλ (αν. 690/45). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου.
2
Αριθμός 2065/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανάργυρο Δήμιζα, περί αναιρέσεως της 1571/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενη την ... . Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 653/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 8 §1 του Ν.1599/1986 "Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας, ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου που συντάσσεται σε απλό χαρτί (άρθρο 2 §2 της Π.Ν.Π. της 21-12-2001). Κατά δε το άρθρο 22 §6 εδ. α' του ίδιου νόμου, "όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών κ.λ.π.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για μεν τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου εγκλήματος απαιτείται: 1) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, (όχι δε μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος) και 2) η ψευδής αυτή δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα, για δε την υποκειμενική θεμελίωσή του, γνώση με την έννοια της βεβαιότητας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ' ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς αυτού νόμους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1571/2009 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στη Νίκαια στις 24-3-2003, με την με αρ. πρωτ. 1275/24-3-2003 υπεύθυνη δήλωσή του, του άρθ. 8 Ν.1599/86, προς το τμήμα εσόδων του ΙΚΑ Νίκαιας, σχετικά με κοινή επιχειρηματική δράση που είχε αυτός και η σύζυγός του Ε. Χ., δήλωσε σε σχετική ερώτηση για το αν είχε άλλο κατάστημα κ.λ.π. στην ίδια ή άλλη περιοχή, η οποία ερώτηση ήταν έντυπη στην εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, "όχι". Αυτή η απάντηση όμως δεν ήταν αληθής, αφού από 1-2-1997 είχαν ενοικιάσει για τη λειτουργία της επιχείρησης αυτής, διώροφο οίκημα 160 τετρ. μέτρων, στην οδό ... και ... έναντι 138.000 δρχ. από την εκμισθώτρια εταιρία "Ν. Κ. και Υιοί Ο.Ε.", για τρία χρόνια και για να το χρησιμοποιήσουν ως μηχανουργείο. Από δε τις 1-5-02 είχαν μισθώσει για την ίδια επιχείρηση ισόγειο συνολικής έκταση 250 τετρ. 'μέτρων και 105 τετρ. μέτρων όπισθεν αυτού στην οδό ... του Ν. Μ. και Γ. Α. αντί 1.614 Ευρώ το μήνα". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα της παραβάσεως της διατάξεως της παρ. 6 του άρθρου 22 σε συνδυασμό με αυτή της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αυτός τέλεσε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 821 και 22 §6 του Ν.1599/1986. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου είναι αβάσιμη, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι τα μνημονευόμενα στην αίτηση αναιρέσεως έγγραφα (από 2002 λύση της μίσθωσης μεταξύ αυτού και της ΟΕ "Ν. Κ. και Υιοί ΟΕ" και από 1-5-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αποθήκης) δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε την προσκόμιση και ανάγνωση αυτών ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλει ο αναιρεσείων, έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, από την μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο των άνω εγγράφων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 50/22-4-2010 αίτηση του Δ. Χ. του Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1571/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή υπεύθυνη δήλωση - παράβαση άρθρ. 8 & 22 ν.1599/86. Απόρριψη λόγων αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής υπεύθυνη δήλωση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2062/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 21η Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρε-ξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 18333/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 312/2010, καθώς και στους από 2 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους αυτής. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 232 Α του ΚΠΔ παράγραφος 1, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε (ή μάλλον επαναπροστέθηκε) με το άρθρο 2 § 9 ν. 2479/97 ΦΕΚ 67Α/6-5-97, όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ., τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Η ratio της διατάξεως είναι η κατοχύρωση των αποφάσεων της δικαιο-σύνης που ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα της πολιτείας και του παθόντος. Πρόκειται για έγκλημα κατά της απονομής της δικαιοσύνης. Η μόνη διαφορά που υπάρχει σε σχέση με την προγενέστερη διάταξη, έγκειται στο ότι η διατύπωση της αξιόποινης συμπεριφοράς γίνεται σε χρόνο αόριστο ("δεν συμμορφώθηκε", "υποχρεώθηκε") αντί του ενεστώτα που υπήρχε στο κείμενο του ν. 1911/1991, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι με την παραπάνω τροποποίηση θέλησε ο Νομοθέτης να αποστεί από την με την καταργούμενη διάταξη, η οποία κατά κατάχρηση της ποινικής καταστολής, μετέτρεπε το ποινικό δίκαιο σε μέσο εκτέλεσης αστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 682 § 1 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 683 έως 703, τα δικαστήρια σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Κατά δε το άρθρο 691 § 2 του αυτού Κώδικα, αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και, ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, έως την έκδοση της απόφασής του ή την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης. Από τις παραπάνω διατάξεις (των άρθρων 681 § 1 και 691 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτές γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην απόφαση ασφαλιστικών μέτρων "που ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κυρία υπόθεση" (ΚΠολΔ 695) και της προσωρινής διαταγής "που μπορεί να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του" (ΚΠολΔ 691 § 2). Με τις διατάξεις αυτές του ΚΠολΔ, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που εκδίδεται από το δικαστήριο και ισχύει προσωρινά, χωρίς να επηρεάζει την κυρία υπόθεση και προσωρινής διαταγής σχετικά με τα μέτρα, ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 700 § 2 ΚΠολΔ, η εκτέλεση του μέτρου που έχει διαταχθεί γίνεται χωρίς να εκδοθεί απόγραφο, με βάση αντίγραφο ή απόσπασμα της απόφασης που το διατάζει, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση αντιγράφου της. Στις περιπτώσεις όμως των άρθρων 728 και 731 έως 735 απαιτείται η επίδοση επιταγής, και άλλη πράξη εκτέλεσης δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες από την επίδοσή της. Κατά την §3 του αυτού άρθρου, οι προσωρινές διαταγές που αναφέρονται στο άρθρο 691 § 2 εκτελούνται μόλις καταχωριστούν κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, του προέδρου του. Τέλος, κατά το άρθρο 735 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων από το γάμο και των σχέσεων γονέων και τέκνων ιδίως ..." και να ρυθμίσει τα σχετικά με την επικοινωνία με το τέκνο. Συνεπώς, η προσωρινή διαταγή εκτελείται αμέσως, δηλαδή χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προδικασίας, χωρίς απόγραφο ή κοινοποίηση αντιγράφου στον καθ'ου η εκτέλεση ή προηγού-μενη επίδοση επιταγή ή πάροδο οποιασδήποτε προθεσμίας, ενώ για την εκτέλεση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που ρυθμίζει τα σχετικά με την επικοινωνία του γονέα στον οποίο δεν ανήκει η γονική μέριμνα ή η επιμέλεια, με το ανήλικο, κοινό των διαδίκων, τέκνο (ΑΚ 1520), απαιτείται η προηγούμενη επίδοση επιταγής και πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, από την επίδοσή της. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάρχει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλ-λόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 232 Α' του ΠΚ, με το να δεχθεί ότι στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του στοιχεία το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 232 Α' ΠΚ, για το οποίο την κήρυξε ένοχη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, καίτοι ναι μεν δεν είχε προηγηθεί επίδοση προς αυτήν της επίμαχης απόφασης προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες, πλην όμως δεν της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση, ώστε να προκύπτει εκ τούτου παράβαση και μη συμμόρφωση και πάροδος από αυτή 24 ωρών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Δικαστήριο για να στηρίξει την περί ενοχής κρίση του, στο σκεπτικό του διέλαβε κατά λέξη τα παρακάτω: Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 18333/2009 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος σ' αυτή μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πολιτικώς ενάγων και η κατηγορουμένη, την 21-9-1994 τέλεσαν γάμο, κατά τον πολιτικό τύπο, και την από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, τη Θ, που γεννήθηκε την 5-1-1999. Από τον Ιούλιο του 2004 η έγγαμη συμβίωση των ως άνω συζύγων διακόπηκε. Με τη με αριθμό 42378/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), που εκδόθηκε επί της με αρ. καταθ. 26458/2005 αιτήσεως του νυν πολιτικώς ενάγοντος κατά της νυν κατηγορουμένης, ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του νυν πολιτικώς ενάγοντος με την ανήλικη θυγατέρα του Ρέα, κατά τις οριζόμενες ημερομηνίες, κατά τις οποίες αυτός θα παραλαμβάνει το τέκνο του από την οικία της κατηγορουμένης και θα το επιστρέφει στο ίδιο μέρος. Αντίγραφο της παραπάνω αποφάσεως, επέδωσε ο νυν πολιτικώς ενάγων στην κατηγορουμένη, την 3-3-2006, όπως προκύπτει από τη με αρ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης .... Την 20-1-2007, ημέρα Σάββατο και ώρα 12.00' (ημέρα κατά την οποία και από ώρα 12.00 μέχρι και την ώρα 21.00' της επομένης ημέρα, Κυριακής, είχε δικαίωμα επικοινωνίας ο πολιτικώς ενάγων με την ανήλικη θυγατέρα του, βάσει της παραπάνω αποφάσεως), μετέβη ο πολιτικώς ενάγων στην κατοικία της κατηγορουμένης, στην ....), όπου διαμένει αυτή με την ανήλικη θυγατέρα τους Θ, προκειμένου να παραλάβει τη θυγατέρα του, ασκώντας το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του με αυτήν, βάσεις της παραπάνω αποφάσεως, πλην, όμως η κατηγορουμένη αρνήθηκε να παραδώσει τη θυγατέρα τους στον πατέρα της - πολιτικώς ενάγοντα, μη συμμορφούμενη με το διατακτικό της παραπάνω (42378/2005) αποφάσεως, παρότι γνώριζε την υποχρέωσή της προς αυτό. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη και επομένως πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) της παραπάνω αξιόποινης πράξης και ειδικότερα του ότι "Στις 20-10-2007, στη ..., με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διατακτικό δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο. Ειδικότερα, παραβίασε τα οριζόμενα και επιβαλλό-μενα στην ίδια, στη με αριθμ. 42378/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλι-στικών μέτρων), αρνούμενη να παραδώσει το ανήλικο, ηλικίας 8 ετών, τέκνο Θ, στον πατέρα του ..., ο οποίος εδικαιούτο να επικοινωνεί μαζί του, κατά τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση". Κατά συνέπεια, συντρέχει ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, καθόσον για την εφαρμογή του άρθρου 232 Α' ΠΚ, όπως αυτό για την εφαρμογή του, συνδυάζεται με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, αξιώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, λιγότερα στοιχεία, από όσα προβλέπει ο νόμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει ο ανωτέρω λόγος δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς νέα εκδίκαση, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν την υπόθεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά πλειοψηφία, τη 18333/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα εκδίκαση, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 232Α ΠΚ. Παραβίαση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, που όρισε τον τρόπο επικοινωνίας του πατέρα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια, με το ανήλικο τέκνο του. Απαιτείται επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και πάροδος προθεσμίας 24 ωρών από αυτή. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού δεν προηγήθηκε επίδοση προς τη μητέρα επιταγής προς εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, για προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του. Κατά τη γνώμη ενός μέλους δεν απαιτείται τέτοια επίδοση. Αναιρεί, κατά πλειοψηφία, και παραπέμπει για νέα εκδίκαση.
Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση.
1
Αριθμός 2063/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με τη με αριθμό 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άρτας περί αναιρέσεως της με αριθμό 1183/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Οικονόμου. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άρτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Πρωτοδικών Άρτας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό 1/14 Ιουνίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Δικαστικού Γραμματέως των Πλημμελειοδικών Άρτας Λάμπρου Γιαννάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του δικαστηρίου, όπου είναι τοποθετημένος, και των αποφάσεων των μονομελών Πλημμελειοδικείων και Πταισματοδικείων της Περιφερείας του, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, δηλαδή μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του οικείου ποινικού δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Κατά δε το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Η παραγραφή του αδικήματος της μη καταβολής προς το Δημόσιο χρεών και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους (άρθρο 25 παρ. 1 Ν.1882/1990) ρυθμιζόταν από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 του άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν.2523/1997, κατά την οποία "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτηση ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Ν.3220/2004 ως εξής "Ι. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Με την νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 Ν.1882/1990, και συνεπώς ισχύουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Π.Κ. Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη και ως εκ τούτου έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 2 ΠΚ και για τα αδικήματα που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του Ν.2523/1997. Χρόνος δε έναρξης της ποινικής ευθύνης για κάθε χρέος προς το Δημόσιο, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κ.τ.λ. είναι ο καθοριζόμενος με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 Ν.3220/2004 ήτοι παρέλευση προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της βεβαιώσεως των χρεών από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία που έχει εκ του νόμου, μολονότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεως της, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο δεν εκδικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση αλλά παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, η οποία όμως δεν συμπληρώθηκε και έτσι το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 11831/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιόν του, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής βεβαιουμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 Ν.1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 34 Ν.3220/2004) που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος. Το άνω Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, κατά παραδοχή του ισχυρισμού του δικηγόρου του κατηγορουμένου που εκπροσωπούσε αυτόν περί παραγραφής του αξιοποίνου της άνω πράξεως, τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του Πίνακα Χρεών της αρμόδιας Οικονομικής Υπηρεσίας, ο οποίος (πίνακας) περιέχεται στην ποινική δικογραφία, όλα τα χρέη του κατηγορουμένου Χ. υπό την ιδιότητα του, ως διαχείριση] της εταιρίας με την επωνυμία "Χ και ΣΙΑ Ο.Ε", βεβαιώθηκαν από τη ΔΟΥ ... στις 28-2-2003, ως εκ τούτου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, στις 28-6-2003, ήτοι μετά την παρέλευση των τεσσάρων μηνών. όπως ορίζεται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990. Συνεπώς, χρόνος τέλεσης του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος είναι αυτός της 28-6-2003. Ας σημειωθεί ότι το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του. ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Περαιτέρω όμως, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα γα την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, επιδόθηκε στον προαναφερόμενο κατηγορούμενο, στις 21-7-2009 (βλ. το εντός της ποινικής δικογραφίας, από 21-7-2009 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. ...). Συνεπώς η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο πράξη, έχει υποπέσει σε παραγραφή, επειδή από τότε που τελέσθηκε (28-6-2003), έως και την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο (21-7-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Ας σημειωθεί ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, όσον αφορά την παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος, δεν έχει εφαρμογή η παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, αλλά οι κοινές διατάξεις του ΠΚ, ως ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ.". Εν συνεχεία το Δικαστήριο με βάση τις παραδοχές αυτές, έπαυσε οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινικής δίωξη για την άνω πράξη. Έτσι κρίνοντας το άνω δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111, 112 ΠΚ και 25 παρ. 7 του Ν.1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 παρ. 4 Ν.3220/2004, αφού από της τελέσεως της πράξεως, κατά δεκτά γενόμενα, 28.6.2003, μέχρι της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, 21.7.2009, παρήλθε προδήλως, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, πενταετία. Επομένως ο αντίθετος, μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που παραδεκτά ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άρτας, περί εσφαλμένης ερμηνείας των άνω διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου και δή των Αρεοπαγιτών Νικολάου Κωνσταντόπουλου και Παναγιώτη Ρουμπή ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός για τους κάτωθι λόγους: "Κατά το άρθρο 86 παρ. 2 του ν.2362/1995 "Περί δαπανών λογιστικού ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 1.1.1996, καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 23 παρ.7 του ν.2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν.2523/1997), συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 τουν.3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση, εκτός των λοιπών θεμάτων που ρυθμίζονται με αυτήν, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ο χρόνος δια πράξης του ποινικού αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων της ΔΟΥ και τα Τελωνεία, ο οποίος είναι ο χρόνος συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής του σε δόσεις ή εφάπαξ. Από την τελευταία ως άνω τροποποίηση με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν.3220/2004 δεν εθίγησαν οι λοιπές διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως είχαν τροποποιηθεί με το άρθρο 23 του ν.2523/1997 που αναφέρονται στη συμπλήρωση και αναστολή της παραγραφής του ως άνω ποινικού αδικήματος, εκτός του χρόνου έναρξης της παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας που την εξέδωσε (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άρτας-Μεταβατική έδρα Φιλιππιάδας) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ, λόγω παραγραφής, για το ότι στη ... την 27.2.2008 καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιουμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, ν.π.δ.δ., τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών και οι οποίες, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του σχεδίου πίνακα χρεών (28.2.2003) και συγκεκριμένα καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών και δεν κατέβαλε στο Δημόσιο, καίτοι ήταν υποχρεωμένος, διάφορες οφειλές του προς αυτό κατά το οικονομικό έτος 2003 και όφειλε έτσι το χρηματικό ποσό των 3.949.988 ευρώ. Το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην προαναφερόμενη, ευνοϊκή κρίση, για τον κατηγορούμενο με την παραδοχή ότι από το χρόνο τέλεσης του αποδιδόμενου σ'αυτόν αδικήματος (άρθρο 25 του ν.1882/1990), ήτοι την 28.6.2003 μέχρι την επίδοση του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος (21.7.2009) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας και έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξης αυτής λόγω παραγραφής, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2 και 3 και 112 ΠΚ και 370 περ. β' ΚΠοινΔ. Όπως, όμως προκύπτει από το συνημμένο στην αίτηση ποινικής διώξεως του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... από Φεβρουάριο του 2008 πίνακα χρεών, που υπάρχει στη δικογραφία και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, όλες οι πιο πάνω οφειλές του κατηγορουμένου είχαν βεβαιωθεί στις 28.1.2003. Συνεπώς οι χρηματικές αυτές απαιτήσεις του Δημοσίου, άρχισαν να παραγράφονται από το τέλος του ίδιου έτους, ήτοι από την 1.1.2004 και θα συμπληρωνόταν η παραγραφή τους την 31.12.2009. Πλην όμως, κατά τη γνώμη των ως άνω μελών του Δικαστηρίου τούτου, πριν αρχίσει η παραγραφή του ποινικού αδικήματος (1.1.2010), σύμφωνα με το άρθρο 23 τουν.2525/1997, αφού τα χρέη του κατηγορουμένου ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 3220/2004, ήτοι την 1.1.2004, ασκήθηκε η δέουσα ποινική δίωξη και επιδόθηκε στις 21.7.2009 το έγκυρο κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, δικάσθηκε δε αυτός πρωτοβάθμια στις 12.5.2010, με αποτέλεσμα ο χρόνος παραγραφής της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο να συμπληρώνεται το 2018 [2010 + 5 + 3 έτη (της αναστολής)]. Επομένως, έπρεπε, κατά τη γνώμη των ως άνω δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφαρμόζοντας τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών του προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ν.1882/1990). Συνακόλουθα, κατά τη γνώμη των ως άνω δύο μελών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άρτας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, να αναιρεθεί αυτή, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης και να παραπεμφθεί μόνο ως προς την επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι η παρούσα απόφαση ως προς τη συμπλήρωση της παραγραφής για το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο έγκλημα της μη πληρωμής χρεών προς το Δημόσιο λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί υποχρεωτικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του ν.1756/1988, όπως αυτές ισχύουν, και 3 παρ. 3 του ν.3810/1957, το οποίο διατηρείται σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφανθεί επί του λόγου αυτού. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων μοναδικό λόγο αναιρέσεως της από 14.6.2010 και υπ' αριθμ.εκθ. 1/2010 αιτήσεως αναιρέσεως της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άρτας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του άρθρου 25 Ν.1882/90 (φοροδιαφυγή). Ισχύουν οι κοινές περί παραγραφής του ΠΚ διατάξεις. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πλημ/κων για εσφαλμένη ερμηνεία και υπέρβαση εξουσίας του δικάσαντος Δικαστηρίου το οποίο δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, την ένσταση του κατηγορουμένου περί παραγραφής του αξιοποίνου πράξεως και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
0
Αριθμός 2060/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, για αναίρεση της υπ'αριθ.18663/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. (E.) Ι. (I.) του Ι. Ο., ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 283/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ.232 Α' παρ.1 ΠΚ (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το αρθρ.23 παρ.2 Ν.3719/2008), όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 682 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των αρθρ.683 έως 703, τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Κατά δε το άρθρο 691 παρ.2 του αυτού Κώδικα, αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και, ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, έως την έκδοση της απόφασής του ή την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης. Από τις παραπάνω διατάξεις (των άρθρων 681 παρ.1 και 691 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτές γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην απόφαση ασφαλιστικών μέτρων "που ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κυρία υπόθεση" (ΚΠολΔ 695) και της προσωρινής διαταγής "που μπορεί να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του" (ΚΠολΔ 691 παρ.2). Με τις διατάξεις αυτές του ΚΠολΔ, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που εκδίδεται από το δικαστήριο και ισχύει προσωρινά, χωρίς να επηρεάζει την κυρία υπόθεση και προσωρινής διαταγής σχετικά με τα μέτρα, ώσπου να εκδοθεί η απόφασή του. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 700 παρ.2 ΚΠολΔ, η εκτέλεση του μέτρου που έχει διαταχθεί γίνεται χωρίς να εκδοθεί απόγραφο, με βάση αντίγραφο ή απόσπασμα της απόφασης που το διατάζει, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση αντιγράφου της. Στις περιπτώσεις όμως των άρθρων 728 και 731 έως 735 απαιτείται η επίδοση επιταγής, και άλλη πράξη εκτέλεσης δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν είκοσι τέσσερες ώρες από την επίδοσή της. Κατά την παρ.3 του αυτού άρθρου, οι προσωρινές διαταγές που αναφέρονται στο άρθρο 691 παρ.2 εκτελούνται μόλις καταχωριστούν κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, του Προέδρου του. Τέλος, κατά το άρθρο 735 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων από το γάμο και των σχέσεων γονέων και τέκνων ιδίως... "και να ρυθμίσει τα σχετικά με την επικοινωνία με το τέκνο. Συνεπώς, η προσωρινή διαταγή εκτελείται αμέσως, δηλαδή χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προδικασίας, χωρίς απόγραφο ή κοινοποίηση αντιγράφου στον καθ' ου η εκτέλεση ή προηγούμενη επίδοση επιταγής ή πάροδο οποιασδήποτε προθεσμίας, ενώ για την εκτέλεση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που ρυθμίζει τα σχετικά με την επικοινωνία του γονέα στον οποίο δεν ανήκει η γονική μέριμνα ή η επιμέλεια, με το ανήλικο, κοινό των διαδίκων, τέκνο (ΑΚ 1520), απαιτείται η προηγούμενη επίδοση επιταγής και πάροδος είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, από την επίδοσή της. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 232 Α' του ΠΚ, με τον να δεχθεί ότι στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του στοιχεία το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 232 Α' ΠΚ, για το οποίο την κήρυξε ένοχη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, καίτοι δεν είχε προηγηθεί επίδοση προς αυτήν της επίμαχης απόφασης προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες, πολύ δε περισσότερο δεν της επιδόθηκε επιταγή προς εκτέλεση, ώστε να προκύπτει εκ τούτου παράβαση και μη συμμόρφωση και πάροδος από αυτή 24 ωρών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Δικαστήριο για να στηρίξει την περί ενοχής κρίση του, στο σκεπτικό του διέλαβε κατά λέξη τα παρακάτω: "η κατηγορουμένη, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, αν και της είχε γνωστοποιηθεί η απόφαση με την οποία ρυθμιζόταν το δικαίωμα επικοινωνίας του πολιτικώς ενάγοντος με το κοινό ανήλικο τέκνο τους και οι συγκεκριμένες ημέρες και ώρες κατά τις οποίες θα πραγματοποιούταν η επικοινωνία αυτή, με το πρόσχημα ότι η ανήλικη παρακολουθούσε μαθήματα χορού, ζήτησε από τον ενάγοντα μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της να αναβάλει την επικοινωνία επί μια ώρα ωσότου το μάθημα να ολοκληρωθεί, στη συνέχεια όμως, χωρίς κανένα πρόσχημα, αρνήθηκε να παραδώσει το παιδί στον ενάγοντα. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη όπως κατηγορείται." Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη στις 18-3-2006, με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διαταγή δικαστή, με την οποία υποχρεώθηκε σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από την βούληση της. Συγκεκριμένα, παρότι η υπ' αριθμ. 42378/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διάταζε και ρύθμιζε την επικοινωνία του Ε. Ι. του Ι. με την ανήλικη θυγατέρα τους, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και ώρες και ειδικότερα "κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μηνός από ώρα 12.00 πρωινή του Σαββάτου μέχρι 21.00 απογευματινή της Κυριακής όταν ο Ε. Ι. του Ι. εμφανίστηκε στην οικία της, κατά την διαταχθείσα ημέρα και ώρα για να επικοινωνήσει με το παιδί του, η κατηγορούμενη αρνήθηκε να επιτρέψει την επικοινωνία, μη συμμορφούμενη προς την ως άνω απόφαση." Κατά συνέπεια, συντρέχει ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, καθόσον για την εφαρμογή του άρθρου 232 Α' ΠΚ, όπως αυτό για την εφαρμογή του, συνδυάζεται με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, αξιώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, λιγότερα στοιχεία, από όσα προβλέπει ο νόμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει ο ανωτέρω λόγος δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς νέα εκδίκαση, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, από αυτούς που δίκασαν την υπόθεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 18663/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 232 Α΄ ΠΚ. Μη συμμόρφωση σε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που ρύθμισε προσωρινά το δικαίωμα του μη έχοντος την επιμέλεια ή γονική μέριμνα πατέρα, με το ανήλικο τέκνο του, να επικοινωνεί με αυτό. Πότε υπάρχει παραβίαση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, που όρισε τον τρόπο επικοινωνίας του πατέρα, που δεν έχει την επιμέλεια, με το ανήλικο τέκνο του. Απαιτείται επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και πάροδος 24 ωρών από αυτή. Για την παραβίαση προσωρινής διαταγής, δεν απαιτείται προηγούμενη επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, ούτε πάροδος προθεσμίας από αυτή. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αφού δεν προηγήθηκε επίδοση προς τη μητέρα επιταγής προς εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, για προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του. Κατά τη γνώμη ενός (1) μέλους, δεν απαιτείται τέτοια επίδοση. Αναιρεί κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας. Παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση.
0
Αριθμός 2057/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ι. Σ. του Α., κατοίκου … και 2)Σ. Κ. του Γ., κατοίκου …., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Αργυρόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.7/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Απριλίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 626/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της υπ'αριθ.7/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, οι υπό κρίση από 19 Απριλίου 2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Ι. Σ. του Α. και του Σ. Κ. του Γ.. Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 (προσάρτηση παραρτημάτων) του ΠΔ 395/1994:Προδιαγραφές εξοπλισμού, ασφάλεια εργαζομένων" (89/655/ΕΟΚ) παρ.2 Γενικές ελάχιστες προδιαγραφές που ισχύουν για τον εξοπλισμό....23 "Για την εκτέλεση των εργασιών παραγωγής, ρύθμισης και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν ασφαλή πρόσβαση και παραμονή σε όλα τα σημεία όπου εργάζονται". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκείνων. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.7/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε κατ'έφεση, οι αναρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι σωματικής βλάβης από αμέλεια και επιβλήθηκε στον καθένα απ'αυτούς ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκαν ένοχοι διότι: "Στο 14° χλμ της Π.Ε.Ο. Βόλου-Λάρισας την 20-4-2005 και ώρα 18.00, ενώ ήταν υπόχρεοι από το επάγγελμα τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της παράλειψης τους με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σωματική κάκωση σε άλλον. Συγκεκριμένα, ενώ ο πρώτος ήταν Τεχνικός Διευθυντής του εργοστασίου του Χαλυβουργείου και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χαλυβουργία Θεσσαλίας Α.Σ.Ε.Ε." και ο δεύτερος υπεύθυνος βάρδιας του ανωτέρω εργοστασίου που λειτουργεί στο "Βελεστίνο Μαγνησίας και, ενώ είχαν υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2.23 ΠΔ 395/94, να λάβουν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους έτσι ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν ασφαλή πρόσβαση και παραμονή σε όλα τα σημεία όπου χρειάζεται για την εκτέλεση των εργασιών παραγωγής, ρύθμισης και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, αυτοί δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους αυτή, καθόσον δεν προέβηκαν σε μόνιμη κατασκευή (παταριού) προκειμένου να εκτελούνται οι εργασίες καθαρισμού στα ψηλά σημεία, με αποτέλεσμα κατά τη στιγμή που ο εργαζόμενος στο ανωτέρω εργοστάσιο Κ. Μ. του Ι. βρίσκονταν πάνω σε σιδερένια σκάλα προκειμένου να προσεγγίσει σημείο που βρίσκονταν σε ύψος, πατώντας με το ένα πόδι του στη σκάλα και με το άλλο σε υπάρχον δοκάρι του υπογείου, και επιχειρούσε με την χρήση οξυγονοκοπής να κόψει το συσσωρευμένο μέταλλο, να πέσει ένα κομμάτι από μέταλλο στη σκάλα την οποία και παρέσυρε, με περαιτέρω συνέπεια ο ανωτέρω παθών να πέσει στο έδαφος και να τραυματισθεί αφού υπέστη " θλαστικό κεφαλής -κάκωση στέρνου". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι στο 14° χλμ της Π.Ε.Ο. Βόλου-Λάρισας την 20-4-2005 και ώρα 18.00, έγιναν υπαίτιοι από αμέλεια του ακόλουθου εργατικού ατυχήματος: ο πρώτος ήταν Τεχνικός Διευθυντής του εργοστασίου του Χαλυβουργείου και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χαλυβουργία Θεσσαλίας Α.Σ.Ε.Ε." και ο δεύτερος υπεύθυνος βάρδιας του ανωτέρω εργοστασίου που λειτουργεί στο "Βελεστίνο Μαγνησίας. Ενώ λοιπόν είχαν υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2.23 ΠΔ 395/94, να λάβουν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους έτσι ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν ασφαλή πρόσβαση και παραμονή σε όλα τα σημεία όπου χρειάζεται για την εκτέλεση των εργασιών παραγωγής, ρύθμισης και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, αυτοί δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους αυτή, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ενός εργαζομένου. Ειδικότερα, δεν προέβησαν σε μία μόνιμη και αν αυτό δεν ήταν τεχνικά εφικτό σε μία προσωρινή κατασκευή (παταριού) ή σκάλας προκειμένου να εκτελούνται οι εργασίες καθαρισμού στα ψηλά σημεία, με αποτέλεσμα κατά τη στιγμή που ο εργαζόμενος στο ανωτέρω εργοστάσιο Κ. Μ. του Ι. βρίσκονταν πάνω σε σιδερένια σκάλα προκειμένου να προσεγγίσει σημείο που βρίσκονταν σε ύψος, πατώντας με το ένα πόδι του στη σκάλα και με το άλλο σε υπάρχον δοκάρι του υπογείου, και επιχειρούσε με την χρήση οξυγονοκοπής να κόψει το συσσωρευμένο μέταλλο, να πέσει ένα κομμάτι από μέταλλο στη σκάλα την οποία και παρέσυρε, με περαιτέρω συνέπεια ο ανωτέρω παθών να πέσει στο έδαφος και να τραυματισθεί αφού υπέστη " θλαστικό κεφαλής - κάκωση στέρνου". Με αυτά που, από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή τους, και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ.1α, 315 παρ.1β ΠΚ και 9 ΠΔ 395/1994 που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι με την παραδοχή ότι το εγκληματικό αποτέλεσμα οφείλεται στην παράλειψη και των δύο κατηγορουμένων να προβούν σε μόνιμη κατασκευή παταριού και αν αυτό δεν ήταν τελικά εφικτό σε προσωρινή κατασκευή ή σκάλας, δεν δημιουργείται ασάφεια, αλλά αντιθέτως, τονίζονται οι παραλείψεις των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.3 23 του Π.Δ.395/1994. Περαιτέρω δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, στο οποίο (διατακτικό) δεν αναφέρεται ως παράλειψη των κατηγορουμένων η κατασκευή προσωρινού παταριού ή σκάλας, αφού σκεπτικό και διατακτικό παραδεκτά αλληλοσυμπληρούνται, η δε μη προσθήκη των άνω φράσεων στο διατακτικό προδήλως σε παραδρομή οφείλεται. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ ταυτόσημοι λόγοι (δεύτεροι) των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους αιτιώνται οι αναιρεσείοντες έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.1 του ΚΠοινΔ "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ.2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δ κατηγορούμενο στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠοινΔ. γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, "κάθε διάδικος δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ποινική διαδικασία με περισσότερους από δύο συνηγόρους στην προδικασία και τρεις στο ακροατήριο". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έχει υποχρέωση να δώσει τελευταία το λόγο περί ενοχής ή μη στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του. Αν δε συμπαρίστανται με τον κατηγορούμενο δύο συνήγοροι και λάβει το λόγο ο ένας απ' αυτούς, από την παράλειψη της δόσεως του λόγου περί ενοχής στον δεύτερο συνήγορο του δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα κατά την επ'ακροατηρίου διαδικασία (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠοινΔ), είναι δυνατόν όμως να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β', δηλαδή για σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε κατά τα άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ, εάν ζητηθεί ο λόγος από το δεύτερο συνήγορο και δεν του δοθεί, για να υποστηρίξει τον κατηγορούμενο καθ'όν τρόπο νομίζει συμφερότερον δι' εκείνον. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ.7/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, κατά την έναρξη της διαδικασίας, που ήταν παρόντες, διόρισαν ως συνηγόρους τους για να τους υπερασπισθούν από κοινού τους δικηγόρους Γρηγόριο Δαρμάρο δικηγόρο του Δ.Σ.Αθηνών και τον Παναγιώτη Σκοτινιώτη δικηγόρο του Δ.Σ.Βόλου. Στη συνέχεια, ο διευθύνων τη συζήτηση του άνω δικαστηρίου, μετά τη κήρυξη από τον ίδιο της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση του Εισαγγελέως επί της ενοχής των κατηγορουμένων, "ο ένας εκ των δύο συνηγόρων, αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπισή τους και ζήτησε την απαλλαγή τους, άλλως την αναγνώριση ελαφρυντικών". Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι αγόρευσε ο ένας από τους δύο δικηγόρους των αναιρεσειόντων, όχι και ο δεύτερος ο οποίος δεν ζήτησε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση άρνησής του, από το Δικαστήριο, αρκεσθείς προδήλως σ'αυτά που ο αγορεύσας συναδελφός του εδήλωσε, μη έχοντας να προσθέσει πέραν των όσων ο προλαλήσας συναδελφός του ανέφερε. Άλλωστε, στις αιτήσεις δεν προσδιορίζεται ποίος εκ των δύο συνηγόρων των αναιρεσειόντων δεν αγόρευσε και ότι ο μη αγορεύσας δεν καλύφθηκε πλήρως από την αγόρευση του ετέρου συνηγόρου. Επομένως, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α'του ΚΠοινΔ, ταυτόσημοι πρώτοι λόγοι των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, για τον άνω λόγο απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου της Προεδρευούσης Αιμίλιας Λίτινα και του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Τσόλια, οι άνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί για τους κάτωθι λόγους: Σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ.1 του ΚΠΔ, κάθε διάδικος δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ποινική διαδικασία στο ακροατήριο με περισσότερους από τρείς συνηγόρους. Επιπλέον, κατά το άρθρο 340 παρ.1 του ΚΠΔ, ο πρόεδρος του δικαστηρίου σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, διορίζει στον κατηγορουμένο που δεν έχει συνήγορο με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία δύο ή και τρείς συνηγόρους από τον οικείο πίνακα. Από τις ανωτέρω διατάξεις αναγνωρίζεται η σημασία που έδωσε ο νομοθέτης στην εκπλήρωση του δικαιώματος κάθε διαδίκου, και ιδίως του κατηγορουμένου, στην αποτελεσματική υπεράσπισή του (βλ. για τον κατηγορούμενο και άρθρο 6 παρ.3 στ.β'της ΕΣΔΑ, ως ειδικότερης έκφανσης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη), η οποία πραγματώνεται και με την εκπροσώπηση του από περισσότερους συνηγόρους, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Η αναγωγή δε του δικαιώματος εκπροσώπησης από περισσότερους του ενός συνηγόρους στο καθαυτό υπερασπιστικό δικαίωμα δεν μπορεί παρά να επιφέρει, σε περίπτωση μη τήρησης των σχετικών διατάξεων, την απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ'του ΚΠΔ (και expressis verbis), αφού ο όρος υπεράσπιση ορθότερο είναι να ερμηνεύεται lato sensu. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά και από τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.2 του ΚΠΔ. Πράγματι, από τον ρητό περιορισμό του δικαιώματος δευτερολογίας σε ένα μόνο πρόσωπο (του κατηγορουμένου ή ένα συνήγορό του) διαφαίνεται ότι όπου η βούληση του νομοθέτη ήταν να περιορισθεί ο αριθμός των προσώπων που αγορεύουν, αυτή εκφράστηκε ρητά (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής). Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλόμενης απόφασης ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων διόρισε ως συνηγόρους του τον δικηγόρο Αθηνών Γρηγόριο Δαρμάρο και τον δικηγόρο Βόλου Παναγιώτη Σκοτινιώτη, οι οποίοι ήσαν παρόντες και δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο ένας απ'αυτούς αποχώρησε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, με το να δοθεί ο λόγος στον έναν μόνο από τους παραπάνω συνηγόρους από τον Προεδρεύοντα Εφέτη, ο κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος υπεράσπισής του και συνεπώς δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας. Όμως, ενόψει του ότι η παρούσα απόφαση, ως προς τους άνω ταυτόσημους λόγους, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει, οι άνω λόγοι να παραπεμφθούν υποχρεωτικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1 και 2 του Ν.1756/1988 (όπως αντικαταστάθηκαν η παρ.1 με το άρθρο 16 παρ.1 του Ν.2331/1993 και η παρ.2 με το άρθρο 3 παρ.6 του Ν.2479/1997) και 3 παρ.3 του Ν.3810/1957, η οποία έχει διατηρηθεί σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Για τους λόγους αυτούς Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτους λόγους των από 19 Απριλίου 2010 δύο αιτήσεων αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας, όπως στο σκεπτικό ειδικότερα διαλαμβάνεται. Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 19 Απριλίου αιτήσεις των Ι. Σ. του Α. και Σ. Κ. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.7/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δυο αιτήσεων αναιρέσεως. Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπομπή στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου οι ταυτόσημοι λόγοι, περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, εκ της αγορεύσεως μόνον του ενός εκ των δύο συνηγόρων των κατηγορουμένων που ακολούθησαν κοινή υπερασπιστική τακτική, διότι η απόφαση ως προς τους άνω λόγους, ελήφθη με πλειοψηφία μιας ψήφου.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Παραπομπή στην Ολομέλεια.
1
Αριθμός 2054/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κορμπάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1243/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ρ. Γ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 588/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση. Εν προκειμένω, με την 65630/2009 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε φυλάκιση 10 μηνών, για α) ψευδή καταμήνυση, β) ψευδορκία μάρτυρος και γ) συκοφαντική δυσφήμηση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση και με την 12343/2010 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική φυλάκιση 8 μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση. Προκειμένου να οδηγηθεί το Εφετείο στην ανωτέρω καταδικαστική του απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τα ακόλουθα: "Από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν, τα πρακτικά και την εκκαλούμενη απόφαση, καθώς και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο σύζυγος της εγκαλούσας, Ι. Α., είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Α. Μ. Ο.Ε." και του ήδη κατηγορουμένου Ι. Μ. την υπ' αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 9732/1999 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 3.000.000 δραχμών με βάση την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως την 30.11.1994, ποσού 3.000.000 δραχμών, πληρωτέα επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας επιταγής αυτός (ενάγων) είχε γίνει νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση από την εκδότρια εταιρεία. Με την υπ' αριθ. 2814/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, η δε έφεση των εναγομένων απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 5663/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την παραπάνω απόφαση έγινε δεκτό ότι η ως άνω επιταγή κάλυπτε νόμιμη απαίτηση του ενάγοντος Ι. Α. από δάνειο, ενώ δεν αποδείχθηκε καμία αλλοίωση της χρονολογίας έκδοσης αυτής. Μάλιστα, με την υπ' αριθ. 4229-4230/29.3.2000 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο ως άνω Ι. Α. κηρύχθηκε αθώος της αποδοθείσας σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας (νόθευσης χρονολογίας έκδοσης) της ανωτέρω επιταγής, επίσης, ο Ι. Α. είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη κατηγορουμένου Ι. Μ. την υπ' αριθ. καταθέσεως 517/1999 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 9.000.000 δραχμών με βάση την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως την 30.4.1994, ποσού 9.000.000 δραχμών, πληρωτέα επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας επιταγής αυτός (ενάγων) είχε γίνει νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση από τον πρώτο (εκδότη). Με την υπ' αριθ. 1338/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και υποχρεώθηκαν οι διάδικοι να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Μετά ταύτα, στα πλαίσια των διεξαγόμενων αποδείξεων την 1.3.2002 εξετάστηκε ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστή Αναστασίας Σιώμου, μετά από πρόταση του ως άνω ενάγοντος, η σύζυγος του Ρ. Γ., η οποία κατέθεσε τα εξής: "Τα χρήματα αυτά ο κ. Α. τα έδωσε στον Μ. το 1993. Η καταβολή δεν έγινε εφάπαξ, αλλά τμηματικά και μπορεί να ήταν Μάιο μπορεί και Ιούνιο, σταδιακά δηλαδή...Την επιταγή την έδωσε στο τέλος του 1993... Παρά το γεγονός ότι χρωστούσε στην εταιρεία μας ο Μ. παρακάλεσε το σύζυγο μου να του δανείσει ακόμη 12.000.000 δραχμές...Κάθε φορά που κατέβαλε τα χρήματα, έκανε ανάλογες αναλήψεις από την Τράπεζα". Μετά ταύτα ο ήδη κατηγορούμενος άσκησε κατά της πιο πάνω μάρτυρα Ρ. συζ. Ι. Α. το γένος Γ. του Κ., την παρούσα μήνυση του (με ημερομηνία καταθέσεως την 14.5.2002), αποδίδοντας της ότι αυτή εν γνώσει της κατέθεσε τα ανωτέρω γεγονότα, που ήσαν κατά τους ισχυρισμούς του ψευδή. Στη συνέχεια, η τελευταία με την υπ' αριθ. 55349/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε αθώα για την αποδοθείσα σ' αυτή αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Πλην όμως όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο περί ψευδορκίας της παραπάνω μάρτυρα ήσαν ψευδή, αυτός δε προέβη εν γνώσει του στη μήνυση αυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της τελευταίας, καθώς και να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη αυτής, ενώ επίσης ψευδώς επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της πιο πάνω μηνύσεως του. Από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες δύο επιταγές δόθηκαν στον Ι. Α. από τον κατηγορούμενο για την κάλυψη δανείου που είχε δοθεί προς αυτόν καθώς και ότι δεν είχε λάβει χώρα καμία αλλοίωση της ημερομηνίας εκδόσεως τους εκ μέρους του πρώτου, τα γεγονότα δε αυτά γνώριζε σαφώς ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα αναφερόμενα στην υπ' αριθ. 2844/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τούτο δε, διότι η εκτιθέμενη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων Ρ. Γ. και Ι. Α. έλαβε χώρα κατά τα έτη 1997 και 1998 και δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα κατηγορία και σχέση μεταξύ των διαδίκων, που τοποθετείται χρονικά στα έτη 1993 και 1994. Κατ' ακολουθίαν τούτων, στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως του ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι α) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας, έγγραφα, πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ότι έλαβε υπόψη του και τους μάρτυρες υπερασπίσεως (Κ. και Γ.). Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις των Κ. και Γ., οι οποίοι φέρονται ως μάρτυρες κατηγορίας, διότι ως τέτοιοι έχουν κληθεί από τον Εισαγγελέα, ως εξετασθέντες προανακριτικώς. Σε κάθε δε περίπτωση, από τα πρακτικά της εκκαλούμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε μάρτυρες υπερασπίσεως, β) Αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι ο αναιρεσείων "ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων", χωρίς να προσδιορίζονται οι τρίτοι. Και ως προς το σκέλος αυτό, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός έγινε ενώπιον του Εισαγγελέως πλημμελειοδικών, των προανακριτικών υπαλλήλων και των δικαστικών υπαλλήλων, και γ) Στο αιτιολογικό αναφέρεται "μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας" και στο διατακτικό "είχε σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της", ήτοι κατά τον αναιρεσείοντα οι δύο αυτές φράσεις περιέχουν αντίφαση. Και ως προς το σημείο αυτό ο λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ των φράσεων αυτών. Αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι και ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα με τον λόγο αυτό ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι οι πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, έλαβαν χώρα στις 14 Μαΐου 2002 και η έγκληση υποβλήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2010, ενώ έπρεπε να υποβληθεί μέχρι τις 14.8.2002 και το Δικαστήριο αντί να την κηρύξει απαράδεκτη (ως προς την συκοφαντική δυσφήμηση), προχώρησε στην καταδίκη και για την πράξη αυτή. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προανακριτικής καταθέσεως της εγκαλούσας ενώπιον του πταισματοδίκη, η εγκαλούσα κατέθεσε "έλαβα γνώση όταν προσήλθα στο Πταισματοδικείο Χαλανδρίου στις 30.9.2002". Επομένως εμπροθέσμως υποβλήθηκε η έγκληση για την συκοφαντική δυσφήμηση στις 10 Οκτωβρίου 2010, αφού ως αφετηρία για την προθεσμία της υποβολής της εγκλήσεως, λαμβάνεται η ημέρα που έλαβε ο δικαιούμενος γνώση της πράξεως που τελέσθηκε και του προσώπου που την τέλεσε (άρθρο 117 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα). Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαράδεκτη. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, την οποία προέβαλε επίσης με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι δηλαδή το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι δύο επιταγές δόθηκαν για κάλυψη δανείου 12.000.000 δραχμών, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι ήσαν επιταγές ευκολίας είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, διότι με αυτήν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι δύο ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' περ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... κατά της 1243/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση του Ν. 2472/1997. Έννοια αρχείου. Παράδοση αντιγράφου μηνύσεως, της οποίας είχε προηγηθεί ανάκληση και θέση στο Αρχείο της Εισαγγελίας, με συνημμένα αντίγραφα υπομνημάτων, τα οποία περιείχαν προσωπικά δεδομένα φυσικών προσώπων και στη συνέχεια, πρωτοκόλληση αυτής στο γενικό Πρωτόκολλο του Πανεπιστημίου, όπου υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση από τρίτους, στοιχειοθετεί την αξιόποινη αυτή πράξη. Ορθά το δικαστήριο δεν απάντησε επί αυτοτελών ισχυρισμών περί πραγματικής και συγγνωστής νομικής πλάνης, οι οποίοι είχαν προβληθεί αορίστως. Όχι υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Όχι υποχρέωση του δικαστή, μετά την απολογία ενός κατηγορουμένου, να δώσει, χωρίς αίτηση των λοιπών κατηγορουμένων ή του συνηγόρου τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη με την ΕΣΔΑ. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας συνημμένων σε έγγραφο που αναγνώσθηκε. Την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα, εάν αυτός δεν τον ζητήσει, επί ισχυρισμού, ο οποίος έχει προβληθεί μετά την αγόρευση του εισαγγελέα επί της ενοχής του κατηγορουμένου. Απόρριψη αιτήσεων αναιρέσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Πλάνη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2053/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέας Τσόλιας, Νικόλαος Κωνσταντόπουλος, Παναγιώτης Ρουμπής και Ιωάννης Γιαννακόπουλος - Εισηγητής, σύμφωνα με την 104/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1. Β. Μ. του Κ., κάτοικο … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κατσέλη και 2. Ε. Λ. του Ε., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΑΤ8032/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Β. κάτοικο … που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και των αναιρεσειόντων - κατηγορούμενων ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Σεπτεμβρίου 2010 και 3 Σεπτεμβρίου 2010 αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, καθώς και στους από 15 Νοεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους της Ε. Λ., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1207/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 1.9.2010 (με αριθ. πρωτ. 7027/2010) του Β. Μ. του Κ. και 2) η από 3.9.2010 (με αριθ. πρωτ. 7200/2010) της Ε. Λ. του Ε. μετά του από 15.11.2010 δικογράφου προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 19.11.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), για αναίρεση της υπ` αριθ. ΑΤ 8032/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Ο νόμος 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως υπογραμμίζεται στην εισηγητική έκθεσή του, θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του κοινού νομοθέτη, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1,9 και 19 του Συντάγματος, που ανάγουν την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, προστατεύουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και διασφαλίζουν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς και το απόρρητο των επικοινωνιών του. Παράλληλα, όμως, η θέσπιση των ρυθμίσεων του νόμου τούτου ήταν επιβεβλημένη και ενόψει των προβλεπόμενων στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24 Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Η οδηγία αυτή, όπως προκύπτει από το προοίμιό της, αποβλέπει στην εναρμόνιση των κρατών μελών, ώστε με την εγκαθίδρυση και λειτουργία της κοινοτικής εσωτερικής αγοράς να κατοχυρώνεται όχι μόνο η δυνατότητα κυκλοφορίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αλλά και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Το κεφάλαιο Α του εν λόγω νόμου 2472/1997, όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, (άρθρα 1-3) επιγράφεται ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ οι οποίες αναφέρονται στο αντικείμενο του νόμου, τους σχετικούς ορισμούς και το πεδίο εφαρμογής του. Έτσι, κατά το άρθρο 1 του νόμου τούτου, αντικείμενο αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:.....ε) Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Στο δε άρθρο 5§§1 και 2 καθορίζονται οι προϋποθέσεις επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, η οποία επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, και δεν θίγονται θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Το άρθρο 22 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ' αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες. Ειδικότερα, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Οι ποινικές κυρώσεις, όπως άλλωστε είναι φυσικό, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις του άρθρου 22 παρ. 5, το οποίο ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "Αρχείων προσωπικών δεδομένων". Έτσι, κατά την παράγρ. 1 του άρθρου 22 γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία Αρχείου προσωπικών δεδομένων, κατά την παρ. 2 η διατήρηση "Αρχείου" χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της αρχής, κατά την παρ. 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια από αυτήν διασύνδεση αρχείων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "Αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ' άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται ή από το Δημόσιο ή από ενώσεις προσώπων ή φυσικά πρόσωπα, β) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ενώ ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θεωρούνται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων και ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή. Από το συνδυασμό, λοιπόν, των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με το οποίο απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι, όμως, και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 2§2 εδ. α και 22§4 του ανωτέρω ν. 2472/1997 σε βάρος των Κ. Π. και Γ. Β., πράξη που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα, τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Η εταιρία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΦΑΛΗΡΕΑ ΑΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει η 1η κατηγορουμένη Ε. Λ. ασχολείται...Το έτος 2002 η εν λόγω εταιρία, δυνάμει συμβάσεων που κατήρτισε με το Πανεπιστήμιο Πειραιώς, ανέλαβε τις υπηρεσίες στέγασης 120 απόρων φοιτητών και διέθεσε προς τούτο 94 κλίνες στο ξενοδοχείο "Φαληρέας" και 26 κλίνες στο ξενοδοχείο "Τζέρρυ`ς", έναντι μηνιαίου μισθώματος 400.000 δρχ. μηνιαίως, το οποίο κατέβαλλε το Πανεπιστήμιο. Το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2002 οι φοιτητές που διέμεναν στα μισθωμένα δωμάτια των ως άνω ξενοδοχείων κυκλοφόρησα φέι βολάν, όπου έξαναν λόγο για άθλιους όρους διαβίωσής τους σ` αυτά. Κατόπιν τούτου η εταιρία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΦΑΛΗΡΕΑ ΑΕ" κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς την από 6.11.2002 μήνυσή της, την οποία απηύθυνε κατά "αγνώστων δραστών, αυτουργών, συναυτουργών και ηθικών αυτουργών, αμέσων ή και απλών συνεργών". Στη συνέχεια δε μα τα από 9.12.2002 και 20.1.2003 συμπληρωματικά υπομνήματά της η εταιρία αναφερόταν και στους καθηγητές Κ. Π. και Γ. Β., ήδη μηνυτές, αφήνοντας σαφείς υπόνοιες ότι αυτοί, υποκινώντας τους φοιτητές σε δυσφημιστικές για την εταιρία εκδηλώσεις, ήταν οι ηθικοί αυτουργοί της εναντίον της συκοφαντικής δυσφήμησης από τους συγκεκριμένους πια φοιτητές. Με βάση τα υπομνήματα αυτά ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά τριών φοιτητών και κατά των μηνυτών καθηγητών Κ. Π. και Γ. Β.υ, ως ηθικών αυτουργών της συκοφαντικής δυσφήμησης....η ασκηθείσα...ποινική δίωξη...έπαυσε οριστικά με βούλευμα του Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, μετά την ανάκληση της υποβληθείσης εγκλήσεως. ...Κατόπιν αυτού η σχετική δικογραφία ετέθη στο Αρχείο της Εισαγγελίας...Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εταιρία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΦΑΛΗΡΕΑ ΑΕ" στις 31.7.2003, κατόπιν συνεννοήσεως με το 2ο κατηγορούμενο, τότε Πρύτανη του Πανεπιστημίου, παρέδωσε δια του νομικού της συμβούλου Γ. Λ. (συζύγου της νομίμου εκπροσώπου της) σ` αυτόν (πρύτανη) έναν κλειστό φάκελο με διαβιβαστικό έγγραφο, υπογεγραμμένο από την1η κατηγορουμένη Ε. Λ., προκειμένου να πρωτοκολληθεί κατά τα συμφωνηθέντα στο πρωτόκολλο του Πανεπιστημίου. Ειδικότερα τα διαβιβασθέντα έγγραφα ήταν: 1) μια επιστολή απευθυνομένη προς τον Πρύτανη, με την οποία η ως άνω εταιρία ενημέρωνε αυτόν για την εξέλιξη της υπόθεσης, την ανάκληση της έγκλησης για συκοφαντική δυσφήμηση και την παύση των ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν κατά των φοιτητών αι των καθηγητών - μηνυτών και 2) τα σχετικά έγγραφα (αντίγραφα της σχετικής μηνύσεως και των συμπληρωματικών της υπομνημάτων), στα οποία αναφερόταν η ανάκληση και τα οποία αποτελούσαν το περιεχόμενο της τεθείσας, μετά τη γενομένη ανάκληση, στο Αρχείο της Εισαγγελίας δικογραφίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι καθ` υπόδειξη του Πρύτανη πρωτοκολλήθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους την 1.8.2003 με αριθμό … το διαβιβασθέν από 31.7.2003 έγγραφο, στο Γενικό και όχι στο Εμπιστευτικό Πρωτόκολλο του ίδιου του Πρύτανη, μολονότι τα σχετικά έγγραφα αποτελούσαν προσωπικά δεδομένα των μηνυτών....Στην προκειμένη περίπτωση από όλα όσα παραπάνω εκτέθηκαν προκύπτει η τέλεση της αποδιδόμενης στην1η κατηγορουμένη 2ης πράξης καθώς και της αποδιδόμενης στο δεύτερο κατηγορούμενο πράξης. Πιο συγκεκριμένα η 1η κατηγορουμένη, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΦΑΛΗΡΕΑ ΑΕ", αφού ήλθε σε συνεννόηση με το 2ο κατηγορούμενο, τότε Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιώς, παρέδωσε σ` αυτόν αντίγραφα της από 6.11.2002 μηνύσεώς της κατ` αγνώστων δραστών και των από 9.12.2002 και 20.1.2003 συμπληρωματικών αυτής υπομνημάτων, στα οποία η εταιρία αναφερόταν και στους καθηγητές του Πανεπιστημίου Κ. Π. και Γ. Β. αφήνοντας σαφείς υπόνοιες ότι αυτοί ήταν οι ηθικοί αυτουργοί της σε βάρος της συκοφαντικής δυσφήμησης, και τα οποία αποτελούσαν περιεχόμενο της, τεθείσας, μετά την προαναφερόμενη ανάκληση, της μηνύσεως στο Αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Ακολούθως ο 2ος κατηγορούμενος τα παραδοθέντα σ` αυτόν έγγραφα, που αποτελούσαν προσωπικά δεδομένα των ως άνω καθηγητών, τα παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους της Γραμματείας, οι οποίοι έλαβαν γνώση αυτών και καθ` υπόδειξή του τα καταχώρησαν στο Γενικό Πρωτόκολλο, που λειτουργεί ως Αρχείο του Πανεπιστημίου, επιτρέποντας έτσι στους τρίτους την ελεύθερη πρόσβαση σ` αυτά, δεδομένου ότι επρόκειτο για το χώρο εργασίας τους, όπου ήταν γνωστή η συναλλαγή μεταξύ του Πανεπιστημίου και της ξενοδοχειακής εταιρίας με το όνομα της οποίας θα ανευρίσκονταν τα ως άνω έγγραφα. Οι προαναφερόμενες πράξεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων αποτελούν παράνομα κατά τα άρθρα 4 και 5 του Ν. 2472/1997 επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των ως άνω καθηγητών, αφού έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή τους και χωρίς να συντρέχει καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 για την κοινοποίησή τους από τον υπεύθυνο επεξεργασίας (εταιρία ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΦΑΛΗΡΕΑ ΑΕ) στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου και την εν συνεχεία από αυτόν (Πρύτανη) καταχώρησή τους στο Αρχείο του Πανεπιστημίου. Ειδικότερα για πρώτη φορά έμαθαν τα υποκείμενα της επεξεργασίας για την γνωστοποίηση και πρωτοκόλληση των εγγράφων αυτών τον 5ο του 2004, όταν κοινοποιήθηκαν αυτά ανωνύμως, τόσο στους ίδιους όσο και σε άλλους παράγοντες του Πανεπιστημίου, ενώ δεν δικαιολογείται οποιοδήποτε έννομο συμφέρον αυτών για την ως άνω παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των καθηγητών. Ο προβαλλόμενος δε από την 1η κατηγορουμένη ισχυρισμός ότι παρέδωσε τα επίδικα έγγραφα στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, προκειμένου να τον ενημερώσει για την γενομένη ανάκληση της μηνύσεως της εταιρίας της, ώστε να της καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό μισθωμάτων, δεν είναι αξιολογήσιμος, καθόσον, εφόσον υφίστατο αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως εκ μέρους του Πανεπιστημίου μπορούσε άνευ ετέρου να ασκήσει κατ` αυτού τα νόμιμα δικαιώματά της, πράγμα που άλλωστε και έπραξε, καταθέτοντας εναντίον του σχετική αγωγή. Ούτε βέβαια από την πλευρά του Πρύτανη δικαιολογείται με βάση τα προεκτεθέντα κάποιο έννομο συμφέρον του Πανεπιστημίου, το οποίο εκπροσωπούσε, αφού η τυχόν οφειλή του προς την εκμισθώτρια ξενοδοχειακή εταιρία δεν μπορεί να συνδεθεί με την υποβληθείσα στην Εισαγγελία δήλωση ανακλήσεως της από 6.11.2002 μηνύσεως, που αφορά άσχετα θέματα. Αντίθετα, από όλα όσα παραπάνω εκτέθηκαν προκύπτει ότι ο μόνος λόγος των ως άνω παράνομων ενεργειών των κατηγορουμένων ήταν η προσβολή της υπολήψεως των μηνυτών - καθηγητών....". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της λήψεως γνώσεως και ανακοινώσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα Ε. Λ. παρέδωσε στον αναιρεσείοντα Β. Μ., καθ` υπόδειξη αυτού, αντίγραφα της ειρημένης μηνύσεως και των υπομνημάτων, τα οποία περιείχαν προσωπικά δεδομένα των καθηγητών Κ. Π. και Γ. Β., που αφορούσαν την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση, ο τελευταίος δε τα παρέδωσε για πρωτοκόλληση όχι στο Εμπιστευτικό Πρωτόκολλο του ιδίου, αλλά στο Γενικό Πρωτόκολλο, το οποίο αποτελούσε Αρχείο του Πανεπιστημίου, όπου υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση από τρίτους, οι οποίοι, έτσι, θα μπορούσαν να λάβουν γνώση του περιεχομένου της μηνύσεως και των υπομνημάτων, παρά το ότι είχε γίνει ανάκληση της μηνύσεως και είχε τεθεί αυτή στο Αρχείο της Εισαγγελίας. Εκτίθεται, ακόμη, ότι η ενέργεια αυτή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (αφού οι πληροφορίες που περιέχονταν στα ως άνω έγγραφα είχαν ή επρόκειτο να περιληφθούν σε αρχείο, το οποίο συνιστά το Αρχείο της Εισαγγελίας και το Γενικό Πρωτόκολλο του Πανεπιστημίου), για την οποία δεν δικαιολογείτο έννομο συμφέρον αυτών, αλλά σκοπός τους ήταν η προσβολή της υπολήψεως των παραπάνω καθηγητών, έγινε δε χωρίς τη συγκατάθεση των παθόντων καθηγητών και χωρίς να συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 5§2 του ν. 2472/1997. Προς επίρρωση δε των ανωτέρω, αναφέρεται και ο τρόπος, κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση των παθόντων το γεγονός της επεξεργασίας, ήτοι ότι τα ως άνω έγγραφα κοινοποιήθηκαν ανωνύμως τόσο στους ιδίους όσο και σε άλλους παράγοντες του Πανεπιστημίου. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, μοναδικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Β. Μ. και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Ε. Λ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι και την υπ` αριθ. 147/2001 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, υποστηρίζουν τα αντίθετα, συνοψιζόμενα στο ότι οι ως άνω πληροφορίες δεν θεωρούνται δεδομένα, γιατί περιήλθαν σε γνώση τους χωρίς να ερευνήσουν κάποιο αρχείο, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί το ανακριτικό ή προανακριτικό υλικό που περιέχεται στο φάκελο δικογραφίας εκκρεμούς δίκης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Β. Μ. ότι απορρίφθηκε, χωρίς αιτιολογία, ο αυτοτελής ισχυρισμός του ότι η Υπηρεσία Πρωτοκόλλου, ενεργώντας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2960/1999, καταχώρησε το έγγραφο στο πρωτόκολλο, χορήγησε τη βεβαίωση για την καταχώρηση του εγγράφου και παρέδωσε αυτά μέσω της Διεύθυνσης Διοικητικού στο αρμόδιο Διοικούν Όργανο προς το οποίο απευθυνόταν το έγγραφο, δηλαδή τον Πρύτανη, είναι αβάσιμη, γιατί ο ισχυρισμός αυτός είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Παρά ταύτα, από το σύνολο των παραδοχών του και δη από την παραδοχή του σκοπού, για τον οποίο τελέστηκε η πράξη, ο οποίος συνάγεται και από το ότι τα ως άνω έγγραφα δεν καταχωρήθηκαν στο Εμπιστευτικό Πρωτόκολλο του ίδιου του Πρύτανη, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αξιολόγησε και τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε. Η διάταξη του άρθρου 30§1 του ΠΚ ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Περαιτέρω, η παρ. 2 του άρθρου 31 ΠΚ με τον τίτλο "νομική πλάνη" ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλλε ο αυτουργός δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως. Το αρμόδιο δικαστήριο συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως που αναφέρονται στην ατομικότητα του δράστη. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί πραγματικής ή συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή του οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην απαλλαγή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Ε. Λ. πρότεινε, δια της συνηγόρου της, εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικά τον ισχυρισμό ότι η πράξη που της αποδίδεται δεν πρέπει να της καταλογισθεί, γιατί η οποιαδήποτε ενέργειά της ήταν αποτέλεσμα πραγματικής, άλλως συγγνωστής νομικής πλάνης, η οποία συνίστατο στο ότι: "Δεν έστειλε την επιστολή με τα συνημμένα έγγραφα στο πρωτόκολλο του Πανεπιστημίου, αλλά προσωπικώς και εμπιστευτικώς στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, σε κλειστό φάκελο, για προσωπική και μόνο ενημέρωσή του, μετά από αίτημά του. Στα πλαίσια της δικαστικής διένεξης αυτής και εφόσον τα στοιχεία αυτά είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί - κατατεθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, είχε την πεποίθηση ότι μπορούσε να ενημερώσει τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, ως προς την τύχη μήνυσης, που είχε ασκήσει κατ' αγνώστων και η οποία οδήγησε στην άσκηση ποινική δίωξης κατά. τριών φοιτητών, όχι για να ανακοινώσει σε τρίτους προσωπικά δεδομένα, αλλά προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα της εταιρίας της. Από εκεί και ύστερα, ούτε γνώριζε, ούτε είχε φυσικά πρόθεση να ανακοινώσει τα εν λόγω έγγραφα σε όλο το Πανεπιστήμιο. Ενόψει δε του γεγονότος ότι, όπως παραδέχονται αμφότεροι οι μάρτυρες κατηγορίας, αυτή δεν είχε την παραμικρή ουσιαστική ανάμειξη στη διακίνηση των εν λόγω εγγράφων, ενώ δεν είναι και νομικός, η οποιαδήποτε ενέργειά της είναι αποτέλεσμα πλάνης, πραγματικής (αφού αγνοούσε τα περιστατικά της πράξεως, που της αποδίδεται), διαφορετικά νομικής, που είναι και συγγνωστή (αφού, ό,τι έγινε, έγινε, ουσιαστικώς, από τον σύζυγό της, δικηγόρο Γ. Λ. και κατά συμβουλή του), ώστε, για αμφότερους τους δυο αυτούς λόγους, η πράξη δεν πρέπει να της καταλογισθεί". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, όπως προβλήθηκε, ήταν αόριστος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ή ότι δεν αντιλήφθηκε ότι, πράττοντας, όπως, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, έπραξε, παραβίασε τις διατάξεις του ως άνω ν. 2472/1997 ούτε ότι η πλάνη της συνίστατο σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και ότι, οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλλε, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως, δεν ασκεί δε επιρροή, από μόνο του, το γεγονός ότι η πράξη έγινε κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου συζύγου της. Επομένως, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική επ` αυτού κρίση του και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Ε. Λ., κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ΚΠοινΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Ε. Λ., με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στην αναιρεσείουσα ή στη συνήγορό της, μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ανάγνωση των στα πρακτικά της αποφάσεως αναφερομένων εγγράφων, για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η άσκηση του εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠοινΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333 και 366 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, κατά την τελευταία από τις οποίες "οι υπόλοιποι διάδικοι καθώς και οι συνήγοροί τους επιτρέπεται, να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση", δεν υφίσταται τέτοια ειδική υποχρέωση του δικαστή όπως επί πλειόνων κατηγορουμένων, μετά την απολογία ενός εξ αυτών, να δώσει, χωρίς αίτηση των λοιπών κατηγορουμένων ή του συνηγόρου τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα. Η ρύθμιση αυτή δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 6§3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ και 14§ στοιχ. ε του προσθέτου αυτής πρωτοκόλλου (Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997), εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αποστερείται του δικαιώματος να υποβάλει ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενό του και, συνεπώς, δεν παραβιάζονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από την διευθύνουσα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση της αυτής ως άνω αναιρεσείουσας ή της συνηγόρου της, του λόγου σε αυτήν μετά την απολογία του συγκατηγορουμένου της Β. Μ., προκειμένου να υποβάλλει ερωτήσεις σ' αυτόν και ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με στοιχ. 5 έγγραφο και προσδιοριζόμενο ως "το με αρ. πρωτ. 4380/1-8-2003 έγγραφο της εταιρίας ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΦΑΛΗΡΕΑ Α.Ε. και τα συνημμένα σ` αυτό έγγραφα". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και τη αριθμήσεώς του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του εγγράφου αυτού καθώς και των εγγράφων, τα οποία επισυνάπτονται σε αυτό, αφού με την ανάγνωση των κειμένων τους κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα Ε. Λ., οπότε αυτή, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως της ιδίας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των συνημμένων στο ως άνω έγγραφο εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 170§2 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τούς το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171§ 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, όταν ένας ισχυρισμός έχει προβληθεί όχι κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά μετά την λήξη αυτής και μάλιστα μετά την αγόρευση του εισαγγελέα επί της ενοχής του κατηγορουμένου, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος πάλι στον εισαγγελέα εάν αυτός δεν τον ζητήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Ε. Λ. πρόβαλε, δια της συνηγόρου της, τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής, άλλως συγγνωστής νομικής πλάνης μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την περί της ενοχής των αναιρεσειόντων αγόρευση του Εισαγγελέα και συγκεκριμένα κατά το στάδιο της αγορεύσεως των συνηγόρων της υπερασπίσεως αυτών, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί ο λόγος επί του ζητήματος της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών στον Εισαγγελέα, αφού αυτός δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, τέταρτος (τελευταίος), κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως της αυτής αναιρεσείουσας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της περί πραγματικής και συγγνωστής νομικής πλάνης, χωρίς, προηγουμένως, να δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα, ο οποίος δεν πρότεινε επ` αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά των προσθέτων λόγων της δεύτερης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 1.9.2010 (με αριθ. πρωτ. 7027/2010) και 3.9.2010 (με αριθ. πρωτ. 7200/2010) αιτήσεις των Β. Μ. του Κ. και Ε. Λ. του Ε. αντιστοίχως μετά του από 15/19.11.2010 δικογράφου προσθέτων λόγων της δεύτερης, για αναίρεση της υπ` αριθ. ΑΤ 8032/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγοι αναιρέσεως: 1) Υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι ενώ η διωκόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως έλαβε χώρα στις 1452002 και η έγκληση υποβλήθηκε στις 10102002 το δικαστήριο αντί να κηρύξει την δίωξη απαράδεκτη προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα. 2) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι: α) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας, έγγραφα, πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ότι έλαβε υπόψη του και τους μάρτυρες υπερασπίσεως, β) Αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι ο αναιρεσείων "ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων", χωρίς να προσδιορίζονται οι τρίτοι, γ) Στο αιτιολογικό αναφέρεται "μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας" και στο διατακτικό "είχε σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της". Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Έγκληση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2055/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια Εισηγητή, Νικόλαος Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με την 104/21.7.10 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1. Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2. Χ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 3. Χ3 Πρωτοδίκη Αθηνών, και εγκαλούσα την Ψ. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 31.5.10, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 758/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 271/20.9.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ' ε' και 137 παρ. 1γ ΚΠΔ την από 31-5-2010 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, οίαν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1γ ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο. Στη προκείμενη περίπτωση η Ψ, υπέβαλε την από 16/11/2008 έγκληση σε βάρος των α) Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, β) Χ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και γ) Χ3, Πρωτοδίκη Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος και κατάχρηση εξουσίας. Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 42/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης η εγκαλούσα άσκησε την με αριθμό 20/2010 προσφυγή κατ'άρθρ.48 Κ.Π.Δ., ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος των εγκαλουμένων. Επειδή ο πρώτος των εγκαλουμένων, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ( βλ. την από 8-7-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ) δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως, εξαιτίας της ιδιότητας του πρώτου των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας και για τους λοιπούς, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής της εγκαλούσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω, να διατάξει το Δικαστήριό σας, την παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας ασκήθηκε η με αριθμό 20/2010 προσφυγή της Ψ κατά της με αριθμό 42/2009 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/δικών Θηβών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 136 στοιχ, ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής διώξεως, οπότε η παραπομπή νοείται ως παραπομπή όχι σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, στην κυριολεξία, αλλά στον Εισαγγελέα και τις λοιπές ανακριτικές αρχές που διατελούν σε τέτοιο, δηλαδή ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η Ψ κατεμήνυσε με την από 16.11.2008 έγκληση για παράβαση καθήκοντος και κατάχρηση εξουσίας τους 1) Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 2) Χ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και 3) Χ3, Πρωτοδίκη Αθηνών. Επί της υποθέσεως διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θηβών, με τη 42/2009 διάταξη, απέρριψε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, την έγκληση (βλ. διάταξη). Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως ασκήθηκε από τον εγκαλούντα η 20/2010 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για να κρίνει επ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ. Δεδομένου όμως ότι ο παραπάνω πρώτος εγκαλούμενος είναι εισαγγελικός λειτουργός, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ο δεύτερος είναι εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και η τρίτη δικαστική λειτουργός που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε' και 137 Κ.Π.Δ. Για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 4268/2010 αίτηση του, διαβίβασε την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνει ο κανονισμός αυτός (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας. Προς τούτο, πρέπει να ορισθούν ως αρμόδιες οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και οι αντίστοιχες Εισαγγελίες για το χειρισμό της προαναφερόμενης μηνύσεως, ως προς τους παραπάνω μηνυομένους. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ, κατά παραπομπή ως αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς για τον χειρισμό της υποθέσεως που αφορά την από 16.11.2008 έγκληση της Ψ, κατά των 1) Χ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, 2) ΠΧ2, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και 3) Χ3, Πρωτοδίκη Αθηνών Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010 Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα. Κανονισμός Αρμοδιότητας. Αιτών: Ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών. Παραπέμπεται η υπόθεση από τις δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές Αθηνών σε εκείνες του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2052/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21.7.10 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντα Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Μ. του Ι., κάτοικο…, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σάββα Παραστρατίδη, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 1937-1938/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με κατηγορούμενο τον Δ. Μ. του Γ., κάτοικο, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ζαρναβέλη και πολιτικώς ενάγον το "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΙΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείον Εισαγγελέας Αρείου Πάγου και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητούν την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21/18.6.2010 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στην από 31 Μαΐου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Μ. του Ι., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 737/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του Α. Μ.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του αρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του αρ. 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς κρίση η υπ" αριθ. 22/31.5.2010 αίτηση του κατηγορουμένου Α. Μ. του Ι. και η υπ" αριθ. 21/18.6.2010 τοιαύτη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της, καταδικαστικής ως προς τον κατηγορούμενο Α. Μ. και αθωωτικής ως προς τον συγκατηγορούμενό του Δ. Μ., υπ" αριθ. 1937 - 1938/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας και να ερευνηθούν περαιτέρω. Α) Επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου Α. Μ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κείμενου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κλπ. (Ολ ΑΠ 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτο λόγο της αιτήσεως, πλήττεται η υπ" αριθ. 1937-1938/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος ηθικής αυτουργίας κατ" εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ" εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία (έλλειψη) συνίσταται στο ότι "στην απόφαση δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, συγκεκριμένα δε το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε καθόλου την κρίση του ότι τέλεσε αυτός την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αλλ" απλά και μόνο αρκείται στην επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό της αποφάσεως, το οποίο αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και διαφέρουν σε ελάχιστες λέξεις". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο λόγος αυτός, είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου και του ότι για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82-84 και 87 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική διαδικασία αποκτά εκείνος που δήλωσε νομότυπα σχετική παράσταση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δικαιούται, κατά το αστικό δίκαιο, να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Τέτοιο δικαίωμα, ειδικότερα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, έχει όποιος υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και όχι αυτός που ζημιώθηκε εμμέσως από αυτή. Έτσι, ειδικότερα επί του προβλεπόμενου από το άρθρο 242 παρ.Ι, 3 του ΠΚ υπηρεσιακού εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον και να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και νομικό πρόσωπο, αν η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε σε βάρος του έχει επίδραση στο κύρος, την πίστη και το μέλλον αυτού, με την έννοια ότι το ψευδές γεγονός που στοιχειοθετεί το έγκλημα μπορεί να έχει έννομες συνέπειες ως προς αυτό, σε βάρος του οποίου θα χρησιμοποιηθεί η ψευδής βεβαίωση, ή ότι είναι εκείνο που υφίσταται τη σκοπούμενη βλάβη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, εμφανίστηκαν οι δικηγόροι Πατρών Γεώργιος Λεκέας και Δημήτριος Λειβαδας και ο δικηγόρος Αθηνών Σταύρος Χούρσογλου, οι οποίοι δήλωσαν ότι δυνάμει των 1412/2009 και 1699/2009 εξουσιοδοτήσεων του Διοικητή του ΙΚΑ διορίστηκαν πληρεξούσιοι δικηγόροι του ΐΚΑ και ότι δυνάμει αυτών το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων, για χρηματική ικανοποίηση ποσού 100 ευρώ παρ" εκάστου των κατηγορουμένων με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης συνισταμένης στη μείωση της πίστης, της φήμης και του κύρους του, που προκάλεσαν σ αυτό οι αξιόποινες πράξεις των κατηγορουμένων. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρότεινε, δια του συνηγόρου του, την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, ισχυριζόμενος ότι αμέσως παθόντες από το ένδικο έγκλημα ήταν τα πρόσωπα, των οποίων βεβαιώθηκε το γνήσιο της υπογραφής, ενώ το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, ενώπιον του οποίου χρησιμοποιήθηκαν οι βεβαιώσεις, ήταν μόνο εμμέσως παθόν. Η ένσταση αυτή ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απορρίφθηκε, καθόσον το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ήταν αμέσως ζημιωθεν από την αξιόποινη πράξη, την οποία τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείοον καταδικάσθηκε γιατί προκάλεσε στους υπαλλήλους Α. Ξ., Δ. Σ., Α. Λ., Χ. Κ. και Ε. Π. (που αθωώθηκαν πρωτοδίκως ελλείψει δόλου ή συνεπεία πραγματικής πλάνης) την απόφαση να βεβαιώσουν ψευδώς ότι διάφοροι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ (που κατονομάζονται) προσήλθαν ενώπιον τους και υπέγραψαν ο καθένας από μια υπεύθυνη δήλωση παραλαβής ορθοπεδικών ειδών και από μια εξουσιοδότηση προς τον αναιρεσείοντα, προκειμένου ο τελευταίος να εισπράξει αντ' αυτών από το ΙΚΑ τα ποσά που δαπανήθηκαν για την αγορά των ορθοπεδικών ειδών. Στη συνέχεια, τα ως άνω έγγραφα προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα στα τοπικά αρμόδια υποκαταστήματα του ΙΚΑ Πατρών και εκδόθηκαν αποφάσεις των Διευθυντών τους, με τις οποίες καταβλήθηκαν τα ποσά, που υποτίθεται ότι είχαν δαπανηθεί για την αγορά των ορθοπεδικών ειδών. Έτσι, όμως, το ΙΚΑ προσβλήθηκε στο έννομο αγαθό της περιουσίας του, ενώ έχει πληγεί η φήμη, η αξιοπιστία και το κύρος του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ παρέστη παράνομα στη διαδικασία, γιατί δεν ήταν αμέσως παθόν από την ένδικη πράξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 του ΠΚ και ιδία από τη διάταξη του άρθρου 48 αυτού, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιόποινου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξεως για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή για το ότι βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 747/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι οι φυσικοί αυτουργοί της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση Α. Ξ., Δ. Σ., Α. Λ., Χ. Κ. και Ε. Π. αθωώθηκαν οι δύο πρώτοι ελλείψει δόλου, οι δε λοιποί λόγω πραγματικής πλάνης. Από την ως άνω απόφαση, η οποία, ως προς το απαλλακτικό μέρος της, έχει γίνει αμετάκλητη, δεν παράγεται δεδικασμένο για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, αφού λείπουν οι βασικές προϋποθέσεις της ταυτότητας προσώπου και της ταυτότητας πράξεως (δεδομένου ότι η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, απαρτίζεται από άλλα, κατά τον τόπο, το χρόνο και τις λοιπές περιστάσεις, πραγματικά περιστατικά έναντι εκείνων που συγκροτούν τη φυσική αυτουργία στο αυτό έγκλημα). Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι φυσικοί αυτουργοί αθωώθηκαν δεν ασκεί επιρροή, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για το λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή γιατί βρισκόταν σε πραγματική πλάνη και καμιά αντίφαση δεν γεννάται μεταξύ της πρωτόδικης και της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§ στοιχ. ΣΤ και Δ ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, ως προς το άνω ζήτημα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως για αντιφατική αιτιολογία και γιατί παραβιάζει το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ αριθ. 747/2007 απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι "ο τρίτος κατηγορούμενος αστυνομικός του Α.Τ. Χαλανδρίτσας (Δ. Μ.) απηλλάγη σχετικά με τον Θ. Π. με το σκεπτικό ότι εμφανίστηκε ενώπιον του η κόρη του Θ. Π....", είναι απαράδεκτος, γιατί η περίπτωση του κατηγορουμένου αυτού αφορά τον, επίσης καταδικασθέντα, Α. Π. και όχι τον αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση καινά καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ι.Κ.Α. - ΕΤ.Α.Μ.(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει, σε συνδυασμό προς την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423 ΟΙΚ. της 8-12-1992/20-1-1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. τ. Β" 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ" εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12τουν. 1738/1987, και προς τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953. Β) Επί της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 του ΕΣΔΑ, έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε, για την αυτήν ως άνω πράξη της ηθικής αυτουργίας κατ" εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, αθώο τον κατηγορούμενο Δ. Μ. του Γ.. Στο σκεπτικό της αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά τον αθωωθέντα κατηγορούμενο, κατά λέξη, τα εξής: "Όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Μ., έμπορο ορθοπεδικών ειδών, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός έπεισε τον αστυνομικό υπάλληλο Α. Ξ. να προβεί στη θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής της ασφαλισμένης του ΙΚΑ Π. Σ. επί της από 2-6-2003 υπεύθυνης δήλωσης και εξουσιοδότησης της ανωτέρω ασφαλισμένης προς τον ανωτέρω κατηγορούμενο για να ενεργήσει για λογαριασμό της πράξεις εκπροσωπήσεως της τελευταίας ενώπιον του ΙΚΑ για την είσπραξη του ποσού παραληφθέντων από την ίδια ορθοπεδικών ειδών (αναπηρικού αμαξιδίου, αεροστρώματος και μαξιλαριού κατακλίσεων) και, επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Στο δε διατακτικό αναφέρεται ότι: "...και συγκεκριμένα, όντας προμηθευτής ορθοπεδικών ειδών, με προτροπές και παραινέσεις που απηύθυνε προς τον αστυνομικό υπάλληλο Α. Ξ., προκάλεσε σ' αυτόν την απόφαση να βεβαιώσει ψευδώς επί των σωμάτων της υπεύθυνης δήλωσης παραλαβής ορθοπεδικών ειδών και της ταυτάριθμης ημεροχρονολογίας εξουσιοδοτήσεως της ασφαλισμένης του ΙΚΑ Π. Σ., το γνήσιο της υπογραφής, ενώ ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον του η ανωτέρω ασφαλισμένη, που παρέμεινε νοσηλευόμενη σε ιδιωτική κλινική, για να εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο για να ενεργήσει για λογαριασμό της πράξεις εκπροσωπήσεως της ενώπιον του ΙΚΑ για την είσπραξη χρημάτων". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφαση του από την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με βάση ποια πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο Δ. Μ., ούτε τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους οδηγήθηκε αυτό στην απαλλακτική, ως προς αυτόν, κρίση του. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί, ως προς την απαλλακτική της, για τον κατηγορούμενο Δ. Μ., διάταξη, η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 22/31 Μαΐου 2010 αίτηση του Α. Μ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1937-1938/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. ΑΝΑΙΡΕΙ την αυτή υπ'αριθ. 1937-1938/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ως προς την απαλλακτική, για τον κατηγορούμενο Δ. Μ., διάταξη της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως κατηγορουμένου και Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως καταδικαστικής ως προς τον ένα κατηγορούμενο και αθωωτικής ως προς τον άλλο για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Αναίρεση ως προς αθωωτική διάταξη για έλλειψη αιτιολογίας και παραπομπή. Αόριστος λόγος αιτήσεως κατηγορουμένου για έλλειψη αιτιολογίας. Νομίμως παρέστη, ως πολιτικώς ενάγον, το ΙΚΑΕΤΑΜ, το οποίο ήταν το αμέσως παθόν από την αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος. Από την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αθωώθηκαν οι φυσικοί αυτουργοί ελλείψει δόλου ή για πραγματική πλάνη, δεν δημιουργείται δεδικασμένο ως προς τον ηθικό αυτουργό, το αξιόποινο του οποίου είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη. Απόρριψη αιτήσεως κατηγορουμένου.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Ηθική αυτουργία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δεδικασμένο, Πολιτική αγωγή, Ψευδής βεβαίωση, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 2051/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Μ. του Θ., κατοίκου …, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.583/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Α. του Σ. και 2)Σ. Α. του Γ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 639/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 325/5-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 ΚΠΔ, την με αριθμό 53/27-4-2010 αίτηση αναίρεσης του Ι. Μ. του Θ., κατοίκου … (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Πέτρου Πανταζή δυνάμει της από 18/3/2010 σχετικής εξουσιοδότησης) που στρέφεται κατά του με αριθμό 583/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 2523/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου α) για απάτη ενώπιον του δικαστηρίου, τετελεσμένη και σε απόπειρα, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 € κατ' εξακολούθηση και β) απόπειρα εκβίασης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε απειλή βλάβης του επαγγέλματος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος και ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις οι πολιτικώς ενάγοντες Γ. και Σ. Α.. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το με αριθμό 583/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο έκανε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτές τις εφέσεις αυτές και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά: Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του στις 7-4-2010 και στις 19-4-2010 αντίστοιχα και αυτός άσκησε την αίτηση αναίρεσης στις 27/4/2010 (εντός της 10ήμερης προθεσμίας), ενώπιον του Γραμματέα του τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνο η με αριθμό 53/2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η υπέρβαση εξουσίας και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προσβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. ΙΙ-Α) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1 δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός εκ των αποδεικτικών στοιχείων σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί αναφορά στο σύνολο του είδους τους - με μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της μεταξύ των αποδεικτικών μέσων αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστούν λόγο αναίρεσης, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλομένη αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, όταν αυτή αποτελεί τμήμα του το δε Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την κύρια ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία ανάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί οι οποίοι στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 2479/08, ΑΠ 2481/08, ΑΠ 1596/07). Β) Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171§1 δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που λαμβάνεται υπόψη από το Συμβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 1528/08, ΑΠ 1876/08. Γ) Τέλος, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ειδικότερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 - 318 ΚΠΔ (ΑΠ 249/08). ΙΙΙ) Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην προκειμένη περίπτωση από την αξιολόγηση, αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση όλου ανεξαιρέτως του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας και δη την κρινομένη έγκληση και τα μεταγενέστερα υπομνήματα και αιτήσεις, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις απολογίες των κατηγορουμένων, όλα τα έγγραφα, υπομνήματα, αιτήσεις όλων των διαδίκων, σε συνδυασμό και με τις υπό κρίση εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων προέκυψαν τα ακόλουθα. Τον Νοέμβριο του 2000, και εξ αφορμής της από 23-11-2000 αναφοράς της Επιτροπής του άρθρου 7 Ν. 2331/1995 προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου Ι. Μ. για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαγορεύθηκε η κίνηση των λογαριασμών που τηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως καθώς και η εκποίηση των μετοχών τις οποίες είχε αγοράσει δια της χρηματιστηριακής εταιρείας "CAPITAL A.X.E." και επιβλήθηκαν εις βάρος του οι περιοριστικοί όροι της εγγυοδοσίας, της περιοδικής εμφανίσεώς του στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του και της απαγόρευσης εξόδου από τη Χώρα. Επίσης εις βάρος του εκκρεμούσε και ετέρα ποινική δικογραφία στην οποία ήταν κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία σε εκρήξεις, από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για πράγματα και ανθρώπους κατά συρροή, παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες σε βαθμό κακουργήματος, παράνομη κατοχή όπλων κατ' εξακολούθηση, παράνομη κατοχή πυρομαχικών κατ' εξακολούθηση και παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Για τον χειρισμό των υποθέσεών του αυτών απευθύνθηκε στους εκκαλούντες - η γνωριμία του με τον πρώτο τούτων χρονολογείται από το έτος 1983 ότε του είχε εμπιστευθεί και πάλι υπόθεσή του - και καταρτίσθηκαν μεταξύ τους οι από 25-6-2001 και 14-9-2001 συμβάσεις εργολαβίας δίκης με τις οποίες συμφωνήθηκε την υπόθεση σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα να αναλάβει ο πρώτος εκκαλών και να αμειφθεί από την επιτυχή έκβασή της, ήτοι με την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος και την αποδέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων να λάβει το 15% από το συνολικό ποσό των αποδεσμευθησομένων χρημάτων και της συνολικής τρεχούσης αξίας των δεσμευθεισών μετοχών, την δε υπόθεση σχετικά με τις εκρήξεις να αναλάβει ο δεύτερος εκκαλών και να αμειφθεί επίσης με την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος με το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Και στις δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος εξεχώρησε στους εκκαλούντες, για τις συμφωνηθείσες αμοιβές τους, ισόποσα ποσά από τις εκ καταθέσεων απαιτήσεις του κατά της ALPHA BANK, ήτοι του υπ' αριθμ. …λογαριασμού επ' ονόματί του, του υπ' αριθμ. 1.. λογαριασμού επ' ονόματι της εταιρείας SECRET S.A. και του υπ' αριθμ. … λογαριασμού επ' ονόματι της εταιρείας HAPPYLAND S.A., αμφοτέρων ανηκόντων εις τον ίδιο, ενώ συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι ουδεμία αμοιβή θα αξιώσουν οι εκκαλούντες σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής του. Στα πλαίσια της κατά τα άνω ανατεθείσης σε αυτούς εντολής οι εκκαλούντες με αλλεπάλληλες ενέργειες (υπομνήματα - αιτήσεις) ενίσχυσαν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και αποδυνάμωσαν τις εναντίον του κατηγορίες με αποτέλεσμα να εκδοθούν απαλλακτικά βουλεύματα και για τις δύο υποθέσεις. Περαιώνοντας έτσι επιτυχώς τις ανατεθείσες εις αυτούς εντολές αποτάθηκαν στην προαναφερθείσα Τράπεζα προκειμένου να εισπράξουν τα εις αυτούς εκχωρηθέντα ποσά. Αυτή αρνήθηκε και εξεδόθη η υπ' αριθμ. 189/2002 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία επιτάσσοντο ο Ι. Μ., οι εταιρείες SECRET S.A., HAPPYLAND S.A. και CAPITAL A.X.E και η ALPHA να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον πρώτο εκκαλούντα το ποσό των 341.522,3 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 146.735,14 ευρώ. Όμως μετά την αναγγελία στην ALPHA BANK εκ μέρους των εγκαλούντων των προς αυτούς γενομένων εκχωρήσεων, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "KINGSTON INVESTEMENTS S.A." κοινοποίησε στην Τράπεζα κατασχετήριο με το οποίο επέβαλε εις χείρας της αναγκαστική κατάσχεση ποσού 370.636,28 ευρώ κατά της εταιρείας SECRET S.A., λόγω απαιτήσεώς της κατ' αυτής, αναγνωρισμένης με την υπ' αριθμ. 71/2000 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επί της κατασχέσεως αυτής η Τράπεζα προέβη στην υπ' αριθμ. 31/2002 Δήλωση Τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, με την οποία εδήλωσε ότι η κατασχεθείσα απαίτηση έχει εκχωρηθεί στους εκκαλούντες. Η έκδοση αυτής ακριβώς της διαταγής πληρωμής υπήρξε η αιτία της διαρρήξεως των σχέσεων του πρώτου κατηγορουμένου με τους εκκαλούντες. Οι μεν εκκαλούντες διατείνονται ότι ο κατηγορούμενος είναι κύριος και μοναδικός μέτοχος τόσο της εταιρείας SECRET S.A. όσο και της εταιρείας KINGSTON INVESTEMENTS S.A. Με στόχο να μην καταβάλλει την συμφωνηθείσα αμοιβή τους επιχείρησε να δεσμεύσει στα χέρια της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. τα διαθέσιμα στον τραπεζικό λογαριασμό της SECRET S.A. κεφάλαια με το τέχνασμα ότι η εταιρεία με την επωνυμία KINGSTON INVESTEMENTS S.A είχε δήθεν νόμιμη απαίτηση κατά της εταιρείας με την επωνυμία SECRET S.A. ύψους 352.164,30 ευρώ. Προς τούτο επικαλέσθηκε και προσκόμισε εν γνώσει ψευδές κατά το περιεχόμενο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 1020790-0 γνησία μεν, αλλά εικονικώς και για ανύπαρκτη αιτία εκδοθείσα επιταγή, με εκδότρια την SECRET S.A., αλλά στην πραγματικότητα τον ίδιο, εις διαταγήν της KINGSTON INVESTEMENTS S.A., αλλά στην ουσία του ιδίου του εαυτού του και, παραπλανώντας τον Δικαστή με τους ψευδείς ισχυρισμούς ότι δήθεν η αιτούσα και η καθ' ης εταιρείες ήταν αντίδικες, είχαν συναλλαγές μεταξύ τους και η μια χρωστούσε στην άλλη το ποσόν της επιταγής, η οποία και απεδείκνυε δήθεν το χρέος, ενώ συγχρόνως απέκρυψε το γεγονός ότι και οι δυο ανήκαν στον ίδιο, επέτυχε την έκδοση της προαναφερθείσης 71/2000 διαταγής πληρωμής. Κατά την εκδίκαση δε της ανακοπής κατά της δηλώσεως της τραπέζης, για την υποστήριξη των προβαλλομένων με αυτή ψευδών ισχυρισμών επικαλέσθηκε και προσκόμισε ψευδή κατά το περιεχόμενο επιταγή προς πληρωμή ποσού 370.636,28 ευρώ ισχυριζόμενος ότι είναι έγκυρη εκφράζουσα πραγματική δήθεν οφειλή μεταξύ των προαναφερθεισών εταιρειών ως και το από 4-2-2002 ψευδές κατά περιεχόμενο κατασχετήριο έγγραφο με το οποίο κατέσχεσε αναγκαστικώς στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης τα διαθέσιμα στον εικονικώς τηρούμενο στο όνομα της SECRET S.A. και πράγματι δικό του τραπεζικό λογαριασμό, μέχρι του ως άνω χρηματικού ποσού κεφάλαια. Το τέχνασμα δε αυτό με τις εικονικές επιταγές ο κατηγορούμενος το είχε χρησιμοποιήσει και άλλη φορά με σκοπό τότε να εξαπατήσει τις Ανακριτικές Αρχές στην υπόθεση της νομιμοποίησης εσόδων όταν ανέθεσε σε άλλον Δικηγόρο να εκδόσει διαταγή πληρωμής σε βάρος της SECRET S.A.με εικονική επιταγή της KINGSTON INVESTEMENTS S.A., για να πετύχει αποδέσμευση του ποσού της διαταγής πληρωμής από τα δεσμευθέντα χρήματα του. Το γεγονός αυτό καταθέτει ρητά, κατηγορηματικά και μετά λόγου γνώσεως ο Γ. Α., καθόσον ο ίδιος ο κατηγορούμενος του αποκάλυψε εκ των υστέρων την ενέργειά του αυτήν, δικαιολογούμενος και αξιολογούμενος στον ενοχλημένο προσωπικό Δικηγόρο του για την εμπλοκή άλλου Δικηγόρου με τον ισχυρισμό ότι εάν ο Ανακριτής έβλεπε το δικό του γραφείο (Α.) να εκπροσωπεί τη μια από τις δυο εταιρείες θα αντιλαμβανόταν τη συμπαιγνία. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με την εταιρεία KINGSTON INVESTEMENTS S.A., ότι μοναδικός μέτοχος, ιδιοκτήτης και εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής από την ίδρυση της έως και σήμερα είναι ο Ν. Ι., ότι το έτος 1999 ο ίδιος συμφώνησε με τον Π. Ι. να του εκχωρήσει το 37% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." αντί του ποσού των 185.000.000 δραχμών, από το οποίο, κατεβλήθησαν τα 120.000.000 δραχμές. Ο Π. Ι. όμως υπαναχώρησε από τη συμφωνία και για την επιστροφή του εισπραχθέντος ποσού εξεδόθη από την εταιρεία SECRET S.A. η υπ' αριθμ. … επιταγή ποσού 100.000.000 δραχμών σε διαταγή Π. Ι., η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. … επιταγή της ίδιας εταιρείας ποσού 352.164,30 ευρώ, στο οποίο ενσωματώθηκαν και οι τόκοι υπερημερίας, και ακολούθως εξεδόθη από τη νόμιμη κομίστρια του τίτλου η επίδικη διαταγή πληρωμής. Και τέλος ότι ουδεμία βλάβη υπέστησαν οι εγκαλούντες καθόσον προέβη και σε διαδοχικές καταβολές προς αυτούς συνολικού ποσού 11.044.500 δραχμών αλλά και στις 7-3-2002 κατέβαλε εις αυτούς το ποσό των 100.000.000 δραχμών ως τούτο βεβαιώνεται στο σχετικό πρακτικό συμβιβασμού, αλλά και σε αυτοτελή δήλωση που υπέγραψαν οι εκκαλούντες με την οποία παραιτούνται από οποιαδήποτε απαίτησή τους από τα ως άνω εργολαβικά δίκης και αποδεσμεύουν οποιοδήποτε ποσό ή άλλη απαίτηση που είχε δεσμευθεί βάσει της παραπάνω αναγγελίας και των εργολαβικών δίκης. Οι εκ διαμέτρου αντίθετοι αυτοί ισχυρισμοί θα πρέπει να ερευνηθούν με τις αρχές της αμεσότητας και της προφορικότητας ώστε στο πλαίσιο της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας να διασφαλισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση για την υπό κρίση υπόθεση. Και τούτο, εκτός των άλλων, διότι ο κρίσιμος ισχυρισμός της εικονικότητας της απαιτήσεως και της ενσωματούσης αυτήν επιταγής, τον οποίον οι εκκαλούντες εισέφεραν εν προκειμένω κατόπιν αδείας του Δ.Σ.Α. περί απαλλαγής τους από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και του καθήκοντος εχεμυθείας, υπήρξε το αντικείμενο της κατηγορίας της οποίας επελήφθη το 5396/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο απήλλαξε τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατ' εξακολούθηση νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Με τις ίδιες αρχές θα πρέπει να ερευνηθεί και το έτερο αδίκημα της απόπειρας εκβίασης καθόσον ο εκ των εκκαλούντων Γ. Α. ανεγνώρισε ανεπιφύλακτα τη φωνή του κατηγορουμένου σε μερικές από τις σχετικές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις- κάποιες έγιναν από άγνωστο στην ανάκριση άτομο- ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι για την επίλυση των διαφορών του δεν μετέρχεται μέσων αυτής της μορφής. Επειδή το Δικαστικό Συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές, όταν πιθανολογούν την ενοχή ή όταν από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα πρέπει να υποβάλει στη δοκιμασία της διαδικασίας στο ακροατήριο τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις (Α.Π. 465/2008 Α'ΔΗΜ. ΝΟΜΟΣ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις ενδείξεις, όσο και τα στοιχεία που τις αποδυναμώνουν (ΟΛ.ΑΠ 9/2001), φρονούμε ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου Ι. Μ. για απάτη ενώπιον Δικαστηρίου, τετελεσμένη και σε απόπειρα, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και απόπειρα εκβίασης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε απειλή βλάβης του επαγγέλματος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος και διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1,13στ', 14,16,17,18,26§1α, 27§1, 42§1, 51,52,53,94§1,98, 385παρ.1β, 386§1,3α Π.Κ. και θα πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 111,119,122§1,309§1ε και 313 Κ.Π.Δ. να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Αντίθετα από το αυτό αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος των συγκατηγορουμένων του για τις εις αυτούς αποδοθείσες κακουργηματικές πράξεις, παρά τις αιτιάσεις και τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, αφού από κανένα εκ των συλλεγέντων και υπαρχόντων στη δικογραφία στοιχείων δεν προκύπτει με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο η συνδρομή τους προς τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό τους. Ειδικώτερα ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, και ανεξαρτήτως του ότι ο Δικηγόρος λειτουργεί στο όνομα και για λογαριασμό του πελάτη του και δεν ταυτίζεται με τον τελευταίο και τις πράξεις του, οι ίδιοι οι εκκαλούντες παραδέχονται ότι από τα νομιμοποιητικά έγγραφα της εταιρείας που είχε στη διάθεσή του κατά την ανάθεση της οικείας εντολής, ήταν πιθανό να μη συνάγεται σχέση του Ι. Μ. με αυτήν, καθόσον επί υπερακτίων εταιρειών συνήθως δεν συνάγεται, ούτε είναι δυνατό να συναχθεί από τα εταιρικά βιβλία και έγγραφα η ταυτότητα του ιδιοκτήτου ή μετόχου. Επειδή οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αν κριθούν αυτές καθεαυτές, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του κατηγορουμένου. Για να κρίνει το Συμβούλιο το αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή και η απόφανση του για την ενοχή ή την απαλλαγή να είναι αιτιολογημένη πρέπει να συνεκτιμά το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και να αξιολογεί και να σταθμίζει τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις ενδείξεις, όσο και τα στοιχεία που τις αποδυναμώνουν (ΟΛ.ΑΠ 9/2001, Α.Π.465/08 Α' ΔΗΜ. ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που με το προσβαλλόμενο (εκκαλούμενο) βούλευμα του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του πρώτου κατηγορουμένου για τις προαναφερθείσες πράξεις της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και απόπειρα εκβίασης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε απειλή βλάβης του επαγγέλματος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος και διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου δεδομένου ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για την παραπομπή του στο ακροατήριο, ενώ αντίθετα το ίδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών που με το ίδιο εκκαλούμενο βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των δεύτερης και τρίτου των κατηγορουμένων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεδομένου ότι δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων αυτών για την παραπομπή τους στο ακροατήριο. Συνεπώς η κρινομένη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να εξαφανισθεί εν μέρει το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις αποδιδόμενες στον πρώτο κατηγορούμενο πράξεις, και να απορριφθεί εν μέρει ως ουσία αβάσιμη και να επικυρωθεί εν μέρει το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις αποδιδόμενες στους δεύτερη και τρίτο κατηγορουμένους πράξεις. Τέλος και όσον αφορά στο αίτημα των εκκαλούντων για τη διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, φρονούμε ότι δεν προκύπτει τέτοια αναγκαιότητα, καθόσον υπάρχουν ικανά αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία δύναται να σχηματισθεί πλήρης και ασφαλής δικανική πεποίθηση (Α.Π. 164/02 Ποιν.Δνη 2002/686, Α.Π.194/92 Υπέρ. Τευχ.97/120, Α.Π.1327/87 Ελλ.Δνη29/1006, Α.Π. 238/85 Π.Χ. ΛΕ'/698). Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο και έκανε κατ' ουσίαν δεκτές τις Εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων και ακολούθως αποφάνθηκε την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο προκειμένου αυτός να δικασθεί για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο διότι: α) θεωρεί ότι είναι βάσιμοι ισχυρισμοί των εγκαλούντων, ενώ δεν λαμβάνει καμμία θέση επί των αντιτιθεμένων ισχυρισμών του κατηγορούμενου, τους οποίους παραπέμπει στο ακροατήριο προκειμένου να εξετασθούν β) δεν λαμβάνει υπόψη και δεν αιτιολογεί τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι δεν είχε σχέση με την εταιρία "KINGSTON INVESTMENTS", καίτοι αυτό επιβεβαιώνεται από την μαρτυρική κατάθεση του Α. Ι., την οποία δεν προκύπτει ότι αξιολόγησε και εξετίμησε (ΑΠ 601/08, ΑΠ 1348/08) γ) δεν διαλαμβάνει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση από τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης, αρκούμενο στην επανάληψη κατά γράμμα της κατηγορίας και δ) δεν αιτιολογεί τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, αφού παραθέτει μόνο την ορολογία του νόμου, δηλαδή ότι αυτός ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς να γίνεται μνεία πραγματικών περιστατικών τα οποία προέκυψαν και τις αιτιολογούν (βλ. ΑΠ 100/09, ΑΠ 13/08). Οι πιο πάνω πλημμέλειες ιδρύουν τον από το άρθρο 484§1δ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Αβάσιμος όμως και απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός του για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου, δεδομένου ότι για την απόρριψη του αιτήματος αυτής, το προσβαλλόμενο βούλευμα (με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση) διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. ΑΠ 1772/08, ΑΠ 1667/08, ΑΠ 1571/08, ΑΠ 1105/08). V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να παραπεμφθεί για νέα κρίση, στο ίδιο συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η με αριθμό 53/2010 αίτηση αναίρεσης του Ι. Μ. του Θ., κατά του με αριθμό 583/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετείου Αθηνών. Και 2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 18/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του, ενώ είναι σε απόπειρα, όταν, παρά την προσκόμιση των απατηλών στοιχείων, το δικαστήριο δεν εκδίδει τέτοια απόφαση. Η απάτη επί δικαστηρίου τελείται κατ1 εξακολούθηση, αν παραπλανηθούν περισσότερα του ενός δικαστήρια με την προσαγωγή ενώπιον τους αναληθών αποδεικτικών μέσων, ακόμη και αν προσβάλλεται η ίδια περιουσία. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ, 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να είναι η απάτη κακούργημα πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα η κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή, όμως, της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Δεν συντρέχει, λοιπόν, κατά συνήθεια τέλεση όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται: α)...β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) ...". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως, το οποίο τιμωρείται, όταν εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση του εδαφίου β' ως κακούργημα, απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή που είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου, ήτοι ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου καινά οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή μετ' επηρεασμόν και εξουδετερουμένης της ελευθέρας βουλήσεως του, ουσιαστικώς πειθαναγκαζόμενος να υποκύψει και να αποδεχθεί ακουσίως τις προτάσεις, ενώ η επαπειλούμενη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη. Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεως τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπολήψεως, της πίστεως και φήμης της επιχειρήσεως, για την εφαρμογή δε της περ. β' ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, του επαγγέλματος κ.λπ. Για τη συγκρότηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως, απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσο3πο δικαιώματος της βουλήσεως του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, στερείται την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναιρέσεως του από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "...προέκυψαν τα ακόλουθα: Τον Νοέμβριο του 2000, και εξ αφορμής της από 23-11-2000 αναφοράς της Επιτροπής του άρθρου 7 Ν. 2331/1995 προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου Ι. Μ. για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαγορεύθηκε η κίνηση των λογαριασμών που τηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως καθώς και η εκποίηση των μετοχών τις οποίες είχε αγοράσει δια της χρηματιστηριακής εταιρείας "CAPITAL Α.Χ.Ε." και επιβλήθηκαν εις βάρος του οι περιοριστικοί όροι... Επίσης εις βάρος του εκκρεμούσε και ετέρα ποινική δικογραφία στην οποία ήταν κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία σε εκρήξεις, από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για πράγματα και ανθρώπους κατά συρροή, παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες σε βαθμό κακουργήματος, παράνομη κατοχή όπλων κατ1 εξακολούθηση, παράνομη κατοχή πυρομαχικών κατ' εξακολούθηση και παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Για τον χειρισμό των υποθέσεων του αυτών απευθύνθηκε στους εκκαλούντες - η γνωριμία του με τον πρώτο τούτων χρονολογείται από το έτος 1983 ότε του είχε εμπιστευθεί και πάλι υπόθεση του - και καταρτίσθηκαν μεταξύ τους οι από 25-6-2001 και 14-9-2001 συμβάσεις εργολαβίας δίκης με τις οποίες συμφωνήθηκε την υπόθεση σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα να αναλάβει ο πρώτος εκκαλών και να αμειφθεί από την επιτυχή έκβαση της, ήτοι με την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος και την αποδέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων να λάβει το 15% από το συνολικό ποσό των αποδεσμευθησομένων χρημάτων και της συνολικής τρεχούσης αξίας των δεσμευθεισών μετοχών, την δε υπόθεση σχετικά με τις εκρήξεις να αναλάβει ο δεύτερος εκκαλών και να αμειφθεί επίσης με την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος με το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Και στις δυο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος εξεχώρησε στους εκκαλούντες, για τις συμφωνηθείσες αμοιβές τους, ισόποσα ποσά από τις εκ καταθέσεων απαιτήσεις του κατά της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ήτοι του υπ' αριθμ. … λογαριασμού επ' ονόματι του, του υπ' αριθμ. … λογαριασμού επ' ονόματι της εταιρείας SΕCRΕΤ S.Α. και του υπ' αριθμ. … λογαριασμού επ' ονόματι της εταιρείας ΗΑΡΡΥLΑΝD S.Α., αμφοτέρων ανηκόντων εις τον ίδιο, ενώ συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι ουδεμία αμοιβή θα αξιώσουν οι εκκαλούντες σε περίπτωση αμετάκλητης παραπομπής του. Στα πλαίσια της κατά τα άνω ανατεθείσης σε αυτούς εντολής οι εκκαλούντες με αλλεπάλληλες ενέργειες (υπομνήματα -αιτήσεις) ενίσχυσαν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και αποδυνάμωσαν τις εναντίον του κατηγορίες με αποτέλεσμα να εκδοθούν απαλλακτικά βουλεύματα και για τις δύο υποθέσεις. Περαιώνοντας έτσι επιτυχώς τις ανατεθείσες εις αυτούς εντολές αποτάθηκαν στην προαναφερθείσα Τράπεζα προκειμένου να εισπράξουν τα εις αυτούς εκχωρηθέντα ποσά. Αυτή αρνήθηκε και εξεδόθη η υπ' αριθμ. ϊ89/2002 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία επιτάσσοντο ο Ι. Μ., οι εταιρείες SΕCRΕΤ S.Α., ΗΑΡΡΥLAND S.Α.. και CΑΡΙΤΑL Α.Χ.Ε. και η ΑLΡHΑ να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον πρώτο εκκαλούντα το ποσό των 341.522,3 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 146.735,14 ευρώ. Όμως μετά την αναγγελία στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ εκ μέρους των εγκαλούντων των προς αυτούς γενομένων εκχωρήσεων, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΙΝGSΤΟΝ ΙΝVΕSΤΕΜΕΝΤS S.Α." κοινοποίησε στην Τράπεζα κατασχετήριο με το οποίο επέβαλε εις χείρας της αναγκαστική κατάσχεση ποσού 370.636,28 ευρώ κατά της εταιρείας SΕCRΕΤ S.Α., λόγω απαιτήσεως της κατ1 αυτής, αναγνωρισμένης με την υπ' αριθμ. 71/2000 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επί της κατασχέσεως αυτής η Τράπεζα προέβη στην υπ' αριθμ. 31/2002 Δήλωση Τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, με την οποία εδήλωσε ότι η κατασχεθείσα απαίτηση έχει εκχωρηθεί στους εκκαλούντες. Η έκδοση αυτής ακριβώς της διαταγής πληρωμής υπήρξε η αιτία της διαρρήξεως των σχέσεων του πρώτου κατηγορουμένου με τους εκκαλούντες. Οι μεν εκκαλούντες διατείνονται ότι ο κατηγορούμενος είναι κύριος και μοναδικός μέτοχος τόσο της εταιρείας SΕCRΕΤ S.Α. όσο και της εταιρείας ΚIΝGSΤΟΝ ΙΝVΕSΤΕΜΕΝΤS S.Α. Με στόχο να μην καταβάλλει την συμφωνηθείσα αμοιβή τους επιχείρησε να δεσμεύσει στα χέρια της ΑLHΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. τα διαθέσιμα στον τραπεζικό λογαριασμό της SΕCRΕΤ S.Α. κεφάλαια με το τέχνασμα ότι η εταιρεία με την επωνυμία ΚΙΝGSΤΟΝ ΙΝVΕSΤΕΜΕΝΤS S.Α. είχε δήθεν νόμιμη απαίτηση κατά της εταιρείας με την επωνυμία SECRET S.Α. ύψους 352.164,30 ευρώ. Προς τούτο επικαλέστηκε και προσκόμισε εν γνώσει ψευδές κατά το περιεχόμενο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 1020790-0 γνησία μεν, αλλά εικονικώς και για ανύπαρκτη αιτία εκδοθείσα επιταγή, με εκδότρια την SΕCRΕΤ S.Α., αλλά στην πραγματικότητα τον ίδιο, εις διαταγήν της ΚΙΝGSΤΟΝ ΙΝVΕSΤΕΜΕΝΤS S.Α., αλλά στην ουσία του ιδίου του εαυτού του και, παραπλανώντας τον Δικαστή με τους ψευδείς ισχυρισμούς ότι δήθεν η αιτούσα και η καθ' ης εταιρείες ήταν αντίδικες, είχαν συναλλαγές μεταξύ τους και η μια χρωστούσε στην άλλη το ποσόν της επιταγής, η οποία και απεδείκνυε δήθεν το χρέος, ενώ συγχρόνως απέκρυψε το γεγονός ότι και οι δυο ανήκαν στον ίδιο, επέτυχε την έκδοση της προαναφερθείσης 71/2000 διαταγής πληρωμής. Κατά την εκδίκαση δε της ανακοπής κατά της δηλώσεως της τραπέζης, για την υποστήριξη των προβαλλομένων με αυτή ψευδών ισχυρισμών επικαλέστηκε και προσκόμισε ψευδή κατά το περιεχόμενο επιταγή προς πληρωμή ποσού 370.636,28 ευρώ ισχυριζόμενος ότι είναι έγκυρη εκφράζουσα πραγματική δήθεν οφειλή μεταξύ των προαναφερθεισών εταιρειών ως και το από 4-2-2002 ψευδές κατά περιεχόμενο κατασχετήριο έγγραφο με το οποίο κατέσχεσε αναγκαστικώς στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης τα διαθέσιμα στον εικονικώς τηρούμενο στο όνομα της SΕCRΕΤ S.Α. και πράγματι δικό του τραπεζικό λογαριασμό, μέχρι του ως άνω χρηματικού ποσού κεφάλαια. Το τέχνασμα δε αυτό με τις εικονικές επιταγές ο κατηγορούμενος το είχε χρησιμοποιήσει και άλλη φορά με σκοπό τότε να εξαπατήσει τις Ανακριτικές Αρχές στην υπόθεση της νομιμοποίησης εσόδων όταν ανέθεσε σε άλλον Δικηγόρο να εκδώσει διαταγή πληρωμής σε βάρος της SΕCRΕΤ S.Α. με εικονική επιταγή της ΚΙΝGSΤΟΝ ΙΝVΕSΤΕΜΕΝΤS S.Α., για να πετύχει αποδέσμευση του ποσού της διαταγής πληρωμής από τα δεσμευθέντα χρήματα του. Το γεγονός αυτό καταθέτει ρητά, κατηγορηματικά και μετά λόγου γνώσεως ο Γ. Α., καθόσον ο ίδιος ο κατηγορούμενος του αποκάλυψε εκ των υστέρων την ενέργεια του αυτήν, δικαιολογούμενος και απολογούμενος στον ενοχλημένο προσωπικό Δικηγόρο του για την εμπλοκή άλλου Δικηγόρου με τον ισχυρισμό ότι εάν ο Ανακριτής έβλεπε το δικό του γραφείο (Α.) να εκπροσωπεί τη μια από τις δυο εταιρείες θα αντιλαμβανόταν τη συμπαιγνία. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με την εταιρεία ΚΙΝGSΤΟΝ ΙΝVΕSΤΕΜΕΝΤS S.Α., ότι μοναδικός μέτοχος, ιδιοκτήτης και εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής από την ίδρυση της έως και σήμερα είναι ο Ν. Ι., ότι το έτος 1999 ο ίδιος συμφώνησε με τον Π. Ι. να του εκχωρήσει το 37% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας " ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." αντί του ποσού των 185.000.000 δραχμών, από το οποίο κατεβλήθησαν τα 120.000.000 δραχμές. Ο Π. Ι. όμως υπαναχώρησε από τη συμφωνία και για την επιστροφή του εισπραχθέντος ποσού εξεδόθη από την εταιρεία SΕCREΤ S.Α. η υπ' αριθμ. … επιταγή ποσού 1ΟΟ.ΟΟΟ.ΟΟΟ, δραχμών σε διαταγή Π. Ι., η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. … επιταγή της ίδιας εταιρείας ποσού 352.164,30 ευρώ, στο οποίο ενσωματώθηκαν και οι τόκοι υπερημερίας, και ακολούθως εξεδόθη από τη νόμιμη κομίστρια του τίτλου η επίδικη διαταγή πληρωμής. Και τέλος ότι ουδεμία βλάβη υπέστησαν οι εγκαλούντες καθόσον προέβη και σε διαδοχικές καταβολές προς αυτούς συνολικού ποσού 11.044.500 δραχμών αλλά και στις 7-3-2002 κατέβαλε εις αυτούς το ποσό των 100.000.000 δραχμών ως τούτο βεβαιώνεται στο σχετικό πρακτικό συμβιβασμού, αλλά και σε αυτοτελή δήλωση που υπέγραψαν οι εκκαλούντες με την οποία παραιτούνται από οποιαδήποτε απαίτηση τους από τα ως άνω εργολαβικά δίκης και αποδεσμεύουν οποιοδήποτε ποσό ή άλλη απαίτηση που είχε δεσμευθεί βάσει της παραπάνω αναγγελίας και των εργολαβικών δίκης. Οι εκ διαμέτρου αντίθετοι αυτοί ισχυρισμοί θα πρέπει να ερευνηθούν με τις αρχές της αμεσότητας και της προφορικοτητας ώστε στο πλαίσιο της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας να διασφαλισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση για την υπό κρίση υπόθεση. Και τούτο, εκτός των άλλων, διότι ο κρίσιμος ισχυρισμός της εικονικότητας της απαιτήσεως και της ενσωματούσης αυτήν επιταγής, τον οποίον οι εκκαλούντες εισέφεραν εν προκειμένω κατόπιν αδείας του Δ.Σ.Α. περί απαλλαγής τους από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και του καθήκοντος εχεμύθειας, υπήρξε το αντικείμενο της κατηγορίας της οποίας επελήφθη το 5396/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο απήλλαξε τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατ' εξακολούθηση νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Με τις ίδιες αρχές θα πρέπει να ερευνηθεί και το έτερο αδίκημα της απόπειρας εκβίασης καθόσον ο εκ των εκκαλούντων Γ. Α. αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τη φωνή του κατηγορουμένου σε μερικές από τις σχετικές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις - κάποιες έγιναν από άγνωστο στην ανάκριση άτομο - ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι για την επίλυση των διαφορών του δεν μετέρχεται μέσων αυτής της μορφής...". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση ενώπιον δικαστηρίου, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και της απόπειρας εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που. μεταχειρίσθηκε απειλή βλάβης του επαγγέλματος που ασκεί ο εξαναγκαζόμένος και διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και, για το λόγο αυτό, δέχθηκε τις εφέσεις, που άσκησαν κατά του υπ αριθμ. 2523/2009 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών οι φερόμενοι ως παθόντες πολιτικώς ενάγοντες και εξαφάνισε, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών στέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμα του από την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού α) θεωρεί ότι είναι βάσιμοι ισχυρισμοί των πολιτικώς εναγόντων, ενώ δεν λαμβάνει καμιά θέση επί των αντιθέτων ισχυρισμών του κατηγορούμενου, τους οποίους παραπέμπει στο ακροατήριο προκειμένου να εξετασθούν, και δεν αιτιολογεί τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι δεν είχε σχέση με την εταιρία "ΚΙΝGSΤΟΝ ΙΝVESΤΕΜΕΝΤS", β) δεν αναφέρει από πού προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση από τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως, αρκούμενο στην επανάληψη κατά γράμμα του κατηγορητηρίου και γ) δεν αιτιολογεί, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, παραθέτοντας μόνο την ορολογία του νόμου, χωρίς να αναφέρει από πού προκύπτει η τέλεση των πράξεων που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και μάλιστα σε τι συνίσταται η υποδομή που έχει διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθ. 583/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για απάτη κατ' εξακολούθηση ενώπιον δικαστηρίου, τετελεσμένη και σε απόπειρα, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, και απόπειρα εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε απειλή βλάβης του επαγγέλματος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος και διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στοιχεία εγκλημάτων. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και παραπομπή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Απόπειρα, Εκβίαση.
0
Αριθμός 2050/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή σύμφωνα με την 104/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Τ. Μ. του Λ., κατοίκου …, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 1534/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενη την Μ. Β. του Π.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1187/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 324/05.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 485 §§ 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία την υπ' αριθμό 106/8-9-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Τ. Μ. του Λ., κατοίκου …, κατά του υπ' αριθμό 1534/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (το οποίο εκδόθηκε μετά από αναίρεση του υπ' αριθμό 1302/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την 1752/09 απόφαση του Αρείου Πάγου) με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία, ως αβάσιμη, η υπ' αριθμό 306/08 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του 1562/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που επικυρώθηκε και με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών να δικασθεί για (α) άμεση συνέργεια σε απάτη επί Δικαστηρίου, όπου το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία, υπερβαίνουν συνολικά τα 73.000 Ευρώ (ή 25.000.000 δρχ) και (β) ψευδορκία μάρτυρα (αρ. 13, 14 - 18, 26 § 1, 27 § 1, 46§1, 94, 224§2-1, 227§1 και 386 § 1 - 3β' ΠΚ). Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως (επίδοση του βουλεύματος, στο κατηγορούμενο και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 4/8/10) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτου και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ.473, 474, 482 § 1 - 3 ΚΠΔ), για την οποία συντάχθηκε νόμιμα η υπ' αριθμό 106/8-9-2010 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή, με προβαλλόμενο λόγον αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (αρ. 93 § 3 Συντ. 139, 484 § 1 δ'ΚΠΔ) - βλ. έκθεση αναίρεσης - Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά, στην απόφαση και το βούλευμα αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α). Έτσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002 ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά) Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86782, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά, καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγεί το αποτέλεσμα. 'Oταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς - σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. 'Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο με δικές του σκέψεις όσο και με συμπληρωματική υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα (ΑΠ 1494/05, ΑΠ 2464/05) δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει: "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται...", προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανάται κάποιος και πείθεται να προβεί σε πράξη παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος [ Α.Π. 545/2009 Ποιν. Χρ. ΝΘ' 700, Α.Π. 471/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ' 153, Α.Π. 407/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ' 139, Α.Π. 211/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ' 38, Α.Π. 971/2007, Ποιν. Χρ. ΝΗ' 320]. Υποκειμενικώς απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής, δηλαδή τα ανωτέρω στοιχεία της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και να θέλει να τα παραγάγει [Α.Π. 911/2004, Ποιν. Χρ. ΝΕ' 419, Α.Π. 858/2004, Ποιν. Χρ. ΝΕ' 322]. Η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος; τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ [παρ. 3 άρθρου 386 του Π.Κ.] [βλ. Α.Π. 2203/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ' 209, Α.Π. 1394/2006, Ποιν. Χρ. ΝΖ' 621]. Απάτη μπορεί να τελεστεί και ενώπιον του δικαστηρίου, αφού δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ταυτότητα του προσώπου του απατηθέντος και αυτού που βλάπτεται. (Α.Π. 1752/2009 σε Συμβούλιο, ΑΠ 487/2007, ΑΠ 364/2007 δημ. Νόμος). Έτσι, μπορεί η απάτη να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων. Η προσαγωγή και η επίκληση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης επί δικαστηρίου ακόμη και υπό τη μορφή της απόπειρας τελέσεως αυτού, εφόσον μόνη η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού δι' αγωγής κλπ. δε συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή τελέσεως της απάτης κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ και όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχτεί ως αληθινούς τους ψευδείς ισχυρισμούς του ενάγοντος, χωρίς έλεγχο της ουσιαστικής αλήθειας αυτών, με βάση μόνο το από το άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ τεκμήριο ομολογίας, λόγω ερημοδικίας του αντιδίκου του. Τετελεσμένη είναι η απάτη επί δικαστηρίου, όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή καθώς και επίκληση των πλαστών ή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων εκδίδεται από το πολιτικό δικαστήριο οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης σε βάρος του αντιδίκου του (ΑΠ 91/94, ΝΟΒ/1994(477), ΠΟΙΝΧΡ/1994(319), ΑΠ 1023/95, ΑΠ 1839/1997 ΝΟΒ/1998 (687), 1348/2000 δημ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης, συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κυρίας πράξης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε [Α.Π. 471/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ' 153, Α.Π. 547/2008, Ποιν. Χρ. ΝΗ' 699, Α.Π. 2353/2007, Ποιν. Χρ. ΝΗ' 820, Α.Π. 1656/2007, Ποιν. Χρ. ΝΗ' 536]. Ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρία πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης [Α.Π 1752/2009 σε Συμβούλιο, Α.Π. 471/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ' 153, Α.Π. 971/2007, Ποιν. Χρ. ΝΗ' 320, Α.Π. 2353/2007, Ποιν. Χρ. ΝΗ' 820, ΑΠ 1642/2000, Ποιν. Χρ. ΝΑ/715]. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1 εδ. β', 49 παρ. 2 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' του Π.Κ. προκύπτει, ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις της απάτης (όπως εν προκειμένω, το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ), που της προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του αμέσου συνεργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, κακουργηματικό χαρακτήρα, γιατί δεν αρκεί η συνδρομή τους στο πρόσωπο του αυτουργού [Α.Π. 471/2008, Ποιν. Χρ. ΝΘ' 153]. Στην προκειμένη περίπτωση από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και μάλιστα από τα αποδεικτικά μέσα που συνελέγησαν, δηλαδή από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και υπάρχουν στη δικογραφία, την απολογία του ανωτέρω κατηγορούμενου, ως και αυτή της συγκατηγορούμενής του Μ. Β. [ως προς την οποία δεν εισάγεται η υπόθεση] και το περιεχόμενο της εκθέσεως εφέσεως προέκυψαν τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη για την υπόθεση αυτή πραγματικά περιστατικά: Την 21-9-2002 απεβίωσε στην επί της οδού … οικία του, στο …, σε ηλικία 79 ετών, Ν. Α. του Σ. και της Κ., αδελφός του εγκαλούντα Α. Α. και σύζυγος της κατηγορούμενης Μ. Β.. Ο θάνατός του προήλθε από οξύ πνευμονικό οίδημα, το οποίο ήταν αποτέλεσμα απότοκο χρόνιας ισχαιμικής καρδιοπάθειας και ανεπάρκειας μιτροειδούς βαλβίδας, από τις οποίες έπασχε. Τα χρόνια αυτά καρδιαγγειακά νοσήματα και η εξαιτίας αυτών κακή οξυγόνωση του οργανισμού του αποβιώσαντος σε συνδυασμό και με την αρτηριοσκλήρυνση, η οποία πριν από το έτος 1980 του είχε προκαλέσει δύο εγκεφαλικά επεισόδια, είχαν επιφέρει σ' αυτόν βαριές σωματικές βλάβες και αναπηρίες, που ήταν έκδηλες με σταδιακή επιδείνωση κατά το τελευταίο προ του θανάτου του έτος. Ειδικότερα, αυτός κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν από το θάνατο του, δεν μπορούσε να κινηθεί μόνος του και υποβασταζόταν, ούτε μπορούσε να χρησιμοποιεί με σταθερότητα τα χέρια του, σε βαθμό που ήταν αδύνατο να γράφει μόνος του ακόμη και υποβοηθούμενος. Έπασχε δε από καταρράκτη στον αριστερό οφθαλμό, εξαιτίας του οποίου είχε χειρουργηθεί στις 5-4-2000, καθώς και από άλλες οφθαλμικές παθήσεις, εξαιτίας των οποίων (παθήσεων) είχε μειωθεί η όραση του, δύσκολα αναγνώριζε πρόσωπα και δεν μπορούσε να διαβάζει, υπέγραφε δε μηχανικά και στα σημεία που θα τοποθετούσε κανείς το χέρι του (βλ. και την αριθ. 867/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αποβιώσαντος κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν μια οικοδομή, συνολικής επιφάνειας 540,00 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού …, και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο. Στο δεύτερο από τους παραπάνω ορόφους κατοικεί η Μ. Β., ενώ οι υπόλοιποι τρεις όροφοι της οικοδομής είναι μισθωμένοι σε τρίτους. Ο ανωτέρω αποβιώσας με την από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 525/31-1-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 156/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο του σε όλη τη κληρονομιαία περιουσία τον αδελφό του Α. Α. (εγκαλούντα), προς τον οποίο έτρεφε ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης μέχρι το θάνατο του, αφού και το έτος 2000 δωρίσει σ' αυτόν με το υπ' αριθ. …/8-11-2000 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Ασημάκη Γκιούσα, ένα ελαιοπερίβολο, που βρίσκεται στη θέση "Μ." της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου … του Νομού …, εκτάσεως 1300 τ.μ.. Όμως, με το υπ' αριθ. 3136/6-6-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύτηκε, με επιμέλεια της συζύγου του αποβιώσαντος, Μ. Β., και η από 20-9-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του (αποβιώσαντος), η οποία κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 1164/6-6-2003 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Στη διαθήκη αυτή, που φέρεται να έχει συνταχθεί μία μέρα προ του θανάτου του διαθέτη αναγράφονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: "Εγώ ο Ν. Α. αφήνω τη σύζυγο μου Μ. 1° και 2° όροφο και ότι υπάρχει δικά της". Ο εγκαλών Α. Α., ο οποίος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε εγκατασταθεί μοναδικός κληρονόμος του αδελφού του, δυνάμει προγενέστερης διαθήκης, με την από 8-9-2003 έγκλησή του ισχυρίζεται ότι η διαθήκη αυτή που προσκόμισε στο δικαστήριο η κατ/νη Μ. Β. είναι πλαστή και την κατασκεύασε η ίδια με σκοπό να πετύχει να καρπωθεί την περιουσία του συζύγου της και αδελφού του. Την κατηγορεί επίσης ότι με την προσκόμιση στο δικαστήριο της πλαστής αυτής διαθήκης και τον ισχυρισμό της ότι είναι γνήσια και ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα συζύγου της, ισχυρισμό τον οποίο στήριξε και ο κατηγορούμενος Τ. Μ., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 6-6-2003, βεβαιώνοντας ότι η διαθήκη αυτή έχει γραφεί και υπογραφεί από τον θανόντα, παραπλάνησε το δικαστήριο εν γνώσει της και εξέδωσε την ως άνω απόφαση, η οποία είναι προϊόν απάτης. Ακόμη ισχυρίζεται ότι ο συγκατηγορούμενός της Τ. Μ. κατέθεσε ψέματα ενόρκως στο δικαστήριο ότι η διαθήκη είχε γραφεί δια χειρός του Ν. Α., ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, με σκοπό να βοηθήσει την πρώτη να παραπλανήσει το δικαστήριο και να εκδώσει απόφαση σύμφωνη με τα συμφέροντα της, αυτό δε το έκαμε μετά από παράκληση και προτροπή αυτής. Παράλληλα με την ως άνω έγκλησή του ο εγκαλών προσέβαλε την πιο πάνω διαθήκη ως άκυρη άλλως ως ακυρώσιμη, και με την από 8-9-2003 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτής και να κηρυχθεί ανίσχυρη, άλλως να ακυρωθεί για τους αναφερόμενους στην αγωγή του λόγους, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή, ότι ο ανωτέρω διαθέτης κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα της ζωής του στερείτο της ικανότητας να συντάξει διαθήκη, ότι άλλως αυτή είναι προϊόν ψυχολογικής βίας (απειλής), ότι το περιεχόμενο της διαθήκης είναι τελείως ασαφές, ακατάληπτο και αόριστο και ότι για το λόγο αυτό δεν μπορεί να ισχύει ως διαθήκη και, σε κάθε περίπτωση, ότι η εγκατάσταση της εγκαλούμενης (Μ. Β.) πρέπει να περιοριστεί μόνο στο δεύτερο όροφο της οικοδομής. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο εγκαλών προσκόμισε και την από 26-3-04 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., στο τελικό συμπέρασμα της οποίας αναφέρεται ότι "στην από 20-9-2002 διαθήκη που φέρεται ως ιδιόγραφη διαθήκη του Ν. Α. η υπάρχουσα υπογραφή διαφοροποιείται σημαντικά από τις πλησιόχρονες γνήσιες υπογραφές του ανωτέρω και συνεπώς τη θεωρώ πλαστή...ότι και το κείμενο της υπό έλεγχο διαθήκης δεν πρέπει να προέρχεται από το Ν. Α.". Μετά την άσκηση της αγωγής του ανωτέρω εγκαλούντα, η κατ/νη Μ. Β., μη αναγνωρίζοντας σ' αυτόν οποιοδήποτε δικαίωμα επί της κληρονομιαίας περιουσίας, άσκησε και αυτή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4-4-2004 αγωγή της με την οποία ζητούσε να ερμηνευτεί η ως άνω διαθήκη του αποβιώσαντος συζύγου της και να αναγνωριστεί, ότι αυτή είναι η μοναδική κληρονόμος αυτού σε όλη την κληρονομιαία περιουσία. Τελικά, επί των δύο αυτών αγωγών, που συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 867/2007 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία απερρίφθη η από 4-4-2004 αγωγή της κατ/νης Μ. Β. και έγινε δεκτή η αγωγή του Α. Α., δηλαδή αναγνωρίστηκε ότι η από 20-9-2002 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του Ν. Α. του Σ., που έχει δημοσιευτεί με το υπ' αριθ. 3136/6-6-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 1164/6-6-2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (βλ. και την αριθ. 867/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Το παραπάνω ισχυρισμό του εγκαλούντα περί πλαστότητας της διαθήκης, εκτός από την ως άνω ειδική δικαστική γραφολόγο, τον στηρίζουν και οι μάρτυρες Σ. Α., Α. Κ. και Κ. Α., οι οποίοι εξετάστηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση, αλλά και οι πραγματογνώμονες-γραφολόγοι Θ. Β., και Δ. Θ., που διορίστηκαν, ο μεν πρώτος, κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, με Διάταξη της ανακρίτριας Του 17ου Τμήματος Αθηνών, ο δεύτερος δε με την υπ' αριθ. 3908/31-1-2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, οι ανωτέρω πραγματογνώμονες, οι οποίοι διορίστηκαν με σκοπό να αποφανθούν περί της γνησιότητας ή μη της επίμαχης διαθήκης, με τις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες τους αποφαίνονται ότι η άνω διαθήκη δεν έχει γραφεί και δεν έχει υπογραφεί από τον θανόντα Ν. Α., αλλά από τρίτο πρόσωπο. Μάλιστα ο εξ αυτών Θ. Β. στο συμπέρασμα του σημειώνει ότι η μεν γραφή του κειμένου έγινε από την κατ/νη Μ. Β., η δε υπογραφή είναι πολύ πιθανό να τέθηκε απ' αυτήν (βλ. και την από 10-12-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Θ. Β., καθώς και την από 18-1-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Δ. Θ.). Η συγκ/νη Μ. Β., από την πλευρά της ισχυρίζεται ότι βρήκε την επίμαχη διαθήκη τυχαία στο σπίτι της σε κάποιο συρτάρι, μετά από πολλούς μήνες από το θάνατο του συζύγου της, ότι πριν δεν γνώριζε την ύπαρξη της και ότι δεν έχει σχέση μ' αυτήν, αλλά επειδή γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του συζύγου της είναι βέβαιη ότι τη συνέταξε και την υπόγραψε ο ίδιος. Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει την από 20-3-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Μ. Μ.. Ο εν λόγω γραφολόγος, ο οποίος μετά από παραγγελία της άνω κατ/νης συνέταξε την πιο πάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αναφέρει ότι η επίδικη διαθήκη γράφηκε χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο τον διαθέτη Ν. Α.. Η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πραγματογνωμοσύνες των τριών ως άνω συναδέλφων του, πλην όμως, την αντίθεση αυτή ο γραφολόγος αυτός την αποδίδει στο ότι τα δείγματα γραφής του διαθέτη, που έλαβαν υπόψη οι συνάδελφοί του, ήταν πολύ παλαιά και ως εκ τούτου ήταν φυσικό να υπάρχει διαφορά στους χαρακτήρες των γραμμάτων αυτών και της διαθήκης. Όμως αυτό δεν είναι αληθές, αφού οι γραφολόγοι αυτοί έλαβαν υπόψη τους και γραφές του διαθέτη πλησιόχρονες της διαθήκης. Βεβαίως και ο πραγματογνώμονας αυτός εντοπίζει διαφορές στη γραφή της διαθήκης και των δειγμάτων γραφής του διαθέτη, αλλά θεωρεί ότι αυτές οφείλονται στην ασθένεια του διαθέτη. Όμως η σωματική κατάσταση του διαθέτη δεν μπορεί να αλλοιώσει τον τρόπο γραφής κάποιου, αλλά τη σταθερότητα και τη δυνατότητα γραφής. Σύμφωνα δε με τη γραφολόγο Χ. Τ., η γραφή της διαθήκης δεν μπορεί να προέρχεται από άτομο με σοβαρά προβλήματα υγείας, αλλά από άτομο που είχε τη δυνατότητα να γράφει. Επίσης οι μάρτυρες Γ. Ν. και Γ. Μ. βεβαιώνουν ότι γνώριζαν την υπογραφή θανόντα και ότι τα γράμματά του είναι ίδια με αυτά της διαθήκης. Όμως, ο ισχυρισμός τους αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις διαπιστώσεις και των τεσσάρων ως άνω πραγματογνωμόνων-γραφολόγων, οι οποίοι παρατηρούν διαφορές στη γραφή του Θανόντα και στη γραφή της διαθήκης, ασχέτως αν τις αποδίδουν σε διαφορετικές αιτίες. Εν κατακλείδι τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν στηρίζουν επαρκώς τους ισχυρισμούς της ανωτέρω κατ/νης και δεν είναι ικανά να αλλοιώσουν την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων που στηρίζουν την κατηγορία, τα οποία βεβαιώνουν επαρκώς ότι αυτή τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος και βλάβη τρίτου, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000,00 ευρώ (25 εκ. δραχμών) και της απάτης στο δικαστήριο από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000,00 ευρώ (25 εκ. δραχμών), πράξεις βεβαίως για τις οποίες ήδη παραπέμφθηκε (αμετακλήτως) να δικαστεί, ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με το υπ' αριθ. 1.562/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Τ. Μ., ο οποίος κατηγορείται για άμεση συνεργεία στην απάτη στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000,00 ευρώ (ή 25 εκ. δραχμών), πράξη που τέλεσε η συγκατηγορούμενή του Μ. Β., ισχυρίζεται ότι γνώριζε καλά το γραφικό χαρακτήρα του θανόντα, διότι ήταν μισθωτής του ισογείου επαγγελματικού χώρου της οικοδομής του θανόντα και θανών τον επισκεπτόταν συχνά στο κατάστημα του. Ότι, κατά την είσπραξη του ενοικίου έγραφε και υπέγραφε τις αποδείξεις του ενοικίου που αυτός κατέβαλε, ο ίδιος ο θανών, και ως εκ τούτου είναι σίγουρος ότι η διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο τον Ν. Α.. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του αυτών επικαλείται και αυτός, όπως και η συγκατηγορούμενή του Μ. Β. τα ίδια ακριβώς αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία βεβαίως, όπως ήδη προεκτέθηκε, δεν κρίνονται ικανά να αλλοιώσουν την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων που στηρίζουν την κατηγορία. Περαιτέρω δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, όταν κατάθετε ψευδώς ως μάρτυρας, κατά τη δικάσιμο της 6-6-2003, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι η επίδικη διαθήκη είναι γνήσια, γνώριζε πολύ καλά, ότι με την κατάθεσή του αυτή, αφενός βοηθούσε την συγκατηγορούμενή του Μ. Β. να πετύχει το σκοπό της, δηλ. να καρπωθεί την κληρονομιαία περιουσία του συζύγου της και αφετέρου ότι η αξία της περιουσίας αυτής υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 73.000 ευρώ. Το τελευταίο αυτό γεγονός, ενισχύεται και από τα εξής: Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ο οποίος ασχολείται με μεταλλικές κατασκευές, από το Σεπτέμβριο του 2000 είχε μισθώσει για τρία (3) χρόνια, για τις ανάγκες της εργασίας του, τον ισόγειο χώρο της επί της οδού …, ευρισκόμενης οικοδομής του θανόντα Ν. Α., εμβαδού 148 τ.μ.. Το μίσθιο το χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ως εργαστήριο σιδηρομεταλλικών κατασκευών και αλουμινίου και κατέβαλε ως μίσθωμα το ποσό των 200.000 δραχμών, το οποίο αναπροσαρμοζόταν κάθε έτος 5% επί κατά το προηγούμενο έτος καταβαλλόμενου μισθώματος (βλ. και το από 22-9-00 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως). Για να δεχθεί όμως να καταβάλλει ένα τόσο μεγάλο μίσθωμα το έτος 2000, θα πρέπει να γνώριζε πολύ καλά ότι η εμπορική αξία του χώρου που μίσθωνε, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 ευρώ ή 25.000.000 δραχμών. Ο χώρος βεβαίως που μίσθωνε ήταν ένα τμήμα της όλης οικοδομής, η οποία αποτελείται ακόμη και από υπόγειο και άλλους δύο ορόφους, η δε συνολική της επιφάνεια ανερχόταν σε 540,00 τ.μ.. Η αξία αυτής δηλαδή, κατ' αντικειμενική κρίση, είναι, κατά πολύ μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 ευρώ ή 25.000.000 δραχμών. Το τελευταίο αυτό γεγονός, χωρίς καμιά αμφιβολία, το γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού λόγω της φύσης του επαγγέλματός του (βιοτέχνης σιδηρομεταλλικών κατασκευών και αλουμινίου) είχε άμεση σχέση με ακίνητα και ήταν σε θέση να γνωρίζει καλύτερα και απ' αυτή τη συγκατηγορούμενή του Μ. Β. την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος συζύγου της Ν. Α.. Είναι δηλαδή περισσότερο από βέβαιο ότι γνώριζε πολύ καλά όταν κατέθετε, πως το όφελος που επιδίωκε η ως άνω συγκατηγορούμενή του, με την κατά τον παραπάνω τρόπο εξαπάτηση του δικαστή, που διέταξε τη δημοσίευση της πλαστής διαθήκης, υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 73.000 ευρώ ή 25.000.000 δραχμών, γεγονός βεβαίως, το οποίο προσδίδει στην αξιόποινη πράξη της απάτης του (δικαστή) κακουργηματικό χαρακτήρα. Η παραπάνω άποψη ενισχύεται άμεσα και από το γεγονός ότι ο κατ/νος σε κανένα στάδιο της ποινικής διαδικασίας δεν επικαλέστηκε άγνοια του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως για την οποία κατηγορείται και τούτο, μολονότι από την αρχή της ποινικής διαδικασίας γινόταν λόγος και για πλαστογραφία και απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Συνεπώς, τα αντιθέτως με την υπό κρίση έφεσή του υποστηριζόμενα, ότι δηλαδή έσφαλε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που με το προσβαλλόμενο 1.562/2008 βούλευμα τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000,00 ευρώ (25 εκ. δραχμών), δεν είναι βάσιμα και πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικά δε αιτιολογούνται πλήρως όλοι οι προβληθέντες ισχυρισμοί και τα αιτήματα του αναιρεσείοντος κατ/νου και μετά από αξιολόγησή τους σε συνδυασμό με όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει επαρκώς κατ' είδος, αιτιολογημένα αποφάνθηκε επ' αυτών, χωρίς να δημιουργηθεί ουδεμία ασάφεια ή ακυρότητα, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες (βλ. και ΑΠ 874/04 ΠΧ ΝΕ/414). Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 § 1 δ'Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος, δε με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν Σας, διότι με τη κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τα υπομνήματά του εκτενώς και διεξοδικώς εκθέτει τις απόψεις του και δεν κρίνεται αναγκαία οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 106/10 αίτηση του Τ. Λ. Μ., κατοίκου …, για αναίρεση του υπ. αριθμ. 1534/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να απορριφθεί το αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου Σας και Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της απάτης, απαιτείται 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§4 του Ν.2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δραχμών), ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δραχμών). Απάτη μπορεί να τελεστεί και ενώπιον του δικαστηρίου αφού δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ταυτότητα του προσώπου του απατηθέντος και αυτού που βλάπτεται. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.1β' ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα. Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο άνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα: "Την 21.09.2002 απεβίωσε ο Ν. Α., κάτοικος …, από οξύ πνευμονικό οίδημα απότοκο χρόνιας ισχαιμικής καρδιοπάθειας και ανεπάρκειας μητροειδούς βαλβίδας. Η χήρα του, Μ. Β., με αίτησή της στο μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτηση να δημοσιευθεί και να κηρυχθεί κυρία η από 20/9/2002 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντα συζύγου της με την οποία την εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του και το δικαστήριο αυτό με τη μ' αριθμό 1164/6-6-2003 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση, δημοσίευσε τη διαθήκη και την κήρυξε κυρία. Ο εγκαλών Α. Α.ς, αδελφός του αποβιώσαντος, ο οποίος είχε εγκατασταθεί μοναδικός κληρονόμος του αδελφού του, δυνάμει προγενέστερης διαθήκης, με την από 8-9-2003 έγκληση του ισχυρίζεται ότι η διαθήκη που προσκόμισε στο δικαστήριο η Μ. Β. είναι πλαστή, την κατήρτισε η ίδια με σκοπό να επιτύχει να καρπωθεί την περιουσία του θανόντος συζύγου της και αδελφού του, ότι με την προσκόμιση της πλαστής αυτής διαθήκης στο δικαστήριο και τον ισχυρισμό ότι είναι γνήσια δηλαδή έχει γραφεί και υπογραφεί από τον θανόντα σύζυγο της, ισχυρισμό που κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος Τ. Μ., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 6-6-2003, βεβαιώνοντας ότι η διαθήκη αυτή έχει γραφεί και υπογραφεί από τον θανόντα, παραπλάνησε το δικαστήριο εν γνώσει της και εξέδωσε την ως άνω απόφαση η οποία είναι προϊόν απάτης. Ακόμη ισχυρίζεται ότι ο Τ. Μ. κατέθεσε ενόρκως ψευδώς στο δικαστήριο ότι η διαθήκη είχε γραφεί δια χειρός του Ν. Α., ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια με σκοπό να βοηθήσει την πρώτη να παραπλανήσει το δικαστήριο ώστε να γίνει δεκτή η αίτησή της προέβη δε στην ως άνω ένορκη κατάθεση μετά από παράκληση και προτροπή της πρώτης. Ο πραγματογνώμονας Θ. Β. που διορίστηκε από την ανακρίτρια κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης με την από 10.12.2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για τους λόγους που εκθέτει αναλυτικά σ' αυτήν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί και δεν έχει υπογραφεί από τον θανόντα Ν. Α. αλλά από τρίτο πρόσωπο και η μεν γραφή του κειμένου έγινε από την Μ. Β. η δε υπογραφή είναι δυνατόν να τέθηκε απ' αυτήν. Με την 867/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή αγωγή του εγκαλούντος και αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η από 20/9/2002 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του Νικολάου Αδαμοπούλου επειδή σύμφωνα με τις παραδοχές της δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον διαθέτη αλλά είναι πλαστή ενώ με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε αγωγή της Μ. Β. περί ερμηνείας της ως άνω διαθήκης. Ο ορισθείς στα πλαίσια της πολιτικής δίκης πραγματογνώμων Δ. Θ., με την από 18/1/2006 έκθεση του, αποφάνθηκε ότι η διαθήκη αυτή δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και απογραφεί από τον Ν. Α., αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο, όμως όχι από την Μ. Β.. Τον ισχυρισμό του εγκαλούντα περί της πλαστότητας της διαθήκης εκτός από τους προαναφερόμενους πραγματογνώμονες, που διορίστηκαν από τις δικαστικές αρχές, στηρίζουν και η ειδική δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. την οποία όρισε ο ίδιος αλλά και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση Σ. Α., Α. Κ. και Κ. Α.. Η Μ. Β. ισχυρίστηκε ότι τη διαθήκη βρήκε τυχαία στην κατοικία της σε κάποιο συρτάρι μετά• από πολλούς μήνες από το θάνατο του συζύγου της και ότι πριν αυτή δεν γνώριζε την ύπαρξη της. Ο κατηγορούμενος Τ. Μ. ισχυρίζεται ότι γνωρίζει καλά το γραφικό χαρακτήρα του θανόντα Ν. Α., διότι ήταν εκμισθωτής του καταστήματος που αυτός διατηρεί και ο θανών τον επισκεπτόταν συχνά στο κατάστημα του. Κατά την είσπραξη του ενοικίου έγραφε και υπέγραφε τις αποδείξεις του ενοικίου που αυτός του κατέβαλε και ως εκ τούτου είναι σίγουρος ότι η διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο το Ν. Α.. Τους ισχυρισμούς αυτούς ενισχύει και ο ειδικός γραφολόγος Μ. Μ., ο οποίος μετά από παραγγελία της Μ. Β. συνέταξε την από 20/3/2006 έκθεση του, στην οποία υποστηρίζει ότι η επίδικη διαθήκη γράφτηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφτηκε από τον ίδιο το διαθέτη Ν. Α.. Η τελευταία αυτή έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις λοιπές πιο πάνω αναφερόμενες. Ο πραγματογνώμων αυτός εντοπίζει διαφορές στη γραφή της διαθήκης και των δειγμάτων γραφής του διαθέτη αλλά θεωρεί ότι αυτές οφείλονται στην ασθένεια του διαθέτη. Σύμφωνα με τη γραφολόγο Χ. Τ., η γραφή της διαθήκης δεν μπορεί να προέρχεται από άτομο με σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά έχει γραφεί από άτομο που έχει δυνατότητα να γράφει. Επίσης, οι μάρτυρες Γ. Ν. και Γ. Μ. βεβαιώνουν ότι γνώριζαν την υπογραφή του θανόντα και τα γράμματα του και είναι ίδια με αυτά της διαθήκης. Όμως, όπως προεκτέθηκε και οι τέσσερις πραγματογνωμοσύνες παρατηρούν διαφορές στη γραφή του θανόντα και τη γραφή της διαθήκης, ασχέτως αν την αποδίδουν σε διαφορετικές αιτίες. Από τα ως άνω προκύπτει ότι η επίδικη διαθήκη δεν έχει γραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη Ν. Α. αλλά από την Μ. Β., η οποία την πλαστογράφησε και συνεπώς και η κατάθεση του Τ. Μ. στο δικαστήριο με την οποία βεβαίωσε τη γνησιότητα της διαθήκης, είναι ψευδής αυτός δε γνώριζε ότι αυτή είχε πλαστογραφηθεί από την ως άνω Μ. Β.. Με βάση τα ως άνω περιστατικά που έγιναν δεκτά με το μ' αριθμ. 1562/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που επικυρώθηκε με το 1302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και βλάβη τρίτου που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και της απάτης στο δικαστήριο από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ αφού η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχονταν στο ποσό των 158.800 ευρώ σύμφωνα με τις παραδοχές του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου τούτου, παραπέμφθηκε η Μ. Β. να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Περαιτέρω; από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Τ. Μ., όταν κατέθετε ως μάρτυρας κατά τη δικάσιμο στις 6/6/2003, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι η ιδιόγραφη διαθήκη που προσκόμισε στο ως άνω Δικαστήριο η Μ. Β.-Α. είναι γνήσια ήτοι ότι έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Ν. Α. γνώριζε ότι αυτή είχε πλαστογραφηθεί από την πιο πάνω καθώς και ότι με την κατάθεση του αυτή βοηθούσε την πιο πάνω να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να καταστεί μοναδική κληρονόμος της περιουσίας του διαθέτη αξία$ περί τα 158.890 ευρώ. Οι ισχυρισμοί του ότι γνώριζε καλά το γραφικό χαρακτήρα του διαθέτη διότι ήταν μισθωτής του ισογείου χώρου της οικοδομής του θανόντα, ότι κατά την είσπραξη του ενοικίου έγραφε και υπέγραφε τις αποδείξεις ενοικίου ο ίδιος ο θανών και ως εκ τούτου είναι σίγουρος ότι η διαθήκη είχε υπογραφεί και γραφεί από τον ίδιο τον διαθέτη προς απόδειξη των οποίων επικαλείται τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα και μάρτυρες δεν κρίνονται ικανά να αλλοιώσουν την αποδεκτική δύναμη των στοιχείων που στηρίζουν την κατηγορία. Ο κατηγορούμενος όπως προεκτέθηκε ήταν μισθωτής από το έτος 2000 του ισογείου ορόφου οικοδομής του θανόντα που βρίσκεται στο …, έκτασης 148τ.μ., που χρησιμοποιούσε ως εργαστήριο μεταλλικών κατασκευών και αλουμινίου και κατέβαλε ως μίσθωμα 200.000δρχ. με ετήσια αναπροσαρμογή 5%. Το ως άνω μίσθιο κατάστημα αποτελούσε τμήμα της όλης οικοδομής, η οποία αποτελείται από υπόγειο, πρώτο και δεύτερο ορόφους, συνολικής επιφάνειας 540τ.μ. η αξία δε του όλου ακινήτου υπερέβαινε κατά πολύ κατά το έτος 2003 το ποσό των 73.000 ευρώ, ανερχόμενη τουλάχιστον σε 140.000 ευρώ, γεγονός που προκύπτει και από την αναγραφόμενη κατά το έτος 2004 αντικειμενική αξία του όλου ακινήτου στην πράξη αποδοχής κληρονομιάς του θανόντος στην οποία προέβη ο εγκαλών Α. Α.ς με βάση την προγενέστερη της επίδικης, διαθήκη αυτού (βλ. σχ. δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του εγκαλούντος). Ο ίδιος ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο της από 20/9/2002 διαθήκης, ότι μ' αυτή θα περιέρχονταν όλο το ως άνω ακίνητο στην Μ. Β. καθώς και ότι η αξία αυτού υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ λόγω των σχέσεων που διατηρούσε με τον διαθέτη και τη σύζυγο του αλλά και ως εκ της φύσης του επαγγέλματος του, είχε άμεση σχέση με ακίνητα, και ήταν σε θέση να γνωρίζει την αξία του. Σημειώνεται ακόμη ότι ο ως άνω κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο της ποινικής διαδικασίας δεν επικαλέστηκε άγνοια του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως για την οποία κατηγορείται καίτοι από την αρχή είχε απαγγελθεί σ' αυτόν κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος. Με βάση αυτά προκύπτει ότι ο Τ. Μ. γνώριζε όταν κατέθετε, πως το όφελος που επεδίωκε η Μ. Β., με την κατά τον παραπάνω τρόπο εξαπάτηση του δικαστή που δημοσίευσε και κήρυξε κυρία την επίδικη διαθήκη, υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 73.000 ευρώ, στοιχείο που προσδίδει στην αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην απάτη στο δικαστήριο κακουργηματικό χαρακτήρα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό ,με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για το ανωτέρω έγκλημα, που κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 386§1,3 και 46§21βΠΚ. Επίσης, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε αξιολογήσεως ενός εκάστου εξ' αυτών. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως η άμεση συνέργεια του κατηγορουμένου στην τέλεση της άνω αξιόποινης πράξεως, με την παραδοχή ότι με το να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι η ιδιόγραφη διαθήκη που προσκόμισε στο άνω δικαστήριο η συγκατηγορουμένη του Μ. Β. που είχε πλαστογραφηθεί από την τελευταία, ήταν γνήσια και είχε γραφεί και υπογραφεί από τον Ν. Α. (διαθέτη), παρέσχε άμεση συνδρομή στην άνω συγκατηγορουμένη του να διαπράξει το έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίω, η δε γνώση του, κατά τις παραδοχές, ότι η διαθήκη είναι πλαστή και η θέλησή του για άμεση υποστήριξη της αιτήσεως της συγκατηγορουμένης του να πληροί το στοιχείο του δόλου. Τέλος, παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων γνώριζε ότι το όφελος, το οποίο επεδίωκε η ως άνω συγκατηγορουμένη του με την κατά τον άνω τρόπο εξαπάτηση του Δικαστή που διέταξε την δημοσίευση της πλαστής διαθήκης, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, στοιχείο που προσέδιδε στην αξιόποινη πράξη της απάτης την κακουργηματική της μορφή. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι διαλαμβανόμενες στο μοναδικό λόγο αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου Εφετών και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως ο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με την ειδικότερη αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 485 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του Ν.3160/2003, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά βουλεύματος κατηγορούμενος, μπορεί να ζητήσει να εμφανισθεί προσωπικά και να ακουσθεί από το συνεδριάζον, με τριμελή σύνθεση, ως Συμβούλιο., αρμόδιο ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου. Το εν λόγω Συμβούλιο ύστερα από πρόταση του οικείου Εισαγγελέα αποφαίνεται επί του αιτήματος αυτού. Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση του ζητεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων, Το αίτημα αυτό παραδεκτά εισάγεται κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις και είναι νόμιμο κατ' άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ, όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων έχει με πληρότητα αναπτύξει και εξηγήσει με την απολογία του την έφεση και την αίτηση αναιρέσεως τις απόψεις του ώστε η εμφάνιση του δεν κρίνεται αναγκαία. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 106/8-9-2010 αίτηση του Τ. Μ. του Λ., περί αναιρέσεως του υπ'αριθ.1534/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Απορρίπτει το αίτημα του άνω αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για άμεση συνέργεια σε απάτη στο Δικαστήριο. Απορρίπτεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
0
Αριθμός 2049/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1082/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Π. Μ. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Με συγκατηγορούμενους τους:1)Ε. Κ. του Α. και 2)Ι. Μ. του Θ.. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 33/3-9-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1154/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και να απορριφθούν οι από 13 Σεπτεμβρίου 2010 και 8 Οκτωβρίου 2010 αιτήσεις-αιτήματα του συγκατηγορούμενου Ι. Μ. και τον κατηγορούμενο που παρέστη ο ίδιος ως δικηγόρος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικώς, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ.53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με πληρότητα και σαφήνεια γιατί δεν επείσθη για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη από 3-9-2010 και υπ' αρ. εκθέσεως 33/2010 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθμ.1082/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο ο κατηγορούμενος Π. Μ. του Σ., δικηγόρος Πειραιώς και κάτοικος Αθηνών, κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ποσού 7.000.000 δραχμών (ειδικότερα της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή) έχει ασκηθεί από τον ως άνω Εισαγγελέα νομοτύπως και εμπροθέσμως (βλ. και άρθρο 473 παρ.4 του ΚΠοινΔ) από της κατά την 23-7-2010 καταχωρήσεως της στο ως άνω βιβλίο, με μόνο λόγο την έλλειψη της απαιτουμένης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής αιτιολογίας, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εν μέρει υπ'αριθμ.1082/2010 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο κατηγορούμενος Π. Μ. του Σ., δικηγόρος ... και κάτοικος ..., κηρύχθηκε αθώος, εκτός των λοιπών αποδιδομένων σ'αυτόν αξιοποίνων πράξεων που δεν αποτελούν αντικείμενο έρευνας της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, της άμεσης συνέργειας στην πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ποσού 7.000.000 δραχμών, που του αποδίδετο με το υπ'αριθ.1588/2007 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ακόλουθα, όσο αφορά την υπόθεση με κατηγορούμενους τον τότε δικαστή (Πρωτοδίκη Αθηνών) Ε. Κ., τον επιχειρηματία Ι. Μ. και τους δικηγόρους Π. Μ., Χ. Χ. και Σ. Ν. τα εξής: "Εναντίον των I. Α., βούλγαρου υπηκόου, και Ι. Μ. (ήδη κατηγορούμενου) ασκήθηκε ποινική δίωξη, πλην των άλλων αξιοποίνων πράξεων, και για την κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατό να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Συγκεκριμένα δε, εναντίον του πρώτου ως φυσικού αυτουργού και του δεύτερου ως ηθικού αυτουργού της παραπάνω πράξεως. Σημειώνεται, ότι η εν λόγω σοβαρή πράξη, η οποία αποδόθηκε σ' αυτούς, είχε λάβει χώρα κατά συρροή α) στις 27.6.2000 στη συμβολή τών οδών ... και ... στην Αθήνα, β) στις 3.8.2000 στην οδό ..., στον Πειραιά και γ) στις 10.10.2000 στην οδό ..., στον Ταύρο Αττικής, κατά τις οποίες προκλήθηκαν αντίστοιχες εκρήξεις, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε καταστήματα ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τα οποία εκμεταλλευόταν ο Χ. Β.. Εναντίον τούτου, σημειωτέον, είχε εκδηλώσει μεγάλη επαγγελματική αντιζηλία ο κατηγορούμενος Ι. Μ., ο οποίος είχε αναπτύξει συναφή με αυτόν δραστηριότητα με επίκεντρο την πόλη του Πειραιά. Επισημαίνεται, ότι ο ανωτέρω, Χ. Β., καθώς και ο συνεταίρος του Δ. Σ. είχαν υποβάλει την από 23.10.2000 αίτηση τους με αναφορά παραπόνων προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, στην οποία δήλωσαν, πλην των άλλων, ότι δεχόντουσαν πολλά απειλητικά τηλεφωνήματα τόσο για τη ζωή τους, όσο και για την περιουσία τους, καθώς, επίσης, και περί ενοχοποιήσεώς τους για δήθεν διαπραχθείσες από αυτούς διάφορες εγκληματικές ενέργειες. Θεώρησαν δε, ως τον κυρίως ύποπτο και δράστη των προαναφερόμενων αξιοποίνων πράξεων τον κατηγορούμενο Ι. Μ.. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί, ότι, όπως ισχυρίσθηκαν, ο ίδιος είχε απειλήσει "ευθέως και προσωπικώς" το δεύτερο από αυτούς, Δ. Σ., επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να αποτραπεί η μίσθωση του ανωτέρω, επί της οδού ..." καταστήματος, που βρισκόταν στην πόλη του Πειραιά. Κατά τη διενεργηθείσα δε στο μεταξύ έρευνα στο μεταξύ στο σπίτι του κατηγορουμένου Ι. Μ., βρέθηκαν σ' αυτό όπλα, σφαίρες, φυσίγγια, καθώς, επίσης, και 350 κασέτες υποκλοπών. Ακολούθως, κατά την αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσα προανάκριση επί της ως άνω ποινικής υποθέσεως, εξετάστηκαν ως μάρτυρες οι ιδιωτικοί αστυνομικοί Θ. Μ. και Χ. Σ., οι οποίοι κατέθεσαν, ότι εργαζόμενοι ως ιδιωτικοί αστυνομικοί προς φύλαξη του επί της συμβολής των οδών ... και ... πολυκαταστήματος "Μινιόν" είχαν αντιληφθεί πριν από την προκληθείσα πρώτη των εκρήξεων, δύο άτομα, τα οποία επέβαιναν εντός αυτοκινήτου, που είχε σταθμεύσει επί της οδού .... "Ότι, ακολούθως, αποβιβάσθηκε από αυτό το ένα άτομο και, αφού κατευθύνθηκε προς την οδό ..., απ' όπου παρέλαβε μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, απομακρύνθηκε, μετά ταύτα, κινούμενο περιμετρικώς του πιο πάνω πολυκαταστήματος. Μετά δε από την εν λόγω έκρηξη, το ίδιο άτομο, με την ίδια μοτοσυκλέτα διήλθε εκ νέου από τον τόπο της εκρήξεως. Επίσης, οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν προανακριτικώς, ότι σε επιδειχθείσα σ' αυτούς φωτογραφία, αλλά και σε βιντεοσκόπηση, αναγνώρισαν το ανωτέρω άτομο και επρόκειτο σίγουρα για τον προαναφερόμενο βούλγαρο υπήκοο I. A., ο οποίος, κατά τη διάρκεια της προανακριτικής απολογίας του δέχθηκε, ότι εργαζόταν στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Ι. Μ. και συγκεκριμένα σε ένα κατάστημα τούτου με ηλεκτρονικά παιγνίδια στον Πειραιά. Σημειώνεται, ότι η βιντεοσκόπηση αυτή δεν προκύπτει, ότι επισυνάφθηκε στην ποινική δικογραφία, τουλάχιστον από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό, άλλωστε, και με τις μαρτυρικές καταθέσεις και δεν αφορά βέβαια την απεικόνιση του βούλγαρου κατά τη φερομένη διάπραξη της πράξεως, αλλά σε μία άλλη στιγμή και είναι άγνωστο, πού αυτή βρίσκεται. Ακολούθως, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, διατάχθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως και η υπόθεση διαβιβάσθηκε στο 23° Ανακριτικό Τμήμα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο υπηρετούσε τότε ο πρώτος των κατηγορουμένων, Ε. Κ., με το βαθμό του Πρωτοδίκη. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί, ότι δεν ήταν μόνο η υπόθεση αυτή, για την οποία διώκετο το ίδιο χρονικό διάστημα ο ως άνω Ι. Μ., αλλ' επιπλέον είχε ασκηθεί εναντίον του και άλλη ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες πράξεις, για την οποία είχε διαταχθεί η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, ο χειρισμός της οποίας είχε ανατεθεί στον Ανακριτή του 5ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά το στάδιο αυτό, ο παραπάνω κατηγορούμενος, Ι. Μ. είχε απευθυνθεί σε διάφορους Δικηγόρους, όπως τους Μ. Α. και Α. Λ.. Στη Γ.Α.Δ.Α, όπου εκρατείτο, γνώρισε, με την ευκαιρία άλλης υποθέσεως συγκρατουμένου του, το Δικηγόρο Αθηνών Μ. Δ., που βρέθηκε εκεί ως υπερασπιστής, στον οποίο ανέθεσε την υπόθεση, κατά το στάδιο αυτό της ανακρίσεως. Όμως, τη σχετική έκθεση του πέρατος αυτής την υπέγραψε, μετά ταύτα, ο δικηγόρος Αθηνών Ζ. Κ.. Ακολούθως, και, μετά τη διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως, η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθ. 2781/2001 βούλευμα του και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση αποφάνθηκε, ότι έπρεπε να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Ι. Μ. μαζί με τον αλλοδαπό συγκατηγορούμενό του Ι. Α. ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθούν για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Μετά δε την έκδοση του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο κατηγορούμενος αναστατώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό και άρχισε να κινητοποιείται ενεργά για την αντιμετώπιση της επιβαρυντικής αυτής σε βάρος του καταστάσεως. Οι δικηγόροι, στους οποίους αυτός απευθύνθηκε, τον συμβούλευσαν να μην ασκήσει κατά του συγκεκριμένου παραπεμπτικού βουλεύματος το ένδικο μέσο της εφέσεως, διότι, όπως του συνέστησαν, το Συμβούλιο Εφετών, λόγω της εμπειρίας των δικαστών, θα τεκμηρίωνε με το δικό του τρόπο τα προκύπτοντα σε βάρος του ενοχοποιητικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να καθίσταται πλέον δύσκολη η θέση του, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, στο οποίο αυτός είχε παραπεμφθεί. Τότε, απευθύνθηκε στο δικηγόρο Αθηνών και ήδη μάρτυρα κατηγορίας Γ. Α., τον οποίο γνώριζε από το έτος 1980, όταν ο τελευταίος είχε αναλάβει την υπεράσπιση τούτου και της συζύγου του, Ά. Μ. -Μ., για υπόθεση, η οποία αφορούσε σε θέματα μετοχών των ανωνύμων εταιρειών των εφημερίδων "Απογευματινή" και "Ακρόπολη". Στα πλαίσια δε αυτά της εντολής, ο ανωτέρω συνήγορος του προέβη σε μία σειρά διαφόρων διαδικαστικών ενεργειών και συγκεκριμένα κατάρτισε και υπέβαλε σχετικά με την άνω υπόθεση το από 23.3.2001 υπόμνημα και τις από 26.3.2001 και 20.4.2001 αιτήσεις ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, Αθηνών, καθώς και τα από 18. 9.2001, 24-9-2001 και 29.10.2001 υπομνήματα και αιτήσεις ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Επιπροσθέτως, ο δικηγόρος Γ. Α. είχε ρητή και σαφή εντολή χειρισμού, ως συνήγορος υπεράσπισης του, και άλλης υποθέσεως τούτου σχετικώς με την παράβαση του ν. 2331/1995, κατά την οποία κατάρτισε και υπέβαλε τα από 28.6.2001 και 6.7.2001 υπομνήματα και αιτήσεις ενώπιον του ως άνω 5ου τακτικού ανακριτή Αθηνών. Επί της τελευταίας δε αυτής κατηγορίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 6396/2001 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου το παραπάνω Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του Ι. Μ. για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εκτεθεί, ότι, όπως καταθέτει ο Γ. Α., πριν από την ανάθεση της σχετικής εντολής, από τον κατηγορούμενο Ι. Μ., αλλά και μετά ταύτα, αφ' ότου έλαβε αυτή, ο τελευταίος του εκμυστηρεύθηκε ορισμένα σοβαρά γεγονότα, τα οποία είχαν λάβει χώρα και συνδέονταν με την παραπάνω υπόθεση των εκρήξεων. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για χρηματισμό δικαστικού λειτουργού και συγκεκριμένα του παραπάνω ανακριτή της υποθέσεως, Ε. Κ.. Ειδικότερα με το από 1.7. 2005 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων των δικηγόρων Αθηνών Γ. και Σ. Α., ενώπιον της Πταισματοδίκου του 8ου Προανακριτικού Τμήματος Αθηνών, το οποίο διαβιβάστηκε στον Εφέτη ειδικό ανακριτή με το υπ' αριθ. πρωτ. ΕΠ 1201/14.12.2005 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι προαναφερόμενοι Γ. και Σ. Α. ανέφεραν, ότι ο εκ των κατηγορουμένων Ι. Μ., είχε, κατά τους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνονταν στο υπόμνημα, συμβουλευθεί και το Δικηγόρο Πειραιώς Π. Μ., ως προς την τύχη της υποθέσεως του, και επί πλέον α) "... μάς ομολόγησε λεπτομερώς τον τρόπο και τα μέσα, δια των οποίων, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, εξασφάλισε τη μη προφυλάκιση του μετά από την απολογία του ενώπιον του Ε. Κ..., ο οποίος στην υπόθεση της ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμένες εκρήξεις κατά συρροή κ.λ.π., ενώ εξέδωσε ένταλμα προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του τότε κατηγορουμένου ως φυσικού αυτουργού, στο μηνυτή, ο οποίος, όπως ήδη εκτέθηκε, κατηγορείτο ως ηθικός αυτουργός, επέβαλε μόνον περιοριστικούς όρους και δη μείωσε το ποσό της επιβληθείσας εγγύησης από 20.000.000 σε 5.000.000 δρχ...", β) "... μάς δήλωσε, ότι τον είχε δικαίως τιμωρήσει ο Θεός εξαιτίας της συμπεριφοράς του προς τους συνανθρώπους του, τους οποίους θεωρούσε σκουλήκια, βαίνοντας επί των πτωμάτων, των οποίων αποκόμιζε χρήματα ...", γ) μας εκλιπάρησε να τον λυπηθούμε και να αναλάβουμε την υπεράσπιση του ...", δ) ... και ε) "... μάς ανέφερε, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εν Αθήναις ποινικολογούντων δικηγόρων και δη οι πλέον γνωστοί εξ αυτών, τους οποίους είχε επισκεφθεί και κατονόμασε, τον είχαν συμβουλεύσει να μην ασκήσει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου έφεση κατά του τυχόν παραπεμπτικού για κακούργημα και πλημμελήματα πρωτοδίκου βουλεύματος ...". Στο σημείο, όμως, αυτό θα πρέπει να αναφερθεί, ότι, σύμφωνα με τις εκμυστηρεύσεις -και ο μάρτυρας Γ. Α. είναι κατηγορηματικός και αποκαλυπτικός- το πρόσωπο εκείνο, το οποίο συζήτησε με τον κατηγορούμενο Ε. Κ. και τον, κατ' απαίτηση τούτου, χρηματισμό του είναι ο δικηγόρος Αθηνών Α. Κ.. Σε σχέση με την εκμυστήρευση αυτή αποδεικνύεται, ότι ο τελευταίος με την ιδιότητα του μάρτυρα κατηγορίας παραδέχεται, ότι έλαβε χώρα συνάντηση του με τον Ε. Κ., η οποία τοποθετείται στο σπίτι του εν λόγω δικαστικού λειτουργού. Ο Α. Κ. εμφανίσθηκε στην περίπτωση αυτή ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι. Μ., μετά από τηλεφωνική επικοινωνία, την οποία, όπως εκθέτει, είχε με τον εν λόγω ανακριτή, ο οποίος γνώριζε τον αριθμό τηλεφώνου τούτου από το χειρισμό άλλης ποινικής υποθέσεως του. Ο κατηγορούμενος Ε. Κ. από τη δίκη του πλευρά αρνείται, ότι έλαβε χώρα μία τέτοια συνάντηση, η οποία, σημειωτέον, δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο και, επιπλέον, υπάρχει σύγχυση του μάρτυρα σχετικά με τον ακριβή όροφο της κατοικίας. Προς επιβεβαίωση μαλίστα της καταθέσεως του ο Α. Κ. προβαίνει σε μία λεπτομερή περιγραφή του εσωτερικού του σπιτιού του τότε δικαστικού λειτουργού, εκθέτοντας, ακολούθως, και συζήτηση, που έγινε μεταξύ τους περί γυναικών, η οποία δεν είχε απολύτως καμία σχέση με τη συγκεκριμένη συνάντηση. Μάλιστα, ο συγκεκριμένος δικηγόρος, όπως εκθέτει, ήταν προκατειλημμένος εναντίον του τότε ανακριτή από άλλη υπόθεση ενός Ι., που είχε χειρισθεί αυτός και είχε αναλάβει το Δικηγορικό του Γραφείο και, ενόψει του χειρισμού αυτής, τον θεωρούσε σκληρό δικαστή. Η συνάντηση τους αυτή αφορούσε στο γεγονός, ότι ο ανακριτής φέρεται να τον είχε καλέσει, για να του ανακοινώσει, ότι στην ποινική αυτή υπόθεση του Ι. Μ. δεν θα συνεργαζόντουσαν. Η κατάθεση αυτή του μάρτυρα κατηγορίας Α. Κ. κρίνεται από το Δικαστήριο ως περίεργη και αντιφατική, λαμβανομένου υπόψη, ότι δεν απεδείκνυε τότε την πληρεξουσιότητα του και ούτε είχε εμφανισθεί στο ανακριτικό γραφείο, ενώ καταθέτει αορίστως για συνάντηση του στο Τμήμα Μεταγωγών, ενώ είναι αληθές, ότι ο Ι. Μ. δεν κρατήθηκε στο Τμήμα αυτό, αλλά ήταν στη Γ.Α.Δ.Α. Προβληματισμό, επίσης, προκαλεί το γεγονός, ότι συνήγορος υπεράσπισης κλήθηκε τηλεφωνικώς από τον ανακριτή να μεταβεί στο σπίτι του τελευταίου, για να του ανακοινώσει, ότι δεν θα συνεργαζόντουσαν στην υπόθεση αυτή, κάτι που δεν απαντάται ποτέ σε παρόμοιες περιπτώσεις και επιπλέον δεν διευκρινίζεται από τον Α. Κ. για ποιο λόγο δεν συζητήθηκε αυτό τηλεφωνικώς και θα έπρεπε να γίνει μία ολόκληρη μετάβαση στο σπίτι του δικαστή. Και στο σημείο αυτό υπάρχει διάσταση μεταξύ Α. Κ. και Ι. Μ., αφού ο τελευταίος αρνείται, ότι είχε δώσει πληρεξουσιότητα σ' αυτόν και δεν πιστεύει για τη συνάντηση αυτή και ο Α. Κ. από τη δική του πλευρά πιστεύει, ότι την είχε ή, ότι είχε συνομιλήσει με τον αδελφό τούτου, Λ. Μ., που, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις, πρόκειται για έναν πρώην δικηγόρο, θαυμάσιο άνθρωπο και εξαίρετο επιχειρηματία. Ο Ε. Κ. ισχυρίζεται, ότι, εφόσον ο δικηγόρος δεν προσκόμιζε πληρεξούσιο, δεν μπορούσε να λάβει αντίγραφα της δικογραφίας και, συνεπώς, δεν ήταν δυνατό να συζητεί για την υπόθεση, αλλ' αυτό αφορά μία κανονική διαδικασία σε κάθε ανακριτικό γραφείο και δεν έχει βεβαίως καμία σχέση με πέραν τούτου συναντήσεις και κατ' ιδίαν συζητήσεις. Έκτοτε, τα ίχνη του Α. Κ. εξαφανίζονται, όπως, άλλωστε, έγινε και με τους άλλους δικηγόρους και στο ποινικό στερέωμα, όπως προεκτέθηκε, εμφανίσθηκε πλέον ο δικηγόρος Μ. Δ., ο οποίος εξεπροσώπησε τον Ι. Μ. στο στάδιο της διενεργούμενης ανακρίσεως, γεγονός αναμφισβήτητο και χωρίς προβλήματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Α., ο οποίος προσδίδει επαφή Ι. Μ., Ε. Κ. και Α. Κ. και έχει να κάνει με χρηματισμό. Το γεγονός τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τον προβληθέντα από τον Ι. Μ. ισχυρισμό περί μη εξετάσεως του συγκεκριμένου μάρτυρα, λόγω διαπιστευθέντων σ' αυτόν γεγονότων, τα οποία, όμως, ο ίδιος δεν εκθέτει. Επισημαίνεται ακόμη, ότι οι μάρτυρες κατηγορίας Γ. Α., Α. Κ. και Μ. Δ. δεν αναφέρονται καθόλου στον κατηγορούμενο Π. Μ. και μάλιστα οι δύο τελευταίοι αγνοούν πλήρως την οποιαδήποτε εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή, όπως χαρακτηριστικά εκθέτουν. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού δικηγόροι, οι οποίοι ήρθαν σε επαφή με τον Ι. Μ. και κυρίως ο Α. Κ. είναι βέβαιο, ότι στα πλαίσια της συζητήσεως της υποθέσεως θα γνώριζαν για τον Π. Μ. και, κυρίως, αν αυτός είχε οποιαδήποτε σχέση με το χρηματισμό. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά κομβικό σημείο αναφοράς θεωρείται ο μάρτυρας κατηγορίας Γ. Α., ο οποίος αναφερόμενος στα όσα του εκμυστηρεύθηκε ο Ι. Μ., ο Π. Μ. παρακληθείς από τον τελευταίο, είχε αναλάβει, ως πολιτικό πρόσωπο, να μιλήσει στο Χ. Μ., ώστε στην κατάθεση του στον ανακριτή να αμβλύνει την επιθετικότητα του, για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα για την προφυλάκιση του. Ειδικότερα, αποδεικνύεται, ότι ο Ι. Μ. θεωρώντας πιθανή την προσωρινή του κράτηση, ζήτησε πράγματι από τον Π. Μ. να μεριμνήσει, ώστε, σε περίπτωση προσωρινής του κράτησης, να τύχει κατά το δυνατόν ανθρώπινης μεταχείρισης, δοθέντος, ότι η υγεία του ήταν σοβαρά κλονισμένη, λόγω διαβήτη και υψηλής αρτηριακής πίεσης, να έχει, την πρέπουσα νοσοκομειακή συνδρομή. Επίσης, ζήτησε να απευθυνθεί στο Χ. Β., ώστε ο τελευταίος να διερευνήσει σε μεγαλύτερο βάθος το θέμα, που είχε δημιουργηθεί και να εντοπίσει τους πραγματικούς εχθρούς του. Πάντα ταύτα ενισχύονται και από τον ίδιο τον Π. Μ., ο οποίος εκθέτει, ότι "τού ζητήθηκε η πολιτική και ανθρώπινη παρέμβαση του", αφού, κατά δήλωση του αδελφού του, Λ. Μ., του μεταφέρθηκε η άποψη "ότι ήταν πεπεισμένοι όλοι τους, ότι ο Μ. θα προφυλακιζόταν ..." και ότι "του ζήτησαν να βοηθήσει στην όσο το δυνατό καλύτερη μεταχείριση του εντός των φυλακών ... Επίσης, τον παρακάλεσαν, λόγω και της πολιτικής του ιδιότητας, να ζητήσει από το Χ. Β., γνωστό του και κομματικό στέλεχος, να χαλαρώσει την αντιδικία με τον Ι. Μ., ώστε να μην έχουν προβλήματα, γιατί επιχειρηματικά είχαν αντιδικίες. Πάντα δε ταύτα ενισχύονται και επιβεβαιώνονται και από τον ίδιο τον Ι. Μ. στην απολογία του. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το γεγονός, ότι ο Ι. Μ. ζήτησε σε κάποια στιγμή, που η υπόθεση ξεκίνησε στην ανάκριση, την υπεράσπιση του Δικηγορικού Γραφείου του Π. Μ., άλλ' αυτός αρνήθηκε να αναλάβει κάτι τέτοιο το Γραφείο του, δηλαδή, οι συνεργάτες του, ανεξάρτητα του ότι δεν μπορούσε ο ίδιος, λόγω της βουλευτικής του ιδιότητας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο Ι. Μ., μετά την απολογία του στον παραπάνω ανακριτή Ε. Κ. δεν κρατήθηκε προσωρινά, αλλά τέθηκαν σ' αυτόν περιοριστικοί όροι και συγκεκριμένα υποχρεώθηκε να καταβάλει εγγύηση ποσού 20.000.000 δρχ. τότε. Ακολούθως, αποδεικνύεται, ότι ο Γ. Α., ως νομικός παραστάτης, χειρίσθηκε κατά τρόπο άψογο την ανατεθείσα σ' αυτόν εντολή χειρισμού της συγκεκριμένης ποινικής υποθέσεως, την οποία ανέλαβε μετά την έκδοση του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και ήταν ο μόνος, ο οποίος υποστήριξε την άποψη, ότι θα μπορούσε να ασκηθεί κατά του βουλεύματος τούτου το ένδικο μέσο της εφέσεως, όπως και πράγματι έγινε, γεγονός, το οποίο δέχεται ο κατηγορούμενος Ι. Μ.. Επ' αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθ. 2608/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που, σημειωτέον, κατέστη αμετάκλητο, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος τους για τις ως άνω πράξεις, δεδομένου, ότι δεν προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις για την αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή, ενώ έγινε παραπομπή του Ι. Μ. για άλλες πλημμεληματικές πράξεις, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση και για τις οποίες αθωώθηκε. Ακολούθως, ο Ι. Μ. εγκατέλειψε το Δικηγορικό Γραφείο του Γ. Α., με αποτέλεσμα να επέλθει ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων με άσκηση εκατέρωθεν αγωγών και μηνύσεων. Έτσι, με βάση το παραπάνω υπόμνημα των Γ. και Σ. Α. έλαβε γνώση ο τότε Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σανιδάς, ο οποίος διενεργούσε υποθέσεις του παραδικαστικού κυκλώματος και, έτσι, ξεκίνησε η διερεύνηση και της συγκεκριμένης υποθέσεως. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής ανοίχθηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί, μεταξύ των οποίων και του τότε ανακριτή και ήδη κατηγορουμένου Ε. Κ., οπότε βρέθηκε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του, που τηρούσε αυτός στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. το χρηματικό ποσό των 7.000. 000 δραχμών, το οποίο είχε κατατεθεί από τον τέταρτο των κατηγορουμένων Χ. Χ., συνεργάτη τότε του Δικηγορικού Γραφείου του δεύτερου από αυτούς Π. Μ. στις 29.11.2000. Αναφορικά με το θέμα αυτό ο κατηγορούμενος Ε. Κ., επιχειρώντας να δικαιολογήσει την παραπάνω κατάθεση του ποσού αυτού των 7.000.000 δραχμών -που μόνο αυτό και όχι το μεγαλύτερο ποσό των 30.000.000 δρχ., το οποίο δεν αποδεικνύεται- αναφέρθηκε, ενώπιον μεν της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που συγκλήθηκε στις 16.6.2005 για την οριστική του παύση, λόγω ανεπάρκειας υπηρεσιακού ήθους, στην κατάρτιση συμβάσεως αγοραπωλησίας ενός αυτοκινήτου ΒΜW με κάποιον Χ., ο οποίος, όπως ισχυρίσθηκε, δεν είναι δικηγόρος. Ενώπιον δε τόσο του Εφέτη ειδικού ανακριτή, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την απολογία του, ισχυρίζεται, ότι, κατά τα τέλη Νοεμβρίου 2000, κατέληξε σε συμφωνία με ένα νεαρό άτομο 35 ετών περίπου, ονόματι Τ. ή Τ., για την πώληση του αυτοκινήτου του, μάρκας Αlfa Romeo GTV 2000, αντί τιμήματος 8.000.000 δραχμών. Ότι, ακολούθως, ο ανωτέρω του τηλεφώνησε και του είπε, ότι έχει καταθέσει 7.000.000 δραχμές στο λογαριασμό του και ότι την επόμενη θα ερχόταν με 1.000.000 δραχμές ακόμη σε μετρητά, προκειμένου να παραλάβει το αυτοκίνητο, όπως και έγινε με ανταλλαγή υπευθύνων δηλώσεων του ν. 1599/1986, για να ολοκληρώσουν τυπικά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στη ΙΖ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Ότι, μετά παρέλευση επτά ημερών, δέχθηκε τηλεφώνημα από το Τ., γιατί το αυτοκίνητο παρουσίαζε πρόβλημα και ότι συναντήθηκαν, μετά από αυτά, και ο Τ. αντέδρασε. Ότι το βράδυ της ίδιας ημέρας δέχτηκε στο σπίτι του τηλεφώνημα από κάποια κυρία Α., αν θυμάται καλά, η οποία του δήλωσε, ότι ήταν δικηγόρος και θεία του Τ. και ότι αυτή είχε δώσει τα λεφτά, για να πάρει το παιδί το αυτοκίνητο και ότι μετά από δύο τρεις ημέρες επέστρεψε στον Τ. τα χρήματα του (8.000.000 δρχ.), καταστρέφοντας τις υπεύθυνες δηλώσεις και ότι επιστράφηκε το αυτοκίνητο, χωρίς να λάβει απόδειξη για το ποσό των 7.000.000 δραχμών, το οποίο ισχυριζόταν, ότι επέστρεψε στον Τ., με τη δικαιολογία, ότι δεν ήταν αναγκαίο να έχει απόδειξη, γιατί πήρε πίσω το αυτοκίνητο, και σχίστηκαν στη συνέχεια οι αποδείξεις, λόγω ματαιώσεως της αγοραπωλησίας. Την άποψη αυτή περί της ματαιώσεως της αγοραπωλησίας επιβατικού του αυτοκινήτου επανέλαβε ο κατηγορούμενος και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Όταν του επισημάνθηκε, ότι είχε στη μεν μία περίπτωση αναφερόταν σε αυτοκίνητο Β.Μ.W και σε άλλη περίπτωση για Αlfa Romeo GTV 2000, γεγονός, που δεν τον κάλυπτε αποδεικτικώς, δικαιολογήθηκε, ότι είχε γίνει λάθος στην καταχώρηση της γραμματέα ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου. Όμως, και αν υποτεθεί, ότι εμφιλοχώρησε ένα τέτοιο σοβαρό λάθος, παρά ταύτα ουδέποτε διορθώθηκε και αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει με δική του πρωτοβουλία. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτό, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του δεν πείθει το Δικαστήριο για τη βασιμότητα του για τους ακόλουθους σοβαρούς λόγους: α) δεν γνωρίζει το ονοματεπώνυμο του φερόμενου ως αγοραστή, γεγονός, που θεωρείται αδιανόητο να προβαίνει κάποιος σε αγοραπωλησία του αυτοκινήτου του και να μην έχει συγκρατήσει τα στοιχεία του αντισυμβαλλομένου του, β) είχε παραδώσει νωρίτερα τη χρήση του αυτοκινήτου του στο φερόμενο ως αγοραστή, χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερώσει την ασφαλιστική του εταιρεία και γ) μπορεί αυτό να εμπίπτει σε κάποιο χρονικό διάστημα, που να μην είναι αναγκαίο, πλην, όμως, μία τέτοια κατάθεση, η οποία, σημειωτέον, δεν αφορούσε μισθολογική του αιτία, δεν αναφέρθηκε στον τότε αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την περιουσιακή του κατάσταση, κατά την κατάθεση της σχετικής δηλώσεως, γεγονός, που ο ίδιος δέχεται. Τα ισχυριζόμενα από τον κατηγορούμενο Ε. Κ. αποτελούν προφάσεις, αφού πρόκειται για χρηματισμό του και, έτσι, δημιουργείται ένα θέμα αναζήτησης της αιτίας για την περιέλευση των χρημάτων αυτών στον εν λόγω κατηγορούμενο, το οποίο εκτίθεται παρακάτω. Επ' αυτού, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προαναφέρθηκε στην αρχή, κατά την αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσα προανάκριση επί της ως άνω υποθέσεως, εξετάστηκαν ως μάρτυρες οι ιδιωτικοί αστυνομικοί Θ. Μ. και Χ. Σ., οι οποίοι κατέθεσαν, ότι εργαζόμενοι ως ιδιωτικοί αστυνομικοί προς φύλαξη του επί της συμβολής των οδών ... και ... πολυκαταστήματος "Μινιόν" είχαν αντιληφθεί πριν από την προκληθείσα πρώτη των εκρήξεων, δύο άτομα, τα οποία επέβαιναν εντός αυτοκινήτου, που είχε σταθμεύσει επί της οδού .... Ότι αποβιβάσθηκε από αυτό το ένα άτομο και, αφού κατευθύνθηκε προς την οδό ..., απ' όπου παρέλαβε μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, απομακρύνθηκε, μετά ταύτα, κινούμενο περιμετρικώς του καταστήματος. Μετά δε από την εν λόγω έκρηξη, το ίδιο άτομο, με την ίδια μοτοσυκλέτα διήλθε εκ νέου από τον τόπο της εκρήξεως κ.λ.π. Ενόψει δε όλων αυτών ο κατηγορούμενος Ι. Μ., προκειμένου να αναιρέσει τα κατατεθέντα από τους ως άνω αυτόπτες μάρτυρες περί των κινήσεων του μοτοσυκλετιστή, πρότεινε προς εξέταση ως μάρτυρα υπερασπίσεως τον Κ. Σ. Κ., συνάδελφο των ανωτέρω δύο μαρτύρων, απασχολούμενο ως προϊστάμενο και αρχιφύλακα στη φύλαξη του ως άνω καταστήματος. Ο εν λόγω μάρτυρας σημειώνεται, ότι δεν είχε εξεταστεί κατά την προανάκριση, δεδομένου, ότι δεν είχε προκύψει ως ουσιώδης μάρτυρας και, προφανώς, προσήλθε το πρώτον να καταθέσει μετά από παρώθηση του κατηγορουμένου Ι. Μ., και ο οποίος κατέθεσε σχετικά με τις κινήσεις του ως άνω μοτοσυκλετιστή, ότι δεν είχε αντιληφθεί κάτι, αποκλείοντας να συνέβη τούτο, επικαλούμενος, ότι, αν είχε πράγματι γίνει, οι συνάδελφοι του θα του το ανέφεραν οπωσδήποτε και μάλιστα θα έπρεπε να αναγραφεί και στο σχετικό βιβλίο αναφοράς, το οποίο τηρούσε. Παρά το γεγονός, ότι ο προταθείς από τον κατηγορούμενο Ι. Μ. μάρτυρας Κ. Σ. Κ., μολονότι δεν είχε προσωπική αντίληψη, διέψευδε κατ' ουσίαν τις σοβαρές καταθέσεις των δύο αυτόπτων μαρτύρων, οι οποίοι είχαν κυριολεκτικά αναγνωρίσει στο πρόσωπο του τότε κατηγορουμένου βούλγαρου υπηκόου Ι. A. το φυσικό αυτουργό των ως άνω εκρήξεων, και, ως εκ τούτου, ενόψει και της διαπιστωθείσας και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθ. 36/15.1.2001 διάταξης του, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω "διαμετρικά αντίθετης από εκείνες των συναδέλφων του Μ. και Σ. κατάθεσης του μάρτυρα Κ. Σ. Κ.", της σπουδαιότητας των καταθέσεων των ως άνω αυτόπτων μαρτύρων και των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών των κατηγορουμένων, επιβαλλόταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 248 § 3 ΚΠοινΔ, για τη διερεύνηση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και την αποκάλυψη των ενόχων, ο παραπάνω ανακριτής και ήδη κατηγορούμενος Ε. Κ. να καλέσει και να εξετάσει κατά τη διενεργούμενη απ' αυτόν κυρία ανάκριση, προς διευκρίνιση και συμπλήρωση των καταθέσεων τους, τόσο τους προαναφερόμενους αυτόπτες μάρτυρες Θ. Μ. και Χ. Σ., των οποίων η ταυτότητα προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού είχαν εξετασθεί ως μάρτυρες κατά την προηγηθείσα προανάκριση, όσο και τους αστυνομικούς Ν. Χ., Β. Κ. της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας και τον Ι. Κ., του Αστυνομικού Τμήματος Ασφαλείας Ομονοίας, που κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους είχαν συλλέξει στοιχεία, τα οποία βεβαίωναν την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων και τους υπαιτίους, στους οποίους, προφορικά οι δύο πρώτοι ανωτέρω μάρτυρες, είχαν αναφέρει, όσα και εγγράφως κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση είχαν καταθέσει. Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος Ε. Κ. προσπαθώντας να καταδείξει, ότι οι καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων της έκρηξης Χ. Σ. και Θ. Μ. ήταν αναξιόπιστες, αλλά και να δώσει την ευκαιρία στον κατηγορούμενο Ι. Μ. να τους πείσει, αργότερα, όταν πλέον οι συνθήκες θα το επέτρεπαν, να τις ανακαλέσουν, παρέλειψε να πράξει τούτο. Η παράλειψη δε αυτή του κατηγορούμενου Ε. Κ. έγινε συνειδητά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στα πλαίσια μάλιστα μεθοδευμένου σχεδίου, που θα κατέτεινε στην απαλλαγή των υπαιτίων, όπως και πράγματι έγινε, και εν γνώσει του, ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι ήταν οι υπαίτιοι των αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες τους αποδίδονταν. Την παράλειψη δε εξετάσεως τους κατά το στάδιο της ανακρίσεως, εκμεταλλεύτηκαν οι δύο πρώτοι μάρτυρες Θ. Μ. και Χ. Σ., οι οποίοι, προφανώς, παρωθούμενοι από τον Ι. Μ., στις 6.4.2001, ο πρώτος, και 8.6.2001, ο δεύτερος, έδωσαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά τις υπ' αριθ. 1610/6.4.2001 και 2485/8.6.2001 ένορκες βεβαιώσεις τους, αντίστοιχα, με τις οποίες ισχυρίστηκαν, ότι οι προανακριτικές τους καταθέσεις ήταν προϊόν υποβολής και επιβολής από τους αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους και, ειδικότερα, ότι ο φερόμενος ως ύποπτος της ανωτέρω εκρήξεως αλλοδαπός υποδείχθηκε σ' αυτούς από αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι τους έπεισαν να καταθέσουν όλα εκείνα, όσα κατέθεσαν και ότι ουδέποτε είχαν δει τον εν λόγω αλλοδαπό (βλ. σχετ. τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών), ισχυρισμούς τους οποίους, προέβαλαν το πρώτον μετά την ανάκριση και μάλιστα μετά την παραπεμπτική προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εισαγγελική πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως, πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσαν να πράξουν, ή και αν το έπρατταν, δεν θα μπορούσαν να γίνουν πιστευτοί, εάν είχαν κληθεί προς τούτο να διευκρινίσουν και να συμπληρώσουν τις καταθέσεις τους κατά την ανάκριση, τόσο οι ίδιοι, όσο και οι μάρτυρες αστυνομικοί Β. Κ. και Ν. Χ., ιδίως σχετικά με ζητήματα, τα οποία αφορούσαν τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους, όπως αυτά, για τα οποία κατέθεσε ο εξετασθείς το πρώτον κατά την ανάκριση μάρτυρας Κ. Σ. Κ.. Αποτέλεσμα δε όλων των προαναφερόμενων παραλείψεων του κατηγορουμένου Ε. Κ., κατά τη διενέργεια απ' αυτόν της κύριας ανάκρισης για την ως άνω υπόθεση, ήταν να προκληθεί πράγματι η απαλλαγή των κατηγορουμένων στην υπόθεση αυτή Ι. A. και Ι. Μ., για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, σε βάρος του μεν πρώτου και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή σε βάρος του δεύτερου. Έτσι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθ. 2608/2001 βούλευμα του, το οποίο, σημειωτέον, κατέστη αμετάκλητο, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος τους για τις ως άνω πράξεις, δεδομένου, ότι δεν προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις. Με τα δεδομένα δε αυτά μεταρρυθμίσθηκε το υπ' αριθ. 2781/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, μετά από την ασκηθείσα από τους ανωτέρω κατηγορουμένους έφεση των ιδίων, με το οποίο αυτοί, όπως προαναφέρθηκε, είχαν παραπεμφθεί, για να δικαστούν για την πράξη της εκρήξεως κατά συρροή ενώπιον του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου. Σοβαρά και σημαντικά στοιχεία, στα οποία στήριξε την κρίση του αυτή το ως άνω Συμβούλιο Εφετών ήταν α) αφ' ενός μεν στο ότι ο μάρτυρας Κ. Σ. Κ., συνάδελφος των ανωτέρω δύο μαρτύρων, απασχολούμενος συγχρόνως με αυτούς στη φύλαξη του ανωτέρω πολυκαταστήματος, ως προϊστάμενος αρχιφύλακας, κατέθεσε κατά την κυρία ανάκριση, σε σχέση προς τους ως άνω ισχυρισμούς εκείνων, περί των κινήσεων μοτοσυκλετιστού, ότι ουδέν αντελήφθη και συνεχίζοντας πρόσθεσε "Θα έλεγα μάλιστα, ότι αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο, διότι, εάν επρόκειτο για τον ίδιο μοτοσυκλετιστή, ο οποίος θα εμφανιζόταν και μετά την έκρηξη, οι συνάδελφοι θα μου το ανέφεραν οπωσδήποτε. Αυτό θα έπρεπε μάλιστα να γραφτεί και στο σχετικό βιβλίο αναφοράς που τηρούσε. Κάτι τέτοιο, όμως δεν έγινε" και β) αφ' ετέρου δε στο ότι "και οι δύο προαναφερόμενοι μάρτυρες, Θ. Μ. και Χ. Σ., δια των από 6.4.2001 και 8.6.2001 παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ισχυρίζονται, ότι ο φερόμενος ως ύποπτος της ανωτέρω εκρήξεως αλλοδαπός υπεδείχθη σ' αυτούς από αστυνομικούς, οι οποίοι τους έπεισαν να καταθέσουν όλα όσα κατέθεσαν και ότι ουδέποτε είχαν δεί τον εν λόγω αλλοδαπό". Καταθέσεις, οι οποίες είναι προφανές, ότι στερούνται σοβαρότητας και είναι φανερή η μεθόδευση. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι χαρακτηριστικό της σχεδιασμένης επιδιώξεως του κατηγορουμένου Ε. Κ., να καταστήσει αναξιόπιστες τις καταθέσεις των ως άνω αυτόπτων μαρτύρων και να προκαλέσει την απαλλαγή των κατηγορουμένων στην υπόθεση αυτή Ι. A. και Ι. Μ., ως φυσικού και ηθικού αυτουργού, αντίστοιχα, είναι και το σκεπτικό της υπ' αριθ. 36/15-1-2001 διάταξης του. Με αυτή, με την οποία, αντικατέστησε, μετά από μερική παραδοχή της από 22.12.2000 αιτήσεως του φερόμενου ως φυσικού αυτουργού της ως άνω πράξεως Ι. A., την επιβληθείσα σε βάρος του, αμέσως μετά την ενώπιον του απολογία του, με το εκδοθέν απ' αυτόν υπ' αριθ. 29/24.11.2000 ένταλμα, προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, στο οποίο αναφέρει τα εξής: "Επειδή, ναι μεν και καθόσον αφορά την ουσία, συμπληρωματικά με όσα αναφέρονται, στην ύπερθεν εισαγγελική πρόταση, δεν εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλαμε με το υπ' αριθ. 29/2000 ένταλμα μας την προσωρινή του κράτηση στον κατηγορούμενο -αιτούντα, δοθέντος, ότι οι εναντίον του ενδείξεις ενοχής για τα εγκλήματα της εκρήξεως και κατασκευής εκρηκτικών υλών και βομβών με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για να προξενηθεί κίνδυνος σε ανθρώπους, διατηρούνται, εξ αιτίας κυρίως των καταθέσεων των ιδιωτικών φυλάκων της Μega Security Θ. Μ. και Χ. Σ., που αναφέρουν ότι τον είδαν να περιφέρεται στην περιοχή της έκρηξης (οδός ...) ορισμένες ώρες πριν και μετά από αυτήν. Εν τούτοις, όμως, κρίνεται, ότι τον σκοπό, για τον οποίο επιβάλαμε το επαχθές μέτρο της προσωρινής κράτησης στον κατηγορούμενο, μπορούν πλέον να επιτελέσουν περιοριστικοί μόνο όροι σε βάρος της ελευθερίας και των εν γένει κινήσεων του συνεκτιμωμένων α) ..., β) των ελαχίστων, πλην, όμως υπαρκτών αμφιβολιών, που καταλείπονται για τη διάπραξη εκ μέρους του των πράξεων, που κατηγορήθηκε, ενόψει της καταθέσεως του, επίσης, ιδιωτικού αρχιφύλακα της Μega Security Κ. Κ., ήτις είναι διαμετρικά αντίθετη από εκείνες των συναδέλφων του Μ. και Σ. ...". Με τα δεδομένα δε αυτά, είναι σαφές, ότι ο κατηγορούμενος Ε. Κ. διέπραξε την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας, όπως αυτή νομικώς αναλύεται στο προαναφερόμενο σκεπτικό της παρούσας. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος Ε. Κ. αρνούμενος την αποδιδόμενη σ' αυτόν παραπάνω αξιόποινη πράξη ισχυρίζεται, ότι όφειλε στα πλαίσια των ανακριτικών καθηκόντων του να εξετάσει τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο μάρτυρα υπερασπίσεως Σ. Κ., ότι δεν ευθύνεται αυτός, αν οι ως άνω μάρτυρες Χ. Σ. και Θ. Μ. ανακάλεσαν κατόπιν ενώπιον άλλης αρχής τις καταθέσεις τους, ότι υπήρχαν στη δικογραφία οι καταθέσεις των αστυνομικών, που επιλήφθηκαν της υποθέσεως, και ότι η υπόθεση χρεώθηκε σ' αυτόν ως συνοδεία και, ως εκ τούτου, όφειλε να καλέσει τάχιστα σε απολογία τους κατηγορούμενους με βάση το υπάρχον αποδεικτικό υλικό, πλην, όμως οι ως άνω ισχυρισμοί του δεν είναι βάσιμοι και δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τη σε βάρος του κατηγορία, αν ληφθεί υπόψη, ότι αυτός δεν ελέγχεται απλώς για την ενέργεια του να εξετάσει τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο Ι. Μ. μάρτυρα υπερασπίσεως, αλλά για την παράλειψη του, να εξετάσει, παράλληλα με τον ως άνω μάρτυρα, προς συμπλήρωση των καταθέσεων τους και τους προαναφερόμενους μάρτυρες, που εξετάστηκαν μόνο κατά την προανάκριση. Ακόμη δε, αφ' ενός μεν ότι με βάση τα προκύψαντα κατά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ανάκληση των καταθέσεων, τις οποίες έδωσαν κατά το στάδιο της προανάκρισης από τους αυτόπτες μάρτυρες Χ. Σ. και Θ. Μ. είναι καταφανώς αποτέλεσμα της ως άνω εκ προθέσεως παράλειψης του εν λόγω κατηγορουμένου, γεγονός, το οποίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οδήγησε στην αποδυνάμωση αυτών, και κατέστησε πλέον ευνοϊκό το έδαφος για την ανάκληση τους, αφ' ετέρου δε, ότι το γεγονός, ότι η υπόθεση χρεώθηκε σ' αυτόν ως συνοδεία, και ότι υπήρχαν στη δικογραφία οι καταθέσεις των αστυνομικών, οι οποίοι επιλήφθηκαν της υποθέσεως, δεν αναιρούσε την απορρέουσα από την παραπάνω διάταξη του άρθ. 248 § 3 ΚΠοινΔ υποχρέωση του. Θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη, ότι η κυρία ανάκριση επιδιώκει μία λεπτομερέστερη και πληρέστερη σε σύγκριση προς την προανάκριση, που, όπως είναι γνωστό, είναι συνοπτική εξακρίβωση των αποδεικτικών στοιχείων, με την οποία κατορθώνεται ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χαρακτήρα της πράξεως, η διαφώτιση της ενοχής του κατηγορουμένου, καθώς και η πληρέστερη εξακρίβωση της προσωπικότητας του [βλ. Ηλ. Γάφος, Ποινική Δικονομία, τεύχ. Β', 13 - Φ. Ανδρέου, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, εκδ. 2005, άρθ. 246, σελ. 734]. Επιπλέον, ο ως άνω κατηγορούμενος προβάλλει, ότι, αν πράγματι υπήρξε οποιαδήποτε αβλεψία του, είναι σαφές, ότι αυτή διακόπτεται και δεν συνδέεται, αρχικώς μεν μετά την έκδοση του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και, σε κάθε περίπτωση, λόγω της εκδόσεως του αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε, ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία εναντίον των ανωτέρω κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται από το Δικαστήριο ως αβάσιμος, διότι το συμβούλιο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ανακριτή. Ο ανακριτής είναι εκείνος, ο οποίος θα συγκεντρώσει το ανακριτικό υλικό, το οποίο είναι αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση των αξιοποίνων πράξεων ή όχι και στο έργο του θα στηριχθεί το συμβούλιο. Στα πλαίσια αυτά ο ανακριτή είναι εκείνος, ο οποίος θα κρίνει ως προς την εξέταση των μαρτύρων και είναι, όμως, αυτός, ο οποίος θα αναλάβει και την ευθύνη της με βάση αυτές διαμόρφωση του ανακριτικού υλικού, στο οποίο, ακολούθως, θα στηριχθεί το αρμόδιο συμβούλιο για την έκδοση βουλεύματος, κατά την ακολουθούμενη ενώπιον αυτού ενδιάμεση διαδικασία. Έτσι, το γεγονός της παραλείψεως σημαντικών πραγμάτων κατά το ανακριτικό στάδιο, έδωσαν λαβή για τη στήριξη αθωωτικών ισχυρισμών ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Εξάλλου, ο Ι. Μ. εκθέτει, ότι είχε ζητήσει με υπομνήματα του τη διενέργεια συμπληρωματικής ανακρίσεως προβάλλοντας δικά του θέματα σ' αυτά και ότι τούτο δεν έγινε δεκτό και, επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση προθέσεως του στην όλη υπόθεση. Το επιχείρημα, όμως, τούτο δεν είναι απροσμάχητο, αφού δεν είχε υποστηρίξει τη συμπλήρωση των συγκεκριμένων επίμαχων κενών και, επιπλέον, τούτο κρίνεται από το Δικαστήριο ως ένας υπερασπιστικός του ελιγμός, προκειμένου να αποφύγει την παραπομπή του και όχι γιατί δεν του ήταν αρεστή η διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, αφού, είχε φροντίσει γι' αυτό. Επίσης, ο κατηγορούμενος Ι. Μ., προκειμένου να καταδείξει, ότι δεν προκάλεσε στον κατηγορούμενο Ε. Κ. την απόφαση να τελέσει την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της καταχρήσεως εξουσίας επιδιώκοντας την απαλλαγή του, αλλ' αντιθέτως, ότι ο τελευταίος διέπραξε κατάχρηση εξουσίας σε βάρος του, με το υποβληθέν με το από 18.6.2007 συμπληρωματικό υπόμνημα του, αίτημα διενέργειας συμπληρωματικής ανάκρισης, ζήτησε, ειδικότερα, από το Συμβούλιο να διατάξει περαιτέρω κύρια ανάκριση, με σκοπό να κληθούν ως μάρτυρες αληθείας, οι δικαστές της τότε συνθέσεως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που είχε εκδώσει το μεταρρυθμισθέν από το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, υπ' αριθ. 2781/ 2001 παραπεμπτικό βούλευμα. Συγκεκριμένα δε, να κληθούν οι Β. Μ., Ε. Σ. και Φ. Α. και αφ' ετέρου, η τότε Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χ. Μ. - Β., που εισήγαγε την παραπεμπτική πρόταση της στο Συμβούλιο και η Γραμματέας του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μ. Π., προκειμένου να ερωτηθούν και να καταθέσουν ενόρκως, εάν πράγματι κάλεσαν πριν τη διάσκεψη του δικαστικού Συμβουλίου στις 28.3.2001 τον τότε 23° Ανακριτή Ε. Κ., προκειμένου να διατυπώσει αυτός τη γνώμη του επί της υποθέσεως και, εάν πράγματι αυτός τους απάντησε, ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις, όπως ο ίδιος ο Ε. Κ. ισχυρίζεται εγγράφως σε αίτηση του ενώπιον του Εφέτη ειδικού ανακριτή Εφέτη, με την οποία ζήτησε την αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως, που τότε του επιβλήθηκε, ζήτημα το οποίο είναι εξαιρετικά κρίσιμο για την αθωότητα του, αφού, αν είναι αληθές, τότε δεν θα μπορούσε να είχε προβεί σε δωροδοκία του τότε Ανακριτή (όπως κατηγορείται) και αυτός ο ίδιος Ανακριτής, που, δήθεν "δωροδοκήθηκε" να προτείνει την παραπομπή μου για κακούργημα στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Το ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου κρίθηκε απορριπτέο ως αβάσιμο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, προς απόδειξη των οποία ζήτησε τη διενέργεια συμπληρωματικής ανάκρισης, που ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της ανάκρισης και ήταν εκτός των καθηκόντων του Ε. Κ. ως ανακριτή, και, αν ακόμη ήθελαν θεωρηθεί ως αληθή, δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τις σε βάρος του κατηγορίες και, ως εκ τούτου, δεν κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια της συμπληρωματικής ανάκρισης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο κατηγορούμενος Ε. Κ. απαίτησε από τον Ι. Μ., προκειμένου να χειριστεί ευνοϊκά την ως άνω υπόθεση τούτου, που εκκρεμούσε ενώπιον του την καταβολή χρηματικού ποσού. Μετά την απολογία του, εξέδωσε την υπ' αριθ. 54/24.11.2000 διάταξη, με την οποία του επέβαλε μόνον περιοριστικούς όρους, μεταξύ των οποίων και εγγυοδοσία ποσού 20.000.000 δραχμών. Το ποσό, ωστόσο, αυτής, μετά από λίγες ημέρες και συγκεκριμένα στις 6.12.2000, και ύστερα από δύο αιτήσεις του Ι. Μ., από τις οποίες η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους (μη προσκόμιση εγγράφου χορήγησης πληρεξουσιότητας από την καταθέσασα την αίτηση δικηγόρο) με την υπ' αριθ. 555/1.12. 2000 διάταξη του με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, η δε δεύτερη έγινε εν μέρει δεκτή, με την υπ' αριθ. 568/6.12.2000 διάταξη του, μετά από απορριπτική της αιτήσεως αυτής εισαγγελική πρόταση, μείωσε σε 5.000.000 δραχμές, με το σκεπτικό "Δοθέντος, ότι το αρχικώς επιβληθέν ποσό της εγγυοδοσίας, ύψους 20.000.000 δραχμών είναι ιδιαίτερα υψηλό, και ενόψει και της από 23.11.2000 καταθέσεως του παθόντος Χ. Β. ενώπιον μας, ο οποίος δεν επιβεβαίωσε την εμπλοκή του κατηγορουμένου -αιτούντος στην υπόθεση, αλλά απλώς εξέφρασε υπόνοιες εναντίον του, χωρίς να είναι σίγουρος για κάτι ... δέον το προαναφερθέν ποσό της εγγυοδοσίας να μειωθεί στο προσήκον μέτρο των 5.000.000 δραχμών", αγνοώντας, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων και των ως άνω αστυνομικών. Όπως αποδεικνύεται, μετά ταύτα ήρθη η προσωρινή κράτηση και του βούλγαρου υπηκόου. Αναφορικά με το ποσό της παράνομης συναλλαγής, κατά το μάρτυρα Γ. Α., αρχικά αυτό ήταν 50.000.000 δρχ, το οποίο, στη συνέχεια, μειώθηκε σε 30.000.000 δρχ., τις οποίες ο Ι. Μ. με τη σειρά του υποσχέθηκε να καταβληθούν για το σκοπό αυτό. Όμως, ανεξάρτητα των όσων ειπώθηκαν, το Δικαστήριο δέχεται το ποσό των 7.000.000 δρχ., γιατί μόνο γι' αυτό υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να θωρείται ψευδές το κατατεθέν από το Γ. Α., ο οποίος εκ των πραγμάτων δεν έχει ιδία αντίληψη, αλλά μεταφέρει διήγηση άλλου. Όπως προαναφέρθηκε, ο Ε. Κ., ο οποίος είχε αναλάβει τη διερεύνηση της παραπάνω ποινικής υποθέσεως των εκρήξεων στο 23° ανακριτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, εισήλθε στο δικαστικό σώμα στις 16.1.1985 και υπηρέτησε σ' αυτό μέχρι τις 16.6. 2005, οπότε παύθηκε οριστικά από το λειτούργημα του, ενώ έφερε το βαθμό του προέδρου Πρωτοδικών, λόγω ανεπάρκειας υπηρεσιακού ήθους, με την υπ' αριθ. 15/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία ελήφθη κατά πλειοψηφία. Κατά τη χρονική δε περίοδο από 16.9.1997 έως 15.9.2001 άσκησε καθήκοντα ανακριτή στο 23° Ανακριτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού πέτυχε με αίτηση του να ανανεωθεί η αρχική θητεία του με απόφαση της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ιδιότητα, την οποία είχε αυτός, κατά την έννοια των άρθ. 13 α' και 263 Α' ΠοινΚ, οι παραπάνω ενέργειες του ως ανακριτή στοιχειοθετούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την, κατ' αρθ. 239 ΠοινΚ, αξιόποινη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, σύμφωνα με τη νεότερη νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού [βλ. ΣυμβΑΠ 1646/2008 αδημ.]. Εξάλλου, οι αιτιάσεις του ιδίου εναντίον ανακριτικών πράξεων προσκρούουν στην αμετάκλητη παραπομπή του, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί διεξοδικώς στο τέλος της παραπάνω, υπ' αριθ. 2671/2009, αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Επίσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει θέση επί των περαιτέρω αιτιάσεων τούτου για δημοσιεύματα και για επικαλούμενες ενέργειες ανώτατων δικαστικών λειτουργών, που διαλαμβάνονται σε σχετικά δημοσιεύματα της εποχής, τα οποία αναγνώσθηκαν, και, κατά τις απόψεις του, παραβιάζονται ανθρώπινα δικαιώματα, διότι εκφεύγουν της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Ήδη, αυτός έχει προσφύγει δύο φορές στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αντίστοιχες αιτήσεις του, οι οποίες δεν έχουν κριθεί ακόμη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι μετά την αποκάλυψη της υποθέσεως, επήλθε μεγάλη αναστάτωση στο Δικηγορικό Γραφείο του Π. Μ. και όλοι οι συνεργάτες συμπεριλαμβανομένου και τούτου προσπαθούσαν να ανακαλύψουν, τι ακριβώς είχε συμβεί. Προς τούτο, ο Π. Μ. διενήργησε έρευνα και για το λόγο αυτό κάλεσε όλους τους συνεργάτες του και έδωσε μάλιστα εντολή να ελεχθούν όλοι οι φάκελοι της Α. Δ., διότι όλοι κατάτειναν, όπως και ο Χ.ς Χ., ότι τα χρήματα είχαν δοθεί από αυτή. Στο γεγονός αυτό συνέτειναν και οι ισχυρισμοί του Ε. Κ. περί αγοραπωλησίας του αυτοκινήτου στη διοικητική έρευνα της υποθέσεως, στην οποία, όμως, δεν εμπλέκει τον Ι. Μ.. Αναφορικά δε με την Α. Δ., θα πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα: Επρόκειτο για μία μεγάλης ηλικίας δικηγόρο, η οποία ήταν συνεργάτης του Π. Μ., την οποία αυτός υπεραγαπούσε και σεβόντουσαν όλοι οι άλλοι συνεργάτες. Η Α. Δ., η οποία κατά το χρόνο καταβολής του ως άνω χρηματικού ποσού των 7.000.000 δραχμών ήταν 72 ετών, είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας γεροντικής άνοιας (βλ. σχετ. τη με αριθμό 12637/31.10.2003 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχιάτρου Ρ. Β., που είχε προσκομιστεί από τη συνεργάτιδα του δικηγορικού γραφείου του Π. Μ. Ε. Κ. προς υποστήριξη της από 2 8.1.2 ο 04 αίτησης της Β. Λ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να τεθεί αυτή υπό δικαστική συμπαράσταση. Την Α. Δ. την είχε εξετάσει αργότερα το έτος 2003 ο μάρτυρας κατηγορίας Β. Ρ., ο οποίος είναι αναπληρωτής διευθυντής του Δρομοκαΐτειου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής και για το λόγο αυτό έδωσε το σχετικό πιστοποιητικό. Όπως αυτός εκθέτει στην κατάθεση του, το έτος 2004 η Α. Δ. ήταν ανίκανη προς δικαιοπραξία, μιλούσε, αλλά δεν θυμόταν, χάνονταν η μνήμη της και για το λόγο αυτό τέθηκε υπό δικαστική συμπαράσταση. Αναφερόμενος δε στην καθόλου κατάσταση της, υποστηρίζει, ότι η έναρξη της νόσου της δεν μπορούσε να προσδιοριστεί επακριβώς, δεδομένου, ότι η εξέλιξη αυτής της νόσου δεν είναι ακριβής και ίδια σε όλους τους ασθενείς, η δε εκδήλωση της αρχίζει σε οποιαδήποτε ηλικία. Ισχυρίζεται δε, περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας, ότι, εφόσον αυτή έκανε παραστάσεις στα Δικαστήρια, σημαίνει, ότι ήταν καλά. Ίσως, όμως, να είχε ξεκινήσει το πρόβλημα, αλλά να ήταν σε ένα αρχικό στάδιο και να μπορούσε να παρασταθεί σε δίκη, κρατώντας, ίσως, περισσότερες σημειώσεις και, εφόσον προκύπτει, ότι αυτή είχε παρασταθεί το έτος 2000 σε δίκες, σημαίνει, ότι δεν είχε τότε κάποιο πρόβλημα. Πάντα ταύτα ενισχύονται και από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας Σ. Κ., η οποία ήταν συγκάτοικος με την Α. Δ. και εκθέτει, ότι σταμάτησε αυτή να εργάζεται από το έτος 2001, αλλά και από σχετικό πιστοποιητικό, από το οποίο προκύπτουν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, παραστάσεις της ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων καθώς και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο Π. Μ. απουσίαζε στη Ρουμανία και, συνεπώς, αποκλείεται τα χρήματα να δόθηκαν από αυτόν και η αναζήτηση περιορίζεται στην Α. Δ., στη σύζυγο του Π. Μ., η οποία, όπως εκτίθεται, επισκεπτόταν συχνά το Δικηγορικό Γραφείο -αν και αυτό κρίνεται ως ακραία περίπτωση-, σε άλλο συνεργάτη του Γραφείου, αλλά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποκλείεται τα χρήματα να δόθηκαν και από τρίτο άγνωστο πρόσωπο κατ' ευθείαν στο Χ. Χ. με την εντολή της Α. Δ.. Πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως, ότι ο Χ. Χ. ήταν ο μοναδικός συνεργάτης του Π. Μ., ο οποίος, κατά το παρελθόν, όπως, άλλωστε, εκθέτει και ο ίδιος, είχε χειρισθεί υπόθεση του Ι. Μ.. Συνεπώς, δεν αποκλείεται η παράδοση των χρημάτων, ως υλική πράξη, να έγινε από το άγνωστο πρόσωπο στο γραφείο στην Α. Δ., που ήταν εκπρόσωπος του Ι. Μ., προφανώς, για την τακτοποίηση κάποιου θέματος του, ενόψει του ότι ο ίδιος ήταν κρατούμενος. Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι επαφές, λόγω της κρατήσεως του Ι. Μ., είχε ο προαναφερόμενος αδελφός του Λ. Μ., ο οποίος αναφέρεται τόσο από το Γ. Α., όσο και από τον Α. Κ. και τον Π. Μ.. Θα πρέπει, όμως, να επισημανθεί η έλλειψη δόλου στο πρόσωπο του κατηγορούμενου Χ. Χ., ο οποίος είναι ένα σοβαρό πρόσωπο, δεν έχει δημιουργήσει ποτέ κανένα πρόβλημα και χαίρει μεγάλης εκτιμήσεως από το νομικό κόσμο του Πειραιά, όπως, άλλωστε εκτίθεται και από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ο οποίος αναφέρθηκε ειδικώς για το Δικηγορικό Γραφείο του Π. Μ. και τους συνεργάτες του. Η έλλειψη δόλου τόσο στην Α. Δ., όσο και στο Χ. Χ. προκύπτει απερίφραστα και από το γεγονός, ότι τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν επ' ονόματι του τελευταίου. Αυτό, όμως, συνδυάζεται και από το ότι ο παραδώσας το χρηματικό ποσό είναι σαφές, ότι δεν θα αναφέρθηκε στην αιτία της καταβολής. Μετά δε την τακτοποίηση του θέματος του χρηματισμού από τον Α. Κ., όπως χαρακτηριστικά προαναφέρθηκε, είναι σαφές, ότι θα αναζητήθηκε και ο τρόπος της πληρωμής και είναι, επίσης, βέβαιο ότι ο Ε. Κ. προκειμένου να πραγματοποιηθεί η καταβολή τούτου, παρέδωσε τον επίμαχο τραπεζικό λογαριασμό του, πράξη, για την οποία θα γίνει ανάπτυξη παρακάτω. Ο Π. Μ. γνώριζε τον Ε. Κ., διαμένουν αμφότεροι στην ίδια περιοχή των Αθηνών και μάλιστα η σύζυγος του πρώτου καταγόταν από την ..., από όπου και η μητέρα του ανακριτή. Ταύτα δέχθηκε ο Π. Μ., αλλ' αυτά δεν μπορούν ν' αποτελέσουν στοιχεία ιδιαιτέρων μεταξύ τους σχέσεων, δεδομένου, ότι δεν προκύπτει τούτο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. 'Αν, πράγματι, ο Π. Μ. ήθελε να καταβάλει το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στον Ε. Κ. με πρόθεση διαπράξεως ποινικού αδικήματος, τότε προς αποφυγή εμπλεκόμενης τραπεζικής διαδικασίας, θα μπορούσε να τον επισκεφθεί στο σπίτι του, όπως έγινε με τον Α. Κ., δεδομένου, ότι κατοικούν αμφότεροι στην ίδια περιοχή και να του παραδώσει τα χρήματα, χωρίς απολύτως κανένα πρόβλημα ή να κατατεθούν αυτά ανωνύμως ή με άλλο όνομα. Είναι ένας έντονος προβληματισμός του Δικαστηρίου, το οποίο καταλήγει στην άποψη, ότι τα χρήματα δόθηκαν κατά περίεργο τρόπο στο παραπάνω Δικηγορικό Γραφείο, χωρίς την αναφορά της αιτίας και χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε γνώση ή εκ των υστέρων έγκριση του Π. Μ.. Ο τελευταίος αναφερόμενος διεξοδικώς στο γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με την υπόθεση της Γ. Κ. και της υποθέσεως του Ε. Μ., το εντάσσει σε μία προσπάθεια πολιτικής εξοντώσεώς του από άγνωστο μηχανισμό, ο οποίος είχε στόχο το Δικηγορικό του Γραφείο και, με τη διερεύνηση των υποθέσεων του παραδικαστικού υπήρξε σαφής προσπάθεια εμπλοκής του γραφείου του. Σ' αυτό επισημαίνει την παραπάνω πρωτοβουλία της τότε Προέδρου της Βουλής, αλλά και το γεγονός, ότι η ίδια παρακρατούσε παρανόμως μετά ταύτα τις ποινικές δικογραφίες στα γραφεία του ελληνικού Κοινοβουλίου, ενώ ο ίδιος είχε ζητήσει την άρση της ασυλίας του και την άμεση παραπομπή του ενώπιον του φυσικού του δικαστή, ενέργεια καθ' όλα νόμιμη, αφού με τον τρόπο αυτό στερούνταν το, κατά το αρθ. 6 ΕΣΔΑ, δικαίωμα προσβάσεως του στο αρμόδιο, καθ' ύλην και κατά τόπον, ποινικό δικαστήριο, με όλα όσα σηματοδοτούσαν η πέραν της παραπάνω προβλεπόμενης συνταγματικής προθεσμίας παραπομπή του, γεγονός, που είχε επισημανθεί σοβαρώς από συναδέλφους του συνταγματολόγους της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης με αντίστοιχες αγορεύσεις τους, αλλά και με τη σύνταξη της προαναφερόμενης επιστημονικής γνωμοδοτήσεως τους, στην οποία συνέπραξαν και άλλοι συνταγματολόγοι. Προβληματισμό, επίσης, προκαλεί και η ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του κατηγορουμένου Χ. Χ., ο οποίος διαφοροποιείται εν μέρει από την αρχική του ανακριτική, όπως, άλλωστε, ο ίδιος εκθέτει, θέλοντας να προσθέσει, ότι μπορεί τα χρήματα να του τα είχε δώσει και ο ίδιος ο συγκατηγορούμενός του Π. Μ.. Συμπληρώνει, ωστόσο, ότι δεν γνώριζε, ότι ο Π. Μ., κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν στη Ρουμανία, στοιχείο, που αποκαλύφθηκε μετά. Οι διαφοροποιήσεις του αυτές είναι γεγονός, ότι βρίσκονται υπό το κράτος της προσπάθειας της υπερασπίσεως του και σε ό,τι βλάπτει τους συγκατηγορουμένους του ελέγχεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια της διατάξεως του αρθ. 211Α ΚΠοινΔ, η οποία δεν εφαρμόζεται μεν ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, λαμβάνεται, όμως, υπόψη ενώπιον του δικαστηρίου [βλ. ad hoc ΑΠ 339/2010 Πράξη κ' Λόγος ΠοινΔ 11, 26]. Προβληματίζει, ωστόσο, το Δικαστήριο το γεγονός, ότι, αν υποτεθεί, ότι ο Π. Μ. έλαβε τα 30.000.000 δρχ. στις 24.11.2000, για ποιό λόγο έδωσε ο ίδιος τα 23.000.000 δρχ. αυθημερόν στον Ε. Κ. και τα άλλα στις 29.11.2000 με κατάθεση από το συνεργάτη του Χ. Χ.; Όπως προεκτέθηκε, σημείο αναφοράς στην υπόθεση αποτελεί κατ' εξοχήν η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Α., ο οποίος είχε κάθε λόγο να εκθέσει τις παραπάνω παράνομες ενέργειες, εκθέτοντας σε ό,τι έχει σχέση με τον Π. Μ., ότι ο κατηγορούμενος τότε για τις εκρήξεις Ι. Μ. έλεγε για τον Π. Μ. αοριστολογίες και γενικόλογα. Είναι μάλιστα σημαντικό, ότι ο ίδιος μάρτυρας σε τηλεοπτική εκπομπή του δημοσιογράφου Ι. Π. στο "Μega Channel" είχε αποκλείσει την παράνομη εμπλοκή του Π. Μ.. Ωστόσο, διαφοροποιείται ο γιος του και, επίσης, μάρτυρας κατηγορίας, Σ. Α., ο οποίος στην κατάθεση του, μετά την παραπομπή του Π. Μ. τον εμπλέκει στην υπόθεση του Ι. Μ., σύμφωνα με όσα ο τελευταίος του εξέθεσε. Η κατάθεση αυτή ελέγχεται και εκτιμάται για τους ακόλουθους λόγους: α) εφόσον οι εκμυστηρεύσεις για τον Π. Μ., τις οποίες ο πατέρας του εκθέτει, ότι έγιναν παρουσία και των δύο υπήρξαν γενικόλογα και αοριστολογίες, τότε, πώς ο γιος εκτείνεται σε συμπληρωματικά περιστατικά, β) εφόσον έγιναν τέτοιες αποκαλύψεις, για ποιο λόγο διαφεύγει από το γιό το σοβαρό περιστατικό της επισκέψεως του Α. Κ. στο σπίτι του κατηγορουμένου και τότε ανακριτή Ε. Κ. και η χρηματική τακτοποίηση του θέματος, γ) κατά την ενώπιον του ανακριτή κατάθεση του ο εν λόγω μάρτυρας διαλαμβάνει "... επειδή πρόκειται για πραγματικό γεγονός που μου εμπιστεύθηκε ο πρώην πελάτης μου ... Ι. Μ., κατά την εκτέλεση της εντολής και διεξαγωγή της υπόθεσης που μου είχε αναθέσει, υποχρεούμαι κατ' άρθρον 212 παρ. 3 να δηλώσω ότι αν απαντούσα στην ερώτηση που μου απευθύνετε, θα παραβίαζα το απόρρητο που μου επιβάλλει η πρώτη παράγραφος του ιδίου άρθρου ...". Όμως, ποιο απ' όλα είναι το πραγματικό αυτό γεγονός, αφού ο ίδιος δεν επικαλείται "γεγονότα". Αξίζει να σημειωθεί, ότι η ..διαμόρφωση του αυτή προβλημάτισε έντονα το Δικαστήριο και, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, έγιναν αναφορές στην ανακριτική του κατάθεση. Διαμορφώνεται και ένας άλλος προβληματισμός γι' αυτόν σχετικά με το γεγονός, ότι φέρεται, ότι δέχθηκε πιέσεις από την πλευρά του Π. Μ. για την υποστήριξη του, αλλά ο συγκεκριμένος μάρτυρας μετατρέπει την από κάθε άποψη ανθρώπινη πλευρά, που θα μπορούσε να έχει γίνει, άλλωστε, και για όλους τους κατηγορουμένους -όπως η περίπτωση του Π. Μ. να παρακαλέσει το Χ. Μ. για τον Ι. Μ.-. Οι απειλές, ωστόσο, αυτές μετατράπηκαν στο ότι, ακολούθως, αυτός θα φοβόταν τους Μανιάτες του Πειραιά, λόγω της καταγωγής του Π. Μ., άποψη, η οποία συγχέει τα πράγματα, αποδυναμώνει και προβληματίζει. Περαιτέρω, ένα άλλο θέμα αποτελεί και οι επικαλούμενες εκμυστηρεύσεις του τότε κατηγορουμένου Ι. Μ. προς αυτόν. Πράγματι, θεωρείται περίεργη μία τόση παράθεση περιστατικών, που δεν είναι πλέον ένα "γεγονός", και, επιπλέον, δεν συνδέονται με όσα έχουν εκτεθεί από τον πατέρα Γ. Α.. Το Δικαστήριο εμμένει στην κρίση του, ότι οι εκμυστηρεύσεις αφ' εαυτές λαμβάνονται υπόψη a priori για την κατάθεση, αλλά τα όσα ο μάρτυρας θα καταθέσει, θα συνεκτιμηθούν από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, άποψη, η οποία κατ' επανάληψη διατυπώθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία, ενόψει της παραπάνω, υπ' αριθ. 2671/2009 (ΙΙ) αποφάσεως, η οποία προεκτέθηκε. Ο κατηγορούμενος Ι. Μ. τον αμφισβητεί σοβαρώς και εδώ τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο αυτός θα μπορούσε να εκφρασθεί τόσο ανοικτά σε έναν τότε νεαρό δικηγόρο, που μόλις είχε δώσει εξετάσεις και είχε λάβει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος με όλες τις προβληθείσες από όλες τις πλευρές αμφισβητήσεις για το συγκεκριμένο χρόνο και τη συγκεκριμένη αποκτηθείσα ιδιότητα. Τούτο εντείνεται και από το γεγονός, ότι ο Ι. Μ. γνώριζε μόνο τον πατέρα Ι. Α., όπως, άλλωστε, προεκτέθηκε και στον οποίο είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, πράγμα, που επέδειξε μάλιστα με σχετική του δήλωση και επ' ακροατηρίου. Οι όποιες αιτιάσεις αναφορικά με τη δολοφονία του Εφέτη Πειραιώς Β. Α., κατά τη δεκαετία του 1970, καθώς και η ανάμειξη του σε ναυταπάτες και άλλα δημοσιεύματα, τα οποία συνόδευσαν τους σχετικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Ι. Μ. και αναγνώσθηκαν, εκφεύγουν της κρινομένης ποινικής υποθέσεως και δεν αφορούν το Δικαστήριο τούτο. Η αναφορές δε αυτές για τη διαμόρφωση απόψεως ως προς την προσωπικότητα του συγκεκριμένου μάρτυρα και πάλι δεν αφορούν, αφού, όπως εκτέθηκε, οι καταθέσεις θα συνεκτιμηθούν και από άλλα στοιχεία. Ωστόσο, δεν παραβλέπεται από το Δικαστήριο η προσπάθεια του νεαρού Δικηγόρου Σ. Α. για τη διερεύνηση των εγκλημάτων στο μέτρο, που αυτός πίστευε -σύμφωνα, άλλωστε, με όσα εκτέθηκαν στο σκεπτικό της παραπάνω απόφασης του Δικαστηρίου, στην οποία αναπτύχθηκε διεξοδικώς το θέμα τούτο-, ότι είχε νομική υποχρέωση και μπορούσε να προσφέρει και να συμβάλλει αποφασιστικά, όπως και ο πατέρας του, χωρίς, βεβαίως, να συντρέχει πρόθεση ψευδορκίας σε εκτιμήσεις και σε διάλογους. Σ' αυτό θα πρέπει να συνδυασθεί και το γεγονός, ότι Ι. Μ. στην παραπάνω ένσταση του, επί της οποίας η υπ' αριθ. 3159/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δέχεται πράγματι την εκμυστήρευση του και ως προς τον παραπάνω μάρτυρα, χωρίς, όμως, και αυτός να εκθέτει το διαλαμβανόμενο "γεγονός" αυτής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Μ. Δ., σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε αντιληφθεί μετά ταύτα για συνήγορο υπεράσπισης το Σ. Α. και διαπίστωσε το όνομα του για πρώτη φορά σε ένα συμφωνητικό δικηγορικής εντολής. Ένα άλλο ζήτημα, το οποίο τίθεται κατά κόρον, είναι και αυτό της προσπάθειας των Γ. Α. και Σ. Α. να στραφούν εναντίον του Ι. Μ., ενόψει της αντιδικίας, η οποία έχει προκύψει ανάμεσα τους σχετικά με οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές, γεγονός, άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητείται. Όμως, και πάλι οι ιδιωτικές αυτές διαφορές δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας ποινικής υποθέσεως• δεν χωρεί καμία αμφιβολία, ότι η αναφυείσα αυτή διαφορά οδήγησε στο παραπάνω υπόμνημα, στο οποίο αναφέρθηκαν τα γεγονότα και περιήλθαν αυτά σε γνώση του τότε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά. Η διερεύνηση, ωστόσο, έστω και με αυτή τη μορφή της καταγγελίας, δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την προαναφερόμενη διάταξη του αρθ. 212 ΚΠοινΔ, για την οποία έχει γίνει εκτενής αναφορά. Είχαν πλέον αυτοί υποχρέωση να αναφέρουν το παραπάνω γεγονός συμβάλλοντας κατά το μέτρο των γνώσεων και των δυνατοτήτων τους στη διερεύνηση των εγκλημάτων, και, όπως προεκτέθηκε, οι καταθέσεις τους συνεκτιμώνται με τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία και αλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα ανακλήσεως των σχετικών αποφάσεων του Δικαστηρίου σχετικά με την εκτίμηση των καταθέσεων αυτών, καθώς και του μάρτυρα κατηγορίας Α. Κ.. Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο δεν πείθεται για την ενοχή των κατήγορουμένων Π. Μ. και Χ. Χ., για την οποία αμφιβάλλει, δεδομένου, ότι δεν προκύπτουν πραγματικά περιστατικά, τα οποία να τεκμηριώνουν τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη πράξη, για την οποία αυτοί κατηγορούνται με το παραπεμπτικό βούλευμα. Ως προς το σκέλος αυτό της κατηγορίας, είναι σαφές, ότι διαμορφώνεται ένα πλέγμα εκτιμήσεων και συλλογισμών σε επίπεδο, όμως, ενδείξεων και όχι αποδεικτικών στοιχείων. Έτσι, οι υποθετικές απόψεις και οι διάφοροι συλλογισμοί, χωρίς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να αποδεικνύονται και να υπάγονται σε συγκεκριμένο και προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, κατ' αρθ. 371 § 3 ΚΠοινΔ, αδυνατούν να προσδώσουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποδεικτική ισχύ...." Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών αθώωσε τον παραπάνω κατηγορούμενο Π. Μ. για την πράξη της άμεσης συνέργειας στη νομιμοποίηση του ποσού των 7.000.000 δραχμών που προέρχονταν από την δωροδοκία του συγκατηγορουμένου του τότε δικαστή (ανακριτή) Ε. Κ.. Η αιτιολογία όμως αυτή, όσο αφορά το ως άνω αθωωτικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη υπό την ως άνω αναπτυχθείσα έννοια, διότι δεν αξιολόγησε ορισμένα αποδεικτικά μέσα κρίσιμα για την προαναφερόμενη πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο Π. Μ.. Ειδικότερα, ενώ το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδέχθηκαν τα περιστατικά: α) ο επιχειρηματίας Ι. Μ. στις 29-11-2000 στην Αθήνα διέθεσε το ποσό των 7.000.000 δραχμών για τη δωροδοκία του Ε. Κ. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως δικαστή (Ανακριτή του 23ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών), β)το ποσό αυτό κατατέθηκε στο υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε ο Ε. Κ. στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, εκ μέρους του δικηγόρου Χ. Χ., συνεργάτη τότε στο ίδιο γραφείο του δικηγόρου Π. Μ. και γ)ο Π. Μ. ήταν γνωστός στο δικαστή Ε. Κ. και προσφέρθηκε να βοηθήσει τον επιχειρηματία Ι. Μ. στις ποινικές υποθέσεις με αντικείμενο αξιόποινες πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα (εκρήξεις κατά συρροή με πρόθεση από τις οποίες ήταν δυνατό να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο) σε καταστήματα ηλεκτρονικών παιχνιδίων, τα οποία εκμεταλλευόταν ο Χ. Β., μετά την απομάκρυνση των δικηγόρων του Γ. και Σ. Α. και Α. Κ.. Περαιτέρω όμως στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται σ'αυτό χωρίς σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και με αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία το Δικαστήριο της ουσίας που την εξέδωσε. Ειδικότερα: α)ενώ δέχεται ότι δεν υπήρξε συνάντηση του τότε Ανακριτή Ε. Κ. με το δικηγόρο Α. Κ. στην οικία του πρώτου, δέχεται εντελώς αντιφατικά ότι ο Α. Κ. ήταν αυτός που τακτοποίησε το θέμα του χρηματισμού του ως άνω Ανακριτή, αφού πήρε από αυτόν (μη προσδιορίζοντας πώς) τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού του στην ΑΤΕ στον οποίο κατατέθηκε αργότερα το ποσό των 7.000.000 δραχμών από τον τότε νεαρό δικηγόρο Χ. Χ., συνεργάτη του δικηγόρου Π. Μ., με τον οποίο συστεγαζόταν επαγγελματικά, β)ενώ δέχθηκε ότι ο Χ. Χ. είναι ένα σοβαρό πρόσωπο, δεν έχει δημιουργήσει ποτέ κανένα πρόβλημα και χαίρει μεγάλης εκτιμήσεως από το νομικό κόσμο του Πειραιά, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την απολογία του που ήταν σαφώς επιβαρυντική ως προς την ενοχή του συγκατηγορουμένου του Π. Μ. για την άμεση συνέργεια του στο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, γ)ενώ δέχεται ότι η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας δικηγόρου Σ. Α. ελέγχεται και εκτιμάται εννοώντας όχι πειστική: 1) λόγω διαφοροποίησης της από εκείνης του πατέρα του δικηγόρου Γ. Α. με την αναφορά πρόσθετων στοιχείων στην κατάθεση του Σ. Α. από εκείνων που περιέχονται στην κατάθεση του Γ. Α., αφού ο πρώτος είχε πληρέστερη πληροφόρηση από το δεύτερο αυτών, 2)λόγω του ότι δεν αναφέρεται σε γεγονότα αλλά σε εκμυστηρεύσεις του Ι. Μ. προς αυτόν (Σ. Α.) και 3)λόγω αρχικά της πιέσεως του Π. Μ. να τον υποστηρίξει και στη συνέχεια της απειλής του, χωρίς να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, περαιτέρω δέχεται αντιφατική ότι "Το Δικαστήριο εμμένει στην κρίση του, ότι οι εκμυστηρεύσεις αφ' εαυτές λαμβάνονται υπόψη a priori για την κατάθεση, αλλά τα όσα ο μάρτυρας θα καταθέσει, θα συνεκτιμηθούν από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, άποψη η οποία κατ' επανάληψη διατυπώθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ...", με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία αν η ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση τελικά λήφθηκε υπόψη και συναξιολογήθηκε ή όχι με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενόψει της ιδιαίτερης μνείας της και του ιδιαίτερου σχολιασμού της και δ)δεν προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά από ποίο δόθηκαν τα χρήματα του Ι. Μ. στον Χ. Χ., αν δηλαδή δόθηκαν από την Α. Δ. και σε καταφατική περίπτωση ποία ήταν η σχέση του Χ. Χ. με την Α. Δ., ώστε χωρίς να ενημερώσει τον κατηγορούμενο Μ., να προβεί στην κατάθεση σημαντικού ποσού σε άγνωστο σ'αυτόν πρόσωπο, αν ο Χ. Χ. γνώριζε και πως ότι τα χρήματα που του έδωσε η Α. Δ. της τα είχε παραδώσει ο Ι. Μ., αν αυτός (Χ.Χ.) γνώριζε τον Ι. Μ. ή ήταν άγνωστο σ'αυτόν πρόσωπο και γιατί ο Ι. Μ. θέλησε να κατατεθούν τα χρήματα μέσω του δικηγορικού γραφείου του Π. Μ., με τον οποίο φέρεται ότι εργαζόταν η Α. Δ., ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε αρνηθεί ο Π. Μ. στον οποίο απευθύνθηκε ο Ι. Μ. να αναλάβει την υπόθεσή του και του ότι ο Π. Μ. (κατά τις παραδοχές της ίδιας απόφασης) μετά την αποκάλυψη του παραπάνω σκανδάλου ζήτησε να ανοιχθούν όλοι οι φάκελοι όλων των υποθέσεων της που είχε σχηματίσει με τους πελάτες της, στους οποίους συγκαταλέγονταν και ο Ι. Μ.. Επίσης δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πως ο λογαριασμός που τηρούσε ο Ε. Κ. στην ΑΤΕ και γνώριζε ο δικηγόρος Α. Κ. περιήλθε σε γνώση και του Χ. Χ., ο οποίος προέβη στην προαναφερόμενη κατάθεση του ποσού των 7.000.000 δραχμών υπέρ του Ε. Κ.. Δηλονότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με βεβαιότητα πως κατέληξε στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο Π. Μ. κρίση του για το κρίσιμο και προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κεφάλαιο της κατ'αυτόν κατηγορίας, καθιστώντας έτσι την αιτιολογία του ως προς το μέρος αυτό όχι μόνο αντιφατική αλλά και ενδοιαστική. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Έτσι, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αθωωτική διάταξη αυτής για τον κατηγορούμενο Π. Μ. μόνο για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ποσού 7.000.000 δραχμών και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 509 ΚΠοινΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 469 εδ.α'του ΚΠοινΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ'αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει με σαφήνεια ότι πρώτη μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτείται για το επεκτατικό αποτέλεσμα στους μη ασκήσαντες αυτό συγκατηγορουμένους είναι να έχει ασκηθεί αυτό από ένα συγκατηγορούμενο. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει σχετική διάταξη δεν επεκτείνεται το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα, εκτός αν ως λόγος αναφέρεται ότι δεν εξετελέσθη η πράξη ή αποκλείεται το άδικο αυτής ή εξαλείφθηκε το αξιόποινο, οπότε ωφελούνται και οι λοιποί υπέρ του οποίου δεν άσκησε το ένδικο μέσο, όπως είναι και της αναίρεσης, ο Εισαγγελέας. Τούτο δεν συμβαίνει όταν ο Εισαγγελέας ασκεί αναίρεση μόνο κατά κάποιον ή κάποιων των συγκατηγορουμένων που αθωώθηκαν και ζητεί την επανεξέταση της υπόθεσης μόνο ως προς αυτόν ή αυτούς (αθωωθέντες) και όχι ως προς τους λοιπούς αθωωθέντες ως προς τους οποίους ο Εισαγγελέας δεν έχει ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν έχει επεκτατικό αποτέλεσμα ως προς τους αθωωθέντες με την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, από την αυτή ως άνω διάταξη του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ευνοϊκό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου επεκτείνεται στον μη ασκήσαντα αυτό συγκατηγορούμενο, θεωρείται δε ότι ευνοείται και ο συγκατηγορούμενος που άσκησε το ίδιο ένδικο μέσο και απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους ή ως ανυποστήρικτο. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 13-9-2010 αίτησή του και την από 8-10-2010 συμπληρωματική αυτής ο κατηγορούμενος Ι. Μ., που κηρύχθηκε ένοχος με την υπ' αριθμ. 1082/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων και του επιβλήθηκε στη συνέχεια με την υπ'αρ.1609/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ποινή κάθειρξης 15 ετών και χρηματική ποινή 25.000 ευρώ, ζητεί το επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς αυτόν από την παραδοχή της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά το μέρος που αθωώθηκε για την αυτήν πράξη, ως άμεσος συνεργός, ο συγκατηγορούμενος του Π. Μ. του Σ., σύμφωνα με το άρθρο 469 ΚΠοινΔ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον ούτε ο αιτών επικαλείται ούτε από όλη τη δικογραφία προκύπτει ότι αυτός δεν έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή ότι έχει ασκήσει και απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ.1082/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο αθωώθηκε ο κατηγορούμενος Π. Μ. του Σ., δικηγόρος, κάτοικος Αθηνών, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε νομιμοποίηση εσόδων ποσού επτά εκατομμυρίων (7.000.000) δραχμών από εγκληματική δραστηριότητα. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως. Απορρίπτει την από 13-9-2010 αίτηση και την από 8-10-2010 συμπληρωματική αυτής του Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., για επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς αυτόν της από 3-9-2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθμ. 1082/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που έγινε δεκτή με την παρούσα απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά αθωωτικής (εν μέρει) αποφάσεως από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέτοια έλλειψη υπάρχει όταν η αιτιολογία είναι αντιφατική - ενδοιαστική ως προς τα πραγματικά στοιχεία που δέχθηκε ότι δεν υπάρχουν για την τέλεση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας στη νομιμοποίηση εσόδων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, πράξη που δέχθηκε ότι τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του αθωωθέντος κατηγορουμένου. Παραδοχή του λόγου αυτού ως βασίμου. Αναίρεση εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης κατά το μέρος αυτό για νέα εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Απόρριψη αίτησης συγκατηγορουμένου του αθωωθέντος για επέκταση του αποτελέσματος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Αρείου πάγου υπέρ αυτού κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Συνέργεια, Νομιμοποίηση εσόδων, Επεκτατικό αποτέλεσμα, Απόφαση αθωωτική.
1
Αριθμός 2048/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Ζαβάκο, περί αναιρέσεως της 841/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 564/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 1, 2 και 509 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει, εκτός των άλλων να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 § 1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002). Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και η απολογία του κατηγορουμένου καθώς και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, από δε τη διάταξη του άρθρου 145 § 3 του ίδιου κώδικα συνάγεται ότι η διόρθωση των λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ή η συμπλήρωση ελλείψεων αυτών, που είναι δυνατόν να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον Εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστή εντός είκοσι ημερών από την καταχώρηση των πρακτικών, καθαρογραμμένων στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο, διατάσσεται από το δικαστή που διηύθυνε τη συζήτηση και, αν αυτός αρνηθεί, πάντοτε από το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση, δηλαδή και στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 841/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα, για σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του) προβάλλεται ότι "εντός της δικογραφίας εισήχθηκαν 2 έγχρωμες φωτογραφίες τις οποίες προσκόμισε ο μάρτυρας Ι. Δ. ... και τις οποίες έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης ... Οι εν λόγω φωτογραφίες δεν ήταν φωτογραφίες του συγκεκριμένου έργου στο οποίο διατείνεται ο εγκαλέσας και μάρτυρας ότι τραυματίσθηκε παρά άλλες φωτογραφίες άλλου έργου". Με τον άνω λόγο (και κατά το άνω σκέλος του), υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αυτήν την έννοια έχουν οι άνω αιτιάσεις, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Η δε αιτίαση ότι στα πρακτικά της διατυπώθηκε εσφαλμένως η φράση της απολογίας του "πρόκειται για δικό μας έργο αλλά δεν έχει καμία σχέση με το έργο στο οποίο ισχυρίζεται ότι τραυματίσθηκε ο εγκαλέσας" αντί της εγγραφείσης "Στις φωτογραφίες που μου επιδεικνύονται είναι το δικό μας έργο". Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε την έλλειψη αιτιολογίας, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε εμπίπτει σε κάποια άλλη περίπτωση λόγου αναιρέσεως από τις αναφερόμενες περιοριστικώς στο άρθρο 510 § 1 Κ.Ποιν.Δ. Είναι επομένως κατά τούτο απαράδεκτος. Επίσης είναι απαράδεκτος και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων για πλημμέλεια του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με την αιτίαση ότι με το να λάβει υπόψη του το δικαστήριο άσχετα με την υπόθεση αποδεικτικά μέσα (υπονοώντας προδήλως τις αιτιάσεις του πρώτου λόγου) εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο, αφού πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει κανένας λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-3-2010 αίτηση του Κ. Μ. του Ε., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 841/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη εξ αμελείας. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Αόριστος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την ανέλεγκτη περί τα πράγματα η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 2047/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1644/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου .... Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΤΕΚ Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 42/15-10-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1357/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 357/20-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Αναφέρομαι στην με αριθμό 42/2010 έκθεση αναίρεσης και στους λόγους που αναπτύσσονται σ' αυτή και προτείνω την παραδοχή της. Αθήνα 20/10/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. στ' Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία, που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο 1644/2010 βούλευμά του, όπως από αυτό προκύπτει, παρέπεμψε τους κατηγορούμενους Χ1 και Χ2, στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι ο μεν πρώτος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, ο δε δεύτερος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης? χωρίς καθόλου να μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και θεμελιώνουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνει την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ..... ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ συναφής λόγος είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, παρέπεμψε τον πιο πάνω δεύτερο κατηγορούμενο, για την αξιόποινη, όπως προαναφέρθηκε, πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, δίχως να υπάρχει η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 368 ΠΚ, έγκληση για την ποινική δίωξη του εγκλήματος τούτου, και έτσι, κατά τα προεκτεθέντα, υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ' ΚΠΔ συναφής λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτου, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, η σύνθεση του οποίου από δικαστές άλλους εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (ΚΠΔ 485, 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 1644/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, δεκτοί ως βάσιμοι. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
1
Αριθμός 2045/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέας Τσόλιας και Αθανάσιος Γεωργόπουλος - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1Β. Μ. του Κ., 2. Ν. Ν. του Γ. και 3. Π. Μ. του Σ., κατοίκων …, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 367/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Ιανουαρίου 2010 τρεις αιτήσεις τους, περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 207/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογ αφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 244/30.06.2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις αντίστοιχες με αριθμούς 2/29.1.2010, 3/29.1.2010 και 1/29.1.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των α) Π. Μ. του Σ., β) Β. Μ. του Κ. και γ) Ν. Ν. του Γ., κατοίκων …, για αναίρεση του 367/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ι.Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών, με το 143/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων α) της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος, ο πρώτος και β) της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, οι δεύτερος και τρίτος (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 28, 29, 46 παρ. 1α και 290 παρ. 1 περ. α' και β' του ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 12 παρ. 1 και 8, 19 παρ. 2, και 21 του Ν. 2696/1999). Κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες άσκησαν τις αντίστοιχες με αριθμούς 10/2009, 9/2009 και 8/2009 εφέσεις τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο με το προσβαλλόμενο 367/2009 βούλευμά του τις απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. ΙΙ. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και παραδεκτές, ασκηθείσες από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχουν δε με τρόπο σαφή και ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (όλες), και επί πλέον οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων δεύτερου και τρίτου την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη νόμιμης βάσεως, (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 290 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, η οποία αφορά την οδική συγκοινωνία, απαιτείται διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, κυρίως με ανθρώπινη υλική εμφανή ενέργεια επί πάσης μορφής οδού εκ της οποίας προκύπτει κίνδυνος ανθρώπου. Η διατάραξη εκλαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και συμπεριλαμβάνεται σε αυτή κάθε αντίθετη ενέργεια, αναφερόμενη στην επέλευση ανώμαλης καταστάσεως, από την οποία με ασφάλεια βεβαιώνεται ο κίνδυνος στον άνθρωπο. Η ασφάλεια των συγκοινωνιών αποσκοπεί στην απρόσκοπτη μετακίνηση με οποιοδήποτε τρόπο. Η διατάραξη της ασφάλειας, πρέπει να συνέχεται με κίνδυνο, ήτοι με δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου σε άνθρωπο, δηλαδή κινδύνου που αφορά τη ζωή ή την υγεία του, χωρίς να είναι αναγκαία και η επέλευση αυτού. Επομένως, η ολοκλήρωση του εγκλήματος δεν προϋποθέτει και την πραγματική επέλευση του κινδύνου, αλλά αρκεί ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να προκαλέσει τον ως άνω κίνδυνο. Είναι δυνατόν η υπό έλεγχο πράξη να υπάγεται σε υποχρεωτική ρυθμιστική κυκλοφοριακή κίνηση ή και αντιθέτως να μην υπάρχει νομοθετική αναγκαία πρόβλεψη, αρκεί ότι κατά πάσα περίπτωση κρίνεται ότι η πράξη στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται ως πρόσφορη και ικανή, ως εκ της εντάσεως, ποιότητας και μορφής, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου (ΑΠ 1585/1995, ΑΠ 2313/2004, ΑΠ 317/2003). Η διατάραξη της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας υπό την κακουργηματική της μορφή, είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος (άρθρο 29 του ΠΚ) και για τη θεμελίωσή του, εκτός των ανωτέρω στοιχείων απαιτείται και επέλευση από την πράξη του δράστη, θανάτου άλλου. Υποκειμενικά δε απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος, ως προς το βασικό έγκλημα της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου που επήλθε (ΑΠ 247/2009, ΑΠ 1055/2005). Ενδεχόμενος δόλος ή κυριολεκτικά "δόλος αποδοχής του ενδεχόμενου", η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και παρά ταύτα προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Για τον προσδιορισμό της έννοιας "της αποδοχής" του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού δηλαδή στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία, δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει δηλαδή κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενό της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Δύο δε από τα κυριότερα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του γνωσιολογικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, της βουλητικής στάσεως του δράστη, είναι το ποσοστό επικινδυνότητας και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδιώκει με την πράξη του. Όσον αφορά το πρώτο, η χρησιμότητά του ως ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ο δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα. Εξάλλου, όσον αφορά το δεύτερο, χρησιμοποιείται υπό την έννοια ότι ο δράστης που προβλέπει την πιθανότητα επελεύσεως του αποτελέσματος, γιατί τον ενδιαφέρει η επιτυχία κάποιου συγκεκριμένου σκοπού, ενεργεί με ενδεχόμενο δόλο. Άλλωστε, η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η "απλή ευχή ή επιθυμία" του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο απ' αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν έννοιας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Τούτο, καθ' όσον η συνέχιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, έστω και με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, καταδεικνύει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, του οποίου πιθανολογείται η βλάβη. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει εξελιχθεί και ο προσδιορισμός της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου από την επιστήμη και γίνεται δεκτό ότι τέτοιος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης έλαβε σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι επεδίωκε με την πράξη του, έκρινε αυτό ως τόσο σημαντικό, ώστε ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι' αυτόν αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφάσισε, παρά ταύτα, να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι το αποτέλεσμα τελικώς δεν θα επέλθει (ΑΠ 408/2009, ΑΠ 1530/2008). Μεταξύ της εκ προθέσεως διαταράξεως και του επελθόντος θανάτου πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, ήτοι ο θάνατος να οφείλεται στη διατάραξη κατά την θεωρία της conditio sine qua non και αφού τούτο διαπιστωθεί, χωρεί περαιτέρω έρευνα εάν για το βαρύτερο αποτέλεσμα υπάρχει αμέλεια (άρθρο 28 του ΠΚ). Και στην περίπτωση αυτή μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του δράστη (πράξεως ή παραλείψεως) και του αποτελέσματος πρέπει επίσης να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος. Επομένως, πρέπει να υπάρχει έλλειψη της κατά το άρθρο 28 του ΠΚ προσήκουσας προσοχής, ήτοι της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ένεκα της οποίας είτε δεν προέβλεψε ο δράστης το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως πιθανόν, πίστεψε όμως ότι δεν θα επήρχετο. Η πρόβλεψη ή δυνατότητα προβλέψεως του αποτελέσματος, η οποία αποτελεί στοιχείο της αμέλειας, πρέπει να αιτιολογείται, διότι αν το αποτέλεσμα δεν ήταν αντικειμενικά προβλέψιμο δεν μπορεί να καταλογισθεί σε αμέλεια του δράστη του βασικού εγκλήματος (ΑΠ 363/2006, Χρ. Μυλωνόπουλου Ποιν.Δίκαιο ΓενΜ 2007, σ. 351, Νικ. Ανδρουλάκη Ποιν.Δίκαιο, ΓενΜ 2006, σ. 210). Τούτο άλλωστε συνδυάζεται κατά κανόνα και με την αιτιολογία της βαρύτερης τιμωρίας των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων: Η συμπεριφορά που συνιστά το βασικό έγκλημα, από την οποία προκαλείται το βαρύτερο αποτέλεσμα, εμπεριέχει (και πρέπει να εμπεριέχει) εγγενώς από τη φύση της έναν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο προκλήσεως του βαρύτερου αποτελέσματος, πράγμα που σημαίνει ότι ο δράστης αυτού το προβλέπει ή μπορεί να το προβλέψει αντικειμενικά και συνεπώς να καταλογιστεί σ' αυτόν το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα (ΑΠ 266/1996). Έτσι, στα εγκλήματα κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών η πράξη της διαταράξεως της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας περιλαμβάνει και την προστασία της ζωής. Το βαρύτερο συνεπώς αποτέλεσμα πρέπει να συνιστά πραγμάτωση του κινδύνου που τέθηκε με το βασικό έγκλημα. Να υπάρχει δηλαδή αμεσότητα μεταξύ βασικού εγκλήματος και βαρύτερου αποτελέσματος για να έχουμε εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα. Σε περίπτωση συγκλίνουσας αμέλειας πολλών έκαστος ευθύνεται αυτοτελώς και εφόσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν (ΑΠ 1238/2005, ΑΠ 177/2006, ΑΠ 1043/2004). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος (ΑΠ 1724/2009, ΑΠ 1511/2009, ΑΠ 1334/2009). Επί των "εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενων (διακρινόμενων)" εγκλημάτων, επί των οποίων ο αυτουργός τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, αν το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί σε αμέλειά του, ο ηθικός αυτουργός στο βασικό έγκλημα τιμωρείται με τη βαρύτερη ποινή (όπως και ο φυσικός αυτουργός), αν το βαρύτερο αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί και σε δική του αμέλεια, δηλαδή μόνον εφόσον από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν το προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Χωρίς εκ τούτου και να χαρακτηρίζεται ως ηθικός αυτουργός σε εξ αμελείας έγκλημα, αφού σε αμέλεια και δη και δική του, αποδίδεται μόνο το αποτέλεσμα και όχι η βασική (εκ δόλου) πράξη την οποία αφορά η ηθική αυτουργία (ΑΠ 427/1999). Παρέπεται εκ τούτων ότι επί διαταράξεως της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας από την οποία επήλθε θάνατος (άρθρο 290 παρ. 1 στοιχ. β' του ΠΚ), που είναι έγκλημα "εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενο", ο ηθικός αυτουργός στο βασικό έγκλημα της διαταράξεως της ασφάλειας της συγκοινωνίας (άρθρο 290 παρ. 1 στοιχ. α' του ΠΚ) τιμωρείται με τη βαρύτερη ποινή που προβλέπεται για τον αυτουργό, αν για τον επελθόντα θάνατο βαρύνεται και ο ίδιος με αμέλεια. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια, καθώς και το είδος αυτής (ενσυνείδητη ή μη συνειδητή), τα οποία δε μπορεί να είναι τα ίδια με εκείνα που στοιχειοθετούν τον ενδεχόμενο δόλο, διότι άλλως παρατηρείται το νομικά και λογικά άτοπο σε ένα εκ του αποτελέσματος έγκλημα, τόσο το βασικό έγκλημα όσο και το βαρύτερο αποτέλεσμα να στηρίζονται στα αυτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1269/2006). ΙV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του δικαστικού συμβουλίου (ΑΠ 24/2010, ΑΠ 1554/2009, ΑΠ 1409/2009). Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Για την πληρότητα, όμως, της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δύναται να συναχθεί εκ τούτου αναμφίβολα ότι έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 1471/2009, ΑΠ 590/2009, ΑΠ 1034/2008). Η κατά τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος, εφόσον εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ίδιων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 14/2010). Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008, Ολ.ΑΠ 1/2005, ΑΠ 55/2010).V. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 367/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών που το εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του εισαγγελέα εφετών ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία παραθέτει γενικά κατά το είδος τους και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους από την εισαγγελική πρόταση, πραγματικά περιστατικά: "Το βράδυ της 12.5.2005 και περί ώρα 20:30, οι εκκαλούντες Π. Μ., Β. Μ. και Ν. Ν., συναντήθηκαν με το Β. Π., καθώς και με τον εξάδελφο του τελευταίου Σ. Π., σε καφενείο που διατηρεί ο πρώτος εξ αυτών επί της οδού Φ., στην …. Μεταξύ των ανωτέρω επακολούθησε συζήτηση με θέμα τους αυτοσχέδιους αγώνες ταχύτητας με αυτοκίνητα, καθώς και τις δυνατότητες των δικών τους αυτοκινήτων. Ο ανωτέρω Β. Π. διέθετε ήδη ένα αυτοκίνητο στο οποίο είχε επιφέρει μεταβολές-βελτιώσεις με σκοπό να είναι ταχύτερο. Το γεγονός αυτό σχολιάστηκε από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Π. Μ., ο οποίος μάλιστα απευθυνόμενος στον Σ. Π. είπε ότι ο ξάδερφός του Β. έχει ταχύτερο αυτοκίνητο από το δικό του. Στη συνέχεια, ο δεύτερος εκκαλών Β. Μ. είπε στον Π. Μ., ότι “ποντάρει 500 ευρώ στον Β. Π. ότι σε περνάει με το αυτοκίνητο”. Επίσης, ο τρίτος εκκαλών Ν. Ν. είπε, ότι ‘ποντάρει άλλα 500 ευρώ στον Μ.’. Μετά την ανωτέρω στιχομυθία, άπαντες έδωσαν ραντεβού προκειμένου να συναντηθούν σε συγκεκριμένο πρατήριο βενζίνης, που βρίσκεται πλησίον της Εθνικής Οδού Πατρών - Πύργου, όπου ο Μ. θα έβαζε βενζίνη στο αυτοκίνητό του. Ακολούθως, ο Β. Π. μπήκε στο με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητό του, μαζί με τον Β. Μ., ως συνοδηγό, ενώ ο Ν. Ν. επιβιβάσθηκε, ως συνοδηγός, στο υπ' αριθμ. πινακίδων κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Μ. και κατευθύνθηκαν, ακολουθούμενοι από τον Σ. Π. που οδηγούσε το δικό του όχημα, στο προαναφερόμενο πρατήριο βενζίνης. Αμέσως μετά, περί ώρα 21:00, έφθασαν στη Νέα Εθνική Οδό Πατρών - Πύργου, στο ύψος των σηματοδοτών της διασταύρωσης με την κάτω Αχαΐα. Μόλις άναψε ο πράσινος σηματοδότης, τα δύο αυτοκίνητα κινήθηκαν στο ρεύμα πορείας προς Πύργο, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα και διαγωνιζόμενα μεταξύ τους, με τον Π. Μ. να προπορεύεται και τον Β. Π. να ακολουθεί σε πολύ κοντινή απόσταση. Οι ανωτέρω οδηγοί (Π. Μ. και Β. Π.) δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη τη στιγμή στη συγκεκριμένη οδό, ήτοι το γεγονός ότι ήδη είχε νυχτώσει και η ορατότητα ήταν περιορισμένη, λόγω ελλείψεως τεχνητού φωτισμού του οδοστρώματος, το ότι υπήρχαν πολλές στροφές και διαβάσεις, η δε κυκλοφορία ήταν ιδιαίτερα αυξημένη από παντός είδους οχήματα (βαρέα, ιδιωτικής χρήσεως φορτηγά, μοτοσικλέτες, αγροτικά μηχανήματα), επίσης ότι υπήρχαν δύο ρεύματα κυκλοφορίας, χωρίς διαχωριστική μεταξύ τους νησίδα και γενικά ότι οι συνθήκες κίνησης και τα χαρακτηριστικά της οδού την καθιστούσαν αντικειμενικά και εκ των προτέρων αυξημένης επικινδυνότητας, αφού μάλιστα εξαιτίας ακριβώς αυτών των χαρακτηριστικών της παρουσιάζει υψηλό αριθμό τροχαίων ατυχημάτων, γεγονός που είναι πανελληνίως γνωστό, αλλά αποδέχθηκαν να διαγωνιστούν στην ταχύτητα στο δρόμο αυτό, ενεργώντας με σαφή περιφρόνηση προς την ασφάλεια των λοιπών χρηστών της οδού. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν με την ψυχική υποστήριξη και ενθάρρυνση που τους παρείχαν οι συνεπιβαίνοντες στα οχήματά τους, οι οποίοι μάλιστα πρότειναν και αποδέχθηκαν τη συνομολόγηση ικανού χρηματικού ποσού ως στοίχημα, οριστικοποιώντας με τον τρόπο αυτό την απόφαση που λίγο πριν με πειθώ και υποσχέσεις είχαν προκαλέσει στους οδηγούς, για να διαγωνιστούν στην ταχύτητα. Κατά την πορεία των οχημάτων στην Ε.Ο., ο Π. Μ. εξακολούθησε να προπορεύεται, με τον Β. Π. να τον ακολουθεί, ενεργώντας αμφότεροι ελιγμούς υπέρβασης (προσπεράσεις) των λοιπών οχημάτων που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος. Στη Χ/Θ 24.100 της Ν.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο, ο Π. Μ. επιχείρησε να προσπεράσει ένα από τα κανονικά κινούμενα προπορευόμενα οχήματα και ενώ ευρισκόταν δίπλα του, ο Β. Π., ακολουθώντας τον σε πολύ μικρή απόσταση, επιχείρησε με τη σειρά του να προσπεράσει ταυτόχρονα το όχημα του Μ., καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Όταν αντιλήφθηκε ότι από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πλησίαζε άλλο όχημα και ότι δεν θα μπορούσε να ολοκληρώσει την προσπάθειά του, τροχοπέδησε απότομα, πλην όμως οι τροχοί του οχήματός του μπλοκάρισαν και ακολούθως, εξαιτίας κυρίως των ελαχίστων χρονικών περιθωρίων αντίδρασης που είχε, λόγω της ιδιαίτερα αυξημένης ταχύτητας του οχήματός του, απώλεσε τον έλεγχο αυτού και συγκρούσθηκε με το κανονικά κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι με κατεύθυνση την Πάτρα, υπ' αριθμ. πινακίδων κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ι. Φ.. Από τη σύγκρουση αυτή, ο Β. Π. υπέστη κακώσεις θώρακος, μόνη αιτία από την οποία επήλθε ο θάνατός του, ενώ επίσης τραυματίσθηκαν τόσο ο συνεπιβάτης του οχήματός του Β. Μ., ο οποίος υπέστη ελαφρά εγκεφαλική διάσειση, όσο και ο ανωτέρω Ι. Φ., ο οποίος υπέστη ελαφρά κάκωση θώρακος και κάκωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι ο θανών Β. Π., αφ' ενός μεν οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, σε ποσοστό συγκέντρωσης 0,35 g/l αίματος (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 1141/2005 έγγραφο του εργαστηρίου τοξικολογίας Γ.Ν. Πατρών) αφ' ετέρου δε ότι είχε επιφέρει σοβαρές αλλαγές στα μηχανικά μέρη του οχήματός του, με σκοπό την αύξηση της απόδοσης ισχύος του και εν γένει τη διαμόρφωσή του, ως αυτοκίνητο διαγωνισμού (αγώνων). Ειδικότερα, είχε προβεί στην αλλαγή του κινητήρα του οχήματος, τοποθετώντας, χωρίς μάλιστα να δηλώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία, νέο κινητήρα υπερπλήρωσης (turbo) μεγαλύτερης ισχύος και κυβισμού, καθώς επίσης διαφορετικού τύπου και διάστασης ελαστικά, από αυτά που προβλέπονται για το συγκεκριμένο τύπο του οχήματος και ακόμη, ασύμβατο με τους τροχούς σύστημα πέδησης του οχήματος (βλ. την από 29-8-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών Π. Μ., αρνείται την αποδιδόμενη σε βάρος του κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι δεν συμμετείχε σε αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας με τον Β. Π.. Ωστόσο, δεν δίνει πειστικές απαντήσεις, για ποιο λόγο βρισκόταν και ο ίδιος στην ανωτέρω οδό, κινούμενος με το όχημά του στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο, με συνεπιβάτη μάλιστα τον συγκατηγορούμενό του Ν. Ν., και τούτο αμέσως μετά τη συνάντηση που είχαν με τον Β. Π. στο καφενείο της Κάτω Αχαΐας και τη στιχομυθία για συνομολόγηση στοιχήματος, για τη διεξαγωγή αυτοσχέδιου αγώνα ταχύτητας. Ούτε οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων - εκκαλούντων Ν. Ν. και Β. Μ., ότι ουδέποτε συνομολόγησαν πραγματικά στοίχημα για διενέργεια αγώνα, αλλά όσα διαμείφθηκαν περί στοιχήματος στην ανωτέρω συνάντηση, είχαν το χαρακτήρα αστεϊσμού, κρίνονται πειστικοί, διότι αφ' ενός μεν επιβεβαιώνουν τη στιχομυθία περί στοιχήματος, αφ' ετέρου δε καταρρίπτονται από την σαφή και πειστική κατάθεση του Σ. Π., ο οποίος ήταν παρών στη στιχομυθία και από την οποία (κατάθεση) προκύπτει ότι πράγματι υπήρξε συμφωνία για τη διενέργεια αγώνα ταχύτητας, ο οποίος στη συνέχεια επακολούθησε με το ανωτέρω περιγραφόμενο αποτέλεσμα. Είναι σαφές ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι, με την ως άνω συμπεριφορά τους προκάλεσαν την απόφαση των δύο οδηγών να διαγωνιστούν σε επικίνδυνο αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας. Στη συνέχεια και ενώ ήδη είχαν προκαλέσει την απόφαση στους οδηγούς να διαγωνιστούν, ενίσχυσαν αυτούς, κατά τη διενέργεια του αυτοσχέδιου αγώνα, ακολουθώντας τους ως συνοδηγοί. Με τις παραδοχές αυτές προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ότι: Ι. ο εκκαλών - κατηγορούμενος Π. Μ. τέλεσε με πρόθεση την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους (βασικό έγκλημα) που πράγματι επήλθε, το ως άνω δε βαρύτερο αποτέλεσμα ήτοι ο θάνατος του Β. Π. οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του (εκ του αποτελέσματος έγκλημα) και ΙΙ. οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Β. Μ. και Ν. Ν., τέλεσαν την πράξη της ηθικής αυτουργίας στο ως άνω βασικό έγκλημα, το δε βαρύτερο αποτέλεσμα που επήλθε, ήτοι ο θάνατος του Β. Π. οφείλεται και σε δική τους συντρέχουσα αμέλεια, χωρίς να χαρακτηρίζονται ως ηθικοί αυτουργοί σε εξ αμελείας έγκλημα (που δεν νοείται), αφού σε αμέλειά τους οφείλεται μόνο το αποτέλεσμα και όχι η βασική (εκ δόλου) πράξη την οποία αφορά η ηθική αυτουργία. Παρέπεται εκ τούτων, ότι ο ηθικός αυτουργός στο βασικό έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών (άρθρο 290 παρ.1α ΠΚ), τιμωρείται με την βαρύτερη ποινή που προβλέπεται για τον αυτουργό, αν για τον επελθόντα θάνατο βαρύνεται και ο ίδιος με αμέλεια, απορριπτομένων κατά συνέπεια των αβασίμων λόγων εφέσεων των εκκαλούντων. Ας σημειωθεί ότι, ο θάνατος του Β. Π. είναι αποτέλεσμα που οφείλεται στην αμέλεια τόσο του θύματος, όσο και των κατηγορουμένων - εκκαλούντων, οι οποίοι ενόψει του όλως επικινδύνου εγχειρήματος και των εν γένει περιστάσεων που προαναφέρθηκαν, όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν, ότι με τις πιο πάνω πράξεις τους, ήταν δυνατό η ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος του αυτουργού ή άλλου οδηγού που χρησιμοποιούσε την οδό και δεν το προέβλεψαν. Επομένως, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών παρέπεμψε τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, προκειμένου να δικασθούν για τις πράξεις περί των οποίων έγινε ήδη λόγος. Πρέπει συνεπώς οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες και να διαταχθεί η εκτέλεση του εκκαλουμένου βουλεύματος, ως προς όλες του τις διατάξεις". VΙ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ως κατ' ουσία αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται σ' αυτό και οδηγήθηκε στην παραπεμπτική για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους κρίση του, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει από το καθένα από αυτά χωριστά. Ειδικότερα, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το παραπάνω Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα: α) την 584/2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστού Α. Τ., το συμπέρασμα της οποίας ότι "ο θάνατος του Β. Π. επήλθε συνεπεία κακώσεων θώρακος (που υπέστη κατά το οδικό τροχαίο ατύχημα ως οδηγός αυτοκινήτου)", αποτελεί παραδοχή του βουλεύματος, για την οποία οι αναιρεσείοντες δεν διατυπώνουν αντίθετη αιτίαση, β) την από 12.5.2005 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος μετά του συνημμένου σ' αυτήν σχεδιαγράμματος, η οποία συντάχθηκε, κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως (ενέργεια σκοπούσα στη συλλογή αποδεικτικού υλικού), από τον προανακριτικό υπάλληλο του Τμήματος Τροχαίας Πατρών που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος και η οποία δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλό έγγραφο (άρθρο 178 περ. στ' του ΚΠΔ), αφού δεν συντάχθηκε, μετά από τη διενέργεια αυτοψίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 έως 182 του ΚΠΔ, το δε περιεχόμενό της δεν είναι αντίθετο με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, γ) τις από 29.8.2005 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Α. Μ. και Ν. Ρ., οι οποίες συντάχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 183 επ. του ΚΠΔ και ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, δεν αναφέρονται μεν στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος, μνημονεύονται όμως ρητά, και παρατίθενται οι αναγκαίες περικοπές του περιεχομένου τους, στην εισαγγελική πρόταση στην οποία το Συμβούλιο επιτρεπτώς παραπέμπει, ενώ τα συμπεράσματα αυτών δεν αντιτίθενται στις παραδοχές του βουλεύματος, ούτε διατυπώνεται αντίθετη αιτίαση από τους αναιρεσείοντες, 4) την 1141/31.5.2005 έκθεση τοξικολογικής αναλύσεως, η οποία ρητά αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση και 5) την 3022/10/804α/26.6.2005 έκθεση εξετάσεως αίματος, το αποτέλεσμα της οποίας μνημονεύεται στο βούλευμα και αποτελεί παραδοχή αυτού. Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι το Συμβούλιο που το εξέδωσε οδηγήθηκε στην παραπεμπτική για τους αναιρεσείοντες κρίση του χωρίς να λάβει υπόψη του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ως προς τους προβαλλόμενους με τις κρινόμενες αιτήσεις λοιπούς αναιρετικούς λόγους λεκτέα τα ακόλουθα: Α) Αίτηση αναιρέσεως του Π. Μ. του Σ.. Το πληττόμενο βούλευμα, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα αυτόν, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας από την οποία επήλθε θάνατος, για το οποίο το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18, 26 παρ. 1α, 27, 28, 29 και 290 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά κι έτσι δεν στέρησε το βούλευμα νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα: α) αναφέρονται στο σκεπτικό του βουλεύματος, οι ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το βασικό έγκλημα της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτού με το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Π., με τις παραδοχές: i) ότι οι οδηγοί (Π. Μ. και Β. Π.), αποδέχθηκαν να διαγωνισθούν σε επικίνδυνο αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας και ενεργώντας με σαφή περιφρόνηση προς την ασφάλεια των λοιπών χρηστών της οδού, κινήθηκαν με τα αυτοκίνητά τους στο ρεύμα πορείας προς Πύργο, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα και πραγματοποιώντας αμφότεροι ελιγμούς υπέρβασης (προσπεράσεις) των λοιπών οχημάτων που κινούνταν κανονικά στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, ii) ότι στη Χ/Θ 24.100 της ΝΕΟ Πατρών - Πύργου όταν ο Μ. επιχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, ο Π. που τον ακολουθούσε σε πολύ μικρή απόσταση, επιχείρησε με τη σειρά του να προσπεράσει ταυτόχρονα και το όχημα του Μ., καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα πορείας και iii) ότι αυτός (Π.) λόγω της ιδιαίτερα αυξημένης ταχύτητας απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και συγκρούστηκε με το κανονικά κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας… ΙΧΦ αυτοκίνητο και από τη σύγκρουση υπέστη κακώσεις θώρακος, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του, β) αιτιολογείται πλήρως, με τις παραπάνω παραδοχές, ο ενδεχόμενος δόλος του αναιρεσείοντος, ο οποίος απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του βασικού εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, καθώς και ο υπάρχων αιτιώδης σύνδεσμος αυτού με το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Π., το οποίο όπως δέχεται το βούλευμα οφείλεται στη διατάραξη, γ) δεν ήταν απαραίτητη η ειδική αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος, της συγκεκριμένης ταχύτητας με την οποία έβαιναν τα διαγωνιζόμενα αυτοκίνητα κατά το χρόνο του συμβάντος και της κατά νόμο επιτρεπόμενης ανώτατης ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος, διότι τα στοιχεία αυτά δεν απαιτούνται για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του παραπάνω εγκλήματος, ενώ η αποδοχή του επικινδύνου του εγχειρήματος και η διατάραξη της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας σαφώς προκύπτουν από τις εκτεθείσες στο βούλευμα λοιπές παραδοχές, δ) αιτιολογείται επίσης ιδιαίτερα η συντρέχουσα αμέλεια (άρθρο 28 του ΠΚ) του αναιρεσείοντος από την οποία επήλθε το βαρύτερο αποτέλεσμα, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς συμπεριφοράς αυτού με το επελθόν αποτέλεσμα, με τις παραδοχές, ότι κατά την οδήγηση του οχήματός του (στον αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητος) ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα και πραγματοποίησε επικίνδυνους ελιγμούς και υπερβάσεις (προσπεράσεις) προπορευόμενων οχημάτων, χωρίς να λάβει υπόψη του τις αναφερόμενες στο σκεπτικό του βουλεύματος ειδικότερες συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη τη στιγμή στη συγκεκριμένη οδό, και ε) προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας, ως μη συνειδητής, με την παραδοχή ότι "εν όψει του επικίνδυνου εγχειρήματος και των εν γένει περιστάσεων που προαναφέρθηκαν, όφειλε και μπορούσε να προβλέψει, ότι με τις πιο πάνω πράξεις του, ήταν δυνατόν ή ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος του αυτουργού ή άλλου οδηγού που χρησιμοποιούσε την οδό και δεν το προέβλεψε". Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Π. Μ. του Σ. με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι δεν εκτίθενται στο σκεπτικό του τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος οι προβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτησή του, υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από όλα τα ανωτέρω, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Β) Αιτήσεις αναιρέσεως των Β. Μ. του Κ. και Ν. Ν. του Γ.. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά το μέρος που αφορά την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών (βασικό έγκλημα) που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες αυτούς, διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία προκάλεσαν στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που εκείνοι διέπραξαν, με τις παραδοχές ότι αυτοί προέτρεψαν τους Π. Μ. και Β. Π., με πειθώ και φορτικότητα και με τη συνομολόγηση στοιχήματος πεντακοσίων (500) ευρώ, να διαγωνισθούν με τα αυτοκίνητά τους σε επικίνδυνο αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας και τους προκάλεσαν την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών που διέπραξαν. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια ή αντίφαση από την αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος ότι οι φυσικοί αυτουργοί "προέβησαν στην πράξη τους αυτή με την ψυχική υποστήριξη και ενθάρρυνση που τους παρείχαν οι συνεπιβαίνοντες στα οχήματά τους (αναιρεσείοντες), οι οποίοι μάλιστα τους πρότειναν και αποδέχθηκαν τη συνομολόγηση ικανού χρηματικού ποσού ως στοίχημα, οριστικοποιώντας με τον τρόπο αυτό την απόφαση που λίγο πριν με πειθώ και υποσχέσεις είχαν προκαλέσει στους οδηγούς, για να διαγωνισθούν στην ταχύτητα". Και τούτο διότι η αναφερόμενη ψυχική υποστήριξη και ενθάρρυνση που παρείχαν οι αναιρεσείοντες στους φυσικούς αυτουργούς, προκειμένου να προβούν αυτοί στην τέλεση του βασικού εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, με την υπόσχεση της παρουσίας τους ως συνεπιβαινόντων στα διαγωνιζόμενα αυτοκίνητα, όπως και έγινε, εντάσσεται στον τρόπο και τα μέσα τελέσεως της ηθικής αυτουργίας ως μορφή συμμετοχής τους στο έγκλημα και δεν μεταβάλει αυτήν σε απλή συνέργεια, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά το σκέλος που αφορούν την πράξη της ηθικής αυτουργίας στο βασικό έγκλημα της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Π., η αιτιολογία του βουλεύματος είναι ελλιπής, διότι η κρίσιμη παραδοχή του ότι "εν όψει του επικίνδυνου εγχειρήματος και των περιστάσεων όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν, ότι με τις πράξεις τους αυτές ήταν δυνατόν ή ενδεχόμενο να προκύψει ο θάνατος του αυτουργού ή άλλου οδηγού που χρησιμοποιούσε την οδό και δεν το προέβλεψαν" δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, αφού δεν παρατίθενται τοιαύτα, σχετικά με πράξεις ή παραλείψεις των παραπάνω αναιρεσειόντων (ηθικών αυτουργών), που να θεμελιώνουν αμελή συμπεριφορά αυτών συνδεόμενη αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο του Β. Π.. Τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το βούλευμα ότι θεμελιώνουν τον ενδεχόμενο δόλο των αναιρεσειόντων ηθικών αυτουργών στο βασικό έγκλημα, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα νομική σκέψη, δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσουν και την αμέλεια αυτών για το βαρύτερο αποτέλεσμα, διότι με τον τρόπο αυτό γίνεται ανεπιτρέπτως διπλή αξιολόγηση των αυτών περιστατικών, το οποίο είναι νομικά και λογικά άτοπο. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρ. 28, 29 και 290 παρ. 1 στοιχ. β' του ΠΚ), κατά το μέρος που το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Π. αποδίδεται και σε συντρέχουσα αμέλεια των ως άνω αναιρεσειόντων, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί κατά τούτο το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η 2/29.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Π. Μ. του Σ., κατοίκου …, για αναίρεση του 367/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Να καταδικασθεί ο παραπάνω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.Να αναιρεθεί το 367/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών ως προς τους αναιρεσείοντες: 1) Β. Μ. του Κ. και 2) Ν. Ν. του Γ., κατοίκους …, μόνο κατά το μέρος που αυτοί παραπέμπονται στο ακροατήριο και για το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Π., που φέρεται ότι επήλθε συνεπεία συντρέχουσας αμέλειας τούτων. Και Να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο εφόσον είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.- Αθήνα, 27 Ιουνίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση οι 1/2010, 2/2010 και 1/2010 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Π. Μ. του Σ., Β. Μ. του Κ. και Ν. Ν. του Γ., κατοίκων …, κατά του 367/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ'ουσίαν οι 10/2009, 9/2009 και 8/2009 εφέσεις αυτών κατά του 143/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος ο πρώτος και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή οι δεύτερος και τρίτος. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν. Επειδή, ατά το άρθρο 290 παρ. 1 Ποινικού Κώδικα "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος παρ. 2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, έχοντος μορφή συγκεκριμένης διακινδύνευσες, η οποία αφορά την οδική συγκοινωνία, απαιτείται διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας, γενομένης καθ" οιονδήποτε τρόπο, κυρίως δι' ανθρωπινής υλικής εμφανούς ενεργείας επί πάσης μορφής οδού, εκ της οποίας προκύπτει κίνδυνος σε ανθρώπους. Η διατάραξη εκλαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, συμπεριλαμβάνεται δε πάσα αντίθετη ενέργεια, αναφερομένη στην επέλευση ανώμαλης κατάστασης, εκ της οποίας μετ' ασφαλείας βεβαιώνεται ο κίνδυνος στον άνθρωπο. Η ασφάλεια των συγκοινωνιών αποσκοπεί στην απρόσκοπτη μετακίνηση με οποιονδήποτε τρόπο. Η διατάραξη της ασφάλειας πρέπει να συνέχεται με κίνδυνο, ήτοι με επικείμενη επέλευση βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία, αρκεί η κρίση περί διακινδυνεύσεως του ανθρώπου. Είναι δυνατόν η υπό έλεγχο πράξη να υπάγεται σε υποχρεωτική ρυθμιστική κυκλοφοριακή κίνηση ή και αντιθέτως να μη υπάρχει νομοθετική αναγκαία πρόβλεψη, αρκεί ότι κατά πάσα περίπτωση να κρίνεται ότι η πράξη στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται, ως πρόσφορη και ικανή, ως εκ της εντάσεως, ποιότητος και μορφής, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Η διατάραξη της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας υπό την κακουργηματική της μορφή, είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος (άρθρο 29 του ΠΚ) και για τη θεμελίωση του, εκτός των ανωτέρω στοιχείων απαιτείται και επέλευση από την πράξη του δράστη, θανάτου άλλου. Υποκειμενικά δε απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος, ως προς το βασικό έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου που επήλθε. Ενδεχόμενος δόλος ή κυριολεκτικά "δόλος αποδοχής του ενδεχόμενου", η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδίωξής του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και παρά ταύτα προχωρεί στην τέλεση της πράξης του. Για τον προσδιορισμό της έννοιας "της αποδοχής" του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού δηλαδή στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία, δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει δηλαδή κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενο της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Δύο δε από τα κυριότερα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του γνωσιολογικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, της βουλητικής στάσεως του δράστη, είναι το ποσοστό επικινδυνότητας και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδιώκει με την πράξη του. Όσον αφορά το πρώτο, η χρησιμότητα του ως ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ο δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα. Εξάλλου, όσον αφορά το δεύτερο, χρησιμοποιείται υπό την έννοια ότι ο δράστης που προβλέπει την πιθανότητα επελεύσεως του αποτελέσματος, γιατί τον ενδιαφέρει η επιτυχία κάποιου συγκεκριμένου σκοπού, ενεργεί με ενδεχόμενο δόλο. Άλλωστε, η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η "απλή ευχή ή επιθυμία" του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο απ' αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν έννοιας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Τούτο, καθ' όσον η συνέχιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, έστω και με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, καταδεικνύει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, του οποίου πιθανολογείται η βλάβη. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει εξελιχθεί και ο προσδιορισμός της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου από την επιστήμη και γίνεται δεκτό ότι τέτοιος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης έλαβε σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόσταση του εγκλήματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι επεδίωκε με την πράξη του, έκρινε αυτό ως τόσο σημαντικό, ώστε ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι' αυτόν αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφάσισε, παρά ταύτα, να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι το αποτέλεσμα τελικώς δε θα επέλθει. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Επί των "εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενων (διακρινόμενων)" εγκλημάτων, επί των οποίων ο αυτουργός τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, αν το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του (ΠΚ 29) ο ηθικός αυτουργός στο βασικό έγκλημα τιμωρείται με τη βαρύτερη ποινή (όπως και ο φυσικός αυτουργός), αν το βαρύτερο αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί και σε δική του αμέλεια, δηλαδή μόνον εφόσον από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν το προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Χωρίς εκ τούτου και να χαρακτηρίζεται ως ηθικός αυτουργός σε εξ αμελείας έγκλημα, αφού σε αμέλεια και δη και δική του, αποδίδεται μόνο το αποτέλεσμα και όχι η βασική (εκδόλου) πράξη την οποία αφορά η ηθική αυτουργία. Παρέπεται εκ τούτων ότι επί διαταράξεως της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας από την οποία επήλθε θάνατος (ΠΚ 290 § 1 στοιχ. β'), που είναι έγκλημα "εκ του αποτελέσματος χαρακτηριζόμενο", ο ηθικός αυτουργός στο βασικό έγκλημα της διατάραξης ης ασφάλειας της συγκοινωνίας (ΠΚ 290 § 1 στοιχ.α') τιμωρείται με τη βαρύτερη ποινή που προβλέπεται για τον αυτουργό, αν για τον επελθόντα θάνατο βαρύνεται και ο ίδιος με αμέλεια. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου (εξ) αυτών ούτε είναι απαραίτητη ή αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως λόγους αναίρεσης στο μέτρο που με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, αφού αυτοί δε διαλαμβάνονται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά βουλευμάτων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 484παρ. 1 ΚΠΔ. Η κατά το άρθρο 178 ίδιου Κώδικα απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς ν' αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου ή κατά το άρθρο 178 ίδιου πιο πάνω Κώδικα πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, για την πληρότητα, όμως, της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και μπορεί να συναχθεί εκ τούτου αναμφίβολα ότι λήφθηκε υπόψη. Λόγο αναίρεσης, εξάλλου, του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υφίσταται, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το βράδυ της 12.5.2005 και περί ώρα 20:30, οι εκκαλούντες Π. Μ., Β. Μ. και Ν. Ν., συναντήθηκαν με το Β. Π., καθώς και με τον εξάδελφο του τελευταίου Σ. Π., σε καφενείο που διατηρεί ο πρώτος εξ αυτών επί της οδού Φ., στην Κάτω Αχαΐα. Μεταξύ των ανωτέρω επακολούθησε συζήτηση με θέμα τους αυτοσχέδιους αγώνες ταχύτητας με αυτοκίνητα, καθώς και τις δυνατότητες των δικών τους αυτοκινήτων. ,0 ανωτέρω Β. Π. διέθετε ήδη ένα αυτοκίνητο στο οποίο είχε επιφέρει μεταβολές-βελτιώσεις με σκοπό να είναι ταχύτερο. Το γεγονός αυτό σχολιάστηκε από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Π. Μ., ο οποίος μάλιστα απευθυνόμενος στον Σ. Π. είπε ότι ο ξάδερφος του Β. έχει ταχύτερο αυτοκίνητο από το δικό του. Στη συνέχεια, ο δεύτερος εκκαλών Β. Μ. είπε στον Π. Μ., ότι "ποντάρει 500 ευρώ στον Β. Π. ότι σε περνάει με το αυτοκίνητο". Επίσης, ο τρίτος εκκαλών Ν. Ν. είπε, ότι "ποντάρει άλλα 500 ευρώ στον Μ.". Μετά την ανωτέρω στιχομυθία, άπαντες έδωσαν ραντεβού προκειμένου να συναντηθούν σε συγκεκριμένο πρατήριο βενζίνης που βρίσκεται πλησίον της Εθνικής Οδού Πατρών - Πύργου, όπου ο Μ. θα έβαζε βενζίνη στο αυτοκίνητό του. Ακολούθως, ο Β. Π. μπήκε στο με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητό του, μαζί με τον Β. Μ., ως συνοδηγό, ενώ ο Ν. Ν. επιβιβάσθηκε, ως συνοδηγός, στο υπ' αριθμ. πινακίδων κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Μ. και κατευθύνθηκαν, ακολουθούμενοι από τον Σ. Π. που οδηγούσε το δικό του όχημα, στο προαναφερόμενο πρατήριο βενζίνης. Αμέσως μετά, περί ώρα 21:00, έφθασαν στη Νέα Εθνική Οδό Πατρών - Πύργου, στο ύψος των σηματοδοτών της διασταύρωσης με την Κάτω Αχαΐα. Μόλις άναψε ο πράσινος σηματοδότης, τα δύο αυτοκίνητα κινήθηκαν στο ρεύμα πορείας προς Πύργο, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα και διαγωνιζόμενα μεταξύ τους, με τον Π. Μ. να προπορεύεται και τον Β. Π. να ακολουθεί σε πολύ κοντινή απόσταση. Οι ανωτέρω οδηγοί (Π. Μ. και Β. Π.) δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη τη στιγμή στη συγκεκριμένη οδό, ήτοι το γεγονός ότι ήδη είχε νυχτώσει και η ορατότητα ήταν περιορισμένη, λόγω ελλείψεως τεχνητού φωτισμού του οδοστρώματος, το ότι υπήρχαν πολλές στροφές και διαβάσεις, η δε κυκλοφορία ήταν ιδιαίτερα αυξημένη από παντός είδους οχήματα (βαρέα, ιδιωτικής χρήσεως φορτηγά, μοτοσικλέτες, αγροτικά μηχανήματα), επίσης ότι υπήρχαν δύο ρεύματα κυκλοφορίας, χωρίς διαχωριστική μεταξύ τους νησίδα και γενικά ότι οι συνθήκες κίνησης και τα χαρακτηριστικά της οδού την καθιστούσαν αντικειμενικά και εκ των προτέρων αυξημένης επικινδυνότητας, αφού μάλιστα εξαιτίας ακριβώς αυτών των χαρακτηριστικών της παρουσιάζει υψηλό αριθμό τροχαίων ατυχημάτων, γεγονός που είναι πανελληνίως γνωστό, αλλά αποδέχθηκαν να διαγωνιστούν στην ταχύτητα στο δρόμο αυτό, ενεργώντας με σαφή περιφρόνηση προς την ασφάλεια των λοιπών χρηστών της οδού. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν με την ψυχική υποστήριξη και ενθάρρυνση που τους παρείχαν οι συνεπιβαίνοντες στα οχήματα τους, οι οποίοι μάλιστα πρότειναν και αποδέχθηκαν τη συνομολόγηση ικανού χρηματικού ποσού ως στοίχημα, οριστικοποιώντας με τον τρόπο αυτό την απόφαση που λίγο πριν με πειθώ και υποσχέσεις είχαν προκαλέσει στους οδηγούς, για να διαγωνιστούν στην ταχύτητα. Κατά την πορεία των οχημάτων στην Ε.Ο., ο Π. Μ. εξακολούθησε να προπορεύεται, με τον Β. Π. να τον ακολουθεί, ενεργώντας αμφότεροι ελιγμούς υπέρβασης (προσπεράσεις) των λοιπών οχημάτων που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος. Στη Χ/Θ 24.100 της Ν.Ε.Ο. Πατρών - Πύργου, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο, ο Π. Μ. επιχείρησε να προσπεράσει ένα από τα κανονικά κινούμενα προπορευόμενα οχήματα και ενώ ευρισκόταν δίπλα του, ο Β. Π., ακολουθώντας τον σε πολύ μικρή απόσταση, επιχείρησε με τη σειρά του να προσπεράσει ταυτόχρονα το όχημα του Μ., καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Όταν αντιλήφθηκε ότι από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πλησίαζε άλλο όχημα και ότι δεν θα μπορούσε να ολοκληρώσει την προσπάθεια του, τροχοπέδησε απότομα, πλην όμως οι τροχοί του οχήματος του μπλοκάρισαν και ακολούθως, εξαιτίας κυρίως των ελαχίστων χρονικών περιθωρίων αντίδρασης που είχε, λόγω της ιδιαίτερα αυξημένης ταχύτητας του οχήματος του, απώλεσε τον έλεγχο αυτού και συγκρούσθηκε με το κανονικά κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι με κατεύθυνση την Πάτρα, υπ' αριθμ. πινακίδων κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ι. Φ.. Από τη σύγκρουση αυτή, ο Β. Π. υπέστη κακώσεις θώρακος, μόνη αιτία από την οποία επήλθε ο θάνατος του, ενώ επίσης τραυματίσθηκαν τόσο ο συνεπιβάτης του οχήματος του Β. Μ., ο οποίος υπέστη ελαφρά εγκεφαλική διάσειση, όσο και ο ανωτέρω Ι. Φ., ο οποίος υπέστη ελαφρά κάκωση θώρακος και κάκωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι ο θανών Β. Π., αφ' ενός μεν οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, σε ποσοστό συγκέντρωσης 0,35 α/1 αίματος (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 1141/2005 έγγραφο του εργαστηρίου τοξικολογίας Γ.Ν. Πατρών) αφ' ετέρου δε ότι είχε επιφέρει σοβαρές- αλλαγές στα μηχανικά μέρη του οχήματος του, με σκοπό την αύξηση της απόδοσης ισχύος του και εν γένει τη διαμόρφωση του, ως αυτοκίνητο διαγωνισμού (αγώνων). Ειδικότερα, είχε προβεί στην αλλαγή του κινητήρα του οχήματος, τοποθετώντας, χωρίς μάλιστα να δηλώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία, νέο κινητήρα υπερπλήρωσης (turbo) μεγαλύτερης ισχύος και κυβισμού, καθώς επίσης διαφορετικού τύπου και διάστασης ελαστικά, από αυτά που προβλέπονται για το συγκεκριμένο τύπο του οχήματος και ακόμη, ασύμβατο με τους τροχούς σύστημα πέδησης του οχήματος (βλ. την από 29-8-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος - εκκαλών Π. Μ., αρνείται την αποδιδόμενη σε βάρος του κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι δεν συμμετείχε σε αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας με τον Β. Π.. Ωστόσο, δεν δίνει πειστικές απαντήσεις, για ποιο λόγο βρισκόταν και ο ίδιος στην ανωτέρω οδό, κινούμενος με το όχημα του στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο, με συνεπιβάτη μάλιστα τον συγκατηγορούμενό του Ν. Ν., και τούτο αμέσως μετά τη συνάντηση που είχαν με τον Β. Π. στο καφενείο της Κάτω Αχαΐας και τη στιχομυθία για συνομολόγηση στοιχήματος, για τη διεξαγωγή αυτοσχέδιου αγώνα ταχύτητας. Ούτε οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων - εκκαλούντων Ν. Ν. και Β. Μ., ότι ουδέποτε συνομολόγησαν πραγματικά στοίχημα για διενέργεια αγώνα, αλλά όσα διαμείφθηκαν περί στοιχήματος στην ανωτέρω συνάντηση, είχαν το χαρακτήρα αστεϊσμού, κρίνονται πειστικοί, διότι αφ' ενός μεν επιβεβαιώνουν τη στιχομυθία περί στοιχήματος, αφ' ετέρου δε καταρρίπτονται από .την σαφή και πειστική κατάθεση του Σ. Π., ο οποίος ήταν παρών στη στιχομυθία και από την οποία (κατάθεση) προκύπτει ότι πράγματι υπήρξε συμφωνία για τη διενέργεια αγώνα ταχύτητας, ο οποίος στη συνέχεια επακολούθησε με το ανωτέρω περιγραφόμενο αποτέλεσμα. Είναι σαφές ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι, με την ως άνω συμπεριφορά τους προκάλεσαν την απόφαση των δύο οδηγών να διαγωνιστούν σε επικίνδυνο αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας. Στη συνέχεια και ενώ ήδη είχαν προκαλέσει την απόφαση στους οδηγούς να διαγωνιστούν, ενίσχυσαν αυτούς, κατά τη διενέργεια του αυτοσχέδιου αγώνα, ακολουθώντας τους ως συνοδηγοί. Με τις παραδοχές αυτές προκύπτουν αποχρώσεις ενδείξεις ότι: Ι. ο εκκαλών - κατηγορούμενος Π. Μ. τέλεσε με πρόθεση την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους (βασικό έγκλημα) που πράγματι επήλθε, το ως άνω δε βαρύτερο αποτέλεσμα ήτοι ο θάνατος του Β. Π. οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του (εκ του αποτελέσματος έγκλημα) και II. οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Β. Μ. και Ν. Ν., τέλεσαν την πράξη της ηθικής αυτουργίας στο ως άνω βασικό έγκλημα, το δε βαρύτερο αποτέλεσμα που επήλθε, ήτοι ο θάνατος του Β. Π. οφείλεται και σε δική τους συντρέχουσα αμέλεια, χωρίς να χαρακτηρίζονται ως ηθικοί αυτουργοί σε εξ αμελείας έγκλημα (που δεν νοείται), αφού σε αμέλεια τους οφείλεται μόνο το αποτέλεσμα και όχι η βασική (εκ δόλου) πράξη την οποία αφορά η ηθική αυτουργία. Παρέπεται εκ τούτων, ότι ο ηθικός αυτουργός στο βασικό έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών (άρθρο 290 παρ.1α ΠΚ), τιμωρείται με την βαρύτερη ποινή που προβλέπεται για τον αυτουργό, αν για τον επελθοντα θάνατο βαρύνεται και ο ίδιος με αμέλεια, απορριπτόμενων κατά συνέπεια των αβασίμων λόγων εφέσεων των εκκαλούντων. Ας σημειωθεί ότι, ο θάνατος του Β. Π. είναι αποτέλεσμα που οφείλεται στην αμέλεια τόσο του θύματος, όσο και των κατηγορουμένων -εκκαλούντων, οι οποίοι ενόψει του όλως επικινδύνου εγχειρήματος και των εν γένει περιστάσεων που προαναφέρθηκαν, όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν, ότι με τις πιο πάνω πράξεις τους, ήταν δυνατό η ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος του αυτουργού ή άλλου οδηγού που χρησιμοποιούσε την οδό και δεν το προέβλεψαν. Επομένως, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πατρών παρέπεμψε τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, προκειμένου να δικασθούν για τις πράξεις περί των οποίων έγινε ήδη λόγος. Πρέπει συνεπώς οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες και να διαταχθεί η εκτέλεση του εκκαλουμένου βουλεύματος, ως προς όλες του τις διατάξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε στην αιτιολογία του τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες πιο πάνω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο έλαβε, υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, ήτοι α'. τη 584/2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστού Α. Τ., το συμπέρασμα της οποίας ότι "ο θάνατος του Β. Π. επήλθε συνεπεία κακώσεως θώρακος (που υπέστη κατά το οδικό τροχαίο ατύχημα ως οδηγός αυτοκινήτου)", αποτελεί παραδοχή του βουλεύματος, β'. την, από 12.5.2005, έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος με το συνημμένο σ'αυτή σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκε, κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης (ενέργεια σκοπούσα στη συλλογή αποδεικτικού υλικού), από τον προανακριτικό υπάλληλο του Τμήματος Τροχαίας Πατρών, που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος και η οποία δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλό έγγραφο (ΚΠΔ 178 περ. στ'), αφού δε συντάχθηκε, μετά από τη διενέργεια αυτοψίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180-182 ΚΠΔ, το δε περιεχόμενό της δεν είναι αντίθετο με τις παραδοχές του πληττόμενου βουλεύματος, γ'. τις, από 29.8.2005, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Α. Μ. και Ν. Ρ., οι οποίες συντάχθηκα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 183 επ. ΚΠΔ και τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα δεν αναφέρονται μες στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος, μνημονεύονται όμως ρητά και παρατίθενται οι αναγκαίες περικοπές του περιεχομένου τους, στην εισαγγελική πρόταση στην οποία το Συμβούλιο επιτρεπτώς παραπέμπει, ενώ τα συμπεράσματα αυτών δεν αντιτίθενται στις παραδοχές του βουλεύματος, δ'. την 1141/31.5.2005 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης, η οποία ρητά αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση και ε'. την 3022/10/804α/26.6.2005 έκθεση εξέτασης αίματος το αποτέλεσμα της οποίας μνημονεύεται στο βούλευμα και αποτελεί παραδοχή τούτου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης των υπό κρίση αιτήσεων, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι το Συμβούλιο οδηγήθηκε στην παραπεμπτική, για τους αναιρεσείοντες, κρίση του χωρίς να λάβει υπόψη του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ως προς την αίτηση αναίρεσης του Π. Μ.. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά το μέρος, που αφορά τον αναιρεσείοντα αυτού, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας από την οποία επήλθε θάνατος, για το οποίο το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 28, 29 και 290 παρ. 1 στοιχ. α' και β'ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δε στέρησε το βούλευμα νόμιμης βάσης. Ειδικότερα α'. διαλαμβάνονται στο σκεπτικό του βουλεύματος οι ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε το βασικό έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτού με το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Π., με τις παραδοχές 1) ότι οι οδηγοί Π. Μ. και Β. Π. αποδέχτηκαν να διαγωνισθούν σε επικίνδυνο αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας και ενεργώντας με σαφή περιφρόνηση προς την ασφάλεια των λοιπών χρηστών της οδού κινήθηκαν με τα' αυτοκίνητα τους στο ρεύμα πορείας προς Πύργο, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα και πραγματοποιώντας και οι δυο ελιγμούς υπέρβασης (προσπέρασης) των λοιπών αυτοκινήτων που εκινούντο κανονικά στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, 2) ότι στη Χ/Θ 24.100 της ΝΕΟ Πατρών - Πύργου, όταν ο Μ. επιχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, ο Π. που τον ακολουθούσε σε πολύ μικρή απόσταση, επιχείρησε με τη σειρά του να προσπεράσει ταυτόχρονα και το όχημα του Μ., καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα πορείας και 3) ότι αυτός (Π.), συνεπεία, της ιδιαίτερα αυξημένης ταχύτητας έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και συγκρούστηκε με το κανονικά κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο και από τη σύγκρουση έπαθε κακώσεις θώρακα, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του με τις προδιαληφθείσες παραδοχές, αιτιολογείται πλήρως, ο ενδεχόμενος δόλος του αναιρεσείοντος ο οποίος απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του βασικού εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, γ'. δεν ήταν αναγκαία η ειδική αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος, της συγκεκριμένης ταχύτητας με την οποία εκινούντο τα διαγωνιζόμενα αυτοκίνητα, κατά το χρόνο του συμβάντος και της κατά νόμο επιτρεπόμενης ανώτατης ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος, επειδή τα εν λόγω στοιχεία δεν απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του προδιαληφθέντος εγκλήματος, ενώ η αποδοχή του επικινδύνου του εγχειρήματος και η διατάραξη της ασφάλειας της οδικής συγκοινωνίας σαφώς προκύπτουν από τις εκτεθείσες στο βούλευμα λοιπές παραδοχές, δ'. επίσης ιδιαίτερα αιτιολογείται η συντρέχουσα αμέλεια (ΠΚ 28) του αναιρεσείοντος από την οποία επήλθε το βαρύτερο αποτέλεσμα, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς συμπεριφοράς αυτού με το επελθόν αποτέλεσμα, με τις παραδοχές, ότι κατά την οδήγηση του οχήματός του (στον αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας) ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα και πραγματοποίησε επικίνδυνους ελιγμούς και υπερβάσεις (προσπεράσεις) προπορευόμενων αυτοκινήτων, δίχως να λάβει υπόψη του τις αναφερόμενες στο σκεπτικό* του βουλεύματος ειδικότερες συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη τη στιγμή στην παραπάνω οδό και ε'. προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας, ως μη συνειδητής, με την παραδοχή ότι ενόψει του επικίνδυνου εγχειρήματος και των εν γένει περιστάσεων που προαναφέρθηκαν, όφειλε και μπορούσε να προβλέψει, ότι με τις πιο πάνω πράξεις του, ήταν δυνατό ή ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος του αυτουργού ή άλλου οδηγού που χρησιμοποιούσε την οδό και δεν το προέβλεψε. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης του εν λόγω αναιρεσείοντος, με τον οποίο αποδίδεται στο πληττόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω του ότι δεν εκτίθενται το σκεπτικό του τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που απαιτούνται για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές τούτου και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά απ' αυτά, και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1). Ως προς τις αιτήσεις αναίρεσης των Β. Μ. και Ν. Ν.. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά το μέρος, που αφορά τους αναιρεσείοντες αυτούς, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος, για το οποίο το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 46, 28, 29 και 290 παρ.1 στοιχ. α' και β' ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δε στέρησε το βούλευμα νόμιμης βάσης. Ειδικότερα διαλαμβάνονται σ' αυτό ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία προκάλεσαν στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που εκείνοι διέπραξαν, με τις παραδοχές ότι αυτοί προέτρεψαν τους Π. Μ. και Β. Π., με πειθώ και φορτικότητα και με τη συμφωνία στοιχήματος πεντακοσίων ευρώ, να διαγωνισθούν με τ' αυτοκίνητά τους σε επικίνδυνο αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας και τους προκάλεσαν την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών που διέπραξαν. Δε δημιουργείται δε ασάφεια ή αντίφαση από την αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος ότι οι φυσικοί αυτουργοί προέβησαν στην πράξη τους αυτή με την ψυχική υποστήριξη και ενθάρρυνση που τους παρείχαν οι συνεπιβαίνοντες στα οχήματά τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι μάλιστα τους πρότειναν και αποδέχθηκαν τη συνομολόγηση ικανού χρηματικού ποσού, ως στοίχημα, οριστικοποιώντας με τον τρόπο αυτό την απόφαση που λίγο πριν με πειθώ και υποσχέσεις είχαν προκαλέσει στους οδηγούς, για να διαγωνισθούν στην ταχύτητα. Κι' αυτό γιατί η αναφερόμενη ψυχική υποστήριξη και ενθάρρυνση που παρείχαν οι αναιρεσείοντες στους φυσικούς αυτουργούς, προκειμένου να προβούν αυτοί στην τέλεση του βασικού εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, με την υπόσχεση της παρουσίας τους, ως συνεπιβαινόντων στα διαγωνιζόμενα αυτοκίνητα, όπως και έγινε, εντάσσεται στον τρόπο και τα μέσα τέλεσης της ηθικής αυτουργίας ως μορφή συμμετοχής τους στο έγκλημα και δεν μεταβάλει αυτή σε απλή συνέργεια, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες διατείνονται. Αιτιολογείται, επίσης, ιδιαίτερα η συντρέχουσα αμέλεια (ΠΚ 28) των αναιρεσειόντων από την οποία επήλθε το βαρύτερο αποτέλεσμα, με τις παραδοχές, ότι ενώ, με την αναφερόμενη στο σκεπτικό του βουλεύματος συμπεριφορά τους είχαν ήδη προκαλέσει την απόφαση στους δυο οδηγούς να διαγωνιστούν σε επικίνδυνο αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας, στη συνέχεια κατά τη διενέργεια του εν λόγω αγώνα στον οποίο συμμετείχαν, ως συνοδηγοί, προέτρεπαν τους οδηγούς να τον συνεχίσουν, χωρίς να λάβουν υπόψη τους, αφενός μεν τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες που αναπτύχθηκαν, τους επικίνδυνους ελιγμούς και τις υπερβάσεις (προσπεράσεις) προπορευόμενων οχημάτων, αφετέρου δε τις, κατ' εκείνη τη στιγμή, επικρατούσες ειδικότερες συνθήκες στη συγκεκριμένη οδό (νύχτα, έλλειψη τεχνητού φωτισμού του οδοστρώματος, κυκλοφορία ιδιαίτερα αυξημένη από παντός είδους οχήματα, πολλές στροφές και διαβάσεις). Προσδιορίζεται δε και το είδος της αμέλειας, ως μη συνειδητής, με την παραδοχή ότι ενόψει του όλως επικίνδυνου εγχειρήματος και των εν γένει περιστάσεων που προαναφέρθηκαν, όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν, ότι με τις πιο πάνω πράξεις τους, ήταν δυνατό ή ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος του αυτουργού ή άλλου οδηγού που χρησιμοποιούσε την οδό και δεν το προέβλεψαν. Επομένως, οι από τα άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ'και β' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης των υπό κρίση αιτήσεων για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης, και κατά το σκέλος που αφορούν την πράξη της ηθικής αυτουργίας στο βασικό έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, αλλά και κατά το σκέλος που το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Π. αποδίδεται και σε συντρέχουσα αμέλεια των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που, υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές τούτου και δε συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά απ' αυτά, και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ν' απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 29.1.2010, αιτήσεις των κατηγορουμένων Π. Μ. του Σ., Β. Μ. του Κ. και Ν. Ν. του Γ., κατοίκων …, για αναίρεση του 367/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος. Ηθική αυτουργία σ' αυτή. Απορρίπτονται οι λόφοι των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και οι λόγοι αυτών για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αιτήσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.
1
Αριθμός 2044/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις (δύο) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Μ. του Χ. και 2. Σ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1872/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Σ. Κ. και 2. Ε. Μ. του Χ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Νοεμβρίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1684/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 121/26-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις από 13-11-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Σ. Μ. του Δ. και της Ι. και 2) Γ. Σ. Μ., το γένος Χ. Μ. και Π., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 1872/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, εκθέτομεν τα εξής: Α. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθησαν ως αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 570 και 571/2008 εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, κατά του υπ' αριθμ. 3006/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου παρεπέμφθησαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για να δικαστούν ο πρώτος για Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο του το είχε εμπιστευθεί άλλος λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και διαχειριστή, κατ' εξακολούθηση, αμφότεροι δε δια νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (άρθρα 94 παρ. 1, 98, 375 παρ. 1, 2 Π.Κ. και 1 στοιχ. α'(ιι), 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995, όπως αντικατεστάθησαν με τα άρθρα 2 και 3 Ν. 3424/2005. Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1α Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι, οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερομένους στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Για το ορισμένο, ειδικότερα, του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδομένης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα. (Α.Π. 567/2006 Π.Χρ. ΝΖ 42). Εάν ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε μη διαπιστωθείσες υπό του Δικαστηρίου ή Δικαστικού Συμβουλίου παραδοχές, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς ή εσφαλμένης προϋποθέσεως (Α 1349/2002). Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως αντικατ. με το άρθρο 3 Ν. 3424/2005 "1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. β)... γ)... δ) Η ποινική ευθύνη για βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ' της παραγράφου αυτής. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω στοιχείων, α', β' και γ', αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης …". Εξ άλλου, η παράγραφος ια του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, στην οποία εμνημονεύοντο περιοριστικώς τα εγκλήματα, τα οποία ενέπιπτον στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 και, έτσι, αρκετά εγκλήματα όπως η υπεξαίρεση, δεν περιλαμβάνονται ονομαστικά στην έννοια αυτής, πλην όμως καλύπτονται από τη διάταξη ιι, η οποία προστέθηκε μετά την προαναφερθείσα αντικατάσταση και κατά την οποίαν, στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητος" υπάγεται και "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 €". Τοιουτοτρόπως, στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητος" υπάγεται η κακουργηματική υπεξαίρεση, αλλά και η πλημμεληματική, εφόσον το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 3424/2005 καταργήθηκε το αρχικό στοιχείο β' του άρθρου 1 Ν. 2331/1995 και αντ' αυτού στην έννοια της "νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" υπήχθησαν υπό το στοιχείο β', οι σ' αυτό αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και "η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά τον χρόνο της κτήσης του γεγονότος, ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες". Ο νέος Νόμος (3691/2008) ο οποίος κατήργησε τους προηγούμενους, στο άρθρο 2 παρ. 2 αναφέρει τις περιπτώσεις, οι οποίες αποτελούν νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Σ' αυτές, περιλαμβάνεται υπό το στοιχείο δ' της παραγράφου 2 και "η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ' αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα". Η νέα διάταξη αποτελεί έκφανση της προϊσχυσάσης διατάξεως, καθόσον η "απόκτηση" ή "η κατοχή" εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ήταν δυνατόν και πριν να πραγματοποιηθούν και με την χρήση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Επομένως, η νέα διάταξη δεν εισάγει νέα περίπτωση νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Τέλος, κατά το άρθρο 375 παρ. 1, 2 εδ. Α' του Π.Κ., όπως η πάραγρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 και η πάραγρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως, ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο εξέδωσε το παραπεμπτικό βούλευμα, δια καθολικής αναφοράς στην πρόταση του Αντεισαγγελέως Εφετών και δι' αυτής και όλως συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η Ε. Μ.-Κ. διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον σύζυγό της Ι. Κ. και έζησαν αρμονικά και αγαπημένοι όλη την κοινή ζωή τους μέχρι τον θάνατό του στις 14-5-2005. Η Ε. Μ. απεβίωσε στην Κηφισιά στις 13-7-2008. Ο καθένας από αυτούς διέθετε ατομική περιουσία αλλά και κοινά περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα εξ αδιαιρέτου), διατηρούσαν δε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους καθ'όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους κατέθεταν χρήματα από τις εμπορικές τους επιχειρήσεις, τα εισοδήματά τους από την εκμετάλλευση των ακινήτων τους και ακολούθως των συντάξεών τους. Από το γάμο τους δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Η Ε. Μ.-Κ. έπασχε από το έτος 2000 περίπου από "ανοϊκή συνδρομή σε έδαφος εγκεφαλικής ατροφίας", αδυνατούσε δε εκ του λόγου αυτού να επιμελείται εαυτής και της περιουσίας της. Εκ του λόγου αυτού ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της Ι. Κ. που έπασχε από καρκίνο του δεξιού πνεύμονος και είχε έντονα αναπνευστικά προβλήματα χρησιμοποιών συνεχώς οξυγόνο, με την από 19-11-2004 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να τεθεί αυτή σε δικαστική συμπαράσταση και να διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. ανηψιός του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 2943/4-5-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διορίσθηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα κατάθεσης της αίτησης ήτοι την 19/11/2004 ο Ι. Κ. ζήτησε και έλαβε προσωρινή διαταγή,με την οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. διορίσθηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της Ε. Μ.-Κ., προκειμένου με την ιδιότητά του αυτή να την εκπροσωπεί σε κάθε κατεπείγον ζήτημα διαχείρησης της περιουσίας της, για την καταβολή ιατρικών αμοιβών, αμοιβών τρίτων που παρείχαν υπηρεσίες στην συμπαραστατουμένη και για την ανάληψη της σύνταξης του ΙΚΑ. Ο Ι. Κ. στις 24/3/2005, ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" προς νοσηλεία, διόρισε με το υπ'αριθ. .../24-3-2005 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Μιχαλοπούλου, τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Σ. Μ. πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του με τις εντολές να: "α) πωλεί, μεταβιβάζει, παραχωρεί και παραδίδει σε οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους ένα κατάστημα ισόγειο μετά υπογείου και παταρίου σε πολυκατοικία κειμένη στο Δήμο Αθηναίων επί των οδών ... και ... αρ. 1, εμβαδού του ισογείου 130 τ.μ., του υπογείου ομοίως 130 τ.μ. και παταρίου 65 περίπου τ.μ. β) τον εκπροσωπεί: 1) στην Τράπεζα PROBANK και να αναλαμβάνει χρήματα από τους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς του άνω εντολέα του, ήτοι: του υπ'αριθμ. ... (σε ευρώ) και του υπ'αριθ. ... (σε λίρες Αγγλίας), να κινεί γενικά τους λογαριασμούς αυτούς, ακόμα και να τους κλείνει, αναλαμβάνοντας όλα τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς αυτούς, 2) στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος και να αναλαμβάνει χρήματα από τους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς του άνω εντολέως του, ήτοι: α) τον υπ'αριθμ. ... β) τον υπ'αριθμ. ... γ) ..., να κινεί γενικά τους λογαριασμούς αυτούς, ακόμα και να τους κλείνει, αναλαμβάνοντας όλα τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς αυτούς δ) στην ΕFG EUROBANK A.E. και να αναλαμβάνει χρήματα από τον παρακάτω τραπεζικό λογαριασμό του άνω εντολέα του, ήτοι του υπ'αριθ. ... να κινεί γενικά το λογαριασμό αυτό, ακόμα και να τον κλείνει, αναλαμβάνοντας όλο το χρηματικό ποσό που είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό αυτό και γενικά να ενεργεί όσα χρειάζονται για την εκτέλεση της παραπάνω εντολής ακόμη και αν έχει παραλειφθεί κάτι από αυτό το πληρεξούσιο και να υπογράφει και να δίνει τις σχετικές αποδείξεις και εξοφλήσεις". 'Ολοι οι ανωτέρω λογαριασμοί ήταν κοινοί με συνδικαιούχους το ζεύγος Κ.. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. αμέσως μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου στις 23-3-2005 δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου μετέφερε από τον κοινό λογαριασμό του ζεύγους Κ. με αριθμό ... της PROBANK το ποσό των 198.116,31 GBP (λίρες Αγγλίας) στον κοινό λογαριασμό με αριθμό GR ... της ιδίας Τράπεζας, με συνδικαιούχους το ζεύγος Κ. αλλά και τον εαυτό του. Στη συνέχεια άνοιξε νέο λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα PROBANK με αριθμό GR ... με συνδικαιούχους την Ε. Κ.-Μ., τον εαυτό του και την συγκατηγορουμένη σύζυγό του Γ. Μ., στον οποίο μετέφερε το ως άνω ποσό των 198.870,07 λιρών Αγγλίας. Στις 12-1-2006 από τον λογαριασμό αυτό οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ανέλαβαν όλο το ποσό ύψους 203.739,70 λιρών Αγγλίας και στη συνέχεια τον έκλεισαν. Επίσης στις 28/3/2005 ο εκκαλών κατηγορούμενος δυνάμει του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου, μετέφερε από τον κοινό λογαριασμό του ζεύγους Κ. με αριθμό ... της PROBANK το ποσό των 385.533,69 ευρώ στον κοινό λογαριασμό με αριθμό GR ... της ιδίας Τράπεζας με συνδικαιούχους το ζεύγος Κ., αλλά και τον εαυτό του. Ακολούθως το ανωτέρω ποσό των 385.533,69 ευρώ το μετέφερε στον υπ'αριθ. GR ... κοινό λογαριασμό της PROBANK με συνδικαιούχους την Ε. Κ., τον εαυτό του και την συγκατηγορουμένη σύζυγό του Γ. Μ.. Από το λογαριασμό αυτό, στις 12-1-2006 ο εκκαλών κατηγορούμενος ανέλαβε το ποσό των 501.040,01 ευρώ και παρέμεινε υπόλοιπο 4,26 ευρώ, στις 12/02/2007 ανέλαβε από τον αριθμό ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που ήταν κοινός του ζεύγους Κ. το ποσό των 500 ευρώ, ενώ από τον κοινό λογαριασμό του ζεύγους Κ. στην EUROBANK ... ανέλαβε το ποσό των 144.000 ευρώ, ήτοι συνολικά ανέλαβε το ποσό των 645.540,01 ευρώ και το ποσό των 203.739,70 λιρών Αγγλίας, επίσης ανέλαβε και από τον με αριθμό ... λογαριασμό της Eurobank με συνδικαιούχους τον ίδιο τον Ι. και την Ε. Κ. το ποσό των 130.000 ευρώ. Μοναδική δικαιούχος των κοινών λογαριασμών μετά τον θάνατο του συζύγου της ήταν η Ε. Κ. Μ.. Παρά ταύτα ο εκκαλών κατηγορούμενος μετά τον θάνατο του θείου του Ι. Κ., χρησιμοποιώντας το ανωτέρω πληρεξούσιο αλλά και την ιδιότητα του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη από 19-11-2004 κατέστησε χωρίς δικαίωμα και τον εαυτό του συνδικαιούχο των ως άνω κοινών λογαριασμών του ζεύγους Κ., ανέλαβε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά και δεν τα απέδωσε στην δικαιούχο αυτών Ε. Κ.-Μ. αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Το ποσό δε αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήταν δε εμπιστευμένο σ'αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου δυνάμει του υπ'αριθμ. .../24-3-2005 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Μιχαλοπούλου και ως διαχειριστή της περιουσίας της Ε. Κ.-Μ. δυνάμει της υπ'αριθ. 2943/4-5-2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) και της από 19-11-2004 προσωρινής διαταγής του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι από 12-1-2006 και εντεύθεν απέκτησαν και κατείχαν το ποσό των 203.739,70 λιρών Αγγλίας και συνολικά το ποσό των 645.540,01 ευρώ εν γνώσει τους ότι προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα από την ως άνω περιγραφείσα πράξη της υπεξαιρέσεως από εντολοδόχο που τέλεσε ο κατηγορούμενος Σ. Μ., κατέθεσαν δε τα ποσά που υπεξαίρεσε ο πρώτος (Σ. Μ.) στους εκτενώς προαναφερομένους κοινούς τραπεζικούς τους λογαριασμούς και σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα UBS στην Ελβετία, με σκοπό να συγκαλύψει, στο πλαίσιο του συνολικού σχεδιασμού δράσης του, την αληθή προέλευση της περιουσίας που απέκτησε ο ίδιος και ήταν προϊόν, όπως προεκτέθηκε της εκ μέρους του τέλεσης της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ο κατηγορούμενος Σ. Μ. αποδέχεται ότι ανέλαβε το προαναφερθέν ποσό των 130.000 ευρώ από τον ανωτέρω λογαριασμό της EUROBANK, το οποίο όμως κατανάλωσε για την συντήρηση τη θείας του Ε. Κ.-Μ., το δε ποσό των λιρών που ανέλαβε από την PROBANK το έχει καταθέσει στην Τράπεζα UBS στην Ελβετία, σε λογαριασμό όπου συνδικαιούχοι είναι ο ίδιος και η συγκατηγορουμένη σύζυγός του. Αναφέρει επίσης ότι από το ποσό των 500.000 ευρώ που ανέλαβε από την PROBANK, 100.000 ευρώ έχει καταθέσει στην ίδια Τράπεζα στην Ελβετία σε κοινό λογαριασμό με την συγκατηγορουμένη σύζυγό του, 300.000 ευρώ έχει σε χρηματοκιβώτιο στο σπίτι του, ενώ το υπόλοιπο ποσό δαπάνησε για την συντήρηση τη θείας του. Ισχυρίζεται δε ότι δεν είχε κανένα σκοπό υπεξαιρέσεως, αφού πίστευε ότι με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο ήταν δικαιούχος των λογαριασμών. Επίσης η εκκαλούσα κατηγορουμένη Γ. Μ. δεν αρνείται ότι είναι συνδικαιούχος των ανωτέρω λογαριασμών και ισχυρίζεται ότι τα ποσά των λογαριασμών αυτών δεν αποτελούν προϊόν υπεξαιρέσεως, αφού ο συγκατηγορούμενος σύζυγός της ήταν νόμιμος δικαιούχος και κάτοχος των κατατεθέντων στους λογαριασμούς χρημάτων. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί είναι αβάσιμοι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αλλά και από το γεγονός ότι τόσο από το ίδιο το πληρεξούσιο όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Ν. Β., ο οποίος στην από 29/6/2007 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της 16ης Τακτικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών αναφέρει "... Το πληρεξούσιο κατά την γνώμη μου το έκανε επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος, σωματικά, να πηγαίνει στις Τράπεζες και να προβαίνει και σε άλλες συναλλαγές π.χ. υπηρεσίες και έτσι του έκανε λοιπόν το πληρεξούσιο, επειδή του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ...", δεν προκύπτει η πρόθεση του Ι. Κ. να καταστήσει συνδικαιούχο των λογαριασμών του τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Σ. Μ. αλλά αντίθετα προκύπτει ότι η πραγματική θέλησή του ήταν τα χρήματα να παραμείνουν στον κοινό λογαριασμό με την σύζυγό του και να αναλαμβάνει ο εκκαλών κατηγορούμενος μόνο τα αναγκαία για την συντήρηση του ζεύγους χρηματικά ποσά ενώ εάν επιθυμούσε κάτι τέτοιο ο εντολέας θα το όριζε στο προαναφερθέν πληρεξούσιο, από το οποίο όμως ουδόλως προκύπτει η πρόθεση του Ι. Κ. να τον καταστήσει συνδικαιούχο των ως άνω λογαριασμών του ούτε διαφαίνεται αληθής πρόθεση του Ι. Κ. να του μεταβιβάσει τη περιουσία του και της ασθενούς συζύγου του και σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να μεταβιβάσει τα χρηματικά ποσά των τραπεζικών του λογαριασμών, που ήσαν κοινοί με την σύζυγό του σ' αυτόν (εκκαλούντα) και να καταστήσει εαυτόν και την σύζυγό του πτωχούς πλήρως εξηρτημένους από τον εκκαλούντα. Ο εκκαλών κατηγορούμενος εγνώριζε ότι είχε μόνο εξουσία διαχειρίσεως, όπως αυτό προκύπτει από την με αριθμό κατάθεσης 2112/8-3-2007 έφεσή του κατά της με αριθμό 845/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί διορισμού του πολιτικώς ενάγοντος Σ. Κ. ως δικαστικού συμπαραστάτη της Ε. Κ. όπου αποδέχεται ότι η αληθινή ιδιότητά του αναφορικά με την δοθείσα σε αυτόν πληρεξουσιότητα με το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο είναι αυτή του πληρεξουσίου για την πώληση ενός καταστήματος και συνάμα διαχειριστή τραπεζιτικών λογαριασμών του εντολέα του Ι. Κ.. 'Αλλωστε ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Ε. Μ.-Κ. και ειδικότερα για την κάλυψη των δαπανών συντήρησης της μπορούσε να λαμβάνει τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου και δεν χρειαζόταν να καταστεί ο ίδιος και η συγκατηγορουμένη σύζυγός του συνδικαιούχος αυτών. Εξάλλου με τον θάνατο του εντολέα Ι. Κ. η δοθείσα προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο λύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 726 Α.Κ. και με την ιδιότητα του εντολοδόχου υποχρεούταν σε λογοδοσία κατ' άρθρο 718 Α.Κ. προς την συνδικαιούχο των τραπεζικών λογαριασμών Ε. Κ.-Μ., όσο και προς τους κληρονόμους του αποβιώσαντος εντολέα του, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω, η οποία ήταν νόμιμη κληρονόμος του σύμφωνα με τα άρθρα 1814, 1820 Α.Κ. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της Ε. Μ.-Κ. όφειλε να είχε ήδη καταθέσει τα αναληφθέντα από αυτόν χρήματα σε λογαριασμό αυτής και να είχε δηλώσει αυτό στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, από την οποία ζητήθηκε να αναφέρει τις ενέργειές του ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. Η άρνησή του όμως να αναφέρει τί έκανε τα χρήματα των ανωτέρω λογαριασμών, τα οποία ανέλαβε από τους ως άνω κοινούς λογαριασμούς σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της ως άνω συμπαριστατέας δημιουργούν την εύλογη πεποίθηση ότι αυτός ιδιοποιήθηκε τα χρήματά της. Επίσης ο ισχυρισμός του ως άνω εκκαλούντος κατηγορουμένου ότι με τις ως άνω ενέργειές του απέβλεπε να προστατέψει την θεία του Ε. Μ.-Κ. και τα χρήματά της από τους πολιτικώς ενάγοντες Σ. Κ., που διορίστηκε με την υπ'αριθ. 845/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) σε αντικατάστασή του και από την αδελφή της Ε. Μ. δεν κρίνεται πειστικός αφού ουδόλως προέκυψε ότι αυτοί δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για την υγεία και καλή διαβίωση της Ε. Μ.-Κ. αλλά μόνο για την περιουσία της. 'Οσον αφορά την προσαχθείσα και επικαλουμένη από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους ιδιόγραφη διαθήκη της Ε. Μ.-Κ., από την οποία συνάγεται, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι η αληθινή βούληση του ζεύγους Κ. ήταν να είναι ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. αποκλειστικός συνδικαιούχος των τραπεζικών του λογαριασμών και με το υπό κρίση πληρεξούσιο ο θείος του Ι. Κ. εκφράζει βούληση μεταβιβάσεως των κατατεθειμένων χρημάτων σ' αυτόν με ελεύθερη διαχείριση και κατ'οικεία κρίση διάθεση, το δε κλείσιμο των λογαριασμών σημαίνει ανάληψη των ποσών και διάθεση ελεύθερη, αφού όπως προεκτέθηκε, ο Ι. Κ. επιθυμούσε να μεταβιβάσει το σύνολο των κατατεθειμένων χρηματικών ποσών σ'αυτόν δεδομένου ότι εκ του γάμου του με την Ε. Κ. δεν απέκτησε τέκνα, είναι λεκτέα τα ακόλουθα: Η ως άνω διαθήκη με φερομένη ημερομηνία γραφής της την 10-12-2000, δημοσιεύθηκε στις 5-12-2008 με την υπ' αριθ. 6349/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σ' αυτήν κατονομάζεται ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. ως γενικός κληρονόμος, ενώ στην πολιτικώς ενάγουσα Ε. Μ., αδελφή της Ε. Μ.-Κ., καταλείπεται το μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην πατρική οικία και στο οικόπεδο στην οδό ... στην Αθήνα, στην περιοχή .... Το κύρος της ως άνω διαθήκης έχει ήδη προσβάλλει η Ε. Μ. με την με αριθ. κατάθεσης 2600/6-3-2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί αναγνώρισης της ακυρότητας αυτής, η οποία θα συζητηθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου στις 28/9/2009, ενώ παράλληλα υπέβαλε κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων την από 6/3/2009 και με ΑΒΜ Δ 2009/1258 μηνυτήρια αναφορά της, με την οποία ζητεί την ποινική τους τιμωρία για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη στο δικαστήριο. Σύμφωνα δε με την προσαχθείσα από τους πολιτικώς ενάγοντες έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ. η επίμαχη διαθήκη είναι καθ'ολοκληρίαν πλαστή και δεν αποτελεί γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη της Ε. Κ., αλλά το κείμενό της εγράφη από τη Λ. Κ., η δε υπογραφή ετέθη από τον Ι. Κ.. Αλλά και με απλή παρατήρηση της εν λόγω διαθήκης συνάγεται ότι είναι εμφανώς διαφορετικός ο γραφικός χαρακτήρας μεταξύ του κειμένου και της υπογραφής της διαθέτιδος. Περαιτέρω οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι με το υπ'αριθ. 1877/2009 υπόμνημά τους πρόχειρες καταστάσεις εξόδων, που ισχυρίζεται ο πρώτος εξ αυτών ότι διέθεσε για το ζεύγος Κ. για τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2009. Οι επικαλούμενες αυτές καταστάσεις αποτελούν μία καταγραφή ποσών, χωρίς καμία απολύτως εξειδίκευση ή επεξήγηση, γραμμένες όχι ιδιοχείρως αλλά σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, οι οποίες μπορεί οποτεδήποτε να έχουν γραφεί ή μεταβληθεί, η κατάσταση δε εξόδων είναι τόσο αόριστη, γενική ώστε να είναι αδύνατος ο ακριβής έλεγχος αυτών ενώ δεν συνοδεύονται από σχετικές αποδείξεις καταβολής χρημάτων και ως εκ τούτου είναι αδύνατον να επαληθευθούν. Στις προσαχθείσες καταστάσεις οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι τον Ιούνιο του έτους 2007 κατέβαλαν για το βάψιμο του διαμερίσματος (χρωματισμοί) το ποσό των 28.600 ευρώ, αυτό όμως το ποσό αντιστοιχεί στο βάψιμο όλων των εξωτερικών τοίχων της πολυκατοικίας, όπως αυτό προκύπτει από την βεβαίωση του διαχειριστή της πολυκατοικίας ... με ημερομηνία 28/4/2009, ενώ το συνολικό ποσοστό συμμετοχής του μεριδίου Κ. ήταν 2.659,80 ευρώ. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι δηλώνουν ότι κατέβαλαν για φυσικοθεραπεία τον Οκτώβριο 2006 το ποσό των 600 ευρώ, τον Νοέμβριο του 2006 το ποσό των 1.500 ευρώ, τον Δεκέμβριο του 2006 το υπερβολικό ποσό των 27.000 ευρώ. Εκ τούτων συνάγεται ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ως άνω επικαλούμενες καταστάσεις εξόδων εφόσον δεν προσκομίζεται ούτε μία απόδειξη εξόδων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. δεν απέδωσε τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά στην Ε. Κ.-Μ. η οποία με τον θάνατο του συζύγου της, ήταν η μοναδική δικαιούχος των λογαριασμών και εντολέας του, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, δηλαδή χωρίς δικαίωμα τα ως άνω ποσά που του εμπιστεύθηκε ο Ι. Κ., ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του. Το ποσό της πιο πάνω υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήταν δε εμπιστευμένο σ' αυτόν με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Επίσης ο ανωτέρω εκκαλών στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 12/1/2006 και εντεύθεν από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση της περιουσίας που απέκτησε και η οποία ήταν προϊόν της εκ μέρους προεκτεθείσας αξιόποινης πράξης, κατέθεσε το ποσό που υπεξαίρεσε στους εκτενώς προαναφερομένους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς μετά της συγκατηγορουμένης συζύγου του Γ. Μ. και σε κοινό μετά της συγκατηγορουμένης του τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα UBS της Ελβετίας, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση της περιουσίας που απέκτησε ο ίδιος και ήταν προϊόν της εκ μέρους τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, η δε τέλεση εντασσόταν στον συνολικό σχεδιασμό δράσης του. Τέλος η εκκαλούσα κατηγορουμένη Γ. Μ. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2006 και εντεύθεν απέκτησε και κατείχε τα προεκτεθέντα ποσά σε κοινούς μετά του συγκατηγορουμένου συζύγου της τραπεζικούς λογαριασμούς, χρηματικά ποσά τα οποία γνώριζε ότι προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα από την ως άνω περιγραφείσα πράξη της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Σ. Μ. και ακολούθως τα ως άνω ποσά κατέθεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα UBS της Ελβετίας. Με βάση τα προεκτεθέντα στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα σε βάρος του Σ. Μ. και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα σε βάρος της Γ. Μ. (άρθρο 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, 1 στοιχ. α' (ιι), 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995 ως αντικ. με άρθρο 2,3 Ν. 3424/2005) δεδομένου ότι με τον Ν. 3691/2008 δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις των νόμων 2331/1995 και 3424/2005 με βάση τις οποίες ασκήθηκε η ως άνω ποινική δίωξη για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος κατηγορουμένου Σ. Μ. ότι δεν μπορούν να συρρέουν αληθώς στο πρόσωπο του ίδιου αυτουργού, η κύρια εγκληματική δραστηριότητα και η παράβαση του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995, αφού, όπως αναφέρεται παραπάνω, η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με το δράστη της νομιμοποίησης αυτών, αποκλείεται μόνο στην περίπτωση παροχής συνδρομής που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη, ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, μπορεί να είναι ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα (ΑΠ 1025/2008 Π.Χρ. ΝΗ' σελ. 607). Επομένως, επειδή από τα ανωτέρω στοιχεία υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι εκκαλούντες τέλεσαν τις προεκτεθείσες αξιόποινες πράξεις, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, παρέπεμψε τους ως άνω εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των προεκτεθεισών πράξεων, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και αβασίμως οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα δεδομένα ότι οι ισχυρισμοί τους δεν κρίνονται βάσιμοι και αναιρούνται από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπ'αριθ. 570/14-11-2008 και 571/14-11-2008 εφέσεις των κατηγορουμένων Σ. Μ. του Δ. και της Ι. και Γ. Σ. Μ. το γένος Μ. του Χ. και Π., κατοίκων ..., οδός ..., αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 3006/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν στους εκκαλούντες τα δικαστικά έξοδα ποσού 220 ευρώ (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με αρ. 58553/19-6-2006 κοινή Υ.Α. Οικονομίας-Οικονομικών και Δικαιοσύνης ΦΕΚ 776 Α). Ακόμη πρέπει με βάση τα προεκτεθέντα να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα όσον αφορά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Σ. Μ. διότι από τα παραπάνω προέκυψε ότι ο ανωτέρω κατέθεσε το ποσό που υπεξαίρεσε στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς μετά της συγκατηγορουμένης συζύγου του κατά το χρονικό διάστημα από 12/1/2006 και εντεύθεν και ειδικότερα στην εμπρόσθια σελίδα του 50ου φύλλου και στον 6ο στίχο να διαγραφεί η φράση "σε μη επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, αλλά πάντως μετά την 24/3/2005" και στη θέση της να τεθεί η φράση "κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2006 και εντεύθεν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, ο λόγος αναιρέσεως του Σ. Μ., περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως που προβλέπει το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και συγκεκριμένα του άρθρου 375 παράγραφοι 1 και 2 του Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζει τούτον σε παραδοχές αντίθετες εκείνων του Δικαστικού Συμβουλίου. Δηλαδή, αυτός ερμήνευσε κατά το δοκούν και κατά τρόπο αντίθετο το περιεχόμενο του άνω πληρεξουσίου του θείου του Ι. Κ., θεωρώντας, σε αντίθεση με τις άνω παραδοχές του Συμβουλίου, ότι δι' αυτού είχε το δικαίωμα αυτός να καταστεί συνδικαιούχος των άνω λογαριασμών αυτού και της συζύγου εκείνου Ελένης Μ. και ότι ηδύνατο κατά το δοκούν, επίσης, να ανοίγει νέους κοινούς λογαριασμούς, με συνδικαιούχους τρίτα πρόσωπα, όπως με τη σύζυγό του δεύτερη αναιρεσείουσα κ.τ.λ. Κατά βάση, δηλαδή, ο αναιρεσείων αμφισβητεί ανεπιτρέπτως, τα πορίσματα στα οποία κατέληξε το Συμβούλιο δια του προσβαλλομένου βουλεύματος και κατ'επέκταση αρνείται τις κατηγορίες. Επομένως, δια τους ήδη εκτεθέντες λόγους, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ως προς τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, που προβάλλουν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες και αφορά το κεφάλαιο της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δράση, το Συμβούλιο δια του προσβαλλομένου βουλεύματος και με βάση τις άνω παραδοχές και τα συμπεράσματα, στα οποία αυτό κατέληξε, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ. α' περίπτ. ιι και 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως αυτές αντικατ. από τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 3424/2005 και, επομένως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα εκτιθέμενα δε πραγματικά περιστατικά, μαρτυρούν ότι για την απόκτηση των εκ της υπεξαιρέσεως αναφερομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα χρηματικών ποσών και από τους δύο αναιρεσείοντες, υπήρξε συνολικός σχεδιασμός, ο οποίος διήλθε διάφορα στάδια, με αφετηρία τον ορισμό του πρώτου εξ αυτών ως συνδικαιούχων των ιστορηθέντων λογαριασμών και κατάληξη την κατάθεση των αναφερθέντων χρηματικών ποσών σε κοινούς λογαριασμούς αυτού και της συζύγου του. Επομένως, η αιτίαση περί ελλείψεως συνολικού σχεδιασμού δράσης των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος. Επίσης, σύμφωνα με τα άνω εκτεθέντα, η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, αποτελεί έκφανση της "αποκτήσεως και κατοχής περιουσίας προερχομένης από εγκληματική δραστηριότητα", η οποία αποτελούσε μία από τις περιπτώσεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που προβλεπόταν από το άρθρο 1 εδ. β' περίπτ. γ' του Ν. 2331/1995, όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 3424/2005. Επομένως, η περίπτωση αυτή δεν συνιστά νέο έγκλημα, του οποίου έγινε αναδρομική εφαρμογή, όπως υπό τον άνω ίδιο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά προϋπάρχον, προβλεπόμενο από τον Ν. 3424/2005. Συνεπώς, η σχετική αιτίαση υπό τον άνω λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος, το Συμβούλιο Εφετών, στα πλαίσια της εξουσίας που αυτό έχει, διευκρίνισε ότι ο χρόνος τελέσεως της πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ήταν η "12-1-2006 και εντεύθεν", διορθώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα το οποίο ως χρονικό σημείο του εγκλήματος αυτού ανέφερε την "24-3-2005 και μετά". Προσδιορίζοντας, επομένως, ακριβέστερα τον χρόνο της προαναφερθείσης πράξεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως παρεμπιπτόντως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω: α) Να απορριφθούν οι από 13-11-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Σ. Μ. του Δ. και της Ι. και 2) Γ. Σ. Μ. το γένος Χ. Μ., κατοίκων ..., κατά του υπ'αριθμ. 1872/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως απαράδεκτος εν μέρει του πρώτου κατά το μέρος που η αίτησή του στρέφεται κατά του κεφαλαίου της Υπεξαιρέσεως και ως αβάσιμες και των δύο κατά τα λοιπά. Και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες εκ 220 Ευρώ εις έκαστον. Αθήνα 12 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση οι 206/2009 και 207/2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων: Σ. Μ. του Δ. και Γ. Μ. του Χ., κατοίκων ..., κατά του 1872/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, οι 570/2008 και 571/2008 εφέσεις αυτών κατά του 3006/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο του το είχε εμπιστευθεί άλλος, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή, κατ' εξακολούθηση, ο πρώτος και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και οι δύο. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφεία, πρέπει να συνεκδικαστούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 482 παρ.1 στοιχ. α' και 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ, προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 ίδιου Κώδικα. Για το ορισμένο, ειδικότερα, του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, πρέπει να αναφέρεται η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και η αποδιδόμενη σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, δηλονότι σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Συνεπώς ο λόγος της αναίρεσης του Σ. Μ., κατά το σκέλος που πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 375 παρ.1,2 ΠΚ, που προβλέπει το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για το οποίο και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, συνίσταται στο ότι "Με όσα δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε την ως άνω ουσιαστική διάταξη περί υπεξαιρέσεως του Π. Κώδικος και πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 484 παρ.1β ΚΠΔ". Κατά τα λοιπά ο αναιρεσείων, δι' αυτού, αρνείται την κατηγορία. Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αυτός, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προδιαληφθείσας διάταξης από το πληττόμενο βούλευμα, είναι απαράδεκτος, ως εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως αντικατ. με το άρθρο 3 Ν. 3424/2005 "1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. β)... γ)... δ) Η ποινική ευθύνη για βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ' της παραγράφου αυτής. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω στοιχείων, α', β' και γ', αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης ...". Εξάλλου, η παράγραφος ια του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, στην οποία εμνημονεύοντο περιοριστικώς τα εγκλήματα, τα οποία ενέπιπτον στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 και, έτσι, αρκετά εγκλήματα όπως η υπεξαίρεση, δεν περιλαμβάνονται ονομαστικά στην έννοια αυτής, πλην όμως καλύπτονται από τη διάταξη ιι, η οποία προστέθηκε μετά την προαναφερθείσα αντικατάσταση και κατά την οποίαν, στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητος" υπάγεται και "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεση της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 €". Τοιουτοτρόπως, στην έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητος" υπάγεται η κακουργηματική υπεξαίρεση, αλλά και η πλημμεληματική, εφόσον το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 3424/2005 καταργήθηκε το αρχικό στοιχείο β' του άρθρου 1 Ν. 2331/1995 και αντ' αυτού στην έννοια της "νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" υπήχθησαν υπό το στοιχείο β', οι σ' αυτό αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και "η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά τον χρόνο της κτήσης του γεγονότος, ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες". Ο νέος Νόμος (3691/2008) ο οποίος κατήργησε τους προηγούμενους, στο άρθρο 2 παρ. 2 αναφέρει τις περιπτώσεις, οι οποίες αποτελούν νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Σ' αυτές, περιλαμβάνεται υπό το στοιχείο δ' της παραγράφου 2 και "η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ' αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα". Η νέα διάταξη αποτελεί έκφανση της προϊσχυσάσης διατάξεως, καθόσον η "απόκτηση" ή "η κατοχή" εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ήταν δυνατόν και πριν να πραγματοποιηθούν και με την χρήση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Επομένως, η νέα διάταξη δεν εισάγει νέα περίπτωση νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 του ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδηλώσεως της ενεργείας του υπαίτιου που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τέλεσης της πράξης διαφορετικό από τον αναφερόμενο στον κατηγορητήριο, ενώ και το εφετείο μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει στο κατηγορητήριο ή που δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός και αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης στο μέτρο που με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, αφού αυτοί δεν διαλαμβάνονται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά βουλευμάτων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υφίσταται, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκησή της ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής και όλως συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Ε. Μ.-Κ. διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον σύζυγό της Ι. Κ. και έζησαν αρμονικά και αγαπημένοι όλη την κοινή ζωή τους μέχρι τον θάνατό του στις 14-5-2005. Η Ε. Μ. απεβίωσε στην Κηφισιά στις 13-7-2008. Ο καθένας από αυτούς διέθετε ατομική περιουσία αλλά και κοινά περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα εξ αδιαιρέτου), διατηρούσαν δε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους καθ'όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους κατέθεταν χρήματα από τις εμπορικές τους επιχειρήσεις, τα εισοδήματά τους από την εκμετάλλευση των ακινήτων τους και ακολούθως των συντάξεών τους. Από το γάμο τους δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Η Ε. Μ.-Κ. έπασχε από το έτος 2000 περίπου από "ανοϊκή συνδρομή σε έδαφος εγκεφαλικής ατροφίας", αδυνατούσε δε εκ του λόγου αυτού να επιμελείται εαυτής και της περιουσίας της. Εκ του λόγου αυτού ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της Ι. Κ. που έπασχε από καρκίνο του δεξιού πνεύμονος και είχε έντονα αναπνευστικά προβλήματα χρησιμοποιών συνεχώς οξυγόνο, με την από 19-11-2004 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να τεθεί αυτή σε δικαστική συμπαράσταση και να διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. ανηψιός του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 2943/4-5-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διορίσθηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα κατάθεσης της αίτησης ήτοι την 19/11/2004 ο Ι. Κ. ζήτησε και έλαβε προσωρινή διαταγή,με την οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. διορίσθηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της Ε. Μ.-Κ., προκειμένου με την ιδιότητά του αυτή να την εκπροσωπεί σε κάθε κατεπείγον ζήτημα διαχείρησης της περιουσίας της, για την καταβολή ιατρικών αμοιβών, αμοιβών τρίτων που παρείχαν υπηρεσίες στην συμπαραστατουμένη και για την ανάληψη της σύνταξης του ΙΚΑ. Ο Ι. Κ. στις 24/3/2005, ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" προς νοσηλεία, διόρισε με το υπ' αριθ. .../24-3-2005 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Μιχαλοπούλου, τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Σ. Μ. πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του με τις εντολές να: "α) πωλεί, μεταβιβάζει, παραχωρεί και παραδίδει σε οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους ένα κατάστημα ισόγειο μετά υπογείου και παταρίου σε πολυκατοικία κειμένη στο Δήμο Αθηναίων επί των οδών ... και ... αρ. 1, εμβαδού του ισογείου 130 τ.μ., του υπογείου ομοίως 130 τ.μ. και παταρίου 65 περίπου τ.μ. β) τον εκπροσωπεί: 1) στην Τράπεζα PROBANK και να αναλαμβάνει χρήματα από τους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς του άνω εντολέα του, ήτοι: του υπ' αριθμ. ... (σε ευρώ) και του υπ' αριθ. ... (σε λίρες Αγγλίας), να κινεί γενικά τους λογαριασμούς αυτούς, ακόμα και να τους κλείνει, αναλαμβάνοντας όλα τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς αυτούς, 2) στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος και να αναλαμβάνει χρήματα από τους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς του άνω εντολέως του, ήτοι: α) τον υπ' αριθμ. ... β) τον υπ' αριθμ. ... γ) ..., να κινεί γενικά τους λογαριασμούς αυτούς, ακόμα και να τους κλείνει, αναλαμβάνοντας όλα τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς αυτούς δ) στην ΕFG EUROBANK A.E. και να αναλαμβάνει χρήματα από τον παρακάτω τραπεζικό λογαριασμό του άνω εντολέα του, ήτοι του υπ'αριθ. ... να κινεί γενικά το λογαριασμό αυτό, ακόμα και να τον κλείνει, αναλαμβάνοντας όλο το χρηματικό ποσό που είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό αυτό και γενικά να ενεργεί όσα χρειάζονται για την εκτέλεση της παραπάνω εντολής ακόμη και αν έχει παραλειφθεί κάτι από αυτό το πληρεξούσιο και να υπογράφει και να δίνει τις σχετικές αποδείξεις και εξοφλήσεις". Όλοι οι ανωτέρω λογαριασμοί ήταν κοινοί με συνδικαιούχους το ζεύγος Κ.. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. αμέσως μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου στις 23-3-2005 δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου μετέφερε από τον κοινό λογαριασμό του ζεύγους Κ. με αριθμό ... της PROBANK το ποσό των 198.116,31 GBP (λίρες Αγγλίας) στον κοινό λογαριασμό με αριθμό GR ... της ιδίας Τράπεζας, με συνδικαιούχους το ζεύγος Κ. αλλά και τον εαυτό του. Στη συνέχεια άνοιξε νέο λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα PROBANK με αριθμό GR ... με συνδικαιούχους την Ε. Κ.-Μ., τον εαυτό του και την συγκατηγορουμένη σύζυγό του Γ. Μ., στον οποίο μετέφερε το ως άνω ποσό των 198.870,07 λιρών Αγγλίας. Στις 12-1-2006 από τον λογαριασμό αυτό οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ανέλαβαν όλο το ποσό ύψους 203.739,70 λιρών Αγγλίας και στη συνέχεια τον έκλεισαν. Επίσης στις 28/3/2005 ο εκκαλών κατηγορούμενος δυνάμει του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου, μετέφερε από τον κοινό λογαριασμό του ζεύγους Κ. με αριθμό ... της PROBANK το ποσό των 385.533,69 ευρώ στον κοινό λογαριασμό με αριθμό GR... της ιδίας Τράπεζας με συνδικαιούχους το ζεύγος Κ., αλλά και τον εαυτό του. Ακολούθως το ανωτέρω ποσό των 385.533,69 ευρώ το μετέφερε στον υπ'αριθ. GR ... κοινό λογαριασμό της PROBANK με συνδικαιούχους την Ε. Κ., τον εαυτό του και την συγκατηγορουμένη σύζυγό του Γ. Μ.. Από το λογαριασμό αυτό, στις 12-1-2006 ο εκκαλών κατηγορούμενος ανέλαβε το ποσό των 501.040,01 ευρώ και παρέμεινε υπόλοιπο 4,26 ευρώ, στις 12/02/2007 ανέλαβε από τον αριθμό ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που ήταν κοινός του ζεύγους Κ. το ποσό των 500 ευρώ, ενώ από τον κοινό λογαριασμό του ζεύγους Κ. στην EUROBANK ... ανέλαβε το ποσό των 144.000 ευρώ, ήτοι συνολικά ανέλαβε το ποσό των 645.540,01 ευρώ και το ποσό των 203.739,70 λιρών Αγγλίας, επίσης ανέλαβε και από τον με αριθμό ... λογαριασμό της Eurobank με συνδικαιούχους τον ίδιο τον Ι. και την Ε. Κ. το ποσό των 130.000 ευρώ. Μοναδική δικαιούχος των κοινών λογαριασμών μετά τον θάνατο του συζύγου της ήταν η Ε. Κ. Μ.. Παρά ταύτα ο εκκαλών κατηγορούμενος μετά τον θάνατο του θείου του Ι. Κ., χρησιμοποιώντας το ανωτέρω πληρεξούσιο αλλά και την ιδιότητα του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη από 19-11-2004 κατέστησε χωρίς δικαίωμα και τον εαυτό του συνδικαιούχο των ως άνω κοινών λογαριασμών του ζεύγους Κ., ανέλαβε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά και δεν τα απέδωσε στην δικαιούχο αυτών Ε. Κ.-Μ. αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Το ποσό δε αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήταν δε εμπιστευμένο σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-3-2005 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ταρσίας Μιχαλοπούλου και ως διαχειριστή της περιουσίας της Ε. Κ.-Μ. δυνάμει της υπ' αριθ. 2943/4-5-2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) και της από 19-11-2004 προσωρινής διαταγής του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι από 12-1-2006 και εντεύθεν απέκτησαν και κατείχαν το ποσό των 203.739,70 λιρών Αγγλίας και συνολικά το ποσό των 645.540,01 ευρώ εν γνώσει τους ότι προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα από την ως άνω περιγραφείσα πράξη της υπεξαιρέσεως από εντολοδόχο που τέλεσε ο κατηγορούμενος Σ. Μ., κατέθεσαν δε τα ποσά που υπεξαίρεσε ο πρώτος (Σ. Μ.) στους εκτενώς προαναφερομένους κοινούς τραπεζικούς τους λογαριασμούς και σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα UBS στην Ελβετία, με σκοπό να συγκαλύψει, στο πλαίσιο του συνολικού σχεδιασμού δράσης του, την αληθή προέλευση της περιουσίας που απέκτησε ο ίδιος και ήταν προϊόν, όπως προεκτέθηκε της εκ μέρους του τέλεσης της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ο κατηγορούμενος Σ. Μ. αποδέχεται ότι ανέλαβε το προαναφερθέν ποσό των 130.000 ευρώ από τον ανωτέρω λογαριασμό της EUROBANK, το οποίο όμως κατανάλωσε για την συντήρηση τη θείας του Ε. Κ.-Μ., το δε ποσό των λιρών που ανέλαβε από την PROBANK το έχει καταθέσει στην Τράπεζα UBS στην Ελβετία, σε λογαριασμό όπου συνδικαιούχοι είναι ο ίδιος και η συγκατηγορουμένη σύζυγός του. Αναφέρει επίσης ότι από το ποσό των 500.000 ευρώ που ανέλαβε από την PROBANK, 100.000 ευρώ έχει καταθέσει στην ίδια Τράπεζα στην Ελβετία σε κοινό λογαριασμό με την συγκατηγορουμένη σύζυγό του, 300.000 ευρώ έχει σε χρηματοκιβώτιο στο σπίτι του, ενώ το υπόλοιπο ποσό δαπάνησε για την συντήρηση τη θείας του. Ισχυρίζεται δε ότι δεν είχε κανένα σκοπό υπεξαιρέσεως, αφού πίστευε ότι με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο ήταν δικαιούχος των λογαριασμών. Επίσης η εκκαλούσα κατηγορουμένη Γ. Μ. δεν αρνείται ότι είναι συνδικαιούχος των ανωτέρω λογαριασμών και ισχυρίζεται ότι τα ποσά των λογαριασμών αυτών δεν αποτελούν προϊόν υπεξαιρέσεως, αφού ο συγκατηγορούμενος σύζυγός της ήταν νόμιμος δικαιούχος και κάτοχος των κατατεθέντων στους λογαριασμούς χρημάτων. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί είναι αβάσιμοι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αλλά και από το γεγονός ότι τόσο από το ίδιο το πληρεξούσιο όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Ν. Β., ο οποίος στην από 29/6/2007 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της 16ης Τακτικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών αναφέρει "... Το πληρεξούσιο κατά την γνώμη μου το έκανε επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος, σωματικά, να πηγαίνει στις Τράπεζες και να προβαίνει και σε άλλες συναλλαγές π.χ. υπηρεσίες και έτσι του έκανε λοιπόν το πληρεξούσιο, επειδή του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ...", δεν προκύπτει η πρόθεση του Ι. Κ. να καταστήσει συνδικαιούχο των λογαριασμών του τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Σ. Μ. αλλά αντίθετα προκύπτει ότι η πραγματική θέλησή του ήταν τα χρήματα να παραμείνουν στον κοινό λογαριασμό με την σύζυγό του και να αναλαμβάνει ο εκκαλών κατηγορούμενος μόνο τα αναγκαία για την συντήρηση του ζεύγους χρηματικά ποσά ενώ εάν επιθυμούσε κάτι τέτοιο ο εντολέας θα το όριζε στο προαναφερθέν πληρεξούσιο, από το οποίο όμως ουδόλως προκύπτει η πρόθεση του Ι. Κ. να τον καταστήσει συνδικαιούχο των ως άνω λογαριασμών του ούτε διαφαίνεται αληθής πρόθεση του Ι. Κ. να του μεταβιβάσει τη περιουσία του και της ασθενούς συζύγου του και σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να μεταβιβάσει τα χρηματικά ποσά των τραπεζικών του λογαριασμών, που ήσαν κοινοί με την σύζυγό του σ' αυτόν (εκκαλούντα) και να καταστήσει εαυτόν και την σύζυγό του πτωχούς πλήρως εξηρτημένους από τον εκκαλούντα. Ο εκκαλών κατηγορούμενος εγνώριζε ότι είχε μόνο εξουσία διαχειρίσεως, όπως αυτό προκύπτει από την με αριθμό κατάθεσης 2112/8-3-2007 έφεσή του κατά της με αριθμό 845/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί διορισμού του πολιτικώς ενάγοντος Σ. Κ. ως δικαστικού συμπαραστάτη της Ε. Κ. όπου αποδέχεται ότι η αληθινή ιδιότητά του αναφορικά με την δοθείσα σε αυτόν πληρεξουσιότητα με το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο είναι αυτή του πληρεξουσίου για την πώληση ενός καταστήματος και συνάμα διαχειριστή τραπεζιτικών λογαριασμών του εντολέα του Ι. Κ.. Άλλωστε ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Ε. Μ.-Κ. και ειδικότερα για την κάλυψη των δαπανών συντήρησης της μπορούσε να λαμβάνει τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου και δεν χρειαζόταν να καταστεί ο ίδιος και η συγκατηγορουμένη σύζυγός του συνδικαιούχος αυτών. Εξάλλου με τον θάνατο του εντολέα Ι. Κ. η δοθείσα προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο λύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 726 Α.Κ. και με την ιδιότητα του εντολοδόχου υποχρεούταν σε λογοδοσία κατ' άρθρο 718 Α.Κ. προς την συνδικαιούχο των τραπεζικών λογαριασμών Ε. Κ.-Μ., όσο και προς τους κληρονόμους του αποβιώσαντος εντολέα του, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω, η οποία ήταν νόμιμη κληρονόμος του σύμφωνα με τα άρθρα 1814, 1820 Α.Κ. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της Ε. Μ.-Κ. όφειλε να είχε ήδη καταθέσει τα αναληφθέντα από αυτόν χρήματα σε λογαριασμό αυτής και να είχε δηλώσει αυτό στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, από την οποία ζητήθηκε να αναφέρει τις ενέργειές του ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. Η άρνησή του όμως να αναφέρει τί έκανε τα χρήματα των ανωτέρω λογαριασμών, τα οποία ανέλαβε από τους ως άνω κοινούς λογαριασμούς σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της ως άνω συμπαριστατέας δημιουργούν την εύλογη πεποίθηση ότι αυτός ιδιοποιήθηκε τα χρήματά της. Επίσης ο ισχυρισμός του ως άνω εκκαλούντος κατηγορουμένου ότι με τις ως άνω ενέργειές του απέβλεπε να προστατέψει την θεία του Ε. Μ.-Κ. και τα χρήματά της από τους πολιτικώς ενάγοντες Σ. Κ., που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 845/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) σε αντικατάστασή του και από την αδελφή της Ε. Μ. δεν κρίνεται πειστικός αφού ουδόλως προέκυψε ότι αυτοί δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για την υγεία και καλή διαβίωση της Ε. Μ.-Κ. αλλά μόνο για την περιουσία της. Όσον αφορά την προσαχθείσα και επικαλουμένη από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους ιδιόγραφη διαθήκη της Ε. Μ.-Κ., από την οποία συνάγεται, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι η αληθινή βούληση του ζεύγους Κ. ήταν να είναι ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. αποκλειστικός συνδικαιούχος των τραπεζικών του λογαριασμών και με το υπό κρίση πληρεξούσιο ο θείος του Ι. Κ. εκφράζει βούληση μεταβιβάσεως των κατατεθειμένων χρημάτων σ'αυτόν με ελεύθερη διαχείριση και κατ'οικεία κρίση διάθεση, το δε κλείσιμο των λογαριασμών σημαίνει ανάληψη των ποσών και διάθεση ελεύθερη, αφού όπως προεκτάθηκε, ο Ι. Κ. επιθυμούσε να μεταβιβάσει το σύνολο των κατατεθειμένων χρηματικών ποσών σ'αυτόν δεδομένου ότι εκ του γάμου του με την Ε. Κ. δεν απέκτησε τέκνα, είναι λεκτέα τα ακόλουθα: Η ως άνω διαθήκη με φερομένη ημερομηνία γραφής της την 10-12-2000, δημοσιεύθηκε στις 5-12-2008 με την υπ' αριθ. 6349/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σ' αυτήν κατονομάζεται ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. ως γενικός κληρονόμος, ενώ στην πολιτικώς ενάγουσα Ε. Μ., αδελφή της Ε. Μ.-Κ., καταλείπεται το μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην πατρική οικία και στο οικόπεδο στην οδό ... στην Αθήνα, στην περιοχή .... Το κύρος της ως άνω διαθήκης έχει ήδη προσβάλλει η Ε. Μ. με την με αριθ. κατάθεσης 2600/6-3-2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί αναγνώρισης της ακυρότητας αυτής, η οποία θα συζητηθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου στις 28/9/2009, ενώ παράλληλα υπέβαλε κατά των εκκαλούντων κατηγορουμένων την από 6/3/2009 και με ΑΒΜ Δ 2009/1258 μηνυτήρια αναφορά της, με την οποία ζητεί την ποινική τους τιμωρία για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη στο δικαστήριο. Σύμφωνα δε με την προσαχθείσα από τους πολιτικώς ενάγοντες έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ. η επίμαχη διαθήκη είναι καθ' ολοκληρίαν πλαστή και δεν αποτελεί γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη της Ε. Κ., αλλά το κείμενό της εγράφη από τη Λ. Κ., η δε υπογραφή ετέθη από τον Ι. Κ.. Αλλά και με απλή παρατήρηση της εν λόγω διαθήκης συνάγεται ότι είναι εμφανώς διαφορετικός ο γραφικός χαρακτήρας μεταξύ του κειμένου και της υπογραφής της διαθέτιδος. Περαιτέρω οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι με το υπ' αριθ. 1877/2009 υπόμνημά τους πρόχειρες καταστάσεις εξόδων, που ισχυρίζεται ο πρώτος εξ αυτών ότι διέθεσε για το ζεύγος Κ. για τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2009. Οι επικαλούμενες αυτές καταστάσεις αποτελούν μία καταγραφή ποσών, χωρίς καμία απολύτως εξειδίκευση ή επεξήγηση, γραμμένες όχι ιδιοχείρως αλλά σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, οι οποίες μπορεί οποτεδήποτε να έχουν γραφεί ή μεταβληθεί, η κατάσταση δε εξόδων είναι τόσο αόριστη, γενική ώστε να είναι αδύνατος ο ακριβής έλεγχος αυτών ενώ δεν συνοδεύονται από σχετικές αποδείξεις καταβολής χρημάτων και ως εκ τούτου είναι αδύνατον να επαληθευθούν. Στις προσαχθείσες καταστάσεις οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι τον Ιούνιο του έτους 2007 κατέβαλαν για το βάψιμο του διαμερίσματος (χρωματισμοί) το ποσό των 28.600 ευρώ, αυτό όμως το ποσό αντιστοιχεί στο βάψιμο όλων των εξωτερικών τοίχων της πολυκατοικίας, όπως αυτό προκύπτει από την βεβαίωση του διαχειριστή της πολυκατοικίας ... με ημερομηνία 28/4/2009, ενώ το συνολικό ποσοστό συμμετοχής του μεριδίου Κ. ήταν 2.659,80 ευρώ. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι δηλώνουν ότι κατέβαλαν για φυσικοθεραπεία τον Οκτώβριο 2006 το ποσό των 600 ευρώ, τον Νοέμβριο του 2006 το ποσό των 1.500 ευρώ, τον Δεκέμβριο του 2006 το υπερβολικό ποσό των 27.000 ευρώ. Εκ τούτων συνάγεται ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ως άνω επικαλούμενες καταστάσεις εξόδων εφόσον δεν προσκομίζεται ούτε μία απόδειξη εξόδων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Μ. δεν απέδωσε τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά στην Ε. Κ.-Μ. η οποία με τον θάνατο του συζύγου της, ήταν η μοναδική δικαιούχος των λογαριασμών και εντολέας του, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, δηλαδή χωρίς δικαίωμα τα ως άνω ποσά που του εμπιστεύθηκε ο Ι. Κ., ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του. Το ποσό της πιο πάνω υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήταν δε εμπιστευμένο σ' αυτόν με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Επίσης ο ανωτέρω εκκαλών στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 12/1/2006 και εντεύθεν από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση της περιουσίας που απέκτησε και η οποία ήταν προϊόν της εκ μέρους προεκτεθείσας αξιόποινης πράξης, κατέθεσε το ποσό που υπεξαίρεσε στους εκτενώς προαναφερομένους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς μετά της συγκατηγορουμένης συζύγου του Γ. Μ. και σε κοινό μετά της συγκατηγορουμένης του τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα UBS της Ελβετίας, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση της περιουσίας που απέκτησε ο ίδιος και ήταν προϊόν της εκ μέρους τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, η δε τέλεση εντασσόταν στον συνολικό σχεδιασμό δράσης του. Τέλος η εκκαλούσα κατηγορουμένη Γ. Μ. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2006 και εντεύθεν απέκτησε και κατείχε τα προεκτεθέντα ποσά σε κοινούς μετά του συγκατηγορουμένου συζύγου της τραπεζικούς λογαριασμούς, χρηματικά ποσά τα οποία γνώριζε ότι προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα από την ως άνω περιγραφείσα πράξη της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Σ. Μ. και ακολούθως τα ως άνω ποσά κατέθεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα UBS της Ελβετίας. Με βάση τα προεκτεθέντα στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα σε βάρος του Σ. Μ. και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα σε βάρος της Γ. Μ. (άρθρο 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, 1 στοιχ. α' (ιι), 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995 ως αντικ. με άρθρο 2,3 Ν. 3424/2005) δεδομένου ότι με τον Ν. 3691/2008 δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις των νόμων 2331/1995 και 3424/2005 με βάση τις οποίες ασκήθηκε η ως άνω ποινική δίωξη για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος κατηγορουμένου Σ. Μ. ότι δεν μπορούν να συρρέουν αληθώς στο πρόσωπο του ίδιου αυτουργού, η κύρια εγκληματική δραστηριότητα και η παράβαση του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995, αφού, όπως αναφέρεται παραπάνω, η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με το δράστη της νομιμοποίησης αυτών, αποκλείεται μόνο στην περίπτωση παροχής συνδρομής που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη, ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, μπορεί να είναι ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα (ΑΠ 1025/2008 Π.Χρ. ΝΗ' σελ. 607). Επομένως, επειδή από τα ανωτέρω στοιχεία υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι εκκαλούντες τέλεσαν τις προεκτεθείσες αξιόποινες πράξεις, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, παρέπεμψε τους ως άνω εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των προεκτεθεισών πράξεων, ορθώς εκτίμησε και αξιολόγησε τα εκ του αποδεικτικού υλικού προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και αβασίμως οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα δεδομένα ότι οι ισχυρισμοί τους δεν κρίνονται βάσιμοι και αναιρούνται από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπ' αριθ. 570/14-11-2008 και 571/14-11-2008 εφέσεις των κατηγορουμένων Σ. Μ. του Δ. και της Ι. και Γ. Σ. Μ. το γένος Μ. του Χ. και Π., κατοίκων ..., οδός ..., αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 3006/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν στους εκκαλούντες τα δικαστικά έξοδα ποσού 220 ευρώ (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με αρ. 58553/19-6-2006 κοινή Υ.Α. Οικονομίας-Οικονομικών και Δικαιοσύνης ΦΕΚ 776 Α). Ακόμη πρέπει με βάση τα προεκτεθέντα να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα όσον αφορά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη εγκληματική δραστηριότητα από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Σ. Μ. διότι από τα παραπάνω προέκυψε ότι ο ανωτέρω κατέθεσε το ποσό που υπεξαίρεσε στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς μετά της συγκατηγορουμένης συζύγου του κατά το χρονικό διάστημα από 12/1/2006 και εντεύθεν και ειδικότερα στην εμπρόσθια σελίδα του 50ου φύλλου και στον 6ο στίχο να διαγραφεί η φράση "σε μη επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό σημείο, αλλά πάντως μετά την 24/3/2005" και στη θέση της να τεθεί η φράση "κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2006 και εντεύθεν". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, μαρτυρούν ότι για την απόκτηση των, από την υπεξαίρεση διαλαμβανόμενων στο προσβαλλόμενο βούλευμα, χρηματικών ποσών και από τους δύο αναιρεσείοντες, υπήρξε συνολικό9ς σχεδιασμός, ο οποίος διήλθε διάφορα στάδια, με έναρξη τον ορισμό του πρώτου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ως συνδικαιούχου των ιστορηθέντων τραπεζικών λογαριασμών και λήξη την κατάθεση των αναφερθέντων χρηματικών ποσών σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς αυτού και της συζύγου του (δεύτερης κατηγορουμένης). Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης του Σ. Μ., που πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για μη αιτιολογία της ύπαρξης συνολικού σχεδιασμού δράσης στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και ο ίδιος, λόγος της αναίρεσης της Γ. Μ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, κατά τα προεκτεθέντα, η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, αποτελεί έκφανση της "αποκτήσεως και κατοχής περιουσίας προερχομένης από εγκληματική δραστηριότητα, η οποία αποτελούσε μια από τις περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που προέβλεπε το άρθρο 1 εδ.β' περίπτ. γ' ν.2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 ν.3424/2005. Έτσι η περίπτωση αυτή, δεν συνιστά νέο έγκλημα, του οποίου έγινε αναδρομική εφαρμογή, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, αλλά προϋπάρχον, προβλεπόμενο από το ν.3424/2005, τον οποίο ορθώς εφάρμοσε το Συμβούλιο της ουσίας. Άρα, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης του Σ. Μ., ως και ο ίδιος λόγος της αναίρεσης της Γ. Μ., που πλήττουν το προσβαλλόμενο βούλευμα, για εσφαλμένη εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το Συμβούλιο Εφετών, τέλος, στα πλαίσια της εξουσία που αυτό έχει, διόρθωσε το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφού δεν επηρεάζεται ούτε η ταυτότητα αυτής ούτε η παραγραφή της. Επομένως, δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως, παρεμπιπτόντως, διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Έτσι και ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που, υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές τούτου και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, για έρευνα, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις ν' απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 13.11.2009, αιτήσεις των κατηγορουμένων Σ. Μ. του Δ. και Γ. Μ. του Χ., κατοίκων ..., για αναίρεση του 1872/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστεί ξένης περιουσίας. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Απορρίπτονται οι λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτονται αιτήσεις αναίρεσης.
Υπέρβαση εξουσίας
Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Υπεξαίρεση, Νομιμοποίηση εσόδων.
2
Αριθμός 2043/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 843/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 420/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι τα ενόρκως απ' αυτόν κατατιθέμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 843/2010 απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Δ γνωρίσθηκε με την εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα Κ από το έτος 1981, λόγω της συχνής συναναστροφής του στο ξενοδοχείο "...", όπου αυτή εργαζόταν ως πιανίστρια και αυτός σύχναζε και παρουσιάζετο ως οικονομικά ευκατάστατος με ευρύτατο κοινωνικό κύκλο και δράση. Αυτός ζήτησε από την εγκαλούσα, κατά το μήνα Ιούνιο 2002, να του δανείσει, για σύντομο χρονικό διάστημα, 9.000.000 δρχ., προς διευκόλυνση κάποιου φίλου του. Η εγκαλούσα πράγματι δάνεισε το ανωτέρω ποσό και μετά παρέλευση κάποιου χρόνου, όταν ζητούσε την επιστροφή του ποσού ατόκως, προς εξασφάλισή της αυτός της παρέδωσε μια συναλλαγματική, την οποία ο ίδιος συμπλήρωσε, ποσού 26.412 ευρώ, λήξεως όμως την 6-6-2004, βάσει της οποίας αυτή εξέδωσε στη συνέχεια σε βάρος του την πιο κάτω διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτ/κείου Αθηνών. Κατά το έτος 2003, όταν η εγκαλούσα απαίτησε την επιστροφή του ποσού, προκειμένου να αντεπεξέλθει στα έξοδα νοσηλείας του ασθενούς πατέρα της, αυτός ισχυρίσθηκε ότι σχεδόν την εξόφλησε και ότι της κατέβαλε και τοκογλυφικούς τόκους. Μάλιστα κατέθεσε κατ' αυτής και την από 21-2-2005 σχετική έγκληση, με σκοπό να προκαλέσει την κατ' αυτής ποινική δίωξη για τοκογλυφία. Η ανωτέρω έγκληση τέθηκε στο αρχείο στις 15-1-2006, δυνάμει της εκδοθείσας με αριθμό ΕΓ 78-05/31-2Δ από 31-10-2005 απορριπτικής εισαγγελικής διάταξης, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή σύμφωνα με το ... πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο ως άνω με πειθώ και φορτικότητα πρότεινε στην τώρα κατηγορουμένη υπάλληλό του να τη χρησιμοποιήσει ως μάρτυρά του σε μια αστική δίκη κατά της εγκαλούσας - πολ. ενάγουσας ενώπιον του Μον. Πρ. Αθηνών, ήτοι κατά την εκδίκαση της αίτησης περί αναστολής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 5624/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον. Πρωτ. Αθηνών, που η εγκαλούσα είχε εκδόσει σε βάρος του, βάσει της παραπάνω συναλλαγματικής που κατείχε. Με τον τρόπο αυτό την έπεισε, εκμεταλλευόμενος και την οικονομική εξάρτησή της από αυτόν να καταθέσει σε βάρος της εγκαλούσας τα ψευδή περιστατικά. Και δη ότι αυτή κατέθεσε " Ο Δ έχει κατά το μέγιστο ποσό εξοφλήσει την οφειλή του, προς την Κ ... στο ποσό των 9.000.000 δρχ. που του δάνεισε, ενσωματώθηκαν τοκογλυφικοί τόκοι, ενώπιον εμού ο αιτών παρέδιδε προς την καθ' ης φάκελο με χρήματα έναντι εξόφλησης της οφειλής του προς αυτή". Ενώ αυτή γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και ουδέποτε παρέδωσαν χρήματα στην πολιτικώς ενάγουσα ούτε υπήρχαν τοκογλυφικοί τόκοι. Και τα κατέθεσε με σκοπό να επιτύχει ο Δ αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, δυνάμει της 215/2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μ. Πρω. Αθηνών". Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές, το Εφετείο κήρυξε ένοχη ψευδορκίας μάρτυρα την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα και της επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Όμως η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού ούτε στο προδιαληφθέν σκεπτικό, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και εντεύθεν να θεμελιώνουν την από μέρους της κατηγορουμένης γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ενόρκως ήταν ψευδή, καίτοι η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη απ' όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης διαλαμβάνονται. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της ένδικης αίτησης, η οποία μετά από αυτά πρέπει να γίνε δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την αναιρεσείουσα, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 843/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά τη διάταξή της που αφορά την αναιρεσείουσα Χ. Και Παραπέμπει την υπόθεση, αναφορικά με την αναιρεσείουσα, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα. Ανεπάρκεια αιτιολογίας. Δεκτός ο συναφής λόγος. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 2041/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 3367/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 740/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Επίσης, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνηση της, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητας της. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος. Η χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιαδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης με οποιοδήποτε απατηλό μέσο την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, για το άρθρο 13γ του ΠΚ που δεν προσδιορίζει την έννοια του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη για όλους κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, ότι έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε ως άνω το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιον του. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιον του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση η ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚποινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3367/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι πτυχιούχος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιασίου Ρουμανίας και για την αναγνώριση του πτυχίου του στην ημεδαπή, δηλαδή για τη βεβαίωση της ισοτιμίας του εν λόγω πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών με τα αντίστοιχα που εκδίδονται από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελλάδος, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στην πρώτη περίοδο των εξετάσεων που διενήργησε για το λόγο αυτό και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του στις 5 και 6 Απριλίου 2003 το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών Αλλοδαπής (ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.) και ειδικότερα στο μάθημα της παθολογίας που είχε ορισθεί για τις 6-4-2003, και διενεργήθηκε στις Ιατρικές Σχολές των Ελληνικών πανεπιστημίων, μεταξύ των οποίων και αυτό της Αλεξανδρούπολης, όπου είχε δηλώσει ότι επιθυμεί να εξετασθεί ο κατηγορούμενος. Η διεξαγωγή των εξετάσεων έγινε σε αμφιθέατρο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου αυτού όπου υπήρχε ομάδα επιτηρητών εκ των οποίων ο ένας ήταν επί κεφαλής και του είχαν δοθεί οι ταινίες επικάλυψης των στοιχείων ταυτότητας των εξεταζομένων και μία σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.". Σε κάθε αμφιθέατρο αντιστοιχούσε μία σφραγίδα την οποία είχε μαζί του ο επικεφαλής της ομάδας επιτηρητών του κάθε αμφιθεάτρου. Ο τελευταίος, σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθούνταν ταυτόχρονα με την παράδοση σ' αυτόν του γραπτού από τον κάθε υποψήφιο που είχε διαγωνισθεί, αφού προέβαινε σε ταυτοποίηση των στοιχείων με αυτά της αστυνομικής ταυτότητας, έθετε στο γραπτό, και συγκεκριμένα πάνω από τα στοιχεία του υποψηφίου, την ταινία επικάλυψης, έτσι ώστε τα στοιχεία αυτά να μην είναι πλέον ορατά και στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας την προαναφερθείσα σφραγίδα έθετε το εκτύπωμά της στο τέλος του γραπτού και υπέγραφε ο επικεφαλής της ομάδας επιτηρητών και ο δεύτερος επιτηρητής. Παράλληλα, ο υποψήφιος, που παρέδιδε το γραπτό του, υπέγραφε σε μία κατάσταση συμμετοχής των διαγωνισθέντων στο συγκεκριμένο μάθημα. Πρέπει να σημειωθεί ότι έλεγχος των στοιχείων ταυτότητας των διαγωνιζομένων γινόταν και κατά την είσοδό τους στην αίθουσα αμφιθεάτρου όπου θα διενεργούνταν ο διαγωνισμός. Στις εξετάσεις που διενεργήθηκαν στις 6-4-2003 στο τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θράκης (Ιατρική Σχολή Αλεξανδρούπολης) και ειδικότερα στο μάθημα της παθολογίας, είχε προσέλθει και ο κατηγορούμενος (όπως ισχυρίσθηκε) και συμμετείχε στη γραπτή εξέταση του εν λόγω μαθήματος, υποβλήθηκε σε έλεγχο ταυτοπροσωπείας, όπως υποστήριζε, και ανέπτυξε επιτυχώς κατά την κρίση του τα θέματα των εξετάσεων, πλην όμως το γραπτό κείμενο που περιλαμβάνεται στην κατηγορία, δεν είναι αυτό που αυτός παρέδωσε, δεν έχει το γραφικό του χαρακτήρα και προέκυψε μετά από αντικατάσταση κατά τους ισχυρισμούς του επίσης, από άγνωστο πρόσωπο για άγνωστη αιτία και δεν έχει συνταχθεί από αυτόν. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι έγινε δειγματοληπτικός έλεγχος ορισμένων γραπτών που λήφθηκαν από το άνω εξεταστικό κέντρο του Πανεπιστημίου της Θράκης (Ιατρικής Σχολής Αλεξανδρούπολης), αλλά και άλλων εξεταστικών κέντρων, μετά από σχετική καταγγελία, χωρίς να κατονομάζεται συγκεκριμένο πρόσωπο). Πράγματι δε τόσο το γραπτό του κατηγορουμένου, όσο και άλλων συμμετεχόντων στις εξετάσεις αυτές, των οποίων είχαν ληφθεί τυχαία γραπτά, για τυχόν βασιμότητα της καταγγελίας, μετά από παραβολή με τα γραπτά τους των προηγουμένων εξεταστικών περιόδων κατά τις οποίες δεν είχαν επιτύχει στις εξετάσεις αυτές, δεν εμφάνιζαν καμία ομοιότητα ως προς το γραφικό χαρακτήρα. Αυτό ενισχύεται και από την με ημερομηνία 23-4-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι δικαστικοί γραφολόγοι Π. Φ. και Β. Α., Αστυνόμοι Β' και Υπαστυνόμος Β' αντίστοιχα, σύμφωνα με την οποία το δοκίμιο δεν αποδίδεται στο φερόμενο ως χαράκτη του, δηλαδή στον κατηγορούμενο, η δε υπογραφή του στο παρουσιολόγιο δεν σχετίζεται γραφολογικά με την δική του. Αντικατάσταση του γραπτού του κατηγορουμένου από άλλο άγνωστο πρόσωπο και δη εκ των υπαλλήλων του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. όπως υπονοεί ο τελευταίος, λόγω προσωπικών διενέξεων και αντιπαραθέσεων μεταξύ αυτών (υπαλλήλων) δεν αποδείχθηκε. Ούτε εξ άλλου είναι πειστικός ο ισχυρισμός αυτός περί αντικαταστάσεως του γραπτού του, για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είχε κανένας συμφέρον να προβεί σε μία τέτοια ενέργεια σε βάρος του κατηγορουμένου και εν αγνοία του, αφιερώνοντας μάλιστα και ικανό χρόνο προκειμένου να αναπτύξει τα τεθέντα προς εξέταση θέματα. Ακολούθως, στοιχειοθετείται το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία και χρήση πλαστού εγγράφου, διότι η πράξη που τέλεσε το αγνώστων στοιχείων πρόσωπο συμμετέχοντας στη θέση του κατηγορουμένου στις εξετάσεις του μαθήματος της παθολογίας, χωρίς οποιοδήποτε κατά νόμον δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του, συνιστά πλαστογραφία, καθώς στην περίπτωση αυτή οι απαντήσεις και εν γένει το γραπτό συνετάγη από πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εμφανιζόταν ως συντάκτης του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η αναληθής εντύπωση στους επιτηρητές και μεταγενέστερα τους διορθωτές, ότι το εν λόγω γραπτό συνετάγη και υπεγράφη από τον εμφανιζόμενο σ' αυτό ως εκδότη-συντάκτη του και να δημιουργείται αντίστοιχη παραπλάνηση. Ο δε κατηγορούμενος στην Αλεξανδρούπολη στις 6-4-2003 με πειθώ και φορτικότητα και παραινέσεις προκάλεσε στον παραπάνω άγνωστο την απόφαση να διαπράξει το αδίκημα της πλαστογραφίας. Στη συνέχεια, στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος επέτρεψε, στο άγνωστο αυτό πρόσωπο, μετά την ανάπτυξη και απάντηση των εξεταζομένων θεμάτων της παθολογίας, να καταθέσει το γραπτό αυτό στην εξεταστική επιτροπή, παραδίδοντάς το στους επιτηρητές και υπογράφοντας στο σχετικό βιβλίο παραδόσεώς του, αποφεύγοντας τη διαπίστωση της ελλείψεως της ταυτοπροσωπίας μεταξύ του συντάκτη και του εξεταζομένου και έτσι να τεθεί στο τέλος των απαντήσεων η σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α." η μονογραφή των επιτηρητών και η παραλαβή του από αυτούς. Με τον τρόπο αυτό εμφανιζόταν ότι ο κατηγορούμενος είχε προσέλθει και εξετασθεί στο ανωτέρω εξεταστικό κέντρο στο μάθημα της παθολογίας και ότι δήθεν ο ίδιος συνέταξε, παρέδωσε το γραπτό, φερόμενο ως προϊόν της δικής του πνευματικής προσπάθειας και γνώσεων επί του εξεταζομένου μαθήματος. Με τον τρόπο αυτό έθεσε το γραπτό του στη διαδικασία βαθμολογήσεως και αναγνώρισης της ισοτιμίας του πτυχίου του, του αλλοδαπού Πανεπιστημίου από τα αρμόδια όργανα του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. Το αίτημα του κατηγορουμένου περί επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού του άρθρου 217 του ΠΚ πρέπει ν' απορριφθεί, διότι σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που ανωτέρω αναφέρεται, δεν συντρέχουν στοιχεία που να συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού, αφού στη διάταξη του άρθρου 217 δεν εμπίπτουν όλα τα, κατά την έννοια του άρ. 13 στοιχ. γ' έγγραφα, αλλά μόνον τα εις αυτό αναφερόμενα, ήτοι πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή και άλλο έγγραφο συναφές, δυνάμενο συνήθως να χρησιμοποιηθεί ως τοιούτο, στοιχείο που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση του γραπτού του συμμετέχοντος σε εξετάσεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του έτους 2003 στην Αλεξανδρούπολη, με τη χρήση του πλαστού εγγράφου (τετραδίου απαντήσεων) στο μάθημα της παθολογίας, πέτυχε να βεβαιωθεί στον ειδικό χώρο αυτού, προορισμένο για τη βαθμολόγηση του εξεταζομένου, από τους εξεταστές-βαθμολογητές ότι είχε επιτύχει στις εξετάσεις του μαθήματος αυτού της εξεταστικής περιόδου του Απριλίου 2003, αφού η βαθμολογία που έλαβε ήταν έξι (6) από τον α' βαθμολογητή και επτά (7) από τον β' βαθμολογητή και έτσι να εξαχθεί ως μέσος όρος η βαθμολογία 6,5 που τον κατέτασσε στους επιτυχόντες του εν λόγω μαθήματος. Η βαθμολογία αυτή όμως στην πραγματικότητα, και η εξ αυτής επιτυχία του στις εξετάσεις, δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, διότι οι απαντήσεις που περιέχονταν στο κατατεθέν γραπτό, δεν ήταν προϊόν δικής του πνευματικής προσπάθειας και γνώσεων, πράγμα το οποίο δεν γνώριζαν οι βαθμολογητές, διότι διαφορετικά δεν θα προέβαιναν στην ενέργεια αυτή. Η βεβαίωση αυτή της επιτυχούς βαθμολογήσεως, μπορούσε να είχε έννομες συνέπειες, διότι θα τον κατέτασσε στους καταλόγους των επιτυχόντων, αφού το γραπτό του συμπεριελήφθη μεταξύ εκείνων που βαθμολογήθηκαν με βαθμούς επιτυχίας στο μάθημα της παθολογίας και έτσι θα μπορούσε να περιληφθεί στους καταλόγους επιτυχόντων του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. και να λάβει την έγγραφη βεβαίωση ισοτιμίας του πανεπιστημιακού του τίτλου (πτυχίου) με αυτούς που εκδίδονται από τα ανώτατα ελληνικά ιδρύματα για την αντίστοιχη σχολή. Οι βαθμολογητές ως μέλη Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού, έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 και 263Α του ΠΚ, η δε από μέρους τους καταχώρηση της βαθμολογίας του εξεταζομένου στον ειδικό κάθε φορά χώρο βαθμολόγησης, συνιστά δημόσιο έγγραφο κατ' άρθρα 438 και 439 ΚΠΔ, αφού συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο υπάλληλο, δεν αποτελεί μόνο εσωτερικό έγγραφο της υπηρεσίας του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, αλλά προορίζεται και για εξωτερική χρήση με τη δημοσιοποίηση της βαθμολογίας αυτής και βεβαιώνεται σ' αυτό όχι μόνον η κρίση των βαθμολογητών περί της πληρότητας των απαντήσεων με την μορφή της βαθμολόγησης, αλλά και το γεγονός της συμμετοχής του εξεταζομένου στο διαγωνισμό, απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Συνεπώς πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και χρήση πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, όπως ειδικότερα καθορίζονται αυτές στο διατακτικό, και να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' του ΠΚ, δεδομένου ότι μετά την τέλεση των παραπάνω πράξεων για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα επέδειξε καλή συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατάγεται από αγροτική οικογένεια, κατά το μετά την τέλεση των άνω πράξεων διάστημα, εργαζόταν παράλληλα με την προετοιμασία του για τις επόμενες εξετάσεις, ως διανομέας σε κατάστημα φαγητού, όπως δε προκύπτει από σχετική βεβαίωση του Ι. Κ., Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του Γενικού Νοσοκομείου-Κέντρου Υγείας της Κω, ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το χρόνο που υπηρέτησε στο εν λόγω νοσοκομείο, επέδειξε εργατικότητα, υπευθυνότητα, επιστημονική επάρκεια και εξαίρετη συμπεριφορά". Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της χρήσης πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και του επέβαλε, με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' του ΠΚ, συνολική ποινή επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Μ' αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε για τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και στη χρήση από τον ίδιο του πλαστού ως και στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Και τούτο, καθόσον, ενώ κατά τις στην αρχή του σκεπτικού αναφερόμενες παραδοχές, αφού γίνεται προηγούμενα λεπτομερής περιγραφή του τρόπου διεξαγωγής των εξετάσεων, και ειδικότερα ότι "Η διεξαγωγή των εξετάσεων έγινε σε αμφιθέατρο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου αυτού όπου υπήρχε ομάδα επιτηρητών εκ των οποίων ο ένας ήταν επί κεφαλής και του είχαν δοθεί οι ταινίες επικάλυψης των στοιχείων ταυτότητας των εξεταζομένων και μία σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.". Σε κάθε αμφιθέατρο, αντιστοιχούσε μία σφραγίδα την οποία είχε μαζί του ο επικεφαλής της ομάδας επιτηρητών του κάθε αμφιθεάτρου. Ο τελευταίος, σύμφωνα με τη διαδικασίας που ακολουθούνταν, ταυτόχρονα με την παράδοση σ' αυτόν του γραπτού από τον κάθε υποψήφιο που είχε διαγωνισθεί, αφού προέβαινε σε ταυτοποίηση των στοιχείων με αυτά της αστυνομικής ταυτότητας, έθετε στο γραπτό και συγκεκριμένα πάνω από τα στοιχεία του υποψηφίου την ταινία επικάλυψης, έτσι ώστε τα στοιχεία αυτά να μην είναι πλέον ορατά και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας την προαναφερθείσα σφραγίδα έθετε το εκτύπωμά της στο τέλος του γραπτού και υπέγραφε ο επικεφαλής της ομάδας επιτηρητών και ο δεύτερος επιτηρητής. Παράλληλα ο υποψήφιος που παρέδιδε το γραπτό του, υπέγραφε σε μία κατάσταση συμμετοχής των διαγωνισθέντων στο συγκεκριμένο μάθημα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο έλεγχος των στοιχείων ταυτότητας των διαγωνιζομένων, γινόταν κατά την είσοδό τους στην αίθουσα του αμφιθεάτρου όπου θα διενεργούνταν ο διαγωνισμός ...", γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε προσέλθει στη γραπτή εξέταση του μαθήματος της παθολογίας, υποβλήθηκε σε έλεγχο ταυτοπροσωπίας, και ανέπτυξε επιτυχώς κατά την κρίση του τα θέματα των εξετάσεων, αναφέρει δε περαιτέρω ότι το γραπτό το οποίο παρέδωσε ο ίδιος δεν είχε το δικό του γραφικό χαρακτήρα, δέχεται δε στη συνέχεια ότι την πράξη της πλαστογραφίας "τέλεσε το αγνώστων στοιχείων πρόσωπο συμμετέχοντας στη θέση του κατηγορουμένου στις εξετάσεις του μαθήματος της παθολογίας, χωρίς οποιοδήποτε κατά νόμον δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του". Και ενώ απορρίπτει ως μη αποδειχθέντα τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι άγνωστα άτομα για άγνωστους λόγους αντικατέστησαν το γραπτό του, αναφέροντας μάλιστα παρόμοια περιστατικά που συνέβησαν κατά τη ίδιες εξετάσεις, προβάλει ως ενισχυτικό επιχείρημά της για την απόρριψη του ισχυρισμού τούτου του κατηγορουμένου ότι η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε αποφαίνεται ότι δεν έχει τον γραφικό του χαρακτήρα η υπογραφή του στο παρουσιολόγιο, πράγμα το οποίο δεν έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ενώ δεν γίνεται καθόλου λόγος στο σκεπτικό ότι αποδείχθηκε ότι αγνώστων στοιχείων πρόσωπο είχε προβεί σε πλαστογραφία και τη χρήση πλαστού εγγράφου, συμπεραίνει ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία και χρήση πλαστού, διότι η πράξη που τέλεσε το αγνώστων στοιχείων πρόσωπο συμμετέχοντας στη θέση του κατηγορουμένου στις εξετάσεις του μαθήματος της παθολογίας, χωρίς κανένα δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του, συνιστά το ως άνω αδίκημα της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστού εγγράφου από τον ίδιο. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέλαβε στο σκεπτικό της ούτε και στο διατακτικό αυτής που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα και επιπλέον έχουν εμφιλοχωρήσει σ' αυτά οι ως άνω ασάφειες και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται και νόμιμης βάσης. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμων των από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. σχετικών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περιττής καθισταμένης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3367/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία και χρήση πλαστού από τον ηθικό αυτουργό και για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης λόγω ασαφειών και αντιφάσεων της αιτιολογίας. Παραδοχή των λόγων αυτών ως βάσιμων. Αναίρεση της απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία.
0
Αριθμός 2042/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 657/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 603/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 232/14.06.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Πλημ/κών Χαλκίδας με το υπ'αριθμ. 275/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [ για κακουργήματα ] Αθηνών τον Κ. Μ. του Γ. για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως: 1) τοκογλυφίας κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, 2) ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης με απειλή βλάβης της επιχείρησης, 3) απειλής κατά συρροή - 404 παρ. 3, 2 περ. α, β, 1, 42 και 46 παρ. 1, 385 παρ. 1 περ β, 333 ΠΚ- .Να σημειωθεί εδώ ειδικά για τη πράξη της εκβίασης το πρωτόδικο βούλευμα ρητά αναφέρει ότι η παραπομπή αφορά το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 385 ΠΚ ήτοι για απειλή βλάβης της επιχείρησης χωρίς κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα. Επομένως σε βαθμό πλημμελήματος αφού η πράξη τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. [ βλ. άρθρο 385 παρ. 1 εδ. β εδ α ΠΚ ]. Κατά του άνω βουλεύματος ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος άσκησε την υπ'αριθμ. 49/2009 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 657/2010 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε αυτή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Συγκεκριμένα το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ρηθέν βούλευμα του και με καθολική [ και επιτρεπτή κατά το νόμο] αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα και δέχθηκε τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση για την υπόθεση διενεργήθηκε κυρία ανάκριση που περατώθηκε νομίμως, το προσβαλλόμενο δε βούλευμα εδέχθη ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του παιδίατρου, στην Αθήνα, στις αρχές του έτους 2005, γνώρισε το μηνυτή, που διατηρεί εστιατόριο στην ..., μέσω ενός κοινού γνωστού τους, του Γ. Δ.. Ο μηνυτής αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες εκείνη την εποχή και αναζητούσε χρήματα, γεγονός που γνώριζε ο Γ. Δ., ο οποίος και έφερε τους δύο άνδρες σε επαφή. Έτσι, στις 14.3.2005, στη ..., ο κατηγορούμενος δάνεισε στο μηνυτή χρηματικό ποσό ύψους 10.000 ευρώ. Πλην όμως αυτός - εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη του μηνυτή για χρηματοδότηση. Ειδικότερα, ο μηνυτής εξέδωσε σε διαταγή του κατηγορουμένου μία επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, με αριθμό ..., ποσού 17.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημεροχρονολογία έκδοσης την 27.5.2006, παρόλο που το χορηγηθέν ποσό ήταν ύψους 10.000 ευρώ ( βλ. την από 7.5.2009 έκθεση εξέτασης του μηνυτή ενώπιον του Ανακριτή ). Επομένως, η επιταγή αυτή ενσωμάτωνε τοκογλυφικούς τόκους ύψους 7.000 ευρώ, που συμφωνήθηκαν κατά τη χορήγηση του δανείου ύψους 10.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής αυτού 14 μήνες. Χαρακτηρίζονται δε ως τοκογλυφικοί, διότι κατά το έτος 2005 το νόμιμο ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν 8% ενώ οι παράνομοι τόκοι συνομολογήθηκαν σε ποσοστό 41,17%. Εν συνεχεία, ο κατηγορούμενος στις 7.4.2005, προκειμένου να εξασφαλίσει την πληρωμή των τόκων και του δανείου ζήτησε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος ακινήτου του μηνυτή. Ειδικότερα, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αριθμό 741/2005 κατά του μηνυτή. Κατά την προφορική συζήτηση της αίτησης ο μηνυτής αποδέχθηκε το περιεχόμενο της αίτησης και εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με αριθμό 667/7.4.2005, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε αγρό του μηνυτή, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... (βλ. αίτηση και απόφαση). Μετά την ανωτέρω εξέλιξη, ο μηνυτής κατέβαλε προσπάθειες να εξοφλήσει την οφειλή του μέχρι τη λήξη της επιταγής ( δηλαδή μέχρι την 27.5.2006 ), πλην όμως δεν το κατόρθωσε. Ειδικότερα, στις 29.5.2006 ενώ βρισκόταν στην πόλη ... της Γερμανίας, κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σε λογαριασμό του κατηγορουμένου που τηρούσε στο Υποκατάστημα της Κυψέλης, ποσό ύψους 5.000 ευρώ {βλ. το με αριθμό REF 14952 έγγραφο της τράπεζας EMPORIKI BANK - GERMANYGMBH ). To γεγονός αυτό της καταβολής δεν το αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος (βλ. απολογία του ). Βλέποντας ο κατηγορούμενος ότι ο μηνυτής δεν του κατέβαλε το συνολικό ποσό παρόλο που παρήλθε η συμφωνημένη ημέρα αποπληρωμής του δανείου ( η 27η Μαϊου 2006 ), παρέτεινε τότε για ένα δίμηνο ακόμη την προθεσμία πληρωμής, δηλαδή μέχρι το μήνα Ιούλιο του έτους 2006, με τον όρο να του καταβάλει ο μηνυτής επιπλέον το ποσό των 2.000 ευρώ. Το ποσό αυτό των 2.000 ευρώ αντιστοιχεί σε τοκογλυφικούς τόκους, διότι το μήνα Μάιο του έτους 2006 το νόμιμο ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου ήταν 8,50% ενώ οι παράνομοι τόκοι συνομολογήθηκαν σε ποσοστό 16,6%. Όταν παρήλθε το δίμηνο- χρονικό διάστημα της παράτασης της προθεσμίας αποπληρωμής του δανείου, τον Ιούλιο του έτους 2006, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το εστιατόριο του μηνυτή και ο τελευταίος του κατέβαλε τότε σε μετρητά το ποσό των 12.000 ευρώ. Παρών σε αυτή τη συναλλαγή ήταν και ο εργαζόμενος ως μάγειρας στο εστιατόριο του μηνυτή ( βλ. την από 14.5.2009 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα R. C. ενώπιον του Ανακριτή ). Στη συνέχεια, παρόλο που ο μηνυτής κατόρθωσε τελικά τον Ιούλιο του έτους 2006 να καταβάλει το ποσό των 17.000 ευρώ, αναγκάστηκε να καταβάλει και το επιπλέον ποσό ύψους 2.000 ευρώ, αφού ο κατηγορούμενος δεν του επέστρεψε το σώμα της επιταγής. Έτσι, στις 5.10.2006 ο μηνυτής κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σε λογαριασμό του κατηγορουμένου το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. την από 5.10.2006 απόδειξη είσπραξης της τράπεζας ). Η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου δεν σταμάτησε ούτε μετά την είσπραξη του συνολικού ποσού των 19.000 ευρώ. Ειδικότερα, στις 24.9.2007 ο κατηγορούμενος με δικές του προτροπές και παραινέσεις έπεισε δύο άγνωστους άνδρες να επισκεφθούν το κατάστημα του μηνυτή στην ... και να απειλήσουν την ευρισκόμενη εκεί σύζυγο του μηνυτή με τις φράσεις "αν μέχρι αύριο δεν δώσεις τα λεφτά, θα σας κάψουμε το μαγαζί", "θα βρούμε τα παιδιά σου στη Γερμανία και στη Βουλγαρία και θα τα σκοτώσουμε", "θα σκοτώσουμε εσένα και τον άνδρα σου". Σκοπός της ενέργειας αυτής του κατηγορουμένου ήταν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και ειδικότερα να εισπράξει και άλλα χρήματα, εκμεταλλευόμενος προφανώς το γεγονός της αδυναμίας του μηνυτή να αποδείξει την καταβολή του συνολικού χρηματικού ποσού, αφού οι δύο έγγραφες αποδείξεις που προαναφέρθηκαν αφορούσαν μόνο το ποσό των 7.000 ευρώ, καθώς και το γεγονός ότι κρατούσε στα χέρια του την επιταγή και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να την εμφανίσει προς πληρωμή στην Τράπεζα αλλά και το ότι ήταν προσημειούχος δανειστής. Μετά την αποχώρηση των δύο αυτών ανδρών από το εστιατόριο, η σύζυγος του μηνυτή κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που έστειλε τους δύο άνδρες. Κάλεσε τότε τον κατηγορούμενο στο τηλέφωνο που γνώριζε και κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής συνομιλίας τους, αυτός όχι μόνο δεν αρνήθηκε την ανάμιξη του με τους δύο άγνωστους άνδρες αλλά την απείλησε με τις φράσεις "αν δεν πάρω τα λεφτά μου μέχρι αύριο θα σας σκοτώσω", προκαλώντας σε αυτήν τρόμο και ανησυχία, αφού αντιλήφθηκε πλέον ότι ο κατηγορούμενος μπορεί κάλλιστα να πραγματοποιήσει τις απειλές του. Όταν ο μηνυτής το απόγευμα της ίδιας ημέρας (24.9.2007) ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τη σύζυγο του για το ανωτέρω συμβάν, επικοινώνησε και ο ίδιος τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις. Τότε, ο κατηγορούμενος επανέλαβε τις ίδιες απειλές και στο μηνυτή, και συγκεκριμένα του είπε "θέλω τα λεφτά μου, αν δεν τα πάρω θα σε ξεκληρίσω, θα σε σκοτώσω, θα στείλω και άλλους να σε απειλήσουν". Τελικά, ο σκοπός του κατηγορουμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος δεν επιτεύχθηκε, διότι την επόμενη ημέρα (25.9.2007) ο Ε. Α. και η σύζυγος του R. Α. κατέφυγαν στο Αστυνομικό Τμήμα της ... και κατήγγειλαν τις ανωτέρω πράξεις. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι τρεις (3) μερικότερες πράξεις της τοκογλυφίας ( α. στις 14.3.2005 κατάρτισε δάνειο ύψους 10.000 ευρώ και έλαβε τόκους ύψους 7.000 ευρώ παραλαμβάνοντας ισόποση επιταγή, β. στις 7.4.2005 προς εξασφάλιση της απαίτησης πέτυχε την έκδοση απόφασης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και γ. το μήνα Ιούλιο του έτους 2006 συμφώνησε για δίμηνη παράταση προθεσμίας να εισπράξει το ποσό των 2.000 ευρώ ) έχουν χαρακτήρα κακουργήματος, διότι ο κατηγορούμενος τις τέλεσε κατ' επάγγελμα ( άρθρο 404 παρ.3, 2 α' και β' σε συνδυασμό με άρθρο 13 στ' ΠΚ ). Ειδικότερα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει υποδομή για να τελεί πράξεις τοκογλυφίας με σκοπό πορισμού εισοδήματος, αφού προσέγγισε τον ευρισκόμενο σε οικονομική δυσχέρεια μηνυτή ο οποίος του ήταν εντελώς άγνωστος, χορήγησε δάνειο σε αυτόν ύψους 10.000 ευρώ, φρόντισε να γίνει δικαιούχος επιταγής του μεγαλύτερου ποσού των 17.000 ευρώ, εξασφάλισε με νόμιμο τρόπο την απαίτηση του πετυχαίνοντας την έκδοση απόφασης για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε αγρό έκτασης 2 στρεμμάτων περίπου ιδιοκτησίας του μηνυτή, είχε "στις υπηρεσίες του" τρίτα πρόσωπα που απείλησαν τη σύζυγο του μηνυτή και όλα αυτά τα έπραττε υπό την κάλυψη του επαγγέλματος του παιδιάτρου. Οι δε ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι αυτός τελικά είναι το "θύμα", διότι πείστηκε από το μηνυτή και του έδωσε χρηματικό ποσό ύψους 80.000 ευρώ για να ξεκινήσουν την εκμετάλλευση εστιατορίου χωρίς να έχει καμία έγγραφη απόδειξη και τελικώς ο μηνυτής εξαφανίστηκε έχοντας εισπράξει τα χρήματα, δεν ευσταθούν, αφού τίθεται το εύλογο ερώτημα πώς είναι δυνατό για το ποσό των 17.000 ευρώ να εξασφαλίζεται ο δανειστής-κατηγορούμένος με τόσους τρόπους ( επιταγή, εγγραφή προσημείωσης ) ενώ για το τετραπλάσιο ποσό, "τις οικονομίες μιας ζωής" όπως ο ίδιος αναφέρει στην απολογία του, να εμπιστεύεται τυφλά το μηνυτή του. Ως προς την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι παρόλο που οι τρόποι τέλεσης της τοκογλυφίας συρρέουν μεταξύ τους αληθινά, πραγματικά (ΑΠ 421/2009 ο.π.), ο κατηγορούμενος πρέπει να παραπεμφθεί για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, όπως δηλαδή του απαγγέλθηκε η κατηγορία, αφού η διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 ΠΚ είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 ΠΚ. Ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης κατά συρροή, ο κατηγορούμενος πρέπει να παραπεμφθεί για να δικαστεί μόνο για την ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης που προβλέπεται στη β' περίπτωση του άρθρου 385 παρ.1 ΠΚ δηλαδή μόνο για την απειλή βλάβης της επιχείρησης; διότι η απόπειρα εκβίασης της παρ. 1 περ.γ (τηλεφωνικές απειλές που ανάγονται στο μέλλον ) συρρέει φαινομενικά κατ' ιδέαν με τη βαρύτερη μορφή της εκβίασης της περίπτωσης β' και απορροφάται από αυτή (ΑΠ 829/2006 ο.π. ) ". Από όσα προεκτέθηκαν φαίνεται ότι υπάρχει εξακολουθητική και οργανωμένη τέλεση τοκογλυφίας με τα προαναφερθέντα κάθε φορά ποσοστά τοκογλυφικού τόκου μηνιαίως και συνεπώς συνάγεται από όλη αυτή τη συμπεριφορά του εκκαλούντα σκοπός του για -πορισμό εισοδήματος με την τέλεση από την πλευρά του, του αδικήματος της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση. Επίσης σαφώς προκύπτει ότι υπάρχει και ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης με απειλή βλάβης της επιχείρησης του παθόντα και τέλος απειλή σε βάρος των Ε. Α. και R. Α.. Ο εκκαλών υποστηρίζει, ως προεκτέθηκε, στην έφεση του, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίμησε σωστά τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η κατηγορία και συνεπώς εσφαλμένα αυτό κατέληξε στην κρίση ότι έλαβε χώραν, μεταξύ των άλλων, εξακολουθητική και κατ' επάγγελμα πράξη τοκογλυφίας καθώς και ηθική αυτουργία σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης . Κατ' αρχάς, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, πλήρως αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα και εξακολουθητική τέλεση της πράξης της τοκογλυφίας, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας, συνάγεται υποδομή του κατηγορουμένου με εξακολουθητικές πράξεις τοκογλυφίας με σκοπό πορισμό εισοδήματος, δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος προσέγγισε τον ευρισκόμενο σε οικονομική δυσχέρεια Ε. Α., χορήγησε δάνειο σε αυτόν ύψους 10.000 ευρώ, φρόντισε να γίνει δικαιούχος επιταγής του μεγαλύτερου ποσού των 17.000 ευρώ, εξασφάλισε με νόμιμο τρόπο την απαίτηση του πετυχαίνοντας την έκδοση απόφασης για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε αγρό έκτασης 2 στρεμμάτων περίπου ιδιοκτησίας του πιο πάνω δανειολήπτη και τέλος είχε στη διάθεση του τρίτα πρόσωπα ικανά να απειλήσουν τον λήπτη του τοκογλυφικού δανείου, σε περίπτωση που αυτός δεν ήθελε να καταβάλει τα τοκογλυφικά απαιτούμενα ποσά, ακόμη και με απειλή βλάβης της επιχείρησης του, κάτι που φέρεται να έπραξε, αφού τέτοια άτομα απείλησαν τη σύζυγο του δανειολήπτη, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Όπως προκύπτει επίσης από το αιτιολογικό του πιο πάνω βουλεύματος, αυτό έλαβε υπ' όψη του, για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του, μεταξύ των άλλων, εκτός από τα όσα ισχυρίζεται ο Ε. Α., περί σύναψης τοκογλυφικού δανείου με τον κατηγορούμενο δανειστή του, και ηθική αυτουργία σε εκβίαση κ,λ.π. ( βλ. την από 25-9-2007 ένορκη κατάθεση του Ε. Α. στο AT ... ), τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου. Μεταξύ λοιπόν των μαρτύρων κατηγορίας είναι και οι μάρτυρες P. C. του Α. και A. R. του G.. Ο πρώτος στην από 14-5-2009 ένορκη εξέταση του ενώπιον του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Χαλκίδας εκθέτει μεταξύ των άλλων και τα εξής: "... Δούλεψα στο μαγαζί του Α. ... ως μάγειρας ... ως το 2004 και μετά ως σήμερα πηγαίνω και τον βοηθάω όποτε έχει ανάγκη. Τον Κ. Μ. τον γνωρίζω διότι απ' ότι ξέρω είχε δανείσει λεφτά στον Α. και ο Α.ς του έδωσε μια επιταγή. Δεν γνωρίζω πόσα ακριβώς λεφτά δάνεισε ο Μ., αν θυμάμαι καλά ήταν τέλη Ιουλίου του 2006 και εργαζόμουν στην κουζίνα του εστιατορίου του Α.. Η κουζίνα είναι ανοικτή και ακριβώς μπροστά υπάρχει ένα τραπέζι που είναι για τον ιδιοκτήτη και το προσωπικό. Ήρθε ο Μ. και κάθισε στο τραπέζι αυτά μαζί με τον Α.. Εγώ ήμουν στην κουζίνα όπως είπα και ήταν μαζί μου και η γυναίκα του Α. και βλέπαμε και ακούγαμε τι γινόταν μεταξύ τους•. Είδα τον Α. να μετράει και να δίνει στον κ. Κ. ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε μετρητά χωρίς να ξέρω ακριβώς πόσα λεφτά είναι. Ο Α.ς μετά μου είπε πόσα λεφτά του έδωσε, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς να σας πω. Ίσως δέκα, ίσως έντεκα χιλιάδες ευρώ. Δεν άκουσα ποτέ οτιδήποτε για επαγγελματική συνεργασία μεταξύ Α. και Μ.. Εκείνη την ημέρα φεύγοντας, θυμάμαι ο Μ. είπε στον Α. ότι θέλει δυο χιλιάδες ακόμα και θα του δώσει πίσω την επιταγή....". Η δευτέρα δε, στην από 25-9-2009 προανακριτική ένορκη εξέταση της, στο AT ... , εκθέτει μεταξύ των άλλων και τα εξής : " Είμαι σύζυγος του Ε. Α. ο οποίος είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου στην πόλη της ... με την επωνυμία "Το κατώι της Ελένης ... Χθες 24-9-2007 και περί ώρα 18:00 ήρθαν στο μαγαζί ... δύο άγνωστα σε μένα άτομα και τότε ο ένας με ρώτησε που είναι ο άνδρας σου το ίδιο άτομο μου απάντησε πως τους στέλνει ο "Κ." ξέρουν πως έχω παιδιά στη Βουλγαρία και ο άνδρας μου στη Γερμανία. Τότε το άτομο αυτό άρχισε να με απειλεί με τις φράσεις " αν μέχρι αύριο δεν δώσει τα λεφτά θα σας κάψουμε το μαγαζί" Εγώ αφού έφυγαν κατάλαβα πως επρόκειτο για τον Μ. Κ.. Του τηλεφώνησα και του είπα γιατί το έκανε αυτό του εξήγησα πως από αυτό που έκανε φοβήθηκα και πως θα πάω στην Αστυνομία και τότε μου είπε "καλά θα κάνεις, εγώ θέλω τα λεφτά μου" και "αν δεν πάρω μέχρι αύριο τα λεφτά θα σας σκοτώσω. Μετά από χρονικό διάστημα περίπου μιας ώρας με πήρε τηλέφωνο το ίδιο άτομο που είχε έρθει στο κατάστημα και μου επανέλαβε πως έχουμε χρόνο μέχρι αύριο ( 25-9-2007 ) για να δώσουμε τα χρήματα.". Οι καταθέσεις αυτές, λοιπόν, επιβάλλεται να αξιολογηθούν, εν όψει των προκυψασών επαρκών ενδείξεων για παραπομπή του κατηγ/νου, ομού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ενώπιον του ακροατηρίου και ιδίως με τις από 24-9-2008 και 19-6-2009,καταθέσεις του μάρτυρα Ν. Δ., προανακριτική και ανακριτική αντίστοιχα, στις οποίες ο μάρτυς κάμνει λόγο για εταιρική συνεργασία μεταξύ των Ε. Α. και κατηγορουμένου, με μεσιτεία μάλιστα του ιδίου προς τούτο, καθώς και την από 19-6-2009 ανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Γ. Λ., ο οποίος αναφέρει ότι ήταν παρών όταν ο κατηγορούμενος έδινε στον Ε. Α. το ποσόν των 80.000 ευρώ για να ανοίξουν συνεταιρικά επιχείρηση και μάλιστα στη συνέχεια μετά από 2 ώρες είχαν δώσει ραντεβού στην ταβέρνα του Ε. Α., για να πάνε σε συμβολαιογράφο να κάνουν το σχετικό συμφωνητικό και εκεί πλέον, των ως άνω μαρτύρων υποβληθησομένων, στη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας και με κατ' αντιπαράσταση, μεταξύ τους, αλλά και με τους διαδίκους, εξέταση, σε συνδυασμό και με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, είτε να μεταβληθούν οι πιο πάνω ενδείξεις σε αποδείξεις είτε να εξασθενήσουν και να οδηγήσουν σε απαλλαγή του κατηγ/νου. Άλλωστε, αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου ( βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41 ). Έτσι λοιπόν, κατόπιν όλων αυτών, εκτιμάται ότι προκύπτουν κατά του κατηγορουμένου επαρκείς ενδείξεις ενοχής για στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατ' αυτού κατηγορίας για τις πιο πάνω πράξεις, όπου και θα συνεκτιμηθούν ενισχυτικά και αποδυναμωτικά της κατηγορίας στοιχεία, για μεταβολή πλέον των-πιο πάνω επαρκών ενδείξεων σε αποδείξεις ή για εξασθένησή τους και απαλλαγή του . Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, στις ορθές και νομίμους σκέψεις του οποίου, συμπληρωματικά, αναφερόμεθα. Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ'ουσίαν και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ". Το βούλευμα αυτό [ 657/2010 του συμβουλίου Εφετών Αθηνών ] επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 30.3.2010 και δη στον ίδιο [ βλ. το από 30.3.2010 αποδεικτικό της επιμελήτριας ... ] και κατ'αυτού άσκησε δια πληρεξουσίου στις 12.4.2010 ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας την υπ'αριθμ. 10/2010 αίτηση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 385 παρ. 1 περ β Π.Κ., ήτοι η αναίρεση περιορίζεται στο άνω έγκλημα και μόνο. Να σημειωθεί εδώ ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος κατοικεί - όπως ρητά αναφέρεται στην από 12.4.2010 εξουσιοδότησή του αλλά και στη δήλωση ασκήσεως αναίρεσης - στην ..., όπου και έγινε η επίδοση του βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο δε διορισθείς αντίκλητος [= Δημήτριος Κουκουλάς ] είναι και αυτός κάτοικος Αθηνών [Ζωοδόχου Πηγής 8-10 ]. - ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ - όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, μεταξύ των οποίων και η αναίρεση, είναι δέκα ημέρες από την επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ. σε αναίρεση υπόκεινται τα βουλεύματα που παραπέμπουν τον κατηγορούμενο σε βαθμό κακουργήματος - και, σε περίπτωση συρροής ή συνάφειας με το κακούργημα, για πλημ/μα. 'Ετσι και κατά του βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών που απέρριψε την έφεση κατά αντίστοιχου πρωτόδικου βουλεύματος. Επομένως αναίρεση δεν χωρεί κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο σε βαθμό πλημ-τος [βλ. και ΑΠ 231/2007, ΑΠ 684/2004, ΑΠ 53/92, κ.α. ]. Το αυτό ισχύει και όταν ο κατηγορούμενος προσβάλλει το βούλευμα μόνο για το συναφές ή συρρέον με το κακούργημα πλημ/μα. Με άλλες λέξεις η αναίρεση για το συναφές ή συρρέον με κακούργημα πλημ/μα προϋποθέτει την σύγχρονη προσβολή και για το κακούργημα - βλ. ΑΠ 1064/2000 , ΑΠ 359/2009, ΑΠ 1878/83 κ.α. - Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 η άσκηση του ενδίκου μέσου γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί προσωρινά ο δικαιούμενος. Ήτοι προϋπόθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου είναι όπως ο δικαιούμενος κατοικεί ή διαμένει στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου, πράγμα που πρέπει να αναφέρεται - δηλούται στην οικεία έκθεση - βλ. ΑΠ 1460/84 ΠΧρ ΛΕ 464, ΑΠ 2304/2002, Ζησιάδη, ποινική Δικονομία τομ. γ σελ. 309 -Να σημειωθεί εδώ ότι το ένδικο μέσο ανήκει στον διάδικο, ο οποίος μπορεί να το ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου. Στην τελευταία περίπτωση ο αντιπρόσωπος δεν είναι, ούτε καθίσταται δικαιούχος αλλά ασκεί το ανήκον στον διάδικο και για λογαριασμό του ένδικο μέσο. Διαφορετική είναι η περίπτωση που ο νόμος αναγνωρίζει δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου σε συγκεκριμένα πρόσωπα - βλ. άρθρ. 465 παρ. 2 ΚΠΔ. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι πολλαπλώς απαράδεκτη και δη ασκείται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση [αφού ο λόγος αυτής περιορίζεται μόνο στο πλημ/μα της εκβίασης], ασκείται ενώπιον αναρμοδίου γραμματέα [αφού ο δικαιούμενος κατοικεί εκτός της έδρας του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας] ασκήθηκε εκπροθέσμως [ήτοι μετά την πάροδο των δέκα ημερών χωρίς να γίνεται επίκληση λόγων ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο]. Τέλος είναι και απαράδεκτη και αβάσιμη σε σχέση με τον λόγον εφέσεως αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν παρέπεμψε αυτόν για εκβίαση σε βαθμό κακουργήματος - δηλ. 385 παρ. 1 εδ. α Π.Κ. - έτσι ώστε να απαιτείται όπως η απειλή αναφέρεται σε επικείμενο κίνδυνο ζωής - σώματος αλλά σε βαθμό πλημτος με κίνδυνο βλάβης της επιχείρησης που δεν απαιτείται να είναι επικείμενος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 10/2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Μ. κατά του υπ'αριθμ. 657/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 10-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 482 παρ. 1 στοιχ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν τούτο τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά". Από τη διάταξη αυτή, που περιοριστικά απαριθμεί τις περιπτώσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος από τον κατηγορούμενο, προκύπτει ότι αυτός δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο για πλημμέλημα, συνεπώς δε και βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου και επικυρώνει το πρωτόδικο βούλευμα, αφού στην περίπτωση αυτή το πρωτόδικο βούλευμα ενσωματώνεται σε εκείνο που το επικυρώνει. Όταν δε ο κατηγορούμενος ασκεί αναίρεση για το κακούργημα, αυτή δεν επεκτείνεται και στο συρρέον ή συναφές πλημμέλημα, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υποβληθεί από αυτόν σχετικό αίτημα. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ασκήσει ούτε αυτοτελή αναίρεση μόνο για πλημμέλημα που είναι συναφές ή συρρέον με κακούργημα, για το οποίο δεν άσκησε αναίρεση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η άσκηση του ένδικου μέσου γίνεται με δήλωση στον Γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί προσωρινά ο δικαιούμενος. Ήτοι, προϋπόθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου στον γραμματέα του ειρηνοδικείου είναι ο δικαιούμενος να κατοικεί ή διαμένει στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου, πράγμα το οποίο πρέπει να αναφέρεται στην οικεία έκθεση. Εξάλλου, το ένδικο μέσο ανήκει στον διάδικο, ο οποίος μπορεί να το ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου. Στην τελευταία περίπτωση, ο αντιπρόσωπος δεν είναι ούτε καθίσταται δικαιούχος, αλλά ασκεί το ένδικο μέσο, το οποίο ανήκει στον διάδικο για λογαριασμό του τελευταίου. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το 275/2009 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών τον Κ. Μ. για να δικασθεί ως υπαίτιος 1) τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, 2) ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβιάσεως με απειλή βλάβης επιχειρήσεως και 2) απειλής κατά συρροή. Για την πράξη της εκβιάσεως, το πρωτόδικο βούλευμα ρητώς αναφέρει ότι η παραπομπή αφορά το εδάφιο β' της παραγράφου 1 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι για απειλή βλάβη επιχειρήσεως, όχι όμως κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το 657/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο την απέρριψε ως αβάσιμη κατ ουσίαν, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του τελευταίου (εφετειακού) βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας ως λόγους την εσφαλμένη ερμηνεία - εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 385 παρ. 1 περ. β' του Ποινικού Κώδικα. Δηλαδή η αναίρεση περιορίζεται μόνο στο ως άνω πλημμέλημα. Περαιτέρω, η αναίρεση ασκήθηκε στις 12 Απριλίου 2010, ενώ το βούλευμα επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 30 Μαρτίου 2010 (βλ. το από 30.3.2010 αποδεικτικό της επιμελήτριας ...), ήτοι μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 473 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα δεκαήμερης προθεσμίας, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται περίπτωση ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που δικαιολογούν το εκπρόθεσμο. Η άσκηση της αναιρέσεως έγινε με δήλωση της συνηγόρου και πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος Χρυσούλας Αναστασίου, η οποία είναι δικηγόρος και κάτοικος Χαλκίδας ενώπιον του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδος, ενώ ο κατηγορούμενος αναιρεσείων είναι κάτοικος Αθηνών, όπως ρητά αναφέρεται στην από 12 Απριλίου 2010 έκθεση αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι α) ασκείται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση, αφού ο λόγος της περιορίζεται μόνο στο πλημμέλημα της εκβιάσεως, β) ασκήθηκε ενώπιον αναρμόδιου γραμματέως, αφού ο δικαιούμενος κατοικεί εκτός της έδρας του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και γ) ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της προβλεπόμενης, σύμφωνα με τα ανωτέρω δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2010 αίτηση του Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 657/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης όταν ο κατηγορούμενος προσβάλλει το βούλευμα μόνο για το συναφές ή συρρέον με το κακούργημα πλημμέλημα, διότι η αίτηση αναίρεσης για το συναφές ή συρρέον με κακούργημα πλημμέλημα προϋποθέτει τη σύγχρονη προσβολή και για το κακούργημα.
Βούλευμα παραπεμπτικό
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
Αριθμός 2038/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 151-152/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείον - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 922/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 352/18.10.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Α' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 151-152/2010 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλία στις 22-2-2010, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 24-6-2010, καταδίκασε τον Ι. Μ. για βιασμό κ.λ.π. σε κάθειρξη 23 ετών. Κατά της απόφασης αυτής ο καταδικασθείς άσκησε ο ίδιος στις 23-2-2010 ενώπιον του Δ/ντού του Καταστήματος [Κορυδαλλού] που κρατείται την υπ' αριθμ. 162/23-2-2010 αναίρεση αναφέρων ως λόγους αναίρεσης ότι "Δεν συμφωνώ με την απόφαση του Εφετείου που έγινε στις 22/02/2010" [βλ. την έκθεση αναίρεσης]. ΙΙ) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473§2, 474§2, 476§1, 509§1 και 510 Κ.Ποιν.Δικ. σαφώς προκύπτει ότι στη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης πρέπει να περιέχεται, και δη κατά τρόπον σαφή και ορισμένο, τουλάχιστον ένας λόγος αναίρεσης και δη από αυτούς που προβλέπει περιοριστικά το άρθρο 510§1 Κ.Ποιν.Δ., άλλως ασκείται χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου και είναι χωρίς άλλο απαράδεκτη - βλ. και ΑΠ 809/2008 Π.Χρ. ΝΘ 315 (317), ΑΠ 354/2006, ΑΠ 2472/2005 κ.α. - Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι δεν περιέχει κανένα λόγο αναίρεσης και δη δικαστικής εκτίμησης. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 162/23-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Ι. Μ.υ κατά της υπ' αριθμ. 151,152/22-2-2010 απόφασης, του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, γη το κύρος και κατ* ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ* αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ* αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικό στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα), Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 23-2-2010 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 151, 152/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 23 ετών για τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού, αποπλάνησης παιδιού που δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του και επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού, όπου αυτός κρατείτο και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 162/23-2-2010 έκθεση. Στην εν λόγω έκθεση διαλαμβάνονται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Δεν συμφωνώ με την απόφαση του Εφετείου που έγινε στις 22/02/2010". Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν μνημονεύεται στην ειρημένη έκθεση αναιρέσεως η παραβιασθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ούτε προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ) όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Ι. Μ. του Χ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 151, 152/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν περιέχει ούτε ένα λόγο αναιρέσεως, σαφή και ορισμένο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 § 1 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη. Ειδοποιήθηκε προς τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 2037/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. ή Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δαμιανό Δημητρούλια και Ιωάννη Γιαννίδη, περί αναιρέσεως της 9922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 919/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φαινομένη κατ' ιδέα συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 του ΠΚ περί συρροής εγκλημάτων υπάρχει όταν εμφανίζονται κατ' αρχήν για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις περισσότεροι ποινικοί νόμοι ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από αυτούς είναι εφαρμοστέος εκείνος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή φαινόμενη κατ' ιδέα συρροή υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, με βάση τον κανόνα "η ειδική των γενικών επικρατέστερα". Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 §1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος) σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Τέλος, κατά το άρθρο 31 §1 εδάφ. ζ' και η' του Ν.1591/1986, το αδίκημα της φοροδιαφυγής, του μεν εδαφίου ζ', διαπράττει όποιος εκδίδει πλαστό ή εικονικό, ή νοθεύει τιμολόγιο πωλήσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην περ. γ' της ιδίας παραγράφου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δελτία αποστολής και οι φορτωτικές, του δε εδαφίου η', διαπράττει όποιος γνωρίζει τον σκοπόν της επιχειρούμενης πράξης και συνεργεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στην κατασκευή ή έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, τιμωρείται δε κατά την §2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 §4 του Ν.2386/1996, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή όχι κατώτερη των πέντε (5) και μέχρι πενήντα (50) εκατομμυρίων δραχμών. Θεωρείται δε κατά την περίπτωση ζ' εδάφιο τελευταίο της ίδιας ως άνω παραγράφου ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενό του και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή, διακίνηση ή άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στο φορολογικό στοιχείο. Οι ως άνω διατάξεις επανελήφθησαν ουσιαστικά με το άρθρο 19 του Ν.2923/1997, το οποίο, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεσή του, έθεσε το θέμα της εκδόσεως ή αποδοχής πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων σε ορθολογικότερη βάση και επέφερε μεταβολές στις επιβαλλόμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις. Ειδικότερα με τη νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν.2523/1997 που αφορά αδίκημα φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογιών στοιχείων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου (βλ. και εδ. β' της ίδιας ως άνω παραγρ. που προστέθηκε με την παρ.1 του άρθρου 40 του Ν.3220/2004). Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή αποκλείουν την εφαρμογή της γενικής περί πλαστογραφίας διατάξεως του άρθρου 216 του ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων κατατείνει όχι μόνον στην φοροδιαφυγή αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή την πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμόν και άλλου οφέλους του, εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβαρύνσεώς του, τότε οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή της γενικής περί πλαστογραφίας διατάξεως του άρθρου 216 του ΠΚ γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας, η οποία, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής περιέχουν και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα αυτού (δράστη). Παρέπεται εκ των άνω ότι και υπό την ισχύν του νόμου 2523/1997 κατά τον οποίον για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής με την έκδοση ή αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν απαιτείται και σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, οι ειδικές διατάξεις τούτου δεν κατισχύουν ούτε αποκλείουν, ωςν ειδικές, την εφαρμογήν των περί πλαστογραφίας διατάξεων του ΠΚ, ακόμη και όταν ο δράστης δεν αποσκοπεί στην αποφυγή πληρωμής φόρου, στην περίπτωση που με την ενέργειά του αυτή αποβλέπει να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, προκειμένου στην επιβαρυντική (κακουργηματική) περίπτωση να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον περιουσιακόν όφελος με βλάβη τρίτου. Ούτε και προκύπτει το αντίθετο από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου 2523/1997 κατά την οποία αποκλείεται η εφαρμογή των ποινικών του διατάξεων σε περίπτωση επιλύσεως της φορολογικής διαφοράς με δικαστικό ή διοικητικό συμβιβασμό, γιατί ο αποκλεισμός αυτός αναφέρεται προδήλως στην εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν τον κολασμόν των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής και μόνο όχι και εκείνων με τις οποίες προβλέπεται και τιμωρείται το έγκλημα της πλαστογραφίας που με τη συνδρομή των στοιχείων του νόμου μπορούν να συρρέουν με αυτά αληθώς. Ακόμη, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 §2 και 333 §2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 9922/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Ο κατηγορούμενος στις 29-7-2003 επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Χ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", προκειμένου ο Α. Χ., ο οποίος είναι πλαστικός χειρουργός και ασκεί τη δραστηριότητα του αυτή υπό εταιρική μορφή, να του προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες σχετικά με τη θεραπεία ρυτίδων. Υποβλήθηκε στη σχετική θεραπεία και, αφού κατέβαλε το ποσό των 500 €, του χορηγήθηκε η με αριθμό 1146/29-7-2003 νόμιμη απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ανωτέρω εταιρίας, ποσού 500 €, με την αιτιολογία "θεραπεία ρυτίδων με χρήση ενεσίμων υλικών και παρακολούθηση". Έχοντας στην κατοχή του την ανωτέρω απόδειξη, κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-2003 έως 10-3-2005, κατάρτισε τις παρακάτω πλαστές αθεώρητες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της πιο πάνω εταιρίας, στις οποίες έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή των υπαλλήλων της γραμματείας της εν λόγω εταιρίας, χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση αυτών. Συγκεκριμένα, α) στις 22-9-2003 κατάρτισε την με αριθμό 1267/22-9-2003 για ποσό 1.800 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) αριστεράς μηριαίας χώρας", β) στις 16-11-2003 κατάρτισε την με αριθμό 1306/16-11-2003 για ποσό 1.800 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) αριστεράς κοιλιακής χώρας", γ) στις 29-7-2003 κατάρτισε την με αριθμό 1146/29-7-2003 για ποσό 1.800 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) αριστερού βραχίονα", δ) στις 10-1-2004 κατάρτισε την με αριθμό 1487/10-1-2004 για ποσό 6.250 € και με αιτιολογία "αποκατάσταση τραυματικών εγκαυμάτων μετά από χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) στήθους, θωρακικής χώρας και άνω και κάτω κοιλίας" και ε) στις 10-3-2005 κατάρτισε την με αριθμό 185/10-3-2005 για ποσό 6.950 € και με αιτιολογία "μεταχειρουργική επαναληπτική αποκατάσταση τραυματικών εγκαυμάτων με χειρουργική επέμβαση (πλαστική χειρουργική) στήθους, θωρακικής χώρας και αριστερού μηριαίου". Στη συνέχεια, έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, συνυποβάλλοντας αυτά με τις φορολογικές του δηλώσεις, κατά τα οικονομικά έτη 2004, 2005, 2006, στην Ε' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ως δικαιολογητικά για ιατρικές δαπάνες που δήθεν είχε πραγματοποιήσει και αυτό το έκανε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών τους αρμοδίους υπαλλήλους της πιο πάνω Δ.Ο.Υ. σχετικά με τη γνησιότητά τους και τη συνδρομή στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων να απαλλαγεί από φόρο, λόγω δήθεν καταβολής εκ μέρους του των αναφερομένων στις αποδείξεις αυτές χρηματικών ποσών για ιατρικές δαπάνες. Κατ' ακολουθία αυτών, αφού απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις (προκειμένου να κληθεί για να καταθέσει ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ΚΑ' Αθηνών), καθόσον το Δικαστήριο δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που του αποδίδεται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της προηγούμενης μέχρι την τέλεση του ως άνω εγκλήματος, έντιμης ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωής του, του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλες για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 §1α, 27 §1, 84 §2α, 98 και 216 §1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αναιτιολόγητα και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 216 §1 του ΠΚ και 19 του Ν.2523/1997 ότι αυτός τέλεσε μόνο το έγκλημα της πλαστογραφίας και όχι αυτό της φοροδιαφυγής (για το οποίο όμως δεν ασκήθηκε δίωξη ούτε αυτοτελώς ούτε παράλληλα με τη δίωξη για πλαστογραφία) που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, η ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά από μήνυση του Α. Χ., ως εκπροσώπου της εταιρίας "Α. Χ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", οι φερόμενες δε ως εκδοθείσες από την εν λόγω εταιρία πέντε (5) πλαστές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών είχαν έννομες συνέπειες και για την εταιρία αυτού ως προς την αξιοπιστία της και την εμπιστοσύνη προς αυτόν αλλά και ως προς την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεών της προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, για την οποία και μόνο ασκήθηκε ποινική δίωξη και χωρίς να χρειασθεί να προβεί σε μεταβολή της κατηγορίας από πλαστογραφία σε φοροδιαφυγή, όπως ζήτησε τότε ο εκκαλών (βλ. όμως και κατωτέρω), αφού μάλιστα δεν είχε υποβληθεί σχετική μηνυτήρια αναφορά εκ μέρους της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. Συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση φαινόμενης συρροής νόμων, ορθά εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Εξάλλου, από την εσφαλμένη αναγραφή του επωνύμου του μηνυτή στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε "Χ.", αντί του ορθού και αναφερομένου στο αιτιολογικό και στα λοιπά σημεία της απόφασης "Χ.", από πρόδηλη γραφική παραδρομή, δεν δημιουργείται κάποια αντίφαση και η σχετική υπό το γρ. Γ του δεύτερου λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αιτίαση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψης νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 §2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 §2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα. Τοιούτο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 352 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο ή (και) να προσκομισθούν έγγραφα. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το τελευταίο οφείλει να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα, αν αυτό υποβλήθηκε παραδεκτά και ήταν ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, ο συνήγορος του τότε εκκαλούντος-κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, υπέβαλε (εκτός των άλλων αιτημάτων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής αυτής δίκης), το αίτημα να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσής του, προκειμένου να: 1) προσκομισθεί με επιμέλεια του αρμόδιου Εισαγγελέα από την ΚΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών αντίγραφο της τυχόν έκθεσης ελέγχου που διενεργήθηκε απ' αυτήν στην εταιρία "Α. Χ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", και 2) κληθεί ως μάρτυρας ο προϊστάμενος της παραπάνω Δ.Ο.Υ. για να καταθέσει στο δικαστήριο αν τυχόν καταλογίσθηκε το οποιοδήποτε πρόστιμο στην εταιρία αυτήν εξαιτίας της πράξης για την οποία κατηγορείτο. Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα συνολικά. Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο ορθά δεν απάντησε ως προς το αίτημα αναβολής της δίκης για την προσκόμιση αντιγράφου σχετικής έκθεσης ελέγχου από την ΚΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, καθόσον αυτό ήταν πρόδηλα αόριστο και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει περί τούτου ιδιαίτερη απάντηση. Το δε ίδιο αίτημα αναβολής της συζήτησης για να προσέλθει ως μάρτυρας σ' αυτό (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών), ο Προϊστάμενος της ΚΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, το απέρριψε με την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία "καθόσον το Δικαστήριο δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία", όπως και πράγματι κατέληξε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση. Η ως άνω αναφερομένη αιτιολογία είναι συνοπτική μεν αλλά ειδική και εμπεριστατωμένη, ενώ η περί απορρίψεως του αιτήματος αυτού αναφορά που ενυπάρχει μόνο στο αιτιολογικό της απόφασης και δεν επαναλαμβάνεται ρητά στο διατακτικό τα οποία μέρη της απόφασης όμως αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, καθιστά τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αβάσιμο κατ' ουσίαν και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου του περί ελλείψεως ακροάσεως και της εντεύθεν ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τον οποίο επιχειρείται η προβολή του από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως (σε συνδυασμό με το άρθρο 170 §2 του ίδιου Κώδικα) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, για το οποίο είχε ασκηθεί η σχετική ποινική δίωξη, την οποία καθίσταται πρόδηλο ότι την έκρινε παραδεκτή, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει τη σχετική ένσταση αυτού (κατηγορουμένου) περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ως διαλαμβάνοντος ως έγκλημα που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο την πλαστογραφία και όχι τη φοροδιαφυγή (βλ. σκεπτικό απόρριψης της εν λόγω ένστασης στην προσβαλλόμενη απόφαση) και δεν χρειαζόταν να απαντήσει ειδικά επί του ανωτέρω προβληθέντος ισχυρισμού του περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος του για το έγκλημα της πλαστογραφίας. Μετά από όλα τα παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως του πλαστού κατ' εξακολούθηση. Πότε συρρέει αληθώς με το έγκλημα της φοροδιαφυγής. Αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ακροάσεως στο ακροατήριο (ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός για απαράδεκτο της ποινικής δίωξης είναι απορριπτέος με την κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη που ασκήθηκε η ποινική δίωξη), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη όλων των ως άνω λόγων αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη, Συρροή εγκλημάτων.
2
Αριθμός 2036/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - προσφευγόντων 1. Ε. Κ. και 2. Ν. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, κατά των υπ' αριθμ. 727/2010 και 782/2010 Διατάξεων του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με τις ως άνω διατάξεις του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτές και οι αναιρεσείοντες - προσφεύγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση των διατάξεων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Σεπτεμβρίου 2010 και 20 Σεπτεμβρίου 2010 αιτήσεις τους περί αναίρεσης, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1233/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 307/28.9.10 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 476 παρ. 1 ΚΠΔ, α) την από 6-9-2010 αίτηση των Ν. Κ. και Ε. Κ. με την οποία ζητούν την αναίρεση της υπ' αρ. ΕΓ/106-10/107/4Δ/10 διατάξεως Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και της υπ' αρ. 782/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών με τις οποίες απερρίφθη η υπ' ΑΒΜ Δ/10/128 έγκλησή τους κατά Ε. Α., Χ. Λ. και Μ.-Σ. Κ. δικηγόρου Θεσσαλονίκης, β) την από 20-9-2010 αίτηση του Ν. Κ. με την οποία ζητεί την αναίρεση της υπ'αριθμ. 727/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Επειδή η διάταξη του Εισαγγελέως, κατ' άρθρ. 47 ΚΠΔ ως και κατ'αρ.48 ΚΠΔ κατόπιν προσφυγής με την οποία απορρίπτεται έγκληση δεν έχει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως κατά τα άρθρα 482, 484, 370, 371 ΚΠΔ και δεν υπόκειται σε αναίρεση ( ΑΠ 602/2004 ) οι υπό κρίση αιτήσεις είναι απαράδεκτες, πρέπει ν' απορριφθούν και επιβληθούν στους αιτούντες (αρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ ) τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες: α) η από 6-9-2010 αίτηση των Νικολάου και Ε. Κ. για αναίρεση των υπ' αρ. ΕΓ/106-10/107/4Δ/10 και 782/2010 διατάξεων των Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών ( αντιστοίχως ), β) η από 20-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. κατά της υπ' αρ. 727/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ( αρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ ) σε βάρος των αιτούντων. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αναιρεσείοντος - προσφεύγοντες. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 6.9.2010 και 20.9.2010 αιτήσεις του Ν. Κ. του Γ. και Ε. Κ. του Γ. για αναίρεση των: 1) υπ' αριθμ. ΕΓ 106-10/107/4Δ/10 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 2) υπ' αριθμ. 782/2010 και 727/2010 διατάξεων του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και να εξετασθούν περαιτέρω. Από τα άρθρα 47 και 48 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η απορριπτική της έγκλησης διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών είναι δεκτική προσβολής με προσφυγή στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, ενώ η επ' αυτής εκδιδόμενη από τον τελευταίο διάταξη δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο ή βοήθημα, διότι δεν υπάρχει στο νόμο σχετική περί τούτου πρόβλεψη. Στην προκειμένη περίπτωση για τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ζητείται η αναίρεση: 1) της υπ' αριθμ. 106-10/107/4Δ/10 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για την οποία απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. ΑΒΜ Δ/10/128 έγκληση των δυο αναιρεσειόντων κατά των Ε. Α., Χ. Λ. και Μ.-Σ. Κ., δικηγόρου Θεσσαλονίκης, 2) της υπ'αριθμ. 782/2010 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή των αναιρεσειόντων κατά της προαναφερόμενης διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και 3) της υπ'αριθμ. 727/2010 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η υπ'αριθμ. 440/19.7.2010 προσφυγή του Ν. Κ. κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ 182-2010/ 33/30-Δ/2010 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 7-1-2010 μήνυση του αναιρεσείοντος κατά των Χ. Λ., Ε. Α., Β. Κ. και λοιπών προσώπων. Το ως άνω όμως ένδικο μέσο (αναίρεση) δεν προβλέπεται κατά τα προεκτεθέντα, από το νόμο. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ως απαράδεκτες, αφού, όπως προκύπτει από τα από 8-10-2010 δυο αποδεικτικά επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., κλητεύθηκαν νόμιμα οι αναιρεσείοντες να προσέλθουν στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσουν τις απόψεις τους για το παραδεκτό των κρινόμενων ως άνω αιτήσεων αναίρεσης (άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ). Τέλος, πρέπει, λόγω της απόρριψης των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει και απορρίπτει: α) την από 6-9-2010 αίτηση των Ν. και Ε. Κ. για αναίρεση των υπ' αριθμ. ΕΓ 106-10/107/4Δ/10 και 782/2010 διατάξεων των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών αντιστοίχως και β) την από 20-9-2010 αίτηση του Ν. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 727/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε καθεμία περίπτωση σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά διατάξεων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών που απέρριψαν την έγκληση και την προσφυγή του εγκαλούντος κατά απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (άρθρα 47 και 48 ΚΠΔ) αντίστοιχα. Απόρριψη δυο σχετικών αιτήσεων αναίρεσης ως απαράδεκτων.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 2035/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Σ.Μ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 162/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με συγκατηγορούμενο τον Σ.Δ. του Τ.. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείον - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1104/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 323/4.10.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την υπ'αριθμ. 162/29-4-2010 απόφασή του καταδίκασε τον Σ.Μ. σε φυλάκιση 4 ετών και 15 ημερών για κλοπή κλπ. Η άνω απόφαση εκδόθηκε κατ'έφεση και αντιμωλία, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο στις 3.6.2010. Κατ' αυτής άσκησε ο παραπάνω καταδικασθείς και δη ο ίδιος στις 23-7-2010, ενώπιον του Δ/ντού της φυλακής ..., που κρατείται, την υπ'αριθμ. 5/2010 αίτηση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης "ΔΙΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΘΩΟΣ " [βλ. την έκθεση αναίρεσης]. ΙΙ) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1, 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ σαφώς προκύπτει ότι στη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναίρεσης πρέπει να περιέχεται, και δη κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τουλάχιστον ένας από τους λόγους που αναφέρει περιοριστικά το άρθρο 510 ΚΠοινΔ, άλλως ασκείται, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου και συνεπώς είναι χωρίς άλλο απαράδεκτη - βλ. και ΑΠ 809/2008, ΑΠ 354/2006, ΑΠ 2472/2005 κ.α. - αφού στην περίπτωση αυτή ο 'Αρειος Πάγος δεν έχει αντικείμενο έρευνας, δεδομένου άλλωστε ότι αυτός [ 'Αρειος Πάγος ] δεν είναι [τριτοβάθμιο] δικαστήριο ουσίας αλλά ακυρωτικό δικαστήριο. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ σαφώς προκύπτει ότι η προθεσμία της αίτησης αναίρεσης, όταν αυτή ασκείται κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ίδιου κώδικα είναι δέκα ημέρες από της καταχωρίσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, της απόφασης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία. Δεν απαιτείται δηλ. στην τελευταία περίπτωση και επίδοση αυτής [ βλ. και ΑΠ 848/2005, ΑΠ 361/2006, ΑΠ 977/2002, ΑΠ 91/99 κ.α. ]. Επειδή κατά λογική αρχή το εμπρόθεσμο ή μη ενός ενδίκου μέσου προηγείται της έρευνας της υπάρξεως ή μη πληρότητας του περιεχομένου της οικείας έκθεσης αυτού, αφού το δεύτερο προϋποθέτει εμπρόθεσμο ένδικο μέσο. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη αφενός μεν διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα αφ' ετέρου διότι δεν περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω να κηρυχθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 5/2010 αναίρεση του Σ.Μ. κατά της υπ'αριθμ. 162/2010 απόφασης του πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ.1 και 473 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δέκα ημέρες και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτή έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο αρχίζει από τότε που θα του επιδοθεί η καταχωρισμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Δηλονότι, προκειμένου να τρέξει η παραπάνω προθεσμία απαιτείται επίδοση της απόφασης μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης και ούτε εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημεροχρονολογία 3-8-2010 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματείας του Εφετείου Κρήτης, η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 162/29-4-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε κατ'έφεση και η οποία απαγγέλθηκε παρουσία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ στις 3-6-2010. με την απόφαση αυτή ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής από κοινού. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση του κατηγορουμένου την 23-7-2010 ενώπιον του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής ..., ένθα κρατείτο, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθμ. 5/2010 σχετική έκθεση, χωρίς να αναφέρεται μάλιστα σ' αυτήν κάποιος από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Έτσι όμως η άσκηση της έγινε μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των δέκα ημερών από της καταχωρίσεως της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο και για το λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμη. Μετά ταύτα και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο για τη δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησής της, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 485 παρ.1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επί του φακέλλου της δικογραφίας του αρμόδιου γραμματέα κλήθηκε νόμιμα ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο συμβούλιο αυτό και να εκθέσει τις απόψεις του ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2010 αίτηση του Σ.Μ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 162/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, χωρίς περαιτέρω έρευνα για το ορισμένο ή αόριστο αυτής.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 2034/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Χ1 Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και εγκαλούσα την Χ2, κάτοικο .... Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 931/22-6-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 935/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 353/19-10-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ' ε' και 137 παρ. 1γ ΚΠΔ την από 22-6-2010/931 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1γ ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο. Στη προκείμενη περίπτωση η Χ2, υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς την από 29-10-09/Α09/2404 έγκληση σε βάρος των α) Α1, Δ/ντη Σχολής Βυζαντινής Αγιογραφίας, β) αγνώστου δράστη, γ) Α3, δ) Α4 ιερέως, ε) Α5 ιερέως, στ) Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, ζ) Α6 ιερέως, και η) Α7 εργοθεραπεύτριας για παράβαση των άρθρ. 361Α, 363, 371, 399, 239 Π.Κ. (κατάχρηση εξουσίας, όσον αφορά τον εισαγγελικό λειτουργό) και υπόθαλψη εγκληματιών προδοσίας του πολιτεύματος της χώρας. Επειδή ο έκτος των εγκαλουμένων, υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς (βλ. την από 17-5-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς) δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο και δεδομένου ότι στο Εφετείο Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως, εξαιτίας της ιδιότητας του έκτου των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας και για τους λοιπούς, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, στις αρμόδιες αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω εγκλήσεως καθόλα αυτής τα στάδια ( προδικασία και συντρεχούσης περιπτώσεως, κύρια διαδικασία ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω, να διατάξει το Δικαστήριό σας, την παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η από 29-10-09/Α09/2404 έγκληση της Χ2 κατά των εγκαλουμένων Α1, αγνώστου δράστη, Α3, Α4, Α5, Χ1, Αντισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, Α6 και Α7, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών. Αθήνα 4-10-2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ.ε'ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ίδιου Κώδικα Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνον κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και κατ'εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ.γ'ΚΠΔ, της παραπομπής στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικά, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ.α'ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύονται τα εξής: Ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς με την 931/22-6-2010 αναφορά του ζητεί την παραπομπή της, από 29-10-2009, έγκλησης της Χ2 κατά των Α1, άγνωστου δράστη, Α3, Α4 ,Α5, Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, Α6 και Α7, για κατάχρηση εξουσίας κ.λπ. από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, επειδή για μεν τον εγκαλούμενο Χ1 συντρέχει ο λόγος παραπομπής εξαιτίας του ότι υπηρετεί, ως Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, στον Εισαγγελέα στον οποίο ανήκει η αρμοδιότητα να ερευνήσει την πιο πάνω έγκληση, για δε τους λοιπούς παραπάνω εγκαλούμενους συντρέχει λόγος της συνεκδίκασης με αυτόν Χ1, λόγω συναφείας (ΚΠΔ 129). Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (ΚΠΔ 136 στοιχ.ε', 137) και πρέπει, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο, να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης της πιο πάνω έγκλησης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και αν συντρέξει περίπτωση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, όπως στο διατακτικό ορίζεται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της, από 29-10-2009, έγκλησης της Χ2 κατά του Α1, άγνωστου δράστη, Α3, Α4, Α5, Χ1, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών ..., Α6 και Α7, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει έγκληση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, καθώς και στα ποινικά Δικαστήρια Αθηνών.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
2
Αριθμός 2033/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων, 1/ Χ1 και 2. Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 158/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, με κατηγορούμενους τους: 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Ιουνίου 2010 δυο αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 901/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 350/18.10.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 513 §1 εδ. α', σε συνδ. προς άρθρ. 476 §1 εδ. α' Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 10/10 και 11/10 αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 158/10 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής:α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 §1α' και 476 §1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν ο ασκών αυτή δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα (δεν νομιμοποιείται) να την ασκήσει. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). Επί πλέον δε μπορεί το ίδιο (σε συμβούλιο) Δικαστήριο, να καταδικάσει τον ασκήσαντα την αίτηση αναίρεσης σε χρηματική ποινή έως 100 ευρώ. β) Κατά το άρθρ. 482 §1 εδ. Β' Κ.Π.Δ., (πριν την αντικατάστασή του με τον Ν. 3160/03), ο πολιτικώς ενάγων νομιμοποιούνταν ν' ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος, που αποφαίνονταν να μην γίνει κατηγορία κατά του κατ/νου, ή που κήρυττε την κατ' αυτού ποινική δίωξη απαράδεκτη, ή που έπαυε οριστικά ή προσωρινά την εναντίον του ποινική δίωξη. Με το άρθρο 41 §1 Ν. 3160/03 όμως, αντικαταστάθηκε το ανωτέρω άρθρο (482 §1 Κ.Π.Δ.) και έτσι πλέον παρέχεται αυτό το δικαίωμα μόνον στον κατ/νο ν' ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο για κακούργημα, ή που έπαυσε προσωρινά την κατ' αυτού ποινική δίωξη. Με βάση τα ανωτέρω, ο πολιτικώς ενάγων σήμερα, δεν νομιμοποιείται (δεν δικαιούται) ν' ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, που αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του κατ/νου, ή που κήρυξε την κατ' αυτού ποινική δίωξη απαράδεκτη, ή που έπαυσε οριστικά (Α.Π. 1700/09, Π.Χρ. Ξ' 575) ή προσωρινά την εναντίον του ποινική δίωξη. γ) Από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προέκυψαν τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιώς με το 737/09 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά των κατ/νων Ψ1, Ψ2 και Ψ3, δικηγόρου, για απάτη στο δικαστήριο, με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ (οι δύο πρώτες) και για ηθική σ' αυτήν αυτουργία (ο τρίτος). Δηλαδή για παράβαση των άρθρων 45, 46 §1α, 386 §3 β' Π.Κ. Οι τότε πολιτικώς ενάγοντες Χ1 και Χ2, κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν τις υπ' αριθμ. 63/09 και 64/09 εφέσεις, κατ' άρθρ. 480 Κ.Π.Δ., το δε Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το 158/10 βούλευμά του, απέρριψε στην ουσία αυτές, επικυρώνοντας το πρωτόδικο (737/09 - εκκαλούμενο) βούλευμα. Κατά του εφετειακού τούτου βουλεύματος (158/10) στρέφονται οι και σήμερα πολιτικώς ενάγοντες Χ1 και Χ2 με τις υπό κρίση 10/10 και 11/10 αναιρέσεις τους, ζητώντας την αναίρεση τούτου. δ) Με βάση τα ανωτέρω υπό β' εκτεθέντα, πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των ανωτέρω πολιτικώς εναγόντων ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ακουσθούν αυτοί ως διάδικοι, διότι αυτές ασκήθηκαν από πρόσωπα που δεν δικαιούνται σε τούτο. Τέλος πρέπει, αφενός μεν να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους ανωτέρω αναιρεσείοντες, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτούς και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ' αριθμ. 10/10 και 11/10 αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικών εναγόντων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 158/10 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Β) Να επιβληθούν, αφενός μεν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα αναιρεσείοντα, αφετέρου δε να επιβληθεί ομοίως στον καθένα χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. Αθήνα 7-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/30.6.2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β) αποφαίνονταν ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση, όμως, του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον, από την έναρξη της ισχύος του (30.6.2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων, με τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διάταξης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου, που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το 737/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων, 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3 για την πράξη της απάτης στο δικαστήριο, με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ (οι δυο πρώτες) και για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή (ο τρίτος). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν, ξεχωριστά, οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες Χ1 και Χ2 συζ. Χ1 έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο με το 158/2010 βούλευμά του απέρριψε τις εφέσεις, ως αβάσιμες κατ'ουσίαν, και επικύρωσε στο σύνολό του το προδιαληφθέν (απαλλακτικό) πρωτόδικο βούλευμα. Οι πιο πάνω αναιρεσείοντες, με την ιδιότητά τους ως πολιτικώς ενάγοντες, κατά του παραπάνω 158/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, άσκησαν, αντιστοίχως, τις με αριθμό 10/11.6.2010 και 11/11.6.2010 αιτήσεις αναίρεσης. Οι αιτήσεις, όμως, αυτές ασκούμενες από διαδίκους που δε δικαιούνται πλέον, κατά τα προεκτεθέντα, ν' ασκήσουν το ένδικο τούτο μέσο κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό 10/11.6.2010 και 11/11.6.2010 αιτήσεις των 1) Χ1και 2)Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., αντιστοίχως, για αναίρεση του 158/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα, που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία. Δεν δικαιούται ο πολιτικώς ενάγων ν' ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά τέτοιου βουλεύματος. Απορρίπτει αιτήσεις, ως απαράδεκτες, λόγω άσκησης τούτων από τους πολιτικώς ενάγοντες.
Πολιτική αγωγή
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
0
Αριθμός 2032/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1)Α. Κ., 2)Ε. Φ., 3)Κ. Γ., Εφέτες Πειραιά και 4)Δ. Χ. Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιά. Και εγκαλούντες τους: 1)Κ. συζ. Δ. Μ. και 2)Δ. Μ. του Ι., ..., Αττικής. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 66/7-6-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 772/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 258/16-9-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1) Οι (α) Κ. συζ. Δ. Μ. και (β) Δ. Ι. Μ. υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 28-10-2009 έγκλησή των κατά των (1) Α. Κ., (2) Ε. Φ., (3) Κ. Γ., Εφετών στο Εφετείο Πειραιά και (4) Δ. Χ., Αντ/λέα Εφετών Πειραιά για παράβαση καθήκοντος, ψευδή βεβαίωση, κατάχρηση εξουσίας, ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και εκβίαση. Επί της εγκλήσεως αυτής διενεργήθηκε νόμιμα προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ο άνω Εισαγγελέας απέρριψε αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της με την υπ'αριθμ. 279/2010 διάταξή του. Κατ'αυτής οι ως άνω εγκαλούντες άσκησαν την υπ'αριθμ. 38/2010 προσφυγή. Επειδή οι εκ των εγκαλουμένων Α. Κ. και η Ε. Φ. υπηρετούν ως εφέτες στο Εφετείο Πειραιά, ο Δ. Χ. ως αντ/λέας Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά και ο Κ. Γ. ως εφέτης στο Εφετείο Αθηνών αντίστοιχα (βλ. οικείες βεβαιώσεις Εισαγγελίας και Εφετείου Πειραιά). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. 3 ΚΠΔ όταν κατηγορούμενος -στην έννοια του οποίου νοείται και ο καταγγελλόμενος, όταν δεν έχει ακόμα ασκηθεί ποινική δίωξη βλ. ΑΠ 364/2006 - είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, τότε διατάσσεται παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές τοιούτο. Η τοιαύτη παραπομπή, που οφείλεται στην εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και στον αποκλεισμό κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού από την συν-υπηρέτηση, καταλαμβάνει και το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής δίωξης, επομένως και η κρίση επί της ασκηθείσης προσφυγής κατά διατάξεως Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών ( βλ. και ΑΠ 1011/2005, ΑΠ 577/2003, ΑΠ 572/2003 κ.α. ). Εξ άλλου η άνω παραπομπή περιλαμβάνει και όλους τους εγκαλούμενους λόγω συναφείας και για την ενότητα της κρίσης (βλ. και ΑΠ 2264/2005, ΑΠ 1138/86 κ.α.). Την άνω παραπομπή αποφασίσει ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, κατά το άρθρο 137 εδ. γ ΚΠοινΔ " σε κάθε άλλη περίπτωση" ( βλ. και ΑΠ 1011/2005, ΑΠ 2264/2005, ΑΠ 1304/2004, ΑΠ 694/2000 και ΑΠ 724/2000). Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η παρούσα υπόθεση και δη η κρίση επί της ανωτέρω προσφυγής στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας και στις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Λαμίας, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως παραπεμφθεί η υπό κρίση υπόθεση και δη η κρίση επί της 38/11.5.2010 προσφυγής των (α) Κ. Μ. και (β) Δ. Μ. στον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας και στις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Λαμίας, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ Π. ΑΝΔΡΕΙΩΤΕΛΛΗΣ" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ.ε'του ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα αρθρ.122-125 δια την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα αρθρ.122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του επ. αρ.137 παρ.1 του παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλήν άλλων και ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α)το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β)το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ)ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλ. του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης, και για την προδικασία, καθώς και το στάδιο της ασκήσεως της ποινικής δίωξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το 66/7-6-2010 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, που απευθύνεται προς το Συμβούλιο αυτό, υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 137 περ. γ' και 136 περ. ε' τοο ΚΠΔ η συνημμένη ποινική δικογραφία με ΑΒΜ Α09/2396 και ΕΓ1-10/59 με την υπ' αριθ. 38/2010 προσφυγή: 1) της Μ. Κ. συζ. Δ. το γένος Λ. Ι., 2) του Μ. Δ. του Ι., δικηγόρου, κατοίκων αμφοτέρων …, ασκηθείσα κατά της υπ' αριθ. 279/2010 Διάταξης (αρθρ. 47§2 του ΚΠΔ) του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η από 28/10/2009 έγκληση των ανωτέρω κατά: 1) της Κ. Α., Εφέτη, 2) της Φ. Ε., Εφέτη, 3) του Γ. Κ., Εφέτη, υπηρετούντων των τριών προαναφερομένων Εφετών στο Εφετείο Πειραιά, 4) του Χ. Δ., Αντεισαγγελέα Εφετών, υπηρετούντος στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, για τις καταγγελλόμενες πράξεις της παράβασης καθήκοντος (αρθρ. 13α', 259 ΠΚ), της ψευδούς βεβαίωσης (αρθρ. 242 ΠΚ), της κατάχρησης εξουσίας (αρθρ. 239 ΠΚ), της ψευδούς καταμήνυσης (αρθρ. 229 ΠΚ), της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρθρ. 363-362 ΠΚ), της εκβίασης (αρθρ. 385 ΠΚ), οι οποίες φέρονται να έλαβαν χώρα στον Πειραιά κατά την 28η και; 29η Νοεμβρίου 2009. Οι καταγγελόμενοι Δικαστικοί και Εισαγγελικός, λειτουργοί, όπως φαίνεται από τις επισυναπτόμενες υπηρεσιακές βεβαιώσεις, υπηρετούν στο Εφετείο Πειραιώς οι Εφέτες, Α.Κ. και Ε.Φ., του Εφέτη Γ. Κ. μετατεθέντος και ήδη, αναλαβόντος υπηρεσία στο Εφετείο Αθηνών και στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς του Αντεισαγγελέα Εφετών Δ.Χ.. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις άνω αρχές του Εφετείου και Εισαγγελίας Εφετών Πειραιώς, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Λαμίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση που αφορά την υπ'αριθμ.38/11-5-2010 προσφυγή των: 1)Κ. Μ. και 2)Δ. Μ. ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, κατά της 279/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, σχετικά με έγκλησή τους κατά των :1)Α. Κ., 2)Ε. Φ. και 3)Κ. Γ., Εφετών Πειραιώς, του τελευταίου ήδη μετατεθέντος στο Εφετείο Αθηνών, καθώς και κατά του Δ. Χ., Αντεισαγγελέα Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές (για το τελευταίο), του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Λαμίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Λαμίας
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2030/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3891/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείον - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στους από 18 Νοεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 829/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη της πλαστογραφίας ή από άλλον στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το εν λόγω έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς και να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνησή της, ώστε να προβεί αυτή σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και τον σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ` εξακολούθηση και τον καταδίκασε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος είναι γιατρός, έχει την ειδικότητα του ακτινολόγου και διατηρεί ακτινολογικό ιατρείο στην οδό ... το οποίο είναι οργανωμένο ως τμήμα του Ιατρικού Κέντρου Δυτικής Αττικής που στεγάζεται στην ως άνω διεύθυνση και έχει διάφορα ιατρικά τμήματα, όπως...Τον Απρίλιο του έτους 2003 το τμήμα Ελέγχου και Επιθεώρησης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠΟΤΕ), με το οποίο ήταν συμβεβλημένος ο ως άνω κατηγορούμενος γιατρός για την εκτέλεση εντολών υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένων του εν λόγω Ταμείου, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που ορίζονται από το Π. Δ. 411/30-8-1998 "Οργανισμός ΤΑΠ-ΟΤΕ", προχώρησε σε περικοπή ύψους 1250,16 ευρώ κατά τον έλεγχο του λογαριασμού από ιατρικές πράξεις του που είχε υποβάλλει ο ως άνω κατηγορούμενος (...) εφαρμόζοντας τις ισχύουσες νομοθετικές και καταστατικές διατάξεις και εγκυκλίους του ταμείου. Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε το γεγονός της περικοπής και το λόγο αυτής που ήταν ότι οι εξετάσεις Triplex αγγείων ασφαλισμένων τις οποίες είχε υποβάλει προς πληρωμή δεν είχαν αναγραφεί από τον προβλεπόμενο, από την υπ` αρ. 6971/1-8-2001 εγκύκλιο της Δ/νσης Υγειονομικού, ιατρό ειδικότητας Νευρολόγου - Ω.Ρ.Λ. - Καρδιολόγου, και προσκόμισε τροποποιημένη την προαναφερόμενη εγκύκλιο, με τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου και ημερομηνία έκδοσης ... η οποία στην παράγραφο 2 ανέφερε για τα τρίπλεξ ότι θα μπορούν να αναγράφονται εκτός από τους ως άνω ιατρούς και από Οφθαλμίατρο και από Παθολόγο χωρίς όμως αυτή η εγκύκλιος να φέρει τις υπογραφές του Συντονιστή της Διοίκησης και του Διευθυντή του Υγειονομικού. Τα περιστατικό αυτό προβλημάτισε τους υπαλλήλους του τμήματος Ελέγχου και έτσι προέβησαν σε δειγματοληπτικό έλεγχο των εντολών υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων και ειδικότερα των εξετάσεων ΤΡΙΠΛΕΞ που είχαν εκτελεσθεί από τον πιο πάνω κατηγορούμενο υπό την εποπτεία της Διευθύντριας Διοικητικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ .... Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι σε τριάντα έξι (36) περιπτώσεις ασφαλισμένων, το πρωτότυπο - παραπεμπτικό δελτίο από το βιβλιάριο του ασφαλισμένου, θεωρημένο από τους ελεγκτές γιατρούς του ταμείου του ΤΑΠ-ΟΤΕ (Σ1 και Σ2), που συνόδευε το λογαριασμό που υπέβαλε ο κατηγορούμενος για να πληρωθεί (το δελτίο παροχής υπηρεσιών) δεν ανταποκρινόταν στο ταυτάριθμο αντίστοιχο στέλεχος του βιβλιαρίου του ασφαλισμένου (αντίγραφο) στο οποίο είτε αναγραφόταν επίσκεψη στο ιατρείο είτε ήταν σκισμένο ενώ στο θεωρημένο πρωτότυπο παραπεμπτικό δελτίο του βιβλιαρίου αναγραφόταν από το θεράποντα ιατρό τρίπλεξ αρτηριών κ.λπ. Οι ασφαλισμένοι στις παραπάνω 36 περιπτώσεις με υπεύθυνες δηλώσεις τους δήλωσαν ότι είχαν επισκεφθεί το διαγνωστικού κέντρου του κατηγορουμένου για εξετάσεις τους και είχαν αφήσει στη γραμματεία του το βιβλιάριό τους προς διευκόλυνσή τους, αλλά ουδέποτε είχαν επισκεφθεί τους γιατρούς που φέρονται ότι ανέγραψαν τις εντολές για τρίπλεξ, που είναι γιατροί κυρίως του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Αθηνών, αλλά και οι γιατροί, που φέρονται ότι έχουν αναγράψει τις σχετικές εξετάσεις TRIPLEX στα βιβλιάρια και έχουν υπογράψει τα σχετικά δελτία εντολών εξετάσεων δεν είχαν συντάξει και υπογράψει αυτά, οι υπογραφές αυτών που αναφέρονται στο διατακτικό είχαν τεθεί κατ` απομίμηση των γνησίων υπογραφών τους και οι σφραγίδες τους που είχαν τεθεί στα ως άνω δελτία εντολών εξετάσεων ήταν πλαστές. Επακολούθησε έρευνα από τους Επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι οποίοι εξετάστηκαν και ως μάρτυρες και οι οποίοι συνέταξαν την αναγνωσθείσα από 28-11-2003 έκθεση έρευνας. Οι ανωτέρω Επιθεωρητές διαπίστωσαν ότι παραβιάστηκε η διαδικασία που προβλέπεται για τη συνταγογράφηση, τη θεώρηση και εκτέλεση των εντολών υγειονομικής περίθαλψης σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις από τους ίδιους τους ασφαλισμένους, από τους θεράποντες γιατρούς, από τους ελεγκτές γιατρούς του ΤΑΠ-ΟΤΕ (Σ1, Σ2 και Σ3), που ήταν συγκατηγορούμενοι με τον κατηγορούμενο γιατρό Χ πρωτοδίκως και αθωώθηκαν, και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ιατρό ο οποίος φρόντιζε τόσο τη συνταγογράφηση των εντολών περίθαλψης, όσο και τη θεώρηση και την εκτέλεση αυτών αφού ο ίδιος φρόντιζε να προσκομίζει τα πρωτότυπα των αποκομμάτων των βιβλιαρίων στους ελεγκτές γιατρούς του ταμείου για θεώρηση και στη συνέχεια για την υποβολή αυτών στις υπηρεσίες του ταμείου προς πληρωμή του για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του στους ασφαλισμένους. Σημειώνεται ότι οι επιθεωρητές συντάκτες της ως άνω αναγνωσθείσης έκθεσης έρευνας με ημερομηνία 28-11-2003 ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους προσκομίσει ή επιδείξει τα TRIPLEX, που αφορούσαν τις 36 πλαστές συνταγές, αυτός αρνήθηκε, επικαλούμενος τεχνικά προβλήματα, προσωπικά δεδομένα και ιατρικό απόρρητο. Σημειώνεται ακόμη ότι η ελεγκτής γιατρός του Σ2 είχε μισθώσει ιατρείο στο κτίριο που στεγαζόταν το Ιατρικό Κέντρο Δυτικής Αττικής από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τα σε βάρος του στοιχεία σχετικά με την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ` εξακολούθηση για την οποία κατηγορείται. Ο υπερασπιστικός του ισχυρισμός ότι τον παραπλάνησε μητέρα ασθενούς του, που προσφέρθηκε να τον εξυπηρετεί για να μεταφέρει τα βιβλιάρια πελατών του σε γιατρούς του νοσοκομείου Ιπποκρατείου για να γράφουν τις εξετάσεις TRIPLEX πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον στους Επιθεωρητές του Υπουργείου που έκαναν τη σχετική έρευνα δεν την κατονόμασε, η δε αναφορά της αργότερα κατά την πορεία της ποινικής διαδικασίας δεν ενισχύει τον ως άνω ισχυρισμό του, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν έχει στραφεί εναντίον της για την επικαλούμενη από αυτήν εξαπάτησή του, η οποία άλλωστε δεν μπορούσε να γίνει δεδομένου ότι η εντολή ιατρικής εξέτασης στο βιβλιάριο ασθενείας του ασφαλισμένου που είχε αναγραφεί δήθεν από τους ως άνω ιατρούς και που ήταν TRIPLEX διαφόρων αγγείων δεν συμφωνούσε με το ταυτάριθμο αντίγραφο που βγαίνει κατά πάγια τακτική με καρμπόν στο απομένον στέλεχος του βιβλιαρίου του ασφαλισμένου στο οποίο αναγραφόταν η ένδειξη ιατρική επίσκεψη και αυτό ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου. Άλλωστε ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος που είχε συμφέρον από τις πλαστές εντολές περίθαλψης αφού θα πληρωνόταν με την προσκόμισή τους στο ταμείο του ΤΑΠ-ΟΤΕ, είτε πραγματοποιώντας αυτές τις εξετάσεις ο ίδιος όπως αυτός ισχυρίζεται ότι τις πραγματοποίησε είτε μη πραγματοποιώντας αυτές όπως το σύνολο σχεδόν των αναφερομένων στο κατηγορητήριο ασφαλισμένων δήλωσαν στους παραπάνω επιθεωρητές με υπεύθυνες δηλώσεις τους ότι δεν τις πραγματοποίησαν και ότι δεν έχουν υπογράψει οι ίδιοι τις σχετικές εντολές περίθαλψης του βιβλιαρίου τους. Σημειώνεται ότι αποδείχθηκε ότι δεν ήταν γνήσιες οι υπογραφές των θεραπόντων ιατρών που φέρονται ότι ανέγραψαν τις εντολές περίθαλψης (εξέτασης) TRIPLEX στις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο 36 περιπτώσεις ασφαλισμένων, γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας όσο και από τους ασφαλισμένους οι οποίοι με τις δηλώσεις τους προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ και τους Επιθεωρητές δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν τους γιατρούς αυτούς. Με δεδομένα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα, που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, εν γνώσει της πλαστότητας αυτών και κατόπιν τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ` εξακολούθηση...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αιτιολογούνται πλήρως και χωρίς ασάφειες ή λογικά κενά όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, δηλαδή η ύπαρξη των πλαστών εγγράφων (εντολών περιθάλψεως), η, εν γνώσει της πλαστότητάς τους, χρησιμοποίηση αυτών από τον αναιρεσείοντα, με την προσκόμισή τους στο ΤΑΠ-ΟΤΕ, και ο σκοπός παραπλανήσεως άλλων (των αρμοδίων υπαλλήλων του νομικού αυτού προσώπου) για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες (ότι, δηλαδή, οι αναφερόμενες στις εντολές εξετάσεις είχαν πραγματοποιηθεί και, κατά συνέπειαν, εδικαιούτο αυτός να εισπράξει τα χρηματικά ποσά που, επίσης, αναφέρονταν σ` αυτές). Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Αιτιολογείται πλήρως η γνώση αυτού για την πλαστότητα των εντολών περιθάλψεως με την παραδοχή ότι είχε προσκομίσει αυτός τροποποιημένη την υπ` αριθ. 6971/1.8.2001 εγκύκλιο, η οποία ανέφερε ότι τα triplex μπορούσαν να αναγράφονται και από οφθαλμίατρο και από παθολόγο, δεν έφερε, όμως, τις υπογραφές των αρμοδίων προσώπων. Δέχεται, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να γνωρίζει ή τουλάχιστον, λαμβανομένης υπόψη και της πείρας του ως ιατρού, να ελέγξει αν η εγκύκλιος αυτή ήταν έγκυρη, γεγονός από το οποίο εξάγεται από λογική αναγκαιότητα η γνώση και δεν χρειαζόταν περαιτέρω ανάλυση. β) Αιτιολογείται, ακόμη, και ο σκοπός παραπλανήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων, με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, με την προσκόμιση των πλαστών εντολών περιθάλψεως στο ταμείο του ΤΑΠ-ΟΤΕ, θα πληρωνόταν είτε πραγματοποιώντας τις εξετάσεις αυτές ο ίδιος είτε όχι. Και γ) λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αξιολογούνται αυτά και να αναφέρεται από ποια από αυτά συνάγεται η γνώση της πλαστότητας. Τέλος, η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων ..., ...., ιατρικές εξετάσεις των 36 ασθενών του κατηγορητηρίου, που αναγνώσθηκαν, κ.λπ.) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Β§§8,9,10 του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών": "Απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή ν' αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται: α) ο προσδιορισμός 1) αν συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία, ...(παρ. 8). Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογραφιών (παρ. 9). Η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10)". Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε προσδιορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 26.3.2010, η οποία διακόπηκε για τις 30.3.2010. Κατά την ημέρα εκείνη, με την υπ` αριθ. 3359/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η δίκη αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων του κατηγορουμένου, λόγω της αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, για τη δικάσιμο της 19.4.2010, για την οποία, όμως, είχε ήδη γίνει η κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι: "Επειδή περαιτέρω επίκειται κίνδυνος παραγραφής της υποθέσεως, δεδομένου ότι οι αμέσως επόμενες πράξεις της χρήσεως πλαστών εγγράφων, για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος, έχουν χρόνο τελέσεως την (1.4.2002), 14.5.2002 και 20.5.2002, πρέπει να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως σε σύντομο χρονικό διάστημα, έστω και αν έχει γίνει κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου...". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, γιατί η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε σε δικάσιμο, για την οποία είχε γίνει ήδη η κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου, χωρίς να αιτιολογείται περαιτέρω η επιλογή της δικασίμου αυτής, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, η ισχυριζόμενη ακυρότητα δεν είχε προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως και, επομένως, έχει καλυφθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί αιτιολογείται ο προσδιορισμός στην ως άνω δικάσιμο, λόγω της επικειμένης παραγραφής μερικοτέρων πράξεων του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος που τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠοινΔ, μοναδικό λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 19.11.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Τριμελές Εφετείο στήριξε την καταδικαστική του κρίση, μεταξύ άλλων, και στις υπεύθυνες δηλώσεις των ασφαλισμένων..., οι οποίες δεν αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, οι ανωτέρω ασφαλισμένοι δεν είχαν υποβάλει υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες, βεβαίως, δεν αναγνώσθηκαν, πλην η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις που αφορούν τη χρήση των πλαστών εντολών περιθάλψεως αυτών, σε άλλα στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση με τον πρόσθετο αυτής λόγο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Μαΐου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 4274/2010) αίτηση του Χ μετά του από 18/19.11.2010 προσθέτου λόγου, για αναίρεση της υπ` αριθ. 3891/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη. Αιτιολογημένη αναβολή σε δικάσιμο, για την οποία είχε γίνει η κλήρωση της συνθέσεως, λόγω της επικείμενης παραγραφής. Ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, άλλως καλύπτεται. Η κρίση του δικαστηρίου για ορισμένες μερικότερες πράξεις στηρίχθηκε όχι σε έγγραφα (υπεύθυνες δηλώσεις) που δεν αναγνώσθηκαν (αφού οι δηλώσεις αυτές δεν είχαν καθόλου υποβληθεί), οπότε θα προκαλείτο απόλυτη ακυρότητα, αλλά σε άλλα στοιχεία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναβολής αίτημα.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2027/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 19η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Η. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 269/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Ρ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 767/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 269/19-1-2010 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον Ιανουάριο 2003, κατόπιν σχετικής συμβάσεως με τους συνιδιοκτήτες, αρμόδιος συντηρητής του, επί της οδού ... πολυόροφης οικοδομής, λειτουργούντος ανελκυστήρος. Από έλλειψη όμως της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, καθώς λόγω πλημμελούς συντήρησής του ως άνω ανελκυστήρα κατά το μήνα Ιανουάριο 2003, δεν αντιλήφθηκε το γεγονός ότι το συρματόσχοινο του οροφοδιαλογέα δεν ήταν τοποθετημένο σε ορθή θέση με αποτέλεσμα αυτό, κάθε φορά που λειτουργούσε ο ανελκυστήρας, να έρχεται σε επαφή με μεταλλικά εξαρτήματα του τελευταίου και να φθείρεται, εξαιτίας δε της συνεχούς φθοράς την 5-2-2003 το εν λόγω συρματόσχοινο αποκόπηκε κατά τη στιγμή που ο ανελκυστήρας κινούνταν ανοδικά έχοντας ως επιβάτη την Ι. σύζ. Δ. Ρ. και ο ανελκυστήρας κινήθηκε ανεξέλεγκτα και απότομα πρώτα ανοδικά και μετά καθοδικά, με αποτέλεσμα, λόγω του επελθόντος βιαίου τραντάγματος η παραπάνω να υποστεί κάταγμα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου και πρόσθια ολίσθηση 1ου βαθμού του Ο4 επί του Ο5 σπονδύλου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, και 314 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε, ενώ περαιτέρω αναφέρει και αιτιολογεί την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του, να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και τον επιτακτικό κανόνα από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, ήτοι τη σύμβαση που είχε υπογράψει αυτός (αναιρεσείων) με τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της πολυόροφης οικοδομής. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, με την παραδοχή ότι το επελθόν αποτέλεσμα του τραυματισμού της παθούσας, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πλημμελή συντήρηση του ανελκυστήρα. Τούτο, γιατί ο αναιρεσείων αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να επιμελείται για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία του ανελκυστήρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του και η ασφαλής μεταφορά των ενοίκων της πολυκατοικίας και των τρίτων προσώπων, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν έλαβε τα προσήκοντα εκείνα μέτρα τα οποία θα εξασφάλιζαν την ομαλή λειτουργία του. Συγκεκριμένα, γιατί, όχι μόνο δεν έλεγξε τη σταθερότητα της τροχαλίας, αλλά ούτε και την λειτουργικότητα και πραγματική κατάσταση του συρματόσχοινου του οροφοδιαλογέα, το οποίο δεν ήταν τοποθετημένο στην ορθή του θέση, με αποτέλεσμα το συρματόσχοινο ερχόταν σε επαφή με μεταλλικά εξαρτήματα του ανελκυστήρα και εξ' αυτής της επαφής να φθείρεται αυτό (συρματόσχοινο) προοδευτικά, και σε δεδομένη χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, αυτό να αποκοπεί και να προκαλέσει την πτώση του θαλάμου, στον οποίο επέβαινε η παθούσα και εξ' αυτής της πτώσεως αυτή να τραυματισθεί. Σημειώνεται, επίσης, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές, ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αναμφισβήτητα πήγαζε από τη σχετική σύμβαση, που αυτός είχε υπογράψει με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αυτή του συντηρητή, με τους ενοίκους της πολυόροφης οικοδομής. Επίσης, από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, γίνεται φανερό ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν, σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα σε εκείνη υπό τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, με την έννοια ότι αυτός δεν προέβλεψε το εξ' αυτής επελθόν αποτέλεσμα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε ως ίδιο αποδεικτό μέσο κατά τη διάταξη του άρθρου 183 του Κ.Π.Δ, την από 26-3-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Π., είναι απαράδεκτη, αφού αυτή δεν διενεργήθηκε στα πλαίσια ανακρίσεως, ούτε κατόπιν εντολής του δικαστηρίου ή του Συμβουλίου, αλλά εκτιμάται ως απλό έγγραφο σύμφωνα με τα άρθρο 178 του ιδίου Κώδικα και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο με τα λοιπά έγγραφα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη τρεις αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 1010/6-5-2010 αίτηση του Κ. Η. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 269/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των οικείων ποινικών διατάξεων. Αιτιολογείται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του και ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίον απορρέει η υποχρέωση του. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2026/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 19η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιακούλια, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5239/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ATE LEASING", νόμιμα εκπροσωπούμενη από την Ε. Π., η οποία παραστάθηκε και διόρισε ως πληρεξούσια την δικηγόρο Μαρία Γιάγκου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1086/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου, που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται η 5239/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι κακώς παρέστη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 2010, η Α. Σ., ως εκπρόσωπος της εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΤΕΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ", καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο της εν λόγω εταιρείας, που είχε εξουσιοδοτήσει αυτήν, είχε αντικατασταθεί από τις 17 Δεκεμβρίου 2009. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, την 10η Μαρτίου 2006, της κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της παραβάσεως του νόμου περί επιταγών, εμφανίσθηκε η Α. Λ. και δήλωσε ότι δυνάμει του υπ' αριθμό 7604/2003 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Λάβδα-Μπόμπου, και του υπ' αριθμό 133/2003 πρακτικού του Δ.Σ της εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ", παρίσταται για λογαριασμό της, κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 44 ευρώ με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η εταιρία από την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ήτοι την έκδοση των επίμαχων επιταγών, των οποίων αυτή κατέστη νόμιμη κομίστρια από οπισθογράφηση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δυο (2) ετών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ, ενώ επιδίκασε και χρηματική ικανοποίηση υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας από 44 ευρώ. Κατόπιν εφέσεως που άσκησε ο κατηγορούμενος, η υπόθεση εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό την 9η Ιουλίου 2010. Με την έναρξη της συζητήσεως εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η Α. Σ., η οποία δήλωσε ότι, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως από το Δ.Σ. της "ΑΤΕLEASING", σύμφωνα με το υπ' αριθμό 236/20-2-2009 πρακτικό, παρίσταται για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε την επιδίκαση του ποσού που είχε επιδικασθεί υπέρ αυτής και πρωτοδίκως. Κατά της παραστάσεως δε αυτής, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, προέβαλε αντιρρήσεις. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε εκ νέου ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως του άρθρο 79 του ν. 5960/1933, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δυο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ταυτόχρονα δε επιδίκασε υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας, το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της άνω εταιρείας, σύμφωνα με το υπ' αριθμό 14785/30-12-2009 Φ.Ε.Κ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, είχε αλλάξει από 17-12-2009, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου εκδικάσεως της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (9-7-2010). Όμως, τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο παραστάς συνήγορός του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν ισχυρίσθηκαν και πολύ περισσότερο δεν προέκυψε από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, ότι η πληρεξουσιότητα και η εντολή, η οποία είχε παρασχεθεί δυνάμει του υπ' αριθμό 236/2009 πρακτικού του Δ.Σ. στην Α. Σ., η οποία και παραστάθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είχε ανακληθεί ή είχε παύσει για οποιοδήποτε λόγο να ισχύει (άρθρο 218 Α.Κ) και συνεπώς, η εντολή προς αυτήν (Α. Σ.), να παρίσταται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εξακολουθούσε να ισχύει. Επομένως, ο λόγος αυτός της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιουλίου 2010, αίτηση του Χ. Δ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό ΒΤ 5239/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 01 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επιταγές (άρθρο 79 ν. 5960/1933). Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της απόλυτης ακυρότητας, ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής. Νόμιμα παραστάθηκε για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας τρίτο πρόσωπο, το οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί με πρακτικό του Δ.Σ. της Α.Ε., το οποίο εξακολουθούσε να ισχύει, παρόλο που μεσολάβησε αλλαγή - αντικατάσταση του Δ.Σ. Απορρίπτει την αίτηση και επιβάλλει έξοδα και υπέρ της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Τραπεζική επιταγή, Ανώνυμη εταιρία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2028/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 139/2010 αποφά-σεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντινιά Καψιώχα και Νικόλαο Σακελλαρίου. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 589/2010 και στους από 14 Οκτωβρίου 2010 προσθέτους λόγους. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγ-γελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μετά του προσθέτου λόγου αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα απ' αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματο-γνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 139/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου". Δεν αναφέρεται, όμως, καθόλου το Δικαστήριο και στην από 22-2-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου ..., η οποία διενεργήθηκε κατόπιν της υπ' αριθ. 772/2007 παρεμπίπτουσας απόφασης του ίδιου Δικαστη-ρίου που την διέταξε και η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου προσδιορίζονται και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Δικαστήριο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενό της. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και συνεπώς πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή. Κατόπιν τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από κείνους που δίκασαν προηγουμένως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 139/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η πραγματογνωμοσύνη, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, ώστε να υπάρχει βεβαίωση ότι λήφθηκε υπόψη ή να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας ότι λήφθηκε υπόψη. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη πραγματογνωμοσύνη.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.
0
Αριθμός 2025/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Π. Ε. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αναστασάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7027/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 141/2010 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ.2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε, δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 Π.Κ. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβίασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του Π.Κ και ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 7027/2009 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και από την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται και συγκεκριμένα αποδείχθηκε, ότι "ο κατηγορούμενος στο ..., στις 2-7-2004, έκαψε την οπίσθια επιφάνεια του αριστερού ημιθωρακίου της ανήλικης Ζ. Κ. με αναμμένο τσιγάρο προκαλώντας της έτσι κυκλικό έγκαυμα διαμέτρου 0,80 εκ. τελώντας το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από τις καταθέσεις των τριών πρώτων μαρτύρων κατηγορίας, στους οποίους η ανήλικη διηγήθηκε τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε το έγκαυμα από τον κατηγορούμενο, που συμπίπτει με όσα κατέθεσε κατά την ανωμοτί κατάθεση της η ανήλικη προανακριτικά στις 6-1-2004, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό 1290/2004 ιατροδικαστική έκθεση και το από 9-7-2004 ενημερωτικό σημείωμα του Νοσοκομείου Παίδων Αγλαΐα Κυριακού, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο κάηκε στο δρόμο από την καύτρα ενός αγνώστου άνδρα, δεν κρίνεται πειστικός, αφενός μεν από το είδος του καψίματος, αφετέρου δε γιατί κάτι τέτοιο υποστηρίζει μόνο η μάρτυρας, που προτάθηκε απ' αυτόν και η οποία δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας και δεν έχει ιδία γνώση, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ενώ, η μάρτυρας αυτή καταθέτει ότι το παιδί το πήγαν η μητέρα του και ο κατηγορούμενος στο φαρμακείο, όπου και του έβαλαν αλοιφή, ο ίδιος ο κατηγορούμενος τη διαψεύδει καταθέτοντας ότι το παιδί δεν το πήγαν στο φαρμακείο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν συντρέχει περίπτωση να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου η ανήλικη, για να καταθέσει σχετικά και επομένως το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. Κατόπιν τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας, να του αναγνωρισθεί όμως, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ., καθόσον μέχρι την τέλεση της πράξης αυτής, διήγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο". Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 και 308-309 παρ.1σ του Π.Κ., που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Έτσι, δε που έκρινε το Εφετείο, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, λόγω της αναφοράς, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, των εννόμων αγαθών της παθούσας των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, η οποία αφορούσε την πρόκληση σ' αυτήν βαριάς σωματικής βλάβης, δεν δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχτηκε, ότι συνέτρεξε και δεν παραβίασε έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, ούτε στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση. Μετά ταύτα είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η πράξη για τη οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, φέρει το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό ότι φέρει το χαρακτήρα της ελαφριάς σωματικής βλάβης και λόγω ελλείψεως της οικείας εγκλήσεως, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσκομιστούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψης συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' λόγο αναίρεσης. Η υποβολή της αίτησης για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωση τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με το σχετικό λόγο της ένδικης αίτησης, όπως εκτιμάται, έλλειψη ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα στο δίκασαν Εφετείο να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου να κληθεί η ανήλικη παθούσα". Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό αίτημα του, για αναβολή της συζητήσεως για κρείσσονες αποδείξεις, αφού δέχθηκε τα εξής: "το γεγονός της πρόκλησης στην παθούσα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, όπως προεκτέθηκε κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, αποδεικνύεται ιδίως από τις καταθέσεις των τριών πρώτων μαρτύρων κατηγορίας, στους οποίους η ανήλικη διηγήθηκε τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε το έγκαυμα από τον κατηγορούμενο, που συμπίπτει με όσα κατέθεσε κατά την ανωμοτί κατάθεση της η ανήλικη προανακριτικά στις 6-1-2004, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό 1290/2004 ιατροδικαστική έκθεση και το από 9-7-2004 ενημερωτικό σημείωμα του Νοσοκομείου Παίδων Αγλαΐα Κυριακού, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο κάηκε στο δρόμο από την καύτρα ενός αγνώστου άνδρα, δεν κρίνεται πειστικός, αφενός μεν από το είδος του καψίματος, αφετέρου δε γιατί κάτι τέτοιο υποστηρίζει μόνο η μάρτυρας που προτάθηκε απ' αυτόν και η οποία δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας και δεν έχει ιδία γνώση, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ενώ η μάρτυρας αυτή καταθέτει ότι το παιδί το πήγαν η μητέρα του και ο κατηγορούμενος στο φαρμακείο, όπου και του έβαλαν αλοιφή, ο ίδιος ο κατηγορούμενος τη διαψεύδει καταθέτοντας ότι το παιδί δεν το πήγαν στο φαρμακείο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν συντρέχει περίπτωση να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να προσέλθει στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου η ανήλικη για να καταθέσει σχετικά". Η αιτιολογία δε με την οποία απέρριψε το σχετικό αίτημα για αναβολή της υποθέσεως, για κρείσσονες αποδείξεις, είναι η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ. Μετά από αυτά, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε' και Β' του Κ.Π.Δ., σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, το μεν για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, το δε για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθώς και η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 7027/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 01 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (έλλειψη ακροάσεως) από το γεγονός ότι απέρριψε το αίτημα αναβολής. Απορρίπτει αίτηση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
0
Αριθμός 2023/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοδούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.415/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 787/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 415/2010 απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Ιωαννίνων, καταδίκασε την κατηγορουμένη - ήδη αναιρεσείουσα- για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933. Ως αιτιολογία της αποφάσεως του, το δικαστήριο διέλαβε τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης που εξετάστηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα της δικογραφίας και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκε η τέλεση της πράξεως που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, ήτοι της παραβάσεως του Ν. 5960/1933 περί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, όπως αυτή περιγράφεται στο κατηγορητήριο, και συγκεκριμένα η έκδοση της επιταγής αυτής από την κατηγορουμένη, ενώ κρίνεται μη πειστικός ο ισχυρισμός του μάρτυρα υπεράσπισης και συζύγου της κατηγορουμένης ότι η υπογραφή στην επιταγή ως εκδότη αυτής είναι του ίδιου και όχι της κατηγορουμένης - συζύγου του, ο οποίος ( ισχυρισμός) προτείνεται το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εκ του ασφαλούς, αφού η τυχόν αποδοχή του ισχυρισμού αυτού δεν θα είχε ποινική συνέπεια για το σύζυγο της κατηγορουμένης, λόγω παραγραφής της πράξεως του, και επομένως πρέπει αυτή (κατηγορουμένη) να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως που της αποδίδεται, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο κατηγορητήριο". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά τελείως τυπική, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθηκαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Επομένως, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 415/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Αναιρείται η απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει για νέα συζήτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2021/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 822/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 763/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 296/23.9.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' αρθρ. 513 §1 εδ. α', σε συνδ. προς άρθρ. 476 §1 εδ. α' Κ.Π.Δ., την από 17-5-10 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 822/22-1-10 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476 §1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν ο ασκών αυτή δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα (δεν νομιμοποιείται) να την ασκήσει. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). Επί πλέον δε μπορεί το ίδιο (σε συμβούλιο) Δικαστήριο, να καταδικάσει τον ασκήσαντα την αίτηση αναίρεσης σε χρηματική ποινή έως 100 ευρώ.β) Από τον συνδυασμό εξ άλλου των διατάξεων των αρθρ. 340 §2, 465 §2. 473 §§§ 1,2,3, 474§1 και 501 §1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, ο συνήγορος εκείνου που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκήσει για λογαριασμό του καταδικασθέντος, (ως εκ του νόμου αντιπρόσωπος του - Α.Π. 1005/03, Ποιν. Δ/νη τ. 6ος . 1281), το ένδικο μέσο που αρμόζει κατά της καταδικαστικής απόφασης, εφ' όσον είχε παραστεί κατά την συζήτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε αυτή. Προκειμένου δε ο νομοθέτης να διευκολύνει εκείνον που καταδικάσθηκε, να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, καθορίζει υπαλλακτικό τρόπο άσκησης αυτής, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιείται εντός 20 ημερών, από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, όταν ο κατ/νος ήταν στη δίκη παρών, ή εντός 20 ημερών από την επίδοση αυτής στον απόντα κατ/νο, πάντοτε όμως και υπό τον όρο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. (Φ. Ανδρέου: ΚΠΔ 2004.1266). Παρών στην κατ' έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών - κατ/νος και όταν προς υποστήριξη της εφέσεως του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωση του, για να τον εκπροσωπήσει. (Ολ. Α.Π. 8/06, Ποιν. Δ/νη τ. 9ος. 1116). Συνεπώς, ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορος του κατ/νου, μπορεί ν' ασκήσει, δια της κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναίρεση (δεν απαιτείται πληρεξούσιο), μόνον κατ' αποφάσεως καταδικαστικής. Είναι δε καταδικαστική η απόφαση, όταν δι' αυτής ο κατ/νος κηρύσσεται ένοχος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (αρθρ. 370 στοιχ.α' ΚΠΔ-Α.Π. 435/09, Ποιν.Δ/νη τ. 12ος. 1169). Άρα, ένδικο μέσο κατά οιασδήποτε άλλης αποφάσεως, εκτός της καταδικαστικής, δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, ν' ασκήσει, ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορος του κατ/νου. (Κονταξής: ΚΠΔ τ. Β' 2006. 2653). Με βάση τα ανωτέρω, ο συνήγορος αυτός δεν δικαιούται ν' ασκήσει αναίρεση κατ' αποφάσεων, που απορρίπτουν την έφεση ως εκπρόθεσμη, ως ανυποστήρικτη, ή ως απαράδεκτη, (Α.Π. 2569/08, Α.Π. 2661/08, Α.Π. 2694/08, Ποιν. Δ/νη τ. 12ος , 865, 874, 879), διότι οι αποφάσεις αυτές δεν είναι καταδικαστικές. Αν παρά ταύτα, για τις μη καταδικαστικές αυτές αποφάσεις ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, από τον κατ' αρθρ. 465 § 2 ΚΠΔ συνήγορο, με δήλωση (473 §2 ΚΠΔ) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, κατ' αρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, αφού αυτή ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν δικαιούται σε τούτο. ( 465 §2, 473 §2 ΚΠΔ - Α.Π. 1005/03, Ποιν. Δ/νη τ.6ος, 1281).γ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Το Ι' Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον τώρα αναιρεσείοντα και τότε απόντα κατ/νο Χ, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση (98 §1 ΠΚ, 79 §1 Ν. 5960/33) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 1 έτους (μετατραπείσα προς 5 ευρώ ημερησίως), ως και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, εκδοθείσης της προς τούτο υπ' αριθμ. 72.114/14-12-07 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Ο ανωτέρω κατ/νος άσκησε την υπ' αριθμ. 3978/12-5-08 έφεση κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής απόφασης, το δε Β' Τριμελές Εφετείου Αθηνών (επί πλημ/των), κατά την συνεδρίαση της 26-1-10, απέρριψε την άνω έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, εκδίδοντας προς τούτο την υπ' αριθμ. 822/26-1-10 απόφαση του. Στη συνεδρίαση της 26-1-10 ο κατ/νος παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Καντά, με νόμιμο πληρεξούσιο. Συνεπώς ο κατ/voc θεωρείται ως παρών και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ήταν ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορός του. Η 822/10 εφετειακή απόφαση καθαρογράφτηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Εφετείου Αθηνών, την 26-4-10, με αριθμό καταχώρησης 3869. Για λογαριασμό του κατ/νου τούτου στη συνέχεια, ο παραστάς κατά την δίκη συνήγορός του Δημήτριος Καντάς, άσκησε εμπρόθεσμα (501 §1 εδ. β' ΚΠΔ) την από 17-5-10 (ημέρα Δευτέρα - εντός εικοσαημέρου) κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δια της κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας την αναίρεση της 822/10 εφετειακής ανωτέρω απόφασης, εκθέτοντας και τους λόγους αυτής.δ) Όμως, η 822/10 εφετειακή ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Άρα ο ανωτέρω συνήγορος (465 §2 ΚΠΔ) δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) ν' ασκήσει αναίρεση, κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, κατά της ανωτέρω 822/10 εφετειακής απόφασης. Αλλά και αν ακόμα στην δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω εφετειακής μη καταδικαστικής αποφάσεως επισυνάπτονταν και σχετικό πληρεξούσιο (δεν επισυνάπτεται), οπότε ο συνήγορος αυτός θα ενεργούσε ως κατ' αρθρ. 465 §1 ΚΠΔ αντιπρόσωπος του πελάτου του - κατ/νου -αναιρεσείοντος και πάλιν η αναίρεση αυτή έπρεπε να ασκηθεί κατά τους νομίμους τύπους και διατυπώσεις, που ορίζονται στο αρθρ. 474 §1 ΚΠΔ και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφού η ανωτέρω εφετειακή απόφαση δεν είναι καταδικαστική.ε) Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει, κατ' αρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, η υπό κρίση δια δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά της 822/10 μη καταδικαστικής απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί ο ανωτέρω διάδικος, διότι αυτή ασκήθηκε από πρόσωπο (παραστάντα στη δίκη συνήγορο, αλλά για λογαριασμό του αναιρεσείοντος), που δεν δικαιούται σε τούτο. Τέλος πρέπει αφενός μεν να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτόν και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 17-5-10 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 822/22-1-10 Απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών. Β) Να επιβληθούν, αφενός μεν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτόν και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Παντελή, ο οποίος αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ίδιου κώδικα τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Κατ' εξαίρεση το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιο κώδικα, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. Ως καταδικαστική απόφαση νοείται μόνο εκείνη η οποία κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο και επιβάλλει σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, δεν είναι καταδικαστική. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που την άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 822/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η υπ' αριθμ. 3978/2008 έφεση του αναιρεσείοντα και τότε εκκαλούντα Χ κατά της υπ' αριθμ. 72114/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Εναντίον της ως άνω 822/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ανωτέρω καταδικασθείς άσκησε την υπό κρίση αναίρεση με δήλωση την οποία επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ. Η αίτηση όμως αναίρεσης δεν έχει ασκηθεί νομότυπα, γιατί η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική με την παραπάνω έννοια, αφού έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και σύνταξη εκθέσεως (άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ). Συνεπώς, η υπό κρίση αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17/5/2010 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 822/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για επιταγές. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση που ασκήθηκε από τον παραστάντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικηγόρο του αναιρεσείοντα με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, δεδομένου ότι η απόφαση δεν είναι καταδικαστική (απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση) -.
Εφέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2017/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 66079/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1159/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία και την από 4 Αυγούστου 2010 αίτηση παραίτησης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 289/23-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 475, 476 παρ.1 και 513 παρ.1α Κ.Π.Δ. την από 9/7/10 αίτηση - δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Τρικάλων κατά της υπ' αριθμ. 66079/07 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ήδη ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4/4-8-2010 αίτηση παραίτησης από αναίρεση, παραιτήθηκε από την πιο πάνω αναίρεσή του κατά της υπ' αριθμ. 66079/07 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατά της υπ' αρ. 127701/05 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, άνευ μετατροπής για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση. Πρέπει συνεπώς κατ' εφαρμογή των άρθρων 474 παρ.1, 475, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 Κ.Π.Δ. να κηρύξει το δικαστήριό σας απαράδεκτη την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης, χωρίς έρευνα για το παραδεκτό ή μη της ασκήσεως της (ΑΠ 6/05 ΠΧρ.ΝΕ/789) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: (1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 9/7/2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ν. Θ., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Τρικάλων, κατά της υπ' αριθμ. 66079/07 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και (2) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 27/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμό 4 από 4 Αυγούστου 2010 δήλωση του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου του Αργυρίου Ζαφειρόπουλου, δικηγόρου Αθηνών, στο οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 4/2010 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 9-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της με αριθ. 66079/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 9 Ιουλίου 2010 αίτηση του Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, για αναίρεση της με αριθ. 66079/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Παραίτηση από την αίτηση. Απαράδεκτη η αίτηση. Απορρίπτει αίτηση.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
Αριθμός 2015/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Mιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.346/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Π. Ψ. του Φ. και πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Π. του Κ.. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 749/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 290/23-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες την υπ' αριθμ. 11/2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Γ. του Ν., κατά του υπ' αριθμ. 346/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτομεν τα εξής: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθη η υπ' αριθμ. 111/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 1103/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διά του οποίου αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Π. Ψ. του Φ., παρεπέμφθησαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (κακουργημάτων), για να δικαστούν για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατά συναυτουργία, το οποίο ήταν εμπιστευμένο σ' αυτούς, ως εντολοδόχων. Κατά το άρθρο 473 παρ.1 Κ.Π.Δ., όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όντως προκύπτει από το από 21-4-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακος Ζ. Δ., το υπ' αριθμ. 346/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα στις 21-4-2010. Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων άσκησε αυτοπροσώπως, στις 5-5-2010 την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, διά σχετικής δηλώσεως ενώπιον του Γραμματέως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 11/2010 εκθέσεως. Τοιουτοτρόπως, το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά παρέλευση της άνω δεκαημέρου προθεσμίας και, συνεπώς, εν όψει και του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται την ύπαρξη ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, η αναίρεση αυτή, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Π.Δ., πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 11/2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 346/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 εδ.β του Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι 10ήμερη και αρχίζει από της κοινοποιήσεως του βουλεύματος. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, και συγκεκριμένα από το με χρονολογία 21 Απριλίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα του Α.Τ. Καλλικράτειας Δ. Ζ., προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο με αριθμό 346/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, κοινοποιήθηκε νομίμως στον ήδη αναιρεσείοντα, την 21 Απριλίου 2010. Κατά του ως άνω βουλεύματος, ο αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό 11/5-5-2010 αίτηση αναιρέσεως, μετά την εκπνοή όμως της δεκαήμερης προθεσμίας από της κοινοποιήσεως του και συγκεκριμένα την 5η Μαίου 2010. Σημειώνεται ότι ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της αναιρέσεως, δεν επικαλείται ούτε προβάλλει λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων αυτός αναγκάσθηκε να ασκήσει εκπρόθεσμα αυτή. Το πρώτο μόνο με το υπόμνημα του, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της αιτήσεως του, επικαλείται ότι η επίδοση έγινε προς αυτόν την 25-4-2010, και όχι την 21-4-2010 κατά την οποία και υπέγραψε. Το γεγονός όμως, τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή και, επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση με αριθμό 11/5-5-2010, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της, μετά και την κλήτευση του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 4 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα Σ. Δ., του Α.Τ. Καλλικράτειας και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την με αριθμό 11 από 5 Μαίου 2010 αίτηση του Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 346/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2013/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Δ. του Π., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην αγροτική φυλακή Τύρινθας, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 21/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1262/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρ. - Ε. Π. με αριθμό 137/14-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 528 παρ. 1 ΚΠΔ την από 11-6-2009 (διά του Διευθυντή Καταστήματος Κράτησης Λάρισας) αίτηση του κρατουμένου Α. Π. Δ. με την οποία ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας βάση της οποίας και εδικάσθη με την υπ' αρ. 21/26-2-2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας με την οποία κατεδικάσθη σε συνολική ποινή καθείρξεως 7 ετών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Ι) Με την προαναφερθείσα απόφαση ο αιτών κατεδικάσθη σε συνολική ποινή καθείρξεως 7 ετών για α) Διακεκριμένη περίπτωση κλοπής κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία από δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, β) άμεση συνέργεια σε απόπειρα ληστείας. Κατά της εν λόγω υπ' αρ. 21/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας άσκησε αναίρεση η οποία απερρίφθη με την υπ' αρ. 265/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, συνεπώς η καταδικαστική απόφαση είναι αμετάκλητη δηλαδή υπάρχει η κατ' αρχήν απαραίτητη δικονομική προϋπόθεση του αρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ που ορίζει ότι η ποινική διαδικασία πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση. Ο αιτών έχει έννομο συμφέρον για υποβολή της αιτήσεως σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 527 παρ. 1 ΚΠΔ αναφέρει συγκεκριμένο λόγο και προσκομίζει έγγραφο-υπεύθυνη δήλωση συγκατηγορουμένου του επικαλούμενος στοιχείο προς βεβαίωση των λόγων που επικαλείται. Ειδικότερα αναφέρει (συνοπτικά) ότι κατεδικάσθη με την κατηγορία του Χ. Α. που ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος ο οποίος ποτέ δεν εκλήθη εις το δικαστήριο για να βεβαιωθεί εάν αυτός (αιτών) ήταν μαζί τους και ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας προκειμένου να αθωωθεί από τις κατηγορίες, επικαλείται δε ως αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών του, την συνημμένη στην αίτηση υπεύθυνη δήλωση κατ' άρ. 8 παρ. 4 ν. 1599/86 του συγκατηγορουμένου του Χ. Α. στην οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι: Ο Εισαγγελέας Εφετών Καλαμάτας ήταν να τον καλέσει στο δικαστήριο για να βεβαιωθεί ότι ο Δ. Α. ήταν ένοχος, και γνωρίζει πολύ καλά ότι έβαλαν έναν αθώο στην φυλακή με την δική του κατηγορία. Αυτός ποτέ του δεν έδωσε κατάθεση, και ότι πραγματικός ένοχος είναι ο Κ. Π.. Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (αρ. 527 παρ. 3 ΚΠΔ). ΙΙ) Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2α ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα, στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ' εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ/698 Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/597, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2007 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ/1070, Α.Π. 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας σελ. 233-234). Κατά την παράγραφο του άρ. 527 ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή την σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντιστοίχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερόμενων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ/266, ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της Διαδικασίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. ΚΠΔ τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 3/384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 527 ΚΠΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στον αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Π.Δ/σύνη 2006/1347). ΙΙ) Στην υπό κρίση υπόθεση ο αιτών με την υπ'αρ. 21/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή καθείρξεως 7 ετών επειδή από κοινού με τον Π. Κ. και τον ανήλικο Χ. Α. έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες: α) αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα στο Δ.Δ. Βελίκας Δήμου Μεσσήνης Μεσσηνίας, νυκτερινές ώρες της 2/3-8-2006 ενεργώντας από κοινού, αφού διέρρηξαν με σιδερένιο αντικείμενο (μπουλονόκλειδο) την θύρα πρατηρίου υγρών καυσίμων που διατηρεί ο Ν. Α. του Γ. στον ανωτέρω τόπο, εισήλθαν εντός του πρατηρίου και αφαίρεσαν από την κατοχή του ανωτέρω ιδιοκτήτη το χρηματικό ποσό των 50 € σε κέρματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. β) Στα Αρφαρά την 3-8-2006 άπαντες από κοινού εισήλθαν στον προαύλιο χώρο της οικίας του Ι. Θ. και αφαίρεσαν από την κατοχή του μία γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, ισχύος 9 ΗΡ, μάρκας BRIGGS STRATTON, με σκοπό να την ενσωματώσουν παράνομα στην περιουσία τους και να την διαθέτουν ως κύριοι. Τις πράξεις δε αυτές τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεών τους και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της κλοπής, προκύπτει σκοπός των δραστών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. γ) Στην δημοτική οδό Αριοχωρίου Ασπροπουλιάς Μεσσηνίας, την 3-8-2006, περί ώρα 16.40, ο αιτών με τον Π. Κ. ενεργώντας με πρόθεση παρέσχον άμεση συνδρομή σε άλλον κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της αξιόποινης πράξης της απόπειρας ληστείας που αυτός τέλεσε και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αμφότεροι παρέσχον άμεση συνδρομή στον ανήλικο Χ. Α. του Κ. κατά την προσπάθεια αυτού να διαπράξει ληστεία σε βάρος της Δ. Κ. και ειδικότερα, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ο μεν Π. Κ. ως επιβάτης, ο δε Π. Δ. ως οδηγός ενός Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε και ο ανήλικος Χ. Α., προσέγγισαν με αυτό την παθούσα Δ. Κ., η οποία κινείτο πεζή στο ανωτέρω σημείο, παρέχοντας έτσι άμεση συνδρομή στον Χ. Α. ο οποίος αφού κατέβηκε από το φορτηγό αυτοκίνητο επιχείρησε να της αφαιρέσει την τσάντα που κρατούσε, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, καθώς η παθούσα αντιστάθηκε, όταν έπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της. ΙV) Ως προς τον ανήλικο συμμέτοχο Χ. Α., τον οποίο και υπέδειξε ως μάρτυρα ο αιτών, η υπόθεση χωρίστηκε σύμφωνα με το υπ'αρ. ΒΠ2/07 έγγραφο του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καλαμάτας και εισήχθη ως προς τους λοιπούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας, και σε δεύτερο βαθμό επεραιώθη με την 21/26-2-2008 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας που κατέστη αμετάκλητη. Ο αιτών προσεκόμισε ως μόνο στοιχείο προς επίρρωση του αιτήματός του μία υπεύθυνη δήλωση του ανωτέρω ανηλίκου Χ. Α. (κατ' αρ. 8 Ν. 1599/86) η οποία παραδεκτώς μπορεί να εκτιμηθεί κατά την παρούσα διαδικασία. Στην εν λόγω δήλωση αναφερόμενος στον αιτούντα υποστηρίζει ότι φυλακίστηκε ένας αθώος με την δική του κατηγορία, αυτός ποτέ του δεν έδωσε κατάθεση και πραγματικά ένοχοι ήταν ο ίδιος (ανήλικος Χ. Α.) και ο Π. Κ.. Όμως το στοιχείο αυτό δεν είναι ικανό ώστε να καταστεί φανερό (και όχι απλώς πιθανό) ότι ο καταδικασθείς αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΕ/698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/597, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Ειδικότερα ο Χ. Α.ς στην αρχική απολογία του την 4-8-2006 ενώπιον των αστυνομικών ανέφερε ότι ηρνείτο τις κατηγορίες και παρεδέχθη μόνο την κλοπή της γεννήτριας του Ι. Θ. μαζί με τους Δ. (αιτούντα) και Π. Κ.. Ωστόσο στην, ενώπιον του ανακριτή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, απολογία του την 5-8-2006 (δύο ημέρες μετά την αρχική απολογία ενώπιον των αστ/κών), αφού αρνήθηκε την κατηγορία αναφέρει ότι τον πήραν μαζί τους οι συγκατηγορούμενοί του ενώ αυτός δεν ήθελε, ήταν μαζί τους και απλά παρακολουθούσε για την κλοπή του πρατηρίου υγρών καυσίμων του Ν. Α. μπήκε μπήκε ο Π. Κ.ς αφού άνοιξε με ένα μπουλονόκλειδο του Δ.υ και πήρε 50 ευρώ. Στην αυλή του Ι. Θ. πήγαν οι δύο άλλοι και πήραν την γεννήτρια ενώ για την απόπειρα ληστείας σε βάρος της Κ. την 3-8-2006 στην δημοτική οδό Αριοχωρίου-Ασπροπουλιάς είδαν την Δ. Κ. να περπατά και τότε ο Π. Κ. κατέβηκε από το αυτοκίνητο κατόπιν προτροπής του Δ. Α. προκειμένου να της αφαιρέσει την τσάντα. Αυτός κατέβηκε και προσπάθησε να της αφαιρέσει με βία την τσάντα. Αυτός καθόταν στην μέση και δεν κατέβηκε, η Κ. υποστηρίζει πως αυτός ήταν ο δράστης (Αναστασόπουλος που πήγε να κλέψει την τσάντα της γιατί μοιάζει πολύ με τον Κ.. Σε όλες τις περιπτώσεις κινήθηκαν με το αυτοκίνητο του Δ. το οποίο είναι ένα αγροτικό χρώματος ασημί χωρίς πινακίδες γιατί τις είχε βγάλει ο ίδιος ο Δ.. Από την κατάθεση του αστυνομικού Π. Μ. (την 4-8-2006) προκύπτει ότι το μάρτυρας Π. Μ. ανεγνώρισε το αυτοκίνητο με το οποίο έγινε η κλοπή από το πρατήριο του Α. και όταν προσήχθη ο Π. Κ. στην Υ.Α. Καλαμάτας ομολόγησε ότι την 3-8-2006 και περί ώρα 02.00 από κοινού με τους Δ. (δηλ. τον αιτούντα) και Χ. Α. (προταθέντα μάρτυρα) διέρρηξαν το πρατήριο υγρών καυσίμων. Περαιτέρω η παθούσα κατά την απόπειρα ληστείας Δ. Κ. στην συμπληρωματική (από 4-8-2006) κατάθεσή της αναφέρει ότι από φωτογραφίες που της επεδείχθησαν αναγνώρισε τον δράστη της σε βάρος της πράξης Χ. Α., βλέποντας τον ίδιο μαζί με άλλους τσιγγάνους που είχαν προσαχθεί στην Αστυνομία ήταν βέβαιη πως ήταν αυτός. Μάλιστα ο ίδιος ενώπιόν της, περιέγραψε με λεπτομέρειες την πράξη τους σε βάρος της, λέγοντας όμως ότι δεν κατέβηκε αυτός από το αυτοκίνητο αλλά ο δεύτερος συνεργός του ονόματι Ρ. και ο τρίτος ήταν ο Δ.. Πάντως η εν λόγω μάρτυς διευκρινίζει ότι πιστεύει πως αυτός (Χ. Α.) κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Από τα ανωτέρω είναι σαφές ότι το μέσο που προσεκόμισε και επικαλείται ο αιτών, ήτοι την υπεύθυνη δήλωση του συγκατηγορουμένου του Χ. Α., ο οποίος λόγω των εκτεθέντων δεν είναι αξιόπιστος, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί αξιόπιστο προς επίρρωση των ισχυρισμών του αιτούντος, και κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση είναι αβάσιμη, πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Α) Να απορριφθεί η από 11-6-2009 αίτηση του Α. Π. Δ. για την υπέρ αυτού επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 21/26-2-2008 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 30 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης" Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παράγραφος 1 περίπτωση 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ούτε επίσης νέα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή εκδοχές σχετικά με την έννοια κτλ του κανόνα που εφαρμόσθηκε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της Διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 21/2008 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, υποβληθείσα από τον καταδικασθέντα μ' αυτή Α. Δ. και περιέχουσα ως λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας την μετά την οριστική καταδίκη του αποκάλυψη νέων - άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότων και αποδείξεων, τα οποία κάνουν, κατά τον αιτούντα, φανερό ότι αυτός ήταν αθώος για τα εγκλήματα που καταδικάσθηκε, η οποία (αποκάλυψη) προβλέπεται από το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, καθώς και τα στοιχεία που τον βεβαιώνουν, είναι, κατά τα άρθρα 525 παρ. 1 περ. 2 και 527 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, τυπικά παραδεκτή και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, να εξετασθεί κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 21/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας ο αιτών Α. Δ. καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για α) διακεκριμένη περίπτωση κλοπής κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία από δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και β) άμεση συνεργεία σε απόπειρα ληστείας. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 265/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, με την παραπάνω απόφαση ο αιτών καταδικάστηκε διότι από κοινού με τον ανήλικο Χ. Α. (ως προς τον οποίο σημειωτέον η υπόθεση χωρίστηκε) και τον Π. Κ., έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες : α) Στο Δ,Δ. Βελίκας Δήμου Μεσσήνης Μεσσηνίας, τις νυχτερινές ώρες της 2/3/8/2006, ενεργώντας από κοινού, αφού διέρρηξαν με σιδερένιο αντικείμενο (μπουλονόκλειδο) τη θύρα πρατηρίου υγρών καυσίμων του Ν. Α., αφαίρεσαν από την κατοχή του το ποσόν των 50 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, β) Στα Αρφαρά Μεσσηνίας την 3/8/ 2006, από κοινού με τους προαναφερθέντες, αφού εισήλθαν στον προαύλιο χώρο της οικίας του Ι. Θ., αφαίρεσαν από την κατοχή του μία γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, ισχύος 9 ΗΡ, μάρκας BRIGGS STRATTON, με σκοπό να την ενσωματώσουν παράνομα στην περιουσία τους και να την διαθέσουν ως κύριοι. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και γ) Στην Δημοτική οδό Αριοχωρίου Ασπροπουλιάς Μεσσηνίας την 3/8/ 2006 ο αιτών με τον Π. Κ., ενεργώντας με πρόθεση, παρέσχον άμεση συνδρομή σε άλλον κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της αξιόποινης πράξης της απόπειρας ληστείας που αυτός τέλεσε, και ειδικότερα, αμφότερο παρέσχον άμεση συνδρομή στην ανήλικο Χ. Α. κατά την προσπάθεια αυτού να διαπράξει ληστεία σε βάρος της Δ. Κ., ήτοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ο μεν Π. Κ.ς ως επιβάτης, ο δε Α. Δ. ως οδηγός ενός Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε και ο ανήλικος Χ. Α., προσέγγισαν την παθούσα, η οποία κινείτο πεζή, παρέχοντας έτσι άμεση συνδρομή στον Χ. Α., ο οποίος αφού κατέβηκε από το φορτηγό αυτοκίνητο επιχείρησε να της αφαιρέσει την τσάντα που κρατούσε, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, καθώς η παθούσα αντιστάθηκε, όταν έπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της. Ο αιτών, ως νέο στοιχείο προσκόμισε μία υπεύθυνη δήλωση του ανωτέρω ανηλίκου Χ. Α. (κατ' άρθρο 8 Ν. 1599/1986), στην οποία ο τελευταίος δηλώνει ότι ο αιτών είναι αθώος και ότι φυλακίστηκε με την δική του κατηγορία, αυτός (δηλών) ποτέ του δεν έδωσε κατάθεση και ότι πραγματικοί ένοχοι είναι ο ίδιος και ο Π. Κ.ς. Η δήλωση αυτή είναι μεν νέο στοιχείο άγνωστο στους καταδικάσαντες τον αιτούντα δικαστές, αλλά κατά το περιεχόμενό της, είτε μόνη είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τα εγκλήματα που καταδικάστηκε, αφού η δήλωση αυτή δεν κρίνεται πειστική. Και τούτο διότι ο ως άνω ανήλικος συμμέτοχος στην αρχική του απολογία στις 4/8/2006 ενώπιον των αστυνομικών παραδέχθηκε την κλοπή της γεννήτριας του Ι. Θ. με τους Α. Δ. (αιτούντα) και τον Π. Κ., αρνούμενος τις λοιπές πράξεις, κατά την απολογία του στον Ανακριτή δύο ημέρες αργότερα ανέφερε ότι την κλοπή στο πρατήριο υγρών καυσίμων την έκαναν οι δύο άλλοι συγκατηγορούμενοί του και τον πήραν μαζί τους χωρίς αυτός να θέλει, ενώ για τη ληστεία ανέφερε ότι κινούντο, όπως και τις άλλες φορές, με το αυτοκίνητο του αιτούντα Α. Δ.υ, αγροτικό ασημί, και ο Π. Κ.ς, με την προτροπή του αιτούντα, προσπάθησε να της αφαιρέσει την τσάντα. Εξ άλλου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ο μάρτυρας Δ. Λ., αστυνομικός, κατέθεσε ότι όταν έπιασαν τον ανήλικο τους δήλωσε ότι την ληστεία την έκανε μαζί με τους άλλους δύο συγκατηγορουμένους του, ο αστυνομικός Π. Μ. κατέθεσε ότι ο Κ.ς ομολόγησε ότι έκανε τις κλοπές με τον Δ. και έναν άλλο, ο μάρτυρας κατηγορίας Π. Κ. και αυτός κατάθεσε επίσης ότι κατά την διάπραξη της ληστείας το ασημί φορτηγό το οδηγούσε ο κατηγορούμενος Α. Δ., ενώ τέλος η παθούσα κατέθεσε ότι κάποιο αυτοκίνητο σταμάτησε από πίσω της, ο Κ.ς προσπάθησε να της πάρει την τσάντα (τον οποίο αναγνώρισε) και δύο άλλοι έμειναν στο αυτοκίνητο. Επομένως, ο επικαλούμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος και η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11/6/2009 αίτηση του Α. Δ. του Π. περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 21/2008 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματικές κλοπές (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και ληστεία. Λόγος επαναλήψεως "νέο στοιχείο" Ερήμην. Απορρίπτεται η αίτηση ως αβάσιμη, διότι το στοιχείο είναι "νέο", αλλά δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τα εγκλήματα που καταδικάστηκε.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 2012/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτω-βρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ..., που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ' αριθμ. 61, 62, 63, 64, 65 και 66/1995 αποφάσεις του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τρίπολης. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Τρίπολης, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 484/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 212/31-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατ' αρθ. 528 § 1, 527 §§ 1, 3 & 525 § 2, την από 7/9/2009 αίτηση του Χ, καταδίκου και κρατουμένου στην φυλακή ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περαιώθηκε με την έκδοση την υπ' αριθ. 61-66/1995 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τριπόλεως, εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ο αιτών κατεδικάσθη, με την ανωτέρω απόφαση στις ποινές: α) της ισοβίου καθείρξεως για ληστεία κατά συναυτουργία διαπραχ-θείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα β) της ισοβίου καθείρξεως για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και γ) της καθείρξεως των δώδεκα (12) ετών για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Η Ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη αφού δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθ. 89/1997 αποφάσεως των Τακτικών Δικαστών του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου, που απέρριψε ως ανυποστήρικτες τις αιτηθείσες κατ' αυτής εφέσεις του αιτούντος και των συγκατηγορουμένων του. Ήδη ο αιτών, ο οποίος εκτίει τις ποινές του σε φυλακή της ..., κατόπιν μεταφοράς σ' αυτές σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από την Σύμβαση του Στρασβούργου (Ν. 1708/87) - με την υπό κρίση αίτησή του, η οποία απεστάλη δια μέσου των Υπουργείων Δικαιοσύνης Ρουμανίας και Ελλάδας, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της προαναφερθείσας αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τριπόλεως. Επειδή κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδι-κασθέντος για πλημμέλημα ή για κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλυφθούν νέα, άγνωστα για τους δικαστές που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες για τους δικαστές που εξέδωκαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Οι νέες αυτές αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα κλπ., που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν ν' αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωκαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και από νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, αφού η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (βλ. ΑΠ 241/96, 723/96, 216/98 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ, 1109, ΜΖ, 664, ΜΗ, 801 και 1109/98 Ποιν. Δικαιοσ. 1998 σελ. 1077 ΑΠ ). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση όλων των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών κατεδικάσθη, δια της ανωτέρω αποφά-σεως διότι στις 31/5/1994 στην θέση ...: Α) από κοινού με τους Μ και Γ, επετέθηκαν αιφνιδιαστικώς κατά του Β και της αδελφής του Β1 εντός του καφενείου του πρώτου, και αφού τους έδεσαν "χειροπόδαρα" τους φίμωσαν και αφήρεσαν από αυτόν δύο περίπου εκατομμύρια δραχμές και από την δεύτερη, ένα χρυσό ρολόϊ και χρυσά κοσμήματα, για να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως, εκτελέσαντες την ως άνω ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά των παθόντων. Β) εκ προθέσεως από κοινού με τον Μ, αποφάσισαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να σκοτώσουν τον Β, επετέθησαν εναντίον του στο καφενείο του όπου βρισκόταν, τον ακινητοποίησαν, τον κτύπησαν στο στήθος, τον έδεσαν τα χέρια και τα πόδια με καλώδια και σεντόνι, ενώ στη συνέχεια του φίμωσαν το στόμα, του έκλεισαν την μύτη και έσφιξαν το λαιμό, με σεντόνι, με τέτοια βιαιότητα και σκληρότητα, ώστε να επέλθει ο θάνατός του από πνιγμονή και ανοξυγοναιμία και Γ) έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας και δη να σκοτώσει την Β1, ηθελημένα και με ηρεμία, επετέθηκε εναντίον της, την οποία είχαν δέσει χειροπόδαρα οι συγκατηγορούμενοί του Γ και Μ, και τοποθετώντας ένα σεντόνι στο πρόσωπό της, της έκλεισε τη μύτη και το στόμα και πιέζοντας με δύναμη το πρόσωπο και το λαιμό της προσπάθησε να προκαλέσει το θάνατό αυτής από ασφυξία, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή του και συγκεκριμένα γιατί, όταν η παθούσα περιήλθε σε λιποθυμική κατάσταση, την εγκατέλειψε, πιστεύοντας, ότι αυτή είχε πεθάνει. Ήδη όμως ο αιτών απέστειλε από την ... φυλακή, όπου εκτίει τις ποινές του κατά τα προαναφερθέντα - την υπό κρίση αίτησή του σε, υπηρεσιακή μετάφραση στην οποία επικαλούμενος "νέα γεγονότα" άγνωστα στο καταδικάσαν δικαστήριο, - χωρίς βέβαια να προσκομίσει στοιχεία επιβεβαίωσης τούτων, - εκθέτει μεταξύ των άλλων τα εξής : "...... Ο υπογράφων, Χ, γεννηθείς στις 04-06-1969, από την ..., Φυλακή ..., καταδι-κασμένος με την απόφαση αριθ. 61-65/1995 του ΜΟΔ Τριπόλεως διατηρούμενη με την απόφαση αριθ. 89/1997 των ΜΟΕ Ναυπλίου Ελλάδος, πληροφορώ με την Παρούσα το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδος σχετικά με τα εξής: Κατά τις λεπτομέρειες που έδωσα και μετέδωσα προς Εσάς μέσω της Υπηρεσίας ΙΝΤΕΡΠΟΛ, του Κέντρου Διεθνής Αστυνομικής Συνεργασίας και του Κέντρου Διεθνής Συνεργασίας στο Ποινικό Τομέα - όσον αφορά τον ονομαζόμενο Γ (Ή Ρ - καταδικασμένο στην εν λόγο υπόθεση με την επάνω αναφερόμενη απόφαση - με ισόβια ποινή στερητικής ελευθερίας - και ο οποίος κρύφθηκε από της ψευδής ταυτότητας του Ξ - στις φυλακές της ... - και αποκαλύφθηκε με τις έρευνες που έκανα εγώ, με της εξακρίβωσης μου ότι αυτό είναι το λόγο για τον οποίος εγώ απαίτησα τη μεταβίβαση μου εις ..., δηλαδή με αυτή την αποκάλυψη να μπορέσω να δικαιολογήσω την υπόθεση αναθεώρησης που ζήτησα προγεστερα, ακολου-θούντες να δικαιολογήσω ότι εκπληρώνω τις συνθήκες του Ελληνικού Ποινικού Νόμου για την αποδοχή της αίτησης μου αναθεώρησης της ποινικής υπόθεσης - στην παρούσα περίπτωση: - Δείχνω νέες πράξεις και περιστάσεις που δεν ήταν γνωρισμένες από τα Ελληνικά Δικαστήρια όταν έλαβαν τις δικαστικές αποφάσεις καταδικάσεις το 1995.- Ο καταδικασμένος στην υπόθεση κατηγορούμενος, Γ από την ...εγγράφθηκε υπό ψευδούς ονοματεπωνύμου, το αληθινό ονοματεπωνύμου του όντας Ρ, γεννηθείς στην πόλη ... στις 01-08-1966, ανακαλυμμένο τώρα στην ... με ονοματεπώνυμου Ξ και εκδιδόμενο εις την Ελλάδα στη Φυλακή Φ.Φ.Κ. ..., Τ.Κ. 42100 Ελλάδος βάσει των πληροφοριών που τις έδωσα εγώ προς το Ελληνικό Κράτος. Το 1995, την ημερομηνία της διάπραξης της πράξης ήταν ενήλικο πρόσωπο και όχι ανήλικο, ήταν 29 χρονών, γεγονός το οποίο δεν γνώρισε το δικαστήριο που έκδωσε την ποινική απόφαση καταδικάσας από το 1995 και αυτό επιβάρυνε την κατάσταση μου στην εκδίκαση της υπόθεσης κατουσίαν από τις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές ......". Τα εκτεθέμενα όμως από τον αιτούντα στην παραπάνω αίτηση, - και αληθή υποτιθέμενα - , ενδεχομένως μεν να σηματοδοτούν παροχή επιεικέστερης μεταχείρισής του στην διαδικασία της υφ όρο απόλυσής του, δεν αποτελούν όμως "νέα γεγονότα" κατά την έννοια του άρθρ. 525 §2 Κ.Π.Δ. από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα, και ως εκ τούτου, αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ειδικότερα αναφορικά με τον ισχυριζόμενο απ' αυτού, ότι: "τα δηλωθέντα στοιχεία ταυτότητας του τότε συγκατηγορουμένου του και καταδικασθέντος Γ, ήταν ψευδή, ενώ τα αληθινά στοιχεία του είναι : "Ρ, γεννηθείς στην πόλη ... στις 01-08-1966", - δεν αμφισβητείται η εμπλοκή του ως άνω στα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε - αλλά, έχει σχέση με την διόρθωση, - ενδεχομένως - του ονοματεπωνύμου τούτου (Συμβ. ΑΠ 617/2001) τα οποία αυτός δήλωσε, όταν συνελήφθη και στην συνέχεια, ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο τον καταδίκασε για την συμμετοχή του στα εγκλήματα που του αποδόθηκαν, πέραν βέβαια του γεγονότος ότι η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού που αφορά "στην αποκάλυψη" των πραγματικών στοιχείων του συγκατηγορουμένου του - στερείται έννομου συμφέροντος του, - αφού δεν εξηγεί, - σε τι ακριβώς τον οφελεί η αποκάλυψη αυτή-, αφού ο ίδιος δεν αμφισβητεί τα διαπραχθέντα εγκλήματα για τα οποία και καταδικάσθηκε (Συμβ. ΑΠ 1002/88). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτού ότι: "Το 1995, ημερομηνία διάπραξης των εγκλημάτων, ο Γ, δεν ήταν ανήλικος αλλά ενήλικος, ήτοι 29 ετών, γεγονός το οποίο δεν εγνώριζε το δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική εξέταση, και ότι "το γεγονός αυτό δηλαδή της ανηλικότητας του ανωτέρω, επιβάρυνε την θέση του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης", είναι απαράδεκτος δεδομένου ότι από την επισκό-πηση των πρακτικών της από 19/9/1995 Συνεδρίασης της απόφασης 61-65/1995 του ΜΟΔ ... και των εγγράφων της διαδικασίας (ΑΠ 137/2004), προκύπτει ότι, ο Γ καταδικάσθηκε ως ενήλικας, γεγονός που ερευνήθηκε άμεσα από το δικαστήριο, στο σκεπτικό δε της αποφάσεως δεν εκφράζεται καμμιά σκέψη επιβαρυντική σε βάρος του αιτούντος - "λόγω της υποτιθέμενης εκμετάλλευσης του ανηλίκου Γ - όπως αυτός ισχυρίζεται, επιδιώκοντας κατ' αυτόν τον τρόπο απαραδέκτως τον έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης (Συμβ. ΑΠ 1239/2007, Συμβ. ΑΠ 57/2000) Επειδή κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων θα πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση από 7/9/2009 αίτηση του Χ, να επιβληθούν δε σε βάρος του τα εκ 220 € δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 583 §1 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 7/9/2009 αίτηση του Χ, καταδίκου και κρατουμένου στη Φυλακή ..., περί επαναλήψεως προς όφελός του της διαδικασίας που περαι-ώθηκε με την υπ' αριθ. 61-66/1995 απόφαση του ΜΟΔ Τριπόλεως. Β) Να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 31-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδί-κασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυ-ασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδεί-ξεις", είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγού-μενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρω-ματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγο-νότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ούτε επίσης νέα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή εκδοχές σχετικά με την έννοια κτλ του κανόνα που εφαρμόσθηκε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Συνεπώς, η υπό κρίση από 7/9/2009 αίτηση του Χ, καταδίκου και κρατουμένου στη φυλακή ..., η οποία υποβλήθηκε δια μέσου των Υπουργείων Δικαιοσύνης Ρουμανίας και Ελλάδας, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 61-66/1995 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τριπόλεως, λόγω αποκαλύψεως μετά την καταδίκη του νέων - άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν στοιχείων, όπως ισχυρίζεται, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου προς εξέταση. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 61-66/1995 απόφαση του ΜΟΔ ... η οποία κατέστη αμετάκλητη (καθόσον η έφεση κατ' αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 89/1997 απόφαση των τακτικών δικαστών του ΜΟΕ Ναυπλίου και κατά της τελευταίας δεν ασκήθηκε αναίρεση) ο αιτών καταδικάσθηκε στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης για κάθε μία από τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της ληστείας, που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα και σε πρόσκαιρη κάθειρξη δώδεκα (12) ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωπο-κτονίας, διότι την 31/5/1994 στη θέση ... 1) από κοινού με τους Μ και Γ επιτέθηκαν αιφνιδιαστικώς κατά του Β και της αδελφής του Β1, εντός του καφενείου του πρώτου, και αφού τους έδεσαν "χειροπόδαρα", τους φίμωσαν και αφαίρεσαν από αυτόν 2.000.000 περίπου δραχμές και από την δεύτερη ένα χρυσό ρολόι και χρυσά κοσμήματα, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, εκτελέσαντες την ως άνω ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά των παθόντων, 2) εκ προθέσεως από κοινού με τον Μ, αποφάσισαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να σκοτώσουν τον Β, επετέθησαν εναντίον του στο καφενείο του όπου βρισκόταν, τον ακινητοποίησαν, τον χτύπησαν στο στήθος, τον έδεσαν στα χέρια και τα πόδια με καλώδια και σεντόνι, ενώ στη συνέχεια του φίμωσαν το στόμα, του έκλεισαν την μύτη και έσφιξαν το λαιμό με σεντόνι με τέτοια βιαιότητα και σκληρότητα, ώστε να επέλθει ο θάνατός του από πνιγμονή και ανοξυγοναιμία, και 3) έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας και δη να σκοτώσει την Β1, ηθελημένα και με ηρεμία, επιτέθηκε εναντίον της, την οποία είχαν δέσει "χειροπόδαρα" οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του, και τοποθετώντας ένα σεντόνι στο πρόσωπό της, της έκλεισαν τη μύτη και το στόμα και πιέζοντας με δύναμη το πρόσωπο και το λαιμό της, προσπάθησε να προκαλέσει το θάνατό της από ασφυξία, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους εξωτε-ρικούς και ανεξάρτητους από την θέλησή του και συγκεκριμένα γιατί, όταν η παθούσα περιήλθε σε λιποθυμική κατάσταση, την εγκατέλειψε, πιστεύοντας ότι αυτή έχει πεθάνει. Ήδη ο ανωτέρω με την από 7/9/2009 αίτησή του, που απέστειλε από τις Φυλακές της ..., όπου εκτίει τις ποινές του, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, επικαλού-μενος "νέα στοιχεία" άγνωστα, στο δίκασαν δικαστήριο, εκθέτων στην αίτηση του τα κάτωθι: "Ο υπογράφων Χ κλπ., πληροφορώ το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας κατά τις λεπτομέρειες που έδωσα και μετέδωσα προς Εσάς μέσω της Υπηρεσίας ΙΝΤΕΡΠΟΛ, του Κέντρου Διεθνής Αστυνομικής Συνεργασίας και του Κέντρου Διεθνής Συνεργασία στο Ποινικό Τομέα - όσον αφορά τον ονομαζόμενο Γ ή Ρ - καταδικασμένο στην εν λόγω υπόθεση με την 61-66/1995 απόφαση του ΜΟΔ Τριπόλεως, με ισόβια ποινή στερητική ελευθερίας, και ο οποίος κρύφθηκε από την ψευδή ταυτότητα του Ξ στις φυλακές της ... και αποκαλύφθηκε με τις έρευνες που έκανα εγώ, με την εξακρίβωση μου ότι αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο εγώ απαίτησα τη μετάβαση μου στη ..., δηλαδή με αυτή την αποκάλυψη να μπορέσω να δικαιολογήσω την υπόθεση αναθεώρησης που ζήτησα προγενέστερα, ακολουθούντες να δικαιολογήσω ότι εκπληρώνω τις συνθήκες του Ελληνικού Ποινικού Νόμου για την αποδοχή της αίτησής μου αναθεώ-ρησης της ποινικής υπόθεσης. Δείχνω νέες πράξεις και περιστάσεις που δεν ήταν γνωρισμένες από τα Ελληνικά Δικαστήρια, όταν έλαβαν τις δικαστικές αποφάσεις το 1995. Ο καταδικασμένος στην υπόθεση κατηγορούμενος Γ από τη ... εγγράφθηκε υπό ψευδές ονοματεπώνυμο, το αληθινό του όντας Ρ, γεννηθείς στην πόλη... στις 1/8/1966, ανακαλυμμένο τώρα στην ... με ονοματεπώνυμο Ξ και εκδιδόμενο στην Ελλάδα στη Φυλακή ΦΦΦ ..., Τ. 42100, Ελλάδος, βάσει των πληροφοριών που τις έδωσα εγώ στο Ελληνικό Κράτος. Το 1995, την ημερομηνία της διάπραξης της πράξης ήταν ενήλικο πρόσωπο και όχι ανήλικο, ήταν 29 χρονών, γεγονός το οποίο δεν γνώριζε το δικαστήριο που έκδωσε την ποινική απόφαση καταδικάσας από το 1995 και αυτό επιβάρυνε την κατάστασή μου στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσία από τις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές". Τα εκτιθέμενα όμως από τον αιτούντα στην αίτηση του, σχετικά με τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του τότε συγκατηγο-ρουμένου του και καταδικασθέντος, που τα αποκάλυψε ο ίδιος, ότι δηλαδή δεν ονομαζόταν Γ, αλλά Ρ που γεννήθηκε στην ... την 1/8/1996, και ότι στην ... είχε το όνομα Ξ, αλλά και με την ηλικία του τελευταίου όταν καταδικάσθηκε, ότι δηλαδή δεν ήταν ανήλικος, αλλά ενήλικος και δη 29 ετών, και αληθή υποτιθέμενα, διότι δεν προσάγει κανένα στοιχείο για επιβεβαίωση, δεν αποτελούν "νέα γεγονότα", κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τα οποία να καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα άλλο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, αφού αυτός δεν αμφισβητεί τα εγκλήματα που διέπραξε για τα οποία και καταδικάσθηκε, ούτε τη διάπραξη των εγκλημάτων από τον καταδικασθέντα ως άνω συγκατηγορούμενό του, έστω και με αναληθές ονοματεπώνυμο, το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν επηρέασε την καταδίκη του αιτούντος, όπως επίσης δεν την επηρέασε και η μη ακριβής γνώση από το δικαστήριο της ηλικίας του συγκατηγορουμένου του, το οποίο τον καταδίκασε ως ενήλικο, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφασή του, και όχι ως ανήλικο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αιτών, ούτε στο σκεπτικό της απόφασης διαλαμβάνεται οποιαδήποτε σκέψη επιβαρυντική για τον αιτούντα, σε σχέση με τα ψευδή στοιχεία ή την ακριβή ηλικία του ενηλίκου καταδικασθέντος-συγκατηγο-ρουμένου του Γ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7/9/2009 αίτηση του Χ, καταδίκου και κρατουμένου στη Φυλακή ..., περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 61-66/2005 αμετάκλητη απόφαση του ΜΟΔ Τριπόλεως. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για ανθρωποκτονία από πρόθεση και απόπειρα ανθρωποκτονίας. Απορρίπτεται η αίτηση διότι τα εκτιθέμενα σ' αυτή δεν αποτελούν νέα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 2 ΚΠΔ.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 2009/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ε. Κ. του Ν. και 2) Ν. Κ. του Ε., αμφοτέρων κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν, περί αναιρέσεως του με αριθμό βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SCHMITZ ANHANGER LEASING UND HANDELS GMBH", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Ιουνίου 2010 αιτήσεις τους, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 855/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 358/21.10.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.1, 474, 476 παρ.2 και 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις με αριθμούς 73 και 74 / από 21-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Ε. Κ. του Ν. και β) Ν. Κ. του Ε., αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του με αριθμ. 1156/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου των Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3386/2009 Βούλευμα παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τους παραπάνω κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες για να δικασθούν ως υπαίτιοι από κοινού υπεξαίρεσης της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, διότι κατόπιν συναπόφασης ιδιοποιήθηκαν παράνομα ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή τους, αξίας 495.329,81 ΕΥΡΩ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών μετά από έφεση των κατηγορουμένων και με το υπ' αριθμ. 1156/2010 βούλευμά του δέχεται τυπικά τις με αριθμούς 633 και 634/30-11-2009 εφέσεις των εκκαλούντων και νυν αναιρεσειόντων, και τις απορρίπτει στην ουσία τους, επικυρώνοντας το Πρωτόδικο βούλευμα. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στους κατηγορουμένους, Ε. και Ν. Κ. στις 10-6-2010, και στον αντίκλητο Δικηγόρο Βασίλειο Σαράκη στις 9-6-2010, (ίδετ. αποδεικτικά επίδοσης του βουλεύματος), στις δε 21-6-2010, ο μεν Βασίλειος Σαράκης άσκησε αναίρεση για λογαριασμό του Ε. Κ., δυνάμει της από 18-6-2001 εξουσιοδότησης, η οποία προσκομίστηκε και προσαρτάται, εμφανισθείς ενώπιον του γραμματέα του τμήματος των Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, ο δε Ν. Κ. την αυτήν ημέρα 21-6-2010 ενεφανίσθη αυτοπροσώπως, (465 παρ.1 ΚΠΔ) ενώπιον του αυτού γραμματέα των Βουλευμάτων, και εδήλωσε ότι αναιρεσιβάλλει το προσβαλλόμενο, και από τους δύο συγκατηγορούμενους, βούλευμα με αριθμό 1156/2010 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.(βλ. αναιρετήρια). Οι ως άνω δύο αιτήσεις αναίρεσης τυγχάνουν νομότυπες (476 παρ.2 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμες (αρθρ. 473 παρ.1 ΚΠΔ) εντός της 10ήμερης νόμιμης προθεσμίας, 10-6-2010>21-6-2010 και 9-6-2010>21-6-2010, ημέρα Δευτέρα, μετά τις εξαιρετέες Σάββατο και Κυριακή, και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, πρέπει δε να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. ΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 τελευταίο εδάφιο ΠΚ. όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3α του Ν. 2721/1999, ?Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά), κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73000 ΕΥΡΩ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι για την κατάφαση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην ως άνω κακουργηματική του μορφή απαιτείται να συντρέχουν τα εξής στοιχεία: α. Ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β. παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον κάτοχο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, γ. δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία το κατεχόμενο απ' αυτόν ξένο κινητό πράγμα, και δ. να υπερβαίνει η συνολική αξία το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, (Βλ. ΑΠ 347/06, Π.Χρ. ΝΣΤ', 831, ΑΠ 1050/2005, Π.Χρ. ΝΣΤ' σελ.130, ΑΠ 113/2005, Π.Χρ. ΝΕ, Σελίς 907). Επί πωλήσεως κινητού με παρακράτηση κυριότητος (ΑΚ 532), αν ο αγοραστής γίνει υπερήμερος περί την καταβολή του τιμήματος και υπαναχωρήσει ο πωλητής από την σύμβαση και ζητήσει την επιστροφή του πράγματος, ο αγοραστής που δεν το αποδίδει διαπράττει υπεξαίρεση.(Βλ. ΑΠ 980/2002, Ποιν. Δικ/νη 2002, Σελίς 1205, ΑΠ 1848/2000, Π.Χρ. ΝΑ', σελ. 814). Κατ' άρθρο 45 ΠΚ, από κοινού νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επιμέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και σε επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.(Βλ. ΑΠ 50/1990, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ). ΙΙΙ. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά αποφάσεως - άρθρο 510 παρ.1 Ε' ΚΠΔ - και κατά βουλεύματος - άρθρο 484 παρ.1β' ΚΠΔ, - έχομε: α) Εσφαλμένη Ερμηνεία: ?όταν ο δικαστής - δικαστήριο - βούλευμα, αποδίδουν στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει?, και β) εσφαλμένη εφαρμογή, ?όταν ο δικαστής....δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά στην προσήκουσα διάταξη που εφαρμόσθηκε. (Βλ. ΑΠ 298/2008, ΑΠ 9/2001, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ Π.Χρ. ΝΑ' Σελίς 788). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν το πόρισμα του Συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασαφείς, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (Βλ. ΑΠ 9/2001, ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ, Π.Χρ. ΝΑ' Σελίς 788, ΑΠ 259/2006, Π.Χρ. ΝΣΤ' Σελις 811, ΑΠ 532 και 535/2002,Π.Χρ. ΝΓ' Σελίδες 28 και 30, αντίστοιχα).Αοριστία του λόγου αναίρεσης, που καθιστά αυτόν απαράδεκτο, έχουμε, όταν στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, ποια διάταξη παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβίασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή), η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το Συμβούλιο κατά την ερμηνεία της, ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο ότι απεδείχθησαν κατά την γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτή.(Βλ. ΑΠ 2397/2004, Π.Χρ. ΝΕ' Σελίς 822, Σχετική ΑΠ 1632/2001, Π. Λογ. 2001, Σελίς 2284). Έτσι είναι αόριστος ο λόγος ?για ουσιαστική παράβαση του Νόμου?, αν δεν προσδιορίζεται καθόλου η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα.(Βλ. ΑΠ 101/2000, Π.Χρ. Ν' Σελίς 1204).IV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ), χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναίρεσης, - 484 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠΔ -, όταν α) αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την προδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική συγκρότηση του εγκλήματος, β) τα αποδεικτικά στοιχεία των πραγματικών αυτών περιστατικών, γ) οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπήν του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, (Βλ. ΑΠ 854/2006, ΑΠ 1884/2005), χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και αναφορά για το ποια περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά(Βλ. ΑΠ 1413/2006 και ΑΠ 74/2007). Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητος καθενός στον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. (Βλ. ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002, Π.Χρ. 2003, Σελίς 1011/2000, Π.Χρ. 2001 Σελίς 244).Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεκτη κρίση του Συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας.Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού μ' αυτό αποτελεί ένα ενιαίο όλο (σύνολο).[Βλ. ΑΠ. 2253/2002, Π.Χρ. 2003, Σελίς 795].V. Το Συμβούλιο των Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχτηκε ότι τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα είναι γερμανική εταιρεία πώλησης και χρηματοδοτικής μίσθωσης τριαξονικών ρυμουλκών οχημάτων με αμαξωτά και λοιπών συναφών ειδών και στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της συναλλάχθηκε με την γερμανική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία 'PEGASUS GMBH', της οποίας κύριος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος εκκαλών, οποίος είναι και κύριος εταίρος της εταιρείας "ΦΑΙΣΤΟΣ ΙΜΕ Ε.Π.Ε." και διαχειριστής αυτής μέχρι τις 24-11-1999, ότε ανέλαβε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ο δεύτερος εκκαλών. Αντικείμενο της συναλλαγής αυτής υπήρξε η πώληση από την εγκαλούσα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως πωλήσεως των ανωτέρω δέκα τριαξονικών ρυμουλκών οχημάτων έναντι τιμήματος 495.329,84 ευρώ, το οποίο θα εξοφλείτο σε τριάντα έξι ισόποσες, αλληλοδιάδοχες μηνιαίες δόσεις. Η σύμβαση πωλήσεως συνομολογήθηκε με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η αγοράστρια δικαιούται να κάνει χρήση των πωληθέντων μόνο για τις ανάγκες της επιχείρησής της και μόνον εντός των ορίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, απαγορευομένης οιασδήποτε άλλης πράξεως μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως του τιμήματος. Η αγοράστρια δεν ετήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, μη εξοφλώντας το τίμημα, και παρά τον μεταγενέστερο διακανονισμό, παραχώρησε την χρήση των κινητών στην εγγυήτρια "ΦΑΙΣΤΟΣ ΙΜΕ Ε.Π.Ε.". Η εγκαλούσα υπαναχώρησε της συμβάσεως και παρά την κοινοποίηση της 5571/2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε νομέας των επίδικων κινητών πραγμάτων, οι εκκαλούντες αρνούνται την απόδοσή τους."Με βάση όλα αυτά τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε πως υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για υπεξαίρεση από κοινού τελεσθείσα, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ.VI. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, κατά του πρωτόδικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για την πράξη της υπεξαίρεσης στην κακουργηματική της μορφή, "375 παρ.1 τελ. εδάφ.", έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή, α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αναίρεση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 τελευταίο εδάφιο ΠΚ, γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει ρητά:Α) Την γενόμενη συναλλαγή (πώληση) μεταξύ της εγκαλούσας Γερμανικής Εταιρείας και της εταιρείας "PEGASUS GMBH", της οποίας κύριος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος αναιρεσείων (Ε. Κ.), ο οποίος ήταν και ο κύριος εταίρος της "ΦΑΙΣΤΟΣ ΙΜΕ ΕΠΕ" και διαχειριστής αυτής μέχρι τις 24-11-1999., ότε και ανέλαβε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ο δεύτερος αναιρεσείων, Ν. Κ.. Β. Το συμφωνηθέν τίμημα ύψους 495329,84€ για τα δέκα τριαξονικά ρυμουλκά οχήματα που αγοράσθηκαν. Γ) Τον όρο της παρακράτησης της κυριότητος μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, αλλά και την πρόσθετη συμφωνία, ότι η αγοράστρια δικαιούται να κάνει χρήση των πωληθέντων οχημάτων, μόνο για τις ανάγκες της επιχείρησής της, και μόνο εντός συνόρων Γερμανίας. Δ. Την μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της αγοράστριας εταιρείας - μη εξόφληση του τιμήματος - και παρά τον μεταγενέστερο διακανονισμό, παραχώρηση της χρήσης των οχημάτων στην εγγυήτρια "ΦΑΙΣΤΟΣ ΙΜΕ ΕΠΕ". Ε. Την υπαναχώρηση της πωλήτριας από την σύμβαση και κοινοποίηση προς την αγοράστρια της με αριθμ. 5571/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που την αναγνώρισε Νομέα των επιδίκων κινητών, και την άρνηση των αναιρεσειόντων σε απόδοση των αυτοκινήτων. (Βλ. εξώδικο με κοινοποίηση προς αυτούς την 27-1-2003, ημέρα εκδήλωσης ιδιοποιήσεως, και άρα χρόνος τέλεσης της πράξης). και ΣΤ) την αξία των ιδιοποιηθέντων κινητών, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000ΕΥΡΩ, που ακριβέστερα, μετά την καταβολή μερικών δόσεων, ανέρχεται σε 275.545,22€, έναντι του αρχικού συνολικού τιμήματος των 495.329,84 ΕΥΡΩ. Τέλος το βούλευμα σωστά ερμηνεύει την ουσιαστική διάταξη με την οποία παραπέμπονται (άρθρο 375 παρ.1 εδάφιο τελευταίο ΠΚ), και ορθά εφάρμοσε - υπήγαγε τα χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ως άνω διάταξη. VII. Με βάση τα δεδομένα αυτά οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι αβάσιμες και απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες, καθόσον αφ' ενός μεν το βούλευμα έχει την κατά νόμο και Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφ' ετέρου δε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 εδάφιο τελευταίο ΠΚ, ως απαράδεκτες, δε, διότι και οι δύο λόγοι που προβάλλονται τυγχάνουν αόριστοι, αφού δεν συνοδεύονται από πραγματικά περιστατικά. Επί πλέον δε, ο σχετικός με την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης - (375 παρ.1 ΠΚ) - λόγος αναίρεσης, αναφέρεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή δικονομικής διάταξης, (άρθρο 474 παρ.2 ΚΠΔ), που δεν συνιστά λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ.1 β' ΚΠΔ. [Μόνο η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο], τυγχάνει και πάλι απαράδεκτος. Τέλος, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ. ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας:Α. Να απορριφθούν οι με αριθμ. 73 και 74/21-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Ε. Ν. Κ., και β)Ν. Ε. Κ.., κατοίκων ..., κατά του με αριθμ. 1156/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.Β. Να επικυρωθεί και να εκτελεσθεί το ως άνω βούλευμα. Και Γ. Να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα νόμιμα δικαστικά έξοδα (220€) στον καθένα. Αθήνα 16-9-2010. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες με αριθμούς 73 και 74 από 21-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως α) του Ε. Κ. του Ν. και β) Ν. Κ. του Ε., κατά του υπ' αριθμό 1156/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, κατά του υπ' αριθμό 3386/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από κοινού, με την επιβαρυντική περίσταση ότι το υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα της. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1Π.Κ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο ( ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθόν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επί πλέον μία από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, ήτοι εάν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, (παρ.1 περ. β' που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του Ν.2721/3-6-1999), ή αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση (παρ. 2 εδ.β' που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3β του Ν.2721/1999). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που διενεργήθηκε, σχετικά με τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής. Για την ύπαρξη δε αιτιολογίας του βουλεύματος αρκεί και η εξ' ολοκλήρου παραπομπή στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέως. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Β του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει και ειδικότερα "από την αξιολόγηση, αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση όλου ανεξαιρέτως του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε από την προκαταρκτική εξέταση και την επακολουθήσασα κυρία ανάκριση και ειδικότερα την έγκληση, τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων της δικογραφίας σε συνδυασμό και προς τις απολογίες, τα υπομνήματα και τις εκθέσεις εφέσεως των κατηγορουμένων, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα είναι γερμανική εταιρεία πώλησης και χρηματοδοτικής μίσθωσης τριαξονικών ρυμουλκών οχημάτων με αμαξωτά και λοιπών συναφών ειδών και στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της συναλλάχθηκε με την γερμανική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία 'ΡΕGΑSUS GMΒΗ', της οποίας κύριος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος εκκαλών, οποίος είναι και κύριος εταίρος της εταιρείας "ΦΑΙΣΤΟΣ ΙΜΕ Ε.Π.Ε." και διαχειριστής αυτής μέχρι τις 24-11-1999, ότε ανέλαβε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ο δεύτερος εκκαλών. Αντικείμενο της συναλλαγής αυτής υπήρξε η πώληση από την εγκαλούσα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως πωλήσεως των ανωτέρω δέκα τριαξονικών ρυμουλκών οχημάτων έναντι τιμήματος 495.329,84 ευρώ, το οποίο θα εξοφλείτο σε τριάντα έξι ισόποσες, αλληλοδιάδοχες μηνιαίες δόσεις. Η σύμβαση πωλήσεως συνομολογήθηκε με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η αγοράστρια δικαιούται να κάνει χρήση των πωληθέντων μόνο για τις ανάγκες της επιχείρησης της και μόνον εντός των ορίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, απαγορευομένης οιασδήποτε άλλης πράξεως μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως του τιμήματος. Η αγοράστρια δεν ετήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, μη εξοφλώντας το τίμημα, και παρά τον μεταγενέστερο διακανονισμό, παραχώρησε την χρήση των κινητών στην εγγυήτρια "ΦΑΙΣΤΟΣ ΙΜΕ Ε.Π.Ε.". Η εγκαλούσα υπαναχώρησε της συμβάσεως και παρά την κοινοποίηση της 5571/2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε νομέας των επίδικων κινητών πραγμάτων, οι εκκαλούντες αρνούνται την απόδοση τους". Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και με την επιβαρυντική περίσταση, ότι το υπεξαιρεθέν ποσό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 275.545, 22 ευρώ, αλλά και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι τούτο το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τούτου, με τις παραδοχές: α) ότι μεταξύ της εγκαλούσας γερμανικής εταιρείας και της εδρεύουσας στη Γερμανία εταιρείας με την επωνυμία "ΡΕGASUS GΜΒΗ", της οποίας κύριος μέτοχος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ήταν ο αναιρεσείων Ε. Κ., αλλά ταυτόχρονα και ο κύριος μέτοχος της εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΙΣΤΟΣ ΙΜΕ ΕΠΕ" και διαχειριστής αυτής μέχρι την 24-11-1999, οπότε ανέλαβε ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ο δεύτερος αναιρεσείων Ν. Κ., είχε συνομολογηθεί η αγοραπωλησία 10 τριαξονικών ρυμουλκών οχημάτων, αντί συνολικού τιμήματος 495.329,84 ευρώ, τα οποία παραδόθηκαν στον πρώτο υπό τους εξής όρους: 1) της παρακράτησης από την πωλήτρια της κυριότητας τους, μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος και 2) της χρήσης αυτών μόνο εντός των γεωγραφικών ορίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, β) ότι δεν τηρήθηκαν από την αγοράστρια οι συμβατικοί όροι της αγοραπωλησίας και ειδικότερα δεν εξοφλήθηκε το υπόλοιπο του πιστωθέντος τιμήματος από 275.545,22 ευρώ, γ) ότι οι κατηγορούμενοι, παρά την υπαναχώρηση της εγκαλούσας από την ως άνω σύμβαση και την κοινοποίηση προς αυτούς της υπ' αριθμ. 5571/2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε νομέας των πωληθέντων ρυμουλκών οχημάτων η εγκαλούσα, αρνήθηκαν να επιστρέψουν αυτά, τα οποία εξακολουθούν να παρακρατούν παράνομα και ενσωμάτωσαν στην ατομική τους περιουσία. Εν όψει αυτών αμφότεροι οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 375 του Π.Κ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιεχόμενες στους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν εξέτασε τους αναφερόμενους στην έφεσή του λόγους, είναι απαράδεκτες, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν, διότι δεν συνιστούν λόγο αναιρέσεως από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ. Μετά από αυτά, πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ), τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμό 73 και 74 από 21 Ιουνίου 2010 αιτήσεις του Ε. Κ. του Ν. και Ν. Κ. του Ε., κατοίκων ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 1156/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική υπεξαίρεση. Αιτήσεις αναίρεσης παραπεμπτικού βουλεύματος με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των οικείων διατάξεων. Απορρίπτει αιτήσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Υπεξαίρεση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 2007/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Α.Α. του Α., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3323/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένη, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Νεκταρία Μυγιάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενου ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της περί αναιρέσεως, καθώς και στους από 15 Ιουνίου 2010 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 913/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του ΚΠΔ που προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ΚΠΔ και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει. αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή, και αν υπάρχει μεν αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη ερευνά του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 511 του ΚΠΔ. Ανύπαρκτοι, ασαφείς, αόριστοι λόγοι και μη δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου. Δεν αποτελεί επίσης λόγο αναιρέσεως η επικαλούμενη εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, επειδή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου509 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 2του ίδιου κώδικα, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Για το παραδεκτό συνεπώς των πρόσθετων λόγων, πρέπει να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Εάν αυτή είναι απαράδεκτη, διότι δεν εκτίθενται ορισμένοι και σαφείς λόγοι, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι και δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αιτήσεως με αυτούς ή η διασαφήνιση των αόριστων ή ασαφών λόγων της αιτήσεως. Δεν είναι δε επιτρεπτή ούτε η αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, (Ολ. Α.Π. 2/2002), εάν πρόεκται για τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, και Η του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, αφού η αυτεπάγγελτη έρευνα που προβλέπεται από το άρθρο 511 του ίδιου κώδικα, προϋποθέτει την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του. καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 18/12/2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 3323/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για διακεκριμένη κλοπή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση της αναιρεσείουσας στο γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 117/18/12/2009 έκθεση, στην οποία αναφέρονται, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "ασκεί αναίρεση κατά της 3323/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους λόγους, διότι πέραν των άλλων στερείται επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και συγκεκριμένα στηρίχθηκε στο υπηρεσιακό σημείωμα του Επιθεωρητή κ. Φ, που βασίστηκε στις κατευθυνόμενες καταθέσεις αποζημιωθέντων πελατών της Τράπεζας, μάλιστα δεν προσήλθε η βασική μάρτυρας της δίκης κ. Π. Επιφυλάσσομαι να καταθέσω συμπληρωματικά και υπόμνημα". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως περί ελλείψεως εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι εντελώς αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, ενώ κατά τα λοιπά πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΙ ΙΑ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι που προβάλλονται από την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, καταδικασθεί δε αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ. Πολ, Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18/12//2009 αίτηση της Α.Α. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3323/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για διακεκριμένη κλοπή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Απορρίπτεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. Ι στοιχ. Δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, ως παντελώς αόριστος, και συνακόλουθα και οι πρόσθετοι λόγοι.
Πρόσθετοι λόγοι
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Πρόσθετοι λόγοι.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 2004/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 38/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιο Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 278/21-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, την με αριθμό 7/21-12-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ... που στρέφεται κατά του με αριθμό 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό 15/2009 έφεση του κατά της με αριθμό 180/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία απέρριψε την από 4/2/2009 αίτηση του για μετατροπή της ποινής κάθειρξης που είχε σ' αυτόν επιβληθεί, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 Ν. 3727/2008 για το παραδεκτό της αίτησης του. Η έφεση του αυτή απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 50/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, ως απαράδεκτη, αφού κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 16 Ν. 3727/2008 δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων. Κατά του βουλεύματος αυτού, στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του. Όμως, ως προελέχθη το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, ως εκ τούτου η αίτηση αυτή ως ασκηθείσα κατά βουλεύματος για το σκοπό που προβλέπεται η άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη η με αριθμό 7/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του με αριθμό 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 17/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση της Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 482 παρ. 1, 2 ΚΠοινΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος μόνο όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή . . .". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, εναντίον βουλεύματος που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση κατά αποφάσεως με την οποίαν απορρίφθηκε αυτοτελής αίτηση του καταδικασθέντος, κατά τη διαδικασία του άρθρου 16 του ν. 3727/2008, για μετατροπή της ποινής καθείρξεως, που του έχει επιβληθεί με άλλη δικαστική απόφαση, σε χρηματική, διότι η απόφαση αυτή είναι τελειωτική, ως μη προβλεπόμενης έφεσης από τον ανωτέρω νόμο, δεν επιτρέπεται να ασκήσει αυτός αίτηση αναιρέσεως. Η απαγόρευση αυτή που θέτει περιορισμούς στην άσκηση ενδίκων μέσων δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1, 25 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ για ακώλυτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δίκαιη δίκη, διότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου εναντίον αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβαση τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει μόνον όταν η προβλεπόμενη από τον νόμο κύρωση είναι δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου, πράγμα που δε συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, με το οποίο απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 180/ 2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε η από 4.2.2009 αίτηση του για μετατροπή σε χρηματική της ποινής καθείρξεως που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 83/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Το προσβαλ-λόμενο, όμως, βούλευμα, κατά τα ανωτέρω, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Συνεπώς, εφόσον η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 ΚΠοινΔ), ενόψει του ότι κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας και αυτός δεν παραστάθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 7/21-12-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του 50/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου που είχε απορρίψει αίτηση για μετατροπή της ποινής, κατά τη διαδικασία του άρθρου 16 του ν. 3727/2008, κατά το άρθρο 482, 546 παρ.2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ.
Ποινής μετατροπή
Εφέσεως απαράδεκτο, Ποινής μετατροπή.
0
Αριθμός 2003/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε στο συμβούλιο αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 205/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1223/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 318/1-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 482 του Κ.Π.Δ., την 11/20-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ δικηγόρου κατοίκου ... κατά του 205/13-8-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα : ΙΙ. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε ως απαράδεκτη την από 10-12-2009 προσφυγή του παραπάνω κατηγορουμένου κατά του 7695/2009 κλητήριου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης, με το οποίο είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης για να δικαστεί για το έγκλημα της αυτοδικίας, επειδή αυτή (έφεση) ασκήθηκε χωρίς να συνταχθεί σχετική έκθεση από τον αρμόδιο Γραμματέα σύμφωνα με το α. 322 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 15-9-2010. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του αυτή ζητά την αναίρεση του βουλεύματος αυτού επειδή εσφαλμένα έκρινε ως απαράδεκτη την προσφυγή του ενώ έπρεπε να την κρίνει παραδεκτή και να την εξετάσει στην ουσία της. ΙΙΙ. Με το α. 482 του ΚΠΔ καθορίζονται κατά περιοριστικό τρόπο τα βουλεύματα εναντίον των οποίων επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη άλλη ρητή διάταξη που προβλέπει το ένδικο αυτό μέσο. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο δικηγόρο να ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά του κλητήριου θεσπίσματος, με το οποίο είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (α. 322 του ΚΠΔ),:α) ως αβάσιμη στην ουσία της (ΑΠ 269/2008, ΑΠ1247/2006, ΑΠ 209/2005, ΑΠ 1194/2003) και β) ως απαράδεκτη (ΑΠ 289/2010, ΑΠ 286/2010, ΑΠ 394/2009, ΑΠ 1556/2005). Ο περιορισμός αυτός δεν είναι αντίθετος: α) με το α. 20 παρ. 1 Συντ. β) το α. 6 παρ. 1 της Ευρ. ΣΔ.Α. και γ) το α. 14 παρ. 5 ΔΣΑΠΔ αφού η παρ. 2 του α. 476 του ΚΠΔ που επέτρεπε αυτό καταργήθηκε από το α. 38 του Ν. 3160/2003 (ΑΠ 1337/2005, ΑΠ 456/2003, ΑΠ 1845/2000). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96,όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006). ΙV. Επειδή ο αναιρεσείων στρέφεται κατά του παραπάνω βουλεύματος χωρίς να προβλέπεται η άσκηση της αναιρέσεως που άσκησε εναντίον αυτού πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. 1και 2, 482 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης,: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 11/20-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένης Χ δικηγόρου κατοίκου ... κατά του 205/13-8-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεση τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ, "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα ανωτέρω, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Η αυτή ρύθμιση προσήκει και όταν πρόκειται βούλευμα του συμβουλίου εφετών, που απέρριψε ως απαράδεκτη προσφυγή του κατηγορουμένου, που τυγχάνει ιδιάζουσας δωσιδικίας (άρθρο 111 παρ. 7 ΚΠοινΔ), διότι η προσφυγή αυτή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο, επί του οποίου η αυτή, όπως και επί εφέσεως, προσήκει λύση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, που τυγχάνει πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας (111 παρ. 7 ΚΠοινΔ), ως δικηγόρος με το υπ αριθ. 7695/2009 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, για να δικασθεί για το έγκλημα τη αυτοδικίας. Κατά του ως άνω θεσπίσματος άσκησε την από 10.12.2009 προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ αριθ. 205/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 11/20.9.2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 205/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο τριμελές εφετείο, λόγω ιδιάζουσας δωσιδικίας.
Κλητήριο θέσπισμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Κλητήριο θέσπισμα.
2
Αριθμός 2001/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Μ.Χ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1663/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 353/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 332/6.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 513 § 1 εδ. α' και 476 § 1 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 60 / 26-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του Μ.Χ. του Ε, κατά της υπ' αριθμ. 1663/17-2-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτουμε τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 2 περ. γ' ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 501 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ) και ορίζει ότι η αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εισάγεται, χωρίς να κλητευθεί εκείνος που την υπέβαλε, στην πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου που δίκασε, το οποίο "αποφασίζει αμετάκλητα", σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", σαφώς συνάγεται ότι η απόφαση που εκδίδεται επί αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ως ανυποστήρικτη, απαράδεκτη ή κατ' ουσίαν. (ΑΠ 1738/2006, ΑΠ 1179/2006, ΑΠ 1759/2006, ΑΠ 1037/2000). Εξάλλου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ορίζεται ότι, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ... ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο ), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...". Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 1663/17-2-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη, ως ανυποστήρικτη, η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9742/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση που είχε ασκήσει κατά της υπ' αριθμ. 36381/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών για κλοπή και πλαστογραφία μετά χρήσεως. Συνεπώς, εφ' όσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση, θα πρέπει να απορριφθεί αυτή, ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος .(άρθρα 476 § 1και αρθ. 583 §1 Κ.Π.Δ, , σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 60/26-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του Μάρκου Χύτα του Ευαγγέλου, κατά της υπ' αριθμ. 1663/17-2-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα, 28-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και ορίζει ότι η αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εισάγεται χωρίς να κλητευθεί ο αιτών στην πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου που δίκασε "το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα", συνδυαζόμενη και προς τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", συνάγεται ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κατ' ουσίαν ή ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 26-2-2010 ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών (βλ. 60/26-2-2010 έκθεση) και στρέφεται κατά της 1663/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε, απόντος τούτου, η 9742/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά της 36381/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Συνεπώς, εφόσον η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 ΚΠοινΔ), ενόψει του ότι κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας και αυτός δεν παραστάθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 60/26-2-2010 αίτηση του Μ.Χ. του Ε. για αναίρεση της 1663/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας ως απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως που είχεν απορρίψει έφεση ως ανυποστήρικτη, κατά το άρθρο 341 παρ.2 γ ΚΠΔ και 546 παρ.2 και 476 παρ.1 ΚΠΔ.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1999/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Τ. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1433/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Β. του Ι.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1064/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 319/1.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 97/30-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Θ.Τ. κατοίκου …, η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Νικ. Νασιοθύμιο σύμφωνα με την από 29-7-2010 νομότυπη εξουσιοδότηση του προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 1433/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 137/201 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού αυτός άσκησε την 35/2010 έφεσή του η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1433/2010 βούλευμά του. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε: α) στον κατηγορούμενο στις 27-7-2010 με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ... και β) στον αντίκλητο δικηγόρο του Δ. Λαζανά στις 13-7-2010 επίσης με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτός στις 30-7-2010 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω 97/2010 αίτηση αναιρέσεώς του στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος και ζητά την εξαφάνισή του για έλλειψη αιτιολογίας (α. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 209/2010, ΑΠ 1631/2006, ΑΠ 55/2004, ΑΠ 224/2002). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή τα 15.000 ευρώ, είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 132/2010, ΑΠ 1521/2006, ΑΠ 829/2001). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ!2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ! 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ! 2003.795). ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Π. Β. είχε γνωρίσει τον ως άνω Ν. Τ. το καλοκαίρι του 2004 και ο τελευταίος τον είχε διαβεβαιώσει ψευδώς ότι είναι τεχνικός σύμβουλος (ως μηχανικός) του Παναγίου Τάφου, ο οποίος είχε στην κυριότητα του διάφορα ακίνητα στην περιοχή της ..., τα οποία επιθυμούσε να εκποιήσει σε χαμηλή τιμή, είχε δε αυτός τη δυνατότητα να εισηγηθεί στο εκκλησιαστικό συμβούλιο και να επιτύχει μια τέτοια μεταβίβαση ακινήτου προς τον ανακόπτοντα ή άλλο μέλος της οικογένειας του. Μάλιστα στη συνέχεια του επέδειξε και του πρότεινε να αγοράσει διάφορα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και ένα γωνιακό οικόπεδο περίπου 600 τ.μ. με παλιά οικία σε κεντρικό σημείο της ... και στη συμβολή των οδών ... και ..., με τίμημα περί τις 210.000 ευρώ, το οποίο μάλιστα θα μπορούσε να καταβληθεί κατά ένα μέρος σε μηνιαίες άτοκες δόσεις. Θεωρώντας ο ανακόπτων ευνοϊκό το τίμημα και επιθυμώντας να αγοράσει το ακίνητο προς εξασφάλιση στέγης της θυγατέρας του, επείσθη με τις διαβεβαιώσεις του Ν. Τ., ο οποίος τον διαβεβαίωσε επίσης ότι το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας θα υπεγράφετο μέχρι τέλος Μαρτίου 2005 και του κατέβαλε, ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος, το ποσό των 38.000 ευρώ, ενώ εξέδωσε και του παρέδωσε επιταγές συνολικού ποσού 143.020 ευρώ μεταξύ των οποίων και τις επίδικες. Ο Ν. Τ. όμως με διάφορες προφάσεις (μεταξύ των οποίων και το θέμα της εκλογής νέου Πατριάρχη) καθυστερούσε συνεχώς και ανέβαλε την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου, και στη συνέχεια, μετά το καλοκαίρι του 2005, άρχισε να μην εμφανίζεται και στις τηλεφωνικές οχλήσεις του εγκαλούντα. Όπως δε διαπίστωσε εκ των υστέρων ο τελευταίος, όλες οι ως άνω διαβεβαιώσεις του Ν. Τ. ήταν ψευδείς και έγιναν με σκοπό αυτός να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος προς βλάβη της δικής του περιουσίας, καθώς αυτός δεν ήταν τεχνικός σύμβουλος και δεν είχε σχέση με τον Πανάγιο Τάφο, στον οποίο μάλιστα δεν ανήκε κατά κυριότητα το προς πώληση ακίνητο. Την ίδια αξιόποινη πράξη ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει τελέσει και εις βάρος άλλου προσώπου, ενώ και στην μάρτυρα Α. Κ. πρότεινε την αγορά μιας οικίας, συναλλαγή όμως που δεν εξελίχθηκε λόγω φόρτου εργασίας της μάρτυρος. Κατόπιν αυτών είναι φανερό ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής ικανές να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδόθηκε. Αυτά δεχθέν και το εκκαλούμενο βούλευμα είναι πρόδηλο ότι δεν έσφαλε ούτε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων, ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και των εν γένει πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αλλ' ούτε και περί την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού ποινικού δικαίου και με εμπεριστατωμένες, αιτιολογημένες και τεκμηριωμένες σκέψεις κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση και αβασίμως ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα. Έτσι στις ορθές και νόμιμες αυτές σκέψεις του εκκαλουμένου βουλεύματος αναφέρομαι κατά τα λοιπά προς αποφυγή άσκοπων και περιττών επαναλήψεων".Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει: α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στην διάταξη περί απάτης του α. 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αναφέρει: α) τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου προς τις παθούσες β) την αλήθεια που αυτός γνώριζε ότι δηλ. αυτός και το προς πώληση ακίνητο δεν είχαν καμιά σχέση με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων γ) την παραπλάνηση από τις παραστάσεις αυτές του παθόντα δ) την περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του προς αυτόν ποσού 181.000 ευρώ και ε) την παράνομη ιδιοποίηση των ποσού που του δόθηκε το οποίο υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Ακόμα το ίδιο βούλευμα έχει λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας Τέλος οι θέσεις που προβάλλει ο αναιρεσείων ότι δεν τέλεσε το έγκλημα της απάτης αλλά αυτό είναι δημιούργημα του εγκαλούντα για να αποφύγει την πληρωμή διάφορων επιταγών που είχε φροντίσει αυτός (κατ/νος) να προεξοφληθούν προσβάλλουν την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η την 97/30-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Θ. Τ. κατοίκου ... κατά του 1433/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, και Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα Αθήνα 23 Σεπτεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τις διατάξεις του αρθρ. 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Ως γεγονότα, κατά την στο άρθρο αυτό έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484παρ.1 στοιχ.δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως ,όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα ,δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484παρ.1 στοιχ.β' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα ,εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, ούτε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1433/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων το άνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα εξής: Ο εγκαλών Π. Β. είχε γνωρίσει τον ως άνω Ν. Τ. το καλοκαίρι του 2004 και ο τελευταίος τον είχε διαβεβαιώσει ψευδώς ότι είναι τεχνικός σύμβουλος (ως μηχανικός) του Παναγίου Τάφου, ο οποίος είχε στην κυριότητα του διάφορα ακίνητα στην περιοχή της ..., τα οποία επιθυμούσε να εκποιήσει σε χαμηλή τιμή, είχε δε αυτός τη δυνατότητα να εισηγηθεί στο εκκλησιαστικό συμβούλιο και να επιτύχει μια τέτοια μεταβίβαση ακινήτου προς τον εγκαλούντα ή άλλο μέλος της οικογένειας του. Μάλιστα στη συνέχεια του επέδειξε και του πρότεινε να αγοράσει διάφορα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και ένα γωνιακό οικόπεδο περίπου 600 τ.μ. με παλιά οικία σε κεντρικό σημείο της ... και στη συμβολή των οδών ... και ..., με τίμημα περί τις 210.000 ευρώ, το οποίο μάλιστα θα μπορούσε να καταβληθεί κατά ένα μέρος σε μηνιαίες άτοκες δόσεις. Θεωρώντας ο εγκαλών ευνοϊκό το τίμημα και επιθυμώντας να αγοράσει το ακίνητο προς εξασφάλιση στέγης της θυγατέρας του, επείσθη με τις διαβεβαιώσεις του Ν. Τ., ο οποίος τον διαβεβαίωσε επίσης ότι το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας θα υπεγράφετο μέχρι τέλος Μαρτίου 2005 και του κατέβαλε, ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος, το ποσό των 38.000 ευρώ, ενώ εξέδωσε και του παρέδωσε επιταγές συνολικού ποσού 143.020 ευρώ. Ο Ν. Τ. όμως με διάφορες προφάσεις (μεταξύ των οποίων και το θέμα της εκλογής νέου Πατριάρχη) καθυστερούσε συνεχώς και ανέβαλε την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου, και στη συνέχεια, μετά το καλοκαίρι του 2005, άρχισε να μην εμφανίζεται και στις τηλεφωνικές οχλήσεις του εγκαλούντα. Όπως δε διαπίστωσε εκ των υστέρων ο τελευταίος, όλες οι ως άνω διαβεβαιώσεις του Ν. Τ. ήταν ψευδείς και έγιναν με σκοπό αυτός να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος προς βλάβη της δικής του περιουσίας, καθώς αυτός δεν ήταν τεχνικός σύμβουλος και δεν είχε σχέση με τον Πανάγιο Τάφο, στον οποίο μάλιστα δεν ανήκε κατά κυριότητα το προς πώληση ακίνητο. Την ίδια αξιόποινη πράξη ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει τελέσει και εις βάρος άλλου προσώπου, ενώ και στην μάρτυρα Α. Κ. πρότεινε την αγορά μιας οικίας, συναλλαγή όμως που δεν εξελίχθηκε λόγω φόρτου εργασίας της μάρτυρας". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, από την ενεργηθείσα προανάκριση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για το ανωτέρω έγκλημα, που κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται και από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 386 § 1, 3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και όσον παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται λεπτομερώς οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος προς τον πολιτικώς ενάγοντα - εγκαλούντα, ότι, συνεπεία αυτών παραπλανήθηκε ο τελευταίος το δε παράνομο περιουσιακό όφελος που αποσκοπούσε να αποκομίσει ο αναιρεσείων, με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος, ανέρχεται σε 181.020 ευρώ, ποσό που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Η ειδικότερα αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βουλευμά του, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τους ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, διότι οι άνω υποσχέσεις ήταν μελλοντικές και δεν αποτελούν γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το άνω έγκλημα, είναι αβάσιμη, αφού, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, οι ψευδείς υποσχέσεις συνοδεύονταν από ψευδείς διαβεβαιώσεις που αναφέρονταν στο παρόν (τεχνικός σύμβουλος του Παναγίου Τάφου, το προς πώληση ακίνητο ανήκε στον Πανάγιο Τάφο) και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως της υποχρέωσής του, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση πραγμάτων από τον κατηγορούμενο, που είχε ειλημμένη την πρόθεση να μην την εκπληρώσει, όπως και έγινε. Επίσης και η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση. Επομένως οι εκ του άρθρου 484§1 στοιχ. β και δ' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν από το Συμβούλιο και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΠΚ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 97/30-7-2010 αίτηση του Ν. Τ. του Κ. περί αναιρέσεως του υπ'αριθ. 1433/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 2000/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ε., κατά κόσμον Σ. Τ. του Γ. 2)Δ. κατά κόσμον Κ. Ν. του Ι., 3)Ε., κατά κόσμον Φ. Σ. του Γ., 4)Π., κατά κόσμον Ι. Κ. του Κ. και 5)Χ., κατά κόσμον Μ. Κ. του Γ., Μοναχών και κατοίκων της Ιεράς Μονής Α. Π. Μ. Μ., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.68/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 578/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, η άσκηση αυτής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 68/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και τα πρακτικά της, το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την από 19-12-2007 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου κατά της 2586/2005 αθωωτικής των πέντε αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, τους κήρυξε, κατά πλειοψηφία,(με ψήφους 3 έναντι 2), ενόχους τους τέσσερις πρώτους ως συναυτουργούς και απλής συνέργειας τον πέμπτο από αυτούς, για την αξιόποινη πράξη της κλοπής αρχαίων αντικειμένων (όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως αρχικά κατηγορήθηκαν) και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών, δύο, δύο, δύο και ενός έτους αντίστοιχα. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι μοναχοί στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από την 105/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κηρύχθηκαν αθώοι, κατά πλειοψηφία για το ότι: α) οι Σ. Τ., Κ. Ν., Φ. Σ. και Ι. Κ., στην..., την 29-7-2004, ενεργώντας από κοινού, αφαίρεσαν ξένα αρχαία κινητά αντικείμενα, μνημεία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από ακίνητο μνημείο του Ελληνικού κράτους, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα, στην περιοχή «...» ..., έχοντας αποφασίσει από κοινού αφαίρεσαν, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως, τέσσερις πλάκες, οι οποίες είναι αρχαία μνημεία, από τον περίγυρο της εκκλησίας της Παναγιάς Ενθρόνου χρόνου κατασκευής προ του 1453μ.χ. και συνολικής αξίας 13.600 ευρώ που δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη οι οποίες είναι αρχαία μνημεία και β) ο κατηγορούμενος Μ. Κ. συνέδραμε με τους ανωτέρω πριν τη διάπραξη της κλοπής που αυτοί από κοινού διέπραξαν με το να τους μεταφέρει με το αυτοκίνητό του από το..., στον άνω τόπο, έχοντας αναλάβει να τους μεταφέρει επίσης με το ίδιο αυτοκίνητο, μετά την πράξη τους, την οποία γνώριζε, διευκολύνοντας έτσι τη διαφυγή τους και συνδράμοντας αυτούς ψυχικά στην ολοκλήρωση της πράξεώς τους. Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται ότι:»Α) Από τη διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, αποδείχτηκε ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι καταλήφθηκαν επ' αυτοφώρω από τον αγρότη Κ. Κ. να αφαιρούν τα πιο πάνω αρχαία μνημεία ως γνώριζαν οι κατηγορούμενοι ότι είναι αρχαία μνημεία γιατί είχαν πάνω τους το ειδικό μαύρο σημείο που είχε θέσει η αρχαιολογική υπηρεσία και γιατί στο παρελθόν είχαν πολλές φορές επισκεφτεί το χώρο και εντοπίσει τα αρχαία μνημεία. Ειδικότερα κατέθεσε ο αυτόπτης μάρτυρας Κ. Κ._ότι»... είδα μια πλάκα... τον ρώτησα (είναι κάποιος από τους τέσσερις μοναχούς) και είπε ότι αυτό που κάνουν είναι θείο έργο. Η πλάκα ήθελε λίγα μέτρα να κατέβει στο δρόμο- οι καλόγεροι ήταν με τα ρούχα της αγγαρείας- όταν τους αντιλήφθηκα ήταν αναστατωμένοι και ειδοποίησα την αστυνομία. Την ώρα που καθόμαστε μου ζήτησαν συγγνώμη γι' αυτό που έκαναν».Ο δε μάρτυρας αστυνομικός Σ. Μ. ο οποίος προσήλθε στο χώρο ύστερα από την ειδοποίηση του αυτόπτη μάρτυρα Κ. Κ. κατέθεσε , μεταξύ άλλων: «... είπε ο μοναχός Σ.: ήταν λάθος μας που μεταφέραμε μάρμαρα- ήταν αναστατωμένοι, ιδρωμένοι και λερωμένοι-είδαμε ίχνη συρσίματος και το σημείο που έλειπαν οι πέτρες». Β) Ωστόσο το Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά τούτα τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία - αλλά και άλλα όπως λόγου χάρη τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Μ. και Μ. Π. και κήρυξε κατά πλειοψηφία,αθώους τους κατηγορουμένους. Ενώ έπρεπε να τους κηρύξει ενόχους, γιατί, εκτός των άλλων, δε σημασιολόγησε ορθά τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα με τον όρο»σημασία»αναφερόμαστε σε μια ορισμένη διάσταση νοήματος ή τάξη νοημάτων. Τούτη η διάσταση είναι γνώση που αποβλέπει στη γενικότητα και εξηγεί το ατομικό δια του γενικού. Με το περιεχόμενο τούτο της γνώσης, σημασία έχουν οι πράξεις του ανθρώπου κατά το εσωτερικό βάθος τους π.χ. Μια χειρονομία ή ένας μορφασμός ,μια παράλειψη ή μια άρνηση, μια ψυχική στάση ή ένα πνευματικό έργο - εάν είναι αποφασιστικά για την ύπαρξη του. Όταν θεωρούμε και εξηγούμε αυτές τις πράξεις ως γεγονότα, πολύ λίγο τις καταλαβαίνουμε και συχνά τις παρανοούμε. Για να τις καταλάβουμε σωστά, πρέπει να εισδύσουμε (με άλλο τρόπο και όχι με τον τρόπο των»θετικών»επιστημών) στο βάθος τους και να συλλάβουμε τη σημασία τους. Γιατί η»πράξη»δεν είναι μόνο μια συμπεριφορά που μπορεί να εξαντικειμενικευτεί και να εξηγηθεί εντελώς ως γεγονός, αλλά έχει και μια σημασία. Σημαίνει κάτι. Και τούτο το κάτι είναι εσωτερικό, ιδιαίτερο, προσωπικό. Το αισθάνονται και το λογαριάζουν μόνο τα ίδια πρόσωπα που ενεργούν με αυτόν τον τρόπο, σαν κάτι αποφασιστικό, για την ύπαρξη τους. Και από τους άλλους μόνο εκείνοι που θέλουν και μπορούν να εννοήσουν την ενέργεια τους εισδύοντας πίσω από τον εξωτερικό τους φλοιό - και πως εννοείται; Βοηθημένοι από την οξυδέρκεια και την ευαισθησία ,από την εμπειρία και τη φαντασία μας πρέπει με τη «συμπάθεια» να ζήσουμε απάνω στο ανθρώπινο βάθος μας. Άρα σημιολογώ μια πράξη (ξένη ή δική μου)θα πει της δίνω τη σημασία που έχει. Και μπορεί να έχει ηθική, θρησκευτική, αισθητική κλπ σημασία και όχι φυσιολογική ,κοινωνιολογική κλπ σημασία. Επίσης άλλο πράγμα είναι το «σημασιολογώ» και άλλο το αξιολογώ = αναγνωρίζω ότι αυτή η πράξη έχει την άλφα αξία και ως φορέα αυτής της αξίας τη θεωρώ ανώτερη ή κατώτερη από μια άλλη του ίδιου είδους. Ο κοινός νους και λόγος συχνά ταυτίζει τις δύο έννοιες. Μεταξύ τους όμως υπάρχουν πολλές και σοβαρές διαφορές, μολονότι ο συντομότερος δρόμος προς την αξία περνάει από το χώρο των σημασιών : με τη σημασία που της δίνουμε μια πράξη γίνεται ή όχι δεκτική αξίας. Άρα για την ανεύρεση του αληθινού και ακριβούς περιεχομένου μιας πράξης προηγείται η σημασιολόγηση (που είναι αναλυτική μέθοδος) και έπεται η αξιολόγηση (που είναι αυθεντική μέθοδος). Αλλά το δικαστήριο δέχτηκε κατά πλειοψηφία, εσφαλμένα, ότι οι φράσεις»την ώρα που καθόμαστε μου ζήτησαν γι' αυτό συγνώμη»και ότι»έχουμε πέσει σε λάθος»είναι πολυσήμαντες, ενώ είναι μονοσήμαντες. Δηλαδή η εκφορά της λέξης «συγνώμη» σημαίνει οπωσδήποτε ομολογία για κάποια πράξη που είναι βλαπτική στους άλλους». Έχοντας το πιο πάνω περιεχόμενο η έφεση του ανωτέρω Εισαγγελέα Εφετών, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα και εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σε αυτή, πλήρως και σαφώς συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ιδία, η μη λήψη υπόψη και η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των αυτόπτων μαρτύρων κατηγορίας Κ. Κ. και του Σ. Μ. και Π. Μ. αστυνομικών, που τους συνέλαβαν επ' αυτοφώρω και της μάρτυρος Μ. Π., αρχαιολόγου, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, όπως επίσης η μη ορθή εκτίμηση της ομολογίας των κατηγορουμένων στον μάρτυρα Κ. Κ., αγρότη που πρώτος τους αντιλήφθηκε τη βραδυνή ώρα της κλοπής. Επομένως, το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση προαναφερόμενο Δικαστήριο, που δέχθηκε, ως ορισμένο το λόγο εφέσεως και τυπικά δεκτή την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, γι'αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ.Α και 171 παρ. 1α' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής συνθέσεως του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. ε' του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), το Πενταμελές Εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και τέσσερις εφέτες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 παρ.2 του ΚΠοινΔ, «οι αποφάσεις των πολυμελών δικαστηρίων καταρτίζονται από την ψήφο των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παρίσταται και ο γραμματέας. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, συγκεντρώνει τις ψήφους, αρχίζοντας από τον κατώτερο στο βαθμό και σε περίπτωση που οι δικαστές είναι ισόβαθμοι από το νεότερο στο βαθμό, ενώ ο ίδιος ψηφίζει τελευταίος. Αν υπάρχει διχογνωμία, επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας, η ευμενέστερη γνώμη για τον κατηγορούμενο...». Επίσης, η γνώμη της μειοψηφίας, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, αναφέρεται μαζί με την απόφαση από τον απαγγέλλοντα αυτή και καταχωρίζεται υποχρεωτικώς, με αναφορά και του ονόματος του δικαστή που μειοψήφησε, στην εγγράφως μετά ταύτα συντασσόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 68/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και τα πρακτικά αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτό, συγκροτήθηκε από τον Σπυρίδωνα Γρηγοράτο, Πρόεδρο Εφετών και τους εφέτες Σάββα Κυριακίδη, Γεώργιο Ταμβακάκη, Γεώργιο Κουρούση και Αμαλία Ζαρκαδούλα. Από το αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε, μετά από μυστική διάσκεψη, σε απόφαση περί ενοχής, κατά πλειοψηφία, κατά τη γνώμη των Εφετών Σάββα Κυριακίδη, Γεωργίου Κουρούση και Αμαλίας Ζαρκαδούλα, ενώ δύο δικαστές, οι Σπυρίδων Γρηγοράτος, Πρόεδρος Εφετών, και ο εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, μειοψήφισαν υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων. Όμως, από την αντιπαραβολή των παραπάνω παραδοχών του αιτιολογικού προκύπτει ότι το μέλος της συνθέσεως, εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, ψήφισε δύο φορές και μάλιστα ταυτόχρονα υπέρ της ενοχής και υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων, ενώ ο εφέτης Σάββας Κυριακίδης δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου που συμμετείχε ως τακτικό μέλος της συνθέσεως, όπως θάπρεπε κατά νόμο. Επομένως, σύμφωνα με αυτά που προαναφέρθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απολύτως άκυρη για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, κατά το χρόνο που έλαβε σε διάσκεψη και δημοσίευσε την κατά πλειοψηφία καταδικαστική απόφαση του. Ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, μη προτεινόμενο μεν από τους αναιρεσείοντες, με την κρινόμενη αίτηση τους, αλλά με το υπόμνημα τους, ο οποίος όμως λόγος εξετάζεται, κατά το άρθρο 511 του ΚΠοινΔ, αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, αφού κρίθηκε παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως των πέντε καταδικασθέντων κατηγορουμένων και δη παραδεκτός ο παραπάνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, και οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν στον Άρειο Πάγο. Αναιρουμένης δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τον ανωτέρω λόγο, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατ' άρθρο 519 ΚΠοινΔ, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 68/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή Αρχαίων μαρμάρινων αντικειμένων εκκλησίας. 1. Είναι, απορριπτέος ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, αφού η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 2. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απολύτως άκυρη για κακή σύνθεση του δικαστηρίου που έλαβε και δημοσίευσε την κατά πλειοψηφία καταδικαστική απόφαση του και αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, ο οποίος εξετάζεται, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, αφού κρίθηκε παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως·, διότι από την αντιπαραβολή των παραδοχών του αιτιολογικού της κατά πλειοψηφία ληφθείσας καταδικαστικής αποφάσεως, με ψήφους 3 έναντι 2, προκύπτει ότι το μέλος της συνθέσεως του Πενταμελούς Εφετείου, ο εφέτης Χ, ψήφισε δύο φορές και μάλιστα ταυτόχρονα υπέρ της ενοχής και υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων, ενώ ο εφέτης Ψ δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου που συμμετείχε ως τακτικό μέλος της συνθέσεως, όπως θα έπρεπε κατά νόμο.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Δικαστηρίου σύνθεση, Αρχαία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1998/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου P. B. του L., κατοίκου … και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 56/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενο τον N. T. του R.. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 625/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτη-ση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων αυτού. Κατά το άρθρο 366 παρ. 1 εδ. γ' και δ' του Κ.Ποιν.Δ. αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον Εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Όπως συνάγεται από αυτές τις διατάξεις ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που έχουν δικαίωμα να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτόν μετά το πέρας της απολογίας του, είτε απ' ευθείας είτε δια του διευθύνοντος τη συζήτηση. Ο δε κατηγορούμενος και οι συνήγοροί του επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενό του μόνο με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να υποβληθεί εκ μέρους των σχετικό αίτημα. Εάν, παρά την υποβολή του αιτήματος αυτού, δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογουμένου ή στον συνήγορό του να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ενδίκου αιτήσεώς του, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι, μετά το τέλος της απολογίας του ιδίου και του μη ασκήσαντος αναίρεση συγκατηγορουμένου του με τον οποίο δεν είχε τον ίδιο αλλά διαφορετικό συνήγορο υπερασπίσεως και διαφορετικές απόψεις ως προς την υπεράσπισή του, δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο υπερασπίσεώς του (του αναιρεσείοντος) προς υποβολή ερωτήσεων σ' αυτόν και στον συγκατηγορούμενό του και έτσι παραβιάστηκαν υπερασπιστικά του δικαιώματα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον ο συνήγορός του δεν είναι μεταξύ των δικαιουμένων να απευθύνουν ερωτήσεις προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αίτημα προς τον διευθύνοντα τη συζήτηση για να υποβάλουν ερωτήσεις προς τον συγκατηγορούμενό του N. T.. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδαφ. β' και ζ' και παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον κατωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική, τιμωρείται, όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί, κατέχει, αποθηκεύει ναρκωτικά, ενώ αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Μεταξύ των ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου αυτού περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (άρθρ. 4 παρ. 3 πιν. Α' αριθμ. 6 του ν. 1729/1987 και ήδη άρθρ. 1 παρ. 2 πιν. Α' αριθμ. 6 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3459/2006). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη. Ως αγορά και πώληση ναρκωτικών κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεων του άρθρου 5 ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 ν. 3459/2006) θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 Α.Κ. μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή των ναρκωτικών πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών αυτών εξουσίαση του δράση, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Την δε αποθήκευση των ναρκωτικών τελεί εκείνος που φυλάσσει με κάποιους όρους ασφαλείας σε κάποιο χώρο τα ναρκωτικά, έστω και αν δεν ασκεί ευθέως επ' αυτών κατοχή, αλλά έχει τη δυνατότητα να τα αναλάβει οποτεδήποτε θελήσει. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός του τιμήματος ούτε της ταυτότητας του προσώπου με το οποίο συνεβλήθη ο δράστης, διότι ο νομικός όρος αγορά είναι τόσο εύχρηστος στην πρακτική των συναλλαγών και έχει γνωστό περιεχόμενο και έννοια ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, άνευ του οποίου δεν μπορεί να νοηθεί αγορά και ύπαρξη ετέρου προσώπου ως αντισυμβαλλομένου σ' αυτήν, με τον οποίο συνεβλήθη ο δράστης. Αρκεί δε για τη συντέλεση της αγοράς ή πωλήσεως των ναρκωτικών να αλλάξει κατοχή το ναρκωτικό και να περιέλθει στον αγοραστή, ενώ αρχή τελέσεως της πωλήσεως ναρκωτικών και συνεπώς αξιόποινη απόπειρα του ανωτέρω εγκλήματος συντρέχει όταν υπάρχει ενοχική συμφωνία περί πωλήσεως, ακόμη και με εμφανιζόμενο ως ενδιαφερόμενο αγοραστή μυστικό αστυνομικό, χωρίς να ολοκληρωθεί η πράξη παραδόσεως του ναρκωτικού. Περαιτέρω κατά το άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 ν. 3189/2003 και προηγουμένως είχε το άρθρο αυτό αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 13 ν. 2163/1993 και μετά με το άρθρο 2 παρ. 15 εδαφ. β' ν. 2479/1997 με ισόβια κάθειρξη ή με χρηματική ποινή 29.412 ευρώ μέχρι 588.235 ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου αυτού αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ... Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 περ. στ Π.Κ., που προσετέθη με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/1996 "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Για την κατ' επάγγελμα τέλεση απαιτείται να συντρέχει είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, από την οποία προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος είτε υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως με σκοπό πορισμού εισοδήματος, έστω και αν ο δράστης τελεί άπαξ την πράξη, η οποία έτσι εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της υποδομής, δηλαδή της οργανωμένης ετοιμότητας και της μεθοδευμένης δραστηριότητας του δράστη προς τέλεση του οικείου εγκλήματος, χωρίς να απαιτείται όπως αυτή έχει εκδηλωθεί με προγενέστερες καταδίκες. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή επιβαρυντικών περιστατικών, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. Στ Π.Κ. και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους, καθώς και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι αυτοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμον απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών που προβάλλονται αορίστως με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Τέλος, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Αρχές Σεπτεμβρίου 2005 στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου περιήλθαν πληροφορίες ότι άτομο Αλβανικής υπηκοότητος με το όνομα "Μ." διακινεί μεγάλες ποσότητες ινδικής κάνναβης στην περιοχή της Λάρισας και χρησιμοποιεί για τις συναλλαγές του κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσεως ... . Κατ' εντολή της υπηρεσίας του ο αστυνομικός Σ. Κ. ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αλβανό υπήκοο, που όπως αργότερα διαπιστώθηκε ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος (P. B.) και συμφώνησε πώληση των δύο κιλών χασίς έναντι 1.200 ευρώ και έκλεισαν ραντεβού στις 27-9-2005 και ώρα 23.30 στο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων του πολυκαταστήματος CARREFOUR στη … . Στο ραντεβού ήλθαν οι κατηγορούμενοι επιβαίνοντες ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος (N. T.) με συνοδό τον πρώτο, ο οποίος κατήλθε του αυτοκινήτου και συναντήθηκε με τον ανωτέρω αστυνομικό, από τον οποίο ζήτησε να του επιδείξει τα χρήματα. Ο αστυνομικός τα επέδειξε και τότε ο πρώτος ζήτησε από αυτόν να τον ακολουθήσει σε ερημική τοποθεσία για να του παραδώσει τα ναρκωτικά. Ο αστυνομικός αρνήθηκε να τον ακολουθήσει και συμφώνησαν να επανέλθει ο πρώτος με τα ναρκωτικά στο ίδιο σημείο. Πράγματι ο πρώτος κατηγορούμενος επιβιβάστηκε του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος και κατευθύνθηκαν σε ερημική τοποθεσία στις όχθες του Πηνειού ποταμού, απ' όπου οι παρακολουθούντες αστυνομικοί είδαν τον πρώτο να κατέρχεται του αυτοκινήτου και από κάποιο παρόχθιο σημείο να παίρνει μία σακούλα. στη συνέχεια επέστρεψαν στο χώρο στάθμευσης του CARREFOUR και ο πρώτος αφού κατήλθε του αυτοκινήτου πλησίασε τον αστυνομικό και μόλις του παρέδωσε τη σακούλα, που περιείχε 1.995 γραμμάρια χασίς, συνελήφθη όπως και ο δεύτερος. Σε έρευνα που έγινε αμέσως στο σημείο από το οποίο ο πρώτος πήρε τα ναρκωτικά βρέθηκαν αρχικά οι 21 ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης, κατάλληλα συσκευασμένες, 21.462 γρ. ηρωίνης (το ορθό είναι κάνναβης) και την επομένη το πρωί άλλες 27 ποσότητες με την ίδια συσκευασία 27.305 γραμ. ακατέργαστης κάνναβης, ενώ πάνω στον πρώτο βρέθηκαν άλλα 20 γραμμάρια χασίς. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι τα ναρκωτικά ανήκαν σε κάποιο φίλο του Μ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, και ότι ενήργησε κατόπιν τηλεφωνικής συνομιλίας μαζί του δύο ώρες πριν συλληφθεί με αντάλλαγμα τα 20 γραμ. χασίς που βρέθηκαν πάνω του και ότι το σημείο που βρέθηκαν τα ναρκωτικά του υπεδείχθη από αυτόν στην τηλεφωνική τους συνομιλία, δεν ευσταθεί, καθόσον αν δεν γνώριζε πού ακριβώς ήταν κρυμμένα σε δύσβατη περιοχή μέσα σε θάμνους και δένδρα τα ναρκωτικά δεν θα μπορούσε νυκτερινές ώρες να τα βρει με ευκολία, όπως διαπιστώθηκε από τους αστυνομικούς που τον παρακολουθούσαν αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος προανακριτικά και στην ανάκριση κατέθεσε ότι, όταν ο πρώτος κατήλθε του αυτοκινήτου για να πάει να πάρει τα ναρκωτικά δεν γνώριζε ότι ο πρώτος επιχείρησε πώληση ναρκωτικών, δεν είναι πειστικός, αφού η συναλλαγή έγινε νυκτερινές ώρες και είναι γνωστό ότι στις όχθες του ποταμού Πηνειού αποκρύπτονται ναρκωτικά, οι συνθήκες δε που έγινε η ανωτέρω απόπειρα πώλησης καταμαρτυρούν ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος μπορούσε να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για μια συναλλαγή με ναρκωτικά. Αν λοιπόν ο δεύτερος δεν είχε συμμετοχή έπρεπε μόλις αντελήφθη τη συναλλαγή να εγκαταλείψει τον πρώτο. Περαιτέρω ως προς τον ισχυρισμό της τοξικομανίας του πρώτου, από την 24-10-2005 ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του νόμιμα διορισθέντος ιατρού Α. Δ. με βάση την αφήγηση του κατηγορουμένου ότι έκανε χρήση χασίς 3 χρόνια με 2-3 τσιγάρα την ημέρα, δεν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Η από 14-4-2006 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη στηριζόμενη κι αυτή στις αφηγήσεις του κατηγορουμένου έγινε προς αντίκρουση της πρώτης και δεν περιέχει εχέγγυα ασφαλούς κρίσης. Με βάση τα προεκτεθέντα, ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες πράξεις και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α, που δόθηκε πρωτόδικα. Περαιτέρω, ως προς την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο πρώτος κατηγορούμενος (απόκρυψη σε δύσβατο παρόχθιο χώρο ποταμού, κατανομή σε πακέτα μέσα σε βαλίτσες, λήψη μέτρων ασφαλείας κατά τις διαπραγματεύσεις κ.λ.π.) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, που προκύπτει από τις καταθέσεις των αστυνομικών ότι έκανε διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, συντρέχει επομένως η κατ' επάγγελμα τέλεση των εγκλημάτων που τέλεσε ο πρώτος". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους του ότι χωρίς να είναι τοξικομανής τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τις πράξεις αγοράς και αποθήκευσης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 50782 γραμμαρίων κατά τον αμέσως προ της συλλήψεως του στις 28-9-2005 χρόνο στη Λάρισα και σε αγροτική περιοχή πλησίον της όχθης του Πηνειού ποταμού αντιστοίχως και ακόμη των πράξεων της κατοχής και απόπειρας πωλήσεως επί μέρους από την άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης ποσοτήτων αυτής της ναρκωτικής ουσίας σε νάϊλον συσκευασίες συνολικού μικτού βάρους 1995 γραμμαρίων αντί τιμήματος 1200 ευρώ, στην …, στις 27/9/2005, επέβαλε δε στον ήδη αναιρεσείοντα αφού αναγνώρισε υπέρ αυτού το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου μια ποινή καθείρξεως δέκα έξι (16) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για όλες τις άνω πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη κατά τα προαναφερθέντα από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. αιτιολογία αφού εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυπταν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 περ.β', ζ'και παρ.2 του ν.1729/1987 που ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Από τα προαναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως για τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην κρίση του και για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε χωρίς να καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ως προς τούτο και όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν και δεν προκύπτει το αντίθετο από όσα ισχυρίζεται ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ότι δεν έγινε συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και καθενός από αυτά στο σύνολό του και ότι δεν προκύπτει ότι προέβη σε αξιολογική συσχέτισή τους αλλά μόνον ορισμένα από αυτά επιλεκτικώς ή κατά ορισμένο μέρος των καθόσον δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να προέλθει σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους κάθε εγγράφου και καθενός από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και να αναφέρει κάτι τέτοιο στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του. Επομένως, είναι απορριπτέες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλείψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη επί των οποίων δεν θεμελιούται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εφαρμογή από το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο του άρθρου 5 παρ.2 ν.1729/1987, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος τέλεσε περισσότερες αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην αυτή ποσότητα απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας και ορθώς έκρινε ότι έπρεπε να επιβάλλει μια μόνο ποινή για όλες. Περαιτέρω είναι απορριπτέες και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω των παραδοχών της, οι οποίες κατά τις απόψεις του ιδίου είναι αντιφατικές. Δεν δημιουργείται αντίφαση από το ότι το δικαστήριο ενώ δέχεται στο περί ενοχής κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο ήδη αναιρεσείων αγόρασε τις ποσότητες ινδικής κάνναβης από άγνωστο άτομο, τις οποίες αποθήκευσε στην πλησίον της όχθης του ποταμού Πηνειού θέση συσκευασμένες και μέσα σε αποσκευή ταξιδίου, καθώς και ότι επιχείρησε να πωλήσει μέρος της ναρκωτικής αυτής ουσίας σε αστυνομικό που κατ' εντολή της υπηρεσίας του εμφανίσθηκε ως αγοραστής και συνελήφθει από τους άλλους αστυνομικούς που επενέβησαν πριν ολοκληρωθεί η πώληση και βρήκαν να έχει επάνω του και άλλα 20 γραμμάρια εκτός από την υπό πώληση ποσότητα 1995 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, στη συνέχεια διατάσσεται με την προσβαλλόμενη απόφαση από το ίδιο δικαστήριο απόδοση στον αναιρεσείοντα του ποσού των 600 ευρώ που είχε κατασχεθεί από τους αστυνομικούς κατά την σωματική έρευνα που του έκαναν στις 27/9/2005 και είχε κατατεθεί στη συνέχεια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 29/9/2005. Δεν στερείται η απόφαση της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ούτε περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, από την εσφαλμένη από το δικαστήριο αιτιολόγηση της διαταχθείσης αποδόσεως του κατασχεθέντος ως άνω χρηματικού ποσού στον ήδη αναιρεσείοντα ως μη αποτελούντος του ποσού αυτού προϊόντος κλοπής αντί να στηρίξει την αιτιολογία αυτή, της κρίσεως του, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου για παραβάσεις του άρθρου 5 ν.1729/1987, στη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων που ορίζονται για τη δήμευση πραγμάτων που προήλθαν από τέτοιες πράξεις στο άρθρο 19 ν.1729/1987, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 17 ν.2161/1993. Ούτε περαιτέρω υποδηλώνει αντίφαση προς την παραδοχή της καταδικαστικής αποφάσεως ότι ο υπαίτιος πράξεων από αυτές που προβλέπει το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου 1729/1987 διέπραξε αυτές με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των, για την οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που υποδηλώνουν ότι βαρυνόταν ο δράστης με αυτήν η διαταχθείσα απόδοση του άνω χρηματικού ποσού ως μη σχετιζομένου με αξιόποινη πράξη από αυτές που έγινε δεκτό ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος. Επομένως, είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.ε'Π.Κ. θεωρείται ως ελαφρυντική περίσταση εκτός των λοιπών αναφερομένων στα προηγούμενα εδάφια αυτής και το ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως πρέπει τα προσβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς να αναφέρονται επί μακρόν χρόνον μετά την τέλεση της πράξεως υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση του και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του κατηγορουμένου που καταδικάστηκε ενώ ο ευρισκόμενος στη φυλακή ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς τους οποίους εάν παραβιάσει υπόκειται σε πειθαρχική ποινή, δεν συμπεριφέρεται ελεύθερα στην κοινωνία και δεν συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης για την χορήγηση του προβλεπομένου από την διάταξη αυτή ελαφρυντικού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε ο συνήγορος υπεράσπισής του και ανέπτυξε προφορικώς, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του, εκτός την ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ.2α Π.Κ. που όπως προαναφέρθηκε έγινε δεκτός, και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.ε' και σχετικά εξέθεσε τα παρακάτω "ο κατηγορούμενος (και νυν έγκλειστος στη Φυλακή ...) συμπεριφέρεται από την ημερομηνία της προσωρινής κράτησης αυτού δηλαδή από την 3η Οκτωβρίου 2005 έως και σήμερα ευπρεπώς, καλά χωρίς να προκαλεί με τη συμπεριφορά του ούτε τους συγκρατουμένους του στο ... Κρατουμένων ... (...-Κατάστημα Κράτησης ...) όπου κρατήθηκε προσωρινά ούτε τους συγκρατουμένους του στη Φυλακή ... όπου κρατείται σήμερα και παραμένει έγκλειστος μέχρι και σήμερα. Προσκομίζω σχετικά: α.αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου 11550/2006 Υπηρεσιακής βεβαιώσεως της Διευθύντριας του ... Κρατουμένων ... όπου κρατείται με ημερομηνία εκδόσεως αυτής την 16 Αυγούστου 2006 όπου πιστοποιείται εκ της διεύθυνσης του συγκεκριμένου σωφρονιστικού καταστήματος πως η διαγωγή του κρατουμένου B. P. του L. είναι καλή. β.αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου 1007/22-1-2010 βεβαίωσης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης ... που πιστοποιείται εκ της διευθύνσεως του συγκεκριμένου σωφρονιστικού καταστήματος πως η διαγωγή του κρατουμένου B. P. του L. είναι καλή, με ημερομηνία έκδοσης την 22α Ιανουαρίου 2010, γ.αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου 1004/25-1-2010 βεβαίωσης του Διευθυντή των Φυλακών ... όπου πιστοποιείται εκ της διεύθυνσης του συγκεκριμένου σωφρονιστικού καταστήματος πως ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος δείχνει συνεχώς και ευσυνειδήτως (και όχι ως αποτέλεσμα φόβου και καταναγκασμού) φίλεργη διάθεση και εργατική πρακτική αφού έχει ήδη συμπληρώσει 276 ημερομίσθια εκεί, δηλαδή στη Φυλακή ... και 53 και 3/4 ημερομίσθια στο Κατάστημα Κράτησης ... (... ...) στα πλαίσια της νόμιμης δραστηριότητας στους κόλπους του προγράμματος εργασίας των εγκλείστων, συνολικά δε έχει συμπληρώσει 329 και 2/4 ημερομίσθια και δ.την με ημερομηνία έκδοσης 25/10/2010 έκθεση κοινωνικής έρευνας για τον κρατούμενο B. P. του L. που συνέταξε και υπέγραψε η εξειδικευμένη κοινωνική λειτουργός κα Μ. Κ. όπου αναφέρει πως η διαγωγή του είναι η δέουσα καθώς δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα είτε με τους συγκατηγορουμένους του είτε με το υπαλληλικό προσωπικό και επομένως δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά (με την εξαίρεση μίας 6μηνης στέρησης εργασίας, πειθαρχικής ποινής που του επιβλήθηκε στις 29/5/2008 για κατοχή κινητού τηλεφώνου, ποινή που ήδη έχει παραγραφεί), δεν έχει παρουσιάσει ανάρμοστη συμπεριφορά και εμφανίζεται υπάκουος και προσαρμοσμένος στους κανόνες της φυλακής. Επίσης, τονίζει είναι συνεργάσιμος και ευγενικός σε κάθε περίπτωση επικοινωνίας με την Κοινωνική Υπηρεσία. Συμπερασματικά, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, η εν γένει στάση και συμπεριφορά του δείχνουν άτομο συγκροτημένο, μεταμελημένο και ώριμο πλέον που έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση ζωής στην οποία έχει περιέλθει ο ίδιος (και εξ αιτίας του και η οικογένειά του) και έχει πλέον ως μοναδικό στόχο την ανασυγκρότηση της προσωπικότητάς του μέσα από την ανάπτυξη των δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες ώστε να τον βοηθήσουν μελλοντικά στη διαδικασία επανένταξής του με παράλληλη πρόταση εκ μέρους της κοινωνικής Υπηρεσίας του Καταστήματος Κράτησης ... να του δοθούν οι ανάλογες ευκαιρίες προκειμένου να στηριχθεί η όλη προσπάθειά του προς επίτευξη του στόχου αυτού". Ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ.2 εδαφ.ε Π.Κ. δεν θεμελιώνεται στα επικληθέντα από αυτόν ανωτέρω περιστατικά καθόσον η ήσυχη πειθήνια και πλήν μίας πειθαρχικής παραβάσεως διαβίωση και εργασία αυτού καθ'όλο το διάστημα εγκλεισμού του στις φυλακές από της συλλήψεως του μέχρι τη δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνον εκείνη που εκδηλώνεται υπό απεριόριστη προσωπική ελευθερία του υπαιτίου. Επομένως το Πενταμελές Εφετείο που δεν απήντησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ειδικώς στον απορριφθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για αναγνώριση ελαφρυντικού καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αναιτιολόγητης απορρίψεως αυτού αφού δεν ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει σε τέτοιον ισχυρισμό και να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ' αυτού απορριπτική κρίση του. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε την επιβαλλόμενη αιτιολογία ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διέπραξε τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως αυτών. Εξειδικεύονται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων είχε διαμορφώσει την υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αγοράς, αποθηκεύσεως, κατοχής και απόπειρας πωλήσεως απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και με σκοπό πορισμού εισοδήματος με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών στο σκεπτικό όπως η κατοχή κα απόκρυψη σε δύσβατη περιοχή μεγάλων ποσοτήτων ινδικής κάνναβης η κατανομή των ποσοτήτων αυτής σε πακέτα, η λήψη εκ μέρους μέτρων ασφαλείας κατά τις διαπραγματεύσεις και τη διάθεση ναρκωτικών και όσα ανέφεραν οι αστυνομικοί που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες για διακίνηση από αυτόν ναρκωτικών που υποδηλώνουν ότι ενεργούσε όχι ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου με οργανωμένη ετοιμότητα και ότι προέκυπτε από την πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Δεν ήταν απαραίτητο να είχε προηγηθεί καταδίκη του αναιρεσείοντος για άλλες αξιόποινες παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών προκειμένου να δεχθεί το δικαστήριο ότι τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις ο αναιρεσείων κατ' επάγγελμα. Ούτε, περαιτέρω, αντιφάσκει η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως για κατ' επάγγελμα τέλεση προς την αναγνώριση από το δικαστήριο της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου εντίμου βίου. Τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι δικαιολογούσαν την παραδοχή ότι τέλεσε κατ' επάγγελμα τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο ως άνω αναιρεσείων δεν ταυτίζονται με τα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπέρ αυτού αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των άνω κακουργηματικών πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω οι επιβαρυντικές περιπτώσεις που επαυξάνουν την ποινή και για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 8 του ν.1729/1987, αφορούν στην τέλεση οποιασδήποτε από τις πράξεις των άρθρων 5 έως 7, αρκεί δε να συντρέχει μία ή περισσότερες από αυτές τις επιβαρυντικές περιπτώσεις σε μία ή περισσότερες από τις οριζόμενες στο άρθρο 5 παρ.1 πράξεις που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών για να επιβληθεί ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή. Η συνδρομή περισσοτέρων ή όλων αυτών των περιπτώσεων, δεν μεταβάλλει μεν τον χαρακτηρισμό της πράξεως, ασκεί όμως, επιρροή στην βαρύτητα αυτής και στην επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου. Στην εξεταζόμενη υπόθεση η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των κακουργηματικών πράξεων της αγοράς, αποθηκεύσεως, κατοχής και απόπειρας πωλήσεως απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας, που δέχθηκε ότι τέλεσε αυτός. Ειδικότερα ενώ στο διατακτικό της αποφάσεως του αναφέρει το Πενταμελές Εφετείο ότι τέλεσε τις παραπάνω πράξεις για τις οποίες τον κήρυξε ένοχο και κατά συνήθεια από την εκδηλωθείσα επανειλημμένη τέλεση των παραπάνω αδικημάτων και ότι αναδύεται ως στοιχείο της προσωπικότητάς του η σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών, στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά που να μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών και τα οποία να προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και να υποδηλώνουν ότι ο αναιρεσείων από την επανειλημμένη τέλεση παρομοίων αξιόποινων πράξεων απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του άρθρου 13 εδαφ.στ' Π.Κ. Έτσι είναι βάσιμος ο ίδιος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος της ένδικης αιτήσεως ως προς την αντίστοιχη αιτίαση για ελλείψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την αιτιολόγηση της συνδρομής της επιβαρυντικής περιπτώσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω κακουργηματικών πράξεων και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την επιβαρυντική αυτή περίσταση της κατά συνήθειαν τελέσεως των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και ως προς την ποινή που του επιβλήθηκε. Ακολούθως, πρέπει, η υπόθεση να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι και της επιβαρυντικής περιστάσεως για την οποία εχώρησε η αναίρεση, και, αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή, ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 56/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, μόνον α) ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου B. P. του L. της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς, αποθηκεύσεως, κατοχής και απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) και β) ως προς την ποινή που επιβλήθηκε για τις εν λόγω πράξεις. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 28-4-2010 αίτηση του ανωτέρω B. P. του L. περί αναιρέσεως της ίδιας (56/2010) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, αποθήκευση ναρκωτικών ουσιών, κατοχή και απόπειρα πωλήσεως αυτών από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αυτές. Καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου. Αναιρείται κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των άνω πράξεων από τη μη παράθεση πραγματικών περιστατικών που να υποδηλώνουν ότι ο δράστης απέκτησε από την επανειλημμένη τέλεση τέτοιων πράξεων σταθερή ροπή προς διάπραξη των και ως προς την ποινή που του επιβλήθηκε. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι: α) ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα από το ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο υπεράσπισης του για να υποβάλει μετά το τέλος της απολογίας του ερωτήσεις στον ίδιο τον αναιρεσείοντα και στον συγκατηγορούμενο του, τον οποίο υπερασπιζόταν άλλος συνήγορος, β) ο λόγος για εσφαλμένη αιτιολογία και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το ότι έγινε δεκτό ότι τέλεσε κατ' επάγγελμα τις άνω πράξεις ενώ του αναγνωρίστηκε ελαφρυντικό από το άρθρο 84 παρ 2α ΠΚ καθώς και για απόδοση κατασχεθέντος χρηματικού ποσού που βρέθηκε στην κατοχή του αναιρεσείοντος όχι ελλείψει συνδρομής των προϋποθέσεων για δήμευση των πραγμάτων που βρέθηκαν ως προερχομένων από παράβαση της περί ναρκωτικών νομοθεσίας αλλά ως μη αποτελούντος προϊόντος κλοπής. Απορρίπτεται ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ.2 εδ.ε΄ ΠΚ διότι δεν θεμελιωνόταν τέτοια ελαφρυντική περίσταση στα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος και αφορούν σε διάστημα που ήταν κρατούμενος στη φυλακή και δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένα για να τον απορρίψει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0
Αριθμός 1997/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Ν. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιντή, περί αναιρέσεως της 1662/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Λ. Κ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και συγκατηγορούμενους τους: 1. Ό. Ε. του Γ. και 2. Μ. Π. του Γ.. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 535/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των αρ. 474, 476 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει καταρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκείμενου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 486 παρ. 3, που προστέθηκε με το αρ. 2 παρ. 19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (αρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, αφού δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητάς του εν λόγω κατηγορουμένου. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Σε αντίθετη δε περίπτωση, όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη για έλλειψη αιτιολογίας χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, δεν υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 9/2005). Κατά το άρθρο 286 §1 του ΠΚ "όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ανήκει στα εγκλήματα για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων ως τετελεσμένων, απαιτείται κατά νόμο ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ήτοι στην πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου. Στην έννοια της ενέργειας περιλαμβάνεται και η παράλειψη οφειλομένης ενέργειας, διότι εκείνος που παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με τους κανόνες, ενεργεί παρά τους κανόνες τους κοινώς αναγνωρισμένους, ήτοι τους τεχνικούς κανόνες που εφαρμόζονται και ακολουθούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση από εκείνους που ασχολούνται με έργα οικοδομικά ή κατεδάφισης και τους οποίους τηρούν με την πεποίθηση ότι είναι σωστοί. Μεταξύ των υποκειμένων του εγκλήματος του άρθρου 286 ΠΚ, είναι και ο διευθύνων το οικοδομικό έργο, όπως ο επιβλέπων μηχανικός ή αρχιτέκτων, ο συντάξας τους στατικούς υπολογισμούς, καθώς και εκείνος που διευθύνει την εκτέλεση του έργου και δίδει οδηγίες και διαταγές υποχρεωτικές για εκείνους που εκτελούν αυτές. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1662/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης και ειδικότερα όπως προκύπτει από την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 1449/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και τα πρακτικά αυτής, οι σε αυτήν κατηγορούμενοι Ό. Ε. του Γ., Μ. Π. του Γ., Ι. Ν. του Χ. (ήδη αναιρεσείων) και Ε. Γ. του Ι., κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής (άρθρο 286 §1 του ΠΚ), ενώ παράλληλα κηρύχθηκε αθώα η πρώτη αυτών και για το αποδιδόμενο μόνο σ' αυτήν έγκλημα της πλημμεληματικής απάτης (άρθρο 386 §1 ΠΚ). Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ξάνθης, ενώπιον της αρμοδίας γραμματέα του Πρωτοδικείου Ξάνθης με την υπ' αριθμ. 207/20-11-2008 έκθεση εφέσεως, δήλωσε ότι ασκεί έφεση κατά της απόφασης αυτής μόνο κατά το μέρος που αφορούσε τους κατηγορούμενους Ε., Π. και Ν. (όχι και τον Ε. Γ.) και μόνο για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής. Συγκεκριμένα δε δήλωσε ότι "το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης κακώς απήλλαξε την 1η, 2η και 3ο των κατηγορουμένων ως προς την πρώτη πράξη της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής (άρθρο 286 παρ. 1 ΠΚ), καθόσον από την επ' ακροατηρίω αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη Ε. Ό., ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Π. και ο τρίτος κατηγορούμενος Ι. Ν., κατά την εκπόνηση μελέτης καθώς και την διεύθυνση και εκτέλεση οικοδομικού έργου δη την κατασκευή και ανέγερση ξύλινης προκατασκευασμένης οικοδομής, ενήργησαν παρά τους αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και ειδικότερα με αποτέλεσμα αυτή να φέρει τις κάτωθι κακοτεχνίες και ελλείψεις: 1) Η δίριχτη κεντρική στέγη της οικίας καλυπτόταν με κεραμικά που είχαν τεθεί εσφαλμένα και το ασφαλτόπανο δεν είχε τοποθετηθεί σε όλη την επιφάνεια της στέγης. Επίσης αποδείχθηκε ότι δεν είχαν τοποθετηθεί κατάλληλα στεγανωτικά υλικά με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί απόλυτη στεγανοποίηση από ισχυρή βροχή, με αποτέλεσμα την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 2003, σε μια νεροποντή με χιονόνερο, έμπαζαν όλοι οι τοίχοι νερά με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει τουλάχιστον η υγεία των δύο τέκνων των εγκαλούντων. 2) Η πάκτωση του κτιρίου στη βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα δεν επιτεύχθηκε διότι οι μεταλλικές αναμονές που προϋπήρχαν στη βάση λόγω λανθασμένων μετρήσεων με τους αρχικούς κορμούς και 3) Υπήρχαν πολλαπλά ανοίγματα ανάμεσα στους κορμούς με αποτέλεσμα την εισροή αέρα και νερού εντός της οικίας. Επίσης το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε το ενδεχόμενο ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη του άρθρου 286 παρ. 1 ΠΚ από αμέλεια, αφού από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι δεν κατέβαλλαν την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια και έτσι παραβίασαν βασικούς και στοιχειώδεις τεχνικούς κανόνες και προξένησαν κίνδυνο για την ζωή και την υγεία ανθρώπου. Επίσης το δίκασαν Δικαστήριο, παρέβλεψε το γεγονός ότι αποτέλεσμα της πράξης των τριών κατηγορουμένων ήταν και το ότι κατά τα Χριστούγεννα του έτους 2003, εισέρευσαν με ορμή, ύδατα εντός της οικίας με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει η υγεία των τέκνων των εγκαλούντων. Κατόπιν των ανωτέρω η εκκαλουμένη όχι ορθά απάλλαξε τους παραπάνω κατηγορούμενους για το αδίκημα της παραβίασης των κανόνων της οικοδομής, καθώς αυτοί έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι". Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1662/2009 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, με την αποδοχή, πρόδηλα ότι αυτή περιείχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κήρυξε δε τους ως άνω τρεις (3) κατηγορούμενους ενόχους και επέβαλε σε καθένα αυτών ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία ως προς μεν τους δύο άλλους, εκτός του αναιρεσείοντος, κατηγορούμενους ανέστειλε για τρία (3) έτη, ως προς δε τον αναιρεσείοντα μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Πρέπει να αναφερθεί ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά του παραδεκτού της ως άνω έφεσης δεν υποβλήθηκε κάποια ένσταση εκ μέρους των κατηγορουμένων. Με τα παραπάνω στην ως άνω έφεση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ως άνω αξιόποινης πράξης (παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής από αμέλεια), η ενσύνοπτη παράθεση δε στην εν λόγω έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία προκύπτει η ενοχή των τριών κατηγορουμένων της δευτεροβάθμιας δίκης και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρκεί, κατά νόμο, για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης. Επομένως η ανωτέρω έφεση του Αντεισαγγελέα Πρωτοδίκων Ξάνθης, ορθά κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας παραδεκτή, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σωστά εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 486 §3 του Κ.Ποιν.Δ. ως και εκείνες των άρθρων 474 §2 και 498 εδ. α' του ίδιου Κώδικα. Συνακόλουθα δεν έχει υποπέσει η προσβαλλομένη απόφαση σε θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 §1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης και εντεύθεν ο σχετικός πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1662/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1ο "Στην Ξάνθη τον Αύγουστο του 2003, η πρώτη κατηγορούμενη Ό. Ε., νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνουσα και δη Πρόεδρος της εργολήπτριας εταιρίας Α.Ε. με την επωνυμία "Ε... Α... ΕΙΣΑΓΩΠΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΞΥΛΕΙΑΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΞΥΛΙΝΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ, ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με διακριτικό τίτλο "WOOD LAND" που εδρεύει στην Ξάνθη, δυνάμει του από 6-11-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ξύλινης προκατασκευασμένης μονοκατοικίας ανέλαβε την κατασκευή και εγκατάσταση για λογαριασμό του πολιτικού ενάγοντος Κ. Λ. μίας προκατασκευασμένης ξύλινης διώροφης μονοκατοικίας με συνολικό εμβαδό 141,5 τ.μ. επί οικοπέδου συνιδιοκτησίας των εγκαλούντων Κ. Λ. και Χ. Β., με συνολικό συμφωνητικό τίμημα της κατασκευής το ποσό των 28.150.000 δρχ Ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ. Π., σύζυγος της πρώτης και νόμιμος αναπληρωτής της στην εκπροσώπηση της εργολήπτριας εταιρίας, είχε την διεύθυνση-επιστασία του ως άνω έργου, δίνοντας οδηγίες στους εργάτες και τα συνεργεία της εργολήπτριας και κατευθύνοντας τις εργασίες της εγκατάστασης και της κατασκευής, ο δε τρίτος κατηγορούμενος Ν. Ι., αρχιτέκτων-μηχανικός, είχε εκπονήσει την αρχιτεκτονική μελέτη και τη μελέτη θέρμανσης-πυροπροστασίας και είχε αναλάβει, σύμφωνα με την εκδοθείσα προς τούτο με αριθμ. ΝΑ 206/2001 οικοδομική άδεια, τη γενική επίβλεψη του έργου και την επίβλεψη θέρμανσης πυροπροστασίας ως τις 16-6-2003. Όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενώ όφειλαν ως εκ της ως άνω ιδιότητας τους να μεριμνήσουν για την κατασκευή και εγκατάσταση της συμφωνηθείσας διώροφης ξύλινης προκατασκευασμένης οικίας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ΝΑ 206/01 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ξάνθης και της εγκεκριμένης προς τούτο μελέτης, αυτοί, από έλλειψη της προσοχής, που μπορούσαν και όφειλαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, ενεργώντας ως κατωτέρω και παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες, ο δε τρίτος κατά παράλειψη των επιβεβλημένων ενεργειών του - άσκηση της κατά νόμο επίβλεψης, ως είχε νόμιμη υποχρέωση ως την παράδοση του έργου, εκ της ανάληψης της συγκεκριμένης ιδιότητας και δη του γενικού επιβλέποντα του έργου δυνάμει της με αρ. ΝΑ 206/01 οικοδομικής άδειας, κατασκεύασαν και παράδωσαν ως ετοιμοπαράδοτη δήθεν τον Αύγουστο του 2003 διώροφη ξύλινη προκατασκευασμένη οικία, που είχαν εγκαταστήσει επί του οικοπέδου των εγκαλούντων, η οποία έφερε τις κάτωθι ελλείψεις και κακοτεχνίες: "1) Η δίριχτη κεντρική στέγη της οικίας επικαλύπτεται με κεραμικά τοποθετημένα εσφαλμένα (η τελευταία σειρά των κεραμιδιών δεν έφτανε μέχρι τους κορφιάτες), το ασφαλτόπανο δεν είχε τοποθετηθεί σε όλη την επιφάνεια της στέγης, το σανίδωμα είχε κακή συναρμογή, ενώ όλες οι συναρμογές-ενώσεις είχαν γίνει με τσιμέντο που είχε υποστεί ρηγματώσεις. Δεν είχαν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα στεγανωτικά-μονωτικά υλικά για να επιτευχθεί η πλήρης στεγανοποίηση σε ισχυρή βροχή. Το ασφαλτόπανο είχε τοποθετηθεί κατά τέτοιο τρόπο και τα αντίστοιχα πηχάκια είχαν τρυπηθεί σε πολλά σημεία, με συνέπεια τυχόν νερό που εγκλωβίζεται δεν είχε δίοδο-διέξοδο διαφυγής. Όλα αυτά είχαν σαν συνέπεια η οικία να δέχεται σημαντική ποσότητα νερού σε κάθε βροχόπτωση. 2) Υπήρχαν πολλαπλά ανοίγματα ανάμεσα στους κορμούς με αποτέλεσμα την εισροή αέρα και νερού με δραματική μείωση της θερμοχωρητικότητας των ολόσωμων κορμών και αντίκτυπο στο "ζέσταμα" των χώρων. Οι ανωτέρω αρμοί ανάμεσα στους κορμούς είχαν καλυφθεί με ακρυλικό στόκο. Ο ακρυλικός στόκος είναι υλικό ακατάλληλο για τέτοια χρήση διότι δεν μπορεί να ακολουθήσει την διαστολή και συστολή των κορμών με αποτέλεσμα να ανοίγει. Είναι αξιοσημείωτο, ότι στο εμπόριο υπάρχουν ειδικά μονωτικά για τέτοιες χρήσεις με μεγάλη αντοχή στις διατάσεις που εφαρμόζονται. 3) Στην ισόγειο βεράντα και συγκεκριμένα έξω από το γκαράζ η κλίση των πλακών που είχαν τοποθετηθεί στο δάπεδο είναι αντίθετη, οπότε τα βρόχινα νερά συσσωρεύονται και τελικά εισρέουν στο εσωτερικό του. 4) Η μπαλκονόπορτα της δυτικής κρεβατοκάμαρας είχε τοποθετηθεί ανάποδα με το φύλλο της πόρτας να ανοίγει αριστερόστροφα προς το δωμάτιο και όχι δεξιόστροφα προς τον τοίχο με κίνδυνο τραυματισμού οποιουδήποτε κινείται σε αυτόν τον χώρο και ιδιαίτερα των παιδιών. 5) Οι μεγάλες πάνω βιτρίνες στο καθιστικό δεν είχαν πλήρη εφαρμογή με την κάσα με αποτέλεσμα την εισροή νερού και ιδιαίτερα αέρα με όλες τις προαναφερθείσες συνέπειες για την εύρυθμη λειτουργία της οικίας. 6) Στη μικρή σκεπή της βιτρίνας (βόρειο ανατολική πλευρά του κτιρίου) τις δοκούς αλλά και από την οροφή (ραμποτέ) υπήρχαν μεγάλα ανοίγματα στα οποία είσρεε μεγάλη ποσότητα αέρα καταστρέφοντας την θερμοχωρητικότητα όλης της οικίας, λόγω κακής σχεδίασης και κατασκευής. 7) Στην σκεπή του γκαράζ, λόγω κακής τοποθέτησης των κεραμικών, της μεμβράνης και την κάλυψη των αρμών με τσιμέντο που είχε υποστεί ρηγματώσεις, εισρέουν νερά σε έντονες βροχοπτώσεις. 8) Το βάψιμο της οικίας και κυρίως της εξωτερικής τοιχοποιίας έγινε με τελείως ακατάλληλη μπογιά (βερνικόχρωμα με βάση το νερό και βερνικόχρωμα με βάση το πλαστικό) η οποία δημιούργησε επιφάνεια που έκλεισε τους πόρους του ξύλου και δεν το άφησε να αναπνεύσει και να βγάζει την υγρασία του και συσσώρευε νερό στο εσωτερικό του, με αποτέλεσμα να εμφανισθούν προβλήματα σε πολλαπλά σημεία της κατασκευής (ήτοι σαράκι, έντομα σκαραβαίοι εντός των ξύλων, μύκητες, διάβρωση κ.λ.π.). 9) Μεγάλοι αρμοί ανάμεσα στους κορμούς είτε έμειναν ακάλυπτοι είτε καλύφθηκαν με ακατάλληλο μονωτικό υλικό (ακρυλικό στόκο) με αποτέλεσμα την εισροή υδάτων και αέρα από την εξωτερική τοιχοποιία, καταστρέφοντας την θερμομόνωση και υγρομόνωση της κατασκευής. Από τις ως άνω ενέργειες-παραλείψεις των κατηγορουμένων ετέθη σε κίνδυνο η υγεία των εγκαλούντων και των δυο ανήλικων τέκνων τους, που εγκαταστάθηκαν από τον Αύγουστο του 2003, και δη από την έκθεσή τους, ως εκ των ως άνω παραγόντων, στο κρύο, τη βροχή και την υγρασία, καθώς και από τον κίνδυνο, λόγω της μούχλας, αποκόλλησης τμημάτων του σπιτιού (κουφώματα κλπ.) και ολικής πτώσης της οικίας. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τις σαφείς καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος Λ. Κ., των μαρτύρων κατηγορίας Ν. Ζ., αρχιτέκτονα-μηχανικού, ο οποίος ήλεγξε την επίδικη οικία και συνέταξε και την από 1-10-2003 τεχνική έκθεση, Δ. Τ., Ν. Χ., Χ. Χ. και Ε. Π.-Τ., που δόθηκαν, τόσο ενώπιον του παρόντος, όσο και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και τις καταθέσεις, που δόθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την εγκαλούσα Β. Χ. και τον μάρτυρα H. L., Γερμανό υπήκοο, που ασχολείται επαγγελματικά με κατασκευαστικές επιδιορθώσεις σε ξύλινα σπίτια στη Γερμανία και προέβη στις απαιτούμενες επιδιορθώσεις στην επίδικη οικία κατά το έτος 2005. Οι καταθέσεις δε αυτές δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Γ. Π., εργαζομένου ως τεχνικού στην κατασκευάστρια εταιρία, σύμφωνα με τον οποίο η επιλογή του χρώματος έγινε από τον πολιτικώς ενάγοντα, καθόσον ο τελευταίος δεν μπορούσε να γνωρίζει την τεχνική καταλληλότητα του χρώματος αυτού, ούτε τις τυχόν δυσμενείς επενέργειες του στην ομαλή συμπεριφορά (στεγανότητα και "αναπνοή") του ξύλου, γεγονός το οποίο όφειλαν να γνωρίζουν μόνο οι κατηγορούμενοι, ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς τους, οπότε η τυχόν επιλογή του χρώματος από τον εγκαλούντα (γεγονός το οποίο ο ίδιος αρνείται) θα αφορούσε μόνο την αισθητική αξία του χρώματος, όπως συνηθίζεται να γίνεται από τους ιδιοκτήτες των ανεγειρομένων οικιών σε ανάλογες περιπτώσεις. Επίσης, αβάσιμα ισχυρίζεται στην απολογία του ο δεύτερος κατηγορούμενος, ότι δεν επετράπη από τον πολιτικώς ενάγοντα στην κατασκευάστρια εταιρία να προβεί στις απαιτούμενες επιδιορθώσεις, ενόψει της κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος, ότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής είχε επισημανθεί το πρόβλημα της στέγης στον δεύτερο κατηγορούμενο, πλην, όμως, μετά από 4-5-επισκέψεις του αρμόδιου συνεργείου της κατασκευάστριας εταιρίας, δεν κατέστη δυνατή η επιδιόρθωσή της, οπότε και δεν εμπιστεύονταν πλέον την εταιρία και με εξώδικη δήλωση, που απηύθυνε προς αυτήν, ζήτησε απ’ την τελευταία την κάλυψη της δαπάνης, που θα απαιτούνταν για την αποκατάσταση της βλάβης από άλλο συνεργείο της επιλογής του. Επίσης, επί του θέματος αυτού, η μάρτυρας Ν. Χ., πεθερά του εγκαλούντος, καταθέτει, ότι ο εγκαλών "καλούσε τους υπεύθυνους, αλλά δεν γινόταν τίποτα και με δική του δαπάνη άλλαξε τη στέγη". Άλλωστε, όπως συνηθίζεται στις συναλλαγές, σε ανάλογες περιπτώσεις πλημμελών κατασκευών, είναι σπάνιο το φαινόμενο να προσφεύγει ο ιδιοκτήτης του έργου για αποκατάσταση των βλαβών σε τρίτα πρόσωπα απευθείας και πριν τη σχετική προσπάθεια και πίεση προς τον εργολάβο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της παράβασης των κανόνων της οικοδομικής, που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, τελεσθείσα από αμέλεια σύμφωνα με το διατακτικό". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ενόχους και τους τρεις (3) κατηγορουμένους για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής και επέβαλε στον καθένα την προαναφερθείσα ποινή φυλάκισης, την οποία όσο αφορά τον αναιρεσείοντα μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1 εδ. β', 28 και 286 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α) η ιδιότητα που είχε (του αρχιτέκτονος μηχανικού και έχοντος τη γενική επίβλεψη του έργου) ο αναιρεσείων κατά την κατασκευή της ελαττωματικής προκατασκευασμένης ξύλινης διώροφης μονοκατοικίας για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος Λ. Κ., σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας του τελευταίου και της συζύγου του Β. Χ. και συγκεκριμένα ήταν ο αρχιτέκτων μηχανικός που είχε εκπονήσει την αρχιτεκτονική μελέτη και τη μελέτη θέρμανσης πυροπροστασίας, είχε αναλάβει τη γενική επίβλεψη του έργου και την επίβλεψη θέρμανσης-πυροπροστασίας ως τις 16-6-2003, β) η εκ της ως άνω ιδιότητάς του υποχρέωση να μεριμνήσει για την καλή κατασκευή και εγκατάσταση της ανωτέρω διώροφης προκατασκευασμένης οικίας, γ) η αμέλεια αυτού και δη η μη καταβολή και εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) της προσοχής που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει από τις περιστάσεις και τους κοινούς αναγνωρισμένους κανόνες και κατά παράλειψη των επιβεβλημένων ενεργειών του (άσκηση της κατά νόμο επίβλεψης ως γενικός επιβλέπων του έργου αυτού, δυνάμει της υπ' αριθμ. ΝΑ 206/2001 άδειας της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Ξάνθης, δ) το αποτέλεσμα που επήλθε από την αμέλεια αυτού και τις συγκλίνουσες αμέλειες των λοιπών δύο συγκατηγορουμένων του και το οποίο ήταν η κατασκευή και παράδοση της προαναφερομένης οικίας που έφερε τις λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενες εννέα (9) συνολικά ελλείψεις και κακοτεχνίες και ε) η εξαιτίας των εν λόγω κακοτεχνιών και ελλείψεων πρόκληση κινδύνου για την υγεία των εγκαλούντων συζύγων και των δύο ανηλίκων τέκνων τους και δη η έκθεσή τους στο κρύο, τη βροχή και την υγρασία, από τις ως άνω ενέργειες-παραλείψεις του αναιρεσείοντος (και των λοιπών δύο συγκατηγορουμένων). Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης και ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 286 παρ.1 του ΠΚ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Εξάλλου πρέπει να επισημανθεί ότι το Τριμελές Εφετείο Θράκης που δέχθηκε ότι το έργο που κατασκευάσθηκε και με την επίβλεψη του αναιρεσείοντος έφερε συνολικά εννέα (9) ελλείψεις-κακοτεχνίες, ενώ ο ασκήσας την έφεση Αντεισαγγελέας Πρωτοδίκων Ξάνθης ανέφερε στο εφετήριο μόνο τρεις (3), δεν υπερέβη την εξουσία του και δεν κατέστησε χείρονα τη θέση αυτού (αναιρεσείοντος) με το να διευκρινίσει και συμπληρώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη για την οποία είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη και καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων (παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής από αμέλεια), εκτός του ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 470 του Κ.Ποιν.Δ., καθόσον επρόκειτο περί εφέσεως του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως για τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα και όχι του ίδιου του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του περί υπερβάσεως της εξουσίας του Δικαστηρίου και περί χειροτερεύσεως της θέσης του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Ακόμα, η αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου και ειδικότερα με το να κρίνει παραδεκτή την έφεση του Εισαγγελέα ενώ έπρεπε να την κηρύξει απαράδεκτη λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εξαιτίας της μη άσκησης αυτής και κατά του τετάρτου κατηγορουμένου στον πρώτο βαθμό και ομοίως και ειδικότερα του αθωωθέντος Γ. Ε., κατά παράβαση των αρχών της ισότητας των διαδίκων, της αναλογικότητας και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της εντεύθεν δυσχέρανσης της θέσης του καθιστώντας αυτόν εκ νέου κατηγορούμενο όχι όμως και τον αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του Γ. Ε., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ο Εισαγγελέας άσκησε δικαίωμά του παρεχόμενο από το νόμο (άρθρο 486 παρ.1 περ. γ' και παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ.) σε βάρος μόνο εκείνων των κατηγορουμένων που έκρινε ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά οι αποδείξεις από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επεκτατικό δε αποτέλεσμα σε βάρος συγκατηγορουμένου από την άσκηση ενδίκου μέσου δεν προβλέπεται, ενώ από την εν λόγω άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης εκ μέρους του Εισαγγελέα ουδεμία παραβίαση επήλθε των αρχών της ισότητας, της αναλογικότητας και της δίκαιης δίκης με το να αποδοθεί στη συνέχεια από το Δικαστήριο σε καθένα των κατηγορουμένων η ποινική που αρμόζει ευθύνη για τις δικές του ενέργειες και παραλείψεις αποκλειστικά κατά την εκτέλεση του ως άνω ελαττωματικού έργου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως που περιλαμβάνονται στους λοιπούς, πλην του έκτου και του εβδόμου, λόγων της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 286 παρ.1 του ΠΚ ως και της ελλείψεως νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και πραγματικών περιστατικών, καθόσον με τον τρόπο αυτόν πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2010 αίτηση του Ι. Ν. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1662/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πότε είναι παραδεκτή η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής από αμέλεια από τον επιβλέποντα μηχανικό. Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη και των τριών λόγων αναιρέσεως ως αβασίμων. Δεν παραβιάζεται κάποιο δικαίωμα του κατηγορουμένου από το ότι ο Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά ορισμένων μόνο κατηγορουμένων που αθωώθηκαν ούτε καθίσταται ανεπίτρεπτα χειρότερη η θέση αυτού.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραβίαση κανόνων οικοδομικής.
2