text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 1996/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2601/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 243/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 140/15-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 παρ. 1, 473, 474, 482 παρ. 1Α', 484 και 485 Κ.Π.Δ., νομότυπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, υπ'αριθμ. 17 από 4-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 2601/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη ως κατ'ουσίαν αβάσιμος η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθμ. 2408/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευθέντος σ'αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, εκθέτομεν τα εξής: Α'. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' εδ. τελευταίο του ν. 2721/1999 " 1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000)δραχμών ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ...". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς να συντρέχει άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων εκείνη που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως να έχει ιδιαιτέρως μεγάλη αξία. Υποκειμενικά για την στοιχειοθέτηση της πράξεως, απαιτείται δολία προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία ( βλ. ενδεικτικά ΑΠ 162/1999 και 327/1999 ΠΧρ. ΜΘ' σελ. 992 και 1085 αντίστοιχα). Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, και ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα, κατ' άρθρο 719 του ΑΚ παν ότι έλαβε, καθώς και ό,τι κατ' άρθρο 721 του ίδιου Κώδικα προκατεβλήθη σ' αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διετέθη προς τούτο, καθόσον δεν καθίσταται κύριος των προς εκτέλεση της εντολής δοθέντων σ' αυτόν (βλ. ΑΠ 618/1982 ΠΧρ. ΛΓ' 43 και ΑΠ 1127/1977 ΠΧρ. ΚΜ' 245). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Β'. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν, κατά την κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών Α. Π., ήταν Γενικός Διευθυντής του Ομίλου Α., στον οποίο ανήκαν οι εφημερίδες "Επενδυτής" και "Sportime" καθώς και ο ραδιοφωνικός σταθμός " Planet", στον οποίο εργαζόταν ο εγκαλών ως Εμπορικός Διευθυντής, αναπτύχθηκε δε μεταξύ τους φιλική σχέση. Περί τα τέλη μηνός Σεπτεμβρίου 1999 ο Α. Π. προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να κερδίσει χρήματα και του αποκάλυψε ότι έχει τη δυνατότητα να αγοράσει για λογαριασμό του και να του παραδώσει είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) κοινές μετοχές της εταιρείας "ΚΟΡΦΙΛ ΑΕ", που θα είχαν τεράστια άνοδο μετά από μικρό χρονικό διάστημα. Αρχές Νοεμβρίου 1999 ο εγκαλών επείσθη και συμφώνησε να του παραδώσει ποσό 119.280.000 δρχ., λαμβάνοντας μέχρι 31.12.1999 τις συμφωνηθείσες ως άνω μετοχές. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής κατέθεσε τμηματικά το χρονικό διάστημα από 12.11.1999 έως 17.12.1999 το συνολικό χρηματικό ποσό των 117.700.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό του εκκαλούντος στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, ήτοι την 12-11-1999 το ποσό των 75.000.000 δρχ., την 17-11-1999 το ποσό των 23.700.000 δρχ. , την 15-12-1999 το ποσό των 10.000.000 δρχ., την 17-12-1999 το ποσό των 9.000.000 δρχ. Επίσης αρχές Δεκεμβρίου 1999 του κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των 1.580.000 δρχ. για τον ίδιο σκοπό και ο εκκαλών του υπέγραψε έγγραφη δήλωση "ότι παρέλαβε 119.280.000 δρχ. προκειμένου να του δώσει για τα παραπάνω χρήματα 28.000 τεμάχια της εταιρείας ΚΟΡΦΙΛ ΑΕ". Πλην όμως ο ανωτέρω δεν εκπλήρωσε την δοθείσα ως άνω εντολή και δεν επέστρεφε τα χρήματα που του είχαν δοθεί προς εκτέλεση της. Έτσι ο εγκαλών την 13-2-2003 του κοινοποίησε την από 3-2-2003 εξώδικη δήλωση πρόσκληση του μετά διαμαρτυρίας, καλώντας τον να του επιστρέψει εντός πέντε ημερών το ανωτέρω ποσό, αφού μεγάλο χρονικό διάστημα αρκείτο στις υποσχέσεις αυτού ότι θα του καταβάλλει τα χρήματα που παρέλαβε, χωρίς να εκπληρώσει την εντολή. Ο Α. Π. με την από 20-2-2003 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία και πρόσκληση ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα που του έδωσε ο εγκαλών γνώριζε ότι παραδόθηκαν στον Μ. Α., κύριο μέτοχο της ΚΟΡΦΙΛ από τον οποίο έπρεπε να τα αναζητήσει. Ωστόσο ο εκκαλών την 11-4-2003, μετά την κοινοποίηση σ' αυτόν και δεύτερης εξώδικης πρόσκλησης-διαμαρτυρίας του εγκαλούντος υπέγραψε "το από 11-4-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό" υποσχόμενος να επιστρέψει το ποσό των 119.280.000 δρχ. ή 350.051,36 ευρώ, σε τρεις δόσεις, εκδίδοντας για την προαναφερθείσα αιτία (της είσπραξης του ποσού αυτού, χωρίς να αγοράσει και παραδώσει τις συμφωνηθείσες μετοχές) και χάριν καταβολής, τρεις επιταγές σε διαταγή του εγκαλούντος με ημεροχρονολογίες 10.4.2004, 10-10-2004, 10-4-2005, ποσών αντιστοίχως 140.000 ευρώ, 105.000 ευρώ, 105.051,36 ευρώ, με αριθμούς ..., ..., ... πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα με χρέωση του ... λογαριασμού του. Μάλιστα συμφωνήθηκε σε περίπτωση μη πληρωμής έστω και μιας των ως άνω δόσεων την αντίστοιχη ορισθείσα ημεροχρονολογία, παύει η ισχύς της συμφωνίας τους και ο εγκαλών δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξή της. Στη συνέχεια ο εκκαλών δεν πλήρωσε την πρώτη δόση την 10-4-2004 και η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως του, εμφανισθείσα νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στην ανωτέρω πληρώτρια Τράπεζα ευρέθη χωρίς αντίκρισμα, χωρίς έκτοτε να εξοφληθεί ο Ε. Ε.. Βέβαια ο εκκαλών υπέβαλε σε βάρος του Ε. Ε. την από 7-5-2004 έγκληση υποστηρίζοντας ότι εξεβιάσθη και εξαπατήθηκε προκειμένου να υπογράψει την ανωτέρω από 11-4-2003 συμφωνία μαζί του, διατεινόμενος ότι υπό καθεστώς εκβιασμών αναγκάστηκε να αποδεχθεί να δοθούν ως εγγύηση και διασφάλιση οι ανωτέρω επιταγές, τις οποίες θα αντικαθιστούσε με άλλες εφόσον μέχρι τη λήξη τους δεν θα είχε εισπράξει ο ίδιος κάποιο ποσό από τον πράγματι οφειλέτη Μ. Α., όπως είχαν προηγουμένως συμφωνήσει, έχοντας ασκήσει ο ίδιος αγωγή κατά του ανωτέρω ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως ο Ε. Ε. απηλλάγη αμετακλήτως των αδικημάτων της εκβίασης τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της απάτης εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (σχετ. το με αριθμ. 2914/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και το υπ' αριθμ. 2119/2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). Περαιτέρω, επανερχόμενος ο εκκαλών υποστηρίζει ότι το ανωτέρω ποσό που έλαβε από τον Ε. Ε. το κατέθεσε στον Μ. Α. και δεν είχε πρόθεση να το ιδιοποιηθεί. Ωστόσο πρόκειται για ισχυρισμό του εκκαλούντος χωρίς να προκύπτει έγγραφη συμφωνία μεταξύ τους, αν και ο ίδιος έλαβε την εντολή, εισέπραξε από τον εγκαλούντα Ε. Ε. το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικό χρηματικό ποσό των 350.051,36 ευρώ και ανέλαβε την υποχρέωση να το επιστρέψει, χωρίς έκτοτε να το πράξει. Άλλωστε οι μεταξύ Α. Π. και Μ. Α. συμφωνίες για την αγορά και παράδοση των μετοχών της εταιρείας "ΚΟΡΦΙΛ" δεν μπορούν να απαλλάξουν τον εκκαλούντα της ευθύνης του, λαμβανομένου υπόψιν ότι ο Μ. Α.ς δικάστηκε απών, ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος του Α. Π. και ουδέποτε αναγνώρισε ευθύνη του απορρέουσα από δοθείσα σύμβαση εντολής εκ μέρους του Ε. Ε.. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινεν, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο σ' αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Γ'. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην Αιτιολογία του βουλεύματος εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων ο αναιρεσείων εξωτερίκευσε τη βούλησή του να παρακρατήσει το υπεξαιρεθέν ποσόν των 119.280.000 δραχμών, στο τέλος Δεκεμβρίου 1999, όταν, εν τω μεταξύ είχε ήδη ολοκληρωθεί η τμηματική καταβολή των χρηματικών ποσών από τον εγκαλούντα εις αυτόν, η οποία άρχισε στις 12-11-2009 και ολοκληρώθηκε στις 17-12-2009 και, παρά ταύτα, δεν του επέστρεψε το ποσό αυτό, μολονότι είχε δοθεί διά την αγορά, κατόπιν εντολής του και για λογαριασμό του, των αναφερόμενων στο βούλευμα μετοχών, οι οποίες δεν αγοράστηκαν. Η ενσωμάτωση ή όχι στην περιουσία του αυτού του ποσού ή η μεταβίβασή του για να ενσωματωθεί στην περιουσία τρίτου, όπως σ'αυτήν του Μιχ. Α., είναι θέμα αδιάφορον, καθόσον ούτως ή άλλως η ιδιοποίηση αυτού συντελείται. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως νομίμου αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν α) Να απορριφθεί η από 4-2-2010 με αριθμό 17 αίτηση του κατηγορουμένου Α. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2601/1999 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 9 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 375 παρ.1 εδ. α' ΠΚ, που ορίζει ότι "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον συνιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα 1) αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας πιο πάνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ), όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3α του ν.2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη μεταξύ των οποίων διαλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου (παρ.2 του αυτού παραπάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ.9 του ν.2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3β του ν.2721/1999). Άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, και ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα, κατ' άρθρο 719 ΑΚ πας ό,τι έλαβε, καθώς και ό,τι κατ' άρθρο 721 ίδιου Κώδικα προκαταβλήθηκε σ' αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διατέθηκε προς τούτο, καθόσον δεν καθίσταται κύριος των προς εκτέλεση της εντολής δοθέντως σ' αυτόν. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου (εξ) αυτών ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ιδρύει τον αυτό λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που διαλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (έγκληση, μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών Α. Π., ήταν Γενικός Διευθυντής του Ομίλου Α., στον οποίο ανήκαν οι εφημερίδες "Επενδυτής" και "Sportime" καθώς και ο ραδιοφωνικός σταθμός "Planet", στον οποίο εργαζόταν ο εγκαλών ως Εμπορικός Διευθυντής, αναπτύχθηκε δε μεταξύ τους φιλική σχέση. Περί τα τέλη μηνός Σεπτεμβρίου 1999 ο Α. Π. προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να κερδίσει χρήματα και του αποκάλυψε ότι έχει τη δυνατότητα να αγοράσει για λογαριασμό του και να του παραδώσει είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) κοινές μετοχές της εταιρείας "ΚΟΡΦΙΛ ΑΕ", που θα είχαν τεράστια άνοδο μετά από μικρό χρονικό διάστημα. Αρχές Νοεμβρίου 1999 ο εγκαλών επείσθη και συμφώνησε να του παραδώσει ποσό 119.280.000 δρχ., λαμβάνοντας μέχρι 31.12.1999 τις συμφωνηθείσες ως άνω μετοχές. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής κατέθεσε τμηματικά το χρονικό διάστημα από 12.11.1999 έως 17.12.1999 το συνολικό χρηματικό ποσό των 117.700.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό του εκκαλούντος στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, ήτοι την 12-11-1999 το ποσό των 75.000.000 δρχ., την 17-11-1999 το ποσό των 23.700.000 δρχ. , την 15-12-1999 το ποσό των 10.000.000 δρχ., την 17-12-1999 το ποσό των 9.000.000 δρχ. Επίσης αρχές Δεκεμβρίου 1999 του κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των 1.580.000 δρχ. για τον ίδιο σκοπό και ο εκκαλών του υπέγραψε έγγραφη δήλωση "ότι παρέλαβε 119.280.000 δρχ. προκειμένου να του δώσει για τα παραπάνω χρήματα 28.000 τεμάχια της εταιρείας ΚΟΡΦΙΛ ΑΕ". Πλην όμως ο ανωτέρω δεν εκπλήρωσε την δοθείσα ως άνω εντολή και δεν επέστρεφε τα χρήματα που του είχαν δοθεί προς εκτέλεση της. Έτσι ο εγκαλών την 13-2-2003 του κοινοποίησε την από 3-2-2003 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή του μετά διαμαρτυρίας, καλώντας τον να του επιστρέψει εντός πέντε ημερών το ανωτέρω ποσό, αφού μεγάλο χρονικό διάστημα αρκείτο στις υποσχέσεις αυτού ότι θα του καταβάλλει τα χρήματα που παρέλαβε, χωρίς να εκπληρώσει την εντολή. Ο Α. Π. με την από 20-2-2003 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία και πρόσκληση ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα που του έδωσε ο εγκαλών γνώριζε ότι παραδόθηκαν στον Μ. Α., κύριο μέτοχο της ΚΟΡΦΙΛ από τον οποίο έπρεπε να τα αναζητήσει. Ωστόσο ο εκκαλών την 11-4-2003, μετά την κοινοποίηση σ' αυτόν και δεύτερης εξώδικης πρόσκλησης-διαμαρτυρίας του εγκαλούντος υπέγραψε "το από 11-4-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό" υποσχόμενος να επιστρέψει το ποσό των 119.280.000 δρχ. ή 350.051,36 ευρώ, σε τρεις δόσεις, εκδίδοντας για την προαναφερθείσα αιτία (της είσπραξης του ποσού αυτού, χωρίς να αγοράσει και παραδώσει τις συμφωνηθείσες μετοχές) και χάριν καταβολής, τρεις επιταγές σε διαταγή του εγκαλούντος με ημεροχρονολογίες 10.4.2004, 10-10-2004, 10-4-2005, ποσών αντιστοίχως 140.000 ευρώ, 105.000 ευρώ, 105.051,36 ευρώ, με αριθμούς ..., ..., ... πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα με χρέωση του ... λογαριασμού του. Μάλιστα συμφωνήθηκε σε περίπτωση μη πληρωμής έστω και μιας των ως άνω δόσεων την αντίστοιχη ορισθείσα ημεροχρονολογία, παύει η ισχύς της συμφωνίας τους και ο εγκαλών δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξή της. Στη συνέχεια ο εκκαλών δεν πλήρωσε την πρώτη δόση την 10-4-2004 και η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως του, εμφανισθείσα νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στην ανωτέρω πληρώτρια Τράπεζα ευρέθη χωρίς αντίκρισμα, χωρίς έκτοτε να εξοφληθεί ο Ε. Ε.. Βέβαια ο εκκαλών υπέβαλε σε βάρος του Ε. Ε. την από 7-5-2004 έγκληση υποστηρίζοντας ότι εξεβιάσθη και εξαπατήθηκε προκειμένου να υπογράψει την ανωτέρω από 11-4-2003 συμφωνία μαζί του, διατεινόμενος ότι υπό καθεστώς εκβιασμών αναγκάστηκε να αποδεχθεί να δοθούν ως εγγύηση και διασφάλιση οι ανωτέρω επιταγές, τις οποίες θα αντικαθιστούσε με άλλες εφόσον μέχρι τη λήξη τους δεν θα είχε εισπράξει ο ίδιος κάποιο ποσό από τον πράγματι οφειλέτη Μ. Α., όπως είχαν προηγουμένως συμφωνήσει, έχοντας ασκήσει ο ίδιος αγωγή κατά του ανωτέρω ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως ο Ε. Ε. απηλλάγη αμετακλήτως των αδικημάτων της εκβίασης τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της απάτης εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (σχετ. το με αριθμ. 2914/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και το υπ' αριθμ. 2119/2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). Περαιτέρω, επανερχόμενος ο εκκαλών υποστηρίζει ότι το ανωτέρω ποσό που έλαβε από τον Ε. Ε. το κατέθεσε στον Μ. Α. και δεν είχε πρόθεση να το ιδιοποιηθεί. Ωστόσο πρόκειται για ισχυρισμό του εκκαλούντος χωρίς να προκύπτει έγγραφη συμφωνία μεταξύ τους, αν και ο ίδιος έλαβε την εντολή, εισέπραξε από τον εγκαλούντα Ε. Ε. το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικό χρηματικό ποσό των 350.051,36 ευρώ και ανέλαβε την υποχρέωση να το επιστρέψει, χωρίς έκτοτε να το πράξει. Άλλωστε οι μεταξύ Α. Π. και Μ. Α. συμφωνίες για την αγορά και παράδοση των μετοχών της εταιρείας "ΚΟΡΦΙΛ" δεν μπορούν να απαλλάξουν τον εκκαλούντα της ευθύνης του, λαμβανομένου υπόψιν ότι ο Μ. Α.ς δικάστηκε απών, ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος του Α. Π. και ουδέποτε αναγνώρισε ευθύνη του απορρέουσα από δοθείσα σύμβαση εντολής εκ μέρους του Ε. Ε.. Ενόψει τούτων, το Συμβούλιο Εφετών, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 ευρώ, που ήταν εμπιστευμένο σ' αυτόν, ως εντολοδόχο, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 375 παρ. 1β, 2 α', β' ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ.9 ν.2408/1996. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστεί για την παραπάνω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες πιο πάνω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ούτε, επίσης, ότι εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτών και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, τις οποίες και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην αιτιολογία του βουλεύματος διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, δυνάμει των οποίων ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) εκδήλωσε τη βούλησή του για την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού των 119.280.000 δραχμών ή 350.051,36 ευρώ στις 31-12-1999, κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία για την αγορά κατ' εντολήν και για λογαριασμό του εγκαλούντος των αναφερόμενων στο βούλευμα μετοχών. Το δε, από 11-4-2003, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο αναιρεσείων υποσχέθηκε στον εγκαλούντα να του επιστρέψει το προδιαληφθέν ποσό σε τρεις δόσεις, εκδίδοντας προς τούτο και τρεις επιταγές, από τις οποίες καμμία δεν πληρώθηκε, δε μεταβάλλει τα πράγματα, αφού σε τούτο εξαναγκάστηκε υπό την πίεση του εγκαλούντος για την επιστροφή του παραπάνω ποσού. Εξάλλου, η ενσωμάτωση ή όχι στην περιουσία του κατηγορουμένου του προδιαληφθέντος ποσού ή η μεταβίβασή του, κατά τον ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος), για να ενσωματωθεί στην περιουσία τρίτου, όπως σ' αυτή του Μ. Α. αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού έτσι ή άλλιώς η ιδιοποίηση τούτου (ποσού) συντελέστηκε, κατά τις παραδοχές, ήδη κατά το χρόνο που έλαβε την τελευταία δόση για να αγοράσει τις μετοχές και μέχρι τότε βρισκόταν στην κατοχή του. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, λόγος, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ' για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 ίδιου Κώδικα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 4-2-2010, αίτηση του Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2601/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας άνω των 73.000 €, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Λόγοι αναίρεσης η εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και η έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1986/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 15η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Π, κάτοικο ..., και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 678/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 280/22-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 55/3-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Σωτ. Παγώνα (ΑΜ ΔΣΑ 9334) σύμφωνα με το 3074/2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Παγκράτη προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1198/2008 βούλευμά του : α) παρέπεμψε τον Π κάτοικο ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για εξακολουθητική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ και β) αποφάνθηκε να μη γίνει αντίστοιχη κατηγορία κατά της ήδη αναιρεσείουσας Χ για εξακολουθητική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις τόσο ο παραπάνω κατηγορούμενος Π όσο και ο πολιτικώς ενάγων Ψ κάτοικος .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 369/2010 βούλευμά του : α) απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου Π και β) δέχθηκε την έφεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ και παρέπεμψε την Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για εξακολουθητική απάτη από κοινού κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα αυτή παραπέμφθηκε για να δικαστεί για το ότι στην Αθήνα τον Απρίλιο του έτους 2003 από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Π με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν με πρόθεση ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, διαπράττουν δε απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ειδικότερα ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, υπό την ιδιότητα τους ως εκπροσώπων της ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας συσκευασιών με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στο μηνυτή Ψ ότι η ανωτέρω εταιρεία ήταν φερέγγυα, με καλή εμπορική φήμη λόγω του ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις, αφού ήταν συνεπής στην εξόφληση των οφειλών της, ότι είχε διαθέσιμα και μεγάλα χρηματικά ποσά σε εγχώριες τράπεζες, εμφανή περιουσιακά στοιχεία αξίας 200.000 ευρώ και καθημερινό υψηλό τζίρο, ότι οι παρακάτω επιταγές δεν είχαν κανένα πρόβλημα (προς πληρωμή), ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι επιταγές αυτές δεν υπήρχε περίπτωση να πληρωθούν, διότι η εκδότρια εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα, ούτε είχε καλή εμπορική φήμη, αφού είχε οικονομικές εκκρεμότητες προς τρίτους, τις οποίες δεν εξοφλούσε εγκαίρως ούτε διέθετε επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των εκδιδομένων απ' αυτήν επιταγών προς εξόφληση των δανειστών της και τελικά η εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της 679/28-5-2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και έτσι έπεισαν τον Ψ να πωλήσει και να παραδώσει στην ανωτέρω εταιρεία καύσιμα συνολικής αξίας 17.564,22 ευρώ και να δεχθεί για την εξόφληση του τιμήματος τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές έκδοσης της εταιρείας, πληρωτέες σε διαταγή του Ψ και δη 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 4.725,90 ευρώ, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 5.593,32 ευρώ, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 3.245 ευρώ και 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 4.000 ευρώ, που εσύροντο η 1η, η 2η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, η 3η, η 4η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, ωφελούμενοι παράνομα οι ίδιοι και η εταιρεία με αυτό τον τρόπο το συνολικό ποσό των 17.564,22 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Ψ, καθόσον οι επιταγές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της ως άνω εκδότριας εταιρείας. Το περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων και της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕ" και η προξενηθείσα ζημία του Ψ υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, διαπράττουν δε οι κατηγορούμενοι απάτες κατ' επάγγελμα καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης και από την υποδομή που έχουν διαμορφώσει με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε : α) στην κατηγορουμένη στις 28-4-2010 με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών ... και β) στον αντίκλητο δικηγόρο της Σ. Παγώνα στις 28-4-2010 με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτή στις 3-5-2010 ημέρα Δευτέρα εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαή-μερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ άσκησε την 55/2010 αίτησή της αναιρέσεως επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των α. 45 και 386 παρ. 3 του ΠΚ. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. " Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωσιν της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιούται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 1054/2005 Π Λογ 2005 σελ. 931 κ. ά). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 974/2006, ΑΠ 1564/2006 , ΑΠ 2443/2003 ). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. AΠ 3/2008). ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... επί της οδού ..., είχε συναλλαγές με το μηνυτή Ψ, στο πλαίσιο προμήθειας υγρών καυσίμων από το πρατήριο που ο τελευταίος διατηρεί στην .... Ο κατηγορούμενος Π ήταν εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας και η κατηγορουμένη Χ ήταν υπάλληλος αυτής (γραμματεύς). Η παραπάνω ανώνυμη εταιρεία είχε ως αντικείμενο την παραγωγή, επεξεργασία και εμπορία υλικών ευκάμπτου - συσκευασίας (σελοφάν, πολυαιθυλενίου, πολυπροπυλενίου, PVC κλπ) και προέβαινε στις κατά τα ανωτέρω προμήθειες υγρών καυσίμων από τον Ψ για τις ανάγκες των οχημάτων και των μηχανών της. Με την με αριθμό 679/26-5-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν δηλώσεως της στο γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, χρόνος δε παύσεως πληρωμών ορίσθηκε η 25/3/2003. Κατά το προ του Απριλίου 2003 διάστημα, η ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ είχε συναλλαγεί με τον Ψ (είχε αγοράσει καύσιμα και σε όλες αυτές τις συναλλαγές, η πληρωμή του τιμήματος τις πωλήσεις των καυσίμων εγένετο είτε τοις μετρητοίς είτε με την έκδοση ή μεταβίβαση επιταγών, οι οποίες επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τοις στις πληρώτριες Τράπεζες. Τον Απρίλιο έτους 2003 ο Πς εμφανίσθηκε στο πρατήριο του μηνυτή και του διαβεβαίωσε για την φερεγγυότητα της εταιρείας, την καλή εμπορική της φήμη, για το ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις και ότι ήταν συνεπώς στην εξόφληση των οφειλών της. Του παρέστησε ακόμη ψευδώς ότι η εταιρεία αυτή διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι είχε διαθέσιμα μεγάλα χρηματικά ποσά από εγχώριες Τράπεζες. Μαζί με τον Π παρούσα στις διαβεβαιώσεις ήταν και η υπάλληλος (γραμματέας) της εταιρείας Χ η οποία επιβεβαίωνε τα ανωτέρω ψευδή πραγματικά περιστατικά που ανέφερε ο Π. Άλλωστε και ενώπιον του μάρτυρος Μ η κατηγορουμένη Χ ανέφερε για την φερεγγυότητα της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" και του Π, σε χρονικό σημείο προ της εκδόσεως των επιταγών και βέβαια κοντινό, αφού σκοπό είχαν την αγορά από τον Ψ υγρών καυσίμων και την πληρωμή του τιμήματος με επιταγές, οι οποίες βέβαια μεταχρονολογημένες δεν θα επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τους στις πληρώτριες τράπεζες. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν το ψευδές των όσων για τη φερεγγυότητα της ΤΕΧΝΟΦΑΝ διαβεβαίωσαν τον Ψ αφού ολίγες ημέρες αργότερα και δη την 23/4/2003 ο εξ αυτών Π δήλωσε αδυναμία της εταιρείας να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της και ζήτησε την αναστολή των πληρωμών της. Βέβαια τη δήλωση την έκαμε μόνο ο Π, όμως και η κατηγορουμένη Χ ως εργαζομένη στην εταιρεία αυτή είχε αντιληφθεί την κακή πορεία της και παρά ταύτα, όπως ο μάρτυς Μ κατέθεσε, ανέφερε περί φερεγγυότητος της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ". Με την ψευδή αυτή παράσταση των γεγονότων περί φερεγγυότητος της ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ πείσθηκε ο Ψ πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν καύσιμα αξίας 17.564,22€ και για την πληρωμή του τιμήματος έλαβε τέσσερις επιταγές όλες μεταχρονολογημένες, ενώ, αν γνώριζε την αληθή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, δεν θα προχωρούσε στην σύμβαση πωλήσεως με τους πιο πάνω όρους. Ειδικότερα, παρέλαβε από τους κατηγορουμένους τις εξής επιταγές: 1) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ, ποσού 4.725,90€, 2) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ ποσού 5.593,23 €, 3) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από τη Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 3.245 ευρώ και 4) τη με αριθμό ... επιταγή πληρωτέο από την Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 4.000 €. Οι επιταγές αυτές είχαν όλες εκδότρια εταιρεία την ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕΒΕΕ και είχαν υπογράψει ως δεσμεύοντα αυτήν φυσικά πρόσωπα ο Π και η Χ. Ο Π ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Από την ίδρυση της στο καταστατικό της άνω εταιρείας προβλεπόταν η δέσμευση της έναντι τρίτων με δύο υπογραφές, οι οποίες ετίθεντο κάτω από την εταιρική επωνυμία. Η μία υπογραφή ήταν του κατηγορουμένου Π και η άλλη του .... Λόγω θανάτου του τελευταίου ο Π ζήτησε από την Χ επειδή της είχε εμπιστοσύνη, να υπογράψει αυτή τις επιταγές που θα έδιναν στον Ψ, ώστε να υπάρχουν επί των επιταγών δύο υπογραφές, χωρίς να φαίνονται τα ονόματα αυτών που υπέγραψαν, έτσι ώστε γρήγορα και χωρίς ανάγκη τροποποίησης του καταστατικού να επιτευχθεί η συναλλαγή με τον Ψ. Η κατηγορουμένη υπέγραψε και τις τέσσερες επιταγές κάτωθι της επωνυμίας της εταιρείας. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου. Εμφανίσθηκαν η πρώτη και η τέταρτη την 21/5/2003 και 30/5/2003 αντίστοιχα από τον Ψ, η τρίτη από την τελευταία κομίστρια εταιρεία "... ΑΕ" την 21/4/2003 και η δεύτερη την 9/7/2003 από την επίσης τελευταία κομίστρια .... Με τις πιο πάνω δε πράξεις τους οι κατηγορούμενοι αποσκοπούσαν να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο προαναφερθέν ποσό των 17.564,22 ευρώ, το οποίο πράγματι απεκόμισαν με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή. Ο Ψ την 15/1/2004 κατέθεσε στην αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 30/12/2003 έγκληση κατά των Π και της Χ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών. Ασκήθηκε ποινική δίωξη για το έγκλημα αυτό και με την με αριθμό 80119/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη για τις τρεις πρώτες επιταγές, όπως αυτές έχουν παραπάνω αναφερθεί, έπαυσε οριστικά η κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, επειδή η έγκληση υποβλήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο προς τούτο και ειδικότερα από πρόσωπο που δεν ήταν ο τελευταίος κομιστής, ενώ για την τέταρτη επιταγή οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, λόγω του ότι η εκδότρια εταιρεία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως όταν η επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή την 30/5/2003. Στη συνέχεια ο Ψ κατέθεσε την ένδικη από 7/12/2005 μήνυση του με βάση την οποία την 9/10/2006 ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη, από κοινού, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 13 περ. στ', 14, 26 § Ια, 27, 45, 98, 386 § § 3α - 1 Π.Κ). Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο Ψ γνώριζε την πραγματική κατάσταση της ανωτέρω εταιρείας και ότι πάντα πληρωνόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε αντέχει στη βάσανο της λογικής να γνωρίζει ο μηνυτής ότι η αγοράστρια βρίσκεται σε τόσο κακή οικονομική κατάσταση ώστε να επίκειται η πτώχευση της και παρά ταύτα να της πωλεί εμπορεύματα επί πιστώσει και με μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν αποδείχθηκε επίσης από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός του κατηγο-ρουμένου, που περιέχεται τόσο στην απολογία όσον και στην έφεση του, περί του ότι οι ανωτέρω τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ και υπογράφηκαν από αυτόν και την Χ πολύ ενωρίτερον του Απριλίου 2003, τότε που η οικονομική κατάσταση της άνω εταιρείας ήταν τελείως διάφορος αυτής του 2003. Περαιτέρω και όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ, η οποία δεν κατέθεσε βέβαια δήλωση στο Πρωτοδικείο περί παύσεως των πληρωμών της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ, η γνώση της για την κακή πορεία της εταιρείας αυτής και την μη πληρωμή των επιταγών συνάγεται μετά βεβαιότητος από την στενή φιλική σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο Π και το γεγονός ότι μόνη αυτή προτιμήθηκε από εκείνον να συνυπογράφει τις ανωτέρω επιταγές τον Απρίλιο 2003, μεταχρονολογημένες για τέλη Απριλίου μέχρι και Ιούλιο 2003, όταν η πορεία της εταιρείας ήταν τέτοια που επέβαλε την δήλωση παύσεως των πληρωμών την 23/4/2003 και συνακόλουθα την μη πληρωμή των επιταγών. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε, διότι ασκούσε καθήκοντα γραμματέως και όχι λογίστριας, αυτό όμως το περιστατικό είναι ενισχυτικό της γνώσεως της διότι προτιμήθηκε αυτή, επειδή ενδεχομένως η λογίστρια δεν υπέγραφε τις επιταγές. Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι η ίδια είχε και άλλες φορές υπογράψει επιταγές ή άλλα έγγραφα ως δήθεν εκπρόσωπος της εταιρείας και γι' αυτό ο Π της ζήτησε να υπογράψει και τις επιταγές αυτές. Όμως ουδεμία τέτοια επιταγή προσκομίσθηκε από αυτήν, ούτε βιβλίο της εταιρείας που να περιείχε περιγραφή κάποιας επιταγής, ούτε μαρτυρική κατάθεση, περί της υπάρξεως και άλλων εγγράφων στα οποία η κατηγορουμένη είχε υπογράψει ως εκπρόσωπος της εταιρείας. Μόνον η κατάθεση του Μ προσκομίσθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα στην οποία αναφερόταν ότι σε συζητήσεις τους η κατηγορουμένη αυτή βεβαίωνε για την φερεγγυότητα της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Επομένως και η κατηγορουμένη αυτή, όπως αυτό δείκνυται από το ότι μόνη αυτή από όλο το προσωπικό της εταιρείας υπέγραψε τις ανωτέρω επιταγές αν και δεν είχε προς τούτο δικαίωμα και ο κατηγορούμενος Π, όπως αυτό δείκνυται από την επακολουθήσασα της έκδοσης των επιταγών δήλωση περί παύσεως των πληρωμών, δεν ετέλεσαν ευκαιριακώς την πράξη της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό παράνομο όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία αλλά βάσει σχεδίου, όπως αυτό συνάγεται από τα παραπάνω. Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις και τα εκτεθέντα περιστατικά συνάγεται ότι και οι δύο κατηγορούμενοι προέβησαν στην σύναψη της συμβάσεως με τον Ψ (μηνυτή) κατά μήνα Απρίλιο 2003 και την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών αν και γνώριζαν ότι ήταν αδύνατο να πληρωθούν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και της υπαρκτής πλέον προ ικανού χρονικού διαστήματος κακής οικονομικής πορείας της εταιρείας. Σκόπευαν δε να βλάψουν τον μηνυτή και να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" το παράνομο περιουσιακό όφελος από την αξία των εμπορευ-μάτων που αγόρασε η εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ καθόσον παρίσταναν ότι αυτή η εταιρεία ήταν οικονομικά εύρωστη και με ικανά περιουσιακά στοιχεία. Από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων της αξιόποινης πράξεως της απάτης η οποία υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακο-λούθηση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και από την υποδομή που οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής (όπως η κατ' εξακολούθηση έκδοση μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών) προκύπτει σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος και επομένως συντρέχει στο πρόσωπο τους η επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως αυτής. Συνακόλουθα και το εκκαλούμενο βούλευμα ορθά ως προς τον κατηγορούμενο Π αξιολό-γησε τα πραγματικά περιστατικά και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών αυτός κατηγορούμενος πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ποσού 220€ σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.ΠοινΔ σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α Δικαιοσύνης και Οικονομίας - Οικονομικών (58553/2006 ΦΕΚ 776/Β/2006) συμφώνως με όσα στο διατακτικό ορίζονται, ενώ απορριπτέο είναι και το υποβαλλόμενο αίτημα του κατηγορουμένου αυτού περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, καθόσον με πληρότητα εξέθεσε τους ισχυρισμούς του, ώστε να μην υπάρχει ανάγκη συμπληρώσεων ή διευκρινήσεων με την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του. Όμως προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον και της κατηγορουμένης Χ για την πράξη της απάτης από κοινού από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€ κατ' εξακολούθηση. Συνεπώς το εκκαλούμενο βούλευμα που έκρινε ότι τέτοιες ενδείξεις δεν υπήρξαν έσφαλε και για τον λόγο αυτό πρέπει να μεταρρυθμισθεί όσον αφορά την ανωτέρω κατηγορουμένη αφού η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν. Σύμφωνα δε με την διάταξη των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. ε και 313 Κ.Π.Δ πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή και της κατηγορουμένης αυτής στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, που είναι καθύλην και κατά τόπον αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 1ε, 8 παρ. 1γ, 111 παρ. 1, 122 παρ. 1, 128, 129εδ. α Κ.Π.Δ για να δικασθεί και αυτή μαζί με τον κατηγορούμενο Π για την ανωτέρω πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. στ' 14, 26 § Ια, 27, 45, 98, 386 § § 3α-1 Π.Κ., να επαναδιατυπωθεί δε το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος ως προς αμφότερους τους κατηγορουμένους, όπως ορίζεται στο διατακτικό του παρόντος". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει : α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στην διάταξη περί απάτης του α. 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αυτό αναφέρει: α) τις ψευδείς παραστάσεις της αναιρεσείουσας προς τον παθόντα επιβεβαιώνοντας αντίστοιχες του συγκατη-γορουμένου της (φερεγγυότητα αγοράστριας εταιρείας - διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των επιταγών που δόθηκαν στον παθόντα ) β) την αλήθεια που αυτή γνώριζε γ) την παραπλάνηση του παθόντα και δ) την διάθεση από αυτόν καυσίμων ύψους άνω των 15.000 ευρώ σε ένα μήνα. Ακόμα αυτό αναφέρει : α) ότι έλαβε υπόψη του τα έγγραφα γενικά που προσκομίστηκαν χωρίς να χρειάζεται να εξειδικεύσει καθένα από αυτά, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα β) την κοινή δράση της αναιρεσείουσας με τον συγκατηγορούμενό της καθώς και τον κοινό τους δόλο για την τέλεση της απάτης δόλου και γ) την συνδρομή και στο πρόσωπο της αναιρε-σείουσας της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τελέσεως (χορήγηση τεσσάρων ακάλυπτων επιταγών σε διάστημα ενός μηνός και παραλαβή καυσίμων αξίας 17.56422 ευρώ με σκοπό να ωφεληθεί παράνομα η εταιρεία στην οποία εργαζόταν της οποίας πρόεδρος ήταν ο συγκατηγορούμενός της). Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για εσφαλμένη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού προσβάλει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Συμβουλίου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (ΑΠ 474/2004 ΠΧ! 2005. 152, ΑΠ 151/2002 ΠΧ! 2002.884 ). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 55/3-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατοίκου ...) κατά του 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να επιβληθούν σε βάρος της αναιρε-σείουσας τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 21 Σεπτεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 55/3/5/2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατά του υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο (κατόπιν παραδοχής της εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του πρωτόδικου απαλλακτικού για την αναιρεσείουσα βουλεύματος) αυτή παραπέμφθηκε στο ακροα-τήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί από κοινού με τον Π, για εξακολουθητική απάτη, κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία συνολικά άνω των 15.000 ευρώ (άρθρα 13 στ, 45, 98, 386 παρ. 1-3α του ΠΚ). έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαι-τούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιηθεί στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, (3) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ) βλάβη ξένης, κατά το Αστικό Δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλή-ρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψεύτικη κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που είχε ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 α' του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουρ-γηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Από δε το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεση τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ προσκληθείσας πλάνης ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικει-μενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύ-πτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επί κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος συντρέχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός", συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με την δράση των άλλων. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ. πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους αυτουργούς. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλο-συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτί-μησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέ-σεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρε-τικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 Β του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγμα-τικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλ-μένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιά-ζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του Συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, ανελέγκτους, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων), ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ..., είχε συναλλαγές με το μηνυτή Ψ, στο πλαίσιο προμήθειας υγρών καυσίμων από το πρατήριο που ο τελευταίος διατηρεί στην .... Ο κατηγο-ρούμενος Π ήταν εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας και η κατηγορουμένη Χ ήταν υπάλληλος αυτής (γραμματεύς). Η παραπάνω ανώνυμη εται-ρεία είχε ως αντικείμενο την παραγωγή, επεξεργασία και εμπο-ρία υλικών ευκάμπτου-συσκευασίας (σελοφάν, πολυαιθυλενίου, πολυπροπυλενίου, PVC κλπ) και προέβαινε στις κατά τα ανωτέρω προμήθειες υγρών καυσίμων από τον Ψ για τις ανάγκες των οχημάτων και των μηχανών της. Με την με αριθμό 679/26-5-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν δηλώσεως της στο γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, χρόνος δε παύσεως πληρωμών ορίσθηκε η 25/3/2003. Κατά το προ του Απριλίου 2003 διάστημα, η ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ είχε συναλλαγεί με τον Ψ (είχε αγοράσει καύσιμα}και σε όλες αυτές τις συναλλαγές, η πληρωμή του τιμήματος τις πωλήσεις των καυσίμων εγένετο είτε τοις μετρητοίς είτε με την έκδοση ή μεταβίβαση επιταγών, οι οποίες επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τοις στις πληρώτριες Τράπεζες. Τον Απρίλιο έτους 2003 ο Π εμφανίσθηκε στο πρατήριο του μηνυτή και τον διαβεβαίωσε για την φερεγγυότητα της εταιρείας, την καλή εμπορική της φήμη, για το ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις και ότι ήταν συνεπής στην εξόφληση των οφειλών της. Του παρέστησε ακόμη ψευδώς ότι η εταιρεία αυτή διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι είχε διαθέσιμα μεγάλα χρηματικά ποσά από εγχώριες Τράπεζες. Μαζί με τον Π παρούσα στις διαβεβαιώσεις ήταν και η υπάλληλος (γραμματέας) της εταιρείας Χ η οποία επιβεβαίωνε τα ανωτέρω ψευδή πραγματικά περιστατικά που ανέφερε ο Π. Άλλωστε και ενώπιον του μάρτυρος Μ η κατηγορουμένη Χ ανέφερε για την φερεγγυότητα της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" και του Π, σε χρονικό σημείο προ της εκδόσεως των επιταγών και βέβαια κοντινό, αφού σκοπό είχαν την αγορά από τον Ψ υγρών καυσίμων και την πληρωμή του τιμήματος με επιταγές, οι οποίες βέβαια μεταχρο-νολογημένες δεν θα επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τους στις πληρώτριες τράπεζες. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν το ψευδές των όσων για τη φερεγγυότητα της ΤΕΧΝΟΦΑΝ διαβεβαίωσαν τον Ψ αφού ολίγες ημέρες αργότερα και δη την 23/4/2003 ο εξ αυτών Π δήλωσε αδυναμία της εταιρείας να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της και ζήτησε την αναστολή των πληρωμών της. Βέβαια τη δήλωση την έκαμε μόνο ο Π, όμως και η κατηγορουμένη Χ ως εργαζομένη στην εταιρεία αυτή είχε αντιληφθεί την κακή πορεία της και παρά ταύτα, όπως ο μάρτυς Μ κατέθεσε, ανέφερε περί φερεγγυότητας της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ". Με την ψευδή αυτή παράσταση των γεγονότων περί φερεγγυότητας της ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ πείσθηκε ο Ψ πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν καύσιμα αξίας 17.564,22€ και για την πληρωμή του τιμήματος έλαβε τέσσερις επιταγές όλες μεταχρονολογημένες, ενώ, αν γνώριζε την αληθή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, δεν θα προχωρούσε στην σύμβαση πωλήσεως με τους πιο πάνω όρους. Ειδικότερα, παρέλαβε από τους κατηγορουμένους τις εξής επιταγές: 1) την με αριθμό ..,. επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ, ποσού 4.725,90€, 2) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ ποσού 5.593,23 €, 3) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από τη Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 3.245 ευρώ και 4) τη με αριθμό ... επιταγή πληρωτέο από την Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 4.000 €. Οι επιταγές αυτές είχαν όλες εκδότρια εταιρεία την ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕΒΕΕ και είχαν υπογράψει ως δεσμεύοντα αυτήν φυσικά πρόσωπα ο Π και η Χ. Ο Π ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Από την ίδρυση της στο καταστατικό της άνω εταιρείας προβλεπόταν η δέσμευση της έναντι τρίτων με δύο υπογραφές, οι οποίες ετίθεντο κάτω από την εταιρική επωνυμία. Η μία υπογραφή ήταν του κατηγορουμένου Π και η άλλη του .... Λόγω θανάτου του τελευταίου ο Π ζήτησε από την Χ επειδή της είχε εμπιστοσύνη, να υπογράψει αυτή τις επιταγές που θα έδιναν στον Ψ, ώστε να υπάρχουν επί των επιταγών δύο υπογραφές, χωρίς να φαίνονται τα ονόματα αυτών που υπέγραψαν, έτσι ώστε γρήγορα και χωρίς ανάγκη τροποποίησης του καταστατικού να επιτευχθεί η συναλλαγή με. τον Ψ. Η κατηγο-ρουμένη υπέγραψε και τις τέσσερες επιταγές κάτωθι της επωνυμίας της εταιρείας. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου. Εμφανίσθηκαν η πρώτη και η τέταρτη την 21/5/2003 και 30/5/2003 αντίστοιχα από τον Ψ, η τρίτη από την τελευταία κομίστρια εταιρεία "... ΑΕ" την 21/4/2003 και η δεύτερη την 9/7/2003 από την επίσης τελευταία κομίστρια .... Με τις πιο πάνω δε πράξεις τους οι κατηγορούμενοι αποσκοπούσαν να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο προαναφερθέν ποσό των 17.564,22 ευρώ, το οποίο πράγματι απεκόμισαν με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή. Ο Ψ την 15/1/2004 κατέθεσε στην αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 30/12/2003 έγκληση κατά των Π και της Χ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών. Ασκήθηκε ποινική δίωξη για το έγκλημα αυτό και με την με αριθμό 80119/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη για τις τρεις πρώτες επιταγές, όπως αυτές έχουν παραπάνω αναφερθεί, έπαυσε οριστικά η κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, επειδή η έγκληση υποβλήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο προς τούτο και ειδικότερα από πρόσωπο που δεν ήταν ο τελευταίος κομιστής, ενώ για την τέταρτη επιταγή οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, λόγω του ότι η εκδότρια εταιρεία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως όταν η επιταγή εμφα-νίσθηκε προς πληρωμή την 30/5/2003. Στη συνέχεια ο Ψ κατέθεσε την ένδικη από 7/12/2005 μήνυση του με βάση την οποία την 9/10/2006 ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη, από κοινού, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 13 περ. στ', 14, 26 § 1α, 27, 45, 98, 386 § § 3α - 1 Π.Κ). Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο Ψ γνώριζε την πραγματική κατάσταση της ανωτέρω εταιρείας και ότι πάντα πληρωνόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε αντέχει στη βάσανο της λογικής να γνωρίζει ο μηνυτής ότι η αγοράστρια βρίσκεται σε τόσο κακή οικονομική κατάσταση ώστε να επίκειται η πτώχευσή της και παρά ταύτα να της πωλεί εμπο-ρεύματα επί πιστώσει και με μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν αποδείχθηκε επίσης από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που περιέχεται τόσο στην απολογία όσον και στην έφεση του, περί του ότι οι ανωτέρω τέσσερες μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ και υπογράφηκαν από αυτόν και την Χ πολύ ενωρίτερον του Απριλίου 2003, τότε που η οικονομική κατάσταση της άνω εταιρείας ήταν τελείως διάφορος αυτής του 2003. Περαιτέρω και όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ, η οποία δεν κατέθεσε βέβαια δήλωση στο Πρωτοδικείο περί παύσεως των πληρωμών της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ, η γνώση της για την κακή πορεία της εταιρείας αυτής και την μη πληρωμή των επιταγών συνάγεται μετά βεβαιότητας από την στενή φιλική σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο Π και το γεγονός ότι μόνη αυτή προτιμήθηκε από εκείνον να συνυπογράφει τις ανωτέρω επιταγές τον Απρίλιο 2003, μεταχρονολογημένες για τέλη Απριλίου μέχρι και Ιούλιο 2003, όταν η πορεία της εταιρείας ήταν τέτοια που επέβαλε την δήλωση παύσεως των πληρωμών την 23/4/2003 και συνακόλουθα την μη πληρωμή των επιταγών. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε, διότι ασκούσε καθήκοντα γραμματέως και όχι λογίστριας, αυτό όμως το περιστατικό είναι ενισχυτικό της γνώσεως της διότι προτι-μήθηκε αυτή, επειδή ενδεχομένως η λογίστρια δεν υπέγραφε τις επιταγές. Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι η ίδια είχε και άλλες φορές υπογράψει επιταγές ή άλλα έγγραφα ως δήθεν εκπρόσωπος της εταιρείας και γι' αυτό ο Π της ζήτησε να υπογράψει και τις επιταγές αυτές. Όμως ουδεμία τέτοια επιταγή προσκομίσθηκε από αυτήν, ούτε βιβλίο της εταιρείας που να περιείχε περιγραφή κάποιας επιταγής, ούτε μαρτυρική κατά-θεση, περί της υπάρξεως και άλλων εγγράφων στα οποία η κατηγορουμένη είχε υπογράψει ως εκπρόσωπος της εταιρείας. Μόνον η κατάθεση του Μ προσκομίσθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα στην οποία αναφερόταν ότι σε συζητήσεις τους η κατηγορουμένη αυτή βεβαίωνε για την φερεγγυότητα της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Επομένως και η κατηγορουμένη αυτή, όπως αυτό δείκνυται από το ότι μόνη αυτή από όλο το προσωπικό της εταιρείας υπέγραψε τις ανωτέρω επιταγές αν και δεν είχε προς τούτο δικαίωμα και ο κατηγορούμενος Π, όπως αυτό δείκνυται από την επακολουθήσασα της έκδοσης των επιταγών δήλωση περί παύσεως των πληρωμών, δεν ετέλεσαν ευκαιριακώς την πράξη της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό παράνομο όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία αλλά βάσει σχεδίου, όπως αυτό συνάγεται από τα παραπάνω. Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις και τα εκτεθέντα περιστατικά συνάγεται ότι και οι δύο κατηγορούμενοι προέβησαν στην σύναψη της συμβάσεως με τον Ψ (μηνυτή) κατά μήνα Απρίλιο 2003 και την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών αν και γνώριζαν ότι ήταν αδύνατο να πληρωθούν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και της υπαρκτής πλέον προ ικανού χρονικού διαστήματος κακής οικονομικής πορείας της εταιρείας. Σκόπευαν δε να βλάψουν τον μηνυτή και να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" το παράνομο περιουσιακό όφελος από την αξία των εμπορευ-μάτων που αγόρασε η εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ καθόσον παρίσταναν ότι αυτή η εταιρεία ήταν οικονομικά εύρωστη και με ικανά περιουσιακά στοιχεία. Από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων της αξιόποινης πράξεως της απάτης η οποία υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολού-θηση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και από την υποδομή που οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημ-μένης τελέσεως της πράξεως αυτής (όπως η κατ' εξακο-λούθηση έκδοση μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών) προκύπτει σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδή-ματος και επομένως συντρέχει στο πρόσωπο τους η επιβα-ρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης Χ για την πράξη της απάτης, κατ' εξακολούθηση, από κοινού, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,13 στ', 34, 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 386 παρ. 3α -1 του ΠΚ, ακολούθως δε, αφού 1) δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ' αριθμ. 1189/2008 απαλλακτικού για την αναιρεσείουσα βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθη-νών, και 2) απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση του εγκαλούντος Π κατά του παραπεμπτικού γι' αυτόν ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα και, επαναδιατυπώ-νοντας το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργη-μάτων Αθηνών για να δικασθεί και αυτή μαζί με τον συγκατηγορούμενο της Π, ως υπαίτιοι του ότι: Στην Αθήνα, κατά το μήνα Απρίλιο 2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο και με άμεσο σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν με πρόθεση ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, διαπράττουν δε απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, υπό την ιδιότητα τους ιός εκπροσώπων της ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας συσκευα-σιών, με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΒΕΕ", εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στο μηνυτή Ψ, ότι η ανωτέρω εταιρεία ήταν φερέγγυα, με καλή εμπορική φήμη λόγω του ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις, αφού ήταν συνεπής στην εξόφληση των οφειλών της, ότι είχε διαθέσιμα και μεγάλα χρηματικά ποσά σε εγχώριες τράπεζες, εμφανή περιουσιακά στοιχεία αξίας 200.000 ευρώ και καθημερινό υψηλό τζίρο, ότι οι παρακάτω επιταγές δεν είχαν κανένα πρόβλημα (προς πληρωμή), ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι επιταγές αυτές δεν υπήρχε περίπτωση να πληρωθούν, διότι η εκδότρια εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα, ούτε είχε καλή εμπορική φήμη. αφού είχε οικονομικές εκκρεμότητες προς τρίτους, τις οποίες δεν εξοφλούσε εγκαίρως, ούτε διέθετε επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των εκδιδομένων απ' αυτήν επιταγών προς εξόφληση των δανειστών της και τελικά η εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της υπ' αριθμ. 679/28/5/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι έπεισαν τον Ψ να πωλήσει και να παραδώσει στην ανωτέρω εταιρεία καύσιμα συνολικής αξίας 17.564, 22 ευρώ και να δεχθεί για την εξόφληση του τιμήματος τέσσερις (4) μεταχρονολογημένες επιταγές, έκδοσης της εταιρείας, πληρω-τέες σε διαταγή του Ψ, και δη, 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 4.725,90 ευρώ, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 5.593,32 ευρώ, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 3,245 ευρώ, και 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 4.000 ευρώ, που εσύροντο η 1η, η 2η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, η 3η, η 4η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, ωφελούμενοι παράνομα οι ίδιοι και η εταιρεία με αυτό τον τρόπο το συνολικό ποσό των 17.564,22 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Ψ, καθόσον οι επιταγές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της ως άνω εκδότριας εταιρείας. Το περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων και της " ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕ" και η προξενηθείσα ζημία του Ψ υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Διαπράττουν δε οι κατηγορούμενοι απάτες κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης και από την υποδομή που έχουν διαμορφώσει με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδή-ματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του βασικού εγκλήματος της απάτης για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμο-σθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 , 45, και 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλείπεις ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από την αναιρεσείουσα (γραμματέα της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕΒΕΕ"), καθώς και η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ, αφ' ενός μεν της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας, συνεπεία της συμπεριφοράς της αυτής, πλάνης στον εγκαλούντα Ψ και αφ' ετέρου, μεταξύ της προκληθείσας ως άνω πλάνης, από τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις και διαβε-βαιώσεις της αναιρεσείουσας, και της περιουσιακής ζημίας του εγκαλούντα, συνεπεία της οποίας αυτός (εγκαλών), προέβη στη συνιστώσα την περιουσιακή βλάβη, διάθεση, με την σύναψη με την ως άνω εταιρεία κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2003 συμβάσεως πωλήσεως με τους διαλαμβανόμενους στο σκεπτικό όρους, ως προς την πληρωμή της ποσότητας καυσίμων αξίας 17.564,22 ευρώ που πώλησε και παράδωσε σ' αυτή (εταιρεία), στη οποία (σύναψη συμβάσεως) ο εγκαλών δεν θα προέβαινε, εάν δεν είχε παραπεισθεί από τις εν γνώσει της αναιρε-σείουσας και του συγκατηγορουμένου της Π ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, ως προς την φερεγγυότητα της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ". Επίσης προσδιορίζεται το ύψος της προξενηθείσας στον εγκαλούντα ζημίας, ανερχομένης στο ποσό των 17.564,22 ευρώ, που ήταν η αξία της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ λόγοι αναιρέσεως που τα αντίθετα υποστηρίζουν είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω όμως και αναφορικά με την "κατ' εξακολούθηση" τέλεση της απάτης για την οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Π, νόμιμο εκπρόσωπο της προαναφερθείσας εταιρείας, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παραβίασε εκ πλαγίου και την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ, και τούτο διότι, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι η εν γνώσει παράσταση των ψευδών γεγονότων στον αναιρεσείοντα έλαβε χώρα κατά μήνα Απρίλιο του 2003. συνε-πεία της οποίας πλανηθείς ο εγκαλών πώλησε και παρέδωσε στην εταιρεία ποσότητα καυσίμων, αξίας 17.564,22 ευρώ, λαβών, με βάση τις παραδοχές του βουλεύματος ταυτόχρονα τέσσερις (4) μεταχρονολογημένες επιταγές, με χρόνο εκδόσεως ..., χαρακτηρίζει ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, και έτσι την παραπέμπει για να δικασθεί, αφήνοντας όμως αναιτιολόγητο και αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντος, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (και του συγκατη-γορουμένου της) ή μήπως συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο παθών προέβη σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τούτο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). Ο λόγος δε αυτός ωφελεί και τον συγκατηγορούμενό της Π που δεν άσκησε αναίρεση και πρέπει, κατ' άρθρο 460 του ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα και ως προς αυτόν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 369/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά την διάταξή του περί παραπομπής της αναιρεσείουσας για την τέλεση του εγκλήματος της άπατης "ως κατ' εξακολούθηση". Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 3/5/2010 αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ κατά του υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ως προς τον κατηγορούμενο Π, και αναιρεί κατά τούτο και ως προς αυτόν το πιο πάνω βούλευμα. Απορρίπτει την από 3/5/2010 αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για εξακολουθητική απάτη, από κοινού, κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία συνολικά άνω των 15.000 €. Λόγοι αναίρεσης: η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Γίνονται δεκτοί μόνο για "την κατ' εξακολούθηση" τέλεση της πράξεως της απάτης. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Επεκτείνει το αποτέλεσμα και ως προς τον συγκατηγορούμενο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναίρεση μερική, Συναυτουργία, Εξακολουθούν έγκλημα, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
0
ΕΛΣ.Μ. Αριθμός 1994/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 2561/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Κ. Κ. του Γ. και 2) Ε. συζ. Κ. Κ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 215/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 238/25.6.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 13/1-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ.2561/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2279/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της απάτης κατά συρροή από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και επιπλέον το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 2561/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεσή του επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠΔ ), αφού ασκήθηκε την 1-2-2010 από τον ίδιο τον ως άνω κατηγορούμενο, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί σ'αυτόν την 21.1.2010 εντός της δεκαήμερης νόμιμης προθεσμίας η οποία παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας ήταν αργία (ημέρα Κυριακή). Επιπλέον ασκήθηκε η αναίρεση από δικαιούμενο σε άσκηση αυτής πρόσωπο (άρθρα 463, 482 ΚΠΔ) και στρέφεται κατά βουλεύματος υποκειμένου στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει αυτόν για κακούργημα, με προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως, να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. 2) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στη περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παραβίαση εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ( ΑΠ 572/2005 ). 3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δόλια παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται, είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρείς υπαλλακτικά τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών γεγονότων, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ, η αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοίνωσης στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ'αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του. 'Ετσι, η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. Δεν δημιουργείται όμως τέτοια ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι υπαλλακτικοί τρόποι τέλεσης της απάτης, εφόσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) το δόλο του δράστη. Μεταξύ όμως της απόκρυψης αληθινών γεγονότων από τη μία πλευρά και της αθέμιτης παρασιώπησης τέτοιων γεγονότων από την άλλη, όταν χρησιμοποιούνται σύγχρονα ως τρόποι τέλεσης της απάτης, όχι μόνο ανακύπτει ασάφεια, αλλά δημιουργείται αντίφαση, αφού η μία περίπτωση ( απόκρυψη) αποτελεί έγκλημα ενέργειας, ενώ η άλλη ( παρασιώπηση) αποτελεί έγκλημα που γίνεται με παράλειψη που προϋποθέτει πάντα ιδιαίτερη υποχρέωση για ανακοίνωση και που δεν μπορούν να συνυπάρχουν αλλά το ένα αποκλείει το άλλο από τη φύση του πράγματος (Α.Π. 575/2009 Π.Χρ. Ξ. 117, Α.Π. 1229/2008 Π Χρ ΝΘ', 446, Α.Π. 199/2008 Π Χρ ΝΘ', 29). Κατά την παράγραφο δε 3 του ιδίου πιο άνω άρθρου 386 Π.Κ. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 εδ στ' του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε τέλεση όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι μόνο ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος ( ΑΠ 440/2009, ΑΠ 1163/2008 Π Χρ ΝΘ, 429, ΑΠ 382/2006 Π Χρ ΝΘ, 898 ).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά και στην ενσωματωμένη σ'αυτό ( βούλευμα) εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκτιμώμενες καθ'εαυτές και στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένης της εκθέσεως εφέσεως ) και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Γ. Ε., ο οποίος εργαζόταν στην εταιρία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ, περί τις αρχές της δεκαετίας του 1990, γνωρίστηκε με τον εγκαλούντα Κ. Κ. του Γ., όταν έκανε μία ασφάλεια ζωής στην ως άνω εταιρία, διάρκειας 12 ετών, κατά τη λήξη της οποίας, σύμφωνα με την οικεία σύμβαση, έλαβε (ο εγκαλών) το ανάλογο χρηματικό ποσό. Ο ίδιος ο εγκαλών, διαρκούσης της πιο πάνω σύμβασης ασφάλισης και μεταγενέστερα, με την•προτροπή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, προέβη και σε καταθέσεις σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου ή άλλες τοποθετήσεις σε αμοιβαία κεφάλαια ή άλλους τίτλους που του υποδείκνυε. Κάθε φορά που είχε μία πρόταση επενδύσεως του έδινε τα χρήματα που ζητούσε και ούτος έκανε την τοποθέτηση, χωρίς να έχει δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα, και έτσι είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανωτέρω και της συζύγου του εγκαλούσας Ε. Κ.. Περί το έτος 2000, ο εγκαλών έδωσε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. (ή 29.337,00 ευρώ) για μια αντίστοιχη επένδυση με ετήσια απόδοση όπως τον διαβεβαίωσε, 12% προς αυτόν (εγκαλούντα), ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων-κατηγορούμενος) θα παρακρατούσε την πέραν του ποσοστού τούτου απόδοση ως κέρδος-αμοιβή του. Αρχές του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2003 ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος πληροφόρησε τους εγκαλoύvτες ότι είχε βρεί κάποιους τίτλους και τους πρότεινε να τοποθετήσει εκεί το ως άνω κεφάλαιο μετά των εν τω μεταξύ αποδόσεων του, που τις υπολόγισε σε 5.869,00 ευρώ. Τους τόνισε δε και τους έπεισε περί της νέας ευκαιρίας για μεγάλες και σίγουρες αποδόσεις, οπότε ούτοι (εγκαλούντες), από τις οικονομίες που είχαν και τη σύνταξη του πρώτου (Κ. Κ.), που μόλις είχε λάβει, του έδωσαν επιπλέον το ποσό των 17.609,00 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των 52.825,00 ευρώ (ήτοι 29.337,00 + 5.869,00 + 17.609,00), προκειμένου να το τοποθετήσει στους "καλούς τίτλους" που δήθεν είχε βρει (αμοιβαία κεφάλαια ή ομόλογα σταθερού επιτοκίου κ.λπ.) και τους οποίους (τίτλους), όπως τους διαβεβαίωσε, θα παρέδιδε μέχρι τέλους Μαρτίου του έτους 2003. Και ενώ αρχικά ήτοι το έτος 2003 ο εγκαλών είχε υπογράψει εξουσιοδότηση με το περιεχόμενο: "Ο κάτωθι υπογραφόμενος Κ. Κ.. εξουσιοδοτώ τον κ. Ε. Γ. για την εν λευκώ διαχείριση 10.000.000 δρχ. (ή 29.337,00 ευρώ) για τρία έτη (κλειστά) με ετήσια απόδοση προς εμένα 12%", στη συνέχεια στο ίδιο χαρτί συμπλήρωσε την εξουσιοδότηση του με το εξής περιεχόμενο: "ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ 5-2-2003 έως 2ο/2006, ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΠΟΣΟΥ : 17.609,00 ευρώ, ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΚΩΝ: 5.869,00 ευρώ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΠΟΣΟΥ: 23.477,00 ευρώ, ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ: 52.825,00 ευρώ". Η πραγματικότητα ήταν ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δεν είχε βρει τέτοιους τίτλους, ούτε οποιοδήποτε άλλο επενδυτικό πρόγραμμα, στο οποίο θα διασφαλιζόταν το κεφάλαιο και θα απέδιδε τόκους 12% ετησίως. Ούτε ποτέ τοποθέτησε τα χρήματα των εγκαλούντων σε κάποιο επενδυτικό πρόγραμμα αλλά αντιθέτως ιδιοποιήθηκε αυτά άμεσα. Επιπλέον, προς διασφάλιση δήθεν του κεφαλαίου τους αλλά και προκειμένου να ενισχύσει την εντύπωση, που τους είχε δώσει περί μελλοντικής εκπλήρωσης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παρέδωσε στους εγκαλούντες την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης του σε διαταγή τους στην Τράπεζα CITIBANK, κατάστημα οδού Πανόρμου Αθηνών, ποσού 52.820,00 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 28-2-2006, τους διαβεβαίωσε δε ότι η επένδυση θα ήταν 100% αποδοτική, ενώ οι τίτλοι τους ήταν σε θυρίδα και επομένως ακόμη και αν ο ίδιος (αναιρεσείων-κατηγορούμενος) αποβίωνε, δεν θα έχαναν τα χρήματα τους. Όμως, παρά την παρέλευση και της 30ης Μαρτίου ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καθυστερούσε να τους παραδώσει τους τίτλους με διάφορες προφάσεις ενώ τους καθησύχαζε με το επιχείρημα ότι, αφού έχουν την επιταγή στα χέρια τους δεν θα έπρεπε να φοβούνται. Κατ' αυτό τον τρόπο πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να τους έχει παραδώσει τους τίτλους, που υποτίθεται ότι είχε τοποθετήσει τα χρήματα τους, όπως τους διαβεβαίωνε ψευδώς.Τούτο συνέβαινε δε μέχρι και την ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω επιταγής ήτοι την 28-2-2006, που ο εγκαλών Κ. Κ. μετέβη στην προαναφερομένη Τράπεζα προς είσπραξη της όπου διαπίστωσε ότι η εν λόγω επιταγή ήταν άνευ αντικρίσματος. Τότε προειδοποίησε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ότι αν δεν του παραδώσει τους τίτλους ή δεν του πληρώσει την επιταγή θα την σφραγίσει. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε άλλη μία φορά ψευδώς ότι τα χρήματα τους είχαν επενδυθεί σε τίτλους και με το επιχείρημα ότι "αν σπάσω τώρα τους τίτλους θα έχουμε πέναλτυ (ποινή) και απώλειες και είναι αμαρτία να χάσουμε λεφτά για λίγες μέρες", τον καθυστέρησε μέχρι να περάσει το οκταήμερο της προθεσμίας εμφανίσεως της επιταγής, η οποία τελικώς δεν σφραγίστηκε, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι εγκαλούντες να πετύχουν την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής από την ακάλυπτη επιταγή, ενώ και το πιο πάνω χρηματικό ποσό ουδέποτε αποδόθηκε σ' αυτούς (εγκαλούντες) έστω και εν μέρει. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν τους είπε ότι θα τους δώσει τίτλους, ενώ τους είχε ενημερώσει για το ενδεχόμενο απώλειας των χρημάτων τους, ούτοι όμως τον εμπιστεύονταν. Γι' αυτό το λόγο, επειδή τους θεωρούσε δικούς του ανθρώπους, τους έδωσε και την προσωπική του επιταγή, πλην όμως παρεμβλήθηκε η προσωπική του οικονομική καταστροφή και η επιταγή δεν είχε αντίκρισμα. Παραδέχεται ότι οι εγκαλούντες, το έτος 2000, του έδωσαν το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. (ή 29.337,00 ευρώ) για να το επενδύσει με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 12%, ως αμοιβή του δε συμφωνήθηκε η πέραν του ποσοστού αυτού απόδοση του ανωτέρω ποσού. Το παραπάνω χρηματικό ποσό των 29.337,00 ευρώ μαζί με το ποσό των αποδόσεων του επί μία τριετία, που ανήρχετο στο ποσό των 5.869,00 ευρώ και με το ποσό των 17.609,00 ευρώ, που του δόθηκε από τους εγκαλούντες το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2003, επενδύθηκαν απ' αυτόν με τον ίδιο τρόπο που πάντοτε ενεργούσε, ήτοι σε αμοιβαία κεφάλαια τα έτη 2003-2004 και λόγω της "προϊούσης χρηματιστηριακής κρίσης" τα έτη 2004, 2005 και 2006, απωλέσθηκαν οριστικά μαζί με επενδεδυμένα χρήματα άλλων πελατών του. Ότι ουδέποτε ιδιοποιήθηκε τα παραπάνω χρήματα που του εμπιστεύθηκαν οι εγκαλούντες και αυτό αποδεικνύεται από σωρεία εγγράφων, όπως είναι οι κατασχετήριες εκθέσεις της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ίδιου και της συζύγου του. Όμως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου ότι ποτέ δεν εγγυήθηκε τουλάχιστον το κεφάλαιο των χρημάτων, που είχε λάβει απ' αυτούς καταρρίπτεται από το γεγονός της έκδοσης της ως άνω επιταγής, της οποίας αφενός μεν το ποσό συμπίπτει με το επενδυθέν από τους εγκαλούντες κεφάλαιο, αφετέρου δε η ημερομηνία έκδοσης (28-2-2006) συμπίπτει με το χρόνο που είχε συμφωνηθεί vα αποδοθεί το πιο πάνω ποσό στους εγκαλούντες. Κατόπιν τούτου είναι προφανές ότι η επιταγή αυτή δόθηκε προς εξασφάλιση του επενδυθέντος κεφαλαίου των εγκαλούντων. Αλλά και ο ισχυρισμός αυτού (αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου) ότι επένδυσε το επίδικο ποσό σε αμοιβαία κεφάλαια κρίνεται αβάσιμος, αφού καμία σχετική έγγραφη απόδειξη δεν εμφανίζει. Από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος έδρασε όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, καθόσον είχε διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή, και επομένως συντρέχει η περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης. Ειδικότερα, ενεργώντας και επικαλούμενος, προκειμένου να πείσει τους εγκαλούντες, τη θέση και την πείρα του ως ασφαλιστικού - επενδυτικού συμβούλου συνεργαζόμενου με την εταιρία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ, γεγονός που ήταν ένδειξη της δήθεν αξιοπιστίας του, αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος, που αποδεικνύεται και από το ύψος του ποσού που αποκόμισε ήτοι 52.825,00 ευρώ.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου που δικαιολογούν την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για το προβλεπόμενο από το άρθρο 386 παρ. 1, 3α Π.Κ. αξιόποινο αδίκημα της σε βαθμό κακουργήματος απάτης κατά συρροή από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και επιπλέον το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ορθά ερμήνευσε και σωστά εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1-3α ΠΚ τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν απέδωσε στις εν λόγω διατάξεις διαφορετική ερμηνεία απ'αυτή που πράγματι έχουν, ενώ σωστά υπήγαγε σ'αυτές τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ότι το προσβαλλόμενο Βούλευμα παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 386 αρ. 1 ΠΚ γιατί αποδέχεται σωρευτικά την ύπαρξη και των τριών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, ώστε να δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, γιατί ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικασθεί για το αδίκημα του άρθρου 386 παρ. 1, 3α' Π.Κ., τουτέστιν γιατί παρέστησε ψευδώς ως αληθινά τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται και στο προσβαλλόμενο Βούλευμα και συνιστούν περίπτωση θετικής απατηλής συμπεριφοράς (έγκλημα ενέργειας), χωρίς συγχρόνως να προκύπτει κανείς άλλος υπαλλακτικός τρόπος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος που να τελείται δια παραλείψεως και ως εκ τούτου δε δημιουργείται καμία ασάφεια που να έχει ως συνέπεια την αναίρεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (ΑΠ 1229/2008 Π Χρ ΝΘ'/446). Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 13/1.2.2010 αίτηση του Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2561/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 7-6-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεστεί με τρείς τρόπους, ήτοι με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με απόκρυψη των αληθινών και με παρασιώπηση των αληθινών, οι οποίοι και συνιστούν υπαλλακτικούς τρόπους τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Διαφέρουν όμως μεταξύ τους ως προς το εννοιολογικό τους περιεχόμενο και οι μεν δύο πρώτοι συνιστούν ο καθένας περίπτωση θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ο δε τρίτος περίπτωση απάτης που τελείται με παράλειψη που προϋποθέτει υποχρέωση του δράστη να ανακοινώσει όσα φέρεται ότι αποσιώπησε, η οποία πηγάζει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργεια του. Ο δεύτερος τρόπος της αποκρύψεως αληθινών γεγονότων σε αντίθεση με τον πρώτο, προϋποθέτει πάντοτε και άλλη αθέμιτη ενέργεια του δράστη, προγενέστερη ή σύγχρονη, συγκαλυπτική της αλήθειας από τον άλλο, τον οποίο στη συνέχεια παραπλανά με την αθέμιτη απόκρυψη της. Η παραδοχή των δύο ή και των τριών τρόπων αυτών υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ. Δεν δημιουργείται όμως τέτοια ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι υπαλλακτικοί τρόποι τέλεσης της απάτης, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) το δόλο του δράστη. Με την παράγραφο 3 περίπτωση α του άρθρου 386 του ΠΚ, όπως ισχύει, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρουμένη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στη περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση έγινε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά και στην ενσωματωμένη σ'αυτό (βούλευμα) εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκτιμώμενες καθ'εαυτές και στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένης της εκθέσεως εφέσεως) και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Γ. Ε., ο οποίος εργαζόταν στην εταιρία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ, περί τις αρχές της δεκαετίας του 1990, γνωρίστηκε με τον εγκαλούντα Κ. Κ. του Γ., όταν έκανε μία ασφάλεια ζωής στην ως άνω εταιρία, διάρκειας 12 ετών, κατά τη λήξη της οποίας, σύμφωνα με την οικεία σύμβαση, έλαβε (ο εγκαλών) το ανάλογο χρηματικό ποσό. Ο ίδιος ο εγκαλών, διαρκούσης της πιο πάνω σύμβασης ασφάλισης και μεταγενέστερα, με την προτροπή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, προέβη και σε καταθέσεις σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου ή άλλες τοποθετήσεις σε αμοιβαία κεφάλαια ή άλλους τίτλους που του υποδείκνυε. Κάθε φορά που είχε μία πρόταση επενδύσεως του έδινε τα χρήματα που ζητούσε και ούτος έκανε την τοποθέτηση, χωρίς να έχει δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα, και έτσι είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανωτέρω και της συζύγου του εγκαλούσας Ε. Κ.. Περί το έτος 2000, ο εγκαλών έδωσε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. (ή 29.337,00 ευρώ) για μια αντίστοιχη επένδυση με ετήσια απόδοση όπως τον διαβεβαίωσε, 12% προς αυτόν (εγκαλούντα), ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων-κατηγορούμενος) θα παρακρατούσε την πέραν του ποσοστού τούτου απόδοση ως κέρδος-αμοιβή του. Αρχές του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2003 ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος πληροφόρησε τους εγκαλoύvτες ότι είχε βρεί κάποιους τίτλους και τους πρότεινε να τοποθετήσει εκεί το ως άνω κεφάλαιο μετά των εν τω μεταξύ αποδόσεων του, που τις υπολόγισε σε 5.869,00 ευρώ. Τους τόνισε δε και τους έπεισε περί της νέας ευκαιρίας για μεγάλες και σίγουρες αποδόσεις, οπότε ούτοι (εγκαλούντες), από τις οικονομίες που είχαν και τη σύνταξη του πρώτου (Κ. Κ.), που μόλις είχε λάβει, του έδωσαν επιπλέον το ποσό των 17.609,00 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των 52.825,00 ευρώ (ήτοι 29.337,00 + 5.869,00 + 17.609,00), προκειμένου να το τοποθετήσει στους "καλούς τίτλους" που δήθεν είχε βρει (αμοιβαία κεφάλαια ή ομόλογα σταθερού επιτοκίου κ.λ.π.) και τους οποίους (τίτλους), όπως τους διαβεβαίωσε, θα παρέδιδε μέχρι τέλους Μαρτίου του έτους 2003. Και ενώ αρχικά ήτοι το έτος 2003 ο εγκαλών είχε υπογράψει εξουσιοδότηση με το περιεχόμενο: "Ο κάτωθι υπογραφόμενος Κ. Κ.. εξουσιοδοτώ τον κ. Ε. Γ. για την εν λευκώ διαχείριση 10.000.000 δρχ. (ή 29.337,00 ευρώ) για τρία έτη (κλειστά) με ετήσια απόδοση προς εμένα 12%", στη συνέχεια στο ίδιο χαρτί συμπλήρωσε την εξουσιοδότηση του με το εξής περιεχόμενο : "ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ 5-2-2003 έως 2ο/2006, ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΠΟΣΟΥ : 17.609,00 ευρώ, ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΚΩΝ: 5.869,00 ευρώ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΠΟΣΟΥ: 23.477,00 ευρώ, ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ: 52.825,00 ευρώ". Η πραγματικότητα ήταν ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δεν είχε βρει τέτοιους τίτλους, ούτε οποιοδήποτε άλλο επενδυτικό πρόγραμμα, στο οποίο θα διασφαλιζόταν το κεφάλαιο και θα απέδιδε τόκους 12% ετησίως. Ούτε ποτέ τοποθέτησε τα χρήματα των εγκαλούντων σε κάποιο επενδυτικό πρόγραμμα αλλά αντιθέτως ιδιοποιήθηκε αυτά άμεσα. Επιπλέον, προς διασφάλιση δήθεν του κεφαλαίου τους αλλά και προκειμένου να ενισχύσει την εντύπωση, που τους είχε δώσει περί μελλοντικής εκπλήρωσης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παρέδωσε στους εγκαλούντες την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή έκδοσης του σε διαταγή τους στην Τράπεζα CITIBANK, κατάστημα οδού Πανόρμου Αθηνών, ποσού 52.820,00 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 28-2-2006, τους διαβεβαίωσε δε ότι η επένδυση θα ήταν 100% αποδοτική, ενώ οι τίτλοι τους ήταν σε θυρίδα και επομένως ακόμη και αν ο ίδιος (αναιρεσείων-κατηγορούμενος) αποβίωνε, δεν θα έχαναν τα χρήματα τους. Όμως, παρά την παρέλευση και της 30ης Μαρτίου ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καθυστερούσε να τους παραδώσει τους τίτλους με διάφορες προφάσεις ενώ τους καθησύχαζε με το επιχείρημα ότι, αφού έχουν την επιταγή στα χέρια τους δεν θα έπρεπε να φοβούνται. Κατ' αυτό τον τρόπο πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να τους έχει παραδώσει τους τίτλους, που υποτίθεται ότι είχε τοποθετήσει τα χρήματα τους, όπως τους διαβεβαίωνε ψευδώς.Τούτο συνέβαινε δε μέχρι και την ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω επιταγής ήτοι την 28-2-2006, που ο εγκαλών Κ. Κ. μετέβη στην προαναφερομένη Τράπεζα προς είσπραξή της όπου διαπίστωσε ότι η εν λόγω επιταγή ήταν άνευ αντικρίσματος. Τότε προειδοποίησε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ότι αν δεν του παραδώσει τους τίτλους ή δεν του πληρώσει την επιταγή θα την σφραγίσει. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε άλλη μία φορά ψευδώς ότι τα χρήματα τους είχαν επενδυθεί σε τίτλους και με το επιχείρημα ότι "αν σπάσω τώρα τους τίτλους θα έχουμε πέναλτυ (ποινή) και απώλειες και είναι αμαρτία να χάσουμε λεφτά για λίγες μέρες", τον καθυστέρησε μέχρι να περάσει το οκταήμερο της προθεσμίας εμφανίσεως της επιταγής, η οποία τελικώς δεν σφραγίστηκε, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι εγκαλούντες να πετύχουν την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής από την ακάλυπτη επιταγή, ενώ και το πιο πάνω χρηματικό ποσό ουδέποτε αποδόθηκε σ' αυτούς (εγκαλούντες) έστω και εν μέρει. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν τους είπε ότι θα τους δώσει τίτλους, ενώ τους είχε ενημερώσει για το ενδεχόμενο απώλειας των χρημάτων τους, ούτοι όμως τον εμπιστεύονταν. Γι' αυτό το λόγο, επειδή τους θεωρούσε δικούς του ανθρώπους, τους έδωσε και την προσωπική του επιταγή, πλην όμως παρεμβλήθηκε η προσωπική του οικονομική καταστροφή και η επιταγή δεν είχε αντίκρισμα. Παραδέχεται ότι οι εγκαλούντες, το έτος 2000, του έδωσαν το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. (ή 29.337,00 ευρώ) για να το επενδύσει με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 12%, ως αμοιβή του δε συμφωνήθηκε η πέραν του ποσοστού αυτού απόδοση του ανωτέρω ποσού. Το παραπάνω χρηματικό ποσό των 29.337,00 ευρώ μαζί με το ποσό των αποδόσεων του επί μία τριετία, που ανήρχετο στο ποσό των 5.869,00 ευρώ και με το ποσό των 17.609,00 ευρώ, που του δόθηκε από τους εγκαλούντες το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2003, επενδύθηκαν απ' αυτόν με τον ίδιο τρόπο που πάντοτε ενεργούσε, ήτοι σε αμοιβαία κεφάλαια τα έτη 2003-2004 και λόγω της "προϊούσης χρηματιστηριακής κρίσης" τα έτη 2004, 2005 και 2006, απωλέσθηκαν οριστικά μαζί με επενδεδυμένα χρήματα άλλων πελατών του. Ότι ουδέποτε ιδιοποιήθηκε τα παραπάνω χρήματα που του εμπιστεύθηκαν οι εγκαλούντες και αυτό αποδεικνύεται από σωρεία εγγράφων, όπως είναι οι κατασχετήριες εκθέσεις της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ίδιου και της συζύγου του. Όμως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου ότι ποτέ δεν εγγυήθηκε τουλάχιστον το κεφάλαιο των χρημάτων, που είχε λάβει απ' αυτούς καταρρίπτεται από το γεγονός της έκδοσης της ως άνω επιταγής, της οποίας αφενός μεν το ποσό συμπίπτει με το επενδυθέν από τους εγκαλούντες κεφάλαιο, αφετέρου δε η ημερομηνία έκδοσης (28-2-2006) συμπίπτει με το χρόνο που είχε συμφωνηθεί vα αποδοθεί το πιο πάνω ποσό στους εγκαλούντες. Κατόπιν τούτου είναι προφανές ότι η επιταγή αυτή δόθηκε προς εξασφάλιση του επενδυθέντος κεφαλαίου των εγκαλούντων. Αλλά και ο ισχυρισμός αυτού (αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου) ότι επένδυσε το επίδικο ποσό σε αμοιβαία κεφάλαια κρίνεται αβάσιμος, αφού καμία σχετική έγγραφη απόδειξη δεν εμφανίζει. Από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος έδρασε όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, καθόσον είχε διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή, και επομένως συντρέχει η περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης. Ειδικότερα, ενεργώντας και επικαλούμενος, προκειμένου να πείσει τους εγκαλούντες, τη θέση και την πείρα του ως ασφαλιστικού - επενδυτικού συμβούλου συνεργαζόμενου με την εταιρία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ, γεγονός που ήταν ένδειξη της δήθεν αξιοπιστίας του, αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος, που αποδεικνύεται και από το ύψος του ποσού που αποκόμισε ήτοι 52.825,00 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου που δικαιολογούν την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για το προβλεπόμενο από το άρθρο 386 παρ. 1, 3α Π.Κ. αξιόποινο αδίκημα της σε βαθμό κακουργήματος απάτης κατά συρροή από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και επιπλέον το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ορθά ερμήνευσε και σωστά εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1-3α ΠΚ τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν απέδωσε στις εν λόγω διατάξεις διαφορετική ερμηνεία απ'αυτή που πράγματι έχουν, ενώ σωστά υπήγαγε σ' αυτές τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος. Σε σχέση δε με την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ γιατί αποδέχεται σωρευτικά την ύπαρξη και των τριών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, ώστε να δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικασθεί για το έγκλημα του άρθρου 386 παρ. 1, 3α του ΠΚ, και συγκεκριμένα διότι παρέστησε ψευδώς στους μηνυτές Κ. και Ε. Κ. τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο παραπεμπτικό βούλευμα και τα οποία συνιστούν περίπτωση θετικής απατηλής συμπεριφοράς (έγκλημα ενέργειας), χωρίς συγχρόνως να προκύπτει κανείς άλλος υπαλλακτικός τρόπος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος που να τελείται δια παραλείψεως και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση που να έχει ως συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος της ορθής ή μη εφαρμογής της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1/2/2010 αίτηση του Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2561/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε με πρωτόδικο βούλευμα που επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο του Συμβουλίου Εφετών για απάτη κατά συρροή κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 €. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο αποδέχεται σωρευτικά την ύπαρξη και των τριών υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1982/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 535/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Φ. του Ε., κάτοικο ... η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 984/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν’ απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 535/2010 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και μάλιστα από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως και τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 31-1-2003 και περί ώρα 18.30 ο Μ. Φ., σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας, βρισκόταν πεζός στην άκρη του οδοστρώματος της εθνικής οδού ... στο ύψος του 50ου χιλιομέτρου της οδού αυτής στην περιοχή Κ., δεξιά σε σχέση με την πορεία των κατευθυνόμενων προς το ... αυτοκινήτων. Η άνω εθνική οδός στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 9,60 μ. και έχει σημανθεί με διπλή συνεχόμενη γραμμή, διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Επίσης, η ίδια οδός στο άνω σημείο δεν έχει πεζοδρόμιο, είναι ευθεία και δεν υπάρχει περιορισμός ορατότητας για τους οδηγούς που χρησιμοποιούν την οδό, αλλά και για τους πεζούς. Κατά τον άνω χρόνο οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων μέτρια. Ο Μ. Φ., ηλικίας τότε 57 ετών, ο οποίος ήταν υπέρβαρος, επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, μολονότι στο σημείο αυτό δεν υπάρχει διάβαση πεζών. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εκινείτο στην άνω οδό με κατεύθυνση από … προς …, με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενόψει του κατοικημένου της περιοχής. Ο τελευταίος κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στο μέτρο του συνετού οδηγού και ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ είχε υπερβεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας κατά 15 τουλάχιστον χιλιόμετρα, βαίνοντας με ταχύτητα 65 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός στην οδό, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ως άνω πεζό, σύζυγο της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, και ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο είχε ήδη διασχίσει 2,20 μέτρα του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, όπως προέκυψε από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το αρμόδιο αστυνομικό όργανο που μετέβη στον τόπο του ατυχήματος, μία ώρα περίπου μετά το ατύχημα, με αποτέλεσμα παρά τη διακεκομμένη πέδηση του αυτοκινήτου του, που πραγματοποίησε, η οποία άφησε ίχνη 7,60 μέτρων αρχικό, διακόπηκε λόγω της πρόσκρουσης στον πεζό κατά 3,30 μ και στη συνέχεια άφησε ίχνη 11,20 μ., να μην αποτρέψει την πρόσκρουση του αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στον πεζό, ο οποίος εκτινάχθηκε στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και στη συνέχεια στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να υποστεί κάκωση αυχένα και σπλάχνων του θώρακα. Από τις κακώσεις αυτές ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του ως άνω παθόντος, αποτέλεσμα το οποίο δεν πρόβλεψε ο, κατηγορούμενος. Το ότι ο πεζός ερχόταν από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου όπως φαίνεται στο άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα και όχι αντιθέτως, αποδεικνύεται από το σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου στον πεζό (εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, εμπρόσθιο δεξιό φανάρι), ενώ αν διέσχιζε το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά, το όχημα θα προσέκρουε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στον τελευταίο. Η μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης ταχύτητα του αυτοκινήτου αποδεικνύεται από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του, σε συνδυασμό με τη βίαιη πρόσκρουση στο σώμα του πεζού και την εκτίναξη του, εφόσον ναι μεν από το νομογράφημα που χρησιμοποιεί η Τροχαία προκύπτει σε σχέση με τα ίχνη πέδησης και την τριβή του οδοστρώματος ταχύτητα γύρω στα 55 χιλιόμετρα ανά ώρα, όμως, μέρος της αρχικής ταχύτητας του αυτοκινήτου απορροφήθηκε από την πρόσκρουση στον πεζό, που ήταν υπέρβαρος, υπήρξε διακοπή κατά 3,30 μ. της τροχοπέδησης και συνεχίστηκε στη συνέχεια αφήνοντας ίχνη 11,20 μ. Εξάλλου, λόγω και των πιο πάνω επικρατουσών στην οδό συνθηκών, ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό στην άκρη του οδοστρώματος από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων και να ενεργήσει ανάλογα. Ενόψει αυτών και ανεξάρτητα από τη συνυπαιτιότητα του θανόντος, ο οποίος επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει αυτό ακίνδυνα και χωρίς παρακώλυση της κυκλοφορίας, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδίδεται και για την οποία καταδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του συνηγόρου του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε πραγματικά περιστατικά επαρκή για τη συγκρότηση του ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε η πιο πάνω πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Συγκεκριμένα αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι το επελθόν αποτέλεσμα της θανατώσεως του παθόντος, ανεξάρτητα του βαθμού συνυπαιτιότητας του, οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Τούτο, γιατί, κατά την υπό τούτου οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, δεν επέδειξε την επιμέλεια του συνετού οδηγού, αλλά κινείτο επί της Επαρχιακής οδού …, με κατεύθυνση από … προς …, με αυξημένη ταχύτητα, ήτοι με 65 χιλιόμετρα την ώρα, αντί της ανωτάτης επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων, λόγω του κατοικημένου της περιοχής. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με την ταχύτητα των 65 χιλιομέτρων την ώρα, δεν μείωσε όπως όφειλε αυτήν, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποφύγει την πρόσκρουση του οχήματος του με τον παθόντα, ο οποίος διέσχιζε καθέτως πεζός την οδό. Επίσης, αιτιολογείται το ότι οποία ο κατηγορούμενος, όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί τον παθόντα έγκαιρα, από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων, με τις παραδοχές ότι το μεν όχημα του κινείτο επί ευθείας οδού, το δε ότι κατά τη στιγμή της προσκρούσεως ο παθών, ήδη, είχε διανύσει απόσταση 2.20 μέτρα επί του οδοστρώματος από δεξιά σε σχέση με την πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι, παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος δεν ανέκοψε την ταχύτητα του οχήματος του, αν και οι συνθήκες της οδού που επικρατούσαν κατά το χρόνο που επισυνέβη ο τραυματισμός του παθόντος, ήσαν καλές και ο τοπικός φωτισμός επίσης, ήταν επαρκής ώστε να μπορεί πλέον να διακρίνει από την απόσταση τουλάχιστο των 20 μέτρων τον πεζό, και να αποφύγει την πρόσκρουση με αυτόν. Δεν υφίσταται δε οποιαδήποτε ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι, στο μεν αιτιολογικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι το όχημα έβαινε με ταχύτητα 65 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ στο διατακτικό ότι έβαινε με αυξημένη ταχύτητα, γεγονός το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται και δεν αναιρείται το στοιχείο αυτό. Ενόψει αυτών, αιτιολογείται και η κρίση περί του ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, όπως αυτή προεκτέθηκε, και του επελθόντος αποτελέσματος, αυτού δηλαδή του θανάσιμου τραυματισμού του παθόντος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Ιουνίου 2010 και με αριθμό καταθέσεως 10/2010 αίτηση του Ν. Κ. του Ι., κατοίκου Κ. Μ. Η., για αναίρεση της υπ' αριθμό 535/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (άρθρα 28, 302 ΠΚ). Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1981/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ζ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 60608/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 687/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 261/16-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 475, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. 19/16-4-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ζ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά της υπ' αριθμ. 60608/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ήδη ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την από 12/5/2010 αίτηση παραίτησης από αναίρεση, παραιτήθηκε από την πιο πάνω αναίρεσή του κατά της υπ'αριθμ. 60608/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρ. 79 Ν. 5960/33, ως ισχύει. Πρέπει συνεπώς κατ'εφαρμογή των άρθρων 474 παρ. 1, 475, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ. να κηρύξει το δικαστήριό σας απαράδεκτη την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης χωρίς έρευνα για το παραδεκτό ή μη της ασκήσεως της ( βλ. ΑΠ 6/05 Π Χρ ΝΕ'/789 ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: (1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αρ. 19/16-4-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ζ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ..., κατά της υπ' αριθμ. 60608/03 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και (2) Να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 27-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που τη δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 11 Μαΐου 2010 δήλωση του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου του Αργυρίου Βράττη, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 2/2010 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από τη με αριθμό 19/2010 αίτηση αναιρέσεως του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της με αριθ. 60608/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη με αρ. 19 από 16 Απριλίου 2010 αίτηση του Ζ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθ. 60608/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1956/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Φ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στασινόπουλο, και 2) Β. Ε. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ψάρρη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 518/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Μαρτίου 2010 και 23 Απριλίου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 590/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά της υπ' αριθ. 518/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών οι καταδικασθέντες με την απόφαση αυτή κατηγορούμενοι άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα τις από 29.3.2010 και 23.4.2010 ξεχωριστές αιτήσεις τους για αναίρεση της εφετειακής απόφασης (άρθρ. 473§§1και 3, 474, 504§§1 και 4, 505, 507§1, 509§1 ΚΠΔ) και πρέπει οι αιτήσεις αυτές, ως συναφείς (άρθρ. 128-129 ΚΠΔ), να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν. 2.Κατά το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ αποτελεί λόγο αναίρεσης και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει δε εσφαλμένη ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης, που υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της και αφορά τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, μ' αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1720/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 518/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών προκύπτει ότι μ' αυτή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Φ. Σ. καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως, επειδή κρίθηκε ένοχος εισαγωγής και κατοχής λαθρεμπορεύματος (η κατοχή θεωρήθηκε ως μη τιμωρητή υστέρα πράξη απορροφούμενη από την εισαγωγή) και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση που τέλεσε η επίσης κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα Β. Ε., η οποία για την πράξη αυτή, καθώς και για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην κατοχή του λαθρεμπορεύματος από το Φ. Σ., κρίθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε με την ίδια απόφαση σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα για τρία χρόνια. Ειδικότερα σε σχέση με τις πράξεις της εισαγωγής και κατοχής λαθρεμπορεύματος, τις οποίες αφορά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Φ. Σ., ο αναιρεσείων αυτός κηρύχθηκε ένοχος, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, του ότι "α) στο Αγρίνιο, στις 5.12.2002, τέλεσε το έγκλημα της λαθρεμπορίας με ενέργεια, η οποία αποσκοπούσε να στερήσει το Δημόσιο από τους απ' αυτό εισπρακτέους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα και ειδικότερα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο εισήγαγε στην Ελλάδα από το εξωτερικό το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW 3Μ (με αριθμό πλαισίου ...), χωρίς ουδέποτε να δηλώσει την εισαγωγή του στις τελωνειακές αρχές της χώρας και να καταβάλει τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που όφειλε εκ του νόμου και συγκεκριμένα το χρηματικό ποσό των 7.637 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε το Δημόσιο από την ως άνω παράνομη εισαγωγή του εν λόγω αυτοκινήτου στην επικράτεια και β) στο Αγρίνιο και κατά το χρονικό διάστημα από τις 5.12.2002 έως 31.12.2002 τέλεσε το έγκλημα της κατοχής λαθρεμπορεύματος με ενέργεια, η οποία αποσκοπούσε να στερήσει το Δημόσιο από τους απ' αυτό εισπρακτέους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα και ειδικότερα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο διατήρησε στην κατοχή του το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW 3Μ, το οποίο είχε προηγουμένως εισάγει παράνομα στη χώρα (σύμφωνα με τα ανωτέρω) και το οποίο (ΙΧΕ αυτοκίνητο) ουδέποτε είχε δηλώσει στις εθνικές τελωνειακές αρχές και για το οποίο ουδέποτε είχε καταβάλει τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που όφειλε εκ του νόμου και συγκεκριμένα το χρηματικό ποσό των 7.637 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε το Δημόσιο από την ως άνω παράνομη εισαγωγή και κατοχή του εν λόγω αυτοκινήτου". Εξ άλλου με την ίδια απόφαση η αναιρεσείουσα Β. Ε. κηρύχθηκε ως προς την πράξη της άμεσης συνέργειας ένοχη ειδικότερα του ότι "στο Αγρίνιο, στις 5.12.2002, με πρόθεση παρέσχε σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης που τέλεσε και συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, εκδίδοντας την ανωτέρω από 5.12.2002 ψευδή άδεια κυκλοφορίας οχήματος και δίδοντας τις ... ΙΧΕ πινακίδες κυκλοφορίας, παρείχε άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο (Φ. Σ.) για την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, καθώς με τον τρόπο αυτό εμφάνιζε ενώπιον παντός τρίτου ως νόμιμη την υπό του πρώτου κατηγορουμένου εξακολούθηση της κατοχής του οχήματος, μολονότι γνώριζε ότι αυτό ήταν προϊόν λαθρεμπορίας και ουδέποτε είχαν τηρηθεί οι διαδικασίες τελωνισμού του και καταβολής των οφειλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων και συνακόλουθα η εισαγωγή, η κατοχή και η κυκλοφορία του στην επικράτεια από τον πρώτο κατηγορούμενο ήταν απολύτως παράνομες". Με το μοναδικό λόγο της αίτησής του αναίρεσης ο αναιρεσείων Φ. Σ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 137, 142 και 155§§1εδ.α' και 2 περ. ζ' ν. 2960/2001 περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ισχυριζόμενος ότι κακώς κρίθηκε με την απόφαση αυτή ότι τέλεσε το έγκλημα της εισαγωγής και κατοχής λαθρεμπορεύματος, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό ότι τέλεσε απλή τελωνειακή παράβαση και συνεπώς έπρεπε να κηρυχθεί αθώος του εγκλήματος αυτού, αφού αποδείχθηκε ότι ήταν κοινοτικό το ως άνω αυτοκίνητο που εισήγαγε και κατείχε στην Ελλάδα χωρίς να έχει τηρήσει τις προβλεπόμενες στην περίπτωση αυτή για τα κοινοτικά αυτοκίνητα διατυπώσεις των άρθρ. 129 ή 130 του ν. 2960/2001. Όμοιος είναι και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Β. Ε., με τον οποίο αυτή αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αυτών ως άνω ποινικών ουσιαστικών διατάξεων και κατ' επέκταση και της διάταξης του άρθρ. 46§1β ΠΚ. Σχετικά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) εισήγαγε στην Ελλάδα από το εξωτερικό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας και χώρας καταγωγής, μάρκας BMW 3M, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο ταξινομήθηκε και έλαβε άδεια κυκλοφορίας στην Ελλάδα παράνομα από τη δεύτερη κατηγορουμένη, υπάλληλο του τμήματος Συγκοινωνιών Αγρινίου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., χωρίς ουδέποτε να δηλώσει ο ίδιος πρώτος κατηγορούμενος την εισαγωγή του αυτοκινήτου στις ελληνικές τελωνειακές αρχές και να καταβάλει τις δασμολογικές επιβαρύνσεις που όφειλε από το νόμο για τον εκτελωνισμό του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα το ποσό των 7.637 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε το Δημόσιο από την παράνομη εισαγωγή του αυτοκινήτου στην επικράτεια. Ο πρώτος κατηγορούμενος προβάλλει ισχυρισμό από το άρθρ. 137 μέρος Α παρ. 1 ν.2960/2001, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για κοινοτικό όχημα που εισήγαγε στην Ελλάδα από τη Γερμανία, οπότε εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη που προβλέπει ότι η κατοχή ή η κυκλοφορία κοινοτικού οχήματος στην Ελλάδα, χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρ. 129 και 130 του τελωνειακού κώδικα, αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση κατά την έννοια της παραγ. 1 του άρθρ. 142 του ίδιου κώδικα, για την οποία επιβάλλεται πρόστιμο. Έτσι υποστηρίζει ότι δεδομένου ότι πρόκειται για κοινοτικό όχημα δεν διέπραξε το έγκλημα της λαθρεμπορίας, αλλά απλής τελωνειακής παράβασης. Όμως σύμφωνα με το άρθρ. 320 του υπ' αριθ. 2454/1993 Κανονισμού (ΕΟΚ), εφόσον πρέπει να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας οδικού οχήματος με κινητήρα, ταξινομημένου σε κράτος-μέλος της Κοινότητας, το εν λόγω όχημα θεωρείται ως κοινοτικό, εφόσον συνοδεύεται από την πινακίδα κυκλοφορίας και το έγγραφο ταξινόμησής του και εφόσον τα χαρακτηριστικά ταξινόμησής του, όπως αυτά προκύπτουν από το έγγραφο ταξινόμησης και ενδεχομένως από την πινακίδα κυκλοφορίας, πιστοποιούν κατά τρόπο ασφαλή τον κοινοτικό χαρακτήρα. Έτσι ο κοινοτικός χαρακτήρας του οχήματος αποδεικνύεται κατά τον ως άνω αποκλειστικό τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ο κατηγορούμενος αορίστως επικαλείται ότι το αυτοκίνητο έχει εισαχθεί από τη Γερμανία, χωρίς να επικαλείται και να προσκομίζει την πινακίδα κυκλοφορίας και το έγγραφο ταξινόμησής του στη Γερμανία, από τα οποία να πιστοποιείται κατά τρόπο ασφαλή ο κοινοτικός χαρακτήρας του, οπότε ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου δεν αποδεικνύεται και το επίμαχο αυτοκίνητο παραμένει άγνωστης προέλευσης και καταγωγής και αποτελεί προϊόν λαθρεμπορίας ... Ο πρώτος κατηγορούμενος κατείχε το ως άνω αυτοκίνητο ... στο Αγρίνιο, από τις 5.12.2002, που εισήχθη αυτό μέχρι 31.12.2002 που πλέον μεταβιβάσθηκε λόγω πωλήσεως στον Χ. Β.. Όμως η πράξη αυτή της κατοχής λαθρεμπορεύματος, δεδομένου ότι έχει διαπραχθεί από το ίδιο πρόσωπο και αφορά το ίδιο αντικείμενο με την εισαγωγή λαθρεμπορεύματος, απορροφάται από την πράξη αυτή της εισαγωγής ως μη τιμωρητή υστέρα πράξη. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της λαθρεμπορίας υπό την υπαλλακτική μορφή της εισαγωγής και κατοχής λαθρεμπορεύματος, ως ενιαίας πράξης ... Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της άμεσης συνέργειας στην κατοχή λαθραίου εμπορεύματος από τον πρώτο κατηγορούμενο, καθόσον εκδίδοντας στις 5.12.2002 την ως άνω παράνομη άδεια κυκλοφορίας και χορηγώντας τις με αριθμό ... ΙΧΕ πινακίδες κυκλοφορίας παρείχε άμεση συνδρομή στην πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος του πρώτου, αφού με τον τρόπο αυτό εμφάνιζε ενώπιον κάθε τρίτου ως νόμιμη την εξακολούθηση της κατοχής του αυτοκινήτου από τον πρώτο κατηγορούμενο, καίτοι γνώριζε ότι το αυτοκίνητο είναι προϊόν λαθρεμπορίας". Με την κρίση αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δεχόμενο ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυπτε κατά τρόπο ασφαλή ο κοινοτικός χαρακτήρας του αυτοκινήτου που εισήγαγε και κατείχε στην Ελλάδα ο αναιρεσείων Φ. Σ. (βλ. και ΑΠ 1758/2009). Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του Φ. Σ., καθώς και ο όμοιος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Β. Ε., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, ενώ οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά το σκέλος τους, με το οποίο έμμεσα με την αίτηση αναίρεσης του Φ. Σ. και ευθέως με την αίτηση αναίρεσης της Β. Ε. αμφισβητείται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή η ουσία της υπόθεσης, ισχυριζόμενη ειδικότερα η δεύτερη ότι ο κοινοτικός χαρακτήρας του παραπάνω αυτοκινήτου προκύπτει από την από 14.5.2007 έκθεση χρέωσης δασμών και λοιπών φόρων της ΥΠΕΕ Δυτικής Ελλάδας, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Εξ άλλου για να κριθεί κατά το άρθρ. 137 μέρος Α §1 του Τελωνειακού Κώδικα ως απλή τελωνειακή παράβαση η κατοχή και η κυκλοφορία στην Ελλάδα αυτοκινήτου που εισήχθη από το εξωτερικό, χωρίς στη συνέχεια να τηρηθούν οι διατυπώσεις των άρθρ. 129 και 130 ίδιου Κώδικα, πρέπει να αποδειχθεί θετικά κατά το άρθρ. 320 του υπ' αριθ.2454/1993 Κανονισμού (ΕΟΚ) της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ότι πρόκειται για κοινοτικό όχημα, διαφορετικά διαπράττεται λαθρεμπορία, για την οποία αρκεί κατά την έννοια του άρθρ. 155§§1 και 2 του Τελωνειακού Κώδικα το ότι δεν προκύπτει ο κοινοτικός χαρακτήρας του οχήματος, χωρίς να ενδιαφέρει κατά τα λοιπά η ειδικότερη χώρα προέλευσής του. Δηλαδή το γεγονός ότι δεν προκύπτει η χώρα αυτή δεν σημαίνει ότι το όχημα θα θεωρηθεί ως κοινοτικό, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρ. 137 του Τελωνειακού Κώδικα. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως αποδεδειγμένο τον κοινοτικό χαρακτήρα του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει από τις αποδείξεις την ειδικότερη χώρα προέλευσής του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρ. 137 και 155 του Τελωνειακού Κώδικα με ασαφείς παραδοχές, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η Β. Ε. με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσής της, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αυτή πλημμέλεια από το άρθρ. 510§ 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, γι' αυτό και είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός. Περαιτέρω η κατοχή λαθρεμπορεύματος είναι έγκλημα διαρκές, με την έννοια ότι ο χρόνος τέλεσής της διαρκεί μέχρι να παύσει η παράνομη κατάσταση που αυτή συνεπάγεται (ΑΠ 1307/2001), οπότε αντίστοιχα είναι δυνατή κατά τη διάρκειά της και προς εξακολουθητική διατήρησή της η παροχή στον κατέχοντα το λαθρεμπόρευμα άμεσης συνδρομής από τρίτο. Επομένως ναι μεν η κατοχή του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου από τον Φ. Σ. άρχισε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αμέσως με την παράνομη εισαγωγή του στην Ελλάδα, στις 5.12.2002, όμως εξακολούθησε και μετά το χρόνο αυτό, μέχρι τις 31.12.2002, που μεταβιβάσθηκε στον Χ. Β., διάστημα κατά το οποίο η αναιρεσείουσα Β. Ε. παρέσχε από πρόθεση άμεση συνδρομή στον Φ. Σ. προς διατήρηση της κατοχής του, εκδίδοντας προς το σκοπό αυτό για το αυτοκίνητο ψευδή άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας με τα παραπάνω στοιχεία, με τα οποία εμφανιζόταν ως νόμιμη έναντι των τρίτων η κατοχή του αυτοκινήτου από τον Φ. Σ., όπως με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 46§1β ΠΚ έκρινε και η προσβαλλόμενη απόφαση.Είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Β. Ε., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται και πάλι στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε'ΚΠΔ για εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρ. 46§1β ΠΚ. 3. Με την προσβαλλόμενη απόφαση και αφού εκτιμήθηκαν η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και η απολογία της δεύτερης κατηγορουμένης, έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: "... Από την απάντηση της Γενικής Γραμματείας Ολοκληρωμένων Πληροφοριακών Συστημάτων προέκυψε... ότι το με αριθμό πλαισίου ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που είχε ταξινομηθεί στο Τμήμα Μεταφορών Αγρινίου και είχε λάβει στοιχεία κυκλοφορίας με αριθμό ..., δεν είχε υποβάλει ΔΑΟ (Δελτίο Άφιξης Οχήματος), ΔΕΦΚ (Δελτίο Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης) και δεν είχε λάβει πιστοποιητικό ταξινόμησης. Κατόπιν αυτού η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων αναζήτησε στο Τμήμα Μεταφορών Αγρινίου το φάκελο του ελεγχόμενου αυτοκινήτου, αλλά τελικά ο φάκελος δεν ανευρέθηκε στο αρχείο του Γραφείου Μεταφορών Αγρινίου. Ύστερα δε από έρευνα της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, μάρκας BMW 3M, ταξινομήθηκε για πρώτη φορά από το Τμήμα Μεταφορών Αγρινίου στις 5.12.2002 στο όνομα του Χ. Β. με αριθμό κυκλοφορίας .... Τον τελευταίο βρήκαν στην κατοικία του... να κατέχει το αυτοκίνητο και με υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε βεβαίωσε ότι το αυτοκίνητο είχε αγοράσει από τον πρώτο κατηγορούμενο... στο Αγρίνιο, αντί τιμήματος 4.800.000 δραχμών και ότι παρέλαβε το αυτοκίνητο ταξινομημένο με πινακίδες από τον κατηγορούμενο Σ. και στη συνέχεια το πέρασαν μαζί από τεχνικό έλεγχο στο ΚΤΕΟ Αγρινίου. Παράλληλα η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων παρέλαβε σε φωτοτυπία την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, από την οποία φαίνεται ότι ταξινομήθηκε στις 5.12.2002, πέρασε από τεχνικό έλεγχο για πρώτη φορά στις 9.1.2003 από το ΚΤΕΟ Αγρινίου και υπογράφεται από τη δεύτερη κατηγορουμένη, Β. Ε., στη θέση του Προϊσταμένου του Τμήματος Μεταφοράς Αγρινίου. Με έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων προς τις 10 τελωνειακές περιφέρειες της Ελλάδας ζητήθηκε να ερευνηθεί εάν από 21.5.2002, που κατά τη δήλωσή του ο Β. παράγγειλε την αγορά του αυτοκινήτου προς τον κατηγορούμενο Φ. Σ. και μέχρι 31.12.2002, που πλέον το αυτοκίνητο είχε ταξινομηθεί κατά τα ανωτέρω, έγιναν οι απαραίτητες τελωνειακές εργασίες για τον εκτελωνισμό του (υποβολή ΔΕΦΚ και καταβολή δασμολογικών επιβαρύνσεων) και αν εκδόθηκε με βάση αυτές πιστοποιητικό ταξινόμησης από κάποιο τελωνείο της αρμοδιότητας τους. ΟΙ έγγραφες απαντήσεις όλων των τελωνειακών περιφερειών ήταν αρνητικές... Επίσης το Τμήμα Μεταφορών Αγρινίου γνώρισε εγγράφως στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων ότι την ως άνω άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου εξέδωσε η υπάλληλος της υπηρεσίας του, δεύτερη κατηγορουμένη, ότι η αναφερόμενη ημερομηνία εκδόσεως 5.12.2002 ήταν πραγματική, πλην όμως δεν επιστράφηκε σύμφωνα με την υπ' αριθ. ΣΤ/26322/1977 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. Τ 4413/ 343/Α0019/02 ΚΥΑ, το πιστοποιητικό ταξινόμησης του ελεγχόμενου αυτοκινήτου στο τελωνείο που το εξέδωσε για να πιστοποιηθεί η γνησιότητά του. Απολογούμενη η δεύτερη κατηγορουμένη υποστηρίζει ότι δεν ενθυμείται λεπτομέρειες από τη διαδικασία έκδοσης της άδειας κυκλοφορίας που προέβη η ίδια, αφού την υπογράφει, ενώ δεν μπορεί να δώσει πειστική εξήγηση γιατί δεν επιμελήθηκε για την επιστροφή του πιστοποιητικού ταξινόμησης στο τελωνείο που είχε εκδώσει αυτό, ώστε να ελεγχθεί η γνησιότητά του και αν πράγματι είχε ακολουθηθεί η διαδικασία εκτελωνισμού του αυτοκινήτου που εισήχθη μεταχειρισμένο από το εξωτερικό και αν καταβλήθηκαν οι οριζόμενες από το νόμο δασμολογικές επιβαρύνσεις για τον εκτελωνισμό του αυτοκινήτου. Επίσης δεν δίνει εξήγηση γιατί προέβη στη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας και κρατικών πινακίδων χωρίς να της προσκομισθεί φύλλο τεχνικού ελέγχου του αυτοκινήτου από το ΚΤΕΟ, αφού το αυτοκίνητο είχε εισαχθεί μεταχειρισμένο από το εξωτερικό και όπως αναγράφεται με σφραγίδα του ΚΤΕΟ Αγρινίου επί της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, αυτό πρώτη φορά υποβλήθηκε σε τεχνικό έλεγχο στις 9.1.2003, μετά δηλαδή την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Επίσης δεν δικαιολογεί πως προέβη στην έκδοση άδειας κυκλοφορίας χωρίς να έχουν καταβληθεί τα τέλη κυκλοφορίας για το έτος 2002 που κυκλοφόρησε το αυτοκίνητο (5.12.2002) και μάλιστα ταξινόμησε το αυτοκίνητο σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του στις 5.12.2002 και στη συνέχεια, στις 31.12.2002, μεταβίβασε το ίδιο αυτοκίνητο στον Χ. Β., υποστηρίζοντας αορίστως ότι η πρώτη άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου δεν βρέθηκε. Από τα ως άνω συνάγεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, που εισήγαγε λαθραία το αυτοκίνητο από το εξωτερικό, δεν προσήγαγε προς τη δεύτερη κατηγορουμένη τα ως άνω αναγκαία έγγραφα δικαιολογητικά για την ταξινόμηση και έκδοση άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου και όσα βεβαίωσε η κατηγορούμενη αυτή υπάλληλος ήταν ψευδή. Ειδικότερα συνάγεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 5.12.2002, στο Αγρίνιο τέλεσε το έγκλημα της λαθρεμπορίας με ενέργεια, η οποία αποσκοπούσε να στερήσει το Δημόσιο από τους απ' αυτό εισπρακτέους δασμούς και τέλη και συγκεκριμένα εισήγαγε στην Ελλάδα από το εξωτερικό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας και χώρας καταγωγής, μάρκας BMW 3M, με αριθμό πλαισίου ...... Στη συνέχεια ο ίδιος πρώτος κατηγορούμενος, στις 5.12.2002, στο Αγρίνιο, απευθύνθηκε προς τη δεύτερη κατηγορουμένη υπάλληλο της Διεύθυνσης Μεταφορών Αγρινίου και με πρόθεση της προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα την απόφαση να διαπράξει το πλημμέλημα της ψευδούς βεβαίωσης και να προβεί σε έκδοση άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου με στοιχεία ... ΙΧΕ, βεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας και ότι της προσκομίσθηκαν πιστοποιητικά ταξινόμησης-εκτελωνισμού και καταβολής των οφειλόμενων επιβαρύνσεων (τελών ταξινόμησης και τελών κυκλοφορίας). Περαιτέρω όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατάρτισε και προσκόμισε τέτοια πλαστά πιστοποιητικά ταξινόμησης-εκτελωνισμού και καταβολής των οφειλόμενων επιβαρύνσεων, αφού όσα σχετικά ως άνω βεβαίωσε η δεύτερη κατηγορουμένη ήταν ψευδή. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της λαθρεμπορίας υπό την υπαλλακτική μορφή της εισαγωγής και κατοχής λαθρεμπορεύματος ως ενιαία πράξη και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Αντίθετα όμως πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της πλαστογραφίας του ως άνω πιστοποιητικού. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη, υπάλληλος της Διεύθυνσης Μεταφορών Αγρινίου, που στα καθήκοντά της αναγόταν και η έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, ελέγχοντας τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού στις 5.12.2002 προέβη σε έκδοση άδειας κυκλοφορίας του επίμαχου αυτοκινήτου με αριθμό ... ΙΧΕ, στην οποία με πρόθεση βεβαίωσε το ψευδές γεγονός ότι το συγκεκριμένο όχημα πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για την ταξινόμησή του με την έκδοση άδειας κυκλοφορίας και τη λήψη κρατικών πινακίδων και ότι της είχαν προσκομισθεί πιστοποιητικά ταξινόμησης-εκτελωνισμού και ότι είχαν καταβληθεί οι οφειλόμενες δασμολογικές επιβαρύνσεις, τέλη ταξινόμησης και τέλη κυκλοφορίας. Τα ως άνω βεβαίωσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, αφού η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι το αυτοκίνητο ήταν προϊόν λαθρεμπορίας που είχε εισαχθεί παράνομα στη χώρα, ουδέποτε δηλώθηκε στις ελληνικές τελωνειακές αρχές και δεν καταβλήθηκαν οι οφειλόμενες ως άνω επιβαρύνσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσείουσα Β. Ε. κηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ένοχη της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και ειδικότερα του ότι "στο Αγρίνιο, στις 5.12.2002, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρ.13α ΠΚ, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν υπάλληλος της Διεύθυνσης Μεταφορών Αγρινίου και στα καθήκοντά της αναγόταν και η έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, κατόπιν ελέγχου συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων και υποβολής των απαιτούμενων δικαιολογητικών από τους αιτούντες, εξέδωσε την από 5.12.2002 άδεια κυκλοφορίας του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας BMW 3Μ, στην οποία με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα βεβαίωσε το ψευδές γεγονός ότι το ως άνω όχημα πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για την ταξινόμησή του και τη λήψη κρατικών πινακίδων, ότι είχαν προσκομισθεί και κατατεθεί όλα τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά από τον αιτούντα πρώτο κατηγορούμενο, τα οποία αφορούσαν τόσο το νόμιμο τελωνισμό του οχήματος όσο και την καταβολή των απαιτούμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, όλα δε τα ανωτέρω γεγονότα, που βεβαίωνε με την ανωτέρω από 5.12.2002 ψευδή βεβαίωση της, ήταν εν γνώσει της ψευδή, καθώς η αλήθεια, την οποία καλώς γνώριζε, ήταν ότι το ως άνω όχημα είχε παράνομα εισαχθεί στην ελληνική επικράτεια από τον πρώτο κατηγορούμενο, ότι ήταν προϊόν λαθρεμπορίας, ότι ουδέποτε είχε δηλωθεί στις ελληνικές τελωνειακές αρχές και δεν είχαν καταβληθεί οι οφειλόμενες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις και ότι εν συνεχεία είχαν προσκομισθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο πλαστά δικαιολογητικά έγγραφα (πιστοποιητικό ταξινόμησης-εκτελωνισμού αυτοκινήτου, προηγούμενη άδεια κυκλοφορίας του οχήματος από τη χώρα όπου αυτό προηγουμένως κυκλοφορούσε, δήλωση φορολογίας του αυτοκινήτου από το τελωνείο όπου φερόταν ότι δηλώθηκε το όχημα και βεβαίωση καταβολής των οφειλόμενων επιβαρύνσεων), στα οποία εμφανιζόταν ότι το όχημα πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις ταξινόμησής του. Τα όσα δε βεβαιώθηκαν ψευδώς στην ανωτέρω βεβαίωση της δεύτερης κατηγορουμένης είχαν ως έννομη συνέπεια το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έκτοτε, κάνοντας χρήση της από 5.12.2002 ψευδούς άδειας κυκλοφορίας του οχήματος και των πινακίδων κυκλοφορίας που έλαβε, εμφανιζόταν ενώπιον παντός τρίτου να κατέχει και να κυκλοφορεί το όχημα στην επικράτεια ως νομίμως και προσηκόντως ταξινομημένο, παρότι αυτό ήταν προϊόν εισαγωγής και κατοχής λαθρεμπορεύματος και έτσι εν συνεχεία πέτυχε να το πωλήσει περαιτέρω με εξαπάτηση του υποψήφιου αγοραστή". Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης της Β. Ε. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ για εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ. 242§1 ΠΚ και ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι μολονότι με την απόφαση αυτή ο συγκατηγορούμενός της Φ. Σ. κηρύχθηκε αθώος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πλαστογραφία και χρήση ακολούθως των πλαστών εγγράφων που ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την έκδοση άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας για το αυτοκίνητο που είχε αυτός προηγουμένως εισάγει λαθραία από το εξωτερικό στην Ελλάδα, ωστόσο αντιφατικά αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ίδια (η αναιρεσείουσα), η οποία, εκδίδοντας τη σχετική από 5.12.2002 άδεια κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινήτου με αριθμό ... ΙΧΕ, βεβαίωσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι είχαν προσκομισθεί και κατατεθεί από το Φ. Σ. όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά, γνώριζε δήθεν ότι ήταν πλαστά τα δικαιολογητικά αυτά που της προσκόμισε ο εν λόγω συγκατηγορούμενός της. Δηλαδή κατά την αναιρεσείουσα είναι αντιφατικό να αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι γνώριζε (δήθεν) αυτή ότι ήταν πλαστά τα δικαιολογητικά που της προσκόμισε ο Φ. Σ. και παράλληλα να γίνεται δεκτό στο σκεπτικό της απόφασης ότι αυτός δεν κατάρτισε και δεν της προσκόμισε πλαστά δικαιολογητικά για την έκδοση απ' αυτή της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, που λαθραία ο συγκατηγορούμενός της εισήγαγε από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Όμως από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης είναι σαφές ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης ο Φ. Σ. δεν κατάρτισε και δεν προσκόμισε στην Β. Ε. πλαστά δικαιολογητικά για την έκδοση απ' αυτή της άδειας κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινήτου, γι αυτό και κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων, οπότε η αντίθετη περικοπή στο διατακτικό της απόφασης, η οποία μετά την αθώωσή του από προφανή παραδρομή δεν διαγράφηκε κατά την περιγραφή της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία η αναιρεσείουσα Β. Ε. κηρύχθηκε ένοχη, δεν δημιουργεί τελικώς αντίφαση και ασάφεια ως προς το περιεχόμενο της ψευδούς βεβαίωσης της αναιρεσείουσας και δεν συνιστά εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρ. 242§1 ΠΚ, αφού άλλωστε δεν αφορά το κυρίως περιστατικό που αυτή βεβαίωσε ψευδώς, δηλαδή ότι το ως άνω αυτοκίνητο πληρούσε τις προϋποθέσεις για την ταξινόμησή του προς έκδοση άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας, αλλά ένα από τα στοιχεία που καταδείκνυαν το ψεύδος του περιστατικού αυτού και το οποίο κατά τρόπο αναμφίβολο διευκρινίσθηκε με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του σκεπτικού της απόφασης. Συνεπώς ο αντίθετος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Β. Ε. είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Εξ άλλου με τον τέταρτο λόγο της αυτής αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ για εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρ. 242§1 ΠΚ με τον ισχυρισμό ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση πως θεμελιώνεται η αναγκαία για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού αρμοδιότητα της αναιρεσείουσας Β. Ε. προς έκδοση κατά τον κρίσιμο χρόνο (5.12.2002) αδειών κυκλοφορίας οχημάτων στην περιοχή ευθύνης του Τμήματος Μεταφορών της Νομαρχίας Αγρινίου, αφού για την ύπαρξη αρμοδιότητάς της δεν αρκεί μόνη η τότε ιδιότητά της ως υπαλλήλου της υπηρεσίας αυτής. Αντίθετα όμως με όσα η αναιρεσείουσα Β. Ε. υποστηρίζει, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορισθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης ο ειδικότερος τρόπος καθίδρυσης της αρμοδιότητάς της για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων στην ως άνω περιοχή κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά αρκεί το ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση και ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων έγινε σαφώς δεκτή, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η σχετική αρμοδιότητά της στη θέση μάλιστα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας της (σελ.10). Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Β. Ε. στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση κατά το αντίστοιχο πρώτο σκέλος του και είναι έτσι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και με τον έκτο λόγο της αυτής αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αυτή και πάλι πλημμέλεια για εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρ. 242§1 ΠΚ και ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η απόφαση του Εφετείου, μολονότι της καταλογίζει ότι εκδίδοντας αυτή την υπ' αριθ. ... ΙΧΕ άδεια κυκλοφορίας για το λαθρεμπορικό αυτοκίνητο του Φ. Σ. παρέλειψε στη συνέχεια να επιστρέψει το πιστοποιητικό ταξινόμησης του αυτοκινήτου στο τελωνείο, που υποτίθεται το εξέδωσε, για να πιστοποιηθεί εκεί η γνησιότητά του, εντούτοις δεν εξειδικεύει η απόφαση και δεν αιτιολογεί επαρκώς την ύπαρξη υποχρέωσής της κατά την υπ' αριθ. ΣΤ/26322/1977 ΚΥΑ για επιστροφή απ' αυτή την ίδια του πιστοποιητικού ταξινόμησης του ελεγχόμενου αυτοκινήτου στο αρμόδιο τελωνείο, όταν μάλιστα από τα έγγραφα που προσκόμισε και αναγνώσθηκαν στο Εφετείο προκύπτει ότι τα αποδεικτικά αποστολής των πιστοποιητικών αυτών τα υπέγραφαν ο Προϊστάμενός της ή ο αναπληρωτής του, οι οποίοι είχαν και την ευθύνη της αποστολής τους. Δηλαδή κατά την αναιρεσείουσα το Εφετείο, δεχόμενο ότι ήταν υποχρεωμένη από την υπηρεσία της να επιστρέψει η ίδια στο αρμόδιο τελωνείο το πιστοποιητικό ταξινόμησης για το παραπάνω αυτοκίνητο, ενίσχυσε με την παραδοχή του αυτή το συμπέρασμά του ότι η ίδια προέβη σε ψευδή βεβαίωση εκδίδοντας την υπ' αριθ. ... ΙΧΕ άδεια κυκλοφορίας για το αυτοκίνητο αυτό. Αντίθετα όμως και πάλι με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτιμώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα ως προς την ύπαρξη αντίστοιχης υποχρέωσής της και η σχετική κρίση του Εφετείου, που αφορά την ουσία της υπόθεσης, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά και επαρκώς αιτιολογημένη, αφού δεν απαιτείται η σύνδεσή της με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Β. Ε. κατά το δεύτερο σκέλος του και ο έκτος λόγος της ίδιας αίτησης, με τους οποίους με πρόσχημα την εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης ή κατ' εκτίμηση την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή πλημμέλειες από το άρθρ. 510§1 στοιχ. Ε' και Δ' ΚΠΔ, επιχειρείται ο επανέλεγχος της υπόθεσης κατ' ουσίαν, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Πρέπει έτσι τόσο η αίτηση αναίρεσης του Φ. Σ. όσο και η αίτηση αναίρεσης της Β. Ε. να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 ΚΠΔ), όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.3.2010 αίτηση του Φ. Σ., καθώς και την από 23.4.2010 αίτηση της Β. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 518/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εισαγωγή και κατοχή στην Ελλάδα λαθρεμπορικού αυτοκινήτου από τον αναιρεσείοντα άμεση συνεργεία της αναιρεσείουσας στην κατοχή του λαθρεμπορεύματος και ψευδή βεβαίωση από την ίδια με την έκδοση άδειας κυκλοφορίας για το λαθρεμπορικό αυτοκίνητο" συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης κατά της καταδικαστικής για τους αναιρεσείοντες απόφασης με λόγους από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, ισχυρισμός ότι πρόκειται για κοινοτικό αυτοκίνητο και συνεπώς η εισαγωγή και κατοχή του στην Ελλάδα χωρίς τις προβλεπόμενες στα αρθρ. 129 και 130 ν.2960/2001 περί τελωνειακού κώδικα διατυπώσεις δεν συνιστά έγκλημα, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση· η κατοχή λαθρεμπορεύματος είναι διαρκές έγκλημα και συνεπώς όσο διαρκεί νοείται άμεση συνεργεία προς διατήρηση της· οι ουσιαστικές παραδοχές της εφετειακής απόφασης είναι αναιρετικά ανέλεγκτες· απόρριψη των λόγων αναίρεσης ως απαράδεκτων ή ως ουσία αβάσιμων.
Συνέργεια
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συνέργεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1947/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 65, 128-129/2010/2009 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Απριλίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 669/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Εισαγ-γελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξή της με την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για κατοχή ινδικής κάνναβης από κοινού, συνακόλουθα δε και κατά την επιβληθείσα ποινή και κατά το μέρος της που αφορά τη διάταξη αυτής με την οποία διέταξε τη δήμευση των κατασχεθέντων κινητών τηλεφώνων, ΙΧΦ αυτο-κινήτου και των αντικειμένων που βρέθηκαν σ' αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 29 Απριλίου 2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1 και του Χ2, κατά της υπ' αριθμό 65, 128-129/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρο-μή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος, ο κατηγορούμε-νος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, που δικάζοντας κατ' έφεση, εξέδωσε αυτή, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλουμένης αποφάσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, από την απολογία των κατηγορουμένων και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, χωρίς να είναι τοξικομανείς στις 4-10-2004, στη δασική περιοχή ... δημοτικού διαμερίσματος ...καλλιεργούσαν από κοινού 308 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, τα οποία είχαν ανάπτυξη από 1 έως 4 μέτρα, ενώ στην ίδια ημεροχρονολογία είχαν συγκομίσει από την καλλιέργεια αυτή 680 γραμμάρια ινδικής κάνναβης. Τις παραπάνω πράξεις έκαναν με σκοπό την εμπορία. Ειδικότερα το δάσος ... εκτείνεται σε πολλές χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα στους Νομούς ... και αρχίζει από τη θάλασσα μέχρι τα όρια κάποιων κοινοτήτων των παραπάνω νομών μεταξύ των οποίων και της ... στην οποία κατοικούσαν οι κατηγορούμενοι. Το δάσος αυτό καλύπτεται μερικώς από χαλέπιο πεύκη και κουκουναριές και σε μερικά σημεία του έχει τόσο πυκνή βλάστηση που καθιστούν απροσπέλαστη την ανθρώπινη είσοδο. Οι κατηγορούμενοι τουλάχιστον 3 μήνες πριν τον Οκτώβριο του 2004, επέλεξαν ένα μέρος του δάσους με ιδιαίτερα πυκνή βλάστηση στην περιφέρεια του Δ.Δ. ..., αρκετές εκατοντάδες μέτρα από τη θάλασσα και αφού καθάρισαν το χώρο, φύτεψαν σ' αυτό 308 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, τα οποία και φρόντιζαν, ποτίζοντας και λιπαίνοντας. Στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών ... περιήλθαν πληροφορίες ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι καλλιεργούν ινδική κάνναβη στην περιοχή αυτή. Έτσι άρχισε η παρακολούθηση του μέρους. Πριν την 4-10-2004 οι αστυνομικοί εντόπισαν σε δασικό δρόμο της ίδιας περιοχής τους κατηγορούμενους. Μετά την αποχώρησή τους προσπάθησαν να εντοπίσουν τα φυτά πλην όμως λόγω της πυκνής βλάστησης δεν κατέστη δυνατόν. Έτσι την 4-10-2004 και ενώ οι αστυνομικοί βρίσκονταν στην περιοχή είδαν τον δεύτερο κατηγορούμενο να κάθεται στο δασικό δρόμο και να εποπτεύει το μέρος του δάσους, όπου βρισκόταν η φυτεία. Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε τους αστυ-νομικούς και προσπάθησε τρέχοντας να κρυφτεί στο δάσος. Αυτοί έτρεξαν και τον συνέλαβαν. Στη συνέχεια προσπάθησε να παραπλανήσει τους αστυνομικούς και ενώ αυτοί, αφού τον επιβίβασαν σε υπηρεσιακό όχημα για να τους δείξει την περιοχή, έφυγαν από το σημείο εκείνο, άλλοι αστυνομικοί που είχαν παραμείνει είδαν τον πρώτο κατηγορούμενο να εξέρχεται με το αυτοκίνητό του από το δάσος στο οποίο το είχε κρύψει και τον συνέλαβαν. Τελικά με υπόδειξη των κατηγορουμένων βρήκαν τη φυτεία ινδικής κάνναβης. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ότι έχουν οποιαδήποτε σχέση με την καλλιέργεια αυτή, ισχυριζόμενοι ότι είχαν πάει στην περιοχή για να ψαρέψουν στη θάλασσα με δυναμίτη. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πλήρως βεβαιώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι καλλιεργούσαν τα παραπάνω δενδρύλλια ινδικής κάνναβης. Πιο συγκεκριμένα στο χώρο της φυτείας βρέθηκε μία απόδειξη αγοράς λιπάσματος στο όνομα του πρώτου κατηγορουμένου όμοια με άλλη απόδειξη που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και ένα πλαστικό μπουκάλι νερού στο οποίο διακριβώθηκαν τα δακτυλικά αποτυπώματα του δευτέρου κατηγορουμένου. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται, ότι την απόδειξη τοποθέτησαν οι αστυνομικοί επίτηδες για να τους ενοχοποιήσουν ενώ το μπουκάλι έφερε το αποτύπωμα του δευτέρου κατηγορουμένου γιατί ζήτησε νερό και του το έδωσαν οι αστυνομικοί και στη συνέχεια το κράτησαν ως πειστήριο. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί αποδείχθηκαν αβάσιμοι, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί είχαν κάποιο λόγο να τους ενοχο-ποιήσουν. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στην επιχείρηση μετείχαν πλην του αξιωματικού και των δύο μαρτύρων (Σ1 και Σ2) και άλλοιβαστυνομικοί. Πέραν τούτου, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Σ2, οι κατηγορούμενοι μετά τη σύλληψή τους έπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, ειδικότερα στην αρχή είπαν ότι ο καθένας είχε πάει μόνος του στην περιοχή για ψάρεμα, ενώ πλήρως αποδείχθηκε και οι ίδιοι ομολόγησαν στο δικαστήριο τούτο ότι είχαν πάει στην περιοχή αυτή μαζί. Πέραν τούτου ο ισχυρισμός τους ότι πήγαν για ψάρεμα με δυναμίτη είναι αβάσιμος. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι δεν δίδουν κάποια εξήγηση γιατί βρέθηκαν στην περιοχή αυτή η οποία απέχει 2 χιλιόμετρα περίπου από τη θάλασσα, ούτε γιατί άφησαν το αυτοκίνητό τους τόσο μακριά απ' αυτήν ενώ υπήρχε πρόσβαση να φθάσει το αυτοκίνητο μέχρι την παραλία. Εξάλλου, μολονότι προκλήθηκαν από τους αστυνομικούς να τους δείξουν τα σύνεργα ψαρέματος έστω και τους δυναμίτες αρνήθηκαν. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν είχαν οποιοδήποτε εργαλείο για ψάρεμα. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων και να τους αναγνωρισθούν στον μεν πρώτο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2α Π.Κ., εφόσον αποδείχθηκε ότι μέχρι τότε έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και εν γένει ζωή και στον δεύτερο η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2ε' Π.Κ., εφόσον αποδείχθηκε ότι μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα". Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγο-ρουμένους των πράξεων: α) της από κοινού καλλιέργειας ινδικής κάνναβης, β) της συγκομιδής της ίδιας ναρκωτικής ουσίας και μάλιστα ποσότητας 680 γραμμαρίων και γ) της κατοχής 680 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, με σκοπό την εμπορία και καταδίκασε τον καθένα απ' αυτούς σε ποινή καθείρξεως 11 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τις δυο πρώτες πράξεις, ήτοι της από κοινού καλλιέργειας 308 δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και της συγκομιδής 680 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, με σκοπό την εμπορία, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω ποινικών αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ποινικές διατάξεις, των άρθρων, 1, 13 στ, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 51, 94 παρ.1 του ΠΚ και των άρθρων 4 παρ.1 και 3 Πιν.Α-6 και 5 παρ.1 εδ. στ' και ζ', 22 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με άρθρο 10 Ν. 2161/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου αιτιολογείται με τις παραδοχές εκείνες σύμφωνα με τις οποίες α) οι κατηγο-ρούμενοι με κοινό δόλο, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της τοξικομανίας, καλλιέργησαν 308 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, τα οποία είχαν ανάπτυξη από 1-4 μέτρα, αφού επιμελούντο της λίπανσης και ποτίσματός τους, ενώ, είχαν επιλέξει κατάλληλη περιοχή, που κάλυπτε πυκνή βλάστηση, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η προσπέλαση σε οποιονδήποτε, και να μη γίνεται αντιληπτή όχι μόνο η συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, αλλά ούτε οι ίδιοι στις συχνές επισκέψεις τους, β) αιτιολογείται επίσης, ότι τη συγκεκριμένη χρονολογία 4-10-2004 που συνε-λήφθησαν, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ευρίσκονταν εγγύς του χώρου, όπου καλλιεργούσαν τα δενδρύλλια και ειδικότερα ο μεν δεύτερος κατηγορούμενος να εποπτεύει του χώρου της φυτείας, και ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών που παρακολουθούσαν το χώρο της φυτείας, προσπάθησε να απομακρυνθεί, χωρίς όμως να το επιτύχει, ταυτόχρονα δε ο πρώτος κατηγορούμενος, που αντιλήφθηκε και αυτός την παρουσία άλλης ομάδας αστυνομικών, κατέφυγε στο αυτοκίνητό του που επιμελώς είχε αποκρύψει στο δάσος, ώστε να διαφύγει και αυτός της προσοχής τους, γ) αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή κατά την οποία στο χώρο της φυτείας βρέθηκε απόδειξη αγοράς λιπασμάτων στο όνομα του πρώτου των κατηγορουμένων, καθώς και μια φιάλη νερού στην οποία διαπιστώθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα που ανήκαν στο δεύτερο. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα: α) ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την από 4-10-2004 ένορκη κατάθεση του απολιπόμενου μάρτυρα κατηγορίας Σ1, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, είναι αβάσιμη, γιατί όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους κατηγορουμένους κρίση, μεταξύ άλλων έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, στα οποία αναμφίβολα περιλαμβάνεται και η ως άνω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ1, χωρίς να υφίσταται ιδιαίτερος λόγος για να γίνει χωριστή αναφορά σ' αυτήν, β) ότι δεν αξιολόγησε το περιεχόμενο της από 24-6-2008 γραφολογικής γνωματεύσεως της Γ, που αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμη, γιατί αυτή δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 183 του Κ.Π.Δ, αλλά εκτιμάται ως απλό έγγραφο, και συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενό της από το δικαστήριο με τις άλλες αποδείξεις και, δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί ειδικώς στο περιεχόμενό της, αφού δεν ήταν αντίθετο με πόρισμα άλλης γραφολογικής γνωματεύσεως και γ) ότι το δικαστήριο παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων και το δικαίωμα σιωπής τους, γιατί στήριξε την καταδικαστική του κρίση, μεταξύ άλλων στην παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αστυνομικοί είχαν κάποιο λόγο να τους ενοχοποιήσουν και με τον τρόπο αυτό απέρριψε ως αβάσιμο τον αντίστοιχο υπερασπιστικό ισχυρισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο, το μεν τη σχετική απόδειξη την τοποθέτησαν σκόπιμα οι αστυνομικοί, το δε ότι το στη σχετική φιάλη νερού που δακτυλοσκοπήθηκε αποτύπωμα του δευτέρου των κατηγορου-μένων, δικαιολογείται από το γεγονός ότι ζήτησε νερό από τους αστυνομικούς και έτσι με την αφή του χεριού του αποτυπώθηκε αυτό. Και η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως οι κατηγορούμενοι δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό τους, ότι αυτοί είχαν μεταβεί στην παραλία για παράνομη αλιεία με δυναμίτιδα, πολύ περισσότερο που η απόσταση από την παραλία έως το σημείο που αυτοί (κατηγορούμενοι) βρίσκονταν, ήταν περίπου 2 χιλιόμετρα και χωρίς μάλιστα να κατέχουν τα σχετικά εργαλεία για την αλιεία. Αντίθετα, το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική γι' αυτούς κρίση στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν, χωρίς να παραβιασθεί το τεκμήριο αθωότητάς τους, ούτε το δικαίωμα σιωπής τους. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορούν τις πράξεις της από κοινού καλλιέργειας 308 δενδρυλλίων ινδικής κάννα-βης και συγκομιδής 680 γραμμαρίων της ίδιας ναρκωτικής ουσίας με σκοπό την εμπορία, είναι αβάσιμοι, και κατά το μέρος που, με τον πρώτο από αυτούς, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατω-μένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ή η μη απάντηση σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Όσον αφορά, όμως, την πράξη της κατοχής της ποσότητας των 680 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του, οποιαδήποτε αιτιολογία. Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του αιτιολογικού της, προκύπτει ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τη συγκεκριμένη πράξη, για την οποία αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι και συγκεκριμένα, ότι αυτοί κατελήφθησαν να κατέχουν, υπό την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως και διαθέσεως της ποσότητας των 680 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, ή με την καθ' οιονδήποτε τρόπο απόκρυψή της ή τυχόν ανεύρεσή της. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ, σχετικός πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση για την πράξη της κατοχής ποσότητας 680 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, και ενώ, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος και να αναιρεθεί η απόφαση κατά το μέρος αυτό. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 2161/1993 (ΦΕΚ Α 119) "σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 5 έως 9 του παρόντος νόμου, το δικαστήριο με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου, διατάσσει την δήμευση όλων των πραγμάτων τα οποία προήλθαν από την πράξη, του τιμήματός τους, των κινητών...., καθώς και των μεταφορικών μέσων και όλων των αντικειμένων τα οποία χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την τέλεση της πράξης, είτε αυτά ανήκουν στον αυτουργό είτε σε οποιονδήποτε από τους συμμέτοχους ή ακόμα και σε τρίτους που δεν συμμετείχαν στο έγκλημα....". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο σκεπτικό αυτής, παρατίθεται απλώς η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και διαλαμβάνεται "ότι πρέπει να διαταχθεί η δήμευση των κατασχεθέντων αντικειμένων και αυτοκινήτου, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν αναφέρεται ούτε πού βρέθηκαν τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ούτε σε ποιόν ανήκαν, αλλά ούτε και αν είναι προϊόντα των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες ή χρησίμευσαν ή προορίζονταν γι' αυτές ή άλλες αξιόποινες πράξεις. Επομένως ο τελευταίος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος και πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως των ως άνω αντικειμένων. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση α) ως προς το μέρος που αφορά την πράξη της κατοχής της ποσότητας των 680 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή και περί δημεύσεως των ως άνω κατασχεθέντων αντικειμένων, ήτοι, 1) δυο (2) κινητών τηλεφώνων μάρκας ...με αριθμό κλήσεως ..., 2) ενός (1) Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ... μάρκας ..., καθώς και των αντικειμένων που βρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου, ήτοι, τρεις (3) ψαλίδες κλαδέματος, ένα πριόνι και ένα τόπι πράσινο πλαστικό σπόγγο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 65, 128-129/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, μόνο: α) ως προς το μέρος που κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητας 680 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, από κοινού με σκοπό την εμπορία, β) ως προς τη διάταξη αυτής περί ποινής και γ) ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως των αναφερομένων στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά (Καλλιέργεια - συγκομιδή - κατοχή). Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων α) της απολύτου ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς τη διάταξη περί δημεύσεως. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς τις πράξεις της καλλιέργειας και συγκομιδής, όχι όμως, ως προς την κατοχή και για τη δήμευση. Αναιρείται ως προς την πράξη της κατοχής και ως προς τη διάταξη της δημεύσεως, καθόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Δήμευση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1948/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Μ. Α. του Λ., κάτοικο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοδώρου Γκουντούνα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 62892/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1194/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί και η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που αφορούν τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ειδικότερα γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν, ότι απαγγέλθηκε δημόσια στο ακροατήριο και κατά τρόπο που να αποκλείει στον καθένα την ελεύθερη πρόσβαση στο ακροατήριο και παρακολούθηση της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια στο ακροατήριο, χωρίς να παρεμποδίζεται η προσέλευση οιουδήποτε προσώπου, που θα ήθελε να παρακολουθήσει την ακροαματική διαδικασία. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας Φ. Α., η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσε, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, πέραν του γεγονότος, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 10η σελ. αυτών), μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δίνονταν ο λόγος κατά σειρά σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τελευταία δε πάντοτε στον κατηγορούμενο. Απορριπτέα επίσης, είναι η αιτίαση με την οποία πλήττεται η απόφαση, ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν ανέγνωσε στο ακροατήριο την υπ' αριθμό 11091/ 2007 έκθεση εφέσεως, που άσκησε κατά της υπ' αριθμό 31132/ 2006 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο σχετικός, όμως, τρίτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η σχετική έκθεση εφέσεως αναγνώσθηκε και στη συνέχεια αναπτύχθηκε από τον Εισαγγελέα, που πρότεινε την παραδοχή της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι "η έκθεση εφέσεως", δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων εκείνων των οποίων είναι υποχρεωτική η ανάγνωση, λόγω της αποδεικτικής τους αξίας, προκειμένου να εκτιμηθούν από το δικαστήριο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 62892/2008 απόφαση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος Μ. Α. κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-2001 μέχρι 9-12-2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, το δε ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της επιχείρησης Χ. Γ. - Μ. και Α. Μ., της οποίας ο κατηγορούμενος είναι ομόρρυθμο μέλος τα κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα χρέη, βεβαιωθέντα από τη ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου και περιλαμβανόμενα στον πίνακα χρεών της προαναφερομένης ΔΟΥ με αριθμό πρωτοκόλλου 25186 και με αριθμό ειδικού βιβλίου 14/2004, που συνοδεύει τη μηνυτήρια αναφορά της πιο πάνω ΔΟΥ που δεν κατέβαλε συνολικά 3.899,108 € και εκ προθέσεως προς το Δημόσιο. Τόσο από τον προαναφερόμενο πίνακα χρεών όσο και τις πράξεις επιβολής προστίμου, φύλλα ελέγχου φορολογίας εισοδήματος πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων, έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα Φ. Α., υπαλλήλου ΔΟΥ, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου, τα ακόλουθα ποσά: 1) 105.922,23 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 2) 101.602,02 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 3) 103.552, € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 4) 70.637,05 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 5) 78.811,31 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 6) 59.579.04 € από πρόστιμο Κ.Β.Σ. καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις από 29-6-01 μέχρι 31-5-02, 7) 1.396,76 € από πρόστιμο Κ.Β.Σ. καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 29-6-01 μέχρι 30-11-01, 8)148.396, € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο δόσεις μηνιαίες στις 31-8-01 και 28-9-01 9) 234.704,10 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο δόσεις, από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 10) 194.326,21 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 11) 259.757,04 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 12) 298.507,50 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 13) 230.500,0 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 14) 400,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο στις 31-8-01 εφάπαξ, 15) 460,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 16) 688,98 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 17) 688,93 από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 18) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 19) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 20) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 21) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο στις 31-8-01 και 28-9-01, 22) 125.119,81 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 23) 171.328,24 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 24) 1.551,04 € από εισόδημα καταβλητέο σε 3 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-10-01, 25) 3.294,66 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 26) 3.539,37 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 27) 4.729,84 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 28) 40.994,34 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 29) 75.452,74 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις καταβλητέο από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 30) 44.066,21 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 31) 210.765,97 € από πρόστιμο Κ.Β.Σ. καταβλητέο σε 12 μηνιαίες δόσεις από 29-6-01 μέχρι 31-5-02, 32) 233.756,77 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 33) 182,811,53 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 34) 372.935,51 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 35) 103.381,97 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 36) 42.801,80 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 και 28-5-01, 37) 23.323,94 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-5-01, 38) 74.279,84 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 39) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 40) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο στις 31-8-01 και 28-9-01 εφάπαξ, 41) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 42) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 43) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 44) 460,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 45) 460,75 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 46) 688,93 € από πρόστιμο ΦΠΑ καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01 και 28-9-01, 47) 152.095,50 € από ΦΠΑ καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις στις 31-8-01 και 28-9-01, 48) 247,73 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 49) 150,50 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 50) 585,00 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 51) 28,799,13 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 52) 76.242,20 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 53) 27.089,29 € από εισόδημα καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 31-1-02, 54) 997,31 € από εισόδημα καταβλητέο σε δυο μηνιαίες δόσεις από 31-8-01 μέχρι 28-9-01, 55) 897,85 € από εισόδημα καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-01, 56) 33,81 € από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης καταβλητέο εφάπαξ στις 29-3-02, 57) 33,81 € από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης καταβλητέο εφάπαξ στις 29-3-02 και συνολικά 3.899.108 €. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι δυνάμει της υπ' αρ. 1569/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκαν σε πτώχευση η εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Α.-Χ. Γ. ΟΕ", ο Μ. Α. (κατηγορούμενος) ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρείας και ο Χ. Γ. επίσης ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 9-12-2002 και όρισε ημερομηνία παύσης πληρωμών την 31-1-2001. Με την υπ' αρ. 950/03 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης (δημοσίευση 10-7-2003), επίσης με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι τα ομόρρυθμα μέλη δεν είναι συγγνωστά. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι από 9-12-2002 ο κατηγορούμενος ως πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διαθέσεως και διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 533 του Εμπορικού Νόμου και για το λόγο αυτό για τα οφειλόμενα πέραν αυτού του χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος ελλείψει δόλου, γενομένου δεκτού ως προς το σημείο τούτο του αυτοτελούς ισχυρισμού ότι η αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη για τη μη καταβολή ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο ανάγεται χρονικά στην περίοδο που έχει ορισθεί η παύση πληρωμών με την προαναφερθείσα απόφαση, ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 679 ΕμπΝ απαγορεύεται στον πτωχεύσαντα να κάνει πληρωμές μετά την ημέρα παύσης των πληρωμών του και για το λόγο αυτό ζητείται να κηρυχθεί αθώος, καθόσον αίρεται το στοιχείο του δόλου. Μάλιστα επικαλείται και προσκομίζει την συμπορευομένη με τους ισχυρισμούς του απόφαση υπ' αρ. 117939/2005 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την υπ' αρ. 52867/2007 του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε αθώο το έτερο ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας και για τα αυτά οφειλόμενα προς το Δημόσιο Χ. Γ.. Όμως η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από τη βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 2 του αν. 635/1937 και 679 Εμπ.Ν (βλ. ΑΠ 1180/2005 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ, επίσης πρβλ. ΑΠ 249/1998 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ, όπου η πτώχευση αναφέρεται μόνον ως λόγος ανακοπής ΚΕΔΕ και όχι άρσεως δόλου). Αποδείχθηκε, δε στην προκειμένη περίπτωση ότι η βεβαίωση ενός εκάστου ποσού χρέους έλαβε χώρα προς της 9-12-2002, ημέρα κήρυξης της πτώχευσης, ειδικότερα όπως αναλυτικά αναφέρεται και στον πίνακα χρεών της ΔΟΥ Παλαιού Φαλήρου που προαναφέρθηκε στις 31-7-2001 βεβαιώθηκαν οι φόροι που αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω με τα στοιχεία (1, 2, 3, 4, 5, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55), στις 31-5-2001 βεβαιώθηκαν οι φόροι με τα στοιχεία (6, 7, 31), στις 23 και 24-7-2001 βεβαιώθηκαν οι φόροι με τα στοιχεία (8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 32, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47) και τέλος στις 6-2-2002 βεβαιώθηκαν οι φόροι με στοιχεία (56, 57). Όλοι, λοιπόν, οι βεβαιωθέντες φόροι ανάγονται σε χρόνο προ της κηρύξεως της πτώχευσης και για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός περί άρσεως του στοιχείου του δόλου, για τις πράξεις που ανάγονται από 31-1-2001 μέχρι 9-12-2002 και να κηρυχθεί ένοχος για το διάστημα αυτό. Όμως, λόγω της ιδιαίτερης οικονομικής δυσχέρειας στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος πρέπει να αναγνωρισθεί σε αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. Β του ΠΚ των μη ταπεινών αιτίων για το χρονικό διάστημα από 31-1-2001 μέχρι 9-12-2002". Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 62892/2008 απόφαση του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ.1, 27, 84 παρ.2β, 98 ΠΚ, 25 παρ. 1,2,3 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 Ν.2523/97, και 34 παρ.1 γ του Ν. 3220/2004) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, αιτιολογείται γιατί δεν είναι βάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει με την πιο πάνω αιτιολογία τον ισχυρισμό του, ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην κήρυξη της εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Π. - Μ. Α. και Α. Μ.- Π. Χ. της οποίας αυτός τύγχανε ομόρρυθμο μέλος, σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμό 1569/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9-12-2002, δηλαδή μετά από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου. Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου, ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του 1 του Ν. 1882/1990, και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Το Δικαστήριο, όμως, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο αναιρεσείων προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καταδικάστηκε, διότι δημιούργησε τα επίμαχα χρέη ενώ είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως και, όχι διότι δεν τα κατέβαλε, όταν αυτά βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα. Η δυνατότητα δε αυτή, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν υπήρχε, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 679 του Εμπ.Ν, με την οποία καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού για την πληρωμή των πιστωτών μετά την παύση των πληρωμών, και τα επίμαχα χρέη της προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η κήρυξη του αναιρεσείοντος σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από την βεβαίωση του χρέους, αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου και ως τέτοιο, άλλωστε, τον προέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Το Τριμελές δε Πλημμελειοδικείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για αδίκημα το οποίο δεν προβλέπεται από το νόμο (δημιουργία χρεών προς το Δημόσιο), αλλά εξέθεσε τα περιστατικά ότι αυτός δημιούργησε τα επίμαχα χρέη, ενώ γνώριζε ότι είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως, προκειμένου να θεμελιώσει το δόλο του αναιρεσείοντος και να απορρίψει - ως εκ περισσού, όπως προαναφέρθηκε - τον μη αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η μη καταβολή των επίμαχων χρεών δεν οφειλόταν σε δόλια αυτού προαίρεση, αλλά στην επιγενόμενη πτώχευση του. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30/08/2010 αίτηση αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 1858/31-08-2010) του Μ. Α. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 62892/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα, για το ότι η απόφαση δεν απαγγέλθηκε δημόσια, β) της απόλυτης ακυρότητας για το ότι μετά την εξέταση του μάρτυρα, δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του, γ) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του για αδυναμία καταβολής των χρεών, λόγω της κηρύξεως σε πτώχευση της Ο. Ε της οποίας ετύγχανε ομόρρυθμο μέλος. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1942/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Δ. Τ. του Γ. και 2) Π. Κ. του Ν., αμφοτέρων κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταύρου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 7277/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Δ., 2) Δ. Μ., 3) Δ. Δ., 4) Δ. Κ., 5) Μ. Δ., 6) Μ. Δ., 7) Μ. Π., 8) Μ. Π., 9) Π. Μ. και 10) Σ. Μ., οι οποίοι δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Απριλίου 2010, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 583/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 6 Απριλίου 2010, δυο αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Δ. Τ. του Γ. και 2) Π. Κ. του Ν., αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμό 7277/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, πρέπει, λόγω τη πρόδηλης συνάφειας τους, να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται, η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, καθώς και από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, εμφανίστηκαν οι: 1) Π. Ε. Μ., 2) Μ. Π. συζ. Π. Μ., 3) Σ. Μ., 4) Δ. σύζ. Σ. Μ., 5) Μ. Π., 6) Δ. Κ., 7) Δ. Δ., 8) Μ. θυγ. Δ. Δ., 9) Γ. θυγ. Δ. Δ., και 10) Μ. Δ., και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά καθενός εκ των προαναφερόμενων κατηγορουμένων, και ζήτησαν να υποχρεωθούν να καταβάλουν στον καθένα απ' αυτούς το ποσό των 40 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχουν υποστεί λόγω των αδικημάτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε αμφότερους τους κατηγορούμενους ενόχους, για την πράξη της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, επιπρόσθετα δε τον κατηγορούμενο Π. Κ., ένοχο, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, και για την πράξη της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Στη συνέχεια δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής για αμφότερα τα αδικήματα και επιδίκασε, στο σύνολο του, το αξιούμενο ποσό από τον καθένα πολιτικώς ενάγοντα και σε βάρος καθένα από τους κατηγορούμενους. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως αμφοτέρων των καταδικασθέντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, πριν ακόμη αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οι από τους πολιτικώς ενάγοντες 1) Π. Μ., 2) Σ. Μ., 3) Μ. Π., 4) Μ. Δ. και 5) Μ. Δ., επανέλαβαν τη δήλωση τους για παράσταση, αξιώνοντας ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 40 ευρώ, που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως στον καθένα απ' αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που τους προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι και δήλωσαν ότι διορίζουν πληρεξούσιο τους τον αναφερόμενο στα πρακτικά δικηγόρο Δημήτριο Νασιόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή, και επιδίκασε τόσο υπέρ εκείνων που παραστάθηκαν εκ νέου στη δευτεροβάθμια δίκη, ως πολιτικώς ενάγοντες, όσο και υπέρ εκείνων που είχαν παρασταθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, όχι όμως και ενώπιον του Εφετείου, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχαν υποστεί αυτοί από τα σε βάρος τους εγκλήματα, το ποσόν που αυτοί είχαν ζητήσει. Ενόψει αυτών οι πολιτικώς ενάγοντες παρέστησαν νομίμως στη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α' και Η' περ. γ' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής (άρ.171 παρ.2 ΚΠΔ) και υπερβάσεως εξουσίας, καθώς και οι αιτιάσεις αυτών ότι οι πολιτικώς ενάγοντες δεν προσδιόρισαν την ζημία τους και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των αξιοποίνων πράξεων και της υλικής ζημίας ή βλάβης του καθένα απ' αυτούς καθώς και ότι δεν προσδιόρισαν την αξιόποινη πράξη για την οποία δηλώθηκε η πολιτική αγωγή, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ1 άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 7277/2009 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά της που αναγνώσθηκε, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και μνημονεύονται ανωτέρω, την απολογία των κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Τ. είναι ιδιοκτήτρια του με στοιχεία Δ-1 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της επί της οδού ..., στο ..., πολυκατοικίας, στο οποίο, κατά το παρακάτω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, διέμενε με το σύζυγο της Π. Κ., πρώτο κατηγορούμενο, και τα τέκνα της. Η πολυκατοικία αυτή, δυνάμει της με αριθμό ... πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και οι σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών ρυθμίζονται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας, που περιέχεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη. Οι μηνυτές Π. Μ., Μ. σύζυγος Π. Μ., Σ. Μ., Δ. σύζυγος Σ. Μ., Μ. Π., Δ. Κ., Β. σύζυγος Δ. Κ., Δ. Δ., Μ. Δ. του Δ. και Γ. Δ. του Δ. είναι συνιδιοκτήτες της ίδιας πολυκατοικίας, ενώ η εγκαλούσα Μ. Δ., συγκατοικούσε με τις αδελφές της Μ. και Γ. Δ. σε διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Η εν λόγω πολυκατοικία διαθέτει κεντρική θέρμανση και κάθε διαμέρισμα έχει αυτονομία στη θέρμανση. Οι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 έως 13-2-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εκ προθέσεως, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ενέργεια θερμότητας, με σκοπό να την ιδιοποιηθούν παράνομα, την οποία τελικά και ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Συγκεκριμένα, επενέβησαν στην ηλεκτροβάνα του διαμερίσματός τους, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την αυτονομία θέρμανσης του διαμερίσματος τους, με αποτέλεσμα αυτή να μη λειτουργεί και έτσι, ενώ το διαμέρισμα τους θερμαινόταν κανονικά κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ο αντίστοιχος ωρομετρητής δεν κατέγραψε τις ώρες λειτουργίας της αυτόνομης θέρμανσης του διαμερίσματος τους. Αυτό είχε ως συνέπεια να μην πληρώνουν την αντίστοιχη δαπάνη για το πετρέλαιο λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης και να επιβαρύνονται με αυτό οι ως άνω ένοικοι και συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας. Η κατανάλωση θερμότητας γινόταν εν αγνοία των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας και με ζημία αυτών, οι οποίοι επιβαρύνονταν με την αξία της ενέργειας που καταναλώθηκε για τη θέρμανση του διαμερίσματος των κατηγορουμένων, αφού οι ώρες κατανάλωσης δεν καταγράφονταν από τον ωρομετρητή του διαμερίσματος τους και έτσι η κατανομή της δαπάνης πετρελαίου γινόταν μεταξύ των ενοίκων των λοιπών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι αφαιρούσαν κατ' εξακολούθηση ενέργεια θερμότητας σε βάρος των λοιπών ενοίκων και όταν έγιναν αντιληπτοί, δεν επέτρεψαν στη διαχείριση της πολυκατοικίας να διενεργήσει σχετικό έλεγχο. Πιο συγκεκριμένα, στις 13-2-2006, οι τότε διαχειρίστριες Μ. Π. και Μ. Δ., ζήτησαν από τους κατηγορουμένους, επειδή ο ωρομετρητής του διαμερίσματος του ήταν μηδενικός, να ελέγξουν αν τα σώματα θέρμανσης του διαμερίσματος ήταν ζεστά, πλην όμως δεν τους επέτρεψαν την είσοδο, παρά την εμμονή τους. Στη συνέχεια, οι ως άνω διαχειρίστριες κάλεσαν τον τεχνικό Ν. Γ. να ελέγξει την ηλεκτροβάνα του διαμερίσματος των κατηγορουμένων και αυτός διαπίστωσε ότι η ηλεκτροβάνα ήταν κατεστραμμένη, με αποτέλεσμα το διαμέρισμα να θερμαίνεται συνεχώς, χωρίς να αναγράφεται στον ωρομετρητή η κατανάλωση. Μετά από τη διαπίστωση αυτή, με εντολή της διαχείρισης, διακόπηκε η παροχή ζεστού νερού στο διαμέρισμα των κατηγορουμένων από τον πίνακα αυτονομίας, που βρίσκεται σε κοινόχρηστο χώρο στο διάδρομο του τετάρτου ορόφου, μέχρι να αποκατασταθεί η βλάβη της ηλεκτροβάνας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ενστάσεις μεταξύ κατηγορουμένων και των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας. Μάλιστα στις 24-3-2006, δημιουργήθηκε επεισόδιο και ο πρώτος εξ αυτών, ενώ η εγκαλούσα Μ. Δ. βρισκόταν στη σκάλα μεταξύ τετάρτου και τρίτου ορόφου, την έπιασε από το λαιμό και την έσπρωξε με βία προς τη σκάλα, με αποτέλεσμα, ως εκ του τρόπου που τελέστηκε η πράξη, να κινδυνεύσει η ζωή της, πλην όμως τελικά δεν έπεσε, διότι μπροστά της βρισκόταν η αδελφή της Μ. Δ., η οποία κατάφερε να την συγκρατήσει, χωρίς να υποστεί κάποια σωματική κάκωση. Ο ισχυρισμός του εν λόγω κατηγορουμένου ότι βρέθηκε σε κατάσταση άμυνας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την πλευρά της εγκαλούσας δεν υπήρξε καν επίθεση, δηλαδή ενέργεια από την οποία να εκτέθηκε σε κίνδυνο έννομο αγαθό αυτού, ο δε ισχυρισμός του ότι εισήλθε στο διαμέρισμα του, χωρίς τη θέληση του και την έβγαλε έξω από αυτό για να υπερασπισθεί τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των ανηλίκων τέκνων του, ελέγχεται αβάσιμος. Με βάση αυτά, αποδεικνύεται η βασιμότητα της κατηγορίας και, αφού απορριφθεί το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την βλάβη της ηλεκτροβάνας, διότι δεν κρίνεται αναγκαία και το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλή δικανική πεποίθηση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, πέραν του γεγονότος ότι από τότε παρήλθε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και οπωσδήποτε θα επήλθε μεταβολή των πραγμάτων, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξεως της κλοπής ενέργειας θερμότητας, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και επιπλέον ο πρώτος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων διήγαγαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, γι' αυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ)". Ενόψει των παραδοχών αυτών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι προβαλλόμενοι κατ' αυτής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, α) ότι δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και β) ότι εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του Π.Κ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο γιατί η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις με τις παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες: α) με κοινό δόλο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος της κλοπής για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν, αφαίρεσαν από την κατοχή των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυόροφης οικοδομής, στην οποία οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι διέμεναν, ξένο κινητό πράγμα. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι, αφού επενέβησαν αυθαιρέτως στην ηλεκτροβάνα του διαμερίσματός τους, η οποία ήταν συνδεδεμένη με το σύστημα αυτόνομης θέρμανσης, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της πολυόροφης οικοδομής, πέτυχαν να εξοικονομήσουν θερμική-ηλεκτρική ενέργεια για το διαμέρισμά τους, χωρίς ο αντίστοιχος καταμετρητής τους, να καταγράφει την κατανάλωση που αυτοί (κατηγορούμενοι) πραγματοποιούσαν, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό τη θέρμανση του δικού τους διαμερίσματος, προς βλάβη της περιουσίας των λοιπών ιδιοκτητών των διαμερισμάτων, οι οποίοι και επιβαρύνονταν αναλόγως το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, που αυτοί εξοικονομούσαν με τον πιο πάνω παράνομο τρόπο, β) επίσης, αιτιολογείται η εξακολουθητική παράνομη συμπεριφορά των κατηγορουμένων και οριοθετείται η χρονική διάρκεια αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς τους, η οποία προσδιορίζεται χρονικά από το έτος 2002 έως 13-2-2006, χωρίς να είναι αναγκαίος ο χρονικός προσδιορισμός κάθε μερικότερης πράξης και γ) αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένο κινητό πράγμα και συγκεκριμένα ηλεκτρική-θερμική ενέργεια, ενώ, από πρόδηλη παραδρομή γίνεται αναφορά για αφαίρεση ενέργειας θερμότητας. Εξάλλου δεν παραβιάζεται η σχετική διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του Π.Κ, από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι πολιτικώς ενάγοντες ήσαν συγκύριοι του αφαιρεθέντος πράγματος, αφού η πράξη της κλοπής τελείται με την εν όλω ή εν μέρει αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ετέρου αδικήματος της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Π. Κ., είναι δε αβάσιμη η αιτίαση του, ότι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία είχε καταδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την παραδοχή ότι με την ενέργεια του μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο της ζωής της και ως εκ τούτου χειροτέρευσε η θέση του κατηγορουμένου. Τούτο γιατί η κρίση αυτή αιτιολογείται με την παραδοχή ότι ως εκ του τρόπου και του μέσου που εκδήλωσε ο αναιρεσείων την αξιόποινη συμπεριφορά του σε βάρος της παθούσας, ήταν δυνατό να προκαλέσει σ' αυτήν κίνδυνο της ζωής της, με τη βεβαία πτώση της επί της κλίμακος, η οποία τελικά αποφεύχθηκε λόγω της παρεμβολής τρίτου προσώπου, που συγκράτησε την παθούσα. Σε κάθε όμως, περίπτωση ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται την πλημμέλεια αυτή, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επέβαλε σ' αυτόν μικρότερη ποινή για την πράξη αυτή, από εκείνη που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως του Π. Κ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό πρωτ. 2608 και 2609 από 6-4-2010 αιτήσεις της Δ. Τ. του Γ. και του Π. Κ. του Ν., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 7277/25-9-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα τους. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010 και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας και απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, β) της υπερβάσεως εξουσίας, γ) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δ) εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ. Νομίμως επιδικάσθηκε υπέρ των πολιτικώς εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν παραστάθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ. Δεν επάγεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Απόπειρα, Κλοπή, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Πολιτική αγωγή.
2
Αριθμός 1940/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βασιλάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο Άρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1538/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 146/16-4-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠΔ, την από 9.11.2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3/5.6.2006 αίτηση (δήλωση) αυτού για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε καταστροφή αρχαιοτήτων (άρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α του ΠΚ και άρθρ. 1, 2, 49 του Κ.Ν. 5351/1932) και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση, ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 του ΚΠΔ, θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του Ν. 2865/2000. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 415/2009, ΑΠ 2214/2005, ΑΠ 642/2004, ΑΠ 717/2004). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμω λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει ... επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως..... ". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου (Ολ.ΑΠ 66/1991, ΠΧ ΜΑ/833, Ολ.ΑΠ 15/2001 ΠΧ ΝΑ/798), θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ. Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβιάσεως του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (άρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ). Συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την τελική κρίση επ' αυτής συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού προσβάσεως στο ανώτερο Δικαστήριο (όπως π.χ. σε περίπτωση αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο), αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 2214/2005). Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει, ότι με την 557/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε καταστροφή αρχαιοτήτων (άρθρ. 49 του Κ.Ν. 5321/1932). Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 5 Ιουνίου 2006 αίτηση αναιρέσεως, με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, στον οποίο Γραμματέα δήλωσε ότι, "ασκεί αναίρεση κατά της 557/2006 αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρονται στην αίτησή του". Ο Άρειος Πάγος, με την 955/2007 απόφασή του, απέρριψε την ως άνω αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ως απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, καθόσον "ασκήθηκε, όχι με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του παραπάνω Δικαστηρίου και σύνταξη εκθέσεως για την τοιαύτη δήλωση, αλλά με αυτοτελές δικόγραφο". Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, ο αιτών προσέφυγε κατ' αυτής, όπως εδικαιούτο, με την 37349/2007 προσφυγή του στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενος, ότι με την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου παραβιάσθηκε το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεώς του στο αναιρετικό Δικαστήριο. Επί της προσφυγής αυτής το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 2 Απριλίου 2009 απόφαση (υπόθεση Χ κατά Ελλάδας), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του πιο πάνω αιτούντος, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού έκρινε ότι η απόρριψη της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως απαράδεκτης, για τον προαναφερθέντα λόγο, συνεπαγόταν προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως αυτού στο ανώτερο Δικαστήριο, δηλαδή στον Άρειο Πάγο εν προκειμένω. Κατόπιν τούτων ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτησή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 5 του ΚΠΔ την επανάληψη της διαδικασίας, αναφορικά με την ανωτέρω κατ' αυτού καταδικαστική απόφαση. Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, διότι το ΕΔΔΑ με την παραπάνω απόφασή του έκρινε ότι στην περίπτωση του αιτούντος παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, από τον Άρειο Πάγο, με την απόρριψη ως απαράδεκτης της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως αυτού με την 955/2007 απόφασή του κι επομένως, πρέπει να ακυρωθεί η εν λόγω απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, η νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα από 5.6.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 193 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την έλλειψη ακροάσεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ' του ΚΠΔ) πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία, κατά τη διαδικασία των άρθρων 513 και επ. του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να γίνει δεκτή η από 9.11.2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3/5.6.2006 αίτηση αυτού για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Να ακυρωθεί η 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και Να διαταχθεί η επανάληψη της διαδικασίας της με αριθμό 3/5.6.2006 αιτήσεως του Χ, για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Αθήνα, 12 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 Κ.Π.Δ. θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του ν.2865/2000. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν.2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου (Ολ. ΑΠ 66/1991, Π.Χ. ΜΑ/833), θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβίασης του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (αρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ). Συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΣΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την τελική κρίση επ' αυτής συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού πρόσβασης στο ανώτερο Δικαστήριο, αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΣΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας. Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει, ότι με την υπ' αριθμό 557/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε καταστροφή αρχαιοτήτων (26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1α του Π.Κ και άρθρα 1, 2, 49 του Κ. Ν 5351/1932). Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε την από 5 Ιουνίου 2006 αίτηση αναιρέσεως, με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, στον οποίο δήλωσε ότι ασκεί "αναίρεση κατά της υπ' αριθμό 557/2006 αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρονται στην αίτηση του". Ο 'Αρειος Πάγος με την υπ' αριθμό 955/2007 απόφαση του απέρριψε την ως άνω έκθεση αναιρέσεως του αιτούντος, ως απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 παρ.1 του Κ.Π.Δ, καθόσον "ασκήθηκε, όχι με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του παραπάνω Δικαστηρίου και σύνταξη της οικείας εκθέσεως για την τοιαύτη δήλωση, αλλά με αυτοτελές δικόγραφο. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, ο αιτών προσέφυγε κατ' αυτής, όπως είχε δικαίωμα, με την υπ' αριθ.37349/2007 προσφυγή στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενος, ότι με την απόφαση αυτή του Αρείου πάγου είχε παραβιασθεί το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως του στο αναιρετικό Δικαστήριο. Επ' αυτής της προσφυγής το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 2 Απριλίου 2009 απόφαση (υπόθεση Χ κατά Ελλάδας), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του πιο πάνω αιτούντος, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού έκρινε ότι η απόρριψη της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως απαράδεκτης, για τον προαναφερθέντα λόγο, συνεπαγότανε προσβολή του δικαιώματος πρόσβασης αυτού στο ανώτερο Δικαστήριο, -δηλαδή στον 'Αρειο Πάγο στην υπό κρίση περίπτωση. Ενόψει των ανωτέρω και ειδικότερα της παραπάνω αποφάσεως του ΕΔΔΑ, που έκρινε ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, για τον προεκτεθέντα λόγο, από τον 'Αρειο Πάγο με την απόρριψη ως απαράδεκτη της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος με την 955/2007 απόφαση του, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και να ακυρωθεί η ανωτέρω υπ' αρ. 955/2007 απόφασή του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως, με την υπ' αριθ. 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3 και από 5 Ιουνίου 2005 αίτηση αυτού για αναίρεση της υπ' αριθ. 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Ακυρώνει την υπ' αριθ. 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Διατάσσει την επανάληψη της διαδικασίας της με αριθμό 3 και από 5 Ιουνίου 2006 αιτήσεως του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ
Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, μετά από ουσιαστική παραδοχή της προσφυγής του αναιρεσείοντος στο ΕΔΔΑ, που δέχθηκε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Ακυρώνεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης. Διατάσσεται η επανάληψη της διαδικασίας στον Α.Π.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1939/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Φυτράκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 804/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Ν. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 679/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά το άρθρο 363 ΠΚ "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό της αμέσως παραπάνω διατάξεως, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, καταλειπομένων αμφιβολιών περί της αληθείας ή αναληθείας αυτού, δεν θεμελιώνεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Κατά την διάταξη αυτή, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος δε και ο χαρακτηρισμός και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, είναι αξιόποινος, μόνον όταν συνδέονται ή σχετίζονται με γεγονότα, ώστε, με την σύνδεση και σχέση τους με αυτά, ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας τους. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη της ως άνω αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται, η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως στην ψευδή καταμήνυση, στη συκοφαντική δυσφήμηση και στην ψευδορκία μάρτυρα, ή υπερχειλής δόλος, όπως στην ψευδή καταμήνυση και στη συκοφαντική δυσφήμηση απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με τις ανωτέρω μορφές δόλου, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή καταμήνυσε ή κατέθεσε στην Αρχή, και επί πλέον, όταν απαιτείται υπερχειλής δόλος (εγκληματικός σκοπός), να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο δράστης επιδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, για να αποκλειστεί και στις δύο περιπτώσεις, ότι ο δράστης ενήργησε από ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 804/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 23-3-2002 ο εγκαλών Ι. Ν., αστυνομικός και οδηγός του υπ' αριθμ. ... περιπολικού της αστυνομίας, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία μετέβη με τον συνάδελφο του Ν. Λ. στην πλατεία ..., προκειμένου να προσαγάγουν την κατηγορουμένη στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα ενόψει αυτοφώρου αδικήματος που είχε τελέσει και συγκεκριμένα για τις πράξεις της αντίστασης και εξύβρισης έναντι των δικυκλιστών αστυνομικών της ομάδας "Ζ", Δ. Λ. και Α. Α., οι οποίοι είχαν μεταβεί προηγουμένως εκεί για διευθέτηση άλλου περιστατικού (παράνομη στάθμευση ΙΧΕ αυτοκινήτου στην οδό ... από τον Α. Λ. και παρεμπόδιση διέλευσης άλλων οχημάτων). Πράγματι ο μηνυτής, οδηγώντας το ως άνω όχημα, μετέβη επί τόπου μαζί με τον συνάδελφο του Ν. Λ., και, ενώ κάλεσαν την κατηγορουμένη να επιβιβαστεί στο περιπολικό προκειμένου να την οδηγήσουν στο Γ' Α.Τ. των Πατρών, η τελευταία αρνιόταν επίμονα να επιβιβαστεί, σταμάτησε μάλιστα και ταξί αξιώνοντας να μεταβεί μόνη της με αυτό στο τμήμα. Τελικά, μετά από επίπονη προσπάθεια, οι αστυνομικοί επιβίβασαν την κατηγορουμένη στο πίσω.) κάθισμα του περιπολικού, στην θέση δε του οδηγού κάθισε ο μηνυτής Ι. Ν. και στην θέση του συνοδηγού ο Ν. Λ.. Σημειώνεται δε ότι του περιπολικού προπορευόταν ο Α. Α. και ακολουθούσε ο Δ. Λ., οδηγώντας τις μοτοσικλέτες τους, δηλαδή οι αστυνομικοί που είχαν επιληφθεί προηγουμένους του περιστατικού. Από το πλήρωμα του περιπολικού η κατηγορουμένη οδηγήθηκε κατ' ευθείαν στο Γ' Α.Τ. των Πατρών (Γούναρη και Αλεξάνδρου Υφηλάντου) με υποδειγματικό και άκρως υπηρεσιακό τρόπο. Και ενώ το επεισόδιο που συνέβη στον ως άνω τόπο και χρόνο καθώς και η μεταφορά της κατηγορουμένης στο Α.Τ. έγινε όπως αναφέρθηκε παραπάνω, όπως πολύ καλά γνώριζε η κατηγορουμένη, εν τούτοις αυτή, δύο μήνες αργότερα, ήτοι στις 22-5-2002 υπέβαλε κατά των Δ. Λ., Ν. Λ. και Ι. Ν. (εγκαλούντος) την από 20-5-2002 μήνυση της, στην οποία ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα (Ι. Ν.) ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και ενώ την μετήγαγε με το ως άνω περιπολικό της αμέσου δράσεως στο Γ' Α.Τ. Πατρών, της απηύθυνε τις φράσεις "..... άλλο θα σου βάλουμε ...." και στη συνέχεια απευθυνόμενος στον συνοδηγό Ν. Λ. του είπε ".... το δικό σου ρε είναι πιο μεγάλο γιατί αυτή έχει μεγάλα πόδια..". Επί πλέον διέλαβε στην μήνυση της ότι ο ίδιος εγκαλών συνέχισε να της απευθύνεται με προσβλητικό τρόπο λέγοντας της τις φράσεις "...έχεις και μαγαζί ξεκωλιάρα, θα σου το κλείσουμε...", "... μωρή καριόλα έχεις ξαναπάει βόλτα με περιπολικό...". Όλα τα παραπάνω που ανέφερε στην μήνυση της η κατηγορουμένη είναι ψευδή καθόσον ο μηνυτής ουδέποτε της συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο ανάρμοστο και παράνομο, πράγμα που γνώριζε πολύ καλά η κατηγορουμένη, ωστόσο εν γνώσει της αναληθείας των υπέβαλε την πιο πάνω μήνυση της με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη του και για να αποφύγει την καταδίκη της για τις άδικες πράξεις που διέπραξε. Η υποβολή της παραπάνω μηνύσεως ήταν όψιμο εφεύρημα της, δεδομένου ότι ούτε κατά την μεταγωγή της στο ΑΤ όπου συνάντησε τον δικηγόρο της, ούτε κατά την απολογία της στο πλαίσιο της προανακριτικής καταθέσεως της, ούτε και ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, όπου οδηγήθηκε την επομένη ημέρα, ανέφερε ότι της συνέβη οτιδήποτε σχετικό με τις ως άνω καταγγελίες της κατά την μεταγωγή της στο ΑΤ, καταδεικνύει δε και την ύπαρξη σκοπού ψευδούς καταμηνύσεως, πράγμα το οποίο επέτυχε εν μέρει, καθόσον διετάχθη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών προκαταρκτική εξέταση προς διερεύνηση των καταγγελιών της κατηγορούμενης, αλλά και την ενορχήστρωση υπερασπιστικού της σχεδίου προκειμένου να αποφύγει την καταδίκη της για τις άδικες πράξεις που τέλεσε. Σημειώνεται δε ότι η ως άνω μήνυση της απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 54/ 2003 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πατρών, η οποία επικυρώθηκε με την 21/2003 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών. Και ενώ πολύ καλά γνώριζε ότι όλα τα παράπονο) ήσαν ψευδή και ενώ προηγουμένως είχε απορριφθεί αμετάκλητα η με το προαναφερθέν περιεχόμενο από 22-5-2002 μήνυση της κατά του εγκαλούντος ως αβάσιμη στην ουσία της, όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, εν τούτοις η κατηγορουμένη στις 30-7-2004 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 22-7-2004 με αριθμό 3066-1213/2004 αγωγή αποζημιώσεως κατά του εγκαλούντος Ι. Ν., στην οποία διέλαβε όλα τα ψευδή περιστατικά που αναφέρθηκαν παραπάνω και είχε διαλάβει στην από 22-5-2002 μήνυση της. Τα γεγονότα αυτά που περιέλαβε στο δικόγραφο της αγωγής της και ισχυρίστηκε σε βάρος του εγκαλούντος, ήσαν εν γνώσει της ψευδή και έλαβε γνώση αυτών απροσδιόριστος αριθμός προσώπων, αφού με την κατάθεσή της η αγωγή της κατέστη δημόσιο έγγραφο, επιπλέον δε ήσαν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την κοινωνική παράσταση του εγκαλούντος ως προσώπου και μάλιστα αστυνομικού. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος Ι. Ν.". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 2, 94 παρ. 1 και 2, 229 παρ. 1 και 3, 363 και 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα δικαστικές αποφάσεις, απολογία κατηγορουμένης) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος ως και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Επομένως η σχετική αιτίαση που προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν ορθά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Α. Α., Φ., Μ. Π.. Α. Τ.. Α. Τ., Α. Τ.. Α. Β., Α. Κ., Μ. Λ. και Α. Α., οι οποίες περιέχονται στα υπ' αρ. 1442-1443 και 1444/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, β) οι υπ'αριθμ. 1432/2008, 1442-1443 και 1444/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, γ) η υπ'αριθμ. 655/2006 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και δ) το υπ' αριθμ. πρωτ. 14612.07.2.5/25-7-2008 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί απ' τη μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της δευτεροβάθμιας δίκης ότι εκτιμήθηκαν, προκύπτει με βεβαιότητα ότι και τα έγγραφα αυτά που περιέχονται στα πρακτικά της δίκης εκείνης και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκε, λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής της κατηγορουμένης κρίση του και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδικότερη μνεία αυτών και εντεύθεν είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, κατ' εκτίμηση του δικογράφου δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Πρέπει να σημειωθεί ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συναξιολόγησε τη σχετική ΕΔΕ που διενεργήθηκε, την οποία και δεν ανέγνωσε ως έγγραφο, και όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα λόγω παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας των αυτών περιστατικών που δέχθηκε και η ΕΔΕ, χωρίς οιαδήποτε αναφορά σ' αυτήν και τον τρόπο διενέργειάς της, προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέα. Επίσης παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποια είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των ως άνω γεγονότων τα οποία διέδωσε ενώπιον τρίτων, για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα με την από 22-5-2002 έγκλησή της και τα διέλαβε στην από 22-7-2004 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αφού η ίδια γνώριζε ότι κατά το επεισόδιο της 22-3-2002 που συνέβη εξαιτίας της στο κατάστημα στην πλατεία ..., οι προστρέξαντες αστυνομικοί, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών Ι. Ν., τόσο κατά την προσέλευση τους στον τόπο του επεισοδίου όσο και κατά τη μεταγωγή της με περιπολικό στο Γ' Α.Τ. Πατρών της συμπεριφέρθηκαν με υποδειγματικό και κυρίως υπηρεσιακό τρόπο, χωρίς να απευθύνουν οιαδήποτε υβριστική φράση προς αυτήν. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 229 και 3636 του ΠΚ με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του ψευδούς της κατηγορουμένης για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμησή των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών και είναι απορριπτέος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από14 Μαΐου 2010 αίτηση της Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 804/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδής καταμήνυση. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν απαιτείται να γίνεται ιδιαίτερη μνεία κάθε αποδεικτικού μέσου (μαρτυρικής κατάθεσης σχετικής απόφασης δικαστηρίου της ουσίας) που αναγνώσθηκαν και συνομολογήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου. Απόρριψη αμφοτέρων των ως άνω λόγων ως αβασίμων και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης συνολικά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1938/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντό-πουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέ-σεως της 19159/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχω-ρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 8/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντει-σαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστα-τωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήμα-τος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1, 28 παρ. 1, 29 παρ. 1 και 4 και 37 - 39 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τιμωρείται με τις αναφερόμενες στο πρώτο ποινές ο εκδότης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, στον οποίο δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής. Επιταγή η οποία εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα, εμφανίζεται για πληρωμή σε προθεσμία οκτώ ημερών από την αναγραφομένη σ' αυτήν ημερομηνία εκδόσεως της. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα, απαιτείται η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, εντός οκτώ ημερών από την έκδοση της, διότι μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, αποδεσμεύεται ο εκδότης και η επιταγή παύει να ισχύει ως τίτλος. Το ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για το εμπρόθεσμο της εμφανίσεως της, και δεν αρκεί ότι στην απόφαση αναγράφεται ότι η επιταγή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως προς πληρωμή. Εάν συμβαίνει το τελευταίο αυτό (μόνο), χωρίς, ήτοι, την συγκεκριμένη και ακριβή ημερομηνία της εμφανίσεως της επιταγής, μέσα στη νόμιμη προθεσμία των οκτώ ημερών, με αφετηρία την επομένη της εκδόσεως της, η καταδικαστική απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για τέλεση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και δη ότι "στη ... στις 30.10.2003 εξέδωσε επιταγή προς την Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ από 251.000 ευρώ, η οποία έφερε τον αριθμό ... και ήταν σε διαταγή της "Ψ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", παρόλο που ότι δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της κατά το χρόνο εκδόσεώς της ή της πληρωμής της". Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, στη ... στις 30.10.2003 εξέδωσε επιταγή προς την Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ από 251.000 ευρώ, η οποία έφερε τον αριθμό ... και ήταν σε διαταγή της "Ψ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", παρόλο που γνώριζε ότι δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της κατά το χρόνο εκδόσεώς της ή της πληρωμής της και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη". Όμως ουδόλως (ούτε στο διατακτικό, ούτε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως), αναφέρεται εάν εμφανίσθηκε εμπροθέσμως η επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία δεν αναφέρεται η ημερομηνία εμφανίσεως της παραπάνω επιταγής και οι σκέψεις με τις οποίες δέχθηκε το δικαστήριο ότι η αναιρεσείουσα ετέλεσε την ως άνω πράξη, στερείται της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αφ' ετέρου νομίμου βάσεως, διότι από την ανωτέρω παράλειψη του χρόνου εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή υπάρχει ασάφεια και δεν μπορεί να ελεγχθεί και κριθεί από τον Άρειο Πάγο εάν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι αναφερόμενες παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες με τον τρόπο αυτό παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου. Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 19.159/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τραπεζιτική επιταγή. Για να είναι αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής πρέπει να διαλαμβάνεται σ' αυτήν η ημερομηνία εμφανίσεως της προς πληρωμή, χωρίς να αρκεί η έκφραση "εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα".
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
1
Αριθμός 1937/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. I. C. του F., κρατούμενου στο Γ.Κ.Κ. Α' τύπου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. B. A. του K., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τζαμαδάνη, περί αναιρέσεως της 336-337/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Μαρτίου 2010 και 28 Απριλίου 2010, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 604/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δευτέρου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση για τον πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο και να γίνει δεκτή εν μέρει (ως προς το ελαφρυντικό) η αίτηση αναίρεσης του δευτέρου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 10/3/2010 και 28/4/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) I. C. του F. και 2) B. A. του K., έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά την διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα, μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, όμως σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου κατά τη σημερινή εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Μαριάννα Παπαδάκη και υπέβαλε για λογαριασμό του πρώτου αναιρεσείοντος I. C. του F. αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, διότι η πληρεξούσια δικηγόρος του Αικατερίνη Παπαθεοδώρου αδυνατεί να παραστεί σήμερα, διότι έπαθε ατύχημα. Ο επικαλούμενος όμως λόγος αναβολής δεν πιθανολογήθηκε, αφού δεν προσκομίσθηκε σχετικά οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στα ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 27/5/2010 αποδεικτικό επίδοσης της γραμματέως του Γ. Κ. Κράτησης τύπου Β' ..., ..., ο 1ος αναιρεσείων I. C. του F. κρατούμενος στο ανωτέρω κατάστημα κράτησης, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Αυτός όμως κατά την αναφερόμενη συνεδρίαση, μετά την απόρριψη του αιτήματος του αναβολής, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προσηκόντως, δηλαδή μετά ή δια συνηγόρου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί να είναι ορισμένοι και σαφείς, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται με τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από το νόμο, για την συγκρότηση της νομικής έννοιας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρα 141 παρ. 2 και 331 του ΚΠΔ), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός παραδεκτώς υποβληθέντος σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη μείωση της επιβλητέας ποινής, κατ' άρθρο 83 του ΠΚ, είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ και ε του ΠΚ, ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (α), ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του(δ), δηλαδή πρέπει η μετάνοια όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται έμπρακτα, ήτοι να συνδυάζεται με περιστατικά τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επεζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγνώμης, και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (ε), δηλαδή απαιτείται μετά την αξιόποινη πράξη καλή γενικά στην κοινωνία συμπεριφορά που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 35 παρ. 2 του ΚΝΝ 3459/2006 "για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση των άρθρων του παρόντος Κεφαλαίου σε ποινή κάθειρξης, το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παραγράφου 1...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ως άνω ισόβια απέλαση αλλοδαπού που έχει καταδικασθεί σε ποινή κάθειρξης για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αποτελεί παρεπόμενη ποινή και είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που καταδικάζει τον αλλοδαπό, εκτός αν κρίνει αιτιολογημένα ότι για την παραμονή του στη χώρα συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 336-337/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/κης και τα πρακτικά της που αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), ο αναιρεσείων Β. A. ο οποίος κηρύχθηκε ένοχος για κατοχή ναρκωτικών ουσιών - 1536 γραμμαρίων ηρωίνης - και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ), υπέβαλε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου εγγράφως προς το δικαστήριο και ανέπτυξε και προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α, δ και ε του ΠΚ και της μετεφηβικής ηλικίας, επικαλούμενος 1) ότι από το 1988 που ήρθε στην Ελλάδα από την Αλβανία, ουδέποτε απασχόλησε τις αρχές, εργαζόταν συνεχώς σε εργοδότες, τα ονόματα των οποίων διαλαμβάνονται στις υπεύθυνες δηλώσεις που προσκομίζει, κατέχει άδεια εργασίας αλλοδαπών της Νομαρχίας Βοιωτίας, σε κωμόπολη της οποίας (...) διαμένει από το 1998 μέχρι και τον χρόνο τελέσεως της πράξεως με την μητέρα του και την οικογένεια της αδελφής του, αποτελούμενη από την ίδια, τον σύζυγό της και τα δύο τέκνα τους, διάγων έντιμο, καθόλα, βίο, έχων λευκό ποινικό μητρώο, 2) ότι μεταμελήθηκε ειλικρινά για την πράξη του από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως του και αποκάλυψε στην αστυνομία τον άνθρωπο που του παράδωσε τα ναρκωτικά, και κατά την διάρκεια των πέντε περίπου ετών που κρατείται στις φυλακές πέραν του ότι δεν τέλεσε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα, παρακολούθησε και περαίωσε με επιτυχία, επί διετία, τα μαθήματα του σχολείου δεύτερης ευκαιρίας των φυλακών Κορυδαλλού, με υψηλές επιδόσεις, ιδιαίτερο ζήλο, δημιουργικότητα και άψογη συμπεριφορά και συμμετείχε εθελοντικά σε διάφορα προγράμματα των φυλακών, εκπονώντας εργασίες, όπως της Πολιτισμικής, Αισθητικής Αγωγής και Κοινωνικής Εκπαίδευσης, με θέμα "Κρήτη: Οι Η.Π.Α. στο Αιγαίο", Καλλιτεχνικής δημιουργίας - Μεσόγειος SOS, Πρώτων Βοηθειών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, 3) ότι για όλο το διάστημα από την τέλεση της πράξεως μέχρι σήμερα συμπεριφέρθηκε όχι απλώς καλά, αλλά άψογα, με δική του ελεύθερη επιλογή και όχι αναγκαστικά, υπακούοντας στους κανόνες της Φυλακής, δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, παρακολούθησε και περαίωσε με επιτυχία τα μαθήματα του σχολείου δεύτερης ευκαιρίας των φυλακών Κορυδαλλού με υψηλές επιδόσεις, ιδιαίτερο ζήλο, άψογη συμπεριφορά και συμμετείχε εθελοντικά σε διάφορα προγράμματα στις φυλακές, εκπονώντας εργασίες, όπως της Πολιτισμικής, Αισθητικής Αγωγής και Κοινωνικής Εκπαίδευσης, με θέμα "Κρήτη: Οι Η.Π.Α. στο Αιγαίο", Καλλιτεχνικής δημιουργίας - Μεσόγειος SOS, Πρώτων Βοηθειών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, 4) ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως είχε υπερβεί το 21ο έτος της ηλικίας του μόνον κατά τρεις μήνες και συνεπώς, κατά την άποψη του, το δικαστήριο έπρεπε να του χορηγήσει το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου με τις εξής, κατά σειρά, αιτιολογίες: 1) δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο για την πιστοποίηση του εντίμου βίου πριν από την τέλεση της πράξεως, 2) δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε πράγματι ειλικρινή μεταμέλεια και ότι επεχείρησε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του. 3) δεν αρκεί η επίδειξη καλής συμπεριφοράς στις φυλακές σε συνθήκες κράτησης, χωρίς δοκιμασία σε καθεστώς ελευθερίας, και 4) ότι, εφόσον κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως είχε ήδη συμπληρώσει το 21° έτος της ηλικίας του, δεν εδικαιούτο το σχετικό ελαφρυντικό. Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων δ' και ε' του ΠΚ με το να δεχθεί ότι "δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε πράγματι ειλικρινή μεταμέλεια και ότι επεχείρησε να άρει τις συνέπειες της πράξεώς του", και ότι "δεν αρκεί επίδειξη καλής συμπεριφοράς στις φυλακές σε συνθήκες κράτησης, χωρίς δοκιμασία σε καθεστώς ελευθερίας". Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, ως προς την απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ η αιτίασή του, όσον αφορά τη μη χορήγηση του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας, είναι απορριπτέα, ως ερειδομένη επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού και ο ίδιος ρητά ομολογεί ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως είχε ήδη συμπληρώσει το 21° έτος της ηλικίας του και συνεπώς δεν εδικαιούτο να ζητήσει το ελαφρυντικό αυτό. Ως προς την απόρριψη όμως του ελαφρυντικού του πρότερου εντίμου βίου, η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής αιτιολογίας, καθόσον ο κατηγορούμενος πλην του ποινικού του μητρώου είχε επικαλεσθεί σαφή και ορισμένα περιστατικά που καταδείκνυαν κατά την άποψή του τον πρότερο έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο του, και περί των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διαλαμβάνει, δεν αιτιολογεί δηλαδή γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν προηγούμενη έντιμη ζωή, αναγόμενη σε όλες τις μορφές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επομένως, όσον αφορά το ελαφρυντικό αυτό ,πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της ποινής, ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου προέβαλε εγγράφως, τον ισχυρισμό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του σοβαροί λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν τη μη απέλασή του από την χώρα, επικαλούμενος ότι "από το 1998 μέχρι την στιγμή της συλλήψεώς του διέμενε στην ... με την μητέρα του και την οικογένεια της αδελφής του, αποτελούμενη από την ίδια, τον σύζυγο της και τα δύο ανήλικα τέκνα τους, εργαζόταν σε διάφορους εργοδότες, δεν έχει κανένα απολύτως συγγενή στην Αλβανία, έχει δωδεκαετή νόμιμη παραμονή στην Ελλάδα, ενώ αντιμετωπίζει και σοβαρό πρόβλημα υγείας, λόγω τροχαίου ατυχήματος, και η τυχόν απέλαση του θα το επιδεινώσει". Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου με την αιτιολογία ότι "οι προβαλλόμενες αντιρρήσεις δεν συνιστούν λόγο μη εφαρμογής στης σχετικής διατάξεως". Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλομένη δεν έχει την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν αιτιολογεί γιατί τα προβληθέντα ως διακωλυτικά της απελάσεώς του ως άνω περιστατικά δεν δικαιολογούν τη μη απέλασή του από την χώρα, με συνέπεια να πάσχει το συνταχθέν απορριπτικό του αυτοτελούς του ισχυρισμού συμπέρασμα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά την περί ποινής διάταξή της και εκείνη περί απελάσεως του αναιρεσείοντα από τη χώρα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10-3-2010 και 28-4-2010 αιτήσεις αναιρέσεως. Απορρίπτει την από 10-3-2010 αίτηση του C. I. του F. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 336-337/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Δέχεται εν μέρει την από 28-4-2010 αίτηση του B. A. του K., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 336-337/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Αναιρεί εν μέρει την παραπάνω απόφαση και μόνο κατά την περί ποινής διάταξή της και περί απελάσεως του αναιρεσείοντα από την χώρα. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Καταδικαστική απόφαση για ναρκωτικά. Α) Απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η αναίρεση του πρώτου αναιρεσείοντα (μετά από απόρριψη αιτήματος αναβολής), και Β) Ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα (Αλβανό υπήκοο) γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ και την απέλαση του από την χώρα, ενώ απορρίπτεται ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 δ και ε του ΠΚ, ενώ απορριπτέος είναι και ο λόγος για απόρριψη του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (απορρίφθηκε διότι ήταν ενήλικας). Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ερημοδικία αναιρεσείοντος, Ποινή, Ναρκωτικά, Αλλοδαπού απέλαση, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική.
0
Αριθμός 1935/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 53/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 361/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 229/11-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιο Σας κατ'άρθρ.485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ'αριθμ. 34/26.2.2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... κατά του υπ'αριθμ. 53/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η με αριθμ.426/10 έφεση του, κατά του υπ'αριθμ. 2046/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνοντος τα 73.000 ευρώ που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου ) άρθρ. 1, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 51, 52, 60, 63, 79, 375 παρ. 1β-2 ΠΚ ως ισχύει) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή (αρ. 473 § 1, 474, 482 §1 και 3 Κ.Π.Δ.). Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης ( άρ. 375 παρ. 1β-2 Π.Κ.) που εφαρμόστηκε (άρθρ. 93 § 3 Συντ., 139 και 484 § 1β',δ' Κ.Π.Δ.). (βλ. την 34/2010 δήλωση αναίρεσης του Κ. Κ., δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθηνάς Βυρίνη ). Η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (ήδη δ') ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από την οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, έστω και αν ως εκ περισσού αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση. Η με τον τρόπο αυτό θεμελιούμενη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (αρθρ. 28 παρ. 3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική ενέργεια και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσης του από εμπειρότερους δικαστές συγκροτούμενου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή, η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτά περιστατικά, καθώς και όταν η εν λόγω διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όταν δε πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, εκτός των άλλων αναφερόμενων στην άνω παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ περιπτώσεων, συνεπεία της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, αυτός τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής, ως άνω, υπεξαίρεσης, απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, (β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, (δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης, από τις διαλαμβανόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του αρθρ. 375 ΠΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη, που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως εντολοδόχου και (ε) το πράγμα, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία (ΑΠ 928/02 Π.Χρ. ΝΓ/339, ΑΠ 957/02 Π.ΧρΝΓ/328, ΑΠ 97/09, ΑΠ 99/09 και ΑΠ 353/04 Ποιν. Λόγος 04/386). Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόλογης αυτής αδικοπραξίας, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ' άρθρ. 719 ΑΚ (ΑΠ 183/02 Π.Χρ. ΝΒ/895, ΑΠ 122/06 ΑΠ 974/01 Π.Χρ.ΝΒ/334). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή (ΑΠ 1494/05) υιοθέτηση και αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση που είναι ενσωματωμένη σ'αυτό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που έχουν επισυναφθεί την έκθεση εφέσεως, σε συνδυασμό με τις έγγραφες εξηγήσεις, την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα του εκκαλούντα - κατηγορουμένου, προέκυψαν τ' ακόλουθα περιστατικά: Την 28.9.1999, μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΩΝ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και του κατηγορούμενου, ο οποίος διατηρεί πρακτορείο μεταφορών με το διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ", υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό αποθήκευσης και διακίνησης εμπορευμάτων, σύμφωνα με την οποία ανατέθηκε στην επιχείρηση του κατηγορουμένου η μεταφορά, ετοίμου εμπορεύματος (τσιγάρων), που έφεραν ταινίες ειδικού φόρου κατανάλωσης, παραγωγής της πρώτης, ή άλλων οίκων που αντιπροσώπευε αυτή και η αποθήκευση αυτών σε αποθήκη που διατηρούσε στο ... και την κατ' εντολή και οδηγίες της εγκαλούσας εταιρίας μεταφορά και τμηματική παράδοση των εμπορευμάτων στους επί μέρους τελικούς προορισμούς, σε άλλες πόλεις, όπως ειδικότερα αναγράφονται στο παραπάνω συμφωνητικό. Ακολούθως, οι αυτοί συμβαλλόμενοι, υπέγραψαν το από 8.5.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποίησαν και συμπλήρωσαν την προηγούμενη συμφωνία τους και επιπλέον όρισαν να λήξει η ισχύς του νέου συμφωνητικού την 27.9.2004. Στη συμφωνία αυτή, μεταξύ των άλλων ο κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να συνάψει με ασφαλιστική εταιρία, πού είχε την έγκριση της εγκαλούσας, και να διατηρεί σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης μεταφορέα, που να καλύπτει κάθε κίνδυνο που απειλεί το μεταφορικό μέσο και τα μεταφερόμενα εμπορεύματα. Ο κατηγορούμενος προσκόμισε αντίγραφο της ασφαλιστικής του κάλυψης με την εταιρία Greenwoods insurance Ltd (Lloyd's), όπως επίσης και το πιστοποιητικό ισχύος αυτής, το οποίο αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρία. Την 3.12.2002, ο κατηγορούμενος συνήψε με την εταιρία "Διεθνή Ένωση Α.Ε.", νέα ασφαλιστική σύμβαση για την ασφάλιση κατά παντός κινδύνου των εμπορευμάτων που υπήρχαν στις αποθήκες της επιχειρήσεως στο ..., με διάρκεια από 2.12.2002 μέχρι και 2.12.2003. Τη σύμβαση αυτή δεν αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρία και μετά από εξώδικες δηλώσεις διαμαρτυρίας παραπονέθηκε αφενός για ελλιπή ενημέρωση της και αφετέρου για αντισυμβατική συμπεριφορά και περιορισμένη κάλυψη από τη νέα σύμβαση και τέλος με την από 20.10. 2003 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, που επιδόθηκε νόμιμα στον κατηγορούμενο, κατάγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση. Κατά το χρόνο της καταγγελίας, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή τις ακόλουθες ποσότητες τσιγάρων, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρίας α) 230 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής No 48322/17.10.2003), συνολικής αξίας 230.535,66) ευρώ και 62 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης No 5330/20.10.2003), συνολικής αξίας 34.297,86 ευρώ, τα οποία προορίζονταν για τον πελάτη "Κ. Μ. - Α. Ι. Ο.Ε.", που είχε έδρα στην … και β) 171 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής No 48 329/17.10.2003), συνολικής αξίας 178.769,44 ευρώ και 6 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης No 5325/20.10.2003), συνολικής αξίας 4.512,55 ευρώ, τα οποία προορίζονταν για τον πελάτη της εγκαλούσας "Αφοί Π. Ο.Ε." που είχε έδρα στην .... Η εγκαλούσα εταιρία με την από 21.10.2003 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία προς τον κατηγορούμενο, τον κάλεσε όπως μέχρι την 22.10.2003 παραδώσει στους παραπάνω αναφερομένους πελάτες της, τα εμπορεύματα που υπήρχαν στην αποθήκη της επιχειρήσεως του. Πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε με την επιταγή της εγκαλούσας και αρνήθηκε να επιστρέψει τα εμπορεύματα ή να τα παραδώσει στους παραπάνω πελάτες, επικαλούμενος νόμιμη και δικαιολογημένη κατοχή των παραπάνω προϊόντων. Ειδικότερα, η εγκαλούσα εταιρία υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση της μεταφοράς ετοίμων προϊόντων, τα οποία παραλάμβανε προς μεταφορά από τις αποθήκες της εταιρίας στον Πειραιά, με σκοπό την παράδοση τους αυθημερόν και μέχρι την παρέλευση σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ημερομηνία εκδόσεως του σχετικού τιμολογίου, στους εκάστοτε αποδέκτες - πελάτες της και η μεταξύ τους σύμβαση δεν έδιδε οποιοδήποτε δικαίωμα στον κατηγορούμενο να παρακρατάει τα προς μεταφορά εμπορεύματα πέραν του αναφερόμενου χρόνου. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος τόσο κατά την προδικασία, όσο και την κυρία ανάκριση, αλλά και στην έκθεση εφέσεως, αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται και ισχυρίζεται ότι η μονομερής εκ μέρους της εγκαλούσας εταιρίας καταγγελία υπήρξε άκυρη και άκαιρη και επομένως ουδέποτε έπαυσε να ισχύει η μεταξύ τους σύμβαση, μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου, δηλαδή την 27.9.2004. Ειδικότερα, η νέα ασφαλιστική κάλυψη με την εταιρία "Διεθνή Ένωση Α.Ε.", αφενός δεν ωφέλησε τον ίδιο και αφετέρου κάλυπτε επαρκώς τα προϊόντα της εγκαλούσας. Η συμπεριφορά δε αυτή της εγκαλούσας προκάλεσε στην εταιρία του τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημίες, την αποκατάσταση των οποίων ζήτησε με αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Συγκεκριμένα το πιθανολογούμενο διαφυγόν κέρδος, από τη συνεργασία τους, κατά το χρονικό διάστημα από 20.10.2003 μέχρι και 27.9.2004, θα ξεπερνούσε το ποσό των 930.000 ευρώ, ενώ από την αναπροσαρμογή του κομίστρου λόγω αυξήσεως των ακτοπλοϊκών ναύλων της Ρόδου και Κω από την μη καταβολή οφειλομένων λόγω αναπροσαρμογής κομίστρων και αυξήσεως της τιμής του πετρελαίου κίνησης η εγκαλούσα εταιρία όφειλε σε αυτόν συνολικά 265.836,843 ευρώ. Αν δεν ληφθούν υπόψη και οι αποδοχές των 53 εργαζομένων στην επιχείρησή του, το συνολικό ποσό που οφείλει η εγκαλούσα εταιρία υπερβαίνει το ποσό των 1.300.000 ευρώ. Προκειμένου λοιπόν ο κατηγορούμενος να διασφαλίσει τις αξιώσεις του, αναγκάστηκε να παρακρατήσει τα εμπορεύματα που κατείχε, ασκώντας τα αναγνωριζόμενα από το νόμο δικαιώματα επισχέσεως και νομίμου ενεχύρου από τη σύμβαση μεταφοράς, που προβλέπονται στα άρθρα 325 Α.Κ. και 92 του Εμπορικού Νόμου. Επίσης, υποστηρίζει ότι η αξία των προϊόντων ανέρχεται σε 409.305,10 ευρώ και όχι αυτή που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, γιατί τα με αριθμούς 5330 και 5325 τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 38.807,41 ευρώ δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, καθόσον αυτά εκδόθηκαν την 20.10.2003, ημερομηνία που είχε ήδη καταγγελθεί η σύμβαση. Εξάλλου, η αξία των τσιγάρων που είχε στην κατοχή του, είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο, γιατί αυτά δεν μπορούσαν να πωληθούν από 30.9.2003 και μετά, λόγω μη αναγραφής σε αυτά των υποχρεωτικών επισημάνσεων περί επικινδυνότητας του καπνίσματος κατ' εφαρμογή της ΥΙ/Γ.Π.οικ.266/13-1-2003 Υπουργικής αποφάσεως, η οποία έθεσε νέους όρoυς παραγωγής παρουσιάσεως και πωλήσεως των προϊόντων καπνού. Τον ισχυρισμό αυτόν περί μη υπάρξεως οποιασδήποτε προθέσεως ιδιοποιήσεως των αντικειμένων εκ μέρους του που είναι αυτοτελής (διότι αληθής υποτιθέμενος αίρει το αξιόποινο της πράξης του) όπως επίσης και την προβαλλόμενη ένσταση επισχέσεως, για εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτού έναντι της εγκαλούσας εταιρίας, αλλά και τις λοιπές αμφισβητήσεις πρέπει παρεπιμπτόντως να ερευνήσει το Δικαστικό Συμβούλιο, διότι, από το ζήτημα αυτό, δηλαδή από την παραδοχή του ή όχι, έστω και αστικού χαρακτήρα, εξαρτάται η θεμελίωση της κατηγορίας και εντεύθεν αν υπάρχουν ή όχι σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του κατηγορούμενου. Όμως από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δεν προκύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί οφειλής της εγκαλούσας εταιρίας, είναι βάσιμος, καθόσον από κανένα μάρτυρα ή έγγραφο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε ενημερώσει την αντισυμβαλλομένη εταιρία για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, πριν την καταγγελία της συμβάσεως. Για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος αναφέρει για ληξιπρόθεσμες οφειλές στην από 20.10.2003 επιστολή του προς την εγκαλούσα, σε απάντηση της εξώδικης δήλωσης, με την οποία καταγγέλθηκε η μεταξύ τους σύμβαση, στην οποία μνημονεύεται αφηρημένα ότι αυτός θα αναζητήσει τα χρέη προερχόμενα από αυξήσεις ναύλων και καταβολή υπερωριών στο εργατικό προσωπικό, όπως επίσης και για διαφυγόντα κέρδη από την άκυρη και άκαιρη καταγγελία. Ως προς τη βασιμότητα της καταγγελίας, ανεξάρτητα αν η νέα ασφαλιστική σύμβαση κάλυπτε ή όχι πλήρως τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, είναι γεγονός ότι αυτή υπογράφηκε χωρίς να έχει ενημερωθεί προηγουμένως η εγκαλούσα εταιρία και επομένως παραβιάστηκε όρος της αρχικής συμβάσεως μεταφοράς εμπορευμάτων. Ακόμη, τα με αριθμούς 5330 κα 5325 τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 38.807,41 ευρώ, δεν εκδόθηκαν μετά την καταγγελία της συμβάσεως, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, αλλά την ίδια ημέρα, αφού προηγουμένως είχε ειδοποιηθεί ο μεταφορέας για την παραλαβή των εμπορευμάτων και την έγκαιρη μεταφορά τους στους αποδέκτες. Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η αξία των τσιγάρων είχε εκμηδενιστεί, για το λόγο ότι αυτά δεν θα μπορούσαν να διατεθούν στο εμπόριο πώληση επειδή δεν έφεραν τα απαραίτητα στοιχεία που όριζε η παραπάνω Υπουργική απόφαση, δεν είναι βάσιμος, αφού αν πράγματι τα εμπορεύματα δεν είχαν την αξία τους, αλλά προφανώς μικρότερη (την οποία όμως δεν προσδιορίζει), τότε το δικαίωμα επισχέσεως δεν θα ήταν επωφελές γι' αυτόν, γιατί η διάθεσή τους στο εμπόριο δεν θα είχε οικονομικά αποτελέσματα, όπως και η επιστροφή των τσιγάρων στην εγκαλούσα εταιρία. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει με σαφήνεια ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε πρόθεση ιδιοποιήσεως των αντικειμένων που είχε παραλάβει για μεταφορά, αλλά ασκούσε νόμιμο δικαίωμα, δεν είναι βάσιμος, καθόσον εάν πράγματι ασκούσε το δικαίωμα επισχέσεως θα έπρεπε ή να έχει στην κατοχή του τα εμπορεύματα, ή να τα έχει πωλήσει σε τρίτο, γεγονός που θα έπρεπε να αποδεικνύεται από κάποιο έγγραφο. Στην περίπτωση δε αυτή, θα έπρεπε να έχει ενημερώσει αμέσως ότι ασκεί το δικαίωμα, που του έδιδε ο νόμος. Σύμφωνα λοιπόν με όσα αναφέρθηκαν, φρονούμε ότι προέκυψαν επαρκείς και σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου, ότι τέλεσε την πράξη της υπεξαίρεσης, διότι παρά τη νόμιμη και συμβατική υποχρέωσή του, παρακράτησε, ιδιοποιήθηκε παράνομα και ενσωμάτωσε τα εμπορεύματα στην περιουσία του. Η πράξη του δε αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος διότι: (α) ενέχει κατάχρηση εμπίστευσης δηλαδή ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητα του, ως εντολοδόχου της παθούσας εταιρίας και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα εμπορεύματα και (β) η αξία των εμπορευμάτων που ιδιοποιήθηκε, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται στο νόμο. Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου με το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις ορθές και νομίμους σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμαστε. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις πως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ότι συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που αποφάνθηκε ομοίως τον παρέπεμψε με το εκκαλούμενο βούλευμά του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του βουλεύματος αυτού έφεση του. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη (αρθρ. 93 παρ. 3 Συντ. και αρθρ. 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που προβλέπεται από το άρθρ. 375 παρ. 1β-2 ΠΚ ως ισχύει, το οποίο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και παραθέτει τις σκέψεις - τους συλλογισμούς- με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου στο ακροατήριο και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το αρθρ. 484 παρ. 1 εδ β', δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, Κατ' ακολουθία τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω (Α) Ν' απορριφθεί η με αριθμ. 34/26.2.2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του με αριθμ. 53/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Αθήνα 11/6/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 α του ΠΚ, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3" του Ν. 2721/ 1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, " όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο ( ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο , τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και ,αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών .Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές (73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ζήτημα πραγματικό που κρίνεται με βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος) και επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας . Συνιστά δε επιβαρυντική περίπτωση αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 73.000ευρώ. Εντολοδόχος είναι εκείνος ο οποίος κατά το άρθρο 713 του ΑΚ έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα που αυτός του εμπιστεύθηκε. Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματική υπεξαίρεσης δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι στο πρόσωπο του δράστη συντρέχει η αναφερόμενη στο νόμο ιδιότητα (εντολοδόχος, διαχειριστής κτλ), αλλά πρέπει να διαπιστώνεται στην συγκεκριμένη περίπτωση και αν υπήρξε εμπίστευση του πράγματος στο δράστη, χωρίς να ενδιαφέρει με ποιες διατάξεις και δικαίωμα του ιδιωτικού δικαίου ευθύνεται ο υπαίτιος για το εμπιστευθέν σ' αυτόν πράγμα, δηλαδή αν ευθύνεται για' την απόδοση του πράγματος• ως εντολοδόχος (άρθρα 713,714 του ΑΚ ) ή ως θεματοφύλακας (άρθρο 823 του ΑΚ). Υπό την αντίθετη εκδοχή (αν δηλαδή ήθελε υποτεθεί ότι η αναγραφόμενη στο νόμο ιδιότητα του εντολοδόχου κτλ, ενέχει και εμπίστευση), δεν εξηγείται γιατί ο νόμος την αξιώνει ρητά. Σκοπός της διατάξεως είναι να τιμωρήσει βαρύτερα την καταχρηστική αντιπροσωπευτική πράξη του δράστη. (ΑΠ462/2003). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ" αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ" αριθμ. 53/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Κ. Κ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνοντος τα 73.000 ευρώ, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με πλήρη αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ' είδος στο προσβαλλόμενο βούλευμα και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα του ήδη αναιρεσείοντα- κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 28.9.1999, μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΩΝ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και του κατηγορούμενου, ο οποίος διατηρεί πρακτορείο μεταφορών με το διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ", υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό αποθήκευσης και διακίνησης εμπορευμάτων, σύμφωνα με την οποία ανατέθηκε στην επιχείρηση του κατηγορουμένου η μεταφορά, ετοίμου εμπορεύματος (τσιγάρων), που έφεραν ταινίες ειδικού φόρου κατανάλωσης, παραγωγής της πρώτης, ή άλλων οίκων που αντιπροσώπευε αυτή και η αποθήκευση αυτών σε αποθήκη που διατηρούσε στο ... και την κατ' εντολή και οδηγίες της εγκαλούσας εταιρίας μεταφορά και τμηματική παράδοση των εμπορευμάτων στους επί μέρους τελικούς προορισμούς, σε άλλες πόλεις, όπως ειδικότερα αναγράφονται στο παραπάνω συμφωνητικό. Ακολούθως, οι αυτοί συμβαλλόμενοι, υπέγραψαν το από 8.5.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποίησαν και συμπλήρωσαν την προηγούμενη συμφωνία τους και επιπλέον όρισαν να λήξει η ισχύς του νέου συμφωνητικού την 27.9.2004. Στη συμφωνία αυτή, μεταξύ των άλλων ο κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να συνάψει με ασφαλιστική εταιρία, πού είχε την έγκριση της εγκαλούσας, και να διατηρεί σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης μεταφορέα, που να καλύπτει κάθε κίνδυνο που απειλεί το μεταφορικό μέσο και τα μεταφερόμενα εμπορεύματα. Ο κατηγορούμενος προσκόμισε αντίγραφο της ασφαλιστικής του κάλυψης με την εταιρία Greenwoods insurance Ltd (Lloyd's) όπως επίσης και το πιστοποιητικό ισχύος αυτής, το οποίο αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρία. Την 3.12.2002, ο κατηγορούμενος συνήψε με την εταιρία "Διεθνή Ένωση Α.Ε.", νέα ασφαλιστική σύμβαση για την ασφάλιση κατά παντός κινδύνου των εμπορευμάτων που υπήρχαν στις αποθήκες της επιχειρήσεως στο ..., με διάρκεια από 2.12.2002 μέχρι και 2.12.2003. Τη σύμβαση αυτή δεν αποδέχθηκε η εγκαλούσα εταιρία και μετά από εξώδικες δηλώσεις διαμαρτυρίας παραπονέθηκε αφενός για ελλιπή ενημέρωση της και αφετέρου για αντισυμβατική συμπεριφορά και περιορισμένη κάλυψη από τη νέα σύμβαση και τέλος με την από 20.10. 2003 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, που επιδόθηκε νόμιμα στον κατηγορούμενο, κατάγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση. Κατά το χρόνο της καταγγελίας, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή τις ακόλουθες ποσότητες τσιγάρων, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρίας α) 230 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής Νο 48322/17.10.2003), συνολικής αξίας 230.535,66) ευρώ και 62 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης Νο 5330/20.10.2003), συνολικής αξίας 34.297,86 ευρώ, τα οποία προορίζονταν για τον πελάτη "Κ. Μ. - Α. Ι. Ο.Ε.", που είχε έδρα στην … και β) 171 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής Νο 48 329/17.10.2003), συνολικής αξίας 178.769,44 ευρώ και 6 χαρτοκιβώτια (τιμολόγιο πώλησης Νο 5325/20.10.2003), συνολικής αξίας 4.512,55 ευρώ, τα οποία προορίζονταν για τον πελάτη της εγκαλούσας "Αφοί Π. Ο.Ε." που είχε έδρα στην .... Η εγκαλούσα εταιρία με την από 21.10.2003 εξώδικη δήλωση πρόσκληση - διαμαρτυρία προς τον κατηγορούμενο, τον κάλεσε όπως μέχρι την 22.10.2003 παραδώσει στους παραπάνω αναφερομένους πελάτες της, τα εμπορεύματα που υπήρχαν στην αποθήκη της επιχειρήσεως του. Πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε με την επιταγή της εγκαλούσας και αρνήθηκε να επιστρέψει τα εμπορεύματα ή να τα παραδώσει στους παραπάνω πελάτες, επικαλούμενος νόμιμη και δικαιολογημένη κατοχή των παραπάνω προϊόντων. Ειδικότερα, η εγκαλούσα εταιρία υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση της μεταφοράς ετοίμων προϊόντων, τα οποία παραλάμβανε προς μεταφορά από τις αποθήκες της εταιρίας στον Πειραιά, με σκοπό την παράδοση τους αυθημερόν και μέχρι την παρέλευση σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ημερομηνία εκδόσεως του σχετικού τιμολογίου, στους εκάστοτε αποδέκτες - πελάτες της και η μεταξύ τους σύμβαση δεν έδιδε οποιοδήποτε δικαίωμα στον κατηγορούμενο να παρακρατάει τα προς μεταφορά εμπορεύματα πέραν του αναφερόμενου χρόνου. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος τόσο κατά την προδικασία, όσο και την κυρία ανάκριση, αλλά και στην έκθεση εφέσεως, αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται και ισχυρίζεται ότι η μονομερής εκ μέρους της εγκαλούσας εταιρίας καταγγελία υπήρξε άκυρη και άκαιρη και επομένως ουδέποτε έπαυσε να ισχύει η μεταξύ τους σύμβαση, μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου, δηλαδή την 27.9.2004. Ειδικότερα, η νέα ασφαλιστική κάλυψη με την εταιρία "Διεθνή Ένωση Α.Ε.", αφενός δεν ωφέλησε τον ίδιο και αφετέρου κάλυπτε επαρκώς τα προϊόντα της εγκαλούσας. Η συμπεριφορά δε αυτή της εγκαλούσας προκάλεσε στην εταιρία του τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημίες, την αποκατάσταση των οποίων ζήτησε με αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Συγκεκριμένα το πιθανολογούμενο διαφυγόν κέρδος, από τη συνεργασία τους, κατά το χρονικό διάστημα από 20.10.2003 μέχρι και 27.9.2004, θα ξεπερνούσε το ποσό των 930.000 ευρώ, ενώ από την αναπροσαρμογή του κομίστρου λόγω αυξήσεως των ακτοπλοϊκών ναύλων της Ρόδου και Κω από την μη καταβολή οφειλομένων λόγω αναπροσαρμογής κομίστρων και αυξήσεως της τιμής του πετρελαίου κίνησης η εγκαλούσα εταιρία όφειλε σε αυτόν συνολικά 265.836,843 ευρώ. Αν δεν ληφθούν υπόψη και οι αποδοχές των 53 εργαζομένων στην επιχείρηση του, το συνολικό ποσό που οφείλει η εγκαλούσα εταιρία υπερβαίνει το ποσό των 1.300.000 ευρώ. Προκειμένου λοιπόν ο κατηγορούμενος να διασφαλίσει τις αξιώσεις του, αναγκάστηκε να παρακρατήσει τα εμπορεύματα που κατείχε, ασκώντας τα αναγνωριζόμενα από το νόμο δικαιώματα επισχέσεως και νομίμου ενεχύρου από τη σύμβαση μεταφοράς, που προβλέπονται στα άρθρα 325 Α.Κ. και 92 του Εμπορικού Νόμου. Επίσης, υποστηρίζει ότι η αξία των προϊόντων ανέρχεται σε 409.305,10 ευρώ και όχι αυτή που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, γιατί τα με αριθμούς 5330 και 5325 τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 38.807,41 ευρώ δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, καθόσον αυτά εκδόθηκαν την 20.10.2003, ημερομηνία που είχε ήδη καταγγελθεί η σύμβαση. Εξάλλου, η αξία των τσιγάρων που είχε στην κατοχή του, είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο, γιατί αυτά δεν μπορούσαν να πωληθούν από 30.9.2003 και μετά, λόγω μη αναγραφής σε αυτά των υποχρεωτικών επισημάνσεων περί επικινδυνότητας του καπνίσματος κατ' εφαρμογή της ΥΙ/Γ.Π.οικ.266/13-1-2003 Υπουργικής αποφάσεως, η οποία έθεσε νέους όρους παραγωγής παρουσιάσεως και πωλήσεως των προϊόντων καπνού. Τον ισχυρισμό αυτόν περί μη υπάρξεως οποιασδήποτε προθέσεως ιδιοποιήσεως των αντικειμένων εκ μέρους του που είναι αυτοτελής (διότι αληθής υποτιθέμενος αίρει το αξιόποινο της πράξης του) όπως επίσης και την προβαλλόμενη ένσταση επισχέσεως, για εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτού έναντι της εγκαλούσας εταιρίας, αλλά και τις λοιπές αμφισβητήσεις πρέπει παρεπιμπτόντως να ερευνήσει το Δικαστικό Συμβούλιο, διότι, από το ζήτημα αυτό, δηλαδή από την παραδοχή του ή όχι, έστω και αστικού χαρακτήρα, εξαρτάται η θεμελίωση της κατηγορίας και εντεύθεν αν υπάρχουν ή όχι σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του κατηγορούμενου. Όμως από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δεν προκύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί οφειλής της εγκαλούσας εταιρίας, είναι βάσιμος, καθόσον από κανένα μάρτυρα ή έγγραφο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε ενημερώσει την αντισυμβαλλομένη εταιρία για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, πριν την καταγγελία της συμβάσεως. Για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος αναφέρει για ληξιπρόθεσμες οφειλές στην από 20.10.2003 επιστολή του προς την εγκαλούσα, σε απάντηση της εξώδικης δήλωσης, με την οποία καταγγέλθηκε η μεταξύ τους σύμβαση, στην οποία μνημονεύεται αφηρημένα ότι αυτός θα αναζητήσει τα χρέη προερχόμενα από αυξήσεις ναύλων και καταβολή υπερωριών στο εργατικό προσωπικό, όπως επίσης και για διαφυγόντα κέρδη από την άκυρη και άκαιρη καταγγελία. Ως προς τη βασιμότητα της καταγγελίας, ανεξάρτητα αν η νέα ασφαλιστική σύμβαση κάλυπτε ή όχι πλήρως τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, είναι γεγονός ότι αυτή υπογράφηκε χωρίς να έχει ενημερωθεί προηγουμένως η εγκαλούσα εταιρία και επομένως παραβιάστηκε όρος της αρχικής συμβάσεως μεταφοράς εμπορευμάτων. Ακόμη, τα με αριθμούς 5330 κα 5325 τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 38.807,41 ευρώ, δεν εκδόθηκαν μετά την καταγγελία της συμβάσεως, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, αλλά την ίδια ημέρα, αφού προηγουμένως είχε ειδοποιηθεί ο μεταφορέας για την παραλαβή των εμπορευμάτων και την έγκαιρη μεταφορά τους στους αποδέκτες. Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η αξία των τσιγάρων είχε εκμηδενιστεί, για το λόγο ότι αυτά δεν θα μπορούσαν να διατεθούν στο εμπόριο πώληση επειδή δεν έφεραν τα απαραίτητα στοιχεία που όριζε η παραπάνω Υπουργική απόφαση, δεν είναι βάσιμος, αφού αν πράγματι τα εμπορεύματα δεν είχαν την αξία τους, αλλά προφανώς μικρότερη (την οποία όμως δεν προσδιορίζει), τότε το δικαίωμα επισχέσεως δεν θα ήταν επωφελές γι' αυτόν, γιατί η διάθεση τους στο εμπόριο δεν θα είχε οικονομικά αποτελέσματα, όπως και η επιστροφή των τσιγάρων στην εγκαλούσα εταιρία. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει με σαφήνεια ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε πρόθεση ιδιοποιήσεως των αντικειμένων που είχε παραλάβει για μεταφορά, αλλά ασκούσε νόμιμο δικαίωμα, δεν είναι βάσιμος, καθόσον εάν πράγματι ασκούσε το δικαίωμα επισχέσεως θα έπρεπε ή να έχει στην κατοχή του τα εμπορεύματα, ή να τα έχει πωλήσει σε τρίτο, γεγονός που θα έπρεπε να αποδεικνύεται από κάποιο έγγραφο. Στην περίπτωση δε αυτή, θα έπρεπε να έχει ενημερώσει αμέσως ότι ασκεί το δικαίωμα, που του έδιδε ο νόμος. Σύμφωνα λοιπόν με όσα αναφέρθηκαν, φρονούμε ότι προέκυψαν επαρκείς και σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου, ότι τέλεσε την πράξη της υπεξαίρεσης, διότι παρά τη νόμιμη και συμβατική υποχρέωση του, παρακράτησε, ιδιοποιήθηκε παράνομα και ενσωμάτωσε τα εμπορεύματα στην περιουσία του. Η πράξη του δε αυτή έχει χαρακτήρα κακουργήματος, διότι: α) ενέχει κατάχρηση εμπίστευσης, δηλαδή ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητα του, ως εντολοδόχου της παθούσας εταιρείας και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα εμπορεύματα και β) η αξία των εμπορευμάτων που ιδιοποιήθηκε, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται στο νόμο. Εν όψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου με το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, στις ορθές και νομίμους σκέψεις του οποίου και την ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμαστε". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης για την οποία είχε παραπεμφθεί να δικασθεί με το υπ' αριθμ. 2046/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο αυτό ότι υπάρχουν αποχρώσες ( σοβαρές ) ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Συμβούλιο Εφετών αιτιολογημένα ότι με βάση την από 28/9/2009 συμφωνία αποθήκευσης και διακίνησης εμπορευμάτων που συνήφθη μεταξύ της παθούσας εταιρείας και του αναιρεσείοντος, θεμελιώνεται η έναντι αυτής ιδιότητα του ως εντολοδόχου, η οποία δεν αποκλείεται ούτε είναι ασυμβίβαστη από μόνο το λόγο ότι ο αναιρεσείων ως μεταφορέας και θεματοφύλακας δικαιούται της συμφωνηθείσας αμοιβής, και ότι η κυρία των εμπορευμάτων παθούσα εταιρεία είχε εμπιστευθεί αυτά στον αναιρεσείοντα, λόγω της ιδιότητας του αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη και σαφή αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί μη υπάρξεως εκ μέρους του οποιασδήποτε προθέσεως ιδιοποιήσεως των εμπορευμάτων, περί ασκήσεως νομίμου δικαιώματος επισχέσεως για εξασφάλιση των απαιτήσεων του έναντι της εγκαλούσας εταιρείας, ύψους 1.300.000 ευρώ, που απέρρεαν από τη σύμβαση μεταφοράς, ως και περί μηδενικής εμπορικής αξίας των εμπορευμάτων, εκ του ότι δεν θα μπορούσαν να διατεθούν στο εμπόριο προς πώληση, λόγω του ότι δεν έφεραν τις υποχρεωτικές σημάνσεις που καθόριζε η σχετική Υπουργική απόφαση. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26/2/2010 αίτηση του Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 53/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε με πρωτόδικο βούλευμα, που επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας , άνω των 73.000 €, από εντολοδόχο. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ (η παθούσα εταιρεία ανέθεσε στον αναιρεσείοντα μεταφορέα την μεταφορά των εμπορευμάτων της και την παράδοση τους στους πελάτες της και συνεπώς θεμελιώνεται η έναντι αυτής ιδιότητα του ως εντολοδόχου). Περαιτέρω, το προσβαλλόμενο απέρριψε αιτιολογημένα τους ισχυρισμούς του περί μη υπάρξεως προθέσεως ιδιοποιήσεως των εμπορευμάτων, περί ασκήσεως νομίμου δικαιώματος επισχέσεως για εξασφάλιση των απαιτήσεων του και περί μηδενικής εμπορικής αξίας των εμπορευμάτων. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
1
Αριθμός 1934/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ε. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2. Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παναγιώτου, περί αναιρέσεως της 809/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Τ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πετράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 914/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, μόνο ως προς τις διατάξεις της: α) για απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντα για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ και β) περί επιβολής ποινής ως προς τον ίδιο αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο κατά το αναιρούμενο μέρος της προς νέα συζήτηση. Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 12 παρ. 6 του Ν. 3170/2003 η κλοπή κυνηγετικού σκύλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ. Κατά δε το άρθρο 372 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται ... . Από τη διάταξη του άρθρου αυτού σαφώς προκύπτει ότι τα στοιχεία του βασικού εγκλήματος της κλοπής είναι αντικειμενικώς: 1) πράγμα, ήτοι κάθε ενσώματο αντικείμενο που είναι δεκτικό εξουσιάσεως (κατά την κοινή αντίληψη του ΠΚ και όχι του ΑΚ προς την οποία όμως εν πολλοίς συμπίπτει), 2 ) να είναι κινητό, εκείνο δηλαδή που κατά την κοινή φυσική αντίληψη μπορεί να μετακινηθεί, 3) να είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει, ήτοι να ανήκει σε άλλον και όχι στο δράστη, λαμβανομένης προς τούτο υπόψη της κυριότητας του πράγματος κατά τον ΑΚ, αφού ο ΠΚ δεν περιέχει ίδιο αυτόνομο ορισμό, 4) να αφαιρεθεί από την κατοχή άλλου, την φυσική εξουσία, δηλαδή, κάποιου προσώπου. Στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική επί του πράγματος εξουσία, όσο και η βούληση της εξουσιάσεως, η δε αφαίρεση της κατοχής αυτής να γίνει χωρίς τη θέληση του κατόχου, και υποκειμενικώς 5) δόλος του δράστη, αρκεί και ενδεχόμενος που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το αφαιρούμενο πράγμα είναι ξένο και βρίσκεται στη κατοχή άλλου και τη βούληση ή αποδοχή της αφαιρέσεως του πράγματος από την ξένη κατοχή, χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, για να το υπαγάγει ο δράστης στην κατοχή του, με σκοπό να το έχει οριστικά στην ιδιοκτησία του παρανόμως, δηλαδή χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχεται ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφερόντα στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 809/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τις πρωινές ώρες της 28/2/2004 ο πολιτικώς ενάγων Τ. Κ. και ο αδελφός του Ι. Κ. εκπαίδευαν τρία λαγόσκυλα, μεταξύ των οποίων και ένα ράτσας "γκέκα", αξίας 3.000 ευρώ, που ανήκε στον πολιτικώς ενάγοντα, στο Ποικίλο Όρος, εντός του χώρου εκγύμνασης κυνηγετικών σκύλων, που έχει καθορίσει η Διεύθυνση Δασών Ανατολικής Αττικής. Κατά τον ίδιο χρόνο στον παραπάνω τόπο βρίσκονταν και οι κατηγορούμενοι Ε. και Δ. Κ. (αδέλφια) - όπως και οι ίδιοι το παραδέχονται - με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, χρώματος λευκού, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου TRANSPORTER, ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου. Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού, κατά τον παραπάνω χρόνο και στον παραπάνω τόπο, με κοινή απόφαση και κοινό δόλο, αφαίρεσαν από την κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος τον προαναφερόμενο κυνηγετικό σκύλο, με σκοπό να τον ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα, γύρω στις 10 π.μ. ώρα και ενώ είχαν τελειώσει ο πολιτικώς ενάγων με τον αδελφό του την εκπαίδευση των σκύλων και βρίσκονταν σε απόσταση γύρω στα 100 μέτρα από δασικό χωματόδρομο, βλέπουν να σταματά απότομα το παραπάνω αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι, να κατεβαίνει ο συνοδηγός και με γρήγορες κινήσεις, να πιάνει τον παραπάνω σκύλο του πολιτικώς ενάγοντος, να τον μεταφέρει και να τον βάζει στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια να απομακρύνονται. Όλο το σκηνικό έγινε εμπρός στα μάτια του πολιτικώς ενάγοντος και του αδελφού του, οι οποίοι πρόλαβαν και συγκράτησαν τα στοιχεία του αυτοκινήτου, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε, ανήκε στον πρώτο κατηγορούμενο. Ο παραπάνω σκύλος παραδόθηκε την 18/5/2004 από τον Σ. Λ. (εξετασθείς μάρτυρας) στο Α.Τ. Ν. ..., ο οποίος κατέθεσε ότι τον βρήκε να περιφέρεται αδέσποτος στην οδό ... στο .... Η κατάθεση του τελευταίου δεν κρίνεται καθόλου πειστική και κατά την κρίση του δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι φοβούμενοι τις συνέπειες της σε βάρος τους από 15/3/2004 μηνύσεως και της από 4/4/2004 αγωγής που άσκησε εναντίον τους ο πολιτικώς ενάγων, παράδωσαν τον σκύλο στο γνωστό τους Σ. Λ. για να τον επιστρέψει στον πολιτικώς ενάγοντα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου συνάγεται κυρίως από τα ακόλουθα: α) ο πολιτικώς ενάγουν και ο αδελφός του είδαν με λεπτομέρειες τις κινήσεις των κατηγορουμένων, β) δεν εξηγείται το γεγονός πως ο σκύλος βρέθηκε μετακινούμενος αδέσποτος από το Ποικίλο Όρος στο ... Αττικής, γ) ο σκύλος όταν παραδόθηκε ήταν σε καλή κατάσταση και δεν είχε εμφάνιση αδέσποτου, δ) ενώ στην από 1 8/5/2004 δήλωση ανεύρεσης ζώου του Σ. Λ. στο ΑΤ ... αναφέρεται (δηλώνει) ότι ο σκύλος ανευρέθη στις 16/5/2004 (δύο ημέρες πριν), όπως ο ίδιος ανέφερε, εξεταζόμενος ως μάρτυρας όμως στο ακροατήριο κατέθεσε ότι κράτησε ένα μήνα περίπου μετά την ανεύρεση του, αυτοδιαψευδόμενος όμως, καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι το σκυλί ο πολιτικώς ενάγων το παρέλαβε τον Μάιο. Εν όψει όλων αυτών δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αποδιδόμενη πράξη της κλοπής σκύλου του πολιτικώς ενάγοντος και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα και ούτε αυτός επικαλείται τέτοια συμπεριφορά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στο Ποικίλο Όρος και στο χώρο εκγύμνασης κυνηγετικών σκύλων που έχει καθορίσει η Διεύθυνση Δασών Δυτικής Αττικής στις 28/2/2004, από κοινού ενεργώντας, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου, ξένο ολικά κινητό πράγμα, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του και ειδικότερα αφαίρεσαν από την κατοχή του εγκαλούντος Τ. Κ., ένα λαγόσκυλο, ράτσας "γκέκας", αξίας 3.000 ευρώ, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 45, 372 του ΠΚ και άρθρο 12 παρ. 6 του Ν. 3170/2003, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, και σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας αλλά και νόμιμης βάσης, διότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ που εφάρμοσε, "αφού δεν προκύπτει από αυτή ποιος από τους δύο συμμέτοχους αφαίρεσε τον σκύλο, ώστε να καθίσταται δυνατός, άνευ αμφιβολιών, και μετά πάσης βεβαιότητας, ο προσδιορισμός της συμμετοχικής δράσης εκάστου των κατηγορουμένων", αυτές είναι απορριπτέες, καθόσον επί συναυτουργίας, απαραίτητος όρος της τελέσεως του εγκλήματος είναι η γνώση του συναυτουργού περί της προθέσεως του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος) που μπορεί να περιορισθεί και στην ενέργεια μερικότερων πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρονται χωριστά οι επί μέρους ενέργειες του καθένα από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί να αναφέρεται η πράξη και ο κοινός δόλος. Επομένως, στην κρινόμενη υπόθεση για την αντικειμενική υπόσταση της ως άνω κλοπής κυνηγετικού σκύλου κατά συναυτουργία δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση ποιος από τους φερόμενους δύο δράστες οδηγούσε το αυτοκίνητο και ποιος αφαίρεσε το σκύλο, αφού αρκεί ότι και οι δύο τελούσαν εν γνώσει της κοινής προθέσεως για την τέλεση του παραπάνω εγκλήματος. Μετά από αυτά οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εντείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται με τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από το νόμο, για την συγκρότηση της νομικής έννοιας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρα 141 παρ. 2 και 331 του ΚΠΔ), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, καθόσον η αόριστη προβολή αυτού όχι μόνο δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να τον απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά ούτε καν το υποχρεώνει να απαντήσει σ' αυτόν. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ σύμφωνα με το οποίο απαιτείται ο υπαίτιος να συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, δηλαδή απαιτείται μετά την αξιόποινη πράξη καλή γενικά συμπεριφορά που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο πρώτος των αναιρεσειόντων Ε. Κ., δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, υπέβαλε, για την περίπτωση που θα κηρυχθεί ένοχος, αίτημα, με έγγραφο που κατέθεσε και ενσωματώθηκε στα πρακτικά, το οποίο και ανέπτυξε προφορικά, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, και συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, καθόσον "από τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχει παρέλθει ιδιαιτέρως σημαντικό χρονικό διάστημα και δη των έξι (6) ετών περίπου, κατά το οποίο ουδέποτε απασχόλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την Ελληνική Δικαιοσύνη, επίσης συμμορφώνεται στις επιταγές του δικαίου, με απαρέγκλιτη αυστηρότητα προς τον εαυτό του". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον παραπάνω αυτοτελή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου με την αιτιολογία ότι "... από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, και ούτε αυτός επικαλείται τέτοια συμπεριφορά", αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την περί απορρίψεως κρίση του, αφού ο ισχυρισμός αυτός όπως υποβλήθηκε, χωρίς δηλαδή να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του, ήταν αόριστος, ώστε να μην παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα αξιολογήσεώς του. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15/6/2010 αίτηση των Ε. Κ. του Π. και Δ. Κ. του Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 809/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για από κοινού κλοπή κυνηγετικού σκύλου. Απορρίπτεται ο κοινός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, αλλά και για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 45 ΠΚ, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΠΚ λόγο αναιρέσεως, εκ του λόγου ότι δεν αναφέρει ποιος από τους δύο αναιρεσείοντες αφαίρεσε τον σκύλο. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, καθόσον το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την περί απορρίψεως κρίση του, αφού ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος, όπως υποβλήθηκε. Απορρίπτει την κοινή αίτηση αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Κλοπή, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 1933/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη, περί αναιρέσεως της 102/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 854/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και προσδιορίζονται οι σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Υπαίτιος της προβλεπόμενης από το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα είναι εκείνος που ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, πλην των άλλων στοιχείων, απαιτείται τα κατατεθέντα να είναι ψευδή, ενώ για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση απαιτείται άμεσος δόλος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση αυτή, όπως επίσης πρέπει να αναφέρονται και τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο κατηγορούμενος, αλλιώς η απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ στις 23 Ιουνίου 2003, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ναυπλίου Ευανθίας Αερίδου, κατόπιν αιτήσεως των Ζ4 και Ζ3, και συνετάγη η υπ' αριθμ. 157/2003 ένορκη βεβαίωση της ανωτέρω Ειρηνοδίκου, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί από τους ανωτέρω, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο στην κατ' έφεση συζήτηση της από 19/10/1991 αγωγής τους κατά του νυν μηνυτή Ψ, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου στις 17/9/2003, κατέθεσε ψευδώς ότι: "Από ίδια αντίληψη ...γνωρίζω ότι όλα τα επίδικα ανήκαν στον Ζ1, που πέθανε περίπου το 1930,... και μέχρι του θανάτου του νεμόταν όλα τα επίδικα...Όταν πέθανε ο Ζ1 όλα τα επίδικα περιήλθαν στο γιο του Ζ2, γιατί τα άλλα παιδιά του ο γιος του Ζ4 και η κόρη του ... δεν αναμείχθηκαν στην κληρονομιά. Άφησαν τα μερίδια τους στον αδελφό τους ..., ο οποίος συνέχισε να νέμεται όλα τα επίδικα...Επέβλεπε τα επίδικα και τα προστάτευε από κάθε επέμβαση τρίτου, όσο χρόνο βρισκόταν στην Ελλάδα....Επίσης γνωρίζω ότι με τον Ζ5 είχε ανοίξει και δίκη και με τον οποίο τελικά συμβιβάστηκε..". Όλα όμως αυτά ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ενώ δέχεται ότι είναι ψευδή τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, παραλείπει να αναφέρει ποια είναι τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο αναιρεσείων, ενώ περαιτέρω ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για το ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της αναληθείας των ενόρκως βεβαιωθέντων. Σε σχέση με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου(γνώση) η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό και το διατακτικό απλώς τη φράση "εν γνώσει" που περιέχεται στο νόμο, χωρίς να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή. Είναι συνεπώς βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 102/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για ψευδορκία μάρτυρα. Αναιρείται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ δέχεται ότι τα κατατεθέντα είναι ψευδή, δεν αναφέρει ποια είναι τα αληθή, ούτε περαιτέρω αναφέρονται περιστατικά για το ότι ο αναιρεσείων είχε γνώση της αναλήθειας των ενόρκως βεβαιωθέντων. Παραπέμπει για νέα συζήτηση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1929/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα, για αναίρεση της υπ'αριθ.5182/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 848/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και υπό τον όρο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 511 ΚΠΔ να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον αμέσως ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5182/2009 απόφαση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος στις αρχές Ιανουαρίου 2002, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής υπηρεσίας, προέβη στην κατασκευή ξύλινης στέγης, ύψους πάνω από το επιτρεπόμενο και κάτω από αυτή βοηθητικούς χώρους και κατοικία. Όπως καταθέτει η μάρτυρας της πολεοδομίας, κατόπιν αυτοψίας που έγινε το ύψος της στέγης επανήλθε στο νόμιμο όριο, παραμένουν όμως οι ως άνω κατασκευές. Η δεξαμενή νερού, σύμφωνα με την επιτροπή της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ν. Αχαίας, που έκρινε σχετική ένσταση του κατηγορουμένου, δεν αποτελεί αυθαίρετη κατασκευή( βλ. 18569/2004 σχετικό έγγραφο της πολεοδομίας). Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των προαναφερόμενων αυθαίρετων κατασκευών, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι " Στην ..., αρχές Ιανουαρίου 2002, σε μη διακριβωμένη ημέρα, με πρόθεση του πραγματοποίησε εργασίες δόμησης, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, ως ιδιοκτήτης κτηρίου επί της οδού ..., μεταξύ των οδών ..., όπου λειτουργεί στεγασμένος χώρος στάθμευσης οχημάτων, κατόπιν αρμοδίως διενεργηθείσης αυτοψίας την 18/1/2002 διεπιστώθη ότι καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας και των αναθεωρήσεων αυτής από 6/6/1997 και 26/2/2000, είχε κατασκευάσει : α) τμήματα ξύλινης στέγης, ύψους 3,50 μέτρων και κάτω από αυτή βοηθητικούς χώρους από σκυρόδεμα, ξύλο και οπτόπλινθους, διαστάσεων, αντιστοίχως 9,20 Χ2,90 μέτρων, 9,20 Χ2,10 μέτρων και 3,30 Χ6, 30 μέτρων, με μεταβλητό λόγω στέγης ύψος από 1,80- 3,50 μέτρων, β)ξύλινη στέγη με μέγιστο ύψος 3,50 μέτρων, τετράριχτη και κάτω από αυτή κατοικία και βοηθητικούς χώρους από σύγχρονα δομικά υλικά, διαστάσεων 6,90 Χ 1,70 μέτρων και 5,30 Χ 1,60 μέτρων, αντιστοίχως, τα οποία κτίσματα ήσαν ημιτελή". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, όπως ισχύει, καθόσον μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού εμφιλοχώρησαν αντιφάσεις και ασάφειες, που καθιστούν ανέφικτο τον υπό του Αρείου Πάγου αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο κατηγορούμενος "αρχές Ιανουαρίου 2002, χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας προέβη στην κατασκευή ξύλινης στέγης...και κάτω από αυτή σε βοηθητικούς χώρους και κατοικία...", στο διατακτικό τον κηρύσσει ένοχο " του ότι στις αρχές Ιανουαρίου 2002 καθ' υπέρβαση της υπ'αριθμ. ... οικοδομικής άδειας και των αναθεωρήσεων αυτής από 6/6/1997 και 26/2/2002, κατασκεύασε ξύλινη στέγη και κάτω από αυτή βοηθητικούς χώρους από σκυρόδεμα ...... Ετσι όμως δημιουργείται ασάφεια ως προς το εάν οι κατασκευές, οι οποίες κρίθηκαν αυθαίρετες, έγιναν καθ' υπέρβαση της χορηγηθείσας οικοδομικής άδειας ή χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε οικοδομικής άδειας. Το γεγονός αυτό έχει καθοριστική σημασία, στην επιμέτρηση της ποινής, αφού σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 8 εδάφιο τελευταίο Ν.1337/83 "για απλές υπερβάσεις άδειας κατασκευής μπορεί να επιβληθεί ποινή μειωμένη". Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με την μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των λοιπών λόγων παρέλκει. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημ/τα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημ/τα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ. β και 511 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ/κε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για αυθαίρετη κατασκευή, που φέρεται ότι διέπραξε αρχές Ιανουαρίου 2002 στην ..., δηλαδή για πράξη που έχει πλημ/κό χαρακτήρα. Όμως από το χρόνο τελέσεως αυτής μέχρι και τη συζήτηση της παρούσας (8/10/72010) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, και συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παραγραφής. Λαμβανομένου δε περαιτέρω ότι υπόψη ότι η παραδεκτως ασκηθείσα αναίρεση περιέχει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5182/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ, κατοίκου ..., για την πράξη της αυθαίρετης κατασκευής κτίσματος, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην Πάτρα αρχές του μηνός Ιανουαρίου 2002. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για αυθαίρετη κατασκευή. Αναιρείται η απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι ενώ στο σκεπτικό η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ο κατηγορούμενος χωρίς άδεια της Πολεοδομικής Υπηρεσίας προέβη στην κατασκευή ξύλινης στέγης, βοηθητικών χώρων κτλ, στο διατακτικό τον κηρύσσει ένοχο διότι καθ' υπέρβαση της χορηγηθείσας οικοδομικής άδειας κατασκεύασε ξύλινη στέγη, βοηθητικούς χώρους ..., το γεγονός δε αυτό έχει καθοριστική σημασία για την επιμέτρηση της ποινής. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (η πράξη τελέσθηκε τον Ιανουάριο 2002) -.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1925/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Σ. του Ζ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 759/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 790/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 287/23-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 65/25-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Ζ. Σ. κατοίκου ... (...), η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Πειραιώς Φιλ. Φίλια σύμφωνα με την από 18-5-2010 εξουσιοδότηση του που προσκόμισε, κατά του 759/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 3086/2008 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα Α. Σ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα (α. 1 παρ. 1α, στ! , αιζ !, 2 εδαφ. α! β! του Ν. 2331/1995, όπως η παρ. αιζ προστ. με το α. 2 παρ. 16 του Ν. 2479/1997 και 2 παρ. 2, 13 εδαφ. στ!, 98 και 235 του Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού αυτός άσκησε έφεση η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με το 907/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση η οποία έγινε δεκτή με την 2035/2009 απόφαση σε Συμβούλιο του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο με διαφορετική σύνθεση. Το βούλευμα αυτό αναιρέθηκε για έλλειψη αιτιολογίας επειδή σ' αυτό " ... α) δεν εξατομικεύονται κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις τα στοιχεία του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας που του αποδίδεται κατ' εξακολούθηση, από την οποία, κατά την κατηγορία, προέρχονται τα νομιμοποιούμενα με τις διαδοχικές τραπεζικές καταθέσεις χρήματα, β) δεν διευκρινίζεται αν τα χρήματα που ελάμβανε ως δώρα ή ανταλλάγματα εξυπηρετήσεων ο κατηγορούμενος, υπάλληλος στη Διεύθυνση Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, από αγνώστους κατάδικους, τουλάχιστον από 3-3-2000 και μετά, που ισχύει ο νέος ν. 2808/2000, που κατατέθηκαν σε τραπεζικούς του λογαριασμούς, δόθηκαν σε αυτόν από κρατουμένους σε διάφορες φυλακές της Ελλάδος, προκειμένου να προβεί αυτός σε μελλοντική ενέργεια και θετική παρέμβαση προς όφελος διαφόρων αιτημάτων των κρατουμένων ή για ήδη τελειωμένη ενέργεια και μεσολάβηση αυτού, οπότε και δε στοιχειοθετείται αντικειμενικά με τον άνω νόμο το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, γ) δεν διευκρινίζεται αν οι αποδιδόμενες ενέργειες του κατηγορουμένου υπαλλήλου υπέρ διαφόρων κρατουμένων βρίσκονται εντός του κύκλου των καθηκόντων της υπηρεσίας του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης που υπηρετούσε ή τελέσθηκαν ή υποσχέθηκαν υπ' αυτού ότι θα τελεσθούν επ' ευκαιρία της υπηρεσιακής του δράσεως και με την εξάσκηση της υπηρεσιακής του επιρροής σε άλλους υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε υπαλλήλους σωφρονιστικών καταστημάτων, δ) ουδόλως αιτιολογείται η τέλεση του άνω εγκλήματος νομιμοποίησης εσόδων, κατ' επάγγελμα, όπως παραπέμπεται, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ. και δη εκτός από την εκτιθέμενη στο άνω αιτιολογικό επανειλημμένη τέλεση της παθητικής δωροδοκίας και κατάθεσης χρημάτων σε λογαριασμούς του για νομιμοποίηση, από 6-5-1997 έως και Οκτώβριο του 2001, δεν αναφέρεται αν προκύπτει και σκοπός του κατηγορουμένου υπαλλήλου για πορισμό εισοδήματος ". Το Συμβούλιο Εφετών επανήλθε και με το 759/2010 βούλευμά του: α) απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου κατά του πρωτοβαθμίου βουλεύματος και β) επικύρωσε το πρωτοβάθμιο βούλευμα. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε: α) στον κατηγο-ρούμενο στις 14-5-2010 με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς Σ. Χ. και β) στον αντίκλητο δικηγόρο του Φιλ. Φίλια στις 20-5-2010, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, και αυτός στις 25-5-2010 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών με την οποία ζητάει την αναίρεσή του για έλλειψη αιτιολογίας (α. 484 παρ. 1 δ ! του Κ.Π.Δ.). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το α. 235 του ΠΚ, τιμωρείται με την προβλεπόμενη απ' αυτό ποινή ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη, που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σ' αυτά. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ο υπάλληλος (α. 13 εδ. α' και 263 Α' του ΠΚ ), εκτός των άλλων, : α) να ζητά ή να λαμβάνει δώρα ή ανταλλάγματα, που δεν αρμόζουν σε αυτόν, για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του και β) η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Έτσι το έγκλημα αυτό δεν τελείται από υπάλληλο που χρησιμοποιεί την υπηρεσιακή του επιρροή σε άλλο υπάλληλο που είναι αρμόδιος να προβεί σε κάποια υπηρεσιακή ενέργεια (ΑΠ 675/07 ΠΧ! 2008.151, ΑΠ 15/2002 ΠΧ! 2002.817 , ΑΠ 544/2000 ΠΧ! 2000.987 ). Τέλος, σύμφωνα με το α. 2 του Ν.2802/3-3-2000 με το οποίο αντ. το α.235 του Π.Κ., η παθητική δωροδοκία του υπαλλήλου στοιχειοθετείται μόνο για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτού ενώ η δωροδοκία αυτού για τελειωμένες πράξεις ή παραλείψεις του δεν είναι αξιόποινη πράξη (ΑΠ160/06 ΠΧ! 2006.721). Ήδη μετά το α. 2 παρ. 1 του Ν. 3666/2008, που αντ. και πάλι το α. 235 του ΠΚ, παθητική δωροδοκία υπάρχει και για τις τελειωμένες πράξεις η παραλείψεις του υπαλλήλου. Εξάλλου σύμφωνα με το ά. 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 "Για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3424/2005, "με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα έτη τιμωρείται όποιος, από κερδοσκοπία ή για να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή για να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Στην εγκληματική δραστηριότητα της παραπάνω ρύθμισης περιλαμβάνεται, τόσο σύμφωνα με το α. 1 παρ. α' εδ. αιζ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/1997 και αναριθμήθηκε με το α. 6 παρ. 1 του ν. 2696/1998 , όσο και σύμφωνα με το α. 2 παρ. 1 του ν. 3424/2005 που αντ. Το α. 1 παρ. α' του ν. 2331/1995, και η παθητική δωροδοκία. Υποκείμενο του εγκλήματος αυτού της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, όπως π.χ. της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζα, μπορεί να είναι και ο αυτουργός του βασικού εγκλήματος, όπως π.χ. της παθητικής δωροδοκίας. Έτσι τα δύο αυτά εγκλήματα συρρέουν αληθώς μεταξύ τους επειδή αποτελούνται από διαφορετικά στοιχεία και προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά (ΑΠ 2035/2009, ΑΠ 924/2009, ΑΠ 1646/2008). Η παραγραφή του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, δεν έχει καμιά έννομη συνέπεια στην συγκρότηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα σύμφωνα με α. 3 παρ. 1 στοιχείο δ' εδ. τελευταίο του ν. 3424/2005. Τέλος για την παραπομπή για το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στην αδυναμία του δράστη να δικαιολογήσει την κατοχή ή την κατάθεση στο όνομά του από άγνωστο καταθέτη συγκεκριμένων κάθε φορά χρηματικών ποσών ( ΑΠ 219/07 , ΑΠ 351/03 ,ΑΠ 372/02 , ΑΠ 1206/86 ). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 474/2004 ΠΧ! 2005. 152, ΑΠ 151/2002 ΠΧ! 2002.884 ). Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό αιτιολογημένη εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1227/79 ΠΧ! 1980.53, ΑΠ 1071/2005 ΠΧ! 2006.134 , ΑΠ 1464/2003 ΠΧ! 2004.409). ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με πλήρη αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατά το έτος 2000, είχε ως αντικείμενο τις μεταγωγές κρατουμένων για κάθε αιτία, πλην αυτών που ελάμβαναν χώρα για λόγους υγείας. Στο εν λόγω Τμήμα υπηρετούσε από πολλών ετών και δη από το έτος 1991 ως υπάλληλος ο εκκαλών κατηγορούμενος Α. Σ.. Ούτος χειριζόταν τις συνήθεις μεταγωγές κρατουμένων, ήτοι τις μεταγωγές που ελάμβαναν χώρα μετά από αίτηση των κρατουμένων και οι οποίες διέρχονταν μέσω της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τις δε έκτακτες μεταγωγές, ήτοι τις έχουσες κατεπείγοντα χαρακτήρα, που αποφασίζονταν από το Υπουργείο και δη από τον Γενικό Γραμματέα για λόγους ασφαλείας ή τάξεως, με μεταγενέστερη έγκριση της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, χειρίζονταν οι υπάλληλοι Α. Σ. (εκκαλών κατηγορούμενος) και Ν. Π.. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Α. Σ. ασκούσε καθήκοντα γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών και με την ιδιότητά του αυτή διακινούσε τις μεταγωγές των κρατουμένων, εισήγαγε τις αιτήσεις στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών και καθόριζε την σειρά εισαγωγής αυτών. Περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2000, ο Διευθυντής της Εξωτερικής Φρουράς Φυλακών Ι. Ξ., έλαβε τηλεφώνημα από τον Διευθυντή Ασφαλείας Αττικής, ο οποίος ανέφερε πως σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην Υπηρεσία του, κάποιος υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης με μικρό όνομα Θ., διευκόλυνε κρατουμένους φυλακών, σε θέματα μεταγωγών. Αμέσως ο Ι. Ξ. ενημέρωσε τον Ι. Σ., Τμηματάρχη της ανωτέρω Διεύθυνσης, ο οποίος υποπτεύθηκε τον Α. Σ., ως τον «Θ.», που διευκόλυνε κρατουμένους σε θέματα μεταγωγών. Ο Ι. Ξ. επισκέφθηκε και την Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όπου τον πληροφόρησαν πως στην "πιάτσα" των κακοποιών είχε ευρέως διαδοθεί ότι από μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης άτομο ονόματι Θ. το οποίο διευκόλυνε τους κρατουμένους σε θέματα μεταγωγών. Μετά ταύτα ούτος ενημέρωσε εκ νέου τον Ι. Σ. καθώς και την Κ. Μ., αναπληρώτρια Γενικού Διευθυντού Σωφρονιστικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ακολούθως ενημερώθηκε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου και ο Υπουργός, ο δε Α. Σ. κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2000 μετακινήθηκε σε άλλη Διεύθυνση του Υπουργείου. Προ της μετακινήσεως του ανωτέρω σε άλλη Διεύθυνση, κρατούμενοι και δικηγόροι είχαν επανειλημμένα τηλεφωνήσει στην Κ. Μ., παραπονούμενοι διότι αιτήσεις κρατουμένων σε διάφορες φυλακές της χώρας, για μεταγωγή καθυστερούσαν να εισαχθούν στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών, η δε Κ. Μ. είχε διαπιστώσει πως δεν ετηρείτο απόλυτη χρονολογική σειρά από τον αρμόδιο εισαγωγής των αιτήσεων Α. Σ., χωρίς καμία υπηρεσιακή δικαιολογία. Περαιτέρω, ο Ι. Ξ., μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Διευθυντή της φυλακής Αλικαρνασσού Ε. Ψ., πληροφορήθηκε πως οι κρατούμενοι επληροφορούντο, προφανώς από κάποιον στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το περιεχόμενο εγγράφων που ούτος έστελνε στο Υπουργείο με FAX, ζητώντας μεταγωγές κρατουμένων για λόγους ασφαλείας και τάξεως. Ο Α. Σ. κατά τον χρόνο που υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και ασκούσε καθήκοντα Γραμματέως της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, παρέτεινε συχνάκις την παραμονή του στο γραφείο επί πολλές ώρες μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο, λαμβανομένου υπ' όψιν του είδους της υπηρεσιακής του απασχολήσεως και του μεγέθους αυτής. Ωσαύτως ούτος μιλούσε επί πολλές ώρες στο σταθερό υπηρεσιακό τηλέφωνο, ή στο δικό του κινητό τοιούτο, το οποίο άλλαζε συχνά, περιφερόμενος στους διαδρόμους, ή εισερχόμενος σε διάφορα γραφεία κενά προσωπικού, συνομιλούσε δε απευθείας με κρατουμένους και συνεννοούταν για τα θέματα τους. Δεχόταν επίσης στην Υπηρεσία του διάφορα δώρα, όπως πολυτελή καλάθια με λουλούδια, ποτά, γλυκά. Τον επισκέπτονταν στην υπηρεσία διάφοροι που ενδιαφέρονταν για κρατουμένους και ενώπιον των συναδέλφων του, ζητούσαν να του μιλήσουν ιδιαιτέρως. Ο συνάδελφός του Ν. Π. είχε πληροφορηθεί από σωφρονιστικούς υπαλλήλους της Φυλακής Κορυδαλλού αλλά και του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, ένθα ο πατέρας του υπηρετούσε ως διευθυντής, ότι στις φυλακές είχε ευρέως διαδοθεί πως ο Α. Σ. διεκπεραίωνε μεταγωγές κρατουμένων έναντι χρηματικής συναλλαγής. Αλλά και μετά την μετακίνησή του σε άλλη Διεύθυνση, η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2000, ούτος εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για τις μεταγωγές των κρατουμένων και ενοχλούσε τους αρμοδίους υπαλλήλους, οι οποίοι προκειμένου να τον αποφύγουν έφθασαν στο σημείο να κλειδώνουν τα γραφεία τους, ενώ διάφοροι τους τηλεφωνούσαν και τους πρότειναν οικονομικά ανταλλάγματα προκειμένου να προωθηθούν αιτήσεις μεταγωγής. Ηλικιωμένη τσιγγάνα επισκέφθηκε το Τμήμα ζητώντας διάφορες εξυπηρετήσεις για τον κρατούμενο υιό της και ισχυρίστηκε ότι μέχρι τότε τις εξυπηρετήσεις αυτές τις ικανοποιούσε ο Θ., τον οποίο απεκάλεσε "Μπαλαμό" δηλαδή "αγαπητό". Περί ώρα 10.00' της 22-3-2000, ήτοι μετά την μετακίνηση του Α. Σ. από την ανωτέρω Διεύθυνση, η αλλοδαπή, υπήκοος Αλβανίας Ζ. V. μετέβη σε γραφείο της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και επεχείρησε να δωροδοκήσει τον ως άνω αναφερόμενο υπάλληλο Ν. Π., αφήνοντας στο γραφείο του το χρηματικό ποσό των 50.000 δραχμών, τυλιγμένο σε λευκή κόλλα χάρτου, προκειμένου ο κρατούμενος της Φυλακής Χανίων R. K. να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης από την Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών και να μεταφερθεί στην Φυλακή Θεσσαλονίκης. Την προηγουμένη ημέρα (21-3-2000) ο Ν. Π. είχε λάβει ένα τηλεφώνημα από την ανωτέρω Ζ. V., η οποία ζητούσε φορτικά να τον δει στο γραφείο του στο Υπουργείο και τον ρώτησε πώς μπορούσε ο αδελφός της R. K., ο οποίος εκρατείτο στην Φυλακή Χανίων, να μεταχθεί σε άλλη φυλακή. Η ανωτέρω, στις 22-3-2000, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αυτόφωρο όπου καταδικάστηκε. Κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία ισχυρίστηκε ότι ενήργησε για λογαριασμό κάποιου ονόματι "Χάρη", ο οποίος και θα ενεργούσε προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταγωγή. Εκτός όμως της αιθούσης, ο εργοδότης του συζύγου της έκανε λόγο ενώπιον των Ι. Σ. και Ν. Π., για άτομο με μικρό όνομα "Σάκης" και όχι "Χάρης", το οποίο και θα ενεργούσε για να πραγματοποιηθεί η μεταγωγή. Στις 22-3-2000, δηλαδή την ημέρα που η συλληφθείσα Ζ. V. επισκέφθηκε τον Ν. Π. και επεχείρησε να τον δωροδοκήσει, δεν υπήρχε γραμμένη στο οικείο βιβλίο αίτηση μεταγωγής του παραπάνω κρατουμένου. Ο Ι. Σ. επικοινώνησε μετά ταύτα με τον διευθυντή Φυλακής Χανίων Ε. Π., ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση μεταγωγής από τον ως άνω αναφερόμενο κρατούμενο. Την επομένη όμως ημέρα(23-3-2000) ο Ι. Σ. διαπίστωσε ότι στα εισερχόμενα στην Διεύθυνση έγγραφα, υπήρχε τοιαύτη αίτηση, προορισμένη να εισαχθεί στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών. Ο Ι. Σ. μετά την διαπίστωση αυτή επικοινώνησε εκ νέου με τον διευθυντή Φυλακής Χανίων Ε. Π., ο οποίος ισχυρίστηκε ότι με τα ζητήματα των μεταγωγών, ασχολούταν η υπάλληλος της Γραμματείας της Φυλακής Σ. Σ.. Η τελευταία, είχε πολύ συχνές, τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Α. Σ., κατά τον χρόνο που αυτός υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του και είχε πολύωρες και συχνές τηλεφωνικές επαφές μαζί του. Η αίτηση του ανωτέρω κρατουμένου για μεταγωγή είχε υποβληθεί στις 7-3-2000, άπαντα τα συνοδεύοντα την αίτηση αυτή έγγραφα έφεραν επίσης την ίδια ημερομηνία, η δε αναγκαία για την μεταγωγή εισήγηση του Συμβουλίου της Φυλακής δεν έφερε την υπογραφή του Διευθυντή Ε. Π.. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Α. Σ., κατά τον χρόνο που υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και δη από το τέλος του έτους 1997 και εντεύθεν, είχε συχνή τηλεφωνική επαφή με τον κρατούμενο της Φυλακής Αλικαρνασσού Κ. Χ., τον οποίο αποκαλούσε χαϊδευτικά "Κοκό", καθώς και με την αδελφή αυτού Ε.. Είχε δε ζητήσει από τον Διευθυντή της Φυλακής Αλικαρνασσού Ν. Ψ. να βοηθήσει τον Χ. και να τον τοποθετήσει σε εργασία.Στις 24-11-1997 ο κρατούμενος Τ., φίλος του Χ., απέστειλε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης έγγραφο, με το οποίο ζητούσε να καταθέσει υπέρ αυτού στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ένθα θα εισαγόταν αίτησή του για απόλυση υπό όρο, ο Α. Σ.. Η αίτηση του εν λόγω κρατουμένου, δεν πρωτοκολλήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά βρέθηκε στα χέρια του Α. Σ., ο οποίος συνέταξε ιδιόγραφο ευνοϊκό υπόμνημα για τον κρατούμενο αυτόν, το οποίο και απέστειλε στην Φυλακή όπου εκρατείτο, με την ένδειξη να παραδοθεί σε αυτόν, αφού προηγουμένως υφήρπασε την υπογραφή της Διευθύντριας Π. Σ. επί του διαβιβαστικού εγγράφου, διαβεβαιώνοντας αυτήν ότι το ιδιόχειρο υπόμνημα αφορούσε δήθεν την περίπτωση αναμείξεως του ονόματός του στην μεταγωγή του κρατουμένου Μ.. Ο κρατούμενος Τ., έκανε χρήση του ιδιογράφου ευνοϊκού υπομνήματος στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Ο Α. Σ. κατά το έτος 1997 ερχόταν σε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία με τον κρατούμενο Τ. όσο και με συγγενείς αυτού και συζητούσε τόσον υπηρεσιακά όσον και εξωυπηρεσιακά θέματα. Περαιτέρω, η Κεντρική επιτροπή Μεταγωγών κατά το έτος 1998 απεφάσισε την μεταγωγή του κρατουμένου βαρυποινίτη Μ., από τις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας, στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού, προκειμένου να εργασθεί στο Αρτοποιείο αυτής. Ο δε Α. Σ., με την ιδιότητα του Γραμματέως της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, συνέταξε αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως το οποίο και απέστειλε στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού, στο οποίο όμως δεν ανέφερε την ένδειξη να εργασθεί στο αρτοποιείο, αλλά ανέγραψε την ένδειξη για εργασία γενικώς, εις τρόπον ώστε να είναι δυνατή η απασχόληση του κρατουμένου αυτού και εκτός αρτοποιείου(εξωτερικός κρατούμενος για διανομή άρτου), επί πλέον δε έθεσε επί του εγγράφου αυτού την δική του υπογραφή και εμερίμνησε να υπογραφεί αυτό μόνον από τον Γενικό Διευθυντή και όχι και από την διευθύντρια του Τμήματος Σ. Π. και τον Τμηματάρχη Ι. Σ., ενόψει του γεγονότος ότι ο εν λόγω κρατούμενος ήτο βαρυποινίτης και οι τελευταίοι θα εκδήλωναν αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση της μεταγωγής αυτής. Ο εν λόγω κρατούμενος, αμέσως μετά την μεταγωγή του στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού, απέδρασε, αφού προηγουμένως ο Διευθυντής της Φυλακής είχε ζητήσει την μεταγωγή του σε άλλη φυλακή λόγω της επικινδυνότητάς του. Ο Α. Σ. εμερίμνησε ο ίδιος για την βεβαίωση της χρηματικής ποινής του κρατουμένου C. Ι., μεταβάς στην οικεία Δ.Ο.Υ. στις 29-12-2009, αφού απουσίασε επί πολλές ώρες από το γραφείο του, κατά δε το διάστημα της απουσίας του εστάλη στο γραφείο του, στο όνομα του, ένα πολυτελέστατο καλάθι, με ποτά, λουλούδια και σοκολάτες. Στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας εκρατείτο ο Γ. Λ., ο οποίος κατά το διάστημα της κρατήσεώς του και της εργασίας του εκτός φυλακής, κατά τον κανονισμό αυτής, είχε διαπράξει σωρεία εγκληματικών πράξεων, για τον λόγο δε αυτό είχε διαταχθεί η μεταγωγή του στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων με την 1907/22-1-1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η μεταγωγή όμως αυτή μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 δεν είχε εκτελεσθεί, καίτοι δεν είχε ανακληθεί, ο δε διευθυντής της Φυλακής Γ. Σ., ερωτηθείς από τον Ι. Σ. για τους λόγους της μη εκτελέσεως της μεταγωγής, ισχυρίστηκε αρχικώς ότι είχαν εκλείψει οι λόγοι αυτής, κατόπιν όμως αποκάλυψε ότι για την παραμονή του εν λόγω κρατουμένου στην Φυλακή Τίρυνθας, ενδιαφερόταν ο Α. Σ.. Για τον κρατούμενο στην Αγροτική Φυλακή Κασσάνδρας, T., ο Α. Σ., μετά την μετακίνηση του σε άλλη Διεύθυνση του Υπουργείου, ζήτησε από την υπάλληλο Π. Γ., να τηλεφωνήσει στον Διευθυντή της Φυλακής αυτής και να του ζητήσει να ενταχθεί ο εν λόγω κρατούμενος στο πρόγραμμα ξυλογλυπτικής.Ωσαύτως, ο Α. Σ., μετά την μετακίνηση του σε άλλη Διεύθυνση του Υπουργείου, επέδειξε ενδιαφέρον για τον Τούρκο κρατούμενο E. K., ο οποίος είχε καταδικασθεί για παραβάσεις του περί ναρκωτικών νόμου και ο οποίος είχε υποβάλει αιτήσεις για την μεταφορά του στην Τουρκία, προκειμένου να συνεχισθεί εκεί η έκτιση της ποινής του. Για τον ίδιο κρατούμενο τηλεφωνούσε στο Υπουργείο και η αδελφή του κρατουμένου Χ.. Ενδιαφέρθηκε επίσης ο Α. Σ., μετά την απομάκρυνσή του από το Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και για τους κρατουμένους Β.B., S.B. C. ή G. L. ή L.. Για την συμπεριφορά του Α. Σ. κατά τον χρόνο που ούτος υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονι-στικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, διενεργήθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση από τον Αντιπρόεδρο του Ν.Σ.Κ. Γ. Π. και συντάχθηκε η από 28-2-2001 έκθεση, η οποία διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το Ε.Π. 238/5-4-2001 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και επί τη βάσει αυτής, παραγγέλθηκε αρχικώς η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, δυνάμει της Δ01/1243/ 17-4-2001 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 τόσον εκ μέρους του Α. Σ., όσον και εκ μέρους των συγγενικών του προσώπων. Εις τα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος ζήτησε, επί τη βάσει της διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 2331/1995, από διάφορα Τραπεζικά Ιδρύματα πληροφορίες σχετικές με την τήρηση σε αυτά λογαριασμών από τον Α. Σ., την σύζυγό του και τα συγγενικά του πρόσωπα και διαπιστώθηκε ότι ούτος και η σύζυγος του ήσαν δικαιούχοι λογαριασμών σε διάφορες Τράπεζες, από δε την επισταμένη ανάλυση των λογαριασμών αυτών και την σύγκριση των σχετικών ποσών με τα αντίστοιχα δηλωθέντα εισοδήματα και τις μηνιαίες αποδοχές τους, προέκυψε η ύπαρξη ανακολουθίας. Ειδικότερα διαπιστώθηκε η τήρηση των κάτωθι λογαριασμών, στους οποίους κατά τα επίμαχα έτη 1997, 1998, 1999, 2000 και 2001, κατά τα οποία και έλαβαν χώρα οι ως άνω περιγραφόμενες ενέργειες του Α. Σ., κατατέθηκαν χρηματικά ποσά ανερχόμενα συνολικά σε 40.000.000 περίπου δραχμές(πάντως όχι πλέον των 50.000.000 δραχμών): α) ... της Εμπορικής Τράπεζας, β) ... της Τράπεζας EUROBANK, γ) ... της Τράπεζας EUROBANK, δ) ... της Τράπεζας EUROBANK, ε) ... της Τράπεζας EUROBANK, στ) ... της Τράπεζας EUROBANK, και ζ) ... της Τράπεζας CITI BANK. Είχαν δε κατατεθεί τα εξής χρηματικά ποσά: α) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας CITI BANK: 1. Στις 14-5-1997 χρηματικό ποσό 25.000 δραχμών, 2) στις 14-5-1997 χρηματικό ποσό 200.000 δραχμών, 3) στις 4-6-1997 ποσό 40.000 δραχμών, 4) στις 18-6-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 5) στις 14-7-1997 ποσό 100.000 δραχμών, 6) στις 18-8-1997 ποσό 60.000 δραχμών, 7) στις 2-12-1997 ποσό 130.000 δραχμών, 8) στις 10-2-1998 ποσό 180.000 δραχμών, 9) στις 16-3-1998 ποσό 90.000 δραχμών, 10) στις 20-3-1998 ποσό 70.000 δραχμών, 11) στις 18-5-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 12) στις 2-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 13) στις 2-7-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 14) στις 6-8-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 15) στις 14-8-1998 ποσό 10.000 δραχμών, 16) στις 9-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 17) στις 14-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 18) στις 10-11-1998 ποσό 55.000 δραχμών στις 14-12-1998 ποσό 55.000 δραχμών. 19) Στις 14-12-1998 ποσό 55.000 δραχμών. β) Στον λογαριασμό ... της Εμπορικής Τράπεζας: 1) Στις 21-4-1998 ποσό 55.000 δραχμών, 2)στις 18-5-1998 ποσό 52.000 δραχμών, 3) στις 17-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 4) στις 8-7-1998 ποσό 800.000 δραχμών, 5) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 6) στις 8-12-1998 ποσό 700.000 δραχμών, 7) στις 17-12-1998 ποσό 200.000 δραχμών, 8) στις 21-12-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 9) στις 20-1-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 10) στις 2-3-1999 ποσό 600.000 δραχμών. γ) Στο λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK,(κοινό μετά της συζύγου του Ε. Κ.): 1) στις 8-3-1999 ποσό 1.200.000 δραχμών, 2) στις 20-5-1999 ποσό 300.000 δραχμών, 3) στις 22-11-1999 ποσό 200.000 δραχμών, στις 30-5-2000 ποσό 700.000 δραχμών, 5) στις 21-12-2000 ποσό 100.000 δραχμών, στις 30-8-2000 ποσό 1.200.000 δραχμών. δ) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK: 1) Στις 12-6-1997 ποσό 2.900.000 δραχμών, 2) στις 30-6-1997 ποσό 1.800.000 δραχμών, 3) στις 8-7-1997 ποσό 1.000.000 δραχμών, 4) στις 18-8-1997 ποσό 1.800.000 δραχμών, 5) στις 4-11-1997 ποσό 850.000 δραχμών, 6) στις 13-11-1997 ποσό 450.000 δραχμών, 7) στις 2-12-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 8) στις 5-1-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 9) στις 11-12-1998 ποσό 1.600.000 δραχμών, 10) στις 3-4-1998 ποσό 800.000 δραχμών, 11) στις 14-5-1998 ποσό 500.000 δραχμών, 12) στις 18-5-1998 ποσό 300.000 δραχμών, 13) στις 5-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 14) στις 10-7-1998 ποσό 800.000 δραχμών, 15) στις 14-7-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 16) στις 23-7-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 17) στις 5-8-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 18) στις 11-9-1998 ποσό 160.000 δραχμών, 19) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 20) στις 2-11-1998 ποσό 130.000 δραχμών, 21) στις 9-11-1998 ποσό 300.000 δραχμών, 22) στις 2-12-1998 ποσό 280.000 δραχμών, 23) στις 21-12-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 24) στις 27-1-1998 ποσό 300.000 δραχμών, 25) στις 3-2-1999 ποσό 3.000.000 δραχμών, 26) στις 23-2-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 27) την 1-3-1999 ποσό 250.000 δραχμών, 28) στις 10-3-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 29) στις 16-3-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 30) στις 13-4-1999 ποσό 300.000 δραχμών, 31) στις 19-4-1999 ποσό 200.000 δραχμών, 32) στις 27-5-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 33) στις 2-6-1999 ποσό 50.000 δραχμών, 34) στις 4-6-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 35) στις 23-6-1999 ποσό 200.000 δραχμών, 36) στις 28-6-1999 ποσό 140.000 δραχμών, 37) στις 16-7-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 38) στις 23-7-1999 ποσό 50.000 δραχμών, 39) στις 2-8-1999 ποσό 1.300.000 δραχμών, 40) στις 11-8-1999 ποσό 1.000.000 δραχμών, 41) στις 16-8-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 42) στις 17-9-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 43) στις 20-9-1999 ποσό 400.000 δραχμών. ε) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK: Ι) Στις 5-11-1999 ποσό 220.000 δραχμών, 2) στις 19-11-1999 ποσό 650.000 δραχμών, 3) στις 29-11-1999 ποσό 250.000 δραχμών, 4) την 1-12-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 5) στις 7-12-1999 ποσό 180.000 δραχμών, 6) στις 17-12-1999 ποσό 50.000 δραχμών, 7) στις 24-1-2000 ποσό 100.000 δραχμών, 8) στις 27-1-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 9) στις 31-1-2000 ποσό 200.000 δραχμών, 10) στις 7-2-2000 ποσό 80.000 δραχμών, 11) στις 6-3-2000 ποσό 1.000.000 δραχμών, 12) στις 15-3-2000 ποσό 30.000 δραχμών, 13) στις 21-3-2000 ποσό 1.350.000 δραχμών, 14) στις 23-3-2000 ποσό 835.000 δραχμών, 15) στις 24-3-2000 ποσό 100.000 δραχμών, 16) στις 28-3-2000 ποσό 100.000 δραχμών, 17) στις 5-4-2000 ποσό 40.000 δραχμών, 18) στις 25-4-2000 ποσό 180.000 δραχμών, 19) στις 9-5-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 20) στις 1-6-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 21) στις 24-7-2000 ποσό 600.000 δραχμών, 22) στις 31-7-2000 ποσό 120.000 δραχμών, 23) στις 15-9-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 24) στις 6-10-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 25) στις 21-11-2000 ποσό 530.000 δραχμών, 26) στις 8-1-2001 ποσό 50.000 δραχμών, 27) στις 16-1-2001 ποσό 350.000 δραχμών, 28) στις 16-2-2001 ποσό 260.000 δραχμών, 29) στις 15-3-2001 ποσό 350.000 δραχμών, 30) στις 20-3-2001 ποσό 150.000 δραχμών, 31) στις 26-4-2001 ποσό 40.000 δραχμών, 32) στις 27-4-2001 ποσό 350.000 δραχμών, 33) στις 11-6-2001 ποσό 120.000 δραχμών, 34) στις 5-7-2001 ποσό 130.000 δραχμών, 35) στις 30-8-2001 ποσό 150.000 δραχμών, 36) στις 12-9-2001 ποσό 200.000 δραχμών, 37) στις 13-9-2001 ποσό 200.000 δραχμών, 38) στις 4-10-2001 ποσό 80.000 δραχμών. στ) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK, 30.000 δραχμές τον Ιούνιο του 1999, 25.000 δραχμές τον Ιούλιο του 1999, 125.000 δραχμές τον Αύγουστο του 1999, 25.000 δραχμές τον Σεπτέμβριο του 1999, 50.000 δραχμές τον Οκτώβριο του 1999, 25.000 δραχμές κατά μήνα από Σεπτέμβριο του έτους 1999 μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2000, 25.000 δραχμές κατά μήνα από τον Οκτώβριο του έτους 2000, μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2001, 25.000 δραχμές τον Σεπτέμβριο του έτους 2001, 25.000 δραχμές τον Οκτώβριο του έτους 2001, 45.000 δραχμές τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 και 75.000 δραχμές τον μήνα Αύγουστο του 2001. Μετά ταύτα με την Δ01/1243/6-3-2002 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Ανακριτή του 11ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε κατά του Α. Σ. ποινική δίωξη για την αξιόποινο πράξη της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 ΠΚ και 1παρ.1α, στ, αιζ, 2 εδ.α, β του Ν. 2331/1995, όπως η παρ. αιζ προστέθ. με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/97) και εις τα πλαίσια της κυρίας ανακρίσεως με την 103/2002 διάταξη του ανακριτού του 11ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διάταξη του άρθρου 5παρ.1 και 2 του Ν. 2331/1995, διατάχθηκε η απαγόρευση της κίνησης των ως άνω λογαριασμών, εξαιρουμένης της καταθέσεως των ποσών της εν γένει μισθοδοσίας του κατηγορουμένου εκκαλούντος που κατατίθενται στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK. Δεν ασκήθηκε όμως ποινική δίωξη για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας. Εν προκειμένω κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινο πράξη της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, για την οποία διώκεται. Ο εν λόγω κατηγορούμενος κατά το χρονικό, διάστημα από τον μήνα Μάιο του έτους 1997 μέχρι τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2000, οπότε και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα μετακινήθηκε από το Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τέλεσε εξακολουθητικά το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, ήτοι ζητούσε και ελάμβανε άμεσα για τον εαυτό του χρήματα, προκειμένου να προβαίνει σε ενέργειες αντίθετες στα καθήκοντά του, και συγκεκριμένα προκειμένου να προβαίνει σε συστηματική εισαγωγή στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης αιτήσεων κρατουμένων σε διάφορες φυλακές της χώρας για μεταγωγή αυτών, κατά παραβίαση της σχετικής σειράς προτεραιότητας. Τα χρήματα ο εκκαλών κατηγορούμενος τα ελάμβανε προκειμένου να προβαίνει σε μελλοντικές ενέργειες, ήτοι στην εισαγωγή των αιτήσεων στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών. Για την εξακολουθητική αυτή ενέργειά του, την αντικείμενη στα καθήκοντά του, έλαβε ούτος τα παραπάνω χρηματικά ποσά, τα οποία και κατέθεσε στις παραπάνω τράπεζες, προκειμένου να δημιουργήσει συνθήκες συγκαλύψεως της εγκληματικής δραστηριότητος από την οποία προήλθαν τα χρηματικά αυτά ποσά. Απαίτησε επίσης και έλαβε χρήματα τα οποία και νομιμοποίησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, προκειμένου να επικοινωνεί με διευθυντές φυλακών και να ζητά να έχουν ευνοϊκή μεταχείριση κρατούμενοι (να τοποθετούνται σε θέσεις εργασίας στις δικαστικές φυλακές όπως στις περιπτώσεις των κρατουμένων Τ., Χ., Λ., Τ.), ως και να διεκπεραιώνει άλλες υποθέσεις κρατουμένων (βεβαιώσεις χρηματικών ποινών, μεταφοράς αλλοδαπών κρατουμένων προς έκτιση της ποινής των σε άλλη χώρα), σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Οι ενέργειες ήσαν αντίθετες προς τα καθήκοντα του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα οποία συνίσταντο στον χειρισμό των συνήθων και εκτάκτων μεταγωγών κρατουμένων και την εισαγωγή των αιτήσεων στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών. Περαιτέρω ο εκκαλών κατηγορούμενος διατείνεται ότι τα παραπάνω χρηματικά ποσά δεν προέρχονται από κατ' εξακολούθηση παθητική δωροδοκία, αλλά από δωρεά από τον πεθερό του, ο οποίος δυνάμει του 488/1990 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Μυκόνου Νικολάου Παπαϊωάννου, πώλησε ακίνητο στην περιοχή χώρας Μυκόνου, από δε την πώληση αυτή εισέπραξε το ποσό των 20.000.000 δραχμών και από το ποσό αυτό κατέβαλε στην σύζυγο του κατηγορουμένου 2.900.000 δραχμές κατά το έτος 1997, αιτία δωρεάς. Προέρχονται επίσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου από μίσθωση ακινήτων, των οποίων είναι συγκύριος κατά 25% μετά των αδελφών του Μ. και Α. και της μητέρας του Φ., και τα οποία κατά τα έτη 1997, 1998, 1999 και 2000 απέφεραν συνολικό κοινό εισόδημα, 711.000, 756.000, 778.000 και 861.000 αντιστοίχως. Προέρχονται επίσης από τον μισθό του(260.000-300.000 δραχμές μηνιαίως κατά τα έτη 1997-2001), από διάφορες αποζημιώσεις που εισέπραξε από την Υπηρεσία του (629.191 δραχμές το έτος 1999 και 233.528 το έτος 2000), επιστροφές από ασφαλιστικά ταμεία (1.075.451 δραχμές), δάνεια συνολικού χρηματικού ποσού 8.500.000 δραχμών, τα οποία ούτος έλαβε κατά τα έτη 1997 και 1998 (από την Τράπεζα CITIBANK ποσό 1.300.000 δραχμών και 900.000 δραχμών αντιστοίχως), από την Τράπεζα EUROBANK 2.000.000 δραχμών, από την Τράπεζα CITIBANK ποσό 1.000.000 δραχμών το έτος 2001, από την EUROBANK VISA ποσό 800.000 δραχμών από το 1999 μέχρι στις 23-4-2002, από το Ταμείο Αρωγής το έτος 2000 ποσό 1.100.000 δραχμών, από το Ταμείο Νομικών το έτος 2001 ποσό 1.400.000 δραχμών. Αθροιζόμενα όμως τα χρηματικά αυτά ποσά υπολείπονται κατά πολύ ταυ συνολικού χρηματικού ποσού των 40.000.000 δραχμών περίπου, το οποίο βρέθηκε κατατεθειμένο στους ως άνω αναφερόμενους λογαριασμούς και τα οποία προέρχονται από την παράνομη πράξη της κατ' εξακολούθηση παθητικής δωροδοκίας. Η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής καθώς και η υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως (εξακολουθητική δημιουργία συνθηκών συγκαλύψεως της παρανόμου δραστηριότητος με την κατάθεση σε διαφόρους χρηματικούς λογαριασμούς των ποσών των προερχομένων από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας), καταδεικνύει ότι ούτος έδρασε κατ' επάγγελμα, προς πορισμό σημαντικού εισοδήματος. Κατά συνέπεια ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε ότι προκύπτουν κατά του εκκαλούντος αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την ως άνω πράξη και πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και ως προς λοιπές διατάξεις του, να διαταχθεί η εκτέλεση αυτού και να απορριφθεί η έφεση ως προς την ουσία της, τα δε έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού 220,00 ευρώ να επιβληθούν σε βάρος του ως άνω αναφερομένου εκκαλούντος". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει: α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις διατάξεις του Ν. 2331/1995 χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αναφέρει: α) τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που είχε ο αναιρεσείων ως υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης β) τις αντίθετες με τα καθήκοντά του ενέργειες ώστε να εξυπηρετήσει διάφορους συγκεκριμένους και άγνωστους κρατούμενους σε διάφορες φυλακές της χώρας γ) την λήψη εκ μέρους του διαφόρων ποσών από τους παραπάνω κρατούμενους ή τους συγγενείς του για τις μελλοντικές του ενέργειες υπέρ των συμφερόντων τους δ) την συνδρομή στο πρόσωπό του της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως (πολλές καταβολές σημαντικών ποσών για μεγάλο χρονικό διάστημα - πολλοί τραπεζιτικοί λογαριασμοί) και ε) την πρόθεσή του από την επιλήψιμη αυτή δραστηριότητα να έχει μόνιμο και σταθερό εισόδημα. Ακόμα το Συμβούλιο ορθώς δέχεται ότι: α) οι πράξεις της παθητικής δωροδοκίας δεν μπορούσαν να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν. 1608/1950 επειδή το όφελος από αυτές δεν υπερέβαινε τα 50.000.000 δρχ. και β) η παραγραφή των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας δεν επηρεάζει το έγκλημα της νομιμοποίησης των εσόδων από αυτή. Τέλος το Συμβούλιο Εφετών απαντά αιτιολογημένα και στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι τα ποσά που είχαν κατατεθεί στους τραπεζιτικούς λογαριασμούς προέρχονταν από νόμιμη δραστηριότητα (προίκα - μισθώματα), ενώ ο ισχυρισμός του ότι η κρίση του αυτή είναι εσφαλμένη ανάγεται στην ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αναίρεση του βουλεύματος αυτού ( ΑΠ 1610/2003 , ΑΠ 90/2000 , ΑΠ 43/1999). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 65/25-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Ζ. Σ. κατοίκου ... (...) κατά του 759/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 22 Σεπτεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Πολ.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεως, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον σ' αυτές τις περιπτώσεις, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστικού συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα, προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 "περί προλήψεως και καταστολής της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Η εγκληματική όμως αυτή δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς, ακόμη και αν συνίσταται στην παράβαση του άρθρου 235 Π.Κ. (παθητική δωροδοκία). Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. στ' του Π.Κ., όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό εισοδήματος. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ν. 3424/2005, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της παραγράφου αυτής. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν χώρησε καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψε από αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Στην περίπτωση επιβολής διαφορετικών ποινών σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή του κάθε υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποιήσεως εσόδων που προέκυψαν από αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά του υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Στην περίπτωση δε που τρίτος διέπραξε το έγκλημα νομιμοποιήσεως εσόδων ή συμμετείχε σε αυτό, η ποινή που του επιβάλλεται για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά του υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Σε περίπτωση εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχ. β. Η πρόληψη και καταστολή της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα στην οποία αναφέρεται ο ν. 2331/1995 αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από βαριάς συνήθως μορφής εγκληματικές δραστηριότητες μέσω διαδικασίας με την οποία αποκρύπτεται η ύπαρξη είτε η παράνομη πηγή είτε η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια παρουσιάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Πρέπει να έχει προηγηθεί άλλη εγκληματική δραστηριότητα για να υπάρχει νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και τούτο έχει την έννοια ότι δημιουργείται σχέση μεταξύ της κυρίας πράξεως (βασικού εγκλήματος) και της επομένης πράξεως, στην κύρια δε πράξη υπάγονται τα εγκλήματα τα οποία περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2331/1995. Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995, σαφώς συνάγεται ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με το δράστη του επομένου εγκλήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα. Ο νομοθέτης με την αναφορά σε παροχή συνδρομής σε πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα εννοεί τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του ν. 2331/1995, με συνέπεια σ' αυτήν την περίπτωση να αποκλείεται ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του επομένου αξιοποίνου εγκλήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών. Από αυτό συνάγεται ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και, επιπλέον, χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του αδικήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Τούτο, καθόσον, τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του ν. 2331/1995 αδικήματα, τελούν σε πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου αδικήματα και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητές ύστερες πράξεις όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπομένων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2331/1995 αδικημάτων σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου αυτού. Δεν πρόκειται περί τελέσεως του ιδίου αδικήματος υπό πλείονες μορφές συμμετοχής αλλά περί τελέσεως δύο αυθύπαρκτων, διακρινομένων μεταξύ τους, αδικημάτων, καθένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία. Ούτε απορροφάται το αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2331/1995 από αδίκημα του άρθρου 1 του νόμου αυτού, καθόσον δεν υπάρχει ενότητα της μεταγενέστερης πράξεως προς την προηγούμενη υπό την έννοια της εξασφαλίσεως ή χρησιμοποιήσεως, με την ύστερη πράξη, του κτηθέντος με την προηγούμενη πράξη άνευ άλλης προσβολής εννόμων αγαθών του ιδίου προσώπου ή άλλων ή του κοινωνικού συνόλου, έτσι ώστε η εφαρμογή της διατάξεως που προβλέπει την προγενέστερη πράξη να καλύπτει την όλη απαξία της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου. Ο δράστης της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που τελέσθηκε μέχρι 13-12-2005 (εν όψει του άρθρου 2 παρ. 1 Π.Κ.), πρέπει να ενεργεί από κερδοσκοπία ή με σκοπό συγκαλύψεως της αληθινής προελεύσεως της περιουσίας ή με σκοπό την αρωγή, δια συνδρομής, σε πρόσωπο που εμπλέκεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αρκεί δε κατά την διάπραξη διαζευκτικώς είτε κερδοσκοπία είτε σκοπός συγκαλύψεως, είτε τέτοιος συνδρομής. Δεν αρκεί μόνη η απόκτηση κατοχής ή χρήση περιουσίας εν γνώσει, κατά τον χρόνο κτήσεως, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες όπως ορίζει ρητά το άρθρο 1 εδ. β' μετά το ν. 3424/2005. Λόγω της αυτοτέλειας της αδίκου πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα έναντι της προγενέστερης πράξεως δηλαδή του βασικού εγκλήματος (πλην της περιπτώσεως του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ. δ' εδάφιο τελευταίο, όπως ισχύει μετά το ν. 3424/2005) είναι αδιάφορο αν το βασικό έγκλημα έχει υποκύψει σε παραγραφή και μάλιστα μετά την τέλεση της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων. Αρκεί το βασικό έγκλημα να περιλαμβάνεται σε αυτά που ανήκουν στην εγκληματική δραστηριότητα χωρίς να απαιτείται ο δράστης αυτής να είναι και τιμωρητέος γι' αυτό, καθόσον ο νόμος απαιτεί τέλεση εγκλήματος όχι όμως και καταδίκη του υπαιτίου και η ποινή επιβάλλεται για την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων και όχι για την πράξη που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα. Στην εγκληματική δραστηριότητα που ρυθμίζεται από το ν. 2331/1995 περιλαμβάνεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' εδάφιο αιζ' αυτού του νόμου, που προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/1997 (και αναριθμήθηκε με το άρθρο έκτο παρ. 1 του ν. 2696/1998) και το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τις διατάξεις του άρθρου 235 του Π.Κ. έγκλημα της δωροδοκίας. Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3424/2005 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 1 παρ. α του ν. 2331/1995, όπως είχε τροποποιηθεί και αντί του εδαφ. αιζ' τέθηκε στοιχείο δδ'. Στη νέα αυτή διάταξη αναφέρεται ομοίως ότι στις εγκληματικές δραστηριότητες συμπεριλαμβάνεται η παθητική δωροδοκία του άρθρου 235 Π.Κ.. Αλλά και κατά το άρθρο 3 παρ. γ' του ν. 3691/2008 "πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις" η παθητική δωροδοκία αναφέρεται ως έγκλημα περιλαμβανόμενο στις εγκληματικές δραστηριότητες. Πριν την αντικατάστασή του από 3-3-2000 με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000 το άρθρο 235 Π.Κ. είχε αντικατασταθεί με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 1235/1972 και όριζε ότι τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος που απαιτεί ή δέχεται ή προσφέρεται να δεχθεί δώρα ή άλλα ανταλλάγματα που δεν δικαιούται ή την υπόσχεση τέτοιων δώρων ή ανταλλαγμάτων για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντικά ή ήδη τελειωμένη η οποία είναι αντίθετη στα καθήκοντά του ή ανάγεται στην υπηρεσία του. Μετά την αντικατάστασή του κατά τα ανωτέρω το ίδιο άρθρο 235 όριζε ότι τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσεως ή δέχεται υπόσχεση τούτων προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος του άρθρου 235 Π.Κ. μετά την αντικατάστασή του κατά τα ανωτέρω από 3-3-2000 και έπειτα και πριν την αντικατάστασή του εκ νέου με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3666/2008, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδαφ. α' και 263α Π.Κ., απαιτείται τα δώρα ή ανταλλάγματα να δίδονται ή να υπάρχει η περί δόσεως αυτών υπόσχεση, για μελλοντική μη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα αυτή ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει των εν λόγω ενέργεια. Ωφελήματα δε μπορεί να είναι και κάθε χαριστική παροχή υλικής ή μη φύσεως, επί της οποίας (παροχής) δεν έχει ο δράστης υπάλληλος καμία νόμιμη αξίωση. Επί πλέον η ενέργεια ή παράλειψη του δράστη πρέπει να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, τα οριζόμενα ή προκύπτοντα από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Συνεπώς μετά την 3-3-2000 και μέχρι την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3666/2008, η προβλεπόμενη από το άρθρο 235 Π.Κ. αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας υπαλλήλου, στοιχειοθετείτο μόνο για μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτού και δεν κατελάμβανε παροχές προς τον υπάλληλο για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του ως προς τις οποίες ήταν ανέλεγκτη η πράξη. Η παραγραφή του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια στη συγκρότηση του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Η παραπομπή για το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα πρέπει να βασίζεται σε επαρκείς ενδείξεις ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως και δεν αρκεί μόνον η αδυναμία του δράστη να δικαιολογήσει την κατοχή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού ή την κατάθεσή του σε τραπεζικό λογαριασμό του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, το οποίο εκδόθηκε μετ' αναίρεση, με την 2035/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου σε συμβούλιο, του προηγουμένου 907/2009 βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου Εφετών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο 759/2010 βούλευμά του πρόταση του εισαγγελέα εφετών Αθηνών και στο αναφερόμενο σ' αυτή συλλεγέν από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικό υλικό [καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, (πλην αυτών του εκκαλούντος κατηγορουμένου κατά την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την Ένορκη Διοικητική Εξέταση), έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία σε συνδυασμό με την απολογία και τα υπομνήματα του κατηγορουμένου], καθώς και στο περιεχόμενο της εφέσεώς του και τα έγγραφα που συνοδεύουν αυτήν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχειρίσεως Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατά το έτος 2000, είχε ως αντικείμενο τις μεταγωγές κρατουμένων για κάθε αιτία, πλην αυτών που γίνονταν για λόγους υγείας. Στο εν λόγω Τμήμα υπηρετούσε από πολλών ετών και δη από το έτος 1991 ως υπάλληλος ο εκκαλών κατηγορούμενος Α. Σ.. Αυτός χειριζόταν τις συνήθεις μεταγωγές κρατουμένων, ήτοι τις μεταγωγές που γίνονταν κατόπιν αιτήσεως των κρατουμένων και οι οποίες διέρχονταν μέσω της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Τις έχουσες κατεπείγοντα χαρακτήρα έκτακτες μεταγωγές που αποφασίζονταν από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης για λόγους ασφαλείας ή τάξεως, με μεταγενέστερη έγκριση της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, χειρίζονταν οι υπάλληλοι Α. Σ. (εκκαλών κατηγορούμενος) και Ν. Π.. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ασκούσε καθήκοντα γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών και με την ιδιότητά του αυτή διακινούσε τις μεταγωγές των κρατουμένων, εισήγαγε τις αιτήσεις στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών και καθόριζε τη σειρά εισαγωγής αυτών. Στα τέλη Ιανουαρίου 2000, ο Διευθυντής της εξωτερικής Φρουράς Φυλακών Ι. Ξ., έλαβε τηλεφώνημα από τον Διευθυντή Ασφαλείας Αττικής, ο οποίος ανέφερε πως σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην Υπηρεσία του, κάποιος υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης με μικρό όνομα Θ., διευκόλυνε κρατουμένους φυλακών, σε θέματα μεταγωγών. Αμέσως ο Ι. Ξ. ενημέρωσε τον Ι. Σ., Τμηματάρχη της ανωτέρω διευθύνσεως, ο οποίος υποπτεύθηκε τον Α. Σ. ως τον «Θ.», που διευκόλυνε κρατουμένους σε θέματα μεταγωγών. Ο Ι. Ξ. επισκέφθηκε και την Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όπου τον πληροφόρησαν πως στην "πιάτσα" των κακοποιών είχε ευρέως διαδοθεί ότι από μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης άτομο ονόματι Θ. το οποίο διευκόλυνε τους κρατουμένους σε θέματα μεταγωγών. Μετά ταύτα ούτος ενημέρωσε εκ νέου τον Ι. Σ. καθώς και την Κ. Μ., αναπληρώτρια Γενικού Διευθυντού Σωφρονιστικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ακολούθως ενημερώθηκε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου και ο Υπουργός, ο δε Α. Σ. κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2000 μετακινήθηκε σε άλλη Διεύθυνση του Υπουργείου. Προ της μετακινήσεως του ανωτέρω σε άλλη Διεύθυνση, κρατούμενοι και δικηγόροι είχαν επανειλημμένα τηλεφωνήσει στην Κ. Μ., παραπονούμενοι διότι αιτήσεις κρατουμένων σε διάφορες φυλακές της χώρας, για μεταγωγή καθυστερούσαν να εισαχθούν στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών, η δε Κ. Μ. είχε διαπιστώσει πως δεν ετηρείτο απόλυτη χρονολογική σειρά από τον αρμόδιο εισαγωγής των αιτήσεων Α. Σ., χωρίς καμία υπηρεσιακή δικαιολογία. Περαιτέρω, ο Ι. Ξ., μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Διευθυντή της φυλακής Αλικαρνασσού Ε. Ψ., πληροφορήθηκε πως οι κρατούμενοι επληροφορούντο, προφανώς από κάποιον στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το περιεχόμενο εγγράφων που ούτος έστελνε στο Υπουργείο με FAX, ζητώντας μεταγωγές κρατουμένων για λόγους ασφαλείας και τάξεως. Ο Α. Σ. κατά τον χρόνο που υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και ασκούσε καθήκοντα Γραμματέως της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, παρέτεινε συχνάκις την παραμονή του στο γραφείο επί πολλές ώρες μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο, λαμβανομένου υπ' όψιν του είδους της υπηρεσιακής του απασχολήσεως και του μεγέθους αυτής. Ωσαύτως ούτος μιλούσε επί πολλές ώρες στο σταθερό υπηρεσιακό τηλέφωνο, ή στο δικό του κινητό τοιούτο, το οποίο άλλαζε συχνά, περιφερόμενος στους διαδρόμους, ή εισερχόμενος σε διάφορα γραφεία κενά προσωπικού, συνομιλούσε δε απευθείας με κρατουμένους και συνεννοούταν για τα θέματά τους. Δεχόταν επίσης στην Υπηρεσία του διάφορα δώρα, όπως πολυτελή καλάθια με λουλούδια, ποτά, γλυκά. Τον επισκέπτονταν στην υπηρεσία διάφοροι που ενδιαφέρονταν για κρατουμένους και ενώπιον των συναδέλφων του, ζητούσαν να του μιλήσουν ιδιαιτέρως. Ο συνάδελφός του Ν. Π. είχε πληροφορηθεί από σωφρονιστικούς υπαλλήλους της Φυλακής Κορυδαλλού αλλά και του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, ένθα ο πατέρας του υπηρετούσε ως διευθυντής, ότι στις φυλακές είχε ευρέως διαδοθεί πως ο Α. Σ. διεκπεραίωνε μεταγωγές κρατουμένων έναντι χρηματικής συναλλαγής. Αλλά και μετά την μετακίνησή του σε άλλη Διεύθυνση, η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2000, ούτος εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για τις μεταγωγές των κρατουμένων και ενοχλούσε τους αρμοδίους υπαλλήλους, οι οποίοι προκειμένου να τον αποφύγουν έφθασαν στο σημείο να κλειδώνουν τα γραφεία τους, ενώ διάφοροι τους τηλεφωνούσαν και τους πρότειναν οικονομικά ανταλλάγματα προκειμένου να προωθηθούν αιτήσεις μεταγωγής. Ηλικιωμένη τσιγγάνα επισκέφθηκε το Τμήμα ζητώντας διάφορες εξυπηρετήσεις για τον κρατούμενο υιό της και ισχυρίστηκε ότι μέχρι τότε τις εξυπηρετήσεις αυτές τις ικανοποιούσε ο Θ., τον οποίο απεκάλεσε "Μπαλαμό" δηλαδή "αγαπητό". Περί ώρα 10.00' της 22-3-2000, ήτοι μετά την μετακίνηση του Α. Σ. από την ανωτέρω Διεύθυνση, η αλλοδαπή, υπήκοος Αλβανίας Ζ. V. μετέβη σε γραφείο της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και επεχείρησε να δωροδοκήσει τον ως άνω αναφερόμενο υπάλληλο Ν. Π., αφήνοντας στο γραφείο του το χρηματικό ποσό των 50.000 δραχμών, τυλιγμένο σε λευκή κόλλα χάρτου, προκειμένου ο κρατούμενος της Φυλακής Χανίων R. K. να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης από την Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών και να μεταφερθεί στην Φυλακή Θεσσαλονίκης. Την προηγουμένη ημέρα (21-3-2000) ο Ν. Π. είχε λάβει ένα τηλεφώνημα από την ανωτέρω Ζ. V., η οποία ζητούσε φορτικά να τον δει στο γραφείο του στο Υπουργείο και τον ρώτησε πώς μπορούσε ο αδελφός της R. K., ο οποίος εκρατείτο στην Φυλακή Χανίων, να μεταχθεί σε άλλη φυλακή. Η ανωτέρω, στις 22-3-2000, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αυτόφωρο όπου καταδικάστηκε. Κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία ισχυρίστηκε ότι ενήργησε για λογαριασμό κάποιου ονόματι "Χάρη", ο οποίος και θα ενεργούσε προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταγωγή. Εκτός όμως της αιθούσης, ο εργοδότης του συζύγου της έκανε λόγο ενώπιον των Ι. Σ. και Ν. Π., για άτομο με μικρό όνομα "Σάκης" και όχι "Χάρης", το οποίο και θα ενεργούσε για να πραγματοποιηθεί η μεταγωγή. Στις 22-3-2000, δηλαδή την ημέρα που η συλληφθείσα Ζ. V. επισκέφθηκε τον Ν. Π. και επεχείρησε να τον δωροδοκήσει, δεν υπήρχε γραμμένη στο οικείο βιβλίο αίτηση μεταγωγής του παραπάνω κρατουμένου. Ο Ι. Σ. επικοινώνησε μετά ταύτα με τον διευθυντή Φυλακής Χανίων Ε. Π., ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση μεταγωγής από τον ως άνω αναφερόμενο κρατούμενο. Την επομένη όμως ημέρα (23-3-2000) ο Ι. Σ. διαπίστωσε ότι στα εισερχόμενα στην Διεύθυνση έγγραφα, υπήρχε τοιαύτη αίτηση, προορισμένη να εισαχθεί στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών. Ο Ι. Σ. μετά την διαπίστωση αυτή επικοινώνησε εκ νέου με τον διευθυντή Φυλακής Χανίων Ε. Π., ο οποίος ισχυρίστηκε ότι με τα ζητήματα των μεταγωγών, ασχολούταν η υπάλληλος της Γραμματείας της Φυλακής Σ. Σ.. Η τελευταία, είχε πολύ συχνές, τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Α. Σ., κατά τον χρόνο που αυτός υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του και είχε πολύωρες και συχνές τηλεφωνικές επαφές μαζί του. Η αίτηση του ανωτέρω κρατουμένου για μεταγωγή είχε υποβληθεί στις 7-3-2000, άπαντα τα συνοδεύοντα την αίτηση αυτή έγγραφα έφεραν επίσης την ίδια ημερομηνία, η δε αναγκαία για την μεταγωγή εισήγηση του Συμβουλίου της Φυλακής δεν έφερε την υπογραφή του Διευθυντή Ε. Π.. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Α. Σ., κατά τον χρόνο που υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και δη από το τέλος του έτους 1997 και εντεύθεν, είχε συχνή τηλεφωνική επαφή με τον κρατούμενο της Φυλακής Αλικαρνασσού Κ. Χ., τον οποίο αποκαλούσε χαϊδευτικά "Κοκό", καθώς και με την αδελφή αυτού Ε.. Είχε δε ζητήσει από τον Διευθυντή της Φυλακής Αλικαρνασσού Ν. Ψ. να βοηθήσει τον Χ. και να τον τοποθετήσει σε εργασία. Στις 24-11-1997 ο κρατούμενος Τ., φίλος του Χ.υ, απέστειλε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης έγγραφο, με το οποίο ζητούσε να καταθέσει υπέρ αυτού στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ένθα θα εισαγόταν αίτησή του για απόλυση υπό όρο, ο Α. Σ.. Η αίτηση του εν λόγω κρατουμένου, δεν πρωτοκολλήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά βρέ-θηκε στα χέρια του Α. Σ., ο οποίος συνέταξε ιδιόγραφο ευνοϊκό υπόμνημα για τον κρατούμενο αυτόν, το οποίο και απέστειλε στην Φυλακή όπου εκρατείτο, με την ένδειξη να παραδοθεί σε αυτόν, αφού προηγουμένως υφήρπασε την υπογραφή της Διευθύντριας Π. Σ. επί του διαβιβαστικού εγγράφου, διαβεβαιώνοντας αυτήν ότι το ιδιόχειρο υπόμνημα αφορούσε δήθεν την περίπτωση αναμείξεως του ονόματός του στην μεταγωγή του κρατουμένου ΜΙΖΑΜΙΔΗ. Ο κρατούμενος Τ., έκανε χρήση του ιδιογράφου ευνοϊκού υπομνήματος στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραι-ώς. Ο Α. Σ. κατά το έτος 1997 ερχόταν σε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία με τον κρατούμενο Τ. όσο και με συγγενείς αυτού και συζητούσε τόσον υπηρεσιακά όσον και εξωυπηρεσιακά θέματα. Περαιτέρω, η Κεντρική επιτροπή Μεταγωγών κατά το έτος 1998 απεφάσισε την μεταγωγή του κρατουμένου βαρυποινίτη Μ., από τις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας, στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού, προκειμένου να εργασθεί στο Αρτοποιείο αυτής. Ο δε Α. Σ., με την ιδιότητα του Γραμματέως της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, συνέταξε αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως το οποίο και απέστειλε στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού, στο οποίο όμως δεν ανέφερε την ένδειξη να εργασθεί στο αρτοποιείο, αλλά ανέγραψε την ένδειξη για εργασία γενικώς, εις τρόπον ώστε να είναι δυνατή η απασχόληση του κρατουμένου αυτού και εκτός αρτοποιείου(εξωτερικός κρατούμενος για διανομή άρτου), επί πλέον δε έθεσε επί του εγγράφου αυτού την δική του υπογραφή και εμερίμνησε να υπογραφεί αυτό μόνον από τον Γενικό Διευθυντή και όχι και από την διευθύντρια του Τμήματος Σ. Π. και τον Τμηματάρχη Ι. Σ., ενόψει του γεγονότος ότι ο εν λόγω κρατούμενος ήτο βαρυποινίτης και οι τελευταίοι θα εκδήλωναν αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση της μεταγωγής αυτής. Ο εν λόγω κρατούμενος, αμέσως μετά την μεταγωγή του στην ΚΑΥΦ Κορυδαλλού, απέδρασε, αφού προηγουμένως ο Διευθυντής της Φυλακής είχε ζητήσει την μεταγωγή του σε άλλη φυλακή λόγω της επικινδυνότητάς του. Ο Α. Σ. εμερίμνησε ο ίδιος για την βεβαίωση της χρηματικής ποινής του κρατουμένου C. Ι., μεταβάς στην οικεία Δ.Ο.Υ. στις 29-12-2009 (η ορθή χρονολογία πρέπει να είναι 29-12-1999), αφού απουσίασε επί πολλές ώρες από το γραφείο του, κατά δε το διάστημα της απουσίας του εστάλη στο γραφείο του, στο όνομα του, ένα πολυτελέστατο καλάθι, με ποτά, λουλούδια και σοκολάτες. Στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας εκρατείτο ο Γ. Λ., ο οποίος κατά το διάστημα της κρατήσεώς του και της εργασίας του εκτός φυλακής, κατά τον κανονισμό αυτής, είχε διαπράξει σωρεία εγκληματικών πράξεων, για τον λόγο δε αυτό είχε διαταχθεί η μεταγωγή του στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων με την 1907/22-1-1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η μεταγωγή όμως αυτή μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 δεν είχε εκτελεσθεί, καίτοι δεν είχε ανακληθεί, ο δε διευθυντής της Φυλακής Γ. Σ., ερωτηθείς από τον Ι. Σ. για τους λόγους της μη εκτελέσεως της μεταγωγής, ισχυρίστηκε αρχικώς ότι είχαν εκλείψει οι λόγοι αυτής, κατόπιν όμως αποκάλυψε ότι για την παραμονή του εν λόγω κρατουμένου στην Φυλακή Τίρυνθας, ενδιαφερόταν ο Α. Σ.. Για τον κρατούμενο στην Αγροτική Φυλακή Κασσάνδρας, Τ., ο Α. Σ., μετά την μετακίνηση του σε άλλη Διεύθυνση του Υπουργείου, ζήτησε από την υπάλληλο Π. Γ., να τηλεφωνήσει στον Διευθυντή της Φυλακής αυτής και να του ζητήσει να ενταχθεί ο εν λόγω κρατούμενος στο πρόγραμμα ξυλογλυπτικής. Ωσαύτως, ο Α. Σ., μετά την μετακίνηση του σε άλλη Διεύθυνση του Υπουργείου, επέδειξε ενδιαφέρον για τον Τούρκο κρατούμενο E. K., ο οποίος είχε καταδικασθεί για παραβάσεις του περί ναρκωτικών νόμου και ο οποίος είχε υποβάλει αιτήσεις για την μεταφορά του στην Τουρκία, προκειμένου να συνεχισθεί εκεί η έκτιση της ποινής του. Για τον ίδιο κρατούμενο τηλεφωνούσε στο Υπουργείο και η αδελφή του κρατουμένου Χ.. Ενδιαφέρθηκε επίσης ο Α. Σ., μετά την απομάκρυνσή του από το Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και για τους κρατουμένους Β. B., S. B., C. ή G. L. ή L.. Για την συμπεριφορά του Α. Σ. κατά τον χρόνο που ούτος υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, διενεργήθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση από τον Αντιπρόεδρο του Ν.Σ.Κ. Γ. Π. και συντάχθηκε η από 28-2-2001 έκθεση, η οποία διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το Ε.Π. 238/5-4-2001 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και επί τη βάσει αυτής, παραγγέλθηκε αρχικώς η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, δυνάμει της Δ01/1243/ 17-4-2001 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 τόσον εκ μέρους του Α. Σ., όσον και εκ μέρους των συγγενικών του προσώπων. Εις τα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος ζήτησε, επί τη βάσει της διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 2331/1995, από διάφορα Τραπεζικά Ιδρύματα πληροφορίες σχετικές με την τήρηση σε αυτά λογαριασμών από τον Α. Σ., την σύζυγό του και τα συγγενικά του πρόσωπα και διαπιστώθηκε ότι ούτος και η σύζυγος του ήσαν δικαιούχοι λογαριασμών σε διάφορες Τράπεζες, από δε την επισταμένη ανάλυση των λογαριασμών αυτών και την σύγκριση των σχετικών ποσών με τα αντίστοιχα δηλωθέντα εισοδήματα και τις μηνιαίες αποδοχές τους, προέκυψε η ύπαρξη ανακολουθίας. Ειδικότερα διαπιστώθηκε η τήρηση των κάτωθι λογαριασμών, στους οποίους κατά τα επίμαχα έτη 1997, 1998, 1999, 2000 και 2001, κατά τα οποία και έλαβαν χώρα οι ως άνω περιγραφόμενες ενέργειες του Α. Σ., κατατέθηκαν χρηματικά ποσά ανερχόμενα συνολικά σε 40.000.000 περίπου δραχμές(πάντως όχι πλέον των 50.000.000 δραχμών): α) ... της Εμπορικής Τράπεζας, β) ... της Τράπεζας EUROBANK, γ) ... της Τράπεζας EUROBANK, δ) ... της Τράπεζας EUROBANK, ε) ... της Τράπεζας EUROBANK, στ) ... της Τράπεζας EUROBANK, και ζ) ... της Τράπεζας CITI BANK. Είχαν δε κατατεθεί τα εξής χρηματικά ποσά: α) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας CITIBANK: 1. Στις 14-5-1997 χρηματικό ποσό 25.000 δραχμών, 2) στις 14-5-1997 χρηματικό ποσό 200.000 δραχμών, 3) στις 4-6-1997 ποσό 40.000 δραχμών, 4) στις 18-6-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 5) στις 14-7-1997 ποσό 100.000 δραχμών, 6) στις 18-8-1997 ποσό 60.000 δραχμών, 7) στις 2-12-1997 ποσό 130.000 δραχμών, 8) στις 10-2-1998 ποσό 180.000 δραχμών, 9) στις 16-3-1998 ποσό 90.000 δραχμών, 10) στις 20-3-1998 ποσό 70.000 δραχμών, 11) στις 18-5-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 12) στις 2-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 13) στις 2-7-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 14) στις 6-8-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 15) στις 14-8-1998 ποσό 10.000 δραχμών, 16) στις 9-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 17) στις 14-9-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 18) στις 10-11-1998 ποσό 55.000 δραχμών στις 14-12-1998 ποσό 55.000 δραχμών. 19) Στις 14-12-1998 ποσό 55.000 δραχμών. β) Στον λογαριασμό ... της Εμπορικής Τράπεζας: 1) Στις 21-4-1998 ποσό 55.000 δραχμών, 2)στις 18-5-1998 ποσό 52.000 δραχμών, 3) στις 17-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 4) στις 8-7-1998 ποσό 800.000 δραχμών, 5) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 6) στις 8-12-1998 ποσό 700.000 δραχμών, 7) στις 17-12-1998 ποσό 200.000 δραχμών, 8) στις 21-12-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 9) στις 20-1-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 10) στις 2-3-1999 ποσό 600.000 δραχμών. γ) Στο λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK, (κοινό μετά της συζύγου του Ε. Κ.): 1) στις 8-3-1999 ποσό 1.200.000 δραχμών, 2) στις 20-5-1999 ποσό 300.000 δραχμών, 3) στις 22-11-1999 ποσό 200.000 δραχμών, στις 30-5-2000 ποσό 700.000 δραχμών, 5) στις 21-12-2000 ποσό 100.000 δραχμών, στις 30-8-2000 ποσό 1.200.000 δραχμών. δ) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK: 1) Στις 12-6-1997 ποσό 2.900.000 δραχμών, 2) στις 30-6-1997 ποσό 1.800.000 δραχμών, 3) στις 8-7-1997 ποσό 1.000.000 δραχμών, 4) στις 18-8-1997 ποσό 1.800.000 δραχμών, 5) στις 4-11-1997 ποσό 850.000 δραχμών, 6) στις 13-11-1997 ποσό 450.000 δραχμών, 7) στις 2-12-1997 ποσό 200.000 δραχμών, 8) στις 5-1-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 9) στις 11-12-1998 ποσό 1.600.000 δραχμών, 10) στις 3-4-1998 ποσό 800.000 δραχμών, 11) στις 14-5-1998 ποσό 500.000 δραχμών, 12) στις 18-5-1998 ποσό 300.000 δραχμών, 13) στις 5-6-1998 ποσό 60.000 δραχμών, 14) στις 10-7-1998 ποσό 800.000 δραχμών, 15) στις 14-7-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 16) στις 23-7-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 17) στις 5-8-1998 ποσό 50.000 δραχμών, 18) στις 11-9-1998 ποσό 160.000 δραχμών, 19) στις 18-9-1998 ποσό 100.000 δραχμών, 20) στις 2-11-1998 ποσό 130.000 δραχμών, 21) στις 9-11-1998 ποσό 300.000 δραχμών, 22) στις 2-12-1998 ποσό 280.000 δραχμών, 23) στις 21-12-1998 ποσό 150.000 δραχμών, 24) στις 27-1-1998 ποσό 300.000 δραχμών, 25) στις 3-2-1999 ποσό 3.000.000 δραχμών, 26) στις 23-2-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 27) την 1-3-1999 ποσό 250.000 δραχμών, 28) στις 10-3-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 29) στις 16-3-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 30) στις 13-4-1999 ποσό 300.000 δραχμών, 31) στις 19-4-1999 ποσό 200.000 δραχμών, 32) στις 27-5-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 33) στις 2-6-1999 ποσό 50.000 δραχμών, 34) στις 4-6-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 35) στις 23-6-1999 ποσό 200.000 δραχμών, 36) στις 28-6-1999 ποσό 140.000 δραχμών, 37) στις 16-7-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 38) στις 23-7-1999 ποσό 50.000 δραχμών, 39) στις 2-8-1999 ποσό 1.300.000 δραχμών, 40) στις 11-8-1999 ποσό 1.000.000 δραχμών, 41) στις 16-8-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 42) στις 17-9-1999 ποσό 150.000 δραχμών, 43) στις 20-9-1999 ποσό 400.000 δραχμών. ε) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK: Ι) Στις 5-11-1999 ποσό 220.000 δραχμών, 2) στις 19-11-1999 ποσό 650.000 δραχμών, 3) στις 29-11-1999 ποσό 250.000 δραχμών, 4) την 1-12-1999 ποσό 100.000 δραχμών, 5) στις 7-12-1999 ποσό 180.000 δραχμών, 6) στις 17-12-1999 ποσό 50.000 δραχμών, 7) στις 24-1-2000 ποσό 100.000 δραχμών, 8) στις 27-1-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 9) στις 31-1-2000 ποσό 200.000 δραχμών, 10) στις 7-2-2000 ποσό 80.000 δραχμών, 11) στις 6-3-2000 ποσό 1.000.000 δραχμών, 12) στις 15-3-2000 ποσό 30.000 δραχμών, 13) στις 21-3-2000 ποσό 1.350.000 δραχμών, 14) στις 23-3-2000 ποσό 835.000 δραχμών, 15) στις 24-3-2000 ποσό 100.000 δραχμών, 16) στις 28-3-2000 ποσό 100.000 δραχμών, 17) στις 5-4-2000 ποσό 40.000 δραχμών, 18) στις 25-4-2000 ποσό 180.000 δραχμών, 19) στις 9-5-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 20) στις 1-6-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 21) στις 24-7-2000 ποσό 600.000 δραχμών, 22) στις 31-7-2000 ποσό 120.000 δραχμών, 23) στις 15-9-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 24) στις 6-10-2000 ποσό 50.000 δραχμών, 25) στις 21-11-2000 ποσό 530.000 δραχμών, 26) στις 8-1-2001 ποσό 50.000 δραχμών, 27) στις 16-1-2001 ποσό 350.000 δραχμών, 28) στις 16-2-2001 ποσό 260.000 δραχμών, 29) στις 15-3-2001 ποσό 350.000 δραχμών, 30) στις 20-3-2001 ποσό 150.000 δραχμών, 31) στις 26-4-2001 ποσό 40.000 δραχμών, 32) στις 27-4-2001 ποσό 350.000 δραχμών, 33) στις 11-6-2001 ποσό 120.000 δραχμών, 34) στις 5-7-2001 ποσό 130.000 δραχμών, 35) στις 30-8-2001 ποσό 150.000 δραχμών, 36) στις 12-9-2001 ποσό 200.000 δραχμών, 37) στις 13-9-2001 ποσό 200.000 δραχμών, 38) στις 4-10-2001 ποσό 80.000 δραχμών. στ) Στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK, 30.000 δραχμές τον Ιούνιο του 1999, 25.000 δραχμές τον Ιούλιο του 1999, 125.000 δραχμές τον Αύγουστο του 1999, 25.000 δραχμές τον Σεπτέμβριο του 1999, 50.000 δραχμές τον Οκτώβριο του 1999, 25.000 δραχμές κατά μήνα από Σεπτέμβριο του έτους 1999 μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2000, 25.000 δραχμές κατά μήνα από τον Οκτώβριο του έτους 2000, μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2001, 25.000 δραχμές τον Σεπτέμβριο του έτους 2001, 25.000 δραχμές τον Οκτώβριο του έτους 2001, 45.000 δραχμές τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 και 75.000 δραχμές τον μήνα Αύγουστο του 2001. Μετά ταύτα με την Δ01/1243/6-3-2002 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Ανακριτή του 11ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε κατά του Α. Σ. ποινική δίωξη για την αξιόποινο πράξη της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 ΠΚ και 1παρ.1α, στ, αιζ, 2 εδ.α, β του Ν. 2331/1995, όπως η παρ. αιζ προστέθ. με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/97) και εις τα πλαίσια της κυρίας ανακρίσεως με την 103/2002 διάταξη του ανακριτού του 11ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διάταξη του άρθρου 5παρ.1 και 2 του Ν. 2331/1995, διατάχθηκε η απαγόρευση της κίνησης των ως άνω λογαριασμών, εξαιρουμένης της καταθέσεως των ποσών της εν γένει μισθοδοσίας του κατηγορουμένου εκκαλούντος που κατατίθενται στον λογαριασμό ... της Τράπεζας EUROBANK. Δεν ασκήθηκε όμως ποινική δίωξη για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας. Εν προκειμένω κατά του εκκαλούντος κατηγορουμένου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινο πράξη της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, για την οποία διώκεται. Ο εν λόγω κατηγορούμενος κατά το χρονικό, διάστημα από τον μήνα Μάιο του έτους 1997 μέχρι τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2000, οπότε και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα μετακινήθηκε από το Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τέλεσε εξακολουθητικά το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, ήτοι ζητούσε και ελάμβανε άμεσα για τον εαυτό του χρήματα, προκειμένου να προβαίνει σε ενέργειες αντίθετες στα καθήκοντά του, και συγκεκριμένα προκειμένου να προβαίνει σε συστηματική εισαγωγή στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης αιτήσεων κρατουμένων σε διάφορες φυλακές της χώρας για μεταγωγή αυτών, κατά παραβίαση της σχετικής σειράς προτεραιότητας. Τα χρήματα ο εκκαλών κατηγορούμενος τα ελάμβανε προκειμένου να προβαίνει σε μελλοντικές ενέργειες, ήτοι στην εισαγωγή των αιτήσεων στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών. Για την εξακολουθητική αυτή ενέργειά του, την αντικείμενη στα καθήκοντά του, έλαβε ούτος τα παραπάνω χρηματικά ποσά, τα οποία και κατέθεσε στις παραπάνω τράπεζες, προκειμένου να δημιουργήσει συνθήκες συγκαλύψεως της εγκληματικής δραστηριότητος από την οποία προήλθαν τα χρηματικά αυτά ποσά. Απαίτησε επίσης και έλαβε χρήματα τα οποία και νομιμοποίησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, προκειμένου να επικοινωνεί με διευθυντές φυλακών και να ζητά να έχουν ευνοϊκή μεταχείριση κρατούμενοι (να τοποθετούνται σε θέσεις εργασίας στις δικαστικές φυλακές όπως στις περιπτώσεις των κρατουμένων Τ., Χ., Λ.,Τ.), ως και να διεκπεραιώνει άλλες υποθέσεις κρατουμένων (βεβαιώσεις χρηματικών ποινών, μεταφοράς αλλοδαπών κρατουμένων προς έκτιση της ποινής των σε άλλη χώρα), σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Οι ενέργειες ήσαν αντίθετες προς τα καθήκοντα του ως υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα οποία συνίσταντο στον χειρισμό των συνήθων και εκτάκτων μεταγωγών κρατουμένων και την εισαγωγή των αιτήσεων στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών. Περαιτέρω ο εκκαλών κατηγορούμενος διατείνεται ότι τα παραπάνω χρηματικά ποσά δεν προέρχονται από κατ' εξακολούθηση παθητική δωροδοκία, αλλά από δωρεά από τον πεθερό του, ο οποίος δυνάμει του 488/1990 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Μυκόνου Νικολάου Παπαϊωάννου, πώλησε ακίνητο στην περιοχή χώρας Μυκόνου, από δε την πώληση αυτή εισέπραξε το ποσό των 20.000.000 δραχμών και από το ποσό αυτό κατέβαλε στην σύζυγο του κατηγορουμένου 2.900.000 δραχμές κατά το έτος 1997, αιτία δωρεάς. Προέρχονται επίσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου από μίσθωση ακινήτων, των οποίων είναι συγκύριος κατά 25% μετά των αδελφών του Μ. και Α. και της μητέρας του Φ., και τα οποία κατά τα έτη 1997, 1998, 1999 και 2000 απέφεραν συνολικό κοινό εισόδημα, 711.000, 756.000, 778.000 και 861.000 αντιστοίχως. Προέρχονται επίσης από τον μισθό του (260.000-300.000 δραχμές μηνιαίως κατά τα έτη 1997-2001), από διάφορες αποζημιώσεις που εισέπραξε από την Υπηρεσία του (629.191 δραχμές το έτος 1999 και 233.528 το έτος 2000), επιστροφές από ασφαλιστικά ταμεία (1.075.451 δραχμές), δάνεια συνολικού χρηματικού ποσού 8.500.000 δραχμών, τα οποία ούτος έλαβε κατά τα έτη 1997 και 1998 (από την Τράπεζα CITIBANK ποσό 1.300.000 δραχμών και 900.000 δραχμών αντιστοίχως), από την Τράπεζα EUROBANK 2.000.000 δραχμών, από την Τράπεζα CITIBANK ποσό 1.000.000 δραχμών το έτος 2001, από την EUROBANK VISA ποσό 800.000 δραχμών από το 1999 μέχρι στις 23-4-2002, από το Ταμείο Αρωγής το έτος 2000 ποσό 1.100.000 δραχμών, από το Ταμείο Νομικών το έτος 2001 ποσό 1.400.000 δραχμών. Αθροιζόμενα όμως τα χρηματικά αυτά ποσά υπολείπονται κατά πολύ ταυ συνολικού χρηματικού ποσού των 40.000.000 δραχμών περίπου, το οποίο βρέθηκε κατατεθειμένο στους ως άνω αναφερόμενους λογαριασμούς και τα οποία προέρχονται από την παράνομη πράξη της κατ' εξακολούθηση παθητικής δωροδοκίας. Η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής καθώς και η υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως (εξακολουθητική δημιουργία συνθηκών συγκαλύψεως της παρανόμου δραστηριότητος με την κατάθεση σε διαφόρους χρηματικούς λογαριασμούς των ποσών των προερχομένων από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας), καταδεικνύει ότι ούτος έδρασε κατ' επάγγελμα, προς πορισμό σημαντικού εισοδήματος. Κατά συνέπεια, το εκκαλούμενο βούλευμα ορθώς έκρινε ότι προκύπτουν κατά του εκκαλούντος αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώκεται και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την ως άνω πράξη και πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεσή του κατά του 3086/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του πρωτοβαθμίου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε, την κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών, που προέκυψαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 του Π.Κ., 1 παρ. 1α στοιχείο αιζ, (όπως προστέθηκε το εδάφιο αιζ με το άρθρο 2 παρ. 16 ν. 2479/1997), 2 παρ. 1 εδάφια β-α του ν. 2331/1995, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή κατ' άλλον τρόπο. Ειδικότερα αιτιολογούνται οι παραδοχές του βουλεύματος για τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του ήδη αναιρεσείοντος όσο υπηρετούσε αυτός, από το Μάιο 1997 έως τον μήνα Ιανουάριο 2000, στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων της Διευθύνσεως Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Παρατίθενται ακόμη στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά σχετικά με το ότι ο αναιρεσείων κατά το διάστημα που ήταν υπάλληλος στο άνω Τμήμα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, προς εξυπηρέτηση διαφόρων κρατουμένων σε φυλακές της χώρας, ενήργησε είτε για να μεταφερθούν σε άλλη φυλακή, από εκείνη στην οποία μέχρι τότε εκρατούντο, είτε για να τους ανατεθούν συγκεκριμένες εργασίες που διευκόλυνε την έξοδό τους από την φυλακή, είτε για να μην εκτελεσθεί απόφαση περί μεταγωγής των σε άλλη φυλακή, είτε για να προωθήσει διατυπώσεις που έπρεπε να τηρηθούν προκειμένου να καταστεί δυνατή η υφ' όρο απόλυσή τους. Αιτιολογείται επιπλέον ότι ο αναιρεσείων προερχόταν ως υπάλληλος στο ανωτέρω Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων εξακολουθητικώς στην εισαγωγή στην κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης αιτήσεων κρατουμένων όσον αφορά στην ικανοποίηση αιτημάτων τους κατά παραβίαση της σειράς προτεραιότητας που έπρεπε να τηρείται σε σχέση με τις υποβαλλόμενες αιτήσεις. Παρατίθενται ακόμη στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών περιστατικά από τα οποία δέχθηκε ότι προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων, από άτομα που έρχονταν σε επικοινωνία μαζί του για εξυπηρέτηση αιτημάτων κρατουμένων σε διάφορες φυλακές της χώρας, ελάμβανε δώρα και χρήματα για να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνταν ώστε να ικανοποιούνται τα αιτήματα αυτών. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος χρήματα ως δώρα ή ως αντάλλαγμα ελάμβανε ο ήδη αναιρεσείων και κατά το διάστημα που υπηρετούσε στο Τμήμα Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Κρατουμένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης για μελλοντικές ενέργειες και παρεμβάσεις του να προωθεί εκτός σειράς προτεραιότητα αιτήματα κρατουμένων σε φυλακές της χώρας για μεταγωγή των και ότι τα χρήματα αυτά τα κατέθετε στη συνέχεια στους λογαριασμούς καταθέσεως που ετηρούντο στην Τράπεζα CITI BANK, στην Εμπορική Τράπεζα και στην Τράπεζα EUROBANK δικαιούχος των οποίων ήταν ο ίδιος και σε έναν από αυτούς που ήταν κοινός ήταν συνδικαιούχοι ο ίδιος και η σύζυγός του με σκοπό να συγκαλύψει την προέλευση των κατατεθειμένων ποσών από την εγκληματική δραστηριότητα της κατ' εξακολούθηση παθητικής δωροδοκίας με τη γνώση και θέληση τελέσεως των πράξεων αυτών. Περαιτέρω αιτιολογημένα απορρίφθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για την προέλευση των κατατεθέντων στους άνω λογαριασμούς χρημάτων από άλλες αναφερόμενες από αυτόν πηγές εσόδων του ιδίου και της συζύγου του κατά το διάστημα από το έτος 1997 μέχρι τον Απρίλιο έτους 2002. Σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και αναφέρει στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αποτέλεσε. Κριτήριο απορρίψεως των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί του ότι από νόμιμες πηγές και δραστηριότητες πορίσθηκε τα χρήματα που κατατέθηκαν στους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς αποκλειστικώς η αδυναμία του να δικαιολογήσει την προέλευση του συνόλου των κατατεθέντων ποσών στους παραπάνω τραπεζικούς λογαριασμούς. Παρατίθενται επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματικά περιστατικά από τα οποία εξειδικεύεται η κατ' επάγγελμα τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που αποδίδεται στον ήδη αναιρεσείοντα όπως οι επί ικανό χρονικό διάστημα πολλαπλές καταβολές σημαντικών χρηματικών ποσών σε έξι τραπεζικούς λογαριασμούς, σε έναν από τους οποίους κατατίθεντο και οι μισθοί από την υπηρεσία του και προκύπτει ο σκοπός του να πορίζεται εισόδημα. Γίνεται, τέλος, δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών ότι δεν ασκούσε ουδεμία επιρροή ως προς την πράξη για την οποία έκρινε ότι έπρεπε να παραπεμφθεί ο ήδη αναιρεσείων, για να δικασθεί στο ακροατήριο, η μη άσκηση ποινικής διώξεως εναντίον του και η λόγω παραγραφής εξάλειψη του αξιόποινου για την πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της παθητικής δωροδοκίας, που είναι από αυτές που τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το ουσιώδες για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιοποίνου πράξεως ζήτημα της προελεύσεως από το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας των ποσών που κατατέθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς των οποίων ήταν δικαιούχος, είναι απορριπτέες και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε με το οποίο, υπό την επίκληση της ίδιας ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος ως εκ της μη υπάρξεως, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδείξεων από τις οποίες να δικαιολογείται η παραδοχή διαπράξεως του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, είναι απορριπτέες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων και έτσι προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου ως προς τις συγκεκριμένες παραδοχές που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει έτερος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Μαΐου 2010 αίτηση του Α. Σ. του Ζ. για αναίρεση του με αριθμό 759/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από υπάλληλο κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, που ζητούσε και ελάμβανε για τον εαυτό του για να προβαίνει σε ενέργειες μελλοντικές αντίθετες στα καθήκοντά του, και ειδικότερα για να προβαίνει συστηματικά σε εισαγωγή στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών του Υπουργείου αιτήσεων κρατουμένων σε διάφορες φυλακές της χώρας για μεταγωγή των κατά παράβαση της σειράς προτεραιότητας και τα κατέθετε σε λογαριασμούς του ιδίου και της συζύγου του σε τράπεζες, προκειμένου να δημιουργήσει συνθήκες συγκαλύψεως της εγκληματικής του δραστηριότητας από την οποία προέρχονταν. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον επαρκώς αιτιολογούνται με παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν ότι έναντι δώρων και χρημάτων που ελάμβανε από άτομα που έρχονταν σε επικοινωνία μαζί του ως αρμοδίου υπαλλήλου στο Τμήμα Σωφρονιστικής Μεταχείρισης Ενηλίκων προωθούσε προς ικανοποίηση αιτήματα κρατουμένων κατά παράβαση της σειράς προτεραιότητας των υποβαλλομένων στην άνω υπηρεσία αιτήσεων και κατέθετε τα χρήματα αυτά σε αναφερόμενους λογαριασμούς τραπεζών, δικαιούχοι των οποίων ήταν ο ίδιος και η σύζυγός του, προς συγκάλυψη της κατ' εξακολούθηση παθητικής δωροδοκίας του, χωρίς να στηριχθεί το Συμβούλιο Εφετών μόνο στην αδυναμία του αναιρεσείοντος να δικαιολογήσει την προέλευση του συνόλου των κατατεθέντων χρηματικών ποσών. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νομιμοποίηση εσόδων.
0
Αριθμός 1924/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.80/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσες τις εταιρείες με τις επωνυμίες: 1)NESI-TK 4 και 2)NESI TK 5, που εδρεύουν στον Παναμά και εκπροσωπούνται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 469/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 237/23-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: ""Εισάγοντας ενώπιον Σας, κατ' άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθ 5/ 29-3-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., που ασκήθηκε δια της- νομοτύπως διορισθείσας- πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτας Γρηγοριάδου, κατά του υπ'αρ. 80/2010 βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, εκθέτοντας τ' ακόλουθα : Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε τυπικά δεκτή, αλλά και κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. 12 /27-2-2009 έφεση των πολιτικώς εναγουσών κατά του υπ' αρ. 92 /2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά το οποίο - μεταξύ των άλλων - αποφάνθηκε όπως μη γίνει κατηγορία εναντίον του, για απάτη κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 1, 14, 26 παρ 1 α , 27 παρ. 1, 98, και 386 παρ. 1-3 β). Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα ο κατηγορούμενος, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο Βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 17/3/2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 29/3/2010 ήτοι εμπροθέσμως (άρθρο 473 §1 Κ.Π.Δ . Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιά, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η με αριθ 5/29-3-2010 έκθεση στην οποίαν διατυπώνονται οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα : α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τούτον για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρων η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προπονήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1023/2006). Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ. τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 840/2007, ΑΠ 1057/2008, ΑΠ 1639/20020) Περαιτέρω, υπάρχει έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 484 § 1 δ' του ΚΠΔ, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή -, όπως αυτό επιβάλλεται, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 του ΚΠΔ (ΑΠ 1/2005 Ολομέλεια σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ' σελ. 781). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ ΝΓ' 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ ΝΑ' 244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ' 795) Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 περ. β' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ' σελ. 734, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ' σελ. 47 κ.λ.π.). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά και με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, ότι από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα α) τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, τόσο κατά το στάδιο της προηγηθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως όσο και κατά την κύρια ανάκριση που επακολούθησε, β) τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά την διάρκεια πολιτικών μεταξύ των διαδίκων δικών (τακτική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, γ) όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δ) όσα υποστηρίζουν οι εγκαλούσες και ήδη εκκαλούσες εταιρείες με τα εγχειρισθέντα έγγραφα υπομνήματά τους και ε) όσα προβάλει και υποστηρίζει ο κατηγορούμενος τόσο κατά την απολογία του όσο και με τα έγγραφα υπομνήματά του προέκυψαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:. Η εταιρεία Nippon Ship Investment Company Limited, που εδρεύει στο ..., δραστηριοποιείται στον τομέα των επενδύσεων κεφαλαίων. Το Ιαπωνικό Ναυτιλιακό Δίκαιο απαγορεύει την (απευθείας) επένδυση ή την χορήγηση δανείων από Ιαπωνικές εταιρείες σε πλοία που δεν φέρουν την Ιαπωνική σημαία. Ενδιαφερόμενη ωστόσο να επενδύσει κεφάλαια και να χορηγήσει δάνεια σε υπεράκτιες ναυτιλιακές εταιρείες, είχε εξεύρει την φόρμουλα της ίδρυσης από αυτήν Off Shore (υπεράκτιων) εταιρειών Παναμά, διαφορετικής για κάθε χορηγούμενο δάνειο, μέσω των οποίων χορηγούσε τα δάνεια αυτά σε Off Shore εταιρείες. Τα αντίστοιχα κεφάλαια τα εξεύρισκε από διάφορους επενδυτές, οι οποίοι συνιστούσαν μία ειδική μορφή συνεταιρισμού που προβλέπεται στο Ιαπωνικό δίκαιο (διαφορετικού για κάθε ξεχωριστό δάνειο) και ο οποίος συνεταιρισμός είχε το δικαίωμα να επενδύει κεφάλαια σε υπεράκτιες εταιρείες χωρίς περιορισμό. Προς τούτο, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω, η εν λόγω μητρική εταιρεία συνέστησε (ίδρυσε) μεταξύ άλλων τις παρακάτω αναφερόμενες θυγατρικές Off Shore (υπεράκτιες) εταιρείες με την επωνυμία NESI - ΤΚ No 2 (PANAMA) S. Α., NESI - ΤΚ No 3, (PANAMA) S. A, NESI - TK No 4, (PANAMA) S.A., NESI - TK No 5 (PANAMA) S. A, NESI - TK No 6 (PANAMA) S. Α, με έδρα τον Παναμά, ομοίως δραστηριοποιούμενες στον τομέα των επενδύσεων, στις οποίες ήταν η μοναδική μέτοχος. Ο κατ/νος από το έτος 1989 ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα. Η επιχειρηματική του δραστηριότητα προφανώς δεν είχε θετικά αποτελέσματα, καθόσον κατά το έτος 2002 καταδικάστηκε αμετάκλητα για απλή χρεωκοπία, το 2001 είχε αρκετές αμετάκλητες καταδίκες σε πολύμηνες ποινές φυλακίσεως για μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών, νωρίτερα δε για έκδοση ακάλυπτων επιταγών και για μη καταβολή εργατικών ημερομισθίων. Η παραπάνω ποινική του κατάσταση σαφώς και φανερώνει τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε στην ασκούμενη προ των καταδικών αυτών επιχειρηματική του δραστηριότητα και κυρίως από τις αρχές τις 1Οετίας του 1990. Στις 29-10-1997 ίδρυσε και την εταιρεία με την επωνυμία «ESCO Commodities Inc», με έδρα την ... της Αμερικής και κύριο σκοπό το διεθνές εμπόριο δημητριακών. Η εταιρεία αυτή είχε ως δραστηριότητα την προμήθεια δημητριακών προϊόντων, κυρίως σιτηρών, από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και την μεταπώληση τους στην Ελλάδα και άλλες χώρες της Μεσογείου. Η δραστηριότητα της αυτή ξεκίνησε αρχικά με την προμήθεια των σιτηρών, ιδίως ηλιόσπορου, από την πόλη ... της Ρωσίας και από άλλες χώρες της Μαύρης Θάλασσας. Έχοντας να αντιμετωπίσει πιεστικά προβλήματα στην ανεύρεση μετρητών προς άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος και αδυνατώντας να δανειστεί χρήματα από την εγχώρια τραπεζική αγορά, το έτος 1998 απευθύνθηκε στην παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία Nippon Ship Investment Company Limited και ζήτησε δάνειο. Στους νομίμους εκπροσώπους της εν λόγω μητρικής εταιρείας ο κατ/νος δεν γνωστοποίησε την πραγματική κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος. Αντίθετα την απέκρυψε, αφού εμφανίστηκε ως ένας αξιόπιστος, φερέγγυος και επιτυχημένος επιχειρηματίας με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό αλλά και στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδος, καθόσον, όπως τους δήλωσε, ο πεθερός του ήταν βουλευτής και είχε άμεση πρόσβαση και επιρροή στην Ελληνική κυβέρνηση. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τα γεωργικά προϊόντα που αγόραζε και τα μεταπωλούσε, τα μετέφερε ο ίδιος δια θαλάσσης με δικά του κατά 100% πλοία, τα οποία ήσαν σε άριστη κατάσταση και καθ'όλα αξιόπλοα. Στο εύλογο ερώτημα των εκπροσώπων της εν λόγω Ιαπωνικής εταιρείας γιατί δεν ζητεί δάνειο από την Ελληνική τραπεζική αγορά, παρέστησε σ'αυτούς εν γνώσει του ψευδώς ότι τάχα οι ελληνικές Τράπεζες ήταν πρόθυμες να του χορηγήσουν δάνεια αλλά δεν τα ήθελε αυτός για το λόγο ότι οι ελληνικές Τράπεζες θα αύξαναν στη συνέχεια μονομερώς και αυθαίρετα το επιτόκιο και, το κυριότερο, θα αποκάλυπταν σε τρίτους χωρίς τη συγκατάθεση του τα επαγγελματικά του μυστικά χάρη στα οποία αγόραζε δημητριακά σε πολύ χαμηλές τιμές από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και τα πωλούσε σε πολύ υψηλές τιμές στις δυτικές χώρες. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι διάφορες εταιρίες του που ανήκαν σ' αυτόν κατά 100% δεν όφειλαν χρήματα σε κανέναν και ότι η ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρία "ESSCO Commodities Inc" που ασχολείτο με την εμπορία των δημητριακών, είχε υποκαταστήματα με υπαλλήλους και σοβαρή υποδομή στην ... της Ρωσίας, στην ... της Ρουμανίας, στη ... της Βουλγαρίας και στην Ουκρανία. Σημειωτέον ότι κατά το έτος 1997 ο κατ/νος ήταν μέτοχος και διοικούσε την Παναμαϊκή εταιρεία με την επωνυμία « ESSCO PIONEER S.A «, που ήταν πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Παναμά Φ/Γ πλοίου « ESSCO … « και είχε την διαχείριση του υπό σημαία Ουκρανίας πλοίου « E… «. Για την κατανόηση της συμπεριφοράς του κατ/νου πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι, αν και δεν διέθετε το απαιτούμενο οικονομικό υπόβαθρο, σταδιακά προέβη στην ίδρυση και άλλων εταιρειών Παναμά, οι οποίες αγόραζαν επί πιστώσει και είχαν υπό την πλοιοκτησία τους φορτηγά πλοία νηολογημένα στην σημαία του Παναμά. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το έτος 2001 ήταν μέτοχος της εταιρείας "ESSCO FAITH S.A.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ESSCO F…", της εταιρείας "ESSCO BOUNTY S. Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ESSCO B… ", της εταιρείας "ESSCO HOPE S. Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ESSCO H… ", της εταιρείας "ESSCO SPIRIT S. Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ESSCO S…", της εταιρείας "ALEXANDROS Τ. MARITIME S. Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "A… Τ.", της εταιρείας "ESSCO HORIZON S. Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ESSCO H…" και των εταιρειών "ESSCO MARINER S.A." και." ESSCO PLOES S. Α.", που είχαν την εκμετάλλευση των πλοίων "ESSCO M…" και "ESSCO P…" αντίστοιχα. Την διαχείριση όλων των ανωτέρω πλοίων είχε η ελληνική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ESSCO HELLAS ΕΠΕ", με έδρα τον …, την οποία ο πρώτος εναγόμενος είχε ιδρύσει το έτος 1997 με κύριο σκοπό, μεταξύ άλλων, την διαχείριση πλοίων και στην οποία αυτός είχε την πλειοψηφία των εταιρικών μεριδίων και ήταν διαχειριστής, Η εταιρεία αυτή κατά το έτος 2001, με αντίστοιχες τροποποιήσεις του καταστατικού της, τροποποίησε τον σκοπό της, ασχολούμενη πλέον αποκλειστικά με την διαχείριση πλοίων και τις συναφείς ναυτιλιακές δραστηριότητες και μετονομάστηκε σε "ESSCO MARITIME ΕΠΕ" . Παράλληλα δε, κατά το έτος 2001 η εν λόγω εταιρεία υπήχθη στις διατάξεις του Α.Ν. 89/67 και ειδικότερα των Α.Ν. 378/68 και Ν. 27/75, 814/78 και 2234/94. Επανερχόμενοι, λοιπόν, στα κατά το έτος 1999 λαβόντα χώρα περιστατικά, που δεν αφορούν μεν την υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο εκτίθενται προκειμένου να σχηματισθεί πλήρης εικόνα για τις συνθήκες που ξεκίνησε και συνεχίστηκε η οικονομική συνεργασία των διαδίκων, αλλά και για την συνολική συμπεριφορά του κατ/νου, αναφέρονται τα ακόλουθα : Η εν λόγω αλλοδαπή μητρική εταιρεία πείστηκε από τις παραπάνω ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις του κατ/νου, ότι δηλαδή επρόκειτο να συνεργαστεί με ένα φερέγγυο, αξιόπιστο και επιτυχημένο επιχειρηματία με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων, και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό κόσμο και έστερξε στην εν συνεχεία περιγραφόμενη εμπορική συνεργασία, στα πλαίσια της οποίας εντάσσονται οι παρακάτω δανειοδοτήσεις, από τις έναντι εκάστης αναγραφόμενες θυγατρικές της εταιρείες που συνέστησε προς τούτο και συγκεκριμένα : α)Τον Ιούλιο του έτους 1999 χορηγήθηκε δάνειο ποσού 60.000.000 γιεν προς την εκ των ανωτέρω εταιρειών "ESSCO BOUNTY S.A.". Προς τούτο υπεγράφη η από 23/07/1999 δανειακή σύμβαση, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης θυγατρικής εταιρείας "NESI-TK (PΑΝΑΜΑ) S.A." φερόμενης ως δανείστριας, κατά τα ανωτέρω, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο S. K., της εταιρείας "ESSCO BOUNTY S.A." ως δανειοδοτούμενης και της εταιρείας "ESSCO (USA) Ιηc", ως εγγυήτριας, μιας εταιρείας που επίσης είχε ιδρύσει ο πρώτος εναγόμενος στην Πολιτεία Ντελάγουερ της Αμερικής το έτος 1997 ως εταιρεία συμμετοχών. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του δ' τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου η ανωτέρω δανείστρια εταιρεία ζήτησε και έλαβε πρώτη προτιμώμενη υποθήκη, η οποία ενεγράφη επί του πλοίου "ESSCO B…". Όλες οι δόσεις του ανωτέρω δανείου πληρώθηκαν κανονικά κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες που ήσαν απαιτητές και κατά την λήξη του το δάνειο αποπληρώθηκε ολοσχερώς και ήρθη η υποθήκη που είχε εγγραφεί επί του ανωτέρω πλοίου, β) Τον Δεκέμβριο του έτους 1999 και παράλληλα με το ανωτέρω δάνειο που ήταν σε εξέλιξη, υπεγράφη η από 14/12/1999 Δανειακή Σύμβαση, για ποσό 60.000.000 γιεν, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης θυγατρικής εταιρείας "NESI-TK No. 2 (PANAMA) S.A.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο S. K., της εταιρείας "ESSCO HOPE S.A.", ως δανειοδοτούμενης και της ανωτέρω εταιρείας "ESSCO (USA) Ιnc" ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του δ' τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου η ανωτέρω εταιρεία ζήτησε και έλαβε πρώτη προτιμώμενη υποθήκη η οποία ενεγράφη επί του πλοίου "ESSCO H…". To ανωτέρω δάνειο, κατά την λήξη του στις 03/12/2000 και αφού είχαν μέχρι τότε πληρωθεί οι πρώτες τρεις δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου αυτού και από την τέταρτη δόση το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τελευταίου τριμήνου, ανανεώθηκε κατά το κεφάλαιο μόνο, που παρέμενε ανεξόφλητο, ήτοι για το ποσό των 60.000.000 γιεν, για ένα ακόμα έτος, ήτοι μέχρι την 03/12/2001, με σχετικό Πρόσθετο Συμφωνητικό που υπεγράφη την 04/12/2000 από τις ίδιες ως άνω εταιρείες, διατηρηθείσης της υποθήκης επί του ανωτέρω πλοίου και με τόκο και πάλι 10% επί του ποσού του ανανεωθέντος κεφαλαίου, αποπληρωτέο εκ νέου σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, οι τρεις πρώτες αφορώσες πληρωμή τόκων κατά τα ανωτέρω και η τελευταία την 03/12/2001 ως αποπληρωμή του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Η αποπληρωμή του δανείου αυτού, όπως ανανεώθηκε, έγινε ως ακολούθως: Πληρώθηκαν οι πρώτες τρεις δόσεις του ανανεωθέντος πλέον δανείου, ήτοι στις 03/03/2001 πληρώθηκε ποσό 1.516.667 γιεν (τόκοι α' τριμήνου), στις 03/06/2001 ποσό 1.533.333 γιεν (τόκοι β' τριμήνου) και στις 03/09/2001 ποσό 1.533.333 γιεν (τόκοι γ' τριμήνου). Κατά την λήξη του δανείου στις 03/12/2001, συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του κεφαλαίου και των τόκων του τελευταίου τριμήνου, δηλαδή ποσό 61.516.667 γιεν, να μεταφερθεί σε άλλο δάνειο που επίσης ήταν σε εξέλιξη εκείνο το χρονικό διάστημα, δηλαδή στο δάνειο που είχε χορηγηθεί στην εταιρεία "ESSCO-HORIZON S.A." για το πλοίο της "ESSCO H…", η οποία για τον σκοπό αυτό θα έπαιρνε επιπρόσθετο δάνειο 80.000.000 γιεν και με την μεταφορά αυτή θα θεωρείτο εξοφλημένο το ανωτέρω δάνειο στην εταιρεία "ESSCO HOPE S.A.", όπως αυτό είχε ανανεωθεί. Πράγματι, κατά τον ανωτέρω τρόπο εθεωρήθηκε ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς το δάνειο που αφορούσε στο πλοίο "ESSCO H…" και ήρθη η υποθήκη που είχε εγγραφεί επί του πλοίου, γ) Τον Οκτώβριο του έτους 2001 υπεγράφη η από 25/10/2001 Δανειακή Σύμβαση για ποσό 120.000.000 γιεν, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης θυγατρικής εταιρείας "NESI-TK No, 3 (PANAMA ) S.A.", φερόμενης ως δανείστριας, ως (νέος) πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε πλέον ο Κ. T., της εταιρείας "ESSCO HORIZON S.A." ως δανειοδοτούμενής και της διαχειρίστριας του συγκεκριμένου πλοίου ελληνικής εταιρείας "ESSCO (Hellas) Ε.Π.Ε.", η οποία είχε υπό την διαχείριση της όλα τα πλοία και η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε "ESSCO MARITIME Ε.Π.Ε.", ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του δ' τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου η ανωτέρω εταιρεία ζήτησε και έλαβε Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη η οποία ενεγράφη επί του πλοίου "ESSCO H…". To ανωτέρω δάνειο κατά την λήξη του στις 24/10/2002 και αφού είχαν μέχρι τότε πληρωθεί οι πρώτες τρεις δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου αυτού και από την τέταρτη δόση πληρώθηκε το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τελευταίου τριμήνου, αλλά και μέρος του κεφαλαίου, ανανεώθηκε κατά κεφάλαιο μόνο για το υπόλοιπο απομένον οφειλόμενο κεφάλαιο, ήτοι για ποσό 105.000.000 γιεν, για ένα ακόμα έτος, ήτοι μέχρι την 24/10/2003, σύμφωνα με την από 25/10/2002 Προσθήκη Υπ' αριθμ. 1 που υπεγράφη με τις ίδιες ως άνω εταιρείες, διατηρηθείσης της υποθήκης επί του ανωτέρω πλοίου. Ο τόκος συμφωνήθηκε και πάλι 10% επί του ποσού του ανανεωθέντος κεφαλαίου, το οποίο ήταν αποπληρωτέο εκ νέου σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, οι τρεις πρώτες αφορώσες πληρωμή τόκων κατά τα ανωτέρω και η τελευταία την 24/10/2003 ως αποπληρωμή του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Το δάνειο αυτό, όπως είχε ανανεωθεί κατά τα ανωτέρω, κατά την νέα λήξη του στις 24/10/2003 και αφού είχαν μέχρι τότε πληρωθεί οι πρώτες τρεις δόσεις που αφορούσαν στους τόκους των τριών πρώτων τριμήνων, σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα πληρωμών και από την τέταρτη δόση πληρώθηκε το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τελευταίου τριμήνου, ανανεώθηκε εκ νέου κατά κεφάλαιο μόνο, ήτοι για ποσό 105.000.000 γιεν, για ένα ακόμα έτος, ήτοι μέχρι την 24/10/2004, σύμφωνα με την από 25/10/2003 Προσθήκη υπ' αριθμ. 2 που υπεγράφη με τις ίδιες ως άνω εταιρείες, διατηρηθείσης της υποθήκης επί του ανωτέρω πλοίου και με τόκο και πάλι 10% επί του ποσού του ανανεωθέντος κεφαλαίου, αποπληρωτέο εκ νέου σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, οι τρεις πρώτες αφορώσες πληρωμή τόκων κατά τα ανωτέρω και η τελευταία την 24/10/2004 ως αποπληρωμή του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Τελικά, το ανωτέρω δάνειο, που αφορούσε στην εταιρεία "ESSCO HORIZON S.A." και το πλοίο της "ESSCO H…", εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς πριν από την ανωτέρω λήξη του στις 24/10/2004, όπως αυτή είχε προσδιορισθεί κατά τους όρους της ανανέωσης. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2004, με την συναίνεση της NIPPON, το ανωτέρω πλοίο πωλήθηκε σε τρίτους και από το τίμημα της πωλήσεως, στις 21/05/2004, εξοφλήθηκε το εν λόγω., δάνειο πλήρως και ολοσχερώς, αφού μέχρι τον Μάιο του 2004 είχαν πληρωθεί οι μέχρι τότε απαιτητές δόσεις. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα είναι μεν αληθές ότι ο κατ/νος κατώρθωσε να ανταποκριθεί στις παραπάνω από την δανειοδότηση και τις αναδανειοδοτήσεις υποχρεώσεις του με πολύ μεγάλη δυσκολία, έστω και πωλώντας το ως άνω πλοίο "ESSCO H…", της εταιρείας "ESSCO HORIZON S.A.". Είναι όμως εξ ίσου αληθές, αφενός μεν ότι κατώρθωσε να εξοφλήσει το κεφάλαιο του πρώτου δανείου, ενώ τα κεφάλαια των υπολοίπων δανείων αναδανειοδούντο ή μεταφέροντο σε άλλο δάνειο και το τελευταίο δανειοδοτηθέν κεφάλαιο εξοφλήθηκε μόνο με την πώληση του ως άνω πλοίου. Ο κατ/νος, είχε αντιληφθεί ότι μόνο με δανεικά μπορούσε πλέον να συνεχίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Έχοντας δε κατά νου να δανεισθεί από την εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία πολλαπλασίως μεγαλύτερα ποσά, τα οποία εγνώριζε ότι δεν είχε την δυνατότητα να τα επιστρέψει, φρόντισε να συμμορφωθεί, έστω και με μεγάλη δυσκολία, προς τις παραπάνω συμβατικές του υποχρεώσεις, προκειμένου με την εν λόγω προηγηθείσα πρότερη «έντιμη» συμβατική συμπεριφορά του να την παραπλανήσει ότι εξακολουθεί να είναι φερέγγυος, αξιόπιστος, χωρίς χρέη και υποχρεώσεις μεγαλοεπιχειρηματίας με μεγάλη περιουσία και μεγάλο οικονομικό υπόβαθρο. Προς τούτο στις αρχές Μαρτίου 2002, που εμφανίστηκε και πάλι στους νομίμους εκπροσώπους της εν λόγω μητρικής εταιρείας για να ζητήσει νέο δάνειο, ο κατ/νος δεν γνωστοποίησε την ως άνω πραγματική κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος. Αντίθετα την απέκρυψε, αφού επανέλαβε ότι εξακολουθεί να είναι ένας αξιόπιστος, φερέγγυος και επιτυχημένος επιχειρηματίας με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό αλλά και στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδος, καθόσον, όπως τους επανέλαβε, ο πεθερός του ήταν βουλευτής και είχε άμεση πρόσβαση και επιρροή στην Ελληνική κυβέρνηση. Στο εύλογο ερώτημα των εκπροσώπων της εν λόγω εταιρείας γιατί δεν ζητεί δάνειο από την Ελληνική τραπεζική αγορά, παρέστησε σ' αυτούς εκ νέου εν γνώσει του ψευδώς ότι τάχα οι ελληνικές Τράπεζες ήταν πρόθυμες να του χορηγήσουν δάνεια αλλά δεν τα ήθελε αυτός για το λόγο ότι οι ελληνικές Τράπεζες θα αύξαναν στη συνέχεια μονομερώς και αυθαίρετα το επιτόκιο και, το κυριότερο, θα αποκάλυπταν σε τρίτους χωρίς τη συγκατάθεση του τα επαγγελματικά του μυστικά χάρη στα οποία αγόραζε δημητριακά σε πολύ χαμηλές τιμές από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και τα πωλούσε σε πολύ υψηλές τιμές στις δυτικές χώρες. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι διάφορες εταιρίες του που ανήκαν σ' αυτόν κατά 100% δεν όφειλαν χρήματα σε κανέναν και ότι η ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρία "ESSCO Commodities Inc" που ασχολείτο με την εμπορία των δημητριακών, είχε υποκαταστήματα με υπαλλήλους και σοβαρή υποδομή στην ... της Ρωσίας, στην ... της Ρουμανίας, στη ... της Βουλγαρίας και στην Ουκρανία, ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρία του "ESSCO COMMODITIES INC" είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και διατηρούσε υποκαταστήματα και προσωπικό στη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία και Ουκρανία. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τα γεωργικά προϊόντα που αγόραζε και τα μεταπωλούσε, τα μετέφερε ο ίδιος δια θαλάσσης με δικά του κατά 100% πλοία, τα οποία ήσαν σε άριστη κατάσταση και καθ'όλα αξιόπλοα. Οι παραπάνω παραστάσεις του κατ/νου, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω, ήσαν ψευδείς στην συντριπτική πλειοψηφία τους. Ωστόσο ο κατ/νος, επικαλούμενος και την προηγηθείσα συνεπή συμβατική συμπεριφορά του, ήταν ιδιαίτερα πειστικός. Έτσι κατώρθωσε να παραπλανήσει τους εκπροσώπους της ως άνω μητρικής αλλοδαπής εταιρείας και στις 26/03/2002 να συνάψουν νέα δανειακή σύμβαση, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης πρώτης των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών εταιρειών, "NESI-TK No. 4 (PANAMA) S.A.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο Κ. Τ., της εταιρείας "ESSCO ΒΟΥΝΤΥ S.A.", ως δανειοδοτούμενης, της εταιρείας "ESSCO FAITH S.A.", ως ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση (CROSS COLLATERAL MORTGAGOR) και της διαχειρίστριας του πλοίου ελληνικής εταιρείας "ESSCO (Hellas) Ε.Π.Ε.", μετονομασθείσης αργότερα σε "ESSCO MARITIME Ε.Π.Ε.", ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωτέο σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου αυτού η ανωτέρω δανείστρια εταιρεία ζήτησε και έλαβε ως εμπράγματες εξασφαλίσεις: α) Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω δανειοδοτούμενης εταιρείας "ESSCO B…" και β) ως επιπλέον εξασφάλιση Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση "ESSCO F…", αμφότερες δε οι υποθήκες ενεγράφησαν επί των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά. Στην ως άνω από 26.3.2002 σύμβαση δανείου αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγήθηκε για την αναχρηματοδότηση του δανείου των πιο πάνω πλοίων, "ESSCO B…" και "ESSCO F…" και συμφωνήθηκε αποδοτέο μαζί με τους συμβατικούς τόκους, ανερχόμενους σε ποσοστό 10% το χρόνο, ως ακολούθως: 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.7.2002, 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.10.2002, 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.1.2003 και 153.708.333 γιεν Ιαπωνίας στις 29.4.2003. Το πιο πάνω ποσό των 150.000.000 γιεν Ιαπωνίας ισούτο στις 6.3.2002 με 1.304.234,41 €, με βάση την επίσημη ισοτιμία της Τράπεζας της Ελλάδος 1 Ευρώ προς 115,01 γιεν Ιαπωνίας που ίσχυε στις 26.3.2002. Στην εν λόγω σύμβαση μεταξύ των άλλων ετέθησαν και οι ακόλουθοι υπό στοιχεία 9 περίπτωση ξ και 10 περιπτώσεις 03 α, γ, ζ, και μ όροι: "η δανείστρια ... μπορεί να τερματίσει την υποχρέωση της να καταστήσει διαθέσιμο το ποσό του δανείου και να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αμέσως, ... αν κατασχεθούν τα πλοία, παρακρατηθούν ή άλλως πως εμποδιστούν από του να εμπορεύονται χωρίς προσκόμματα ή καθυστέρηση και δεν αποδεσμευτούν εντός15 ημερών ... η δανειζόμενη, η ενυπόθηκη εγγυήτρια και η εγγυήτρια αναλαμβάνουν από κοινού, υπόσχονται και συμφωνούν με την δανείστρια ότι κατά τη διάρκεια τον δανείου ... να διατηρούν τα πλοία νηολογημένα όπως είναι σήμερα και να μην πράξουν ή υποστούν οτιδήποτε το οποίο μπορεί να προκαλέσει την ακύρωση ή την διακινδύνευση αυτής της νηολόγησης, να διατηρούν τα πλοία σε καλή και αποτελεσματική κατάσταση επισκευών, ώστε να διατηρείται η παρούσα Κλάση τους, δηλαδή Germanischer Lloyd ... να πληρώνουν και να εξοφλούν όλα τα χρέη, ζημίες και υποχρεώσεις κάθε φύσεως που δημιουργούν ή μπορούν να δημιουργήσουν ναυτικό προνόμιο ή δικαίωμα ενεχύρου επί του πλοίου ... να ενημερώνουν άμεσα την δανείστρια με επιστολή ή σε επείγουσα περίπτωση με τηλεγράφημα αναφορικά με ... οποιαδήποτε κατάσχεση των πλοίων ... να μη πωλήσουν ή άλλως διαθέσουν οποιαδήποτε από τα πλοία ή οποιοδήποτε μερίδιο σε αυτά χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της δανείστριας». Από τους παραπάνω όρους ο αναφερόμενος στον νηογνώμονα ασφαλώς και ήταν βασικός, οπωσδήποτε δε λήφθηκε σοβαρά υπόψη από την ενυπόθηκη δανείστρια εταιρεία, προκειμένου να στέρξει στην κατάρτιση της συμβάσεως γι'αυτό και αφενός μεν αναγράφεται ρητώς στη σύμβαση ότι τα πλοία αυτά υπάγονται στην Κλάση του όντως αξιόπιστου νηογνώμονα Germanischer Lloyd, αφετέρου δε οι αντισυμβαλλόμενες εταιρείες ανέλαβαν την υποχρέωση να διατηρούν τα υποθηκευμένα πλοία σε καλή και αποτελεσματική κατάσταση επισκευών, ώστε να διατηρείται η παρούσα Κλάση τους, δηλαδή Germanischer Lloyd. Σημειωτέον ότι το να είναι ένα πλοίο μέλος ενός νηογνώμονα εγκεκριμένου από τον IACS, είναι μία βασική προϋπόθεση για την εμπορική απασχόληση του φορτηγού πλοίου, στην ναυτιλιακή δε αγορά ένα πλοίο που δεν είναι μέλος ενός νηογνώμονα και μάλιστα εγκεκριμένου, δεν έχει καμία ή έχει ελάχιστη εμπορική αξία. Από το ανωτέρω ένδικο αρχικό δάνειο εξοφλήθηκαν οι τρεις πρώτες δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου των τριών πρώτων τριμήνων, δηλαδή καταβλήθηκαν : α) η πρώτη δόση ποσού 3.833.333 γιεν, β) η δεύτερη δόση ποσού επίσης 3.833.333 γιεν και γ) η τρίτη δόση ποσού επίσης 3.833.333 γιεν, ενώ δεν κατεβλήθησαν η τέταρτη δόση των τόκων εκ 3.708.333 γιεν και φυσικά το εκ 150.000.000 γιεν κεφάλαιο του δανείου. Κατά την λήξη του αρχικού ως άνω δανείου, ο κατ/νος, παρέχοντας τις ίδιες διαβεβαιώσεις και με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ζήτησε ανανέωση της δανειακής συμβάσεως. Οι εκπρόσωποι της εν λόγω δανείστριας θυγατρικής εταιρείας πείστηκαν στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατ/νου, που όπως θέλει εν συνεχεία καταδειχθεί ήσαν σχεδόν στο σύνολο τους ψευδείς και δέχτηκαν να γίνει ανανέωση της δανειακής συμβάσεως, ήτοι συμφωνήθηκε η αναδανειοδότηση του αρχικού ποσού του κεφαλαίου των 150.000.000 γιεν, πλέον άλλων 30.000.000 γιεν που θα χορηγούσε επιπλέον η πρώτη ενάγουσα, δηλαδή το νέο κεφάλαιο που χορηγήθηκε ως δάνειο ανερχόταν πλέον στο συνολικό ποσό των 180.000.000 γιεν με τους ίδιους όρους που είχε συναφθεί η αρχική σύμβαση. Προς τούτο, υπογράφηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων η από 30/04/2003 Προσθήκη υπ' αριθμ. 1 της αρχικής συμβάσεως δανείου, για συνολικό ποσό 180.000.000 γιεν, διάρκειας ενός έτους, ήτοι μέχρι 29/04/2004, με τόκο 10% ετησίως επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω Προσθήκης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του ανωτέρω κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου, ήτοι 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.7.2003, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.10.2003, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.1.2004 και 184.450.000 γιεν Ιαπωνίας στις 29.4.2004. Το ως άνω ποσό των 30.000.000 γιεν Ιαπωνίας ισούτο στις 30.4.2003 με 230.893,556 Ευρώ, με βάση την επίσημη ισοτιμία της Τράπεζας της Ελλάδος 1 Ευρώ προς 129,93 γιεν Ιαπωνίας που ίσχυε στις 30.4.2003. Προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου αυτού, όπως ανανεώθηκε, υπεγράφησαν : α) Προσθήκη υπ' αριθμ. 1 επί της Πρώτης Προτιμώμενης Υποθήκης επί του πλοίου της ως άνω δανειοδοτούμενης εταιρείας "ΕSSCO B…" και β) ως επιπλέον εξασφάλιση Προσθήκη υπ' αριθμ. 1 επί της Πρώτης Προτιμώμενης Υποθήκης επί του πλοίου της ως άνω ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση "ESSCO F…", δυνάμει των οποίων τροποποιήθηκαν οι αρχικές υποθήκες ως προς το ποσό του δανείου, που πλέον ανερχόταν σε 180.000.000 γιεν, αμφότερες δε ενεγράφησαν επί των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά. Κατά την λήξη του ως άνω εκ νέου χορηγηθέντος δανείου των 180.000.000 γιεν στις 29/04/2004, είχαν αποπληρωθεί προς την πρώτη των εγκαλουσών -εκκαλουσών δανείστρια εταιρεία τα εξής ποσά: α) την 29/07/2003 ποσό Δολ. ΗΠΑ 40.480, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της πρώτης δόσης του δανείου (τόκων α' τριμήνου), β) την 29/10/2003 ποσό Δολ. ΗΠΑ 42.650, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκων β' τριμήνου), γ) την 28/01/2004 ποσό 4.547.297 γιεν ως αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκων γ' τριμήνου) και δ) την 27/04/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 40.580, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.450.000 γιεν ως αποπληρωμή της τέταρτης δόσης του δανείου (τόκων τέταρτου τριμήνου), ήτοι κατά την λήξη του δανείου είχαν αποπληρωθεί όλοι οι τόκοι του δανείου. Πέραν δε της ανωτέρω αποπληρωμής των τόκων, κατά την ως άνω λήξη του δανείου, αποπληρώθηκε τον εν συνεχεία αναφερόμενο τρόπο και μέρος του κεφαλαίου εκ 40.000.000 γιεν και επομένως το ποσό του δανεισθέντος κεφαλαίου μειώθηκε σε 140.000.000 γιεν. Ειδικότερα η αποπληρωμή του ποσού των 40.000.000 γιεν έγινε με μεταφορά του ποσού αυτού προς την εταιρεία "ESSCO FAITH S.A." η οποία έτσι κατέστη η ίδια οφειλέτιδα, ως δανείστριας φερόμενης μίας άλλης θυγατρικής εταιρείας της μητρικής NIPPON, της NESI-TK No 6 (PANAMA) S.A.". Κατά την λήξη του αρχικού ως άνω δανείου, ο κατ/νος, παρέχοντας τις ίδιες διαβεβαιώσεις και με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ζήτησε ανανέωση της δανειακής συμβάσεως. Οι εκπρόσωποι της εν λόγω δανείστριας θυγατρικής εταιρείας πείστηκαν στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατ/νου, που όπως θέλει εν συνεχεία καταδειχθεί ήσαν σχεδόν στο σύνολο τους ψευδείς και δέχτηκαν να γίνει ανανέωση της δανειακής συμβάσεως, ήτοι συμφωνήθηκε η με τους ίδιους με την αρχική σύμβαση όρους αναδανειοδότηση του αρχικού ποσού του κεφαλαίου των 140.000.000 γιεν προς την εταιρεία "ESSCO BOUNTY S.A.". Προς τούτο υπεγράφη, μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων (πλην της εταιρείας "ESSCO FAITH S.A." , η οποία έπαψε να είναι πλέον ενυπόθηκος οφειλέτης παρέχουσα παράλληλη εξασφάλιση αυτού του συγκεκριμένου δανείου και κατέστη αυτοφειλέτης άλλου δανείου κατά τα ως άνω εκτιθέμενα), η από 30/04/2004 Προσθήκη υπ' αριθμ. 2 της αρχικής από 26.3.2002 συμβάσεως δανείου, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την προσθήκη No 1/30.4.2003, για συνολικό ποσό 140.000.000 γιεν, διάρκειας ενός ακόμη έτους, ήτοι μέχρι 29/04/2005, με τόκο 10% ετησίως επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω Προσθήκης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του ανωτέρω κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Από την ανωτέρω αναδανειοδότηση αποπληρώθηκαν τα ακόλουθα ποσά : α) την 29/07/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 32.640, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 3.577.778 γιεν ως αποπληρωμή της πρώτης δόσης του δανείου (τόκων α' τριμήνου), β) την 27/10/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 33.729, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 3.577.778 γιεν ως αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκων β' τριμήνου) και γ) την 27/01/2005 ποσό Δολ. ΗΠΑ 35.049, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 3.577.778 γιεν ως αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκων γ' τριμήνου) και επομένως δεν πληρώθηκαν οι τόκοι της τέταρτης τριμηνιαίας δόσης και ολόκληρο το κεφάλαιο εκ 143.461.111 γιεν συνολικά. Κατά την λήξη του ως άνω δανείου, ο κατ/νος, παρέχοντας τις ίδιες διαβεβαιώσεις και με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ζήτησε ανανέωση της δανειακής συμβάσεως. Οι εκπρόσωποι της εν λόγω δανείστριας θυγατρικής εταιρείας πείστηκαν στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατ/νου, που όπως θέλει εν συνεχεία καταδειχθεί ήσαν σχεδόν στο σύνολο τους ψευδείς και δέχτηκαν να γίνει ανανέωση της δανειακής συμβάσεως, ήτοι συμφωνήθηκε η με τους ίδιους με την αρχική σύμβαση όρους αναδανειοδότηση του αρχικού ποσού του κεφαλαίου των 140.000.000 γιεν προς την εταιρεία "ESSCO BOUNTY S.A.", πλέον ποσού άλλων 40.000.000 γιεν που θα χορηγούσε ως επιπλέον δάνειο η πρώτη εγκαλούσα -εκκαλούσα, ανερχομένου έτσι του ποσού της εκ νέου δανειοδοτήσεως κατά κεφάλαιο στο ποσό των 180.000.000 γιεν. Από το επιπλέον ποσό των 40.000.000 γιεν που θα χορηγούσε η πρώτη ενάγουσα, ποσό 3.461.111 γιεν θα συμψηφιζόταν με την αποπληρωμή των τόκων του τέταρτου και τελευταίου τριμήνου της προηγούμενης αναδανειοδότησης και ποσό 9.000.000 γιεν θα συμψηφιζόταν με την αμοιβή της NIPPON, που είχε συμφωνηθεί να εισπράξει από την εκ νέου αυτή αναδανειοδότηση, το υπόλοιπο δε, θα συμψηφιζόταν με υπόλοιπα από άλλα δάνεια που αφορούσαν τα άλλα πλοία, όπως προκύπτει από τον προσαγόμενο και επικαλούμενο με μετάφραση στην ελληνική Λογαριασμό Συμψηφισμού που συνέταξε η ίδια η NIPPON. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπεγράφη, μεταξύ της πρώτης των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών εταιρείας "NESI-TK No. 4 (PANAMA S.A.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο Κ. T., της εταιρείας "ESSCO BOUNTY S.A.", ως δανειοδοτούμενης και της διαχειρίστριας του πλοίου ελληνικής εταιρείας ESSCO MARITIME Ε.Π.Ε." (πρώην ESSCO (Hellas) Ε.Π.Ε.") ως εγγυήτριας, η από 26/04/2005 Προσθήκη υπ' αριθμ. 3 της αρχικής συμβάσεως δανείου, για συνολικό ποσό 180.000.000 γιεν, διάρκειας ενός ακόμη έτους, ήτοι μέχρι 25/04/2006, με τόκο 10% ετησίως επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω Προσθήκης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του ανωτέρω κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Επιπροσθέτως δε, τροποποιήθηκε αναλόγως και η υφιστάμενη επί του πλοίου "ESSCO B…" Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη, που ήταν εγγεγραμμένη στο Νηολόγιο του Παναμά. Από την τελευταία αυτή δανειοδότηση του πλοίου "ESSCO B…", που ρητά συμφωνήθηκε ότι έγινε με τους ίδιους με την αρχική σύμβαση όρους, αποπληρώθηκαν η πρώτη δόση του δανείου ποσού 4.550.000 γιεν που ήταν απαιτητή την 25/07/2005, καθώς επίσης και: την 15/12/2005 Δολ. ΗΠΑ 38.450 που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκοι β' τριμήνου), την 24/01/2006 Δολ. ΗΠΑ 38.475 που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκοι γ' τριμήνου) και την 28/04/2006 Δολ. ΗΠΑ 29.915,18 που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.500.000 γιεν ως αποπληρωμή εκ της τέταρτης δόσης του ποσού των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Αντίθετα δεν πληρώθηκε ολόκληρο το εκ 180.000.000 γιεν κεφάλαιο του δανείου. Όπως όμως προεκτέθηκε ο κατ/νος, που από καιρό βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και μόνο με δανεικά μπορούσε να συνεχίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, είχε κατά νου να "υφαρπάσει" από την αλλοδαπή μητρική εταιρεία Nippon Ship Investment Company Limimted μέσω των θυγατρικών της εταιρειών, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δανειοδότηση, μολονότι εγνώριζε ότι δεν είναι σε θέση να επιστρέψει τα δανεισθέντα κεφάλαια. Προς τούτο τον Οκτώβριο του έτους 2003 εμφανίστηκε και πάλι στους νομίμους εκπροσώπους της εν λόγω μητρικής εταιρείας για να ζητήσει νέο δάνειο, ο κατ/νος δεν γνωστοποίησε την ως άνω πραγματική κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος. Αντίθετα την απέκρυψε, αφού επανέλαβε ότι εξακολουθεί να είναι ένας αξιόπιστος, φερέγγυος και επιτυχημένος επιχειρηματίας με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό αλλά και στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδος. Στο εύλογο ερώτημα των εκπροσώπων της εν λόγω εταιρείας γιατί δεν ζητεί δάνειο από την Ελληνική τραπεζική αγορά, παρέστησε σ'αυτούς εκ νέου εν γνώσει του ψευδώς ότι τάχα οι ελληνικές Τράπεζες ήταν πρόθυμες να του χορηγήσουν δάνεια αλλά δεν τα ήθελε αυτός για το λόγο ότι οι ελληνικές Τράπεζες θα αύξαναν στη συνέχεια μονομερώς και αυθαίρετα το επιτόκιο και, το κυριότερο, θα αποκάλυπταν σε τρίτους χωρίς τη συγκατάθεση του τα επαγγελματικά του μυστικά χάρη στα οποία αγόραζε δημητριακά σε πολύ χαμηλές τιμές από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και τα πωλούσε σε πολύ υψηλές τιμές στις δυτικές χώρες. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι διάφορες εταιρίες του που ανήκαν σ' αυτόν κατά 100% δεν όφειλαν χρήματα σε κανέναν και ότι η ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρία "ESSCO Commodities Inc" που ασχολείτο με την εμπορία των δημητριακών, είχε υποκαταστήματα με υπαλλήλους και σοβαρή υποδομή στην ... της Ρωσίας, στην ... της Ρουμανίας, στη ... της Βουλγαρίας και στην Ουκρανία, ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρία του "ESSCO Commodities Inc" είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και διατηρούσε υποκαταστήματα και προσωπικό στη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία και Ουκρανία. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τα γεωργικά προϊόντα που αγόραζε και τα μεταπωλούσε, τα μετέφερε ο ίδιος δια θαλάσσης με δικά του κατά 100% πλοία, τα οποία ήσαν σε άριστη κατάσταση, καθ' όλα αξιόπλοα και ενταγμένα στον έγκριτο νηογνώμονα Germanischer Lloyd. Οι παραπάνω παραστάσεις του κατ/νου, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω, ήσαν ψευδείς στην συντριπτική πλειοψηφία τους. Ωστόσο ο κατ/νος, επικαλούμενος και την προηγηθείσα συνεπή συμβατική συμπεριφορά του, ήταν ιδιαίτερα πειστικός. Έτσι κατόρθωσε να παραπλανήσει τους εκπροσώπους της ως άνω μητρικής αλλοδαπής εταιρείας να του χορηγήσουν νέο δάνειο. Προς τούτο υπεγράφη η από 30/10/2003 Δανειακή Σύμβαση, για ποσό 200.000.000 γιεν, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης δεύτερης των εναγουσών και ήδη εκκαλουσών "NESI-TK No.5 (PANAMA S.A.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο Κ. T., της εταιρείας "ESSCO SPIRIT S.A.", ως δανειοδοτούμενης, της εταιρείας "ESSCO HOPE S.A.", ως ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση (CROSS COLLATERAL MORTGAGOR ) και της διαχειρίστριας των πλοίων ελληνικής εταιρείας "ESSCO MARITIME Ε.Π.Ε.", ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωτέο σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τον πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολόκληρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου αυτού η ανωτέρω εταιρεία ζήτησε και έλαβε ως εμπράγματες εξασφαλίσεις: α) Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω δανειοδοτούμενης εταιρείας "ESSCO S…" και β) ως επιπλέον εξασφάλιση Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση "ESSCO H.", αμφότερες δε οι υποθήκες ενεγράφησαν επί των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά. Στην εν λόγω σύμβαση μεταξύ των άλλων ετέθησαν και οι ακόλουθοι υπό στοιχεία 9 περίπτωση ξ και 10 περιπτώσεις 03 ,α, γ, ζ, μ και ξ όροι: "η δανείστρια ... μπορεί να τερματίσει την υποχρέωσή της να καταστήσει διαθέσιμο το ποσό του δανείου και να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αμέσως, ... αν κατασχεθούν τα πλοία, παρακρατηθούν ή άλλως πως εμποδιστούν από του να εμπορεύονται χωρίς προσκόμματα ή καθυστέρηση και δεν αποδεσμευτούν εντός 15 ημερών ... η δανειζόμενη, η ενυπόθηκη εγγυήτρια και η εγγυήτρια αναλαμβάνουν από κοινού , υπόσχονται και συμφωνούν με την δανείστρια ότι κατά τη διάρκεια του δανείου ... να διατηρούν τα πλοία νηολογημένα όπως είναι σήμερα και να μην πράξουν ή υποστούν οτιδήποτε το οποίο μπορεί να προκαλέσει την ακύρωση ή την διακινδύνευση αυτής της νηολόγησης, να διατηρούν τα πλοία σε καλή και αποτελεσματική κατάσταση επισκευών, ώστε να διατηρείται η παρούσα Κλάση τους, δηλαδή Germanischer Lloyd ... να πληρώνουν και να εξοφλούν όλα τα χρέη, ζημίες και υποχρεώσεις κάθε φύσεως που δημιουργούν ή μπορούν να δημιουργήσουν ναυτικό προνόμιο ή δικαίωμα ενεχύρου επί του πλοίου ... να ενημερώνουν άμεσα την δανείστρια με επιστολή ή σε επείγουσα περίπτωση με τηλεγράφημα αναφορικά με οποιαδήποτε κατάσχεση των πλοίων ...να μη πωλήσουν ή άλλως διαθέσουν οποιαδήποτε από τα πλοία ή οποιοδήποτε μερίδιο σε αυτά χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της δανείστριας." Ωστόσο, από τις 30.9.2003, τα υποθηκευμένα πλοία "ESSCO S...” και "ESSCO H...", διαγράφτηκαν λόγω της κακής τους κατάστασης, από τον αξιόπιστο Νηογνώμονα "Cermanischer Lloyd" στον οποίο ήταν ενταγμένα μέχρι τότε. Εν τούτοις ο κατ/νος, αν και γνώριζε αυτό το γεγονός το απέκρυψε, για να πείσει στις 30.10.2003 τη δεύτερη των εγκαλουσών - εκκαλουσών δανείστρια εταιρεία να του χορηγήσει το δάνειο των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας, αφού της παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι τα ως άνω πλοία του "ESSCO S…" και "ESSCO H…", επί των οποίων είχαν συμφωνήσει να εγγράψει πρώτη προτιμώμενη υποθήκη προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας, ήσαν σε άριστη κατάσταση και είχαν πιστοποιητικά αξιοπλοΐας από τον νηογνώμονα "Cermanischer Lloyd" Η ψευδής αυτή παράσταση του κατηγορούμενου προκύπτει και εγγράφως και συγκεκριμένα από την ως άνω από 30.10.2003 Σύμβαση Δανείου καθώς και από τις από 30.10.2003 πρώτες προτιμώμενες ναυτικές υποθήκες επί των ανωτέρω πλοίων, όπου ρητά βεβαιώνεται ψευδώς ότι η κλάση των ανωτέρω πλοίων "ESSCO S…" και "ESSCO H…" ήταν ο Germanischer Lloyd. Μάλιστα για να επιτύχει την σκοπούμενη παραπλάνηση της, είχε χορηγήσει σ' αυτήν αντίγραφα προηγούμενων πιστοποιητικών περί του ότι τα ανωτέρω πλοία ήταν ενταγμένα στον ανωτέρω νηογνώμονα, χωρίς ωστόσο να τους αποκαλύψει ότι τα πιστοποιητικά είχαν παύσει να ισχύουν γιατί ο Germanischer Lloyd είχε διαγράψει τα ανωτέρω πλοία ήδη από τις 30.9.2003 αλλά, επιπρόσθετα, ρητά δήλωσε και βεβαίωσε στην από 30.10.2003 σύμβαση δανείου και στις από 30.10.2003 πρώτες προτιμώμενες ναυτικές υποθήκες, ότι η Κλάση των εν λόγω πλοίων ήταν ο "Germanischer Lloyd". Εάν η εν λόγω δανείστρια εταιρεία γνώριζε ότι τα υποθηκευμένα πλοία είχαν διαγραφεί από τον εν λόγω αξιόπιστο νηογνώμονα λόγω της κακής καταστάσεως τους, ασφαλώς και δεν θα συνέπραττε στην χορήγηση του ως άνω δανείου. Από την ανωτέρω ένδικη αρχική σύμβαση δανείου εξοφλήθηκαν οι τρεις πρώτες δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου των τριών πρώτων τριμήνων, δηλαδή καταβλήθηκαν : α), την 29/01/2004 ποσό 5.587.322 γιεν, που αφορούσε στην αποπληρωμή της πρώτης δόσης του δανείου (τόκοι α' τριμήνου), καθώς και των εξόδων για την εγγραφή των υποθηκών των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά, β) την 28/04/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 47.480, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 5.055.555 γιεν, που αφορούσε στην αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκων β' τριμήνου) και γ) την 27/07/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 45.680, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 5.021.862 γιεν, που αφορούσε στην αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκων γ' τριμήνου). Από την τέταρτη και τελευταία δόση του δανείου, το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τέταρτου τριμήνου επίσης αποπληρώθηκε, δεδομένου ότι αυτό συμψηφίσθηκε κατά την ανανέωση του αρχικού δανείου και την χορήγηση επιπλέον ποσού 250.000.000 γιεν προς την ανωτέρω δανειοδοτηθείσα εταιρεία, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω. Αντίθετα το ποσό του εκ 200.000.000 γιεν κεφαλαίου του δανείου δεν εξοφλήθηκε. Προ του αδιεξόδου αυτού ο κατ/νος γνωρίζοντας την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις συμβατικές αυτές υποχρεώσεις του, και αναζητώντας νέα κεφάλαια, επεδίωξε να πείσει την ως άνω αλλοδαπή μητρική εταιρεία να επενδύσει σε άλλες επιχειρήσεις που σχεδίαζε, (π.χ. κατασκευή αιολικών πάρκων), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ωστόσο γνωρίζοντας την επιθυμία της να επενδύσει στην παραγωγή φιλικών προς το περιβάλλον καυσίμων - βιοντηζελ, κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2004 παρέστησε στους νομίμως εκπροσώπους της ότι έχει την πρόθεση και την δυνατότητα να προβεί στην κατασκευή και λειτουργία στην Ελλάδα ενός εργοστασίου παραγωγής βιολογικού καυσίμου - βιοντηζελ (Bio Diesel Fuel), από σπόρους ηλίανθου ή και από άλλα φυτικά έλαια, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Κιότο για την προστασία του περιβάλλοντος και ότι διέθετε τις προς τούτο απαιτούμενες διασυνδέσεις (ως γαμβρός βουλευτού με άμεση πρόσβαση και επιρροή στην Ελληνική Κυβέρνηση). Οι παραστάσεις του αυτές, που ως θέλει καταδειχθεί στη συνέχεια ήσαν ψευδείς, έκαμψαν τους ενδοιασμούς της εν λόγω αλλοδαπής εταιρείας, ενόψει και του ότι μία εκ των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ήταν η εμπορία ηλιόσπορου και πέραν της εταιρείας με την επωνυμία "ESSCO Commodities Inc" είχε ιδρύσει και την ελληνική εταιρεία με την επωνυμία "UNTRANKO Ε.Π.Ε.", που επίσης σκοπό είχε την εμπορία γεωργικών προϊόντων. Έτσι η δεύτερη των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών αλλοδαπών θυγατρικών εταιρειών δάνεισε για τον σκοπό αυτό με τους όρους και τις συμφωνίες της αρχικής από 30-10-2003 συμβάσεως δανείου το επιπλέον ποσό των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας για να κατασκευαστεί πιλοτικό (πειραματικό) εργοστάσιο παραγωγής 2 τόννων βιοντηζελ ημερησίως από σπόρους ηλίανθου. Συγκεκριμένα στις 29.10.2004 η δεύτερη των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών θυγατρικών εταιρειών συμφώνησε, με την υπ' αριθμ. 1/29.10.2004 Προσθήκη στην ως άνω από 30.10.2003 Σύμβαση Δανείου, να παραταθεί ο χρόνος αποπληρωμής του ως άνω από 30.10.2003 δανείου των 200.000.000 γιεν για ένα έτος, ήτοι μέχρι τις 28.10.2005, δάνεισε δε στον πρώτο των εναγομένων και ειδικότερα στην ως άνω ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρεία του με την επωνυμία "ESSCO SPIRIT S.A." το (επιπλέον) ποσό των 250.000.000 γιεν, με συνέπεια το δάνειο να ανέλθει τελικά σε 450.000.000 γιεν (200.000.000 + 250.000.000 ίσον). Το εν λόγω δάνειο συμφωνήθηκε αποπληρωτέο ως ακολούθως : α) 11.500.000 γιεν στις 28.1.2005, β) 11.250.000 γιεν στις 28.4.2005, γ) 11.375.000 γιεν στις 28.7.005 και δ) 461.500.000 γιεν στις 28.10.2005, τροποποιήθηκαν δε αντίστοιχα στις 29.10.2004 και οι πρώτες προτιμώμενες υποθήκες στα ανωτέρω πλοία "ESSCO S…" και "ESSCO H…" (το τελευταίο μετονομάστηκε σε C… of T…). To ποσό αυτό των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας ισούτο στις 29.10.2004 με 1.861.226,92 €, με βάση την επίσημη ισοτιμία της Τράπεζας της Ελλάδος 1 Ευρώ προς 134,32 γιεν Ιαπωνίας που ίσχυε στις 29.10.2004. Στην εν λόγω υπ' αριθμ. 1/29.10.2004 προσθήκη ρητά συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα : "η δανειολήπτρια θα χρησιμοποιήσει το ποσό του δανείου των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας, που διατέθηκε σ' αυτήν με την παρούσα για τον αποκλειστικό σκοπό της κατασκευής ενός πιλοτικού εργοστασίου παραγωγής καυσίμων βιοντήζελ συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού και των μηχανημάτων, το οποίο θα κατασκευαστεί στην Ελλάδα και της παραγωγής καυσίμων βιοντήζελ και υποπροϊόντων. Προς εξασφάλιση της εκτέλεσης των υποχρεώσεων εκ μέρους της δανειοληπτρίας που προβλέπονται από την σύμβαση δανείου ... η δανειολήπτρια θα παραχωρήσει πρώτη προτιμώμενη υποθήκη επί του πιλοτικού εργοστασίου καυσίμων βιοντήζελ υπέρ της δανείστριας με όρους αποδεκτούς από την δανείστρια ...". Μετά την υπογραφή της ανωτέρω τροποποιηθείσης σύμβασης δανείου ο κατ/νος, ως διαχειριστής της εταιρείας που θα εκτελούσε το έργο εις ουδεμία ουσιαστική ενέργεια προέβη για την υλοποίηση των υποχρεώσεων του. Η μοναδική δραστηριότητα του εξαντλήθηκε στην κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 τροποποίηση του καταστατικού της ανωτέρω ελληνικής εταιρείας του με την επωνυμία "UNTRACO Ε.Π.Ε." (που προβλεπόταν να υλοποιήσει το έργο), διευρύνοντας το σκοπό της, ώστε να προβλέπεται και η παραγωγή, εκμετάλλευση και διάθεση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, όπως βιοπετρελαίου και βιοαιθανόλης και στην υποβολή της από 07/03/2005 επιστολής στο ΥΠΕΧΩΔΕ επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Πρωτ. 156080/16-03-2005 απάντηση του Υπουργείου σχετικά με την κατάταξη της εν λόγω δραστηριότητας στην αντίστοιχη κατηγορία. Απώτερος σκοπός του ήταν να πείσει την εν λόγω αλλοδαπή μητρική εταιρεία να τον δανειοδοτήσει με το ποσό των 9.090.000.000 γιεν που απαιτούνταν για την κατασκευή του (κανονικού) εμπορικού εργοστασίου παραγωγής βιοκαυσίμων, προοπτική για την οποία πράγματι είχαν γίνει συζητήσεις και υπήρχε θετική κατ' αρχήν ανταπόκριση από πλευράς της. Αντίθετα καρπώθηκε και ιδιοποιήθηκε το δανεισθέν ποσό των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας, όπως δεν απέδωσε και το κεφάλαιο του δανείου της 30-10-2003 , (που αναδανειοδοτήθηκε στις 29-10-2004). Στις ερωτήσεις της δανείστριας για την καθυστέρηση κατασκευής του πιλοτικού εργοστασίου εξακολουθούσε να δίνει ψευδείς διαβεβαιώσεις για να διατηρήσει την παραπλάνηση τους. Στο e-mail του της 8/7/2005 δήλωνε ότι το πιλοτικό εργοστάσιο παραγωγής βιοντήζελ ήταν ... "ήδη υπό κατασκευή στα Οινόφυτα και αναμενόταν άμεσα η ολοκλήρωση του", με το e-mail του της 1/8/2005 δηλώνει: "Εν τω μεταξύ το πιλοτικό εργοστάσιο μπορεί να παράγει αυτή την μικρή ποσότητα και εμείς θα αποκτήσουμε εμπειρία με τα αποτελέσματα", με το e-mail του της 13/8/25005 δηλώνει ότι το πιλοτικό εργοστάσιο "είναι σχεδόν έτοιμο" με το e-mail του της 29/12/2005 δηλώνει ότι "....παρόλο που εσείς αγνοείτε συνέχεια το γεγονός αυτό ρωτώντας ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΛΟΤΙΚΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ, ΘΑ ΣΑΣ ΤΟ ΔΩΣΩ ΣΥΝΤΟΜΑ, ΤΟ ΠΙΛΟΤΙΚΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ".. Δεν δίστασε δε να επιδεικνύει στους κ. M. I. διευθυντή της μητρικής εταιρείας Nippon Ship Investment Company Limited και στον κ. T. M., νόμιμο εκπρόσωπο της δευτέρας των εναγουσών -εκκαλουσών, που είχαν έλθει προς τούτο στην Ελλάδα από την Ιαπωνία, εδαφικές εκτάσεις για την ανέγερση της πιλοτικής μονάδας παραγωγής βιοντήζελ, οι οποίες δεν του ανήκαν. Συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2004 τους επέδειξε μία εδαφική έκταση βόρεια της Χαλκίδας, τον Σεπτέμβριο του 2005 τους επέδειξε μία περιοχή στο Πλατύ Ημαθίας, ενώ τον Ιούνιο του 2005 τους δήλωσε ότι η έκταση αυτή ανερχόταν σε 100 στρέμματα και ήταν στον Αλμυρό Μαγνησίας, στη δε επιστολή που υποτίθεται ότι παρέδωσε στον Ευρωπαίο Επίτροπο, το ακίνητο φέρεται ότι ήταν στα Οινόφυτα και ότι το πιλοτικό εργοστάσιο ήταν "ήδη υπό κατασκευή" και η "περάτωση του αναμένεται άμεσα". Είναι προφανές ότι η δευτέρα των εγκαλουσών - εκκαλουσών, αν γνώριζε την πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση του κατ/νου και ότι αναζητούσε το δάνειο των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας μόνο και μόνο για να καλύψει τις μεγάλες οικονομικές του υποχρεώσεις από την προβληματική επιχειρηματική του δραστηριότητα σε άλλους τομείς, ασφαλώς και δεν θα του χορηγούσε το δάνειο αυτό για την κατασκευή του πιλοτικού εργοστασίου, το οποίο φυσικά ο κατ/νος δεν απέδωσε, όπως φυσικά δεν της απέδωσε στην εν λόγω δανείστρια και το αρχικό δάνειο των 200.000.000 γιεν. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στις 9.1.2004 η εταιρεία "CEREAL INVESTMENT CO (CIC) S.A." προέβη σε κατάσχεση του πλοίου "ESSCO S…" ενώ βρισκόταν στην ... της Γκάνας για απαίτηση ποσού 53.351,50 δολ. ΗΠΑ.. Στις 19.1.2004 και η ναυλώτρια εταιρεία "DARYA SHIPPINC S.A." προέβη στην κατάσχεση του ανωτέρω πλοίου "ESSCO S…" ενώ αυτό βρισκόταν στην ... της Γκάνας, για απαίτηση 726.516 δολ. ΗΠΑ. Την 1.3.2004 η ανωτέρω ναυλώτρια εταιρία "'DARYA SHIPPINC S.A ." υπέβαλε την απαίτησή της σε διαιτησία Λονδίνου για το ποσό των 701.910 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκων και εξόδων, όπως προκύπτει και από την από 10.9.2004 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου M. F. S. καθώς και από την από 6.9.2004 ένορκη βεβαίωση του ίδιου δικηγόρου. Την τρίτη εβδομάδα του μηνός Μαρτίου 2004 το πλοίο "ESSCO S…" αναχώρησε κρυφά από την Γκάνα χωρίς τα έγγραφά του αφού εκρατούντο από τις τοπικές Αρχές λόγω της κατασχέσεως του. Στις 23.3.2004, (αμέσως μετά την παράνομη αναχώρηση του από την Γκάνα) ο κατηγορούμενος νηολόγησε κρυφά στη Σλοβακία το πιο πάνω πλοίο "ESSCO S…", ως ελεύθερο από κάθε βάρος, αποκρύπτοντας έτσι την υποθήκη που είχε εγγράψει σε αυτό η δεύτερη των εκκαλουσων προς εξασφάλιση του ανωτέρω δανείου για το συνολικό ποσό των 450.000.000 γιεν Ιαπωνίας, και το μετονόμασε σε "D… Τ", ώστε να χαθούν τα ίχνη του. Η μετονομασία αυτή έγινε εν κρύπτω. Μάλιστα, η νηολόγηση αυτή έγινε στο όνομα της εταιρείας "DEFIANT Τ. MARITIME S.A." ως πλοιοκτήτριας, στην οποία ο κατηγορούμενος "πώλησε" το εν λόγω πλοίο "ESSCO S…" με το πωλητήριο συμβόλαιο (dill of sale) της 14.4.2004, στο οποίο το πλοίο αυτό αναφέρεται ως ελεύθερο χρεών, υποθηκών και βαρών. Άλλωστε γι' αυτό το λόγο ο κατηγορούμενος το νηολόγησε παράνομα στη Σλοβακία, το μεταβίβασε σε άλλη εταιρεία και το μετονόμασε, πλην όμως η ως άνω πιστώτρια το ανακάλυψε και το κατέσχεσε αναγκαστικά στη Σρι Λάνκα στις 6.9.2004. Όλα τα εν λόγω ουσιώδη περιστατικά της 9.1.2004, 19.1.2004, 1.3.2004 και της τρίτης εβδομάδας του Μαρτίου του 2004,τα απέκρυψε αθέμιτα ο κατηγορούμενος από τις εγκαλούσες - εκκαλούσες δανείστριες. Και όχι μόνο αυτό αλλά εμφάνιζε προς αυτές ψευδώς ότι τα ανωτέρω πλοία του δεν όφειλαν τίποτε. Ότι ήσαν κερδοφόρα, δήλωνε δε για να τις εξαπατήσει (στις 29.10.2004 στη δεύτερη από αυτές, που του δάνεισε το περαιτέρω ποσό των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας) ότι τάχα το πλοίο αυτό (που ήταν κατεσχεμένο αναγκαστικά στη Σρι Λάνκα ήδη από τις 6.9.2004 και τελικά εξετέθη σε πλειστηριασμό και αποκτήθηκε από Ινδούς αγοραστές) εργαζόταν κανονικά με θαλάσσιες επί κέρδει μεταφορές, ότι ταξίδευε από τη Θεσσαλονίκη για την ... της Γκάνας με φορτίο ρυζιού και ζάχαρης στις 8.9.2004 και ότι στις 29.11.2004 πραγματοποιούσε πάλι το ίδιο ταξίδι (Θεσσαλονίκη -...) με φορτίο ρυζιού και ζάχαρης. Επίσης είναι πρόδηλο ότι, αν οι εγκαλούσες-εκκαλούσες δανείστριες γνώριζαν ότι τα πλοία "ESSCO S…" και "ESSCO H…", επί των οποίων ενέγραψαν υποθήκες προς εξασφάλιση των δανείων είχαν, λόγω της άθλιας κατάστασης τους, διαγραφεί από τον αξιόπιστο γερμανικό νηογνώμονα “Germanischer Lloyd" στις 30.9.2003, πραγματικότητα, που δολίως απέκρυψε ο κατ/νος, είναι προφανές ότι η μεν πρώτη από τις εγκαλούσες - εκκαλούσες δεν θα χορηγούσε στις 26.4.2005 το δάνειο των 40.000.000 γιεν Ιαπωνίας και δεν θα παρέτεινε για ένα έτος την αποπληρωμή του δανείου των 140.000.000 γιεν Ιαπωνίας, ενώ η δεύτερη από αυτές δεν θα χορηγούσε στις 29.10.2004 το δάνειο των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας και δεν θα παρέτεινε για ένα έτος το δάνειο των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας με την Προσθήκη No. 1 / 29.10.2004, στη Σύμβαση Δανείου της 10.10.2003. Και τούτο γιατί, αφενός μεν η αξία των εν λόγω πλοίων ήταν καταφανώς μειωμένη, αφετέρου δε το γεγονός της διαγραφής τους από την κλάση τους ήταν αποκαλυπτικό της άσχημης οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου, που αδυνατούσε να τα συντηρήσει. Όπως είναι γνωστό, ο νηογνώμονας των πλοίων είναι ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες στη λήψη της απόφασης για τη δανειοδότηση με υποθήκη επί ενός πλοίου. Πράγματι, η ψευδής διαβεβαίωση του κατηγορούμενου, περί του ότι τα ανωτέρω πλοία του "ESSCO S…" και "ESSCO H…" ήταν ενταγμένα στον διεθνούς κύρους νηογνώμονα Cermanischer Lloyd καθώς και η εν μέρους του αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος ότι τα εν λόγω πλοία, λόγω της άθλιας κατάστασής τους, είχαν ήδη από τις 30.9.2003 διαγραφεί από τον εν λόγω αξιόπιστο Νηογνώμονα, επηρέασε την απόφασή τους, υπό την έννοια ότι τις έπεισε να προβούν στην παροχή-ανανέωση των δανείων της 30.10.2003 ( δάνειο 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας ), της 30.4.2004 ( ανανέωση και παράταση δανείου 140.000.000 γιεν Ιαπωνίας ) της 29.10.2004 (παράταση για ένα έτος του δανείου των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας και χορήγηση επιπρόσθετου δανείου 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας) και της 26.4.2005 (παράταση για ένα έτος του δανείου των 140.000.000 γιεν Ιαπωνίας και χορήγηση επιπρόσθετου δανείου 40.000.000 γιεν Ιαπωνίας). Ενδεικτικό της απατηλής συμπεριφοράς του κατ/νου, προκειμένου να παραπλανήσει τις εγκαλούσες δανείστριες εταιρείες για την κακή οικονομική κατάσταση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και να τις πείσει ότι συναλλάσσονται με ένα φερέγγυο, αξιόπιστο και επιτυχημένο επιχειρηματία και έτσι να τον εμπιστευθούν και να τον δανειοδοτήσουν αποτελούν και τα παρακάτω περιστατικά : Το έτος 2002 πωλήθηκε το πλοίο του "ESSCO M…". Ο κατηγορούμενος, όχι μόνο απέκρυψε αθέμιτα το εν λόγω γεγονός κατά τις ως άνω επακολουθήσασες συναλλαγές τους, αλλά αντιθέτως δήλωνε σ' αυτές εν γνώσει του ψευδώς ότι το ανωτέρω πλοίο τού ανήκε και όχι μόνο αυτό, αλλά ότι το εν λόγω πλοίο λειτουργούσε κανονικά και ασχολείτο με επί κέρδει μεταφορές εμπορευμάτων κατά τα έτη 2003 και 2004. Ειδικότερα τους δήλωνε ότι το εν λόγω πλοίο είχε αποφέρει ναύλους και επισταλίες συνολικού ποσού 1.295.419 και 67.275 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα κατά το έτος 2003 και 1.571.902 και 87.134 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα κατά το έτος 2004. Μάλιστα, για να γίνει ακόμη πιο πειστικός, δήλωσε σ' αυτές, χορηγώντας σχετικές έγγραφες, ανακριβείς βέβαια, καταστάσεις που είχε συντάξει ο ίδιος, ότι το πλοίο αυτό στις 12.4.2004 εκτέλεσε μεταφορά φορτίου 7.450 τόννων (αλευριού σε σάκκους, χυμών φρούτων, κρασιών, κλπ) από τη Θεσσαλονίκη στην ... της Γκάνας, ότι στις 14.7.2004 μετέφερε φορτίο 7.000 τόννων προϊόντων χάλυβα και τσιμέντου από τη Σμύρνη στην ... και ότι τις 22.11.2004 μετέφερε φορτίο 6.480 τόννων προϊόντων χάλυβα, τσιμέντου σε σάκκους και μηχανημάτων από τη Σμύρνη και τον Πειραιά στην .... Αν οι εκκαλούσες δανείστριες γνώριζαν την ανακρίβεια των παρουσιαζομένων στοιχείων ασφαλώς και δεν θα χορηγούσαν τα ένδικα δάνεια στον κατηγορούμενο. Το έτος 2003 πωλήθηκε το πλοίο του κατηγορούμενου "ESSCO P…". Ο κατηγορούμενος όχι μόνο απέκρυψε αθέμιτα το εν λόγω γεγονός, αλλά δήλωνε ψευδώς στις εγκαλούσες ότι το εν λόγω πλοίο τού ανήκε και το εκμεταλλευόταν δήλωνε εν γνώσει του ψευδώς στις εγκαλούσες ότι τάχα το εν λόγω πλοίο του "ESSCO P…" λειτουργούσε κανονικά και διενεργούσε επί κέρδει θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων κατά το έτος 2004. Ειδικότερα δήλωσε ψευδώς, χορηγώντας μάλιστα σχετικές έγγραφες καταστάσεις που είχε συντάξει ο ίδιος, ότι το εν λόγω πλοίο του απέφερε κατά το έτος 2004 ναύλους συνολικού ποσού 1.337.362 δολ. ΗΠΑ και επισταλίες ποσού 48.156 δολ. ΗΠΑ. Τέλος το έτος 2003 πωλήθηκε ένα ακόμα πλοίο του, το "A… Τ.". Ο κατηγορούμενος απέκρυπτε αθέμιτα το εν λόγω ουσιώδες γεγονός και δήλωνε ότι το ανωτέρω πλοίο του ανήκε και το εκμεταλλευόταν επικερδώς. Μάλιστα δήλωνε εν γνώσει του ψευδώς, χορηγώντας σ' αυτές έγγραφες καταστάσεις που είχε συντάξει ο ίδιος, ότι το εν λόγω πλοίο του "A… Τ" λειτουργούσε κανονικά και διενεργούσε επί κέρδει θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων κατά το έτος 2004, αποκρύπτοντας αθέμιτα το γεγονός ότι το εν λόγω πλοίο δεν του ανήκε πλέον γιατί είχε πωληθεί ήδη από το έτος 2003. Μάλιστα δήλωνε σ' αυτή ψευδώς ότι το εν λόγω πλοίο απέφερε κατά το έτος 2004 το ποσό των 2.338.489 δολ. ΗΠΑ για ναύλους. Αν γνώριζαν την αλήθεια ασφαλώς και δεν θα χορηγούσαν τα ένδικα δάνεια στον κατηγορούμενο. Τα παραπάνω στοιχεία τα ζητούσε η παραπάνω αλλοδαπή μητρική εταιρεία προκειμένου να πειστεί για την φερεγγυότητα και το οικονομικό υπόβαθρο της δανειζόμενης εταιρείας του κατ/νου και να προβεί στην δανειοδότηση της. Εξάλλου το ότι ο κατ/νος είχε ψευδώς παραστήσει στην μητρική και τις παραπάνω θυγατρικές της δανείστριες εταιρείες ότι διατηρεί υποκαταστήματα και προσωπικό στη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία και Ουκρανία και ότι τούτο τελικά απεδείχθη, καθυστερημένα βέβαια, ανακριβές προκύπτει, μεταξύ άλλων και από το ακόλουθο γεγονός: με το από13.2.2003 FAX που απέστειλε ο Κ. T., διευθυντής της δευτέρας των εκκαλουσών στον κατηγορούμενο, του έθεσε, μεταξύ άλλων και το ακόλουθο επί λέξει ερώτημα: "Ποια είναι η θέση σου στο λιμάνι φορτώσεως ... όπου το γραφείο αντιπροσωπείας σας απασχολεί 12 άτομα από το 1996;". Ο κατηγορούμενος Χ. Τ. απάντησε με e- mail στις 16.2.2003 και στην απάντηση του αυτή δεν ανέφερε ότι απασχολεί κάποιο άτομο στην Taganrog. Τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του προς τους εκπροσώπους της ως άνω μητρικής αλλοδαπής εταιρείας και προς τους εκπροσώπους των ως άνω εγκαλουσών θυγατρικών εταιρειών της, που εξακολουθητικώς παρουσίασε κατά το από τις αρχές του έτους 2002 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2005 χρονικό διάστημα, κατόρθωσε δε να τις πείσει να προβούν στις παραπάνω συμβάσεις δανείου και αναδανειοδότησης, από τις οποίες προκλήθηκε ζημία στην μεν πρώτη των εγκαλουσών - εκκαλουσών ύψους 180.000.000 γιεν Ιαπωνίας, που αντιστοιχεί στο μη αποδοθέν κεφάλαιο του δανείου της προς την εταιρεία του ESSCO BOYNTY S.A , στην δε δευτέρα τούτων ύψους 450.000.000 γιεν Ιαπωνίας, που αντιστοιχεί στο μη αποπληρωθέν κεφάλαιο των δανείων της προς την εταιρεία του ESSCO SPIRIT S.A. Στην πράξη του αυτή προέβη ο κατ/νος με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος το ως άνω παράνομο περιουσιακό όφελος. Από τα στοιχεία που προεκτέθησαν, κατά τη κρίση του Συμβουλίου προκύπτουν σοβαρές (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του κατ/νου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος όφελος και ζημία που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 Ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τα άρθρα 1, 14, 18, 26 & 1α, 27, 51, 52 και 386 παρ. 1 και 3 περίπτωση β του ΠΚ .Το εκκαλούμενο βούλευμα που απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του κατ/νου για την εν λόγω αξιόποινη πράξη εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούσες- εγκαλούσες με τον συναφή λόγο της υπό κρίση εφέσεως τους. Πρέπει ως εκ τούτου το Συμβούλιο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 96 του Συντάγματος, 318, 309 & 1 περίπτωση ε και 313 του ΚΠΔ : Α) να εξαφανίσει το εκκαλούμενο βούλευμα (μόνο) κατά το μέρος που απεφάνθη για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και Β) να τον παραπέμψει για να δικαστεί για την πράξη αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο με την σύνθεση του άρθρου 8 & 1 περίπτωση γ ΚΠΔ είναι αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη, ( βλ, άρθρα 97 & 1 του Συντάγματος, 111, 119 και 122 & 1 ΚΠΔ). Περαιτέρω το Συμβούλιο κρίνει ότι σε βάρος του κατ/νου που παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικαστεί για κακούργημα, πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 315 του ΚΠΔ, να επιβληθούν οι περιοριστικοί όροι : 1) της καταβολής χρηματικής εγγύησης ποσού 10.000 ευρώ, β) της εμφανίσεως αυτού το πρώτο 5θήμερο κάθε μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του και γ) της απαγορεύσεως εξόδου του από την χώρα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εμφάνιση του στο Δικαστήριο και η υποβολή του στην τυχόν καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, (άρθρο 296 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΕΧΟΝΤΑΣ υπόψη τα άρθρα 309 παρ. 1 περιπτώσεις α και ε , 310 παρ. 1 και 313 ΚΠΔ ΔΕΧΕΤΑΙ και κατ' ουσία την υπ' αριθ. 12/27-2-2009 έφεση : Α) της εταιρίας με την επωνυμία "NESI-TK No 4 (PANAMA S.A)" που εδρεύει στον ...) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον K. T., κάτοικο ... και Β) της εταιρίας με την επωνυμία "NESI-TK No 5 (Panama S.A), που εδρεύει στον ...) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον K. T., κάτοικο ... ..., που έχει ασκηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τασιόπουλο, δικηγόρο Πειραιά AM 3403 Δ.Σ.Π. με βάση το με τον αριθμό …/24-2-2009 ειδικό πληρεξούσιο του καταστήματος του Προξενικού Γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας που βρίσκεται στη διεύθυνση ... της πόλης .... ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 92/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιώς, (μόνο) κατά το σκέλος που απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του Χ. Τ. του Π., κατοίκου ... για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, (με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ). ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς τον Χ. Τ. του Π., κάτοικο …, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από αρχές του έτους 2002 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2005, με πρόθεση ενεργώντας και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και το συνολικό όφελος ή η ζημία που προξένησε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, εμφανίσθηκε στις εγκαλούσες εταιρείες με τις επωνυμίες "NESI-TK No 4 (Ραηαmα) S.A." και "NESI-TK No 5 (Ραnαmα) S.A.", που εδρεύουν στον Παναμά και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον K. T. και τους παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας με κυριότερη ενασχόληση του την αγορά δημητριακών από τη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία και Ρωσία και τη μεταπώληση τους στην Ελλάδα και σε άλλες δυτικές χώρες σε πολύ υψηλότερες τιμές, τα οποία μετέφερε αποκλειστικά ο ίδιος δια θαλάσσης με τα υπό σημαία Παναμά πλοία της αποκλειστικής του κυριότητος "ESSCO B…", "ESSCO F…", "ESSCO H…", "ESSCO S…", "ESSCO P…", "ESSCO H…", "ESSCO P…", "ESSCO M…", "A… Τ", ότι τα πλοία "ESCCO S…" και "ESSCO H…" ήταν άριστης κατάστασης και είχαν πιστοποιητικό αξιοπλοΐας από το νηογνώμονα "Germanischer Lloyd", το οποίο απέστειλε στις εγκαλούσες και το πρώτο αυτών ήταν ασφαλισμένο με ασφαλιστήριο συμβόλαιο που επέδειξε στις εγκαλούσες, ότι τα πλοία "ESSCO S…", "ESSCO P…", "ESSCO M…" και "A… Τ" λειτουργούσαν κανονικά και ασχολούνταν με κερδοφόρες μεταφορές, ότι η ανήκουσα σε αυτόν εταιρεία με την επωνυμία "ESSCO COMODITIES INC" που ασχολούνταν με την εμπορία δημητριακών, είχε υποκαταστήματα με υπαλλήλους και σοβαρή υποδομή και δεν όφειλε σε τρίτους, ότι οι ελληνικές τράπεζες ήταν πρόθυμες να του χορηγήσουν δάνεια και ότι είχε ξεκινήσει την κατασκευή πιλοτικού εργοστασίου παραγωγής βιολογικών καυσίμων -βιοντίζελ από σπόρους ηλίανθου ή από άλλα φυτά, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Κιότο για την προστασία του περιβάλλοντος και έπεισε τις εγκαλούσες να καταρτίσουν μαζί του α) η πρώτη αυτών, στις 26.3.2002, σύμβαση δανείου ποσού 150.000.000 γιεν Ιαπωνίας με την πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Παναμά πλοίου "ESSCO B…", την οποία εγγυήθηκε η εταιρεία "ESSCO (Hellas) Ltd ", προς εξασφάλιση του οποίου ενεγράφησαν πρώτες προτιμώμενες υποθήκες για το ποσό του δανείου πλέον τόκων στα πλοία "ESSCO B." και "ESSCO F…", του οποίου συμφωνήθηκε η τμηματική απόδοση με την καταβολή ποσού 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.7.2002, ποσού 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.10.2002, ποσού 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.1.2003 και ποσού 153.708.333 γιεν Ιαπωνίας στις 29.4.2002, στις 30.4.2003 αυξήθηκε το ποσό του δανείου κατά 30.000.000 γιεν Ιαπωνίας, με συνέπεια το δανεισθέν κεφάλαιο να ανέλθει στο ποσό των 180.000.000 γιεν Ιαπωνίας και παρατάθηκε ο χρόνος απόδοσης του δανείου κατά ένα χρόνο και συμφωνήθηκε αποδοτέο τμηματικά με την καταβολή ποσού 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.7.2003, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.10.2003, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.1.2004 και 184.450.000 γιεν Ιαπωνίας στις 29.4.2005, στις 30.4.2004 μειώθηκε το κεφάλαιο του δανείου κατά το ποσό των 40.000.000 γιεν Ιαπωνίας και έτσι το κεφάλαιο μειώθηκε στα 140.000.000 γιεν Ιαπωνίας και στις 26.4.2005 αυξήθηκε το ποσό του δανείου κατά 40.000.000 γιεν Ιαπωνίας, με συνέπεια το κεφάλαιο του δανείου να ανέλθει στα 180,000.000 γιεν Ιαπωνίας και παρατάθηκε ο χρόνος τμηματικής αποπληρωμής του δανείου 4.550,000 γιεν Ιαπωνίας στις 25.7.2005, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 25.10.2005, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 25.1.2006 και 184.500.000 γιεν Ιαπωνίας στις 25.4.2006, /β) η δεύτερη των εγκαλουσών, στις 30.10.2003 σύμβαση δανείου, ποσού 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας, με την ανήκουσα σε αυτόν πλοιοκτήτρια εταιρεία "ESSCO SPIRIT" και ενεγράφη την ίδια ημερομηνία υποθήκη, υπέρ της δανείστριας εταιρείας για το ποσό του δανείου επί των πλοίων "ESSCO H…", "ESSCO S…" και στις 29.10.2004 συμφωνήθηκε η υπ' αριθμ. 1/29.10.2004 προσθήκη στην πιο πάνω σύμβαση δανείου δυνάμει της οποίας το ποσό του κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας και ανήλθε συνολικά στο ποσό των 450.000.000 γιεν Ιαπωνίας το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί τμηματικά με την καταβολή ποσού 11.500.000 γιεν Ιαπωνίας στις 28.1.2005, 11.250.000 γιεν Ιαπωνίας στις 28.4.2005, 11.375.000 γιεν Ιαπωνίας στις 28.7.2005 και 461.500.000 γιεν Ιαπωνίας στις 28.10.2005. Η αλήθεια, όμως, την οποία γνώριζε και σκόπιμα απέκρυψε από τις εγκαλούσες εταιρείες, ήταν ότι τα πλοία "ESSCO S…" και "ESSCO H…", λόγω της άθλιας κατάστασης τους είχαν ήδη διαγραφεί από τις 30.9.2003 από το νηογνώμονα "Germanischer Lloyd", το πλοίο "ESSCO S…" είχε κατασχεθεί από την εταιρεία "GENERAL INVESTMENT CO (CIC) S. Α.." στην ... της Γκάνας για απαίτηση ποσού 53.352,50 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ η ναυλώτρια εταιρεία είχε υποβάλλει απαίτηση σε διαιτησία Λονδίνου για το ποσό των 701.910 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκων και εξόδων και πωλήθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 30.5.2005, τα πλοία "ESSCO M…", "ESSCO P…" και "A… Τ" είχαν πωληθεί από το έτος 2004, ενώ ουδέποτε ξεκίνησε την κατασκευή πιλοτικού εργοστασίου παραγωγής βιολογικών καυσίμων. Προέβη δε στις παραπάνω πράξεις με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 180.000.000 γιεν Ιαπωνίας και 450.000.000 γιεν Ιαπωνίας, με την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβάσεων δανείου και έβλαψε την περιουσία των εγκαλουσών κατά τα αντίστοιχα ποσά, αφού ουδέποτε επέστρεψε τα προαναφερόμενα ποσά που δανείσθηκε. ". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των αρθ. 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και, τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του δικαστηρίου για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 1, 14, 26 παρ 1 α , 27 παρ 1, 98, και 386 παρ 1-3 β) τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται οι εν γνώσει του αναιρεσείοντος επανειλημμένες ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις, προς τους νόμιμους εκπροσώπους των εγκαλουσών εταιρειών, με τις οποίες πέτυχαν δημιουργήσουν σ'αυτούς την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως των όρων της δανειοδότησής του, στην οποία προέβησαν παραπλανηθέντες και πεισθέντες στις διαβεβαιώσεις αυτές, διευκρινίζει ποιά είναι τα αληθή τα οποία απέκρυψε ο αναιρεσείων, προσδιορίζεται η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των εγκαλουσών εταιρειών εξαιτίας των παραπλανητικών ενεργειών αυτού, η οποία συνίσταται στα ποσά των δανείων 180.000.000 εκατομμύρια και 450.000.000 γιεν Ιαπωνίας, τα οποία ουδέποτε επέστρεψε αλλά παράνομα προσπορίστηκε, η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειές του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποίαν αποσκοπούσε και προσπορίστηκε. Επομένως ενόψει των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα της δικογραφίας, καθόσον το Συμβούλιο αναφέρει σαφώς, -αλλά και προκύπτει τούτο-, από την επισκόπηση του βουλεύματος ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του ότι πρόκειται περί αστικής διαφοράς, και όχι περί ποινικής τοιαύτης με την μορφή της απάτης ,καθώς και ότι το Συμβούλιο, εσφαλμένα εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας και τον έκρινε παραπεμπτέο, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του δικαστικού συμβουλίου και επομένως είναι απαράδεκτες. Η ειδικότερη δε αιτίασή του ότι το Συμβούλιο Εφετών με το να μην απορρίψει την έφεση των πολιτικώς εναγουσών λόγω της πρόδηλης αοριστίας της και του γεγονότος ότι το επί της εφέσεως υπόμνημά των εγκαλουσών περιέργως και αδοκίμως χαρακτηρίζεται ως "έφεση" και δεν περιελήφθη στην έκθεση εφέσεως, ώστε να αποτελέσει ενιαίο με αυτήν σώμα, υπέπεσε στην διττήν πλημμέλεια α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της υπερβάσεως εξουσίας, είναι αβάσιμη, καθόσον, αφενός μεν δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει στοιχεία, που αποδεικνύουν την αοριστία της εφέσεως αφετέρου δε έκθεση εφέσεως, γίνεται ρητή μνεία και παραπομπή στο υπόμνημα, που κατατέθηκε ταυτόχρονα με την σύνταξη της εφέσεως, έγινε έκθεση εγχειρίσεως και υπογράφηκε τόσο από τον έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο των εγκαλουσών εταιρειών, όσο και από τον αρμόδιο γραμματέα ο οποίος συνέταξε και τη έκθεση αναιρέσεως, έτσι ώστε να υπάρχει επιβεβαίωση ότι το υπόμνημα συνοδεύει την αίτηση αναιρέσεως. Τούτο επιτρεπτώς λαμβάνει χώρα και δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 165/2001, ΑΠ 627/2002). Με βάση τα δεδομένα αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα ( αρθ. 583 §1 Κ.Π.Δ, όπως αντικ. με αρθρ. 55 §1 του Ν. 3160/2003 , σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ). Για τους λόγους αυτούς Α) Να απορριφθεί η με αριθμ. 5/29-3-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Χ. Τ. του Π. κατοίκου ... κατά του υπ' αριθμ 80/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των 220 €. Αθήνα 22-6-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης". Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, που προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Τα γεγονότα μπορεί να αναφέρονται στην προσωπική κατάσταση, τη φερεγγυότητα, το επάγγελμα, τις έννομες σχέσεις, τη νομική κατάσταση του πράγματος, το κύρος ή την ισχύ δικαιοπραξιών κλπ. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεση τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο θα υπήρχαν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονταν και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεση τους, θα αποτελούσαν κατ'εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτή, με υπόμνημα ή με εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν είναι μια τέτοια αιτιολογία εμπεριστατωμένη. Απαιτείται δηλαδή να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο, για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ'επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ.( Ολ. ΑΠ 1/2005). Η αόριστη όμως αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 80/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που μετά παραδοχή εφέσεως των πολιτικώς εναγουσών εταιριών κατά του 92/2009 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Πειραιώς, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία των εγκαλουσών εταιριών που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δέχθηκε, με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ουσιαστικό μέρος του: "Το Συμβούλιο εκτιμά : α. τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, τόσο κατά το στάδιο της προηγηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, όσο και κατά την κύρια ανάκριση που επακολούθησε. β. τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά τη διάρκεια πολιτικών μεταξύ των διαδίκων δικών, (τακτική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς). γ. όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. δ. ό,σα υποστηρίζουν οι εγκαλούσες και ήδη εκκαλούσες εταιρείες με τα εγχειρισθέντα έγγραφα υπομνήματα τους. Και (ε) ό,σα προβάλλει και υποστηρίζει ο κατ/νος τόσο κατά την απολογία του, όσο και με τα έγγραφα υπομνήματα του. Από την συνεκτίμηση του ως άνω αποδεικτικού υλικού το Συμβούλιο κρίνει ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία Νippon Ship Investment Company Limited, που εδρεύει στο … της Ιαπωνίας, δράστηριοποιείται στον τομέα των επενδύσεων κεφαλαίων. Το Ιαπωνικό Ναυτιλιακό Δίκαιο απαγορεύει την (απευθείας) επένδυση ή την χορήγηση δανείων από Ιαπωνικές εταιρείες σε πλοία που δεν φέρουν την Ιαπωνική σημαία. Ενδιαφερόμενη ωστόσο να επενδύσει κεφάλαια καινά χορηγήσει δάνεια σε υπεράκτιες ναυτιλιακές εταιρείες, είχε εξεύρει την φόρμουλα της ίδρυσης από αυτήν Off Shore (υπεράκτιων) εταιρειών Παναμά, διαφορετικής για κάθε χορηγούμενο δάνειο, μέσω των οποίων χορηγούσε τα δάνεια αυτά σε Οff Shore εταιρείες. Τα αντίστοιχα κεφάλαια τα εξεύρισκε από διάφορους επενδυτές, οι οποίοι συνιστούσαν μία ειδική μορφή συνεταιρισμού που προβλέπεται στο Ιαπωνικό δίκαιο (διαφορετικού για κάθε ξεχωριστό δάνειο) και ο οποίος συνεταιρισμός είχε το δικαίωμα να επενδύει κεφάλαια σε υπεράκτιες εταιρείες χωρίς περιορισμό. Προς τούτο, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω, η εν λόγω μητρική εταιρεία συνέστησε ( ίδρυσε) μεταξύ άλλων τις παρακάτω αναφερόμενες θυγατρικές Off Shore (υπεράκτιες) εταιρείες με την επωνυμία ΝΕSΙ - ΤΚ Νο 2 (ΡΑΝΑΜΑ) S. Α., ΝΕSΙ - ΤΚ Νο 3, (ΡΑΝΑΜΑ) S. Α, ΝΕSΙ - ΤΚ Νο 4, (ΡΑΝΑΜΑ) S. Α , ΝΕSΙ - ΤΚ Νο 5 (ΡΑΝΑΜΑ) S. Α, ΝΕSΙ - ΤΚ Νο 6 (ΡΑΝΑΜΑ) S. Α, με έδρα τον Παναμά, ομοίως δραστηριοποιούμενες στον τομέα των επενδύσεων, στις οποίες ήταν η μοναδική μέτοχος. Ο κατ/νος από το έτος 1989 ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα. Η επιχειρηματική του δραστηριότητα προφανώς δεν είχε θετικά αποτελέσματα, καθόσον κατά το έτος 2002 καταδικάστηκε αμετάκλητα για απλή χρεωκοπία, το 2001 είχε αρκετές αμετάκλητες καταδίκες σε πολύμηνες ποινές φυλακίσεως για μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών, νωρίτερα δε για έκδοση ακάλυπτων επιταγών και για μη καταβολή εργατικών ημερομισθίων. Η παραπάνω ποινική του κατάσταση σαφώς και φανερώνει τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε στην ασκούμενη προ των καταδικών αυτών επιχειρηματική του δραστηριότητα και κυρίως από τις αρχές τις 10ετίας του 1990. Στις 29-10-1997 ίδρυσε και την εταιρεία με την επωνυμία «ESCO Commodities Inc», με έδρα την ... της Αμερικής και κύριο σκοπό το διεθνές εμπόριο δημητριακών. Η εταιρεία αυτή είχε ως δραστηριότητα την προμήθεια δημητριακών προϊόντων, κυρίως σιτηρών, από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και την μεταπώληση τους στην Ελλάδα και άλλες χώρες της Μεσογείου. Η δραστηριότητα της αυτή ξεκίνησε αρχικά με την προμήθεια των σιτηρών, ιδίως ηλιόσπορου, από την πόλη ... της Ρωσίας και από άλλες χώρες της Μαύρης Θάλασσας. Έχοντας να αντιμετωπίσει πιεστικά προβλήματα στην ανεύρεση μετρητών προς άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος και αδυνατώντας να δανειστεί χρήματα από την εγχώρια τραπεζική αγορά, το έτος 1998 απευθύνθηκε στην παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία Νippon Ship Investment Company Limited και ζήτησε δάνειο. Στους νομίμους εκπροσώπους της εν λόγω μητρικής εταιρείας ο κατ/νος δεν γνωστοποίησε την πραγματική κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος. Αντίθετα την απέκρυψε, αφού εμφανίστηκε ως ένας αξιόπιστος, φερέγγυος και επιτυχημένος επιχειρηματίας με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό αλλά και στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδος, καθόσον, όπως τους δήλωσε, ο πεθερός του ήταν βουλευτής και είχε άμεση πρόσβαση και επιρροή στην Ελληνική κυβέρνηση. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τα γεωργικά προϊόντα που αγόραζε και τα μεταπωλούσε, τα μετέφερε ο ίδιος δια θαλάσσης με δικά του κατά 100 % πλοία, τα οποία ήσαν σε άριστη κατάσταση και καθ'όλα αξιόπλοα. Στο εύλογο ερώτημα των εκπροσώπων της εν λόγω Ιαπωνικής εταιρείας γιατί δεν ζητεί δάνειο από την Ελληνική τραπεζική αγορά, παρέστησε σ'αυτούς εν γνώσει του ψευδώς ότι τάχα οι ελληνικές Τράπεζες ήταν πρόθυμες να του χορηγήσουν δάνεια αλλά δεν τα ήθελε αυτός για το λόγο ότι οι ελληνικές Τράπεζες θα αύξαναν στη συνέχεια μονομερώς και αυθαίρετα το επιτόκιο και, το κυριότερο, θα αποκάλυπταν σε τρίτους χωρίς τη συγκατάθεση του τα επαγγελματικά του μυστικά χάρη στα οποία αγόραζε δημητριακά σε πολύ χαμηλές τιμές από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και τα πωλούσε σε πολύ υψηλές τιμές στις δυτικές χώρες. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι διάφορες εταιρίες του που ανήκαν σ' αυτόν κατά 100% δεν όφειλαν χρήματα σε κανέναν και ότι η ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρία "ΕSSCO Commodities Inc" που ασχολείτο με την εμπορία των δημητριακών, είχε υποκαταστήματα με υπαλλήλους και σοβαρή υποδομή στην ... της Ρωσίας, στην ... της Ρουμανίας, στη ... της Βουλγαρίας και στην Ουκρανία. Σημειωτέον ότι κατά το έτος 1997 ο κατ/νος ήταν μέτοχος και διοικούσε την Παναμαϊκή εταιρεία με την επωνυμία «ESSCO PIONEER S.A «, που ήταν πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Παναμά Φ/Τ πλοίου «ΕSSCO P…» και είχε την διαχείριση του υπό σημαία Ουκρανίας πλοίου «Ε...». Για την κατανόηση της συμπεριφοράς του κατ/νου πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι, αν και δεν διέθετε το απαιτούμενο οικονομικό υπόβαθρο, σταδιακά προέβη στην ίδρυση και άλλων εταιρειών Παναμά, οι οποίες αγόραζαν επί πιστώσει και είχαν υπό την πλοιοκτησία τους φορτηγά πλοία νηολογημένα στην σημαία του Παναμά. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το έτος 2001 ήταν μέτοχος της εταιρείας ESSCO FAITH S.Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου 'ESSCO F...", της εταιρείας "ΕSSCO BOUNTY S.Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ΕSSCO B… ", της εταιρείας "ΕSSCO ΗΟΡΕ S.Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ΕSSCO H… ", της εταιρείας " ΕSSCO SPIRIT S.Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ΕSSCO S…", της εταιρείας "ΑLEXANDROS Τ.MARITIME S. Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "Α… Τ.", της εταιρείας "ΕSSCO ΗΟRΙΖΟΝ S. Α.", πλοιοκτήτριας του πλοίου "ΕSSCO H…" και των εταιρειών "ΕSSCO ΜΑRΙΝΕR S.Α." και "ΕSSCO ΡLΟΕS S. Α.", που είχαν την εκμετάλλευση των πλοίων "ΕSSCO M…” και "ΕSSCO P…" αντίστοιχα. Την διαχείριση όλων των ανωτέρω πλοίων είχε η ελληνική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕSSCO ΗΕLLAS ΕΠΕ", με έδρα τον …, την οποία ο πρώτος εναγόμενος είχε ιδρύσει το έτος 1997 με κύριο σκοπό, μεταξύ άλλων, την διαχείριση πλοίων και στην οποία αυτός είχε την πλειοψηφία των εταιρικών μεριδίων και ήταν διαχειριστής, Η εταιρεία αυτή κατά το έτος 2001, με αντίστοιχες τροποποιήσεις του καταστατικού της, τροποποίησε τον σκοπό της, ασχολούμενη πλέον αποκλειστικά με την διαχείριση πλοίων και τις συναφείς ναυτιλιακές δραστηριότητες και μετονομάστηκε σε 'ESSCO ΜΑRΙΤΙΜΕ ΕΠΕ" . Παράλληλα δε, κατά το έτος 2001 η εν λόγω εταιρεία υπήχθη στις διατάξεις του Α.Ν. 89/67 και ειδικότερα των Α.Ν. 37,8/68 και Ν. 27/75, 814/78 και 2234/94. Επανερχόμενοι, λοιπόν, στα κατά το έτος 1999 λαβόντα χώρα περιστατικά, που δεν αφορούν μεν την υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο εκτίθενται προκειμένου να σχηματισθεί πλήρης εικόνα για τις συνθήκες που ξεκίνησε και συνεχίστηκε η οικονομική συνεργασία των διαδίκων, αλλά και για την συνολική συμπεριφορά του κατ/νου, αναφέρονται τα ακόλουθα : Η εν λόγω αλλοδαπή μητρική εταιρεία πείστηκε από τις παραπάνω ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις του κατ/νου, ότι δηλαδή επρόκειτο να συνεργαστεί με ένα φερέγγυο, αξιόπιστο και επιτυχημένο επιχειρηματία με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων, και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό κόσμο και έστερξε στην εν συνεχεία περιγραφόμενη εμπορική συνεργασία, στα πλαίσια της οποίας εντάσσονται οι παρακάτω δανειοδοτήσεις, από τις έναντι εκάστης αναγραφόμενες θυγατρικές της εταιρείες που συνέστησε προς τούτο και συγκεκριμένα : α)Τον Ιούλιο του έτους 1999 χορηγήθηκε δάνειο ποσού 60.000.000 γιεν προς την εκ των ανωτέρω εταιρειών 'ΈSSCO BOUNTY S.Α.". Προς τούτο υπεγράφη η από 23/07/1999 δανειακή σύμβαση, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης θυγατρικής εταιρείας "ΝΕSΙ-ΤΚ (ΡΑΝΑΜΑ) S.Α." φερόμενης ως δανείστριας, κατά τα ανωτέρω, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο S. K., της εταιρείας ΈSSCO ΒΟUΝΤΥ S.Α." ως δανειοδοτούμενης και της εταιρείας 'ΈSSCO (USΑ) Ιηc.", ως εγγυήτριας, μιας εταιρείας που επίσης είχε ιδρύσει ο πρώτος εναγόμενος στην Πολιτεία Ντελάγουερ της Αμερικής το έτος 1997 ως εταιρεία συμμετοχών. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του δ' τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου η ανωτέρω δανείστρια εταιρεία ζήτησε και έλαβε πρώτη προτιμώμενη υποθήκη, η οποία ενεγράφη επί του πλοίου "ΕSSCO B…". Όλες οι δόσεις του ανωτέρω δανείου πληρώθηκαν κανονικά κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες που ήσαν απαιτητές και κατά την λήξη του το δάνειο αποπληρώθηκε ολοσχερώς και ήρθη η υποθήκη που είχε εγγραφεί επί του ανωτέρω πλοίου, β) Τον Δεκέμβριο του έτους 1999 και παράλληλα με το ανωτέρω δάνειο που ήταν σε εξέλιξη, υπεγράφη η από 14/12/1999 Δανειακή Σύμβαση, για ποσό 60.000.000 γιεν, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης θυγατρικής εταιρείας "ΝΕSΙ-ΤΚ Νο. 2 (ΡΑΝΑΜΑ) S.Α.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο S. K., της εταιρείας 'ΕSSCO ΗΟΡΕ S.Α.", ως δανειοδοτούμενης και της ανωτέρω εταιρείας 'ΕSSCO (USΑ) Ιηc" ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του δ' τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου η ανωτέρω εταιρεία ζήτησε και έλαβε πρώτη προτιμώμενη υποθήκη η οποία ενεγράφη επί του πλοίου "ΕSSCO H…". Το ανωτέρω δάνειο, κατά την λήξη του στις 03/12/2000 και αφού είχαν μέχρι τότε πληρωθεί οι πρώτες τρεις δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου αυτού και από την τέταρτη δόση το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τελευταίου τριμήνου, ανανεώθηκε κατά το κεφάλαιο μόνο, που παρέμενε ανεξόφλητο, ήτοι για το ποσό των 60.000.000 γιεν, για ένα ακόμα έτος, ήτοι μέχρι την 03/12/2001, με σχετικό Πρόσθετο Συμφωνητικό που υπεγράφη την 04/12/2000 από τις ίδιες ως άνω εταιρείες, διατηρηθείσης της υποθήκης επί του ανωτέρω πλοίου και με τόκο και πάλι 10% επί του ποσού του ανανεωθέντος κεφαλαίου, αποπληρωτέο εκ νέου σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, οι τρεις πρώτες αφορώσες πληρωμή τόκων κατά τα ανωτέρω και η τελευταία την 03/12/2001 ως αποπληρωμή του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Η αποπληρωμή του δανείου αυτού, όπως ανανεώθηκε, έγινε ως ακολούθως : Πληρώθηκαν οι πρώτες τρεις δόσεις του ανανεωθέντος πλέον δανείου, ήτοι στις 03/03/2001 πληρώθηκε ποσό 1.516.667 γιεν (τόκοι α' τριμήνου), στις 03/06/2001 ποσό 1.533.333 γιεν (τόκοι β' τριμήνου) και στις 03/09/2001 ποσό 1.533.333 γιεν (τόκοι γ' τριμήνου). Κατά την λήξη του δανείου στις 03/12/2001, συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του κεφαλαίου και των τόκων του τελευταίου τριμήνου, δηλαδή ποσό 61.516.667 γιεν, να μεταφερθεί σε άλλο δάνειο που επίσης ήταν σε εξέλιξη εκείνο το χρονικό διάστημα, δηλαδή στο δάνειο που είχε χορηγηθεί στην εταιρεία "ΕSSCO ΗΟRΙΖΟΝ S.Α." για το πλοίο της 'ESSCO H…", η οποία για τον σκοπό αυτό θα έπαιρνε επιπρόσθετο δάνειο 80.000.000 γιεν και με την μεταφορά αυτή θα θεωρείτο εξοφλημένο το ανωτέρω δάνειο στην εταιρεία "ΕSSCO ΗΟΡΕ S.Α.", όπως αυτό είχε ανανεωθεί. Πράγματι, κατά τον ανωτέρω τρόπο εθεωρήθηκε ότι εξοφλήθηκε ολοσχερώς το δάνειο που αφορούσε στο πλοίο ESSCO H…" και ήρθη η υποθήκη που είχε εγγραφεί επί του πλοίου, γ) Τον Οκτώβριο του έτους 2001 υπεγράφη η από 25/10/2001 Δανειακή Σύμβαση για ποσό 120.000.000 γιεν, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης θυγατρικής εταιρείας "ΝΕSΙ-ΤΚ Νο, 3 (ΡΑΝΑΜΑ) S.Α.", φερόμενης ως δανείστριας, ως (νέος) πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε πλέον ο Κ.T., της εταιρείας "ΕSSCO ΗΟRΙΖΟΝ S.Α." ως δανειοδοτούμενής και της διαχειρίστριας του συγκεκριμένου πλοίου ελληνικής εταιρείας 'ΈSSCO (Ηellas) Ε.Π.Ε.", η οποία είχε υπό την διαχείριση της όλα τα πλοία και η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε 'ESSCO ΜΑRΙΤΙΜΕ Ε.Π.Ε.", ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του δ' τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου η ανωτέρω εταιρεία ζήτησε και έλαβε Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη η οποία ενεγράφη επί του πλοίου ΈSSCΟ H…". Το ανωτέρω δάνειο κατά την λήξη του στις 24/10/2002 και αφού είχαν μέχρι τότε πληρωθεί οι πρώτες τρεις δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου αυτού και από την τέταρτη δόση πληρώθηκε το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τελευταίου τριμήνου, αλλά και μέρος του κεφαλαίου, ανανεώθηκε κατά κεφάλαιο μόνο για το υπόλοιπο απομένον οφειλόμενο κεφάλαιο, ήτοι για ποσό 105.000.000 γιεν, για ένα ακόμα έτος, ήτοι μέχρι την 24/10/2003, σύμφωνα με την από 25/10/2002 Προσθήκη Υπ' αριθμ. 1 που υπεγράφη με τις ίδιες ως άνω εταιρείες, διατηρηθείσης της υποθήκης επί του ανωτέρω πλοίου. Ο τόκος συμφωνήθηκε και πάλι 10% επί του ποσού του ανανεωθέντος κεφαλαίου, το οποίο ήταν αποπληρωτεο εκ νέου σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, οι τρεις πρώτες αφορώσες πληρωμή τόκων κατά τα ανωτέρω και η τελευταία την 24/10/2003 ως αποπληρωμή του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Το δάνειο αυτό, όπως είχε ανανεωθεί κατά τα ανωτέρω, κατά την νέα λήξη του στις 24/10/2003 και αφού είχαν μέχρι τότε πληρωθεί οι πρώτες τρεις δόσεις που αφορούσαν στους τόκους των τριών πρώτων τριμήνων, σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα πληρωμών και από την τέταρτη δόση πληρώθηκε το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τελευταίου τριμήνου, ανανεώθηκε εκ νέου κατά κεφάλαιο μόνο, ήτοι για ποσό 105.000.000 γιεν, για ένα ακόμα έτος, ήτοι μέχρι την 24/10/2004, σύμφωνα με την από 25/10/2003 Προσθήκη υπ' αριθμ. 2 που υπεγράφη με τις ίδιες ως άνω εταιρείες, διατηρηθείσης της υποθήκης επί του ανωτέρω πλοίου και με τόκο και πάλι 10% επί του ποσού του ανανεωθέντος κεφαλαίου, αποπληρωτεο εκ νέου σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, οι τρεις πρώτες αφορώσες πληρωμή τόκων κατά τα ανωτέρω και η τελευταία την 24/10/2004 ως αποπληρωμή του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Τελικά, το ανωτέρω δάνειο, που αφορούσε στην εταιρεία ΈSSCO ΗΟRIΖΟΝ S.Α." και το πλοίο της ESSCO H…", εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς πριν από την ανωτέρω λήξη του στις 24/10/2004, όπως αυτή είχε προσδιορισθεί κατά τους όρους της ανανέωσης. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 2004, με την συναίνεση της NIPPON, το ανωτέρω πλοίο πωλήθηκε σε τρίτους και από το τίμημα της πωλήσεως, στις 21/05/2004, εξοφλήθηκε το εν λόγω δάνειο πλήρως και ολοσχερώς, αφού μέχρι τον Μάιο του 2004 είχαν πληρωθεί οι μέχρι τότε απαιτητές δόσεις. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα είναι μεν αληθές ότι ο κατ/νος κατώρθωσε να ανταποκριθεί στις παραπάνω από την δανειοδότητηση και τις αναδανειοδοτήσεις υποχρεώσεις του με πολύ μεγάλη δυσκολία, έστω και πωλώντας το ως άνω πλοίο "ΕSSCO H…",της εταιρείας ΈSSCΟ ΗΟRΙΖΟΝ S.Α.". Είναι όμως εξ ίσου αληθές, αφενός μεν ότι κατώρθωσε να εξοφλήσει το κεφάλαιο του πρώτου δανείου, ενώ τα κεφάλαια των υπολοίπων δανείων αναδανειοδούντο ή μεταφέροντο σε άλλο δάνειο και το τελευταίο δανειοδοτηθέν κεφάλαιο εξοφλήθηκε μόνο με την πώληση του ως άνω πλοίου. Ο κατ/νος, είχε αντιληφθεί ότι μόνο με δανεικά μπορούσε πλέον να συνεχίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Έχοντας δε κατά νου να δανεισθεί από την εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία πολλαπλασίως μεγαλύτερα ποσά, τα οποία εγνώριζε ότι δεν είχε την δυνατότητα να τα επιστρέψει, φρόντισε να συμμορφωθεί, έστω και με μεγάλη δυσκολία, προς τις παραπάνω συμβατικές του υποχρεώσεις, προκειμένου με την εν λόγω προηγηθείσα πρότερη «έντιμη» συμβατική συμπεριφορά του να την παραπλανήσει ότι εξακολουθεί να είναι φερέγγυος, αξιόπιστος, χωρίς χρέη και υποχρεώσεις μεγαλοεπιχειρηματίας με μεγάλη περιουσία και μεγάλο οικονομικό υπόβαθρο. Προς τούτο στις αρχές Μαρτίου 2002, που εμφανίστηκε και πάλι στους νομίμους εκπροσώπους της εν λόγω μητρικής εταιρείας για να ζητήσει νέο δάνειο, ο κατ/νος δεν γνωστοποίησε την ως άνω πραγματική κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος. Αντίθετα την απέκρυψε, αφού επανέλαβε ότι εξακολουθεί να είναι ένας αξιόπιστος, φερέγγυος και επιτυχημένος επιχειρηματίας με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό αλλά και στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδος, καθόσον, όπως τους επανέλαβε, ο πεθερός του ήταν βουλευτής και είχε άμεση πρόσβαση και επιρροή στην Ελληνική κυβέρνηση. Στο εύλογο ερώτημα των εκπροσώπων της εν λόγω εταιρείας γιατί δεν ζητεί δάνειο από την Ελληνική τραπεζική αγορά, παρέστησε σ' αυτούς εκ νέου εν γνώσει του ψευδώς ότι τάχα οι ελληνικές Τράπεζες ήταν πρόθυμες να του χορηγήσουν δάνεια αλλά δεν τα ήθελε αυτός για το λόγο ότι οι ελληνικές Τράπεζες θα αύξαναν στη συνέχεια μονομερώς και αυθαίρετα το επιτόκιο και, το κυριότερο, θα αποκάλυπταν σε τρίτους χωρίς τη συγκατάθεση του τα επαγγελματικά του μυστικά χάρη στα οποία αγόραζε δημητριακά σε πολύ χαμηλές τιμές από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και τα πωλούσε σε πολύ υψηλές τιμές στις δυτικές χώρες. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι διάφορες εταιρίες του που ανήκαν σ' αυτόν κατά 100% δεν όφειλαν χρήματα σε κανέναν και ότι η ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρία "ΕSSCO Commodities Ιnc" που ασχολείτο με την εμπορία των δημητριακών, είχε υποκαταστήματα με υπαλλήλους και σοβαρή υποδομή στην ... της Ρωσίας, στην ... της Ρουμανίας, στη ... της Βουλγαρίας και στην Ουκρανία, ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρία του ΈSSCO COMMODITIES INC" είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και διατηρούσε υποκαταστήματα και προσωπικό στη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία και Ουκρανία. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τα γεωργικά προϊόντα που αγόραζε και τα μεταπωλούσε, τα μετέφερε ο ίδιος δια θαλάσσης με δικά του κατά 100 % πλοία, τα οποία ήσαν σε άριστα κατάσταση και καθ'όλα αξιόπλοα. Οι παραπάνω παραστάσεις του κατ/νου, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω, ήσαν ψευδείς στην συντριπτική πλειοψηφία τους. Ωστόσο ο κατ/νος, επικαλούμενος και την προηγηθείσα συνεπή συμβατική συμπεριφορά του, ήταν ιδιαίτερα πειστικός. Έτσι κατώρθωσε να παραπλανήσει τους εκπροσώπους της ως άνω μητρικής αλλοδαπής εταιρείας και στις 26/03/2002 να συνάψουν νέα δανειακή σύμβαση, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης πρώτης των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών εταιρειών, "ΝΕSΙ-ΤΚ Νο. 4 (ΡΑΝΑΜΑ) S.Α.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο Κ. Τ., της εταιρείας ΈSSCO ΒΟΥΝΤΥ S.Α.", ως δανειοδοτούμενης, της εταιρείας 'ΈSSCΟ FΑΙΤΗ S.Α.", ως ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση (CROSS COLLATERAL MORTGAGOR) και της διαχειρίστριας του πλοίου ελληνικής εταιρείας ΈSSCO (Ηellas) Ε.Π.Ε.", μετονομασθείσης αργότερα σε ΈSSCO ΜΑRΙΤΙΜΕ Ε.Π.Ε.", ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωτέο σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου αυτού η ανωτέρω δανείστρια εταιρεία ζήτησε και έλαβε ως εμπράγματες εξασφαλίσεις : α) Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω δανειοδοτούμενης εταιρείας ΈSSCO B…" και β) ως επιπλέον εξασφάλιση Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση 'ΈSSCO F…", αμφότερες δε οι υποθήκες ενεγράφησαν επί των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά. Στην ως άνω από 26.3.2002 σύμβαση δανείου αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγήθηκε για την αναχρηματοδότηση του δανείου των πιο πάνω πλοίων, ΈSSCΟ B…" και ΈSSCΟ F…" και συμφωνήθηκε αποδοτέο μαζί με τους συμβατικούς τόκους, ανερχόμενους σε ποσοστό 10% το χρόνο, ως ακολούθως: 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.7.2002, 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.10.2002, 3.833.333 γιεν Ιαπωνίας στις 30.1.2003 και 153.708.333 γιεν Ιαπωνίας στις 29.4.2003. Το πιο πάνω ποσό των 150.000.000 γιεν Ιαπωνίας ισούτο στις 6.3.2002 με 1.304.234,41 €, με βάση την επίσημη ισοτιμία της Τράπεζας της Ελλάδος 1 Ευρώ προς 115,01 γιεν Ιαπωνίας που ίσχυε στις 26.3.2002. Στην εν λόγω σύμβαση μεταξύ των άλλων ετέθησαν και οι ακόλουθοι υπό στοιχεία 9 περίπτωση ξ και 10 περιπτώσεις 03 α, γ, ζ, και μ όροι: “η δανείστρια ...μπορεί να τερματίσει την υποχρέωση της να καταστήσει διαθέσιμο το ποσό του δανείου και να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αμέσως, ... αν κατασχεθούν τα πλοία, παρακρατηθούν ή άλλως πως εμποδιστούν από του να εμπορεύονται χωρίς προσκόμματα ή καθυστέρηση και δεν αποδεσμευτούν εντός 15 ήμερων ... η δανειζόμενη, η ενυπόθηκη εγγυήτρια και η εγγυήτρια αναλαμβάνουν από κοινού , υπόσχονται και συμφωνούν με την δανείστρια ότι κατά τη διάρκεια του δανείου ... να διατηρούν τα πλοία νηολογημένα όπως είναι σήμερα και να μην πράξουν ή υποστούν οτιδήποτε το οποίο μπορεί να προκαλέσει την ακύρωση ή την διακινδύνευση αυτής της νηολόγησης, να διατηρούν τα πλοία σε καλή και αποτελεσματική κατάσταση επισκευών, ώστε να διατηρείται η παρούσα Κλάση τους, δηλαδή Germanischer Lloyd να πληρώνουν και να εξοφλούν όλα τα χρέη, ζημίες και υποχρεώσεις κάθε φύσεως που δημιουργούν ή μπορούν να δημιουργήσουν ναυτικό προνόμιο ή δικαίωμα ενεχύρου επί του πλοίου ... να ενημερώνουν άμεσα την δανείστρια με επιστολή ή σε επείγουσα περίπτωση με τηλεγράφημα αναφορικά με ... οποιαδήποτε κατάσχεση των πλοίων ...να μη πωλήσουν ή άλλως διαθέσουν οποιαδήποτε από τα πλοία ή οποιοδήποτε μερίδιο σε αυτά χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της δανείστριας ...» .(Από τους παραπάνω όρους ο αναφερόμενος στον νηογνώμονα ασφαλώς και ήταν βασικός, οπωσδήποτε δε λήφτηκε σοβαρά υπόψη από την ενυπόθηκη δανείστρια εταιρεία, προκειμένου να στέρξει στην κατάρτιση της συμβάσεως γιαυτό και αφενός μεν αναγράφεται ρητώς στη σύμβαση ότι τα πλοία αυτά υπάγονται στην Κλάση του όντως αξιόπιστου νηογνώμονα Germanischer Lloyd, αφετέρου δε οι αντισυμβαλλόμενες εταιρείες ανέλαβαν την υποχρέωση να διατηρούν τα υποθηκευμένα πλοία σε καλή και αποτελεσματική κατάσταση επισκευών, ώστε να διατηρείται η παρούσα Κλάση τους, δηλαδή Germanischer Lloyd. Σημειωτέον ότι το να είναι ένα πλοίο μέλος ενός νηογνώμονα εγκεκριμένου από τον ΙΑCS, είναι μία βασική προϋπόθεση για την εμπορική απασχόληση του φορτηγού πλοίου, στην ναυτιλιακή δε αγορά ένα πλοίο που δεν είναι μέλος ενός νηογνώμονα και μάλιστα εγκεκριμένου, δεν έχει καμία ή έχει ελάχιστη εμπορική αξία. Από το ανωτέρω ένδικο αρχικό δάνειο εξοφλήθηκαν οι τρεις πρώτες δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου των τριών πρώτων τριμήνων, δηλαδή καταβλήθηκαν : α) η πρώτη δόση ποσού 3.833.333 γιεν, β) η δεύτερη δόση ποσού επίσης 3.833.333 γιεν και γ) η τρίτη δόση ποσού επίσης 3.833.333 γιεν, ενώ δεν κατεβλήθησαν η τέταρτη δόση των τόκων εκ 3.708.333 γιεν και φυσικά το εκ 150.000.000 γιεν κεφάλαιο του δανείου. Κατά την λήξη του αρχικού ως άνω δανείου, ο κατ/νος, παρέχοντας τις ίδιες διαβεβαιώσεις και με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ζήτησε ανανέωση της δανειακής συμβάσεως. Οι εκπρόσωποι της εν λόγω δανείστριας θυγατρικής εταιρεία πείστηκαν στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατ/νου, που όπως θέλει εν συνεχεία καταδειχθεί ήσαν σχεδόν στο σύνολο τους ψευδείς και δέχτηκαν να γίνει ανανέωση της δανειακής συμβάσεως, ήτοι συμφωνήθηκε η αναδανειοδότηση του αρχικού ποσού του κεφαλαίου των 150.000.000 γιεν, πλέον άλλων 30.000.000 γιεν που θα χορηγούσε επιπλέον η πρώτη ενάγουσα, δηλαδή το νέο κεφάλαιο που χορηγήθηκε ως δάνειο ανερχόταν πλέον στο συνολικό ποσό των 180.000.000 γιεν με τους ίδιους όρους που είχε συναφθεί η αρχική σύμβαση. Προς τούτο, υπογράφηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων η από 30/04/2003 Προσθήκη υπ' αριθμ. 1 της αρχικής συμβάσεως δανείου, για συνολικό ποσό 180.000.000 γιεν, διάρκειας ενός έτους, ήτοι μέχρι 29/04/2004, με τόκο 10% ετησίως επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω Προσθήκης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του ανωτέρω κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου, ήτοι 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.7.2003, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.10.2003, 4.600.000 γιεν Ιαπωνίας στις 30.1.2004 και 184.450.000 γιεν Ιαπωνίας στις 29.4.2004. Το ως άνω ποσό των 30.000.000 γιεν Ιαπωνίας ισούτο στις 30.4.2003 με 230.893,556 Ευρώ, με βάση την επίσημη ισοτιμία της Τράπεζας της Ελλάδος 1 Ευρώ προς 129,93 γιεν Ιαπωνίας που ίσχυε στις 30.4.2003. Προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου αυτού, όπως ανανεώθηκε, υπεγράφησαν : α) Προσθήκη υπ1 αριθμ. 1 επί της Πρώτης Προτιμώμενης Υποθήκης επί του πλοίου της ως άνω δανειοδοτούμενης εταιρείας «ΈSSCO ΒΟUΝΤΥ” και β) ως επιπλέον εξασφάλιση Προσθήκη υπ' αριθμ. 1 επί της Πρώτης Προτιμώμενης Υποθήκης επί του πλοίου της ως άνω ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση 'ΈSSCΟ F…", δυνάμει των οποίων τροποποιήθηκαν οι αρχικές υποθήκες ως προς το ποσό του δανείου, που πλέον ανερχόταν σε 180.000.000 γιεν, αμφότερες δε ενεγράφησαν επί των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά. Κατά την λήξη του ως άνω εκ νέου χορηγηθέντος δανείου των 180.000.000 γιεν στις 29/04/2004, είχαν αποπληρωθεί προς την πρώτη των εγκαλουσών -εκκαλουσών δανείστρια εταιρεία τα εξής ποσά : α) την 29/07/2003 ποσό Δολ. ΗΠΑ 40.480, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της πρώτης δόσης του δανείου (τόκων α' τριμήνου), β) την 29/10/2003 ποσό Δολ. ΗΠΑ 42.650, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκων β1 τριμήνου), γ) την 28/01/2004 ποσό 4.547.297 γιεν ως αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκων γ' τριμήνου) και δ) την 27/04/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 40.580, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.450.000 γιεν ως αποπληρωμή της τέταρτης δόσης του δανείου (τόκων τέταρτου τριμήνου), ήτοι κατά την λήξη του δανείου είχαν αποπληρωθεί όλοι οι τόκοι του δανείου. Πέραν δε της ανωτέρω αποπληρωμής των τόκων, κατά την ως άνω λήξη του δανείου, αποπληρώθηκε τον εν συνεχεία αναφερόμενο τρόπο και μέρος του κεφαλαίου εκ 40.000.000 γιεν και επομένως το ποσό του δανεισθέντος κεφαλαίου μειώθηκε σε 140.000.000 γιεν. Ειδικότερα η αποπληρωμή του ποσού των 40.000.000 γιεν έγινε με μεταφορά του ποσού αυτού προς την εταιρεία ΕSSCO FΑΙΤΗ S.Α." η οποία έτσι κατέστη η ίδια οφειλέτιδα, ως δανείστριας φερόμενης μίας άλλης θυγατρικής εταιρείας της μητρικής NIPPON, της ΝΕSΙ-ΤΚ Νο 6 (ΡΑΝΑΜΑ) S.Α.". Κατά την λήξη του αρχικού ως άνω δανείου, ο κατ/νος, παρέχοντας τις ίδιες διαβεβαιώσεις και με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ζήτησε ανανέωση της δανειακής συμβάσεως. Οι εκπρόσωποι της εν λόγω δανείστριας θυγατρικής εταιρείας πείστηκαν στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατ/νου, που όπως θέλει εν συνεχεία καταδειχθεί ήσαν σχεδόν στο σύνολο τους ψευδείς και δέχτηκαν να γίνει ανανέωση της δανειακής συμβάσεως, ήτοι συμφωνήθηκε η με τους ίδιους με την αρχική σύμβαση όρους αναδανειοδότηση του αρχικού ποσού του κεφαλαίου των 140.000.000 γιεν προς την εταιρεία ΕSSCΟ ΒΟUΝΤΥ S.Α.". Προς τούτο υπεγράφη, μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων (πλην της εταιρείας ΕSSCΟ FΑΪΤΗ S.Α." , η οποία έπαψε να είναι πλέον ενυπόθηκος οφειλέτις παρέχουσα παράλληλη εξασφάλιση αυτού του συγκεκριμένου δανείου και κατέστη αυτοφειλέτις άλλου δανείου κατά τα ως άνω εκτιθέμενα), η από 30/04/2004 Προσθήκη υπ' αριθμ. 2 της αρχικής από 26.3.2002 συμβάσεως δανείου, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την προσθήκη Νο 1/30.4.2003, για συνολικό ποσό 140.000.000 γιεν, διάρκειας ενός ακόμη έτους, ήτοι μέχρι 29/04/2005, με τόκο 10% ετησίως επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω Προσθήκης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του ανωτέρω κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Από την ανωτέρω αναδανειοδότηση αποπληρώθηκαν τα ακόλουθα ποσά : α) την 29/07/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 32.640, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 3.577.778 γιεν ως αποπληρωμή της πρώτης δόσης του δανείου (τόκων α' τριμήνου), β) την 27/10/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 33.729, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 3.577.778 γιεν ως αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκων β' τριμήνου) και γ) την 27/01/2005 ποσό Δολ. ΗΠΑ 35.049, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 3.577.778 γιεν ως αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκων γ' τριμήνου) και επομένως δεν πληρώθηκαν οι τόκοι της τέταρτης τριμηνιαίας δόσης και ολόκληρο το κεφάλαιο εκ 143.461.111 γιεν συνολικά. Κατά την λήξη του ως άνω δανείου, ο κατ/νος, παρέχοντας τις ίδιες διαβεβαιώσεις και με τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ζήτησε ανανέωση της δανειακής συμβάσεως. Οι εκπρόσωποι της εν λόγω δανείστριας θυγατρικής εταιρείας πείστηκαν στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατ/νου, που όπως θέλει εν συνεχεία καταδειχθεί ήσαν σχεδόν στο σύνολο τους ψευδείς και δέχτηκαν να γίνει ανανέωση της δανειακής συμβάσεως, ήτοι συμφωνήθηκε η με τους ίδιους με την αρχική σύμβαση όρους αναδανειοδότηση του αρχικού ποσού του κεφαλαίου των 140.000.000 γιεν προς την εταιρεία ΈSSCΟ ΒΟUΝΤΥ S.Α.", πλέον ποσού άλλων 40.000.000 γιεν που θα χορηγούσε ως επιπλέον δάνειο η πρώτη εγκαλούσα -εκκαλούσα, ανερχομένου έτσι του ποσού της εκ νέου δανειοδοτήσεως κατά κεφάλαιο στο ποσό των 180.000.000 γιεν. Από το επιπλέον ποσό των 40.000.000 γιεν που θα χορηγούσε η πρώτη ενάγουσα, ποσό 3.461.111 γιεν θα συμψηφιζόταν με την αποπληρωμή των τόκων του τέταρτου και τελευταίου τριμήνου της προηγούμενης αναδανειοδότησης και ποσό 9.000.000 γιεν θα συμψηφιζόταν με την αμοιβή της NIPPON, που είχε συμφωνηθεί να εισπράξει από την εκ νέου αυτή αναδανειοδότηση, το υπόλοιπο δε, θα συμψηφιζόταν με υπόλοιπα από αλλά δάνεια που αφορούσαν τα αλλά πλοία, όπως προκύπτει από τον προσαγόμενο και επικαλούμενο με μετάφραση στην ελληνική Λογαριασμό Συμψηφισμού που συνέταξε η ίδια η NIPPON. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπεγράφη, μεταξύ της πρώτης των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών εταιρείας "ΝΕSΙ-ΤΚΝο. 4 (ΡΑΝΑΜΑ S.Α.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο Κ. Τ., της εταιρείας "ΕSSCΟ ΒΟUΝΤΥ S.Α.", ως δανειοδοτούμενης και της διαχειρίστριας του πλοίου ελληνικής εταιρείας ΕSSCΟ ΜΑRΙΤΙΜΕ Ε.Π.Ε." (πρώην ΕSSCΟ (Ηellas) Ε.Π.Ε.") ως εγγυήτριας, η από 26/04/2005 Προσθήκη υπ' αριθμ. 3 της αρχικής συμβάσεως δανείου, για συνολικό ποσό 180.000.000 γιεν, διάρκειας ενός ακόμη έτους, ήτοι μέχρι 25/04/2006, με τόκο 10% ετησίως επί του ποσού του δανείου και αποπληρωμή σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, αποπληρωτέες σύμφωνα με τον Πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω Προσθήκης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολοκλήρου του ανωτέρω κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Επιπροσθέτως δε, τροποποιήθηκε αναλόγως και η υφιστάμενη επί του πλοίου "ΕSSCO B…" Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη, που ήταν εγγεγραμμένη στο Νηολόγιο του Παναμά. Από την τελευταία αυτή δανειοδότηση του πλοίου “SSCΟ B…”, που ρητά συμφωνήθηκε ότι έγινε με τους ίδιους με την αρχική σύμβαση όρους, αποπληρώθηκαν η πρώτη δόση του δανείου ποσού 4.550.000 γιεν που ήταν απαιτητή την 25/07/2005, καθώς επίσης και: την 15/12/2005 Δολ. ΗΠΑ 38.450 που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκοι β' τριμήνου), την 24/01/2006 Δολ. ΗΠΑ 38.475 που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.600.000 γιεν ως αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκοι γ' τριμήνου) και την 28/04/2006 Δολ. ΗΠΑ 29.915,18 που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 4.500.000 γιεν ως αποπληρωμή εκ της τέταρτης δόσης του ποσού των τόκων του τελευταίου τριμήνου. Αντίθετα δεν πληρώθηκε ολόκληρο το εκ 180.000.000 γιεν κεφάλαιο του δανείου. Όπως όμως προεκτέθηκε ο κατ/νος, που από καιρό βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και μόνο με δανεικά μπορούσε να συνεχίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, είχε κατά νου να «υφαρπάσει» από την αλλοδαπή μητρική εταιρεία Νippon Ship Investment Company Limited μέσω των θυγατρικών της εταιρειών, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δανειοδότηση, μολονότι εγνώριζε ότι δεν είναι σε θέση να επιστρέψει τα δανεισθέντα κεφάλαια. Προς τούτο τον Οκτώβριο του έτους 2003 εμφανίστηκε και πάλι στους νομίμους εκπροσώπους της εν λόγω μητρικής εταιρείας για να ζητήσει νέο δάνειο, ο κατ/νος δεν γνωστοποίησε την ως άνω πραγματική κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος. Αντίθετα την απέκρυψε, αφού επανέλαβε ότι εξακολουθεί να είναι ένας αξιόπιστος, φερέγγυος και επιτυχημένος επιχειρηματίας με ευρύ πεδίο επικερδών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και με μεγάλες διασυνδέσεις στον επιχειρηματικό αλλά και στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδος. Στο εύλογο ερώτημα των εκπροσώπων της εν λόγω εταιρείας γιατί δεν ζητεί δάνειο από την Ελληνική τραπεζική αγορά, παρέστησε σ' αυτούς εκ νέου εν γνώσει του ψευδώς ότι τάχα οι ελληνικές Τράπεζες ήταν πρόθυμες να του χορηγήσουν δάνεια αλλά δεν τα ήθελε αυτός για το λόγο ότι οι ελληνικές Τράπεζες θα αύξαναν στη συνέχεια μονομερώς και αυθαίρετα το επιτόκιο και, το κυριότερο, θα αποκάλυπταν σε τρίτους χωρίς τη συγκατάθεση του τα επαγγελματικά του μυστικά χάρη στα οποία αγόραζε δημητριακά σε πολύ χαμηλές τιμές από χώρες της Μαύρης Θάλασσας και τα πωλούσε σε πολύ υψηλές τιμές στις δυτικές χώρες. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι διάφορες εταιρίες του που ανήκαν σ' αυτόν κατά 100% δεν όφειλαν χρήματα σε κανέναν και ότι η ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρία "ΕSSCO Commodities Inc" που ασχολείτο με την εμπορία των δημητριακών, είχε υποκαταστήματα με υπαλλήλους και σοβαρή υποδομή στην ... της Ρωσίας, στην ... της Ρουμανίας, στη ... της Βουλγαρίας και στην Ουκρανία, ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρία του ΈSSCΟ Commodities Ιηc" είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και διατηρούσε υποκαταστήματα και προσωπικό στη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία και Ουκρανία. Επίσης τους διαβεβαίωσε ότι τα γεωργικά προϊόντα που αγόραζε και τα μεταπωλούσε, τα μετέφερε ο ίδιος δια θαλάσσης με δικά του κατά 100 % πλοία, τα οποία ήσαν σε άριστη κατάσταση, καθ' όλα αξιόπλοα και ενταγμένα στον έγκριτο νηογνώμονα Germanischer Lloyd. Οι παραπάνω παραστάσεις του κατ/νου, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω, ήσαν ψευδείς στην συντριπτική πλειοψηφία τους. Ωστόσο ο κατ/νος, επικαλούμενος και την προηγηθείσα συνεπή συμβατική συμπεριφορά του, ήταν ιδιαίτερα πειστικός. Έτσι κατόρθωσε να παραπλανήσει τους εκπροσώπους της ως άνω μητρικής αλλοδαπής εταιρείας να του χορηγήσουν νέο δάνειο. Προς τούτο υπεγράφη η από 30/10/2003 Δανειακή Σύμβαση, για ποσό 200.000.000 γιεν, μεταξύ της προς τούτο ιδρυθείσης δεύτερης των εναγουσών και ήδη εκκαλουσών "ΝΕSΙ-ΤΚ Νο. 5 (ΡΑΝΑΜΑ S.Α.", φερόμενης ως δανείστριας, ως πρόεδρος της οποίας και για λογαριασμό της υπέγραφε ο Κ. T., της εταιρείας "ESSCΟ SΡΙRΙΤ S.Α.", ως δανειοδοτούμενης, της εταιρείας "ESSCΟ ΗΟΡΕ S.Α.", ως ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση (CROSS COLLATERAL ΜΟRTGAGOR) και της διαχειρίστριας των πλοίων ελληνικής εταιρείας ΈSSCΟ ΜΑRΙΤΙΜΕ Ε.Π.Ε.", ως εγγυήτριας. Το δάνειο συμφωνήθηκε ετήσιο, με τόκο 10% επί του ποσού του δανείου και αποπληρωτέο σε τέσσερις τριμηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τον πίνακα που προσαρτάται στο τέλος της ως άνω δανειακής σύμβασης, στον οποίο αναφέρονται τα ποσά κάθε δόσεως και η ημερομηνία πληρωμής αυτής, όπου οι τρεις πρώτες δόσεις αφορούν στην πληρωμή των τόκων των τριών πρώτων τριμήνων και η τελευταία στην αποπληρωμή ολόκληρου του κεφαλαίου πλέον των τόκων του τέταρτου τριμήνου. Προς εξασφάλιση του δανείου αυτού η ανωτέρω εταιρεία ζήτησε και έλαβε ως εμπράγματες εξασφαλίσεις: α) Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω δανειοδοτούμενης εταιρείας "ESSCO S…" και β) ως επιπλέον εξασφάλιση Πρώτη Προτιμώμενη Υποθήκη επί του πλοίου της ως άνω ενυπόθηκης οφειλέτιδος παρέχουσας παράλληλη εξασφάλιση “ΕSSCΟ H…", αμφότερες δε οι υποθήκες ενεγράφησαν επί των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά. Στην εν λόγω σύμβαση μεταξύ των άλλων ετέθησαν και οι ακόλουθοι υπό στοιχεία 9 περίπτωση ξ και 10 περιπτώσεις 03 ,α, γ, ζ, μ και ξ όροι: “ η δανείστρια ...μπορεί να τερματίσει την υποχρέωσή της να καταστήσει διαθέσιμο το ποσό του δανείου και να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αμέσως, ... αν κατασχεθούν τα πλοία, παρακρατηθούν ή άλλως πως εμποδιστούν από του να εμπορεύονται χωρίς προσκόμματα ή καθυστέρηση και δεν αποδεσμευτούν εντός 15 ημερών ... η δανειζόμενη, η ενυπόθηκη εγγυήτρια και η εγγυήτρια αναλαμβάνουν από κοινού , υπόσχονται και συμφωνούν με την δανείστρια ότι κατά τη διάρκεια του δανείου ... να διατηρούν τα πλοία νηολογημένα όπως είναι σήμερα και να μην πράξουν ή υποστούν οτιδήποτε το οποίο μπορεί να προκαλέσει την ακύρωση ή την διακινδύνευση αυτής της νηολόγησης, να διατηρούν τα πλοία σε καλή και αποτελεσματική κατάσταση επισκευών, ώστε να διατηρείται η παρούσα Κλάση τους, δηλαδή Germanischer Lloyd να πληρώνουν και να εξοφλούν όλα τα χρέη, ζημίες και υποχρεώσεις κάθε φύσεως που δημιουργούν ή μπορούν να δημιουργήσουν ναυτικό προνόμιο ή δικαίωμα ενεχύρου επί του πλοίου ... να ενημερώνουν άμεσα την δανείστρια με επιστολή ή σε επείγουσα περίπτωση με τηλεγράφημα αναφορικά με ...οποιαδήποτε κατάσχεση των πλοίων ...να μη πωλήσουν ή άλλως διαθέσουν οποιαδήποτε από τα πλοία ή οποιοδήποτε μερίδιο σε αυτά χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της δανείστριας.. «Ωστόσο, από τις 30.9.2003, τα υποθηκευμένα πλοία “ESSCO S… και “ESSCΟ H…", διαγράφτηκαν λόγω της κακής τους κατάστασης, από τον αξιόπιστο Νηογνώμονα "Germanischer Lloyd" στον οποίο ήταν ενταγμένα μέχρι τότε. Εν τούτοις ο κατ/νος, αν και γνώριζε αυτό το γεγονός το απέκρυψε, για να πείσει στις 30.10.2003 τη δεύτερη των εγκαλουσών - εκκαλουσών δανείστρια εταιρεία να του χορηγήσει το δάνειο των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας, αφού της παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι τα ως άνω πλοία του “ESSCΟ S…" και “ESSCΟ H…", επί των οποίων είχαν συμφωνήσει να εγγράψει πρώτη προτιμώμενη υποθήκη προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας, ήσαν σε άριστη κατάσταση και είχαν πιστοποιητικά αξιοπλόϊας από τον νηογνώμονα "Germanischer Lloyd" Η ψευδής αυτή παράσταση του κατηγορούμενου προκύπτει και εγγράφως και συγκεκριμένα από την ως άνω από 30.10.2003 Σύμβαση Δανείου καθώς και από τις από 30.10.2003 πρώτες προτιμώμενες ναυτικές υποθήκες επί των ανωτέρω πλοίων, όπου ρητά βεβαιώνεται ψευδώς ότι η κλάση των ανωτέρω πλοίων “ESSCO S…" και “ESSCΟ H…" ήταν ο Germanischer Lloyd. Μάλιστα για να επιτύχει την σκοπούμενη παραπλάνηση της, είχε χορηγήσει σ' αυτήν αντίγραφα προηγούμενων πιστοποιητικών περί του ότι τα ανωτέρω πλοία ήταν ενταγμένα στον ανωτέρω νηογνώμονα, χωρίς ωστόσο να τους αποκαλύψει ότι τα πιστοποιητικά είχαν παύσει να ισχύουν γιατί ο Germanischer Lloyd είχε διαγράψει τα ανωτέρω πλοία ήδη από τις 30.9.2003 αλλά, επιπρόσθετα, ρητά δήλωσε και βεβαίωσε στην από 30.10.2003 σύμβαση δανείου και στις από 30.10.2003 πρώτες προτιμώμενες ναυτικές υποθήκες, ότι η Κλάση των εν λόγω πλοίων ήταν ο "Germanischer Lloyd ". Εάν η εν λόγω δανείστρια εταιρεία γνώριζε ότι τα υποθηκευμένα πλοία είχαν διαγραφεί από τον εν λόγω αξιόπιστο νηογνώμονα λόγω της κακής καταστάσεως τους, ασφαλώς και δεν θα συνέπραττε στην χορήγηση του ως άνω δανείου. Από την ανωτέρω ένδικη αρχική σύμβαση δανείου εξοφλήθηκαν οι τρεις πρώτες δόσεις που αφορούσαν στους τόκους του δανείου των τριών πρώτων τριμήνων, δηλαδή καταβλήθηκαν : α), την 29/01/2004 ποσό 5.587.322 γιεν, που αφορούσε στην αποπληρωμή της πρώτης δόσης του δανείου (τόκοι α' τριμήνου), καθώς και των εξόδων για την εγγραφή των υποθηκών των πλοίων στο Νηολόγιο του Παναμά, β) την 28/04/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 47.480, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 5.055.555 γιεν, που αφορούσε στην αποπληρωμή της δεύτερης δόσης του δανείου (τόκων β' τριμήνου) και γ) την 27/07/2004 ποσό Δολ. ΗΠΑ 45.680, που αντιστοιχούσε στο τότε ισόποσο των 5.021.862 γιεν, που αφορούσε στην αποπληρωμή της τρίτης δόσης του δανείου (τόκων γ' τριμήνου). Από την τέταρτη και τελευταία δόση του δανείου, το ποσό που αφορούσε στους τόκους του τέταρτου τριμήνου επίσης αποπληρώθηκε, δεδομένου ότι αυτό συμψηφίσθηκε κατά την ανανέωση του αρχικού δανείου και την χορήγηση επιπλέον ποσού 250.000.000 γιεν προς την ανωτέρω δανειοδοτηθείσα εταιρεία, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω. Αντίθετα το ποσό του εκ 200.000.000 γιεν κεφαλαίου του δανείου δεν εξοφλήθηκε. Προ του αδιεξόδου αυτού ο κατ/νος γνωρίζοντας την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις συμβατικές αυτές υποχρεώσεις του, και αναζητώντας νέα κεφάλαια, επεδίωξε να πείσει την ως άνω αλλοδαπή μητρική εταιρεία να επενδύσει σε άλλες επιχειρήσεις που σχεδίαζε, (π.χ. κατασκευή αιολικών πάρκων), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ωστόσο γνωρίζοντας την επιθυμία της να επενδύσει στην παραγωγή φιλικών προς το περιβάλλον καυσίμων - βιοντήζελ, κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2004 παρέστησε στους νομίμως εκπροσώπους της ότι έχει την πρόθεση και την δυνατότητα να προβεί στην κατασκευή και λειτουργία στην Ελλάδα ενός εργοστασίου παραγωγής βιολογικού καυσίμου - βιοντήζελ (Βio Diesel Fuel), από σπόρους ηλίανθου ή και από άλλα φυτικά έλαια, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Κιότο για την προστασία του περιβάλλοντος και ότι διέθετε τις προς τούτο απαιτούμενες διασυνδέσεις (ως γαμβρός βουλευτού με άμεση πρόσβαση και επιρροή στην Ελληνική Κυβέρνηση). Οι παραστάσεις του αυτές, που ως θέλει καταδειχθεί στη συνέχεια ήσαν ψευδείς, έκαμψαν τους ενδοιασμούς της εν λόγω αλλοδαπής εταιρείας, ενόψει και του ότι μία εκ των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ήταν η εμπορία ηλιόσπορου και πέραν της εταιρείας με την επωνυμία « ΕSSCΟ Commodities Inc" είχε ιδρύσει και την ελληνική εταιρεία με την επωνυμία "UNTRANKO Ε.Π.Ε.", που επίσης σκοπό είχε την εμπορία γεωργικών προϊόντων. Έτσι η δεύτερη των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών αλλοδαπών θυγατρικών εταιρειών δάνεισε για τον σκοπό αυτό με τους όρους και τις συμφωνίες της αρχικής από 30-10-2003 συμβάσεως δανείου το επιπλέον ποσό των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας για να κατασκευαστεί πιλοτικό (πειραματικό) εργοστάσιο παραγωγής 2 τόννων βιοντήζελ ημερησίως από σπόρους ηλίανθου. Συγκεκριμένα στις 29.10.2004 η δεύτερη των εγκαλουσών και ήδη εκκαλουσών θυγατρικών εταιρειών συμφώνησε, με την υπ' αριθμ. 1/29.10.2004 Προσθήκη στην ως άνω από 30.10.2003 Σύμβαση Δανείου, να παραταθεί ο χρόνος αποπληρωμής του ως άνω από 30.10.2003 δανείου των 200.000.000 γιεν για ένα έτος, ήτοι μέχρι τις 28.10.2005, δάνεισε δε στον πρώτο των εναγομένων και ειδικότερα στην ως άνω ανήκουσα κατά 100% σ' αυτόν εταιρεία του με την επωνυμία ΈSSCO SΡΙRΙΤ S.Α." το (επιπλέον) ποσό των 250.000.000 γιεν, με συνέπεια το δάνειο να ανέλθει τελικά σε 450.000.000 γιεν (200.000.000 + 250.000.000 ίσον). Το εν λόγω δάνειο συμφωνήθηκε αποπληρωτέο ως ακολούθως : α) 11.500.000 γιεν στις 28.1.2005, β) 11.250.000 γιεν στις 28.4.2005, γ) 11.375.000 γιεν στις 28.7.005 και δ. 461.500.000 γιεν στις 28.10.2005, τροποποιήθηκαν δε αντίστοιχα στις 29.10.2004 και οι πρώτες προτιμώμενες υποθήκες στα ανωτέρω πλοία "ΕSSCO S…" και “ESSCΟ H…" (το τελευταίο μετονομάστηκε σε C… οf T…). Το ποσό αυτό των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας ισούτο στις 29.10.2004 με 1.861.226,92 €, με βάση την επίσημη ισοτιμία της Τράπεζας της Ελλάδος 1 Ευρώ προς 134,32 γιεν Ιαπωνίας που ίσχυε στις 29.10.2004. Στην εν λόγω υπ' αριθμ. 1/29.10.2004 προσθήκη ρητά συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα : "η δανειολήπτρια θα χρησιμοποιήσει το ποσό του δανείου των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας, που διατέθηκε σ' αυτήν με την παρούσα για τον αποκλειστικό σκοπό της κατασκευής ενός πιλοτικού εργοστασίου παραγωγής καυσίμων βιοντήζελ συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού και των μηχανημάτων, το οποίο θα κατασκευαστεί στην Ελλάδα και της παραγωγής καυσίμων βιοντήζελ και υποπροϊόντων. Προς εξασφάλιση της εκτέλεσης των υποχρεώσεων εκ μέρους της δανειοληπτρίας που προβλέπονται από την σύμβαση δανείου ... η δανειολήπτρια θα παραχωρήσει πρώτη προτιμώμενη υποθήκη επί του πιλοτικού εργοστασίου καυσίμων βιοντήζελ υπέρ της δανείστριας με όρους αποδεκτούς από την δανείστρια ...”. Μετά την υπογραφή της ανωτέρω τροποποιηθείσης σύμβασης δανείου ο κατ/νος, ως διαχειριστής της εταιρείας που θα εκτελούσε το έργο εις ουδεμία ουσιαστική ενέργεια προέβη για την υλοποίηση των υποχρεώσεων του. Η μοναδική δραστηριότητα του εξαντλήθηκε στην κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 τροποποίηση του καταστατικού της ανωτέρω ελληνικής εταιρείας του με την επωνυμία "UNTRACO Ε.Π.Ε." (που προβλεπόταν να υλοποιήσει το έργο), διευρύνοντας το σκοπό της, ώστε να προβλέπεται και η παραγωγή, εκμετάλλευση και διάθεση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, όπως βιοπετρελαίου και βιοαιθανόλης και στην υποβολή της από 07/03/2005 επιστολής στο ΥΠΕΧΩΔΕ επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Πρωτ.156080/16-03-2005 απάντηση του Υπουργείου σχετικά με την κατάταξη της εν λόγω δραστηριότητας στην αντίστοιχη κατηγορία. Απώτερος σκοπός του ήταν να πείσει την εν λόγω αλλοδαπή μητρική εταιρεία να τον δανειοδοτήσει με το ποσό των 9.090.000.000 γιεν που απαιτούνταν για την κατασκευή του (κανονικού) εμπορικού εργοστασίου παραγωγής βιοκαυσίμων , προοπτική για την οποία πράγματι είχαν γίνει συζητήσεις και υπήρχε θετική κατ' αρχήν ανταπόκριση από πλευράς της. Αντίθετα καρπώθηκε και ιδιοποιήθηκε το δανεισθέν ποσό των 250.000.000 γιέν Ιαπωνίας, όπως δεν απέδωσε και το κεφάλαιο του δανείου της 30-10-2003, (που αναδανειοδοτήθηκε στις 29-10-2004). Στις ερωτήσεις της δανείστριας για την καθυστέρηση κατασκευής του πιλοτικού εργοστασίου εξακολουθούσε να δίνει ψευδείς διαβεβαιώσεις για να διατηρήσει την παραπλάνηση τους. Στο e-mail του της 8/7/2005 δήλωνε ότι το πιλοτικό εργοστάσιο παραγωγής βιοντήζελ ήταν ... «ήδη υπό κατασκευή στα Οινόφυτα και αναμενόταν άμεσα η ολοκλήρωση του» , με το e-mail του της 1/8/2005 δηλώνει : "Εν τω μεταξύ το πιλοτικό εργοστάσιο μπορεί να παράγει αυτή την μικρή ποσότητα και εμείς θα αποκτήσουμε εμπειρία με τα αποτελέσματα", με το e-mail του της 13/8/25005 δηλώνει ότι το πιλοτικό εργοστάσιο "είναι σχεδόν έτοιμο" με το e-mail του της 29/12/2005 δηλώνει ότι "... παρόλο που εσείς αγνοείτε συνέχεια το γεγονός αυτό ρωτώντας "ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΛΟΤΙΚΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ, ΘΑ ΣΑΣ ΤΟ ΔΩΣΩ ΣΥΝΤΟΜΑ, ΤΟ ΠΙΛΟΤΙΚΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ".. Δεν δίστασε δε να επιδεικνύει στους κ. Μ. I. διευθυντή της μητρικής εταιρείας Νippon Ship Investment Company Limited και στον κ. Τ. M., νόμιμο εκπρόσωπο της δευτέρας των εναγουσών -εκκαλουσών, που είχαν έλθει προς τούτο στην Ελλάδα από την Ιαπωνία, εδαφικές εκτάσεις για την ανέγερση της πιλοτικής μονάδας παραγωγής βιοντήζελ, οι οποίες δεν του ανήκαν. Συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2004 τους επέδειξε μία εδαφική έκταση βόρεια της Χαλκίδας, τον Σεπτέμβριο του 2005 τους επέδειξε μία περιοχή στο Πλατύ Ημαθίας, ενώ τον Ιούνιο του 2005 τους δήλωσε ότι η έκταση αυτή ανερχόταν σε 100 στρέμματα και ήταν στον Αλμυρό Μαγνησίας, στη δε επιστολή που υποτίθεται ότι παρέδωσε στον Ευρωπαίο Επίτροπο, το ακίνητο φέρεται ότι ήταν στα Οινόφυτα και ότι το πιλοτικό εργοστάσιο ήταν "ήδη υπό κατασκευή" και η "περάτωση του αναμένεται άμεσα". Είναι προφανές ότι η δευτέρα των εγκαλουσών - εκκαλουσών, αν γνώριζε την πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση του κατ/νου και ότι αναζητούσε το δάνειο των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας μόνο και μόνο για να καλύψει τις μεγάλες οικονομικές του υποχρεώσεις από την προβληματική επιχειρηματική του δραστηριότητα σε άλλους τομείς, ασφαλώς και δεν θα του χορηγούσε το δάνειο αυτό για την κατασκευή του πιλοτικού εργοστασίου, το οποίο φυσικά ο κατ/νος δεν απέδωσε, όπως φυσικά δεν της απέδωσε στην εν λόγω δανείστρια και το αρχικό δάνειο των 200.000.000 γιεν. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στις 9.1.2004 η εταιρεία "CEREAL INVESTMENT CO (CIC) S.Α" προέβη σε κατάσχεση του πλοίου "ΕSSCΟ S…" ενώ βρισκόταν στην ... της Γκάνας για απαίτηση ποσού 53.351,50 δολ. ΗΠΑ.. Στις 19.1.2004 και η ναυλώτρια εταιρεία 'DARYA SHIPPINC S.Α." προέβη στην κατάσχεση του ανωτέρω πλοίου ΈSSCΟ SΡΙRΙΤ" ενώ αυτό βρισκόταν στην ... της Γκάνας, για απαίτηση 726.516 δολ. ΗΠΑ. Την 1.3.2004 η ανωτέρω ναυλώτρια εταιρία "DARYA SΗΙΡΡΙΝG S.Α ." υπέβαλε την απαίτηση της σε διαιτησία Λονδίνου για το ποσό των 701.910 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκων και εξόδων, όπως προκύπτει και από την από 10.9.2004 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Μ. F. S. καθώς και από την από 6.9.2004 ένορκη βεβαίωση του ίδιου δικηγόρου. Την τρίτη εβδομάδα του μηνός Μαρτίου 2004 το πλοίο ΈSSCΟ SΡΙRΙΤ" αναχώρησε κρυφά από την Γκάνα χωρίς τα έγγραφα του, αφού εκρατούντο από τις τοπικές Αρχές λόγω της κατασχέσεως του. Στις 23.3.2004, (αμέσως μετά την παράνομη αναχώρηση του από την Γκάνα) ο κατηγορούμενος νηολόγησε κρυφά στη Σλοβακία το πιο πάνω πλοίο 'ΈSSCΟ SΡΙRΙΤ", ως ελεύθερο από κάθε βάρος, αποκρύπτοντας έτσι την υποθήκη που είχε εγγράψει σε αυτό η δεύτερη των εκκαλουσών προς εξασφάλιση του ανωτέρω δανείου για το συνολικό ποσό των 450.000.000 γιεν Ιαπωνίας, και το μετονόμασε σε 'DΕFΙΑΝΤ Τ", ώστε να χαθούν τα ίχνη του. Η μετονομασία αυτή έγινε εν κρύπτω. Μάλιστα, η νηολόγηση αυτή έγινε στο όνομα της εταιρείας 'DΕFIΑΝΤ Τ. ΜΑRΙΤΙΜΕ S.Α." ως πλοιοκτήτριας, στην οποία ο κατηγορούμενος "πώλησε" το εν λόγω πλοίο “ESSCΟ S…" με το πωλητήριο συμβόλαιο (dill of sale) της 14.4.2004, στο οποίο το πλοίο αυτό αναφέρεται ως ελεύθερο χρεών, υποθηκών και βαρών. Άλλωστε γι' αυτό το λόγο ο κατηγορούμενος το νηολόγησε παράνομα στη Σλοβακία, το μεταβίβασε σε άλλη εταιρεία και το μετονόμασε, πλην όμως η ως άνω πιστώτρια το ανακάλυψε και το κατέσχεσε αναγκαστικά στη Σρι Λάνκα στις 6.9.2004. Όλα τα εν λόγω ουσιώδη περιστατικά της 9.1.2004, 19.1.2004, 1.3.2004 και της τρίτης εβδομάδας του Μαρτίου του 2004, τα απέκρυψε αθέμιτα ο κατηγορούμενος από τις εγκαλούσες - εκκαλούσες δανείστριες. Και όχι μόνο αυτό αλλά εμφάνιζε προς αυτές ψευδώς ότι τα ανωτέρω πλοία του δεν όφειλαν τίποτε. Ότι ήσαν κερδοφόρα, δήλωνε δε για να τις εξαπατήσει (στις 29.10.2004 στη δεύτερη από αυτές, που του δάνεισε το περαιτέρω ποσό των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας) ότι τάχα το πλοίο αυτό (που ήταν κατεσχεμένο αναγκαστικά στη Σρι Λάνκα ήδη από τις 6.9.2004 και τελικά εξετέθη σε πελιστηριασμό και αποκτήθηκε από Ινδούς αγοραστές) εργαζόταν κανονικά με θαλάσσιες επί κέρδει μεταφορές, ότι ταξίδευε από τη Θεσσαλονίκη για την ... της Γκάνας με φορτίο ρυζιού και ζάχαρης στις 8.9.2004 και ότι στις 29.11.2004 πραγματοποιούσε πάλι το ίδιο ταξίδι (Θεσσαλονίκη -...) με φορτίο ρυζιού και ζάχαρης. Επίσης είναι πρόδηλο ότι, αν οι εγκαλούσες- εκκαλούσες δανείστριες γνώριζαν ότι τα πλοία “ESSCO S…" και “ESSCΟ H…", επί των οποίων ενέγραψαν υποθήκες προς εξασφάλιση των δανείων είχαν, λόγω της άθλιας κατάστασης τους, διαγραφεί από τον αξιόπιστο γερμανικό νηογνώμονα “Germanischer Lloyd" στις 30.9.2003, πραγματικότητα, που δολίως απέκρυψε ο κατ/νος, είναι προφανές ότι η μεν πρώτη από τις εγκαλούσες - εκκαλούσες δεν θα χορηγούσε στις 26.4.2005 το δάνειο των 40.000.000 γιεν Ιαπωνίας και δεν θα παρέτεινε για ένα έτος την αποπληρωμή του δανείου των 140.000.000 γιεν Ιαπωνίας, ενώ η δεύτερη από αυτές δεν θα χορηγούσε στις 29.10.2004 το δάνειο των 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας και δεν θα παρέτεινε για ένα έτος το δάνειο των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας με την Προσθήκη Νο. 1 / 29.10.2004, στη Σύμβαση Δανείου της 10.10.2003. Και τούτο γιατί, αφενός μεν η αξία των εν λόγω πλοίων ήταν καταφανώς μειωμένη, αφετέρου δε το γεγονός της διαγραφής τους από την κλάση τους ήταν αποκαλυπτικό της άσχημης οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου, που αδυνατούσε να τα συντηρήσει. Όπως είναι γνωστό, ο νηογνώμονας των πλοίων είναι ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες στη λήψη της απόφασης για τη δανειοδότηση με υποθήκη επί ενός πλοίου. Πράγματι, η ψευδής διαβεβαίωση του κατηγορούμενου, περί του ότι τα ανωτέρω πλοία του “ESSCΟ S…" και “ESSCΟ ΗΟΡΕ" ήταν ενταγμένα στον διεθνούς κύρους νηογνώμονα Cermanischer Lloyd καθώς και η εν μέρους του αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος ότι τα εν λόγω πλοία, λόγω της άθλιας κατάστασης τους, είχαν ήδη από τις 30.9.2003 διαγραφεί από τον εν λόγω αξιόπιστο Νηογνώμονα, επηρέασε την απόφαση τους, υπό την έννοια ότι τις έπεισε να προβούν στην παροχή - ανανέωση των δανείων της 30-10-2003, (δάνειο 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας), της 30.4.2004 (ανανέωση και παράταση δανείου 140.000.000 γιεν Ιαπωνίας), της 29-10-2004 (παράταση για ένα έτος του δανείου των 200.000.000 γιεν Ιαπωνίας και χορήγηση επιπρόσθετου δανείου 250.000.000 γιεν Ιαπωνίας) και της 26.4.2005 (παράταση για ένα έτος του δανείου των 140.000.000 γιεν Ιαπωνίας και χορήγηση επιπρόσθετου δανείου 40.000.000 γιεν Ιαπωνίας). Ενδεικτικό της απατηλής συμπεριφοράς του κατ/νου, προκειμένου να παραπλανήσει τις εγκαλούσες δανείστριες εταιρείες για την κακή οικονομική κατάσταση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και να τις πείσει ότι συναλλάσσονται με ένα φερέγγυο, αξιόπιστο και επιτυχημένο επιχειρηματία και έτσι να τον εμπιστευθούν και να τον δανειοδοτήσουν αποτελούν και τα παρακάτω περιστατικά : Το έτος 2002 πωλήθηκε το πλοίο του "ΕSSCΟ M…". Ο κατηγορούμενος, όχι μόνο απέκρυψε αθέμιτα το εν λόγω γεγονός κατά τις ως άνω επακολουθήσασες συναλλαγές τους, αλλά αντιθέτως δήλωνε σ' αυτές εν γνώσει του ψευδώς ότι το ανωτέρω πλοίο του ανήκε και όχι μόνο αυτό, αλλά ότι το εν λόγω πλοίο λειτουργούσε κανονικά και ασχολείτο με επί κέρδει μεταφορές εμπορευμάτων κατά τα έτη 2003 και 2004. Ειδικότερα τους δήλωνε ότι το εν λόγω πλοίο είχε αποφέρει ναύλους και επισταλίες συνολικού ποσού 1.295.419 και 67.275 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα κατά το έτος 2003 και 1.571.902 και 87.134 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα κατά το έτος 2004. Μάλιστα, για να γίνει ακόμη πιο πειστικός, δήλωσε σ' αυτές, χορηγώντας σχετικές έγγραφες, ανακριβείς βέβαια, καταστάσεις που είχε συντάξει ο ίδιος, ότι το πλοίο αυτό στις 12.4.2004 εκτέλεσε μεταφορά φορτίου 7.450 τόννων (αλευριού σε σάκκους, χυμών φρούτων, κρασιών, κλπ) από τη Θεσσαλονίκη στην ... της Γκάνας, ότι στις 14.7.2004 μετέφερε φορτίο 7.000 τόννων προϊόντων χάλυβα και τσιμέντου από τη Σμύρνη στην ... και ότι τις 22.11.2004 μετέφερε φορτίο 6.480 τόννων προϊόντων χάλυβα, τσιμέντου σε σάκκους και μηχανημάτων από τη Σμύρνη και τον Πειραιά στην .... Αν οι εκκαλούσες δανείστριες γνώριζαν την ανακρίβεια των παρουσιαζομένων στοιχείων ασφαλώς και δεν θα χορηγούσαν τα ένδικα δάνεια στον κατηγορούμενο. Το έτος 2003 πωλήθηκε το πλοίο του κατηγορούμενου “ESSCO P…". Ο κατηγορούμενος όχι μόνο απέκρυψε αθέμιτα το εν λόγω γεγονός, αλλά δήλωνε ψευδώς στις εγκαλούσες ότι το εν λόγω πλοίο τού ανήκε και το εκμεταλλευόταν δήλωνε εν γνώσει του ψευδώς στις εγκαλούσες ότι τάχα το εν λόγω πλοίο του "ΕSSCΟ P…" λειτουργούσε κανονικά και διενεργούσε επί κέρδει θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων κατά το έτος 2004. Ειδικότερα δήλωσε ψευδώς, χορηγώντας μάλιστα σχετικές έγγραφες καταστάσεις που είχε συντάξει ο ίδιος, ότι το εν λόγω πλοίο του απέφερε κατά το έτος 2004 ναύλους συνολικού ποσού 1.337.362 δολ. ΗΠΑ και επισταλίες ποσού 48.156 δολ. ΗΠΑ. Τέλος το έτος 2003 πωλήθηκε ένα ακόμα πλοίο του, το "A… Τ.". Ο κατηγορούμενος απέκρυπτε αθέμιτα το εν λόγω ουσιώδες γεγονός και δήλωνε ότι το ανωτέρω πλοίο του ανήκε και το εκμεταλλευόταν επικερδώς. Μάλιστα δήλωνε εν γνώσει του ψευδώς, χορηγώντας σ' αυτές έγγραφες καταστάσεις που είχε συντάξει ο ίδιος, ότι το εν λόγω πλοίο του "Α…Τ" λειτουργούσε κανονικά και διενεργούσε επί κέρδει θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων κατά το έτος 2004, αποκρύπτοντας αθέμιτα το γεγονός ότι το εν λόγω πλοίο δεν του ανήκε πλέον γιατί είχε πωληθεί ήδη από το έτος 2003. Μάλιστα δήλωνε σ' αυτή ψευδώς ότι το εν λόγω πλοίο απέφερε κατά το έτος 2004 το ποσό των 2.338.489 δολ. ΗΠΑ για ναύλους. Αν γνώριζαν την αλήθεια ασφαλώς και δεν θα χορηγούσαν τα ένδικα δάνεια στον κατηγορούμενο. Τα παραπάνω στοιχεία τα ζητούσε η παραπάνω αλλοδαπή μητρική εταιρεία προκειμένου να πειστεί για την φερεγγυότητα και το οικονομικό υπόβαθρο της δανειζόμενης εταιρείας του κατ/νου και να προβεί στην -δανειοδότηση της. Εξάλλου το ότι ο κατ/νος είχε ψευδώς παραστήσει στην μητρική και τις παραπάνω θυγατρικές της δανείστριες εταιρείες ότι διατηρεί υποκαταστήματα και προσωπικό στη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία και Ουκρανία και ότι τούτο τελικά απεδείχθη, καθυστερημένα βέβαια, ανακριβές προκύπτει, μεταξύ άλλων και από το ακόλουθο γεγονός : με το από 13.2.2003 FΑΧ που απέστειλε ο Κ.T., διευθυντής της δευτέρας των εκκαλουσών στον κατηγορούμενο, του έθεσε, μεταξύ άλλων και το ακόλουθο επί λέξει ερώτημα : "Ποια είναι η θέση σου στο λιμάνι φορτώσεως ... όπου το γραφείο αντιπροσωπείας σας απασχολεί 12 άτομα από το 1996;". Ο κατηγορούμενος Χ. Τ. απάντησε με e-mail στις 16.2.2003 και στην απάντηση του αυτή δεν ανέφερε ότι απασχολεί κάποιο άτομο στην .... Τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του προς τους εκπροσώπους της ως άνω μητρικής αλλοδαπής εταιρείας και προς τους εκπροσώπους των ως άνω εγκαλουσών θυγατρικών εταιρειών της, που εξακολουθητικώς παρουσίασε κατά το από τις αρχές του έτους 2002 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2005 χρονικό διάστημα, κατόρθωσε δε να τις πείσει να προβούν στις παραπάνω συμβάσεις δανείου και αναδανειοδότησης, από τις οποίες προκλήθηκε ζημία στην μεν πρώτη των εγκαλουσών - εκκαλουσών ύψους 180.000.000 γιεν Ιαπωνίας, που αντιστοιχεί στο μη αποδοθέν κεφάλαιο του δανείου της προς την εταιρεία του ΕSSCΟ ΒΟΥΝΤΥ S.Α , στην δε δευτέρα τούτων ύψους 450.000.000 γιεν Ιαπωνίας, που αντιστοιχεί στο μη αποπληρωθέν κεφάλαιο των δανείων της προς την εταιρεία του ΕSSCO SΡΙRΙΤ S.Α. Στην πράξη του αυτή προέβη ο κατ/νος με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος το ως άνω παράνομο περιουσιακό όφελος. Από τα στοιχεία που προεκτέθησαν, κατά τη κρίση του Συμβουλίου προκύπτουν σοβαρές (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του κατ/νου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος όφελος και ζημία που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 Ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τα άρθρα 1, 14, 18, 26 & 1α, 27, 51, 52 και 386 παρ. 1 και 3 περίπτωση β του ΠΚ. Το εκκαλούμενο βούλευμα που απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του κατ/νου για την εν λόγω αξιόποινη πράξη εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούσες- εγκαλούσες με τον συναφή λόγο της υπό κρίση εφέσεως τους. Πρέπει ως εκ τούτου το Συμβούλιο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 96 του Συντάγματος, 318, 309 & 1 περίπτωση ε και 313 του ΚΠΔ : Α. να εξαφανίσει το εκκαλούμενο βούλευμα (μόνο) κατά το μέρος που απεφάνθη για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και Β. να τον παραπέμψει για να δικαστεί για την πράξη αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο με την σύνθεση του άρθρου 8 &1 περίπτωση γ ΚΠΔ είναι αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη, (βλ.άρθρα 97 & 1 του Συντάγματος, 111, 119 και 122 & 1 ΚΠΔ)." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, διέλαβε, στο προσβαλλόμενο 8072010 βούλευμα του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 98, 386 παρ. 1 και 3 περ. β' του ΠΚ, όπως το αρθρ. 386 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και το αρθρ. 14 παρ. του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται λεπτομερώς κατά τόπο, χρόνο, μορφή και πρόσωπα, οι επανειλημμένες ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις γεγονότων ψευδών ως αληθινών και ποία τα αληθή γεγονότα που απεκρυψεν ο αναιρεσείων επιχειρηματίας, προφορικά αλλά και με χορήγηση ανακριβών εγγράφων, προς τον νόμιμο εκπρόσωπο των εγκαλουσών πολιτικώς εναγουσών αλλοδαπών εταιριών, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που είχεν ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, β) αιτιολογείται επαρκώς ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων και αποκρύψεων, ως παραγώγου αιτίας, παραπλανήθηκε κατ' επανάληψη ο νόμιμος εκπρόσωπος των εγκαλουσών εταιριών και προέβησαν οι εταιρίες αυτές σε επιζήμια γι' αυτές επένδυση χρημάτων τους σε Γιέν Ιαπωνίας, με συμβάσεις δανειοδοτήσεων και συμβάσεις ανανεώσεως και παρατάσεως δανείων και με χορήγηση επιπρόσθετου δανείου, παραπλανηθείσες για την υπάρχουσα και αποκρυβείσα κακή οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου, παραπεισθείσες ότι συναλλάσσονται με ένα φερέγγυο, αξιόπιστο επιχειρηματία και έτσι να τον εμπιστευθούν και να τον δανειοδοτήσουν επανειλημμένα, ως και η βλάβη που αυτές υπέστησαν, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 180.000.000 και 450.000.000 γιέν Ιαπωνίας αντίστοιχα, ποσό που βάσει της ισχύουσας ισοτιμίας της Τράπεζας της Ελλάδος υπερβαίνει κατά πολύ τις 73.000 ευρώ, για καθεμία από τις δύο πολιτικώς ενάγουσες αλλοδαπές εταιρείας, ποσά που αντιστοιχούν σε μη αποπληρωθέντα κεφάλαια χωριστών δανείων τους προς την δανειοδοτούμενη εταιρεία ΕSSCO SPIRIT S.Α., που ανήκει κατά 100% στον κατηγορούμενο διαχειριστή αυτής, γ) αιτιολογείται πλήρως η αιτιώδης συνάφεια βλάβης και παραπλανητικών ενεργειών του κατηγορουμένου και η με δόλο τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως της απάτης κατ'εξακολούθηση, με την παραδοχή ότι "ο κατηγορούμενος στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και η εταιρεία του το ως άνω αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στις παραπάνω πολιτικώς ενάγουσες Ιαπωνικές εταιρίες τα προαναφερθέντα στο αιτιολογικό συνεχή ψεύδη και απέκρυψε άλλα, με αντίστοιχη ζημία των τελευταίων", δ) δεν προκύπτει επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνον αποδεικτικών στοιχείων, ούτε ότι δεν συνεκτιμήθηκε η 5240/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που απέρριψε σχετικά αγωγή των εγκαλουσών εταιριών ως αβάσιμη, ε) δεν προκύπτει παραβίαση των διδαγμάτων και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, για το λόγο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, "χωρίς καμία λογική εξήγηση", δέχθηκε ότι ο πεπειραμένος Ιάπωνας εκπρόσωπος των πολιτικώς εναγουσών εταιριών, που φέρεται παραπλανηθείς, αγνοούσε όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία δεν ήταν δυνατόν να αγνοεί, αλλά και ήταν εκ των καθηκόντων του υποχρεωμένος να γνωρίζει και να ερευνήσει κατά τις δανειοδοτήσεις, αιτίαση η οποία πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσία της υποθέσεως. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ', β ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπόψη του νόμιμα αποδεικτικά μέσα της προδικασίας και δημοσιεύσεις της ιστοσελίδας της μητρικής εταιρίας των πολιτικώς εναγουσών, τις εξοφλήσεις 12 προηγούμενων δανειοδοτήσεων, ότι ενεγράφησαν πρώτες προτιμώμενες υποθήκες επί πλοίων του και δεν υφίσταται ζημία, ότι οι εγκαλούσες βασίστηκαν στην προηγούμενη μακροχρόνια συνεργασία τους και όχι σε ψευδείς δηλώσεις και παραστάσεις αυτού και ότι οι φερόμενες ως ψευδείς διαβεβαιώσεις δεν εμπίπτουν στην έννοια του γεγονότος, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από την με αριθ. εκθ. 12/27-2-2009 έφεση των πολιτικώς εναγουσών εταιριών κατά του πρωτόδικου απαλλακτικού 92/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, προκύπτει ότι περιεχόταν σε αυτή σαφής παραδεκτός και νόμιμος λόγος εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ήταν αναγκαίο κατά νόμο, να εξειδικεύονται στην έφεση αυτή, για το ορισμένο και το παραδεκτό αυτής, περισσότερα στοιχεία, ενώ ασκήθηκε η έφεση νομότυπα από το Δικηγόρο Πειραιώς Κωνσταντίνο Τασιόπουλο, βάσει του μνημονευόμενου σε αυτή 67/2009 ειδικού πληρεξουσίου ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας στο Τόκιο Ιαπωνίας, του Τ. M., υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή και νομίμως εξουσιοδοτημένου προσώπου των πολιτικώς εναγουσών εταιριών, δυνάμει των από 23-3-2009 αποφάσεων των Δ.Σ. των εταιριών αυτών. Επίσης νομότυπα λήφθηκε υπόψη και το από 27-2-2009 χωριστό δικόγραφο των πολιτικώς εναγουσών με τον τίτλο "έφεση", στο οποίο αναλυόταν ο ανωτέρω λόγος εφέσεως και το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με την ανωτέρω 12/27-2-2009 έκθεση εφέσεως που συνόδευε, αφού στην τελευταία γίνεται ρητή μνεία και παραπομπή σε αυτό και υπάρχει κάτωθι του κειμένου της εφέσεως πράξη καταθέσεως την ιδία ημέρα 27-2-2009 φέρουσα υπογραφή και της γραμματέως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς Πάτρα Ιωάννας, που υπογράφει και την έκθεση εφέσεως. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ειδικότερος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας ( 484 παρ.1 στοιχ. α, στ ΚΠοινΔ), από τη μη απόρριψη της εν λόγω εφέσεως των πολιτικώς εναγουσών, ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Mετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 5/29-3-2010 αίτηση του Χ. Τ. του Π., περί αναιρέσεως του 80/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβαλλόμενο βούλευμα. Δέχθηκε ουσία έφεση πολιτικώς εναγουσών εταιριών, κατά πρωτοβαθμίου απαλλακτικού του αναιρεσείοντος 92/2009 βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, με ζημία άνω των 73.000 € (άρθρ. 386 παρ. 1,3 β ΠΚ). 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 δ και β ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. 2. Νομότυπα λήφθηκε υπόψη και το χωριστό δικόγραφο των πολιτικώς εναγουσών με τον τίτλο "έφεση", στο οποίο αναλυόταν ο λόγος εφέσεως και το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με την ανωτέρω 12/2722009 έκθεση εφέσεως που συνόδευε, αφού στην τελευταία γίνεται ρητή μνεία και παραπομπή σε αυτό και υπάρχει κάτωθι του κειμένου της εφέσεως πράξη καταθέσεως την ιδία ημέρα, φέρουσα υπογραφή και της γραμματέως του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που υπογράφει και την έκθεση εφέσεως, η οποία επομένως έφεση δεν είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή.
1
Αριθμός 1919/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 1346/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ... και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 §2 του ΠΚ με τη σ' αυτό ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτι εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1346/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική ποινή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριζε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ψ2 και Σία ΟΕ", με αντικείμενο το γενικό εμπόριο παντός είδους αυτοκινήτων και μοτοποδηλάτων, ανταλλακτικών, εξαρτημάτων και συναφών ειδών, της οποίας διαχειριστής ήταν ο πρώτος εγκαλών Ψ1, εργαζόταν δε σ' αυτήν και ο δεύτερος εγκαλών Ψ2, ο οποίος είχε δημιουργήσει την εταιρία και κατ' εξουσιοδότηση του πρώτου εγκαλούντος ενεργούσε και πράξεις διαχείρισης, είχαν μακροχρόνια εμπορική συνεργασία, κατά την οποία η πρώτη αγόραζε από τη δεύτερη ανταλλακτικά αυτοκινήτων για τις ανάγκες της εμπορίας της και η δεύτερη από το κατάστημα της πρώτης λιπαντικά. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας η κατηγορουμένη και ο Ψ1 από το έτος 1999 συμφώνησαν να ανταλλάσσουν επιταγές προς διευκόλυνση τους και παράλληλα να τις καλύπτουν. Πολλές φορές την κατηγορουμένη διευκόλυνε και ο πατέρας της, Ρ, ο οποίος ήταν ασφαλιστής της εταιρείας "ΗΛΙΟΣ", η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της από την ΑΕΓΑ "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", με μπλοκ επιταγών που κατείχε, ενώ της είχε δώσει και τη συναίνεση του να υπογράφει αντ' αυτού σε επιταγές για τη διευκόλυνση των εμπορικών της συναλλαγών. Μεταξύ των επιταγών αυτών περιλαμβάνονταν δέκα έξι (16) μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 40.092.102 δραχμών, οι οποίες δόθηκαν από την κατηγορουμένη για την κάλυψη ισόποσου χρέους της προς την ως άνω ομόρρυθμη εταιρείας και μεταβιβάσθηκαν από την τελευταία στον Δ, προς κάλυψη χορηγηθέντος απ' αυτόν δανείου. Ο τελευταίος τις εμφάνισε προς πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν γιατί ήταν προϊόντα κλοπής. Κατά των εδώ εγκαλούντων και της συζύγου του πρώτου απ' αυτούς Σ, ο Δ υπέβαλε την από 30.5.2000 μήνυση και ασκήθηκε κατ' αυτών ποινική δίωξη για απάτη κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος, πράξη για την οποία αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 2166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Κατά του εγκαλούντος Ψ1, ο πατέρας της κατηγορουμένης, Ρ, υπέβαλε την από 19.1.2001 μήνυσή του, με την οποία τον καταμήνυσε για πλαστογραφία μετά χρήσεως δύο εκ των ανωτέρω επιταγών, ήτοι των υπ' αριθμ. ..., οι οποίες εσύροντο από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως της εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ στην ΑΛΦΑ Τράπεζα Πίστεως, ποσού 2.258.000 και 2.250.000, αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές φέρονταν ότι εκδόθηκαν στην ..., στις 10.8.2000 και 30.8.2000, αντίστοιχα από την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, σε διαταγή Ρ, ο οποίος τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην κατηγορουμένη, αυτή περαιτέρω στην ως άνω εταιρία των εδώ εγκαλούντων και η τελευταία στον Δ, ο οποίος τις εμφάνισε προς πληρωμή αλλά δεν πληρώθηκαν, λόγω ανάκλησης συνεπεία κλοπής του σχετικού μπλοκ επιταγών που είχε κλαπεί από τα γραφεία της φερόμενης ως εκδότριας εταιρείας το έτος 1996. Για την υποστήριξη της μήνυσης του πατέρα της, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Καπανδριτίου, συνταχθείσας της από 18.4.2002 έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα. Κατά την εξέταση της κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "Με τις συγκεκριμένες επιταγές δεν έχω καμία σχέση εγώ.... Ο πατέρας μου δεν έχει μπλοκ επιταγών ούτε ασχολείται με το εμπόριο, είναι συνταξιούχος ούτε γνωρίζει τον Ψ2. Οι επίδικες επιταγές είναι κλεμμένες από την εταιρία "Ψ2 ΟΕ" και πλαστογραφημένες. Τα γράμματα των επιταγών διαφέρουν και οι υπογραφές δεν είναι ούτε δικές μου ούτε του πατέρα μου. Βρίσκομαι σε δικαστικό αγώνα εδώ και τρία χρόνια με την παραπάνω εταιρία για παρόμοιες επιταγές. Γνωρίζει ότι έχει μπλέξει "εννοεί τον Ψ1" με αυτό τον τρόπο και άλλους εμπόρους ιδιώτες που είχαν κάποια σχέση με αυτόν......". Με βάση την ως άνω μήνυση του Ρκαι την κατάθεση της κατηγορουμένης ασκήθηκε κατά του πρώτου εγκαλούντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως για τις ως άνω επιλογές και παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθμ. 5401/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, στις 16.11.2005, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας προς υποστήριξη της κατηγορίας. Κατά την εξέταση της κατέθεσε μεταξύ των άλλων και τα εξής: " Οι επιταγές είναι πλαστές. Δεν είναι η υπογραφή του πατέρα μου. Η σφραγίδα δεν είναι δική μου ... Δεν είπα ότι το έκανε ο κατηγορούμενος, μπορεί και η οικογένειά του ... .Δεν είχα δώσει αλλού επιταγές. Στο ... δεν είχα δώσει εγώ επιταγή, αλλά ο Ψ2.". Για την πράξη αυτή ο Ψ1 απαλλάχθηκε με την υπ' αριθμ. 70673/2005 αμετάκλητη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Για τη γνησιότητα των ως άνω επιταγών είχε διαταχθεί με προηγούμενη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (υπ' αριθμ. ...) γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η οποία διενεργήθηκε από τη .... (δικαστική γραφολόγο), που γνωμοδότησε ότι οι υπογραφές στη θέση του εκδότη, του πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου έχουν τεθεί από την κατηγορουμένη, με σκόπιμα αλλοιούμενη γραφική δομή για να αμφισβητηθούν εκ των υστέρων ως μη γνήσιες και ότι οι τεθείσες σφραγίδες είναι γνήσιες σφραγίδες της κατηγορουμένης. Ήδη ο πατέρας της κατηγορουμένης με την υπ' αριθμ. 5244/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των καταδικάσθηκε για την ως άνω μήνυσή του για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Κατά του εδώ εγκαλούντος και άλλων, ο Ρυπέβαλε και την από 13.2.2001, με την οποία τον καταμήνυσε για πλαστογραφία μετά χρήσεως και άλλων τριών (3) επιταγών, ήτοι των υπ' αριθμ. ..., οι οποίες εσύροντο από τον ... λογαριασμό όψεως της ίδιας ως άνω εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" στην American Express Bank, ποσού 2.500.000 δραχμών εκάστης, οι οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί στη ..., στις 30.7.2000, 25.8.2000 και 5.9.2000, αντίστοιχα, από την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ, σε διαταγή του Ρ, ο οποίος της μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην κατηγορουμένη, αυτή δε τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία "Ψ2 ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και η τελευταία στον Δ, ο οποίος τις εμφάνισε προς πληρωμή, αλλά δεν πληρώθηκαν για την ίδια ως άνω αιτία, επειδή δηλαδή είχαν κλαπεί κατά τον χρόνο 7ϋου προαναφέρθηκε από τα γραφεία της φερόμενης ως εκδότριας εταιρίας. Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε σε βάρος του Ψ2 ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτη. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, στις 28.9. 2005, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας προς υποστήριξη της κατηγορίας και μεταξύ των άλλων κατέθεσε "....δεν είναι σ' αυτές τις επιταγές η υπογραφή μου......Οι σφραγίδες δεν είναι δικές μου. Μου έχουν πάρει τη σφραγίδα. Τη μία σφραγίδα την έδωσα στον Ψ2, λόγω εμπιστοσύνης όταν ανταλλάσσαμε επιταγές ... Από τον κατηγορούμενο πήγαν σε κυκλοφορία οι επιταγές. Εφόσον εγώ δεν έχω πλαστογραφήσει τις επιταγές τότε θα έκαναν την πλαστογραφία από την οικογένεια του Ψ2". Με την υπ' αριθμ. 55830/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου ο πρώτος εγκαλών αθωώθηκε αμετάκλητα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση για τις ως άνω επιταγές, ενώ ως προς την πράξη της απάτης το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση προκειμένου να κληθεί ο παθών Δ. Με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 2166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, ο εγκαλών αθωώθηκε και για την πράξη της απάτης, καθόσον είχε παραπεμφθεί στο Δικαστήριο αυτό να δικασθεί για απάτη και για τις ανωτέρω επιταγές. Στις 26.6.2003 και 30.9.2003, η κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ανακριτή του 3ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Πατρών, μετά από άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Ψ1 για κλοπή και πλαστογραφία με χρήση, ύστερα από υποβολή μήνυσης από τον Δ. Οι πράξεις αυτές αφορούσαν τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της Τράπεζας Εργασίας, συρόμενες από τον υπ' αριθμ ... λογαριασμό της εταιρείας "DYNACOM ΑΕ" που είχαν κλαπεί στις 23.12.1998 στην ... και φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την ανωτέρω δικαιούχο του λογαριασμό, με οπισθογράφους τον ... και την κατηγορουμένη, η οποία τις μεταβίβασε στην ως άνω εταιρία των εγκαλούντων και η τελευταία στον Δ. Κατά την εξέταση της στις 26^6.2003 κατέθεσε ότι "τις τρείς επιταγές με αριθμούς ..., ... ουδέποτε τις έχω οπισθογραφήσει και η υπογραφή δεν είναι δική μου ούτε η σφραγίδα της επιχείρησης είναι δική μου .... Με την εταιρεία "Ψ2 ΟΕ" είχα εμπορική συνεργασία από το 1998, τα τελευταία όμως χρόνια έχω κάνει μηνύσεις διότι έχει πλαστογραφήσει κλεμμένες επιταγές και έχει φτιάξει σφραγίδα με την επωνυμία της επιχείρησής μου ..... Η γνώμη μου είναι ότι ο Δ δεν έκλεψε τις τρεις παραπάνω επιταγές, αλλά τις πήρε από τον Ψ2, ο οποίος έχει πλαστογραφήσει πολλές κλεμμένες επιταγές...", ενώ στις 30.9.2003 κατέθεσε ότι "Αναφέρομαι στην από 30.9.2003 ένορκη ενώπιον σας εξέτασή μου, την οποία επιβεβαιώνω και πάλι ως αληθινή και θέλω να προσθέσω συμπληρωματικώς ότι με την εταιρεία Ψ2 ΟΕ και συγκεκριμένα με τον Ψ1 και Ψ2, ύστερα από παράκληση τους, εκτός από την εμπορική μας συνεργασία, ανταλλάξαμε μερικά φύλλα επιταγών προς εξυπηρέτηση μας,...το χειρότερο όμως ήταν ότι άρχισαν να μου τηλεφωνούν από Τράπεζες ότι πρέπει να πληρώσω κάποιες επιταγές στις οποίες φαινόμουνα οπισθογράφος και μετά από εμένα ο Ψ2, τις οποίες εγώ δεν γνώριζα ούτε τις είχα οπισθογραφήσει, μερικές εκ των οποίων ήταν κλεμμένες και όλες πλαστογραφημένες ως προς την υπογραφή μου και την σφραγίδα μου από τον Ψ2. Το γεγονός ότι ο Ψ2 έχει πλαστογραφήσει την υπογραφή μου, αλλά και σε κάποιες άλλες επιταγές την υπογραφή του πατέρα μου, αποδεικνύεται από το εξής περιστατικό. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας που είχα με τον Ψ2 χρειάσθηκε να του δώσω, επειδή μου είχαν τελειώσει τα φύλλα, από το μπλοκ των επιταγών του πατέρα μου, το οποίο είχε εκδώσει ως ιδιώτης στην Αγροτική Τράπεζα, καθόσον ο πατέρας μου ήταν συνταξιούχος. Όταν λοιπόν είδε ο Ψ2 αυτήν την επιταγή, επειδή ήξερε ότι ο αδελφός μου ασχολείται με τις ασφάλειες, έθεσε σε επιταγές της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ που είχαν κλαπεί από το 1994, αν θυμάμαι καλά και αφού τις οπισθογράφησε ο ίδιος της παρέδωσε στον Δ ... .Από την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά του Ψ2 καταστράφηκα οικονομικώς και κόντεψα να χάσω το σπίτι μου. Παρόμοια δεινά υπέστησαν από τον Ψ2 και οι Π στη ..., ... με λατομεία στη ..., Π2 στα ... και Π3 στα ... και άλλοι των οποίων τα ονόματα δεν γνωρίζω.......". Με την υπ' αριθμ. 1776/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που έχει καταστεί αμετάκλητη ο Ψ1 αθωώθηκε της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και των ως άνω επιταγών, ενώ για την πράξη της απάτης είχε ήδη αθωωθεί με την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 298/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών). Όλα τα ανωτέρω που εξακολουθητικά κατέθεσε η κατηγορουμένη ήταν ψευδή. Η αλήθεια ήταν ότι οι εγκαλούντες δεν είχαν κλέψει ούτε πλαστογραφήσει τις ανωτέρω επιταγές, όπως άλλωστε κρίθηκε αμετάκλητα με τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις, ούτε άλλες επιταγές ούτε κάποιο άλλο μέλος της οικογενείας τους είχε πλαστογραφήσει επιταγές, οι υπογραφές στην θέση του εκδότη, του πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου δεν είχαν τεθεί από τους εγκαλούντες, η ίδια η κατηγορουμένη είχε οπισθογραφήσει τις επιταγές προς την ΟΕ εταιρεία και οι υπογραφές οι δικές της και του πατέρα της ήταν γνήσιες, καθώς και επαγγελματική της σφραγίδα, την οποία δεν είχε παραδώσει στον Ψ1, όπως κατέθεσε στις 16.11.2005 ούτε αυτός είχε κατασκευάσει σφραγίδα με τα στοιχεία της, όπως στη συνέχεια, στις 26.6.2003, κατέθεσε ενώπιον του Ανακριτή Πατρών. Ο Ψ1 δεν διέπραξε σε βάρος της και σε βάρος άλλων πελατών αξιόποινες πράξεις, η κατηγορουμένη είχε παραδώσει από κλεμμένο μπλοκ της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ επιταγές και στον ... και συγκεκριμένα είχε παραδώσει τις υπ' αριθμ. ... επιταγές, που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και σύρονταν από τους δύο προαναφερθέντες λογαριασμούς της δικαιούχου εταιρίας στις Τράπεζες AMERICAN EXPRESS ΒΑΝΚ και ΑLPHA Τράπεζα Πίστεως ΑΕ, αντίστοιχα (βλ. από 13/4/2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και ...). Μάλιστα, για την πρώτη εκ των ανωτέρω επιταγών εκδόθηκε με αίτηση του ...η η ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η κατηγορουμένη άσκησε την από 31.3.2000 ανακοπή της, υποστηρίζοντας ότι η επιταγή είχε εκδοθεί από τον προϊστάμενο του καταστήματος Θεσ/κης της εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ, φανατικό παίκτη του καζίνο, ο οποίος την οπισθογράφησε στον ..., επίσης παίκτη καζίνο, προς κάλυψη δανείου προς αυτόν για χρέη από το καζίνο, ο οποίος και την παρέδωσε, εν συνεχεία, στην κατηγορουμένη, με την εντολή να την παραδώσει στον ... και να εισπράξει απ' αυτόν το ποσό των 2.000.000 δραχμών. Την ανακοπή αυτή η κατηγορουμένη δεν την υποστήριξε στο Δικαστήριο, λόγο για τον οποίο και απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1908/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η κατηγορουμένη γνώριζε ότι τα όσα κατέθετε σε βάρος των εγκαλούντων ήταν ψευδή, αφού γνώριζε ότι οι υπογραφές του πατέρα της και οι δικές της ήταν γνήσιες, τις είχε θέσει η ίδια με τη συναίνεση και του πατέρα της, καθώς και τη σφραγίδα της επιχείρησής της και ότι δεν είχε ανάμειξη στην κλοπή, αλλά και στην πλαστογραφία των επιταγών οι εγκαλούντες και γενικά η οικογένεια Ψ2-Ψ1 και παρόλα αυτά, αποβλέποντας στη μη εμπλοκή αυτής και του πατέρα της στην παράνομη κυκλοφορία των επιταγών, κατέθεσε τα ανωτέρω, εν γνώσει της, ψευδή γεγονότα ως αληθή. Συνεπώς ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 §1, 98, 224 §2 ΠΚ. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη, διότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι τυπική ούτε παραπέμπει ολικώς στο διατακτικό, πέραν του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-3-2010 αίτηση της Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1346/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1920/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Φράγκος-Εισηγητής, Ιωάννης Παπαδόπουλος, Ιωάννης Γιαννακόπουλος και Ανδρέας Ξένος, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μάνο και 2)Γ. Φ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου, για αναίρεση της υπ'αριθ.2772/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από α)29 Απριλίου 2010 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και β)στην από 23 Απριλίου 2010, αίτηση αναίρεσης όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους της δεύτερης αναιρεσείουσας, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, η από 29-4-2010 δήλωση και η με αριθ. εκθ. 135/23-4-2010 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους Α. Τ. και Γ. Φ. αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 2772/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ.1 του ΚΠοινΔ, " ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση". Κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.2 του ιδίου Κώδικα, επί μηνύσεως, "το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής κλπ". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.2 β του ιδίου Κώδικα "Ο διορισμός (συνηγόρου του κατηγορουμένου) παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προς το σκοπό διευκολύνσεως του τρόπου ασκήσεως ενδίκων μέσων, για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου, ο αντιπρόσωπος δεν είναι αναγκαίο να είναι δικηγόρος, αλλά μπορεί να είναι και ασκούμενος δικηγόρος ή άλλο πρόσωπο μη δικηγόρος, η δε παραπομπή του άρθρου 465 στο άρθρο 96 παρ.1 και όχι στο 42 παρ.2 του ΚΠοινΔ, αφορά τον τρόπο διορισμού του πληρεξουσίου και όχι την κατ' αποκλειστικότητα άσκηση του ενδίκου μέσου από δικηγόρο ως αντιπρόσωπο του διαδίκου, γίνεται δηλαδή και αναφέρεται απλώς στον τύπο της εντολής και έγινε για να αποφευχθεί η επανάληψη της περιγραφής του τρόπου του διορισμού δικηγόρου, που είναι η συνήθης περίπτωση διορισμού αντιπροσώπου. Επομένως και οι από 30-9-2010 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Γ. Φ., είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι λόγω συναφείας με την ως άνω αίτηση της ιδίας να ερευνηθούν περαιτέρω, καθόσον, όπως προκύπτει από την από 4-10-2010 έκθεση καταθέσεως αυτών ενώπιον της γραμματέας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κατατέθηκαν από την ειδικά εξουσιοδοτημένη από την αναιρεσείουσα προς τούτο Ε. Κ., η οποία είναι ασκούμενη δικηγόρος, ενεργούσα παραδεκτά ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς : α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία γενικώς και αφηρημένως μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ΚΠοινΔ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή σε άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, και ο άλλος (αυτουργός) να διαπράξει την άδικη πράξη που αποφάσισε κατά τον τρόπο αυτό υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2772/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ψευδούς βεβαιώσεως ο πρώτος και ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση η δεύτερη και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών στον καθένα με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "ο πρώτος κατηγορούμενος είναι τοπογράφος-μηχανικός και είναι υπάλληλος της ΚΕΔ από το έτος 1980, από δε το έτος 1985 είναι προϊστάμενος της υπηρεσίας τοπογραφήσεων της ΚΕΔ. Ο ανωτέρω κατόπιν του από 4-7-2003 υπηρεσιακού σημειώματος-εντολής του Διευθυντή της υπηρεσίας Κ. Δ. Προσήλθε στην αρμόδια διεύθυνση πολεοδομίας και περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Δυτικής Αττικής, όπου θα εκδικάζετο ένσταση της Γ. Φ. (δευτέρας κατηγορουμένης) κατά της 2/13-3-2003 (..254/1991) έκθεση αυτοψίας της ανωτέρω πολεοδομίας. Με την ως άνω έκθεση αυτοψίας είχαν κριθεί ως αυθαίρετες τρείς προσθήκες στο υπάρχον και λειτουργούν κατάστημα, που η ως άνω κατηγορουμένη είχε μισθώσει από τον Δ.Λ. δυνάμει του από 16-11-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ειδικότερα είχαν κριθεί κατόπιν αυτοψίας των υπαλλήλων Π.Β. και Θ.Μ., αυθαίρετες οι κατ'επέκτασιν κατασκευές του WC της αποθήκης και της κουζίνας, ήτοι αντίστοιχα διαστάσεων του WC 1,50 Χ 2,20 μ. , της αποθήκης 2,50 Χ 3,00 μ. και της κουζίνας 3,70 Χ 1,80 μ. δηλ.συνολικά 17,46 τ.μ. Στην ένσταση της ισχυρίζετο η δεύτερη κατηγορουμένη ότι το κατάστημα το παρέλαβε στην κατάσταση που ήδη υπάρχει σήμερα και "υπάρχει στην ίδια κατάσταση προ του έτους 1955". Ο πρώτος κατηγορούμενος βεβαίωσε στο από 16-7-1998 έγγραφο που είχε συντάξει ο Γ. Π., εργοδηγός τοπογράφος, μεταξύ άλλων ότι από τα στοιχεία που διαθέτει η υπηρεσία το εν λόγω κτίσμα, εμβαδού 80 τ.μ., προϋφίσταται του έτους 1966 με την μορφή και την έκταση που εμφανίζεται στο παρόν τοπογραφικό διάγραμμα. Τούτο συνέταξε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2003 και το υπέγραψε, πλήν όμως το περιεχόμενο του υπομνήματος αυτού δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού το κτίσμα που προϋφίστατο εκ 1955 δεν ήτο 80 τ.μ. αλλά πολύ μικρότερο ήτοι 50 τ.μ. περίπου και 50 επιπλέον είχε κατασκευασθεί μεταγενεστέρως, όπως προκύπτει τούτο τόσο από το έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1956 όπου αναφέρεται το κτίσμα ως έχων 40 τ.μ. (8 Χ 5), όσο και στην βεβαίωση από 20-1-2003 της Πυροσβεστικής υπηρεσίας ..., όπου το ισόγειο φέρεται να έχει εμβαδόν 47 τ.μ. βοηθητικούς χώρους και κεντρική εγκατάσταση εμβαδού 11 τ.μ. ,αλλά και από τα έγγραφα του Δήμου ... όπου αναφέρεται ως έχων εμβαδόν 50 τ.μ. (βλ.2168/17-7-2003 απάντηση του Δήμου). Τούτο δε έπραξε εν γνώσει του αφού ως υπάλληλος γνώριζε καλά ότι δια του εγγράφου αυτού παρά ... έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα στη μη κατεδάφιση του κτίσματος από την αρμόδια πολεοδομία, ως προϊστάμενο το έτος 1955. Πραγματοποίησε μάλιστα όπως ομολογεί και αυτοψία στο χώρο του επιδίκου, χωρίς να υπάρχει σχετική υπηρεσιακή εντολή του προϊσταμένου της ΚΕΔ προς αυτόν και χωρίς να συντάξει σχετική έκθεση με τα πορίσματα της αυτοψίας. Όμως σε κάθε περίπτωση εάν όντος δεν υπήρχαν στοιχεία στην υπηρεσία του (ΚΕΔ) έπρεπε να αναφέρει ότι αδυνατεί να γνωματεύσει για το ένα προϋφίστατο το κτίσμα το έτος 1955 ή όχι και να μη βεβαιώσει, με τη μορφή μάλιστα "διαπίστωσης" ότι το εν λόγω κτίσμα προϋφίστατο του 1955. Κατά το χρόνο συντάξεως (30-6-2003) στην εν λόγω υπηρεσία υπήρχαν τα κάτωθι στοιχεία: 1)Απόσπασμα ..χ. Ι:5ΟΥ κτηματογράφησης Δημοσίου ακινήτου (χαρτογραφικό υπόβαθρο του εδαφ., 2)συμβόλαιο .../1926 του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.Τσέλου, 3)η υπ'αριθμ.21/1968 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., 4)το .../17-11-1994 πρωτόκολλο διοικητικής ... κατά του εκμισθωτή της δευτέρας κατηγορουμένης Δ.Λ. καθώς επίσης και η από 13-3-2003 έκθεση αυτοψίας της πολεοδομίας Δυτ.Αττικής, επί της οποίας θα εγένετο η συζήτηση της ένστασης καθώς και οι αιτήσεις και αναφορές των Δ.Μ. και Κ. Γ. (υπ'αρ.3159/13-10-2002, 2626/2-4-2003 και 2727/3-4-2003). Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι το κτίσμα είχε έκταση περίπου 50 τ.μ. πριν το έτος 1955 και όχι 80 τ.μ. , διαπίστωση την οποία αποδέχεται ήδη τόσο η υπηρεσία ΚΕΔ όσο και ο ίδιος ο ανωτέρω υπάλληλος (βλ.το 5250/2003 από 26-4-2004 πόρισμα έκθεσης ΕΔΕ του Δ. Α.). Ο πρώτος κατηγορούμενος απέβλεπε με το παραπάνω έγγραφο και τη βεβαίωση που περιέλαβε να ωφελήσει τη δευτέρα κατηγορουμένη, η οποία εκμεταλεύετο το κτίσμα ως ψαροταβέρνα "Κ.Β." στην περιοχή ... . Τούτο έπραξε με συμβουλές και παραινέσεις με πειθώ και φορτικότητα που τα προκάλεση αυτή η οποία ήτο η μόνη οφελούμενη, αφού αυτή είχε ασκήσει την εκδικαζόμενη ένσταση και έτσι δεν θα επήρχετο η κατεδάφιση και η συνέχιση της λειτουργίας του καταστήματος. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι διενήργησε αυτοψία και δεν αρκέσθηκε στα έγγραφα στοιχεία της υπηρεσίας, χωρίς να αναφέρει ως μετέβη στο χώρο, ποίος του υπέδειξε το κτίσμα και γιατί δεν συνέταξε έκθεση περί αυτής, αλλά με την κατά τον ανωτέρω τρόπο περιγραφής "ως διαπίστωσης" βεβαίωσε ότι προϋφίστατο του 1955. Άλλωστε αυτός ως έμπειρος μηχανικός ήτο εύκολο να διαπιστώσει ότι υπήρχε δομική διαφορά στην κατασκευή του κτιρίου, πράγμα που διαπίστωσαν άλλωστε οι υπάλληλοι της πολεοδομίας στις 13-3-2003 και είχε υπόψην του κατά το χρόνο συντάξεως (30-6-2003). Τέλος το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η δευτέρα κηρύχθηκε αθώα λόγω αμφιβολιών για παράβαση του άρθρ.17 παρ.48 Ν.1337/1983 όπως προκύπτει από την 69495/2007 απόφαση του Τριμ.Πλημ.Αθηνών, που σε απόσπασμα του διατακτικού προσκομίζεται, διότι δεν κρίνεται το ζήτημα του αυθαιρέτου αλλά το ζήτημα του εμβαδού αυτού που προϋφίστατο του 1955 και της ανακρίβειας της βεβαιώσεως στο έγγραφο. Ενόψει τούτων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι η κατηγορούμενοι, και να αναγνωρισθούν τα αιτούμενα ελαφρυντικά στον μεν πρώτο του άρθρου ..παρ.2α ΠΚ και στη δεύτερη του 84 παρ.2ε ΠΚ ως καλύπτοντες τα κατά νόμο στοιχεία των παραπάνω παραγράφων. Με τις σκέψεις αυτές, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους του ότι "στην Αθήνα στις 30/6/2003,τέλεσαν τα παρακάτω εγκλήματα : Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Τ., με την ιδιότητα του υπαλλήλου που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων .βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του Τοπογράφου Μηχανικού ,υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και δη προϊσταμένου της υπηρεσίας τοπογραφήσεων αυτής, αρμοδίως συνέταξε και κατέθεσε την 07.07.03 στην Επιτροπή κρίσεως αυθαιρέτων της Πολεοδομίας ..., σε σχετική συνεδρίαση της που θα έκρινε την από 07.04.03 ένσταση της Γ. Φ. του Α. κατά της υπ' αριθμ.2/13/03/03 (Φ.254/97) έκθεσης αυτοψίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής, το από 30.06.2003 "ΥΠΟΜΝΗΜΑ", το οποίο και υπέγραψε με την ως άνω ιδιότητα του .θέτοντας και την υπηρεσιακή του σφραγίδα επί του από 16.07.98 τοπογραφικού διαγράμματος, σε απόσπασμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου (ΚΕΔ) που είχε συνταχθεί από τον εργοδηγό τοπογράφο Γ. Π. με το οποίο βεβαίωνε ότι το εμφαινόμενο στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα κτίσμα, ιδιοκτησίας Δ. Λ., ο οποίο εκμεταλλευόταν ως ψαροταβέρνα η ως άνω ενισταμένη Γ. Φ. δήθεν από τα στοιχεία που διέθετε η υπηρεσία του προϋφίστατο του έτους 1955 και ήταν εμβαδού 80 τ.μ. Το αληθές όμως ήταν ότι από κανένα στοιχείο της ΚΕΔ δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα, από τα στοιχεία της ως άνω υπηρεσίας και μάλιστα από το ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα προέκυπτε ότι το ως άνω κτίσμα ήταν περίπου 50 τ.μ. και η έκταση που προϋπήρχε του έτους 1995 ήταν μόνο 45 τ.μ. Τα ανωτέρω τα βεβαίωσε ψευδώς ο ως άνω υπάλληλος προκειμένου να έχει επιτυχή έκβαση η ένσταση της εκμεταλλεύτριας της ως άνω ψαροταβέρνας Γ. Φ. κατά της ως άνω έκθεσης αυτοψίας που βεβαίωνε παράνομες επεκτάσεις επί του ως άνω καταστήματος της. Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη Γ.Φ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και δη με συμβουλές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, υπόσχεση χρηματικών ανταλλαγμάτων, προκάλεσε την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να εκτελέσει την υπό στοιχ. Α' πράξη για τον υπό στοιχεία Α' σκοπό." Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 α και 242 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος των κατηγορουμένων και δη αναφέρεται η γνώση του κατηγορουμένου υπαλλήλου περί του ψευδούς γεγονότος που αφορούσε το εμβαδόν και το έτος κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος και βεβαίωσε σε δημόσιο έγγραφο, αναφέρεται ποίο το αληθές και ο σκοπός που επεδίωκε ο πρώτος κατηγορούμενος, που ήταν να έχει επιτυχή έκβαση η ένσταση της δεύτερης κατηγορουμένης στην Επιτροπή κρίσεως αυθαιρέτων κτισμάτων, αναφέρεται ο τρόπος και τα μέσα που η δεύτερη ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον πρώτο, υπάλληλο της ΚΕΔ, την απόφαση να προβεί στην ανωτέρω ψευδή βεβαίωση (με συμβουλές, παραινέσεις, πειθώ, φορτικότητα και με υπόσχεση χρηματικών ανταλλαγμάτων), β) η αιτιολογία δεν περιέχει υποθετικούς συλλογισμούς, η δε αναφορά " άλλωστε ο κατηγορούμενος ως έμπειρος μηχανικός ήτο εύκολο να διαπιστώσει ότι υπήρχε δομική διαφορά στην κατασκευή του κτιρίου, πράγμα που διαπίστωσαν άλλωστε οι υπάλληλοι της Πολεοδομίας στις 13-3-2003 και είχεν υπόψη του κατά το χρόνο συντάξεως (30-6-2003)", συνιστά απλώς πλεοναστική επάλληλη αιτιολόγηση του δόλου του πρώτου κατηγορουμένου, που ήδη το Δικαστήριο έχει επαρκώς αιτιολογήσει με προηγούμενους σαφείς συλλογισμούς του, γ) τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, όπως οι καταθέσεις των μηνυτών και της Α. Ζ., οι δε αιτιάσεις ότι οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν άλλα περιστατικά ή ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυπτε ο δόλος και η ενοχή των κατηγορουμένων, ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου της ουσίας, δ) από τα πρακτικά προκύπτει ότι ουδείς από τους δύο μηνυτές δήλωσε παράσταση στο Εφετείο ως πολιτικώς ενάγων, ούτε και επιδικάστηκε σε κανένα πρόσωπο χρηματική ικανοποίηση, από δε την αναγραφή στη σελίδα 10 των πρακτικών ότι το δικαστήριο ανέγνωσε και τα εξής έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος "και ο πολιτικώς ενάγων", ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε για κακή παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος το πρώτον στο δεύτερο βαθμό, καθόσον συνάγεται ότι πρόκειται για αναγραφή από παραδρομή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, κύριοι των δύο αναιρεσειόντων και πρόσθετος της Γ. Φ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, λόγω μη αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθό δε μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, παραβιάζονται οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κλπ). Επίσης το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Γ. Φ., με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για τους λόγους: 1) ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση ευθέως και στα παρακάτω έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν: α) σε έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας του 1956 και β) στην 21/1968 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ειδυλλίας και 2) ότι στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και στερήθηκε έτσι του δικαιώματός της να αντικρούσει αυτά, και δη αναγνώσθηκαν τα παρακάτω υπό αύξοντα αριθμό: 14) Άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος(2) και 29) Δύο φωτογραφίες. Επί του λόγου αναιρέσεως αυτού, λεκτέα τα εξής: 1). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2772/2010 αποφάσεως, τα παραπάνω δύο έγγραφα πράγματι δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά προκύπτει ότι, με αυξ. αριθμό 5, 27 και 31 αναγνώσθηκαν αντίστοιχα, πλην άλλων εγγράφων και η πορισματική έκθεση διενεργηθείσας ΕΔΕ του Οικονομικού Επιθεωρητή Α. Δ., το από 30-9-2003 έγγραφο της ΚΕΔ και το από 7 ο/03 τοπογραφικό διάγραμμα, από τα οποία σαφώς προκύπτει και το περιεχόμενο των ανωτέρω δύο μη αναγνωσθέντων εγγράφων. 2). Η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω δύο αναγνωσθέντων εγγράφων, οι δύο φωτογραφίες μάλιστα με την έννοια της επισκοπήσεως, δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, άλλο έγγραφο με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκε, με την πραγματική δε ανάγνωση και την επισκόπηση αντίστοιχα των φωτογραφιών στο ακροατήριο, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, η οποία είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει δια του εκπροσωπούντος αυτήν συνηγόρου της τις παρατηρήσεις της επ' αυτών και να προβεί ο συνήγορός της, κατ' άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Συνεπώς, ο από τα άρθρα 171 αρ. 1 στοιχ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σχετικός προβαλλόμενος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων, στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-4-2010 δήλωση και τη με αριθ. εκθ. 135/23-4-2010 αίτηση των : 1. Α. Τ. του Σ. και 2. Γ. Φ. του Α. αντίστοιχα, και τους από 30-9-2010 προσθέτους λόγους της δεύτερης, περί αναιρέσεως της 2772/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
2
Αριθμός 1918/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ' αριθ.12313/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 459/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικά στα εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δρχ., όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ήδη με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και το υπ' αυτής προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 12313/2009 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Η κατηγορουμένη, στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-2003 έως 1-6-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), χρέη προς το Δημόσιο, είτε ατομικά, είτε ως διαχειρίστρια της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ-ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στη ..., συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθυστέρησε να καταβάλει χρέη προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι τις 29-5-07 (ημερομηνία σύνταξης του συνημμένου πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, τα ποσά δε αυτά, αναφέρονται αναλυτικά ως προς την αιτία για την οποία αυτά οφείλονται (κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις), αριθμό, και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης (με βάση την οποία βεβαιώθηκε κάθε χρέος, τον τρόπο και ημερομηνία καταβολής του, στον παρακάτω, συνημμένο, με αριθμό .../2007 πίνακα χρεών και συγκεκριμένα με στοιχεία (Α/Α) αυτού: 1, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 25, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 50, 51 και 52 και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, κατ' εξακολούθηση, ως προς τα ποσά αυτά. Αντίθετα, ως προς τα ποσά, που αναφέρονται με στοιχεία (Α/Α) του ιδίου πίνακα: 2, 3, 4, 5, 6, 13, 14, 21, 26, 27, 28, 39, 40, 47, 48 και 49, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα". Ακολούθως, το Δικαστήριο, στο διατακτικό της αποφάσεως, κήρυξεν ένοχη την ως άνω κατηγορουμένη, του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-2003 έως 1-6-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθυστέρησε να καταβάλει χρέη προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, είτε ατομικά, είτε ως διαχειρίστρια της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ-ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ-INTERCONNECTION", που εδρεύει στη ..., συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι τις 29-5-2007 (ημερομηνία σύνταξης του συνημμένου πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, τα ποσά δε αυτά, αναφέρονται αναλυτικά ως προς την αιτία για την οποία αυτά οφείλονται (κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις), αριθμό, και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.Ιωνίας Θεσσαλονίκης (με βάση την οποία βεβαιώθηκε κάθε χρέος, τον τρόπο και ημερομηνία καταβολής του, στον παρακάτω, συνημμένο, με αριθμό .../2007 πίνακα χρεών και συγκεκριμένα με στοιχεία (Α/Α) αυτού: 1, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 25, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 50, 51 και 52". Η προκύπτουσα από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Το παραπάνω αιτιολογικό εξαντλείται μεν σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το τελευταίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενο σε προσαρτώμενο αναλυτικό πίνακα χρεών, αποτελούντα ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με το συνημμένο και αναφερόμενο στο διατακτικό αναλυτικό με αριθμό 31/2007 Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης ), το είδος των χρεών κατά περίπτωση (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος, ΕΔΕ, λοιποί φόροι ειδικών κατηγοριών), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, άλλα εφάπαξ και άλλα σε δόσεις που προσδιορίζονται, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από την οφειλέτιδα κατηγορουμένη, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των εν λόγω χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, κατά το μέρος που, μετά τη μείωσή τους, (λόγω αθωώσεώς της για ορισμένα χρέη), δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους, καθώς και οι προϋποθέσεις του αξιοποίνου της μη καταβολής αυτής. Αναφέρονται αναλυτικά στον ανωτέρω Πίνακα χρεών, ποία χρέη είναι ατομικά και ποία χρέη της ΕΠΕ και υπόχρεη η αναιρεσείουσα ως διαχειρίστρια και αναφέρονται οι επί μέρους χρόνοι βεβαιώσεως των οφειλομένων και μη καταβληθέντων χρεών, με τελευταίο χρόνο την 27-12-2006, οπότε, ενόψει του τετραμήνου που θάπρεπε να παρέλθει άπρακτο χωρίς πληρωμή, ορθά προσδιορίζεται και ο τελευταίος χρόνος τελέσεως του αδικήματος από 30-5-2003 έως 1-6-2007. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι αντίθετοι λόγοι της αναιρεσείουσας του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως και του από 29-9-2010 δικογράφου των πρόσθετων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2010 αίτηση της Β. Σ. του Γ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 12313/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ.1 Ν. 3220/2004. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1916/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Χατζηχαραλάμπους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 259/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 463/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγ-γελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 1 α, δ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του και δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλει ο νόμος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), το τριμελές εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 371 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "οι αποφάσεις των πολυμελών δικαστηρίων καταρτίζονται από την ψήφο των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παρίσταται και ο γραμματέας. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση συγκεντρώνει τις ψήφους, αρχίζοντας από τον κατώτερο στο βαθμό και σε περίπτωση που οι δικαστές είναι ισόβαθμοι από το νεότερο στο βαθμό, ενώ ο ίδιος ψηφίζει τελευταίος. Αν υπάρχει διχογνωμία, επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας, η ευμενέστερη γνώμη για τον κατηγορούμενο.. ". Επίσης, η γνώμη της μειοψηφίας, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, καταχωρίζεται υποχρεωτικώς, με αναφορά και του ονόματος του δικαστή που μειοψήφησε, στην εγγράφως μετά ταύτα συντασσόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 259/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Μυτιλήνης) και τα πρακτικά αυτής, το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον Σάββα Κυριακίδη, Προεδρεύοντα Εφέτη (επειδή κωλύονταν οι Πρόεδροι Εφετών), Ελένη Καλογήρου και Γεώργιο Ταμβακάκη, Εφέτες. Από το αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε, μετά μυστική διάσκεψη, κατά πλειοψηφίαν, στην ενοχή της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι μειοψήφησε και δη ψήφισε υπέρ της αθωώσεως της κατηγορουμένης η Εφέτης Ελένη Καλογήρου. Επομένως, η καταδικαστική απόφαση λήφθηκε με τις ψήφους των άλλων δύο Δικαστών, που αναφέρονται στο προοίμιο αυτής και τα ονόματα των οποίων, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται και στο σκεπτικό, στο οποίο μνημονεύεται μόνο το όνομα του μειοψηφήσαντος. Παρά ταύτα, στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρονται, ως εκ περισσού, και τα ονόματα των Δικαστών της πλειοψηφίας. Όμως, από φανερή παραδρομή, αντί να αναφερθεί το όνομα του Εφέτη Γεωργίου Ταμβακάκη, που, κατά τα ανωτέρω, μετείχε στη σύνθεση, αναφέρθηκε το όνομα του Εφέτη Γεωργίου Κουρούση, ο οποίος δεν μετείχε στη σύνθεση και δεν είχε αναμιχθεί καθόλου στην έκδοση της αποφάσεως. Κατά συνέπειαν, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού λήφθηκε με δύο ψήφους (των Σάββα Κυριακίδη και Γεωργίου Ταμβακάκη), δεν πάσχει από ακυρότητα, δεν ασκεί δε επιρροή η από παραδρομή εσφαλμένη αναφορά του ονόματος του ενός από τους Δικαστές που σχημάτισαν την πλειοψηφία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη διόρισε, με δήλωσή της, ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου, ως συνήγορο υπερασπίσεώς της, το δικηγόρο Αθηνών Παντελή Χατζηχαραλάμπους του Ιωάννη. Όμως, στην απόφαση αναφέρεται ότι διόρισε αυτή τη δικηγόρο Θεοδώρα Χατζηχαραλάμπους του Χρήστου, ενώ σ` όλες τις φάσεις της διαδικασίας που έπρεπε να δίνεται ο λόγος στο συνήγορο αυτής αναφέρεται ότι ο λόγος δινόταν "στη συνήγορο". Η αναγραφή εσφαλμένου ονόματος συνηγόρου υπερασπίσεως της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και η αναφορά "στη συνήγορο" αντί "στο συνήγορο" οφείλεται σε φανερή παραδρομή και καμιά ακυρότητα της διαδικασίας δεν προκάλεσε, εφόσον δεν έδωσε αφορμή σε καμιά παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της κατηγορουμένης, αφού αυτή δεν στερήθηκε την υπεράσπιση από το συνήγορο της επιλογής της. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, αφενός λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, γιατί αναφέρεται σ` αυτήν ότι ψήφισε υπέρ της ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ο Εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, ο οποίος δεν μετείχε της συνθέσεως του Δικαστηρίου, ενώ στη σύνθεση μετείχε ο Εφέτης Γεώργιος Ταμβακάκης, και αφετέρου λόγω παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπισή της, γιατί σ` αυτήν αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη διόρισε ως συνήγορό της τη δικηγόρο Θεοδώρα Χατζηχαραλάμπους, ενώ στην πραγματικότητα είχε διορίσει τον δικηγόρο Παντελή Χατζηχαραλάμπους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε, κατά πλειοψηφίαν, ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας (νοθεύσεως) με χρήση κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας..., ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτήν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη. Την περί τούτου κρίση του στηρίζει στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι η κατηγορούμενη Χ, η οποία είναι ιατρός μικροβιολόγος και διατηρεί μικροβιολογικό εργαστήριο στη ..., στις 19-2-2002, 21-2-2002, 28-2-2002 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε τα υπ' αριθμ. ... παραπεμπτικά της ιατρού-ελεγκτή ..., τα οποία εκδόθηκαν για παρακλινική εξέταση των ασφαλισμένων του ΙΚΑ .... θέτοντας σ' αυτά τη λέξη "επείγον" πάνω από την σφραγίδα και υπογραφή της ιατρού ελεγκτή του ΙΚΑ, ..., εμφανίζοντας έτσι αναληθώς σε αυτά ότι η λέξη "επείγον" γράφηκε από την ανωτέρω ιατρό-ελεγκτή. Η παραπάνω δε νόθευση έγινε με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση των ανωτέρω παραπεμπτικών τους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ στην ..., αλλά και την κεντρική υπηρεσία, ότι η ιατρός-ελεγκτής είχε χαρακτηρίσει την εξέταση επείγουσα, πράγμα το οποίο δεν είναι αληθές διότι η ως άνω ιατρός-ελεγκτής δεν είχε γράψει επί των παραπεμπτικών τη λέξη "επείγον". Εν συνεχεία η κατηγορούμενη έκανε χρήση των ως άνω πλαστών έγγραφων, αφού τα προσκόμισε στην αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ για να λάβει αμοιβή το ποσό των 800 ευρώ περίπου, ποσό το οποίο δεν εδικαιούτο αν δεν ανέγραφε επί των παραπάνω παραπεμπτικών τη λέξη "επείγον". Στην διάπραξη της ως άνω πράξης η κατηγορούμενη ωθήθηκε, γιατί ως ιδιοκτήτρια μικροβιολογικού εργαστηρίου στην ..., συμβεβλημένου με το ΙΚΑ, το οποίο όπως αποδείχτηκε έθετε ως ανώτερο όριο αμοιβής για τις παρακλινικές εξετάσεις των ασφαλισμένων που θα διενεργούσε η κατηγορούμενη στο εργαστήριό της μέχρι το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών μηνιαίως, το οποίο, όμως, αυτή μπορούσε να εισπράξει για παρακλινικές εξετάσεις των ασφαλισμένων του ΙΚΑ μόνο εφόσον σε αυτές υπήρχε χαρακτηρισμός ως "επείγουσες". Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από την ανάγνωση των εν λόγω πλαστών εγγράφων, αλλά και από την κατάθεση της ως άνω ιατρού-ελεγκτή, συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορείται η κατηγορούμενη και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη κατά πλειοψηφία". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) με χρήση κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που αναφέρθηκε παραπάνω, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι η αναιρεσείουσα νόθευσε τα ως άνω παραπεμπτικά της ιατρού - ελεγκτή ..., θέτοντας πάνω από τη σφραγίδα και την υπογραφή της τελευταίας τη λέξη "επείγον", με σκοπό να παραπλανήσει, με τη χρήση των παραπεμπτικών, άλλους και δη υπαλλήλους του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ στη ... και την Κεντρική Υπηρεσία ότι η ιατρός - ελεγκτής είχε χαρακτηρίσει τις εξετάσεις επείγουσες, ότι το γεγονός αυτό είχε έννομες συνέπειες, αφού η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη θα εισέπραττε αμοιβή, την οποία δεν εδικαιούτο αν δεν ανέγραφε στα παραπεμπτικά τη λέξη "επείγον", και ότι έκανε χρήση των νοθευμένων εγγράφων, προσκομίζοντάς τα στην αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1 και 27 του ΠΚ, συνισταμένη στο ότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, καθώς και στοιχεία που να καταφάσκουν το δόλο της τελευταίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση (παραποίηση) του αποδεικτικού υλικού είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 1774/2010) αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 259/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Μυτιλήνης). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για νόθευση εγγράφου με χρήση κατ' εξακολούθηση κατά πλειοψηφία. Αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων είναι απαράδεκτη. Από παραδρομή εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του ενός από τους δικαστές που σχημάτισαν την πλειοψηφία, καθώς και του συνηγόρου υπερασπίσεως της αναιρεσείουσας δεν προκαλεί απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως στο σύνολο της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1917/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ψαρογιώργου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 724/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1173/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 286 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλα-νήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη, παρά-λειψη ή ανοχή και 3) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. (Ολ.ΑΠ 1/2005).Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυ-πώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγμα-τικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 724/2010 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστα-τικά: "Επειδή, από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του 1ου κατηγορουμένου και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως, αποδείχτηκαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, ήταν γενικός διευθυντής της εδρεύουσας στη ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΟΡΝΤΣ ΟΦ ΕΚΟΝΟΜΙΚΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (LORDS OF ECONOMICS), η οποία είχε ως αντικείμενο τη διαμεσο-λάβηση για πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, δανείων και πιστωτικών καρτών και την παροχή σχετικών οικονομικών και επενδυτικών συμβουλών. Με την ιδιότητα αυτή, ενεργώντας στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, προς τον πελάτη της εταιρίας και πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κάτοικο ..., επανειλημμένα παρέστησε προς αυτόν εν γνώσει ψευδώς ότι η αγγλική εταιρία με την επωνυμία "Globelex Portfolio", της οποίας διαχειριζόταν το επενδυτικό πρόγραμμα "Conservative Portfolio", ήταν μία από τις σοβαρότερες εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων, που ασχολείτο με επενδύσεις σε μετοχές αξιόλογων εταιριών εισηγμένων στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών αλλά και σε διάφορα χρηματι-στήρια παγκοσμίως ως και σε μετοχές εταιριών υψηλής τεχνολογίας, διαπραγματευόμενων στο δείκτη ΝΑSDAQ και συνεπώς το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα παρείχε μία επένδυση άκρως εξασφαλισμένη που εγγυόταν όχι μόνον πλήρη διασφάλιση του κεφαλαίου αλλά και υψηλή σταθερή απόδοση ποσοστού 20% για ελάχιστο χρονικό διάστημα ενός έτους. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και η αλήθεια, την οποία καλώς εγνώριζε, ήταν ότι η ανωτέρω αγγλική εταιρία είχε ήδη κλείσει και είχε στο παρελθόν εξα-πατήσει πολλούς επενδυτές, οι δε ιθύνοντές της είχαν εξαφανισθεί. Παρ' ότι γνώριζε την αλήθεια, ο κατηγορούμενος την απέκρυψε από τον πολιτικώς ενάγοντα για να τον πείσει να κάνει την "επένδυση" αυτή. Με την ανωτέρω δε απατηλή συμπεριφορά του παραπλάνησε τον πολιτικώς ενάγοντα και τον έπεισε στη ... να συμμετάσχει στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα με χρηματικό ποσό 5.000 ευρώ και τη 30-1-2003 να καταθέσει το ποσό αυτό στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που διατηρούσε η ανωτέρω αγγλική εταιρία στην Τράπεζα Πειραιώς, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του εγκαλούντος, παράνομα ωφελήθηκαν τόσο άγνωστοι ιθύνοντες της ανωτέρω αγγλικής εταιρίας, όσο και ο ίδιος κατά το ποσοστό που έλαβε ως αμοιβή. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος, όπως στο διατακτικό." Στη συνέχεια το Δικαστήριο, στο διατακτικό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ότι: "Στην ..., στις 30 Ιανουαρίου του έτους 2003, και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα, ενώ ήταν γενικός διευθυντής της εδρεύουσας στη ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΟΡΝΤΣ ΟΦ ΕΚΟΝΟΜΙΚΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (LORDS OF ECONOMICS) η οποία είχε ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση για πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, δανείων και πιστωτικών καρτών και την παροχή σχετικών οικονομικών και επενδυτικών συμβουλών, ενεργώντας στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, προς τον πελάτη της εταιρίας και εγκαλούντα Ψ, κάτοικο ..., επανειλημμένα παρέστησε προς αυτόν εν γνώσει ψευδώς ότι η αγγλική εταιρία με την επωνυμία "Globelex limited" που διαχειριζόταν πρόγραμμα "Conservative Portfolio" ήταν μία από τις σοβαρότερες εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων, που ασχολείτο με επενδύσεις σε μετοχές αξιόλογων εταιριών εισηγμένων στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών αλλά και σε διάφορα χρηματιστήρια παγκοσμίως ως και σε μετοχές εταιριών υψηλής τεχνολογίας, διαπραγματευόμενων στο δείκτη NASDAQ και συνεπώς το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα παρείχε μία επένδυση άκρως εξασφαλισμένη που εγγυόταν όχι μόνον πλήρη διασφάλιση του κεφαλαίου αλλά και υψηλή σταθερή απόδοση ποσοστού 20% για ελάχιστο χρονικό διάστημα ενός έτους, ενώ η αλήθεια την οποία καλώς εγνώριζε είναι ότι η ανωτέρω αγγλική εταιρία είχε ήδη κλείσει και είχε εξαπατήσει πολλούς επενδυτές και οι ιθύνοντες της είχαν εξαφανισθεί, με την ανωτέρω δε απατηλή συμπεριφορά του παραπλάνησε τον ανωτέρω εγκαλούντα και τον έπεισε να συμμετάσχει στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα με χρηματικό ποσό 5.000 ευρώ και την 30-1-2003 να καταθέσει το ποσό αυτό στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που διατηρούσε η ανωτέρω αγγλική εταιρία στην Τράπεζα Πειραιώς, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του εγκαλούντος, παράνομα ωφελήθηκαν τόσο άγνωστοι ιθύνοντες της ανωτέρω αγγλικής εταιρίας, όσο και ο ίδιος που έλαβε ποσοστό του." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της απάτης, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι ο κατηγορούμενος ως Γενικός Διευθυντής ΕΠΕ, η οποία είχε ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση για πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων και παροχή σχετικών οικονομικών και επενδυτικών συμβουλών, ενεργώντας στο πλαίσιο αυτό, επανειλημμένα παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, προς τον πελάτη της εταιρείας πολιτικώς ενάγοντα, ότι η Αγγλική εταιρία της οποίας διαχειριζόταν αυτός το επενδυτικό πρόγραμμα στην Ελλάδα Conservative Portfolio, ήταν μία από τις σοβαρότερες εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων κλπ, και συνεπώς το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα παρείχε μία επένδυση άκρως εξασφαλισμένη που εγγυόταν όχι μόνο πλήρη εξασφάλιση του κεφαλαίου αλλά και υψηλή σταθερή απόδοση 20% για ένα έτος, όμως οι διαβεβαιώσεις αυτές όλες ήταν ψευδείς και η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ήταν ότι η Αγγλική αυτή εταιρία είχε ήδη κλείσει και είχε και στο παρελθόν εξαπατήσει πολλούς επενδυτές, οι δε ιθύνοντές της είχαν εξαφανισθεί, την αλήθεια δε αυτή απέκρυψε από τον πολιτικώς ενάγοντα για να τον πείσει να προβεί σε επένδυση και πράγματι τον παραπλάνησε και τον έπεισε να συμμετάσχει στο επενδυτικό αυτό πρόγραμμα με ποσό 5.000 ευρώ, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος, ενώ παράνομα ωφελήθηκαν οι άγνωστοι ιθύνοντες της Αγγλικής εταιρίας στο λογαριασμό της οποίας κατατέθηκαν τα ανωτέρω χρήματα, αλλά και ο κατηγορούμενος, κατά το ποσοστό της αμοιβής που έλαβε, αυτός δε ήταν και ο σκοπός του κατηγορουμένου, όπως συμπληρώνεται με το άνω διατακτικό, αλλά σαφώς συνάγεται και από το παραπάνω αιτιολογικό. Η παραπάνω αιτιολογία, καίτοι είναι σχεδόν ταυτόσημη με το διατακτικό, περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμε-νική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος αναλυτικά όπως παραπάνω και με πληρότητα, ώστε καθίσταται περιττή η διαφο-ροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, όπως αβάσιμα αιτιάται ειδικότερα ο αναιρεσείων. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 724/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη πλημμεληματική. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 1913/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα . Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 3)Α. Ο. του Π., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 6)Ε. Π. του Ι., κατοίκου ... και 7) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ε. Μ. του Β.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Κ. του Π., 2) Δ. Τ. του Σ., 3) Ζ. Σ. του Θ., 4) Κ. Μ. του Γ., 5) Π. Τ. του Η., 6) Σ. Μ. του Α. και 7) Χ. Κ. του Σ.. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Ιανουαρίου 2010, τρεις (3) τον αριθμό, συνολικά, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 144/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 226/9.6.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ τις με αριθμούς 1/20-1-2010, 2/20-1-2010 και 3/20-1-2010 αιτήσεις αναίρεσης των: 1) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... 2) Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Ο. του Π., κατοίκου ..., οδός ... 4) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... 5) Ν. Π. του Γ. κατοίκου ..., Διοικητηρίου αρ.6 (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ανδρέα Τσελεπίδη κατόπιν της από 15-1-2010 σχετικής εξουσιοδότησης) 6) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ...-... (ασκηθείσα αυτοπροσώπως) και 7) Γ. Σ. του Δ. κατοίκου ... - οδός ... (ασκηθείσα αυτοπροσώπως) και στρέφονται κατά του με αριθμό 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βέροιας με το με αριθμό 28/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης που θα ορισθεί αρμοδίως τους πέντε πρώτους των αναιρεσειόντων για να δικασθούν ως υπαίτιοι α) διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος με ενδεχόμενο δόλο β) νόθευσης εγγράφου από κοινού με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον σχετικά με το γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας με τη πράξη τους αυτή να προσπορίσουν περιουσιακό όφελος σε άλλον με βλάβη τρίτου το συνολικό ύψος του οποίου υπερβαίνει τα 73.000 € και γ) ηθική αυτουργία από κοινού σε ψευδή βεβαίωση, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους αθέμιτο όφελος, συνολικού ύψους υπερβαίνοντος τα 73.000 €, των έκτο των αναιρεσειόντων για ψευδή βεβαίωση με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος υπερβαίνον τα 73.000 € και τον έβδομο των αναιρεσειόντων για ψευδή βεβαίωση με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος υπερβαίνον τα 73.000 € κατ' εξακολούθηση (ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 46,51, 53, 60,98, 216 παρ.1 α-β, 3α, 242 παρ.1 και 290 παρ.1β ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το με αριθμό 1136/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε τυπικά δεκτές και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις τους, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσής τους, οι οποίες ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους 1ο, 3ο, 5ο, 6ο και 7ο εκ των κατηγορουμένων στις 12/1/2010 και στους 2ο και 4ο στις 13/1/2010 αντίστοιχα και αυτοί άσκησαν τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης στις 20/1/2010 (εντός της νομίμου προθεσμίας) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, συνετάγησαν δε από εκείνους οι με αριθμούς 1/2010, 2/2010 και 3/2010 σχετικές εκθέσεις στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και δη η παραβίαση του δεδικασμένου, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τους πέντε πρώτους, η εσφαλμένη ερμηνεία και η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από τον έκτο και τέλος η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από τον έβδομο των αναιρεσειόντων. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τους κατηγορούμενους στο ακροατήριο για κακούργημα. Κατά συνέπεια οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία αντιτάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. (ΑΠ 1596/07, ΑΠ 1151/06). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη την οποία πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 9/2001). Ακόμη για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. γ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης απαιτείται : α) αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικώς την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη β) ταυτότητα της πράξης αδιάφορα από το χαρακτηρισμό και γ) ταυτότητα προσώπων. (ΑΠ 2057/07, ΑΠ 1246/07). Τέλος απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το συμβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου κατά το άρθρο 290 παρ.1 ΠΚ "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται : α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, το οποίο έχει μορφή συγκεκριμένης διακινδύνευσης, απαιτείται διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας με οποιονδήποτε τρόπο κυρίως με ανθρώπινη υλική εμφανή ενέργεια από την οποία προκύπτει κίνδυνος ανθρώπου. Για τη στοιχειοθέτηση υποκειμενικά της επιβαρυντικής περιπτώσεως του εδαφίου β', που δημιουργεί έγκλημα εκ του αποτελέσματος, για την μεν διατάραξη πρέπει να υπάρχει δόλος έστω και ενδεχόμενος και για τον επελθόντα θάνατο αμέλεια ( ΑΠ 601/08, ΑΠ 317/03). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου απ'αυτόν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στη προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξ αρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε δήθεν από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με τη προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως και επιπροσθέτως σκοπός που δύναται να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Για την τιμώρηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία τρίτου και το επιδιωκόμενο όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία να υπερβαίνει τα 73.000€ ( Α.Π. 541/09, Α.Π. 11/09). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται όπως, ο κατά την έννοια των άρθρων 13 παρ.α και 263 Α ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίου εγγράφου, να βεβαιώνει σε τέτοιο έγγραφο, για την κατάρτιση του οποίου έχει καθ'ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα, ψευδώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να αναφέρεται στην γέννηση, μεταβολή ή απώλεια δικαιώματος ή δημοσίας ή ιδιωτικής έννομης σχέσης ή κατάστασης. Για τη θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της ψευδούς βεβαίωσης προσαπαιτείται όπως ο υπαίτιος να σκοπεύει να προσπορίσει στον εαυτό του ή με άλλο αθέμιτο όφελος ή να βλάψει άλλον παράνομα και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη να υπερβαίνει το ποσόν των 73.000€ (Α.Π. 111/09). ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσ/νίκης που το εξέδωσε, με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...Στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας που συγκεντρώθηκαν νόμιμα κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγουμένη προκαταρκτική εξέταση και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την έκθεση του τεχνικού συμβούλου, τις δικαστικές αποφάσεις και βουλεύματα του ΑΠ και των κατωτέρων δικαστηρίων αναφορικά με το επίδικο συμβάν, τα λοιπά έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία, τις φωτογραφίες τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών ως και τις εκθέσεις εφέσεως και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται με αυτές και προσκομίζουν προκύπτουν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η κρινόμενη δικογραφία σχηματίστηκε κατόπιν της υπ αρ πρωτ. 8462/20.08.03 αναφοράς του Υπουργού Μεταφορών και Eπικoινωνιών και της υποβολής των μηνύσεων των 1) Κ. Μ. του Γ., 2) Σ. Μ. του Α., 3) Χ. Κ. του Σ., 4) Α. Κ. του Π., 5) Π. Τ. του Η., 6) Ζ. Σ. του Θ., 7) Δ. Τ. του Σ., 8) Δ. Κ. του Γ., 9) Ε. Μ. του Γ., με τις οποίες καταγγέλλουν ότι το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ Τουριστικού Λεωφορείου ιδιοκτησίας του ΚΤΕΛ Ημαθίας, το οποίο στις 13-4-03 ενεπλάκη σε πολύνεκρο οδικό τροχαίο ατύχημα στην περιοχή των Τεμπών μεταφέροντας μαθητές, έφερε αριθμό πλαισίου εντοιχισμένο, ότι το εν λόγω όχημα ήταν μειωμένης αντοχής και αξιοπιστίας σε θέματα ασφάλειας και εν τέλει ακατάλληλο να τεθεί σε κυκλοφορία, καθόσον ήταν πολύ παλαιό και είχε υποστεί επεμβάσεις εκτός εργοστασίου, ότι οι ιδιοκτήτες του γνώριζαν τις ως άνω πλημμέλειες και παρόλα αυτά επέτυχαν την έκδοση άδειας κυκλοφορίας του, ότι οι υπάλληλοι του ΚΤΕΟ Ημαθίας κατά την επιθεώρηση του ως άνω λεωφορείου βεβαίωσαν ψευδώς επί των Δελτίων Τεχνικού Ελέγχου, που εξέδωσαν και συνέταξαν κατά το χρονικό διάστημα από 19-5-1999 ως 11-7-2002, πως ήταν κατάλληλο για κυκλοφορία και πως ο αριθμός πλαισίου που φέρει στο σώμα του είναι γνήσιος, αποκρύπτοντας από πρόθεση την αλήθεια και ότι οι ιδιοκτήτες του ΚΤΕΛ Ημαθίας έκαναν χρήση των ως άνω ψευδών βεβαιώσεων στους σχετικούς ελέγχους που διενεργούνταν στο λεωφορείο. Μετά την άσκηση της ως άνω ποινικής διώξεως, τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και τη νομότυπη περαίωση της παραγγελθείσας κύριας ανάκρισης (άρθρα 270§ 1. 308§4 ΚΠΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 13 Απριλίου του 2003 ξεκίνησε από τον Προβάτωνα Έβρου με προορισμό τον Πειραιά το υπ' αρ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκίνητο ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο (συρμό) ιδιοκτησίας Φ. Κ. και Α. Κ. οδηγούμενο από το Δ. Ν.. Το εν λόγω φορτηγό μετέφερε φορτίο μοριοσανίδων επενδεδυμένων με μελαμίνη παραγωγής της βιομηχανίας με την επωνυμία "ΑΚΡΙΤΑΣ ΑΕ". Ο ανωτέρω οδηγός οδηγούσε επί αρκετές ώρες. χωρίς να κάνει διάλειμμα για ξεκούραση και για να ελέγχει την κατάσταση του φορτίου του. Αποτέλεσμα της μη ανάπαυσης ήταν να μειωθούν οι αντοχές του και η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τον κίνδυνο και να αντιδρά. Απογευματινές ώρες ο παραπάνω έφθασε στην περιοχή των Τεμπών. Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο, στην ίδια περιοχή των Τεμπών εκίνειτο με κατεύθυνση από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη (Χ.θ. 384 + 000) το υπ' αρ. κυκλ. ... Δ. Χ. τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας και κατοχής του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας οδηγούμενο από τον πρώτο κατηγορούμενο. Κ. Μ., μεταφέροντας 49 μαθητές της πρώτης τάξης του Λυκείου ... του Δήμου ... μαζί με τρεις συνοδούς καθηγητές τους, που επέστρεφαν από τριήμερη εκπαιδευτική σχολική εκδρομή στην Αθήνα. Περί τις 19:20 τα δύο ως άνω οχήματα συναντήθηκαν στη 384. 850 Χ/Θ της ΝΕΟ Αθηνών -Θεσσαλονίκης, όπου ο δρόμος είναι διπλής κυκλοφορίας με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, πλάτους 3.85 μ. κάθε μιας λωρίδας που χωρίζονται με δύο συνεχείς γραμμές συνολικού πλάτους 0.25 μ. στον άξονα της οδού και δύο λωρίδες ασφαλείας ασφαλτοστρωμένων ερεισμάτων στα άκρα με πλάτος 0.85 μ. Πέραν δε τούτου στην κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, όπου εκινείτο το ως άνω λεωφορείο, υπάρχει και χωμάτινο πρανές πλάτους 1-3 μ. μετά δε από αυτό δέντρα και βράχοι ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση υπάρχει χαράδρα, απ' όπου διέρχεται ο ποταμός Πηνειός. Το όριο ταχύτητας ορίζεται στο εν λόγω σημείο σε 70 χλμ/ώρα κατά την κατεύθυνση Θεσσαλονίκης -Αθηνών. Επίσης υπήρχε πινακίδα Κ-2α. που δήλωνε ότι υπήρχαν επικίνδυνες διαδοχικές στροφές, η πρώτη αριστερά και τρεις πινακίδες Π-75. ήτοι διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης, που δηλώνουν επικίνδυνες καμπύλες κύριων αρτηριών. Ο φωτισμός κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν ημέρας, η δε κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή και ξηρή. Στην αντίθετη κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, όπου εκινείτο το προαναφερθέν λεωφορείο με τους μαθητές, υπήρχε πινακίδα Ρ-32 με αναγραφόμενο όριο ταχύτητας 80 χλμ/ώρα και δύο πινακίδες Π-75. Ο οδηγός του ανωτέρω φορτηγού, Δ. Ν., παρά το γεγονός ότι διερχόταν από τα Τέμπη, ήτοι από ιδιαίτερα δυσχερές και επικίνδυνο τμήμα της εθνικής οδού. παρά τις προειδοποιητικές πινακίδες σήμανσης και παρά την κούραση που είχε λόγω του πολύωρου ταξιδιού του. από απερισκεψία προσέδωσε στο έμφορτο όχημα του ταχύτητα περίπου 85 χλμ/ ώρα, η οποία ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις ιδίως λόγω της ως άνω περιγραφείσας επικινδυνότητας του δρόμου, της καταστάσεως του φορτίου και του υπέρβαρου της φορτώσεως. Αποτέλεσμα της απρονοησίας του αυτής ήταν ενώ είχε προηγηθεί αριστερή στροφή κατά την οποία η φυγόκεντρη δύναμη έφερε το κέντρο βάρους του οχήματος προς τα δεξιά, λόγω της κακής συσκευασίας, στοιβασίας, πρόσδεσης και υπέρβαρου φορτίου, κατά την χρονική στιγμή που ο οδηγός πραγματοποιούσε την αμέσως επόμενη και απότομη δεξιά στροφή, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος, στο οποίο σε αυτήν την στροφή το κέντρο βάρους (λόγω των προαναφερθέντων συνθηκών) μετατοπίστηκε απότομα προς τα αριστερά και να ανασηκωθούν στον αέρα oι δεξιοί τροχοί του συρμού ενόψει και της κακής καταστάσεως των ελαστικών, στις πίσω ρόδες του ρυμουλκού, ο δε συρμός πλαγιολισθαίνοντας προς τα αριστερά υπερέβη τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της εθνικής οδού και άρχισε σταδιακά να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στην αρχή κατά λίγα εκατοστά, στη συνέχεια κατά 50 εκατοστά και τελικά κατά 90 εκατοστά. Στο τελικό αυτό σημείο το φορτηγό με την εμπρόσθια κολώνα της οροφής του κουβουκλίου του συγκρούστηκε ελαφρά με την εμπρόσθια γωνία του ως άνω λεωφορείου, το οποίο εκινείτο αντίστοιχα σε απόσταση 90 εκ. από τη διαχωριστική γραμμή έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 70 χλμ/ώρα. Ταυτόχρονα με την πρώτη σύγκρουση των δύο οχημάτων ο οδηγός του φορτηγού επιχείρησε απότομο δεξιό ελιγμό, όμως χωρίς αποτέλεσμα, με συνέπεια ολόκληρο το όχημα μαζί με το ρυμουλκούμενο μέρος του να εισχωρήσει ακόμη περισσότερο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να "σέρνεται με όλη την επιφάνεια της αριστερής πλευράς του ρυμουλκού επί της αριστερής πλευράς του λεωφορείου. Ταυτοχρόνως και ο οδηγός του λεωφορείου διενήργησε απότομο δεξιό αποφευκτικό ελιγμό μετά την πρώτη σύγκρουση. Καθώς το αμάξωμα του συρμού σερνόταν ξύνοντας όλη την αριστερή πλευρά του λεωφορείου, τα αριστερά οριζόντια παραπέτα του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έσπασαν από την πίεση που ασκούσε το φορτίο, καθόσον αυτό μετακινήθηκε προς τα αριστερά λόγω της στροφής προς τα δεξιά του φορτηγού, με αποτέλεσμα να αποκολληθεί η τελευταία οριζόντια αψίδα και αιωρούμενη σε πλάγια θέση να θραύσει την αριστερή κολώνα του εμπρόσθιου ανεμοθώρακα του λεωφορείου και στη συνέχεια τα κολωνάκια και τους υαλοπίνακες των παραθύρων της αριστερής πλευράς του λεωφορείου και να εισέλθει διαγώνια στο εσωτερικό του. Ταυτοχρόνως έσπασαν οι ιμάντες πρόσδεσης του φορτίου και ένα μέρος αυτού απελευθερώθηκε και εκτινάχθηκε στο εσωτερικό του λεωφορείου, το οποίο λόγω της κακής του κατάστασης και της παλαιότητας του δεν επέδειξε ούτε στοιχειώδη αντοχή στην πρόσκρουση αφήνοντας απροστάτευτους και εκτεθειμένους τους επιβάτες του. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να επέλθει ο θάνατος λόγω σοβαρότατου τραυματισμού 21 μαθητών και η πρόκληση σωματικών βλαβών σε άλλα 33 πρόσωπα. Ειδικότερα συνεπεία του τραυματισμού τους υπέκυψαν οι εξής: 1) Γ. Ε. του Θ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 2) Π. Α. του Π., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 3) Ο. Π. του Ι., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 4) Τ. Γ. του Δ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 5) Κ. Σ. του Δ., κάτοικος στη ζωή .... ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. 6) Τ. Η. του Π., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 7) Μ. Π. του Κ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε: λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος, 8) Α. Α. του Χ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 9) Σ. Χ. του Ε., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω αποκεφαλισμού, 10) Τ. Ι. του Κ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 11) Π. Β. του Ν., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών κακώσεων σώματος, 12) Ψ. Ε. του Κ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος, 13) Κ. Δ. του Α., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 14) Θ. Κ. του Α., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. 15) Σ. Γ. του Ζ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, 16) Π. Σ. του Λ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, 17) Μ. Α. του Σ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, 18) Μ. Γ. του Κ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. 19) Κ. Ι. του Θ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω αποκεφαλισμού. 20) Σ. Δ. του Θ., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος του οποίου επήλθε λόγω ανοιχτής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, 21) Α. Ό. του Β., κάτοικος στη ζωή ..., ο θάνατος της οποίας επήλθε λόγω πολλαπλών βαρύτατων κακώσεων σώματος. Σωματικές βλάβες και κακώσεις υπέστησαν ol εξής επιβάτες του λεωφορείου: 1) Μ. Κ. του Μ., οδηγός του λεωφορείου (πρώτος κατηγορούμενος) , ο οποίος υπέστη κάκωση θωρακικής πλευράς, 2) Γ. Δ. του Α., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κάκωση λεκάνης με πιθανό κάταγμα αριστερής κοτύλης και θλάση αριστερού υποχόνδριου, 3) Α. Α. του Α., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη πνευμονικές θλάσεις, σπληνεκτομή, 4) Ι. Π. του Γ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη οίδημα ζυγωματικής χώρας, 5) Δ. Λ. του Κ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα κεφαλής, 6) Μ. Ε. του Γ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και θλάση αυχένος, 7) Α. Α. του Γ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, 8) Μ. Α. του Σ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και τραύματα σπλαχνικού κρανίου, 9) Τ. Κ. του Ι., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάταγμα ωλένης και κερκίδος αντιβραχίου, 10) Π. Α. του Λ., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής, κάκωση κεφαλής, 11) Π. Κ. του Α., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακα, κάκωση κοιλίας, θλάση κοιλίας, 12) Κ. Γ. του Μ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κλειστή κάκωση θώρακα, κατάγματα πλευρών και αριστεράς κλείδας, 13) Λ. Δ. του Σ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη πολλαπλές κακώσεις, 14) Π. Ε. του Σ., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακα, 15) Λ. Σ. του Γ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη πολλαπλά θλαστικά τραύματα και θλαστικό αριστερού οφρύος, 16) Τ. Ζ. του Θ., κάτοικος ..., η οποία υπέστη σπληνεκτομή, κάκωση θώρακος και θλαστικά τραύματα, 17) Κ. Κ. του Α., κάτοικος ..., η οποία υπέστη υποκεφαλικό κάταγμα δεξιού βραχιονίου, 18) Τ. Α. του Α., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής και άνω χείλους, θλάση, άνω πνευμονικού πεδίου, θλαστικό τραύμα δεξιάς ΠΧΚ, 19) Τ. Χ. του Π., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα κάτω χείλους, κάκωση δεξιού γόνατος και δεξιάς ΠΧΚ, 20) Α. Α. του Α., κάτοικος ..., η οποία υπέστη πολλαπλές θλάσεις, 21) Λ. Σ. του Α., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση ΟΜΣΣ, 22) Μ. Δ. του Σ., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη οίδημα άνω κοιλίας, 23) Π. Ε. του Ν., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάταγμα ρινικών, 24) Π. Ι. του Κ., κάτοικος ..., η οποία υπέστη βαθύ θλαστικό τραύμα αριστερής οφθαλμικής χώρας, 25) Μ. Ε. του Γ., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακος, 26) Κ. Δ. του Ε. , κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη κάταγμα μηριαίου, 27) Π. Ο. του Π., κάτοικος ..., η οποία υπέστη κάκωση θώρακος και θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, 28) Δ. Ι. του Β., κάτοικος ..., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα κεφαλής, 29) Λ. Σ. του Θ., κάτοικος ..., η οποία υπέστη πολλαπλές θλάσεις. Στη συνέχεια το λεωφορείο λόγω της ώθησης που δέχθηκε προσέκρουσε στα δέντρα και στους βράχους στο δεξί άκρο του οδοστρώματος, το δε φορτηγό εντελώς ανέλεγκτα πλέον συγκρούστηκε διαδοχικά με τα υπ' αρ. κυκλ. ..., ..., ... ΙΧΕ αυτοκίνητα, που κινούνταν κανονικά στην οδό πίσω από το λεωφορείο, προξενώντας σωματικές βλάβες στους οδηγούς αυτών και συγκεκριμένα στον οδηγό του υπ' αρ. κυκλ. ... Σ. Φ. εκχύμωση βρεγματικής χώρας, στον οδηγό του υπ' αρ. κυκλ. ..., Κ. Γ., κάκωση θώρακος και τραύμα τριχωτού κεφαλής και στον οδηγό και τη συνεπιβάτιδα του υπ' αρ. κυκλ. .... Ν. Δ. και Β. Χ. αντίστοιχα, ήτοι στον μεν κάταγμα αριστερής επιγονατίδας κάταγμα αριστερής ωλένης και κάταγμα έξω κνημιαίων κονδύλων στη δε κάταγμα αριστερών πλευρών και κάταγμα ιβοΐσχιακών κλάδων. Όσον αφορά το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο, αυτό ήταν ιδιοκτησίας του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας δυνάμει του υπ' αρ. .../3-4-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Αλίκης Λεμπέση Βαρδουλάκη, με το οποίο πουλήθηκε μεταχειρισμένο στις 3-4-1997 από τον Χ. Φ. στο ΚΤΕΑ Ημαθίας, και ήταν εργοστασίου κατασκευής MAN. τύπου SR 321. 0 τύπος αυτός ήταν γραμμένος στο εμπρός τμήμα αριστερά και δεξιά των πλευρών και μέσα στο "ταμπλώ" του αυτοκινήτου. Τα γράμματα και οι αριθμοί του τύπου (SR 321) ήταν ξεθωριασμένα, γεγονός που μαρτυρεί τη μακρόχρονη παραμονή τους στη θέση αυτή. Το όχημα αυτό έφερε αριθμό πλαισίου ... που ήταν στο εμπρός τμήμα και δεξιά στο αμάξωμα με μη εργοστασιακή συγκόλληση. Ο αριθμός αυτός ήταν χαραγμένος σε διαδοκίδα (εντοιχισμένος), όπου τον χαράσσει μεν το εργοστάσιο κατασκευής πλην όμως το μέρος αυτό ήταν συγκολλημένο με μη εργοστασιακή συγκόλληση. Το ανωτέρω όχημα λεωφορείο είχε χρώμα γκρι με ανταύγειες ροζ. κίτρινο, μπορντώ κ.λ.π. Κάτω από αυτό υπήρχε χρώμα μπλε (όχι αστάρι). ενώ δεν προκύπτει ότι στο παρελθόν είχε βαφεί με το συγκεκριμένο χρώμα (μπλε). Αυτό έφερε αριθμό κινητήρα "..." που ήταν "κτυπημένος" σε άλλο σημείο του κινητήρα και όχι στο σημείο που εργοστασιακά τοποθετείται με πινακιδάκι, το οποίο πάντως δεν υπήρχε. Στην άδεια κυκλοφορίας του παραπάνω οχήματος αναγράφεται αριθμός πλαισίου όχι "...", αλλά ο αριθμός "...". η θέση του τύπου κατασκευής είναι κενή (δεν αναγράφεται κάποιο στοιχείο), ενώ στη θέση κινητήρα ο αριθμός .... Στο υπ' αρ. .../1997 συμβόλαιο μεταβίβασης του λεωφορείου αναγράφεται το πωληθέν όχημα με αριθμό πλαίσιου ... και τύπου SR 292 Η και αριθμό κινητήρα .... Το εργοστάσιο κατασκευής MAN βεβαίωσε ότι αυτοκίνητο με τον παραπάνω αριθμό πλαισίου ... κατασκευάσθηκε το έτος 1986 και έφυγε από το εργοστάσιο την 1-3-1987 με χρώμα λευκό σε πέρλα και με αριθμό κινητήρα .... Επίσης το ίδιο εργοστάσιο βεβαίωσε ότι ο τύπος SR 321 ήταν έτους παραγωγής 1979 και δεν είχε έτος κατασκευής 1986. Συνεπώς όχημα τύπου SR 321 έπρεπε να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία την 1-1-2003, ενώ όχημα τύπου κατασκευής SR 292 Η, δηλαδή έτους κατασκευής 1986,σύμφωνα με το άρθρο 9 Ν. 2446/1996. με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 9 του Ν. 711/1977 μπορούσε να κυκλοφορεί και μετά τη συμπλήρωση των 18 ετών κυκλοφορίας και η οριστική απόσυρση βάσει του νόμου αυτού μπορούσε να γίνει την 1-1-2008. Από τα παραπάνω και ιδίως α) από τον εντοιχισμένο-συγκολλημένο αριθμό πλαισίου, β ) από τον μη εργοστασιακό αριθμό κινητήρα, γ) από το μπλε χρώμα που έφερε κάτω από τη βαφή του το λεωφορείο και δ) από τον τύπο κατασκευής SR 321, αποδεικνύεται ότι το λεωφορείο με αριθμό κυκλοφορίας ... δεν ταυτίζεται, ήτοι δεν είναι το λεωφορείο με αριθμό πλαισίου ... εργοστασίου κατασκευής MAN τύπου SR 292 Η με έτος κατασκευής το 1986, όπως επιχειρήθηκε να εμφανιστεί από τους κατηγορουμένους, άλλα πρόκειται είτε για όχημα που δεν κατασκευάσθηκε στο εργοστάσιο MAN αλλά συναρμολογήθηκε (με συγκόλληση και ανακατασκευή τμημάτων μέρων διαφόρων αυτοκινήτων) σε κάποιο άγνωστο συνεργείο ή που κατασκευάσθηκε κανονικά στο εργοστάσιο MAN το έτος 1979 και στη συνέχεια παραποιήθηκαν οι αρχικοί αριθμοί πλαισίου και κινητήρα. ΤΙ ΙΟΙ επρόκειτο για αυτοκίνητο "μαϊμού". Και στις δύο περιπτώσεις η προαναφερόμενη εκτός εργοστασίου παρέμβαση αποσκοπούσε στο να φαίνεται ως δήθεν έτος κατασκευής το έτος 1986 και περαιτέρω ως δήθεν διάρκεια της επιτρεπτής κυκλοφορίας του μέχρι την 1-1-2008. Επιπλέον το λεωφορείο είχε πλάτος 2,31 μ. ήταν παλαιό και το αμάξωμα του έφερε ανεπίτρεπτες και μεγάλες οξειδώσεις και για το λόγο αυτό ήταν μειωμένη η αντοχή των μετάλλων του. Οι κολώνες που ήταν μεταξύ των παραθύρων ήταν σκουριασμένες και σχεδόν σάπιες στη βάση και. σε όλη την επιφάνεια. Η πίσω αριστερή κολώνα του αμαξώματος ήταν τελείως σάπια. Επρόκειτο για ένα λεωφορείο που είχε ελάχιστη αντοχή στις καταπονήσεις με μηδαμινή αντίσταση. Το λεωφορείο αυτό πέραν των αμφιβολιών για την ενεργητική του ασφάλεια δεν παρείχε καθόλου παθητική ασφάλεια στους επιβαίνοντες και ήταν ακατάλληλο μεταφορικό μέσο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι είχε εκδοθεί σχετική άδεια κυκλοφορίας για το όχημα αυτό. Τουναντίον η νομιμότητα κυκλοφορίας του λεωφορείου είχε αμφισβητηθεί από την αρμόδια επιτροπή Συγκοινωνιών κατά τον σχετικό τεχνικό έλεγχο, στον οποίο υποβλήθηκε εκπρόθεσμα στις 21-4-1998, λόγω συγκολλήσεως του αριθμού πλαισίου, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πρωτ. 2130/2004 έγγραφο της Ν.Α. Ημαθίας, τμήμα Τ.Ε.Ο. Το γεγονός αυτό το γνώριζαν oι διοικούντες το ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας και ενώ κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης οχημάτων -επιχειρηματίας μεταφοράς προσώπων (είτε φυσικό πρόσωπο είτε εκπρόσωπος νομικού προσώπου) θα είχε αποσύρει από την κυκλοφορία το εν λόγω λεωφορείο, θα στρεφόταν κατά του πωλητή και θα διαμαρτυρόταν για ένα τόσο σοβαρό θέμα που άφορα την ταυτότητα του λεωφορείου, το οποίο θα χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά του κοινού, σε κάθε δε περίπτωση δεν θα το χρησιμοποιούσε για τη συγκεκριμένη μεταφορά των μαθητών στη σχολική εκδρομή. Oι κατηγορούμενοι - ιδιοκτήτες του ΚΤΕΛ Ημαθίας επέμεναν και πέτυχαν την έκδοση άδειας κυκλοφορίας του και επί χρόνια το έθεταν σε κυκλοφορία. Πέραν τούτων στη συσκευή καταγραφής της ταχύτητας του λεωφορείου (ταχογράφο) είχε τοποθετηθεί από τους ιδιοκτήτες του ΚΤΕΛ και τον οδηγό ροοστάτης "κλέφτης", με αποτέλεσμα oι καταγραφόμενες σε αυτό ενδείξεις ταχύτητας να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά να είναι μικρότερες των ταχυτήτων, με τις οποίες στην πραγματικότητα το όχημα εκινείτο, γεγονός που μπορούσε να παραπλανήσει και τον οδηγό αυτού, παρόλο που γνώριζε την ύπαρξη του. Η σύγκρουση των δυο προαναφερομένων οχημάτων οφείλεται και σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη και κατόχου του λεωφορείου, ήτοι των νομίμων εκπροσώπων του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, (του Α. Σ., του Δ. Γ., του Α. Ο., του Α. Κ., του Ν. Π. και του Ε. Μ.). Οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν τις εξής ιδιότητες: ο μεν Α. Σ. ήταν μέλος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς του λεωφορείου όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Δ. Γ. ήταν μέλος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Α. Ο. ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Α. Κ. ήταν Πρόεδρος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Ν. Π. ήταν μέλος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο δε Ε. Μ. ήταν μέλος του ΔΣ ΚΤΕΛ μόνον κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Η υπαιτιότητα των ως άνω κατηγορουμένων, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη σύγκρουση των οχημάτων, έγκειται στα ακόλουθα. Συγκεκριμένα oι εν λόγω κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν το εν λόγω όχημα για τη μεταφορά μαθητών σε σχολική εκδρομή μακρινής αποστάσεως παρόλο που γνώριζαν α) ότι το όχημα αυτό είχε υποστεί επεμβάσεις εκτός εργοστασίου, ανακατασκευές και συγκολλήσεις, που μείωναν την αντοχή του. β) ότι ήταν πολύ παλαιό, με φθορές στις επιφάνειες και στις κολώνες του αμαξώματος, με εκτεταμένες οξειδώσεις, που καθιστούσαν ελάχιστη την αντοχή του και ανύπαρκτη την αντίσταση στην παραμικρή καταπόνηση, γ) ότι το δήθεν έτος κατασκευής του λεωφορείου 1986 δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δ) ότι ο πίνακας οργάνων του οχήματος εμφάνιζε αναληθή ένδειξη ταχύτητας, λόγω επεμβάσεως με ροοστάτη και συνεπώς παραπλανούσε τον οδηγό κατά την κίνηση του λεωφορείου. Oι κατηγορούμενοι όχι μόνον δεν απέσυραν από την κυκλοφορία το εν λόγω λεωφορείο, αλλά το χρησιμοποίησαν κιόλας για τη συγκεκριμένη μεταφορά των μαθητών στη σχολική εκδρομή μακρινής απόστασης. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν άμεσο σύνδεσμο με την οδήγηση του λεωφορείου, όπως είχε ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν αποκλείει τη δυνατότητα από αυτούς να είναι υποκείμενα του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, καθόσον είναι πρόσωπα, τα οποία σχετίζονται με την κίνηση του, τον έλεγχο της ασφάλειας του και τη συντήρηση του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η σύγκρουση του φορτηγού και του λεωφορείου με τα ολέθρια αποτελέσματα της τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων . Αυτοί είχαν δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν το αποτέλεσμα, το οποίο πρόβλεψαν ως δυνατό. Κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης οχημάτων μεταφοράς προσώπων θα είχε αποσύρει από την κυκλοφορία το εν λόγω λεωφορείο, ειδικά εφόσον αυτό προοριζόταν για τη μεταφορά μαθητών, σπουδαστών και ομάδων ατόμων για την πραγματοποίηση εκδρομών και περιηγήσεων, όπως εν προκειμένω, και θα είχε στραφεί κατά του πωλητή. Οι κατηγορούμενοι όμως δεν διεκδίκησαν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Αστικός Κώδικας {αναστροφή πωλήσεως, διεκδίκηση αποζημιώσεως κλπ), ως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν αιφνιδιάστηκαν, όταν πληροφορήθηκαν την ακαταλληλότητα του, καθόσον είχαν επίγνωση της πραγματικής κατάστασης. Στη συνέχεια όχι μόνον το έθεσαν σε κυκλοφορία έχοντας πλήρη επίγνωση των σοβαρών προβλημάτων σχετικά με την ασφάλεια του, αλλά προέβησαν σε πλημμελή συντήρηση και έλεγχο του και επέτρεψαν την εκτεταμένη οξείδωση του. Γνώριζαν ότι ήταν όχημα ακατάλληλο, καθόσον είτε δεν κατασκευάστηκε στο εργοστάσιο MAN, αλλά συναρμολογήθηκε (με συγκόλληση και ανακατασκευή τμημάτων μερών διαφόρων αυτοκινήτων) σε κάποιο άγνωστο συνεργείο ή κατασκευάστηκε κανονικά στο εργοστάσιο MAN το έτος 1979 και στη συνέχεια παραποιήθηκαν οι αρχικοί αριθμοί πλαισίου και κινητήρα. Και στις δυο περιπτώσεις γνώριζαν ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο "μαϊμού", η δε προαναφερόμενη εκτός εργοστασίου παρέμβαση αποσκοπούσε στο να φαίνεται ως δήθεν έτος κατασκευής το έτος 1986 και περαιτέρω ως δήθεν διάρκεια της επιτρεπτής κυκλοφορίας του μέχρι την 1-1-2008. Συγκεκριμένα σκοπός των εν λόγω κατηγορουμένων ήταν να διατηρήσουν στην κυκλοφορία το λεωφορείο σε διάστημα μεγαλύτερο των 23 ετών από το πρώτο έτος κυκλοφορίας του και να εξοικονομήσουν έτσι τη δαπάνη αντικατάστασης του. Άλλωστε εν όψει του γεγονότος ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο χωρίς ταυτότητα, που δεν μπορούσε κατά το νόμο να κυκλοφορεί και να χρησιμοποιείται και συνεπώς δεν είχε οικονομική αξία (πλην αυτή ως σιδηρικών και άλλων υλικών) επεδίωκαν με μηδενικό λειτουργικό κόστος να εξασφαλίσουν οικονομικά οφέλη. Ο δε εφοδιασμός του λεωφορείου με άδεια κυκλοφορίας δεν καθιστά την κυκλοφορία αυτού νόμιμη, αφού σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία πριν το ατύχημα, ήτοι την 1-1-2003. Oι κατηγορούμενοι εν προκειμένω έχοντας γνώσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών έθεσαν το εν λόγω όχημα σε κυκλοφορία για διάστημα άνω της πενταετίας σε δρόμους- επικίνδυνους μεταφέροντας ανθρώπους και μάλιστα μαθητές και τοποθέτησαν επιπλέον και ροοστάτη δυσκολεύοντας το έργο του εκάστοτε οδηγού ακόμα περισσότερο. Το γεγονός ότι το εν λόγω λεωφορείο εχρησιμοποιείτο για αρκετό χρονικό διάστημα κατά το παρελθόν δεν αποτελεί εν προκειμένω επιχείρημα για την τεκμηρίωση της πεποίθησης τους πως δήθεν ενήργησαν πιστεύοντας ότι δεν θα επήρχετο ο κίνδυνος και το ανωτέρω αποτέλεσμα των πράξεων τους, καθόσον μοναδικό καθήκον των κατηγορουμένων ήταν η ασφαλής μεταφορά προσώπων. Πιο συγκεκριμένα σε αντίθεση με τους ιδιοκτήτες του φορτηγού, οι οποίοι πέραν των λοιπών καθηκόντων τους, όπως κατασκευή των εμπορευμάτων τους, ήταν υπόλογοι και για την ασφαλή διακίνηση αυτών, οι εν λόγω κατηγορούμενοι ήταν αμιγώς επιφορτισμένοι με την ασφαλή μεταφορά προσώπων σε δρόμους επικίνδυνους, η δε καθημερινή εμπειρία και τα υψηλά ποσοστά των πολύνεκρων τροχαίων ατυχημάτων στη χωρά μας αποδεικνύουν την επικινδυνότητα των μεταφορών και την αναγκαιότητα λήψης πάσης φύσεως μέτρων για την εξάλειψη αυτών των κινδύνων. Οι ίδιοι ως επαγγελματίες - υπεύθυνοι για την ασφαλή μεταφορά προσώπων, όπως μαθητών, μελών συλλόγων, ΚΑΠΗ, γνώριζαν βεβαίως τους κινδύνους που καθημερινά υπάρχουν για τα μεταφερόμενα αυτά πρόσωπα και τους αποδέχτηκαν, καθόσον μετά από στάθμιση των σκοπών τους με τη δυνατότητα δημιουργίας κινδύνου, επέλεξαν να ενεργήσουν κατά τον ανωτέρω τρόπο. Έχοντας ως πρωταρχικό σκοπό το κέρδος και καλυπτόμενοι από τη νομιμοφάνεια που τους παρείχε η εκδοθείσα άδεια κυκλοφορίας, θεώρησαν ότι δεν διατρέχουν προσωπικά κανένα κίνδυνο. Κατά τη δική τους ομολογία το καθαρό μηνιαίο κέρδος από την χρήση του λεωφορείου ανέρχετο στο ποσό των 2.555,90 Ευρώ (ιδ. αντίγραφο αγωγής του ΚΤΕΛ). Ζήτημα αυτοδιακινδύνευσης για αυτούς δεν συνέτρεχε, η δε συγκάλυψη που τους παρείχαν οι υπάλληλοι του ΚΤΕΟ με την εκδοθείσα άδεια κυκλοφορίας και τα δελτία έλεγχου, ως αναλυτικά αναφέρεται κατωτέρω, τους έκανε να πιστεύουν πως δεν θα είχαν οι ίδιοι ευθύνες σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, με αποτέλεσμα να αποδεχθούν το ενδεχόμενο κινδύνου για άνθρωπο. Άλλωστε η τοποθέτηση ροοστάτη θα διευκόλυνε ακόμα περισσότερο την απόσειση ευθυνών σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος. Εξάλλου το όχημα ήταν ασφαλισμένο καθόσον φερόταν να κυκλοφορεί νομίμως, στη δε χειρότερη περίπτωση της πλήρους καταστροφής του λεωφορείου αυτοί κινδύνευαν απλώς να χάσουν ένα όχημα μηδαμινής αξίας. Η από κοινού συνειδητή επιλογή των κατηγορουμένων για την χρήση του εν λόγω λεωφορείου κατά τη μεταφορά των μαθητών και η αποδοχή του ενδεχόμενου προκλήσεως κινδύνου για άνθρωπο (όχι όμως και θανάτου, τον οποίο προέβλεψαν μεν αλλά απεύχοντο) στοιχειοθετεί πλήρως την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, ως αναλύεται στο σκέλος της μείζονας προτάσεως. Οι δε κατηγορούμενοι ενήργησαν έχοντας κοιvό δόλο και σκοπό, ήτοι κατά συναυτουργία (άρθρα 27§1, 45, 94, 290§1α-β ΠΚ) . Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση σκοπούμενου οφέλους άνω των 73.000€. σημειωτέα είναι τα ακόλουθα: Κατά τα αναφερόμενα υπό το σκέλος της νομικής σκέψης, οι εκδιδόμενες κατά το άρθρο 43 ΚΠΔ πράξεις αρχειοθετήσεως παράγουν μεν αποτέλεσμα παρεμφερές προς το δεδικασμένο, ήτοι. περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο που παρέχει στον Εισαγγελέα το δικαίωμα να απορρίψει κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 ΚΠΔ κάθε νέα καταγγελία κατά των ιδίων καταγγελλομένων που βασίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών και στα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ή και σε ασήμαντη προσθήκη αυτών, ως νομικά αβάσιμη και ειδικότερα ως απαράδεκτη, πλην όμως το οιονεί αυτό δεδικασμένο γίνεται δεκτό ότι κάμπτεται και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μπορεί να ανασύρει την υπόθεση από το αρχείo και να κινήσει ποινική δίωξη, αν μεταγενέστερα προκύψουν νεότερα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που δεν υπήρχαν αρχικά. Εν προκειμένω από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο λεωφορείο εκτελωνίστηκε στην Ελλάδα στις 2-6-1995 στο όνομα Π. Α. του Π., κάτοικος .... Στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στις 26-3-1997 στο Χ. Φ. και τέθηκε σε κυκλοφορία από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Δυτικής Αττικής, όπως φαίνεται από το από 31-3-1997 πρακτικό επιθεώρησης οχήματος και η σχετική άδεια εκδόθηκε τη ΝΑ Δυτικής Αττικής. Το εν λόγω λεωφορείο πέραν της επιθεώρησης της 31-3-1997, ελέγχθηκε και από το ΚΤΕΟ Αθηνών με το υπ' αριθμ. .../14-2-97 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου του ΚΤΕΟ Αθηνών χωρίς καμία αρνητική παρατήρηση. Την 34-1997 μεταβιβάστηκε το ανωτέρω λεωφορείο από το Χ. Φ. στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας. 0 εντοιχισμός του αριθμού πλαισίου διαπιστώθηκε για πρώτη φορά την 21-4-1998 από το ΚΤΕΟ Ημαθίας έπειτα από τεχνικό έλεγχο, κατά τον οποίο προέκυψαν αμφιβολίες για την ταυτότητα του και αφαιρέθηκαν η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του εν λόγω λεωφορείου με το υπ' αριθ. 374/21-4-1998 έγγραφο του προϊσταμένου του ΚΤΕΟ Ν. Ημαθίας, Γ. Μ.. Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω δημοσίων εγγράφων προκύπτει ότι η πράξη του εντοιχισμού του αριθμού πλαισίου, που συνιστά πλαστογραφία, τελέστηκε ανάμεσα στις 31-3-1997 και 21-4-1998. Στις 22-4-1998 το ως άνω λεωφορείο εξετάστηκε από τη δευτεροβάθμια επιτροπή, η οποία αμφισβήτησε την ταυτότητα του και χάραξε στο πλαίσιο αυτού στο πίσω μέρος τον αριθμό ... για μελλοντική αναγνώριση. Μετά την επιθεώρηση του λεωφορείου ενημερώθηκε η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Βέροιας και παραγγέλθηκε προκαταρκτική εξέταση (ΑΒΜ Α98/1416), για να ερευνηθεί το ενδεχόμενο τελέσεως του αδικήματος της λαθρεμπορίας (με την ειδική μορφή της εντοιχίσεως του αριθμού πλαισίου στο όχημα για το οποίο δεν καταβλήθηκαν οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι), της πλαστογραφίας με χρήση ή της παράβαση του άρθρου 85 ΚΟ.Κ. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής ο Διευθυντής του Τελωνείου Βέροιας απάντησε με το υπ' αριθ. πρωτ. 9276/23-7-98 έγγραφο του και ελήφθη ανωμοτί κατάθεση από τον τότε πρόεδρο του Δ. Σ. του ΚΤΕΑ, Α. Κ.. Ακολούθως ο Εισαγγελέας• Πρωτοδικών Βέροιας με το από 53-1999 έγγραφο του απευθύνθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για τη μη άσκηση ποινικής δίωξης και την αρχειοθέτηση της υποθέσεως σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κ.Π.Δ. ζητώντας την έγκριση του. Η σχετική πράξη αρχειοθετήσεως είχε την ακόλουθη αιτιολογία: "Συγκεκριμένα πρόκειται για το υπ' αριθ. ... λεωφορείο Δημόσιας Χρήσης, ιδιοκτησίας του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, του οποίου ο εργοστασιακός αριθμός πλαισίου βρέθηκε χαραγμένος σε διαδοκίδα που ήταν συγκολλημένη με μη εργοστασιακές συγκολλήσεις. Δεν τίθεται ζήτημα λαθρεμπορίας καθ' όσον το εν λόγω λεωφορείο εισήχθη μεταχειρισμένο από χώρα της ΕΟΚ και δεν υπόκειτο σε κανένα φόρο ή δασμό εκτός του ΦΠΑ. Ο αριθμός πλαισίου που αναγράφεται στο πιστοποιητικό τελωνισμού συμπίπτει με τον αναγραφόμενο στη διαδοκιδα, πράγμα το οποίο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έχει τελεστεί ούτε το αδίκημα το άρθρου 85 Ν. 2094/1992, τουλάχιστον όχι από υπάλληλο του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας." Ο δε Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθ. 825/29-9-1999 έγγραφο του ενέκρινε την ως άνω ενέργεια και η υπόθεση ετέθη στο αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν κατά τις τότε έρευνες συγκεντρωθεί (υπ' αρ. πρωτ. 9276/23.7.06 έγγραφο Τελωνείου Βέροιας περί τελέσεως λαθρεμπορίας, ανώμοτη κατάθεση Α. Κ., υπ' αρ. πρωτ. 6800/12.05.98 έγγραφο Διεύθυνσης Συγκοινωνιών με πρακτικό επιθεώρησης ελέγχου, άδεια κυκλοφορίας με ημερ. 31.3.97, υπ' αρ. πρωτ. 1310/02,06.95 πιστ/κό εισαγωγής κλπ) δεν ήταν επαρκή για την εξέταση τελέσεως του αδικήματος της πλαστογραφίας, η δε έρευνα, καθώς φαίνεται, επικεντρώθηκε στο ενδεχόμενο τελέσεως λαθρεμπορίας, η οποία θεωρήθηκε ως πιο πιθανή. Στη συνέχεια μετά το τροχαίο ατύχημα έγινε ενδελεχής έλεγχος στο εν λόγω όχημα, κατά τον οποίο διαπιστώθηκαν πολλές παρατυπίες όσον αφορά τους τεχνικούς ελέγχους στο λεωφορείο, και. αναζητήθηκαν τα πραγματικά κίνητρα για τον εντοιχισμό του αριθμού πλαισίου, ο οποίος μέχρι τότε πιθανολογείτο ότι εξυπηρετούσε φοροδιαφυγικούς σκοπούς. Από το δε πλήθος των εγγράφων που συγκεντρώθηκαν σε συνδυασμό προς τις μαρτυρικές καταθέσεις προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την τέλεση των αδικημάτων της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση με σκοπούμενο όφελος άνω των 73.000€., της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή και της πλαστογραφίας με χρήση σκοπουμένου συνολικού οφέλους άνω των 73.000 €. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι κάμφθηκε το περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο, που είχε παραχθεί με την πράξη αρχειοθετήσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας ενόψει των νεότερων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, ο δε σχετικός λόγος εφέσεως των κατηγορουμένων θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, από τον έλεγχο που διενεργήθηκε μετά το oδικό τροχαίο ατύχημα εναργώς προκύπτει ότι το λεωφορείο ήταν εργοστασίου κατασκευής MAN, τύπου SR 321, καθόσον υπήρχαν σχετικές ενδείξεις γραμμένες στο εμπρός τμήμα αριστερά και. δεξιά των πλευρών και μέσα στο "ταμπλώ" του αυτοκινήτου με γράμματα και αριθμούς ξεθωριασμένους, γεγονός που μαρτυρεί τη μακρόχρονη παραμονή τους στη θέση αυτή (ιδ. τεχνική πραγματογνωμοσύνη, φωτογραφίες). Το ανώτερο όχημα είχε χρώμα γκρι με ανταύγειες ροζ, κίτρινο, μπορντώ κ.λ.π. Κάτω από αυτό υπήρχε χρώμα μπλε (όχι αστάρι), ενώ δεν προκύπτει ότι στο παρελθόν είχε βαφεί με το συγκεκριμένο χρώμα (μπλε). Αυτό έφερε αριθμό κινητήρα ... που ήταν "κτυπημένος" σε άλλο σημείο του κινητήρα και όχι στο σημείο που εργοστασιακά τοποθετείται με πινακιδάκι. Το εργοστάσιο κατασκευής MAN βεβαίωσε ότι αυτοκίνητο με τον αριθμό πλαισίου ..., που είχε και το επίδικο λεωφορείο (εντοιχισμένο), φέρεται να κατασκευάσθηκε το έτος 1986 και έφυγε από το εργοστάσιο την 1-3-1987 με χρώμα λευκό σε πέρλα και με αριθμό κινητήρα .... Στο υπ' αρ. .../1997 συμβόλαιο μεταβίβασης του λεωφορείου αναγράφεται το πωληθέν όχημα με αριθμό πλαισίου ... και τύπου SR 292 Η και αριθμό κινητήρα .... Περαιτέρω στα αρχικά πρακτικά επιθεωρήσεως και υπηρεσιακά αντίγραφα άδειας κυκλοφορίας (06.05.97 και 18.5.98) του Τμήματος Συγκοινωνιών Ημαθίας το εν λόγω όχημα φαίνεται να είναι τύπου SR 292 Η με έτος κατασκευής άλλοτε το 1986 και άλλοτε το 1987 και χρώματος λευκό. Ομοίως στο υπ' αρ. 1310/02.06.1995 πιστοποιητικό του Τελωνείου Αθηνών το εν λόγω όχημα φέρεται να είναι τύπου SR 292 Η με έτος κατασκευής το 1987 και άνευ αριθμού κινητήρα. Περαιτέρω στις 31-3-97 η Δ/νση Συγκοινωνιών Αττικής σε σχετικό έλεγχο διαπίστωσε ότι το εν λόγω όχημα είναι άσπρο μονόχρωμο (MNX) ύψους 3,35 υ.. Στις 06-05-97 η Δ/νση Συγκοινωνιών Ημαθίας κατά την επιθεώρηση του οχήματος βρήκε ότι είναι άσπρο πολύχρωμο (ΉΛΧ) με ύψος 3.55 μ. Στις δε 15-4-99 έγινε αλλαγή του χρώματος σε γκρι, το οποίο φαίνεται ότι είναι και το αληθινό χρώμα του επίδικου λεωφορείου, όπως προέκυψε την ημέρα του ατυχήματος. Από τη σύγχυση των ανωτέρω στοιχείων όσον αφορά όχι μόνο τον αριθμό πλαισίου, κινητήρα και του τύπου του οχήματος, αλλά και του αληθινού χρώματος του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι-ιδιοκτήτες του λεωφορείου ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν στον πωλητή Φ. ούτε στράφηκαν δικαστικά σε βάρος του έστω και μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας με την αποπληρωμή, αλλά συνέχισαν να πληρώνουν κανονικά τις δόσεις τους μέχρις οριστικής εξοφλήσεως της οφειλής, καθίσταται σαφές ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την προβληματική κατάσταση του λεωφορείου. Η δε εκδοχή να υπήρχαν δύο λεωφορεία, ένα με τα στοιχεία που αναφέρονται στο συμβόλαιο και στους αρχικούς ελέγχους και ένα λεωφορείο "φάντασμα" (πιθανώς κλεμμένο ή συναρμολογημένο από διάφορα τμήματα ή αποσυρθέν), το οποίο κατά το χρονικό διάστημα από τις 03-4-1997 έως και τις 21-4-1998 έλαβε τα χαρακτηριστικά του αναφερόμενου στο συμβόλαιο νόμιμου λεωφορείου, κρίνεται εξαιρετικά πιθανή (ιδ. Εισηγ. Έκθεση Αρεοπαγίτη Α. Πολυζωγόπουλου κατά την οποία χαρακτηρίζεται λεωφορείο "μαϊμού"). Το δεύτερο αυτό λεωφορείο, το οποίο ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα, φαίνεται να "δανείστηκε" τη νόμιμη ταυτότητα του αρχικού, το οποίο πέρασε όλους τους αρχικούς ελέγχους και για άγνωστους λόγους δεν μπορούσε πλέον να τεθεί σε κυκλοφορία, λχ εξαιτίας ενός ατυχήματος, που δεν καταγράφηκε από την τροχαία και για το οποίο το ΚΤΕΛ Ημαθίας δεν δικαιούτο αποζημιώσεως. Αυτός είναι και ο λόγος που οι εν λόγω κατηγορούμενοι ουδέποτε τόλμησαν να στραφούν κατά του πωλητή του λεωφορείου, Φ. 'Αλλωστε σε κάθε περίπτωση οι μόνοι που είχαν όφελος και κίνητρο για την τέλεση αυτής της πράξης είναι οι κατηγορούμενοι ιδιοκτήτες του λεωφορείου. Το δε όφελος, στο οποίο αποσκοπούσαν, ισοδυναμεί με το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία ενός νομίμως κυκλοφορούντος λεωφορείου, αν όχι καινούργιου, τουλάχιστον μεταχειρισμένου κατά τις προδιαγραφές του νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 1 §4 της γΑ Τ/932 ΦΕΚ Β 151/6-3-1997 "το νέο προς κυκλοφορία, σε αντικατάσταση του παλαιού, λεωφορείο μπορεί να είναι καινούριο, μεταχειρισμένο εκ του εσωτερικού ... ή μεταχειρισμένο εκ του εξωτερικού κατά τις διατάξεις των ΠΔ 194/1991 και ΠΔ 331/93 ως και τις γενικές διατάξεις περί εισαγομένων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο λεωφορείων (Ν. 2465/ΦΕΚ 28Α/97). Συμφώνως δε προς το άρθρο 2 του Ν 2465/97, ως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 273/19.12.2000), "επιτρέπεται η χορήγηση πρώτης άδειας κυκλοφορίας στη χώρα μας σε μεταχειρισμένα πετρελαιοκίνητα λεωφορεία και φορτηγά με προηγουμένη κυκλοφορία σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Ε.Ο.Χ.), το μικτό βάρος των οποίων υπερβαίνει τους 3,5 και 4 τόνους αντίστοιχα, υπό την προϋπόθεση, ότι στην αρχή του έτους άφιξης η εισαγωγής του έχει παρέλθει το πολύ εξαετία από το έτος πρώτης κυκλοφορίας τους, τούτου συμπεριλαμβανομένου. Το αρμόδιο για την έκδοση του πιστοποιητικού ταξινόμησης των παραπάνω κατηγοριών οχημάτων τελωνείο πιστοποιεί το έτος πρώτης κυκλοφορίας από την πρωτότυπη ξένη άδεια κυκλοφορίας τους. Το πιστοποιούμενο έτος πρώτης κυκλοφορίας θα αναγράφεται στο εκδιδόμενο από το τελωνείο πιστοποιητικό ταξινόμησης" (ιδ. και υπ' αρ. πρωτ. 6863/622/30-04-98 έγγραφο Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών). Σύμφωνα με τα ανωτέρω και σε συνδυασμό προς τα στοιχεία που περιέχονται στη δικογραφία αναφορικά με το σύνηθες κατά τις συναλλαγές κόστος αγοράς ενός μεταχειρισμένου λεωφορείου κατά τις προδιαγραφές αυτές, προκύπτει ότι το σκοπούμενο όφελος των κατηγορουμένων υπερβαίνει το ποσό των 80.000€ και σε κάθε περίπτωση τις 73.000€. που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 216 Π.Κ., η δε κατοχή και κυκλοφορία του οχήματος αποτελεί και χρήση του πλαστού εγγράφου. Συνεπώς από τα ως άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει εναργώς ότι στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατά συναυτουργία πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε κακουργηματική μορφή. Περαιτέρω όσον αφορά το σχετικό λόγο εφέσεως περί μη τηρήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 43 ΚΠΔ διαδικασίας περί υποχρεωτικής διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης πριν την άσκηση της ποινικής διώξεως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος καθόσον ευθύς μετά το εν λόγω πολύνεκρο τροχαίο ατύχημα διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές oι κατά το άρθρο 243§2 ΚΠΔ προβλεπόμενες προανακριτικές πράξεις, από τις οποίες συγκεντρώθηκε το αποδεικτικό υλικό, βάσει του οποίου σχηματίστηκε όχι μόνον η παρούσα δικογραφία (Α05/1033), αλλά και oι προγενέστερες της που αφορούσαν τον οδηγό του συρμού και τους ιδιοκτήτες αυτού, όπως άλλωστε συνομολογούν και οι ίδιoι οι κατηγορούμενοι στα απολογητικά τους υπομνήματα (ιδ. σελ. 46). Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στη διασφάλιση ύπαρξης επαρκών ενδείξεων ένοχης πριν την άσκηση της ποινικής διώξεως (Α. Κονταξής, ΚΠΔ, 2006 σελ. 491, 492) . Εν προκειμένω ο ανωτέρω σκοπός της εν λόγω διατάξεως καλύφθηκε όχι μόνον από το αποδεικτικό υλικό της αστυνομικής προανάκρισης που είχε διενεργηθεί, αλλά και από αυτό που συγκεντρώθηκε από την προκαταρκτική εξέταση που διατάχθηκε ήδη από το 2003 στην υπ' ΑΒΜ Α03/4617 υπόθεση, με την οποία συσχετίστηκε η εν λόγω υπόθεση (ΑΒΜ 1033) . Εξάλλου όσον αφορά τους υπαλλήλους του ΚΤΕΟ διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Στις 21-4-1998 ο κατηγορούμενος Μ. Σ., με την ιδιότητα του υπαλλήλου του ΚΤΕΟ Ν. Ημαθίας, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται και η σύνταξη Δελτίων Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων, κατά τον έλεγχο ΚΤΕΟ που διενήργησε στο επίδικο λεωφορείο ιδιοκτησίας του ΚΤΕΟ Ν. Ημαθίας, διαπίστωσε ότι ήταν εντοιχισμένος ο αριθμός πλαισίου του ως άνω λεωφορείου και ενημέρωσε περί τούτου όλους τους υπαλλήλους του ΚΤΕΟ καθώς και τον Προϊστάμενο του ΚΤΕΟ Γ. Μ., διότι προέκυπταν αμφιβολίες για την ταυτότητα του ως άνω λεωφορείου. Στη συνέχεια κατέγραψε το ανωτέρω γεγονός στο με αριθμό .../1998 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου εγγράφοντας στον κωδικό 10 1 παρατήρηση πάρα πόδας του έγγραφου ως εξής: "10 1 εντοιχισμένος ο αριθμός πλαισίου". Ακολούθως ο ως άνω Προϊστάμενος του ΚΤΕΟ (Μ.) προέβη στην προσωρινή αφαίρεση της άδειας και των πινακίδων κυκλοφορίας του άνω λεωφορείου και με το υπ' αριθμ. 374/21-4-1998 έγγραφο προς τη Δνση Δευτερογενή και Τριτογενή Τομέα του Τμήματος Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιoίκησης Ν. Ημαθίας (Τμήμα Συγκοινωνιών) έκανε γνωστό το γεγονός αυτό αποστέλλοντας και αντίγραφο του ως άνω υπ' αριθμ. .../1998 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου. Κατόπιν τούτων συγκροτήθηκε η αρμόδια Επιτροπή, η οποία αποτελείτο από τους Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Συγκοινωνιών, και Ε. Π., υπάλληλο του ΚΤΕΟ αντίστοιχα (ιδ. αντίγραφο πρακτικού με τις υπογραφές και τα ονόματα των ανωτέρω κατηγορουμένων), η οποία επιθεώρησε στις 22-4-1998 το όχημα και αμφισβήτησε μεν την ταυτότητα του οχήματος διαπιστώνοντας στο οικείο Πρακτικό Επιθεώρησης Οχήματος ότι ο εργοστασιακός αριθμός πλαισίου είναι χαραγμένος σε διαδοκιδα με μη εργοστασιακές συγκολλήσεις, πλην όμως έκανε δεκτό ότι το εν λόγω όχημα ήταν εργοστασίου κατασκευής MAN έτους 1987 και τύπου κατασκευής SR 292 Η, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ήταν εμφανώς ψευδώς, αφού επρόκειτο για όχημα τύπου SR 321 που κατασκευάσθηκε στο εργοστάσιο MAN το έτος 1979. Εν συνεχεία η ανωτέρω Επιτροπή χάραξε τον αριθμό "..." στο πλαίσιο στο πίσω μέρος αυτού για την μελλοντική αναγνώριση του, ακολούθως δε ο κατηγορούμενος Σ. ως αρμόδιος Προϊστάμενος του Τμήματος Μεταφορών της Δνσης Δευτερογενή και Τριτογενή Τομέα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ημαθίας απέστειλε το υπ' αριθμ. ΤΜΕ/6800 από 12-5-1998 έγγραφο του στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας για τις δικές του ενέργειες, αποστέλλοντας του συνημμένη μόνο τη φωτοτυπία του ως άνω Πρακτικού Επιθεώρησης της αρμόδιας Επιτροπής και παραλείποντας να αποστείλει μαζί και το υπ' αριθμ. .../1998 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου του ΚΤΕΟ, ζήτησε δε από τον ως άνω Εισαγγελέα να διερευνήσει για τη γνησιότητα και τη νόμιμη κυκλοφορία του ως άνω λεωφορείου και μετά το πέρας της υπόθεσης να του αποστείλει αντίγραφο της απόφασης που θα εκδώσει το δικαστήριο, για να προβεί στις παραπέρα ενέργειες του. Στις 18-5-1998, όταν η ανωτέρω Επιτροπή επιθεώρησε εκ νέου το λεωφορείο, στο οικείο Πρακτικό Επιθεώρησης οχήματος ανέγραψε μεταξύ άλλων και πάλι ψευδώς πως ο τύπος του οχήματος ήταν ο SR 1292 Η και το έτος κατασκευής το 1987 καταγράφοντας ότι έγινε "επιθεώρηση λόγω χάραξης νέου αριθμού πλαισίου" και γνωμοδότησε "να χορηγηθεί άδεια και να γράφει η παρατήρηση στην άδεια: με την επιφύλαξη της ανακλήσεως της άδειας κυκλοφορίας και των κρατικών πινακίδων, αν ήθελε κριθεί από το ποινικό δικαστήριο ότι το όχημα δεν ταυτίζεται με εκείνο για το οποίο χορηγήθηκε η αρχική άδεια κυκλοφορίας". Στην Επιτροπή αυτή, η οποία ουσιαστικά αντέγραψε όσα είχε καταγράψει η προηγούμενη στις 22-04-98, δεν συμμετείχε ο κατηγορούμενος Ε. Π., αλλά μόνον ο Γ. Σ., όπως προκύπτει από το σχετικό αντίγραφο του πρακτικού επιθεωρήσεως, που περιέχεται στη δικογραφία. Με βάση τις ως άνω ψευδείς παρατηρήσεις εκδόθηκε νέα άδεια κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινήτου λόγω χαράξεως νέου αριθμού πλαισίου, στην οποία δεν ανεγράφη μεν ο τύπος του οχήματος (γεγονός που αποδεικνύει ότι υπήρχε εμφανής αμφισβήτηση για αυτόν) αφήνοντας κενή την σχετική ένδειξη, ως έτος δε κατασκευής το 1986, λαμβάνοντας προφανώς υπόψη την ψευδή βεβαίωση των ως άνω κατηγορουμένων σχετικά με τον τύπο του οχήματος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι δύο ως άνω υπάλληλοι κατηγορούμενοι (Γ. Σ. και Ε. Π.) κατά την επιθεώρηση του εν λόγω οχήματος από κοινού βεβαίωσαν γεγονότα αντικειμενικώς ψευδή, ήτοι γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, και απέκρυψαν τα αληθή στοιχεία που αφορούσαν την ταυτότητα του, ενώ όφειλαν, όπως προκύπτει από το πλέγμα των σχετικών διατάξεων που αφορούν στον τεχνικό έλεγχο των τουριστικών λεωφορείων και αναφέρονται αναλυτικά υπό το σκέλος της νομικής σκέψης της παρούσας, να βεβαιώσουν όσα υπέπεσαν στην αντίληψη τους, η δε πράξη τους αυτή είχε άμεσες συνέπειες τόσο ως προς την εν γένει κυκλοφορία του οχήματος όσο και ως προς το συνολικό επιτρεπτό χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του λεωφορείου. Περαιτέρω από την πλειάδα των αντιφατικών στοιχείων που αφορούσαν το επιθεωρούμενο αυτοκίνητο (τύπος, χρόνος κατασκευής, ύψος, χρώμα, έλλειψη ενδείξεως αριθμού κινητήρα κλπ σε συνδυασμό προς το νοθευμένο αριθμό πλαισίου) όφειλαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι να δηλώσουν ρητά ότι υφίσταται σαφής αμφισβήτηση της ταυτότητας του επιθεωρούμενου αυτοκινήτου και να μην επιτρέψουν την περαιτέρω κυκλοφορία του. Τα δε ως άνω επίδικα έγγραφα (Πρακτικά Eπιθεώρησης οχήματος) ήταν προορισμένα για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιώνονταν έναντι πάντων και δεν αφορούσαν αποκλειστικά ζητήματα εσωτερικά της Υπηρεσίας των κατηγορουμένων, καθόσον α) επρόκειτο για έγγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από τους εν λόγω υπαλλήλους αναφορικά με τον έλεγχο του λεωφορείου, β) ζητήθηκε να αποσταλούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας ως αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με την ταυτότητα, αλλά και την κατάσταση του λεωφορείου κατά τον χρόνο ελέγχου και γ) αποτέλεσαν τις βεβαιώσεις δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η σχετική άδεια κυκλοφορίας. Πρόκειται δηλαδή για βεβαιώσεις με πλήρη αποδεικτική δύναμη, που αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά και έχουν έννομες συνέπειες, και όχι για απλώς ρυθμιστικά της εσωτερικής υπηρεσίας έγγραφα. Οι εν λόγω υπάλληλοι του ΚΤΕΟ προέβησαν στις ως άνω πράξεις τους, με σκοπό να προσπορίσουν από κοινού στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, ιδιοκτήτη του ως άνω λεωφορείου, αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 €, καθόσον για την αγορά ενός κατάλληλου και συμφώνου προς τις νόμιμες προδιαγραφές οχήματος το κόστος αγοράς θα υπερέβαινε σε κάθε περίπτωση το ανωτέρω ποσό. Άλλωστε το συνολικό όφελος του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας από την κυκλοφορία - εκμετάλλευση του εν λόγω λεωφορείου από το 1998 έως την ημερομηνία του ατυχήματος, ήτοι. για μία πενταετία, ανερχόταν στο ποσό των 153.358 € περίπου, το δε πιθανολογούμενο συνολικό κέρδος μέχρι την 1-1-2008 (ημερομηνία κατά την οποία θα αποσυρόταν τελικά, λόγω παράνομης παράτασης του χρόνου κυκλοφορίας του που επετεύχθη με τον εντοιχισμό του αριθμού πλαισίου, εάν δεν μεσολαβούσε το γεγονός της ολοσχερούς καταστροφής του στις 13-4-2003) θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 329.722 € περίπου. Τα ανωτέρω ποσά προκύπτουν σύμφωνα με τις αξιώσεις που προέβαλε στα αστικά δικαστήρια το ΚΤΕΛ Ημαθίας δηλώνοντας το ποσό των 2.555,98 € ως τα μηνιαία καθαρά έσοδα του από την εκτέλεση τουριστικών δρομολογίων με την χρήση του επίδικου λεωφορείου. Οι δε κατηγορούμενοι, ως εκπρόσωποι του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας και μέλη του ΔΣ του ΚΤΕΛ, με περισσότερες πράξεις κατά τις ως άνω ημερομηνίες με πρόθεση προκάλεσαν με πειθώ και φορτικότητα στους συγκατηγορουμένους τους υπαλλήλους την απόφαση να βεβαιώσουν με πρόθεση τα προαναφερθέντα ψευδή γεγονότα, που είχαν ως έννομη συνέπεια τη συνέχιση της κυκλοφορίας- του λεωφορείου τους και δη κατά τρόπο νομιμοφανή, με σκοπό να προσπορίσουν από κοινού στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, ιδιοκτήτη του ως άνω λεωφορείου, αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ως αναλυτικά διαλαμβάνεται ανωτέρω. Οι εκκαλούντες και με την έφεση τους και με το μεταγενέστερο υπόμνημα παροχής εξηγήσεων αιτούνται τη διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, πραγματογνωμοσύνης του επιμάχου λεωφορείου και αυτοψίας στον τόπο του συμβάντος. Τα εν λόγω αιτήματα τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα ενόψει των προεκτεθέντων σε συνδυασμό προς τα συλλεχθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Δεν προκύπτει αναγκαιότητα διενέργειας περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ούτε αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης καθόσον στη δικογραφία υπάρχουν ικανά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία δύναται να σχηματισθεί πλήρης και ασφαλής δικανική πεποίθηση (Α.Π. 164/2002 Ποιν. Δνη 2002/686, Α.Π.194/1992 Υπέρ. 1992/120, Α.Π. 1387/1987 Ελλ. Δνη 29/1006, Α.Π. 338/85 Π.Χρ. ΛΕ7698) Απορριπτέο επίσης τυγχάνει και το αίτημα των εκκαλούντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου Σας καθόσον έχουν αναπτύξει επαρκώς και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς τους με την απολογία τους, με την υποβολή αναλυτικών υπομνημάτων, τους λόγους εφέσεως και το μεταγενέστερο υπόμνημα παροχής εξηγήσεων. Κατόπιν αυτών είναι φανερό ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής ικανές να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για τις πράξεις που τους αποδόθηκαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 290 παρ.1 Π.Κ. "1.Οποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α]με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β]με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος. 2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, το οποίο έχει μορφή συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και αφορά την οδική συγκοιvωvία, απαιτείται διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, κυρίως με ανθρώπινη υλική εμφανή ενέργεια σε κάθε μορφής οδό, από την οποία προκύπτει κίνδυνος σε ανθρώπους. Η διατάραξη αυτή εκλαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και συμπεριλαμβάνεται σ' αυτή κάθε αντίθετη ενέργεια [με οποιονδήποτε τρόπο, με πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας προς αποτροπή ή καταστολή του κινδύνου] που δημιουργεί ανώμαλη κατάσταση, από την οποία προκύπτει με βεβαιότητα κίνδυνος για άνθρωπο. Η διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών πρέπει να συνέχεται με δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου για άνθρωπο [κινδύνου δηλαδή που αφορά τη ζωή ή την υγεία του], χωρίς να είναι αναγκαία η επέλευση αυτού. Επομένως, η ολοκλήρωση του εγκλήματος αυτού δεν προϋποθέτει και την πραγματική επέλευση του κινδύνου, αλλά αρκεί ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να προκαλέσει τον ως άνω κίνδυνο. Η ελεγχόμενη πράξη μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική ρυθμιστική κυκλοφοριακή κίνηση ή και να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξαιτίας της εντάσεως, ποιότητας και μορφής να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου [βλ. Α.Π. 317/2003 Ποιν.Λογ. 2003.288, Α.Π. 934/2004 Ποιν.Λογ. 2004.1214, Συμβ.Εφ.Λαρ. 179/2004 Ποιν.Δνη 2004.793]. Υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι όχι μόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου ή άλλα πρόσωπα που σχετίζονται με την κίνηση του, όπως oι ιδιοκτήτες αυτού, αλλά και όσοι έχουν υποχρέωση ελέγχου της ασφαλείας του οχήματος [βλ. Συμβ. Α.Π. 2313/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ.796, Συμβ. Εφ.Λαρ. 179/2004, ο.π., Α.Χαραλαμπάκης - Ι. Γιαννίδης, Ποινικός Κώδικας και Νομολογία, έκδ. 2009, κάτω από το άρθρο 290 αριθμ. 2.1]. Όταν το αδίκημα τελείται από δόλο, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως αυτού απαιτείται γνώση και θέληση του δράστη για διατάραξη της•ασφάλειας της συγκοινωνίας, με συνείδηση ότι από την πράξη ή την παράλειψη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, συντρέχει δε τέτοιος, κατά τη διάταξη του εδαφίου β' του άρθρου 27 Π.Κ., όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από τη συμπεριφορά του ενδέχεται να παραχθεί συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο Π.Κ. ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχομένου δόλου πρέπει να διακριβωθεί το μεν, ότι ο δράστης προέβλεψε, ως δυνατό, το εγκληματικό αποτέλεσμα εξαιτίας της πράξης του ή της παράλειψης του, το δε, ότι το αποδέχθηκε. Η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αναδέχθηκε την παράλειψη του, δίχως να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, η έννοια του δόλου είτε αμέσου είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος και τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλλει σε ενδεχόμενο δόλο μία βαριά ή ελαφρά, αδιάφορο, παραβίαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προαπαιτείται κα ι η διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξης ή της παράλειψης του, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του, εκ των ενεργειών αυτών, προβλεφθέντος ως δυνατόν να επέλθει, εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε [Α.Π. 65/2007, Α.Π. 1101/2006 (σε Συμβούλιο), Α.Π. 1269/2006, Α.Π. 1661/2004 (σε Συμβούλιο), Α.Π. 2032/2004 δημ. Ν0Μ0Σ]. Έτσι "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, επειδή αυτό μου είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικά το αποτέλεσμα [Α.Π. 2032/2004, Α.Π. 2313/2004 ο.π.]. Η αποδοχή ειδικότερα του εγκληματικού αποτελέσματος, αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση [πίστη] ή την ελπίδα ή ευχή αποφυγής του [μη επελεύσεως του] η οποία πεποίθηση ή ελπίδα ή ευχή αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Π.Κ. στοιχείο της εν συνειδήσει. [ενσυνείδητης] αμέλειας αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο [Α.Π. 1101/2006 σε Συμβούλιο ο.π.]. Η διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, αποτελεί ένα από τα λεπτότερα και περισσότερο αμφισβητούμενα ζητήματα τόσο της νομολογίας, όσο και της ποινικής θεωρίας, είναι δε εξαιρετικά δυσχερής η διάγνωση της συνδρομής ή μη σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, του βουλητικού στοιχείου για τη στοιχειοθέτηση ή μη του ενδεχόμενου δόλου. Χρήσιμα κριτήρια [ενδείκτες] για τη διάγνωση του βουλητικού στοιχείου του δράστη είναι α] το ποσοστό επικινδυνότητας και β] η εμμονή του δράστη στην κινδυνώδη δράση και μάλιστα από ιδιοτελείς σκοπούς. Επίσης, όπως προειπώθηκε, αν από τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας επήλθε θάνατος από αμέλεια του δράστη η πράξη χαρακτηρίζεται ως κακούργημα [βλ. Εφ, (ΜΟΔ) Λαρ. 51/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ] Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ.3 εδ.α του ίδιου άρθρου 216 Π.Κ., όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του με το Ν. 2408/4-6-1996 και πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ.2α του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων [παρ.1-2] σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 25.000.000 δρχ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου [κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ Π.Κ.] από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής [συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου] που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. και ήδη μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ.2α ν. 2721/1999, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ [βλ. Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. (σε συμβούλιο) 11/2009, 68/2009, 190/2009, δημ. ΝΟΜΟΣ]. Επισημαίνεται ότι έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13γ Π.Κ. είναι και ο αριθμός πλαισίου που είναι χαραγμένος στο αυτοκίνητο για να προσδιορίζει την ταυτότητα του από άλλα αυτοκίνητα [βλ. Ολ. Α.Π. 180/1990, Α.Π. 38/2003, Α.Π. 26/2003 δημ. ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ.1 του Π.Κ., υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ.7β του Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 6 του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος της πράξεως της παρ. 1 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. [ήδη σε ευρώ 73.000]. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι, έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α] ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και αν προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου, Β] έγγραφο, κατά την έννοια .του άρθρου 13γ Π.Κ., και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ] βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθινό ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθινό, που έπρεπε όμως να αναφερθεί, δ]δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά, που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στην γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην "εκ προοιμίου" αποδοχή αυτής. Για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της παραπάνω πράξης απαιτείται επί πλέον και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη του, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ., σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.7 εδ. β του ν. 2408/1996, ενώ ήδη σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 2721/1999, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, που ο δικαστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζει, αφού πλέον συνιστά ουσιώδες στοιχείο της πράξης σε βαθμό κακουργήματος. Κατά δε το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α του Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν: α] μία με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή με συμβολή, εντολή ή με υπόσχεση αμοιβής κ.λ.π. από πρόθεση παραγωγή σε κάποιον άλλον της απόφασης για διάπραξη ορισμένου εγκλήματος και β] ο άλλος να διαπράξει την άδικη πράξη που αποφάσισε με τον τρόπο αυτό. Από την τελευταία αυτή διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 49 παρ. 2 και 242 παρ. 1 και 2 Π. Κ. συνάγεται, ότι ο σκοπός του πορισμού αθέμιτου οφέλους ή της παράνομης βλάβης του άλλου, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κακουργηματικό χαρακτήρα, ο οποίος πάντως ηθικός αυτουργός αν δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, μπορεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 Π.Κ., να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη [βλ. Α.Π. 142/2009, Α.Π. 148/2009, Α.Π. 86/2006, Α.Π. 146/2006, Α.Π. 479/2000, Α.Π. 63/1998 δημ. ΝΟΜΟΣ]. Ας επισημανθεί ότι η παρ. 3 του άνω άρθρου 242 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 2721/1999, που ισχύει από 3-6-1999 είναι δυσμενέστερη της ίδιας παραγράφου, όπως ίσχυε πριν από την εν λόγω αντικατάσταση, δηλαδή όπως είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 1 παρ.7β του ν. 2408/1996 [βλ. Α.Π. 146/2006 ο.π.]. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, ο οποίος συνίσταται στο ότι καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με το δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος- και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση προς εκείνην του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση της πράξεως. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας από τους συναυτουργούς πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι ανάγκη να εξειδικεύονται oι επί μέρους υλικές ενέργειες εκάστου συναυτουργού [βλ. Α.Π. 141/2009, Α.Π. 290/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ]. Συναυτουργία είναι νοητή και στην ηθική αυτουργία και υπάρχει όταν περισσότεροι από έναν με πρόθεση τους από κοινού προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να διαπράξει την αξιόποινη πράξη που διέπραξε, είναι δε δυνατή αυτή [συναυτουργία] και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου [βλ. Α.Π. 954/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ], Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρίσης, της προανακριτικής εξέτασης, της προανάκρισης και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των νομίμως διορισθέντων πραγματογνωμόνων Ν. Κ. και Θ. Β., την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Π. Μ., την έκθεση ελέγχου ποιότητας λαμαρίνας κλπ, της "ΕΒΕΤΑΜ Α.Ε.", τις φωτογραφίες, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπομνήματα αυτών και από τις εκθέσεις εφέσεων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που επικαλούνται με αυτές και προσκομίζουν, αλλά και από τα υπομνήματα που υπέβαλαν ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου δια μέσω της Εισαγγελέως Εφετών προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων [ βλ. Α.Π. 146/2009 σε συμβούλιο, Α.Π. 470/2 008 σε συμβούλιο, Α.Π. 408/2008 σε συμβούλιο]. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος: Α) των ως άνω πρώτου έως και πέμπτου των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις: α] της διαταράξεως της ασφάλειας συγκοινωνιών από κοινού, από την οποία επήλθε θάνατος περισσοτέρων ατόμων, β] της πλαστογραφίας από κοινού με χρήση σκοπουμένου οφέλους άνω των 73.000 ευρώ και γ]της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο όφελος άνω των 73.000 ευρώ και Β) των ως άνω έβδομου και όγδοου των κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση ως και άπαξ και κατά μόνας, με σκοπούμενο όφελος άνω των 73.000 ευρώ. Αντίθετα, ως προς τον ως άνω έκτο των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Ε. Μ. του Β. πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο εν λόγω κατηγορούμενος κατηγορείται για το ότι με την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. και ως εκπρόσωπος του ΚΤΕΛ Ημαθίας από κοινού με τους λοιπούς πρώτο έως και πέμπτο των ως άνω εκκαλούντων - κατηγορουμένων κατά το χρονικό διάστημα από 3-4-1997 μέχρι 21-4-1998 τέλεσε το αδίκημα της πλαστογραφίας από κοιvoύ με χρήση σκοπουμένου οφέλους άνω των 73.000 ευρώ, επιπλέον στις 22-4-1998 και στις 18-5-1998 τέλεσε από κοινού και κατ' εξακολούθηση με τους προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους του το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με σκοπούμενο όφελος άνω των 73.000 ευρώ και επίσης, τέλεσε το αδίκημα της διαταράξεως της ασφαλείας συγκοινωνιών από κοινού, από την οποία επήλθε θάνατος περισσοτέρων ατόμων στις 13-4-2003. Όμως, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία πρακτικά του Δ.Σ. του ως άνω ΚΤΕΛ με ημερομηνίες 31-3-1995, 30-3-1998 και 30-3-2001 προκύπτει ότι αυτός εξελέγη ως μέλος του Δ. Σ. αυτού κατά τις αρχαιρεσίες της 25-11-2000, συγκροτήθηκε δε αυτό σε σώμα στις 30-3-2001. Επομένως, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από 3-4-1997 έως και 21-4-1998 και κατά τους χρόνους 22-4-1998 και 18-5-1998 δεν είχε την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. του ΚΤΕΛ Ημαθίας, και επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη ή μη αποχρωσών ενδείξεων σε βάρος του για τα ως άνω δύο πρώτα αδικήματα. Επίσης, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής αυτού προς στήριξη δημόσιας κατηγορίας ενώπιov του ακροατηρίου του αρμοδίου δικαστηρίου για το άνω τρίτο αδίκημα, κατά τον φερόμενο χρόνο τελέσεως του οποίου [13-4-2003] είχε την ιδιότητα του μέλους αυτού [Δ.Σ. του ΚΤΕΛ Ημαθίας], αφού, δεν προέκυψε ότι αυτός γνώριζε το "ιστορικό" του ως άνω λεωφορείου και παρά ταύτα δεν αντέδρασε ή συνήνεσε στην κυκλοφορία αυτού. Έτσι, δεν πρέπει, να γίνει κατηγορία εναντίον του για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Περαιτέρω, επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται στην ως άνω εισαγγελική πρόταση πραγματικών περιστατικών, πρέπει να λεχθούν και τα εξής: Οι προαναφερόμενοι πέντε πρώτοι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, μέλη του Δ.Σ. του ΚΤΕΛ Ν.Ημαθίας ισχυρίζονται με την κοινή έφεση τους ότι όταν αγοράσθηκε το επίμαχο λεωφορείο είχε μεν εξωτερικά λευκό χρώμα, πλην όμως έφερε μπλε [θαλασσί] λωρίδες και γι' αυτό οι διορισθέντες πραγματογνώμονες Ν.Κ. και Θ. Β. ομιλούν για ύπαρξη μπλε χρώματος κάτω από το γκρι χρώμα που είχε πλέον το εν λόγω λεωφορείο κατά το χρόνο του ατυχήματος, διότι συνέπεσε να ξύσουν σε σημείο του αμαξώματος του που είχε την μπλε λωρίδα και επομένως πρόκειται για λάθος αυτών [πραγματογνωμόνων], διότι δεν εξέτασαν ενδελεχώς την επιφάνεια αυτού. Ο ισχυρισμός τους αυτός ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από την ανάγνωση αυτής [έκθεσης πραγματογνωμοσύνης], προκύπτει ότι οι εν λόγω πραγματογνώμονες διεπίστωσαν την ύπαρξη μπλε χρώματος στο προαναφερόμενο λεωφορείο, κάτω από το γκρι χρώμα, σε όλο το αμάξωμα αυτού, αφού επί λέξει σ' αυτή χαρακτηριστικά αναφέρεται: "... Ελέγχοντας όλο το αμάξωμα του εν λόγω λεωφορείου παρατηρήσαμε εσωτερικά του γκρι χρώματος, που ήταν βαμμένο [εξωτερικά] το εν λόγω λεωφορείο, έφερε χρώμα μπλε ...". Όμως μπλε χρώμα το εισαχθέν στην Ελλάδα από τη Γερμανία μεταχειρισμένο λεωφορείο, εργοστασίου κατασκευής MAN, τύπου SR 292 Η, με αριθμό πλαισίου ... και χωρίς αριθμό κινητήρα, που εκτελωνίστηκε στις 2-6-1995 από το Τελωνείο Αθηνών, και στο οποίο χαράχθηκε στον κορμό του κινητήρα από τον μηχανολόγο τεχνολόγο μηχανικό Χ. Υ., κατά τη διαδικασία της παρ.3 περ.β του άρθρου 2 της ΥΑ ΣΤ/29852 της 9/13-12-1977 ο αριθμός ..., δεν είχε ποτέ, αφού από το εργοστάσιο κατασκευής είχε αρχικά χρώμα λευκό σε πέρλα, η μόνη δε αλλαγή του χρώματος του, που δηλώθηκε νόμιμα, είναι αυτή σε γκρι, που έγινε στις 15-4-1999 . Ας επισημανθεί, επίσης, ότι ο εκ των κατηγορουμένων Γ. Σ. απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτού Βέροιας στις 17-3-2008 ανέφερε ότι η συγκόλληση [μη εργοστασιακή] του πλαισίου πρέπει να υπήρχε και κατά τη σύνταξη του από 24-4-1997 πρακτικού επιθεώρησης του λεωφορείου, πλην όμως δεν ανεγράφη σ' αυτό από τον τότε διενεργήσαντα τον έλεγχο Ε. Β., επειδή, όπως επί λέξει αναφέρει "... Αλλά του διέφυγε και δεν είδε την συγκόλληση ...". Όμως, ο ισχυρισμός του αυτός, δεν αντέχει στη λογική. Τούτο δε διότι, το εν λόγω όχημα στις 31-3-1997 επιθεωρήθηκε και από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Δυτ. Αττικής και συντάχθηκε και σχετικό πρακτικό, στο οποίο δεν αναφέρεται ότι υπήρξε η ως άνω παράτυπη συγκόλληση του αριθμού πλαισίου, αλλά και από το ΚΤΕΟ Αθηνών, το οποίο στο σχετικό του Δελτίο που εξέδωσε, δεν φέρει καμία αρνητική παρατήρηση, παρά μόνο το χρόνο ισχύος του έως 14-2-1998. Επίσης, ο ισχυρισμός του αμέσως πιo πάνω κατηγορουμένου και του ογδόου εκκαλούντος - συγκατηγορουμένου του Ε. Π., ο οποίος συνιστά και λόγο της κοινής εφέσεως τους, περί μη θεμελιώσεως της νομοτυπικής μορφής του αποδιδόμενου σ' αυτούς αδικήματος ήτοι αυτού του άρθρου 242 παρ.1,3 Π.Κ., επειδή το τελευταίο απαιτεί κατάφαση ψεύδους και όχι παρασιώπηση γεγονότος, ελέγχεται απορριπτέος ως μη νόμιμος. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, μία εκ των σωρευτικώς απαιτουμένων προϋποθέσεων προς θεμελίωση της νομοτυπικής μορφής του εν λόγω αδικήματος είναι όχι μόνο όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθινό αλλά και όταν δεν αναφέρεται περιστατικό αληθινό, που έπρεπε όμως να αναφερθεί και στη συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε να αναφερθούν από αυτούς τα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση πραγματικά περιστατικά [ο τύπος του οχήματος που είχαν μπροστά τους ήταν ο τύπος SR 321 κλπ.]. Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βέροιας, το οποίο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς [σοβαρές] ενδείξεις ενοχής σε βάρος των πρώτου, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτου, εβδόμου και ογδόου των ως άνω εκκαλούντων -κατηγορουμένων για τις , αποδιδόμενες σ'αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις και παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εν λόγω κατηγορουμένους είναι αβάσιμα. Έσφαλε όμως στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά τον ως άνω έκτο των κατηγορουμένων [ Ε.Μ. ] και γι' αυτό, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο σχετικός λόγος της εφέσεως του, να εξαφανισθεί το πληττόμενο βούλευμα, μόνο ως προς την παραπομπή αυτού και να μη γίνει κατηγορία για τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό του παρόντος βουλεύματος. Όσον αφορά την ένσταση οιονεί δεδικασμένου που ισχυρίζονται oι πέντε πρώτοι κατηγορούμενοι ότι δημιουργήθηκε από την με ημερομηνία 5-3-1999 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... και την εν συνεχεία, από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης έγκριση αυτής, σχετικά με το αποδιδόμενο σ' αυτούς αδίκημα του άρθρου 216 παρ.1α-β, 3α Π.Κ., την οποία πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Συμβούλιο και επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου με σχετικό λόγο της πιο πάνω κοινής τους έφεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 85 παρ.1 και 5 του Ν. 2696/1999 "περί του κώδικος οδικής κυκλοφορίας" ο κάτοχος οχήματος των κατηγοριών του άρθρου αυτού, ο οποίος παραποιεί ή εξαφανίζει τα επί του πλαισίου ή του αμαξώματος στοιχεία αναγνωρίσεως, δηλαδή το όνομα του κατασκευαστή, τον τύπο του οχήματος και τον αριθμό και τη σειρά κατασκευής αυτού, όπως και αυτός που ενεργεί την παραποίηση ή αλλοίωση, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός μηνός και με αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας για χρονικό διάστημα ενός έως τριών μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την υπόσταση του σ' αυτή εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικώς μεν παραποίηση ή αλλοίωση των σ' αυτή στοιχείων αναγνωρίσεως του αυτοκινήτου, υποκειμενικός δε δόλος ενέχων τη γνώση και τη θέληση των απαρτιζόντων το έγκλημα αυτό πραγματικών περιστατικών. Έτσι όμως, το άρθρο 216 παρ.1, 3α του Π.Κ., όπως η νομοτυπική αυτή μορφή αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της παρούσης, απαιτούσης και πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο δηλαδή σκοπό του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού ή νοθευθέντος εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, καλύπτεται η όλη απαξία της από το άρθρο 85 παρ.5 του ν. 2696/1999 προβλεπομένης και τιμωρουμένης πράξεως όχι δε και αντιστρόφως [βλ. Α.Π. 992/1979 Ποιν.Χρ. Λ.124]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την ανάγνωση της ως άνω Διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ... προκύπτει ότι αυτός έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος ασκήσεως ποινικής διώξεως, όσον αφορά το επίμαχο λεωφορείο, για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αλλά ούτε και για το αδίκημα του άρθρου 85 του Κ.O.K., με την επισήμανση, όπως επί λέξει σ' αυτή αναφέρεται "...Τουλάχιστον όχι από υπάλληλο του ΚΤΕΛ Ημαθίας". Όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω μείζονα σκέψη και με δεδομένο την παρούσα άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος των εν λόγω κατηγορουμένων για το αδίκημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη οιονεί δεδικασμένου που να καθιστά απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτή η ετέρα άποψη που υποστηρίζει ότι η ειδική διάταξη του άρθρου 85 παρ.5 του Κ.O.K. υπερισχύει, σύμφωνα με τον κανόνα lex specialis derrogat lege generale [βλ. Μ.Παπαδογιάννη, Ερμην. Κ.O.K., έκδ. 1984, κάτω από το άρθρο 85] του άρθρου 216 Π.Κ. και πάλι το προκύψαν οιονεί δεδικασμένο κάμφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, ως•αιτιολογία της επαλλήλου σκέψεως του. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ... που απέρριψε την εν λόγω ένσταση των κατηγορουμένων, με την αιτιολογία, σημειωτέο, της επαλλήλου σκέψεως του παρόντος Συμβουλίου, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, και ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός των ιδίων κατηγορουμένων περί απαράδεκτου της ασκηθείσης εναντίον τους ποινικής διώξεως, διότι δεν τηρήθηκε η διάταξη του άρθρου 43 παρ.1 περ.2 Κ.Π.Δ., τον οποίον πρότειναν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου και επαναφέρουν και ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου με σχετικό λόγο της κοινής έφεσης τους, ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, όσον αφορά τις ως άνω πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και ηθικής αυτουργίας σ' αυτή, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, ενώ για τις λοιπές πράξεις διενεργήθηκαν προανακριτικές πράξεις κατά την παρ.2 του άρθρου 243 Κ.Π.Δ., κατά τα αναφερόμενα λεπτομερέστερα στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο, όπως προπειπώθηκε, αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπου επαναλήψεως. Επίσης τα αιτήματα των ιδίων κατηγορουμένων περί διενεργείας αυτοψίας στον τόπο του ατυχήματος, διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης και το επικουρικώς υποβαλλόμενο αίτημα διεξαγωγής περαιτέρω ανακρίσεως ελέγχονται απορριπτέα ως αβάσιμα, επειδή το Συμβούλιο από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία έχει μορφώσει δικανική πεποίθηση σε επίπεδο αποχρωσών [σοβαρών] ενδείξεων που δικαιολογούν την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου και την στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος τους για τις ως άνω σ' αυτούς αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις. Τέλος, όσον αφορά το αίτημα όλων των κατηγορουμένων, το οποίο υποβάλλεται με τις υπό κρίση εφέσεις τους, περί εμφανίσεως αυτών ενώπιον του Συμβουλίου για να παράσχουν τις αναγκαίες διευκρινήσεις επί της υποθέσεως, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ.α του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ' αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ του ίδιου κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. [βλ. Α.Π. 430/2008, Α.Π. 2528/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ]. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ως άνω συνεισαγόμενα, όπως προειπώθηκε, με τις εφέσεις αιτήματα των ως άνω εκκαλούντων - κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν, καθόσον οι ίδιοι τόσο κατά τις απολογίες τους ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών ... και τα κατατεθέντα από αυτούς υπομνήματα, όσο και με τις κρινόμενες εφέσεις αλλά και τα υπομνήματα που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου οι πέντε πρώτοι από αυτούς, ανέπτυξαν διεξοδικώτατα τους ισχυρισμούς τους και τις αιτιάσεις τους, ώστε κάθε περαιτέρω σχετική διευκρίνιση να κρίνεται εντελώς άσκοπη και περιττή. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις των πρώτου, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτου, εβδόμου και ογδόου των εκκαλούντων -κατηγορουμένων να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες, να επικυρωθεί το πληττόμενο βούλευμα ως προς τις διατάξεις του που αφορούν τους εν λόγω κατηγορουμένους, και να επιβληθούν σε βάρος αυτών τα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ. ] , ενώ η υπό κρίση έφεση του έκτου αυτών [Ε.Μ.] πρέπει να γίνει δεκτή, όπως ήδη προειπώθηκε, ως ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί το πληττόμενο βούλευμα ως προς τις διατάξεις του περί παραπομπής αυτού και να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Τέλος, ως προς το απαλλακτικό σκέλος του βουλεύματος, δεν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των μηνυτών, διότι δεν προέκυψε ότι συντρέχει στα πρόσωπα τους συνδρομή των όρων του άρθρου 585 παρ.1 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, αναφορικά με τις πράξεις της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο από τον οποίο επήλθε θάνατος άλλων και της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλο αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 € κατ' εξακολούθηση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα όσον αφορά την παραπεμπτική κρίση του προσβαλλομένου βουλεύματος για το έγκλημα της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο από την οποία επήλθε ο θάνατος άλλων, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, όπως προαναφέρθηκε, και για να επιβληθεί η βαρυτέρα ποινή πρέπει το αποτέλεσμα αυτό να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη, δεν παρατίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την αμέλεια αυτή, καθώς και το είδος της αμέλειας που επέδειξε ο δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω όσον αφορά το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης δεν αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν από δόλο-πρόθεση, στοιχείο απαραίτητο για την υποκειμενική θεμελίωση του και ακόμη διαλαμβάνονται παραδοχές ότι αυτοί " όφειλαν να βεβαιώσουν ", " όφειλαν να δηλώσουν " που προσιδιάζουν σε επίδειξη αμελούς και όχι δολίας συμπεριφοράς. Τέλος, ενώ ο έβδομος των κατηγορουμένων παραπέμπεται για ψευδή βεβαίωση κατ'εξακολούθηση τελεσθείσα στις 22/4/98 και 18/5/98, δηλ. πριν την ισχύ της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 6 Ν. 2721/1999 που καθιερώνει συνολικό ποσό οφέλους ή ζημίας, το προσβαλλόμενο βούλευμα λαμβάνει υπόψη το συνολικό όφελος που προέκυψε από την πράξη, χωρίς να προσδιορίζεται το ποσό ωφέλειας από κάθε μερικότερη πράξη και δη αν για κάθε μία απ' αυτές υπερβαίνει το ποσό των 73.000€, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της τιμώρησης της πράξης σε βαθμό κακουργήματος. Οι πλημμέλειες αυτές της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, ιδρύουν τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.δ' Κ.Π.Δ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όπως βασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Οι λοιπές όμως αιτιάσεις κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος, που προβάλλονται με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης είναι αβάσιμες και ως εκ τούτου απορριπτέες. Και τούτο διότι: α) δεν προκλήθηκε παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και κατά συνέπεια απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκ του γεγονότος ότι δεν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση πριν την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους, δεδομένου ότι αφ' ενός προηγήθηκε αστυνομική προανάκριση για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού και αφ'ετέρου αυτοί άσκησαν όλα τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα στην κυρία ανάκριση που επηκολούθησε (βλ. ΑΠ 1131/09, ΑΠ 860/09 ), β) δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία κατ' άρθρον 43 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά, ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ'ουσίαν αβάσιμη. ( Α.Π. 1780/09, Α.Π. 903/09 ). Κατά συνέπεια η άσκηση, σε βάρος των πέντε (5) πρώτων εκ των αναιρεσειόντων, ποινικής δίωξης για κακουργηματική νόθευση, μετά την αρχειοθέτηση της σχετικής αναφοράς, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης και τέλος γ) για την αιτιολόγηση της ηθικής αυτουργίας είναι αρκετή η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οι δράστες παρακινήθηκαν με συνεχείς παρακλήσεις, πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι αναγκαία η συνδρομή και άλλων προσθέτων στοιχείων (Α.Π. 1230/09, Α.Π.202/08). Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να γίνουν και κατ' ουσίαν δεκτές, ως προς τις παραπεμπτικές διατάξεις του προσβαλλομένου βουλεύματος για τα εγκλήματα της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο από την οποία επήλθε ο θάνατος άλλων και της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλους αθεμίτου οφέλους που υπερβαίνει τα 73.000€, να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 1/2010, 2/2010 και 3/2010 αιτήσεις αναίρεσης των 1) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Δ. Γ. του Α., κατοίκου ..., Γρ. Λαμπράκη αρ. 28, 3) Α. Ο. του Π., κατοίκου ..., ..., 4) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 6) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., οδός ... και 7) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του με αριθμό 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. ΙΙ. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν. Αθήνα 22-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η υπ' αριθ. 1/20.1.2010 των Α. Σ. του Ι., Δ. Γ. του Α., Α. Ο. του Π., Α. Κ. του Κ. και Ν. Π. του Γ., 2) η υπ' αριθ. 2/20.1.2010 του Ε. Π. του Ι. και 3) η υπ αριθ. 3/20.1.2010 του Γ. Σ. του Δ., για αναίρεση του υπ" αριθ. 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις τους κατά του υπ" αριθ. 28/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος". Ως διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας νοείται η πράξη που καθιστά τη διεξαγωγή της συγκοινωνίας μη ασφαλή, δημιουργώντας συνθήκες που καθιστούν τη συνέχιση της ασφαλούς κινήσεως αδύνατη ή πολύ δυσχερή, που καθιστούν δηλαδή τη συγκοινωνία επικίνδυνη. Στο μέτρο που η κίνηση στους δρόμους ούτως ή άλλως περικλείει κινδύνους, η έννοια της διαταράξεως της ασφάλειας της συγκοινωνίας στοιχειοθετείται όταν η πράξη έχει ως αποτέλεσμα την επαύξηση του συνηθισμένου κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους. Η διάταξη προστατεύει κυρίως την ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας. Πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου δεν αρκεί μόνο η διατάραξη - όταν δηλ. δημιουργούνται συνθήκες κινδύνου, κατά την ανωτέρω έννοια, για την ασφαλή διεξαγωγή της συγκοινωνίας- αλλά πρέπει, επί πλέον, από αυτή να μπορεί να προκύψει κίνδυνος (θανάτου ή σωματικής βλάβης) για άνθρωπο (ή να επήλθε όντως τέτοιος κίνδυνος). Η ελεγχόμενη πράξη διαταράξεως μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική κυκλοφοριακή ρύθμιση ή, αντιθέτως, να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξ αιτίας της εντάσεως ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Κάθε επικίνδυνη παρατεινόμενη συμπεριφορά οδηγών αυτοκινήτων στους δρόμους (επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό καθεστώς μέθης, κακή συντήρηση του κινούμενου πεπαλαιωμένου οχήματος, το οποίο έφερε τεχνικά και μηχανικά ελαττώματα, υπερβολική ταχύτητα, υπερφόρτωση του αυτοκινήτου, κακή πρόσδεση του φορτίου σε καρότσες φορτηγών ή πορτ - μπαγκάζ αυτοκινήτων κ.λπ.) αποτελεί καθαυτή αξιόποινη πράξη διαταράξεως, κατά "την ανωτέρω έννοια, διότι α) θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της συγκοινωνίας της οδού επί της οποίας κινείται το όχημα και β) δημιουργεί με την κίνηση του στους δρόμους έναν εν δυνάμει κίνδυνο για αόριστο αριθμό προσώπων, αφού, π.χ., η κακή συντήρηση πεπαλαιωμένου οχήματος, το οποίο κανονικά έπρεπε να έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία, μπορεί να προκαλέσει ατύχημα και να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αόριστου αριθμού ατόμων. Υποκείμενο του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών μπορεί να είναι όχι μόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου, αλλά και εκείνος που δεν πραγματοποίησε τον έλεγχο ασφαλείας που όφειλε. Τούτο δε, γιατί το εν λόγω έγκλημα μπορεί να τελεσθεί και με παράλειψη, εφόσον υπάρχει σχετική νομική υποχρέωση δράσεως, η οποία μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από προηγούμενη σύμβαση ή από ορισμένη άδικη συμπεριφορά από την οποία δημιουργήθηκε κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Υποκειμενικώς απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεως του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Η απαιτούμενη, κατά τον νόμο, πρόθεση πρέπει να καλύπτει, όχι τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ή ακόμη τη δημιουργία κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα είτε των επιβατών του συγκοινωνιακού μέσου, είτε των χρησιμοποιούντων την οδό, αλλά τη διατάραξη της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτήν. Ενδεχόμενος δόλος, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση, κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεως του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά ταύτα, προχωρεί στην τέλεση της πράξεως του. Για τον προσδιορισμό της εννοίας "της αποδοχής" του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία, δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενο της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχομένου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτής και ενδεχομένου δόλου, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό στοιχείο και των δύο. Δηλαδή ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια μοιάζουν στο γνωστικό ή διανοητικό στοιχείο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος. Διαφέρουν, όμως, ριζικά στο βουλητικό στοιχείο, διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί, όμως, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεως του δεν απώθησε από τη συνείδηση του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και εντεύθεν το επιδοκίμασε. Έτσι, ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το αποδέχεται, υπό την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή συμβιβάζεται με αυτό, δηλαδή προχωρεί στην επιδίωξη του στόχου του παρά τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του, αδιαφορεί για την τύχη του εννόμου αγαθού, ενώ συγχρόνως δεν έχει λόγους να πιστεύει σε μια επιτυχή έκβαση του πράγματος και στη μη επέλευση του αποτελέσματος. Σ' ότι αφορά ειδικά στην υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, για την κατάφαση του δόλου αρκεί να γνωρίζει και να αποδέχεται ο δράστης, έστω και ως ενδεχόμενο, ότι, με τη θέση σε κυκλοφορία πεπαλαιωμένου αυτοκινήτου με ελαττώματα και χωρίς συντήρηση, παραβιάζει τους κανόνες ασφαλούς κινήσεως και ότι από την παραβίαση αυτή μπορεί το αυτοκίνητο να προκαλέσει ατύχημα ή να υποστεί τέτοιο και να μην αντιδράσει, όπως θα αντιδρούσε ένα επιμελώς συντηρημένο όχημα καινά δημιουργηθεί έτσι κίνδυνος ανθρώπου. Εξαιρετικά δυσχερές ζήτημα στο πλαίσιο του ενδεχομένου δόλου είναι η διάγνωση του βουλητικού στοιχείου, που είναι στενά συνδεδεμένο και ισοδύναμο με το γνωστικό. Ο "συμβιβασμός" δε του δράστη με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος πρέπει να τεκμηριώνεται με τη βοήθεια αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η ιδιαίτερα υψηλή επικινδυνότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς, η εμμονή του δράστη στην κινδυνώδη δράση από ιδιοτελείς σκοπούς (π.χ. μεγιστοποίηση επιχειρηματικού κέρδους), η αυτοδιακινδύνευση του δράστη, που εκτίθεται στον ίδιο κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος με το θύμα, και η λήψη μέτρων για την αυτοπροστασία του. Η ύπαρξη δεδομένων, όπως ο ιδιοτελής σκοπός, κάθε απόλυτη αδιαφορία, αναδεικνύουν την εμμονή στην κινδυνώδη δράση σε αναμφισβήτητα εχθρική (για το έννομο αγαθό) απόφαση. Περαιτέρω, χρήσιμο κριτήριο είναι η βεβαιότητα του δράστη ότι δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα (οπότε αυτή οδηγεί προς την ενσυνείδητη αμέλεια) ή η απλή, δηλαδή, ατεκμηρίωτη ελπίδα του δράστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα (οπότε αυτή οδηγεί προς τον ενδεχόμενο δόλο). Με τους όρους αυτούς ολοκληρώνεται η νομοτυπική μορφή διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών κατά το άρθρο 290§1α ΠΚ, ακόμη κι όταν η πράξη δεν έχει οδηγήσει στην πρόκληση οποιουδήποτε βλαπτικού αποτελέσματος. Αν δε η παραπάνω πράξη είχε ως περαιτέρω αιτιατό αποτέλεσμα να προκληθεί θάνατος από αμέλεια του δράστη, η συμπεριφορά στοιχειοθετεί το έγκλημα του άρθρου 290§1 β ΠΚ και αντιμετωπίζεται ως κακούργημα με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης 5-20 ετών (άρθρο 51§1, 52 ΠΚ), ποινή η οποία αντιστοιχεί στην πραγματική βαρύτητα και επικινδυνότητα της πράξης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να παρατίθενται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια, καθώς και το είδος αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά και η διάταξη του άρθρου 29 ΠΚ. Περαιτέρω, το νομοθετικό πλαίσιο για την τεχνική και στατική καταλληλότητα των ειδικών τουριστικών λεωφορείων, τις συνέπειες των παραβάσεων και τους σχετικούς τεχνικούς ελέγχους έχει ως εξής: α) Το ν.δ. 1225/1972 (ΦΕΚ Α 147) στο άρθρο 1 ορίζει ότι: "1. Τα πάσης κατηγορίας λεωφορεία αυτοκίνητα δημοσίας και ιδιωτικής χρήσεως δύνανται να κυκλοφορούν κατά τας κειμένας διατάξεις, εφ' όσον χρόνον είναι κατάλληλα από απόψεως ασφάλειας και εμφανίσεως προς κυκλοφορίαν, της τοιαύτης καταλληλότητας των διαπιστουμένης δια διενεργουμένου τακτικού ή εκτάκτου τεχνικού ελέγχου. 2. Δι' αποφάσεως του Υπουργού Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα του περιεχομένου, του τρόπου, του τόπου, της συχνότητος αναλόγως της ηλικίας του αυτοκινήτου και του χρόνου διενέργειας του κατά την προηγουμένην παράγραφον τεχνικού ελέγχου, εκτεινομένου κυρίως εις την κατάστασιν των συστημάτων πεδήσεως, διευθύνσεως, φωτισμού, αναρτήσεως, των ελαστικών, του κινητήρος και των συστημάτων μεταδόσεως κινήσεως, του πλαισίου, του αμαξώματος, της εν γένει εμφανίσεως και της παρεχομένης ανέσεως εις τους επιβάτας των αυτοκινήτων τούτων. 3. Παρερχομένων απράκτων των υπό των αρμοδίων Υπηρεσιών Συγκοινωνιών τασσομένων προθεσμιών προς άρσιν των διαπιστωθεισών κατά τον τεχνικόν έλεγχον ελλείψεων και βλαβών των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου αυτοκινήτων πλην της ιδιωτικής χρήσεως τοιούτων, αίτινες εν ουδεμία περιπτώσει δύνανται να υπερβούν αθροιστικώς το εξάμηνον, απολλυται αυτοδικαίως το δικαίωμα της περαιτέρω κυκλοφορίας αυτού τούτου του επιθεωρηθέντος αυτοκινήτου, δυναμένου να αντικατασταθεί δια καινουργούς τοιούτου κατά τας οικείας διατάξεις ... ". β) Το άρθρο δε 7 της υ.α. 38850/2968/1986 (ΦΕΚ Β 750) "περί καθορισμού τύπου λεωφορείου τουριστικού και ξενοδοχείων" ορίζει στην παρ. 1 ότι το αμάξωμα του τουριστικού λεωφορείου: "είναι κατασκευασμένο με τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής και αποτελεί μαζί με το πλαίσιο ένα σύνολο στιβαρό και επαρκούς αντοχής για να ανταποκρίνεται στις καταπονήσεις κάθε μορφής που υφίσταται". Η παρ. 12 της ίδιας υπουργικής απόφασης ορίζει ότι: "γενικά το αμάξωμα κατασκευάζεται από υλικά άριστης ποιότητας, μεταλλικά εξαρτήματα ανοξείδωτα και έχει από κάθε άποψη άριστη και πολυτελή εμφάνιση". Ακόμη και στην περίπτωση που η αρμόδια υπηρεσία χορηγήσει άδεια για αντικατάσταση του αμαξώματος τότε και πάλι "προϋπόθεση των παραπάνω αλλαγών είναι η τήρηση των όρων των γενικών και ειδικών διατάξεων -κανονιστικών αποφάσεων καθορισμού τύπου - που αφορούν τα υπόψη λεωφορεία (αστικά, υπεραστικά, ειδικά τουριστικά και σχολικά) και των κανόνων της επιστήμης και της τεχνικής" (ΥΑ ΣΤ/ / /1973 όπως αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο Ι της 14300/2-13 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β 278). γ) Το άρθρο 17 αριθ.38850/2968 περί καθορισμού τύπου τουριστικού λεωφορείου και τουριστικού ξενοδοχειακών επιχειρήσεων ορίζει ότι: (ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' Έγκριση τύπου. Ταξινόμηση. Έγκριση τύπου. Γενικές προϋποθέσεις και δικαιολογητικά 1. Το λεωφορείο είναι κατασκευασμένο συμφωνά με τις διατάξεις του Ν.4841/1930, του από 22/29.1.1981 Π.Δ/τος, του ΚΟΚ των κάθε φορά ισχυουσών διατάξεων και των κανόνων της επιστήμης και της τεχνικής .... 3. Τα εισαγόμενα πλήρη λεωφορεία πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας, δ) Το άρθρο 8 του ν. 2446/1996 υπό τον τίτλο "αντικατάσταση ειδικών τουριστικών λεωφορείων δημοσίας χρήσεως" ορίζει ότι: "1. Δικαίωμα αντικατάστασης του ειδικού τουριστικού λεωφορείου δημόσιας χρήσης έχουν οι ιδιοκτήτες των οχημάτων στο όνομα των οποίων έχει εκδοθεί η άδεια του λεωφορείου, στις περιπτώσεις: α. Λήξης της ισχύος της άδειας κυκλοφορίας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας του λεωφορείου. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ολοκληρώσει τη διαδικασία εντός έτους από την ημερομηνία λήξης της ισχύος της έγκρισης κατά το άρθρο 5 του παρόντος νόμου. β. Αντικατάστασης του υφιστάμενου οχήματος, εφόσον προηγηθεί ο αποχαρακτηρισμός του ως τουριστικού λεωφορείου. 2. Στις περιπτώσεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου, το υφιστάμενο ειδικό τουριστικό λεωφορείο μπορεί να αντικατασταθεί από. -καινούργιο - μεταχειρισμένο τουριστικής χρήσης προέλευσης εσωτερικού, για το οποίο έχει προηγηθεί ο αποχαρακτηρισμός του ως τουριστικού ή μεταχειρισμένο προέλευσης εξωτερικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ.194/1991 (ΦΕΚ 75 Α'), υπό την προϋπόθεση ότι ο χρόνος κυκλοφορίας τους δεν έχει υπερβεί το κατά την παρ.1 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου επιτρεπόμενο όριο και εφόσον κριθεί κατάλληλο ως προς την ασφαλή κυκλοφορία του από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή τις οικείες Νομαρχίες και κατάλληλο ως προς την εμφάνιση, τις προσφερόμενες υπηρεσίες και τις παρεχόμενες ανέσεις από τον Ε.Ο.Τ.. Η ημερομηνία της πρώτης κυκλοφορίας του μεταχειρισμένου λεωφορείου προέλευσης εξωτερικού, πιστοποιείται με έγγραφο του εποπτεύοντος τις μεταφορές κρατικού φορέα της αντίστοιχης χώρας", ε) Το δε άρθρο 1 παρ. 5 της υ.α. 44800/ /1985 (ΦΕΚ Β 781) ( περιοδικός τεχνικός έλεγχος οχημάτων ορίζει ότι "σε περίπτωση που διαπιστωθούν βλάβες που καθιστούν το όχημα επικίνδυνο για την οδική ασφάλεια, το όχημα ακινητοποιείται..". στ) Σύμφωνα με την παρ. 3 του Κεφαλαίου Β της υπ' αριθμ. ΣΤ /1832/1978 απόφασης του Υπουργού Συγκοινωνιών, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 της ΥΑ 79400/2490/1989 (ΦΕΚ Β496), "ως κύρια χαρακτηριστικά των λεωφορείων θεωρούνται τα εξής: α} ... δ) ο αριθμός σειράς του πλαισίου". Η έννομη σημασία του αριθμού αυτού έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί βασικό στοιχείο αναγνωρίσεως του οχήματος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ΣΤ/29852 της 9/13 Δεκ. 1977 (ΦΕΚ Β' 1288) απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών "περί στοιχείων αναγνωρίσεως αυτοκινήτων ρυμουλκούμενων, ημιρυμουλκούμενων και μοτοσικλετών", η οποία - όπως τροποποιήθηκε και ισχύει δυνάμει της υπ' αριθμ. 1700/16-25 Ιαν. 1984 (ΦΕΚ Β 37) απόφασης Υπουργού Συγκοινωνιών - ορίζει ότι: "κανένα αυτοκίνητο ή ρυμουλκούμενο ή ημιρυμουλκούμενο ή μοτοσικλέτα, που εισάγεται από το εξωτερικό και θα έχει κατασκευαστεί μετά την 31.12.1984 τίθεται σε κυκλοφορία στην Ελλάδα αν δεν φέρει στοιχεία αναγνωρίσεως της ταυτότητας που αναφέρονται στο άρθρο 1 της απόφασης αυτής", ζ) Το δεύτερο εδάφιο του τρίτου άρθρου της άνω υ.α., όπως αντικαταστάθηκε από την υ.α. 1700/1625 Ιαν. 1984 (ΦΕΚ Β 37), ορίζει ότι "για τα εισαγόμενα οχήματα, που κατασκευάσθηκαν ή θα κατασκευαστούν προ της 31.12.1984 ... καθώς και για τα κυκλοφορούντα, ως στοιχεία αναγνωρίσεως της ταυτότητας του πλαισίου και του κινητήρος των, θα χρησιμοποιούνται τα τιθέμενα από τους κατασκευαστές των οχημάτων στοιχεία ... ". Ως στοιχεία αναγνωρίσεως νοούνται "τα χαρακτηριστικά διακριτικά στοιχεία του τύπου του οχήματος, δηλαδή "ο συνδυασμός γραμμάτων ή αριθμών ή γραμμάτων και αριθμών, ο οποίος δίδεται για κάθε τύπο οχήματος από τον κατασκευαστή του και αντιστοιχεί αποκλειστικά στον τύπο αυτό, ώστε να είναι εύκολη η αναγνώριση του ... και ο αριθμός σειράς της κατασκευής του οχήματος". Τα στοιχεία αυτά του πλαισίου "πρέπει να υπάρχουν χαραγμένα η κτυπημένα από τον κατασκευαστή του οχήματος στο πλαίσιο του οχήματος ή στη φέρουσα κατασκευή ... και σε μέρος που να μην αντικαθίσταται στις επισκευές και προσιτό για ευχερή αναγνώριση), η) Δυνάμει του άρθρου 2 της υ.α. 290054/1984 (ΦΕΚ Β' 666) "περί θεμάτων επιθεώρησης οχημάτων στα ΚΤΕΟ" ορίζεται ότι "από την έναρξη ισχύος της παρούσας αντί για τους κατά το προηγούμενο άρθρο καταργούμενους ελέγχους (δηλ. της κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών ΣΤ 20269/12.7.73, ΦΕΚ 872/8/1973 "περί τεχνικού ελέγχου των λεωφορείων αυτοκινήτων κ.λπ.) και της όμοιας απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών 24340/9.8.74, ΦΕΚ 812/8/1974, (περί επιθεωρήσεως των λεωφορείων του ΕΚΤΕΛ) έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΠΔ/τος 1487/1981 (ΦΕΚ 347/8/1981) (καθιέρωση περιοδικού τεχνικού ελέγχου οδικών οχημάτων και των ρυμουλκούμενων τους), οι εκτελεστικές αυτού κανονιστικές αποφάσεις μας και τα κάθε φορά συντασσόμενα και ανακοινούμενα, από κάθε ένα ΚΤΕΟ, προγράμματα με τα οποία, τα κατά το προηγούμενο άρθρο οχήματα καλούνται για να υποστούν περιοδικό τεχνικό έλεγχο, όπως αυτός προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές". Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ, 1 του άρθρου 216, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το αρθρ. 13 εδ. γ' ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτή, έγγραφο είναι και ο αριθμός πλαισίου αυτοκινήτου, η συναρμολόγηση ανταλλακτικών, η εντοίχιση ξένου αριθμού πλαισίου κ.λ.π. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α' της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, προσαπαιτείται ο υπαίτιος της πράξεως να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό ταυ ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, εφόσον το όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός αυτής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, ο οποίος υπάρχει όταν ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών, αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 242 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτούνται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α1 και 263α του ΠΚ (όπως το άρθρο 263α προστέθηκε με το ν.δ. 1234/1972 και αντικατ. με το άρθρο 4§4 του ν. 1738/1987), β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται μ' αυτό, έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή, απόσβεση δικαιώματος ή έννομης, δημόσιας ή ιδιωτικής, σχέσεως ή καταστάσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψη του (όπως, π.χ., παράλειψη υπαλλήλου του ΚΤΕΟ ή του Τμήματος Συγκοινωνιών του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων να αναφέρει στην έκθεσή του τη νόθευση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου, την οποία διαπίστωσε, κλπ.) και ε)δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού. Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 242 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1§7 β του ν. 2408/1996 και 14§6 του ν. 2721/1999, "αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ)". Για την στοιχειοθέτηση, συνεπώς, της κακουργηματικής μορφής της ψευδούς βεβαιώσεως προσαπαιτείται, πέραν τον ανωτέρω εκτεθέντων, σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη του, το δε όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Λόγω της αναδρομικότητας του ηπιότερου νόμου (άρθρο 2§1 ΠΚ), η διάταξη, όπως ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999 (3.6.1999), που θέτει το κατώτατο όριο της βλάβης και του αντιστοίχου οφέλους για το χαρακτηρισμό της ψευδούς βεβαιώσεως ως κακουργήματος, καταλαμβάνει και τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ τούτου. Για το διάστημα από της ισχύος του ν. 2408/1996 μέχρι την ισχύ του ν. 2721/1999, αφότου τέθηκε, ως κατώτατο όριο το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ, επί μερικότερων πράξεων ψευδούς βεβαιώσεως κατ" εξακολούθηση, για το χαρακτηρισμό του κακουργήματος απαιτείται το όφελος ή η βλάβη τουλάχιστον μιας από τις μερικότερες πράξεις (και όχι του συνόλου αυτών) να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υπερισχύει, δηλαδή, για το διάστημα αυτό, ο ν.2408/1996 ως επιεικέστερος του νεότερου. Πρέπει, κατά συνέπειαν, στην περίπτωση αυτή να προσδιορίζεται το όφελος ή η βλάβη από κάθε μερικότερη πράξη, εκτός αν όλες οι πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απέβλεπαν στην πραγματοποίηση του αυτού ενιαίου οφέλους ή στην πρόκληση της αυτής ενιαίας ζημίας, οπότε κάθε επί μέρους προσδιορισμός του οφέλους ή της ζημίας δεν είναι νοητός. Η πράξη δε της ψευδούς βεβαιώσεως τελεί σε σχέση αληθινής συρροής με την πλαστογραφία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 §1 ΠΚ, "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή• για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Τέλος, από τη διάταξη του αρθρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, που ορίζει ότι "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση και παραγωγή από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η δε πρόκληση αυτή δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής πειθώ, φορτικότητα, απειλή, συμβουλή, εντολή, εκμετάλλευση πλάνης κ.λ.π., β) διάπραξη από τον άλλον (ο οποίος αποφάσισε με τον τρόπο αυτό) της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Από τη διάταξη δε αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 49§2 και 242§§1 και 3 ΠΚ συνάγεται ότι ο σκοπός του πορισμού αθέμιτου οφέλους ή της παράνομης βλάβης του άλλου πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα, ο οποίος, πάντως, ηθικός αυτουργός, αν δεν έχει την ιδιότητα του υπάλληλου, μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 49 παρ. 1 του ΠΚ, να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη. Στην περίπτωση, λοιπόν, της ηθικής αυτουργίας, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως (ή του παραπεμπτικού βουλεύματος), πρέπει να αναφέρονται σαφώς ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο (ή το συμβούλιο) συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε, με τον τρόπο και τα μέσα αυτά, στο φυσικό αυτουργό την απόφαση του αυτή. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 §1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ* αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται, πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 13 Απριλίου του 2003 ξεκίνησε από τον Προβάτωνα Έβρου με προορισμό τον Πειραιά το υπ' αρ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκίνητο ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο (συρμός) ιδιοκτησίας Φ. Κ. και Α. Κ. οδηγούμενο από το Δ. Ν. ... Απογευματινές ώρες ο παραπάνω έφθασε στην περιοχή των Τεμπών. Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο, στην ίδια περιοχή των Τεμπών εκινείτο με κατεύθυνση από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη (χ.θ. 384 + 000) το υπ' αρ. κυκλ. ... Δ.Χ. τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας και κατοχής του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας οδηγούμενο από τον...Κ. Μ., μεταφέροντας 49 μαθητές της πρώτης τάξης του Λυκείου ... του Δήμου ... μαζί με τρεις συνοδούς καθηγητές τους. που επέστρεφαν από τριήμερη εκπαιδευτική σχολική εκδρομή στην Αθήνα. Περί τις 19:20 τα δύο ως άνω οχήματα συναντήθηκαν στην 384. 850 Χ/Θ της ΝΕΟ Αθηνών - Θεσσαλονίκης, όπου ο δρόμος είναι διπλής κυκλοφορίας με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση,... Ο οδηγός του ανωτέρω φορτηγού Δ. Ν....από απερισκεψία προσέδωσε στο έμφορτο όχημα του ταχύτητα περίπου 85 χλμ/ώρα, ... Αποτέλεσμα της απρονοησίας του αυτής ήταν, ενώ είχε προηγηθεί αριστερή στροφή κατά την οποία η φυγόκεντρη δύναμη έφερε το κέντρο βάρους του οχήματος προς τα δεξιά, λόγω της κακής συσκευασίας, στοιβασίας. πρόσδεσης και υπέρβαρου φορτίου, κατά την χρονική στιγμή που ο οδηγός πραγματοποιούσε την αμέσως επόμενη και απότομη δεξιά στροφή, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος, στο οποίο σε αυτήν την στροφή το κέντρο βάρους (...) μετατοπίστηκε απότομα προς τα αριστερά και να ανασηκωθούν στον αέρα οι δεξιοί τροχοί του συρμού ενόψει και της κακής καταστάσεως των ελαστικών, στις πίσω ρόδες του ρυμουλκού. Ο δε συρμός πλαγιολισθαίνοντας προς τα αριστερά υπερέβη τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της εθνικής οδού και άρχισε σταδιακά να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στην αρχή κατά λίγα εκατοστά, στη συνέχεια κατά 50 εκατοστά και τελικά κατά 90 εκατοστά. Στο τελικό αυτό σημείο το φορτηγό με την εμπρόσθια κολώνα της οροφής του κουβουκλίου του συγκρούστηκε ελαφρά με την εμπρόσθια γωνία του ως άνω λεωφορείου, το οποίο εκινείτο αντίστοιχα σε απόσταση 90 εκ. από τη διαχωριστική γραμμή έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 70 χλμ/ώρα. Ταυτόχρονα με την πρώτη σύγκρουση των δύο οχημάτων ο οδηγός του φορτηγού επιχείρησε απότομο δεξιό ελιγμό, όμως χωρίς αποτέλεσμα, με συνέπεια ολόκληρο το όχημα μαζί με το ρυμουλκούμενο μέρος του να εισχωρήσει ακόμη περισσότερο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας καινά σέρνεται με όλη την επιφάνεια της αριστερής πλευράς του ρυμουλκού επί της αριστερής πλευράς του λεωφορείου. Ταυτοχρόνως και ο οδηγός του λεωφορείου διενήργησε απότομο δεξιό αποφευκτικό ελιγμό μετά την πρώτη σύγκρουση. Καθώς το αμάξωμα του συρμού σερνόταν ξύνοντας όλη την αριστερή πλευρά του λεωφορείου, τα αριστερά οριζόντια παραπέτα του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έσπασαν από την πίεση που ασκούσε το φορτίο, καθόσον αυτό μετακινήθηκε προς τα αριστερά λόγω της στροφής προς τα δεξιά του φορτηγού, με αποτέλεσμα να αποκολληθεί η τελευταία οριζόντια αψίδα και αιωρούμενη σε πλάγια θέση να θραύσει την αριστερή κολώνα του εμπρόσθιου ανεμοθώρακά του λεωφορείου και στη συνέχεια τα κολωνάκια και τους υαλοπίνακες των παραθύρων της αριστερής πλευράς του λεωφορείου και να εισέλθει διαγώνια στο εσωτερικό του. Ταυτοχρόνως έσπασαν οι ιμάντες πρόσδεσης του φορτίου και ένα μέρος αυτού απελευθερώθηκε και εκτινάχθηκε στο εσωτερικό του λεωφορείου, το οποίο λόγω της κακής του κατάστασης και της παλαιότητας του δεν επέδειξε ούτε στοιχειώδη αντοχή στην πρόσκρουση αφήνοντας απροστάτευτους και εκτεθειμένους τους επιβάτες του. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να επέλθει ο θάνατος λόγω σοβαρότατου τραυματισμού 21 μαθητών και η πρόκληση σωματικών βλαβών σε άλλα 33 πρόσωπα. Ειδικότερα συνεπεία του τραυματισμού τους υπέκυψαν οι εξής: 1)... 21)... Σωματικές βλάβες και κακώσεις υπέστησαν οι εξής επιβάτες του λεωφορείου: 1)... 29)... Στη συνέχεια το λεωφορείο λόγω της ώθησης... Όσον αφορά το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Λ.Χ. λεωφορείο, αυτό ήταν ιδιοκτησίας του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας δυνάμει του υπ' αρ. .../3-4-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Αλίκης Λεμπέση Βαρδουλάκη, με το οποίο πουλήθηκε μεταχειρισμένο στις 3-4-1997 από τον Χ. Φ. στο ΚΤΕΛ Ημαθίας, και ήταν εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ τύπου SR 321. Ο τύπος αυτός ήταν γραμμένος στο εμπρός τμήμα αριστερά και δεξιά των πλευρών και μέσα στο "ταμπλώ" του αυτοκινήτου. Τα γράμματα και οι αριθμοί του τύπου (SR 321) ήταν ξεθωριασμένα, γεγονός που μαρτυρεί τη μακρόχρονη παραμονή τους στη θέση αυτή. Το όχημα αυτό έφερε αριθμό πλαισίου ... που ήταν στο εμπρός τμήμα και δεξιά στο αμάξωμα με μη εργοστασιακή συγκόλληση. Ο αριθμός αυτός ήταν χαραγμένος σε διαδοκίδα (εντοιχισμένος), όπου τον χαράσσει μεν το εργοστάσιο κατασκευής πλην όμως το μέρος αυτό ήταν συγκολλημένο με μη εργοστασιακή συγκόλληση. Το ανωτέρω όχημα λεωφορείο είχε χρώμα γκρι με ανταύγειες ροζ, κίτρινο, μπορντό κ.λ.π. Κάτω από αυτό υπήρχε χρώμα μπλε (όχι αστάρι), ενώ δεν προκύπτει ότι στο παρελθόν είχε βαφεί με το συγκεκριμένο χρώμα (μπλε). Αυτό έφερε αριθμό κινητήρα ... που ήταν "κτυπημένος" σε άλλο σημείο του κινητήρα και όχι στο σημείο που εργοστασιακά τοποθετείται με πινακιδάκι, το οποίο πάντως δεν υπήρχε. Στην άδεια κυκλοφορίας του παραπάνω οχήματος αναγράφεται αριθμός πλαισίου όχι "...", αλλά ο αριθμός "...", η θέση του τύπου κατασκευής είναι κενή (δεν αναγράφεται κάποιο στοιχείο), ενώ στη θέση κινητήρα ο αριθμός .... Στο υπ' αρ. .../1997 συμβόλαιο μεταβίβασης του λεωφορείου αναγράφεται το πωληθέν όχημα με αριθμό πλαισίου ... και τύπου SR 292Η και αριθμό κινητήρα .... Το εργοστάσιο κατασκευής ΜΑΝ βεβαίωσε ότι αυτοκίνητο με τον παραπάνω αριθμό πλαισίου ... κατασκευάσθηκε το έτος 1986 και έφυγε από το εργοστάσιο την 1-3-1987 με χρώμα λευκό σε πέρλα και με αριθμό κινητήρα .... Επίσης το ίδιο εργοστάσιο βεβαίωσε ότι ο τύπος SR 321 ήταν έτους παραγωγής 1979 και δεν είχε έτος κατασκευής 1986. Συνεπώς όχημα τύπου SR 321 έπρεπε να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία την 1-1-2003, ενώ όχημα τύπου κατασκευής SR 292 Η, δηλαδή έτους κατασκευής 1986, σύμφωνα με το άρθρο 9 Ν. 2446/1996, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 9 του Ν. 711/1977, μπορούσε να κυκλοφορεί και μετά τη συμπλήρωση των 18 ετών κυκλοφορίας και η οριστική απόσυρση βάσει του νόμου αυτού μπορούσε να γίνει την 1-1-2008. Από τα παραπάνω και ιδίως α) από τον εντοιχισμένο-συγκολλημένο αριθμό πλαισίου, β) από τον μη εργοστασιακό αριθμό κινητήρα, γ) από το μπλε χρώμα που έφερε κάτω από τη βαφή του το λεωφορείο και δ) από τον τύπο κατασκευής SR 321, αποδεικνύεται ότι το λεωφορείο με αριθμό κυκλοφορίας ... δεν ταυτίζεται, ήτοι δεν είναι το λεωφορείο με αριθμό πλαισίου ... εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ τύπου SR 292 Η με έτος κατασκευής το 1986, όπως επιχειρήθηκε να εμφανιστεί από τους κατηγορουμένους, αλλά πρόκειται είτε για όχημα που δεν κατασκευάσθηκε στο εργοστάσιο ΜΑΝ, αλλά συναρμολογήθηκε (με συγκόλληση και ανακατασκευή τμημάτων μερών διαφόρων αυτοκινήτων) σε κάποιο άγνωστο συνεργείο ή που κατασκευάσθηκε κανονικά στο εργοστάσιο ΜΑΝ το έτος 1979 και στη συνέχεια παραποιήθηκαν οι αρχικοί αριθμοί πλαισίου και κινητήρα, ήτοι επρόκειτο για αυτοκίνητο "μαϊμού". Και στις δύο περιπτώσεις η προαναφερόμενη εκτός εργοστασίου παρέμβαση αποσκοπούσε στο να φαίνεται ως δήθεν έτος κατασκευής το έτος 1986 και περαιτέρω ως δήθεν διάρκεια της επιτρεπτής κυκλοφορίας του μέχρι την 1-1-2008. Επιπλέον το λεωφορείο είχε πλάτος 2,31 μ. ήταν παλαιό και το αμάξωμα του έφερε ανεπίτρεπτες και μεγάλες οξειδώσεις και για το λόγο αυτό ήταν μειωμένη η αντοχή των μετάλλων του. Οι κολώνες που ήταν μεταξύ των παραθύρων ήταν σκουριασμένες και σχεδόν σάπιες στη βάση και σε όλη την επιφάνεια. Η πίσω αριστερή κολώνα του αμαξώματος ήταν τελείως σάπια. Επρόκειτο για ένα λεωφορείο που είχε ελάχιστη αντοχή στις καταπονήσεις με μηδαμινή αντίσταση. Το λεωφορείο αυτό πέραν των αμφιβολιών για την ενεργητική του ασφάλεια δεν παρείχε καθόλου παθητική ασφάλεια στους επιβαίνοντες και ήταν ακατάλληλο μεταφορικό μέσο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι είχε εκδοθεί σχετική άδεια κυκλοφορίας για το όχημα αυτό. Τουναντίον η νομιμότητα κυκλοφορίας του λεωφορείου είχε αμφισβητηθεί από την αρμόδια επιτροπή Συγκοινωνιών κατά τον σχετικό τεχνικό έλεγχο, στον οποίο υποβλήθηκε εκπρόθεσμα στις 21-4-1998, λόγω συγκολλήσεως του αριθμού πλαισίου, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πρωτ. 2130/2004 έγγραφο της Ν. Α. Ημαθίας, τμήμα Τ.Ε.Ο. Το γεγονός αυτό το γνώριζαν οι διοικούντες το ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας και ενώ κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης οχημάτων - επιχειρηματίας μεταφοράς προσώπων (είτε φυσικό πρόσωπο είτε εκπρόσωπος νομικού προσώπου) θα είχε αποσύρει από την κυκλοφορία το εν λόγω λεωφορείο, θα στρεφόταν κατά του πωλητή και θα διαμαρτυρόταν για ένα τόσο σοβαρό θέμα που αφορά την ταυτότητα του λεωφορείου, το οποίο θα χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά του κοινού, σε κάθε δε περίπτωση δεν θα το χρησιμοποιούσε για τη συγκεκριμένη μεταφορά των μαθητών στη σχολική εκδρομή. Οι κατηγορούμενοι - ιδιοκτήτες του ΚΤΕΛ Ημαθίας επέμεναν και πέτυχαν την έκδοση άδειας κυκλοφορίας του και επί χρόνια το έθεταν σε κυκλοφορία. Πέραν τούτων στη συσκευή καταγραφής της ταχύτητας του λεωφορείου (ταχογράφο) είχε τοποθετηθεί από τους ιδιοκτήτες του ΚΤΕΛ και τον οδηγό ροοστάτης "κλέφτης", με αποτέλεσμα οι καταγραφόμενες σε αυτό ενδείξεις ταχύτητας να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά να είναι μικρότερες των ταχυτήτων, με τις οποίες στην πραγματικότητα το όχημα εκινείτο, γεγονός που μπορούσε να παραπλανήσει και τον οδηγό αυτού, παρόλο που γνώριζε την ύπαρξη του. Η σύγκρουση των δυο προαναφερομένων οχημάτων οφείλεται και σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη και κατόχου του λεωφορείου, ήτοι των νομίμων εκπροσώπων του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας (...). Οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν τις εξής ιδιότητες: ο μεν Α. Σ. ήταν μέλος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς του λεωφορείου όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Δ. Γ. ήταν μέλος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Α. Ο. ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Α. Κ. ήταν Πρόεδρος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο Ν. Π. ήταν μέλος του ΔΣ ΚΤΕΛ τόσο κατά τον Χρόνο εξαγοράς όσο και κατά τον χρόνο του ατυχήματος,... Η υπαιτιότητα των ως άνω κατηγορουμένων, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη σύγκρουση των οχημάτων, έγκειται στα ακόλουθα. Συγκεκριμένα οι εν λόγω κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν το εν λόγω όχημα για τη μεταφορά μαθητών σε σχολική εκδρομή μακρινής αποστάσεως παρόλο που γνώριζαν α) ότι το όχημα αυτό είχε υποστεί επεμβάσεις εκτός εργοστασίου, ανακατασκευές και συγκολλήσεις, που μείωναν την αντοχή του, β) ότι ήταν πολύ παλαιό, με φθορές στις επιφάνειες και στις κολώνες του αμαξώματος, με εκτεταμένες οξειδώσεις, που καθιστούσαν ελάχιστη την αντοχή του και ανύπαρκτη την αντίσταση στην παραμικρή καταπόνηση, γ) ότι το δήθεν έτος κατασκευής του λεωφορείου 1986 δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δ) ότι ο πίνακας οργάνων του οχήματος εμφάνιζε αναληθή ένδειξη ταχύτητας, λόγω επεμβάσεως με ροοστάτη και συνεπώς παραπλανούσε τον οδηγό κατά την κίνηση του λεωφορείου. Οι κατηγορούμενοι όχι μόνον δεν απέσυραν από την κυκλοφορία το εν λόγω λεωφορείο, αλλά το χρησιμοποίησαν κιόλας για τη συγκεκριμένη μεταφορά των μαθητών στη σχολική εκδρομή μακρινής απόστασης. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν άμεσο σύνδεσμο με την οδήγηση του λεωφορείου, ..., δεν αποκλείει τη δυνατότητα από αυτούς να είναι υποκείμενα του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, καθόσον είναι πρόσωπα, τα οποία σχετίζονται με την κίνηση του, τον έλεγχο της ασφάλειας του και τη συντήρηση του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η σύγκρουση του φορτηγού και του λεωφορείου με τα ολέθρια αποτελέσματα της τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Αυτοί είχαν δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν το αποτέλεσμα, το οποίο προέβλεψαν ως δυνατό. Κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης οχημάτων μεταφοράς προσώπων θα είχε αποσύρει από την κυκλοφορία το εν λόγω λεωφορείο, ειδικά εφόσον αυτό προοριζόταν για τη μεταφορά μαθητών, σπουδαστών και ομάδων ατόμων για την πραγματοποίηση εκδρομών και περιηγήσεων, όπως εν προκειμένω, και θα είχε στραφεί κατά του πωλητή. Οι κατηγορούμενοι όμως δεν διεκδίκησαν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Αστικός Κώδικας (αναστροφή πωλήσεως, διεκδίκηση αποζημιώσεως κ.λ.π.), ως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν αιφνιδιάστηκαν, όταν πληροφορήθηκαν την ακαταλληλότητα του, καθόσον είχαν επίγνωση της πραγματικής κατάστασης. Στη συνέχεια όχι μόνον το έθεσαν σε κυκλοφορία έχοντας πλήρη επίγνωση των σοβαρών προβλημάτων σχετικά με την ασφάλεια του, αλλά προέβησαν σε πλημμελή συντήρηση και έλεγχο του και επέτρεψαν την εκτεταμένη οξείδωση του. Γνώριζαν ότι ήταν όχημα ακατάλληλο, καθόσον είτε δεν κατασκευάστηκε στο εργοστάσιο ΜΑΝ, αλλά συναρμολογήθηκε (με συγκόλληση και ανακατασκευή τμημάτων μερών διαφόρων αυτοκινήτων) σε κάποιο άγνωστο συνεργείο ή κατασκευάστηκε κανονικά στο εργοστάσιο ΜΑΝ το έτος 1979 και στη συνέχεια παραποιήθηκαν οι αρχικοί αριθμοί πλαισίου και κινητήρα. Και στις δυο περιπτώσεις γνώριζαν ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο "μαϊμού", η δε προαναφερόμενη εκτός εργοστασίου παρέμβαση αποσκοπούσε στο να φαίνεται ως δήθεν έτος κατασκευής το έτος 1986 και περαιτέρω ως δήθεν διάρκεια της επιτρεπτής κυκλοφορίας του μέχρι την 1-1-2008. Συγκεκριμένα σκοπός των εν λόγω κατηγορουμένων ήταν να διατηρήσουν στην κυκλοφορία το λεωφορείο σε διάστημα μεγαλύτερο των 23 ετών από το πρώτο έτος κυκλοφορίας του και να εξοικονομήσουν έτσι τη δαπάνη αντικατάστασης του. Άλλωστε εν όψει του γεγονότος ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο χωρίς ταυτότητα, που δεν μπορούσε κατά το νόμο να κυκλοφορεί και να χρησιμοποιείται και συνεπώς δεν είχε οικονομική αξία (πλην αυτή ως σιδηρικών και άλλων υλικών) επιδίωκαν με μηδενικό λειτουργικό κόστος να εξασφαλίσουν οικονομικά οφέλη. Ο δε εφοδιασμός του λεωφορείου με άδεια κυκλοφορίας δεν καθιστά την κυκλοφορία αυτού νόμιμη, αφού σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία πριν το ατύχημα, ήτοι την 1-1-2003. Οι κατηγορούμενοι εν προκειμένω έχοντας γνώσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών έθεσαν το εν λόγω όχημα σε κυκλοφορία για διάστημα άνω της πενταετίας σε δρόμους επικίνδυνους μεταφέροντας ανθρώπους και μάλιστα μαθητές και τοποθέτησαν επιπλέον και ροοστάτη δυσκολεύοντας το έργο του εκάστοτε οδηγού ακόμα περισσότερο. Το γεγονός ότι το εν λόγω λεωφορείο χρησιμοποιείτο για αρκετό χρονικό διάστημα κατά το παρελθόν δεν αποτελεί εν προκειμένω επιχείρημα για την τεκμηρίωση της πεποίθησης τους πως δήθεν ενήργησαν πιστεύοντας ότι δεν θα επήρχετο ο κίνδυνος και το ανωτέρω αποτέλεσμα των πράξεων τους, καθόσον μοναδικό καθήκον των κατηγορουμένων ήταν η ασφαλής μεταφορά προσώπων. Πω συγκεκριμένα σε αντίθεση με τους ιδιοκτήτες του φορτηγού, οι οποίοι πέραν των λοιπών καθηκόντων τους, όπως κατασκευή των εμπορευμάτων τους, ήταν υπόλογοι και για την ασφαλή διακίνηση αυτών, οι εν λόγω κατηγορούμενοι ήταν αμιγώς επιφορτισμένοι με την ασφαλή μεταφορά προσώπων σε δρόμους επικίνδυνους, η δε καθημερινή εμπειρία και τα υψηλά ποσοστά των πολύνεκρων τροχαίων ατυχημάτων στη χωρά μας αποδεικνύουν την επικινδυνότητα των μεταφορών και την αναγκαιότητα λήψης πάσης φύσεως μέτρων για την εξάλειψη αυτών των κινδύνων. Οι ίδιοι ως επαγγελματίες - υπεύθυνοι για την ασφαλή μεταφορά προσώπων, όπως μαθητών, μελών συλλόγων, ΚΑΠΗ, γνώριζαν βεβαίως τους κινδύνους του καθημερινά υπάρχουν για τα μεταφερόμενα αυτά πρόσωπα και τους αποδέχτηκαν, καθόσον μετά από στάθμιση των σκοπών τους με τη δυνατότητα δημιουργίας κινδύνου, επέλεξαν να ενεργήσουν κατά τον ανωτέρω τρόπο. Έχοντας ως πρωταρχικό σκοπό το κέρδος και καλυπτόμενοι από τη νομιμοφάνεια που τους παρείχε η εκδοθείσα άδεια κυκλοφορίας, θεώρησαν ότι δεν διατρέχουν προσωπικά κανένα κίνδυνο. Κατά τη δική τους ομολογία το καθαρό μηνιαίο κέρδος από την χρήση του λεωφορείου ανήρχετο στο ποσό των 2.555,90 Ευρώ (...). Ζήτημα αυτοδιακινδύνευσης για αυτούς δεν συνέτρεχε, η δε συγκάλυψη που τους παρείχαν οι υπάλληλοι του ΚΤΕΟ με την εκδοθείσα άδεια κυκλοφορίας και τα δελτία ελέγχου, ως αναλυτικά αναφέρεται κατωτέρω, τους έκανε να πιστεύουν πως δεν θα είχαν οι ίδιοι ευθύνες σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, με αποτέλεσμα να αποδεχθούν το ενδεχόμενο κινδύνου για άνθρωπο. Άλλωστε η τοποθέτηση ροοστάτη θα διευκόλυνε ακόμα περισσότερο την απόσειση ευθυνών σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος. Εξάλλου το όχημα ήταν ασφαλισμένο καθόσον φερόταν να κυκλοφορεί νομίμως, στη δε χειρότερη περίπτωση της πλήρους καταστροφής του λεωφορείου αυτοί κινδύνευαν απλώς να χάσουν ένα όχημα μηδαμινής αξίας. Η από κοινού συνειδητή επιλογή των κατηγορουμένων για την χρήση του εν λόγω λεωφορείου κατά τη μεταφορά των μαθητών και η αποδοχή του ενδεχόμενου προκλήσεως κινδύνου για άνθρωπο (όχι όμως και θανάτου, τον οποίο προέβλεψαν μεν, αλλά απεύχοντο) στοιχειοθετεί πλήρως την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο...Οι δε κατηγορούμενοι ενήργησαν έχοντας κοινό δόλο και σκοπό, ήτοι κατά συναυτουργία (...). Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας...αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο λεωφορείο εκτελωνίστηκε στην Ελλάδα στις 2-6-1995 στο όνομα Π. Α. του Π., κάτοικος ... . Στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στις 26-3-1997 στο Χ. Φ. και τέθηκε σε κυκλοφορία από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Δυτικής Αττικής, όπως φαίνεται από το από 31-3-1997 πρακτικό επιθεώρησης οχήματος και η σχετική άδεια εκδόθηκε τη ΝΑ Δυτικής Αττικής. Το εν λόγω λεωφορείο πέραν της επιθεώρησης της 31-3-1997, ελέγχθηκε και από το ΚΤΕΟ Αθηνών με το υπ αριθμ. .../14-2-97 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου του ΚΤΕΟ Αθηνών χωρίς καμία αρνητική παρατήρηση. Την 3-4-1997 μεταβιβάστηκε το ανωτέρω λεωφορείο από το Χ. Φ. στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας. Ο εντοιχισμός του αριθμού πλαισίου διαπιστώθηκε για πρώτη φορά την 21-4-1998 από το ΚΤΕΟ Ημαθίας έπειτα από τεχνικό έλεγχο, κατά τον οποίο προέκυψαν αμφιβολίες για την ταυτότητα του και αφαιρέθηκαν η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του εν λόγω λεωφορείου με το υπ' αριθ. 374/21-4-1998 έγγραφο του προϊσταμένου του ΚΤΕΟ Ν. Ημαθίας, Γ. Μ.. Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω δημοσίων εγγράφων προκύπτει ότι η πράξη του εντοιχισμού του αριθμού πλαισίου, που συνιστά πλαστογραφία, τελέστηκε ανάμεσα στις 31-3-1997 και 21-4-1998. Στις 22-4-1998 το ως άνω λεωφορείο εξετάστηκε από τη δευτεροβάθμια επιτροπή, η οποία αμφισβήτησε την ταυτότητα του και χάραξε στο πλαίσιο αυτού στο πίσω μέρος τον αριθμό ... για αναγνώριση....από τον έλεγχο που διενεργήθηκε μετά το οδικό τροχαίο ατύχημα εναργώς προκύπτει ότι το λεωφορείο ήταν εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ, τύπου SR 321, καθόσον υπήρχαν σχετικές ενδείξεις γραμμένες στο εμπρός τμήμα αριστερά και δεξιά των πλευρών και μέσα στο "ταμπλό" του αυτοκινήτου με γράμματα και αριθμούς ξεθωριασμένους, γεγονός που μαρτυρεί τη μακρόχρονη παραμονή τους στη θέση αυτή (...). Το ανωτέρω όχημα είχε χρώμα γκρι με ανταύγειες ροζ, κίτρινο, μπορντό κ.λ.π. Κάτω από αυτό υπήρχε χρώμα μπλε (όχι αστάρι), ενώ δεν προκύπτει ότι στο παρελθόν είχε βαφεί με το συγκεκριμένο χρώμα (μπλε). Αυτό έφερε αριθμό κινητήρα ... που ήταν "κτυπημένος" σε άλλο σημείο του κινητήρα και όχι στο σημείο που εργοστασιακά τοποθετείται με πινακιδάκι. Το εργοστάσιο κατασκευής ΜΑΝ βεβαίωσε ότι αυτοκίνητο με τον αριθμό πλαισίου ..., που είχε και το επίδικο λεωφορείο (εντοιχισμένο), φέρεται να κατασκευάσθηκε το έτος 1986 και έφυγε από το εργοστάσιο την 1-3-1987 με χρώμα λευκό σε πέρλα και με αριθμό κινητήρα .... Στο υπ' αρ. .../1997 συμβόλαιο μεταβίβασης του λεωφορείου αναγράφεται το πωληθέν όχημα με αριθμό πλαισίου ... και τύπου 5Κ 292 Η και αριθμό κινητήρα .... Περαιτέρω στα αρχικά πρακτικά επιθεωρήσεως και υπηρεσιακά αντίγραφα άδειας κυκλοφορίας (06.05.97 και 18.5.98) του Τμήματος Συγκοινωνιών Ημαθίας το εν λόγω όχημα φαίνεται να είναι τύπου SR 292 Η με έτος κατασκευής άλλοτε το 1986 και άλλοτε το 1987 και χρώματος λευκό. Ομοίως στο υπ' αρ. 1310/02.06.1995 πιστοποιητικό του Τελωνείου Αθηνών το εν λόγω όχημα φέρεται να είναι τύπου ... με έτος κατασκευής το 1987 και άνευ αριθμού κινητήρα. Περαιτέρω στις 31-3-97 η Δ/νση Συγκοινωνιών Αττικής σε σχετικό έλεγχο διαπίστωσε ότι το εν λόγω όχημα είναι άσπρο .. .(ΜΝΧ) ύψους 3,35 μ.. Στις 06-05-97 η Δ/νση Συγκοινωνιών Ημαθίας κατά την επιθεώρηση του οχήματος βρήκε ότι είναι άσπρο πολύχρωμο (ΠΛΧ) με ύψος 3.55 μ. Στις δε 15-4-99 έγινε αλλαγή του χρώματος σε γκρι, το οποίο φαίνεται ότι είναι και το αληθινό χρώμα του επίδικου λεωφορείου, όπως προέκυψε την ημέρα του ατυχήματος. Από τη σύγχυση των ανωτέρω στοιχείων όσον αφορά όχι μόνο τον αριθμό πλαισίου, κινητήρα και του τύπου του οχήματος, αλλά και του αληθινού χρώματος του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι - ιδιοκτήτες του λεωφορείου ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν στον πωλητή Φ. ούτε στράφηκαν δικαστικά σε βάρος του έστω και μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας με την αποπληρωμή, αλλά συνέχισαν να πληρώνουν κανονικά τις δόσεις τους μέχρις οριστικής εξοφλήσεως της οφειλής, καθίσταται σαφές ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την προβληματική κατάσταση του λεωφορείου. Η δε εκδοχή να υπήρχαν δυο λεωφορεία, ένα με τα στοιχεία που αναφέρονται στο συμβόλαιο και στους αρχικούς ελέγχους και ένα λεωφορείο "φάντασμα" (πιθανώς κλεμμένο ή συναρμολογημένο από διάφορα τμήματα ή αποσυρθέν), το οποίο κατά το χρονικό διάστημα από τις 03-4-1997 έως και τις 21-4-1998 έλαβε τα χαρακτηριστικά του αναφερόμενου στο συμβόλαιο νόμιμου λεωφορείου, κρίνεται εξαιρετικά πιθανή (...). Το δεύτερο αυτό λεωφορείο, το οποίο ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα, φαίνεται να "δανείστηκε" τη νόμιμη ταυτότητα του αρχικού, το οποίο πέρασε όλους τους αρχικούς ελέγχους και για άγνωστους λόγους δεν μπορούσε πλέον να τεθεί σε κυκλοφορία, λ.χ. εξαιτίας ενός ατυχήματος, που δεν καταγράφηκε από την τροχαία και για το οποίο το ΚΤΕΛ Ημαθίας δεν δικαιούτο αποζημιώσεως. Αυτός είναι και ο λόγος που οι εν λόγω κατηγορούμενοι ουδέποτε τόλμησαν να στραφούν κατά του πωλητή του λεωφορείου, Φ. Άλλωστε σε κάθε περίπτωση οι μόνοι που είχαν όφελος και κίνητρο για την τέλεση αυτής της πράξης είναι οι κατηγορούμενοι ιδιοκτήτες του λεωφορείου. Το δε όφελος, στο οποίο αποσκοπούσαν, ισοδυναμεί με το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία ενός νομίμως κυκλοφορούντος λεωφορείου, αν όχι καινούργιου, τουλάχιστον μεταχειρισμένου κατά τις προδιαγραφές του νόμου... Σύμφωνα με τα ανωτέρω και σε συνδυασμό προς τα στοιχεία που περιέχονται στη δικογραφία αναφορικά με το σύνηθες κατά τις συναλλαγές κόστος αγοράς ενός μεταχειρισμένου λεωφορείου..., προκύπτει ότι το σκοπούμενο όφελος των κατηγορουμένων υπερβαίνει το ποσό των 80.000 € και σε κάθε περίπτωση τις 73.000 € που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 216 ΠΚ. Η δε κατοχή και κυκλοφορία του οχήματος αποτελεί και χρήση του πλαστού εγγράφου. Συνεπώς από τα ως άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει εναργώς ότι στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατά συναυτουργία πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε κακουργηματική μορφή...Εξάλλου όσον αφορά τους υπαλλήλους του ΚΤΕΟ διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Στις 21-4-1998 ο Μ. Σ., με την ιδιότητα του υπαλλήλου του ΚΤΕΟ Ν. Ημαθίας, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται και η σύνταξη Δελτίων Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων, κατά τον έλεγχο ΚΤΕΟ που διενήργησε στο επίδικο λεωφορείο ιδιοκτησίας του ΚΤΕΑ Ν. Ημαθίας, διαπίστωσε ότι ήταν εντοιχισμένος ο αριθμός πλαισίου του ως άνω λεωφορείου και ενημέρωσε περί τούτου όλους του υπαλλήλους του ΚΤΕΟ καθώς και τον Προϊστάμενο του ΚΤΕΟ Γ. Μ., διότι προέκυπταν αμφιβολίες για την ταυτότητα του ως άνω λεωφορείου. Στη συνέχεια κατέγραψε το ανωτέρω γεγονός στο με αριθμό .../1998 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου εγγράφοντας στον κωδικό 10 1 παρατήρηση παρά πόδας του έγγραφου ως εξής: "10 1 εντοιχισμένος ο αριθμός πλαισίου". Ακολούθως ο ως άνω Προϊστάμενος του ΚΤΕΟ (Μ.) προέβη στην προσωρινή αφαίρεση της αδείας και των πινακίδων κυκλοφορίας του άνω λεωφορείου και με το υπ' αριθμ. 374/21-4-1998 έγγραφο προς τη Δ/νση Δευτερογενή και Τριτογενή Τομέα του Τμήματος Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ν. Ημαθίας (Τμήμα Συγκοινωνιών) έκανε γνωστό το γεγονός αυτό αποστέλλοντας και αντίγραφο του ως άνω υπ' αριθμ. .../1998 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου. Κατόπιν τούτων συγκροτήθηκε η αρμόδια Επιτροπή, η οποία αποτελείτο από τους Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Συγκοινωνιών, και Ε. Π., υπάλληλο του ΚΤΕΟ αντίστοιχα (...), η οποία επιθεώρησε στις 22-4-1998 το όχημα και αμφισβήτησε μεν την ταυτότητα του οχήματος διαπιστώνοντας στο οικείο Πρακτικό Επιθεώρησης Οχήματος ότι ο εργοστασιακός αριθμός πλαισίου είναι χαραγμένος σε διαδοκίδα με μη εργοστασιακές συγκολλήσεις, πλην όμως έκανε δεκτό ότι το εν λόγω όχημα ήταν εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ έτους 1987 και τύπου κατασκευής SR 292 Η, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ήταν εμφανώς ψευδές, αφού επρόκειτο για όχημα τύπου SR 321 που κατασκευάσθηκε στο εργοστάσιο ΜΑΝ το έτος 1979. Εν συνεχεία η ανωτέρω Επιτροπή χάραξε τον αριθμό "..." στο πλαίσιο στο πίσω μέρος αυτού για την μελλοντική αναγνώριση του, ακολούθως δε ο κατηγορούμενος Σ. ως αρμόδιος Προϊστάμενος του Τμήματος Μεταφορών της Δ/νσης Δευτερογενή και Τριτογενή Τομέα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ημαθίας απέστειλε το υπ' αριθμ. ΤΜΕ/6800 από 12-5-1998 έγγραφο του στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας για τις δικές του ενέργειες, αποστέλλοντας του συνημμένη μόνο τη φωτοτυπία του ως άνω Πρακτικού Επιθεώρησης της αρμόδιας Επιτροπής και παραλείποντας να αποστείλει μαζί και το υπ' αριθμ. .../1998 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου του ΚΤΕΟ, ζήτησε δε από τον ως άνω Εισαγγελέα να διερευνήσει για τη γνησιότητα και τη νόμιμη κυκλοφορία του ως άνω λεωφορείου και μετά το πέρας της υπόθεσης να του αποστείλει αντίγραφο της απόφασης που θα εκδώσει το δικαστήριο, για να προβεί στις παραπέρα ενέργειες του. Στις 18-5-1998, όταν η ανωτέρω Επιτροπή επιθεώρησε εκ νέου το λεωφορείο, στο οικείο Πρακτικό Επιθεώρησης οχήματος ανέγραψε μεταξύ άλλων και πάλι ψευδώς πως ο τύπος του οχήματος ήταν ο SR 292 Η και το έτος κατασκευής το 1987 καταγράφοντας ότι έγινε "επιθεώρηση λόγω χάραξης νέου αριθμού πλαισίου" και γνωμοδότησε "να χορηγηθεί άδεια και να γραφεί η παρατήρηση στην άδεια: με την επιφύλαξη της ανακλήσεως της αδείας κυκλοφορίας και των κρατικών πινακίδων, αν ήθελε κριθεί από το ποινικό δικαστήριο ότι το όχημα δεν ταυτίζεται με εκείνο για το οποίο χορηγήθηκε η αρχική άδεια κυκλοφορίας", Στην Επιτροπή αυτή, η οποία ουσιαστικά αντέγραψε όσα είχε καταγράψει η προηγούμενη στις 22-04-98, δεν συμμετείχε ο κατηγορούμενος Ε. Π., αλλά μόνον ο Γ. Σ., όπως προκύπτει από το σχετικό αντίγραφο του πρακτικού επιθεωρήσεως, που περιέχεται στη δικογραφία. Με βάση τις ως άνω ψευδείς παρατηρήσεις εκδόθηκε νέα άδεια κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινήτου λόγω χαράξεως νέου αριθμού πλαισίου, στην οποία δεν ανεγράφη μεν ο τύπος του οχήματος (γεγονός που αποδεικνύει ότι υπήρχε εμφανής αμφισβήτηση για αυτόν) αφήνοντας κενή την σχετική ένδειξη, ως έτος δε κατασκευής το 1986, λαμβάνοντας προφανώς υπόψη την ψευδή βεβαίωση των ως άνω κατηγορουμένων σχετικά με τον τύπο του οχήματος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι δύο ως άνω υπάλληλοι κατηγορούμενοι (Γ. Σ. και Ε. Π.) κατά την επιθεώρηση του εν λόγω οχήματος από κοινού βεβαίωσαν γεγονότα αντικειμενικώς ψευδή, ήτοι γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, και απέκρυψαν τα αληθή στοιχεία που αφορούσαν την ταυτότητα του, ενώ όφειλαν, όπως προκύπτει από το πλέγμα των σχετικών διατάξεων που αφορούν στον τεχνικό έλεγχο των τουριστικών λεωφορείων και αναφέρονται αναλυτικά υπό το σκέλος της νομικής σκέψης της παρούσας, να βεβαιώσουν όσα υπέπεσαν στην αντίληψη τους, η δε πράξη τους αυτή είχε άμεσες συνέπειες τόσο ως προς την εν γένει κυκλοφορία του οχήματος όσο και ως προς το συνολικό επιτρεπτό χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του λεωφορείου. Περαιτέρω από την πλειάδα των αντιφατικών στοιχείων που αφορούσαν το επιθεωρούμενο αυτοκίνητο (τύπος, χρόνος κατασκευής, ύψος, χρώμα, έλλειψη ενδείξεως αριθμού κινητήρα κ.λ.π. σε συνδυασμό προς το νοθευμένο αριθμό πλαισίου) όφειλαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι να δηλώσουν ρητά ότι υφίσταται σαφής αμφισβήτηση της ταυτότητας του επιθεωρούμενου αυτοκινήτου και να μην επιτρέψουν την περαιτέρω κυκλοφορία του. Τα δε ως άνω επίδικα έγγραφα (Πρακτικά Επιθεώρησης οχήματος) ήταν προορισμένα για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιώνονταν έναντι πάντων και δεν αφορούσαν αποκλειστικά ζητήματα εσωτερικά της Υπηρεσίας των κατηγορουμένων, καθόσον α) επρόκειτο για έγγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από τους εν λόγω υπαλλήλους αναφορικά με τον έλεγχο του λεωφορείου, β) ζητήθηκε να αποσταλούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας ως αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με την ταυτότητα, αλλά και την κατάσταση του λεωφορείου κατά τον χρόνο ελέγχου και γ) αποτέλεσαν τις βεβαιώσεις δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η σχετική άδεια κυκλοφορίας. Πρόκειται δηλαδή για βεβαιώσεις με πλήρη αποδεικτική δύναμη, που αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά και έχουν έννομες συνέπειες, και όχι για απλώς ρυθμιστικά της εσωτερικής υπηρεσίας έγγραφα. Οι εν λόγω υπάλληλοι του ΚΤΕΟ προέβησαν στις ως άνω πράξεις τους, με σκοπό να προσπορίσουν από κοινού στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, ιδιοκτήτη του ως άνω λεωφορείου, αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 €, καθόσον για την αγορά ενός κατάλληλου και συμφώνου προς τις νόμιμες προδιαγραφές οχήματος το κόστος αγοράς θα υπερέβαινε σε κάθε περίπτωση το ανωτέρω ποσό. Άλλωστε το συνολικό όφελος του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας από την κυκλοφορία - εκμετάλλευση του εν λόγω λεωφορείου από το 1998 έως την ημερομηνία του ατυχήματος, ήτοι για μια πενταετία, ανερχόταν στο ποσό των 153.358 € περίπου, το δε πιθανολογούμενο συνολικό κέρδος μέχρι την 1-1-2008 (ημερομηνία κατά την οποία θα αποσυρόταν τελικά, λόγω παράνομης παράτασης του χρόνου κυκλοφορίας του που επετεύχθη με τον εντοιχισμό του αριθμού πλαισίου, εάν δεν μεσολαβούσε το γεγονός της ολοσχερούς καταστροφής του στις 13-4-2003) θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 329.722 € περίπου. Τα ανωτέρω ποσά προκύπτουν σύμφωνα με τις αξιώσεις που πρόβαλε στα αστικά δικαστήρια το ΚΤΕΛ Ημαθίας δηλώνοντας το ποσό των 2.555,98 € ως τα μηνιαία καθαρά έσοδα του από την εκτέλεση τουριστικών δρομολογίων με την χρήση του επίδικου λεωφορείου. Οι δε κατηγορούμενοι, ως εκπρόσωποι του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας και μέλη του ΔΣ του ΚΤΕΛ, με περισσότερες πράξεις κατά τις ως άνω ημερομηνίες με πρόθεση προκάλεσαν με πειθώ και φορτικότητα στους συγκατηγορουμένους τους υπαλλήλους την απόφαση να βεβαιώσουν με πρόθεση τα προαναφερθέντα ψευδή γεγονότα, που είχαν ως έννομη συνέπεια τη συνέχιση της κυκλοφορίας του λεωφορείου τους και δη κατά τρόπο νομιμοφανή, με σκοπό να προσπορίσουν από κοινού στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, ιδιοκτήτη του ως άνω λεωφορείου, αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ..". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις α. της διαταράξεως της ασφαλείας συγκοινωνιών από κοινού, από την οποία επήλθε θάνατος περισσοτέρων ατόμων, της πλαστογραφίας από κοινού με χρήση σκοπουμένου οφέλους άνω των 73.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση από κοινού και κατ' εξακολούθηση ως προς τους Α. Σ., Δ. Γ., Α. Ο., Α. Κ. και Ν. Π. και β. της ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού ως προς τους Ε. Π. και Γ. Σ., ως και κατ' εξακολούθηση ως προς τον Γ. Σ. και, για το λόγο αυτό, απέρριψε τις από αυτούς ασκηθείσες, κατά του υπ αριθμ. 28/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.α', 45, 46, 79, 94, 98, 216§§1 α-β και 3 εδ. α, 242§§1, 3, 263 Α και 290§1 εδ. β ΠΚ, όπως ισχύουν, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται: Α) Ως προς τη διατάραξη της ασφαλείας συγκοινωνιών: Ότι οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι Α. Σ., Δ. Γ., Α. Ο., Α. Κ. και Ν. Π., ως μέλη οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος, Αντιπρόεδρος ο τρίτος και Πρόεδρος ο τέταρτος του ΔΣ του ΚΤΕΛ Ημαθίας, με το να θέσουν σε κυκλοφορία το ως άνω τουριστικό λεωφορείο, εν γνώσει τους ότι αυτό ήταν πολύ παλαιό με φθορές και οξειδώσεις, είχε κατασκευασθεί το 1979 και έπρεπε ήδη να έχει αποσυρθεί, ήταν, δηλαδή, ακατάλληλο για κυκλοφορία, είχε δε υποστεί επεμβάσεις εκτός εργοστασίου που μείωναν την αντοχή του σε περίπτωση ατυχήματος, ενώ ο πίνακας οργάνων του, λόγω επεμβάσεως με ροοστάτη, εμφάνιζε αναληθή ένδειξη ταχύτητας, διατάραξαν την ασφάλεια της συγκοινωνίας, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, επήλθε δε θάνατος περισσοτέρων ανθρώπων. Ότι αυτοί, ως προς τη διατάραξη, τελούσαν σε ενδεχόμενο δόλο, ο οποίος συνίστατο στο ότι γνώριζαν τους κινδύνους που υπήρχαν για τα μεταφερόμενα πρόσωπα και τους αποδέχθηκαν, έχοντας ως πρωταρχικό σκοπό το κέρδος γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι, κατά τη στιγμή της θέσεως σε κυκλοφορία του πεπαλαιωμένου και ελαττωματικού λεωφορείου, δεν απώθησαν από τη συνείδηση τους το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχαν προβλέψει και, επομένως, το επιδοκίμασαν. Και ότι ο θάνατος των 21 ατόμων, που επήλθε με τον τρόπο που αναλυτικά περιγράφεται ανωτέρω, οφειλόταν σε ενσυνείδητη αμέλεια αυτών, όπως συνάγεται από την παραδοχή ότι προέβλεψαν μεν ότι από τη συμπεριφορά τους μπορούσε να επέλθει και θάνατος ανθρώπων, πλην δεν αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτό και το απεύχονταν. Β) Ως προς την πλαστογραφία με χρήση: Ότι οι αυτοί ως άνω κατηγορούμενοι νόθευσαν, από κοινού, με τον περιγραφόμενο τρόπο, έγγραφο (τον αριθμό πλαισίου), με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των αρμοδίων Αρχών), με τη χρήση του, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, επρόκειτο για λεωφορείο, το οποίο ήταν έτους κατασκευής 1986 και, επομένως, η κυκλοφορία του και, εντεύθεν, το περιθώριο της χρονικής του εκμεταλλεύσεως μπορούσε να παραταθεί μέχρι την 1.1.2008), ότι, στη συνέχεια, έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου, θέτοντας σε κυκλοφορία το λεωφορείο, στην πράξη τους δε αυτή προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στα κέρδη από την εκμετάλλευση του τουριστικού λεωφορείου, αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα, μέχρι την 1.1.2008 από 329.722 ευρώ περίπου, οπωσδήποτε δε στην από 80.000 ευρώ αξία προμήθειας νέου λεωφορείου (ήτοι άνω των 73.000 ευρώ). Γ) Ως προς την ψευδή βεβαίωση: Ότι οι κατηγορούμενοι Ε. Π. και Γ. Σ. ήταν υπάλληλοι ο πρώτος του ΚΤΕΟ Ν. Ημαθίας και ο δεύτερος του Τμήματος Συγκοινωνιών, ως μέλη δε της σχετικής Επιτροπής, είχαν ως καθήκον την επιθεώρηση του επιδίκου τουριστικού λεωφορείου. Ότι στο από 22.4.1998 Πρακτικό Επιθεώρησης Οχήματος βεβαίωσαν ψευδώς ότι το όχημα ήταν εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ έτους 1987 και τύπου κατασκευής SR 292 Η, ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο για όχημα τύπου SR 321 που κατασκευάστηκε το 1979, παρασιώπησαν δε τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψη τους (τύπος, έτος κατασκευής, χρώμα, νοθευμένος αριθμός πλαισίου κ.λ.π.), τα οποία έπρεπε να αναφέρουν και να αποφανθούν ότι επρόκειτο για άλλο όχημα και όχι για εκείνο, για το οποίο είχε χορηγηθεί η άδεια κυκλοφορίας, ο δε δεύτερος βεβαίωσε ψευδώς και παρασιώπησε τα αυτά κατά τη νέα επιθεώρηση του οχήματος, που έγινε στις 18.5.1998. Ότι οι βεβαιώσεις αυτές αναφέρονταν σε πραγματικά περιστατικά και είχαν έννομες συνέπειες και δεν ήταν απλά ρυθμιστικά της εσωτερικής Υπηρεσίας έγγραφα. Ότι οι συνέπειες αφορούσαν τόσο την εν γένει κυκλοφορία του οχήματος, όσο και το συνολικό επιτρεπτό χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας αυτού, αφού, με βάση τις ψευδείς βεβαιώσεις, η κυκλοφορία του θα παρατεινόταν μέχρι 1.1.2008. Και ότι, με τις πράξεις τους αυτές, είχαν σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον (ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας) αθέμιτο όφελος, που υπερβαίνει, συνολικά, το ποσό των 73.000 ευρώ (όπως έχει εκτεθεί παραπάνω). Και Δ) ως προς την ηθική αυτουργία των Προέδρου, Αντιπροέδρου και μελών του ΔΣ του ΚΤΕΛ στις άνω πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως: Ότι αυτοί με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσαν στους ως άνω υπαλλήλους την απόφαση να βεβαιώσουν τα αναφερόμενα ψευδή και να παρασιωπήσουν τα αληθή γεγονότα, που είχαν, ως συνέπεια, τη συνέχιση της κυκλοφορίας του λεωφορείου τους κατά τρόπο νομιμοφανή. Επομένως, α) οι, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της πρώτης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα εγκλήματα της διαταράξεως ασφαλείας συγκοινωνιών και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, β) οι, από το άρθρο 484§1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγοι της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 242 ΠΚ και γ) οι, από το άρθρο 484 §1 στοιχ. β ΚΠοινΔ, λόγοι της τρίτης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα: α) Η αιτίαση των αναιρεσειόντων Προέδρου, Αντιπροέδρου και μελών του ΔΣ του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας ότι το βούλευμα παρέλειψε να αναφέρει, στην 1η σελίδα του 52ου φύλλου, αν η διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών έγινε από πρόθεση ή από αμέλεια αυτών (δεύτερο σκέλος δευτέρου λόγου πρώτης αιτήσεως) είναι αβάσιμη, γιατί, με το βούλευμα, όπως αναφέρθηκε, έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι τέλεσαν το έγκλημα αυτό με ενδεχόμενο δόλο, στο δε παραπεμπτικό βούλευμα, το οποίο επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο, αναφέρεται ρητά ότι παραπέμπονται αυτοί γιατί "με πρόθεση και με κοινό δόλο" διατάραξαν την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους, στη δε αναφερόμενη (τελευταία) σελίδα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, απλώς περιλαμβάνονται οι διατάξεις περί απορρίψεως κατ' ουσίαν των εφέσεων και επικυρώσεως του εκκαλουμένου βουλεύματος, χωρίς να επαναλαμβάνονται οι πράξεις, για τις οποίες παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι, β) Η αιτίαση των αυτών ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αντιπαρήλθε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία (αθωωτικές αποφάσεις και βουλεύματα ως προς τον οδηγό του τουριστικού λεωφορείου Κ. Μ., έκθεση πραγματογνωμοσύνης, μαρτυρικές καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων, επιβαινόντων του λεωφορείου και διασωθέντων, οδηγών και συνοδηγών των ακολουθούντων το λεωφορείο αυτοκινήτων, κ.λπ.) (πρώτο σκέλος δευτέρου λόγου πρώτης αιτήσεως), ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτής, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του βουλεύματος, λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προδικασία, τα οποία μνημονεύονται κατ" είδος, η ευθύνη δε του οδηγού του λεωφορείου είναι τελείως ανεξάρτητη από τις ευθύνες των αναιρεσειόντων, εφόσον, στην κρινόμενη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα αμελείας περί την οδήγηση, αλλά διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών, η οποία στηρίζεται στους λόγους που προαναφέρθηκαν, γ) Η αιτίαση ότι δεν αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία οι αυτοί αναφεσείοντες προκάλεσαν στους φυσικούς αυτουργούς της ψευδούς βεβαιώσεως την απόφαση να εκτελέσουν την πράξη αυτή, ούτε αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε ότι αυτοί προκάλεσαν στους ανωτέρω την απόφαση τους αυτή (τρίτος λόγος πρώτης αιτήσεως) είναι αβάσιμη, γιατί, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ότι εκτίθεται στο βούλευμα ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες με πρόθεση προκάλεσαν με πειθώ και φορτικότητα στους συγκατηγορουμένους τους υπαλλήλους την απόφαση να βεβαιώσουν με πρόθεση τα προαναφερθέντα ψευδή γεγονότα, που είχαν ως έννομη συνέπεια τη συνέχιση της κυκλοφορίας του λεωφορείου τους και δη κατά τρόπο νομιμοφανή, με σκοπό να προσπορίσουν από κοινού στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, ιδιοκτήτη του ως άνω λεωφορείου, αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ανάλυση, δ) Η αιτίαση ότι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 242 ΠΚ, τιμωρείται ο υπάλληλος που βεβαιώνει ψευδές, όχι, όμως, και αυτός που αποσιωπά άλλο γεγονός όπως δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τον αναιρεσείοντα Ε. Π. (και τον Γ. Σ.) (πρώτος λόγος δεύτερης αιτήσεως), είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως τελείται όχι μόνο με πράξη, αλλά και με την παράλειψη του υπαλλήλου να βεβαιώσει περιστατικό, το οποίο υπέπεσε στην αντίληψη του. ε) Οι αιτιάσεις ότι το Πρακτικό Επιθεωρήσεως Οχήματος, που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο αυτός αναιρεσείων μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Γ. Σ., δεν προοριζόταν για εξωτερική χρήση, αλλά θα παρέμενε στην Υπηρεσία, ότι το βεβαιούμενο περί του τύπου και του έτους κατασκευής του τουριστικού λεωφορείου είναι ακριβές και ότι η αναγραφή του τύπου δΚ 292 Η, ακόμη και αν αποδειχθεί ανακριβής, δεν συνιστά γεγονός, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση, επομένως δε δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος (πρώτο σκέλος δευτέρου λόγου δεύτερης αιτήσεως, στοιχ. α, β, γ), πέραν του απαραδέκτου αυτών, γιατί αφορούν την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι αβάσιμες, γιατί, όπως αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, τα έγγραφα με τις ψευδείς βεβαιώσεις (Πρακτικά Επιθεωρήσεως) αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά και όχι σε απλές κρίσεις, ενώ δεν πρόκειται για ρυθμιστικά της εσωτερικής υπηρεσίας έγγραφα, αλλά για βεβαιώσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, στ) Η αιτίαση του ιδίου αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρεται ότι αυτός τελούσε σε δόλο (πρώτο σκέλος δευτέρου λόγου δεύτερης αιτήσεως, στοιχ. δ) είναι απαράδεκτη, γιατί, όπως αναφέρθηκε, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, στην προκειμένη δε περίπτωση ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξεως του άρθρου 242 ΠΚ. Παρά ταύτα, το Συμβούλιο, με την παραδοχή ότι οι ως άνω υπάλληλοι προέβησαν στις ψευδείς βεβαιώσεις, με σκοπό να προσπορίσουν στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας αθέμιτο όφελος, δέχεται ότι αυτοί είχαν δόλο τελέσεως του εγκλήματος αυτού, ζ) Η αιτίαση του ιδίου ότι το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να θεμελιώσει την παραπομπή του, προσέφυγε σε συναγωγές, τις οποίες άντλησε από έγγραφα του φακέλου του λεωφορείου (έγγραφα Τελωνείου Αθηνών, τεχνολόγου μηχανικού Χ. Υ., Πρακτικό Επιθεωρήσεως Οχήματος της 31.3.1997), από τα οποία άντλησε και αυτός τα στοιχεία για να καταρτίσει την έκθεση του, με αποτέλεσμα, από την επιλεκτική και αποσπασματική χρήση των ίδιων εγγράφων, να δημιουργείται ασάφεια, με αποτέλεσμα να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (δεύτερο σκέλος δευτέρου λόγου δεύτερης αιτήσεως), είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου, η) Η αιτίαση του ιδίου αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρονται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι φερόμενοι ως ηθικοί αυτουργοί για να του προκαλέσουν την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται και, ότι, επομένως, αυτός όχι ορθά παραπέμπεται για την κακουργηματική μορφή της πράξεως αυτής (τρίτος λόγος δεύτερης αιτήσεως), πέραν της αβασιμότητας της, αφού, όπως έχει εκτεθεί, το βούλευμα είναι επαρκώς αιτιολογημένο και ως προς το σημείο αυτό, είναι προεχόντως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί αφορά τους συγκατηγορουμένους του Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο και μέλη του ΔΣ του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, η ευθύνη των οποίων είναι ανεξάρτητη από τη δική του. θ) Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Γ. Σ. ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς το δόλο του για την τέλεση της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως, από την επανάληψη δε της λέξεως "όφειλαν" (να βεβαιώσουν κ.λ.π.) προκύπτει επίκληση περιστατικών που προσιδιάζουν σε επίδειξη αμελούς και όχι δόλιας συμπεριφοράς (πρώτος λόγος τρίτης αιτήσεως), είναι αβάσιμη, γιατί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρά το ότι η ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, εν τούτοις έγινε δεκτό ότι και το εν λόγω αδίκημα τελέσθηκε με πρόθεση. Η δε επανάληψη της λέξεως "όφειλαν" όχι μόνο δεν προσιδιάζει σε επίδειξη αμελούς συμπεριφοράς, αλλά τονίζει την ύπαρξη του δόλου. Η αυτή αιτίαση, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Συμβούλιο Εφετών αντιπαρήλθε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι κατά τον έλεγχο του οχήματος καταχώρησε τα στοιχεία ... και το έτος κατασκευής, όπως αυτά καταγράφονταν στην αλλοδαπή γερμανική άδεια και στο υπ' αριθ. 1310/2.6.95 πιστοποιητικό του τελωνείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου, το οποίο δεν ήταν απαραίτητο να απορρίψει με ειδική αιτιολογία τον αρνητικό αυτό της κατηγορίας ισχυρισμό, τον οποίο, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών του, όπως αυτές αναφέρονται ανωτέρω, απέρριψε σιωπηρά, ι) Οι αιτιάσεις του αυτού αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας ως προς τη δυνατότητα προκλήσεως, από την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, εννόμων συνεπειών και ως προς το σκοπό προσπορισμού αθεμίτου οφέλους (δεύτερος και τρίτος λόγοι τρίτης αιτήσεως) είναι αβάσιμες, γιατί, όπως έχει εκτεθεί, το βούλευμα περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τα ζητήματα αυτά Και ια) η αιτίαση του ιδίου αναιρεσείοντος ότι το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως, γιατί αυτός έχει παραπεμφθεί για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, η οποία τελέσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999 (3.6.1999), χωρίς να αναφέρεται το ποσό της ωφέλειας ή της βλάβης από κάθε μερικότερη πράξη, για να κριθεί αν καθεμιά από αυτές προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αν όλες οι πράξεις του κατ" εξακολούθηση εγκλήματος απέβλεπαν στην πραγματοποίηση του αυτού οφέλους ή στην πρόκληση της αυτής ζημίας, κάθε επί μέρους προσδιορισμός του οφέλους ή της ζημίας δεν είναι νοητός, στην προκειμένη δε περίπτωση και οι δύο πράξεις που τέλεσε ο αναιρεσείων, οι οποίες αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, συνέκλιναν στον προσπορισμό στο ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας του αυτού οφέλους (άνω των 73.000 ευρώ) και δεν τίθεται ζήτημα μερικότερου ποσού, στο οποίο απέβλεπε κάθε μερικότερη πράξη, οπότε ορθώς προσδόθηκε στην πράξη του κακουργηματικός χαρακτήρας. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στη πράξη. Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία, κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποία απορρίπτεται, κατ' άρθρο 47 του ΚΠοινΔ, η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Στη τελευταία μόνο περίπτωση, εφ' όσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής διώξεως. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και μέλη του ΔΣ του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, με τον ο πρώτο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ ΚΠοινΔ, λόγο της αιτήσεως τους, πλήττουν το προσβαλλόμενο βούλευμα για παραβίαση του δεδικασμένου. Συγκεκριμένα, επικαλούνται ότι είχε διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση για να ερευνηθεί αν είχαν τελεσθεί τα εγκλήματα της λαθρεμπορίας (με τη μορφή της εντοιχίσεως του αριθμού πλαισίου στο επίδικο όχημα, για το οποίο δεν καταβλήθηκαν οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι), της πλαστογραφίας και της παραβάσεως του άρθρου 85 ΚΟΚ, ότι, ακολούθως, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ..., υπέβαλε το από 5.3.1999 έγγραφο του στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο διαβίβασε σ' αυτόν τη δικογραφία με την αναφορά ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχαν τελεσθεί οι ως άνω πράξεις και, για το λόγο αυτό, δεν άσκησε ποινική δίωξη, αλλά έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, ο δε Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης ενέκρινε την ενέργεια αυτή και επέστρεψε τη δικογραφία, οπότε έχει δημιουργηθεί οιονεί δεδικασμένο, το οποίο κωλύει τη (νέα) ποινική δίωξη για πλαστογραφία με χρήση σκοπουμένου συνολικού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ. Για να επανακριθεί δε η υπόθεση που αρχειοθετήθηκε και να καμφθεί το οιονεί δεδικασμένο, έπρεπε να προκύψουν νεότερα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, οπωσδήποτε δε να προηγηθεί της νέας ποινικής διώξεως ανάκληση της εισαγγελικής διατάξεως, με την οποία αρχειοθετήθηκε η υπόθεση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία, κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠοινΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, και, επομένως, ορθά ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, εφόσον μάλιστα συγκεντρώθηκαν, όπως δέχεται το Συμβούλιο Εφετών, νέα στοιχεία (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις), από τα οποία προέκυψαν επαρκείς, κατά τα ανωτέρω, ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων και για την πράξη αυτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο πάγο ακόμη, και ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ιδίου Κώδικα λόγω αναιρέσεως του βουλεύματος, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 εδ. β' ΚΠοινΔ (όπως αντικ. με αρ. 5 ν. 3160/2003) στα κακουργήματα και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφόσον έχει ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρο 43 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι καμιά ακυρότητα δεν προκαλείται αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα χωρίς να έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον, όμως, έχει γίνει αστυνομική προανάκριση. Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, λόγος της πρώτης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν προηγήθηκε της ποινικής διώξεως η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αμέσως μετά το πολύνεκρο τροχαίο ατύχημα, διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές οι από το άρθρο 243 §2 ΚΠοινΔ προβλεπόμενες προανακριτικές πράξεις, από τις οποίες συγκεντρώθηκε το αποδεικτικό υλικό, με βάση το οποίο σχηματίσθηκε τόσο η παρούσα δικογραφία, όσο και οι προγενέστερες που αφορούσαν τον οδηγό του συρμού και τους ιδιοκτήτες αυτού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ' αριθ. 1/20.1.2010, 2/20.1.2010 και 3/20.1.2010 αιτήσεις των Α. Σ. του Ι., Δ. Γ. του Α., Α. Ο. του Π., Α. Κ. του Κ. και Ν. Π. του Γ. (η πρώτη), Ε. Π. του Ι. (η δεύτερη) και Γ. Σ. του Δ. (η τρίτη), για αναίρεση του υπ αριθ. 1136/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος για διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο από την οποία επήλθαν θάνατοι, κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση από κοινού, κακουργηματική ψευδή βεβαίωση και ηθική αυτουργία σ' αυτήν. Στοιχεία εγκλημάτων. Έννοια ενδεχομένου δόλου. Θέση σε κυκλοφορία πεπαλαιωμένου τουριστικού λεωφορείου με ελαττώματα. Επί μερικότερων πράξεων ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, πρέπει να προσδιορίζεται το όφελος ή η βλάβη από κάθε μερικότερη πράξη, εκτός αν όλες οι πράξεις απέβλεπαν στην πραγματοποίηση του αυτού οφέλους ή στην πρόκληση της αυτής ζημίας. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία, κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, αρχειοθετήθηκε η μήνυση ως προφανώς κατ' ουσία αβάσιμη για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, εφόσον μάλιστα συγκεντρώθηκαν νέα στοιχεία. Δεν προκαλείται καμιά ακυρότητα αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα χωρίς να έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει γίνει αστυνομική προανάκριση. Απόρριψη αιτήσεων στο σύνολο τους.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Δεδικασμένο, Ψευδής βεβαίωση, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1914/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σταματάκη, και 2) Σ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ψύρρα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2279/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Δεκεμβρίου 2009 και 23 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 21-12-2009 και από 23-12-2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Π. Σ. του Κ. και Σ. Κ. του Μ., αντίστοιχα, κατά της ιδίας 2279/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας και να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α, β, ζ του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια ν. 3459/2006 (ΚΝΝ), τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, όποιος πλην άλλων, εισάγει στην επικράτεια, αγοράζει κατέχει ή κατέχει ναρκωτικά. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών: Με τον όρο κατοχή ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη (Πιν. Β Αρ. 3 άρθρου 4 παρ.3 ν. 1729/1987), θεωρείται η φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Συγκατοχή ναρκωτικών υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής. Από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, όποιος παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη, προκύπτει ότι η παρεχόμενη συνδρομή μπορεί να είναι υλική ή και ψυχική. Ψυχική δε συνέργεια είναι η βοήθεια που παρέχεται στο δράστη το αργότερο μέχρι τη συντέλεση της πράξεως, με συμβουλές και υποδείξεις για τον τρόπο τελέσεως ή με ψυχική ενίσχυση και ενθάρρυνση του δράστη που έχει ήδη λάβει την απόφαση προς τέλεση της αξιόποινης πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2279/2009 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Την 21-4-2005, περιήλθε στην υποδ/νση δίωξης ναρκωτικών της δ/νσης ασφαλείας Αττικής, πληροφορία ότι άτομο με το όνομα "Σ.", που κυκλοφορεί με όχημα μάρκας "SUZUKI" με αριθμ. κυκλοφορίας ..., στην περιοχή του δημαρχείου ...ς, συνεργάζεται με υπήκοο Πακιστάν με το γνωστό σε τρίτους όνομα "Σ." και κατέχουν σημαντική ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, αναζητώντας αγοραστές. Ότι η ποσότητα αυτή έχει εισαχθεί από το Βέλγιο. Προς αξιοποίηση της πληροφορίας αυτής, οι αστυνομικοί της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών, εντόπισαν το αυτοκίνητο αυτό, που ανήκε στον τρίτο κατηγορούμενο Σ. Κ., και το έθεσαν σε παρακολούθηση, από την οποία προέκυψε ότι αυτός διέμενε στην οδό ... στη . ... Άρχισε δε η επιτήρηση του ιδίου και της κατοικίας του. Την 22-4-2005, ο ως άνω ήλθε σε επαφή με μελαμψό άτομο, που διέμενε στο ..., επί της οδού .... Υποθέτοντας ότι ήταν ο Πακιστανός που ήταν γνωστός με το όνομα "Σ." έθεσαν αυτόν και την οικία του επίσης υπό επιτήρηση. Την 25-4-2005, καθόν χρόνο δύο διαφορετικές ομάδες αστυνομικών παρακολουθούσαν παράλληλα τις οικίες αυτές, περί ώρα 11.00 αντιλήφθησαν τα εξής: Ο τρίτος κατηγορούμενος εξήλθε από την οικία του με τον "Σ." που εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε ότι ήταν ο τέταρτος κατηγορούμενος A. M. του A., και μαζί πήγαν σε ένα "σούπερ μάρκετ" που βρισκόταν πλησίον της οικίας. Επέστρεψαν και μετά από μισή ώρα περίπου ξαναβγήκε μόνος του και κινήθηκε με το αυτοκίνητό του στην οδό ... στην ..., όπου επισκέφθηκε ένα τριώροφο σπίτι και εξήλθε στην βεράντα αυτού. Μετά από λίγη ώρα ξαναεπέστρεψε στην οικία του. Στη συνέχεια εξήλθε και πήγε με το αυτοκίνητό του σε ένα βιβλιοπωλείο και επέστρεψε ξανά. Αμέσως εξήλθε από την οικία και συναντήθηκε με ένα ζευγάρι που αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων ότι ήταν ο πρώτος και η δεύτερη από τους κατηγορουμένους ήτοι ο Π. Σ. και η Ν. Ξ.. Αυτοί επιβιβάστηκαν στο όχημά του (SUZUKI) στο πίσω κάθισμα και κατευθύνθηκαν όλοι μαζί στην οικία του Σ. (πρώτου κατηγορουμένου). Καθοδόν σταμάτησαν δίπλα σε ένα σταθμευμένο όχημα με πινακίδες Βελγίου ..., μάρκας MAZDA, κατέβηκε από το SUZUKI ο πρώτος κατηγορούμενος (Σ.) το άνοιξε και πήρε μια τσάντα, την οποία μετέφερε στο όχημα του τρίτου (SUZUKI). Κατευθύνθηκε το όχημα στην παρΑ.ακή και σε κάποιο πάρκιγκ στη λεωφ. ..., αφού κατέβηκε τοπ ζευγάρι, παρκάρισε το όχημα. Ο Σ. (τρίτος) πήρε ένα "σακ βουαγιάζ" από το "πορτ μπαγκάζ" και επιχείρησε να περάσει τον δρόμο απέναντι. Οι αστυνομικοί θεώρησαν ότι ήταν κατάλληλη στιγμή να τον ελέγξουν. Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε σε σωματική του έρευνα δεν βρέθηκε τίποτα στο "σακ βουαγιάζ" επίσης δεν βρέθηκε κάτι, στο όχημά του όμως (SUZUKI) στο εμπρόσθιο κάθισμα στη θέση του συνοδηγού, βρήκαν την σακκούλα που είχε μεταφέρει ο πρώτος κατηγορούμενος από το όχημα με τις πινακίδες Βελγίου στο όχημα του τρίτου κατηγορουμένου (SUZUKI). Η σακκούλα αυτή περιείχε την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία κοκαΐνη, βάρους μικτού 2.215,7 γραμ. ως ανιχνεύτηκε από την Γ' Χημική Υπηρεσία Αθηνών και ήταν συσκευασμένη σε τέσσερις συσκευασίες σε σχήμα παραλληλόγραμμο, καλυμμένες με ταινία και διαφανές πλαστικό. Το ένα δέμα από αυτά ήταν ανοιγμένο, γιατί είχε ανοιχτεί η κολλητική ταινία. Επίσης έκαναν έλεγχο στο ζεύγος Σ. - Ξ., που απέβη αρνητικός. Ακολούθησε έλεγχος στην οικία του Κ. στην οδό ... στη ..., με επίσης αρνητικό αποτέλεσμα. Στην οικία αυτή βρισκόταν η Ρωσίδα σύντροφός του και ένα ανήλικο τέκνο της και ο τέταρτος κατηγορούμενος (Σ.), ο οποίος δήλωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Αυτός είπε ότι με τον τρίτο κατηγορούμενο είχαν δημιουργήσει στην Κρήτη επιχείρηση εισαγωγής πλακιδίων και επειδή χρειαζόταν χρήματα αυτός (Κ.ς) είπε ότι είχε άνθρωπο να φέρει δύο κιλά κοκαΐνης προς πώληση. Από κάποιον γνωστό του που ήταν στη φυλακή, ονόματι Α., γνώρισε κάποιο άτομο με το όνομα "Γ." τον οποίο γνώρισε στον Κ. (τρίτο κατηγορούμενο) για να πουλήσουν την κοκαΐνη. Μάλιστα, την 22-4-2005, ο τρίτος κατηγορούμενος του έδωσε λίγη κοκαΐνη για να την δώσει στον Γ. (αγνώστων λοιπών στοιχείων), ως δείγμα. Προφανώς γι' αυτό είχε ανοιχθεί το ένα δέμα της συσκευασίας από το οποίο πήραν το δείγμα της κοκαΐνης. Ο Κ.ς είπε στους αστυνομικούς (μεταξύ των οποίων και ο επ' ακροατηρίω εξετασθείς μάρτυς Α. Ρ.) ότι ο Σ. και η Ξ. ήταν πατριώτες, ότι αυτός χρωστούσε στον Σ. χρήματα και ο τελευταίος του είπε να βρουν αγοραστές να δώσουν τα ναρκωτικά. Ταυτόχρονα έλαβε χώρα έρευνα τόσο στον Σ. όσο και στην Ξ. καθώς και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο οποίο διέμενε χωρίς να βρεθούν ναρκωτικές ουσίες. Οι ίδιοι δήλωσαν ότι είχαν έλθει οδικώς από το Βέλγιο, μέσω Γαλλίας-Ελβετίας-Ιταλίας με προορισμό την Πάτρα και διατηρούν ερωτικό δεσμό μεταξύ τους. Ακολούθησε και έλεγχος στην οικία του τέταρτου κατηγορουμένου στην οδό ... στο ..., όπου βρέθηκε ο Β. Ι. και ένα ανήλικος, εκ των οποίων ο πρώτος κατείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη, βάρους 100 γρ. και 10 αυτοσχέδιες σακκούλες συνολικού βάρους 50 γραμμαρίων, τις οποίες είχε προμηθευθεί και κατείχε για δική του χρήση. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι την κοκαΐνη μικτού βάρους 2.215,7 γρ. που βρέθηκε στο όχημα του τρίτου κατηγορουμένου (SUZUKI) είχε αγοράσει ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. ένα μήνα περίπου πριν από τη σύλληψή του (ήτοι 25-3-2005 έως 20-4-2005) από το Βέλγιο όπου κατοικεί μονίμως, με σκοπό την εμπορία της στην Αθήνα, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για απαγορευμένη ναρκωτική ουσία, από άγνωστο πωλητή αντί αγνώστου τιμήματος και την εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια την 22-4-2005 και ειδικότερα στο λιμάνι της Πάτρας και από εκεί στην Αθήνα μεταφέροντάς τη με το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, κυριότητάς του, μάρκας MAZDA. Στις ως άνω πράξεις του πρώτου κατηγορουμένου με πρόθεση και με σκοπό την εμπορία παρέσχε συνδρομή ο τρίτος κατηγορούμενος Σ. Κ., με τον οποίο ο πρώτος είχε συναντηθεί στην Ελλάδα πριν την εισαγωγή και του παρέσχε ψυχική συνδρομή ενθαρρύνοντάς τον στην εισαγωγή αφού τον διαβεβαίωσε ότι έχει διακινητές και αγοραστές για την περαιτέρω διάθεσή της στην Ελλάδα, όπως και τήρησε την διαβεβαίωσή του, στην οποία και στηρίχθηκε ψυχικά ο πρώτος κατηγορούμενος, που ήδη είχε λάβει την απόφαση της εισαγωγής. Η διαβεβαίωση αυτή επαληθεύθηκε με το γεγονός ότι ο τρίτος κατηγορούμενος ήλθε σε επαφή με τον τέταρτο κατηγορούμενο, ο οποίος του συνέστησε ως αγοραστή τον "Γ." με τον οποίο και ήλθε σε επαφή προκειμένου να πωληθεί η ποσότητα κοκαΐνης και του παρέδωσε και δείγμα αυτής για να διαπιστωθεί το είδος, η καθαρότητα και η ποιότητά της. Στην ως άνω εισαγωγή της κοκαΐνης αυτής, παρέσχε στον πρώτο κατηγορούμενο με πρόθεση απλή συνδρομή η δεύτερη κατηγορούμενη Ν. Ξ., η οποία με την παρουσία της ως συνοδού αυτού στο ταξίδι της εισαγωγής τον συνέδραμε ψυχικά και τον διευκόλυνε με τη συνοδεία της καθόλη τη διάρκειά του και τον έλεγχο που υπέστη στα σύνορα, αφού εισήγαγε αυτήν οδικώς από Βέλγιο μέσω Γαλλίας-Ελβετίας-Ιταλίας. Άμα τη εισαγωγή της στην Ελλάδα η ποσότητα της κοκαΐνης αυτής τέθηκε στην συγκατοχή των τριών κατηγορουμένων (πρώτου, τρίτου και τέταρτου) οι οποίοι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να την εξουσιάζουν, να διαπιστώνουν την ύπαρξή της και να την διαθέτουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους (ΑΠ 624/2006 ΝοΒ 54, 1361, ΑΠ 1190/2006 ΠΧρ Ν 432).Το γεγονός της συγκατοχής της αποδεικνύεται από το ότι ο πρώτος είχε αυτή τοποθετημένη στο όχημά του (με βελγικές πινακίδες), ο τρίτος την παρέλαβε από τον πρώτο στο δικό του όχημα, ο τέταρτος ήταν σε επαφή με τον υποψήφιο αγοραστή "Γ." στον οποίο είχε παραδοθεί δείγμα καθόν χρόνο ακόμα δεν την είχε παραλάβει ο δεύτερος στο όχημά του. Άρα και οι τρεις κατηγορούμενοι, υποκειμενικώς τελούσαν σε γνώση του περιεχομένου και της απαγορευμένης κατοχής της ναρκωτικής ουσίας, την οποία από κοινού προόριζαν να διαθέσουν επί κέρδει (ΑΠ 584/98 ΠοινΔικ. 98, 634 ΑΠ 813/2005 ΠΧρ 2006, 32). Το γεγονός ότι ο πρώτος την παρέδωσε στον τρίτο δεν αίρει το στοιχείο της συγκατοχής αυτού, αφού την παρέδωσε προκειμένου να διατεθεί με αντίστοιχο κέρδος από την πώλησή της, δεδομένου ότι η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνιστάται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων διαδοχικές (ΑΠ 1700/2006 Ποιν ΔΤ 1846). Ούτε το γεγονός ότι ο τρίτος κατηγορούμενος συνέδραμε ψυχικά τον πρώτο στην εισαγωγή της στην Ελληνική Επικράτεια στοιχειοθετεί απαλλαγή του, από την αξιόποινη πράξη της συγκατοχής της ως άνω ναρκωτικής ουσίας ως αβάσιμα (επικουρικά σε σχέση με την ενοχή του) ισχυρίζεται αφού το έγκλημα της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική Επικράτεια συρρέει αληθώς με το έγκλημα της κατοχής (βλ. σχ. ΑΠ 319/80 Π.Χρ Λ'560, ΑΠ 1100/81 ΠΧρ ΛΒ 410, ΑΠ 1328/93 ΠΧρ ΜΓ 1144, ΑΠ 1243/2006 ΕλΔ/νη 47 1570). Το δικαστήριο πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας από τους οποίους ο πρώτος χαρακτηριστικά κατέθεσε αυτά που του δήλωσαν διηγηματικά ο τρίτος και ο τέταρτος κατηγορούμενος, σε σχέση με την εισαγωγή της ναρκωτικής αυτής ουσίας από το Βέλγιο από τον πρώτο κατηγορούμενο, με τη διαβεβαίωση του τρίτου για τους αγοραστές αυτής, τον σκοπό πώλησης της, που συνδυάζεται όμως με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα(ΑΠ 1166/2006 ΠοινΔ 2006. 1471), ήτοι τις κινήσεις τους κατά την ημέρα της συλλήψεώς τους, μεταφορά της σακκούλας με την ναρκωτική ουσία από το όχημα με τις πινακίδες Βελγίου στο όχημα του τρίτου κατηγορουμένου, το ότι το ένα πακέτο της ουσίας αυτής ήταν ανοιγμένο, άρα πράγματι ελήφθη ποσότητα αυτής προς επίδειξη στον υποψήφιο αγοραστή, τη μεθοδικότητα με την οποία εκινείτο την ημέρα εκείνη ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος συνεχώς περιφερόταν με το όχημά του σε διάφορα μέρη πριν την κρίσιμη συνάντηση κατά την οποία παρέλαβε την ναρκωτική ουσία, ώστε να παραπλανήσει τυχόν ανθρώπους που τον παρακολουθούσαν (αστυνομικοί) σε σχέση με το ποια ήταν η κρίσιμη συνάντηση, τη συνεύρεση όλων των κατηγορουμένων στον τόπο ... - ... του τρίτου και τέταρτου στην οικία του, του τρίτου, δεύτερης και πρώτου έξω από αυτή, την άσχημη οικονομική κατάσταση του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος έψαχνε για ανεύρεση κεφαλαίων προς στήριξη της επιχείρησής του εισαγωγής πλακιδίων. Το δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει στην ειλικρίνεια της καταθέσεως του ενόρκως εξετασθέντος επ' ακροατηρίω μάρτυρος αστυνομικού Ρ., σε σχέση με το χώρο από τον οποίο μεταφέρθηκε η απαγορευμένη ναρκωτική ουσία (όχημα πρώτου στο όχημα του τρίτου από τον πρώτο κατηγορούμενο) ο οποίος αβασίμως ισχυρίζεται ότι είχε επισκεφθεί με την δεύτερη κατηγορουμένη την οικία του τρίτου, για καφέ, ότι του έδωσε τη σακκούλα αυτή φεύγοντας, λέγοντάς του να τον περιμένει κάτω και ότι επειδή καθυστερούσε την τοποθέτησε για μη την κρατάει στο "πορτ μπαγκάζ" του οχήματός του. Επίσης ο τρίτος κατηγορούμενος αβασίμως ισχυρίζεται ότι τη σακκούλα αυτή την έφερε στην οικία του ο Σ. (τέταρτος) και επειδή είδε αστυνομικούς γύρω από την οικία και την τελευταία στιγμή του ομολόγησε ότι η σακκούλα περιείχε ναρκωτικά, θέλοντας να τα απομακρύνει από την οικία του, έδωσε στον έφευγε εκείνη την ώρα από το σπίτι, χωρίς να σκεφθεί ότι μπορούσε να μπλέξει. Οι ισχυρισμοί αυτοί έρχονται σε πλήρη αντίφαση με την ως άνω κατάθεση του αστυνομικού (αυτόπτη μάρτυρα) των κινήσεών τους την ημέρα εκείνη που καταθέτει ότι "ο τρίτος κατηγορούμενος πήγε σε ένα βιβλιοπωλείο, γύρισε πίσω και μετά από λίγο ξαναβγήκε, πήρε το αμάξι, πήγε σε μια πλατεία όπου συνάντησε το ζευγάρι (άρα η συνάντησή τους έλαβε χώρα εκτός οικίας, στην οποία δεν είχε προηγηθεί επίσκεψη του πρώτου και της δεύτερης) μπήκαν όλοι μαζί στο αμάξι του Σ. και πήγαν στη .... Συνάντησαν ένα άλλο αμάξι (σταθμευμένο) με Βελγικές πινακίδες, κατέβηκε ο Σ. (πρώτος), πήρε μία τσάντα από το αμάξι αυτό και την πήγε στο αμάξι του Σ. (τρίτου). Μετά από λίγο χώρισαν, κατέβηκε το ζευγάρι και ο Σ. (τρίτος) πάρκαρε το αμάξι σε μία κάθετη λεωφόρο της παραλιακής και κατέβηκε. Άρα δεν έλαβε χώρα παράδοση της ναρκωτικής ουσίας στην οικία του τρίτου, στον πρώτο χωρίς αυτός να γνώριζε το περιεχόμενό της. Ούτε ο τέταρτος μετέφερε αυτή στην οικία του τρίτου. Από τις απολογίες του διαφαίνεται προσπάθεια του τρίτου κατηγορουμένου να απεμπλακεί τόσο αυτός όσο και ο πρώτος και δεύτερη από την αγορά, εισαγωγή και συγκατοχή της ναρκωτικής ουσίας, επίρριψη όλης της κατοχής αυτής (αποκλειστικής) στον τέταρτο, ο οποίος για καθαρά προσωπικούς λόγους ή συμφωνία του με τους πρώτο και τρίτο, ισχυρίζεται ότι τα ναρκωτικά αυτά τα έφερε ένα ξάδελφός του από την Τουρκία λέγοντάς του να μην πειράξει τη σακκούλα γιατί θα τον σκοτώσουν. Ότι τον πήρε τηλέφωνο κάποιος Γ. και του έκλεισε ραντεβού στη ... για να του πάει την τσάντα. Ότι πήγε και αυτός δεν ήρθε, φοβήθηκε και πήγε στο σπίτι του Κ.". Οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν έχουν λογικό έρεισμα διότι είναι απίθανο να αφέθηκε στο σπίτι του ποσότητα κοκαΐνης 2.215,7 γρ. μικτού βάρους, η αξία της οποίας είναι ιδιαίτερα σημαντική (1 γραμμάριο δίνει περίπου 10 δόσεις και κάθε δόση αποτιμάται περίπου 100 €), με κίνδυνο ο κύριος αυτής να την απωλέσει δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος αυτός μπορούσε να εξαφανιστεί μαζί με το εμπόρευμα έστω και με πιθανότητες να μη γίνει αντιληπτός. Αλλά και η δεύτερη κατηγορουμένη είναι εντελώς απίθανο να μετέβει αεροπορικώς στο Βέλγιο για μία μόνο ημέρα προκειμένου να συνοδεύσει τον πρώτο κατηγορούμενο στο ταξίδι του και να επωμιστεί κούραση ενός τέτοιου ταξιδιού, χωρίς διακοπές, χωρίς να γνώριζε τον σκοπό αυτού, λόγω και της ιδιαίτερης (ερωτικής) σχέσης της με τον κατηγορούμενο (πρώτο) αλλά γνώριζε και ήθελε να τον συνδράμει στην εισαγωγή της ναρκωτικής ουσίας. Ο ισχυρισμός αμφοτέρων ότι ήταν αδύνατο να εισαγάγουν την ναρκωτική ουσία διότι πέρασαν από ενδελεχή συνοριακό έλεγχο είναι αβάσιμος, διότι στην περίπτωση αληθείας του δεν θα υπήρχε διακομιστικό εμπόριο ναρκωτικών ουσιών. Μετά από αυτά πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι α) ο πρώτος (Π. Σ.) των αξιοποίνων πράξεων αγοράς και εισαγωγής από κοινού με σκοπό την εμπορία και της κατοχής από κοινού με σκοπό την εμπορία, β) η δεύτερη κατηγορούμενη της απλής συνέργειας στην εισαγωγή από κοινού με σκοπό την εμπορία, γ) ο τρίτος κατηγορούμενος, Σ. Κ.ς,: 1) της απλής συνέργειας της αγοράς και εισαγωγής από τον πρώτο κατηγορούμενο και κατοχής από κοινού με τον πρώτο και τον τέταρτο και δ) ο τέταρτος κατηγορούμενος της κατοχής από κοινού της αυτής ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, ως ειδικότερα θα αναφερθούν και στο διατακτικό της παρούσας". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποίαν καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 47 παρ.1 του ΠΚ και 5 παρ. 1 περ. α, β, ζ και 2 του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και κωδικοποιήθηκε δια ν. 3459/2006 (20 ΚΝΝ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) αιτιολογείται επαρκώς στις σελίδες 25 και 26 του αιτιολογικού η συγκατοχή της ιδίας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών εκ μέρους και των δύο καταδικασθέντων αναιρεσειόντων, με συγκλίνουσες αναφερόμενες πράξεις τους, με την έννοια ότι μετά την εισαγωγή της στην επικράτεια, όλοι τελούσαν σε γνώση πού βρίσκεται και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να την εξουσιάζουν, να διαπιστώσουν την ύπαρξή της και να τη διαθέσουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους, ανεξάρτητα που βρέθηκε κατά τη στιγμή της συλλήψεώς τους, β) σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές δεν υπάρχει αντίφαση ως προς το χρόνο εισαγωγής των ναρκωτικών που είναι η 22-4-2005 (σελ. 24 αιτιολογικού και διατακτικό) και το χρόνο (22-4-2005 σελ. 22 αιτιολογικού) που άνοιξε ο κατηγορούμενος Σ. Κ.ς το ένα από τα τέσσερα δέματα κοκαΐνης και έδωσε ένα δείγμα στον τέταρτο κατηγορούμενο Α. Μ. για να το δώσει σε κάποιο υποψήφιο αγοραστή ονόματι Γ., ενώ δεν υπάρχει στο αιτιολογικό παραδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσείων Π. Σ. εισήλθε στην Ελλάδα από το Βέλγιο την 25-4-2009, ώστε είναι αδύνατο αυτός να εισήγαγε τα ναρκωτικά την 25-4-2009 και να λήφθηκε δείγμα την 22-4-2009, (προφανώς εννοεί το 2005), όπως αυτός στην ένδικη αίτησή του διατείνεται. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, συναφείς λόγοι αναιρέσεως και των δύο αιτήσεων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 Α' του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Το ανωτέρω άρθρο 211 Α' ΚΠοινΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για κανόνα αξιολογήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που τίθεται διευκρινιστικά συμπληρωματικά στη βασική αρχή που εισάγει το άρθρο 177 ΚΠοινΔ, την οποίαν εντεύθεν και δεν καταλύει, ούτε άλλωστε αυτό απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής καταθέσεως του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται, στην προσπάθειά του για την αναζήτηση της αληθείας, στην μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα την δικανική του πεποίθηση. Η διάταξη αναφέρεται σε "μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου" - ο συγκατηγορούμενος δηλαδή να εξετάσθηκε ως μάρτυρας ή να απολογήθηκε ως κατηγορούμενος - και μάλιστα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας από τις οποίες και δη απ' ευθείας έγινε η άντληση των πληροφοριών για την καταδίκη. Έτσι η κατάθεση μαρτύρων - αστυνομικών, ότι αυτά που καταθέτουν τα γνωρίζουν μόνο από την κατάθεση συγκατηγορουμένου, αξιολογούνται μεν, πλην δεν μπορεί να έχουν την αξιοπιστία της αμέσου γνώσεως και έτσι μόνη της δεν θα μπορεί να στηρίξει καταδίκη, (παραβιαζομένης και με αυτό τον τρόπο της άνω αρχής) όπως όταν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, ή την μαρτυρική κατάθεση άλλου προσώπου, το οποίο ως μοναδική πηγή πληροφορήσεώς του έχει τον τελευταίο αυτό, αλλά συνδυαστικά τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του κατηγορουμένου ή την μαρτυρική κατάθεση προσώπου στο οποίο τα διηγήθηκε αυτός όσο και σε καταθέσεις μαρτύρων ή σε αναγνωσθείσες καταθέσεις και σε αναγνωσθέντα έγγραφα. Το επιτρεπτό της καταθέσεως του μάρτυρα εξ ακοής ή μάρτυρα εκ διηγήσεως, προκύπτει από την άνω διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΚΠοινΔ, που τον υποχρεώνει να κατονομάσει την πηγή των πληροφοριών του. Ο νομοθέτης, με την προσθήκη της παρ. 2, με την παρ. 9 του άρθρου 2 ν. 2408/1996, στάθμισε τα αγαθά της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και της προστασίας του μάρτυρα αφενός και της προστασίας των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου αφετέρου και έδωσε προτεραιότητα στο δεύτερο. Όμως, ναι μεν το δικαστήριο υποχρεούται να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παραβίαση του νόμου, ωστόσο η εκτίμηση αυτής μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 224 παρ. 2 δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αφού στην περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 510 ΚΠοινΔ, δεν περιλαμβάνεται τέτοιος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Πενταμελές Εφετείο θεμελίωσε την καταδικαστική του απόφαση όχι μόνο σε όλα όσα οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας άκουσαν κατά την προσαγωγή των κατηγορούμενων στην αστυνομία, πριν ή κατά τη διεξαχθείσα προανάκριση, ούτε και σε όσα υπέπεσαν στην αντίληψή τους κατά την απολογία των συγκατηγορούμενων των αναιρεσειόντων, αλλά και σε όσα οι ίδιοι αντιλήφθηκαν εκτός της αστυνομίας, κατά την παρακο-λούθηση αυτών και του έτερου συγκατηγορουμένου τους, κατά τις μετακινήσεις τους και τις συναντήσεις τους σε περιοχές της ... και ... της Αττικής, κατά τη μεταφορά της σακκούλας με τα ναρκωτικά από το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος στο αυτοκίνητο του άλλου αναιρεσείοντος και στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και σε άλλα αποδεικτικά μέσα (π.χ. πειστήρια, ΙΧΕ), για την ύπαρξη των οποίων και τη σημασία τους στο σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του, τόσο για την συγκατοχή, όσον και για την αγορά και την εισαγωγή των ναρκωτικών ουσιών, διατυπώνεται πλήρης, σαφής, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατά συνέπεια, το Πενταμελές Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 Α σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ του ΚΠοινΔ και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε από το λόγο αυτό απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, και ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσεί-οντος Παντελή Σ. για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορ-ριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 21-12-2009 και από 23-12-2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Π. Σ. του Κ. και του Σ. Κ. του Μ., αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2279/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, εισαγωγή, συγκατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών. 1. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2. Η κατάθεση μαρτύρων - αστυνομικών, ότι αυτά που καταθέτουν τα γνωρίζουν μόνο από την κατάθεση συγκατηγορουμένου, αξιολογούνται μεν, πλην δεν μπορεί να έχουν την αξιοπιστία της αμέσου γνώσεως και έτσι μόνη της δεν θα μπορεί να στηρίξει καταδίκη συνδυαστικά τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του κατηγορουμένου ή την μαρτυρική κατάθεση προσώπου στο οποίο τα διηγήθηκε αυτός όσο και σε καταθέσεις μαρτύρων ή αναγνωσθείσες καταθέσεις και αναγνωσθέντα έγγραφα. Το επιτρεπτό της καταθέσεως του μάρτυρα εξ ακοής ή μάρτυρα εκ διηγήσεως, προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΚΠΔ, που τον υποχρεώνει να κατονομάσει την πηγή των πληροφοριών του. Ο νομοθέτης, με την προσθήκη της παρ. 2, με την παρ. 9 του άρθρου 2 Ν. 2408/1996, φαίνεται να στάθμισε τα αγαθά της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και της προστασίας του μάρτυρα αφενός και της προστασίας των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου αφετέρου και έδωσε προτεραιότητα στο δεύτερο. Όμως, ναι μεν το δικαστήριο υποχρεούται να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παραβίαση του νόμου, ωστόσο η εκτίμηση αυτής μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 224 παρ.2 δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αφού στην περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 510 ΚΠΔ, δεν περιλαμβάνεται τέτοιος λόγος αναιρέσεως (βλ. Ζησιάδη Ποιν.Δικ. Β. 1977.Σ.97, ΑΠ 756/2009,71, 326/2007, 1166/2006) -.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Μάρτυρες.
0
Αριθμός 1912/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μπουραντά, περί αναιρέσεως της 26001/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 98742/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 900/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις σ' αυτό ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. περαιτέρω, το αξιόποινο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση η μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου, το άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 δεν παραπέμπει στο άρθρο 534 Εμπ. Ν., ούτε και κατ' άλλο τρόπο το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, οπότε, σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 534 Εμπ. Ν., να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933. Συνεπώς, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει ότι, αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε, κατά το χρόνο εκδόσεως της, πτωχεύσει ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο επιδρά στο κύρος της επιταγής ή στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του και ειδικότερα ότι αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο αυτής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 26001/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών ανασταλείσα, και χρηματική ποινή 1.200 Ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "στην Αθήνα, στις 15-10-2003 και 15-9-2003 αν και γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, εξέδωσε ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "Χ Εμπορική Εταιρεία Άρης Α.Ε." τις με αριθμούς ...- επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας ποσού 11.000 € και 7.340 € αντίστοιχα σε διαταγή Ψ, οι οποίες ενώ παρουσιάσθηκαν από τον τελευταίο ως νόμιμο κομιστή, στις 17-10-2003 και 22-9-2003 δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντίστοιχου κεφαλαίου. Ούτε από τη διάταξη του άρθρου 79 §1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής" ούτε από κάποια άλλη προκύπτει ότι αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε κατά τον χρόνο έκδοσής της, παύσει τις πληρωμές του ως έμπορος, επιδρά το γεγονός αυτό στο αξιόποινο της πράξης του. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι υπ' αυτού έκδοση των ως άνω ακάλυπτων επιταγών έγινε μετά την παύση των πληρωμών του, πλην τούτο ουδεμία έχει, κατά τα προεκτεθέντα, έννομη σημασία (ΑΠ 1277/20040, Γ.Ν.Π. Νόμος) και για το λόγο αυτό ο ισχυρισμός του κρίνεται απορριπτέος. Η έκδοση δε ακάλυπτων επιταγών μετά το χρόνο παύσης πληρωμών εντείνει το δόλο του κατηγορουμένου και γι' αυτό δεν συντρέχει περίπτωση να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις των μη ταπεινών αιτίων, ούτε δε και της ειλικρινούς μεταμέλειας, αφού δεν έχει καταβάλει ούτε μέρος του οφειλόμενου ποσού". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 §1 του Ν.5960/1933, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η μη πληρωμή των επιταγών οφείλεται στην κήρυξη της ανωτέρω εταιρείας σε κατάσταση πτωχεύσεως, είναι αβάσιμη, διότι η κήρυξη σε κατάσταση πτωχεύσεως της ΑΕ που εκπροσωπούσε, δεν επηρεάζει το αξιόποινο της συμπεριφοράς αυτού (κατηγορουμένου) και ειδικότερα δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του άνω εγκλήματος. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται και (υπό β') "το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης", (υπό δ') "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ζήτησε δια του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε στη δίκη "να του αναγνωρισθούν ελαφρυντικά άρθ. 84 §2β και μεταμέλειας". Ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως προβλήθηκε, είναι εντελώς αόριστος και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν υπείχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, στον οποίο εκ περισσού απήντησε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., κατ' εκτίμηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, ως αβάσιμη. Η ίδια αίτηση καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 98742/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, διότι αυτή έχει εξαφανισθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 98742/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 26001/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Απόρριψη λόγων αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας. Η παύση πληρωμών της εκπροσωπουμένης από τον αναιρεσείοντα ανώνυμης εταιρίας προ της εκδόσεως των επίμαχων επιταγών δεν επηρεάζει το αξιόποινο, ούτε αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή, Ανώνυμη εταιρία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1911/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση - δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 906/ 2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1725/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. α του ν. 2160/1993 περί ΕΟΤ κλπ. όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 53 του ν. 3498/2006,ορίζετο, "Όποιος παροτρύνει και παρενοχλεί πρόσωπο ή ομάδα προσώπων να δεχτεί ή να αποκρούσει ταξιδιωτική ή μεταφορική υπηρεσία, υπηρεσίες εστίασης ή ψυχαγωγίας ή τουριστικού καταλύματος ή προϊόντα εμπορικού καταστήματος, τιμωρείται με τη διάταξη του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα". Η παραπάνω διάταξη αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 53 του ν. 3498/2006, ως εξής: "όποιος παροτρύνει και παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων να δεχθεί ή να αποκρούσει ταξιδιωτική ή μεταφορική υπηρεσία, υπηρεσίες εστίασης ή ψυχαγωγίας ή τουριστικού καταλύματος ή προϊόντα εμπορικού καταστήματος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων (1.000) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι και μετά την προαναφερθείσα αντικατάσταση του άρθρου 4 ή 3 εδ. α του ν. 2160/1993 δε διαφοροποιήθηκε η περιγραφή και τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της προβλε-πόμενης από αυτήν αξιόποινης πράξεως, παρά μόνον, ενώ πρώτα τιμωρείτο σε βαθμό πταίσματος, μετά την τροποποίηση του 2006, τιμωρείται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος εφέσεως καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 906/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Βέροιας και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας 2610/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, σε συνδυασμό με την με αρ. εκθ. 216/11- 12-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και το με αριθ. ... κλητήριο θέσπισμα της Αντεισαγ-γελέως Πρωτοδικών Βέροιας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα παρακάτω: Με το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα ο κατηγορούμενος εισήχθη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας για να δικασθεί σε βαθμό πλημμελήματος, ως υπαίτιος του ότι "στον προαύλιο χώρο της ..., την 2-11-2007, υπεύθυνος ών καταστήματος ειδών λαϊκής τέχνης, παρότρυνε και παρε-νοχλούσε πρόσωπα να δεχθούν τα προϊόντα του εμπορικού του καταστήματος και συγκεκριμένα με φωνασκίες και τη χρήση αντικειμένων που παράγουν ήχους, παρότρυνε και παρε-νοχλούσε τους διερχομένους έξωθεν του καταστήματός του, προκειμένου αυτοί να αγοράσουν τα είδη του. Ήτοι για παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 232 Α παρ.1 και 4 παρ. 3 α του ν. 2160/93". Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και χωρίς να έχει αντίρρηση για την καθύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, προέβαλε μόνον ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενη στο μη ακριβή καθορισμό της πράξεως, όχι δε και στην μη αναγραφή του άρθρου 53 του ν. 3498/2006, που τροποποίησε το αναγραφόμενο άρθρο 4 παρ.3 του ν. 2160/ 1993 και προβλέπει, όπως προεκτέθηκε, απλώς τιμωρία του ιδίου εγκλήματος σε βαθμό πλημμελήματος αντί πταίσματος. Η αντίρρησή του αυτή απορρίφθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας ως αβάσιμη και με την ανωτέρω έφεσή του ο κατηγορούμενος παραπονέθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως για την απόρριψη της ενστάσεώς του αυτής. Στη συνέχεια ο εκκαλών κατηγορούμενος, στο ακροατήριο του Εφετείου κατά την συζήτηση της εφέσεώς του, πρότεινε και πάλιν ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, για μη ακριβή περιγραφή της αξιοποίνου πράξεως και προσέθεσε το πρώτον, ως δεύτερο λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, τη μη αναγραφή σε αυτό της προβλέπουσας την πράξη ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη της διατάξεως του άρθρου 53 του ν. 3498/2006, που αντικατέστησε την αναγραφόμενη στο κλητήριο θέσπισμα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. α του ν. 2160/1993. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του κατηγορουμένου απορ-ρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα περιλαμβάνει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία και ιδιαίτερα ακριβή χαρακτηρισμό της πράξεως. Με το να απορρίψει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, εφόσον η ως άνω ακυρότητα για μη ακριβή περιγραφή της πράξεως επαρκώς αιτιολογημένα απορρίφθηκε κατ'ουσίαν και ήσαν επαρκή τα ανωτέρω εκτεθέντα στοιχεία του κατηγορη-τηρίου. Όσον αφορά δε το νέο προβληθέντα λόγο ακυρότητας για μη αναγραφή της διατάξεως του άρθρου 53 του ν. 3498/2006, που αντικατέστησε την αναγραφόμενη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. α του ν. 2160/1993, ανεξάρτητα του ότι η νέα διάταξη αυτή είναι ταυτόσημη ως προς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αξιόποινης πράξεως και με την αντικατάσταση η πράξη αυτή απλώς από το 2006 τιμωρείται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος, αντί σε βαθμό πταίσματος, γι' αυτό και εισήχθη στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, ενόψει του ότι δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση για την εισαγωγή αυτή στο Πλημμελειοδικείο και δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε και με την ανωτέρω έφεση, τέτοιος λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οιαδήποτε τυχόν ακυρότητα, ως προταθείσα το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καλύφθηκε κατά τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠοινΔ. Κατά συνέπεια ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 170 παρ.1 και 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθεται σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. (Ολ.ΑΠ 1/2005).Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρό-τητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυ-πώσεως του σκεπτικού της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλ-λόμενη 906/2009 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μάρτυρες του κατηγορητηρίου και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στην ..., στον προαύλιο χώρο της ...., την 2-11-2007, ως υπεύθυνος καταστήματος ειδών Λαϊκής Τέχνης το οποίο διατηρεί δίπλα στο ομοειδές κατάστημα της εγκαλούσας, ... Τύπου, παρότρυνε και παρενοχλούσε πρόσωπα να δεχθούν τα προϊόντα του εμπορικού καταστήματός του και συγκεκριμένα με φωνασκίες και με χρήση αντικειμένων που παράγουν ήχους, επιδίδονταν σε άγρα πελατών παροτρύνοντας και παρενοχλώντας τους διερχόμενους έξωθεν του καταστήματός του, προκειμένου να αγοράσουν τα είδη του. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως". Με τις σκέψεις αυτές, στη συνέχεια στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "στην ..., στον προαύλιο χώρο της ..., την 2-11-2007, ως υπεύθυνος καταστήματος ειδών Λαϊκής Τέχνης, παρότρυνε και παρενοχλούσε πρόσωπα να δεχθούν τα προϊόντα εμπορικού καταστήματος και συγκεκριμένα με φωνασκίες και με χρήση αντικειμένων που παράγουν ήχους, παρότρυνε και παρενο-χλούσε τους διερχόμενους έξωθεν του καταστήματός του, προκειμένου να αγοράσουν τα είδη του". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1του ΠΚ και 4 παρ.3 α του ν. 2160/1993, όπως αντικ. με το άρθρο 53 του ν. 3498/2006, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αναφέρεται δε συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος "ως υπεύθυνος καταστήματος ειδών λαϊκής τέχνης, που διατηρούσε δίπλα στο ομοειδές κατάστημα της εγκαλούσας στον προαύλιο χώρο της ... παρότρυνε και παρενοχλούσε πρόσωπα να δεχθούν τα προϊόντα του εμπορικού του καταστήματος, συγκεκριμένα με φωνασκίες και με χρήση αντικειμένων που παράγουν ήχους επιδιδόταν σε άγρα πελατών, παροτρύνοντας και παρενοχλώντας τους διερχομένους έξωθεν του καταστή-ματός του, προκειμένου αυτοί να αγοράσουν τα είδη του". Η παραπάνω αιτιολογία, καίτοι είναι σχεδόν ταυτόσημη με το διατακτικό, περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφέροντας ότι παρότρυνε και ταυτόχρονα παρενοχλούσε ως παραπάνω τους διερχόμενους έξω από το κατάστημά του προσκυνητές πελάτες προκειμένου να αγοράσουν τα πωλού-μενα είδη του, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται σε ποίες φράσεις ή κραυγές συνίσταντο ακριβώς οι φωνασκίες που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος, ούτε ποία ακριβώς αντικείμενα κτυπούσε και παρήγαγε ήχους και είναι αδιάφορο ποινικά για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως της παρ.3 α του άρθρου 4 του ν. 2160/1993, όπως αντικαταστάθηκε, αν το κατάστημα του κατηγορουμένου ήταν ξύλινο παράπηγμα, αν δεν υπάγεται στον ΕΟΤ και αν δε διέθετε το ειδικό σήμα του ΕΟΤ, όπως αβάσιμα αιτιάται ειδικότερα ο αναιρεσείων. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστα-τωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέ-λεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρε-σείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της 906/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέ-ροιας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 4 παρ. 3α Ν. 2160/1993. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. 2. Αιτιολογημένα απορρίπτεται ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Το πρώτο στο Α/θμιο Δικαστήριο προτάθηκε ακυρότητα για μη παράθεση της τροποποίησης με άρθρο 53 Ν. 3498/2006 (πλημ) του 4 § 3 Ν. 2160/1993.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τουριστικής νομοθεσίας παραβάσεις.
0
Αριθμός 1910/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ.-Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1172/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο με την επωνυμία "Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών Ευβοίας", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και συγκατηγορούμενο τον Γ. Β. του Νικηφόρου. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1383/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 190/ 19.5.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθ. 11/10-9-2009 (ενώπιον του Γραμμ. του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας) αίτηση αναιρέσεως της Σ.-Α. Σ., κατοίκου ..., ασκηθείσα (κατόπιν εξουσιοδοτήσεως) από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Καμπούρογλου κατά του υπ'αρ. 1172/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: ΙΙ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το υπ' αρ. 261/2008 βούλευμά των παρέπεμψε την κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών όπως δικασθεί για ηθική αυτουργία σε απάτη από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρ. 13 στ, 46 παρ. 1α, 98, 386 παρ. 1, 3β' ΠΚ) που ετέλεσε ο Γ. Β. (ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση).Έπειτα από έφεση που άσκησαν οι κατηγορούμενοι εξεδόθη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις τους και επεκυρώθη το εκκληθέν. ΙΙΙ) Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη αφού ασκήθηκε την 10-9-2009 η δε επίδοση έλαβε χώρα την 2-8-2009 και κατά τον μήνα Αύγουστο αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων (αρ. 473 παρ. 1, 4 ΚΠΔ), είναι νομότυπη αφού ασκήθηκε ενώπιον του γραμματέως του Ειρηνοδικείου τόπου διαμονής της (αρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ) είναι επίσης παραδεκτή καθ'όσον περιέχει συγκεκριμένους λόγους (αρ. 474 παρ. 2) και στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (αρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ). IV) Λόγοι αναιρέσεως: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο η αναιρεσείουσα προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε αλλά συνοπτικά αναφέρει ότι αυτή τον Ιανουάριο του 2003 ήλθε σε επαφή με τον συγκατηγορούμενό της Γ. Β. και έδινε σ' αυτόν αποκλειστικά τηλεφωνικά παραγγελίες για την προμήθεια φαρμάκων με αμοιβή 100-150 ευρώ. Το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος και στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Επίσης παρελήφθη η εκτίμηση υπομνήματος το οποίο υπεβλήθη μετά την κατάθεση της εισαγγελικής προτάσεως. β) Αρνητική υπέρβαση εξουσίας διότι αξιολογήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία που ενίσχυσαν την ενοχή της αποδυναμώνοντας τους ισχυρισμούς της, τους οποίους χαρακτηρίζει ως αβάσιμους χωρίς αιτιολογία.γ) Απόλυτη ακυρότητα διότι έλαβε υπόψη του ως αποκλειστικό μέσο αποδείξεως την κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου της για την ίδια πράξη. V) α) Η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και άρ. 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π.Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732). Το Συμβούλιο Εφετών μπορεί επίσης να αναφέρεται και συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα και στην εισαγγελική (πρωτόδικη) πρόταση (Α.Π. 59/2005, Α.Π. 1608/2001) έστω και εκ περισσού (Α.Π. 1071/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/134). β) Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα 1) όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, 2) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, 3) αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318, 4) παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση ή για το οποίο δεν δόθηκε άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση. Η υπέρβαση εξουσίας μπορεί να εμφανίζεται όχι μόνο θετικά αλλά και αρνητικά. Υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας όταν το συμβούλιο, μολονότι έχει την εξουσία να αποφασίσει, ωστόσο αρνείται να συμμορφωθεί στην νόμιμη αυτή υποχρέωσή του (Α. Καρρά Ποιν. Δικον. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 974). γ) Οι λόγοι απόλυτης ακυρότητας του βουλεύματος (αρ. 484 παρ. 1 α ΚΠΔ) είναι αυτοί που αναφέρονται στο αρ. 171 παρ. 1 ΚΠΔ, ειδικότερα δε ως προς την ε' περίπτωση, οι αφορώντες την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία του παρέχονται, σε όσες περιπτώσεις και με όποιες διατυπώσεις την επιτάσσει ο νόμος. Η διάταξη αυτή θέτει μία γενική ρήτρα η οποία εξειδικεύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και η συνδρομή μιάς τέτοιας ακυρότητας εξαρτάται από την εξέταση των συναφών ποινικών δικονομικών διατάξεων (Α. Καρρά Ποιν.Δικον.Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 949-950). VI) Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ ορίζει ότι: "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε την παράγραφο 3 ιδίου άρθρου: Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των (15.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από την διάταξη της παραγράφου 1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), ή οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη (Α.Π. 430/2000 Π.Δ/σύνη 7/2000 σελ. 790, Α.Π. 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ/232, Α.Π. 1034/2000 Π.Χρ. ΝΑ/253). Η βλάβη αποτελεί προϋπόθεση τελέσεως της απάτης (Α.Π. 1924/97 Π.Χρ. ΜΗ/648), ως τέτοια νοείται η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης (Α.Π. 79/2001 Π.Χρ. ΝΑ/891). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίος συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π. σε Συμβ. 5/2001 Π.Χρ. ΝΑ/591, Α.Π. 2228/2007 Π.Χρ. ΝΗ/809). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει ο δόλος να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προαναφέρθηκαν αλλά και την μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διατάξεως "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παραστάσεως ή αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (Α.Π. 172/2002 Π.Δ/σύνη 2002/844 που αποκλείει τον ενδεχόμενο δόλο, ενώ αντιθέτως Τούσης-Γεωργίου Ερμ.Π.Κ. υπ' αρ. 386 αρ. 26 δέχονται ενδεχόμενο δόλο ως προς όλα τα στοιχεία. Από την διάταξη του άρ. 13 στοιχ. στ' ΠΚ προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορά, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει ο άνω σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 480/98 Π.Χρ. ΜΗ/1093, Α.Π. 372/99 Π.Χρ. Ν/26, Α.Π. 1307/2002 Π.Χρ. ΝΓ/497). Δεν είναι αναγκαίο ο δράστης να έχει διαπράξει περισσότερες πράξεις (Α.Π. 1166/91 Π.Χρ. ΜΒ/130, Α.Π. 1375/89 Π.Χρ. Μ/649), δεν πρέπει όμως να ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με βάση σχέδιο. β) Κατά το άρ. 46 παρ. 1α Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητάς του και της θέσεώς του ή της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (Α.Π. 1515/2008, 1613/2008, Α.Π. 949/2005 Π.Χρ. ΝΗ/58, Α.Π. 1405/2008 Π.Δ./σύνη 2009/260). γ) Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που κάθε μία περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεσή τους (Μπουροπούλου Ερμ. Κ.Π.Δ. Α' σελ. 257). Κατά την παράγραφο 2 του άρ. 98 Π.Κ. (ως αυτή προσετέθη με άρ. 14 παρ. 1 Ν. 2721/99): Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. VII) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το στοιχείο μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/408) αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την κύρια ανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα, τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων καθώς και το υπόμνημα επί της εφέσεως της δεύτερης εκκαλούσας (βλ. φύλλο 6 σελ. β) και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία εδέχθη ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Γ. Β. ήταν προϊστάμενος της αποθήκης του Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Ευβοίας (ΣΥ.Φ.Ε.), η δε εκκαλούσα-κατηγορουμένη Σ.-Α. Σ., μέλος του ως άνω Συνεταιρισμού. Στο Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών Ευβοίας: (ΣΥ.Φ.Ε.) μετέχουν 113 μέλη-Φαρμακοποιοί (φυσικά πρόσωπα και ομόρρυθμες εταιρίες). Ο ΣΥ.Φ.Ε. προμηθεύει φάρμακα και άλλα παραφαρμακευτικά προϊόντα στα μέλη του, αλλά και σε άλλους Φαρμακοποιούς της περιοχής Ευβοίας, που δεν είναι μέλη. Η εκκαλούσα- κατηγορουμένη Σ.-Α. Σ. δεν μπορούσε με απόφαση του Δ.Σ. του ΣΥ.Φ.Ε. να παραγγείλει στο όνομα της φάρμακα κλπ, διότι λόγω του μεγάλου ανεξόφλητου χρεωστικού υπολοίπου προς το ΣΥ.Φ.Ε. την είχαν αποκλείσει από αυτό το. δικαίωμα, που είχε κάθε μέλος του ΣΥ.Φ.Ε. Έτσι κατά τον Ιανουάριο 2003 ήρθε σε επαφή με τον συγκατηγορούμενό της Γ. Β., προϊστάμενο της αποθήκης του Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Ευβοίας (ΣΥ.Φ.Ε.) και έδιδε σ' αυτόν αποκλειστικά, τηλεφωνικά, παραγγελίες για την προμήθεια φαρμάκων κλπ. Τα φάρμακα αυτά τα παραλάμβανε η εκκαλούσα-κατηγορουμένη Σ.-Α. Σ., η χρέωση όμως, επειδή υπήρχε η απαγόρευση χορήγησης σ' αυτήν φαρμάκων, γινόταν σε άλλους Φαρμακοποιούς του Νομού Ευβοίας εν αγνοία τους. Δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος που είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα έκδοσης των τιμολογίων, βάσει των καθημερινών παραγγελιών-δελτίων αποστολής, εξέδιδε ανά δεκαπενθήμερο τις συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων, τα οποία έστελνε στους Φαρμακοποιούς-πελάτες του ΣΥ.Φ.Ε. Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη σε κάθε παραγγελία έδιδε ως αμοιβή στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο το ποσό των 100 έως 150 ευρώ. Αυτή η διαδικασία διήρκεσε από τον Ιανουάριο 2003 μέχρι το Φεβρουάριο 2006. Η Φαρμακοποιός και μέλος του ΣΥ.Φ.Ε. Α. Γ. διαπίστωσε ότι στη συγκεντρωτική κατάσταση τιμολογίων Ιανουαρίου 2006, που της είχε αποσταλεί, υπήρχαν ανακριβείς καταγραφές, δηλαδή υπήρχαν στα τιμολόγια καταχωρήσεις για φάρμακα, τα οποία δεν είχε παραγγείλει και ούτε φυσικά είχε παραλάβει. Έτσι την 7-2-2006 επικοινώνησε με το Διευθυντή του ΣΥ.Φ.Ε. Π. Τ. και του ανέφερε το περιστατικό. Μετά την ανακοίνωση-διαμαρτυρία της Α. Γ., ο Διευθυντής του ΣΥ.Φ.Ε., εντόπισε στο καλάθι αχρήστων στο γραφείο του κατηγορουμένου Γ. Β., πέντε συγκεντρωτικές καταστάσεις που αφορούσαν τους Φαρμακοποιούς Μ. Α., Ε. Θ., Π. Π. και Μ. Κ.. Μετά την εξέλιξη αυτή συγκλήθηκε έκτακτο Δ.Σ. την 10-2-2006, όπου παραβρέθηκαν τόσο η καταγγέλλουσα Α. Γ., όσο και ο κατηγορούμενος Γ. Β., -προκειμένου να διερευνηθεί το ανακύψαν ζήτημα και να δοθούν εξηγήσεις από τον Γ. Β.. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι ελάμβανε ο ίδιος προσωπικά παραγγελίες φαρμάκων από τη συγκατηγορουμένη του Σ.-Α. Σ. και εξέδιδε προτιμολόγια στο όνομα της Φαρμακοποιού Σ. και στη συνέχεια τα οριστικά τιμολόγια τα εξέδιδε στα ονόματα των παρακάτω Φαρμακοποιών. Δηλαδή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως Φεβρουάριο 2006, ο εκκαλών-κατηγορούμενος Γ. Β. χρέωνε με την έκδοση τιμολογίων τους παρακάτω Φαρμακοποιούς για φάρμακα, τα οποία ουδέποτε είχαν παραγγείλει και ούτε είχαν παραλάβει: τη Β. Λ. με το ποσό των 32.128,786, την Α. Γ. με το ποσό των 32.781,886, τον Κ. Κ. με το ποσό των 16.463,28€, τη Θ. Ε. με το ποσό των 76.181,416, τον Π. Π. με το ποσό των 23.065,59€, την Κ. Μ. με το ποσό των 40.547,426 και την Α. Μ. με το ποσό των 61.179,73€. Τα παραπάνω ποσά ανέρχονται συνολικά στα 282.348,096. Οι χρεώσεις αυτές εις βάρος των παραπάνω παθόντων δεν έγιναν εφ' άπαξ, διότι λόγω των μεγάλων χρεώσεων θα γινόταν αμέσως αντιληπτό, αλλά τμηματικά και σταδιακά καθ' όλο το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως Φεβρουάριο 2006. Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και ο μεν Γ. Β. ισχυρίζεται αορίστως ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθώς τα από την ανάκριση προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, η δε Σ.-Α. Σ. ισχυρίζεται ότι ο συγκατηγορούμενός της Γ. Β. υπέγραψε στο Αστυνομικό Τμήμα υπεύθυνη δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι πιέστηκε και εκβιάστηκε από το Δ.Σ. του ΣΥ.Φ.Ε. και αναγκάστηκε να αναφέρει το όνομα της εκκαλούσης, διότι αυτό του "ήλθε πρώτα στο μυαλό". Επικαλείται επίσης τη διάταξη του άρθρου 211Α ΠΚ, σύμφωνα με την οποία "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί της εκκαλούσας είναι αβάσιμοι, διότι δεν είναι "τυχαία" η αναφορά του ονόματος της ανάμεσα στα δεκάδες μέλη του ΣΥ.Φ.Ε., όταν μάλιστα στη συγκεκριμένη Φαρμακοποιό είχε απαγορευθεί η. αγορά με πίστωση φαρμάκων. Επίσης η μαρτυρία του συγκατηγορουμένου της δεν είναι "μόνη", αλλά συνδυάζεται και με τα άλλα πραγματικά περιστατικά. Εν πάσει δε περιπτώσει η εκκαλούσα δεν δικαιολογεί και δεν προσκομίζει στοιχεία (τιμολόγια κλπ), με τα οποία να δικαιολογεί την προμήθεια φαρμάκων στο φαρμακείο της. Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων για τις διωχθείσες κακουργηματικές πράξεις και ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας τους παρέπεμψε, σύμφωνα με τα άρθρα 309§ 1ε και 313 ΚΠΔ στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις πράξεις: α) της κακουργηματικής απάτης (τον Γ. Β.) και β) της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν (την Σ.-Α. Σ.), οι οποίες πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 5, 13στ', 14, 16-19, 26 § 1, 27, 46 § 1α, 51, 52, 60, 63, 79, 98, 386 §§ 1, 3α', β'ΠΚ, όπως το άρθρο 386 § 3 συμπληρώθηκε με άρθρο 14 §§ 1, 4 Ν. 2721/1999, προβαίνοντας σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων, με την οποία υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο Βούλευμα. VIII) Επί των λόγων αναιρέσεως: α) Επί του α' λόγου: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με τις ανωτέρω παραδοχές δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.) καθ' όσον δεν προσδιορίζει πώς προεκάλεσε η αναιρεσείουσα στον έτερο κατηγορούμενο-φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη για την οποία παρεπέμφθη. Δεν αναφέρει στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική υπόσταση, ούτε κάνει λόγο για την κατ' εξακολούθηση τέλεση και δη εάν για κάθε μερικότερη πράξη προκαλούσε στον συγκατηγορούμενό της (που δεν άσκησε αναίρεση) την απόφαση για τέλεσή τους ή εάν η ηθική αυτουργία προκλήθηκε κατά την πρώτη πράξη για να προκαλέσει σ'αυτό συγχρόνως την απόφαση να τελέσει και τις επόμενες μερικότερες πράξεις. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ουδεμία κάνει αναφορά στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ως εσφαλμένως υποστηρίζεται με την αίτηση αναιρέσεως, ενώ σαφώς συνάγεται (φύλλο 6 σελ. β) ότι έλαβε υπόψη του το υπόμνημα επί της εφέσεως της κατηγορουμένης. β) Ως προς τον β' λόγο: Είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν υφίσταται υπέρβαση εξουσίας (Συμβ. Α.Π. 1397/2008 Π.Δ./σύνη 2009/258) λόγω αξιολόγησης μόνο των αποδεικτικών στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ενοχής και αποδυναμώνουν τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης αλλά η μνεία ορισμένων (ισχυρισμών Γ., έρευνα Προέδρου Συν/σμού στο καλάθι αχρήστων του αυτουργού μη προσκόμιση από πλευράς κατηγορουμένης αποδείξεων που να προκύπτει η αγορά φαρμάκων) δε συνιστά επιλεκτική παράθεση αλλά αυτό έλαβε χώρα προς επίρρωση των κρίσεων του συμβουλίου ενώ παράλληλα αναφέρονται και οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης που αντικρούονται. γ) Ως προς τον γ' λόγο: Είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί διότι: 1) Το Συμβούλιο δεν στηρίχθηκε στους ισχυρισμούς του συγκατηγορουμένου της, αλλά και σε άλλα στοιχεία (ισχυρισμοί μάρτυρα Γ., Δ/ντή Συν/σμού, έλλειψη αποδείξεων αγοράς φαρμάκων από την κατηγορουμένη). 2) Η κατ' άρ. 211 Α Κ.Π.Δ απαγόρευση δεν ισχύει στο ενδιάμεσο στάδιο (των συμβουλίων) κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και μάλιστα όταν το δικαστήριο οδηγείται σε καταδικαστική απόφαση και μόνον ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο (Α.Π. σε Συμβ. 1302/2004 Π.Χρ. ΝΕ/533, Α.Π. 854/2006 Π.Χρ. ΝΖ/236). Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τον α' λόγο, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρ. 484 παρ. 1 δ', 139 Κ.Π.Δ.), να επεκταθεί κατ' άρ. 469 Κ.Π.Δ. το αποτέλεσμα της αναιρέσεως ως προς τον μη ασκήσαντα αναίρεση αυτουργό Γ. Β., και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστικού Συμβουλίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρ. 485 παρ. 1, 519, 523 Κ.Π.Δ.). IX) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Να γίνει δεκτή η υπ' αρ. 11/10-9-2009 αίτηση αναιρέσεως (ενώπιον του Γραμματέα Ειρηνοδικείου Χαλκίδας) της Σ.-Α. Σ., κατοίκου Ν. Αρτάκης Ευβοίας (ως προς τον α' λόγο), να αναιρεθεί το υπ' αρ. 1172/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου συμβουλίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Αθήνα 6 Φεβρουαρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο Ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΟλΑΠ 1420/1986). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών £/~73.000 ευρώ.) Περαιτέρω, κατά το άρθ. 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την -απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠοιν.Δ λόγο αναιρέσεως ,όταν αναφέρονται σ' αυτό, με πληρότητα ,σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά ,το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα ,από τα οποία προέκυψαν αυτά ,και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1172/2009 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική Πρόταση, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας ορθώς παρέπεμψε την αναιρεσείουσα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Α' βαθμό) Αθηνών, για να δικασθεί για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη, την οποία φέρεται ότι διέπραξε ο παραπεμφθείς ομοίως Γ. Β., διότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος τους. Ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας (και εκείνης του Γ. Β.) και επικύρωσε το Πρωτόδικο 261/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας. Στην Εισαγγελική πρόταση, που υιοθέτησε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εκτίθενται, για την αναιρεσείουσα και τον συγκατηγορούμενό της Γ. Β., τα εξής: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Γ. Β. ήταν προϊστάμενος της αποθήκης του Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Ευβοίας (ΣΥ.Φ.Ε.), η δε εκκαλούσα-κατηγορουμένη Σ.-Α. Σ., μέλος του ως άνω Συνεταιρισμού. Στο Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών Ευβοίας (ΣΥ.Φ.Έ.) μετέχουν 113 μέλη-Φαρμακοποιοί (φυσικά πρόσωπα και ομόρρυθμες εταιρίες). Ο ΣΥ.Φ.Ε. προμηθεύει φάρμακα και άλλα παραφαρμακευτικά προϊόντα στα μέλη του, αλλά και σε άλλους Φαρμακοποιούς της περιοχής Ευβοίας, που δεν είναι μέλη. Η εκκαλούσα-κατηγορουμένη Σ.-Α. Σ. δεν μπορούσε με απόφαση του Δ.Σ. του ΣΥ.Φ.Ε. να παραγγείλει στο όνομα της φάρμακα κλπ, διότι λόγω του μεγάλου ανεξόφλητου χρεωστικού υπολοίπου προς το ΣΥ.Φ.Ε. την είχαν αποκλείσει από αυτό το. δικαίωμα, που είχε κάθε μέλος του ΣΥ.Φ.Ε. Έτσι κατά τον Ιανουάριο 2003 ήρθε σε επαφή με τον συγκατηγορούμενό της Γ. Β., προϊστάμενο της αποθήκης του Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Ευβοίας (ΣΥ.Φ.Ε.) και έδιδε σ' αυτόν αποκλειστικά, τηλεφωνικά, παραγγελίες για την προμήθεια φαρμάκων κλπ. Τα φάρμακα αυτά τα παραλάμβανε η εκκαλούσα-κατηγορουμένη Σ.-Α. Σ., η χρέωση όμως, επειδή υπήρχε η απαγόρευση χορήγησης σ' αυτήν φαρμάκων, γινόταν σε άλλους Φαρμακοποιούς του Νομού Ευβοίας εν αγνοία τους. Δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος που είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα έκδοσης των τιμολογίων, βάσει των καθημερινών παραγγελιών-δελτίων αποστολής, εξέδιδε ανά δεκαπενθήμερο τις συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων, τα οποία έστελνε στους Φαρμακοποιούς-πελάτες του ΣΥ.Φ.Ε. Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη σε κάθε παραγγελία έδιδε ως αμοιβή στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο το ποσό των 100 έως 150 ευρώ. Αυτή η διαδικασία διήρκεσε από τον Ιανουάριο 2003 μέχρι το Φεβρουάριο 2006. Η Φαρμακοποιός και μέλος του ΣΥ.Φ.Ε. Α. Γ. διαπίστωσε ότι στη συγκεντρωτική κατάσταση τιμολογίων Ιανουαρίου 2006, που της είχε αποσταλεί, υπήρχαν ανακριβείς καταγραφές, δηλαδή υπήρχαν στα τιμολόγια καταχωρήσεις για φάρμακα, τα οποία δεν είχε παραγγείλει και ούτε φυσικά είχε παραλάβει. Έτσι την 7-2-2006 επικοινώνησε με το Διευθυντή του ΣΥ.Φ.Ε. Π. Τ. και του ανέφερε το περιστατικό. Μετά την ανακοίνωση-διαμαρτυρία της Α. Γ., ο Διευθυντής του ΣΥ.Φ.Ε., εντόπισε στο καλάθι αχρήστων στο γραφείο του κατηγορουμένου Γ. Β., πέντε συγκεντρωτικές καταστάσεις που αφορούσαν τους Φαρμακοποιούς Μ. Α., Ε. Θ., Π. Π. και Μ. Κ.. Μετά την εξέλιξη αυτή συγκλήθηκε έκτακτο Δ.Σ. την 10-2-2006, όπου παραβρέθηκαν τόσο η καταγγέλλουσα Α. Γ., όσο και ο κατηγορούμενος Γ. Β., - προκειμένου να διερευνηθεί το ανάκυψαν ζήτημα και να δοθούν εξηγήσεις από τον Γ. Β.. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι ελάμβανε ο ίδιος προσωπικά παραγγελίες φαρμάκων από τη συγκατηγορουμένη του Σ.-Α. Σ. και εξέδιδε προτιμολόγια στο όνομα της Φαρμακοποιού Σ. και στη συνέχεια τα οριστικά τιμολόγια τα εξέδιδε στα ονόματα των παρακάτω Φαρμακοποιών. Δηλαδή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως Φεβρουάριο 2006, ο εκκαλών-κατηγορούμενος Γ. Β. χρέωνε με την έκδοση τιμολογίων τους παρακάτω Φαρμακοποιούς για φάρμακα, τα οποία ουδέποτε είχαν παραγγείλει και ούτε είχαν παραλάβει: τη Β. Λ. με το ποσό των 32.128,786, την Α. Γ. με το ποσό των 32.781,886-, τον Κ. Κ. με το ποσό των 16.463,28€, τη Θ. Ε. με το ποσό των 76.181,416, τον Π. Π. με το ποσό των 23.065,59€, την Κ. Μ. με το ποσό των 40.547,426 και την Α. Μ. με το ποσό των 61.179,73€. Τα παραπάνω ποσά ανέρχονται συνολικά στα 282.348,096. Οι χρεώσεις αυτές εις βάρος των παραπάνω παθόντων δεν έγιναν εφ' άπαξ, διότι λόγω των μεγάλων χρεώσεων θα γινόταν αμέσως αντιληπτό, αλλά τμηματικά και σταδιακά καθ' όλο το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2003 έως Φεβρουάριο 2006. Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και ο μεν Γ. Β. ισχυρίζεται αορίστως ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθώς τα από την ανάκριση προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, η δε Σ.-Α. Σ. ισχυρίζεται ότι ο συγκατηγορούμενος της Γ. Β. υπέγραψε στο Αστυνομικό Τμήμα υπεύθυνη δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι πιέστηκε και εκβιάστηκε από το Δ.Σ. του ΣΥ.Φ.Ε. και αναγκάστηκε να αναφέρει το όνομα της εκκαλούσης, διότι αυτό του "ήλθε πρώτα στο μυαλό". Επικαλείται επίσης τη διάταξη του άρθρου 211Α ΠΚ, σύμφωνα με την οποία "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί της εκκαλούσας είναι αβάσιμοι, διότι δεν είναι "τυχαία" η αναφορά του ονόματος της ανάμεσα στα δεκάδες μέλη του ΣΥ.Φ.Ε., όταν μάλιστα στη συγκεκριμένη Φαρμακοποιό είχε απαγορευθεί η. αγορά με πίστωση φαρμάκων. Επίσης η μαρτυρία του συγκατηγορουμένου της δεν είναι "μόνη", αλλά συνδυάζεται και με τα άλλα πραγματικά περιστατικά. Εν πάσει δε περιπτώσει η εκκαλούσα δεν δικαιολογεί και δεν προσκομίζει στοιχεία (τιμολόγια κλπ), με τα οποία να δικαιολογεί την προμήθεια φαρμάκων στο φαρμακείο της". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό ,με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ,τα πραγματικά περιστατικά ,τα οποία προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις ,με τις οποίες έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας για το ανωτέρω έγκλημα, που κρίθηκε αυτή παραπεμπτέα το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 46§1 και 386§1. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένης), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του ,ενώ δεν υπήρχε ,κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε αξιολογήσεως ενός εκάστου εξ' αυτών. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν διότι: α) από το περιεχόμενο του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτουν τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα για να πείσει τον αυτουργό στην τέλεση της απάτης κατ' εξακολούθηση εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ, ιδίως από την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα για κάθε παραγγελία έδινε στον φυσικό αυτουργό 100-150 ευρώ. β)Το Συμβούλιο Εφετών δεν παραπέμπει στο πρωτόδικο βούλευμα, από δε την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος, ότι το Συμβούλιο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το υπόμνημα επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι το άνω Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και το άνω υπόμνημα συνεκτίμησε δε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εκ τούτων ή η μη λήψη υπόψη κάποιου εξ αυτών. γ)Το Συμβούλιο Εφετών, για να αχθεί στην άνω κρίση του για την αναιρεσείουσα δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση η αιτιολογία του συγκατηγορουμένου της αυτουργού, αλλά έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κτλ). Πέραν του ότι η απαγόρευση εκ της διατάξεως άρθρου 211Α ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία "μόνη η μαρτυρία και κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου" δεν έχει εφαρμογή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι’ αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι εκ του άρθρου 484§1 στοιχ. α' και δ', κατ' εκτίμηση του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας της προδικασίας και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 11/10-9-2009 αίτηση της Σ.-Α. Σ. του Σ., περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 1172/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για ηθική αυτουργία σε απάτη (κακουργηματική). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας. Το άρθρο 211Α ΚΠΔ δεν έχει εφαρμογή στο ενδιάμεσο στάδιο.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία.
0
Αριθμός 1904/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Ναυτοδικείου Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με κατηγορούμενους τους 1) Χ κ.λ.π. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία ΒΜ 339/2009 που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1232/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 321/04.10.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Στον Εισαγγελέα Ναυτοδικείου Πειραιά υπεβλήθη η υπ'αριθμ. Φ 37-09/20/10 δικογραφία - μετά από διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε από το γραφείο εσωτερικών υποθέσεων του αρμοδίου Υπουργείου και αφορούσε καταγγελίες για τέλεση αξιοποίνων πράξεων από λιμενικούς και αναγγέλλεται η τέλεση αξιοποίνων πράξεων [παράβαση καθήκοντος κ.λ.π.] από λιμενικούς με τη συμμετοχή των ωφεληθέντων ιδιωτών - στο όνομα των οποίων εκδόθησαν παρανόμως από το Υ/Χ ΕΡΜΙΟΝΗΣ άδειες χειριστών ταχύπλοων σκαφών και ατομικές ερασιτεχνικές άδειες αλιείας]. Επομένως με τη μορφή ηθικής αυτουργίας ή συνέργειας] ο εισαγγελέας Ναυτοδικείου Πειραιά ενόψει του άρθρου 195 εδ. α ΣΠΚ, υπέβαλε με την από 28-7-2010 αναφορά του τη σχετική δικογραφία στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου και δη διότι λόγω της συμμετοχής ιδιωτών στις πράξεις των λιμενικών [= των υπηρετούντων στο Υ/Χ ΕΡΜΙΟΝΗΣ]. Ο τελευταίος επέστρεψε την δικογραφία στον αυτόν εισαγγελέα Ναυτοδικείου Πειραιά με το υπ'αριθμ. ΑΒΜ 10/127 έγγραφο, αναφέρων ότι, δεν υφίσταται αρμοδιότητα αυτού διότι, κατ'αυτόν, δεν υπάρχουν, δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις συμμετοχής ιδιωτών στις αξιόποινες πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν οι λιμενικοί που υπηρετούν στο Υ/Χ Ερμιόνης [ και αναφέρει γιατί δεν προέκυψαν τέτοιες ενδείξεις ]. Ο εισαγγελέας Ναυτοδικείου Πειραιά, μετά ταύτα, υπέβαλε σε μας την από ΒΜ 339/2010 αίτηση με την οποία ζητάει τον κανονισμό αρμοδιότητας. ΙΙ) Επειδή ενίοτε επιλαμβάνονται της ανακρίσεως της αυτής αξιόποινης πράξεως ή συναφούς με αυτή πλείονες ανακριτικές αρχές που θεωρούν εαυτές αρμόδιες ή αναρμόδιες καθ'ύλην και απέχουν στην τελευταία περίπτωση να επιληφθούν της υπόθεσης. Εντεύθεν επέρχεται σύγκρουση αρμοδιότητας [καταφατική-αρνητική], η οποία δύναται να επέλθει και μεταξύ κοινών ποινικών δικαστηρίων-ανακριτικών αρχών και εξαιρετικής δικαιοδοσίας τοιούτων, ότε ειδικώτερα καλείται σύγκρουση δικαιοδοσίας, και ρυθμίζεται από τα άρθρα 132-135 ΚΠΔ [ βλ. μόνο- Μπουρόπουλο Ερμ ΚΠΔ τομ Α σελ. 193, Ζησιάδη ποινική τομ Α (1976) σελ. 646 επ.κειμ. και σημ. 350, ΑΠ 213/86 Π Χρ ΛΖ 35 κ.α. ]. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 195 ΣΠΚ [= ν 2287/95] - Αν στο έγκλημα συμμετέχουν στρατιωτικοί και ιδιώτες, αρμόδια είναι: α) τα κοινά ποινικά δικαστήρια, αν το έγκλημα είναι του κοινού ποινικού δικαίου. β) ......." -αντίστοιχο το άρθρο 248 παλαιού ΣΠΚ- λαμβανομένου υπόψη ότι κατά Συνταγματική επιταγή οι ιδιώτες δεν μπορούν να υπαχθούν στην αρμοδιότητα των στρατιωτικών δικαστηρίων. Η έννοια της συμμετοχής στην έννοια της άνω διάταξης αναφέρεται στα άρθρα 45-47 ΠΚ [ βλ. και ΑΠ 794/2004 ΠΧρΛ 908 ],- Στρατιωτικό δε έγκλημα είναι αυτό που τιμωρείται κατά τις διατάξεις του ΣΠΚ [ άρθρο 1 αυτού σχετ ΑΠ 729/98 ΠΧρΜΘ 249 ]. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 1, 2 ΚΠΔ " Αν μεταξύ... ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ..... η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: ο 'Αρειος Πάγος αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών ... με αίτηση του Εισαγγελέα ή του Επιτρόπου [ήδη μετά τον νέο ΣΠΚ του Εισαγγελέα] ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στον 'Αρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο". Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αρμόδιες δικαστικές αρχές είναι οι του κοινού ποινικού δικαίου και δη του τόπου τέλεσης, ήτοι του Ναυπλίου, δεδομένου ότι πρόκειται για έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου [259ΠΚ] που δεν είναι στρατιωτικό και στο οποίο φέρεται ότι συμμετείχαν με την έννοια των άρθρων 46-47 ΠΚ ιδιώτες. Το αναφερόμενο στο διαβιβαστικό έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου περί μη ύπαρξης επαρκών ενδείξεων ενοχής των ιδιωτών [έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει συμμετοχή] προϋποθέτει έκδοση διάταξης κατ' άρθρο 43 παρ. 2 ή 47 ΚΠοινΔ την οποία δεν συνιστά αυτή, ούτε εξαντλείται σε όλους τους ιδιώτες, πράγμα που είναι ζήτημα ανακριτικής έρευνας, ήτοι ζητούμενο.Δ Ι Α ΤΑ Υ ΤΑ Προτείνουμε να οριστούν αρμόδιες δικαστικές αρχές οι της περιοχής του πρωτοδικείου και εφετείου Ναυπλίου προς έρευνα - διεξαγωγή - απόφαση επί της υποθέσεως που αναφέρεται στο Φ 454.14/81/Σ-1/09/10 έγγραφο του Εισαγγελέα Ναυτοδικείου Πειραιά προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου.Αθήνα 3 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρ 183 παρ. 1 του Στρ.ΠΚ στη διαδικασία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται όσοι είναι στρατιωτικοί κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, εξαιρέσει των εγκλημάτων, που αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ία οποία υπάγονται στα κοινά δικαστήρια Περαιτέρω, κατά το άρθρο 197 παρ. 1 του Στρ.ΠΚ, αν συρρέουν εγκλήματα, που υπάγονται άλλα στα στρατιωτικά και τα υπόλοιπα στα κοινά Ποινικά Δικαστήρια, δικάζονται από το δικαστήριο, που έχει δικαιοδοσία για το βαρύτερο από αυτά, εξαιρέσει της λιποταξίας, η οποία δικάζεται πάντα από τα στρατιωτικά δικαστήρια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 128 παρ. 1 του ΚΠΔ, τα συναφή εγκλήματα εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη, το δε δικαστήριο, που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα, είναι σ' αυτήν την περίπτωση αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Τέλος, κατά το άρθρο 129 του ΚΠΔ συναφή θεωρούνται μόνο τα εγκλήματα: α) όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους ή από πολλούς όχι συναιτίους στον ίδιο τόπο και χρόνο, β) όσα γίνονται με σκοπό να διευκολύνουν ή να κάνουν πιο εύκολη την εκτέλεση ή να αποκρύψουν ένα από αυτά. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρ. 196 και 197 παρ. 2 του Στρ.ΠΚ προκύπτει ότι, αν στο έγκλημα συμμετείχαν στρατιωτικοί και ιδιώτες, αρμόδια είναι τα κοινά ποινικά δικαστήρια αν το έγκλημα είναι του κοινού ποινικού δικαίου, ενώ αν είναι στρατιωτικό, το στρατοδικείο για τους στρατιωτικούς και τα κοινά ποινικά δικαστήρια για τους ιδιώτες και ότι, επί εξακολουθούντος εγκλήματος, αν άλλες από τις μερικότερες πράξεις τελέστηκαν όταν ο δράστης ήταν στρατιωτικός και οι υπόλοιπες όταν ήταν ιδιώτης, δικάζεται για όλες από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, ενώ τούτο εφαρμόζεται αναλόγως και στα διαρκή εγκλήματα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κατ' αρχήν, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας τον Στρ.ΠΚ, έθεσε βασικό κανόνα υπαγωγής των στρατιωτικών στα στρατιωτικά δραστήρια και μόνο σε αυγκεκριμένες περιπτώσεις, που όρισε, διέσπασε αυτόν, υπάγοντάς τους στα κοινά ποινικά δικαστήρια, όπως στις περιπτώσεις α)της συρροής, για τη δυνατότητα επιβολής συνολικής ποινής, β)της συμμετοχής και ιδιωτών, λόγω του ιδιαιτέρως εντόνου χαρακτήρα του δεσμού των συμμετόχων και γ) του εξακολουθούντος και του διαρκούς εγκλήματος, χάριν αξιολογήσεως της συνολικής δράσεως του υπαιτίου. Εντεύθεν παρέπεται ότι δεν ήταν τυχαία η παράλειψη ρυθμίσεως των λοιπών περιπτώσεων συναφείας από τον Στρ.ΠΚ και τον ΚΠΔ, ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει νομοθετικό κενό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επ. αρ. 137 παρ.1 του ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη διενέργεια αρμοδίως προκαταρκτικής εξετάσεως, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιώς, η σχετική με αριθμό Φ 37-09/2010 δικογραφία που αφορούσε καταγγελίας για τέλεση αξιοποίνων πράξεων από λιμενικούς (παράβαση καθήκοντος κ.λ.π.), με τη συμμετοχή των ωφεληθέντων ιδιωτών, λόγω εκδόσεως παράνομα από το Υ/Χ ΕΡΜΙΟΝΗΣ αδειών χειριστών ταχύπλοων σκαφών και ατομικών ερασιτεχνικών αδειών αλιείας. Στη συνέχεια, ο άνω Εισαγγελέας, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 195α' ΣΠΚ, λόγω συμμετοχής ιδιωτών στις πράξεις των Λιμενικών (με τη μορφή ηθικής αυτουργίας ή συνέργειας), με την από 28.7.2010 αναφορά του, υπέβαλε τη σχετική δικογραφία στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, για τις περαιτέρω ενέργειές του. Ο τελευταίος επέστρεψε την δικογραφία στον αυτόν εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιά με το υπ'αριθμ. ΑΒΜ 10/127 έγγραφο, αναφέρων ότι, δεν υφίσταται αρμοδιότητα αυτού διότι, κατ'αυτόν (δεν υπάρχουν], δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις συμμετοχής ιδιωτών στις αξιόποινες πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν οι λιμενικοί που υπηρετούν στο Υ/Χ Ερμιόνης. Μετά από αυτά, ο Εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Πειραιώς υπέβαλε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη με αριθμό ΒΜ 339/2010 αίτηση, με την οποία ζήτησε τον κανονισμό αρμοδιότητας για την παρούσα υπόθεση. Ενόψει αυτών, υπάρχει σύγκρουση αρμοδιότητας (αρνητική) μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων - ανακριτικών αρχών και των στρατιωτικών αρχών, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 132-135 ΚΠΔ. Κατά συνέπεια, καθίσταται σαφές ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αρμόδιες δικαστικές αρχές είναι οι του κοινού ποινικού δικαίου και δη του τόπου τέλεσης, ήτοι του Ναυπλίου, δεδομένου ότι πρόκειται για έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου [259ΠΚ], που δεν είναι στρατιωτικό και στο οποίο φέρεται ότι συμμετείχαν με την έννοια των άρθρων 46-47 ΠΚ ιδιώτες. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις άνω αρχές του Ναυτοδικείου Πειραιώς, στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Ναυπλίου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κανονίζει την αρμοδιότητα και ορίζει αρμόδιες δικαστικές αρχές αυτές της περιοχής του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Ναυπλίου προς έρευνα, διεξαγωγή και απόφαση επί της υποθέσεως που αναφέρεται στο Α.Φ. 454.14/81/Σ-1/09 έγγραφο του Εισαγγελέα Ναυτοδικείου Πειραιώς προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Πότε οι στρατιωτικοί υπάγονται κατ' εξαίρεση στα κοινά ποινικά δικαστήρια. Αίρεται η αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ κοινών και στρατιωτικών δικαστικών αρχών, εκ του ότι ο εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Πειραιά και ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών Ναυπλίου, αρνούνται να επιληφθούν των αξιοποίνων πράξεων που φέρονται ότι διαπράχθησαν από λιμενικούς, με τη συμμετοχή των ωφεληθέντων ιδιωτών. Αν στο έγκλημα συμμετείχαν στρατιωτικοί και ιδιώτες και, το έγκλημα είναι του κοινού ποινικού δικαίου, αρμόδια για όλους τους συμμετέχοντες, είναι τα κοινά ποινικά δικαστήρια. Κανονίζει την αρμοδιότητα και ορίζει αρμοδιότητες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές των αρμόδιών και κατά τόπο, της περιφέρειας Ναυπλίου.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 1903/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Φ. Κ.-Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθούλα Δερνιτσιώτη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 753/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με συγκατηγορούμενους τους 1. Σ. Σ. του Π., 2. Κ. Δ. του Α. και 3. Σ. Κ. του Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 752/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 284/22.9.10 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 67/28-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Φ. Κ. συζ. Σ. Σ. κατοίκου ..., κατά του 753/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : ΙΙ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη την 608/13-11-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του 3224/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο αυτή παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστεί για άμεση συνέργεια σε απάτη στο δικαστήριο με ζημιά πάνω από 73.000 ευρώ και ψευδορκία μάρτυρα. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 18-5-2010. Η αναιρεσείουσα με την αίτησή της αυτή ζητά την αναίρεση του βουλεύματος αυτού , κατά πιστή αντιγραφή από την αίτηση, : α) για "εσφαλμένη εφαρμογή άλλως ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - διατάξεων που αναφέρονται και εφαρμόστηκαν στο προσβαλλόμενο βούλευμα", β) "δι' έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας" και γ) "δι' απόλυτον ακυρότητα κατά το α. 171 αρ. 1" και δι' όσα θα εκθέσω εις το υποβληθησόμενον Υμίν υπόμνημά μου . ΙΙΙ. Η αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι παραδεκτή όταν σ' αυτή περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τουλάχιστον ένας από τους προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως (α. 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 484 του ΚΠΔ). Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με το α. 513 του ίδιου ΚΠΔ (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 1243/2008). Τέλος απλή επανάληψη των λόγων αναιρέσεως κατά βουλευμάτων που προβλέπει το α. 484 του ΚΠΔ χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν τους επικαλούμενους λόγους και προσδιορίζουν τις νομικές πλημμέλειες δεν συνιστά νομότυπη αίτηση αναιρέσεως Έτσι αίτηση αναιρέσεως στην οποία δεν προσδιορίζεται : α) η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής β) σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος και σε ποία κεφάλαια αυτής ανάγονται, ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, και γ) η ακυρότητα αναλυτικά που προκλήθηκε, πρέπει να απορρίπτεται λόγω της αοριστίας της ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 19/2001 ΠΧ 2002.402, ΑΠ 360/2006 ΠΧ 2006.898, ΑΠ 2024/2006, ΑΠ 577/2009). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν. 2408/96,όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του , καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006). ΙV. Επειδή η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με επίκληση πραγματικών περιστατικών κάποιον από τους προβλεπόμενους στο α. 484 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως αλλά αναφέρει απλά την σχετική διάταξη του α. 484 παρ. 1 εδαφ. α', β' και δ' του ίδιου ΚΠΔ πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο , σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. 1, 513 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης,: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και β) να επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 67/28-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Φ. Κ. συζ. Σ. Σ. κατοίκου ..., κατά του 753/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και Γ) Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 28.5.2010, αίτηση αναίρεσης πλήττεται το 753/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε το 608/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για άμεση συνέργεια σε απάτη στο δικαστήριο με ζημία πάνω από 73.000 ευρώ και ψευδορκία μάρτυρα. Ζητείται δε η αναίρεσή του, όπως κατά λέξη, αναφέρεται στη σχετική έκθεση "1) Δι' εσφαλμένην εφαρμογήν άλλως ερμηνείαν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως-διατάξεων που αναφέρονται και εφαρμόσθηκαν στο προσβαλλόμενο βούλευμα. 2) Δι' έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. 3) Δι' απόλυτον ακυρότητα κατά το άρθρο 171 αριθ. 1 Και δι' όσα θα εκθέσω εις το "υποβληθησόμενο υμίν υπόμνημα μου", χωρίς όμως αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν τις προβαλλόμενες νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, μετά την ειδοποίηση της αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28.5.2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 753/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1902/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Μ. το γένος Κ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σακκαλή και 2. Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή, περί αναιρέσεως της 497/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Μ. ως κληρονόμο του αποβιώσαντος πατρός του Η. Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 719/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 61 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, για τον λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα και, σε περίπτωση απορρίψεως του, να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 497/2009 απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με την οποία οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι μετακινήσεως οροσήμων (άρθρο 223 Π.Κ.) και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της δίκης μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της εκκρεμούσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας δίκης, επί αντίθετων αγωγών, που αφορούσαν στα επίδικα ορόσημα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας με την προσβαλλομένη ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, απέρριψε το ως άνω αίτημα των κατηγορουμένων με την εξής αιτιολογία: "Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 61 του ΚΠΔ, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για αναβολή της ποινικής δίκης μέχρι πέρατος της πολιτικής, δίκης, που είναι εκκρεμής ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου και αφορά σε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί ελευθέρως να ανακληθεί από αυτό. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ', 349, 501 παρ. 1 και 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, όμως, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, μέχρι μεν την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5, συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά δε την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα αναβολής των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον υποβάλλεται προς παρέλκυση της δίκης, δεδομένου και του ότι η πράξη για την οποία κατηγορούνται οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι φέρεται ότι τελέστηκε το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του έτους 2002 και κινδυνεύει να υποπέσει σε παραγραφή. Κατόπιν τούτων, πρέπει, αφού απορριφθεί ως αβάσιμο το σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης που υπέβαλαν οι συνήγοροι που εκπροσωπούν πλήρως τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους, να ανακληθεί η 430/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η αιτιολογία αυτή με την οποία το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το αίτημα της αναβολής της δίκης μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου είναι προσχηματικό και αποσκοπεί στην αναβολή της δίκης προκειμένου να συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους αξιόποινης πράξεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση και άλλων επί πλέον πραγματικών περιστατικών. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης χωρίς αιτιολογία είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενόψει δε του ότι δεν προβάλλεται και άλλος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 1/13 Μαΐου 2010 αίτηση των 1) Α. χήρας Ε. Μ. και 2) Γ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., για αναίρεση της 497/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα τής ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €) για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 61 ΚΠΔ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1894/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 20η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 746/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσ-σαλονίκης. Με αιτούντα-προσφεύγοντα τον Χ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 35/13 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό1188/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 302/27-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ΚΠΔ, προς συζήτηση και έκδοση αποφάσεως, την 35/13.9.2010 αίτησή μας (δήλωση), με την οποία ζητούμε την αναίρεση του 746/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 24.2.2010 αίτηση προσφυγή του Χ περί κηρύξεως ακύρων πράξεων της προδικασίας. Για τη βασιμότητα του λόγου για τον οποίο ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση, αναφερόμενα εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της 34/13.9.2010 σχετικής εκθέ-σεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να γίνει δεκτή η αίτησή μας. Να αναιρεθεί το 746/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Και Να απορριφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιου-δήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 479, το δεύτερο εδάφιο της οποίας εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος είτε οριστι-κού, είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος. Το δικαίωμα αυτό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, δηλαδή και εκείνων των βουλευ-μάτων που δεν παρέχεται αντίστοιχο δικαίωμα στον κατηγο-ρούμενο, αιτιολογείται, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1, 5 του Συντάγματος, ο Εισαγγελέας είναι δικαστικός λειτουργός και με την ιδιότητά του αυτή ενεργεί ως εκπρόσωπος της πολιτείας εντός του κύκλου των νομίμων αρμοδιοτήτων του, προς διαφύλαξη και διασφάλιση της σύννομης κοινωνικής συμβίωσης. Εντός των νομίμων αυτών αρμοδιοτήτων του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση και κατά του ως άνω βουλεύματος, χωρίς να ταυτίζεται ή να εξομοιώνεται με τους διαδίκους της ποινικής δικασίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του υπ' αριθμ. 746/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε η από 24-2-2010 προσφυγή του κατηγορουμένου Χ, για ακύρωση πράξεων της προδικασίας (εκθέσεων κατ' οίκον ερεύνης και κατασχέσεως) ασκήθηκε παραδεκτώς. Κατά το άρθρο 173 § 2 του ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 § 1 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο (Ολ. ΑΠ 1/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 § 1 εδ. γ' του Συντάγματος "καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας". Περαιτέρω, οι νόμιμες προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η κατ' οίκον έρευνα εν καιρώ ημέρας ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 253, 255 και 256 ΚΠοινΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να είναι επιτρεπτή η έρευνα πρέπει: α) να διεξάγεται ανάκριση, δηλαδή είτε να έχει παραγγελθεί κύρια ανάκριση ή προανάκριση είτε ενεργείται προανάκριση χωρίς Εισαγγελική Παραγγελία σύμφωνα με το άρθρο 243 § 2 ΚΠοινΔ (αστυνομική προανάκριση) για κακούργημα ή πλημμέλημα ή για αγροτικό πταίσμα. β) Να είναι δυνατόν να υποτεθεί εύλογα ότι μόνο με αυτό το μέσο μπορεί να κατορθωθεί ή ευκολυνθεί η βεβαίωση του εγκλήματος, ή ανακάλυψη ή σύλληψη των δραστών ή η βεβαίωση ή αποκατάσταση της ζημίας που προξενήθηκε. Αν την έρευνα την ενεργεί αξιωματικός ή υπαξιωματικός της Αστυνομίας ως δεύτερος ανακριτικός υπάλληλος προσλαμβάνεται πάντοτε δικαστικός λειτουργός, ο οποίος συμπράττει από κοινού στην κατ' οίκον έρευνα. Αν δεν συμπράττει δικαστικός λειτουργός ή μέχρι της αφίξεώς του τα αστυνομικά όργανα προβούν σε κατ' οίκον έρευνα, αυτή είναι μη νόμιμη. Επίσης η κατ' οίκον έρευνα πρέπει να είναι διακριτική. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου περί βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για την κήρυξη δικονο-μικής ακυρότητας κατά την προδικασία, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε η εγκυρότητα των συγκεκριμένων πράξεων της προδικασίας και οι αποδείξεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι δεν είναι έγκυρες οι εν λόγω πράξεις προδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 746/2010 βούλευμά του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απέρριψε την από 24-2-2010 αίτηση-προσφυγή του κατηγορουμένου Χ, με την οποία εζητείτο να ακυρωθεί η από 17-2-2009 έκθεση κατ' οίκον έρευνας κατασχέσεως και γνωστοποιήσεως και οι εξαρτώμενες απ' αυτών μεταγενέστερες πράξεις της σε βάρος του αιτούντος ποινικής διαδικασίας, με την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία: "Εις βάρος του προσφεύγοντα κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της α) κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Κ, β) παράνομης οπλοκατοχής από κοινού και γ) παράβασης του άρθρου 82 § 4 του Ν. 3386/05 και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης από την Ανακρίτρια του 5ου Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος "Ναρκωτικών" Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία δεν έχει ακόμη περατωθεί. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη πράξη (κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού), η κατηγορία που του αποδόθηκε συνίσταται στο ότι στις 17-10-2009, σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ανατολικής Θεσσαλονίκης περί ώρα 17.15', στη διασταύρωση των οδών ..., αυτός βρέθηκε να κατέχει (4,4) γραμμάρια ηρωίνη, ενώ σε επακολουθήσασα έρευνα της οικίας του σε μισθωμένο διαμέρισμα στην οδό ..., στην περιοχή ..., βρέθηκαν στην κατοχή του ακόμη έντεκα (11) δέματα ηρωίνης, βάρους (595), (593), (592), (584), (103), (102,5), (102,3), (100,3), (51,4), (52,5) και (24,6) γραμμαρίων αντίστοιχα, ήτοι συνολικού βάρους (2.900,6) γραμμαρίων. Κατά την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση, μεταξύ των ανακριτικών ενεργειών που διενεργήθηκαν, συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και η κατ' οίκον έρευνα, η κατάσχεση και η γνωστοποίηση σ' αυτόν της ναρκωτικής ουσίας που ανακαλύφθηκε στην οικία του. Για τις ανακριτικές αυτές πράξεις, στις 20.25' της 17-10-2009 συντάχθηκε η σχετική έκθεση, όπου αναφέρεται ότι: α) αυτές είχαν λάβει χώρα νωρίτερα και συγκεκριμένα από ώρα 18.00' έως 18.30' από τον Υπαστυνόμο Γ, παρουσία και του προσληφθέντος προανακριτικού υπαλλήλου Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης Θ, β) οι ανωτέρω προανακριτικοί υπάλληλοι, έχοντες βάσιμες υπόνοιες ότι στην επί της οδού ... οικία του προσφεύγοντος είναι ενδεχόμενο να κρύπτονται ναρκωτικές ουσίες, μετέβησαν εκεί, βρήκαν τον ίδιο πριν την έρευνα, του ανακοίνωσαν το σκοπό της μεταβάσεώς τους και αφού αυτός δεν αντέτεινε εισήλθαν στην οικία του και, μετά από επισταμένη έρευνα όλων των χώρων αυτής, βρήκαν και κατέσχεσαν έντεκα (11) δέματα ηρωίνης, βάρους (595), (593), (592), (584), (103), (102,5), (102,3), (100,3), (51,4), (52,5) και (24,6) γραμμαρίων αντίστοιχα, ήτοι συνολικού βάρους (2.900,6) γραμμαρίων, μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, ένα πιστόλι με μια γεμιστήρα και εννέα φυσίγγια, γ) στον κατηγορούμενο γνωστοποιήθηκε η κατασχεθείσα ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, η ιδιότητά της, ότι εκλήθη να δηλώσει εάν την αμφισβητεί και ότι αυτός παραδέχθηκε ότι είναι πράγματι ηρωίνη και δ) η εν λόγω έκθεση αναγνώστηκε και διερμηνεύτηκε στον κατηγορούμενο από διερμηνέα, στο τέλος δε υπογράφεται από τον ενεργήσαντα την έρευνα Υπαστυνόμο Γ, τον προσληφθέντα Πταισματοδίκη Θ, την διερμηνέα, και τον ίδιο τον καθού η έρευνα - κατάσχεση. Ο κατηγορούμενος - προσφεύγων στην κρινόμενη προσφυγή του ισχυρίζεται ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της προαναφερθείσης κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης, δεν παρευρίσκετο εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής, ο δε Πταισματοδίκης Θ που φέρεται να υπέγραψε τη σχετική έκθεση, εμφανίστηκε μετά την είσοδο των αστυνομικών στην οικία του και μετά από λίγο απήλθε. Το Συμβούλιο, με το 355/2010 βούλευμά του, απείχε να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και παρήγγειλε στην Ανακρίτρια του 5ου Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να εξετάσει ως μάρτυρα τον παραπάνω Πταισματοδίκη, προκει-μένου αυτός να δώσει διευκρινίσεις, αφενός σχετικά με το ακριβές χρονικό σημείο της προσέλευσης και αποχώρησής του από την ανακριτική διαδικασία της κατ' οίκον έρευνας και αφετέρου ποίες από τις ανακριτικές πράξεις της κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης έγιναν παρουσία του και ποίες ερήμην του, αποκλειστικά από τους λοιπούς ανακριτικούς υπαλλήλους. Εξετασθείς στις 6-4-2010 ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας, κατέθεσε επί λέξει τα ακόλουθα: "Όταν έφθασα το διαμέρισμα ήταν ανοιχτό και μέσα σε αυτό παρευρίσκοντο οι αστυνομικοί και ο κατηγορούμενος. Δεν είχε αρχίσει η έρευνα. Μόλις έφτασα οι αστυνομικοί μου υπέδειξαν το μοναδικό αποθηκευτικό χώρο, ο οποίος ήταν ένα ντουλάπι στην κουζίνα με συρτάρια και μου είπαν "εδώ είναι τα ναρκωτικά", χωρίς όμως να μπορώ να βεβαιώσω αν αυτοί από πριν είχαν εντοπίσει τα ναρκωτικά ή τα εντόπισαν τη στιγμή που μου τα υπέδειξαν. Κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον έρευνας επανειλημμένα ρωτούσα τον κρατούμενο σε ποίον ανήκουν τα ανευρεθέντα παράνομα πράγματα (ναρκωτικά, όπλα, φυσίγγια, ζυγαριά) και αυτός απαντούσε επίμονα και χαρακτηριστικά "Το .... Τον ρώτησα πού είναι ο ... και απάντησε με σπασμένα ελληνικά "θα έρθει". Σημειώνεται ότι κατά την κατ' οίκον έρευνα δεν είχε προσληφθεί διερμηνέας. Ο κρατούμενος αλλοδαπός πράγματι φαινόταν να γνωρίζει ελάχιστα ελληνικά. Αν και παρατήρησα την αδυναμία του αυτή, θεώρησα ότι δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία διερμηνέα (και ως εκ τούτου δε ζήτησα την πρόσληψή του) διότι έκρινα ότι αυτή η αδυναμία του να ομιλεί ελληνικά μπορεί να ήταν προσποιητή ... Μετά την ολοκλήρωση της διεξαγωγής της κατ' οίκον έρευνας αποχωρήσαμε από το διαμέρισμα, εγώ δε μεταφέρθηκα με το υπηρεσιακό όχημα στο σπίτι μου... Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα την ίδια ημέρα, αφού συντάχθηκε η έκθεση κατ' οίκον έρευνας, αστυνομικός της πιο πάνω υπηρεσίας ήρθε στο σπίτι μου, προσκομίζοντας την έκθεση αυτή, την οποία υπέγραψα και η οποία περιέγραφε τα ανευρεθέντα και κατασχεθέντα αντικείμενα, όπως και εγώ ο ίδιος διαπίστωσα". Κατόπιν των διευκρινήσεων αυτών, συνάγονται τα ακόλουθα: Τις απογευματινές ώρες της 17-10-2009, οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ανατολικής Θεσσαλονίκης, έχοντες βάσιμες υπόνοιες ότι ο συλληφθείς από αυτούς αλβανός υπήκοος ... κατέχει σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών στην επί της οδού ... οικία του, αποφάσισαν, στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, να διενεργήσουν έρευνα αυτής. Έτσι, αφού ειδοποίησαν τον Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης Θ να προσέλθει στο ανωτέρω σημείο για τη νομότυπη διεξαγωγή της, εισήλθαν σ' αυτή, θεωρώντας από την απαθή στάση του συλληφθέντος ότι αυτός δεν αντιλέγει στην είσοδό τους και εκεί ανέμεναν τον ανωτέρω δικαστικό λειτουργό. Μόλις ο τελευταίος έφθασε στο σημείο της έρευνας, όπως ο ίδιος κατέθεσε στην άνω Ανακρίτρια, τα παραπάνω όργανα φέρεται να του υπέδειξαν το σημείο όπου φυλάσσονταν τα ναρκωτικά, με τη φράση "εδώ είναι τα ναρκωτικά" Η υπόδειξη όμως αυτή δεν προδικάζει τη διενέργεια προηγούμενης έρευνας από τους εισελθόντες στην οικία αστυνομικούς, αφού προφανώς τούτο να έχει λεχθεί από αυτούς, είτε επειδή είδαν κάποια συσκευασία και από την εμπειρία τους να υπέθεσαν ότι ενδεχομένως να περιέχει ναρκωτικά, είτε, επειδή στο σημείο εκείνο βρισκόταν ο μοναδικός αποθηκευτικός χώρος του σπιτιού, όπου αναπόφευκτα θα μπορούσε ο προσφεύγων να έχει κρύψει τα ναρκωτικά. Εξάλλου, ο ίδιος ο Πταισματοδίκης στην ίδια ως άνω κατάθεσή του καταθέτει με σαφήνεια ότι όταν έφθασε στο διαμέρισμα η έρευνα δεν είχε αρχίσει και σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι, αμέσως μετά την έλευση του τελευταίου, ξεκίνησε η έρευνα της οικίας του προσφεύγοντος και ολοκληρώθηκε υπό την αδιάλειπτη παρουσία του. Από την κατάθεση μάλιστα αυτού στην ίδια Ανακρίτρια προκύπτει ότι η συμμετοχή του στη διαδικασία της έρευνας υπήρξε ιδιαιτέρως ουσιαστική, καθώς παραθέτει σημαντικές λεπτομέρειες για τη χωροθεσία της ερευνωμένης οικίας, την πορεία της έρευνας, τις δικές του υποδείξεις προς τα αστυνομικά όργανα ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της, τα σημεία όπου ανακαλύφθηκαν τα πειστήρια και τέλος για τα ίδια τα πειστήρια. Κατόπιν τούτων, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη παρατυπίας των αστυνομικών οργάνων κατά την είσοδό τους στην οικία του προσφεύγοντος, η διενέργεια της έρευνας αυτής υπήρξε νομότυπη και συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη προσφυγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα άλλωστε και για όσους λόγους, αναπτύσσονται και αναλύονται στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως νόμιμους και βάσιμους το Συμβούλιο αναφέρεται καθ' ολοκληρίαν και προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων. Στη δε εισαγγελική πρόταση, όπου η αμέσως ανωτέρω παραπομπή του Συμβουλίου, εκτίθενται σχετικώς τα ακόλουθα: Για το επίμαχο ζήτημα της παρουσίας δικαστικού λειτουργού, ο ως άνω αναφερόμενος μάρτυρας - Πταισματοδίκης Θ ο οποίος υπογράφει την από 17.10.2010 έκθεση κατάσχεσης, περιγράφει με λεπτομέρειες τόσο τη διαρρύθμιση του διαμερίσματος όπου διενεργήθηκε η έρευνα επί της οδού ..., όσο και τις επιμέρους ενέργειες στις οποίες προέβαιναν οι αστυνομικοί κατά τη διάρκεια της έρευνας αναζητώντας στοιχεία και πειστήρια σχετικά με τα διερευνώμενα εγκλήματα, ήτοι το άνοιγμα συρταριών, τη μετακίνηση επίπλων κλπ, ενέργειες από τις οποίες προέκυψαν οι ανευρεθείσες ποσότητες ναρκωτικών και το πιστόλι των 9 mm. Επίσης, αναφέρει επί λέξει (βλ. την από 6.4.2010 έκθεση ένορκης εξέτασης του ως μάρτυρα): "Όταν έφτασα το διαμέρισμα ήταν ανοιχτό και μέσα σε αυτό παρευρίσκοντο οι αστυνομικοί και ο κατηγορούμενος. Δεν είχε αρχίσει η έρευνα... Κατά τη διάρκειά της ρωτούσα επανει-λημμένα τον κρατούμενο σε ποιόν ανήκουν τα ανευρεθέντα παράνομα πράγματα και αυτός απαντούσε επίμονα και χαρακτηριστικά "Το Κώστα". Τον ρώτησα που είναι ο Κώστας και απάντησε με σπασμένα ελληνικά "θα έρθει"..." "...το βέβαιο είναι (όπως προέκυπτε από την όλη συμπεριφορά του κρατουμένου) ότι κατά τη διάρκεια της κατ' οίκον έρευνας γνώριζε αυτός (ο αλλοδαπός) ότι γινόταν έρευνα για ναρκωτικά και όπλα και ότι η έρευνα αυτή στρεφόταν εναντίον του". Από τα παραπάνω συνάγεται με σαφήνεια καταρχήν ότι ο ως άνω Πταισματοδίκης βρισκόταν εντός του διαμερίσματος όταν ξεκίνησαν οι ενέργειες των αστυνομικών για τον εντοπισμό των ναρκωτικών και του όπλου και μάλιστα έχει ιδία άποψη τόσο για τους ιδιαίτερους χώρους όπου αυτά εντοπίστηκαν όσο διαρρύθμιση του σπιτιού αλλά και για την παρουσία του κρατουμένου και νυν προσφεύγοντος μέσα σε αυτό. Είναι εξάλλου σαφές ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι επρόκειτο για έρευνα όπως και το λόγο για τον οποίο αυτή γινόταν, ενώ, αν και γνωρίζει ελάχιστα ελληνικά, είχε ήδη τη δυνατότητα να συνεννοηθεί με τους αστυνομικούς όπως άλλωστε έγινε και με τον Πταισματοδίκη ως προς στοιχειώδη ζητήματα και ερωτήματα (δηλ. να απαντήσει σε ρωτήσεις όπως σε ποιόν ανήκει το σπίτι, σε ποιόν ανήκουν τα όπλα και τα ναρκωτικά κλπ), τα οποία κατάλαβε απολύτως και απάντησε σε "σπαστά ελληνικά" δείχνοντας μάλιστα διάθεση να συνεργασθεί και να εξηγήσει την δική του άποψη, δηλ. το ότι δεν είχε κάποια σχέση με τα ανευρεθέντα. Παρόλα αυτά, αν και μπορούσε να το πράξει, μετά τη σύλληψη δεν αρνήθηκε να υποδείξει την πόρτα του διαμερίσματος, ενώ πολύ περισσότερο από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι διατύπωσε οποιαδήποτε άρνησή του να την ανοίξει. Οι αστυνομικοί μαζί με τον ίδιο εισήλθαν πράγματι στο διαμέρισμα πριν την έλευση του Πταισματοδίκη, προκειμένου απλώς να τον περιμένουν και χωρίς να προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι προέβησαν σε κάποια άλλη πράξη έρευνας πριν εκείνος προσέλθει και συμπράξει ως ανακριτικός υπάλληλος. Συνεπώς, μόνον το άνοιγμα της πόρτας είχε πράξη που έγινε πριν την έλευσή του. Ωστόσο, για την ενέργεια αυτή κατά τα ανωτέρω δεν διατυπώθηκε ούτε συνάγεται άρνηση του προσφεύγοντος να την ανοίξει, αντίθετα ο ίδιος συνέβαλε σε αυτό, άρα δεν υφίσταται παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 255 § 1εδ. β' ΚΠΔ. Συνεπώς και ως προς το σκέλος αυτό, η προσφυγή του Χ θα πρέπει να απορριφθεί". Όμως, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας την ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο Χ προσφυγή, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα με τις παραδοχές ότι οι Αστυνομικοί που παρευρίσκοντο στην κατ' οίκον έρευνα υπέδειξαν στον συμπράξαντα Πταισματοδίκη, όταν προσήλθε, τον χώρο που βρίσκονταν οι ναρκωτικές ουσίες και μάλιστα με τις ενδοιαστικές σκέψεις ότι αυτοί υπέδειξαν τον χώρο "είτε γιατί είδαν κάποια συσκευασία...είτε επειδή στο σημείο εκείνο βρισκόταν ο μοναδικός αποθηκευτικός χώρος του σπιτιού", προκύπτει ασάφεια για το τι δέχθηκε το Συμβούλιο σε σχέση με το εάν η κατ' οίκον έρευνα άρχισε από τα αστυνομικά όργανα πριν μεταβεί στο διαμέρισμα ο συμπράξας Πταισματοδίκης, και υπέδειξαν τον χώρο σ' αυτόν οι αστυνομικοί αφού προηγουμένως είχαν ερευνήσει οι ίδιοι αυτόν, ή η κατ' οίκον έρευνα αυτή έγινε με την εξ αρχής παρουσία του Πταισματοδίκη. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός, εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του άνω Συμβουλίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 § 1 σε συνδ. με 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθ. 746/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον του άνω Συμβουλίου, συγκροτούμενου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε προσφυγή του κατηγορουμένου για ακύρωση πράξεων της προδικασίας (κατ' οίκον ερεύνης και κατασχέσεως). Παραδοχή του λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Προδικασία.
2
Αριθμός 1884/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Ω. του Μ., κατοίκου Λ. Κ. και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Κορυδαλλού, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.110/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .... Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμό 382/18-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 804/21-10-10 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Ω. του Μ., κατοίκου Λ. Κ., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, κατά του 110/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε την έφεσή του ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά του πρωτόδικου 70/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Κορίνθου, επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου στην περιφέρειά του, για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία,[άρθρα 94 παρ.1,299 παρ.1,1 παρ.1 περ.α,β,10 παρ.1,13 περ.α, και 14 Ν.2168/93],και εκθέτω τα ακόλουθα: 2-Τυπικός έλεγχος Η αίτηση αναιρέσεως ασκείται 1) δικαιωματικά από τον κατηγορούμενο, καθόσον ο νόμος [άρθρο 482 παρ.2 ΚΠΔ] επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αναίρεση κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει για κακούργημα και σε συναφή με αυτό εγκλήματα,2)εμπρόθεσμα, καθόσον ασκείται μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του βουλεύματος, η οποία έγινε σ' αυτόν με παράδοση στα χέρια του στις 12-10-10 [βλ. την από 12-10-10 έκθεση επιδόσεως του γραμματέα της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού Α. Μ.], και 3) νομότυπα, αφού έγινε με αυτοπρόσωπη δήλωση του ίδιου στο Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, στο οποίο κρατείται, ο οποίος προς πιστοποίηση συνέταξε την οικεία έκθεση, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 151 και 474 ΚΠΔ, στην οποία συμπεριέλαβε και τούς λόγους για τους οποίους την ασκεί. Συνίστανται δε οι λόγοι τούτοι στην απόλυτη ακυρότητα, στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που απαιτεί το Σύνταγμα, και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, που εφάρμοσε [άρθρο 510 παρ.1 περ.Α, Δ και Ε του ΚΠΔ]. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και εξεταστέα στην ουσία. 3-Οι λόγοι της έλλειψης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας-εφαρμογής Α-Κρίσιμες νομικές διατάξεις α-Αιτιολογία. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693]. Εξάλλου, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η αναφορά του Συμβουλίου εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, χωρίς να διαλάβει δικές του πρόσθετες αιτιολογίες, υπό την προϋπόθεση ότι η εισαγγελική πρόταση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (ΑΠ 1359/94, Π.Χ. ΜΔ/1214,ΑΠ.2367/05), ενώ είναι επιτρεπτή και η αναφορά του εφετειακού στο πρωτόδικου βούλευμα (Α.Π. 1906/92, Π.Χ. ΜΒ/1086). β-Ανθρωποκτονία με πρόθεση. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. [ΑΠ.1630/02,Π.Δικ.02/1256.ΠΛογ 02/1825]. Η έννοια του δόλου ορίζεται από το άρθρο 27 § 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλ. για την επιβολή της πρόσκαιρης, αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλ' απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλ. τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ' αυτήν. γ. Παράνομη οπλοφορία. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 περ. α του Ν.2.168/93,ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά κλπ, στο οποίο ορίζεται η έκταση εφαρμογής των διατάξεών του, ορίζεται ότι όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιοδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, χειροβομβίδα και νάρκη κάθε τύπου, όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα. δ. Οπλοχρησία. Κατά το άρθρο 14 δε του ίδιου νόμου τιμωρείται για οπλοχρησία όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερομένου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. ε. Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β'ΚΠΔ. προβλεπόμενη λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, συντρέχει στις εξής περιπτώσεις. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.[ΑΠ.601/04 ΠΛΟΓ.04/697] Β-Περιστατικά και αξιολογήσεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό και διατακτικό του, από την καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και από το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Κορίνθου, στις σκέψεις του οποίου συμπληρωματικά αναφέρεται, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ` αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, ιατροδικαστικών εκθέσεων, εγγράφων και απολογίας του κατηγορουμένου), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στις 23-6-09 ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος στην οικία του στην θέση Κ. Λ. Κ. μαζί με τους δύο γιους του Π. και Μ., ενεπλάκη σε οξύτατο φραστικό επεισόδιο με τον πρώτο εξ αυτών, με τον οποίο άλλωστε είχε ανέκαθεν τακτικές και έντονες προστριβές. Κατά την κορύφωση του επεισοδίου, το οποίο χαρακτηριζόταν από έντονες φωνασκίες, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο εσωτερικό της οικίας από το προαύλιό της, όπου διεδραματίζετο ο διαπληκτισμός, παρέλαβε την προαναφερόμενη κυνηγετική καραμπίνα, και επανελθών στόχευσε και πυροβόλησε τον γιο του από την σκάλα της βεράντας, με αποτέλεσμα να του προξενήσει θανάσιμο τραυματισμό στο στήθος, όπου τον βρήκαν τα βλήματα του όπλου. Ο Μ. Ω., ο οποίος προηγουμένως επιχειρούσε ματαίως να ηρεμήσει τα πνεύματα, περιελθών σε κατάσταση εξάψεως και απελπισίας, άρχισε να καλεί σε βοήθεια, προσπαθούσε να κάνει μαλάξεις στο θύμα και αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο όχημα. Τελικά ο κατηγορούμενος, πιεζόμενος από τον Μ. Ω., μετέφερε τον θανάσιμα τραυματισμένο γιο του στο γενικό νοσοκομείο Κορίνθου, όπου ο τελευταίος απεβίωσε. Τα προεκτεθέντα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν σοβαρότατες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, προκύπτουν από πλειάδα αποδεικτικών στοιχείων και δη: 1) Από τις μαρτυρικές καταθέσεις του Μ. Ω.υ, ο οποίος λεπτομερώς και χωρίς να υποπίπτει σε αντιφάσεις περιέγραψε το μοιραίο επεισόδιο, σε όλη την εξέλιξή του. 2) Επικουρικώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Ν., Κ. Δ., Ι. Ν. και Φ. Κ., που διευκρινίζουν ότι ο κατηγορούμενος και όχι το θύμα ήταν το επιτιθέμενο πρόσωπο, το οποίο απηύθυνε ύβρεις και βλασφημίες στο θύμα κατά τον γενόμενο διαπληκτισμό, ενώ επιβεβαιώνουν τον πυροβολισμό. 3) Από τις καταθέσεις της συζύγου του κατηγορουμένου Ε. Ω. που επιτονίζει τον ιδιαίτερα οξύθυμο, βίαιο, εριστικό και αυταρχικό χαρακτήρα του κατηγορουμένου και την αντίστοιχη κακή συμπεριφορά του προς όλα τα μέλη της οικογένειάς του, ιδίως δε προς αυτήν την ίδια, την οποία συχνά κακοποιούσε. 4) Κυρίως από τις ίδιες τις απολογίες του κατηγορούμενου στα διάφορα στάδια της προδικασίας, ο οποίος, προκειμένου να θεμελιώσει την αθωότητά του, επιχειρούσε εκάστοτε να αναπτύξει και να εδραιώσει διαφορετικές και αντιφατικές εκδοχές για τον βίαιο θάνατο του γιου του, προβάλλοντας όμως ισχυρισμούς οι οποίοι σε τέτοιο βαθμό προσκρούουν στα αντικειμενικά ευρήματα της προδικασίας και αντιβαίνουν στα διδάγματα της κοινής πείρας και αυτής ακόμη της λογικής, ώστε εύστοχα να χαρακτηρίζονται στην συνοδεύουσα το προσβαλλόμενο πρωτόδικο βούλευμα εισαγγελική πρόταση ως παιδαριώδεις. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος: α) Στην από 23-6-09 εξέτασή του ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του γιου του δεν επήλθε από δική του ενέργεια (δηλ του κατηγορουμένου) αλλά σε αυτοπυροβολισμό του ιδίου ενώ ευρισκόταν στην αυλή με πρόθέση αυτοκτονίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδεμία φιλονικία έλαβε χώρα μεταξύ τους άλλ' άκουσε δύο πυροβολισμούς, ενώ αυτός ευρισκόταν στο εσωτερικό της οικίας. Στην συνέχεια όμως της απολογίας του ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ο υιός του αυτοπυροβολήθηκε στην βεράντα του σπιτιού του και εν συνεχεία ο ίδιος και ο έτερος υιός του Μ. τον μετέφεραν στην αυλή. Η καταφανώς ψευδής αυτή απολογία έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των περιοίκων που εστιάζουν ιδιαίτερα στην ένταση του διαπληκτισμού και στο γεγονός ότι δεν ευρέθησαν κηλίδες αίματος στο σημείο της βεράντας, αλλά μόνο στο τσιμεντένιο προαύλιο, κάτω από την πλατφόρμα της οικίας. Περαιτέρω οι ανωτέρω ισχυρισμοί αξιολογούνται και ως παράλογοι, αφού δεν είναι νοητό ο Π. Ω. να αυτοπυροβολείται και εν συνεχεία να οπλίζει πάλι το όπλο και να ρίπτει δεύτερο πυροβολισμό β) Στην ανακριτική απολογία του εγκαταλείπει την ανωτέρω εκδοχή και υποστηρίζει μία διαμετρικά αντίθετη. Ότι δηλαδή πράγματι ο ίδιος πυροβόλησε και σκότωσε τον γιο του, αλλ' όχι ηθελημένα, συγκεκριμένα δε ότι πήρε την καραμπίνα για να τον φοβερίσει ότι θα αυτοκτονήσει ο ίδιος, πλην όμως πάτησε κατά λάθος την σκανδάλη και τον σκότωσε. Ως ορθώς επισημαίνεται στο πρωτόδικο βούλευμα η εκδοχή αυτή όχι μόνον έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση του Μ. Ω.υ, ο οποίος ρητά αναφέρει, ότι η καραμπίνα ήταν στραμμένη προς το μέρος του αδελφού του, αλλά κρίνεται και παράλογη, διότι δεν νοείται η καραμπίνα να είναι στραμμένη προς το μέρος του κατηγορουμένου προς εκφοβισμό του παθόντα και τα βλήματα από τον αθέλητο πυροβολισμό να πλήττουν τον παθόντα που στεκόταν απέναντί του. Κατά τον χρόνο της απολογίας αυτής ο κατηγορούμενος κατέθεσε υπόμνημα, με χρονολογία 25-6-09, με το οποίο διατείνεται ότι έλαβε το όπλο, φοβούμενος από την συμπεριφορά του θύματος, μήπως δηλ. του επιτεθεί και για να τον εκφοβίσει έριξε μία βολή μπροστά από τα πόδια του και τελικά δεν αντελήφθη πώς το όπλο εκπυρσοκρότησε για δεύτερη φορά, κτυπώντας το θύμα. γ) Σε συμπληρωματική ανακριτική απολογία του στις 22-2-2010, ισχυρίζεται ότι δράστης δεν είναι ο ίδιος, αλλά ο υιός του Μ.. Ο ίδιος δε, προκειμένου να προστατεύσει τον αληθινό δράστη, ο οποίος άλλωστε πυροβόλησε αθέλητα, λόγω άγνοιάς του περί τα όπλα, ανέλαβε την ευθύνη του θανάτου, μη αντέχοντας την προοπτική "το ένα του παιδί να είναι στο χώμα και το άλλο στο κατώφλι της φυλακής". Ο κατηγορούμενος φαίνεται ότι έχει οριστικά κατασταλάξει στην τελευταία αυτή αφελή εκδοχή η οποία, όπως και οι προηγούμενες, διαψεύδεται από το αποδεικτικό υλικό, ενώ επίσης αποδυναμώνεται εκ μόνης της μειώσεως της αξιοπιστίας του κατηγορουμένου, από την συνεχή μεταβολή των υπερασπιστικών του ισχυρισμών. Είναι γεγονός όμως ότι η εκδοχή αυτή φαίνεται να ευρίσκει κάποιο έρεισμα στην με αρ. πρωτ. 3022/12/1080/29-6-09 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, σύμφωνα με την οποία δεν ευρέθησαν σωματίδια - κατάλοιπα πυροβολισμών στους δειγματολήπτες που χρησιμοποιήθηκαν για την λήψη των υπαρχόντων συστατικών από τα χέρια του κατηγορουμένου, ενώ αντιθέτως ευρέθησαν κάποια σωματίδια συμβατά με κατάλοιπα πυροβολισμού στους δειγματολήπτες που χρησιμοποιήθηκαν για την λήψη των υπαρχόντων συστατικών από τα χέρια του Ω. Μ.. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι η μη ανεύρεση καταλοίπων πυροβολισμού στην επιφάνεια δειγματοληψίας μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους, όπως ο τρόπος που κρατείται το όπλο, το πλύσιμο των χεριών κ.λ.π. Ο Εισαγγελέας Εφετών με την από 13-9-10 (μη δεκτή γενομένη) πρότασή του προς το συμβούλιό σας, αμφιβάλλοντας για την επαρκή τεκμηρίωση της παραδοχής που εμμέσως εκφράζει το πρωτόδικο βούλευμα περί εξαφανίσεως των καταλοίπων στα χέρια του κατηγορουμένου, λόγω πλυσίματος, και θεωρώντας ότι δεν έχει δοθεί πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί ευρέθησαν κατάλοιπα πυροβολισμού στα χέρια του Μ. Ω.υ, (ο οποίος σημειωτέον κατέθεσε ότι έκανε μαλάξεις στο θύμα) κι όχι στα χέρια του Ι. Ω., προτείνει, υιοθετώντας σχετικά όψιμο αίτημα του κατηγορουμένου τη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, κυρίως με διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να απαντηθεί: α) αν είναι δυνατόν να εναποτεθούν κατάλοιπα πυροβολισμού στα χέρια με τις μαλάξεις: β) εάν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν τα τοιαύτα κατάλοιπα με πλύσιμο των χεριών. Εν προκειμένω φρονώ ότι οι ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αποδυναμώνουν τις ήδη προκύψασες λίαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου δια τα διωκόμενα αδικήματα. Και τούτο δια τους εξής ειδικότερους λόγους: α) Τα στοιχεία που κατατείνουν στην κρίση περί της ενοχής του κατ/νου είναι πολυάριθμα και ισχυρότατα, έτσι ώστε η προτεινόμενη πραγματογνωμοσύνη και ευνοϊκή και εάν είναι ακόμα για τον κατηγορούμενο θα αποτελεί ένα στοιχείο απλώς (ίσως το μοναδικό) που θα κατατείνει προς την απαλλαγή του. Απαιτείται επομένως πάντα τα ανωτέρω να υποβληθούν στην βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Β) Το υπό στοιχ. β' ερώτημα της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών έχει ήδη απαντηθεί με την από 29-6-09 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, η δε τοιαύτη απάντηση δεν ευνοεί ουδόλως τις θέσεις του κατηγορουμένου. Γ) Εν πάση περιπτώσει η ανεύρεση αποτυπωμάτων πυροβολισμού στα χέρια του Μ. Ω.υ μπορεί να οφείλεται όχι μόνο στις μαλάξεις προς το θύμα (οι οποίες, κατά την κρίση μου, είναι ικανές να αφήσουν αποτυπώματα πυροβολισμού στο θύμα, αφού γίνονταν στο σημείο του στήθους, όπου και η είσοδος του βλήματος), αλλά και σε άλλους λόγους που η ακροαματική διαδικασία ενδέχεται να αποδείξει. Λόγου χάρη θεωρώ πολύ πιθανό ο Μ. Ω. υποστάς σοβαρή ταραχή από το έγκλημα, ήταν εύλογο να απομακρύνει αμέσως το όργανο του εγκλήματος, δηλ. το κυνηγετικό όπλο, με τα χέρια του. Το γεγονός ότι ούτος αρνείται στις καταθέσεις του ότι ακούμπησε έστω και το όπλο, δεν αποτελεί σοβαρό στοιχείο που να διαψεύδει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Και τούτο διότι, πιθανόν στο σημείο αυτό και μόνον ο Μ. Ω. να ψεύδεται, όχι διότι είναι αναξιόπιστος ή δεν ήθελε να καταθέσει και δεν κατέθεσε την αλήθεια αλλά διότι θεώρησε ότι τυχόν παραδοχή υπό τούτου του ανωτέρω γεγονότος θα τον ενέπλεκε ως δράστη του εγκλήματος προς όφελος του πατέρα του, οι ισχυρισμοί του οποίου θα ενδυναμώνονταν αποφασιστικά. Κατόπιν τούτων, το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφαίνεται ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο αρμόδιο δικαστήριο για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας,[άρθρα 94 παρ.1,299 παρ.1,1 παρ.1 περ.α,β,10 παρ.1,13 περ.α, και 14 Ν.2168/93],απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση αυτού κατά του πρωτόδικου 70/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Κορίνθου, στη συνέχεια επικύρωσε το βούλευμα τούτο και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου στην περιφέρειά του, για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως των ανωτέρω εγκλημάτων. Γ-Εξέταση των λόγων Με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος, ήτοι της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1,299 παρ.1 του ΠΚ και 1 παρ.1 περ.α,β,10 παρ.1,13 περ.α, και 14 του Ν.2168/93,τις οποίες διατάξεις ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα συνήγαγε και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του. Ειδικότερα. Όσον αφορά την ανθρωποκτονία με πρόθεση, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη βρισκόμενος σ' αμφότερα τα στάδια, τόσο της απόφασης όσο και της εκτέλεσης, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ότι πυροβόλησε τον παθόντα γιο του Π. Ω. δύο φορές στο στήθος του και πέτυχε τον τραυματισμό του, από τον οποίο ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Όσον αφορά την παράνομη οπλοφορία, αναφέρει ότι έφερε μαζί του παράνομα, χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, το κυνηγετικό όπλο, τύπου καραμπίνα, MAVERICK-MOSBERK, διαμετρήματος cal 12.Όσον αφορά την οπλοχρησία, ότι έκανε χρήση του ανωτέρω όπλου κατά τη διάπραξη του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, πυροβολώντας δυο φορές εναντίον του παθόντος, επιδιώκοντας τη θανάτωσή του. Επιπλέον δέχεται ότι γνώριζε ότι με τις ως άνω πράξεις του αυτές τελεί τα εγκλήματα τούτα, αποδεχόμενος την τέλεσή τους. Ο προβληθείς υπ' αυτού ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός ότι την ανθρωποκτονία την τέλεσε όχι αυτός, αλλ' ο έτερος γιος του Μ. από αμέλεια γιατί του εκπυρσοκρότησε το όπλο που κρατούσε στα χέρια του από αδέξιο χειρισμό του κατά την προσπάθειά του δήθεν να πυροβολήσει στον αέρα προς εκφοβισμό του και ότι τον ισχυρισμό του τούτο τον επιμαρτυρεί το γεγονός ότι στα χέρια του προαναφερόμενου γιου του ανεβρέθηκαν, σύμφωνα με την εργαστηριακή εξέταση, σωματίδια πυρίτιδας, το Συμβούλιο τον απέρριψε αιτιολογημένα αφού δέχεται, αντίθετα, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος πυροβόλησε εναντίον του παθόντος με σκοπό να τον σκοτώσει εξαιτίας του ότι διαπληκτιζόταν μαζί του, ενώ η ανεύρεση των σωματιδίων πυρίτιδας στα χέρια του προαναφερόμενου γιου του δικαιολογείται από τις μαλάξεις και την τεχνητή αναπνοή, που αυτός ενήργησε στα σώμα του θύματος προκειμένου να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες και από το κράτημα του όπλου στα χέρια του προκειμένου να το μεταφέρει στο εσωτερικό της οικίας τους. 4.Ο λόγος της απόλυτης ακυρότητας Κατά το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠΔ, το οποίο επίσης εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρ. 316 παρ.2), "το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ` του ΚΠΔ, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ` άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α` του ίδιου Κώδικα. [ΑΠ.336/02 Π.ΛΟΓ 02/262] Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε αιτιολογημένα την αίτηση του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, δεχόμενο ότι αυτός με τις διαδοχικές απολογίες του και τα υπομνήματά του είχε παράσχει πλήρως τις εξηγήσεις του για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται. 5.Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του 110/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε να επιβάλει σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο πόσό των 210 Ε.[άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 804/21-10-10 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Ω. του Μ., κατοίκου Λ. Κ., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, κατά του 110/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, Και Β-Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "...προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στις 23-6-09 ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος στην οικία του στην θέση Κ. Λ. Κ. μαζί με τους δύο γιους του Π. και Μ., ενεπλάκη σε οξύτατο φραστικό επεισόδιο με τον πρώτο εξ αυτών, με τον οποίο άλλωστε είχε ανέκαθεν τακτικές και έντονες προστριβές. Κατά την κορύφωση του επεισοδίου, το οποίο χαρακτηριζόταν από έντονες φωνασκίες, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο εσωτερικό της οικίας από το προαύλιό της, όπου διεδραματίζετο ο διαπληκτισμός, παρέλαβε την ... κυνηγετική καραμπίνα, και επανελθών στόχευσε και πυροβόλησε τον γιο του από την σκάλα της βεράντας, με αποτέλεσμα να του προξενήσει θανάσιμο τραυματισμό στο στήθος, όπου τον βρήκαν τα βλήματα του όπλου. Ο Μ. Ω., ο οποίος προηγουμένως επιχειρούσε ματαίως να ηρεμήσει τα πνεύματα, περιελθών σε κατάσταση εξάψεως και απελπισίας, άρχισε να καλεί σε βοήθεια, προσπαθούσε να κάνει μαλάξεις στο θύμα και αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο όχημα. Τελικά ο κατηγορούμενος, πιεζόμενος από τον Μ. Ω., μετέφερε τον θανάσιμα τραυματισμένο γιο του στο γενικό νοσοκομείο Κορίνθου, όπου ο τελευταίος απεβίωσε. Τα προεκτεθέντα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν σοβαρότατες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, προκύπτουν από πλειάδα αποδεικτικών στοιχείων και δη: 1) Από τις μαρτυρικές καταθέσεις του Μ. Ω.υ, ο οποίος λεπτομερώς και χωρίς να υποπίπτει σε αντιφάσεις περιέγραψε το μοιραίο επεισόδιο, σε όλη την εξέλιξή του. 2) Επικουρικώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Ν., Κ. Δ., Ι. Ν. και Φ. Κ., που διευκρινίζουν ότι ο κατηγορούμενος και όχι το θύμα ήταν το επιτιθέμενο πρόσωπο, το οποίο απηύθυνε ύβρεις και βλασφημίες στο θύμα κατά τον γενόμενο διαπληκτισμό, ενώ επιβεβαιώνουν τον πυροβολισμό. 3) Από τις καταθέσεις της συζύγου του κατηγορουμένου Ε. Ω. που επιτονίζει τον ιδιαίτερα οξύθυμο, βίαιο, εριστικό και αυταρχικό χαρακτήρα του κατηγορουμένου και την αντίστοιχη κακή συμπεριφορά του προς όλα τα μέλη της οικογένειάς του, ιδίως δε προς αυτήν την ίδια, την οποία συχνά κακοποιούσε. 4) Κυρίως από τις ίδιες τις απολογίες του κατηγορούμενου στα διάφορα στάδια της προδικασίας, ο οποίος, προκειμένου να θεμελιώσει την αθωότητά του, επιχειρούσε εκάστοτε να αναπτύξει και να εδραιώσει διαφορετικές και αντιφατικές εκδοχές για τον βίαιο θάνατο του γιου του, προβάλλοντας όμως ισχυρισμούς οι οποίοι σε τέτοιο βαθμό προσκρούουν στα αντικειμενικά ευρήματα της προδικασίας και αντιβαίνουν στα διδάγματα της κοινής πείρας και αυτής ακόμη της λογικής, ώστε εύστοχα να χαρακτηρίζονται στην συνοδεύουσα το προσβαλλόμενο πρωτόδικο βούλευμα εισαγγελική πρόταση ως παιδαριώδεις. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος: α) Στην από 23-6-09 εξέτασή του ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του γιου του δεν επήλθε από δική του ενέργεια (δηλ. του κατηγορουμένου) αλλά σε αυτοπυροβολισμό του ιδίου ενώ ευρισκόταν στην αυλή με πρόθεση αυτοκτονίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδεμία φιλονικία έλαβε χώρα μεταξύ τους αλλ' άκουσε δύο πυροβολισμούς, ενώ αυτός ευρισκόταν στο εσωτερικό της οικίας. Στην συνέχεια όμως της απολογίας του ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ο υιός του αυτοπυροβολήθηκε στην βεράντα του σπιτιού του και εν συνεχεία ο ίδιος και ο έτερος υιός του Μ. τον μετέφεραν στην αυλή. Η καταφανώς ψευδής αυτή απολογία έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των περιοίκων που εστιάζουν ιδιαίτερα στην ένταση του διαπληκτισμού και στο γεγονός ότι δεν ευρέθησαν κηλίδες αίματος στο σημείο της βεράντας, αλλά μόνο στο τσιμεντένιο προαύλιο, κάτω από την πλατφόρμα της οικίας. Περαιτέρω οι ανωτέρω ισχυρισμοί αξιολογούνται και ως παράλογοι, αφού δεν είναι νοητό ο Π. Ω. να αυτοπυροβολείται και εν συνεχεία να οπλίζει πάλι το όπλο και να ρίπτει δεύτερο πυροβολισμό. β) Στην ανακριτική απολογία του εγκαταλείπει την ανωτέρω εκδοχή και υποστηρίζει μία διαμετρικά αντίθετη. Ότι δηλαδή πράγματι ο ίδιος πυροβόλησε και σκότωσε τον γιο του, αλλ' όχι ηθελημένα, συγκεκριμένα δε ότι πήρε την καραμπίνα για να τον φοβερίσει ότι θα αυτοκτονήσει ο ίδιος, πλην όμως πάτησε κατά λάθος την σκανδάλη και τον σκότωσε. Ως ορθώς επισημαίνεται στο πρωτόδικο βούλευμα η εκδοχή αυτή όχι μόνον έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση του Μ. Ω.υ, ο οποίος ρητά αναφέρει, ότι η καραμπίνα ήταν στραμμένη προς το μέρος του αδελφού του, αλλά κρίνεται και παράλογη, διότι δεν νοείται η καραμπίνα να είναι στραμμένη προς το μέρος του κατηγορουμένου προς εκφοβισμό του παθόντα και τα βλήματα από τον αθέλητο πυροβολισμό να πλήττουν τον παθόντα που στεκόταν απέναντί του. Κατά τον χρόνο της απολογίας αυτής ο κατηγορούμενος κατέθεσε υπόμνημα, με χρονολογία 25-6-09, με το οποίο διατείνεται ότι έλαβε το όπλο, φοβούμενος από την συμπεριφορά του θύματος, μήπως δηλ. του επιτεθεί και για να τον εκφοβίσει έριξε μία βολή μπροστά από τα πόδια του και τελικά δεν αντελήφθη πώς το όπλο εκπυρσοκρότησε για δεύτερη φορά, κτυπώντας το θύμα. γ) Σε συμπληρωματική ανακριτική απολογία του στις 22-2-2010, ισχυρίζεται ότι δράστης δεν είναι ο ίδιος, αλλά ο υιός του Μ.. Ο ίδιος δε, προκειμένου να προστατεύσει τον αληθινό δράστη, ο οποίος άλλωστε πυροβόλησε αθέλητα, λόγω άγνοιάς του περί τα όπλα, ανέλαβε την ευθύνη του θανάτου, μη αντέχοντας την προοπτική "το ένα του παιδί να είναι στο χώμα και το άλλο στο κατώφλι της φυλακής". Ο κατηγορούμενος φαίνεται ότι έχει οριστικά κατασταλάξει στην τελευταία αυτή αφελή εκδοχή η οποία, όπως και οι προηγούμενες, διαψεύδεται από το αποδεικτικό υλικό, ενώ επίσης αποδυναμώνεται εκ μόνης της μειώσεως της αξιοπιστίας του κατηγορουμένου, από την συνεχή μεταβολή των υπερασπιστικών του ισχυρισμών. Είναι γεγονός όμως ότι η εκδοχή αυτή φαίνεται να ευρίσκει κάποιο έρεισμα στην με αρ. πρωτ. 3022/12/1080/29-6-09 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης, σύμφωνα με την οποία δεν ευρέθησαν σωματίδια - κατάλοιπα πυροβολισμών στους δειγματολήπτες που χρησιμοποιήθηκαν για την λήψη των υπαρχόντων συστατικών από τα χέρια του κατηγορουμένου, ενώ αντιθέτως ευρέθησαν κάποια σωματίδια συμβατά με κατάλοιπα πυροβολισμού στους δειγματολήπτες που χρησιμοποιήθηκαν για την λήψη των υπαρχόντων συστατικών από τα χέρια του Ω. Μ.. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι η μη ανεύρεση καταλοίπων πυροβολισμού στην επιφάνεια δειγματοληψίας μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους, όπως ο τρόπος που κρατείται το όπλο, το πλύσιμο των χεριών κ.λπ. Ο Εισαγγελέας Εφετών με την από 13-9-10 (μη δεκτή γενομένη) πρότασή του προς το συμβούλιό σας, αμφιβάλλοντας για την επαρκή τεκμηρίωση της παραδοχής που εμμέσως εκφράζει το πρωτόδικο βούλευμα περί εξαφανίσεως των καταλοίπων στα χέρια του κατηγορουμένου, λόγω πλυσίματος, και θεωρώντας ότι δεν έχει δοθεί πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί ευρέθησαν κατάλοιπα πυροβολισμού στα χέρια του Μ. Ω.υ, (ο οποίος σημειωτέον κατέθεσε ότι έκανε μαλάξεις στο θύμα) κι όχι στα χέρια του Ι. Ω., προτείνει, υιοθετώντας σχετικά όψιμο αίτημα του κατηγορουμένου τη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, κυρίως με διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να απαντηθεί: α) αν είναι δυνατόν να εναποτεθούν κατάλοιπα πυροβολισμού στα χέρια με τις μαλάξεις, β) εάν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν τα τοιαύτα κατάλοιπα με πλύσιμο των χεριών. Εν προκειμένω φρονώ ότι οι ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αποδυναμώνουν τις ήδη προκύψασες λίαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου δια τα διωκόμενα αδικήματα. Και τούτο δια τους εξής ειδικότερους λόγους: α) Τα στοιχεία που κατατείνουν στην κρίση περί της ενοχής του κατ/νου είναι πολυάριθμα και ισχυρότατα, έτσι ώστε η προτεινόμενη πραγματογνωμοσύνη και ευνοϊκή και εάν είναι ακόμα για τον κατηγορούμενο θα αποτελεί ένα στοιχείο απλώς (ίσως το μοναδικό) που θα κατατείνει προς την απαλλαγή του. Απαιτείται επομένως πάντα τα ανωτέρω να υποβληθούν στην βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. β) Το υπό στοιχ. β' ερώτημα της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών έχει ήδη απαντηθεί με την από 29-6-09 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, η δε τοιαύτη απάντηση δεν ευνοεί ουδόλως τις θέσεις του κατηγορουμένου. γ) Εν πάση περιπτώσει η ανεύρεση αποτυπωμάτων πυροβολισμού στα χέρια του Μ. Ω. μπορεί να οφείλεται όχι μόνο στις μαλάξεις προς το θύμα (οι οποίες, κατά την κρίση μου, είναι ικανές να αφήσουν αποτυπώματα πυροβολισμού στο θύμα, αφού γίνονταν στο σημείο του στήθους, όπου και η είσοδος του βλήματος), αλλά και σε άλλους λόγους που η ακροαματική διαδικασία ενδέχεται να αποδείξει. Λόγου χάρη θεωρώ πολύ πιθανό ο Μ. Ω. υποστάς σοβαρή ταραχή από το έγκλημα, ήταν εύλογο να απομακρύνει αμέσως το όργανο του εγκλήματος, δηλ. το κυνηγετικό όπλο, με τα χέρια του. Το γεγονός ότι ούτος αρνείται στις καταθέσεις του ότι ακούμπησε έστω και το όπλο, δεν αποτελεί σοβαρό στοιχείο που να διαψεύδει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Και τούτο διότι, πιθανόν στο σημείο αυτό και μόνον ο Μ. Ω. να ψεύδεται, όχι διότι είναι αναξιόπιστος ή δεν ήθελε να καταθέσει και δεν κατέθεσε την αλήθεια αλλά διότι θεώρησε ότι τυχόν παραδοχή υπό τούτου του ανωτέρω γεγονότος θα τον ενέπλεκε ως δράστη του εγκλήματος προς όφελος του πατέρα του, οι ισχυρισμοί του οποίου θα ενδυναμώνονταν αποφασιστικά". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του υπ` αριθμ. 70/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94§1, 299§1 του ΠΚ και 1§1 περ. α, β, 10§§1, 10 β, 13 περ. α και 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων αποφάσισε και εκτέλεσε την ανθρωποκτονία που του αποδίδεται, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ήτοι ότι πυροβόλησε το θύμα (το γιο του Π. Ω.) δύο φορές στο στήθος και πέτυχε τον τραυματισμό του, από τον οποίο, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατός του, και ότι, κατά τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού, έκανε χρήση όπλου (κυνηγετικής καραμπίνας), την οποία έφερε μαζί του παράνομα, ήτοι χωρίς άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής. Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι την ανθρωποκτονία την τέλεσε όχι αυτός, αλλά ο έτερος γιος του Μ. από αμέλεια γιατί του εκπυρσοκρότησε το όπλο που κρατούσε στα χέρια του από αδέξιο χειρισμό του κατά την προσπάθειά του δήθεν να πυροβολήσει στον αέρα προς εκφοβισμό του και ότι τον ισχυρισμό του τούτο τον επιμαρτυρεί το γεγονός ότι στα χέρια του προαναφερόμενου γιου του ανευρέθηκαν, σύμφωνα με την εργαστηριακή εξέταση, σωματίδια πυρίτιδας, αφού δέχεται ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος πυροβόλησε εναντίον του θύματος με σκοπό να τον σκοτώσει εξαιτίας του ότι διαπληκτιζόταν μαζί του, ενώ η ανεύρεση των σωματιδίων πυρίτιδας στα χέρια του προαναφερόμενου γιου του δικαιολογείται από τις μαλάξεις και την τεχνητή αναπνοή, που αυτός ενήργησε στα σώμα του θύματος προκειμένου να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες και από το κράτημα του όπλου στα χέρια του προκειμένου να το μεταφέρει στο εσωτερικό της οικίας τους. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση της υπ` αριθ. πρωτ. 3022/12/1080-α/29.7.2009 εκθέσεως εργαστηριακής εξετάσεως της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών, καθώς και των καταθέσεων του ιδίου του αναιρεσείοντος και του άλλου γιου του Μ. Ω. και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων της σε διάσταση συζύγου του Ε., καταθέσεων μη αυτοπτών μαρτύρων) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρο 316 §2 ιδίου Κώδικα), το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και, σε περίπτωση απορρίψεώς της, να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Τέτοιος λόγος, που δικαιολογεί την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, είναι και το γεγονός ότι ο αιτών κατηγορούμενος έχει εκθέσει αναλυτικά τις απόψεις του είτε με απολογητικά του υπομνήματα ενώπιον του ανακριτή είτε με υπομνήματα ενώπιον του συμβουλίου είτε, ακόμη, και με την έφεσή του. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την υπ` αριθ. 4/2010 έφεσή του, υπέβαλε αίτημα να κληθεί και να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου για να παράσχει όλες τις αναγκαίες εξηγήσεις και διευκρινίσεις. Το Συμβούλιο Εφετών, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Πρέπει να απορριφθεί και η επί μέρους αίτηση του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του..., διότι ούτος, με τις απολογίες και τα υπομνήματά του, έχει ήδη παράσχει πλήρεις επί της κατηγορίας εξηγήσεις". Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Συμβούλιο Εφετών, με το να απορρίψει το ως άνω αίτημα, σε καμιά πλημμέλεια δεν υπέπεσε, αφού αιτιολογεί την απορριπτική του κρίση, δεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος, με τις διαδοχικές απολογίες και τα υπομνήματά του, είχε παράσχει πλήρως τις εξηγήσεις του για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, γιατί το Συμβούλιο αρνήθηκε, και μάλιστα αναιτιολόγητα, να διατάξει την εμφάνιση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ενώπιόν του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 804/21.10.2010 αίτηση του Ι. Ω. του Μ., για αναίρεση του υπ` αριθ. 110/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη εφέσεως κατηγορουμένου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Απόρριψη λόγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Απαράδεκτη η αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση κατ' άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ. Απόρριψη σχετικού λόγου από το άρθρο 484 § 1α ΚΠΔ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Εισαγγελική Πρόταση.
0
Αριθμός 1883/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Κ. του Β., 2. Α. Κ. του Β. και 3. Ε. Κ. του Β., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10637/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Γ. Υ.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2010 αίτησή τους περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 622/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 360/22.10.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 2976/15-4-2010 αίτηση αναιρέσεως των 1) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 10637/9-12-2009 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία έχουν καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών έκαστος της οποίας η εκτέλεση έχει ανασταλεί για τρία (3) έτη και συγκεκριμένα για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρα 26 παρ.1α, 27 και 224 παρ.2 σε συνδ. με την παρ.1 ιδίου άρθρου του Π.Κ.) η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων και για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία των ανωτέρω ο τρίτος τούτων (άρθρα 26 παρ.1α, 27, 46 παρ.1α και 224 παρ.1 και 2 του ΠΚ). Την οποία ασκεί για λογαριασμό των ανωτέρω καταδικασθέντων η παραστάσα κατά την συζήτηση προς έκδοση της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως (10637/9/12/2009) συνήγορός τους, Δικηγόρος Αθηνών, Κωνσταντίνα - Βαλεντίνα Ανδρικοπούλου (Α.Μ. του Δ.Σ.Α. 15764), κάτοικος Αθηνών, οδός ..., σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 465 ΚΠΔ, και εντός της εικοσαήμερης (20) προθεσμίας που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. όταν η δήλωση αναιρέσεως επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η οποία (προθεσμία) αρχίζει εν προκειμένω από την επομένη της καταχωρίσεως καθαρογραμμένης της τελεσιδίκου αποφάσεως (10637/9-12-2010) στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο, που έγινε στις 26-3-2010 (καταχώριση) και έληξε στις 15-4-2010 (ημέρα ασκήσεως της προκειμένης αναιρέσεως). Είναι συνεπώς εμπρόθεσμη πλην όμως για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως πρέπει οι προτεινόμενοι λόγοι να είναι ορισμένοι και δεν αρκεί η απλή επίκληση του περιεχομένου των διατάξεων αυτών, όπως λόγου χάρη "ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα ή σχετική ακυρότητα ή εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παραβίαση δεδικασμένου ή υπέρβαση εξουσίας", διότι πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση ώστε να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση ή στο βούλευμα (ΑΠ 1018/2000 ποινική Δίκη 2000.1204, ΑΠ 980/1998 Ποιν. Χρον. ΜΘ 557, ΑΠ 1332/1992 Ποιν.Χρον. ΜΒ/ 725). Εν προκειμένω η παραστάσα συνήγορος των κατηγορουμένων Α. Κ., Ε. Κ. και Α. Κ., Δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνα - Βαλεντίνα Ανδρικοπούλου, κατά την διαδικασία στο ακροατήριο κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (10637/9-12-2010), στην από 15-4-2010 δήλωση περί ασκήσεως αναιρέσεως για λογαριασμό των ανωτέρω καταδικασθέντων κατηγορουμένων που επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως λόγους αναιρέσεως επικαλείται κατά λέξη τους εξής τρεις (3) "Άρθρο 510 παρ.1 Κ.Π.Δ. 1) Ελλείψιν ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα 2) Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως 3) Υπέρβασιν εξουσίας", χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις επικαλούμενες αιτιάσεις και χωρίς να προσδιορίζονται ειδικότερα οι νομικές πλημμέλειες που προσάπτονται στην απόφαση, με αποτέλεσμα λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του (άρθρο 474 παρ.2 Κ.Π.Δ.) η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικαστεί στα έξοδα η αναιρεσείουσα παραστάσα κατά την διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση συνήγορος των ανωτέρω καταδικασθέντων κατηγορουμένων Δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνα - Βαλεντίνα Ανδρικοπούλου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. πρωτ. 2976/15-4-2010 αίτηση αναιρέσεως της Δικηγόρου Αθηνών Κωνσταντίνας - Βαλεντίνας Ανδρικοπούλου, κατοίκου ..., οδός ..., την οποία άσκησε κατά της υπ' αριθμ. 10637/9-12-2009 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατά την οποία παρέστη στην διαδικασία στο ακροατήριο ως συνήγορος των καταδικασθέντων κατηγορουμένων 1) Α. Κ. του Β., 2) Ε. Κ. του Β., 3) Α. Κ. του Β., κατοίκων απάντων Αθηνών, και για λογαριασμό των οποίων την άσκησε. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της ανωτέρω. Αθήνα 8/10/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει ν διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ'αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς ή αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 15.4.2010, αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 10637/2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι οι, πρώτη και δεύτερος για ψευδορκία μάρτυρα και ο τρίτος για ηθική αυτουργία σ'αυτή και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τριών (3) μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Ζητείται δε η αναίρεσή της, όπως, κατά λέξη, αναφέρεται στη σχετική έκθεση "ΑΡΘΡΟ 510 παρ. ΚΠΔ. Έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπέρβασιν εξουσίας" χωρίς όμως αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν τις προβαλλόμενες νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση - δήλωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του Γραμματέα, ν'απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15.4.2010, αίτηση-δήλωση των κατηγορουμένων Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., Ε. Κ. του Β., κατοίκου ... και Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της 10637/2009 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναίρεσης. Απορρίπτεται, ως απαράδεκτη η αίτηση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 1882/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητής, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Β. ή Ν. Μ. ή Β. του Ν., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' τύπου Κέρκυρας, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, κατά της με αριθμό 46/2010 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Ο Εισαγγελέας Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω διάταξή του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτήν και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1185/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 304/28.9.10 πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες την από 24-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Β.Μ. ή B.N. του Ν., κατά της υπ' αριθμ. 46/2-6-2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Δυτ. Μακεδονίας, με την οποία απερρίφθη η κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ από 14-5-2010 προσφυγή αυτού, κατά της υπ' αριθμ. 27/10/28-4-2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Γρεβενών, εκθέτομεν τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 482, 484, 504, και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται μόνο κατά των αποφάσεων και βουλευμάτων των ποινικών δικαστηρίων και όχι κατά των διατάξεων των Εισαγγελέων Εφετών, που εκδίδονται κατά το άρθρο 48 Κ.Π.Δ., δηλαδή διατάξεων που εκδίδονται μετά από προσφυγή των εγκαλούντων, κατ' απορριπτικών διατάξεων των Εισαγγελέων Πρωτοδικών, δια των οποίων απορρίπτονται εγκλήσεις αυτών. Συνεπώς, η άνω αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η από 24-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Β.Μ. ή B.N. του Ν. ή Ε., κατά της υπ' αριθμ. 46/2-6-2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Δυτ. Μακεδονίας β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρου 462, 482, 484, 504 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται μόνον κατά των αποφάσεων και των βουλευμάτων των ποινικών δικαστηρίων και όχι κατά των διατάξεων του Εισαγγελέως Εφετών, που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 48 ίδιου Κώδικα, δηλαδή διατάξεων που εκδίδονται μετά από προσφυγή των εγκαλούντων κατά απορριπτικών διατάξεων των Εισαγγελέων Πρωτοδικών, με τις οποίες απορρίπτονται εγκλήσεις τούτων, και, κατά των οποίων (πράξεων) αν ασκηθεί τούτο είναι απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 46/2.6.2010 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε η, κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ, από 14.5.2010, προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της 27/10/28.4.2010 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γρεβενών, με την οποία απορρίφθηκε η ΑΒΜ 967/2008 έγκληση τούτου, πρέπει μετά την ειδοποίηση του ίδιου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του Γραμματέα να απορριφθεί, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 24.6.2010, αίτηση του Β.Μ. του Ν. ή B.N. του E., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, για αναίρεση της 46/2.6.2010 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά διάταξης Εισαγγελέα Εφετών, που απορρίπτει προσφυγή κατά διάταξης Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1881/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 66/5-5-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Ευδοκία Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Γ. Α. του Λ., και 2. Ε. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7375/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Ι., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπελαντή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 14/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, "αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη". Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά τη διάταξη αυτή υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του δικαστικού συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7375/2009 απόφασή του, με την οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ( 4 ) μηνών ο καθένας με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της απλής δυσφήμησης για την οποία και πρωτοδίκως καταδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι, όπως και ο εγκαλών είναι μέλη του Παραθεριστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Υγειονομικών "Η ΥΓΕΙΑ ΣΥΝ. Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα. Ο εγκαλών ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2003, η δε πρώτη κατηγορουμένη είχε εκλεγεί από τις 6/10/2002 μέλος του Τριμελούς Εποπτικού Συμβουλίου αυτού μαζί με τους Μ. Τ. και Μ. Κ. (λοιπά μέλη αυτού). Με την ανάληψη των ως άνω καθηκόντων της η πρώτη κατηγορουμένη άρχισε να αναζητά και να ερευνά για τα βιβλία, τις ενημερωτικές καταστάσεις και για λοιπά στοιχεία του Συνεταιρισμού, προκειμένου να διενεργηθεί ο διαχειριστικός έλεγχος τον οποίο είχε υποχρέωση να κάνει. Μέχρι τότε υπήρχαν φήμες ότι οι μεταβιβάσεις των μερίδων του συνεταιρισμού δεν γίνονταν κανονικά, δηλαδή με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται στο καταστατικό, η δε κατηγορουμένη με τα βιβλία και τα στοιχεία που της δόθηκαν διαπίστωνε ότι δεν μπορούσαν να ταυτιστούν οι μερίδες με τα μέλη του συνεταιρισμού. Της δημιουργήθηκε η πεποίθηση, μετά και από φήμες που κυκλοφορούσαν μεταξύ των μελών του Συνεταιρισμού (βλ. την κατάθεση στο Δικαστήριο αυτό αλλά και στο πρωτόδικο του Μ. Τ.) ότι κατά τις μεταβιβάσεις των μερίδων γίνονταν παρατυπίες και ότι αυτές επωλούντο κατά τρόπο βλαπτικό για το συνεταιρισμό. Η πεποίθησή της αυτή ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι ενώ είχεν αρχίσει τον έλεγχο το Εποπτικό Συμβούλιο του οποίου αυτή είχεν εκλεγεί μέλος αποφασίστηκε από το Δ.Σ. του Συνεταιρισμού η σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του, πολύ πριν από τη λήξη της θητείας του Δ.Σ., προκειμένου να αποφασιστεί η ημερομηνία διεξαγωγής νέων εκλογών. Έχοντας την πεποίθηση, λοιπόν, η κατηγορουμένη, ότι στο συνεταιρισμό γίνονται ατασθαλίες μετέφερε αυτή κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους και σε άλλα μέλη του σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί τους, δηλαδή διέδιδε ότι ο εγκαλών μαζί με τους συνεργάτες του έχει πωλήσει μερίδες των συνεταιριστών σε τρίτους και έχει καταχραστεί χρήματα. Στις 20-4-2003 συνήλθε η Γεν. Συνέλευση του Συνεταιρισμού για να αποφασίσει για τη διεξαγωγή και το χρόνο των εκλογών. Στην εν λόγω συνέλευση ήταν παρών και ο δεύτερος κατηγορούμενος, σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης, ο οποίος αφού έλαβε το λόγο είπε μεταξύ άλλων απευθυνόμενος στον εγκαλούντα Πρόεδρο τότε του Συνεταιρισμού Γ. Ι. "Διαθέσατε αξιότιμε κύριε συνάδελφε τις μερίδες παράνομα. Παράνομα τι πει; Στην αγορά στοιχίζει η μερίδα 10-12 εκατομμύρια. Βρήκατε ανθρώπους που τους δώσατε με 5 εκατομμύρια. Γράψατε στα κατάτοιχα πόσο κοστολογείται η μερίδα, 1 εκατομμύριο και τσεπώσατε, όχι εσείς, δεν ξέρω εγώ, με συγχωρείτε, όχι εσείς, τα υπόλοιπα 4 εκατομμύρια. Το ερώτημά μου είναι: Ενεργήσατε νόμιμα στη διάθεση των μερίδων ναι ή όχι; ... Θέλω ακόμα, αξιότιμε κύριε Ι., να σας πω ότι καταχραστήκατε, λεηλατήσατε, πλιατσικολογήσατε την εμπιστοσύνη την επί 10ετία την οποία είχαμε δείξει, με την οποία σας είχαμε επενδύσει. Και σας λέω κ. Ι., σηκωθείτε και φύγετε, πηγαίνετε στο σπίτι σας να απολαύσετε τα αγαθά τα οποία αποκτήσατε με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου σας, φύγετε προτού είναι αργά είστε ένοχος ...". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η πρώτη κατηγορουμένη μετά την ως άνω Γενική Συνέλευση και πάντως πριν από την προγραμματισθείσα για αρχαιρεσίες σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με μέλη του συνεταιρισμού τους ανέφερε ότι ο εγκαλών μαζί με άλλους συνεργάτες του είχαν πωλήσει μερίδες συνεταιριστών σε τρίτους και ότι αυτός είχεν καταχραστεί χρήματα του συνεταιρισμού με παράνομες ενέργειες, περί αυτού δε (τηλεφωνημάτων και περιεχομένου των) κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι μάρτυρες Κ. και Κ., όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά αυτού (ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη). Τα ως άνω καταγγελλόμενα, όμως, από τους κατηγορουμένους για το πρόσωπο του εγκαλούντος περί παρανόμων μεταβιβάσεων μερίδων, υπεξαιρέσεων και καταχρήσεων εκ μέρους του τελευταίου (εγκαλούντος) δεν είναι αληθή. Αυτό προκύπτει άλλωστε και από το γεγονός ότι, μετά από την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εγκαλούντος και άλλων προσώπων για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και απιστία κατ' εξακολούθηση, το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2392/2006 βούλευμά του, που έγινε αμετάκλητο (βλ. το υπ' αριθμ. 3766/19-9-2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Α.Π. και την από 19-9-2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στο σώμα του Βουλεύματος), αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων (εγκαλούντος κ.λπ.) για τις πιο πάνω πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν από το έτος 1998 έως και τις 13-7-2001, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις προ του έτους 1998, κρίνοντας ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις παράνομης ιδιοποίησης της αξίας διατεθεισών μερίδων των μελών του συνεταιρισμού και απιστίες. Όμως, ενόψει των όσων η πρώτη κατηγορουμένη αντιμετώπισε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου και για τα οποία προέβη σε σχετικές καταγγελίες μαζί με το Μ. Τ., όπως αναφέρεται και στο προαναφερόμενο υπ' αριθμόν 2392/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, περί του ότι δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση στις ενημερωμένες καταστάσεις των μελών του συνεταιρισμού, με συνέπεια να μη μπορεί να γίνει ο έλεγχος από το Εποπτικό Συμβούλιο του αριθμού, και περί του ότι δεν τηρούνταν σωστά τα βιβλία του ως άνω συνεταιρισμού με βάση το άρθρο 38 του καταστατικού και συγκεκριμένα ότι δεν τηρούνταν το βιβλίο μερίδων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κυκλοφορούσαν φήμες για παράνομες μεταβιβάσεις μερίδων, αφού και ο ίδιος ο Μ. Τ. στην κατάθεσή του αναφέρει "Αυτό που λέγαμε στη Γ.Σ. ήταν να γίνει έλεγχος μερίδων. Γίνονταν παράνομες ανταλλαγές χωρίς εντολή της Γ.Σ.", η πρώτη κατηγορουμένη πίστευε, ότι όσα κατά τα ανωτέρω ανέφερε στις τηλεφωνικές της συνομιλίες με μέλη του συνεταιρισμού ήταν αληθινά. Το ίδιο άλλωστε πίστευε και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ως μέλος του συνεταιρισμού αλλά και από όσα συζητούσε με τη σύζυγό του, πρώτη κατηγορούμενη, από τις πληροφορίες που αυτή είχε αλλά και από όσα διαπίστωνε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού, τα οποία και του μετέφερε, σχημάτισε την πεποίθηση ότι το Δ.Σ. του συνεταιρισμού με πρόεδρο τον εγκαλούντα προέβαινε σε παράνομες μεταβιβάσεις μερίδων και από αυτές εισπράττονταν μεγαλύτερα ποσά τα οποία δεν κατέληγαν στο συνεταιρισμό αλλά σε άλλα πρόσωπα. Έτσι όσα ως άνω ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της Γ.Σ. στις 20-4-2003 είπε αναφερόμενος στον εγκαλούντα δεν είναι αληθινά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αλλά και με τις σκέψεις του ως άνω βουλεύματος, πίστευε όμως αυτός ότι ήσαν αληθινά για τους προεκτεθέντες λόγους. Ως εκ τούτου τα καταγγελλόμενα από τους κατηγορουμένους, κατά τα ανωτέρω, συνιστούν γεγονότα δυσφημιστικά για το πρόσωπο του εγκαλούντος που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του δεδομένου μάλιστα ότι και με τις φράσεις του δευτέρου κατηγορουμένου "... καταχραστήκατε, λεηλατήσατε, πλιατσικολογήσατε την εμπιστοσύνη την οποία επί δεκαετία σας είχαμε δείξει", "κ. Ι. σηκωθείτε και φύγετε, πηγαίνετε στο σπίτι σας να απολαύσετε τα αγαθά τα οποία αποκτήσατε με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου σας ..." υποκρύπτονται περιστατικά και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εγκαλούντος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα πιο πάνω γεγονότα που απέδιδαν στον εγκαλούντα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του όταν μάλιστα τα ισχυρίστηκαν ενώπιον μελών του συνεταιρισμού καθώς και ότι ήθελαν να τα ισχυρισθούν ενώπιον αυτών (μελών του Συνεταιρισμού). Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι οι αποδιδόμενες σε αυτούς εκδηλώσεις για το πρόσωπο του εγκαλούντος έγιναν από μεν την πρώτη στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων της ως μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού, που είχεν υποχρέωση ελέγχου και διαφύλαξης των συμφερόντων του συνεταιρισμού, και από τους δύο δε για την προστασία των δικαιωμάτων του συνεταιρισμού αλλά και των δικών τους, ως μελών αυτού, καθώς και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για το σύννομο των δραστηριοτήτων του συνεταιρισμού και ότι επομένως αίρεται το άδικο της πράξης τους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον οι εκδηλώσεις τους αυτές υπερέβησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπό τις περιστάσεις που έγιναν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την άσκηση των καθηκόντων της πρώτης και του συμφέροντος αμφοτέρων, δεδομένου ότι τις αιτιάσεις και τις καταγγελίες τους εναντίον του εγκαλούντος αλλά και τα δικαιώματά τους μπορούσαν να τα ασκήσουν με άλλα νόμιμα μέσα. Ομοίως πρέπει να απορριφθούν τόσο το αίτημα των κατηγορουμένων περί διεξαγωγής αποδείξεων για να προσκομισθεί το βιβλίο μερίδων του συνεταιρισμού, με τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 παρ. 10 του Π.Δ. 93/1987 απαραίτητα στοιχεία όσο και το αίτημα αυτών περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ώστε να καταδειχθεί αν το προσαχθέν και υπάρχον στη δικογραφία σε φωτοτυπικό αντίγραφο και επικυρωμένο από το δικηγόρο κ. Σ. είναι ή όχι το βιβλίο μερίδων του συνεταιρισμού με όσα στοιχεία απαιτεί ο νόμος καθόσον το βιβλίο μερίδων του συνεταιρισμού υπάρχει στη δικογραφία και έχει προσκομισθεί σε εκτέλεση της υπ' αριθμόν 42768/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν απαιτείται πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί αν το βιβλίο αυτό είναι ή όχι το βιβλίο μερίδων του Συνεταιρισμού δεδομένου ότι τούτο είναι το βιβλίο μερίδων του Συνεταιρισμού και έχει επικυρωθεί μάλιστα το φωτοτυπικό αντίγραφο αυτού από το δικηγόρο κ. Σ.. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς σε βάρος των κατηγορουμένων η πράξη της απλής δυσφήμισης του εγκαλούντος και πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης αυτής κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ένδικη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης για την οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 362 του Π Κ που εφάρμοσε. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται ο δόλος των αναιρεσειόντων με την παράθεση πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση τους ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκαν ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα και τη θέληση τους να ισχυριστούν ενώπιον τρίτων τα βλαπτικά γεγονότα, καθώς επίσης πλήρως αιτιολογείται και η απόρριψη του προβληθέντος από αυτούς αυτοτελούς ισχυρισμού περί εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 περίπτωση γ του ΠΚ, την οποία το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και δεν την εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Προσθέτως, με πλήρη αιτιολογία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων περί διεξαγωγής αποδείξεων για να προσκο-μισθεί το βιβλίο μερίδων του Συνεταιρισμού, με τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 παρ. 10 του ΠΔ 93/1987 απαραίτητα στοιχεία (ονοματεπώνυμο, επάγγελμα, ημερομηνία εγγραφής, εξόδου, διαγραφής μελών κτλ), δεχθέν στο σκεπτικό του ότι το βιβλίο μερίδων του Συνεταιρισμού υπάρχει στη δικογραφία και έχει προσκομισθεί σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 42768/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ενώ εξ άλλου, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απέρριψε και μάλιστα αναιτιολόγητα το αίτημα των κατηγορουμένων για την διενέργεια δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να καταδειχθεί αν το προσαχθέν και υπάρχον στη δικογραφία σε φωτοτυπικό αντίγραφο και επικυρωμένο από το δικηγόρο κ. Σ. είναι ή όχι το βιβλίο μερίδων του Συνεταιρισμού με όσα στοιχεία απαιτεί ο νόμος, είναι απορριπτέα ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με πλήρη αιτιολογία. Από τις διατάξεις των άρθρων 329,331,333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α λόγο αναιρέσεως, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να κάμει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου τους. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Έτσι, ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του εγγράφου αυτού, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ δικαιώματα, δεδομένου μάλιστα ότι εφόσον πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, αφού λογικά η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν, πλην των άλλων, και: α) το ιδιωτικό συμφωνητικό (με αύξοντα αριθμό 21), β) το ενημερωτικό σημείωμα (με αύξοντα αριθμό 24), γ) το βιβλίο μελών-μερίδων με ημερομηνία απόκτησης ( ... ), με αύξοντα αριθμό 25. Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, και δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αναγνώσθηκε δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, δεύτερο ενημερωτικό σημείωμα και δεύτερο βιβλίο μελών-μερίδων με ημερομηνία απόκτησης (...), επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία, τα πρόσωπα εις τα οποία αφορούν, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία,κατάστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Επομένως, ο περί απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ) δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ, 1 του ΚΠΔ), και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος στη δίκη πολιτικώς ενάγοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/12/2009 αίτηση των Ε. Α. του Α. και Γ. Α. του Λ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7375/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, κατόπιν της υπ' αριθ. 152/2010 Πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για απλή δυσφήμηση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας αναφορικά με τα στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς και με τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 367 § 1 περ. γ΄ ΠΚ. Απορρίπτεται επίσης ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ Α΄ ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 § 1 περ. δ΄ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο προς στήριξη της καταδικαστικής του κρίσης έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα α΄, β΄, γ΄, δ΄ που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους (άρθρα 329, 331, 333, 358, 364 και 369 ΚΠΔ). Η αιτίαση ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος των κατηγορουμένων για την διενέργεια δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Δυσφήμηση απλη.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1880/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λιτίνα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή σύμφωνα με την 104/21.7.10 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στρατή περί αναιρέσεως της 1079/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2010 αίτηση του αναιρεσείοντα, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 527/10. ΑΦΟΥ ΑΚΟΥΣΕ Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 325 ΠΚ όποιος με πρόθεση κατακρατεί άλλον χωρίς τη θέληση του ή του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κινήσεώς του, τιμωρείται με φυλάκιση και, αν η κατακράτηση διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα, με φυλάκιση τουλάχιστον στον δύο (2) ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της παράνομης κατακρατήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς, παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας κινήσεως του παθόντα, έστω και για ελάχιστο χρόνο, χωρίς τη συναίνεση του, η οποία πραγματώνεται, είτε με την κατακράτηση του παθόντα σε περίκλειστο χώρο, από τον οποίο εμποδίζεται ή, άλλως πως, αδυνατεί να εξέλθει, είτε με την καθ' οιονδήποτε τρόπο στέρηση της ελευθερίας κινήσεως αυτού στον χώρο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της παράνομης αποστερήσεως της ελευθερίας κινήσεως του παθόντα, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα είτε συνεπεία μηχανικών εμποδίων, είτε συνεπεία σωματικής βίας, η απειλής βίας καθώς και ψυχολογικής επιδράσεως, αλλά και με παράλειψη, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 55§1 του Ν 2910/2001, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 37 του Ν. 3153/1-6-2003 "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτών που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου έως πέντε εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως τους, διότι στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι ορισμένοι, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολογήσεως και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αόριστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπο του ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 1079/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για παράνομη κατακράτηση κατά συρροή και παράνομη μεταφορά από κοινού αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας κατά συρροή, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα ( 9 ) ετών και δυο μηνών μετατραπείσα σε χρηματική και χρηματική ποινή (για την β' πράξη) τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά το είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, στο ..., στις 18/20-5-2003, με πρόθεση κατακράτησε τους αναφερόμενους στο διατακτικό 25 Πακιστανούς λαθρομετανάστες, χωρίς την θέλησή τους, κλειδωμένους σε υπόγεια αποθήκη ιδιοκτησίας του στερώντας τους την ελευθερία κίνησής τους. Επίσης μαζί με άλλους άγνωστους δράστες συμμετείχε στη μεταφορά από την Τουρκία των ίδιων αλλοδαπών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προμνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 325 ΠΚ και 552§1 Ν 2910/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντως ότι χωρίς αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84§2α ΠΚ) είναι αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε προέβαλε τον εξής ισχυρισμό "Είμαι πάμπολλα χρόνια στην Ελλάδα και ασχολούμαι με καφετέρειες και μέχρι σήμερα συνεχίζω να έχω λευκό ποινικό μητρώο και έτσι θα πρέπει να μου αναγνωρισθεί ο πρότερος έντιμος βίος" ο οποίος όμως είναι παντελώς αόριστος και το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει σ' αυτόν, αφού δεν αρκεί μόνο η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου, ή η απασχόληση σε εργασία, αλλά απαιτείται και η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, που όμως εν προκειμένω δεν προβλήθηκαν. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 εδ.α' ΚΠοινΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε η υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ.Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που του επιβλήθηκε Πρωτοδίκως. Ειδικότερα, εάν συντρέχουν περισσότερες από μια χρηματικές ποινές και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιβάλλει μια συνολική χρηματική ποινή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως που άσκησε ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, ή ασκήθηκε υπέρ αυτού το ένδικο τούτο μέσο, υποχρεούται, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου να επιβάλει μια συνολική χρηματική ποινή, άλλως υπερβαίνει την εξουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 40103/08 απόφασή του για τις ως άνω πράξεις και του επεβλήθη, πλην άλλων για την δεύτερη πράξη και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και συνολική χρηματική ποινή 29.000 ευρώ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιλήφθη της υποθέσεως, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορούμενου ήδη αναιρεσείοντος, αφού καταδίκασε τον άνω κατηγορούμενο για τις άνω πράξεις επέβαλε πλην άλλων, για την δεύτερη πράξη και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, χωρίς όμως να προβεί στην επιμέτρηση συνολικής χρηματικής ποινής. Έτσι όμως, κρίνοντας υπερέβη την εξουσία του γι αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος και τελευταίος, εκ του άρθρου 510§1 εδ.Η ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως ως βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος περί καθορισμού συνολικής χρηματικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 1079/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατά το μέρος περί καθορισμού συνολικής χρηματικής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα συζήτηση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 30 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.1079/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράνομη κατακράτηση και παράβαση άρθρ. 55 § 1 Ν. 2910/2001. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης, ο οποίος εντελώς αορίστως υποβλήθηκε. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη στην επιμέτρηση συνολικής χρηματικής ποινής. Αναιρεί κατά τούτο και παραπέμπει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ποινή συνολική, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Παράνομη κατακράτηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1875/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Ι., ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 55/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 788/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 (ΦΕΚ 21 Α`)". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων, και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους, όπως η της αναιρεσείουσας, τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλ. των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικό και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κ.λπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνο ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις. Ακόμη, οι ως άνω διατάξεις, κατά το αυτό σκέλος, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφασή του κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον Ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά την διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3037/2002. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό ότι για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών, μετατραπείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, τα εξής: "...από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης αποδείχθηκαν ειδικότερα τα εξής: Ο κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος [καφετέριας] με την επωνυμία …, στις 2.2.2003 σε έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε να έχει εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού 20 παιχνιδομηχανήματα (όπως αναφέρεται στο διατακτικό 16 REEL MAGIC και 4 πεταλούδες), στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν φρούτα, έντομα κ.λπ., σε σχηματισμούς τρίλιζας, ενώ αυτό απαγορεύεται. Οι εν λόγω ηλεκτρονικοί υπολογιστές ήταν συνδεδεμένοι όλοι με κεντρικό υπολογιστή ελεγχόμενο και παιζόταν σ' αυτούς το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια". Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε ένα χρηματικό ποσό και του διέθεταν αντίστοιχα με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή για να παίξει το παιχνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη φρουτάκια-ζωάκια ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντος τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Συνεπώς πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος..." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων ήταν ιδιοκτήτης του ως άνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και ότι όχι μόνο εγκατέστησε πρόγραμμα ηλεκτρονικών παιγνίων στους 20 Η/Υ, οι οποίοι ήταν συνδεδεμένοι με κεντρικό υπολογιστή ελεγχόμενο, αλλά και διεξήγαγε τυχερά παίγνια δια των προγραμμάτων αυτών, περίπτωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση, περί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ. Ορθά, επίσης, έκρινε, σιωπηρώς, ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται ούτε στο κοινοτικό δίκαιο ούτε στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες δύο ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια διεξάγονται μέσω Η/Υ που δεν διαθέτουν σύστημα αποδόσεως οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα, όμως, το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από την αναιρεσείουσα αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο, στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του Ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά τη διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων, μεταξύ άλλων, και με τους Η/Υ, ενώ, όπως λέχθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών, τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, την διενέργεια των οποίων, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες αντίκεινται στο Κοινοτικό Δίκαιο, καθώς και στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, σαφώς προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων δεν κηρύχθηκε ένοχος ως εκμεταλλευτής επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών διαδικτύου και από προφανή παραδρομή αναφέρεται, μεταξύ των διατάξεων του Ν. 3037/2002 που εφαρμόσθηκαν, και εκείνη του άρθρου 3. Ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, γιατί δεν διαλαμβάνεται σ` αυτήν 1. αν είχε εγκαταστήσει ο ίδιος ο αναιρεσείων το λογισμικό (ώστε να εξαχθεί συμπέρασμα για το δόλο του), 2. αν, μετά την εγκατάσταση, ήλεγχε συγχρόνως ο ίδιος και τη διενέργεια των παιγνίων, 3. πώς προέκυπτε το κέρδος των παικτών (που αναφέρεται ως "συμφωνημένα χρήματα") σε περίπτωση σχηματισμού τρίλιζας, 4. πώς προέκυπταν στην οθόνη οι μονάδες (πόντοι) και το τίμημα που αντιστοιχούσε σε κάθε μονάδα και πώς οι ονομασίες "REEL MAGIC" και "πεταλούδες" στοιχειοθετούν το εάν τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά παίγνια ήταν τυχερά και όχι ψυχαγωγικά ή γνώσεων και 5. από πού προέκυπτε η ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη του καταστήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά και των παραπάνω στοιχείων, δεδομένου και του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο (γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπό επελεύσεως ορισμένου αποτελέσματος), ενώ δεν απαιτείτο αναλυτική μνεία του τι προέκυπτε από το κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ούτε η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο γίνεται επίκληση εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (πρωτόδικης καταθέσεως μάρτυρα αστυνομικού, μάρτυρος υπερασπίσεως), είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Όσον αφορά τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αρκεί η μνεία ότι αναγνώσθηκαν σε οποιοδήποτε σημείο των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακόμη και στην αιτιολογία της, και δεν απαιτείται να αναφέρεται αυτό στο οικείο σημείο των πρακτικών που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μνημονεύονται ως έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μόνο η από 2.2.2003 έκθεση σύλληψης, η από 2.2.2003 έκθεση κατάσχεσης και απόδοσης υπό μεσεγγύηση και η από 2.2.2003 έκθεση κατάσχεσης. Τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης δεν αναφέρονται μεν μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, γίνεται, όμως, ρητή μνεία ότι αναγνώσθηκαν στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής. Η βεβαίωση δε ότι και αυτά αναγνώσθηκαν θα μπορούσε να ανατραπεί μόνο αν τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προσβάλλονταν για πλαστότητα (άρθρα 140, 141 ΚΠοινΔ). Επομένως, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι λήφθηκαν υπόψη, ενώ δεν αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη αιτιολογία, γιατί το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, πέραν, δηλαδή, εκείνων που προέκυπταν από το αποδεικτικό υλικό, είναι, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, όσον αφορά τον τρίτο λόγο, απαράδεκτος, γιατί πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Μαΐου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 4201/2010) αίτηση του Ν. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ` αριθ. 55/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/2002. Οι διατάξεις αυτές δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα ή τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη. Ο δόλος δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη. Τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αρκεί να αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν σε οποιοδήποτε σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως ακόμη και στην αιτιολογία της. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολο της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παίγνια τυχερά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1873/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1951/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 396/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτη-ση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1α του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών...", προκύπτει ότι για την ύπαρξη της υπεξαιρέσεως απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγω-γής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν αυτή είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, πλην η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περι-στατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, δεν περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ψ και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης από-φάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατ/νος Χ α) στις 4-7-2003 ενώ ήταν κτηματομεσίτης και του είχε ανατεθεί από τον εγκαλούντα Ψ η πώληση ενός οικοπέδου του, εμβαδού 250 τ.μ., που βρίσκεται στην ... στη θέση ..., και ενώ έλαβε χρηματικό ποσό 7.000 ευρώ ως προκαταβολή από τον υποψήφιο αγοραστή Λ, εντούτοις απέδωσε στον ανωτέρω εγκαλούντα μόνον χρηματικό ποσό 5.500 Ευρώ, αποκρύπτοντάς του τη είσπραξη του επιπλέον ποσού 1.500 Ευρώ και εξωτερικεύοντας έτσι την βούλησή του και να το ιδιοποιηθεί παράνομα και β) περί τα τέλη Ιουλίου 2005 με την ίδια ως άνω ιδιότητά του και μετά την ματαίωση της πώλησης του ανωτέρω οικοπέδου στον Λ ενώ είχε εισπράξει χρηματικό ποσό 5.000 Ευρώ ως προκαταβολή από τους υποψήφιους αγοραστές δεύτερο, τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενους Α1, Α2 και Α3, δεν απέδωσε αυτό στον εγκαλούντα Ψ εξωτερικεύοντας έτσι την βούλησή του να το ιδιοποιηθεί παράνομα". Η αιτιολογία, όμως, αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού δεν διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή εκείνων στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ το σκεπτικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού (μνημονεύ-οντας, μάλιστα, ως κατηγορουμένους και τους Α1, Α2 και Α3, οι οποίοι είχαν αθωωθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Ειδικότερα, δεν αναφέρεται α) αν ο μηνυτής Ψ ζήτησε από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο την επιστροφή των χρηματικών ποσών των 1.500 ευρώ, που φέρεται ότι παρακράτησε αυτός από την προκαταβολή για την πώληση του οικοπέδου στον Λ, καθώς και των 5.000 ευρώ που φέρεται ότι παρακράτησε αυτός από την προκαταβολή για την πώληση του οικοπέδου στους αδελφούς Α1-Α2-Α3, β) αν ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση του οικοπέδου στους αδελφούς Α1-Α2-Α3 ή αν ματαιώθηκε αυτή και γ) τι είχε συμφωνηθεί μεταξύ αναιρεσείοντος και μηνυτή σχετικά με τη μεσιτική αμοιβή του πρώτου, ήτοι εάν μέρος ή το σύνολο των ποσών των προκαταβολών, που φέρεται ότι παρακρα-τήθηκαν, είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστα-τωμένης αιτιολογίας ως προς τα ανωτέρω περιστατικά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγου-μένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1951/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην 1η Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως τυπικής, γιατί το σκεπτικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και παραπομπή.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1869/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κατσέλη, για αναίρεση της με αριθμό 3112/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 761/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας, 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ'αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως εκπροθέσμως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που ασκεί το ένδικο αυτό μέσο οφείλει να διαλάβει στη δήλωση για την άσκηση του τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν αυτά. Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανέναν τέτοιο λόγο ή αν ο επικαλούμενος λόγος είναι αβάσιμος, καθώς και αν δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα επικαλούμενα περιστατικά, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται κατά τα παραπάνω, ως απαράδεκτη. Ως ανωτέρα βία, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό είτε αντικειμενικά είτε σε σχέση με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 3112/4.12.2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων για αγορά από κοινού, κατοχή από κοινού και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, σε κάθειρξη δώδεκα ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο, καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο αποφάσεων στις 9.3.2010. Ο κατηγορούμενος, με την από 6.4.2010 αίτησή του, ζήτησε, για τους εκτιθέμενους σ'αυτήν λόγους, από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, τον διορισμό αυτεπαγγέλτως δικηγόρου, προκειμένου ο τελευταίος να ασκήσει για λογαριασμό του αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως. Ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του άνω Εφετείου, με την από 8.4.2010 Πράξη του διόρισε ως δικηγόρο του αναιρεσείοντος τον Αναστάσιο Κωστακόπουλο, δικηγόρο Αθηνών, προκειμένου αυτός να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι γνωστής διαμονής στην ημεδαπή, άσκησε, δια του άνω δικηγόρου του την ένδικη αίτηση ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών στις 27 Μαΐου 2010. Όμως η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού από την ημερομηνία καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο (9.3.2010) μέχρι την 27.5.2010 παρήλθε η από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ δεκαήμερη προθεσμία. Ο αναιρεσείων προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης ασκήσεως της αιτήσεως, επικαλείται στην αίτηση και στο υπόμνημά του, ότι τούτο οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στην έλλειψη δικηγόρου και ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον διορισθέντα και ασκήσαντα την αίτηση δικηγόρο του η από 8.4.2010 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο τα προβαλλόμενα άνω περιστατικά αφορούν τον δικηγόρο που άσκησε για λογαριασμό του την ένδικη αίτηση, τον διορισμό του οποίου ζήτησε την 6.4.2010, ήτοι μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας από της καταχωρήσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε, ενεργώντας με σύνεση και επιμέλεια, να ζητήσει τον διορισμό δικηγόρο, από της εκδόσεως της αποφάσεως (9.12.2010), άλλως από της καταχωρήσεως αυτής στο ειδικό βιβλίο (9.3.2010), δεν επικαλείται δε ούτε αποδεικνύει, για τη διαδρομή του άνω χρονικού διαστήματος (10.3.2010 έως 6.4.2010) λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος που δικαιολογούν την μη υποβολή αιτήσεώς του εντός του διαστήματος αυτού για το διορισμό συνηγόρου. Άλλωστε η έλλειψη δικηγόρου δεν αποτελεί ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 42/27.5.2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3112/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου άσκησης.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1867/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Κ. Τ. του Σ. και 2)Ν. Ρ. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8183/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Δεκεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα από 16 Μαρτίου 2010 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1758/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ.1 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή ...", προκύπτει ότι η αναβολή της δίκης απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου, η απόφαση του όμως πρέπει να είναι αιτιολογημένη ειδικά και εμπεριστατωμένα. Όμως, το δικαστήριο, αντί αναβολής, και στην περίπτωση προβολής σημαντικού αιτίου αναβολής της δίκης, έχει τη δυνητική κατά την κρίση του ευχέρεια, να διατάξει τη διακοπή της δίκης για το λόγο αυτό έως 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Η ως άνω διακοπή της δίκης, προ της ενάρξεως της δίκης, διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 375 του ΚΠοινΔ διακοπή συνεδριάσεως, για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάζεται κατά τη διαδικασία, και πρέπει να προτιμάται από την αναβολή, κατ'επιταγή και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη που πρέπει να περατώνεται μέσα σε σύντομο χρόνο, όταν μάλιστα το προβαλλόμενο σημαντικό αίτιο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη διακοπή της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 8183/2009 αποφάσεως του, επί των υποβληθέντων σε αυτό, στην αρχή της διαδικασίας, στις 19-10-2009, αιτημάτων των δύο κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης "λόγω σημαντικού αιτίου απουσίας των συνηγόρων τους" και δη: α) του Φωτίου Μήτση, συνηγόρου της πρώτης κατηγορουμένης, "λόγω απασχολήσεως του την ιδία ημέρα σε δίκες άλλων πελατών του ενώπιον του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ενώπιον του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών", αναγνωσθείσας και της προσκομισθείσας από 16-10-2009 βεβαιώσεως αυτού και β) του Αριστείδη Καλουτσάκη, συνηγόρου του δευτέρου κατηγορουμένου, "λόγω του ότι αυτός βρισκόταν στον Πειραιά", αρχικά διέκοψε τη συνεδρίαση για την 11.00 ώρα για να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης. Κατά την άνω ώρα που επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση, οι κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι οι δικηγόροι τους αδυνατούν να προσέλθουν και ζητούν και πάλιν αναβολή της δίκης. Στη συνέχεια, ο προεδρεύων, διέκοψε τη συνεδρίαση για την 14.00 ώρα, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να προσέλθουν οι δικηγόροι των κατηγορουμένων, πλην και πάλιν, την 14.00 ώρα που επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση, δεν εμφανίστηκαν οι δικηγόροι και οι κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι οι δικηγόροι τους αδυνατούν να προσέλθουν και ζήτησαν και πάλιν αναβολή της δίκης, πλην και πάλιν ο προεδρεύων διέκοψε τη συνεδρίαση για την επομένη ημέρα 20-10-2009 και ώρα 11.00. Την 20-10-2009 και ώρα 11.00 που εκφωνήθηκε η υπόθεση και επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση, η πρώτη κατηγορουμένη, ζήτησε και πάλιν αναβολή της δίκης, για το λόγο ότι " ο δικηγόρος της Φώτιος Μήτσης, δεν προσήλθε σήμερα για να την υπερασπισθεί, επειδή απουσιάζει για να ασκήσει το λειτούργημα του στο Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών" προσκόμισε δε και την από 19-10-2009 βεβαίωση του άνω δικηγόρου της, η οποία και αναγνώσθηκε. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ζήτησε και πάλιν αναβολή της δίκης, για το λόγο ότι "ο δικηγόρος του Αριστείδης Καλουτσάκης βρίσκεται στον Πειραιά για άλλο δικαστήριο, έχει δε συντάξει ο ίδιος τις έγγραφες ενστάσεις που θέλει να καταθέσει στο σημερινό δικαστήριο". Μετά σχετική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, διεκόπη η συνεδρίαση για την 13.00 ώρα της ιδίας ημέρας για να προσέλθουν οι συνήγοροι των δύο κατηγορουμένων, αλλά κατά την επανάληψη της συνεδριάσεως την 13.00 ώρα και πάλιν οι συνήγοροι απουσίαζαν και οι κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι επιμένουν στο αίτημα τους για την αναβολή της δίκης. Μετά ταύτα και μετά απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με το εξής αιτιολογικό, κατά το ουσιαστικό του μέρος: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και αυτά που κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι, αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενοι από τους τελευταίους λόγοι δεν είναι τέτοιοι, ώστε να εμποδίζουν να εμφανισθούν στο Δικαστήριο τούτο οι ως άνω συνήγοροι και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν συνιστά σημαντικό αίτιο, που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης σε άλλη δικάσιμο. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο Ν. Ρ. το προβαλλόμενο κώλυμα του συνηγόρου του Αριστείδη Καλουτσάκη για απασχόληση του σε άλλο Δικαστήριο στον Πειραιά και κατά τις δύο ως άνω ημέρες (19 και 20 Οκτωβρίου 2009 και καθ' όλη τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Δικαστηρίου τούτου) είναι αόριστο και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογεί την επικαλούμενη αδυναμία αυτού να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έστω σε μια από τις πιο πάνω δύο ημέρες που του παρασχέθηκε η δυνατότητα. Εξάλλου, και ως προς την κατηγορουμένη Κ. Τ. το προβαλλόμενο κώλυμα του συνηγόρου της Φωτίου Μήτση για απασχόληση του σε άλλα Δικαστήρια στο Εφετείο Αθηνών και κατά τις δύο ως άνω ημέρες (19 και 20 Οκτωβρίου 2009 και καθ' όλη τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Δικαστηρίου τούτου ) δεν κρίνεται βάσιμο και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογεί την επικαλούμενη αδυναμία αυτού να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έστω σε μια από τις πιο πάνω δύο ημέρες στις επανειλημμένες διακοπές της συνεδρίασης που έγιναν για το λόγο αυτό ακριβώς, ενόψει μάλιστα και του ότι η ως άνω απασχόληση του ήταν στο ίδιο κτίριο που συνεδριάζει και το παρόν Δικαστήριο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω επανειλημμένες διακοπές σε διάστημα δύο ημερών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου έγιναν ακριβώς για να παρασχεθεί η δυνατότητα στους κατηγορουμένους να εκπροσωπηθούν από συνηγόρους της επιλογής τους, είχαν δε αυτοί ικανό και επαρκή χρόνο να πράξουν τούτο. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί το αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης επί της κρινόμενης υποθέσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο". Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και τις άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από επανειλημμένες διακοπές της συνεδριάσεως για να δοθεί η δυνατότητα ώστε να προσέλθουν οι απουσιάζοντες συνήγοροι των δύο κατηγορουμένων, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής των κατηγορουμένων και δέχθηκε ότι το προβαλλόμενο ως σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, που ήταν το κώλυμα απασχολήσεως των συνηγόρων των κατηγορουμένων σε άλλη δίκη και δη στα Εφετεία Αθηνών - Πειραιώς αντίστοιχα, δεν ήταν διαρκές και μπορούσε να αντιμετωπισθεί με διακοπή της συνεδριάσεως επί δύο ημέρες και διέκοψε πράγματι ως άνω τη δίκη. Μετά δε τις ως άνω επανειλημμένες διακοπές συνεδριάσεων, σε διάστημα δύο ημερών, διακοπές που έγιναν ακριβώς για να δοθεί η δυνατότητα στους κατηγορουμένους να εκπροσωπηθούν από συνηγόρους της επιλογής τους, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων είχαν ικανό και επαρκή χρόνο να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους στα άλλα δικαστήρια που είχαν υποθέσεις τους, αλλά και να προσέλθουν και στο Δικαστήριο αυτό, και έτσι δε δικαιολογείτο η μη προσέλευση των δικηγόρων και δεν συνέτρεχε σημαντικό αίτιο αναβολής. Άρα, ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα των κατηγορουμένων παραβιάστηκε, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη αναβολή της δίκης, ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.3 του ΔΣΑΠΔ παραβιάστηκε, ούτε το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, αφού το δικαστήριο απάντησε και ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένα και σύννομα απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής της δίκης, τη δε διακοπή της δίκης μπορούσε να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως, αδιάφορα από το ότι δεν είχε υποβληθεί σχετικό επικουρικό αίτημα διακοπής, ενώ το δικαστήριο, μη προκείμενης δίκης για κακούργημα αλλά για πλημμέλημα, δεν είχεν από το νόμο( άρθρο 340 παρ.1 ΚΠοινΔ) υποχρέωση να διορίσει στους κατηγορουμένους αυτεπάγγελτα άλλους συνηγόρους υπερασπίσεως και ουδεμία παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων και ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου επήλθεν εκ τούτου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ, Η του ΚΠοινΔ συναφείς πέμπτος, έκτος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων και όγδοος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως των αιτούντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 17 κεφ. Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3). Ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζει πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα ... στην εισαγγελία εφετών α) ... β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων, με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός ....", (παρ. 4 ), "με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς ..." (παρ. 5) και "αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται, παρά μόνον από τον αναπληρωματικό ... Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά ..." ( παρ. 7). Εξάλλου, στην παρ. 10 του ιδίου άρθρου 17 ορίζεται ότι "η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και έκτο λόγους του δικογράφου των κρινόμενων αιτήσεων και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφεται μεν η σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών), αλλά, ενώ προήδρευσε ο εφέτης Γεώργιος Χριστοδούλου, δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι κωλύονταν οι πρόεδροι εφετών του Εφετείου Αθηνών και οι αρχαιότεροι του άνω δικαστή εφέτες, ούτε και η πράξη του Αρεοπαγίτη Δικαστή που διευθύνει το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός (προεδρεύων εφέτης) ορίστηκε ως αναπληρωτής των κωλυομένων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων του εφετών, ούτε επίσης αναφέρεται ότι στο Εφετείο Αθηνών ο ορισμός των συνθέσεων γίνεται με κλήρωση ή με άλλο τρόπο, με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να δημιουργήσουν κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ και 6 της ΕΣΔΑ. Όμως, στο Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα με το νόμο, προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) δικαστών και η σύνθεση των δικαστών και των εισαγγελέων των ποινικών δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση και δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται τούτο στην απόφαση και δεν εκδίδεται πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως από την παράλειψη αναφοράς των στοιχείων αυτών. Επί πλέον τούτου, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988, συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως (παρ. 10). Τέτοια, όμως, πρόταση, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ούτε από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι προβλήθηκε. Επομένως οι σχετικοί, δεύτερος και έβδομος λόγοι του κυρίου δικογράφου και ο τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, ενώ η ανωτέρω παράγραφος 10 του άρθρου 17 του ΚΟΔΚΔΛ (Ν. 1756/1988) δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 28 του Συντάγματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ και 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστηρίου να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 423 παρ.1 του ΚΠοινΔ, εκείνος που διευθύνει τη συνεδρίαση ανακοινώνει στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του να ζητήσει αναβολή της δίκης και το διορισμό συνηγόρου υπερασπίσεως. Όμως η άνω διάταξη ισχύει μόνον επί εκδικάσεως πλημμελημάτων κατά την αυτόφωρη διαδικασία των άρθρων 417 επόμ. ΚΠοινΔ και όχι στη διαδικασία της προκείμενης κατ'έφεση δίκης. Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, από το ότι ο προεδρεύων του δικαστηρίου, μετά την απαγγελία της κατηγορίας, δεν τους ανακοίνωσε τα κατά το άρθρο 423 ΚΠοινΔ δικαιώματα αυτών να ζητήσουν αναβολή της δίκης και να διορίσουν συνήγορο υπερασπίσεως και έτσι ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως και των δύο κρινόμενων αιτήσεων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ για ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Συμφώνου του ΟΗΕ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αναιρεθείσης της αποφάσεως, εάν η νέα συζήτηση διατάχθηκε συνεπεία αιτήσεως αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση μόνον όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, εάν όμως η αναίρεση υπήρξε μερική, δεν θίγεται η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις, για τις οποίες έχει καταστεί πλέον αμετάκλητη. Ειδικότερα αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση μόνον ως προς μερικότερη αξιόποινη πράξη ενός κατ' εξακολούθηση εγκλήματος συνακόλουθα δε και ως προς την επιβληθείσα ποινή, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση των μερικότερων αξιοποίνων πράξεων. Το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου για την μερικότερη αυτή πράξη που ήδη κρίθηκε, ούτε την ενοχή ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες η κρίση (περί ενοχής) και η καταδίκη γιαυτές έχει καταστεί αμετάκλητη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6143/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, η πρώτη αναιρεσείουσα για ψευδορκία μάρτυρος κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα κατά τη εξέταση της ως μάρτυρος ενώπιον εισηγητή δικαστή στο γραφείο διεξαγωγών στις 5-10-2001 και στις 9-11-2001 που ολοκλήρωσε την κατάθεση της, ο δε δεύτερος αναιρεσείων για ψευδή καταμήνυση του πολιτικώς ενάγοντος Ν. Σ. κατ' εξακολούθηση, για απόπειρα απάτης δικαστηρίου και για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω ψευδορκία μάρτυρος της συγκατηγορουμένης του Κ. Τ., κατ' εξακολούθηση. Τους επιβλήθηκε δε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατριών μηνών στο δεύτερο από αυτούς, ανασταλείσα επί τριετία. Από την υπ'αριθμ. 1711/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι, κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως των καταδικασθέντων και νυν αναιρεσειόντων, αναιρέθηκε εν μέρει, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 28 και 224 παρ.2 του ΠΚ, η ως άνω απόφαση μόνον ως προς την μερικότερη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, ψευδορκία που φερόταν ότι τελέσθηκε στις 5-10-2001 και στις 9-11-2001, δεχθέντος του Αρείου Πάγου ότι το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος τελέστηκε μία φορά, όταν αποπερατώθηκε στις 9-11-2001 η μία μόνη κατάθεση της εξετασθείσας στον εισηγητή μάρτυρος Κ. Τ., αναιρέθηκε δε περαιτέρω η απόφαση και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την πράξη μόνον της ψευδορκίας και για την επιβληθείσα στον ηθικό αυτουργό συνολική ποινή και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, για την επιβολή της προσήκουσας και μόνον ποινής. Επίσης απορρίφθηκαν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναιρέσεως των καταδικασθέντων. Το δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη 8183/2009 απόφαση του, ενώ κήρυξε ενόχους τους δύο αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, όπως ανωτέρω, για μία πράξη ψευδορκίας και ηθική αυτουργία σε μία πράξη ψευδορκίας αντίστοιχα, όπως κρίθηκε με την 1711/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, επέβαλε στους καταδικασθέντες φυλάκιση τεσσάρων μηνών στον καθένα, στο δε Ν. Ρ. μία συνολική ποινή δώδεκα μηνών, αφού συνυπολόγισε και τις επιβληθείσες με την προηγούμενη και μη αναιρεθείσα κατά τούτο 6148/2008 απόφαση, ποινές επτά μηνών για τις λοιπές πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της απόπειρας απάτης δικαστηρίου. Σύμφωνα όμως με αυτά που προαναφέρθηκαν, με την προηγούμενη 1711/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα, η ενοχή ως προς την τέλεση και της πράξεως αυτής της ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας στην άνω ψευδορκία, το δε Εφετείο, χωρίς άλλωστε να ερευνήσει την ουσία της υποθέσεως, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συμπεριέλαβε και δη επανέλαβε στο διατακτικό του διάταξη περί ενοχής για την ψευδορκία, για να καταστεί απλώς σαφές ότι έχει κριθεί ένοχος για μία πράξη ψευδορκίας μάρτυρα και μία πράξη ηθικής αυτουργίας αντίστοιχα και όχι κατ "εξακολούθηση και να δικαιολογήσει έτσι την επιβολή γιαυτή την πράξη της άνω ποινής, για την οποία και μόνον παραπέμφθηκε σε αυτό η υπόθεση. Το άνω δε δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 ΚΠοινΔ, δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση, δεσμευόμενο από τη διάταξη περί παραπομπής για επιβολή και μόνον της προσήκουσας ποινής στους καταδικασθέντες και από το προκύπτον πλέον αμετάκλητο της προηγούμενης, μη αναιρεθείσης κατά τα λοιπά ζητήματα 6143/2008 αποφάσεως. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δε μπορούσε να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή των κατηγορουμένων, τη συνδρομή ή μη δόλου αυτών, τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων που αφορούσαν την ενοχή, ακυρότητες και ελλείψεις της προδικασίας της προκαταρκτικής εξετάσεως και με αυτή την αιτιολογία ορθά απέρριψε όλους τους προβληθέντες ισχυρισμούς αυτούς και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Η του ΚΠοΐνΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για υπέρβαση εξουσίας και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Συμφώνου του ΟΗΕ, σχετικοί τρίτος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου και των δύο κρινόμενων αιτήσεων και δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ.2 του ΠΚ, όπως η παρ.2 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος, όταν πρόκειται για πλημμέλημα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη για πλημμελήματα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την έναρξη της προπαρασκευστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος (επί απευθείας εισαγωγής της υποθέσεως στο ακροατήριο), είτε της κλήσεως προς εμφάνιση του στο ακροατήριο (επί εκδόσεως παραπεμπτικού βουλεύματος), είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προαναφερθείσες αποφάσεις προκύπτει ότι για την ως άνω πλημμεληματική πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, τελεσθείσα στις 9-11-2001, υπάρχει αμετάκλητη κρίση περί ενοχής και καταδίκη με την 6143/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αφού, όπως προεκτέθηκε με την 1711/23-7-2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε μόνον κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινών και επομένως, με το να κρίνει ότι πρόκειται για τέλεση μίας πράξεως και όχι περί κατ'εξακολούθηση τελέσεως, η υπόθεση δεν παραπέμφθηκε για επανεξέταση της ενοχής και δεν επανεξετάσθηκε στην ουσία η ενοχή των κατηγορουμένων από το δικαστήριο της παραπομπής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 8183/20-10-2009 απόφαση του. Επομένως, το αξιόποινο των ως άνω πράξεων που είναι πλημμελήματα, κατά τον άνω χρόνο που κρίθηκε αμετάκλητα, με την 1711/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά τις από 21-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, η ενοχή αυτών και για τις πράξεις αυτές, η δε υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα συζήτηση, μόνο για την επιβολή της προσήκουσας ποινής, δεν εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, λόγω μη συμπληρώσεως μέχρι τότε οκταετίας, που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της αποφάσεως, αφού από την τέλεση της εν λόγω πράξεως (9-11-2001) μέχρι τη συζήτηση των αρχικών από 21-5-2009 αιτήσεων αναιρέσεως δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής (όπως ήδη κρίθηκε με την ανωτέρω 1711/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου) και είναι πλέον αδιάφορο το ότι η οκταετία έχει ήδη παρέλθει κατά το χρόνο ασκήσεως των κρινόμενων από 4-12-2009 νέων αιτήσεων αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης νέας υπ' αριθμ. 8183/2009 αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. Το άνω δε δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη 8183/2009 απόφαση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και έκρινε, ότι περί ενοχής για τις άνω πράξεις υπήρχε αμετάκλητη δικαστική ως παραπάνω κρίση, ότι δεν υπήρχε επομένως στάδιο ερεύνης της παραγραφής και απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και τον ισχυρισμό αυτών περί παραγραφής των πράξεων, λόγω παρελεύσεως οκταετίας από της κατά την 9-11-2001 τελέσεως τους. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε, Η' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, πρώτος του δικογράφου των αιτήσεων και πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων, για υπέρβαση εξουσίας και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, επειδή το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες αντί να δεχθεί τον περί παραγραφής ισχυρισμό τους και να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα εναντίον τους ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν, συνεπεία παραγραφής αυτών, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 4 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις της Κ. Τ. του Σ. και του Ν. Ρ. του Χ., μετά των από 16 Μαρτίου 2010 αντίστοιχων προσθέτων λόγων αυτών, περί αναιρέσεως της 8183/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μετ' αναίρεση για το μέρος των ποινών. 1. Κακή σύνθεση. Στο Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα με το νόμο, προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των 15 δικαστών και η σύνθεση των ποινικών Δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση και δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται τούτο στην απόφαση και δεν εκδίδεται πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία και επομένως δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την παράλειψη αναφοράς των στοιχείων αυτών. Η παρ. 10 του άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ, σύμφωνα με την οποία ακυρότητα για κακή σύνθεση καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως δεν αντίκειται στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ και το άρθρο 28 του Συντάγματος. 2. Η διάταξη του άρθρου 423 παρ.1 ΚΠΔ ισχύει μόνον επί εκδικάσεως πλημμελημάτων κατά την αυτόφωρη διαδικασία των άρθρων 417 επόμ. ΚΠΔ και όχι στη διαδικασία της προκείμενης κατ' έφεση δίκης και δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, από το ότι ο προεδρεύων του Δικαστηρίου, μετά την απαγγελία της κατηγορίας, δεν ανακοίνωσε στους κατηγορουμένους τα δικαιώματα αυτών να ζητήσουν αναβολή της δίκης και να διορίσουν συνήγορο υπερασπίσεως (ΑΠ 2136/2009). 3. Αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση μόνον ως προς μερικότερη αξιόποινη πράξη ενός κατ' εξακολούθηση εγκλήματος συνακόλουθα δε και ως προς την επιβληθείσα ποινή, έχει κριθεί πλέον η ενοχή ως προς την τέλεση των λοιπών μερικότερων αξιοποίνων πράξεων. Το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 και 524 ΚΠΔ, δεν έχει εξουσία να ερευνηθεί εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου για την μερικότερη αυτή πράξη που ήδη κρίθηκε, ούτε την ενοχή ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες η κρίση (περί ενοχής) και η καταδίκη γι' αυτές έχει καταστεί αμετάκλητη.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Ακυρότητα σχετική, Δικαστηρίου σύνθεση.
0
Αριθμός 1864/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.375/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 797/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 Π Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται αντικειμενικώς είτε όταν ο δράστης αυτής καταρτίζει εξ υπαρχής τέτοιο έγγραφο που δεν υπήρχε προηγουμένως και το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο πρόσωπο, είτε όταν αυτός νοθεύει γνήσιο έγγραφο, το οποίο υπάρχει ήδη, μεταβάλλοντας το περιεχόμενο του, με την προσθήκη ή την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή άλλων στοιχείων αυτού εν αγνοία του εκδότη του, έτσι ώστε το εν λόγω έγγραφο να εμφανίζει έννοια διαφορετική από εκείνη που ήθελε να αποτυπώσει σ' αυτό ο εκδότης του. Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη της πλαστογραφίας ή από άλλον στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το εν λόγω έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς και να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνηση της, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητας της. Υποκειμενικούς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και τον σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Επίσης, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως είναι α) δημόσιο έγγραφο εκδιδόμενο από τον αρμόδιο για την έκδοση του δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής), β) στο έγγραφο αυτό να βεβαιώνεται αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) η αναληθής βεβαίωση να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση του υπαλλήλου από τον υπαίτιο και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, το δε έγγραφο στο οποίο διαλαμβάνεται η αναληθής βεβαίωση έχει δημόσιο χαρακτήρα και, περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι δε δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1,2 του ν. 2960/2001 περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) η διάθεση στην κατανάλωση, χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και πληρωμή του εισαγωγικού δασμού, φόρου και λοιπών επιβαρύνσεων, εμπορευμάτων, τα οποία έχουν εισαχθεί δυνάμει νόμου ή σύμβασης, ατελώς ή με μειωμένες επιβαρύνσεις για ορισμένες ειδικές χρήσεις ή η χρησιμοποίηση αυτών των εμπορευμάτων σε άλλες χρήσεις εκτός των ορισμένων ειδικών τοιούτων , β) η εξαγωγή ή η εισαγωγή εμπορευμάτων των οποίων, κατά νόμο ή με απόφαση της αρμόδιας Αρχής, είναι απαγορευμένη η εξαγωγή ή η εισαγωγή, εκτός εάν με έγγραφη άδεια επιτράπηκε αυτή κατ' εξαίρεση της απαγόρευσης από την αρμόδια Αρχή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 157 παρ. 1 α του ιδίου Κώδικα, η κατά το άρθρο 155 λαθρεμπορία τιμωρείται: α) Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. κλπ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ο δόλος δεν είναι, κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 375/2010 αποφάσεως του, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε σε όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των εγγράφων και τη συζήτηση γενικά, αποδείχθηκαν κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου τα ακόλουθα:Α) Στη ..., την 18-2-2003, προέβη στην νόθευση εγγράφου ήτοι του υπ' αριθμ. ... τίτλου κυριότητας των γερμανικών αρχών του με αριθμού πλαισίου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας εργοστασίου ΒΜW τύπου 3460, αλλοιώνοντας σ' αυτόν (τίτλο κυριότητας) στο σημείο που αναγράφεται η μεταβλητή ένδειξη της παραλλαγής και έκδοσης ..., το αριθμητικό ψηφίο -1- που ήταν το αρχικά χαραχθέν με το αριθμητικό ψηφίο -0- το οποίο χαράχθηκε εκ των υστέρων, κατόπιν μηχανικής αποξέσεως του αρχικού αριθμητικού στοιχείου και στην μεταβλητή ένδειξη της έγκρισης τύπου ... το τελευταίο αριθμητικό ψηφίο που ήταν το αρχικό χαραχθέν με το αριθμητικό ψηφίο -4- το οποίο χαράχθηκε εκ των υστέρων, με την χρήση εκτυπωτικού μέσου μελάνης μαύρου χρώματος, με απόσβεση του αρχικού χαραχθέντος αριθμητικού ψηφίου με μηχανική απόξεση. Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του ως άνω νοθευμένου εγγράφου τις αρμόδιες αρχές ήτοι την Δ/νση Μεταφορών & Επικοινωνιών ..., για το αναληθές και έχων έννομες συνέπειες γεγονός, ότι το εκτελωνισθέν από εσένα μεταχειρισμένο όχημα έπρεπε να καταταχθεί βάσει της νεότερης ευνοϊκής οδηγίας 98/69 για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας με την οποία ο εισαγωγέας-υπόχρεος καταβάλει μικρότερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, ενώ εάν δεν είχε επέλθει η ανωτέρω αλλοίωση του αριθμητικού στοιχείου της μεταβλητής ένδειξης της παραλλαγής και έκδοσης "ΒΜ 11/01" και της μεταβλητής ένδειξης της έγκρισης τύπου ..., το ΙΧΕ αυτοκίνητο θα κατατάσσονταν δυνάμει της 96/69 Οδηγίας για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ε.Ε. και θα καταβαλλόταν μεγαλύτερος φόρος κατανάλωσης κατά το ποσό των 6.304,20 ευρώ. Στη συνέχεια, εν γνώσει του, έκανε χρήση αυτού και δη κατέθεσε το εν λόγω πλαστό έγγραφο με άλλα έγγραφα στο τελωνείο Λάρισας, μέσω του εξουσιοδοτημένου από τον κατηγορούμενο εκτελωνιστή του Κ, προκειμένου να προβεί στον εκτελωνισμό του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, ενώ επικυρωμένο φωτοαντίγραφο αυτού χρησιμοποίησε, προσκομίζοντας το μέσω του συνεργάτη του στην Δ/νση Μεταφορών & Επικοινωνιών Λάρισας, προκειμένου να πετύχει την έκδοση της με αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωσης εκτελωνισμού από την εν λόγω υπηρεσία με εσφαλμένη κατάταξη όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία, με αποτέλεσμα να υποχρεούται σε μειωμένο καταβαλλόμενο υπέρ του Δημοσίου φόρου που ανέρχεται στο ποσό των 7.509.00 ευρώ. Β)Στην Λάρισα, την 13-3-2003, πέτυχε, με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, μέσω του εξουσιοδοτημένου από τον ίδιο (κατηγορούμενο) εκτελωνιστή του Κ, προκειμένου να προβεί στον εκτελωνισμό του με αριθμό πλαισίου... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας εργοστασίου ΒΜW τύπου 3460, προσκόμισε στην Δ/νση μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ' αρ. ... τίτλου κυριότητας των γερμανικών αρχών, τον οποίο είχε νοθεύσει ως προς τη μεταβλητή ένδειξη της παραλλαγής και έκδοσης ..., το αριθμητικό ψηφίο -1- που ήταν αρχικά χαραχθέν με το αριθμητικό ψηφίο -0-το οποίο χαράχθηκε εκ των υστέρων, κατόπιν μηχανικής αποξέσεως του αρχικού αριθμητικού στοιχείου και ως προς τη μεταβλητή ένδειξη της έγκρισης τύπου ... το τελευταίο αριθμητικό ψηφίο που ήταν το αρχικό χαραχθέν με το αριθμητικό ψηφίο -4- το οποίο χαράχθηκε εκ των υστέρων, με τη χρήση εκτυπωτικού μέσου μελάν μαύρου χρώματος, με απόσβεση του αρχικού αριθμητικού ψηφίου με μηχανή απόξεση, πετυχαίνοντας έτσι την έκδοση της υπ' αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωσης εκτελωνισμού από την εν λόγω υπηρεσία με εσφαλμένη κατάταξη όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία, δηλαδή αντί να καταταχθεί το εν λόγω αυτοκίνητο δυνάμει της 96/69 οδηγίας για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ε.Ε. κατατάχθηκε βάσει της 98/69, με αποτέλεσμα να καταβάλει μειωμένο υπέρ του Δημοσίου φόρου που ανέρχεται στο ποσό των 7.509,00 ευρώ. Γ)Στην Λάρισα, στις 18-2-2003, προέβη σε ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα και δη με πρόθεση κατέθεσε παραποιημένα παραστατικά για εμπορεύματα που εισήχθησαν στη χώρα κατά τρόπο, που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αποσκοπώντας στο να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται επί των εισαγόμενων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, τα οποία ανέρχονται σε σημαντικό ποσό. Συγκεκριμένα, μέσω του εξουσιοδοτημένου από τον ίδιο (κατηγορούμενο) εκτελωνιστή του Κ, προκειμένου να προβεί στον εκτελωνισμό του με αριθμό πλαισίου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας εργοστασίου ΒΜ\Λ/ τύπου 3460, προσκόμισε στο τελωνείο Λάρισας τον υπ'. αριθμ. ... τίτλο κυριότητας των γερμανικών αρχών, τον οποίο είχε νοθεύσει προς τη μεταβλητή ένδειξη της παραλλαγής και έκδοσης ..., το αριθμητικό ψηφίο -1- που 'τα αρχικά χαραχθέν με το αριθμητικό ψηφίο -0- το οποίο χαράχθηκε εκ των υστέρων, κατόπιν μηχανικής αποξέσεως του αρχικού αριθμητικού στοιχείου και στην μεταβλητή ένδειξη της έγκρισης τύπου " ... το τελευταίο αριθμητικό ψηφίο που ήταν το αρχικό χαραχθέν με το αριθμητικό ψηφίο -4- το οποίο χαράχθηκε εκ των υστέρων, με την χρήση εκτυπωτικού μέσου μελάνης μαύρου χρώματος, με απόσβεση του αρχικού χαραχθέντος αριθμητικού ψηφίου με μηχανική απόξεση, πετυχαίνοντας έτσι την έκδοση της υπ' αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση εκτελωνισμού από την Δ/νση μεταφορών & Επικοινωνιών Λάρισας, όπου αναγράφονταν εσφαλμένα η κατάταξη όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία, δηλαδή αντί να καταταχθεί το εν λόγω αυτοκίνητο δυνάμει της 96/69 Οδηγίας για οχήματα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ε.Ε. κατατάχθηκε βάσει της 96/69 και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, που εισπράττονται επί των εισαγόμενων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, τα οποία στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ανέρχονται στο ποσό των 6.304,20 ευρώ" Ακολούθως κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και λαθρεμπορίας και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, ανασταλείσα. Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των τριών εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,94 παρ.1, 216 παρ. 1 και 220 του ΠΚ,155 παρ.1 περ. β, 157 παρ. 1 α του ν. 2960/2001, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Οι αντίθετες ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού: α) κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος νόθευσε δημόσιο έγγραφο και δη σε τίτλο κυριότητας εισαχθέντος υπ'αυτού από τη Γερμανία ΙΧΕ αυτοκινήτου, νόθευσε ορισμένα από τα αριθμητικά στοιχεία του, με απόσβεση των αρχικών στοιχείων και προέβη σε χρήση αυτού του νοθευμένου εγγράφου στις αρμόδιες για εκτελωνισμό δημόσιες αρχές, καταδικασθείς σαφώς για πλαστογραφία με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης, ήτοι για παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α και β του ΠΚ, και ουδεμία έλλειψη ή ασάφεια δημιουργείται εκ του ότι στην απόφαση σημειώνεται παράβαση του άνω άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, χωρίς αναφορά και των δύο εδαφίων αυτού, β) η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το δόλο του κατηγορουμένου, με τις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές ότι, αυτός ο ίδιος προέβη στη νόθευση ορισμένων στοιχείων του τίτλου κυριότητας του υπ'αυτού εισαχθέντος από τη ... μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, ότι ο ίδιος δια του εξουσιοδοτημένου εκτελωνιστή του έκανε χρήση του νοθευμένου ως άνω εγγράφου στο Τελωνείο Λάρισας, καταθέτοντας αυτό μαζί με άλλα πλαστά έγγραφα για εκτελωνισμό, ενώ επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του νοθευμένου αυτού εγγράφου χρησιμοποίησε και στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Λάρισας, με τον σκοπό της παραπλάνησης των υπαλλήλων της υπηρεσίας αυτής, πετυχαίνοντας πράγματι την έκδοση από την υπηρεσία αυτή, της με αριθ. πρωτ.... βεβαιώσεως εκτελωνισμού, με εσφαλμένη κατάταξη του αυτοκινήτου του, όσον αφορά την αντιρρυπαντική τεχνολογία της Ε.Ε., με αποτέλεσμα το εισαχθέν αυτοκίνητο του να καταταχθεί, αντί με βάση την Οδηγία 96/96 ΕΚ, στη νεότερη κατηγορία με βάση την Οδηγία 98/96 και έτσι ο κατηγορούμενος να καταβάλει υπέρ του ζημιωθέντος τελικά Δημοσίου δασμούς και φόρους εκτελωνισμού, μικρότερου ποσού και δη κατά ποσό 7.509 ευρώ, γ) αναφέρονται οι έννομες συνέπειες της γενομένης πλαστογραφίας και της υφαρπαγής της ψευδούς ως άνω βεβαιώσεως εκτελωνισμού, που ήταν η καταβολή ως παραπάνω στο Δημόσιο μειωμένων δασμών και φόρων εκτελωνισμού και η συνδρομή ταυτόχρονα λαθρεμπορίας και δε συνάγεται από τις άνω παραδοχές ότι τόσον το γνήσιο έγγραφο, όσον και το πλαστό έγγραφο, είχαν τις ίδιες έννομες συνέπειες, της κατάταξης του εν λόγω αυτοκινήτου, βάσει της κατασκευής του, στην ίδια κατηγορία ταξινόμησης και στην ίδια οδηγία 98/96 αντιρρυπαντικής τεχνολογίας της Ε.Ε. και στην πληρωμή ίσου ποσού δασμών και φόρων σε κάθε περίπτωση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ) από τη μη ανάγνωση, κατ'άρθρο 364 παρ.2 ΚΠοινΔ, των πρακτικών της προεκδοθείσας 1569/2009 αναβλητικής αποφάσεως και τη μη απάντηση του Δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε, κατά την αίτηση αναιρέσεως, στην προηγούμενη αυτή συζήτηση της υποθέσεως και περιλαμβάνεται στα μη αναγνωσθέντα ως άνω πρακτικά, και όχι κατά τη διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού μάλιστα δεν προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά, ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών της αναβλητικής αυτής αποφάσεως, ουδεμία ακυρότητα από τη μη ανάγνωση δημιουργήθηκε ούτε έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει, καθόσον από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν επανέφερε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του στο τελικά δίκασαν την έφεση του Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ήτοι το Δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που δεν υποβλήθηκε ενώπιον του, αλλά σε προηγούμενη συζήτηση, χωρίς να επαναφερθεί, ε) από την παράλειψη παραθέσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 220 ΠΚ, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, διότι, μετά την κατάργηση της περ. Θ' του άρθρου 510 παρ. ! ΚΠοινΔ, αν δεν έχουν παρατεθεί στην απόφαση οι διατάξεις βάσει των οποίων κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτο περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς "..... ο αριθμ. ... τίτλος κυριότητας των Γερμανικών αρχών ΙΧΕ αυτοκινήτου. . και 12. γερμανικών τίτλων κυριότητας ΙΧΕ αυτοκινήτων που παραδίδονται για εργαστηριακή εξέταση". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και αφορούν απλώς τίτλους κυριότητας αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και ο νοθευθείς στον πρώτο τίτλο αριθμός εισαχθέντος αυτοκινήτου. Από την ανάγνωση τους δε στο ακροατήριο, ενόψει του ότι πρόκειται για ξενόγλωσσα έγγραφα, η μνεία στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν σημαίνει ότι αναγνώσθηκε μετάφραση τους στην ελληνική γλώσσα, αφού δεν νοείται ανάγνωση από το δικαστήριο εγγράφου συντεταγμένου σε ξένη γλώσσα χωρίς μετάφραση του στην ελληνική και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε από τη μη αναφορά ότι τα έγγραφα αυτά συνοδεύοντο από επίσημη μετάφραση τους στην ελληνική γλώσσα. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα προαναφερθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου συναφής λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω συντεταγμένα στην γερμανική γλώσσα έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και χωρίς να έχουν μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 11/7-6-2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 375/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία με χρήση. Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Λαθρεμπορία. Α. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Β. Από τη μη απάντηση του Δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε όμως, σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως και περιλαμβάνεται στα μη αναγνωσθέντα πρακτικά της προεκδοθείσας αναβλητικής αποφάσεως, και όχι κατά τη διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά, ουδεμία ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως συντρέχει, ούτε έλλειψη αιτιολογίας ως λόγος αναιρέσεως υπάρχει, αφού από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, δεν επανέφερε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του στο τελικά δίκασαν την έφεση του Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε και ζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών, της αναβληθείσας δίκης, ώστε να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός έχει υποβληθεί νομότυπα και θα έπρεπε να εξετασθεί και να απαντηθεί από το Δικαστήριο. Γ. Απορριπτέος ως αβάσιμος και ο για απόλυτη ακυρότητα λόγος αναιρέσεως από ανάγνωση ξενόγλωσσων εγγράφων, αφού δεν νοείται ανάγνωση από το δικαστήριο εγγράφου συντεταγμένου σε ξένη γλώσσα χωρίς μετάφραση του στην ελληνική και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθεν από τη μη αναφορά ότι τα έγγραφα αυτά συνοδεύοντα από επίσημη μετάφραση τους στην ελληνική γλώσσα.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Λαθρεμπορία, Ακροάσεως έλλειψη, Πλάνη.
0
Αριθμός 1865/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις (δύο) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Σ. Σ.-Α. Χ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μάρκο και 2. Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βλαχόπουλο, περί αναιρέσεως της 464/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιο Καρακώστα. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Μαΐου 2010 και 19 Μαΐου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 895/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 17-5-2010 και 19-5-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των Σ. Σ.-Α. Χ. του Σ. και Δ. Σ. του Κ., αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 464/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών και οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τον άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας αυτού δια μεταβολής του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, την υγεία, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιαδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητος και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 464/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, ο μεν πρώτος για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση με χρήση, ο δε δεύτερος για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Χ., καθηγητής Εφαρμογών του Τμήματος Επιχειρηματικού Σχεδιασμού και Πληροφοριακών Συστημάτων του ΤΕΙ Πάτρας, κατά τον επίμαχο χρόνο (2002) εκτελούσε χρέη Προϊσταμένου του Τμήματος αυτού. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Δ. Σ., στρατιωτικός στο επάγγελμα, απόφοιτος της σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών Τρικάλων εκδήλωσε ενδιαφέρον κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 να συμμετάσχει στη διαδικασία κατάταξης για εισαγωγή ως πτυχιούχος της ως άνω σχολής, που θεωρείται ανωτέρα, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και συγκεκριμένα στην προαναφερόμενη σχολή Επιχειρηματικού Σχεδιασμού και Πληροφοριακών Συστημάτων του ΤΕΙ Πάτρας, σύμφωνα με σχετικό δικαίωμα που είχε παρασχεθεί με το νόμο 2913/2001 και το ν. 1966/1991, σε πτυχιούχους ανωτέρων σχολών. Ο κατηγορούμενος αυτός, επειδή διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο, προϊστάμενο του Τμήματος του ΤΕΙ Πάτρας που επιθυμούσε να εισαχθεί, απευθύνθηκε σε αυτόν προκειμένου να τον βοηθήσει. Εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι οι πτυχιούχοι άλλων σχολών θα κατατάσσονταν σε ποσοστό 4% επί του αριθμού των εισακτέων και ως τρόπος επιλογής με απόφαση του Τμήματος της Σχολής είχε ορισθεί να γίνει με βάση το βαθμό του πτυχίου. Έτσι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τα ανωτέρω είχε τα υπόλοιπα τυπικά προσόντα, προσκόμισε και επέδειξε στον πρώτο κατηγορούμενο φίλο του, το πτυχίο του και επειδή δεν προέκυπτε από αυτό η βαθμολογία του, αναλυτική κατάσταση με ημερομηνία 13-3-2002 που υπέγραφε ο αν/χης πεζικού Α. Β., στην οποία αναφερόταν αναλυτικά η βαθμολογία του κατά τη διετή φοίτηση του στη σχολή υπαξιωματικών, από το μέσο όρο της οποίας έβγαινε ο βαθμός του πτυχίου του, υπολογιζόμενος σε 15,78 που αντιστοιχεί με την αναγωγή του στην αντίστοιχη κλίμακα βαθμολογίας του ΤΕΙ σε βαθμό 7,89. Οπότε η προσοχή των δύο κατηγορουμένων επικεντρώθηκε στο κρίσισμο κριτήριο, εάν ο ως άνω βαθμός 7,89 (λίαν καλώς) ήταν αρκετός για την εισαγωγή του δευτέρου κατηγορουμένου στη σχολή. Εκ των προτέρων δεν μπορούσε να είναι γνωστός ο αριθμός των υποψηφίων που θα προσέρχονταν της συγκεκριμένης κατηγορίας αποφοίτων άλλων σχολών και ο ανταγωνισμός που θα υπήρχε μεταξύ τους αναφορικά με το ύψος της βαθμολογίας. Έτσι ήταν επισφαλές να πει κανείς ότι η ως άνω βαθμολογία του κατηγορουμένου 7,89 εξασφάλιζε σε κάθε περίπτωση την εισαγωγή του στη σχολή. Τότε οι κατηγορούμενοι σκέφθηκαν πώς να αλλοιώσουν τη βαθμολογία και να εμφανίσουν βαθμολογία υψηλότερη που να εξασφαλίζει την εισαγωγή του δευτέρου κατηγορουμένου στη σχολή. Σημειωτέον ο πρώτος κατηγορούμενος προϊστάμενος του τμήματος διέθετε το μηχανισμό προς τούτο, γιατί, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων είχε στην κατοχή του σφραγίδα Τμήματος του ΤΕΙ Πατρών που ήδη είχε περιέλθει σε αχρησία, με την οποία, όπως αναφέρεται παρακάτω, είχε καταρτίσει ή είχε επικυρώσει και άλλα έγγραφα που αφορούσαν τον ίδιο ή το συγγενικό του περιβάλλον, πράγμα που προφανώς έκανε γνωστό στο δεύτερο κατηγορούμενο φίλο του. Κατόπιν αυτού με τις συνεχείς προτροπές του δευτέρου κατηγορουμένου φίλου του που ζητούσε επιμόνως την υποστήριξή του για να εξασφαλίσει την εισαγωγή του στη σχολή, ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε την απόφαση και στις 7-10-2002, ημέρα υποβολής από το δεύτερο κατηγορούμενο υποψήφιο της υπ' αριθμ. 3.190/7-10-2002 αίτηση του για κατάταξη κατάρτισε πλαστό έγγραφο. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση κατάρτισε το ως άνω έντυπο αναλυτικής βαθμολογίας δια αναπαραγωγής με τη μέθοδο της σάρωσης με ηλεκτρονικό υπολογιστή από το πρωτότυπο και αλλοίωσε ηλεκτρονικά στοιχεία του γνησίου εγγράφου, στο οποίο αναγραφόταν η πραγματική βαθμολογία του συγκατηγορουμένου του Δ. Σ., την οποία διαφοροποίησε στα επιμέρους μαθήματα, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, κατά τρόπο ώστε να εμφανίζεται η βαθμολογία αποφοίτησης του από τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών υψηλότερη από την πραγματική και συγκεκριμένα σε 17,5 που αντιστοιχεί σε 8,45, με βάση την οποία βαθμολογία κατετάγη και εισήχθη δεύτερος στη σχολή, σύμφωνα με τον περιεχόμενο πίνακα κατάταξης στο υπ' αριθμ. 3/12-11-2002 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος. Αντίθετα ο πραγματικός μέσος όρος βαθμού αποφοίτησης του ως άνω κατηγορουμένου ήταν 15,78 που αντιστοιχεί σε 7,89. Το έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας που κατάρτισε ο πρώτος κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη φερόμενη στο έγγραφο αυτό σφραγίδα είναι ακριβές φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο που επέδειξε ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Σ. στις 7-10-2002, φέρει στρογγυλή σφραγίδα του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων του ΤΕΙ Πάτρας, η οποία σφραγίδα δεν ίσχυε πλέον, διότι κατά τον Οργανισμό του ΤΕΙ που δημοσιεύθηκε το έτος 2002 (ΠΔ 354/2002 ΦΕΚ 298/2002) και τέθηκε σε ισχύ το έτος 2003, το Τμήμα Διοικητικών Υποθέσεων μετονομάσθηκε σε Τμήμα Προσωπικού. Επίσης το ίδιο έγγραφο έφερε υπογραφή κάτω από την ένδειξη της σφραγίδας "Η Γραμματέας Τμήματος" κατ' απομίμηση της υπογραφής δήθεν γραμματέας Τμήματος, χωρίς το όνομα του υπογράφοντος που υποχρεωτικά έπρεπε να αναγράφεται για να προκύπτει ποιος ενέργησε την επικύρωση. Με βάση τα ανωτέρω το ως άνω έγγραφο ήταν πλαστό καθόσον η ανωτέρω βαθμολογία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική βαθμολογία αποφοίτησης του Δ. Σ., αλλά είχε παραποιηθεί κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, η σφραγίδα που βρισκόταν στην κατοχή του κατηγορουμένου και χρησιμοποίησε δεν ίσχυε πλέον, η δε φερόμενη υπογραφή Γραμματέως Τμήματος που είχε τεθεί κάτω από τη σφραγίδα, δεν συνιστά γνήσια υπογραφή Γραμματέα Τμήματος ούτε συνοδευόταν από την υποχρεωτική αναγραφή των στοιχείων εκείνου που ενέργησε την επικύρωση. Σημειωτέον ότι από την αντιπαραβολή της αναλυτικής βαθμολογίας του Δ. Σ. από την ως άνω Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών που αναζήτησε το ΤΕΙ Πατρών κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, με το πλαστό έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας που προσκόμισε ο κατηγορούμενος αυτός με την αίτηση του για την κατάταξη του στο ΤΕΙ Πάτρας προκύπτει παραποίηση της βαθμολογίας σε 21 μαθήματα. Με βάση αυτά ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη σε κατάρτιση του ως άνω πλαστού εγγράφου με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους και καθηγητές του ΤΕΙ Πατρών και να διευκολύνει το στρατιωτικό Δ. Σ., με τον οποίο διατηρούσε οικογενειακές φιλικές σχέσεις, ώστε αυτός με τη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου που εμφάνιζε την βαθμολογία του αποφοίτησης από τη σχολή μόνιμων υπαξιωματικών υψηλότερη της πραγματικής, γεγονός δηλαδή που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και να επιτύχει την εισαγωγή του με το σύστημα κατάταξης πτυχιούχων στο τμήμα Επιχειρηματικού σχεδιασμού και Πληροφοριακών Συστημάτων του ΤΕΙ Πατρών (βλ. από 21-3-2006 πρακτικό Επιτροπής Ελέγχου Σπουδαστικών Θεμάτων του ως άνω Τμήματος ΤΕΙ Πατρών). Περαιτέρω σύμφωνα με το 3/12-11-2002 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης του ΤΕΙ Πάτρας ως άνω Τμήμα, κατ' αυτή μεταξύ των άλλων αποφασίσθηκε και η κατάταξη των υποψηφίων πτυχιούχων του έτους 2002-2003 που εισηγήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος προϊστάμενος του ίδιου τμήματος με βάση το βαθμό του πτυχίου καθώς και τις αιτήσεις των υποψηφίων, σύμφωνα με προηγούμενη απόφαση του Τμήματος (ν.1865/1989, ν.1966/1991, ΣΤ5) 53/2001 ΥΠ ΑΠ ΦΕΚ 1484/31-10-2001 και με δεδομένο ότι ο αριθμός των εισακτέων της κατηγορίας αυτής δεν μπορούσε να υπερβεί το 4% του συνόλου αποφασίσθηκε να εισαχθούν με βάση τον βαθμό του πτυχίου οι 11 πρώτοι, στην οποία διαδικασία ο δεύτερος κατηγορούμενος κατετάγη στη δεύτερη θέση με βαθμό πτυχίου 8,45. Δηλαδή ελήφθη υπόψη το πλαστό ως άνω έγγραφο με την παραποιημένη βαθμολογία. Συνεπώς αποκλείεται η περίπτωση το πλαστό αυτό έγγραφο να τέθηκε εκ των υστέρων στο φάκελο της αίτησης του δευτέρου κατηγορουμένου με αποκλειστικό σκοπό να τον βλάψει. Επίσης το πλαστό αυτό έγγραφο έλαβε υπόψη του ο πρώτος κατηγορούμενος που εισηγήθηκε την υπόθεση, ο οποίος αφού είχε προσωπικό ενδιαφέρον για την περίπτωση του δεύτερου κατηγορούμενου υποψηφίου φίλου του, ασφαλώς και γνώριζε την πραγματική βαθμολογία του πτυχίου αυτού. Έτσι, εάν πράγματι δεν είχε ανάμειξη στην πλαστογραφία του εγγράφου αυτού, όπως αβασίμως υποστηρίζει, ακόμη και αν δεν αντιλαμβανόταν την παρατυπία που υπήρχε στον ως άνω τρόπο επικύρωσης του εγγράφου (αναλυτικής βαθμολογίας) σε κάθε περίπτωση θα αντιλαμβανόταν την αλλοίωση που είχε γίνει στο ίδιο έγγραφο ως προς το ύψος της βαθμολογίας από 7,89 που ήταν η πραγματική και γνώριζε σε 8,45 που είχε παραποιηθεί αυτή. Αντίθετα αποσιώπησε το γεγονός, πράγμα που υποδηλώνει τη συμμετοχή του σε αυτό και προχώρησε σε κατάταξη του φίλου του με βάση την παραποιημένη βαθμολογία (8,45), στην οποία ενέργεια οι λοιποί καθηγητές μέλη της Γενικής Συνέλευσης εμπιστεύθηκαν αυτόν. Επίσης τα ως άνω επιβεβαιώνονται και από τον τρόπο κατάρτισης του πλαστού αυτού εγγράφου με τη χρήση της ως άνω σε αχρησία σφραγίδας, την οποία ο ίδιος πρώτος κατηγορούμενος είχε χρησιμοποιήσει και σε άλλες περιπτώσεις, όπως για τη σύναψη των παρακάτω πλαστών βεβαιώσεων αποδοχών, την επικύρωση εγγράφων δικαιολογητικών την 12-5-2004 της κουμπάρας του Ε. Μ. (ΔΑΤ τίτλους σπουδών) για τη συμμετοχή της σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ για την πρόσληψη της στο ίδιο ως άνω Τμήμα του ΤΕΙ Πάτρας σε θέση διοικητικής γραμματειακής υποστήριξης. Επίσης με την ίδια σφραγίδα φέρεται να έχει σφραγισθεί έγγραφο που περιέχεται στο φάκελο του κ. Σ. Χ. (γιου του πρώτου κατηγορουμένου) ως υποψηφίου ΕΕΠ του ίδιου Τμήματος για το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006. Ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ότι το ως άνω πλαστό έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας σε ουδέν παραπλάνησε και ουδεμία έννομη συνέπεια είχε γιατί ακόμη και με την πραγματική βαθμολογία του 7,89 ο δεύτερος κατηγορούμενος θα εισαγόταν στο ΤΕΙ Πάτρας και μάλιστα στην έκτη θέση. Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς κατ' αρχήν προβάλλεται γιατί για τη θεμελίωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 216 ΠΚ, αρκεί η δυνατότητα το έγγραφο να έχει πρόσφορο προς απόδειξη και να μπορεί να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αδιάφορο αν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση (ΑΠ 867/2006 ΠΧρον ΝΖ'244). Σε κάθε δε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν ήταν σίγουρη η εισαγωγή του δευτέρου κατηγορουμένου με την προαναφερόμενη βαθμολογία, ώστε η διόρθωση της βαθμολογίας προς τα πάνω εξασφάλιζε αυτή. Επίσης ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι είχε βγει τρίτος στη σχολή του, είχε βαθμό 7,5 και γνώριζε ότι σε κάθε περίπτωση θα κατατασσόταν με τον ως άνω βαθμό του ως υποψήφιος απόφοιτος της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών, ώστε δεν υπήρχε λόγος για να πλαστογραφήσει τη βαθμολογία του. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, γιατί στην προκειμένη περίπτωση η κατάταξη δεν αφορούσε μόνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 του ν.2913/2001, αλλά περιλαμβάνει αποφοίτους όλων των σχολών (ν. 1966/1991), όπως άλλωστε προκύπτει από τον πίνακα κατάταξης, οπότε ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να γνωρίζει τη βαθμολογία αυτών. Σημειωτέον ουδείς λόγος υπήρχε ο δεύτερος κατηγορούμενος να επικυρώσει το έγγραφο αναλυτικής βαθμολογίας του, αφού αυτό έλαβε σε πρωτότυπο από την ως άνω σχολή του για να το υποβάλει με την αίτηση του προς κατάταξη. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη πλαστογραφίας του πρώτου κατηγορουμένου. Ειδικότερα ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο, με υποδείξεις, προτροπές και πειθώ προκάλεσε σε αυτόν την απόφαση να προβεί σε πλαστογραφία εγγράφου που μπορούσε να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Έτσι, αφού παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο γνήσιο αντίγραφο της ως άνω από 13-3-2002 κατάστασης αναλυτικής βαθμολογίας του στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών, έπεισε αυτόν να προβεί σε κατάρτιση του προαναφερόμενου επικυρωμένου ακριβούς φωτοαντιγράφου αυτής με παραποιημένη τη βαθμολογία των επί μέρους μαθημάτων, ώστε να εμφανίζεται με βαθμό 8,45 αντί του αληθούς 7,89, προκειμένου να υποβάλει το δικαιολογητικό αυτό ως επικυρωμένο αντίγραφο της αναλυτικής βαθμολογίας για την εισαγωγή του στο Τμήμα Επιχειρηματικού Σχεδιασμού και Πληροφοριακών Συστημάτων, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους για την παραλαβή των δικαιολογητικών υπαλλήλους της Γραμματείας του ως άνω ΤΕΙ Πατρών καθώς και τους καθηγητές μέλη της ΓΣ του ως άνω Τμήματος του ΤΕΙ ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων στο πρόσωπο του για να επιτύχει την εισαγωγή του ως φοιτητής στο συγκεκριμένο Τμήμα ΤΕΙ με το σύστημα της κατάταξης και κριτήριο τον ως άνω υψηλό βαθμό αποφοίτησης. Ήταν δε το έγγραφο αυτό πρόσφορο προς απόδειξη προκειμένου με τη χρήση του να παραπλανήσει τους ανωτέρω ως προς το ύψος της πραγματικής βαθμολογίας του, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω ο ίδιος δεύτερος κατηγορούμενος έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου αναλυτικής βαθμολογίας, το οποίο προσκόμισε και κατέθεσε με το πτυχίο του και τα υπόλοιπα έγγραφα δικαιολογητικά ως δικαιολογητικό συνημμένο στην αριθμ. 3190/7-10-2002 αίτησή του για κατάταξη στη Γραμματεία του Τμήματος Επιχειρηματικού Σχεδιασμού του ΤΕΙ Πατρών, προκειμένου να επιτύχει την εισαγωγή του στη σχολή αυτή με τη μέθοδο της κατάταξης αν και γνώριζε ότι ήταν πλαστό, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της Γραμματείας του ΤΕΙ Πάτρας και τους καθηγητές μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ανωτέρω Τμήματος ΤΕΙ ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων για την εισαγωγή του στη σχολή αναφορικά με το ύψος της βαθμολογίας του, όπου τελικά κατετάγη και εισήχθη δεύτερος σύμφωνα με την 3/12-11-2002 απόφαση Γενικής Συνέλευσης με βαθμό 8,45 αντί του αληθούς 7,89 και επελέγη ως σπουδαστής μεταξύ των 11 συνολικά επιτυχόντων. Επομένως στοιχειοθετείται σε βάρος του η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της, πλαστογραφίας του πρώτου κατηγορουμένου με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης του πλαστού εγγράφου αυτού, για την οποία πράξη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη δεν φέρει το χαρακτήρα της πλαστογραφίας πιστοποιητικού που προβλέπεται από το άρθρο 217 ΠΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος. Και τούτο γιατί η πλαστογράφηση και η χρήση του πλαστού εγγράφου κατάστασης αναλυτικής βαθμολογίας δεν είχε αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του ιδίου του δράστη, αφού έγινε προς παραπλάνηση των ως άνω αρμοδίων οργάνων του ΤΕΙ Πάτρας και να επιτύχει ο κατηγορούμενος την εισαγωγή του στο ως άνω Τμήμα ΤΕΙ ως φοιτητής όπως και χρησιμοποιήθηκε, μπορούσε δε αντικειμενικά να βλάψει τρίτον που θα αποκλειόταν από την εισαγωγή του στο ΤΕΙ. Επομένως ο ως άνω ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος καθηγητής του ΤΕΙ Πάτρας καθώς και η σύζυγος του Α. Γ. επίσης καθηγήτρια του ιδίου ΤΕΙ αμείβονταν εκτός από τις τακτικές αποδοχές τους ως καθηγητές και από τον Ειδικό Λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Προγράμματος ΕΠΕΑΕΚ II, για τις οποίες αποδοχές ελάμβαναν ιδιαίτερες βεβαιώσεις αποδοχών για την υποβολή φορολογικής δήλωσης. Έτσι ο κατηγορούμενος για την υποβολή κοινής φορολογικής δήλωσης του ιδίου και της ως άνω συζύγου του έλαβε από το ανωτέρω εκπαιδευτικό ίδρυμα βεβαιώσεις ετήσιων αποδοχών για το οικονομικό έτος 2003 για τον ίδιο και τη σύζυγο του επί των οποίων αναγραφόταν δια θέσεως σφραγίδας η φράση "εκτός από την παρούσα βεβαίωση τακτικών αποδοχών χορηγήθηκε μια ακόμη βεβαίωση" και του χορηγήθηκαν επίσης βεβαιώσεις προσθέτων αποδοχών από τον ανωτέρω Ειδικό Λογαριασμό που όφειλε να τις επισυνάψει στην κοινή φορολογική δήλωση. Αντί αυτού όμως αυτός κατάρτισε δύο πλαστά έγγραφα, φερόμενα ως βεβαιώσεις ετησίων αποδοχών με ημερομηνία επίδοσης 31-1-2003, στα οποία αναγράφονταν τα εισοδήματα του ιδίου και της συζύγου του αντίστοιχα από την απασχόληση τους ως καθηγητών του ΤΕΙ, πλην όμως απάλειψε τη φράση περί υπάρξεως και εκδόσεως δεύτερης βεβαιώσεως για τα χρήματα που έλαβαν από τον Ειδικό Λογαριασμό και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του βεβαιούντος Γ. Λ., Γενικού Γραμματέα του ΤΕΙ ως εκκαθαριστή αποδοχών, την ίδια ανωτέρω στρογγυλή σφραγίδα ΤΕΙ ΠΑΤΡΩΝ Τμήμα Διοικητικών Υποθέσεων που είχε στην κατοχή του και χρησιμοποίησε και στα ανωτέρω υπόλοιπα έγγραφα. Συνεπώς τα έγγραφα αυτά- βεβαιώσεις αποδοχών ήταν πλαστά. Αυτά δε έπραξε προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση των εγγράφων αυτών τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου ως προς το ακριβές ύψος των εισοδημάτων τους και να αποκρύψει για τον εαυτό του και τη σύζυγο του μέρος του φορολογητέου εισοδήματος και να επιτύχει ελάττωση του οφειλομένου φόρου εισοδήματος. Ακολούθως έκανε χρήση των ανωτέρω βεβαιώσεων τις οποίες επισύναψε και προσκόμισε στις 28-5-2003 κατά την υποβολή της κοινής φορολογικής δήλωσης της Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών. Σημειωτέον μετά την αποκάλυψη της πράξεως αυτής επιβλήθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο υψηλά πρόστιμα, ο δε ισχυρισμός του ότι από την πράξη αυτή της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστού εγγράφου ουδεμία ωφέλεια είχε, γιατί ήδη είχε παρακρατηθεί ο οφειλόμενος φόρος, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από το άρθρο 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 §1α, 98 και 216 §§ 1,2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του Σ. Χ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ η προβαλλόμενη απ' αυτόν αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων με τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια, αλλά καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου (ή εσφαλμένη), γεγονός που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω, αφού το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι "η πλαστογράφηση και η χρήση του πλαστού εγγράφου κατάστασης αναλυτικής βαθμολογίας δεν είχε αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του ιδίου του δράστη, αφού έγινε προς παραπλάνηση των ως άνω αρμοδίων οργάνων του ΤΕΙ Πάτρας και να επιτύχει ο κατηγορούμενος την εισαγωγή του στο ως άνω τμήμα ΤΕΙ ως φοιτητής όπως και χρησιμοποιήθηκε, μπορούσε αντικειμενικά να βλάψει τρίτον που θα αποκλειόταν από την εισαγωγή του στο ΤΕΙ." και ότι η πράξη του δευτέρου κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Δ. Σ. δεν φέρει τον χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία πιστοποιητικού που προβλέπεται από το άρθρο 217 ΠΚ, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 216 και 217 ΠΚ και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του άνω κατηγορουμένου, ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 217 ΠΚ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Σ., περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των άρθρων 216 και 217 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρείται μεταξύ άλλων (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Δ. Σ., πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, κατέθεσε δια των συνηγόρων του έγγραφο υπόμνημα, στο οποίο μεταξύ άλλων, διαλαμβάνοντο και τα εξής "Πρότερος έντιμος βίος (84 §2α ΠΚ) Μέχρι τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορούμαι ουδέποτε απασχόλησα τις Αρχές ή τα Δικαστήρια και διάγω έντιμη, ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και γενικά έντιμη ζωή". Τον ισχυρισμό αυτό, που έτσι όπως προβλήθηκε είναι τελείως αόριστος, ουδόλως ανέπτυξαν προφορικά οι συνήγοροί του ή ο ίδιος μετά την πρόταση του Εισαγγελέως περί ενοχής του ούτε μετά την κήρυξη αυτού ως ενόχου. Ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν υπείχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, στον οποίο εκ περισσού απήντησε. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του άνω κατηγορουμένου Δ. Σ., εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Σ., υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γι' αυτό ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος κανενός λόγου των αιτήσεων αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και να καταδικασθεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ. και 22 ν.3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 17-5-2010 και 19-5-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των Σ. Σ.-Α. Χ. του Σ. και Δ. Σ. του Κ., αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 464/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ, τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκ τριακοσίων (300) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2010. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση με χρήση. Ηθική αυτουργία στην πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόγων αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 216, 217 ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία.
0
Αριθμός 1861/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.8403/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 168/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 465 παρ.1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει ειδικό πληρεξούσιο κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, το οποίο πληρεξούσιο πρέπει να προσαρτάται στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου. Αν δεν τηρηθούν οι ανωτέρω διατυπώσεις της άσκησης μέσω αντιπροσώπου, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 465, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση, στην περίπτωση δε αυτή δεν απαιτείται παροχή πληρεξουσίου ούτε φυσικά προσάρτησή του στη σχετική έκθεση. Εξάλλου αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, καίτοι συντρέχει νόμιμη περίπτωση προς τούτο, όπως συμβαίνει όταν απορρίπτει ένδικο μέσο ή απαράδεκτο, χωρίς να υπάρχει τέτοιο απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.8403/2009 απόφασή του απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.81277/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με την υπ'αριθ.81277/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε μέσω αντιπροσώπου την υπ'αριθ.10079/12-12-2000 έφεσή του και ειδικότερα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Μιχόπουλου, χωρίς όμως να προσαρτάται στη σχετική έκθεση το απαιτούμενο σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.1 ΚΠοινΔ ειδικό πληρεξούσιο. Επομένως, η πιο πάνω έφεση ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης και να καταδικαστεί ο εκκαλών-κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ.(αρθρ.463, 465,476, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ)". Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας ως άνω καταδικαστικής απόφασης και από την από 12-12-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης αυτής, που παραδεκτώς επισκοπούνται, η έφεση ασκήθηκε από τον δικηγόρο Γεώργιο Μιχόπουλο, ο οποίος είχε παραστεί στη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η εκκληθείσα καταδικαστική απόφαση και έτσι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν απαιτείτο η προσκόμιση και η προσάρτηση στην έκθεση εφέσεως ειδικού πληρεξουσίου και παραδεκτώς ασκήθηκε η έφεση. Επομένως το Τριμελές Εφετείο που την απέρριψε ως απαράδεκτη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η'του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθ.519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ.8403/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για την άσκηση ενδίκου μέσου (εφέσεως) από παραστάντα κατά τη συζήτηση συνήγορο, δεν απαιτείται παροχή πληρεξουσίου. Αναιρείται για υπέρβαση εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή απαίτησε πληρεξούσιο στην ανωτέρω περίπτωση και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
1
Αριθμός 1860/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.326/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 428/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 230/11-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: ""Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατ' άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθ. 40 από 19-3-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Χ κατοίκου .., κατά του υπ'αρ. 326/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εκθέτουμε τ' ακόλουθα : Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απερρίφθη κατ'ουσία η υπ' αριθ. 599/2009 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ'αρ. 3117/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ψεύδους βεβαιώσεως σε βαθμό κακουργήματος (1,13 α',14, 18, 26 §1, 27 §§1, 2, και 242 §§ 1, 3 ΠΚ). Κατά του εφετειακού αυτού Βουλεύματος στρέφεται τώρα ο κατηγορούμενος Χ, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο Βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 16.3.2010 η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 19.3.2010 ήτοι εμπροθέσμως (άρθρο 473 §1 ΚΠΔ) . Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον νομοτύπως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Μπαρτζάκλη, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η με αριθ. ... έκθεση στην οποίαν διατυπώνονται ως λόγοι άσκησή της - κατ'εκτίμηση ταύτης: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) μη παράθεση στο εκκαλούμενο βούλευμα, του σχετικού άρθρου του ΠΚ, που προβλέπει την αξιόποινη πράξη για την οποία αυτός παραπέμπεται στο Δικαστήριο, το προσβαλλόμενο δε βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τούτον για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρων η υπό κρίση αίτηση, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, και να ερευνηθούν περαιτέρω οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. ΙΙ) Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 7 β' του Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 6 του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος της πράξεως της παρ. 1 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Περαιτέρω, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της παραπάνω πράξης απαιτείται και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι και απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 εδάφ. β' του ν. 2408/1996 το όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 €, που ο δικαστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζει, αφού πλέον συνιστά ουσιώδες στοιχείο της πράξης σε βαθμό κακουργήματος [ ΑΠ 86/2006, ΑΠ 1334/1998 ] ΙΙΙ) Έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ. (μετά την εκ νέου αρίθμηση με το άρθρο 42 του Ν. 3160/2003) υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στα οποία το Συμβούλιο εστήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία εδιώχθη και παρεπέμφθη ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά, προκύπτουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις, (ήτοι ενδείξεις δυνάμενες να στηρίξουν δημοσία επ' ακροατηρίω κατηγορία), δια την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δια την κατά τα ως άνω πληρότητα της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψιν από το Δικαστικό Συμβούλιο προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά εκάστου αποδεικτικού μέσου και τι προκύπτει εξ αυτού (ΑΠ 201/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ 902, 2269/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ 803). Περαιτέρω δεν απαιτείται ειδική αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, ή αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και στοιχείων μεταξύ τους, και εν τέλει προσδιορισμός του ποίο εξ αυτών εβάρυνε περισσότερο στην παραπεμπτική κρίση (1640/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ 802, 1/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ 813). Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της παραπεμπτικής του κρίσεως όλα ανεξαιρέτως τα κατ' άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, και όχι μόνον κάποια από αυτά ( Ολ. ΑΠ 9/2001, 1285/2001, 47/2001, 1937/2006 ) Εξ άλλου όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ., η οποία προβλέπει τον σε αυτή λόγο αναιρέσεως, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται, στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από το 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως ( ΑΠ 829/2001 Ποιν. Χρ.ΝΒ 314, 1907/2001 Ποιν.Χρ. ΝΒ 652, 336/2002 Ποιν. Χρ. ΝΒ 978, ΑΠ 721/2004 σε Συμβούλιο ). Τέλος απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1α του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 παρ. 2στ ΚΠΔ, παρεχόμενο δικαίωμα στον κατηγορούμενο να ενημερωθεί, για το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου, ή για οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, αν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, και υποβλήθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα ενώπιον αυτού ( Συμ. ΑΠ 1496/1999 και Συμ. ΑΠ 1937/2006 ). IV) Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο Βούλευμα, δέχθηκε, ότι " .... από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτουν κατά την κρίση του Συμβουλίου ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως με σκοπό βλάβης τρίτου η οποία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ όπως συνάγεται και από το γεγονός, ότι ήδη έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων) για να δικαστεί ως υπαίτιος της αποδιδομένης εις αυτόν πράξεως. Ειδικότερα και από όλη τη δικογραφία προκύπτουν τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία. Ο κατηγορούμενος στις 18-6-2001 υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων και ειδικότερα με την ιδιότητα του διευθύνοντος το Ελληνικό Προξενείο στην ... βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. 680/6/ΑΣ 478/18-6-2001 έγγραφο του Προξενικού Γραφείου και το οποίο στη συνέχεια απέστειλε στη Δ.Ο.Υ ... σε απάντηση του από ... εγγράφου της τελευταίας, στο οποίο ψευδώς και εν γνώσει του βεβαίωνε ότι ο εγκαλών Ψ δεν είναι μόνιμος κάτοικος της ... από το 1988 και έπειτα αλλά πραγματοποιεί ολιγοήμερες επισκέψεις στους γονείς του που κατοικούν στην ..., ήτοι βεβαίωνε γεγονός το οποίο δεν ήταν αληθές, αφού ο εγκαλών διέμενε μόνιμα στην ... σε διευθύνσεις, που ήταν γνωστές στον κατηγορούμενο, ενώ ήταν και εγγεγραμμένος στα οικεία Προξενικά Μητρώα με αύξοντα αριθμό Σ-13. Το περιεχόμενο αυτό του εγγράφου που εξέδωσε είχε έννομες συνέπειες, αφού εσχετίζετο με την ύπαρξη γνωστής κατοικίας του μηνυτή, άρα και με την δυνατότητα γνωστοποιήσεως προς αυτόν κάθε σχετικού δημοσίου εγγράφου, μεταξύ των οποίων και αυτών, που αφορούσαν φορολογικές του υποχρεώσεις έναντι του ελληνικού κράτους η δε συνολική ζημία που υπέστη ο μηνυτής υπερβαίνει το ποσό των 1.893.695,433 ΕΥΡΩ που συνίσταται σε φερόμενη οφειλή του εγκαλούντος προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ που αποτελείται από κεφάλαιο και προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής, λόγω του ότι η προαναφερθείσα Δ.Ο.Υ εξαιτίας του ανωτέρω εγγράφου που εξέδωσε ο εκκαλών δεν γνωστοποίησε στον εγκαλούντα και ο τελευταίος δεν έλαβε έγκαιρα γνώση της υπάρξεως του ανωτέρω χρέους, όπως ορθώς κρίθηκε από του εκκαλουμένου βουλεύματος. Το γεγονός τούτο ενισχύεται πέραν των όσων εμπεριστατωμένα αναφέρονται στο εκκαλούμενο βούλευμα ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 1346/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης εγένετο δεκτή η αίτηση του εγκαλούντος περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 261/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και δέκα (10) μηνών, για την μη καταβολή της προαναφερθείσης οφειλής του, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά αυτού λόγω παραγραφής της αποδιδομένης σε αυτόν πράξεως, τουτέστιν και η απόφαση αυτή του Συμβουλίου πέρα του εκκαλουμένου βουλεύματος δέχεται ότι η μόνιμη κατοικία του εγκαλούντος ευρίσκετο στην .... Κατά συνέπεια ορθώς κρίθηκε από του εκκαλουμένου βουλεύματος ότι ο εκκαλών τέλεσε την αποδιδομένη εις αυτόν πράξη και οι περί του αντιθέτου αυτού ισχυρισμοί δεν αποδεικνύονται με πληρότητα.....". VI) Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφενός μεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1α ΚΠΔ, ήτοι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα υπέρ του κατηγορουμένου, -που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως-, κατά τα προεκτεθέντα, αφετέρου δε, στέρησε την απόφανσή του, από την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, καθόσον αυτή, δεν έχει πληρότητα, έχει ασάφειες και αντιφάσεις, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρ. 242 παρ. 1, 3 Π.Κ., για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί. Ειδικώτερα: Σε σχέση με την πρώτη διαπιστούμενη πλημμέλεια, όπως προκύπτει, - από το σκεπτικό του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος - το Συμβούλιο Εφετών, στήριξε την κρίση του, και στην υπ' αριθμ. 1346/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/κης), (σελ. 12 του βουλεύματος). Την απόφαση αυτή την υπέβαλε, ο πολιτικώς ενάγων, Ψ, ως συνημμένο αποδεικτικό στοιχείο στο υποβληθέν, προς το ανωτέρω Συμβούλιο με αριθμ. πρωτ. 878/26.1.2010 υπόμνημά του. 'Όμως από την επισκόπηση της δικογραφίας, δεν προκύπτει, από κανένα στοιχείο, ότι ο κατηγορούμενος ή ( ο αντ3 ΙΙΙ) δεν διευκρινίζεται επίσης στο πόρισμα πόσες διευθύνσεις είχε ο Ψ - κατά το διάστημα από έτους 1988 μέχρι την σύνταξη του αποσταλέντος από τον κατηγορούμενο εγγράφου προς την ΔΟΥ ... -, ποιες ήταν αυτές, από ποια στοιχεία προέκυπταν, και πως τις γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ασάφεια επίσης, δημιουργείται, αφενός μεν, σε σχέση με το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η βλάβη αφορούσε το Ελληνικός Κράτος ή τον Ψ, αφετέρου δε, λόγω της παράλειψης της ποσοτικής αποτίμησης της βλάβης, την οποίαν σκόπευε, με το αποσταλέν έγγραφό του ο αναιρεσείων, καθόσον ο προσδιορισμός αυτής είναι αναγκαίος για να κριθεί αν στοιχειοθετείται ή όχι, η αντικειμενική υπόσταση της κακουργηματικής ψευδούς βεβαιώσεως, δεδομένου ότι, αυτή προσδιοριζόμενη ειδικώς, πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, διαφορετικά η ανωτέρω πράξη - ανεξαρτήτως βασιμότητάς της - φέρει τον χαρακτήρα πλημ/τος και το αξιόποινό της έχει εξαλειφθεί με παραγραφή. Ενόψει λοιπόν των ασαφειών αυτών του πορίσματος παραβιάζεται εκ πλαγίου η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1- 3 ΠΚ, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο, της ορθής ή μη, εφαρμογής του νόμου, το δε βούλευμα, να στερείται νόμιμης βάσης. Ως εκ τούτου δημιουργείται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1β ΚΠΔ αναιρετικός λόγος. Κατά συνέπεια, - από τα προεκτεθέντα, - είναι βάσιμοι κατ'ουσίαν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως - πέραν των αυτεπαγγέλτως εξετασθέντων -, για έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος και για κακή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 242 παρ. 1-3 ΠΚ, ενώ είναι αβάσιμος ο λόγος της μη παραθέσεως στο Βούλευμα του παραπάνω άρθρου που προβλέπει την αξιόποινη πράξη για την οποίαν παραπέμπεται στο Δικαστήριο, καθόσον τούτο δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αλλά μπορεί το Συμβούλιο του Α.Π. να το παραθέσει σε περίπτωση που ήθελε απορρίψει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ( ΑΠ 1630/98, ΑΠ 239/2000 ). Θα πρέπει συνεπώς ν'αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί κατ'άρθρο 519 Κ.Π.Δ. στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών για νέα κρίση συντιθέμενο όμως από άλλους Δικαστές. Για τους λόγους αυτούς Α - Να γίνει δεκτή η με αριθμ. 40/19-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... κατά του 326/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β - Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, και Γ - Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Αθήνα 10-6-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 7 β' του Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 6 του Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος της πράξεως της παρ. 1 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ1 ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ'υλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση, ως ενδεχόμενη, της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής. Περαιτέρω, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της παραπάνω πράξης απαιτείται και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι και απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, καθώς και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 73.800 Ευρώ, το οποίο ποσό οφείλει ο δικαστής να προσδιορίζει, αφού αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα στερείται της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν δεν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα. περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Τέλος λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β του Κ.Π.Δ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις η λογικά κενά. ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής η μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ.326/2010 βούλευμά του, δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 18-6-2001 υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων και ειδικότερα με την ιδιότητα του διευθύνοντος το Ελληνικό Προξενείο στην ... βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Προξενικού Γραφείου και το οποίο στη συνέχεια απέστειλε στη Δ.Ο.Υ ... σε απάντηση του από 67478/1-6-2001 εγγράφου της τελευταίας, στο οποίο ψευδώς και εν γνώσει του βεβαίωνε ότι ο εγκαλών Ψ δεν είναι μόνιμος κάτοικος της ... από το 1988 και έπειτα αλλά πραγματοποιεί ολιγοήμερες επισκέψεις στους γονείς του που κατοικούν στην ..., ήτοι βεβαίωνε γεγονός το οποίο δεν ήταν αληθές, αφού ο εγκαλών διέμενε μόνιμα στην ... σε διευθύνσεις, που ήταν γνωστές στον κατηγορούμενο, ενώ ήταν και εγγεγραμμένος στα οικεία Προξενικά Μητρώα με αύξοντα αριθμό Σ-13. Το περιεχόμενο αυτό του εγγράφου που εξέδωσε είχε έννομες συνέπειες, αφού εσχετίζετο με την ύπαρξη γνωστής κατοικίας του μηνυτή, άρα και με την δυνατότητα γνωστοποιήσεως προς αυτόν κάθε σχετικού δημοσίου εγγράφου, μεταξύ των οποίων και αυτών, που αφορούσαν φορολογικές του υποχρεώσεις του έναντι του ελληνικού κράτους η δε συνολική ζημία που υπέστη ο μηνυτής υπερβαίνει το ποσό των 1.893.695,433 ΕΥΡΩ που συνίσταται σε φερόμενη οφειλή του εγκαλούντος προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ που αποτελείται από κεφάλαιο και προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής, λόγω του ότι η προαναφερθείσα Δ.Ο.Υ εξαιτίας του ανωτέρω εγγράφου που εξέδωσε ο εκκαλών δεν γνωστοποίησε στον εγκαλούντα και ο τελευταίος δεν έλαβε έγκαιρα γνώση της υπάρξεως του ανωτέρω χρέους, όπως ορθώς κρίθηκε από του εκκαλουμένου βουλεύματος. Το γεγονός τούτο ενισχύεται πέραν των όσων εμπεριστατωμένα αναφέρονται στο εκκαλούμενο βούλευμα και εκ του γεγονότος ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 1346/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης εγένετο δεκτή η αίτηση του εγκαλούντος περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 261/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και δέκα (10) μηνών, για την μη καταβολή της προαναφερθείσης οφειλής του, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά αυτού λόγω παραγραφής της αποδιδομένης σε αυτόν πράξεως, τουτέστιν και η απόφαση αυτή του Συμβουλίου πέρα του εκκαλουμένου βουλεύματος δέχεται οτι η μόνιμη κατοικία του εγκαλούντος ευρίσκετο στην ...της .... Κατά συνέπεια ορθώς κρίθηκε από του εκκαλουμένου βουλεύματος ότι ο εκκαλών τέλεσε την αποδιδομένη εις αυτόν πράξη και οι περί του αντιθέτου αυτού ισχυρισμοί δεν αποδεικνύονται με πληρότητα". Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθ.3171/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε το βούλευμα αυτό. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, στέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμά του αφενός από την απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αφετέρου από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα:α)ενώ δέχεται ότι ο εγκαλών διέμενε μόνιμα στη ... σε διευθύνσεις που ήταν γνωστές στον κατηγορούμενο, δεν αναφέρει από ποία στοιχεία προέκυπτε η μόνιμη κατοικία του στη ..., ούτε πως γνώριζε ο κατηγορούμενος τη μόνιμη κατοικία του και τις διευθύνσεις του, ούτε ποιες ήταν οι διευθύνσεις αυτές, αφού δεν αναφέρει ούτε μία διεύθυνση, β)δεν προσδιορίζει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της βεβαιώσεως του κατηγορουμένου ότι ο εγκαλών δεν φέρεται να είναι μόνιμος κάτοικος ... και της προκλήσεως τις όποιας ζημιάς του εγκαλούντος, αφού, μόνη η παραδοχή ότι εξαιτίας της βεβαιώσεως η ΔΟΥ ... δεν γνωστοποίησε το χρέος στον εγκαλούντα και αυτός δεν έλαβε έγκαιρα γνώση της υπάρξεώς του, δεν αρκεί ούτε για τον προσδιορισμό του γενεσιουργού λόγου της ζημιάς ούτε για το αν και πως θα αποτρεπόταν η ζημιά με την έγκαιρη γνωστοποίηση και γ)δεν αναφέρει ποια ζημιά και ποίου ύψους υπέστη ο εγκαλών μετά την έκδοση της βεβαιώσεως του κατηγορουμένου και εξαιτίας αυτής, αφού το ποσό των 1.893695,433 Ευρώ (ισόποσο των 645.276.719 δραχμών) που δέχεται ως ζημιά, είναι το χρέος του εγκαλούντος που υπήρχε στη ΔΟΥ πριν εκδόσει ο κατηγορούμενος τη βεβαίωση. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ'και β'του ΚΠΔ, είναι βάσιμοι. Γι'αυτό πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ'αριθ.326/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος. Στοιχεία του εγκλήματος. Αναιρείται το παραπεμπτικό βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση.
0
Αριθμός 1857/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ'αριθ.7047/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1726/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητας του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για συκοφαντική δυσφήμηση δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, αλλά περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου γεγονότος πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου η σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.4047/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για συκοφαντική δυσφήμηση κατ'εξακολούθηση και παράβαση του Ν.2472/1997 και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: Στην ..., το χρονικό διάστημα από 18-9-2004 έως 24-9-2004 τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: Α)Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, αν και γνώριζε ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, καταχώρισε αγγελία στην ιστοσελίδα με την επωνυμία "http.//www.adult.gr", σύμφωνα με την οποία η εγκαλούσα Χ, συνευρίσκεται ερωτικά με αόριστο αριθμό προσώπων και ζευγάρια, έναντι του ποσού των 100 ευρώ, αναγράφοντας και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της. Το γεγονός όμως αυτό ήταν ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας καθόσον την εμφάνιζε στους επισκέπτες της εν λόγω ιστοσελίδας, μεταξύ των οποίων ήταν και πρόσωπα του οικογενειακού και επαγγελματικού περιβάλλοντός της, ως εκδιδόμενη επ'αμοιβή, ο δε κατ/νος τελούσε σε γνώση του ψευδούς του και παρά ταύτα το ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα. Β)Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, κατέστησε προσιτό σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα με την καταχώρηση της ως άνω αγγελίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο υπό το στοιχ.Α', κατέστησε προσιτά σε άλλους ψευδή δεδομένα που αφορούν την ερωτική ζωή της εγκαλούσας καθώς και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της για την εξακρίβωση της ταυτότητάς της". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: "....Ο κατηγορούμενος ο οποίος παλαιότερα είχε ερωτικό δεσμό με την εγκαλούσα, στην ... και κατά το χρονικό διάστημα από 18-9-2004 έως 24-9-2004 είχε καταχωρίσει αγγελία στην ιστοσελίδα με την επωνυμία http.//www.adult.gr σύμφωνα με την οποία η εγκαλούσα Χ συνευρίσκεται ερωτικά με αόριστο αριθμό προσώπων και ζευγάρια έναντι του ποσού των 100 ευρώ, αναγράφοντας και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της. Όμως κάτι τέτοιο ήταν ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της, καθόσον την παρουσίαζε στους επισκέπτες της άνω ιστοσελίδας, μεταξύ των οποίων και πρόσωπα του οικογενειακού και επαγγελματικού της περιβάλλοντος, οι οποίοι γνώριζαν και το υποκοριστικό της ΤΕΤΑ που αναφερόταν στην άνω ιστοσελίδα αλλά και το κινητό της, ότι εκδίδεται επ' αμοιβή. Προέβη δε ο κατηγορούμενος στην άνω ενέργεια του αν και γνώριζε ότι όλα αυτά που αναφέρονταν για την εγκαλούσα στην ιστοσελίδα αυτή ήταν ψευδή, πλην όμως τα ισχυρίστηκε στην άνω ιστοσελίδα. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι με την θέση των ανωτέρω στοιχείων της εγκαλούσας στην άνω ιστοσελίδα, κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της και δη με την άνω αγγελία, αφενός μεν με τα προαναφερθέντα κατέστησε σε άλλους ψευδή γεγονότα σχετικά με την ερωτική της ζωή αφετέρου δε γνωστοποίησε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της έτσι ώστε να δύναται να γίνει εξακρίβωση της ταυτότητας της. Εξάλλου, από τα αναφερόμενα στην άνω αγγελία στοιχεία της δηλ το ΤΕΤΑ σε συνδυασμό με τα περιγραφόμενα σ'αυτή (αγγελία) χαρακτηριστικά και τον αριθμό του κινητού της είναι δυνατόν να βρεθεί η ταυτότητά της....Τέλος....αποδείχθηκε ότι εκτός από τις ενοχλήσεις που δέχθηκε η εγκαλούσα στο κινητό της από τρίτους που είχαν δεί την σχετική αγγελία και κάποιοι συνάδελφοί της αντιλήφθηκαν την ταυτότητά της". Με αυτά που, κατ'αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε το ανωτέρω δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ'εξακολούθηση για την οποία κατεδικάσθηκε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 363 σε συνδυασμό 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως η εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρέθεσε στην απόφασή του τα δυσφημιστικά για την εγκαλούσα γεγονότα που περιλαμβάνοντο στην άνω ιστοσελίδα, των οποίων έλαβαν γνώση τρίτοι μεταξύ άλλων και πρόσωπα του οικογενειακού και επαγγελματικού της περιβάλλοντος, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια των άνω γεγονότων και εκείνα από τα οποία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα γεγονότα ήταν ψευδή. Ο άμεσος δόλος, ειδικώς, του αναιρεσείοντος πλήρως αιτιολογείται με την αναφορά ότι αυτός, έχοντας προηγουμένως ερωτικό δεσμό με την παθούσα, γνώριζε ότι αυτά που διέδωσε ήταν ψευδή από προσωπική αντίληψη, παραδοχή εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες διότι: α)πλήρως εξατομικεύεται το πρόσωπο της παθούσης με τις παραδοχές ότι το κινητό τηλέφωνο ανήκε στην ίδια, ήταν δε γνωστή σε τρίτους και ιδίως στο οικογενειακό και επαγγελματικό της περιβάλλον με το υποκοριστικό όνομα "Τέτα", β)δεν απαιτείτο να αναφέρονται συγκεκριμένα "τρίτα" πρόσωπα που έλαβαν γνώση του συκοφαντικού γεγονότος, πέραν της παραδοχής ότι έλαβαν γνώση και πρόσωπα του οικογενειακού και επαγγελματικού περιβάλλοντος της παθούσης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας καθόσον αφορά το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν.2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" αντικείμενο του νόμου αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζετο ότι για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως.....ε)αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία στερούνται είτε από το δημόσιο ή από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Κατά την παρ.2 του άρθρου 18 του Ν.3741/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο") κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου νόμου οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται, στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Τέλος, το άρθρο 22 του ίδιου Ν.2472/1997 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ'αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες. Ειδικότερα, κατά την παρ.4 του άνω άρθρου, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, η επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Οι ποινικές αυτές κυρώσεις, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητος τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεων του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 22 παρ.5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής Προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν.2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "Αρχείων Προσωπικών δεδομένων". Ως "Αρχείο" δε κατά τον προϊσχύοντα ορισμό ήταν το σύνολο διατηρουμένων προσωπικών δεδομένων ενώ υπο την νέα του μορφή (κατά το άρθρο 18 Ν.3741/2006) απαιτείται επι πλέον "διάρθρωση του συνόλου" και "το προσιτό των δεδομένων με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της παρ.4 του άρθρου 22, υπό τις διάφορες μορφές που διατυπούται, απαιτείται η επεξεργασία, αυτοματοποιημένη ή μη, προσωπικών δεδομένων ενταγμένων σε αρχείο ή που πρόκειται να περιληφθούν σε υπάρχον αρχείο, και όχι μελλοντικό, διότι "το αρχείο" περιγράφεται ως υπάρχουσα και όχι μελλοντική έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το διατακτικό σε συνδυασμό με το ως άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 22 παρ.4 του Ν.2472/1997, για την οποία επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίστατο στο ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από 18-9-2004 έως 24-9-2004 κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της εγκαλούσας και συγκεκριμένα καταχώρισε στην ιστοσελίδα με τα στοιχεία "http.//www.adult.gr" αγγελία και τον αριθμό κινητού τηλεφώνου της εγκαλούσας σύμφωνα με την οποία η τελευταία συνευρίσκεται ερωτικά με αόριστο αριθμό προσώπων και ζευγάρια έναντι 100 ευρώ, καθιστόντας έτσι προσιτά σε άλλους ψευδή δεδομένα που αφορούν την ερωτική ζωή της εγκαλούσας. Όμως, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της εγκαλούσας, που κατέστησαν προσιτά σε τρίτους από τον κατηγορούμενο, δεν περιείχοντο σε αρχείο προσωπικών δεδομένων και συνεπώς, σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, δεν στοιχειοθετείται η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 22 παρ.4 του Ν.2472/1997, διότι ελλείπει το στοιχείο "του Αρχείου". Έτσι, το Τριμελές Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ως προς την εν λόγω πράξη, εσφαλμένα ερμήνευσε εις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2, 22 παρ.4 του Ν.2472/1997. Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε'του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το ένα σκέλος του (έστω και αν προβάλλεται άλλη αιτίαση εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου). Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που καταδίκασθηκε ο αναιρεσείων για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22 παρ.4 Ν.2472/1997 παρελκούσης της έρευνας του ετέρου σκέλους του ίδιου πρώτου λόγου αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 εδ.α'ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 Ν.3160/2003 "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παρεπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν στοιχειοθετείται, κατά τα προεκτεθέντα, η αντικειμενική υπόσταση της άνω πράξεως ούτε κάποιας άλλης, πρέπει ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή, και να απαλειφθεί από την προβαλλόμενη απόφαση η διάταξη με την οποία του επιβλήθηκε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ και η από αυτήν προελθούσα συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών με την επαύξηση της ποινής φυλακίσεως ενός έτους που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά 6 μήνες, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή φυλακίσεως του ενός έτους για την πράξη για την οποία δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ.7047/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατά το μέρος της που κήρυξε ένοχο του αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 22 παρ.4 του Ν.2472/1997, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σ'αυτόν ποινής για την παράβαση αυτή και συνολικής ποινής. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ αθώο του ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 18-9-2004 έως 24-9-2004 κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και συγκεκριμένα καταχώρισε στην ιστοσελίδα με τα στοιχεία "http.//www.adult.gr" αγγελία, με τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της εγκαλούσας Χ, σύμφωνα με την οποία η τελευταία συνευρίσκεται ερωτικά με αόριστο αριθμό προσώπων και ζευγάρια έναντι 100 ευρώ, καθιστώντας έτσι προσιτά σε άλλους ψευδή δεδομένα που αφορούν την ερωτική ζωή της εγκαλούσας. ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ την διάταξη περί επιβολής ποινής φυλακίσεως δώδεκα μηνών και χρηματικής ποινής πέντε χιλιάδων ευρώ, για την άνω πράξη, καθώς και αυτήν περί επαυξήσεως της συντρέχουσας ποινής για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ'εξακολούθηση κατά έξι μήνες, διατηρουμένης της ποινής φυλακίσεως δώδεκα μηνών που επιβλήθηκε για την τελευταία πράξη, η οποία έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 28 Νοεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και παραβίαση του νόμου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 22 Ν. 2472/1997). Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εν σχέσει με την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα ως προς την έννοια του "Αρχείου". Κήρυξη αθώου του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την πράξη της παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Απαλείφει τη διάταξη περί επιβολής ποινής ως προς την άνω πράξη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1851/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά -Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούσα τη Δ και εγκαλούμενους τους 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρί-στηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1447/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη, με αριθμό 379/17-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32§§1+4, 128§1α 136 περ ε' και 137 ΚΠΔ την από 15-11-2010 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών για την παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως σε άλλο Εφετείο και Εισαγγελία Εφετών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την διάταξη του αρ. 136 περ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Από τον δικαιολογητικό λόγο της ανωτέρω διατάξεως, που σκοπός της είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας αλλά και της προδικασίας, περιλαμβανομένων και των σταδίων της διενεργείας προκαταρκτικής εξετάσεως και της ασκήσεως ποινικής διώξεως (Α.Π. 1573/95, 1642/88, 1145/86 ). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 ΚΠΔ την παραπομπή αυτού μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων και αποφασίζει γι' αυτήν, αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τα στοιχεία α' και β' του ιδίου άρθρου ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134, 135 ΚΠΔ (ΑΠ 1642/88, Π.Χρ. Λθ/500, ΑΠ 1145/86 Π.Χρ.ΛΣτ/991). Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αρ. 3120/2010 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών την Χ2 Εφέτη Αθηνών, Χ3 και Χ1 όπως δικαστούν για ψευδή καταμήνυση άπαντες, συκοφαντική δυσφήμηση άπαντες και ψευδορκία μάρτυρα τον Χ1. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι μετά την έκδοση του προαναφερθέντος βουλεύματος, αδυνα-τούντες οι ίδιοι, σύμφωνα με το αρ. 478 παρ. 1α ΚΠΔ, να ασκήσουν έφεση κατ' αυτού, υπέβαλαν την από 12-11-2010 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητούντες απ' αυτόν για τους λόγους που εκθέτουν να ασκήσει εκείνος έφεση κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 472 παρ. 2 ΚΠΔ. Η εκ των κατηγορουμένων όμως Χ2 υπηρετεί ως εφέτης στο Εφετείο Αθηνών, και ως εκ τούτου τόσο το, κατά το άρθρο 122 του ΚΠΔ αρμόδιο Εφετείο Αθηνών, όσο και ο εις το δικαστήριο αυτό Εισαγγελέας Εφετών αδυνατούν να επιληφθούν της υποθέσεως, συμπερι-λαμβανομένης και της ως άνω αιτήσεως των κατηγορουμένων, για την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι άνευ αντικειμένου, γιατί η κατά το αρ. 479 παρ. 2 ΚΠΔ προθεσμία των 30 ημερών, εντός της οποίας ο Εισαγγελεύς Εφετών μπορεί να ασκήσει έφεση κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, θα αρχίσει κατά την γνώμη μου, από την έκδοση της αποφάσεως Σας, που θα ορίζει τον κατά παραπομπή αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως Εισαγγελέα Εφετών, αφού προηγουμένως δεν υφίσταται δυνατότητα να επιληφθεί ο, κατά το άρθρο 479 παρ. 2 ΚΠΔ, αρμόδιος Εισαγγελέας. Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως σε άλλο Εφετείο και σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών, ως προς την κατηγορουμένη Χ2 και λόγω συνάφειας, κατά τα άρθρα 128 παρ. 1α και 129 περ. α' ΚΠΔ, ως προς τους συγκατηγορουμένους της Χ3 και Χ1 (Α.Π. 1573/95), την οποία εζήτησε ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ' αρ. 62324/15-11-2010 αίτηση του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει δεκτή η υπ'αρ. 62324/15-11-2010 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η ανωτέρω ποινική υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς και στον εις αυτό Εισαγγελέα Εφετών, προκειμένου να ενεργήσουν, ως κατά παραπομπή αρμόδιοι για την υπόθεση αυτοί ό,τι και το Εφετείο Αθηνών και ο Εισαγγελέας Εφετών τόσο ως προς την κρίση επί της αιτήσεως για άσκηση εφέσεως, κρίση επ' αυτής και εκδίκαση της υποθέσεως εφ' όσον καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσος Παπαδάκης Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 περ. ε του ΚΠΑ το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα. 122-125 του ίδιου κώδικα, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν, μεταξύ των άλλων λόγων, συντρέχει και η περίπτωση ε, κατά την οποία ο εγκαλών ή ο ζημιούμενος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Κατά το άρθρο 137 παρ. 1 την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις γ και δ του άρθρου 136 μόνον ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει α) το δικαστήριο των Πλημ/κών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημ/κείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβού-λιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο δικαιολο-γητικός λόγος της παραπομπής στην περίπτωση του εδαφίου ε του ΚΠΔ, είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού υπόνοιας μεροληψίας αυτού, λόγω συνυπηρέτησής του με τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή πρόσωπα. Από την εννοιολογική παραβολή του εδαφίου ε προς τα άρθρα 122-125, στα οποία ρητώς αναφέρεται, συνάγεται ότι ο κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή δεν περιορίζεται μόνο στο δικαστήριο, αλλά επεκτείνεται και στις αρχές ασκήσεως της ποινικής αγωγής, της προδικασίας και της ενέργειας ακόμη της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στις πιο πάνω περιπτώσεις συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικό λόγος της κατοχύρωσης του ανεπηρέαστου και του αδιάβλητου των δικαστικών κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3120/2010 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών την Χ2, Εφέτη Αθηνών, Χ3 και Χ1, για να δικασθούν για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, και οι τρεις και επί πλέον ο τρίτος για ψευδορκία μάρτυρα. Οι ως άνω κατηγορούμενοι, μετά την έκδοση του προαναφερθέντος βουλεύματος, και επειδή οι ίδιοι δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατ' αυτού (άρθρο 478 παρ. 1α του ΚΠΔ), υπέβαλαν την από 12/11/2010 αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, αιτούμενοι για τους αναφερό-μενους σ' αυτή λόγους, να ασκήσει εκείνος έφεση κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 479 παρ. 2 του ΚΠΔ. Εν όψει όμως του ότι η εκ των κατηγορουμένων Χ2 υπηρετεί ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών, και ως εκ τούτου τόσο το, κατά το άρθρο 122 του ΚΠΔ αρμόδιο Εφετείο Αθηνών, όσο και ο εις το δικαστήριο αυτό Εισαγγελέας Εφετών, αδυνατούν να επιληφθούν της υποθέσεως και της ως άνω αιτήσεως των κατηγορουμένων, συντρέχει, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως σε άλλο Εφετείο και σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών, ως προς την κατηγορουμένη Χ2 και λόγω συναφείας, κατά τα άρθρα 128 παρ. 1α και 129 περ. α του ΚΠΔ, και ως προς τους ως άνω συγκατηγο-ρουμένους της, την οποία ζήτησε ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την από 15/11/2010 αίτησή του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπόθεση από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου ο τελευταίος να αποφανθεί επί της από 12/11/2010 αιτήσεως των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1 προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για άσκηση εφέσεως κατά του υπ' αριθμ. 3120/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού της υποθέσεως, στις λοιπές Δικαστικές και Εισαγ-γελικές αρχές του Πλημ/κείου και Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς την αίτηση της Εφέτου Αθηνών που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ζητούσε την άσκηση εφέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, και λόγω συνάφειας και για συγκατηγορουμένους της.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
2
Αριθμός 1850/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Δ., κατοίκου …, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 123/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Λ. του Ι., κάτοικο …. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 323/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 169/10-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 5/26.2.2010 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Ι. Κ. του Δ., κατοίκου …, για αναίρεση του 123/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το 413/2009 βούλευμά του: α) παρέπεμψε τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (για τα κακουργήματα) για α) απάτη κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 13γ, 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 3α - 1 και 386 παρ. 3β - 1 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 των άρθρων 386 και 216 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 και 2, αντιστοίχως, του Ν. 2721/1999 και β) αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για τις αυτές ως άνω πράξεις (μερικότερες). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις αφενός ο κατηγορούμενος Ι. Κ. (60/2009) κατά του παραπεμπτικού μέρους του και αφετέρου ο πολιτικώς ενάγων Η. Λ. (51/2009) κατά του απαλλακτικού μέρους του. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που επελήφθη των ως άνω εφέσεων, με το 123/2010 βούλευμά του, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του κατηγορουμένου και δέχθηκε την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, μεταρρύθμισε εν μέρει το εκκαλούμενο βούλευμα και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για τις πράξεις που αυτό αποφαινόταν να μη γίνει εναντίον του κατηγορία και το επικύρωσε κατά τα λοιπά. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι εμπρόθεσμη, νομότυπη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, την έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 στοιχ. α' και 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ) κι επομένως, πρέπει, να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών` και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει και ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (ΑΠ 1331/2009, ΑΠ 1971/2008, 1506/2005). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ 4 Ν. 2721/1999, "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α).....β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ". Χρόνος δε τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης του παθόντος (ΑΠ 1749/2009, 1453/2009, ΑΠ 1095/2009). Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999, προκύπτει ακόμη, ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 1729/2009, ΑΠ 541/2009). Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ενώ για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 971/2009, ΑΠ 425/2009). ΙV. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α' του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μεταθέσεως στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία αυτός επιδιώκει, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής ζημίας ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της ζημίας. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 932/2009, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 805/2009). V. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως (άμεσος δόλος) ή το σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης (ΑΠ 705/2009, ΑΠ 54/2008, ΑΠ 684/2008, ΑΠ 1264/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1554/2009, ΑΠ 1554/2009, ΑΠ 1409/2009). Εξάλλου, από το άρθρο 178 του ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, όπως στην περίπτωση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της γνησιότητας ή μη κειμένου ή υπογραφής ενός προσώπου. Η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Ειδικότερα, εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες, αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την αποδοχή της μιας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, εν αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό συμβούλιο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της κρίσεως αυτού, ως έγγραφο (ΑΠ 1859/2009, ΑΠ 2131/2007, ΑΠ 1258/2006). VI. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 123/2009 βούλευμά του, με δικές του σκέψεις επί της ουσίας και επιτρεπτή αναφορά μόνο στις νομικές σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως και του πρωτόδικου βουλεύματος (ως προς τη νομοτεχνική μορφή των διωκομένων εγκλημάτων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία παραθέτει γενικά κατά το είδος τους και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Ε. Α., που ορίσθηκε με διάταξη της Ανακρίτριας, τις εκθέσεις γραφολογικής γνωμάτευσης - γραφολογικών παρατηρήσεων, που συντάχθηκαν κατ' εντολή των διαδίκων και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Ι. Κ. του Δ., κάτοικος …, που γεννήθηκε το έτος 1963, διατηρεί στα … επιχείρηση παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος με τη μορφή της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Κ. και Σία Ε.Ε.", της οποίας αυτός είναι διαχειριστής. Ο πολιτικώς ενάγων Η. Λ. του Ι., κάτοικος …, που γεννήθηκε το έτος 1966, διατηρεί βιοτεχνία κατασκευής πυρίμαχων υλικών. Οι προαναφερόμενοι γνωρίζονται από παιδιά. Ο κατηγορούμενος από το έτος 2003 και μετά αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα με οφειλές προς τρίτους και ιδίως στο ΙΚΑ από ασφαλιστικές εισφορές. Αυτός συχνά προσέφυγε στον πολιτικώς ενάγοντα, από τον οποίο δανείζονταν χρήματα για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων του. Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών του πολιτικώς ενάγοντος, ο κατηγορούμενος του παρέδιδε αξιόγραφα πελατών του ή εκδόσεως και αποδοχής δικής του, τα οποία και εξοφλούνταν. Όμως, το 2004, τα οικονομικά προβλήματα του κατηγορουμένου ήταν έντονα, γι' αυτό ζήτησε από τον πολιτικώς ενάγοντα τη χορήγηση δανείου, το οποίο υποσχέθηκε να εξοφλήσει σταδιακά. Επειδή ο δεύτερος δεν έδειξε προθυμία, ο κατηγορούμενος του πρότεινε να προαγοράσει μπετόν από τον ίδιο, καταβάλλοντας το τίμημα, το οποίο (μπετόν) ο πολιτικώς ενάγων θα παραλάμβανε αργότερα, όταν Θα προχωρούσε στην σχεδιαζόμενη ανοικοδόμηση και εκμετάλλευση ακινήτων του. Έτσι, υπογράφεται μεταξύ τους, στις 30.3.2004, ένα ιδιωτικό συμφωνητικό προπώλησης μπετόν για ποσό 50.000 ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, υπογράφεται στις 8.12.2004 νέο συμφωνητικό προπώλησης μπετόν για ποσό επίσης 50.000 ευρώ, και στις 28.3.2006 οι δύο νυν αντίδικοι υπέγραψαν τρίτο συμφωνητικό προπώλησης μπετόν ποσού 120.000 ευρώ. Δηλαδή, ο Η. Λ. κατέβαλε στον Ι. Κ., έως τις 28.3.2006, το ποσό των 220.000 ευρώ. Προς μερική εξασφάλιση του πολιτικώς ενάγοντος, ο κατηγορούμενος παρέδωσε σε αυτόν ένδεκα (11) συναλλαγματικές εκδόσεως του ίδιου σε διαταγή της εταιρίας "Ι. Κ. και Σία Ε.Ε." και αποδοχής Δ. Σ., αξίας 7.000 ευρώ η καθεμία, δηλαδή συνολικής αξίας 77.000 ευρώ. Οι συναλλαγματικές αυτές φέρονται ότι εκδόθηκαν στις 30.9.2006 και ότι έγιναν αποδεκτές αυθημερόν, ενώ φέρουν χρόνους λήξης 30.11.2008, 30.5.2008, 30.1.2008, 30.11.2007, 30.9.2007, 30.5.2007, 30.7.2007, 30.3.2007, 30.7.2008 30.3.2008, 30.9.2008. Ο αποδέκτης των συναλλαγματικών Δ. Σ. φέρεται να είναι κάτοικος … και να έχει ΑΦΜ …. Προέκυψε, όμως, ότι και ο αριθμός φορολογικού μητρώου είναι ανύπαρκτος και το πρόσωπο του δήθεν αποδέκτη των συναλλαγματικών, ενώ οι περί το πρόσωπο αυτό ισχυρισμοί του κατηγορουμένου κατά την προδικασία είναι μάλλον αντιφατικοί. Οι αντιφάσεις του δεν αίρονται ούτε στην έκθεση της κρινόμενης εφέσεως του κατηγορουμένου (όπου δεν παρατίθεται, στη σελίδα 4, η κρίσιμη περικοπή του κειμένου). Συνάμα, στην έκθεση … συμπεραίνεται ότι τα χειρόγραφα στοιχεία των 11 συναλλαγματικών προέρχονται από το χέρι του κατηγορουμένου, καθώς και οι υπογραφές εκδότη και οπισθογράφου. Όμως, από το Φθινόπωρο του 2006, η πίεση του κατηγορουμένου προς τον πολιτικώς ενάγοντα για νέο δανεισμό χρημάτων γινόταν εντονότερη και ο φόβος του τελευταίου ότι η καταστροφή του πρώτου θα σήμαινε ότι θα έχανε τα χρήματά του (που είχε προκαταβάλει για την αγορά του σκυροδέματος) ήταν υπαρκτός. Περί το τέλος Οκτωβρίου 2006, ο Κ., για να πείσει τον Λ. να του δώσει νέα χρήματα, ισχυρίζεται ότι βρήκε αγοραστή για να πωλήσει το αμμορυχείο του, την εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", από την οποία θα εισέπραττε ως τίμημα το ποσό των 500.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος εμφανίζει την "αγοράστρια" ως (δήθεν) ενεργό επιχείρηση, εδρεύουσα στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, έχουσα αντικείμενο την κατασκευή δημόσιων έργων και (δήθεν) αναλαβούσα τμήμα του έργου του Μετρό και της υποθαλάσσιας αρτηρίας. Ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι η "αγοράστρια" του έδωσε 21 μεταχρονολογημένες επιταγές λήξεως τελευταίου τριμήνου του 2007, συνολικού ποσού 500.260 ευρώ, πείθει τον πολιτικώς ενάγοντα και για την ύπαρξη της συμφωνίας αγοραπωλησίας του αμμορυχείου και για την εξασφαλισμένη είσπραξη του τιμήματος των 500.000 ευρώ δια των επιταγών (τις οποίες είχε στα χέρια του ήδη ο κατηγορούμενος) μιας φερέγγυας και δραστήριας εταιρίας, όπως παρουσίαζε την "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ" ο κατηγορούμενος, και τελικά τον πείθει να του δανείσει το ποσό των 500.260 ευρώ (που αντιστοιχούσε στις 21 επιταγές, τις οποίες "εγγυητικά" του παρέδωσε), από το οποίο αφαιρέθηκαν 15.000 ευρώ έναντι τόκων. Η παραπλάνηση του πολιτικώς ενάγοντος ενισχύθηκε και από τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δήθεν η σύζυγος του κληρονόμησε τέσσερα διαμερίσματα στην Κατερίνη, τα οποία θα του μεταβίβαζε προς εξόφληση του δανείου. Έτσι, ο πολιτικώς ενάγων είχε λαμβάνειν το συνολικό ποσό των 562.260 ευρώ (77.000 + 500.260 - 15.000 = 562.260 ευρώ) και προς εξασφάλισή του είχε πεισθεί να λάβει από τον κατηγορούμενο τις 11 προαναφερθείσες συναλλαγματικές αποδοχής του (ανύπαρκτου) Δ. Σ. (που δήθεν είχε αγοράσει ένα φορτωτή από τον κατηγορούμενο) και τις 21 επιταγές, προερχόμενες από την "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ" (που δήθεν είχε αγοράσει το αμμορυχείο από τον κατηγορούμενο), και συγκεκριμένα τις ακόλουθες επιταγές: 1) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 24.450 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.08.2007, με φερόμενη εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", σε διαταγή της, την οποία δήθεν η εκδότρια οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 2) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 24.600 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.07.2007, με φερόμενη εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", σε διαταγή της, την οποία δήθεν η εκδότρια οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 3) τη με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού 14.870 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.12.2007, με φερόμενο εκδότη τον Η. Μ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", την οποία δήθεν η λήπτρια οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, η επιταγή δε αυτή είναι εξαρχής πλαστή, καθόσον δεν έχει εκδοθεί μπλοκ επιταγών με τον ανωτέρω αριθμό (...) που να σύρεται στον αναγραφόμενο λογαριασμό της Γενικής Τράπεζας, 4) τη με αριθμό ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 11.200 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 18.06.2007, με φερόμενη εκδότρια την Χ. Β., σε διαταγή Μ. Υ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Π. Τ., 5) τη με αριθμό ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, ποσού 20.050 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 10.05.2007, με φερόμενη εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "ΚΡΟΝΟΣ Α.Ε.", σε διαταγή Λ. Μ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, αναγράφοντας ως Α.Φ.Μ. ..., ο οποίος, όμως, ανήκει σε άλλο φορολογούμενο, 6) τη με αριθμό … επιταγή της Πανελλήνιας Τράπεζας, ποσού 13.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 28.12.2007, με φερόμενη εκδότρια την ομόρρυθμη εταιρία "Κ. Α. ΚΑΙ Θ. Ο.Ε.", σε διαταγή Α. Κ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, αναγράφοντας ως Α.Φ.Μ. ..., Το οποίο δεν υφίσταται, 7) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.08.2007, με φερόμενο εκδότη τον Λ. Λ., σε διαταγή Γ. Π., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 8) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 20.07.2007, με φερόμενο εκδότη τον Λ. Λ., σε διαταγή Γ. Π., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 9) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 16.300 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 23.07.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την εταιρία περιορισμένης ευθύνης "Κ. Η. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Π.Ε.", σε διαταγή Κ. Κ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Γ. Λ. και αυτός με τη σειρά του στον Π. Τ., 10) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 22.400 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30,10.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Σ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΟΡΕRΑ ΜARΙNE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μ. Υ. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ Σ. Κ., 11) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 25.890 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.09.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Σ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΟΡΕRΑ ΜΑΡINE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μ. Υ. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε. αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 12) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 35.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 25.10.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Κ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 13) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 25.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.10.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον A. Τ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΟΡΕRΑ ΜΑΡINE ΙΝC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μ. Υ. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 14) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 26.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 27.09.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον A. Τ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΟΡΕRΑ ΜΑΡINE ΙΝC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μ. Υ. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 15) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 35.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 25.11,2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Κ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, η επιταγή δε. αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 16) τη με αριθμό ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 25.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 15.12.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ομόρρυθμη εταιρία "Ν.Β. και ΣΙΑ Ο.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΙΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 17) τη με αριθμό ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 25.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 10.11.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ομόρρυθμη εταιρία "Ν. Β. και ΣΙΑ Ο.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΙΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να τη οπισθογραφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 18) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 27.400 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.09.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "... - ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΙΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 19) τη με αριθμό ... -επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 28.600 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.10.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "... - ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΙΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 20) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 28.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 15.12.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "ΣΙΛΚ ΟΪΛ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΟΡΕRA ΜΑRΙΝΕ INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Γ. Ο. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 21) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσoύ 32.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 25.11.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "ΣIΛΚ ΟΪΛ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΟΡΕRΑ ΜΑRΙΝΕ INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Γ. Ο. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ. Ο πολιτικώς ενάγων Η. Λ., προβληματισμένος ως προς τη φερεγγυότητα του δανειολήπτη κατηγορουμένου Ι. Κ. και ανήσυχος από την προοπτική να χάσει τα χρήματα που δάνεισε, δηλαδή το ποσό των 562.260 ευρώ, διερευνά προς την κατεύθυνση Σ. και "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ" και διαπιστώνει ότι ο Σ.ς είναι ανύπαρκτος και η εταιρία είχε πάψει να λειτουργεί πριν μία τριετία. Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, ότι όχι μόνον εξαπατήθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά και ότι οι 11 συναλλαγματικές και οι 21 επιταγές, που εκείνος του είχε παραδώσει, είναι πλαστογραφημένες. Οι υποψίες του ότι ο εξαπατήσας αυτόν Ι. Κ. είναι και πλαστογράφος των επίδικων αξιόγραφων, οδηγεί τον Η. Λ. στην καταμήνυση των αντίστοιχων αξιόποινων πράξεων, η τέλεση των οποίων επιβεβαιώθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό κατά την προκαταρκτική εξέταση και ιδίως τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση. Μετά τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου Ι. Κ. για όλα τα σκέλη της κακουργηματικής απάτης και της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία από τον Ανακριτή και για τις νομοτυπικές μορφές των οποίων αναφέρεται στις νομικές σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως και του πρωτοδίκου βουλεύματος. Βεβαίως, μπορεί κανείς να επισημάνει ότι τα συμπεράσματα των γραφολόγων στην προκείμενη υπόθεση δεν συμπίπτουν αναφορικά με την πλαστογραφία και τον αυτουργό. Τούτο, όμως, είναι εύλογο, καθώς και τα φερόμενα ως πλαστά αξιόγραφα είναι πολλά (11 + 21 = 32) και οι γραφολόγοι που τα εξέτασαν τρεις (μία ορισθείσα από τον Ανακριτή και οι λοιποί κατ' εντολή των διαδίκων). Επομένως, βεβαιότητα ή πιθανότητα του ίδιου βαθμού είναι δύσκολο να συναχθεί, ενώ και η αποδεικτική αξία των εκθέσεων γραφολογικής εξετάσεως τελεί υπό το πρίσμα της αρχής της ηθικής αποδείξεως (177 ΚΠΔ). Συνεπώς, κρίνεται αναγκαίο να υποστεί η παρούσα υπόθεση τη βάσανο της δημόσιας επ' ακροατηρίου διαδικασίας στο σύνολό της, αφού κρίνεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο σε ό,τι αφορά τις απαλλακτικές διατάξεις του εκκαλουμένου βουλεύματος. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη 60/2009 έφεση του κατηγορουμένου Ι. Κ., που στρέφεται κατά του παραπεμπτικού σκέλους του 413/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, είναι αβάσιμη κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί, η δε κρινόμενη 51/2009 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Η. Λ., που στρέφεται κατά του απαλλακτικού σκέλους του ίδιου βουλεύματος, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και, μεταρρυθμιζομένης της εισαγγελικής προτάσεως, να επικυρωθεί εν μέρει μόνον το εκκαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος Ι. Κ. για όλα τα σκέλη των αξιόποινων πράξεων α) απάτης κατ' εξακολούθηση συνολικού οφέλους και αντίστοιχης προξενηθείσας ζημίας ποσού υπερβαίνοντος τα 73.000 ευρώ και β)πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ο υπαίτιος της οποίας σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' και 216 παρ.1, 3 εδ. α' ΠΚ, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. γ, 14, 18, 26 παρ.1 εδ. α, 27, 51, 52, 60, 79, 94 και 98 ΠΚ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Α' βαθμού Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 1 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο, μνημονεύονται γενικά κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', 18, 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 εδ. α' και 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' του ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά κι έτσι δεν στερήθηκε το βούλευμα νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα επί μέρους αιτιάσεις: 1) Προκύπτει ότι το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκειμένου να μορφώσει την παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου Ε. Α., η οποία αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού διενεργήθηκε κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με διάταξη της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Θεσσαλονίκης, καθώς και οι εκθέσεις γραφολογικής γνωμάτευσης - γραφολογικών παρατηρήσεων που συντάχθηκαν κατ' εντολή των διαδίκων, οι οποίες όμως δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, αλλά λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται ως απλά έγγραφα. Παρατίθεται μάλιστα στην αιτιολογία του βουλεύματος και περικοπή από το συμπέρασμα (πόρισμα) της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου Ε. Α., κατά το οποίο "τα χειρόγραφα στοιχεία των 11 πλαστών συναλλαγματικών...προέρχονται από το χέρι του κατηγορουμένου, καθώς και οι υπογραφές εκδότη και οπισθογράφου". 2) Παρατίθενται οι σκέψεις του Συμβουλίου αναφορικά με τα συμπεράσματα των γραφολόγων, τα οποία δεν συμπίπτουν ως προς την πλαστογραφία και τον αυτουργό της με την επισήμανση ότι "τούτο είναι εύλογο, καθώς και τα φερόμενα ως πλαστά αξιόγραφα είναι πολλά και οι γραφολόγοι που τα εξέτασαν τρεις (μια ορισθείσα από την Ανακρίτρια και οι λοιποί κατ' εντολή των διαδίκων) κι επομένως, βεβαιότητα ή πιθανότητα ίδιου βαθμού είναι δύσκολο να συναχθεί, ενώ η αποδεικτική αξία των εκθέσεων γραφολογικής εξετάσεως τελεί υπό το πρίσμα της αρχής της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 177 του ΚΠΔ)". 3) Αναφέρονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και από τα άλλα αποδεικτικά μέσα - εκτός της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και των γραφολογικών γνωματεύσεων - από τα οποία κατά την κρίση του Συμβουλίου σαφώς συνάγεται ότι τα επίδικα αξιόγραφα που παρέδωσε ο κατηγορούμενος στον πολιτικώς ενάγοντα, είναι πλαστά, αφού ο φερόμενος ως αποδέκτης των 11 συναλλαγματικών Δ. Σ. είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και οι περισσότερες από τις αναφερόμενες 21 επιταγές είναι κλεμμένες, ενώ η εμπλεκόμενη εταιρία "Τζενεραλ Μπιλντ ΑΕ" είχε πάψει να λειτουργεί πριν μια τριετία από την έκδοσή τους και 4) Αναφέρονται οι σκέψεις του Συμβουλίου βάσει των οποίων, από τα παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά, "επιβεβαιώθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό" ότι πλαστογράφος όλων των παραπάνω εγγράφων (συναλλαγματικών και επιταγών) είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος τα παρέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα "και συνεπώς υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις εναντίον του για όλα τα σκέλη της κακουργηματικής απάτης και της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση για τις οποίες ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία από την Ανακρίτρια". Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τις οποίες υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 5/26.2.2010 αίτηση (δήλωση) του κατηγορουμένου Ι. Κ. του Δ., κατοίκου …, για αναίρεση του 123/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 30 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 386 §§ 1, 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να .τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του αρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Επίσης από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π, Κ προκύπτει ότι κατ! εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν.2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη, ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρ. 216 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο αποτελεί συντιμωρητή υστέρα πράξη, και θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, συμφωνά με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεσαι από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την προπαρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι προς θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με ταυτόχρονη βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, αδιαφόρως της επιτεύξεως ή μη του σκοπού του υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λύγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις και, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και, συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Ε. Α., που ορίσθηκε με διάταξη της Ανακρίτριας, τις εκθέσεις γραφολογικής γνωμάτευσης-γραφολογικών παρατηρήσεων που συντάχθηκαν κατ' εντολήν των διαδίκων, και την απολογία του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Ι. Κ. του Δ., κάτοικος ..., που γεννήθηκε το έτος 1963, διατηρεί στα ... επιχείρηση παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος με τη μορφή της ετερρόρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Κ. και Σία Ε.Ε.", της οποίας αυτός είναι διαχειριστής. Ο Πολιτικώς ενάγων Η. Δ. του Ι., κάτοικος ..., που γεννήθηκε το έτος 1966, διατηρεί βιοτεχνία κατασκευής πυρίμαχων υλικών. Οι προαναφερόμενοι γνωρίζονται από παιδιά. Ο κατηγορούμενος από το έτος 2003 και μετά αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα με οφειλές προς τρίτους και ιδίως στο ΙΚΑ από ασφαλιστικές εισφορές. Αυτός συχνά προσέφυγε στον πολιτικώς ενάγοντα, από τον οποίο δανείζονταν χρήματα για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων του. Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών του πολιτικώς ενάγοντος, ο κατηγορούμενος του παρέδιδε αξιόγραφα πελατών του ή εκδόσεως και αποδοχής δικής του, τα οποία και εξοφλούνταν. Όμως, το 2004, τα οικονομικά προβλήματα του κατηγορουμένου ήταν έντονα, γι' αυτό ζήτησε από τον πολιτικώς ενάγοντα τη χορήγηση δανείου, το οποίο υποσχέθηκε να εξοφλήσει σταδιακά. Επειδή ο δεύτερος δεν έδειξε προθυμία, ο κατηγορούμενος του πρότεινε να προαγοράσει μπετόν από τον ίδιο, καταβάλλοντος το τίμημα, το οποίο (μπετόν) ο πολιτικώς ενεργών θα παραλάμβανε αργότερα, όταν θα προχωρούσε στην σχεδιαζόμενη ανοικοδόμηση και εκμετάλλευση ακινήτων του. Έτσι, υπογράφεται μεταξύ τους, στις 30-3-2004, ένα ιδιωτικό συμφωνητικό προπώλησης μπετόν για ποσό 50.000 ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, υπογράφεται στις 8-12-2004 νέο συμφωνητικό προπώλησης μπετόν για ποσό επίσης 50.000 ευρώ, και στις 28-3-2006 οι δύο νυν αντίδικοι υπέγραψαν τρίτο συμφωνητικό προπώλησης μπετόν ποσού 120.000 ευρώ. Δηλαδή, ο Η. Λ. κατέβαλε στον Ι. Κ., έως τις 28-3-2006, το ποσό των 220.000 ευρώ. Προς μερική εξασφάλιση του πολιτικώς ενάγοντος, ο κατηγορούμενος παρέδωσε σε αυτόν ένδεκα (11) συναλλαγματικές εκδόσεως του ιδίου σε διαταγή της εταιρίας "Ι. Κ. και Σία Ε.Ε." και αποδοχής Δ. Σ., αξίας 7.000 ευρώ η καθεμία, δηλαδή συνολικής αξίας 77.000 ευρώ. Οι συναλλαγματικές αυτές φέρονται ότι εκδόθηκαν στις 30-9-2006 και ότι έγιναν αποδεκτές αυθημερόν, ενώ φέρουν χρόνους λήξης 30-5-2008, 30-1-2008, 30-11-2007, 30-9-2007, 30-5-2007, 30-7-2007, 30-3-2007, 30-7-2008, 30-3-2008, 30-9-2008. Ο αποδέκτης των συναλλαγματικών Δ. Σ. φέρεται να είναι κάτοικος ... και να έχει ΑΦΜ .... Προέκυψε, όμως, ότι και ο αριθμός φορολογικού μητρώου είναι ανύπαρκτος και το πρόσωπο του δήθεν αποδέκτη των συναλλαγματικών, ενώ οι περί το πρόσωπο αυτό ισχυρισμοί του κατηγορουμένου κατά την προδικασία είναι μάλλον αντιφατικοί. Οι αντιφάσεις του δεν αίρονται ούτε στην έκθεση της κρινόμενης εφέσεως του κατηγορουμένου, όπου δεν παρατίθεται - στη σελίδα 4 - η κρίσιμη περικοπή του κειμένου). Συνάμα, στην έκθεση Α. συμπεραίνεται ότι τα χειρόγραφα στοιχεία των II συναλλαγματικών προέρχονται από το χέρι του κατηγορουμένου, καθώς και οι υπογραφές εκδότη και οπισθογράφου. Όμως, από το Φθινόπωρο του 2006, η πίεση του κατηγορουμένου προς τον πολιτικώς ενάγοντα για νέο δανεισμό χρημάτων γινόταν εντονότερη και ο φόβος του τελευταίου ότι η καταστροφή του πρώτου θα σήμαινε ότι θα έχανε τα χρήματά του (που είχε προκαταβάλει για την αγορά του σκυροδέματος) ήταν υπαρκτός. Περί το τέλος Οκτωβρίου 2006, ο Κ., για να πείσει τον Λ. να του δώσει νέα χρήματα, ισχυρίζεται ότι βρήκε αγοραστή για να πωλήσει το αμμορυχείο του, την εταιρία "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ", από την οποία θα εισέπραττε ως τίμημα το ποσό των 500.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος εμφανίζει την "αγοράστρια" ως (δήθεν) ενεργό επιχείρηση, εδρεύουσα στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, έχουσα αντικείμενο την κατασκευή δημόσιων έργων και (δήθεν) αναλαβούσα τμήμα του έργου του Μετρό και της υποθαλάσσιας αρτηρίας. Ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι η "αγοράστρια" του έδωσε 21 μεταχρονολογημένες επιταγές λήξεως τελευταίου τριμήνου του 2007, συνολικού ποσού 500.260 ευρώ, πείθει τον πολιτικώς ενάγοντα και για την ύπαρξη της συμφωνίας αγοραπωλησίας του αμμορυχείου και για την εξασφαλισμένη είσπραξη του τιμήματος των 500.000 ευρώ δια των επιταγών (τις οποίες είχε στα χέρια του ήδη ο κατηγορούμενος) μιας φερέγγυας και δραστήριας εταιρίας, όπως παρουσίαζε την "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ" ο κατηγορούμενος, και τελικά τον πείθει να του δανείσει το ποσό των 500.260 ευρώ (που αντιστοιχούσε στις 21 επιταγές, τις οποίες "εγγυητικά" του παρέδωσε), από το οποίο αφαιρέθηκαν 15.000 ευρώ έναντι τόκων. Η παραπλάνηση του πολιτικώς ενάγοντος ενισχύθηκε και από τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δήθεν η σύζυγός του κληρονόμησε τέσσερα διαμερίσματα στην Κατερίνη, τα οποία θα του μεταβίβαζε προς εξόφληση του δανείου. Έτσι, ο πολιτικώς ενάγων είχε λαμβάνειν το συνολικό ποσό των 562.260 ευρώ: 77.000+500.260 (μείον 15.000) και προς εξασφάλιση του είχε πεισθεί να λάβει από τον κατηγορούμενο τις 11 προαναφερθείσες συναλλαγματικές αποδοχής του (ανύπαρκτου) Δ. Σ. (που δήθεν είχε αγοράσει ένα. φορτωτή από τον κατηγορούμενο) και τις 21 επιταγές, προερχόμενες από την "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ" (που δήθεν είχε αγοράσει το αμμορυχείο από τον κατηγορούμενο), και συγκεκριμένα τις ακόλουθες επιταγές: 1) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 24.450 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.08.2007, με φερόμενη εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", σε διαταγή της, την οποία δήθεν η εκδότρια οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 2) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 24.600 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.07.2007, με φερόμενη εκδότρια, την ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε,", σε διαταγή της, την οποία δήθεν η εκδότρια οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 3) τη με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, ποσού 14,870 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.12.2007, με φερόμενο εκδότη τον Η. Μ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", την οποία δήθεν η λήπτρια οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, η επιταγή δε αυτή είναι εξαρχής πλαστή, καθόσον δεν έχει εκδοθεί μπλοκ επιταγών με τον ανωτέρω αριθμό (...) που να σύρεται στον αναγραφόμενο λογαριασμό της Γενικής Τράπεζας, 4) τη με αριθμό ... επιταγή της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 11.200 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 18.06.2007, με φερόμενη εκδότρια την Χ. Β., σε διαταγή Μ. Υ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Π. Τ., 5) τη με αριθμό ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 20.050 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 10.05.2007, με φερόμενη εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "ΚΡΟΝΟΣ Α.Ε.", σε διαταγή Λ. Μ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, αναγράφοντας ως Α.Φ.Μ. ..., ο οποίος, όμως, ανήκει σε άλλο φορολογούμενο. 6) τη με αριθμό ... επιταγή της ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 13.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 28.12.2007, με φερόμενη εκδότρια την ομόρρυθμη εταιρία "Κ. Α. ΚΑΙ Θ. Ο.Ε.", σε διαταγή Α. Κ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, αναγράφοντας ως Α.Φ.Μ. το οποίο δεν υφίσταται, 7) τη με αριθμό ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.08.2007, με φερόμενο εκδότη τον Λ. Λ., σε διαταγή Γ. Π., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 8) τη με αριθμό ... επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 20.07.2007, με φερόμενο εκδότη τον Λ. Λ. σε διαταγή Γ. Π., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, 9) τη με αριθμό ... επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ, ποσού 16.300 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 23.07.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την εταιρία περιορισμένης ευθύνης "Κ. Η. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Π.Ε.", σε διαταγή Κ. Κ., ο οποίος φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Γ.Λ. και αυτός με τη σειρά του στον Π. Τ., 10) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 22.400 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30,10.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Σ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "OPERA MARINE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μ. Υ. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ Σ. Κ., 11) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 25.890 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.09.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Σ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΟPERA MARINE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μιχαήλ ΥΦΑΝΤΗ και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 12) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 35.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 25.10.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Κ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 13) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας ΑΤΤΙΚΗΣ, ποσού 25.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.10.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Α. Τ., σε διαταγή της, ανώνυμης εταιρίας "ΟPERA MARINE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μ. Υ. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 14) τη με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας ΑΤΤΙΚΗΣ, ποσού 26.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 27.09.2007, με φερόμενο ως εκδότη τον Α. Τ. σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "OPERA MARINE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Μ. Υ. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 15) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 35.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 25.11,2007/ με φερόμενο ως εκδότη τον Κ. Κ., σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω με λευκή οπισθογράφηση, η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 16) τη με αριθμό ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 25.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 15.12.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ομόρρυθμη εταιρία "Ν.Β. & ΣΙΑ Ο.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΪΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 17) τη με αριθμό ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 25.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 10,11.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ομόρρυθμη εταιρία "Ν. Β. & ΣΙΑ Ο.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΪΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 18) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 27.400 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.09.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "... - ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΕΛΛΑ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΪΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογράφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 19) τη με αριθμό ... -επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 28.600 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 30.10.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "... - ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΕΛΛΑ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "ΦΥΤΟΠΟΛΪΣ Α.Ε.Τ.Β.Ε.", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη λευκή από το νόμιμο κάτοχο του μπλοκ 20) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 28.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως την 15.12.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "ΣΙΛΚ ΟΙΛ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "OPERA MARINE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Γ. Ο. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ, 21) τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 32.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 25.11.2007, με φερόμενη ως εκδότρια την ανώνυμη εταιρία "ΣΙΛΚ ΟΙΛ Α.Ε.", σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας "OPERA MARINE INC", η οποία φέρεται να την οπισθογραφεί περαιτέρω στον Γ. Ο. και αυτός με τη σειρά του στην ανώνυμη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ Α.Ε.", η επιταγή δε αυτή εκλάπη από τον νόμιμο κάτοχο του μπλοκ. Ο πολιτικώς ενάγων Η. Λ., προβληματισμένος ως προς τη φερεγγυότητα του δανειολήπτη κατηγορουμένου Ι. Κ. και ανήσυχος από την προοπτική να χάσει τα χρήματα που δάνεισε, δηλαδή το ποσό των 562.260 ευρώ, διερευνά προς την κατεύθυνση Σ. και "Τζένεραλ Μπιλντ ΑΕ" και διαπιστώνει ότι ο Σ. είναι ανύπαρκτος και η εταιρία είχε πάψει να λειτουργεί πριν μία τριετία. Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, ότι όχι μόνον εξαπατήθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά και ότι οι 11 συναλλαγματικές και οι 21 επιταγές, που εκείνος του είχε παραδώσει, είναι πλαστογραφημένες. Οι υποψίες του ότι ο εξαπατήσας αυτόν Ι. Κ. είναι και πλαστογράφος των επίδικων αξιόγραφων, οδηγεί τον Η. Λ. στην καταμήνυση των αντίστοιχων αξιόποινων πράξεων, η τέλεση των οποίων επιβεβαιώθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό κατά την προκαταρκτική εξέταση και -ιδίως- τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση. Μετά τις σκέψεις αυτές, το Συμβούλιο κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου Ι. Κ. για όλα τα σκέλη της κακουργηματικής απάτης και της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία από τον Ανακριτή και για τις νομοτυπικές μορφές των οποίων αναφέρεται στις νομικές σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως και του πρωτοδίκου βουλεύματος. Βεβαίως, μπορεί κανείς να επισημάνει ότι τα συμπεράσματα των γραφολόγων στην προκείμενη απόθεση δεν συμπίπτουν, αναφορικά με την πλαστογραφία και τον αυτουργό. Τούτο, όμως, είναι εύλογο, καθώς και τα φερόμενα ως πλαστά αξιόγραφα είναι πολλά (11 + 21 = 32) και οι γραφολόγοι που τα εξέτασαν τρεις (μία ορισθείσα από τον Ανακριτή και οι λοιποί κατ' εντολήν των διαδίκων). Επομένως, βεβαιότητα ή πιθανότητα του ίδιου βαθμού είναι δύσκολο να συναχθεί, ενώ και η αποδεικτική αξία των εκθέσεων γραφολογικής εξετάσεως τελεί υπό το πρίσμα της αρχής της ηθικής αποδείξεως (177 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, κρίνεται αναγκαίο να υποστεί η παρούσα υπόθεση τη βάσανο της δημόσιας επ' ακροατηρίου διαδικασίας στο σύνολό της, αφού (κρίνεται ότι) έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο σε ό,τι αφορά τις απαλλακτικές διατάξεις του εκκαλουμένου βουλεύματος. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη υπ' αριθμ. 60/2009 έφεση του κατηγορουμένου Ι. Κ., που στρέφεται, κατά του παραπεμπτικού σκέλους του υπ' αριθμ. 413/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί, η δε κρινόμενη υπ' αριθμ. 51/2009 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Η. Δ., που στρέφεται κατά του απαλλακτικού σκέλους του ίδιου βουλεύματος, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, μεταρρυθμιζομένης της εισαγγελικής προτάσεως, να επικυρωθεί εν μέρει μόνον το εκκαλούμενο βούλευμα". Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις: α) απάτης κατ' εξακολούθηση συνολικού οφέλους και αντίστοιχης προξενηθείσας ζημίας ποσού υπερβαίνοντος τα 73.000 ευρώ και β) πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, ο υπαίτιος της οποίας σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 386 παρ.1, 3 στοιχ. β' και 216 παρ.1, 3 εδ. α' ΠΚ, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. γ', 14, 18, 26 παρ.1 εδ. α', 27, 51, 52, 60, 79, 94 και 98 ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δεχόμενο τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και ακολούθως, παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για τις άνω κακουργηματικές πράξεις και, αφενός μεταρρυθμίζοντας εν μέρει, αφετέρου κατά τα λοιπά επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή του κατηγορουμένου άνω διάταξή του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στον εγκαλούντα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειές του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία του εγκαλούντος που ανέρχεται στο ποσό των 562.260 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για την κατ' εξακολούθηση τέλεση από τον κατηγορούμενο σε βάρος του εγκαλούντος της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, κατά την κρίση του Συμβουλίου Εφετών, που έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, οι πλείονες ομοειδείς παραπλανητικές ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις γεγονότων του αναιρεσείοντος (και ήδη κατηγορουμένου) προς τον εγκαλούντα, που αναφέρονταν στο παρόν και το παρελθόν, σε σχέση με το χρόνο (τότε) που δόθηκαν, κατά τρόπον ώστε να δημιουργούν στον απατώμενο εγκαλούντα την εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως των υποσχέσεων, με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από αυτόν (δηλαδή, από τον κατηγορούμενο). Επίσης, υπάρχει και ειδική αιτιολογία και για το άνω ποσό της ζημίας του εγκαλούντος, καθώς και για την αντίστοιχη ωφέλεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Εξάλλου, ως προς την πλαστογραφία, προκύπτει ότι το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκειμένου να μορφώσει την παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου, Ε. Α., η οποία αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού διενεργήθηκε κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με διάταξη της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Θεσσαλονίκης, καθώς και τις εκθέσεις γραφολογικής γνωμάτευσης - γραφολογικών παρατηρήσεων που συντάχθηκαν κατ' εντολή των διαδίκων, οι οποίες όμως δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, αλλά λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται ως απλά έγγραφα. Παρατίθεται μάλιστα στην αιτιολογία του βουλεύματος και περικοπή από το συμπέρασμα (πόρισμα) της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής γραφολόγου, Ε. Α., κατά το οποίο "τα χειρόγραφα στοιχεία των 11 πλαστών συναλλαγματικών προέρχονται από το χέρι του κατηγορουμένου, καθώς και οι υπογραφές εκδότη και οπισθογράφου". Παρατίθενται οι σκέψεις του Συμβουλίου αναφορικά με τα συμπεράσματα των γραφολόγων, τα οποία δεν συμπίπτουν ως προς την πλαστογραφία και τον αυτουργό της με την επισήμανση ότι τούτο είναι εύλογο, καθώς και τα φερόμενα ως πλαστά αξιόγραφα είναι πολλά και οι γραφολόγοι που τα εξέτασαν τρεις (μια ορισθείσα από την Ανακρίτρια και οι λοιποί κατ' εντολή των διαδίκων) κι επομένως, βεβαιότητα ή πιθανότητα ίδιου βαθμού είναι δύσκολο να συναχθεί, ενώ η αποδεικτική αξία των εκθέσεων γραφολογικής εξετάσεως τελεί υπό το πρίσμα της αρχής της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 177 του ΚΠΔ). Αναφέρονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και από τα άλλα αποδεικτικά μέσα - εκτός της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και των γραφολογικών γνωματεύσεων - από τα οποία κατά την κρίση του Συμβουλίου σαφώς συνάγεται ότι τα επίδικα αξιόγραφα που παρέδωσε ο κατηγορούμενος στον πολιτικώς ενάγοντα, είναι πλαστά, αφού ο φερόμενος ως αποδέκτης των 11 συναλλαγματικών, Δ. Σ., είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και οι περισσότερες από τις αναφερόμενες 21 επιταγές είναι κλεμμένες, ενώ η εμπλεκόμενη εταιρία "ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΜΠΙΛΝΤ ΑΕ" είχε πάψει να λειτουργεί πριν μια τριετία από την έκδοσή τους. Επίσης, αναφέρονται οι σκέψεις του Συμβουλίου βάσει των οποίων, από τα παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά, επιβεβαιώθηκε ότι πλαστογράφος όλων των παραπάνω εγγράφων (συναλλαγματικών και επιταγών) είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος τα παρέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα και συνεπώς υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις εναντίον του για όλα τα σκέλη της κακουργηματικής απάτης και της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση για τις οποίες ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία από την Ανακρίτρια. Από τα άνω εκτεθέντα, επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις τόσον όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης όσο και την τέλεση πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγος, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ' τοιούτος, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Ι. Κ. του Δ., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 123/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση (11+21 συναλλαγματικών) με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €. Ποινική δίωξη ασκήθηκε για όλες τις παραπάνω πράξεις. Παραπομπή κατηγορουμένου στο ακροατήριο μόνο για απάτη κατ' εξακολούθηση και πλαστογραφία μόνο των 11 συναλλαγματικών, ενώ για τις υπόλοιπες συναλλαγματικές, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία. Έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτόδικου βουλεύματος κατά το παραπεμπτικό μέρος αυτού. Έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά το κεφάλαιο να μη γίνει κατηγορία του πρωτόδικου βουλεύματος. Απόρριψη εφέσεως του κατηγορουμένου και παραδοχή αυτής του πολιτικώς ενάγοντος με το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για έλλειψη απαιτούμενης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει όλα τα στοιχεία που αποτελούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων και εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικού που προέκυψαν από την προδικασία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
0
Αριθμός 1848/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Α.-Μ. Κ. του Κ., κατοίκου …, 3) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, 4) Γ. Τ. του Σ., 5) Ε. Β. του Κ., κατοίκων ... και 6) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου …, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Φ. του Κ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Δεκεμβρίου 2009, 11 Δεκεμβρίου 2009, 21 Δεκεμβρίου 2009 (τρείς) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 123/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 248/27-7-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τις ακόλουθες αιτήσεις αναιρέσεως: 1) την υπ'αριθμ. 222/21.12.2009 του Γ. Κ. του Ε. και της Α., 62 ετών, επιχειρηματία, ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη ( Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α.), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου αριθμ. 54, δυνάμει της από 16-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, 2) την υπ'αριθμ. 217/11-12-2009 του Α. Μ.-Κ. του Κ. και της Κ., 68 ετών, συνταξιούχου, κατοίκου …, 3) την υπ'αριθμ. 221/18-12-2009 του Ι. Κ. του Γ. και της Ε., 58 ετών, κατοίκου …, 4) την υπ'αριθμ. 225/21-12-2009 της Ε. Β. του Κ. και της Α., 55 ετών, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου της Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη ( Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α.), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου αριθμ. 54, δυνάμει της από 18-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, 5) την υπ'αριθμ. 224/21-12-2009 του Γ. Τ. του Σ. και της Μ., 62 ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη, (Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α. ), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου αριθμ. 54, δυνάμει της από 18-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, 6) την υπ'αριθμ. 223/21-12-2009 του Α. Τ. του Ι. και της Ε., 45 ετών, οικοδόμου, ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Γ. Λαλιώτη, (Α.Μ. 8239 Δ.Σ.Α. ), κατοίκου Αθηνών, οδός Καλλιδρομίου, αριθμ. 54 δυνάμει της από 18-12-2009 εξουσιοδοτήσεως, οι οποίες ανωτέρω αναφερθείσες αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά του υπ'αριθμ. 2199/18-11-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αριθμ. α) 195/16-4-2009, β) 67/13-2-2009, γ) 68/13-2-2009, δ) 197/16-4-2009, ε) 196/16-4-2009 εφέσεις των αντιστοίχων προς αυτές κατηγορουμένων (ήδη αναιρεσειόντων) Γ. Κ., Α. Μ.-Κ., Ι. Κ., Ε. Β., και, Α. Τ., ενώ η υπ'αριθμ. 198/16-4-2009 έφεση του Γ. Τ. κηρύχθηκε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και απορρίφθηκε για τον λόγο αυτό, οι οποίες εστρέφοντο κατά του υπ'αριθμ. 181/23-1-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ ή άλλως των 25.000.000 δραχμών, ο πρώτος τούτων Γ. Κ., και, β) της κατά συναυτουργία ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω πράξη άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες ( Α. Μ.-Κ., Ι. Κ., Ε. Β., Γ. Τ., και, Α. Τ. ) ( άρθρα 1, 5, 13 εδαφ. (α'), 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27, 45, 46 παρ. 1α, 52, 79, 83, 94 παρ. 1, 386 παρ. 3β-1, του Π.Κ., όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999). Οι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως και συγκεκριμένα οι υπ'αριθμ. α) 222/21-12-2009, β) 217/11-12-2009, γ) 225/21-12-2009, δ) 224/21-12-2009, ε) 223/21-12-2009 των αντιστοίχως προς αυτές αναιρεσειόντων α) Γ. Κ., β) Α. Μ.-Κ., γ) Ε. Β., δ) Γ. Τ., ε) Α. Τ., ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Π.Δ., το δε προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα ( Γ. Κ. ) στις 15-12-2009, στον δεύτερο αναιρεσείοντα ( Α. Μ. - Κ. ) την 1-12-2009, στην τέταρτη τούτων ( Ε. Β. ) στις 15-12-2009, στον πέμπτο τούτων ( Γ. Τ.) στις 15-12-2009, στον έκτο τούτων (Α. Τ. ) στις 15-12-2009 και είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτές. Ενώ αντιθέτως η υπ'αριθμ. 221/18-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του τρίτου των αναιρεσειόντων Ι. Κ. ασκήθηκε εκπρόθεσμα διότι του επιδόθηκε στις 3-12-2009 και την άσκησε στις 18 Δεκεμβρίου 2009, χωρίς να επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας, και ούτε μπορούσε να έχει γίνει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον διορισμένο αντίκλητό του Δικηγόρο Πειραιώς Μιχάλη Κουρμπέλη, Φίλωνος αριθμ. 48, στον Πειραιά, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 155 Κ.Π.Δ. για να αρχίσει να τρέχει νέα δεκαήμερη προθεσμία από της επιδόσεως στον αντίκλητο, καθόσο σύμφωνα με το άρθρο 498 Κ.Π.Δ. ο διορισμένος ως άνω Δικηγόρος έπρεπε να υπηρετεί στην έδρα του Δικαστηρίου ( ή Συμβουλίου ) που εξέδωσε την απόφαση ( ή βούλευμα ) δηλαδή στην Αθήνα. Συνεπώς πρέπει να κηρυχτεί απαράδεκτη κατ'άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Πλην όμως εν προκειμένω δοθέντος ότι οι ασκηθείσες αναιρέσεις των υπολοίπων συγκατηγορουμένων έχουν επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς αυτόν ως συμμέτοχο κατ'άρθρο 469 Κ.Π.Δ., δεν στερείται νομικής προστασίας καθόσον οι προτεινόμενοι από αυτούς λόγοι αναιρέσεως δεν αφορούν αποκλειστικά τα πρόσωπά τους. Με τις κρινόμενες αιτήσεις οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναιρέσεως: α) την παραβίαση του δεδικασμένου του άρθρου 484 παρ. 1γ σε συνδυασμό με το άρθρο 57 Κ.Π.Δ. διότι δεν ελήφθη υπ'όψη η υπ'αριθμ. Α55/2004 ΔΙΑΤΑΞΗ του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσία η από 24/3/2003 έγκληση του Κ. Κ. κατά των 1) Α. Μ. Κ., 2) Δ. Κ., 3) Ι. Κ., 4) Γ. Κ., και, 5) Κ. Π. για απάτη από την οποία προκλήθηκε ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία η οποία συνολικά υπερέβη το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ ή άλλως 25.000.000 δραχμών και η οποία φέρεται να τελέσθηκε στην Αθήνα στις 19-8-2002 κατά την πραγματοποίηση της τακτικής γενικής συνελεύσεως της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", την οποία απαλλακτική διάταξη επικύρωσε και ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ'αριθμ. 561/17.8.2006 ΔΙΑΤΑΞΗ του. Περαιτέρω ότι δεν ελήφθη υπ'όψη ότι οι νυν μηνυτές Κ. Κ. και Γ. Φ. μετά από σχετική μήνυση ( έγκληση ) του Γ. Κ. (πρώτου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ) έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου με το υπ'αριθμ. 111097/2008 κλητήριο θέσπισμα, προκειμένου να δικασθούν για την ίδια πράξη για την οποία παραπέμπονται με το προσβαλλόμενο βούλευμα (2199/2009) που επικύρωσε το παραπεμπτικό βούλευμα (181/2009), και συγκεκριμένα για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, την προσφυγή κατά του προαναφερθέντος κλητηρίου θεσπίσματος την οποία έχει απορρίψει ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ'αριθμ. 395/2008 ΔΙΑΤΑΞΗ του και για τον λόγο αυτό εκκρεμεί προς εκδίκαση η κατ'αυτών κατηγορία για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. β) Την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1δ σε συνδυασμό με το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., καθόσο δεν μνημονεύεται η σχετική διάταξη του καταστατικού της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε." με την οποία επιβάλλεται για την δέσμευση του νομικού προσώπου της εταιρείας από συναλλαγματική ή επιταγή η υπογραφή και των τριών εκπροσώπων αυτής μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας. Καθώς και ότι δεν ελήφθη υπόψη η απόφαση της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ'αριθμ.2867/24-4-2000 ΦΕΚ των Α.Ε. και Ε.Π.Ε., και με την οποία παρείχετο η δυνατότητα δεσμεύσεως της εν λόγω εταιρείας από αξιόγραφα ( συναλλαγματικές ή επιταγές ) και με την υπογραφή και ενός μόνο εταίρου μέλους του Δ.Σ. της εταιρείας. γ) Την υπέρβαση εξουσίας σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1(στ) Κ.Π.Δ., καθόσο έκρινε ότι ήσαν άκυρες οι πέντε συναλλαγματικές ποσού εκάστη 31.208 ΕΥΡΩ που εκδόθηκαν στις 25-2-2002 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας " ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ " Γ. Κ. ( πρώτο των αναιρεσειόντων ) και αποδοχής του ήδη αποβιώσαντος Δ. Κ. ως εκπροσώπου της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", ενώ δεν είχε τέτοια εξουσία που ανήκει αποκλειστικά και μόνο στα πολιτικά δικαστήρια. Και επί πλέον έκρινε ότι ήταν άκυρη η μετοχοποίηση του χρέους των 53.170.800 δραχμών ή 156.000 ΕΥΡΩ που έγινε μετά από απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας "AGRONEF Α.Ε.", ενώ τέτοια εξουσία ανήκει αποκλειστικά στα πολιτικά δικαστήρια. δ) Την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι κατά τους αναιρεσείοντες δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ερμηνεία και εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 386 του Π.Κ. ε) Την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς σχετικά με μία μπολντόζα τύπου D7d CAT όπως τούτο προκύπτει από το υπ'αριθμ. 24/31-3-2003 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της εταιρείας " ΒΙΚΤΩΡΙΑ Ε.Π.Ε." με παραλήπτη την εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΕΒΕ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." αφενός. Και ένα φορτωτή τύπου MICHIGAN 175 της εταιρείας " Ν. Π. Ε.Π.Ε." που πωλείται με το υπ'αριθμ. 222/15-10-1998 τιμολόγιο προς την εταιρεία "Π. Α.Τ.Ε." αφετέρου. Για την ύπαρξη δε δεδικασμένου σύμφωνα με το άρθρο 57 του Κ.Π.Δ. απαιτείται: α) αμετάκλητη απόφαση ( ή βούλευμα) που αποφαίνεται για την βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπων (κατηγορουμένων) και γ) ταυτότητα πράξεων που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά περιστατικά, δηλαδή τα ίδια κατά τον χρόνο και τον τρόπο τελέσεως ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής (Α.Π. 1048/2005 Ποιν. Δ. 2005?1568/2003 ). Περαιτέρω απαιτείται οι εν λόγω προϋποθέσεις να συντρέχουν σωρευτικά, καθόσο έστω και μία αν ελλείπει, δεν υπάρχει δεδικασμένο. 'Ελλειψη της ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη (Α.Π. 1340/2005 Ποιν. Δ. 2006, σελ. 719, Α.Π. 1700/2003 αδημοσίευτη ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει (Α.Π. 1181/85 Ποιν. Χρον. ΛΣΤ 273, Α.Π. 678/1996 Ποιν. Χρον. ΜΖ 1251 ). Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν δεν γίνεται ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Συμβούλιο ότι προέκυψαν με βάση τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. ( Ολ. Α.Π. 1/2002 Ποιν. Χρον.ΝΒ 689, Α.Π. 510/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ 24, Α.Π. 91/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ 25, Α.Π. 1335/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' 358 ). Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα το οποίο δεν υπήγετο στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του ( Α.Π. 1164/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ 36 ). Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας σχετικά με προκαταρκτικό ζήτημα δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ανακύπτει, όταν το δικαστήριο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα το οποίο υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ( Α.Π. 1933/2000 Ποιν. Νομολ. 519, Α.Π. 314/1977 Ποιν. Χρον. ΚΖ 669, Α.Π. 784/1994 Ποιν. Χρον. ΜΔ 775 ). Εξάλλου, σχετικά με τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεως ως προς το λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά γεγονότα που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσο η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου ( Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Ποιν. Χρον. ΝΑ/537 και ΝΒ/131 ). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπ'όψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20-1-1998 οι κατηγορούμενοι Α.-Μ. Κ. (τότε εφέτης του Διοικητικού Εφετείου ...) και ο αποβιώσας αδελφός του Δ. Κ. συμφώνησαν με τον εγκαλούντα Γ. Φ. ( δικηγόρο Αθηνών ), με το υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης να αγοράσουν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, έναν αγρό, συνολικής έκτασης πεντακοσίων πενήντα πέντε (555) στρεμμάτων, που βρισκόταν στη θέση Μ. Σ. του Δήμου Υ. Φ., και για τον λόγο αυτό κατέβαλαν συνολικά ως προκαταβολή το ποσό των 36.000.000 δρχ. Επειδή κατά το χρονικό διάστημα από την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου μέχρι και πριν από τον Νοέμβριο του έτους 1999 ο Α. Μ.-Κ., λόγω της τότε δικαστικής ιδιότητας, δεν είχε σύμφωνα με το άρθρο 89§1 του Συντάγματος να συμμετάσχει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ανωνύμου εταιρείας αλλά και να αναλάβει οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία, αποφάσισε να μεταβιβάσει το δικαίωμα του επί του ποσοστού του 1/3 που του αναλογούσε. Για τον λόγο αυτό συμφώνησε με τον Κ. Κ. να του καταβάλει το ποσό των 20.000.000 δρχ, προκειμένου εκείνος να συμβληθεί στο οριστικό συμβόλαιο ως αγοραστής του 1/3 της συνολικής έκτασης του ανωτέρω αγρού. Στην συνέχεια στις 26/10/1999, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικού εγγράφου (καταστατικού) του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαθέου, συνεστήθη από τους Δ. Κ., Κ. Κ. και Γ. Φ. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AGRONEF Γεωργοδενδροκτηνοτροφικές-Εμποροβιομηχανογεωργικές-Εισαγωεξαγωγικές Επιχειρήσεις και Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών Ανώνυμη Εταιρεία" (AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ, ΑΕ) με έδρα την Αθήνα, κεφάλαιο στο ποσό των 35.100.000 δρχ, από το οποίο κάθε ιδρυτής κατέβαλε το 1/3 του ποσού αυτού, δηλαδή ποσό 11.700.000 δρχ, αναλαμβάνοντας ο καθένας και το 1/3 του συνόλου των μετοχών. Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας ορίστηκε ο Γ. Φ., Αντιπρόεδρος ο Κ. Κ. και Διευθύνων Σύμβουλος ο Δ. Κ.. Σύμφωνα με το καταστατικό, μεταξύ των σκοπών της εταιρείας, τέθηκε και η αγορά της ανωτέρω εκτάσεως επ' ονόματι της εταιρείας σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου, η καλλιέργεια και παραγωγή παντός είδους οικολογικών γεωργικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων και βατόμουρων, η δένδροφύτευση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση ιχθυοτροφείων πέστροφας, σολομού, αστακών και παντός είδους ψαριών, η δημιουργία μονάδας θηραμάτων αγρίων ζώων, πουλιών, στρουθοκαμήλων κλπ. Μετά την ίδρυση της ανωτέρω εταιρείας καταρτίσθηκε και το οριστικό συμβόλαιο αγοράς της ως άνω έκτασης επ' ονόματι της εταιρείας, το δε ποσό του τιμήματος καταβλήθηκε κατ' ίσα μέρη από τους εταίρους. Στις εργασίες και λειτουργίες της ανωτέρω εταιρείας τυπικά, για τους λόγους που αφορούσαν την δικαστική του ιδιότητα, δεν συμμετείχε ο Α.-Μ. Κ., στην πραγματικότητα όμως συμμετείχε ως κρυπτόμενο φυσικό πρόσωπο δια του αδελφού του Δ. Κ.. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το υπ' αριθμ. 5/10-19/8/2002 πρακτικό της τρίτης επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας, η οποία συνήλθε στις 10/08/2002 στην Αθήνα, όπου εμφαίνεται να συμμετέχει ο Α. Μ.-Κ. ως εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος και πληρεξούσιας του μετόχου Δ. Κ.. Επειδή από το σύνολο της ανωτέρω έκτασης τα 155 στρέμματα είχαν χαρακτηρισθεί ως δάσος, έπρεπε προκειμένου οι εταίροι να τα χρησιμοποιήσουν για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών της εταιρείας τους να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να τα εκχερσώσουν. Την εκχέρσωση της παραπάνω έκτασης ανέλαβαν κατόπιν συμφωνίας οι χειριστές εκσκαπτικών μηχανημάτων Η. Σ. του Γ. και Κ. Α. του Χ., με αμοιβή για τον πρώτο το ποσό των 600.000 δρχ τον μήνα, για δε τον δεύτερο το ποσό των 450.000 δρχ τον μήνα. Για την συμφωνία αυτή συντάχθηκε αρχικά ένα ιδιόχειρο συμφωνητικό και στην συνέχεια ένα ίδιο δακτυλογραφημένο συμφωνητικό, το οποίο υπέγραψαν και οι τρεις εταίροι κρατώντας ένα αντίγραφο για την εταιρεία και ένα για τους χειριστές. Τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την εκχέρσωση ανήκαν στην ανώνυμη εταιρεία "ARGO-G ΑΒΕΤΤΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Γ. Κ., πλην όμως επειδή η εταιρεία αυτή είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της υπ' αριθμ. 2082/28.12.1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Γ. Κ., προκειμένου να τα "διασώσει" από την διαδικασία της πτώχευσης, σε συνεννόηση με τους αδελφούς Κ. (Δ. και Α.-Μ.), με τους οποίους διατηρούσε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις, τα μετέφερε στο κτήμα της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ ΑΕ στην ... και τα διέθεσε δωρεάν για την εκχέρσωση του κτήματος. Από την πλευρά του ο εκκαλών Γ. Κ. παραδέχεται μεν ότι τα μηχανήματα ανήκαν προσωπικά στον ίδιον από το 1999, αλλά υποστηρίζει ότι στη συνέχεια τα εισέφερε στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", η οποία και εξόφλησε το τίμημα των μηχανημάτων. Ακόμα υποστηρίζει, ότι η εν λόγω εταιρεία στην συνέχεια μίσθωσε τα μηχανήματα στην εταιρεία AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ ΑΕ από 10/01/2000 έως 31/03/2000, προκειμένου η τελευταία να προβεί στην εκχέρσωση του κτήματος και ότι το μίσθωμα είχε συμφωνηθεί να υπολογισθεί βάσει των ωρών εργασίας των μηχανημάτων και κατά την συμφωνία η AGRONEF θα πλήρωνε το πετρέλαιο και τους χειριστές των μηχανημάτων, τους οποίους και πλήρωσε. Περαιτέρω ο Γ. Κ. ισχυρίζεται oτι η εταιρεία AGRONEF δεν επέστρεψε, όπως όφειλε, τα μηχανήματα στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αλλά τα κράτησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2001 και ότι τελικά η εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε πήρε τα μηχανήματα της τον Φεβρουάριο του 2001, χωρίς τελικά η οφειλέτρια εταιρεία AGRONEF να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, τα οποία μαζί με τα έξοδα μεταφοράς, επισκευής και αγοράς ανταλλακτικών αυτών ανήλθαν στο ποσό των 53.170.000 δρχ περίπου. Ακόμη ισχυρίζεται ότι οι μέτοχοι της AGRONEF, αθέτησαν την συμφωνία τους και δεν πλήρωσαν τα οφειλόμενα και για τον λόγο αυτό ο Δ. Κ., ο οποίος κατά το διάστημα εκείνο ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της AGRONEF πρότεινε στην Γενική Συνέλευση να αναγνωρισθεί και να πληρωθεί η απαίτηση της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. Ακολούθως ο Δ. Κ., μετά από σχετική απόφαση για την αναγνώριση του χρέους από την ACRONEF, που ελήφθη κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της 19/05/2001, εξέδωσε προς εξόφληση, σε διαταγή της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε πέντε (5) συναλλαγματικές συνολικής χρηματικής απαίτησης 156.040 ευρώ (δηλαδή πέντε συναλλαγματικές ποσού εκάστης 31.208 ευρώ) και συγκεκριμένα: 1) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002, στην Αθήνα λήξεως 30.5.2002, 2) συναλλαγματική ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002, στην Αθήνα λήξεως 2.6.2002, 3) συναλλαγματική ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002 στην Αθήνα λήξεως 5.6.2002, 4) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002 στην Αθήνα, λήξεως 10.6.2002, 5) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25.2.2002 στην Αθήνα, λήξεως 12.6.2002. Στην συνέχεια την 25/02/2002 οι κατηγορούμενοι Ε. Β., Γ. Τ. και Α. Τ., οι οποίοι απάρτιζαν την σύνθεση του Δ.Σ της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος η πρώτη, Αντιπρόεδρος ο δεύτερος και μέλος ο τρίτος), με το από 25/02/2002 πρακτικό του Δ.Σ, χορήγησαν στον Γ. Κ. έγγραφη εξουσιοδότηση για να τους εκπροσωπεί ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών, δυνάμει της οποίας αυτός άσκησε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας (ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε) κατά της εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ, την από 15/10/2002 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο δικόγραφο της οποίας ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία αποδέχθηκε νομότυπα τις παραπάνω συναλλαγματικές συνολικού ποσού 156.040 ευρώ και ότι εξ αυτού του λόγου οφείλει στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε το ανωτέρω ποσό (υπ' αριθμ 6977/2002 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Πλην όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί ταυ Γ. Κ. δεν είναι βάσιμοι διότι δεν στηρίζονται στο αποδεικτικό υλικό. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι τα ποσά των συναλλαγματικών αφορούσαν μισθώματα των εκσκαπτικών μηχανημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την εκχέρσωση του κτήματος της εταιρείας AGRONEF, τον χρόνο που φέρεται ότι έγινε η συμφωνία για την εκμίσθωση των μηχανημάτων μεταξύ των άνω εταιρειών η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" δεν υφίστατο ως εταιρεία. Η εν λόγω εταιρεία, η οποία ήταν συμφερόντων του κατηγορουμένου Γ. Κ., όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ … συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής Βαϊοπούλου, συνεστήθη το πρώτον την 08/02/2000, η δε καταχώρησή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών έγινε μόλις τον Απρίλιο του 2000, ενώ η κατάθεση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, που ανέρχεται σε 55 εκατομμύρια δρχ, έγινε στις 18/08/2000. Δηλαδή προκύπτει ξεκάθαρα ότι κατά τον επίμαχο χρόνο της εκχέρσωσης η "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" δεν κατείχε με οποιαδήποτε σχέση τα εκσκαπτικά μηχανήματα, έτσι ώστε να είναι δυνατή η εκμίσθωση αυτών. Ούτε άλλωστε προσκομίσθηκε από τους κατηγορουμένους το μισθωτήριο έγγραφο που αφορά την μίσθωση των μηχανημάτων, ώστε να ερευνηθεί μεταξύ ποίων είχε υπογραφεί η μίσθωση, ενώ για πολύ μικρότερη οικονομική δέσμευση, μεταξύ όλων των μετόχων της AGRONEF και των χειριστών των μηχανημάτων Η. Σ. και Κ. Α. είχε καταρτισθεί και υπογραφεί το από 30/12/1999 ιδιωτικό συμφωνητικό. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας εξάλλου δεν προκύπτει ότι εξοφλήθηκαν τα εκσκαπτικά μηχανήματα που είχε εισφέρει ο ίδιος Γ. Κ. κατά την ίδρυση της εταιρείας, αφού δεν προσκομίσθηκαν τα σχετικά τιμολόγια αγοράς των μηχανημάτων, που κατά τους ισχυρισμούς του, εκδόθηκαν στο όνομα της "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" και εξοφλήθηκαν από αυτήν. Αντιθέτως οι ισχυρισμοί του Γ. Φ. και του μάρτυρα Κ. Κ. ότι δεν υπήρξε κανένα απολύτως χρέος της εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ προς την εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" από την εκμίσθωση των ανωτέρω εκσκαπτικών μηχανημάτων και ότι οι συναλλαγματικές που προσκομίσθηκαν από τον Γ. Κ. ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδείς και εικονικές, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ο ανωτέρω Δικαστής και να εκδώσει την υπ' αριθμ 6977/2002 Διαταγή Πληρωμής υπέρ της αιτούσας εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", ποσού 1.56.040 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, σε βάρος της ανωτέρω αποδέκτριας εταιρείας, κρίνονται αληθινοί και δεν αναιρούνται από την με ημερομηνία 19/05/2001 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας AGRONEF για εξόφληση του οφειλομένου ποσού 53.170.800 δρχ προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", καθόσον με την υπ' αριθμ 3996/1-11-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της απόφασης αυτής, ενώ δεν πρέπει να παροραθεί ότι σύμφωνα με σχετικό όρο του καταστατικού της AGRONEF τα αξιόγραφα έπρεπε να υπογράφονται και από τα τρία μέλη του Δ.Σ, αλλιώς θα πρέπει να δοθεί ρητή έγγραφη εξουσιοδότηση σε ένα από αυτά, πράγμα που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε. Περαιτέρω από το γεγονός ότι: α) ο μέτοχος της AGRONEF Δ. Κ. ήταν ταυτόχρονα και μέτοχος από κοινού με τον "δανειστή" Γ. Κ. στην εταιρεία "ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΠΕ", β) τα ανωτέρω πρόσωπα ενεργούσαν από κοινού τις επιχειρήσεις τους, γ) στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων για την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως, στην οποία είχε προβεί η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" σε βάρος της περιουσίας της AGRONEF, μετά την έκδοση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, η "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" προσκόμισε την υπ' αριθμ … ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Κερατέας Δάφνης Ξούρα, στην οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος Ι. Κ., που ήταν τότε αντιπρόεδρος της Δ.Σ της AGRONEF υπεραμύνεται του κύρους της κατασχέσεως του κτήματος, δ) oι αδελφοί Κ. συγκαλούν γενική συνέλευση των μετόχων για τις 10-19 Αυγούστου 2002, όπου μετέχει μόνος του ο Δ. Κ. και παρίστανται ως εκπρόσωποι και αντιπρόσωποι αυτού οι Α.-Μ.-Κ. και Ι. Κ., όπου αποφασίζεται μετοχοποίηση του ανυπάρκτου χρέους προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" χωρίς προηγουμένως αναπροσαρμογή του αρχικού κεφαλαίου με βάση την αξία του κτήματος και παραχωρούνται μετοχές σε ποσοστό άνω του 60% της ACRONEF προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", συμψηφίζοντας έτσι το "χρέος" και ε) η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" είναι συμφερόντων του Γ. Κ. και απαρτίζεται κυρίως από μέλη της οικογένειας του, δηλαδή η μεν πρόεδρος του Δ.Σ B. E. είναι σύζυγος του, το δε μέλος του Δ.Σ Α. Τ. είναι ανηψιός του, συμμετείχαν δε ενεργά στην διοίκηση της εταιρείας οι τελευταίοι (βλ την από 17/1 2/2007 απολογία του Γ. Κ.), προκύπτει ότι οι 2ος 3ος, 4n και 6ος των εκκαλούντων έλκοντες ζωτικά συμφέροντα από την έκδοση της σχετικής Διαταγής Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της AGRONEF και υπέρ της "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" προκάλεσαν την απόφαση στον 1ο εκκαλούντα με προτροπές και παραινέσεις για να διαπράξει την ανωτέρω περιγραφόμενη πράξη της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου, από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης για την οποία παραπέμπονται στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων σχετικά με τους επικαλούμενους λόγους αναιρέσεως κατ'άρθρο 484 παρ. 1 περιπτώσεις β, γ, δ και στ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. Ειδικότερα σχετικά με την φερομένη παραβίαση δεδικασμένου ( 484 παρ. 1 γ Κ.Π.Δ.), πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: δεν δημιουργείται δεδικασμένο σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα εκ του ότι έχουν εκδοθεί απαλλακτικές για τους αναιρεσείοντες διατάξεις των Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών για το ίδιο με την προκειμένη παραπομπή θέμα. Δεν δημιουργείται δεδικασμένο εκ του ότι οι νυν εγκαλούντες έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίες κατηγορίες εκκρεμούν ακόμη προς εκδίκαση και των οποίων η συζήτηση προφανώς θα ανασταλεί σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ. 2 του Π.Κ. μέχρι πέρατος της προκειμένης υποθέσεως, από την έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί και η τύχη αυτής ( ψευδούς καταμηνύσεως - συκοφαντικής δυσφημήσεως ). Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. το ότι το Συμβούλιο Εφετών έκρινε παρεπιμπτόντως και για ζητήματα αστικής φύσεως που προκύπτουν από το υπάρχον ανακριτικό υλικό, και συγκεκριμένα όσον αφορά την εγκυρότητα ή μη των πέντε (5) επίδικων συναλλαγματικών του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος (181/2009) που επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα (2199/2009), που φέρονται να δεσμεύουν με την αποδοχή τους από τον αποβιώσαντα ήδη Δ. Κ. την εταιρεία AGRONEF, δοθέντος ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας για την δέσμευση της εταιρείας απαιτούντο οι υπογραφές και των ετέρων δύο νομίμων εκπροσώπων ή έστω εξουσιοδότηση από αυτούς. Ούτε επίσης συνιστά υπέρβαση εξουσίας το ότι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπ'όψη του ότι με την υπ'αριθμ. 3996/1.11.2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 19-5-2001 αποφάσεως της εκτάκτου γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας ΑGRONEF περί αναγνωρίσεως της οφειλής των 53.170.800 δραχμών ή 156.040 ΕΥΡΩ προς την ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. με την μετοχοποίηση του σχετικού χρέους. Ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα τιμολόγια ότι τα φερόμενα ως χρησιμοποιηθέντα εκσκαπτικά μηχανήματα ανήκαν κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. Περαιτέρω σχετικά με την έννοια της κακουργηματικής απάτης, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου, σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση. ( Α.Π. 305/2007, Α.Π. 1638/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ σελ. 648, Α.Π. 769/2003 Ποιν. Χρον. ΝΔ σελ. 150, Α.Π. 1633/2002 Ποιν. Χρον.ΝΓ σελ. 602, Α.Π. 1287/1997 Ποιν. Χρον. 1998 σελ. 463, Α.Π. 1452/1983 Ποιν. Χρον. 1984 σελ. 428 ). Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τις σχετικές ποινικές διατάξεις, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως ως αβάσιμοι και να τους επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 221/18.12.2009 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Κ. κατά του υπ'αριθμ. 2199/18.11.2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. 2) Να απορριφθούν ως αβάσιμες οι υπ'αριθμ.: α) 222/21-12-2009, β) 217/11.12.2009, γ) 225/21.12.2009, δ) 224/21.12.2009, και, ε) 223/21.12.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των αντιστοίχως προς τις ανωτέρω των α) Γ. Κ., β) Α. Μ.-Κ., γ) Ε. Β., δ) Γ. Τ., και ε) Α. Τ., κατά του υπ'αριθμ. 2199/18.11.2009 βουλεύματος Εφετών Αθηνών. 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των ανωτέρω αναιρεσειόντων. Αθήνα 2-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 11-12-2009 αίτηση του Α.-Μ. Κ. και η από 18-12-2009 αίτηση του Ι. Κ. καθώς και οι από 21-12-2009 αιτήσεις των Γ. Κ., Α. Τ., Γ. Τ. και Ε. Β. του Κ. για αναίρεση του 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Γ. Τ. με το 181/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού μετ'άλλων συγκατηγορουμένων του σε απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος το οποίο του επιδόθηκε στις 4-2-2009 στην δηλωθείσα στην κατά την ανάκριση απολογία του διεύθυνση κατοικίας του στην οδό … με θυροκόλληση, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητο ο κατηγορούμενος άσκησε την από 16-4-2009 με αριθμό έκθεσης 198/2009 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 2199/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του στις 16-4-2009 αυτής χωρίς να εκθέτει στην έφεση προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησής της λόγους ανωτέρας βίας που να αφορούν το πρόσωπό του εκκαλούντος και να προσκομίσει τα προς επιβεβαίωση των αποδεικτικά μέσα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών ο άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την από 21-12-2009 ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Όμως δεν επιτρέπεται αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.2 Κ.Ποιν.Δικ.κατά του άνω απορριπτικού της εφέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος ως απαράδεκτως βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως κατά του ιδίου ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που άσκησε ο Ι. Κ. με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 18 Δεκεμβρίου 2009 και για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθμό 221/2009 έκθεση, από τα έγγραφα στη δικογραφία και ειδικότερα το από 3-12-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητού δικαστηρίων Εισαγγελίας Εφετών Γ. Σ. προκύπτει ότι στον εν λόγω αναιρεσείοντα είχε επιδοθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απερρίφθη η έφεση του κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με το οποίο είχε παραπεμφθεί και αυτός να δικασθεί για ηθική αυτουργία από κοινού σε κακουργηματική απάτη, στις 3-12-2009 με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έφεση κατοικία του. Στην ένδικη αίτηση του, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 Κ.Ποιν.Δ. δεκαημέρου προθεσμίας ο ως άνω αναιρεσείων δεν επικαλείται προς δικαιολόγηση της καθυστερημένης ασκήσεως αυτού του ένδικου μέσου συνδρομή ανυπερβλήτου κωλύματος ή λόγο ανώτερης βίας. Δεν είχε διορίσει ο αναιρεσείων αυτός όταν άσκησε έφεση κατά του 181/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως αντίκλητό του δικηγόρο, έναν από αυτούς που υπηρετούν στην έδρα του δικαστηρίου που θα δίκαζε σε δεύτερο βαθμό και στον οποίο κατά τις διατάξεις του κατ'αναλογία εφαρμοζομένου και επί βουλευμάτων άρθρου 498 Κ.Ποιν.Δ. μπορούν να γίνονται οι επιδόσεις που αφορούν τον διάδικο που τον διόρισε και αναφέρονται και στην επίδοση του μετά την άσκηση της εφέσεως εκδιδομένου βουλεύματος αλλά διόρισε ως αντίκλητο του τον δικηγόρο Πειραιώς Μιχαήλ Κουρμπέλη. Οι περιφέρειες των Αθηνών και του Πειραιώς δεν είναι μία ενιαία περιφέρεια και συνεπώς δεν αρκεί ο αντίκλητος να ανήκει στους δικηγόρους που υπηρετούν στην έδρα του δικαστηρίου ή του συμβουλίου που δικάζει ή κρίνει την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό ή αυτού που εξέδωσε το βούλευμα ή την απόφαση που προσβάλλονται με την έφεση. Κατ'ακολουθίαν, η γενομένη επίδοση του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο απερρίφθη η έφεση που είχε άσκησε ο κατηγορούμενος Ι. Κ. κατά του πρωτόδικου βουλεύματος κατ'ουσίαν παρήγαγε αποτελέσματα και άρχισε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση εκ μέρους του αναιρέσεως κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα από την παράλειψη επιδόσεως στον διορισμένο με την έφεση ως αντίκλητό του δικηγόρο του προσβαλλόμενου βουλεύματος αφού κατά τα προαναφερθέντα καθίστατο ανενεργός η από το άρθρο 155 Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλόμενη υποχρέωση για τέτοια πρόσθετη επίδοση, ως εκ του ότι ο διορισθείς ως αντίκλητος δεν ήταν δικηγόρος που να υπηρετεί στην περιφέρεια της έδρας του Δικαστηρίου από το Συμβούλιο Εφετών του οποίου εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ή του Δικαστηρίου από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του οποίου είχε εκδοθεί το βούλευμα κατά του οποίου είχε ασκήσει την έφεση ο ήδη αναιρεσείων. Κατ'ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως του Ι. Κ. στην οποία δεν δικαιολοείται η άσκηση της μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και δεν προσκομίζονται και τα προς απόδειξη αυτών στοιχεία ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ. όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν.3160/2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι το κατά το άρθρο 138 παρ.1 εδ.τελευταίο του Κ.Ποιν.Δ. "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 476 αφού πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτεθέντα όριζε ότι κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Επίσης κατά το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν.2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του. Για να κηρύξει όμως το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) απαράδεκτο το ένδικο μέσο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν.2408/1996, πρέπει να έχει ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν και προς τούτο ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστικό συμβούλιο. Την ειδοποίηση αυτή ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Η διάταξη ρυθμίζει ειδικά και κατοχυρώνει το δικαίωμα του κατηγορουμένου αλλά και κάθε άλλου διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο να εκθέτει και να αναπτύσσει τις απόψεις του για αυτό το ένδικο μέσο πριν την απόρριψή του ως απαραδέκτου από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Από το περιεχόμενο και το σκοπό της διάταξης αυτής που συμπορεύεται με το άρθρο 20 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα της προηγούμενης δικαστικής ακροάσεως για καθένα που ζητεί από το δικαστήριο την παροχή έννομης προστασίας, προκύπτει ότι αυτή δεν συνιστά απλή οδηγία του νομοθέτη αλλά οριοθετεί το δικαίωμα των άνω δικαστικών οργάνων για απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου και επιτρέπει την άσκηση του δικαιώματος αυτού μόνον όταν έχει προηγηθεί ακρόαση των ενδιαφερομένων διαδίκων ή τουλάχιστον η προαναφερόμενη ειδοποίηση του διαδίκου που έχει ασκήσει ένδικο μέσο που δεν προβλέπεται ή έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως όσον αφορά την αίτηση που έχει ασκήσει ο αναιρεσείων Γ. Τ. και την αίτηση που έχει ασκήσει ο αναιρεσείων Ι. Κ. και για τις οποίες κατά τα ανωτέρω διαπιστώνεται ότι δεν έχουν ασκηθεί παραδεκτώς δεν προκύπτει από τα έγγραφα στη δικογραφία ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που επιβάλλονται ως υποχρεωτικές από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 476 παρ.1, όσον αφορά την ειδοποίηση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου καθένα των άνω διαδίκων που άσκησαν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ή τον αντίκλητο τους για να προσέλθουν στο συμβούλιο και εκθέσουν τις απόψεις των για το ένδικο αυτό μέσο πριν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως καθενός ως απαραδέκτως από το παρόν δικαστικό Συμβούλιο. Αντίθετα από την σχετική επισημείωση στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι από τον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου έχει ειδοποιηθεί κατ'άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. όπως ισχύει μόνον ο αντίκλητος δικηγόρος του ετέρου των αναιρεσειόντων Γ. Κ., να εκθέσει τις απόψεις του ενώ δεν διαπιστώνεται ότι συντρέχει περίπτωση κηρύξεως απαραδέκτως της αιτήσεως αναιρέσεως του άνω διαδίκου. Κατ'ακολουθίαν αυτών ελλείψει προηγουμένης ακροάσεως από το παρόν δικαστικό Συμβούλιο των αναιρεσειόντων Γ. Τ. και Ι. Κ. και χωρίς να έχει λάβει χώρα η πριν από 24 ώρες ειδοποίηση αυτών των διαδίκων ή του αντικλήτου δικηγόρου των δεν επιτρέπεται η άσκηση του δικαιώματος του Συμβουλίου τούτου να απορρίψει τις αιτήσεις των ανωτέρω αναιρεσειόντων ως απαράδεκτες. Επομένως, ως προς την από 18-12-2009 αίτηση του Ι. Κ. και την από 21-12-2009 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση του 2/99/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών πρέπει να απόσχει το παρόν Συμβούλιο να αποφανθεί για το παραδεκτό ή μη αυτών προκειμένου να ειδοποιηθούν εμπρόθεσμα και νόμιμα όπως ορίζει η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. για να προσέλθουν κατά τη συνεδρίαση αυτού να εκθέσουν τις απόψεις των για το ένδικο μέσο που άσκησε καθένας από αυτούς, ενώ οι αιτήσεις των λοιπών αναιρεσειόντων που έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ως παραδεκτές πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ)βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου στην διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Περαιτέρω μετά την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 Π.Κ. με το άρθρο 14 παρ.4 ν.2721/1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και στην περίπτωση κατά την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προεκλήθη υπερβαίνει ήδη το ποσό των 73.000 ευρώ. Στην πολιτική δίκη μπορεί ο δράστης να παραπλανήσει τον δικαστή οπότε συντελείται αντικειμενικώς το έγκλημα της απάτης δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος να υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων ήτοι πλαστών ή νοθευμένων ή γνησίων μεν ψευδών όμως κατά περιεχόμενο εγγράφων από τα οποία ο δικαστής παραπλανηθείς εξέδωσε οριστική απόφαση από την οποία επήλθε βλάβη στον διάδικο. Κατ'ακολουθίαν η πράξη της απάτης στο δικαστήριο τελείται και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση ψευδείς κατά περιεχόμενο συναλλαγματικές, το ποσό των οποίων δεν όφειλε ο παθών και ο δικαστής παραπλανήθηκε από αυτές και εξέδωσε την βλαπτική για τα συμφέροντα του αντιδίκου του διαταγή πληρωμής συνεπεία της οποίας, αποτελούσης εκτελεστό τίτλο (Κ.Πολ.Δικ. 631), επέρχεται βλάβη στην περιουσία ή και απειλή κατά της περιουσίας όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσης καταστάσεως του αντιδίκου του δράστη. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδαφ.α' Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κλπ), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 Π.Κ. συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα πρόσωπο στην τέλεση κάποιου εγκλήματος το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί, ότι όλοι τελούν εν γνώσει της προθέσεως μεταξύ τους για την τέλεση του ιδίου εγκλήματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ.1 περ.α'και 45 του ΠΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία όταν περισσότεροι από κοινού παρήγαγαν από πρόθεση την απόφαση της εκτελέσεως ορισμένου εγκλήματος στον φυσικό αυτουργό αυτού. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος από κοινού με τους άλλους συμμετόχους. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ'του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β'του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τα σε αυτήν αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 20/01/1998 οι κατηγορούμενοι Α. Μ. Κ. (τότε εφέτης του Διοικητικού Εφετείου ...) και ο αποβιώσας αδελφός του Δ. Κ. συμφώνησαν με τον εγκαλούντα Γ. Φ. (δικηγόρο Αθηνών) με το υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης να αγοράσουν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, έναν αγρό, συνολικής έκτασης πεντακοσίων πενήντα πέντε (555) στρεμμάτων, που βρισκόταν στην θέση Μ. Σ. του Δήμου Υ. Φ., και για το λόγο αυτό κατέβαλαν συνολικά ως προκαταβολή το ποσό των 36.000.000 δρχ. Επειδή κατά το χρονικό διάστημα από την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου μέχρι και πριν από τον Νοέμβριο του έτους 1999 ο Α. Μ. Κ., λόγω της τότε δικαστικής ιδιότητας, δεν μπορούσε σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ.1 του Συντάγματος να συμμετάσχει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ανωνύμου εταιρείας αλλά και να αναλάβει οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία, απεφάσισε να μεταβιβάσει το δικαίωμά του επί του ποσοστού του 1/3 που του αναλογούσε. Για τον λόγο αυτό συμφώνησε με τον Κ. Κ. να του καταβάλει το ποσό των 20.000.000 δρχ. προκειμένου εκείνος να συμβληθεί στο οριστικό συμβόλαιο ως αγοραστής του 1/3 της συνολικής έκτασης του ανωτέρω αγρού. Στην συνέχεια στις 26/10/1999 δυνάμει του υπ'αριθμ.... συμβολαιογραφικού εγγράφου (καταστατικού) του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαθέου, συνεστήθη από τους Δ. Κ., Κ. Κ. και Γ. Φ. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AGRONEF Γεωργοδενδροκτηνοτροφικές - Εμπροβιομηχανικές - Εισαγωεξαγωγικές Επιχειρήσεις και Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών Ανώνυμη Εταιρεία" (AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ, Α.Ε), με έδρα την Αθήνα, κεφάλαιο στο ποσό των 35.100.000 δρχ. από το οποίο κάθε ιδρυτής κατέβαλε το 1/3 του ποσού αυτού, δηλαδή ποσό 11.700.000 δρχ., αναλαμβάνοντας ο καθένας και το 1/3 του συνόλου των μετοχών. Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας ορίστηκε ο Γ. Φ., Αντιπρόεδρος ο Κ. Κ. και Διευθύνων Σύμβουλος ο Δ. Κ.. Σύμφωνα με το καταστατικό, μεταξύ των σκοπών της εταιρείας τέθηκε και η αγορά της ανωτέρω εκτάσεως επ' ονόματι της εταιρείας σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω υπ' αριθ. ... προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου, η καλλιέργεια και παραγωγή παντός είδους οικολογικών γεωργικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων και βατόμουρων, η δενδροφύτευση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση ιχθυοτροφείων πέστροφας, σολομού, αστακών και παντός είδους ψαριών, η δημιουργία μονάδος θηραμάτων αγρίων ζώων, πουλιών, στρουθοκαμήλων κλπ. Μετά την ίδρυση της ανωτέρω εταιρείας καταρτίσθηκε και το οριστικό συμβόλαιο αγοράς της ανωτέρω έκτασης επ'ονόματι της εταιρείας, το δε ποσό του τμήματος καταβλήθηκε κατ'ίσα μέρη από τους εταίρους. Στις εργασίες και λειτουργίες της ανωτέρω εταιρείας τυπικά, για τους λόγους που αφορούσαν την δικαστική του ιδιότητα, δεν συμμετείχε ο Α.-Μ. Κ., στην πραγματικότητα όμως συμμετείχε ως κρυπτόμενο φυσικό πρόσωπο δια του αδελφού του Δ. Κ.. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το πρακτικό υπ'αριθμό … της τρίτης επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας, η οποία συνήλθε στις 10/8/2002 στην Αθήνα, όπου εμφαίνεται να συμμετέχει ο Α.-Μ. Κ. ως εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του μετόχου Δ. Κ.. Επειδή από το σύνολο της ανωτέρω έκτασης τα 155 στρέμματα είχαν χαρακτηρισθεί ως δάσος, έπρεπε προκειμένου οι εταίροι να τα χρησιμοποιήσουν για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών της εταιρείας τους να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να τα εκχερσώσουν. Την εκχέρσωση της παραπάνω έκτασης ανέλαβαν κατόπιν συμφωνίας οι χειριστές εκσκαπτικών μηχανημάτων Η. Σ. του Γ. και Κ. Ά. του Χ. με αμοιβή για τον πρώτο το ποσό των 600.000 δρχ. το μήνα, για δε τον δεύτερο το ποσό των 450.000 δρχ. το μήνα. Για τη συμφωνία αυτή συντάχθηκε αρχικά ένα ιδιόχειρο συμφωνητικό και στην συνέχεια ένα ίδιο δακτυλογραφημένο συμφωνητικό το οποίο υπέγραψαν και οι τρείς εταίροι κρατώντας ένα αντίγραφο για την εταιρεία και ένα για τους χειριστές. Τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την εκχέρσωση ανήκαν στην ανώνυμη εταιρεία "ARGO-G ΑΒΕΠΕ" της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Γ. Κ., πλήν όμως επειδή η εταιρεία αυτή είχε κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει της υπ'αριθμ.2082/28-12-1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Γ. Κ., προκειμένου να τα "διασώσει" από την διαδικασία της πτώχευσης, σε συνεννόηση με τους αδελφούς Κ. (Δ. και Α.-Μ.), με τους οποίους διατηρούσε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις, τα μετέφερε στο κτήμα της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ Α.Ε. στη ... και τα διέθεσε δωρεάν για την εκχέρσωση του κτήματος. Από την πλευρά του ο εκκαλών Γ. Κ. παραδέχεται μεν ότι τα μηχανήματα ανήκαν προσωπικά στον ίδιο από το έτος 1999, αλλά υποστηρίζει ότι στη συνέχεια τα εισέφερε στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε.", η οποία και εξόφλησε το τίμημα των μηχανημάτων. Ακόμη υποστηρίζει, ότι η εν λόγω εταιρεία στη συνέχεια μίσθωσε τα μηχανήματα στην εταιρεία AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ Α.Ε. από 10/1/2000 έως 31/3/2000, προκειμένου η τελευταία να προβεί στην εκχέρσωση του κτήματος και ότι το μίσθωμα είχε συμφωνηθεί να υπολογισθεί βάσει των ωρών εργασίας των μηχανημάτων, και κατά τη συμφωνία η AGRONEF θα πλήρωνε το πετρέλαιο και τους χειριστές των μηχανημάτων τους οποίους και πλήρωσε. Περαιτέρω ο Γ. Κ. ισχυρίζεται ότι η εταιρεία AGRONEF δεν επέστρεψε, όπως όφειλε, τα μηχανήματα στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αλλά τα κράτησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2001 και ότι τελικά η εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ πήρε τα μηχανήματά της τον Φεβρουάριο του 2001, χωρίς τελικά η οφειλέτρια εταιρεία AGRONEF να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, τα οποία μαζί με τα έξοδα μεταφοράς, επισκευής και αγοράς ανταλλακτικών αυτών ανήλθαν στο ποσό των 53.170.000 δρχ. περίπου. Ακόμη, ισχυρίζεται ότι οι μέτοχοι της AGRONEF αθέτησαν την συμφωνία τους και δεν πλήρωσαν τα οφειλόμενα και για τον λόγο αυτό ο Δ. Κ., ο οποίος κατά το διάστημα εκείνο ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της AGRONEF πρότεινε στη Γενική Συνέλευση να αναγνωρισθεί και να πληρωθεί η απαίτηση της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤ.Τ.Ε.Β.Ε. Ακολούθως ο Δ. Κ. μετά από σχετική απόφαση για την αναγνώριση του χρέους από την AGRONEF, που ελήφθη κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της 19/5/2001, εξέδωσε προς εξόφληση, σε διαταγή της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. πέντε (5) συναλλαγματικές συνολικής χρηματικής απαίτησης 156.040 ευρώ (δηλαδή πέντε συναλλαγματικές ποσού εκάστης 31.208 ευρώ) και συγκεκριμένα: 1. συναλλαγματική ποσού 31208 ευρώ εκδόσεως και αποδοχής στις 25-2-2002, στην Αθήνα λήξεως 30-5-2002, 2.συναλλαγματική ποσού 31208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25-2-2002, στην Αθήνα λήξεως 2-6-2002, 3.συναλλαγματική ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25-2-2002 στην Αθήνα λήξεως 5-6-2002, 4.συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25-2-2002 στην Αθήνα, λήξεως 10-6-2002, 5.συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής στις 25-2-2002 στην Αθήνα, λήξεως 12-6-2002. Στην συνέχεια την 25-2-2002 οι κατηγορούμενοι Ε. Β., Γ. Τ. και Α. Τ., οι οποίοι απάρτιζαν την σύνθεση του Δ.Σ. της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος η πρώτη, Αντιπρόεδρος ο δεύτερος και μέλος ο τρίτος), με το από 25-2-2002 πρακτικό του Δ.Σ. χορήγησαν στον Γ. Κ. έγγραφη εξουσιοδότηση για να τους εκπροσωπεί ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών δυνάμει της οποίας αυτός άσκησε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας (ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε.) κατά της εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ, την από 15-10-2002 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο δικόγραφο της οποίας ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία αποδέχθηκε νομότυπα τις παραπάνω συναλλαγματικές συνολικού ποσού 156040 ευρώ και ότι εξ αυτού του λόγου οφείλει στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." το ανωτέρω ποσό (υπ'αριθμ.6977/2002 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Πλήν όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί του Γ. Κ. δεν είναι βάσιμοι διότι δεν στηρίζονται στο αποδεικτικό υλικό. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι τα ποσά των συναλλαγματικών αφορούσαν μισθώματα των εκσκαπτικών μηχανημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την εκχέρσωση του κτήματος της εταιρείας AGRONEF, τον χρόνο που φέρεται ότι έγινε η συμφωνία για την εκμίσθωση των μηχανημάτων μεταξύ των άνω εταιρειών η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." δεν υφίστατο ως εταιρεία. Η εν λόγω εταιρεία, η οποία ήταν συμφερόντων του κατηγορουμένου Γ. Κ., όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής Βαϊοπούλου, συνεστήθη το πρώτον την 8-2-2000, η δε καταχώρησή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών έγινε μόλις τον Απρίλιο του 2000, ενώ η κατάθεση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, που ανέρχεται σε 55 εκατομμύρια δρχ., έγινε στις 18-8-2000 δηλαδή προκύπτει ξεκάθαρα ότι κατά τον επίμαχο χρόνο της εκχερσώσεως η "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." δεν κατείχε με οποιαδήποτε σχέση τα εκσκαπτικά μηχανήματα, έτσι ώστε να είναι δυνατή η εκμίσθωση αυτών. Ούτε άλλωστε προσκομίσθηκε από τους κατηγορουμένους το μισθωτήριο έγγραφο που αφορά την μίσθωση των μηχανημάτων, ώστε να ερευνηθεί μεταξύ ποίων είχε υπογραφεί η μίσθωση, ενώ για πολύ μικρότερη οικονομική δέσμευση, μεταξύ όλων των μετόχων της AGRONEF και των χειριστών των μηχανημάτων Η. Σ. και Κ. Α. είχε καταρτισθεί και υπογραφεί το από 30-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας εξ άλλου δεν προκύπτει ότι εξοφλήθηκαν τα εκσκαπτικά μηχανήματα που είχε εισφέρει ο ίδιος Γ. Κ. κατά την ίδρυση της εταιρείας, αφού δεν προσκομίσθηκαν τα σχετικά τιμολόγια αγοράς των μηχανημάτων, που κατά τους ισχυρισμούς του, εκδόθηκαν στο όνομα της "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." και εξοφλήθηκαν από αυτήν. Αντιθέτως οι ισχυρισμοί του Γ. Φ. και του μάρτυρα Κ. Κ., ότι δεν υπήρξε κανένα απολύτως χρέος της εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ προς την εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." από την εκμίσθωση των ανωτέρω εκσκαπτικών μηχανημάτων και ότι οι συναλλαγματικές που προσκομίσθηκαν από τον Γ. Κ. ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδείς και εικονικές, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ο ανωτέρω δικαστής και να εκδώσει την υπ'αριθμ.6977/2002 Διαταγή πληρωμής υπέρ της αιτούσας εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε.", ποσού 156040 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, σε βάρος της ανωτέρω αποδέκτριας εταιρείας, κρίνονται αληθινοί και δεν αναιρούνται από την με ημερομηνία 19-5-2001 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας AGRONEF για εξόφληση του οφειλομένου ποσού 53170800 δρχ. προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε.", καθόσον με την υπ'αριθμ.3996/1-11-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της απόφασης αυτής, ενώ δεν πρέπει να παρα ότι σύμφωνα με σχετικό όρο του καταστατικού της AGRONEF τα αξιόγραφα έπρεπε να υπογράφονται και από τα τρία μέλη του Δ.Σ. αλλιώς θα πρέπει να δοθεί ρητή έγγραφη εξουσιοδότηση σε ένα από αυτά πράγμα που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε. Περαιτέρω από το γεγονός ότι: α)ο μέτοχος της AGRONEF Δ. Κ. ήταν ταυτόχρονα και μέτοχος από κοινού με το "δανειστή" Γ. Κ. στην εταιρεία "ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΠΕ" β)τα ανωτέρω πρόσωπα ενεργούσαν από κοινού τις επιχειρήσεις τους, γ)στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων για την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως, στην οποία είχε προβεί η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." σε βάρος της περιουσίας της AGRONEF, μετά την έκδοση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, η ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. προσκόμισε την υπ'αριθμ. … ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Κερατέας Δάφνης Ξούρα, στην οποία ο εκκαλών κατηγορούμενος Ι. Κ., που ήταν τότε αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της AGRONEF υπεραμύνεται του κύρους της κατασχέσεως του κτήματος, δ)οι αδελφοί Κ. συγκαλούν γενική συνέλευση των μετόχων για τις 10-19 Αυγούστου 2002, όπου μετέχει μόνος του ο Δ. Κ. και παρίστανται ως εκπρόσωποι και αντιπρόσωποι αυτού οι Α.-Μ. Κ. και Ι. Κ., όπου αποφασίζεται μετοχοποίηση του ανύπαρκτου χρέους προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." χωρίς προηγουμένως αναπροσαρμογή του αρχικού κεφαλαίου με βάση την αξία του κτήματος και παραχωρούνται μετοχές σε ποσοστό 60% της AGRONEF προς την "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." συμψηφίζοντας έτσι το "χρέος" και ε)η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε." είναι συμφερόντων του Γ. Κ. και απαρτίζεται κυρίως από μέλη της οικογενείας του, δηλαδή η μεν πρόεδρος του Δ.Σ. B. E.είναι σύζυγος του, το δε μέλος του Δ.Σ. Α. Τ. είναι ανηψιός του, συμμετείχαν δε ενεργά στη διοίκηση της εταιρείας οι τελευταίοι (βλ.την από 17-12-2007 απολογία του Γ. Κ.), προκύπτει ότι οι 2ος , 3ος, 4ος και 6ος των εκκαλούντων έλκοντες ζωτικά συμφέροντα από την έκδοση της σχετικής διαταγής πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της AGRONEF και υπέρ της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. προκάλεσαν την απόφαση στον 1ο εκκαλούντα με προτροπές και παραινέσεις για να διαπράξει την ανωτέρω περιγραφόμενη πράξη της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου, από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα ότι έγιναν δεκτά στο Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι οι λόγοι που εξέθεταν στις εφέσεις των οι 1ος , 2ος, 3ος, 4ος και 6ος των εκκαλούντων δεν ήταν ουσιαστικά βάσιμοι ως μη στηριζόμενοι στο αποδεικτικό υλικό και απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα τις εφέσεις των ανωτέρω από τους εκκαλούντες κατά του 181/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο είχαν παραπεμφθεί όλοι οι εκκαλούντες για να δικασθούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για κακουργηματική απάτη και ηθική αυτουργία σε τέτοια απάτη από κοινού κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ'αυτό που διαλαμβάνονται και στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 45, 46 παρ.1α, 386 παρ.1, 3β του Π.Κ., όπως η παρ.3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 94 παρ.4 του ν.2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η επέλευση βλάβης στην περιουσία της ανώνυμης εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ ΑΕΑ συνιστάμενη στην έκδοση σε βάρος της διαταγής πληρωμής για ανύπαρκτο χρέος από 156040 ευρώ πλεον τόκων και εξόδων με βάση μη νομίμως γενόμενες αποδεκτές με υπογραφή από όλα τα μέλη του Δ.Σ. της ανώνυμης αυτής εταιρείας ως άνω πέντε συναλλαγματικές, με κίνδυνο απωλείας αντιστοίχου περιουσιακού στοιχείου της σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της προς τον άνω εκτελεστό τίτλο, αφού η έκδοση διαταγής πληρωμής συνιστά επέλευση παρούσης βλάβης σε περίπτωση που επιδιώχθηκε αναγκαστική εκτέλεση όπως στην εξεταζόμενη υπόθεση έγινε δεκτό ότι συνέβη, εν όψει της υποβολής αιτήσεως εκ μέρους της Α.Ε. AGRONEF αιτήσεως για αναστολή εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής. Αιτιολογείται ακόμη η ύπαρξη αιτιώδου συνδέσμου μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του ήδη αναιρεσείοντος Γ. Κ. με τους ψευδείς ισχυρισμούς που περιέλαβε στην υποβληθείσα αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής για την ύπαρξη δήθεν οφειλής της εταιρείας AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ Α.Ε. με βάση τις ανωτέρω πέντε συναλλαγματικές που άνευ νομίμου αιτίας είχαν εκδοθεί και έγιναν αποδεκτές από τον Δ. Κ. μόνον ως εκπρόσωπο αυτής της ανώνυμης εταιρείας και της πλάνης που προκάλεσε στον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου που εξέδωσε την άνω διαταγή πληρωμής και διέτασσε την εν λόγω ανώνυμη εταιρεία να πληρώσει το διατασσόμενο ποσό στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ περιέχει δε περιουσιακή διάθεση που επάγεται περιουσιακή βλάβη. Αιτιολογείται περαιτέρω με τα αναφερόμενα περιστατικά και ο δόλος του παραπεμπόμενου ως αυτούργου της απάτης άνω αναιρεσείοντος για το ψευδές των περιστατικών που παρέστησε στον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την υποβληθείσα αίτηση και της συνημμένες πέντε συναλλαγματικές που εμφάνισε ότι τις είχε αποδεχθεί νομίμως η εταιρεία AGRONEF καθώς και ο σκοπός του άνω αναιρεσείοντος ότι επεδίωκε να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με βάση την διαταγή πληρωμής που κατά τα ανωτέρω ζήτησε και εκδόθηκε από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ σε διαταγή της οποίας είχαν εκδοθεί οι ως άνω συναλλαγματικές και ως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της οποίας ο αναιρεσείων αυτός έγινε δεκτό ότι ενεργούσε με αντίστοιχη βλάβη της καθής η διαταγή πληρωμής ανώνυμης εταιρείας AGRONEF. Περαιτέρω αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ως προς τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε κακουργηματική απάτη σε σχέση με τους λοιπούς αναιρεσείοντες που κρίθηκαν παραπεμπτέοι για την συμμετοχή των υπό αυτήν τη μορφή στο ως άνω έγκλημα και ειδικότερα ότι οι αυτοί προκάλεσαν την απόφαση στον συγκατηγορούμενό τους Γ. Κ. με προτροπές και παραινέσεις να διαπράξει την απάτη ενώπιον δικαστηρίου με προξενηθείσα από αυτήν ζημία και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ. Επίσης, προσδιορίζονται στο βούλευμα αυτό περιστατικά για τη συμπεριφορά των παραπεμπομένων ως ηθικών αυτουργών από τους αναιρεσείοντες που υπεδήλωνε τις προσπάθειές των καθώς και το συμφέρον τους να εμφανισθεί ότι υπήρχε απαίτηση της εταιρείας ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. έναντι της εταιρείας AGRONEF ΓEEE & ΕΕΣ Α.Ε. και που τους οδήγησε να πείσουν τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό τους με τον τρόπο και τα μέσα που αναφέρθηκαν να υποβάλει την από 29-10-2002 αίτηση και να παραπλανήσει τον δικαστή του μονομελούς Πρωτοδικείου με βάση τις μη αντιστοιχούσες σε υπαρκτή οφειλή της AGRONEF Α.Ε. και μη σύμφωνα με το καταστατικό αυτής γενόμενες αποδεκτές από τον φερόμενο ως δήθεν νομίμως υπογράφοντα αυτές ως άνω συναλλαγματικές ώστε να εκδώσει την επίμαχη διαταγή πληρωμής υπέρ της αιτούσης εταιρείας ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ και σε βάρος της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ Α.Ε.. Δεν απαιτούνταν να αναφερθούν επί πλέον περιστατικά προς αιτιολόγηση της ηθελημένης από κοινού εκ μέρους των λοιπών αναιρεσειόντων προκλήσεως της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον Γ. Κ. της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι ήταν άκυρη, όπως ανεγνωρίσθη και με σχετική δικαστική απόφαση, η από 19-5-2001 απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας AGRONEF με την οποία αποφασίσθηκε η ανάληψη της εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού για την εκχέρσωση των 400 στρεμμάτων από τους Κ. Κ. και Δ. Κ. ως μετόχους κατ' ισομοιρία και να γίνει κεφαλαιοποίηση του οφειλόμενου ποσού από 53.170.800 δρχ. μετά την εξόφλησή του δια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ισόποσο και διανομής των μετοχών αυξήσεως αυτού μεταξύ των δύο ως άνω μετόχων, άλλως ο καταλογισμός του 1/3 αυτού σε βάρος του Γ. Φ. και η λήψη μέτρων κατάσχεσης για τα εξουσιοδοτείτο ο Δ. Κ.. Εν όψει της παραδοχής για ακυρότητα της άνω αποφάσεως της έκτακτης γενικής συνελεύσεως στις 19-5-2001 των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας AGRONEF παρεμπιπτόντως περαιτέρω αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι έπρεπε οι συναλλαγματικές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής να υπογράφονται και από τα τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας AGRONEF και όχι μόνο από τον Δ. Κ., αφού με την άνω άκυρη απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας AGRONEF έγιναν μεταβολές στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου αυτής της ανώνυμης εταιρείας με αντικατάσταση του Γ. Φ. από τον αναιρεσείοντα Ι. Κ.. Αρκούσε η περί ακυρότητος της πιο πάνω αποφάσεως της γενικής συνέλευσης των μετόχων για το ότι ήταν ψευδείς κατά περιεχόμενο ως άνευ νομίμου αιτίας οι πέντε αυτές συναλλαγματικές που επισυνάφθηκαν στην αίτηση που υποβλήθηκε και παραπλανήθηκε ο δικαστής του μονομελούς Πρωτοδικείου που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής για την πληρωμή του αναφερόμενου ποσού από την εταιρεία AGRONEF στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε. Το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο τον αναιρεσείοντα Γ. Κ. μεταφέρθηκαν στο αγροτικό ακίνητο που αγόρασε η ανώνυμη εταιρεία AGRONEF τα δύο εκσκαπτικά-χωματουργικά μηχανήματα. Αυτά που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες για μεταβίβαση των εν λόγω μηχανημάτων στην εταιρεία ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ μετά την ίδρυσή της και για ανάληψη από την εταιρεία AGRONEF των υποχρεώσεων από μίσθωση αυτών των εκσκαπτικών μηχανημάτων δεν περιλαμβάνονται στα περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυπταν από τις αποδείξεις. Με τους ισχυρισμούς αυτούς υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου γίνεται συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από τους αναιρεσείοντες ότι εχώρησε νομίμως με τη συναίνεση των αρχικώς συμβαλλομένων ανάληψη των υποχρεώσεων από μίσθωση αυτών των μηχανημάτων ως ενοχικής σχέσεως με εκχώρηση και αναδοχή όλων των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκ μέρους των εταιρειών ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Ε. και AGRONEF Α.Ε.. Τέτοιοι όμως ισχυρισμοί δεν είναι δυνατό να θεμελιώσουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως διότι πλήττεται έτσι η ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων Α. Μ. ότι δεν στοιχειοθετείται ηθική αυτουργία των στην αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη, εφόσον δεν ήταν μέτοχος ούτε είχε σχέση με τις εμπλεκόμενες στην εκδοθείσα επίμαχη διαταγή πληρωμής εταιρείες δεν θεμελιώνουν λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., διότι δεν ήταν προϋπόθεση της προκλήσεως και εκ μέρους και αυτού της αποφάσεως στον αναιρεσείοντα Γ. Κ. να διαπράξει την αξιόποινη πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου με τις προαναφερθείσες δυσμενείς συνέπειες και προκειμένου να ωφεληθεί παρανόμως τρίτος να είναι αυτός μέτοχος της φερομένης ως οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρείας AGRONEF. Επίσης από αυτά που δέχεται το προσβαλλόμενο δια παραπομπής στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση συνάγεται ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν περιλαμβάνονται και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και επομένως δεν παρέλειψε να συνεκτιμήσει κάποιο από αυτά παρά τα όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται με τις ένδικες αιτήσεις για έλλειψη αιτιολογίας του ως άνω βουλεύματος και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το Συμβούλιο Εφετών. Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ., αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 εδαφ. γ' Κ.Ποιν.Δ., υφίσταται όταν το βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, ενώ με προγενέστερο βούλευμα ή απόφαση κρίθηκε αμετακλήτως ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ή η ποινική δίωξη κατ' αυτού έπαυσε οριστικά. Αντιθέτως δεν παράγουν δεδικασμένο και δεν δεσμεύουν τον ποινικό δικαστή οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων επί ζητήματος που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ούτε παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την οποία κατ' άρθρο 43 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αλλά ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποία απορρίπτεται κατ' άρθρο 47 του Κ.Πολ.Δ. η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Στην τελευταία μόνον περίπτωση εφόσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελει-οδικών το δικαίωμα να απορρίψει κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του Κ.Ποιν.Δ. κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, που ισχύει κατά το στάδιο που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις ασκήσεως ποινικής διώξεως. Ούτε πάλι δημιουργείται δεδικασμένο από την παραπομπή στο ακροατήριο για να δικασθούν για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση εκείνων που είχαν καταμηνύσει άλλους για αξιόποινες πράξεις, χωρίς κατά των τελευταίων να ασκηθεί ποινική δίωξη ως προς άλλες πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε κατά των ιδίων ποινική δίωξη. Ορίζεται μόνον στο άρθρο 366 παρ. 2 Π.Κ. ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 αν το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη αναστέλλεται η ποινική δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής διώξεως και θεωρείται αποδεδειγμένο, ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο, που είχε δυσφημισθεί τέλεσε την αξιόποινη πράξη. Συνεπώς, οι αιτιάσεις όλων των αναιρεσειόντων ότι με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβιάσθηκε το δεδικασμένο που ισχυρίζονται ότι απορρέει αφ' ενός από την απόρριψη με την Α 55/2004 διάταξη της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών της από 24-9-2003 εγκλήσεως του Κ. Κ. κατά των Α. Μ. Κ., Δ. Κ., Ι. Κ., Γ. Κ. και Κ. Π. για τις πράξεις της απάτης αντικειμένου ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, της πλαστογραφίας με χρήση και της υπεξαιρέσεως την κατά της οποίας εισαγγελικής διατάξεως προσφυγή του εγκαλούντος απέρριψε ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την 561/17-8-2006 διάταξή του και αφ' ετέρου από την αμετάκλητη παραπομπή του άνω μηνυτή Κ. Κ. και των μαρτύρων του Γ. Φ. και Ν. Κ. να δικασθούν με το αναφερόμενο κλητήριο θέσπισμα, η κατά του οποίου προσφυγή αυτών απερρίφθη με την 395/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον δεν συντρέχουν υπό τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις των αναιρεσειόντων οι αξιούμενες από το άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ. προϋποθέσεις για να προκύπτει δεδικασμένο σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες αυτοί με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπονται στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Επίσης απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις που προτείνονται από τον αναιρεσείοντα Α. Μ.-Κ. ότι παρεβιάσθη με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεδικασμένο που απέρρεε από το αμετάκλητο 2610/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο απαλλάχθηκαν αυτοί και ο έτερος κατηγορούμενος Δ. Κ. που έχει ήδη αποβιώσει καθώς η συμβολαιογράφος Αθηνών Α. Π. για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος των ποινική δίωξη που ισχυρίζονται ότι αφορούσαν σε πλαστογράφηση δήθεν από κοινού από τους συναυτουργούς της υπογραφής και σφραγίδας συμβολαιογράφου στα πρακτικά της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της AGRONEF Α.Ε. της 10/8 - 19/8/2002. Δεν αναφέρουν ο ως άνω αναιρεσείων με ποιο τρόπο έχει καταστεί αμετάκλητο το αναφερόμενο βούλευμα που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία εναντίον του και πότε έλαβε χώρα το γεγονός τούτο με συνέπεια να μην είναι σαφής και ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πέραν του ότι το συμπεριλαμβανόμενο στο κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Μ.-Κ. 2610/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για την πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο ως άνω αναιρεσείων, που είναι διαφορετική από αυτήν της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη για την οποία παραπέμπονται με το προσβαλλόμενο βούλευμα να δικασθούν στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο. Απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις που προβάλλονται με την αίτηση του ίδιου αναιρεσείοντος κατά τις οποίες από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών είχε απορριφθεί με την 541/2005 απόφασή του διαδικασίας πιστωτικών τίτλων η ανακοπή της AGRONEF Α.Ε. και η τριτανακοπή του Γ. Φ. κατά της εταιρείας ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ όσον αφορά την επίμαχη 6677/2002 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη μετά την 6261/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ότι το δεδικασμένο που απορρέει από τις άνω αποφάσεις των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων παρεβίασε το προσβαλλόμενο βούλευμα αφού δεν δημιουργείται δεδικασμένο που να δεσμεύει τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια ως προς την κρίση των για τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες από αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, όπως οι παραπάνω. Είναι αβάσιμοι επομένως οι συναφείς λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. γ' Κ.Ποιν.Δ. των αιτήσεων των αναιρεσειόντων με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης δεδικασμένου στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 60 Κ.Ποιν.Δ. και της διατάξεως του άρθρου 61 του ιδίου κώδικα, σαφώς προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο κρίνει και περί των ενώπιον αυτού αναφυομένων ζητημάτων αστικής φύσεως και μόνον όταν κατά ρητή διάταξη νόμου απαιτείται να προκληθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου επί του αναφυομένου ζητήματος αστικής φύσεως, υποχρεούται να αναστείλει την πρόοδο της ποινικής δίκης μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου. Εξ άλλου υπέρβαση εξουσία που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' Κ.Ποιν.Δ. υφίσταται όταν το Ποινικό Δικαστήριο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα, υπαγόμενο κατά ρητή διάταξη νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως τα ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 Π.Κ. Μόνο στις περιπτώσεις αυτές είναι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης και συνεπώς και της ποινικής δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση από τους αναιρεσείοντες με τις αιτήσεις των γίνεται επίκληση ότι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα υπερέβη την εξουσία του γιατί έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπαγόταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων όπως οι διαφορές για την διοίκηση ανωνύμου εταιρείας και την ιδιότητα των ενδιαφερομένων ως μελών του διοικητικού συμβουλίου και μετόχων αυτής καθώς και για μετοχοποίηση του χρέους των 53.170.800 δρχ. ή 156.040 ευρώ της εταιρείας αυτής με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της και επί θεμάτων επί των οποίων αμετάκλητα έκριναν τα πολιτικά δικαστήρια, οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες διότι στη συγκεκριμένη υπόθεση με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο και αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα παραδεκτά σύμφωνα με τα προεκτεθέντα έκρινε παρεμπιπτόντως για τα ζητήματα που αφορούν την ακυρότητα αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας AGRONEF και για το ψευδές περιεχόμενο των συναλλαγματικών με βάση τις οποίες εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής καθώς και για την αποδοχή των από ένα και όχι από όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας αυτής, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωση από εκείνες που έπρεπε κατά νόμο να προηγηθεί υποχρεωτικά απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου ώστε να είναι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής διώξεως και περαιτέρω ο ποινικός δικαστής δεν δεσμεύεται από απόφαση Πολιτικού δικαστηρίου που έχει σχέση με την ποινική δίκη αλλά εκτιμά αυτήν ελεύθερα ως στοιχείο μαζί με τις άλλες αποδείξεις (άρθρ. 62, 177, 178 Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός για υπέρβαση εξουσίας λόγος των αιτήσεων των αναιρεσειόντων. Μετά ταύτα και ενόψει του ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Α. Μ. Κ. ότι το ψεύδος των όσων ανέφερε ο μηνυτής και το σφάλμα του προσβαλλόμενου βουλεύματος ως προς την παραδοχή ότι τα εκσκαπτικά μηχανήματα ανήκαν στην πτωχεύσασα εταιρεία ARGO. G ΑΒΕΤΤΕ προέκυπτε και από τα τιμολόγια … και … που επικαλείται ο άνω αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως είναι απαράδεκτος, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή μη 1) της από 18-12-2009 αιτήσεως του Ι. Κ. του Γ. και 2) της από 21-12-2009 αιτήσεως του Γ. Τ. του Σ. για αναίρεση του 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προκειμένου να ειδοποιηθούν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα αυτοί ή οι αντίκλητοί τους για να προσέλθουν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου σε Συμβούλιο για να εκθέσουν τις απόψεις των επί του απαραδέκτου των αιτήσεών τους. Απορρίπτει τις από 21-12-2009 αιτήσεις των α) Α. Μ. Κ. του Κ., β) Γ. Κ. του Ε., γ) Α. Τ. του Ι. και δ) Ε. Β. του Κ. για αναίρεση του ανωτέρω 2199/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, των οποίων οι αιτήσεις απορρίπτονται, στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Nοεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη στο Δικαστήριο, το παράνομο περιουσιακό όφελος από την οποία και η προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € (ο 3ος κατηγορούμενος) και ηθική αυτουργία σε τέτοια απάτη από κοινού (οι λοιποί κατηγορούμενοι). Συνεκδικαζόμενες λόγω συνάφειας έξι ξεχωριστές αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε τις εφέσεις των κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Απέχει να αποφανθεί επί των αιτήσεων αναιρέσεως του 2ου και 5ου αναιρεσειόντων μέχρι να ειδοποιηθούν οι αντίκλητοι δικηγόροι τους να προσέλθουν να εκθέσουν τις απόψεις των επί του απαραδέκτου των αιτήσεών τους. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως των λοιπών αναιρεσειόντων. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις ότι δεν ήταν μέτοχος ο 1ος αναιρεσείων στην ανώνυμη εταιρία που είναι αποδέκτρια των συναλλαγματικών με βάση τις οποίες ο 3ος αναιρεσείων ζήτησε και επέτυχε την έκδοση από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της επίμαχης διαταγής πληρωμής, διότι αφορούν σε πλημμέλειες σχετικά με την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών ως προς τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το Συμβούλιο Εφετών, διότι αρκούσε η αιτιολογία ότι ήταν άκυρη η απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας περί αναλήψεως της εξόφλησης του φερόμενου ως οφειλόμενου ποσού για εκχέρσωση κτήματός της προς την εταιρία ..., μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας ήταν και οι τρεις από τους αναιρεσείοντες, για το ότι ήταν ψευδής κατά περιεχόμενο οι συναλλαγματικές που επισυνάφθηκαν στην αίτηση και με τις οποίες παραπλανήθηκε ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, και παρεπιμπτόντως δέχθηκε περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι έπρεπε να έχουν υπογραφεί από τρία μέλη του Δ.Σ. της αποδέκτριας ανώνυμης εταιρίας οι αναφερόμενες συναλλαγματικές. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση δεδικασμένου φερόμενου ότι προέκυπτε από απορριπτικές διατάξεις του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για άλλη έγκληση του μηνυτή κατά των κατηγορουμένων για άλλες αξιόποινες πράξεις και από βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών περί απαλλαγής του 1ου αναιρεσείοντος και αλλού ήδη αποβιώσαντος για άλλες αξιόποινες πράξεις, καθώς και από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου που απέρριψε τελεσιδίκως ανακοπή και τριτανακοπή κατά της επίμαχης διαταγής πληρωμής. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, διότι δεν υπερέβη του Συμβούλιο Εφετών την εξουσία του κρίνοντας παρεμπιπτόντως όσον αφορά αιτήματα γενικής συνελεύσεως της αποδέκτριας των συναλλαγματικών ανώνυμης εταιρίας και για ψευδές περιεχόμενο των συναλλαγματικών με βάση τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής καθόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση από εκείνες που έπρεπε κατά νόμο να προηγηθεί υποχρεωτικά η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου ώστε να είναι υποχρεωτική η αναστολή διώξεως, και οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων εκτιμώνται ελεύθερα από το ποινικό δικαστήριο.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
0
Αριθμός 1849/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγρηγορίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 59431/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 17 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1649/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με αριθμό 80/30-9-2009 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Δημήτριο Παπαγρηγορίου, της κατηγορουμένης, Ε. Ν., κατά της 59.431/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που εκδόθηκε παρούσας δια πληρεξουσίου αυτής και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή της κατά της 15.469/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, καθώς και οι με το από 17-9-2010 ξεχωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε νόμιμα από τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο της άνω κατηγορουμένης, στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 17-9-2010, ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι παραδεκτοί (αίτηση και πρόσθετοι λόγοι), και πρέπει, συνεκδικαζόμενα, να εξετασθούν και κατ' ουσίαν. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ. όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση, αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στα άρθρο 510 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση είναι και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Εξάλλου σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί τα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρ. 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητα τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρ. 476 ΚΠΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου ότι τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 59431/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας κατηγορουμένης εκπροσωπηθείσας στη δίκη εκείνη από το συνήγορο της, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση της (αναιρεσείουσας), κατά της υπ' αριθμό 15469/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για την παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, ως ισχύει, "περί επιταγών", σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και χρηματική ποινή διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Από τη σχετική υπ' αριθμό 610/22-1-2009 έκθεση εφέσεως, ή οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, ότι " ουδέποτε έλαβε γνώση της ανωτέρω αποφάσεως, διότι δεν ήταν παρούσα κατά την εκδίκαση της υπόθεσής της". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή της ότι η επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως έγινε σε άλλη διεύθυνση και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, και ως εκ τούτου, μη γνώσεως από αυτήν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενη στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας της ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα- κατηγορουμένη, Ε. Ν., η οποία κατά τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται παρούσα ως εκπροσωπούμενη από τον παραπάνω συνήγορο της, καταδικάστηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. 15469/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση δύο ετών και χρηματική ποινή 200.000 δραχμών, η οποία της κοινοποιήθηκε με θυροκόλληση την 29.6.1999 στην οδό ... στου ..., όπως προκύπτει από το από 29.6.1999 αναγνωσθέν αποδεικτικό επίδοσης του ..., Αστυφύλακα που υπηρετούσε στο Α.Τ. .... Επί της αποφάσεως αυτής η κατηγορουμένη άσκησε εκπρόθεσμα την υπ' αριθμ. 610/22.1.2009 έφεση της, στην οποία δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας της την οδό ... στη ... και επιπλέον ότι δεν ήταν παρούσα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας, Γ. Γ., κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη είχε εταιρεία εξαγωγής τροφίμων και στην οδό ..., στου ..., όπου έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ήταν η έδρα της εταιρίας η οποία πτώχευσε το 1995, περαιτέρω δε ότι το 1999 που έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης στην ανωτέρω διεύθυνση δεν υπήρχε η εταιρία και δεν έλαβε γνώσιν η κατηγορουμένη. Όμως, ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι εκκρεμούσε σε βάρος της η προκείμενη ποινική υπόθεση, ενώ από την με αριθμό 23309/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που αναγνώστηκε, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, είχε εμφανιστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, στη δικάσιμο της 23.2.2995, είχε προβάλει τον ισχυρισμό περί πλαστογραφίας της επίδικης επιταγής και το Δικαστήριο ανέβαλε [με την ως άνω 23309/95 απόφαση του] μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπόθεσης της πλαστογραφίας, ακολούθως δε σε μεταγενέστερη δικάσιμο εκδικάστηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν ερήμην της κατηγορουμένης και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Σημειώνεται ότι η κατηγορουμένη, η οποία είχε κληθεί για την ανωτέρω υπόθεση στη διεύθυνση όπου ήταν η έδρα της εταιρίας της στην οδό ... στου ..., μολονότι εμφανίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και προέβαλε τον ανωτέρω ισχυρισμό περί πλαστογραφίας και γνώριζε την εκκρεμή σε βάρος της δίωξη, ουδέποτε γνωστοποίησε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών τη μεταβολή της διεύθυνσης της και επομένως ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ενδεχομένως η διεύθυνση κατοικίας της ήταν κατά τον ανωτέρω χρόνο στην οδό ... στη ..., δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο επίδοσης της ερήμην απόφασης [29.6.1999] είχε πάψει η λειτουργία της εταιρίας την οποία εκπροσωπούσε η κατηγορουμένη στην ανωτέρω διεύθυνση επί της οδού ... στου ..., όπου έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης με θυροκόλληση, ούτε ότι η κατηγορουμένη δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης, και σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε ότι η Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών γνώριζε την παραπάνω διεύθυνση της στην οδό ..., καθόσον αυτή δεν προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην γνωστοποίηση της νέας της διεύθυνσης στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η μη απόδειξη διαμονής της κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως στην προαναφερθείσα διεύθυνση, γνωστής στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως της. Κατά συνέπεια το δικαστήριο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να απορρίψει την κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως γνωστής διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό, από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αλλαγή της κατοικίας της, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της νέας κατοικίας της (...), αλλά περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας της που αναφέρεται στη επιταγή, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, στην οδό ...-... και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτή διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, απέρριψε επίσης, εκ περισσού, και τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνδρομής ανώτερης βίας. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ο από το ίδιο άρθρο, στοιχ.Ε', του αυτού Κώδικα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠΔ (επίδοση εκκαλούμενης αποφάσεως και στο διορισμένο στο ακροατήριο σε άλη συνεδρίαση, αντίκλητο δικηγόρο του δεν αποδείχθηκε όμως ότι αντίκλητος δικηγόρος δεν είχε διοριστεί, ούτε είχε τέτοιος οριστεί με άλλη απόφαση προπαρασκευαστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου), λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-9-2009 αίτηση της Ε. Ν. του Κ., κατοίκου ..., καθώς και τους, με το από 17 Σεπτεμβρίου 2010, ιδιαίτερο δικόγραφο, ασκηθέντες από την αυτή αναιρεσείουσα, πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 59.431/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία απορρίφθηκε έφεση κατ' αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόρριψη της πρώτης αιτιάσεως ότι είχε γνωστή άλλη διαμονή, την οποία όμως δεν είχε γνωρίσει στην Εισαγγελική αρχή κατά νόμιμο τρόπο, καθώς και της αιτίασης ότι η πρωτόδικη απόφαση, έπρεπε να επιδοθεί και στον αντίκλητό της, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει διορισθεί τέτοιος κατά νόμιμο τρόπο. Αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εφέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 1847/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ'αριθ.157/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Γ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1741/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006), προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη, Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με, σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω από το συνδυασμό την προαναφερθείσης διατάξεως με εκείνη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, η οποία οριοθετώντας την έννοια της απόπειρας του εγκλήματος ορίζει ότι όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (παρ. 83 ΠΚ), προκύπτει ότι, αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος του βιασμού αποτελεί ή έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου με σκοπό να εξαναγκασθεί κάποιο πρόσωπο σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία τελικώς δεν πραγματώνεται από περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Για να υπάρξει απόπειρα πρέπει να μη έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 157/2008 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, απόπειρας βιασμού και απλής σωματικής βλάβης (τελεσμένης) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία πενταετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Αναθεωρητικό Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Μ. Α. του Δ. την 21-8-2005 υπηρετούσε ως Στρ/της (ΔΒ) στον 32 ΛΔΒ με απόσπαση στον ΛΣ/Β' ΣΣ. Κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες της ανωτέρω ημερομηνίας ο κατηγορούμενος ευρίσκετο με άδεια εξόδου στην πόλη της .... Γύρω στις 01.15' της εν λόγω ημερομηνίας ο κατηγορούμενος βάδιζε σε οδό του κέντρου της πόλεως της .... Όταν, κατά την ως άνω ώρα και ημερομηνία, ο κατηγορούμενος έφθασε στην διασταύρωση των οδών ... και ... της ανωτέρω πόλεως αντιλήφθηκε την (άγνωστη σ' αυτόν) Γ. Κ. του Π., ηλικίας τότε 22 ετών. Ο κατηγορούμενος άρχισε ν' ακολουθεί την Γ., έχοντας για αυτήν ερωτικές διαθέσεις. Ο κατηγορούμενος -πρέπει να σημειωθεί- τυγχάνει κανονικού αναστήματος, ήταν (τότε) γυμνασμένος, κοντοκουρεμένος, φορούσε κοντό παντελόνι ("σορτς"), γκρι μπλούζα και μαύρο καπέλο. Όταν η Γ. βρέθηκε στην προαναφερθείσα διασταύρωση, ο κατηγορούμενος -χωρίς ν' απευθύνει σ' αυτήν κάποιο λόγο- την έπιασε δυνατά από τα μπράτσα, ενώ όταν η τελευταία άρχιζε να φωνάζει δυνατά καλώντας σε βοήθεια προσπαθώντας παράλληλα -αμυνόμενη- να τον πλήξει με το γόνατο της- σε σημείο που να τον ακινητοποιήσει, ο κατηγορούμενος την οδήγησε βιαίως σε παρακείμενη εσοχή του κτηρίου, όπου στεγάζεται υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, σε απόσταση περίπου τριών (3) μέτρων από το αρχικό σημείο επιθέσεως. Στο τελευταίο αυτό σημείο παρέμειναν -παλεύοντας όρθιοι- ο κατηγορούμενος και η Γ.. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος έριξε την Γ. στο έδαφος, ενώ η Γ. άρχισε και πάλι να καλεί σε βοήθεια (παρατηρείται ότι κατά την αρχική επίθεση του κατηγορουμένου μόλις η Γ. άρχισε, την πρώτη φορά, να φωνάζει αυτός της είχε κλείσει το στόμα). Ο κατηγορούμενος, έχοντας ως σκοπό να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του έπιασε το κάτω εσώρουχο της Γ. με προφανή σκοπό να το κατεβάσει. Ταυτόχρονα, ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην παθούσα τις εξής σωματικές κακώσεις; α) εκχύμωση αρ. βραχίονα, β) εκδορά αρ. ώμου, γ) γραμμοειδείς εκδορές δεξιού μηρού, δ) εκχύμωση γόνατος και ε) εκδορά έξω σφύρου αριστερό. Στην προαναφερθείσα προσπάθεια του ο κατηγορούμενος απέτυχε (δηλ. δεν ολοκλήρωσε την επιδιωκόμενη με την παθούσα συνουσία) εξαιτίας του γεγονότος ότι κάποιος από τους εξελθόντες σε παρακείμενο εξώστη φώναξε δυνατά, με συνέπεια ο κατηγορούμενος ν' απομακρυνθεί από το σημείο της επιθέσεως. Εν τω μεταξύ στο σημείο της επιθέσεως προσέτρεξαν διερχόμενοι πολίτες, ένας από τους οποίους κάλεσε την Αστυνομία. Με βάση τις περιγραφές του δράστη, αυτός εντοπίσθηκε μετά από λίγη ώρα στην οδό ... της ως άνω πόλεως προσαχθείς, γύρω στις 01.30', στο Τ.Α. Βέροιας. Εκεί, κατά τις πρωινές ώρες της 21-8-2005, προσήλθε η παθούσα, η οποία ανεγνώρισε ανεπιφύλακτα τον κατηγορούμενο ως τον δράστη της εις βάρος της προπεριγραφείσης επιθέσεως. Παρατηρείται ότι και προ της επιθέσεως εις βάρος της Γ., όπως κατέθεσε ο εξετασθείς στην πρωτοβάθμια δίκη μάρτυρας Μ. Α., Αστυνομικός του Τ.Α. Βέροιας, η Υπηρεσία του είχε δεχθεί κλήση γιατί άτομο, φορώντας σορτσάκι, μπλούζα και καπέλο παρενοχλούσε φραστικά διάφορες γυναίκες, χωρίς όμως -για το περιστατικό αυτό- να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ότι είχε σκοπό δια της βίας να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του εις βάρος της Γ., αποδεχόμενος απλώς ότι την αγκάλιασε πιάνοντας την από το μπράτσο. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου διαψεύδεται τόσο από την σαφή και άκρως διαφωτιστική κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας όσο και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (ιδίως την από 22-8-2005 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Βέροιας, όπου εξετάσθηκε -κατά την ημερομηνία αυτή- η παθούσα). Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται, ομόφωνα, στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν ανωτέρω πράξεων." Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και, ειδικότερα, των πράξεων: α)απόπειρας βιασμού και β) απλής σωματικής βλάβης, που τελέσθηκαν στη ..., την 21-8-2005 και συγκεκριμένα, ότι: "Ως στρατιωτικός, δηλαδή Στρατιώτης (ΔΒ) του 32ου ΛΔΒ και με απόσπαση του ΛΣ/Β' ΣΣ, στη ... την 21-08-2005: Α) Έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα του βιασμού, δηλαδή με σωματική βία να εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, περί ωρα 01.15' της παραπάνω ημερομηνίας, στη διασταύρωση των οδών ... και ... της ως άνω πόλεως, αφού έπιασε με δύναμη με τα χέρια του από τα μπράτσα την άγνωστη σε αυτόν ιδιώτιδα Γ. Κ. του Π., κάτοικο ..., η οποία τρομαγμένη άρχισε να φωνάζει δυνατά βοήθεια και να τσιρίζει, στη συνέχεια με το δεξιό του χέρι της έκλεισε το στόμα, ενώ αυτή αντιστεκόταν με όλες τις δυνάμεις της και προσπαθούσε να τον κτυπήσει με το γόνατο της στα γεννητικά του όργανα. Ακολούθως, θέλοντας να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί της, την οδήγησε βιαίως σε εσοχή του κτηρίου όπου στεγάζεται η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία απείχε τρία (3) περίπου μέτρα από το σημείο της επίθεσης, όπου και πάλεψαν για τρία περίπου λεπτά όρθιοι. Σε κάποια στιγμή, την έριξε στο έδαφος και έπεσε πάνω της, οπότε αυτή άρχισε και πάλι να καλεί σε βοήθεια και να τσιρίζει. Αμέσως μετά ακούστηκαν φωνές περιοίκων από παρακείμενες οικοδομές, οι οποίοι και αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί. Τότε ακριβώς, πιάνοντας με το αριστερό του χέρι το δεξί της χέρι, αφού της σήκωσε τη φούστα και τη δάγκωσε στο μέσα πλάγιο μέρος του αριστερού της μηρού, λίγο κάτω από το ύψος που έφθανε η φούστα της, έβαλε το δεξί του χέρι, κάτω από τη φούστα, έπιασε το εσώρουχο της και προσπάθησε να το κατεβάσει, χωρίς τελικά να το καταφέρει, ενώ η παθούσα, με όλες τις δυνάμεις που διέθετε, προσπαθούσε να αντισταθεί, σπρώχνοντας τον με τα χέρια της. Σε κάποια στιγμή, βλέποντας τη σθεναρή αντίσταση της παθούσας και ακούγοντας τις φωνές των περιοίκων, οι οποίοι είχαν βγει στα μπαλκόνια τους και αναρωτιόντουσαν τι ακριβώς είχε συμβεί, επειδή άκουσαν τις φωνές της παθούσας που καλούσε σε βοήθεια και τσίριζε, δεν ολοκλήρωσε τη προσπάθεια του να επιτύχει εξώγαμη συνουσία με την τελευταία (Γ.), αλλά έσπευσε να εξαφανιστεί, κινούμενος από την οδό ... προς την οδό ... . Β) Με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Συγκεκριμένα, περί ώρα 01.15' της ως άνω ημερομηνίας, στη διασταύρωση των οδών ... και ... της ως άνω πόλεως, ενώ επεχείρησε με σωματική βία να έλθει σε εξώγαμη συνουσία με την ιδιώτιδα Γ. Κ. του Π., κάτοικο ..., και αυτή (Γ.) αντιστεκόταν σθεναρά, κατά τη διάρκεια πάλης μαζί της και κατά την πτώση της στο έδαφος την τραυμάτισε και ειδικότερα της προκάλεσε εκχύμωση (αρ) βραχίονα, εκδορά (αρ) ώμου, γραμμοειδείς εκδορές (δε) μηρού, εκχύμωση γόνατος, εκδορά έξω σφύρου (αρ) και κυκλοτερή εκχύμωση στο μέσα πλάγιο μέρος του αριστερού της μηρού υστέρα από δάγκωμα". Ακολούθως, αναγνώρισε σε αυτόν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και ότι κατά το χρόνο τέλεσης των άνω πράξεων είχε συμπληρώσει το 18ο, όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1,83, 842α, 133, 94,308,336 παρ.1, 42 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 157/2008 του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: Π. Γ. του Π. και Ν. Α. του Ε. και των μαρτύρων υπερασπίσεως: Ν. Κ. του Μ. και Γ. Α. του Μ., καθώς και την ανωμοτί εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, Κ. Γ. του Π.. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Οι παραπάνω αιτιάσεις ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας επειδή το σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, είναι αβάσιμες, καθόσον όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, όχι μόνον το σκεπτικό αυτής που είναι εκτενές περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της αλλά και διότι αυτό και μόνον το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της απόφασης, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες. Επίσης, η πρωτόδικη απόφαση, που αναγνώστηκε, από καμιά διάταξη απαγορεύεται να αντιγραφούν περικοπές της. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.9275/2009 ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου αίτηση του Α. Μ. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 157/2008 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Απόπειρα βιασμού. Απλή σωματική βλάβη. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου στο σκεπτικό της, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, περιλαμβάνει τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο αναιρεσείων σε βάρος της παθούσας για να κάμψει την αντίστασή της, ώστε να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί της και μη επίτευξη συνουσίας με την παθούσα από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, καθώς και την πρόθεσή του να τελέσει την πράξη αυτή. Επίσης για το τετελεσμένο έγκλημα της σωματικής βλάβης της παθούσας αναφέρει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, το οποίο με την απόπειρα βιασμού τελεί σε αληθή συρροή διότι προστατεύει διάφορα έννομα αγαθά. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Βιασμός, Σωματική βλάβη απλή, Συρροή εγκλημάτων, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
0
Αριθμός 1846/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά, για αναίρεση της υπ'αριθ.1316/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Β. Χ. του Γ., κάτοικο Λευκάδας, που δεν παρέστη, 2)Γ. Χ. του Χ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη και 3)Κ. Κ. του Β.-Σ., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 5 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1715/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 27-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Κ., καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο, από τον αυτόκατηγορούμενο, από 5-3-2010 πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ'αριθμ.1316/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, (αυτής αποφάσεως), έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρ.264, 266 και 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εμπρησμού από αμέλεια, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α)ο δράστης να μην κατέβαλε κατ'αντικειμενική κρίση την απαιτούμενη προσοχή που κάθε μέτρια συνετός κι ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν και της κοινής πείρας και λογικής, β)να είχε αυτός τη δυνατότητα, εν όψει των προσωπικών του ιδιοτήτων, των γνώσεών του, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, γ)να υπάρχει αντικειμενικά αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και δ)από την προξενηθείσα πυρκαγιά να προκλήθηκε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσο δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1316/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρέσειων κηρύχθηκε ένοχος εμπρησμού από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: " Η πολιτικώς ενάγουσα Β. Χ. δυνάμει του .../10-7-1975 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λευκάδας Δήμου Μαλακάση, που έχει νόμιμα μεταγραφτεί, κατέστη κυρία από αγορά από τον Γ. Χ. του Ε., μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας ήτοι του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου καθώς και δύο αποθηκών του ισογείου αλλά και του πλυσταριού, μετά της αναλογίας αυτών επί του όλου οικοπέδου και επί των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών, που ανέρχεται σε ποσοστό 50% αδιαιρέτως, ευρισκομένων όλων των ανωτέρω επί οικοδομής, η οποία ανεγέρθηκε σε οικόπεδο κείμενο εντός της πόλεως της Λευκάδας, στη συνοικία ... και επί της οδού ..., εμβαδού 137, 44 τ.μ. Η παραπάνω οικοδομή, λόγω της παλαιότητας και της αρχιτεκτονικής της είχε κηρυχθεί διατηρητέα με σχετική υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Δ' 319/7-4-1992), ενώ με το 7417/2-4-1975 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου, υπήχθη στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, δημιουργήθηκαν δε σ' αυτήν δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, εκ των οποίων η πρώτη ανήκουσα στην ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα περιελάμβανε τα παραπάνω τμήματα του ισογείου και το δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο. Το έτος 2001 η τελευταία έλαβε από το ΤΑΣ Ν. Λευκάδας την υπ' αριθμ. 12/8-11-2001 άδεια επισκευής της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας και των αναλογούντων σ' αυτήν κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της πολυώροφης οικοδομής. Με αντίστοιχη άδεια εγκρίθηκε η επισκευή και της άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας της παραπάνω οικοδομής καθώς και των αναλογούντων σ' αυτήν κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών από τις συγκύριες αυτής πολιτικώς ενάγουσες Β. Χ. και Γ. Χ.. Ακολούθως το παραπάνω κτίριο ανακαινίστηκε, οι εργασίες δε για το σκοπό αυτό είχαν ολοκληρωθεί μέχρι το μήνα Ιανουάριο του έτους 2003. Μετά την ανακαίνιση το διαμέρισμα της πολιτικώς ενάγουσας Β. Χ. αποτελείτο από τρία δωμάτια ύπνου, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, δυο μπάνια, χώρο υποδοχής, διάδρομο και ξύλινο στεγασμένο λιακωτό, από πλευράς δε κατασκευής το ισόγειο αποτελείτο από επιχρισμένη λιθοδομή πάχους 60 εκατοστών με παράλληλη εσωτερική σειρά από ξύλινους στύλους σε μικρή απόσταση από την επιχρισμένη και ελαιοχρωματισμένη αμφιπλεύρως τοιχοποιία, αποτελούμενη από ημιλαξευτή λιθοδομή στην εξωτερική πορεία του τοίχου και αργολιθοδομή στην εσωτερική, με λιθόσωμα και τοπικό ασβεστόλιθο. Η κεντρική θύρα εισόδου και τα κουφώματα ήσαν ξύλινα, ελαιοχρωματισμένα, όμοια δε ήσαν και τα κουφώματα και οι θύρες των εισόδων των δύο διαμερισμάτων που κατασκευάστηκαν στο ισόγειο, στη θέση των παλαιών αποθηκών. Οι δύο αποθήκες και το πλυσταριό, όπως αναφέρθηκε, είχαν μετασκευαστεί σε διαμέρισμα εμβαδού 20,16 τ.μ. το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα Β. Χ. είχε από τις 7-1-2003 χρησιδανείσει στον υιό της πολιτικώς ενάγουσα Κ. Κ., προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία. Οι δυο πάνω από το ισόγειο όροφοι στηρίζονταν σε ξύλινο φέροντα οργανισμό, τα ταβάνια των ορόφων ήσαν ξύλινα, η εσωτερική τοιχοποιϊα ήταν επίσης, ξύλινη οι εξωτερικές επιφάνειες είχαν επενδυθεί με λαμαρίνες ενώ οι εσωτερικές ήσαν ελαίοχρωματισμένες. Η αυτοφερόμενη στέγη του κτηρίου ήταν ξύλινη, επικαλυμμένη με κεραμίδια, υπήρχε δε πλήρες σύστημα υδρορροών από αλουμίνιο. Στις 23-1-2003 και περί ώρα 09.50 περίπου συνεργείο της ΔΕΗ, αποτελούμενο από τον κατηγορούμενο ηλεκτρολόγο και τον Δ. Φ. εργάτη, υπάλληλος αυτής, με επικεφαλής και υπεύθυνο εκτελέσεως του παρακάτω έργου τον κατηγορούμενο, μετέβη στην παραπάνω οικοδομή προκειμένου να εκτελέσει προγραμματισμένη εργασία σύνδεσης της ηλεκτρικής παροχής με το δίκτυο της ΔΕΗ. Η εργασία αυτή συνίστατο στη σύνδεση με τα χρησιμοποιούμενα για τις εργασίες αυτές ηλεκτρικά καλώδια του στύλου τη ΔΕΗ με τους δύο μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος (ρολόγια) της ανωτέρω οικοδομής, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί εσωτερικά της κύριας εισόδου αυτής, ώστε μέσω των καλωδίων αυτών να φθάνει το ηλεκτρικό ρεύμα από το στύλο στους μετρητές και εν συνεχεία, από εκεί, να διοχετεύεται στην παραπάνω οικία. Η ανωτέρω εργασία επιχειρήθηκε υπό τάση, ήτοι χωρίς ο κατηγορούμενος να μεριμνήσει προηγουμένως, να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην παραπάνω οικία, όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, ήταν υποχρεωμένος. Κατά την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας το παραπάνω συνεργείο της ΔΕΗ επιχείρησε να περάσει τα προαναφερθέντα δύο καλώδια συνδέσεως του στύλου με τους μετρητές, στο σημείο που αυτά έφθαναν στην οικία, μέσα από χαλκοσωλήνα προστασίας τους, πάχους 30-40 χιλιοστών, ο οποίος ήταν τοποθετημένος για το σκοπό αυτό οριζόντια και εξωτερικά της οικίας, στο ύψος του ισόγειου ορόφου της, κατά μήκος της εξωτερικώς, κατά τα ανωτέρω, επενδεδυμένης λαμαρίνας. Ο χαλκοσωλήνας αυτός διακόπτονταν στο σημείο συνάντησης του με την κατακόρυφη και διερχόμενη από το σημείο εκείνο υδρορροή και συνέχιζε μετά από αυτήν. Προκειμένου να περάσουν τα καλώδια από το χαλκοσωλήνα οι ανωτέρω υπάλληλοι της ΔΕΗ μόνωσαν τα άκρα των καλωδίων με μονωτική ταινία, τα έδεσαν με χάλκινο συρματόσχοινο (ατσάλινα) και άρχισαν να τα περνάνε από τον χαλκοσωλήνα, τραβώντας την ατσάλινα. Κατά το τράβηγμα, το εξωτερικό πλαστικό περίβλημα των καλωδίων, λόγω της επαφής του με τα εσωτερικά τοιχώματα του χαλκοσωλήνα, υπέστη φθορές (σχισίματα), με αποτέλεσμα τα εντός αυτών σύρματα διοχέτευσης του ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία προστάτευαν τα περιβλήματα αυτά, να έλθουν σε επαφή με τον χαλκοσωλήνα. Παράλληλα για την ίδια ως άνω αιτία, ήτοι λόγω επαφής με το εσωτερικό τοίχωμα του χαλκοσωλήνα η προαναφερθείσα μονωτική ταινία αποκολλήθηκε, με αποτέλεσμα όταν τα δύο άκρα των δύο ανωτέρω καλωδίων έφθασαν στην έξοδο του χαλκοσωλήνα, να μην είναι τυλιγμένα με την μονωτική ταινία. Κατά την έξοδο τους αυτή, τα εν λόγω καλώδια ήρθαν σε επαφή με την προαναφερθείσα κάθετη εξ αλουμινίου υδρορροή, η οποία διέκοπτε στο σημείο εκείνο τον χαλκοσωλήνα. Από τις αιτίες αυτές, ήτοι την επαφή των συρμάτων των καλωδίων τόσο με τα εσωτερικά τοιχώματα του χαλκοσωλήνα, όσο και των άκρων αυτών με την παραπάνω κατακόρυφη υδρορροή, προκλήθηκε βραχυκύκλωμα μεταξύ του εσωτερικού αγωγού φάσεως του καλωδίου και του συρμάτινου εξωτερικού περιβλήματος του ουδέτερου των καλωδίων της ΔΕΗ, με συνέπεια να λειώσουν οι αγωγοί και να τροφοδοτηθούν με ηλεκτρικό ρεύμα όλα εξωτερικά αγώγιμα μεταλλικά στοιχεία του κτιρίου και στη συνέχεια όλα τα μεταλλικά μέρη των ηλεκτρικών συσκευών εσωτερικά του κτιρίου, τα οποία έρχονταν σε επαφή με τα μεταλλικά αυτά στοιχεία. Από την αιτία αυτή καταστράφηκαν και οι ηλεκτρικές συσκευές του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της ανώτερου οικοδομής (θερμοσίφωνας, κλιματιστικό κτλ) με συνέπεια να εκδηλωθεί πυρκαγιά στον εν λόγω όροφο, ιδιοκτησίας της πολιτικώς ενάγουσας Β. Χ., η οποία, λόγω και των οικιακών αντικειμένων, από τη φύση τους εύφλεκτων, επεκτάθηκε σε όλο τον όροφο, τον οποίο κατέστρεψε ολοσχερώς, όπως και όλα τα εντός αυτού υπάρχοντα αντικείμενα, στη συνέχεια δε επεκτάθηκε στον πρώτο όροφο της ιδίας οικοδομής, ιδιοκτησίας της πολιτικώς ενάγουσας Γ. Χ., στον οποίο προξένησε εκτεταμένες ζημίες, η εξάπλωση της δε στις γειτονικές οικοδομές, με απρόβλεπτες καταστροφικές συνέπειες, απετράπη λόγω της έγκαιρης επέμβασης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η οποία κατόρθωσε τελικά να θέσει υπό έλεγχο την πυρκαγιά και να την σβήσει, πριν αυτή προφθάσει να επεκταθεί περαιτέρω. Κατά την κατάσβεση της εν λόγω πυρκαγιάς, βράχηκε από τα νερά και ως εκ τούτου καταστράφηκε ολοσχερώς η οικοσκευή του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Κ., ο οποίος διέμενε σε τμήμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής. Ενόψει τούτων, η παραπάνω πυρκαγιά και τα αποτελέσματα της οφείλονται σε αμέλεια του κατηγορούμενου, υπαλλήλου της ΔΕΗ και επικεφαλής του συνεργείου, που είχε μεταβεί κατά την παραπάνω ημερομηνία στην ανωτέρω οικοδομή, ο οποίος, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν από την υπηρεσία του και αναγόμενης στα καθήκοντα του ως άνω εργασίας, αφενός δεν κατέβαλε την, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ιδίου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας οφείλει, ευρισκόμενος υπό τις προεκτεθείσες ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο, να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, της κρατούσας συνήθειας και της κοινής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής, αφετέρου δε μπορούσε αυτός, ενόψει των προσωπικών του ιδιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων, να καταβάλει την προσοχή αυτή και να προβλέψει το, κατά τα παραπάνω, από την πράξη του προελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο βρίσκεται σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη του αυτή και το οποίο δεν προέβλεψε. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος δεν μερίμνησε, πριν αρχίσει την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς την παραπάνω οικία των πολιτικώς εναγόντων, ήτοι να μην εκτέλεσει την εργασία αυτή υπό τάση, παρά το γεγονός ότι η παράλειψη του αυτή εγκυμονούσε, λόγω της εξωτερικής κατασκευής της ανωτέρω οικίας, ήτοι του προαναφερθέντος πλήθους των εξωτερικών μεταλλικών στοιχείων αυτής, καλών, κατά τη φύση τους, αγωγών του ηλεκτρισμού, το κίνδυνο, σε περίπτωση προκλήσεως, για οποιοδήποτε λόγο και αιτία, βραχυκυκλώματος, διοχετεύσεως του ηλεκτρικού ρεύματος, μέσω των στοιχείων αυτών, στην ανωτέρω οικοδομή, με συνέπεια την ανάφλεξη αυτής, όπως και, πράγματι συνέβη, όταν, για τους παραπάνω λόγους προκλήθηκε το προαναφερθέν βραχυκύκλωμα. Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος, κατά την εκτέλεση, έστω υπό βάση, της παραπάνω εργασίας του, δεν μερίμνησε, για την κανονική και ακίνδυνη εκτέλεση αυτής, και συγκεκριμένα, δεν μερίμνησε, να εκτελέσει την εργασία του αυτή, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ούτε τα καλώδια να φθαρούν, κατά την επαφή τους με τα εσωτερικά τοιχώματα του χαλκοσωλήνα, αλλά και ούτε η μονωτική ταινία, με την οποία είχε περιτυλίξει τα άκρα των καλωδίων αυτών, να αφαιρεθεί κατά τη δίοδο των καλωδίων από τον παραπάνω σωλήνα. Αποτέλεσμα των παραπάνω παραλείψεων του κατηγορούμενου κατά την εκτέλεση της πιο πάνω εργασίας του ήταν να προκληθεί βραχυκύκλωμα από την επαφή των συρμάτων των καλωδίων με τον χαλκοσωλήνα και την προαναφερθείσα υδρορροή, με τις προεκτεθείσες συνέπειες. Τα γεγονότα δε αυτά, ήτοι της υπό τάση εκτέλεσης της ανωτέρω εργασίας και, σε κάθε περίπτωση, της υπό τάση μεν εκτέλεσης αυτής, χωρίς όμως, προσεκτική και ασφαλή διέλευση των καλωδίων από τον χαλκοσωλήνα προστασίας τους και μονώσεως των άκρων τους σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες συνθήκες της οικοδομής, ήτοι του ότι επρόκειτο για οικοδομή, στην οποία υπήρχε εξωτερικά πλήθος μεταλλικών στοιχείων, καλών αγωγών του ηλεκτρισμού, ενείχαν, κατά την κοινή πείρα και λογική, τον κίνδυνο, σε περίπτωση βραχυκυκλώματος μετάδοσης του ηλεκτρικού ρεύματος μέσω των μεταλλικών αντικειμένων, σε ολόκληρη την οικοδομή, με περαιτέρω συνέπεια, ενόψει της κατά τα ανωτέρω, ξύλινης ως επί το πλείστον, κατασκευής αυτής και των εντός αυτής εύφλεκτων οικιακών αντικειμένων, να προκληθεί ανάφλεξη της εν λόγω οικοδομής, να μεταδοθεί η φωτιά και στις γειτονικές οικίες και επομένως, προκλήσεως πυρκαγιάς, όπως και πράγματι συνέβη, και οποίος (κίνδυνος) για το λόγο αυτό και προνοητός ήταν για κάθε μετρίως συνετό και προσεκτικό άνθρωπο του ιδίου με τον κατηγορούμενο τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας και να αποτραπεί μπορούσε, με τις προεκτεθείσες ενέργειες, στις οποίες παρέλειψε να προβεί ο κατηγορούμενος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η εργασία που εκτέλεσε μπορεί να εκτελεσθεί υπό τάση και ότι δεν ήταν υποχρεωμένος από την υπηρεσία του να προβεί προηγουμένως σε διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, πρέπει να σημειωθεί, ότι και αν ακόμη αυτά ήσαν αληθινά, ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να προβεί στην προηγούμενη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος δεδομένου ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει της προαναφερθείσας εξωτερικής κατασκευής της ανωτέρω οικοδομής, δεν ήταν, άλλως, δυνατή η ασφαλής εκτέλεση της εν λόγω εργασίας και συνεπώς, ενόψει της αυτονόητης υποχρέωσης του να εκτελεί με ασφάλεια την εργασία του ή δεν έπρεπε, υπό τις ανωτέρω συνθήκες να εκτελέσει την εργασία αυτή, ενημερώνοντας σχετικώς την υπηρεσία του και αιτούμενος απ' αυτήν άδεια διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ή έπρεπε να προβεί ο ίδιος στην προηγούμενη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Σε κάθε περίπτωση, αφού ο κατηγορούμενος αποφάσισε την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας του υπό τάση, όφειλε να εκτελέσει αυτήν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποτραπεί κάθε κίνδυνος πυρκαγιάς απ' αυτήν ήτοι να περάσει τα καλώδια από τον χαλκοσωλήνα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προκύπτει φθορά αυτών και εφόσον αυτό ήταν αδύνατο ή να μην τα περάσει από το σωλήνα αυτό ή να απαιτήσει από τους ιδιοκτήτες της οικοδομής την προηγουμένη τοποθέτηση σωλήνα μεγαλυτέρου διαμετρήματος καθώς επίσης και να μονώσει τα άκρα των εν λόγω καλωδίων κατά τέτοιο τρόπο ώστε κατά τη διέλευση τους από τον χαλκοσωλήνα να μην αφαιρεθεί η μονωτική ταινία. Τέλος ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι η πυρκαγιά δεν θα είχε συμβεί αν η οικοδομή διέθετε την κατάλληλη εγκατάσταση γείωσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον, αφενός δεν αποδείχθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ποιότητα της γείωσης, και αφετέρου διότι όσο καλύτερη ήταν η γείωση τόσο μεγαλύτερος θα ήταν ο κίνδυνος, αφού το εμφανιζόμενο ρεύμα θα ήταν μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο και δεν θα επηρέαζε την προτασσόμενη ασφάλεια της ΔΕΗ των 125 Α (βλ. σχετ. την από 26-11-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Λ. Δ. και Α. Α., ηλεκτρολόγων μηχανικών). Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ* αυτόν πράξεως του εμπρησμού από αμέλεια δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτής, τα οποία προεκτέθηκαν.". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως του εμπρησμού από αμέλεια και ειδικότερα, του ότι: "στη Λευκάδα, την 23-1-2003, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε και δεν απέφυγε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του και προξένησε πυρκαγιά, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και, συγκεκριμένα, ως μέλος του συνεργείου της ΔΕΗ Λευκάδας, ενώ επρόκειτο να εκτελέσει προγραμματισμένη εργασία διευθέτησης της παροχής στην οικία της Β. Χ., δεν προέβη στην διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος από το στύλο της ΔΕΗ πριν την έναρξη των εργασιών του, σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε οι εργασίες, που γίνονταν υπό τάση, να μη προξενήσουν βλάβες ή καταστροφές σε περίπτωση βραχυκυκλώματος. Συγκεκριμένα, όταν περνούσε το καλώδιο της παροχής μέσα από τον μεταλλικό σωλήνα προστασίας, ο οποίος ερχόταν σε επαφή με τα μεταλλικά μέρη του κτιρίου (μεταλλική λαμαρίνα) και με την μεταλλική υδρορροή και υπήρχε κίνδυνος ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση βραχυκυκλώματος προς όλα τα μεταλλικά μέρη και εν συνεχεία προς όλες τις εσωτερικές ηλεκτρικές συσκευές του ως άνω κτιρίου, δεν φρόντισε για την ασφαλή διέλευση του καλωδίου μέσα από τον σωλήνα προστασίας, ούτε εξασφάλισε την ασφαλή μόνωση του καλωδίου παροχής με κατάλληλη μονωτική ταινία και την προσεκτική έλξη αυτού μέσα στο σωλήνα προστασίας, ώστε να μην φθαρεί, με αποτέλεσμα το μεν καλώδιο της ΔΕΗ, λόγω μεγάλης τάνυσης, που υπέστη κατά την έλξη του μέσα στον παραπάνω σωλήνα, να υποστεί εκδορές και σκισίματα, η δε μονωτική ταινία να αποκολληθεί κι έτσι να προκληθεί βραχυκύκλωμα μεταξύ του εσωτερικού αγωγού του καλωδίου και του μεταλλικού σωλήνα αφενός και της εξ αλουμινίου υδρορροής αφετέρου, με συνέπεια να τροφοδοτηθούν με ηλεκτρικό ρεύμα όλα τα εξωτερικά αγώγιμα μεταλλικά στοιχεία του κτιρίου και στη συνέχεια όλα τα μεταλλικά μέρη των ηλεκτρικών συσκευών εσωτερικά του κτιρίου, με συνέπεια να εκδηλωθεί πυρκαγιά, που μεταδόθηκε στον β* όροφο του κτιρίου και να καταστραφεί αυτός ολοσχερώς με τα υπάρχοντα εντός αυτού και, συγκεκριμένα, τις ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα, είδη ρουχισμού-κλινοστρωμνής, προσωπικά είδη της Β. Χ. και τα σανιδώματα, καθώς και η κεραμοσκεπή του κτιρίου, επίσης προκλήθηκαν ζημιές στον α' όροφο τόσο από την ίδια την φωτιά που επεκτάθηκε μέσω της ξυλοδεσιάς του εξωτερικού τοίχου σε τμήμα αυτού, όσο και από τα νερά της κατάσβεσης, από την οποία διαβράχησαν η οικοσκευή και όλα τα υπάρχοντα είδη (κρεβάτι, είδη ρουχισμού-κλινοστρωμνής, καναπές, χαλιά, βιβλία και χαρτική ύλη) της ενοικιάστριας Π. Γ., καθώς και η οικοσκευή του Κ. Κ., που διέμενε στο ισόγειο, από το ισχυρό δε πυροθερμικό φορτίο που αναπτύχθηκε προκλήθηκαν ζημιές σε τρία (3) εξώφυλλα παραθύρων και στις σήτες (κουνουπιέρες) αυτών και σε δύο (2) εξώφυλλα από μπαλκονόπορτες και σήτες αυτών, επίσης από το φορτίο ράγισε ένα (1) τζάμι της μιας μπαλκονόπορτας, στα ενοικιαζόμενα δωμάτια ιδιοκτησίας Ξ. Σ., που βρίσκονται απέναντι από το κτίριο στο οποίο εκδηλώθηκε πυρκαγιά, μπορούσε δε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, που αποσοβήθηκε, λόγω της έγκαιρης επέμβασης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λευκάδας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΑ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1β', 28 264α'και 266 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1316/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αλληλοσυμπλήρωση από το διατακτικό αυτής, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα: α)τα περιστατικά, με βάση τα οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ'αντικειμενική κρίση, προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, αφού ο κατηγορούμενος, ως επικεφαλής του προαναφερόμενου συνεργείου, όφειλε να μεριμνήσει προηγουμένως να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην παραπάνω οικία, με αποτέλεσμα να διοχετευθεί αυτό, λόγω των αναφερομένων στο σκεπτικό ενεργειών των εργαζομένων στο συνεργείο, στην οικοδομή και να προκληθεί βραχυκύκλωμα και να εκδηλωθεί πυρκαγιά στο εν λόγω κτίριο, β)ότι ο αναιρεσείων, ενόψει των προσωπικών του ιδιοτήτων ως επικεφαλής και υπεύθυνος εκτελέσεως του άνω έργου, των γνώσεών του ως ηλεκτρολόγου και υπαλλήλου της ΔΕΗ στη Λευκάδα, είχε τη δυνατότητα αυτή, γ)επίσης, εκτίθεται στην απόφαση ο αντικειμενικά αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών και παραλείψεων του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος και δ)τέλος, αναφέρεται η πρόκληση κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα από την προξενηθείσα πυρκαγιά. Από δε την μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και του είδους των μαρτύρων προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα Π.Μ. δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την μη αποδοχή των απόψεων του. Κατόπιν αυτών, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α)αποδέχεται χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε αποδειχθέν τεχνικό ή άλλο επιστημονικό δεδομένο που να αιτιολογεί την σκέψη της αυτή, ότι στο επίδικο ατύχημα συνέβη βραχυκύκλωμα, ενώ τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι επρόκειτο για διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος β)υιοθετεί χωρίς καμία αιτιολογία ή νόμιμο και επιστημονικό έρεισμα δεδομένο, για τον σχηματισμό της απορριπτικής του κρίσης επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί έλλειψης επαρκούς, πλήρους και τεχνικά άρτιας γείωσης και ισοδυναμικών συνδέσεων στην καταστραφείσα οικοδομή, το δήθεν αναπόδεικτο αυτού στηριζόμενη σε ανύπαρκτα δεδομένα, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον με αυτές προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως. Επίσης, καίτοι η έλλειψη επαρκούς γείωσης, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της κατηγορίας, η προσβαλλόμενη δε απόφαση, αιτιολογημένα τον απέρριψε. Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και τις εκτιθέμενες πραγματογνωμοσύνες των Δ. και Α., οι οποίες όλες αναφέρονται στο σκεπτικό της. Εξάλλου, οι πρόσθετοι λόγοι με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, στρέφονται κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως και πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετική κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, κατά συνέπεια, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθούν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 27 Νοεμβρίου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.43/2009) ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, αίτηση του Κ. Κ. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 1316/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εμπρησμός από αμέλεια. Στοιχεία που συνθέτουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Υπάρχει δε τέτοια όταν ο δράστης δεν καταβάλλει την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή. Όταν αυτός έχει τη δυνατότητα, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ, από την προξενηθείσα πυρκαγιά, να προκλήθηκε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο. Αβάσιμος ο λόγος της αίτησης και των πρόσθετων λόγων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει ως αβάσιμη την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αμέλεια, Εμπρησμός, Πρόσθετοι λόγοι.
0
Αριθμός 1845/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21.07.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 142/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με συγκατηγορούμενο τον Σ. Κ. του Χ., και πολιτικώς ενάγουσα την "ΣΤ' ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 512/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 215/7.6.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 του Κ.Π.Δ την από 19-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ... κατά της υπ' αριθμ. 142/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία καταδικάστηκε για παράνομη θήρα σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών , ανασταλείσα επί τριετία, και εκθέτω τα ακόλουθα: Με την διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ 2. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στην σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεως, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομιστεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο ,μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκηση του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη , το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).Εξάλλου με την διάταξη της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάστηκε , μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί κατά την συζήτηση ...". Ακόμη με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του , καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό , ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους ,που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 142/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, καταδικάστηκε κατ' έφεση ο Χ. Μ. για την πράξη της παράνομης θήρας , του επιβλήθηκε δε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί μία τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο δικηγόρος Ιωάννης Ζηκίδης την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-3-2010. Ο πιο πάνω όμως δικηγόρος , ούτε συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν (άρθρο 465παρ. 2 Κ.Π.Δ),ούτε ειδικό πληρεξούσιο που τον νομιμοποιεί στην άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης προσκόμισε (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ) Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως , αφού ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο και ειδικότερα από αντιπρόσωπο, ο οποίος όμως στερείτο ειδικής πληρεξουσιότητας. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 19-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 142/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 4 Ιουνίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, φέρεται προς συζήτηση η από 19.03.2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ... κατά της υπ'αριθμ. 142/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία καταδικάστηκε για παράνομη θήρα σε ποινή φυλάκισης τριών ( 3 ) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Κατά τις διατάξεις των άρ, 465 παρ. 2 και 42 παρ. 2β' του ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρ, 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Ο διορισμός (του δικηγόρου αντιπροσώπου) γίνεται και με απλή έγγραφη δήλωση. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μεσών, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι’ αντιπροσώπου (δικηγόρου ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησης του, η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, αλλά για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων δεν φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητά και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδία του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 142/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, καταδικάστηκε κατ' έφεση ο Χ. Μ. για την πράξη της παράνομης θήρας, του επιβλήθηκε δε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η έκτιση της οποίας ανεστάλη επί μία τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο δικηγόρος Ιωάννης Ζηκίδης την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-3-2010. Ο πιο πάνω όμως δικηγόρος, ούτε συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν (άρθρο 465,παρ.2 Κ.Π.Δ),ούτε ειδικό πληρεξούσιο που τον νομιμοποιεί στην άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης προσκόμισε (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ) Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως αφού ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο και ειδικότερα από αντιπρόσωπο, ο οποίος όμως στερείτο ειδικής πληρεξουσιότητας. Κατόπιν αυτών, δοθέντος ότι για την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο αυτό ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (ΚΠΔ 476 §1, εδ. τελευταίο), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ Π Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη από 19 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ. Μ. του Σ., για αναίρεση της με αριθμό 142/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι ( 220 ) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής αποφάσεως από δικηγόρο, ο οποίος δεν ήταν ούτε συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε ειδικό πληρεξούσιο προσκόμισε, το οποίο να τον νομιμοποιεί στην άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1844/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21.07.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια, περί αναιρέσεως της 3094/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βασιλάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 549/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Το άρθρο 375 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το Ν. 2408/1996, όριζε : α) στην παρ. 1 ότι όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός Ι έτους και β) στην παρ. 2 ότι, αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης, εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω ιδιότητας του ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, (υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 375 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/1996 ως εξής: "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ,ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επομένως η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν την ισχύ της. Διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί "νομικές" διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί από. το νόμο ή από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδαφ. 1 του Ν.2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν την ισχύ του Ν.2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μίας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη. Εξάλλου η απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματα και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόζεται περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στον πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 3094/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας Ψ και της συζύγου του κατηγορουμένου Δ υπήρχε φιλία, μετά δε από τον γάμο της τελευταίας με τον κατηγορούμενο δημιουργήθηκαν στενότερες σχέσεις μεταξύ των, σε σημείο ώστε η πολιτικώς ενάγουσα και ο σύζυγος της να φιλοξενούν στην ευρισκομένην στην περιοχή του Αιγίου εξοχικής κατοικίας των τον κατηγορούμενο με την σύζυγόν του. Ο κατηγορούμενος ενεφανίζετο στο ζεύγος Ψ ως ασχολούμενος με χρηματιστηριακές υποθέσεις, ισχυρίζετο ότι επένδυε με μεγάλη επιτυχία χρήματα στο χρηματιστήριο και κατά την κατά τα ανωτέρω παραμονήν του στην εξοχικής κατοικίαν της πολιτικώς ενάγουσας κατά το θέρος του έτους 1996, εδιάβαζε οικονομικές εφημερίδες. Εγνώριζε ο κατηγορούμενος, ότι η πολιτικώς ενάγουσα εκμεταλλευομένη ινστιτούτο αισθητικής, είχε σχετικήν οικονομικήν ευχέρειαν και με την συμπεριφορά του αυτήν προσπαθούσε να αποσπάσει την εμπιστοσύνην της πολιτικώς ενάγουσας, προς τούτο δε, ενεφάνισε για το πρόσωπό του ακόμη και συστατικές επιστολές ανωτάτων δικαστικών λειτουργών. Έτσι την 6ην Σεπτεμβρίου 1996 επρότεινε στην πολιτικώς να του παραδώσει 8.000.000 δρχ. για επένδυση στο χρηματιστήριο, υποσχεθείς μεγάλα κέρδη εντός 18 μηνών και προς δήθεν εξασφάλισής της, της πρότεινε να εκδώσει αυτή συναλλαγματικές ποσού 500.000 δρχ. εκάστην και συνολικής αξίας 8.000.000δρχ. αποδοχής της μητρός του Μ. Υπό τις συνθήκες αυτές η πολιτικώς ενάγουσα επείσθη και την ίδια ημέραν, εντός της οικείας του κατηγορουμένου, αφού παρέδωσε στον κατηγορούμενον 16 συναλλαγματικές εκδόσεώς της, ποσού 500.000 δρχ. εκάστην, εκείνος επήγε σε κάποιο δωμάτιο της οικίας του, όπου κατά τον ίδιον ευρίσκετο η μητέρα του και επανήλθε και επέστρεψε στην πολιτικώς ενάγουσαν τις συναλλαγματικές, οι οποίες έφεραν στην θέση του αποδέκτου υπογραφές, τις οποίες, κατά τον κατηγορούμενο, είχε θέσει η μητέρα του. Κατόπιν τούτου, η πολιτικώς ενάγουσα παρέδωσε στον κατηγορούμενον το ποσό των 8.000.000 δρχ. με την εντολήν να το διαχειρισθεί για λογαριασμόν της και ειδικότερα να το επενδύσει στο Χρηματιστήριον Αξιών Αθηνών, αγοράζων επ' ονόματι της μετοχές διαφόρων εταιρειών. Περαιτέρω απεδείχθη, ότι με τον ίδιον απατηλόν τρόπον ο κατηγορούμενος κατόρθωσε να πείσει την πολιτικώς ενάγουσαν και εκείνη του παρέδωσε με την εντολήν να διαχειρισθεί και να επενδύσει για λογαριασμό της στο Χρηματιστήριο α)την 22-5-1997 6.000.000 δρχ. και β)την 2-6-1997 2.000.000 δρχ. Τις δυο όμως τελευταίες φορές, προς εξασφάλιση της πολιτικώς εναγούσης, δεν εξεδόθησαν από την ίδιαν ισόποσες συναλλαγματικές αποδοχές της μητρός του κατηγορουμένου, αλλά υπεγράφησαν με τις ανωτέρω ημερομηνίες 2 ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία η πολιτικώς ενάγουσα εφέρετο να δανείζει στην μητέρα του κατηγορουμένου τα ανωτέρω ποσά. Και τα συμφωνητικά αυτά ο κατηγορούμενος τα παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσαν με υπογραφές στην θέση του οφειλέτου, οι οποίες, κατά τον κατηγορούμενον, είχαν τεθεί από την μητέρα του. Ο κατηγορούμενος, για την τακτική του αυτήν, να εμφανίζει δηλαδή κάθε φοράν ως οφειλέτριαν την μητέρα του, εδικαιολογείτο στην πολιτικώς ενάγουσαν, ισχυριζόμενος ότι η μητέρα του είχε ακίνητη περιουσίαν, ικανήν δήθεν να ικανοποιήσει τις ενδεχόμενες απαιτήσεις της πολιτικώς εναγούσης. Και ενώ ο κατηγορούμενος, στις σχετικές συζητήσεις, έλεγε στην πολιτικώς ενάγουσαν "πάμε θαύμα" όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και έπρεπε να αποδώσει σε εκείνην τα κεφάλαια και τα αντιστοιχούντα σε αυτά κέρδη, απεδείχθη, ότι εκείνος δεν είχε επενδύσει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία ήσαν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, αλλά κατά παράβαση των υποχρεώσεών του, ως εντολοδόχου και διαχειριστού ξένης περιουσίας τα παρεκράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως και ουδέν ποσόν απέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσαν, αμφισβητών την κατά τα ανωτέρω μεταξύ των οικονομικήν σχέσην. Μάλιστα, όπως κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες, ο κατηγορούμενος με τον ίδιον τρόπον υπεξήρεσε μεγάλα ποσά και από άλλους 16 υποψηφίους επενδυτές του Χρηματιστηρίου, μεταξύ δεν αυτών περιλαμβάνεται και η μάρτυς Ν, η οποία ηργάζετο στο σπίτι του ως οικιακή βοηθός και από την οποίο υπεξήρεσε 24.000.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος, με τους τρεις πρώτους ισχυρισμούς του, αρνείται ότι υπήρξε εντολοδόχος της πολιτικώς εναγούσης και διαχειριστής των χρημάτων της, τα οποία ισχυρίζεται ότι δεν υπεξήρεσε, αλλά ότι τα ποσά αυτά αφορούν συμβάσεις δανείου της πολιτικώς εναγούσης προς την μητέρα του, η οποία ησχολείτο με την χαρτοπαιξίαν. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί αποδεικνύονται αβάσιμοι εν όψει των ανωτέρω εκτιθέντων, η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι η μητέρα του κατηγορουμένου, η οποία έχει ήδη αποβιώσει, κατά την εποχήν εκείνην ήτο ηλικίας 85 ετών, η πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε ότι ουδεμίαν σχέση είχε με την μητέρα του, η δε οικιακή βοηθός και μάρτυς Ν κατέθεσε ότι "Η μάνα του τα είχε εντελώς χαμένα". Επειδή ο κατηγορούμενος κατηγορείται για υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση πράξη η οποία κατά τις διατάξεις του άρθρου 375§§ιβ και 2 Π.Κ. τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών. Συνεπώς, ο τελευταίος ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίον το σύνολον του υπεξαιρεθέντος ποσού δεν υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ και ως εκ τούτου πρόκειται περί πλημμελήματος το οποίος υπέκυψε στην πενταετή παραγραφήν, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένην βάση. Ακολούθως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν πράξεως". Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ7 αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 98 και 375 §1β και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο σχημάτισε την καταδικαστική κρίση ως α)προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως διαχειριστή και εντολοδόχου ξένης περιουσίας, δηλονότι της περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας που παράνομα διαδοχικά ιδιοποιήθηκε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί συνάψεως δανείου από την πολιτικώς ενάγουσα (ως δανείστρια) προς τη μητέρα του Μ, β)ως προς την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ( εκ παραδρομής στην αρχή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι πρόκειται περί ετεροειδών και όχι περί ομοειδών πράξεων, όπως στη συνέχεια αυτού αλλά και στο αιτιολογικό της ίδιας απόφασης αναφέρεται και γ)το αντικείμενο της κάθε μιας των τριών μόνον επί μέρους υπεξαιρέσεων, καθόσον από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται μόνο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ετέρα που τελέσθηκε "κατά μήνα Νοέμβριο του 1998" χωρίς άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως εκ του ύψους του εκάστοτε ( 6-9-1996, 22-5-1997 και 2-6-1997 ) υπεξαιρεθέντος χρηματικού ποσού ( 8.000.000, 6.000.000 και 2.000.000 δραχμών αντίστοιχα ) και κατ' ακολουθίαν πρόκειται περί κακουργημάτων, των οποίων το αξιόποινο δεν έχει εισέτι παραγραφεί ( άρθρα 111§2, 112 και 113§3 του ΠΚ). Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε και συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριό του έγγραφα 1)τη με ημερομηνία 21-3-2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, 2)τη με ημερομηνία Φεβρουάριος 1999 αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης ακινήτου καθώς και την τεχνική έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου και 3)τη με ημερομηνία 1.2000 τεχνική έκθεση ... για την εκτίμηση της εμπορικής αξίας ακινήτου και προτεινόμενες λύσεις για μελλοντική εκμετάλλευσή του (αναφερόμενα στα σχετικά πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης υπ' αρ. 25, 34 και 35), μαζί με τα λοιπά (βλ. το προοίμιο του αιτιολογικού όπου γίνεται αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του). Από την επιτρεπτή δε επισκόπηση αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για έγγραφα που προέρχονται από άλλη δίκη και ειδικότερα εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ... που αφορά το αντικείμενο άλλης δίκης (πλαστογραφίας) και δεν είχε διενεργηθεί με εντολή ανακριτικού υπαλλήλου ή του δικαστηρίου για τη διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος που αφορούσε την ένδικη υπόθεση για την οποία εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση και εντεύθεν δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να αναφερθεί γι αυτήν ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 178 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ). Επομένως οι σχετικές περί του αντίθετου προς τα ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίος πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέλος δε που με τον πρώτο των ως άνω δυο λόγων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτος, καθόσον ως προς αυτό η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 171§2 και 510§1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει απ' όλα τα έγγραφα που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η πολιτικώς ενάγουσα κατά την έναρξη της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ, για τη βλάβη της, σε βάρος του κατηγορουμένου και τότε εγκαλούντος χωρίς να προβάλλει οιοσδήποτε των συμμετεχόντων στη δευτεροβάθμια δική κάποια αντίρρηση κατά της δηλώσεως αυτής. (βλ. 2α σελίδα των υπ' αριθμ. 3094/2009 πρακτικών απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα υπ'αριθμ. 390/2007 πρακτικά απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση αυτήν με κατηγορούμενο τον ήδη αναιρεσείοντα και συγκατηγορούμενη τη σύζυγο του Δ, την αυτήν ως άνω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής έκανε ως άμεσα ζημιωθείσα η παθούσα από το έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Ψ (βλ. 2α σελίδα της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης). Τέλος, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και διατακτικό αμφοτέρων των προαναφερομένων αποφάσεων στην πολιτικώς ενάγουσα, κατά παραδοχή ως νομίμου και βασίμου του σχετικού αιτήματός της, επιδικάσθηκε το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της, αφού προηγουμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ορθά σύμφωνα με τα άρθρα 13, 82, 84 και 87 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία την ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. III. Από τη διάταξη του άρθρου 170§2 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171§1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι ακυρότητα, λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μετά την κήρυξη της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα που πρότεινα την απαλλαγή του κατηγορουμένου μόνο για μια πράξη υπεξαίρεσης ( των 2.000.000 δραχμών) και την ενοχή του για τις λοιπές, από την πρότασή του δε αυτήν συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς η απόρριψη όλων των ισχυρισμών που είχε προβάλλει ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του. Επομένως ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος του και ο σχετικός λόγος περί σχετικής ακυρότητας που υπέβαλε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙV. Από το άρθρο 369§1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι όταν τελείωσε η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά της απαιτήσεως του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω από το άρθρο 371§3 εδ.β' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος γίνεται αμέσως συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα να επεκταθεί σε θέματα ποινής, ενώ, μετά την κήρυξη της ενοχής του δίνεται ο λόγος μόνον όταν γίνεται συζήτηση για τις απαιτήσεις του και όχι όταν γίνεται συζήτηση για την ποινή που θα επιβληθεί. Η παραβίαση δε των διατάξεων αυτών, με τη διατύπωση γνώμης του πολιτικώς ενάγουσας, σε θέματα ποινής δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον δεν παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου (άρθρο 171§1 περ. δ' ΚΠοινΔ), ούτε υπάγεται η περίπτωση αυτή στις άλλες περιοριστικές αναφερόμενες περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας των άρθρων 170§2 και 171 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης μετά την επί της ενοχής κρίση του δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικής αγωγής ζήτησε εκ νέου και μόνο την ενοχή του κατηγορουμένου και τέλος έλαβε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε να επιβληθεί σ' αυτόν το ελάχιστο όριο των προβλεπομένων από το νόμο ποινή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε κάποιου υπερασπιστικού του δικαιώματος και η λήψη του λόγου από το συνήγορο της πολιτικής αγωγής ως προς την ποινή για τον κατηγορούμενο που είχε κηρυχθεί ένοχος με το αναφερόμενο περιεχόμενό της ουδεμία έννομη συνεπεία είχε και βλάβη επέφερε στα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η απόφαση με απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171§2 ΚΠοινΔ από το ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής στον κηρυχθέντα ένοχο ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, έλαβε τον λόγο και ζήτησε εκ περισσού "την ενοχή του κατηγορουμένου", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. V. Για να συντρέξει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84§2 στοιχ. του ΠΚ η προβλεπόμενη από αυτή ελαφρυντικά περίσταση, που επιφέρει μείωση της ποινής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 84 του ίδιου κώδικα, πρέπει η μετάνοιά του να είναι ειλικρινής και εμπρακτη δηλαδή να συνδυάζεται με περιστατικά που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος επιζήτησε ειλικρινή και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του και μάλιστα με συγκεκριμένη συμπεριφορά εναντίων των παθόντων, μη αρκούσης της απλής συγγνώμης ή της καλής διαγωγής του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η στη διάταξη του άρθρου 79§3 εδ.β'του ΠΚ "μετάνοια, την οποία κατά τις παρεχόμενες υπό των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού στα δικαστήρια οδηγίες οφείλει να έχει τούτο υπόψη του για την εκτίμηση της προσωπικότητας του εγκληματία κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι διάφορος της στο άρθρο 84§2 εδ. δ'του ΠΚ και αρνητικές περιστάσεις "ειλικρινής μετάνοια", την οποία ο κατηγορούμενος επέδειξε και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, η οποία όταν συντρέχει μειώνεται κατά το άρθρο 83 του ΠΚ η ποινή. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 79 του ΠΚ δεν είναι υποχρεωμένο να έχει ειδική αιτιολογία τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αφού τα αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων δεν συμπεριέλαβε στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του σαφή και ορισμένα περιστατικά που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την από το άρθρο 84§2 περ.δ'του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση για μείωση της ποινής του. Εντεύθεν το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, αναφέροντας δε στην αιτιολογία για την επιβολή της ποινής και το στοιχείο της μετάνοιας, όπως ορίζεται από το άρθρο 79 §3 στοιχ.δ του ΠΚ (βλ. σελ 28 πρακτικών) δεν υπέπεσε σε κάποιο σφάλμα και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ελλιπή αιτιολογία. Γι' αυτό όσα περί του αντιθέτου αναφέρει ο αναιρεσείων με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως περί αντιφατικής και ελλιπούς αιτιολογίας ως προς την συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 περ.δ του ΠΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά απ' όλα τα ανωτέρω εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚποιλΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3094/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ( 220 ) ευρώ ως και στην εκ πεντακοσίων ( 500 ) ευρώ δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση. Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ενοχή και την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 79 ΠΚ), για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (μη νόμιμη παράσταση πολιτικής αγωγής). Απόρριψη όλων των λόγων αυτών ως αβασίμων και απόρριψη αίτησης αναίρεσης συνολικά.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.
0
Αριθμός 1841/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21.07.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή σύμφωνα με την 104/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, B. K. του A. κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1465-1466/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 651/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 364/26.10.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 23-16/7-4-2010 αίτηση αναιρέσεως του K. B. του A. και της S., 50 ετών, εργάτη, υπηκόου Βουλγαρίας ο οποίος γεννήθηκε στο … το έτος 1960 και κατοικεί ομοίως, κατά της υπ' αριθμ. 1465-1466/13-10-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή καθείρξεως δεκαοκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 20.000 ΕΥΡΩ για α) εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, β) κατοχή ναρκωτικών ουσιών, και, γ) μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από δράστη ιδιαιτέρως επικίνδυνο (άρθρα 26 παρ.1α, 27, 94 παρ.1 Π.Κ. και άρθρα 4 παρ. 1, 3, Πιν. Α5, 5 παρ.1 εδαφ. Α, ζ, 2, 8 του Νόμου 1729/1987 όπως ισχύει έως σήμερα), και εκθέτω τα ακόλουθα: Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως είναι εμπρόθεσμη σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., διότι ασκήθηκε εντός δέκα (10) ημερών από την καταχώριση καθαρογραμμένης της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο και συγκεκριμένα στις 31-3-2010. Πλην όμως για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως πρέπει οι προτεινόμενοι λόγοι να είναι ορισμένοι και δεν αρκεί η απλή επίκληση του περιεχομένου των διατάξεων αυτών, όπως λόγου χάρη "ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα ή εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παραβίαση δεδικασμένου ή υπέρβαση εξουσίας", διότι πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση ώστε να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση ή στο βούλευμα (Α.Π. 1018/2000 Ποινική Δίκη 2000, 1204, Α.Π. 980/1998 Ποιν. Χρον. ΜΘ 557, Α.Π. 1332/1992 Ποιν. Χρον ΜΒ/725). Εν προκειμένω ο αναιρεσείων επικαλείται ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και τον Νόμο (άρθρο 510 παρ.1 Δ Κ.Π.Δ.) καθώς και όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, χωρίς όμως να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς να προσδιορίζει ειδικά την νομική πλημμέλεια που προσάπτει στην απόφαση, με αποτέλεσμα λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του (άρθρο 474 παρ.2 Κ.Π.Δ.), η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 23-16/ 7-4-2010 αίτηση αναιρέσεως του K. B. του A. και της S., 50 ετών, εργάτη, υπηκόου Βουλγαρίας ο οποίος γεννήθηκε στο … το έτος 1960 και κατοικεί ομοίως, κατά της υπ' αριθμ. 1465-1466/13-10-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ανωτέρω. Αθήνα 8/10/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο υπόμνημα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζονται ποιες είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002 και 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ'αριθ. 23/7.4.2010 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η υπ'αριθμ. 1465-1466/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα οκτώ ( 18 ) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων ( 20.000 ) ευρώ για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών αιτιώμενος "έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Όμως, μ' αυτό το περιεχόμενο ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι ασαφής και εντελώς αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση ελλείψεις και πλημμέλειες. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1, 583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 23/7.4.2010 αίτηση του K. B. του A. και της S., περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 1465-1466/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι ( 220 ) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση λόγω αοριστίας του λόγου αναιρέσεως.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1842/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21.07.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και τη Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., νομού ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κρηνίδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1494/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1555/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 §2, 474 §2, 476 §1, 509 §1 και 510 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένοι οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή, ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτός δε περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατ' αποφάσεων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 1494/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ( Πλημμελημάτων ) Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση του άρθρου 55 ν. 2910/2001 και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα ( 30 ) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα, καθώς και σε συνολική χρηματική ποινή έντεκα χιλιάδες ( 11.000 ) ευρώ. Οι προβαλλόμενοι δε λόγοι αναίρεσης είναι οι εξής: "δεν εκτιμήθηκαν αρκετά από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε ένοχος πράξεων που δεν τέλεσε. Ειδικότερα δε ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση: α)Δέχθηκε συμμετοχή του στο συγκεκριμένο αδίκημα, αφού ουδείς των εμπλεκομένων στην επίδικη μεταφορά ανέφερε ότι διεπίστωσε την συμμετοχή ή την παρουσία του κατά την είσοδο των λαθρομεταναστών στο όχημα, δεδομένου εάν επεδίωκε να πράξει κάτι τέτοιο, θα μεριμνούσε για την ασφαλέστερη απόκρυψη των ατόμων αυτών και όχι στην πρόχειρη παραμονή τους στο χώρο του φορτίου του οχήματος του, πολύ δε περισσότερα δεν θα απέκρυπτε κάποιον στην εργαλειοθήκη (μπαγκαζιέρα) του οχήματος, αφού είναι ένα σημείο το οποίο ελέγχεται πρώτο από τα αρμόδια όργανα, β)δεν έλαβε υπ' όψιν της το πραγματικό γεγονός της εμπλοκής του ..., εγκλείστου στη φυλακή, σε πλήθος παρομοίων περιπτώσεων, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι μοναδικό του μέλημα είναι η λαθραία είσοδος αλλοδαπών σε φορτηγά οχήματα αμέριμνων οδηγών, προκειμένου να αποκομίσει χρήματα, γ)δεν έλαβε υπ' όψιν της ότι ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα επί σειρά ετών, χωρίς να έχει οποιαδήποτε δοσοληψία με τη δικαιοσύνη, ότι δεν είχε κανένα λόγο να προβεί σε μια τέτοια παράνομη ενέργεια δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή, ότι πάσχει από σοβαρό καρδιακό νόσημα που τον αποτρέπει από παρόμοιες ταλαιπωρίες και κυρίως ότι δεν θα διακινδύνευε σε καμία περίπτωση την επαγγελματική του υπόσταση, αφού σε ενδεχόμενη αμετάκλητη καταδίκη του θα στερηθεί ισοβίως του δικαιώματος ασκήσεως του επαγγέλματος του οδηγού, γεγονός που θα σημάνει την οικονομική και ηθική εξόντωσή του και της οικογενείας του". Με τους λόγους αυτούς πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 § 1, 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 5.11.2009, αίτηση του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1494/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγος αναίρεσης που πλήττει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1840/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1)Θ. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 2)Θ. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και εγκαλούντα την Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ... .Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 188/2-6-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 773/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 275/21-9-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε και 137 παρ. 1γ Κ.Π.Δ., τη με αριθμ. 612/8-10-2009 αίτηση του Εισαγγελέως Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ' ε' Κ.Π.Δ. στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος και δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 γ Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών ιδίως της παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση η Ε. Κ., υπέβαλε την από 19.1.2009 έγκληση σε βάρος α) της Θ. Μ., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και β) της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών Θ. Κ. για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος ( 259 Π.Κ.). Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό ΙΒ 44/2009/ΑΒΜΙΒ09/3441 Δ/ξη του Εισαγ. Πλημ/κών Αθηνών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης, ο εγκαλών άσκησε την με αριθμό 125/2010 προσφυγή, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλουμένου. Επειδή ο εγκαλούμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ( βλ. τη με αριθμό 188/10 αναφορά ), δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας του εγκαλουμένου, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής του εγκαλούντος. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να διατάξει το Δικαστήριό Σας, την παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η με αριθμό 125/2010 προσφυγή της Ε. Κ. του Χ. κατά της με αριθμό ΙΒ 44/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 21-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132,134 και 135 εδ.1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η Ε. Κ. υπέβαλε την από 19-1-2009 έγκληση σε βάρος των Δικαστικών Λειτουργών, Θ. Μ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και Θ. Κ. Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 219 ΠΚ). Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. ΙΒ 44/2009/ΑΒΜ ΙΒ09/3441 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά της διατάξεως αυτής η εγκαλούσα άσκησε, κατ' άρθρο 48 ΚΠοινΔ, την υπ' αριθ.125/2010 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Όμως, η δεύτερη εγκαλούμενη Θ. Κ., υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, γι' αυτό ο Εισαγγελεύς Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθ.188/2-6-2010 έγγραφό του, ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητος. Κατόπιν των παραπάνω, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχ.Ε' και 137 παρ.1 στοιχ.γ' ΚΠοινΔ, για την δεύτερη εγκαλουμένη αλλά και για την πρώτη, για το ενιαίο της κρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ.1 ΚΠοινΔ και πρέπει να ορισθεί αρμόδιος να κρίνει την άνω προσφυγή, ο Εισαγγελεύς Εφετών Πειραιώς, στον οποίο, καθώς και οι αρμόδιες Δικαστικές Αρχές Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ήτοι να αποφανθεί επι της υπ' αριθ.125/2010 προσφυγής της Ε. Κ. του Χ., κατά της υπ' αριθ. ΙΒ 44/2009 ΑΒΜ ΙΒ 09/3441 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και στις άλλες Δικαστικές Αρχές του Πειραιώς, αν συντρέξει περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά και στις άλλες δικαστικές αρχές του Πειραιά.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1837/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα, περί αναιρέσεως της 19859/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης , με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 280/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα του από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002, ΟλΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτός δε περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατ' αποφάσεων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη 315/9.2.2010 αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 19859/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για απλή σωματική βλάβη (ΠΚ 308 §1 εδ. α') και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ( 2 ) μηνών η οποία έχει αιτιολογία. Με την αίτηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, χωρίς, όμως, ο αναιρεσείων να προσδιορίζει σ' αυτή τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια και τις κατ' αυτής αιτιάσεις, περιοριζόμενος μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Ενόψει τούτου, οι μοναδικοί τρεις λόγοι της αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει, ως απαράδεκτη, ν' απορριφθεί, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των προαναφερομένων από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ αναιρετικών λόγων, αλλά και κατά το μέρος, που υπό την επίκληση κατ' επίφαση, της έλλειψης και εμπεριστατωμένα αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του προδιαληφθέντος Δικαστηρίου. Επειδή, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 § 1, 583 §1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.2.2010 αίτηση - δήλωση του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., για την αναίρεση της 19859/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστος λόγος αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1835/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των Αναιρεσειόντων-Κατηγορουμένων 1. Β. Λ. συζ. Ν., 2. Ν. Λ. του Α., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του βουλεύματος 613/2010 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Ι.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Απριλίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 601/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 180/13-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις 1) 52/23-4-10 και 2) 51/23-4-10 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Β. Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του πρωτόδικου 2789/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε, τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τον πρώτο μεν για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, τη δεύτερη δε για άμεση σ' αυτή συνέργεια, κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 46 παρ.1β,60-63,94 παρ.1,98,216 παρ.1,386 παρ.1,3β ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2- Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν 1) δικαιωματικά από τους κατηγορούμενους, αφού ο νόμος τους δίνει το δικαίωμα να ασκούν αναίρεση κατά του βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1 περ.α ΚΠΔ],2) εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η οποία έγινε στον πρώτο μεν με θυροκόλληση στην οικία του στην ... στις 13-4-10 και με πρόσθετη επίδοση στον αντίκλητό του δικηγόρο Δ. Τσούτσουβα, με παράδοση στα χέρια του συνεργάτη του Π. Μαρτζακλή, στη δεύτερη δε με θυροκόλληση στην οικία της στην ... στις 13-4-10 και με πρόσθετη επίδοση στον αντίκλητό της δικηγόρο Δ. Τσούτσουβα, με παράδοση στα χέρια του συνεργάτη του στο γραφείο του Π.Μαρτζακλή στις 13-4-10, [σχετικά οι εκθέσεις του δικ. επιμελητή Π.Β.], και 3) νομότυπα, ήτοι με δήλωση της εξουσιοδοτημένης δικηγόρου τους Δημ. Διδίλη στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που το εξέδωσε, με τη σύνταξη υπ' αυτής των οικείων εκθέσεων, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ, και με την συμπερίληψη σ' αυτές του λόγου, για τον οποίο ασκούνται, που συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που απαιτεί το Σύνταγμα,[άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ.δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και δικαιωματικά ασκηθείσες, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους. 3-Εξέταση του λόγου αναίρεσης Α-Νομική βάση α- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ. 01/1225, ΠΧΡ.02/402, ΠΛΟΓ. 01/1693, ΑΠ.11/09]. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ` αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών [ΑΠ.146/09]. Η αόριστη όμως αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων [ΑΠ.971/09]. Από την παραπάνω απαίτηση του νόμου δεν εξαιρούνται ούτε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί των αποφάσεων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση; α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Δεν αποτελούν όμως παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 939/09,1907/07). Κατά το άρθρο 484 παρ.2 του ΚΠΔ αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους αναφερόμενους στην παρ.1 αυτού λόγους αναίρεσης κατά των βουλευμάτων. β-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών. Το έγκλημα της απάτης είναι διαζευτικώς ή υπαλλακτικώς μικτό, τελείται δηλ. με οποιοδήποτε από τους τρόπους που αναφέρει ο νόμος( παράσταση γεγονότων ως αληθινών, αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση] και όταν ο δράστης χρησιμοποιεί παράλληλα ή διαδοχικά όλους τους τρόπους διάπραξης της απάτης, ιδίως με συνεχιζόμενες ψευδείς παρατάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρι να καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη με την απόσπαση της εμπιστοσύνης του, μια μόνο πράξη τελείται [ΑΠ.244/98 ΠΧΡ.ΜΗ/885],Σ' αυτά είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας σε άλλη υπαλλακτική μορφή από εκείνη για την οποία ο κατηγορούμενος εισάγεται, [Λ. Μαργαρίτης Ποιν.Κ.2003 σελ. 61]. Κατά την κρατούσα στη θεωρία [Άγγ. Κωνσταντινίδης. Απάτη σε δίκη ΠΧΡ.ΛΗ/557, Σπινέλλης Ποιν.Δ. Ειδ.Μέρος 1985 σελ.94,Δασκαλάκης Π.ΧΡ. ΚΑ/624, Χριστ. Χριστοφορίδης επ.Αντ.Α.Π.Π.Χρ.μβ/102, CONTRA Κ. Ανδρουλάκης, στη διατριβή Είναι νοητή απάτη επί δικαστηρίω; Π.ΧΡ.Κ/561, ΚΑ/716.] και στη νομολογία άποψη [Α.Π.31/59 Π.ΧΡ.Θ212,με σύμφ. αγόρ. Β. Σακελλαρίου, Α.Π.1227/79,Ολομ.ΠΧΡ.σύμφωνη πρότ. Λ. Παπακαρυά Λ/283, Συμβ. Εφ.Θεσ. 174/73, σύμφ. πρότ. Αντεισ. Κ.Σταμάτη Π.ΧΡ. ΚΓ/747, Α.Π.652/92 ΠΧΡ. ΜΒ/647], στοιχειοθετείται απάτη επί δικαστηρίου οσάκις ο διάδικος σε πολιτική δίκη όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσάγει προς υποστήριξή του και απατηλά αποδεικτικά μέσα, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Θεωρείται ότι τελείται η απάτη επί δικαστηρίου τετελεσμένη μεν όταν το δικαστήριο παραπλανόμενο από το διάδικο με την προβολή και την προσαγωγή απ' αυτόν των απατηλών αποδεικτικών του μέσων εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, εν αποπείρα δε όταν το δικαστήριο δεν πείθεται απ' αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. [Α.Π.869/95 ΠΧΡ. ΜΕ/1422, Α.Π.1612/95 ΠΧΡ. ΜΣΤ/1027, Α.Π.1533/95 ΠΧΡ. ΜΣΤ/875. Α.Π. 1496/83 ΠΧΡ. ΛΔ/488, ΑΠ.1123/91 ΠΧΡ. ΜΒ/53]. γ-Κατά το άρθρο 46 παρ.1 β του Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει στο άρθρο 48 ο Π.Κ. (Χωραφάς Π.Δ.Α/366, ΑΠ.162/86), απαιτείται α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται, ΙΝ CONCRETO, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, (Α.Π.577/79 ΠΧΡ. ΚΘ/669), δηλ. πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, β) αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε χωρίς αυτή δε θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος, (Α.Π.18/87 ΠΧΡ.ΛΖ/378). Β-Περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του προαναφερόμενου παραπεμπτικού 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών διαλαμβάνουν τα εξής "Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα έσφαλε και δεν ανέγραψε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία που επιβάλλουν τα άρθρα 139 ΚΠΔ και 93 του Συντάγματος, παραβιάζοντας ως εκ τούτου το άρθρο 484 παρ.1 εδ. ε' ΚΠΔ. Πρώτος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε χωρίς επαρκή και πλήρη αιτιολογία ως πλήρη απόδειξη τις αντιφατικές και σαφείς παραδοχές του 286/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όμως παρέχει αντιφατικές και σαφείς παραδοχές και ουδέν αναφέρει για τις λοιπές τοκογλυφικές απαιτήσεις του μηνυτή και ιδίως αυτές που αντιπροσωπεύει η λευκή επιταγή ποσού 91.723.000 δρχ. που επιδίωξε ο μηνυτής προκειμένου να δικασθεί ως ηθικός αυτουργός για την πράξη αυτή. Σημειώνω ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε στην ουσία σχετική έφεση του μηνυτή με το 2182/07 βούλευμά του. Ουδόλως αναφέρει που στηρίζει την κρίση του για την παραπομπή μας. Δεύτερος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα 613/10 προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του για παραπομπή μας στο ακροατήριο του Εφετείου Κακουργημάτων έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία της απόρριψης της ανακοπής του πρώτου από εμάς κατά των 4803/03 και 6588/03 διαταγών πληρωμής με βάση τις ... και ... επιταγών της Τράπεζας BARCLAYS BANK PIC ως νόμω αβάσιμες, ενώ αυτές απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους (εκπρόθεσμες) χωρίς το αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά τους". Γ-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, και δη με παραπομπή στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση [ΑΠ.2367/05], δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την "εκτίμηση των προβαλλομένων λόγων εφέσεως σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας" προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: 1) Ο Ν. Λ. συνήψε μετά του νυν εγκαλούντος Α. Ι. κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1988 έως τον Οκτώβριο του 1991 διαδοχικές συμβάσεις δανείου για την επέκταση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στον χώρο της εργολαβίας και κατασκευής, ποσού συνολικώς 47.893.000 δραχμών και για τον λόγο αυτό εξέδωσε στην Αθήνα τις υπ' αριθμόν ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barclays Bank Pic (και νυν HSBC) εις διαταγή του, ποσού 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντιστοίχως, αποδεχόμενος την ανωτέρω οφειλή του προς τον εγκαλούντα. Στις επιταγές αυτές δεν τέθηκε ημερομηνία εκδόσεως, με την συμφωνία ότι θα συμπληρώνονταν από τον ίδιο τον εγκαλούντα Α. Ι., όταν ο πρώτος εκκαλών θα εισέπραττε από τον Δήμο Καλλιθέας ποσό ύψους 450,000 δραχμών, για έργο που είχε κατασκευάσει. Ο εγκαλών Α. Ι. ανέμενε επί σειρά ετών, αποδεχόμενος τις υποσχέσεις (του ήδη εκκαλούντος) ότι, θα του εξοφλήσει την ανωτέρω απαίτηση και ακολούθως έθεσε στις ανωτέρω επιταγές τις ημερομηνίες 28-11-2002 και 30-1-2003 αντιστοίχως και αυθημερόν τις εμφάνισε προς πληρωμή, όπου και σφραγίστηκαν, λόγω μη υπάρξεως επαρκούς υπολοίπου. Βάσει των επιταγών αυτών ο εγκαλών (Α. Ι.) ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθμόν 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες επιδόθηκαν στον εκκαλούντα στις 30.7.2003 με αντίστοιχη επιταγή προς πληρωμή. Κατά των διαταγών αυτών ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Ν. Λ. άσκησε τις από 11.9.2003 και 15.9.2003 ανακοπές του οι οποίες εκδικάστηκαν στις 30.6.2004, αναφέροντας ότι: α) πράγματι είχε δανειστεί χρήματα από τον- εγκαλούντα, αλλά όχι το χρηματικό ποσό που ενσωμάτωναν οι ανωτέρω πιστωτικοί τίτλοι, αλλά μόνον το ποσό των 3.000.000 δραχμών το οποίο ανατοκιζόταν με τοκογλυφικούς τόκους ύψους 8% μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 30.11.1988 μέχρι τις 30.11.1991 και το οποίο με τις παράνομες αυτές προσαυξήσεις ανήλθε σε 47.910.000 δραχμές, β)ότι από το διάστημα από 1.12.1991 έως 1.7.2003 κατέβαλε ανελλιπώς στον μηνυτή το ποσό των 260.000 δραχμών μηνιαίως και το αντίστοιχο ποσό 770 ευρώ, δηλαδή συνολικώς το ποσό των 36.400.000 δραχμών, γ) ότι ο μηνυτής εισέπραξε από αυτόν πλέον των οφειλομένων το ποσό των 27.100.000 δραχμών ενώ θα έπρεπε να είχε εισπράξει το ποσό των 6.300.000 + 3.000.000 = 9.300.000 δραχμών, δ) ότι κατέβαλε στον μηνυτή το ποσό των 2.000.000 δραχμών για έξοδα γάμου της κόρης του, 1.500.000 δραχμές για ιατρικά του έξοδα, 300.000 για έξοδα θερινής διαβίωσης του, 2.000.000 δραχμές για αγορά οχήματος της κόρης του και συνολικώς για το χρονικό διάστημα από του έτους 1991 έως και το 2003 ότι του κατέβαλε 30.000.000 δραχμές και ε) ότι ο εγκαλών, κατά το αμέσως πιο πάνω χρονικό διάστημα, είχε εισπράξει από αυτόν αθέμιτα ανταλλάγματα (δηλαδή πέραν του δανείου με τους νόμιμους τόκους) τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε 57.100.000 δραχμές, 2) οι ισχυρισμοί αυτοί του ήδη εκκαλούντος Ν. Λ. απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και αναξιόπιστοι από το σκεπτικό του υπ' αριθμόν 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ. 2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), 3) Η δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά την κατάθεση της την 30-6-2004 επιβεβαίωσε ενόρκως τους ισχυρισμούς του συγκατηγορουμένου - συζύγου της (Βλέπ. σχετικώς πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία 30-6-2004),οι οποίοι εάν γινόταν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, θα είχαν γίνει δεκτές οι ανακοπές του πρώτου εκκαλούντος Ν. Λ., θα είχαν ακυρωθεί οι με αριθμούς 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγές πληρωμής και έτσι ο μηνυτής θα είχε υποστεί ζημία, κατά το ποσό που ενσωμάτωναν οι παραπάνω ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barclays Bank Pic (και νυν HSBC), δηλαδή κατά το ποσό των 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντίστοιχα, που υπερβαίνει (μετά την εισαγωγή του ευρώ) το ποσό των 73.000 ευρώ, 4) Όσον φορά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων περί εσφαλμένης κρίσεως του με αριθμό 286/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να λεχθεί ότι: Αντικείμενο κρίσεως των (κρινόμενων) με αριθμό 539/16-10-2009 και 537/16-10-2009 εφέσεων αντίστοιχα των κατηγορουμένων Ν. Λ. του Α. και Β. σύζ. Ν. Λ., αποτελεί το με αριθμό 2789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και όχι το συναφές επικαλούμενο ως εσφαλμένο κατ' ουσία 286/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όπως ήδη ελέχθη παραπάνω έχει καταστεί αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ.2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), με όλες τις νομικές λόγω του αμετακλήτου συνέπειές του. Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του πρώτου μεν για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, σε βάρος της δεύτερης δε για άμεση σ' αυτή συνέργεια, κατ' εξακολούθηση [άρθρα 46 παρ.1β, 60-63, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 386 παρ.1,3β ΠΚ], απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 2789/09 πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο και τους παραπέμπει για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών να δικασθούν ως υπαίτιοι της τελέσεως τούτων. Δ-Αναιρετικός έλεγχος α-Οι αιτήσεις αναιρέσεως. Από το περιεχόμενο των αιτήσεων αναιρέσεων προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος απ' αυτούς λόγος αναιρέσεως της έλλειψης της ειδικής αιτιολογίας του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτές ούτε εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία ή αν υπάρχει έλλειψη σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία της κατηγορίας, ούτε εάν εμφιλοχωρεί σ' αυτή κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό. β-Αυτεπάγγελτη εξέταση της έλλειψης αιτιολογίας. Από τις ως άνω παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα, έστω κατ' είδος, τα οποία έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθόσον η περιεχόμενη σ' αυτό αναφορά ότι έλαβε υπόψη του "τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας", είναι αόριστη και δεν αρκεί για τη θεμελίωση της έλλειψης αιτιολογίας ως λόγου αναίρεσης κατά του βουλεύματος. 3-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, πρέπει, όσο αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων να απορρίψει τούτες ως απαράδεκτες, λόγω της αοριστίας τους, και να καταδικάσει τον καθένα στα δικαστικά έξοδα των 220 €, όσον αφορά την αυτεπάγγελτη εξέταση του λόγου αναίρεσης, την οποία προτείνουμε, να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα για τον ως άνω λόγο και να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεών τους κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Για τούτο προτείνω Α-Όσο αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως: α-Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι 1) 52/23-4-10 και 2) 51/23-4-10 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Β.Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., κατά του 613/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β-Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των 220 €. Β-Όσο αφορά την αυτεπάγγελτη εξέταση της έλλειψης αιτιολογίας: α-Να αναιρεθεί το ανωτέρω βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και β-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεών τους κατά του 2783/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις κρινόμενες υπ' αριθμ. 51 και 52/23-4-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Β. Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 613/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Οι ανωτέρω δύο αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθησαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθμ. 2789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε. Με το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπονται αμφότεροι οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως κατηγορούμενοι για να δικασθούν ο μεν πρώτος αυτών για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος (ως εκ του ύψους του σκοπούμενου συνολικού οφέλους), η δε δεύτερη αυτών για άμεση συνέργεια στην απόπειρα της κακουργηματικής απάτης του πρώτου (άρθρα 46 παρ. 1β, 94 παρ. 1, 98 και 386 παρ. 1 και 3β του Π.Κ.). Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά (Ολ. ΑΠ 19/2001). Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Η αόριστη όμως αναφορά στο βούλευμα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση, χωρίς κανένα ειδικότερο προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβούλιο δεν αρκεί, και η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την τυχόν επιλεκτική επίκληση, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή εγγράφων [ΑΠ.971/09]. Από την παραπάνω απαίτηση του νόμου δεν εξαιρούνται ούτε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί των αποφάσεων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση: α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Δεν αποτελούν όμως παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 939/09). Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ.2 του ΚΠΔ αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους αναφερόμενους στην παρ.1 αυτού λόγους αναίρεσης κατά των βουλευμάτων. Εν προκειμένω οι κρινόμενες αναιρέσεις κατά του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 613/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών διαλαμβάνουν τα εξής: "Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα με αριθμό 613/2010 έσφαλε και δεν ανέγραψε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία που επιβάλλουν τα άρθρα 139 Κ.Ποιν.Δ. και 93 του Συντάγματος παραβιάζοντας ως εκ τούτου το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. 5 ε' Κ.Π.Δ. Πρώτος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε χωρίς επαρκή και πλήρη αιτιολογία ως πλήρη απόδειξη τις αντιφατικές και σαφείς παραδοχές του 286/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όμως παρέχει αντιφατικές και σαφείς παραδοχές και ουδέν αναφέρει για τις λοιπές τοκογλυφικές απαιτήσεις του μηνυτή και ιδίως αυτές που αντιπροσωπεύει η λευκή επιταγή ποσού 91.723.000 δρχ. που επιδίωξε ο μηνυτής προκειμένου να δικασθεί ως ηθικός αυτουργός για την πράξη αυτή. Σημειώνω ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε στην ουσία σχετική έφεση του μηνυτή με το 2182/07 βούλευμα του. Ουδόλως αναφέρει πού στηρίζει την κρίση του για την παραπομπή μας. Δεύτερος λόγος. Το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα 613/10 προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του για παραπομπή μας στο ακροατήριο του Εφετείου Κακουργημάτων έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία της απόρριψης της ανακοπής του πρώτου από εμάς κατά των 4803/03 και 6588/03 διαταγών πληρωμής με βάση τις ... και ... επιταγών της Τράπεζας BARCLAYS BANK PIC (και νυν HSBC) ως νόμω αβάσιμες, ενώ αυτές απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους (εκπρόθεσμες) χωρίς το αρμόδιο Δικαστήριο να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά τους". Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του και ειδικότερα με καθολική παραπομπή στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του, ότι "από την εκτίμηση (κατ' άρθρο 177 Κ.Π.Δ.) των προσβαλλομένων λόγων εφέσεως, σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, προέκυψαν τα εξής: "Ο Ν. Λ. συνήψε μετά του νυν εγκαλούντος Α. Ι. κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1988 έως τον Οκτώβριο του 1991 διαδοχικές συμβάσεις δανείου για την επέκταση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στον χώρο της εργολαβίας και κατασκευής, ποσού συνολικώς 47.893.000 δραχμών και για τον λόγο αυτό εξέδωσε στην Αθήνα τις υπ' αριθμόν ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barklays Bank Pic (και νυν ΗSΒC) εις διαταγή του, ποσού 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντιστοίχως, αποδεχόμενος την ανωτέρω οφειλή του προς τον εγκαλούντα. Στις επιταγές αυτές δεν τέθηκε ημερομηνία εκδόσεως, με την συμφωνία ότι θα συμπληρώνονταν από τον ίδιο τον εγκαλούντα Α. Ι., όταν ο πρώτος εκκαλών θα εισέπραττε από τον Δήμο Καλλιθέας ποσό ύψους 450,000 δραχμών, για έργο που είχε κατασκευάσει. Ο εγκαλών Α. Ι. ανέμενε επί σειρά ετών, αποδεχόμενος τις υποσχέσεις (του ήδη εκκαλούντος) ότι, θα του εξοφλήσει την ανωτέρω απαίτηση και ακολούθως έθεσε στις ανωτέρω επιταγές τις ημερομηνίες 28-11-2002 και 30-1-2003 αντιστοίχως και αυθημερόν τις εμφάνισε προς πληρωμή, όπου και σφραγίστηκαν, λόγω μη υπάρξεως επαρκούς υπολοίπου. Βάσει των επιταγών αυτών ο εγκαλών (Α. Ι.) ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθμόν 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες επιδόθηκαν στον εκκαλούντα στις 30.7.2003 με αντίστοιχη επιταγή προς πληρωμή. Κατά των διαταγών αυτών ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Ν. Λ. άσκησε τις από 11.9.2003 και 15.9.2003 ανακοπές του οι οποίες εκδικάστηκαν στις 30.6.2004, αναφέροντας ότι: α) πράγματι είχε δανειστεί χρήμα-τα από τον εγκαλούντα, αλλά όχι το χρηματικό ποσό που ενσωμάτωναν οι ανωτέρω πιστωτικοί τίτλοι, αλλά μόνον το ποσό των 3.000.000 δραχμών το οποίο ανατοκιζόταν με τοκογλυφικούς τόκους ύψους 8% μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 30.11.1988 μέχρι τις 30.11.1991 και το οποίο με τις παράνομες αυτές προσαυξήσεις ανήλθε σε 47.910.000 δραχμές, β) ότι από το διάστημα από 1.12.1991 έως 1.7.2003 κατέβαλε ανελλιπώς στον μηνυτή το ποσό των 260.000 δραχμών μηνιαίως και το αντίστοιχο ποσό 770 ευρώ, δηλαδή συνολικώς το ποσό των 36.400.000 δραχμών, γ) ότι ο μηνυτής εισέπραξε από αυτόν πλέον των οφειλομένων το ποσό των 27.100.000 δραχμών ενώ θα έπρεπε να είχε εισπράξει το ποσό των 6.300.000 + 3.000.000 = 9.300.000 δραχμών, δ) ότι κατέβαλε στον μηνυτή το ποσό των 2.000.000 δραχμών για έξοδα γάμου της κόρης του, 1.500.000 δραχμές για ιατρικά του έξοδα, 300.000 για έξοδα θερινής διαβίωσης του, 2.000.000 δραχμές για αγορά οχήματος της κόρης του και συνολικώς για το χρονικό διάστημα από του έτους 1991 έως και το 2003 ότι του κατέβαλε 30.000.000 δραχμές και ε)ότι ο εγκαλών, κατά το αμέσως πιο πάνω χρονικό διάστημα, είχε εισπράξει από αυτόν αθέμιτα ανταλλάγματα (δηλαδή πέραν του δανείου με τους νόμιμους τόκους) τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε 57.100.000 δραχμές, 2) οι ισχυρισμοί αυτοί του ήδη εκκαλούντος Ν. Λ. απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και αναξιόπιστοι από το σκεπτικό του υπ' αριθμόν 286/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ.2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), 3) Η δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορουμένη κατά την κατάθεση της την 30-6-2004 επιβεβαίωσε ενόρκως τους ισχυρισμούς του συγκατηγορουμένου -συζύγου της (Βλέπ. σχετικώς πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία 30-6-2004),οι οποίοι εάν γινόταν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, θα είχαν γίνει δεκτές οι ανακοπές του πρώτου εκκαλούντος Ν. Λ., θα είχαν ακυρωθεί οι με αριθμούς 4803/2003 και 6588/2003 αντίστοιχα διαταγές πληρωμής και έτσι ο μηνυτής θα είχε υποστεί ζημία, κατά το ποσό που ενσωμάτωναν οι παραπάνω ... και ... επιταγές της Τράπεζας Barklays Bank Pic (και νυν ΗSΒC), δηλαδή κατά το ποσό των 11.203.000 δραχμών και 36.690.000 δραχμών αντίστοιχα, που υπερβαίνει (μετά την εισαγωγή του ευρώ) το ποσό των 73.000 ευρώ, 4) Όσον φορά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων περί εσφαλμένης κρίσεως του με αριθμό 286/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να λεχθεί ότι: Αντικείμενο κρίσεως των (κρινόμενων) με αριθμό 539/16-10-2009 και 537/16-10-2009 εφέσεων αντίστοιχα των κατηγορουμένων Ν. Λ. του Α. και Β. σύζ. Ν. Λ., αποτελεί το με αριθμό 2789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και όχι το συναφές επικαλούμενο ως εσφαλμένο κατ' ουσία 286/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όπως ήδη ελέχθη παραπάνω έχει καταστεί αμετάκλητο (Βλέπ. σχετικώς το με αριθμό πρωτ. 2618 πιστοποιητικό του γραμματέως του Αρείου Πάγου), με όλες τις νομικές λόγω του αμετακλήτου συνέπειές του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του πρώτου μεν για απόπειρα απάτης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, σε βάρος της δεύτερης δε για άμεση σ' αυτή συνεργεία, κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 46 παρ. 1β, 60-63, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 386 παρ.1, 3β ΠΚ], απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του 2789/09 πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο, το οποίο τους παραπέμπει για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν ως υπαίτιοι της τελέσεως τούτων. Μετά από όλα τα προαναφερόμενα το Συμβούλιο τούτο κρίνει ότι ο προβαλλόμενος από αμφότερους τους αναιρεσείοντες λόγος αναιρέσεως της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 613/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στα δικόγραφα των κρινόμενων αιτήσεως αναίρεσης εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία ή εάν υπάρχει έλλειψη σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία της κατηγορίας, ούτε εάν εμφιλοχωρεί σ' αυτή κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό, προσδιορίζοντας αντίστοιχα αυτά. Επομένως, πρέπει αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν ως απαράδεκτες, μετά την πρόσκληση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλλου της δικογραφίας. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Περαιτέρω όμως το Συμβούλιο αυτό, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως την έλλειψη ή μη αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει ότι αυτό με την καθολική αναφορά του στην αντίστοιχη Εισαγγελική πρόταση δεν παράσχει την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν μνημονεύει αυτό ή η Εισαγγελική πρόταση τα αποδεικτικά μέσα, έστω κατ' είδος, τα οποία έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει τη δικονομική του πεποίθηση για τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθόσον η περιεχόμενη σ' αυτό (Εισαγγελική πρόταση) αναφορά ότι έλαβε υπόψη του "τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας", είναι αόριστη και δεν αρκεί για τη θεμελίωση της έλλειψης αιτιολογίας ως λόγου αναίρεσης κατά του ως άνω βουλεύματος. Συνακόλουθα, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για τον ως άνω λόγο (έλλειψη αιτιολογίας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των εφέσεων των δύο κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 2783/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 51 και 52/23-4-2010 αιτήσεις των 1) Β.-Ν. Λ. του Α. και 2) Β. Ν. Λ., κατοίκων ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 613/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί αυτεπαγγέλτως το ως άνω βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το ως άνω βούλευμα, να επανεξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα των από 16-10-2009 εφέσεων των ως άνω δύο κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 2789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα κακουργηματικής απάτης. Αίτηση αναιρέσεως κατά απορριψάσης της εφέσεις βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Αοριστία λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως ως απαράδεκτων. Εξέταση του λόγου αυτού αυτεπαγγέλτως, αφού οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι τυπικά δεκτές και διαπίστωση ότι η αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών είναι ελλιπής. Αναίρεση βουλεύματος και παραπομπή υπόθεσης για επανάκριση των εφέσεων κατ' ουσία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Απόπειρα.
0
Αριθμός 1836/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Λουμάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1353/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 46/1.2.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 30.7.2009 αίτηση του Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα), με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, με τριετή αναστολή, για πλαστογραφία μετά χρήσεως (άρθρ. 216 παρ. 1 ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ορισμένες, περιοριστικώς, αναφερόμενες, περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη, κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009, Μπουρόπουλος ΕρμΚΠοινΔ, άρ. 535 σ. 310). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της 483/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από αυτόν αίτηση αναιρέσεως κατά της 5676/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην αίτηση αυτή και ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι ήταν αθώος της παραπάνω πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. ΙΙΙ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάστηκε με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, η οποία συνίσταται στο ότι: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 10 Μαΐου 1996 μέχρι και 4 Οκτωβρίου 1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, τυγχάνων Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που έχει την έδρα της στην ... και επί της οδού ... και έχοντας στα χέρια του την από 10.5.1996 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία είχε υπογράψει αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρίας και ο μηνυτής Η. Α., με την οποία είχε προσλάβει, με την παραπάνω ιδιότητά του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο ετών, ήτοι από 10.5.1996 μέχρι 10.5.1998, τον μηνυτή ως Διευθυντή του τουριστικού συγκροτήματος, που εκμεταλλεύεται η από αυτόν εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρεία, με το όνομα "ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ", που βρίσκεται στο 46ο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, νόθευσε αυτήν και συγκεκριμένα με γραφομηχανή προσέθεσε στη δεύτερη σελίδα της, σε κενό που υπήρχε στο τέλος του πρώτου όρου της, μετά τον αριθμό 1998 και την "τελεία", που υπήρχε μετά τον αριθμό αυτό, την οποία μετέτρεψε σε "κόμμα" τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996", εν αγνοία του μηνυτή, χωρίς τη συναίνεσή του και παρά τη θέλησή του, στη συνέχεια δε, στις 19.11.1996, χρησιμοποίησε τη νοθευθείσα αυτή σύμβαση, προσκομίζοντας αυτήν στην Επιθεώρηση Εργασίας Λαυρίου, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως, χωρίς σπουδαίο λόγο, είχε απολυθεί από την εργοδότριά του ως άνω εταιρία, με την από 9.10.1996 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, και ζητούσε μισθούς υπερημερίας". Όπως αναφέρεται και στην 483/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε κατόπιν της από 18.9.2003 αιτήσεως αναιρέσεως του νυν αιτούντος Γ. Λ., το παραπάνω δικαστήριο, μετ' εκτίμηση των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου): α) δέχθηκε, ότι η φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" προστέθηκε στο κείμενο της συμβάσεως σε μεταγενέστερο χρόνο και δεν γράφτηκε συγχρόνως με το υπόλοιπο κείμενο αυτής και μάλιστα κατά υψηλή πιθανότητα με την ίδια ηλεκτρική γραφομηχανή, όπως αυτό προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 13.12.1996 εκθέσεως γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., που αναγνώσθηκε, β) δέχθηκε, ότι ο παραπάνω όρος δεν υπήρχε στην αρχική σύμβαση, διότι εάν πράγματι η βούληση των μερών ήταν να προσληφθεί ο εγκαλών δοκιμαστικά, ασφαλώς και κατά την κοινή πείρα, θα δηλωνόταν αυτό κατά τρόπο ευθύ και πριν ορισθεί ότι η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου με διάρκεια δύο ετών, το οποίο δεν συνέβη, γ) έλαβε υπόψη του και τη "γραφολογική γνωμοδότηση του δικαστικού γραφολόγου Θ. Β. (το πόρισμα της οποίας ήταν αντίθετο από εκείνο της γνωμάτευσης του γραφολόγου Τ.), αφού και αυτή αναγνώσθηκε και γίνεται ειδική μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους δεν συμπορεύθηκε με τα αντίθετα πορίσματα της τελευταίας, δεδομένου ότι αυτή ήταν απλό έγγραφο που εκτιμάται ελευθέρως" και δ) αιτιολογεί ειδικώς τον δόλο του κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, νόθευσε την επίμαχη σύμβαση εργασίας κατά τα ως άνω λεπτομερώς εκτιθέμενα και στη συνέχεια, στις 19.11.1996, προσκόμισε αυτήν στην Επιθεώρηση Εργασίας Λαυρίου, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως, χωρίς σπουδαίο λόγο, είχε απολυθεί από την εργοδότρια του ως άνω εταιρία, με την από 9.10.1996 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, και ζητούσε μισθούς υπερημερίας. ΙΙΙ. Ο αιτών, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται ως νέα στοιχεία, υπέρ της αθωότητάς του: α) την από 10.6.2008 επιστολή του μηνυτή Η. Α. προς αυτόν στην οποία αναφέρει ότι "με την ψυχραιμία που παρέχει η χρονική απόσταση και, ιδίως, μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις που είχα με διάφορα πρόσωπα που αναμείχθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υπόθεσή σας, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο οδηγηθήκατε σε μια άδικη καταδίκη, αλλά και, υπό τη ψυχική φόρτιση που συνεπαγόταν για μένα τα γεγονότα εκείνα, τότε είχα σχηματίσει (συγγνωστώς πάντως) πεπλανημένη εικόνα για το πώς συνέβησαν τα γεγονότα για τα οποία παλαιότερα κατέθεσα. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι ... η σύμβαση πρόσληψής μου υπογράφηκε από εμένα μετά την έγκρισή της από το Δ.Σ της ανώνυμης εταιρίας Γενικαί Τουριστικαί Επιχειρήσεις Α.Ε. Συνεπώς είναι πολύ πιθανόν (αν όχι απόλυτα βέβαιον !) ότι στο μεταξύ είχε προστεθεί ο κρίσιμος χρόνος περί δοκιμαστικής περιόδου, την οποία προσθήκη όμως δεν πρόσεξα καν, τότε, δεδομένης μάλιστα της επιθυμίας μου να συνεργασθώ με τη συγκεκριμένη εταιρία. Άλλωστε σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή κι αν αυτό το είχα προσέξει, αυτός δεν θα ήταν λόγος για μένα να μην υπογράψω τη σύμβαση, που θα περιλάμβανε το συγκεκριμένο όρο", β) την από 20.3.2009 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως κριτικής και παρατηρήσεων της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., σύμφωνα με την οποία "Η δακτυλογράφηση του κειμένου της (από 10.5.1996) σύμβασης (εργασίας) έγινε ενιαία και φυσιολογικά, εκτός από τον αριθμό 20 στον 9ο στίχο της πρώτης σελίδας και τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" στον 3ο στίχο της δεύτερης σελίδας, που προστέθηκαν μεταγενέστερα με την ίδια γραφομηχανή. Η συμπλήρωση της επίμαχης φράσης ... έγινε πριν τεθούν οι υπογραφές, αφού η γραφή είναι φωτοτυπημένη, ενώ οι υπογραφές πρωτότυπες. Η χειρόγραφη διόρθωση της τελείας σε κόμμα, πριν από την επίμαχη φράση, έγινε ξεχωριστά σε καθένα από τα δύο αντίτυπα της επίδικης Σύμβασης, προφανώς μετά τη χάραξη των υπογραφών των συμβαλλομένων σε πρωτότυπο" και γ) τις από 7.7.2009 και 13.7.2007 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Τ. του Ι. και Α. Π. του Χ., οι οποίοι, χωρίς να είναι αυτόπτες μάρτυρες κατά την υπογραφή της συμβάσεως εργασίας, βεβαιώνουν ότι δεν τελέστηκε από τον αιτούντα η πράξη της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκε και ότι η απόφαση είναι άδικη γι' αυτόν. Για τα παραπάνω στοιχεία που ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Α) Το περιεχόμενο της από 10.6.2008 επιστολής του Η. Α. προς τον αιτούντα κατά το οποίο "είναι πολύ πιθανό (αν όχι απόλυτα βέβαιο !) ότι στο μεταξύ είχε προστεθεί ο κρίσιμος χρόνος περί δοκιμαστικής περιόδου, την οποία δεν πρόσεξα καν" δεν αποτελεί νέο στοιχείο, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν την υπόθεση, αφού αυτό αποτελούσε ισχυρισμό του τότε κατηγορουμένου, και νυν αιτούντος, ο οποίος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την κρινόμενη απόφαση υποστήριξε "Πήγα στο ΔΣ και μου είπαν ότι έπρεπε να προστεθεί ο όρος της δοκιμαστικής περιόδου. Αφού έγινε αυτό, ξαναμπήκε το κείμενο στη γραφομηχανή, προστέθηκε ο όρος και έπειτα υπογράφηκε η σύμβαση". Άλλωστε, η παραπάνω δήλωση του μηνυτή, όπως διατυπώθηκε στην επιστολή "είναι πολύ πιθανό (αν όχι απόλυτα βέβαιο)", δεν καθιστά πρόδηλη την πλάνη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, όπως απαιτεί το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ. β) Το συμπέρασμα της εκθέσεως γραφολογικής γνωμοδότησης κριτικής και παρατηρήσεων της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., ότι η προσθήκη του όρου "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" ετέθη μεν μετά τη δακτυλογράφηση του κειμένου της συμβάσεως εργασίας, όπως δέχεται και ο γραφολόγος Τ.ς, αλλά πριν τεθούν οι υπογραφές, αφού η γραφή είναι φωτοτυπημένη, ενώ οι υπογραφές πρωτότυπες, δεν προσφέρει επίσης κάποιο νεότερο στοιχείο, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν την υπόθεση. Και τούτο διότι ο αιτών απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, αφενός επιβεβαίωσε τον τότε ισχυρισμό του μηνυτή ότι δεν είχε τεθεί θέμα δοκιμαστικής περιόδου για την πρόσληψή του και αφετέρου υποστήριξε ότι η προσθήκη αυτή ετέθη πριν να τεθούν οι υπογραφές, όπως και το συμπέρασμα της παραπάνω γραφολογικής γνωμοδότησης της Χ. Τ., αλλά και εκείνης του γραφολόγου Θ. Β.. Ειδικότερα, υποστήριξε στο Δικαστήριο "Εμένα δεν μου είχαν πει για δοκιμαστική περίοδο. Μου ζήτησαν να προσληφθεί διευθυντής, επειδή ήταν δυο μήνες το ξενοδοχείο χωρίς διευθυντή και ο χρόνος πίεζε. Τη σύμβαση την είχα ετοιμάσει, επειδή είχα τη βεβαιότητα ότι θα γινόταν η πρόσληψη λόγω της εισήγησής μου ως διευθύνοντα συμβούλου. Για νομικούς και τυπικούς λόγους δεν μπορούσα ποτέ να το έχω υπογράψει από πριν. Δεν είχα τέτοια εξουσιοδότηση. Εφόσον η σύμβαση δεν είχε υπογραφεί, η αλλαγή έγινε επάνω στο κείμενο και μετά υπογράφηκε". Επίσης, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποστήριξε "Τη σύμβαση την είχαμε κάνει δυο (2) ημέρες πριν μαζί με τον Α. και το ΔΣ ζήτησε να μπει ο όρος και τότε την υπογράψαμε, το δέχθηκε και υπέγραψε". Έτσι, το Δικαστήριο, δέχθηκε μεν ότι η σύμβαση είχε καταρτισθεί (συνταχθεί) ως προς το περιεχόμενό της πριν τεθούν οι υπογραφές, με κοινή συμφωνία των μερών, όπως άλλωστε συνομολόγησε και ο αιτών, αλλά απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο παραπάνω όρος προστέθηκε στη σύμβαση εν γνώσει του μηνυτή. Και γ) οι από 7.7.2009 και 13.7.2007 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Τ. του Ι. και Α. Π. του Χ., αντιστοίχως, επίσης δεν προσφέρουν κάποιο νεότερο στοιχείο για την υπόθεση, αφού οι βεβαιούντες μάρτυρες, οι οποίοι δεν ήταν αυτόπτες κατά τη σύνταξη και υπογραφή της σχετικής συμβάσεως και ως εκ τούτου δεν έχουν άμεση αντίληψη και γνώση των περιστάσεων υπό τις οποίες προστέθηκε στη σύμβαση ο όρος της δοκιμαστικής περιόδου, βεβαιώνουν απλώς ότι κατά την προσωπική τους εκτίμηση, δεν τελέστηκε η πράξη της πλαστογραφίας, άποψη την οποία υποστήριξε στο Δικαστήριο και ο αιτών, ο οποίος όμως συνομολόγησε ότι ο όρος αυτός ετέθη μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, ύστερα από υπόδειξη του ΔΣ της εταιρίας. Επομένως, τα προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση και επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, εκτιμώμενα δε αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που προσκομίστηκαν προηγουμένως στο Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (άρθρ. 216 παρ. 1 του ΠΚ), για την οποία καταδικάσθηκε. Προκύπτει δε ότι με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 30.7.2009 αίτηση του Γ. Λ. του Κ., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα). Και Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αθήνα, 28 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά . ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 § 1 περ.2 Π.Κ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικώς, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερα από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρα 528 § 1 εδαφ. α' και 527 § 3 Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι αυτόν για πλημμέλημα υπ' αριθμό 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Συμβολαιογράφου) και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα ( 12 ) μηνών, με τριετή αναστολή, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων), η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 483/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα ( 12 ) μηνών. Καταδικάστηκε συγκεκριμένα για το ότι "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από το Μάϊο 1996 μέχρι και 4 Οκτωβρίου 1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία τυγχάνων διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." που έχει την έδρα της στην Αθήνα και επί της οδού ... και έχοντας στα χέρια του την από 10/5/1996 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου την οποία είχε υπογράψει αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας και ο μηνυτής Η. Α. με την οποία είχε προσβάλει, με την παραπάνω ιδιότητά του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας δυο ετών, ήτοι από 10/5/1996 μέχρι 10/5/1998, τον μηνυτή ως διευθυντή του Τουριστικού συγκροτήματος που εκμεταλλεύεται η από αυτόν εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρεία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", με το όνομα "ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ" που βρίσκεται στο 40ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενόθευσε αυτή και συγκεκριμένα με γραφομηχανή προσέθεσε στη δεύτερη σελίδα αυτής, σε κενό που υπήρχε στο τέλος του πρώτου όρου της, μετά τον αριθμό 1998 και την τελεία, που υπήρχε μετά τον αριθμό αυτόν, την οποία μετέτρεψε σε "κόμμα" τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996". Εν αγνοία του μηνυτή χωρίς τη συναίνεσή του και παρά τη θέλησή του, στη συνέχεια δε, στις 19.11.1996, χρησιμοποίησε τη νοθευσείσα αυτή σύμβαση προσκομίζοντάς την στην επιθεώρηση εργασίας, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως χωρίς σπουδαίο λόγο είχε απολυθεί από την εργοδότριά του άνω εταιρεία με την από 9/10/1996 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ζητούσε μισθούς υπερημερίας. Ήδη ο αιτών επιδεικνύων την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την 5676/2003 απόφαση επικαλείται και προσκομίζει ως νέες αποδείξεις i) την από 10/6/2008 επιστολή που απευθύνει προς τον αιτούντα ο πολιτικώς ενάγων Η. Α. και το γνήσιο της υπογραφής του οποίου στο τέλος αυτής έχει βεβαιωθεί από υπάλληλο του ΚΕΠ Δήμου Αθηναίων με το εξής περιεχόμενο "με την ψυχραιμία που παρέχει η χρονική απόσταση και, ιδίως μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις που είχα με διάφορα πρόσωπα που αναμείχθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υπόθεσή σας, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο οδηγηθήκατε σε μια άδικη καταδίκη, αλλά και υπό την ψυχική φόρτιση που συνεπάγονταν, για μένα τα γεγονότα εκείνα τότε, είχα σχηματίσει (συγνωστώς πάντως!) πεπλανημένη εικόνα για το πώς συνέβησαν τα γεγονότα για τα οποία παλαιότερα κατέθεσα. Η αλήθεια, λοιπόν, έτσι όπως την αποκρυστάλλησαν κατόπιν μεταγενέστερων διευκρινίσεων με τρίτα πρόσωπα, είναι ότι η σύμβαση πρόσληψής μου υπογράφηκε από εμένα μετά την έγκρισή της από το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.". Συνεπώς είναι πολύ πιθανόν (εάν όχι απόλυτα βέβαιον) ότι στο μεταξύ είχε προστεθεί ο κρίσιμος όρος περί "δοκιμαστικής περιόδου" την οποία προσθήκη, όμως δεν πρόσεξα καν, τότε δεδομένης μάλιστα της επιθυμίας μου να συνεργαστώ με την συγκεκριμένη εταιρεία. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή και αν το είχα προσέξει, αυτός δεν θα ήταν λόγος για μένα να μην υπογράψω τη σύμβαση που θα περιλάμβανε τον συγκεκριμένο όρο ..... θεώρησα ηθικώς επιβεβλημένο όμως, να σας στείλω την επιστολή μου αυτή, για "να βάλω τα πράγματα στη θέση τους". 2) Την από 20/3/2009 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. που ενήργησε κατ' εντολή του αιτούντος γραφολογική και εργαστηριακή εξέταση στο κείμενο της από 10/5/1996 Σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των α) Α.Ε. ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ και β)Η. Α. για να αποφανθεί αν στον 3ο στοίχο της 2ης σελίδας της προαναφερομένης σύμβασης, η φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" δακτυλογραφήθηκε συγχρόνως με το υπόλοιπο κείμενο και με φυσιολογική σειρά ή προστέθηκε μεταγενέστερα, στην ίδια - ή άλλη γραφομηχανή - και πότε σε σχέση με τις υπογραφές που υπάρχουν κάτω από το κείμενο στις σελίδες 2, 4 και 5 της ίδιας συμβάσεως και επίσης να εκφέρει μετά από μελέτη της από 13/12.1996 έκθεσης γραφολογικής γνωμάτευσης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. για το ίδιο θέμα, τις επ' αυτής κριτική και παρατηρήσεις της ως προς το εάν ήταν η έρευνα πλήρης και αν το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ορθό και επαρκώς αιτιολογημένο. Στην από 20/3/2009 προσκομιζόμενη έκθεση της προαναφερόμενης, γραφολόγου αναφέρεται ότι την από 10/5/1996 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ της Ανώνυμης Εταιρείας ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, κατά του Η. Α. την παρέλαβε σε φωτοτυπία από τον εντολέα της και επίσης την εξέταση και στο Εφετείο Αθηνών από την ευρισκόμενη στο φάκελο σχετικής δικογραφίας σύμβαση με πρωτότυπες τις υπογραφές των συμβαλλομένων και έλαβε και φωτογραφίες για περαιτέρω μελέτη. Η ως άνω δικαστική γραφολόγος συμφωνεί με το συμπέρασμα του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. στην από 19/12/1996 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως ως προς τη συμπλήρωση της φράσεως "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996" στον τρίτο στίχο της δεύτερης σελίδας της από 10/5/1996 σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και του Η. Α. σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που δακτυλογραφήθηκε το υπόλοιπο κείμενο, όμως διαφωνεί με την (σε βαθμό πιθανολόγησης) άποψη αυτού "ότι, η εγγραφή προστέθηκε πολύ αργότερα στην εν λόγω σύμβαση και όχι μετά πάροδο λεπτών ή ωρών, αφού το κόμμα πριν την υπό κρίση εγγραφή έχει τελείως άλλη μορφή στα δυο αντίγραφα της σύμβασης που διαθέτουμε, ενώ θα έπρεπε αυτό να είναι το ίδιο". Οι λόγοι για τους οποίους διαφωνεί η γραφολόγος αυτή με το άνω συμπέρασμα της γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του προαναφερομένου συναδέλφου της αποτελούν και το τελικό συμπέρασμα της από 20.3.2009 γραφολογικής γνωμοδότησής της. αναφέρει ειδικότερα η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. στην έκθεσή της ότι ο γραφολόγος Τ. εξέτασε τα δυο αντίτυπα της επίδικης σύμβασης με υπογραφές των συμβαλλομένων σε φωτοτυπία και όχι σε πρωτότυπο. Ότι οι πρωτότυπες υπογραφές επάνω σε φωτοτυπημένο κείμενο εγγράφου φανέρωναν ότι το κείμενο προϋπήρχε των υπογραφών επί πλέον δε ότι η δακτυλογράφηση του κειμένου της συμβάσεως έγινε ενιαία και φυσιολογικά, εκτός από τον αριθμό 20 στον 9ο στοίχο και τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996 στον 3ο στίχο της δεύτερης σελίδας". Ότι σε μεταγενέστερο χρόνο, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, συμπληρώθηκε στην ίδια γραφομηχανή η επίμαχη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι τον Οκτώβριο 1996", στη δεύτερη σελίδα και ο αριθμός "20" στην πρώτη σελίδα. Ότι ακολούθως το κείμενο φωτοτυπήθηκε σε τρία φύλλα χαρτιού με έντυπο το λογότυπο της επιχείρησης "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." στο άνω μέρος της μιας όψης αυτών και τέθηκαν οι υπογραφές των συμβαλλομένων σε πρωτότυπο, στο κάτω μέρος της δεύτερης όψης των δυο πρώτων φύλλων (σελίδες 2 και 4) και στο τέλος της 5ης σελίδας (3ο φύλλο), κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ". Ότι η υπογεγραμμένη πλέον σύμβαση φωτοτυπήθηκε σε δεύτερο αντίτυπο ενώ η διαφορετική μορφή που έχει η χειρόγραφη διόρθωση της τελείας σε κόμμα, στα δυο αντίτυπα της επίδικης σύμβασης σημαίνει ότι αυτή η διόρθωση έγινε ξεχωριστά σε καθένα από τα δυο αντίτυπα. Επισυνάπτεται στην προσκομιζόμενη από 20.3.2009 γραφολογική γνωμοδότηση της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. και η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με πρωτότυπες επ' αυτής υπογραφές των υπογραφόντων αυτών ως συμβαλλόμενων δηλαδή του ήδη αιτούντος και του Η. Α.. 3)Την υπ' αριθμό .../7.7.2009 ένορκη βεβαίωση του άλλοτε οικονομικού διευθυντή και οικονομικού συμβούλου της εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." Δ. Τ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Λευκάδος Σπύρου Αρβανίτη καθώς και την υπ' αριθμό .../13.7.2009 χωρίς όρκο κατάθεση - δήλωση του άλλοτε δικηγόρου της ίδιας ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." Α. Π. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θέτιδος Καφαντάρη με τις εκτιμήσεις των με βάση όλα πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων για το χρόνο προσθήκες του κρίσιμου όρου της προσλήψεως ως διευθυντού του πολιτικώς ενάγοντος για το ξενοδοχείο ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ με δοκιμαστική περίοδο πέντε μηνώ στην σχετική σύμβαση πριν τεθούν οι υπογραφές του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος στην φωτοτυπία από το δακτυλογραφημένο κείμενο της συμβάσεως εργασίας. Τα στοιχεία αυτά και κυρίως η έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. και η συνημμένη σ' αυτή σύμβαση εργασίας με τις πρωτότυπες υπογραφές των συμβαλλομένων στην οποία στηρίζονται τα συμπεράσματα της όπως και το περιεχόμενο της από 10/6/2008 επιστολής του παραστάντος στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών ως πολιτικώς ενάγοντος Η. Α. με την οποία δηλώνει αντίθετα με όσα είχε καταθέσει εξεταζόμενος ενώπιον του άνω δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε στην αρχική σύμβαση την οποία υπέγραψε ο όρος δοκιμαστική περίοδος προς τον ήδη αιτούντα ότι μετά την έγκριση της σύμβασης πρόσληψης του από το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και την προσθήκη του κρίσιμου όρου περί δοκιμαστικής περιόδου, την οποία δεν είχε προσέξει αυτός, υπογράφτηκε από εκείνον η εν λόγω σύμβαση, είναι στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που τον κατεδίκασαν επί αυτών δε ως νέων αποδείξεων είναι δυνατό να θεμελιωθεί λόγος από αυτούς που δικαιολογούν την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας και δεν κατέτεινε η υποβολή της εν λόγω αιτήσεως σε επανέλεγχο της σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως από νομική και ουσιαστική άποψη με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές. Το δικαστήριο που είχε καταδικάσει τον ήδη αιτούντα είχε στηρίξει την περί ενοχής κρίση του όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως, στην από 13.12.1996 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ. τα περί του αντιθέτου αναφερόμενα στην απόφαση εκείνη συμπεράσματα του οποίου, στηρίζονταν σε εξετασθέν άλλο φωτοτυπικό αντίγραφο της επίμαχης συμβάσεως εργασίας, στο οποίο όμως τόσο η προσθήκη του όρου δοκιμαστικής περιόδου όσο και οι υπογραφές των συμβαλλομένων φαίνονταν σε φωτοτυπία. Από όσα έχουν προεκτεθεί προκύπτει ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις, από τις οποίες σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που κατεδίκασε τον αιτούντα καθίσταται φανερό ότι είχε γίνει η προσθήκη του όρου για δοκιμαστική περίοδο πέντε μηνών στο κείμενο της από 10/5/1996 συμβάσεως εργασίας, που αφορούσε την πρόσληψη του πολιτικώς ενάγοντος Η. Α. στο ξενοδοχείο που εκμεταλλευόταν η εταιρεία διευθύνων σύμβουλος της οποίας ήταν ο αιτών, στο τέλος κάθε φύλλου και στο τέλος του κειμένου της συμβάσεως αυτής υπό την ένδειξη οι συμβαλλόμενοι. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν ήταν νοητή τέλεση στην συγκεκριμένη περίπτωση (υπό μορφή της νόθευσης του κειμένου της) της πράξεως της πλαστογραφίας της προαναφερθείσης συμβάσεως, για την οποία ο αιτών καταδικάστηκε. Οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση αν γνώριζαν αυτά που προκύπτουν από τις άνω νέες αποδείξεις είναι βέβαιο και όχι απλώς πιθανό ότι θα αθώωναν τον αιτούντα για την πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως. Επομένως, ο αιτών είναι αθώος και αδίκως καταδικάστηκε με την ανωτέρω απόφαση για την αναφερθείσα πράξη, πρέπει δε να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και να ακυρωθεί η εν λόγω καταδικαστική απόφαση. Δεν κρίνεται όμως αναγκαίο η παραπομπή της υποθέσεως στο ακροατήριο για νέα συζήτηση, δεδομένου ότι από το χρόνο τελέσεως της πράξεως εντός του χρονικού διαστήματος από 10 Μαΐου 1996 μέχρι 4 Οκτωβρίου 1996 μέχρι σήμερα ημερομηνία δημοσιεύσεως της προκείμενης αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής λόγω παραγραφής και ειδικότερα από τότε μέχρι σήμερα παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και πρέπει κατ' εφαρμογή των άρθρων 111§1 & 3, 112, 113§1 & 3 του Π.Κ. και 370 περ.β' σε συνδυασμό με άρθρα 309§1β και 310§1β Κ.Ποιν.Δ. να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος για την ανωτέρω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 30 Ιουλίου 2009 (αριθ. πρωτ. 7590/ 30.9.2009) αίτηση του Γ. Λ. του Κ., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 5676/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση. Και Παύει οριστικά λόγω παραγραφής κατά του καταδικασθέντος με την ως άνω απόφαση Γ. Λ. του Κ. για το ότι: Στην ..., κατά τα χρονικό διάστημα από 10 Μαΐου 1996 μέχρι και 4 Οκτωβρίου 1996, και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, ενόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έχανε χρήση του νοθευμένου αυτού εγγράφου και συγκεκριμένα τυγχάνων Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που έχει την έδρα της στην ... και επί της οδού ... και έχοντας στα χέρια του την από 10-5-95 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία είχε υπογράψει αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας και ο μηνυτής Η. Α., με την οποία είχε προσλάβει, με την παραπάνω ιδιότητά του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας δυο ετών ήτοι από 10-5-93 μέχρι 10-5-1998, τον μηνυτή ως Διευθυντή του τουριστικού συγκροτήματος, που εκμεταλλεύεται η από αυτόν εκπροσωπούμενη ως άνω εταιρεία "ΓΕΝΙΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" με το όνομα "ΞΕΝΙΑ ΛΑΓΟΝΗΣΙ", που βρίσκεται στο 40ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενόθευσε αυτή και συγκεκριμένα με γραφομηχανή προσέθεσε στη δεύτερη σελίδα αυτής, σε κενό που υπήρχε στο τέλος του πρώτου όρου της, μετά τον αριθμό 1998 και την "τελεία" που υπήρχε μετά τον αριθμό αυτό, την οποία μετέτρεψε σε "κόμμα" τη φράση "και με δοκιμαστική περίοδο μέχρι 10 Οκτωβρίου 1996", εν αγνοία του μηνυτή χωρίς συναίνεση του και παρά τη θέληση του, στη συνέχεια δε, στις 19-11-96, χρησιμοποίησε τη νοθευθείσα αυτή σύμβαση προσκομίζοντας αυτή στην Επιθεώρηση Εργασίας Λαυρίου, στην οποία είχε προσφύγει ο μηνυτής και είχε καταγγείλει ότι ακύρως, χωρίς σπουδαίο λόγο είχε απολυθεί από την εργοδότριά του ως άνω εταιρεία με την 9-10-96 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ζητούσε μισθούς υπερημερίας. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου αμετακλήτως για πλαστογραφία με χρήση. Νέες αποδείξεις (έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και επιστολή του πολιτικώς ενάγοντος) για το ότι η επίμαχη σύμβαση πρόσληψή του υπεγράφη μετά την προσθήκη του όρου περί δοκιμαστικής περιόδου στο πρωτότυπο κείμενο και την φωτοτύπησή του και συγκεκριμένα τέθηκαν για πρώτη φορά οι υπογραφές του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου σε φωτοαντίγραφα της σύμβασης πρόσληψης και δεν έγινε νόθευση του κειμένου της. Με βάση τα νέα αυτά στοιχεία οι δικαστές που δίκαζαν, αν τα γνώριζαν είναι βέβαιο ότι θα οδηγούνταν σε αθωωτική κρίση. Γίνεται δεκτή ως ουσιαστική βάσιμη η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ακυρώνεται η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου και λόγω πλημμεληματικού χαρακτήρα της πράξεως και παρόδου διαστήματος μεγαλύτερου της οκταετίας παύει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος λόγω παραγραφής.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
1
Αριθμός 1838/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της υπ'αριθ.2505/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 431/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1, 2 περ. α' και β' και 4 του ν. 2696/1999 ( ΚΟΚ), ορίζονται ότι: " Αν συμβεί τροχαίο οδικό ατύχημα, από το οποίο επήλθε βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται να .. . (παρ.1). Αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον (των όσων ορίζει η παρ. 1 του ίδιου άρθρου): α)Να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β)Να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του για την ειδοποίηση της Αστυνομίας ή για την περίθαλψη των τραυματιών ή του ίδιου . . γ) Να αποτρέψει οποιαδήποτε μεταβολή στον τόπο του ατυχήματος., (παρ.2). Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις των παρ.1 και 2 περ. γ του άρθρου αυτού, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) μήνα, αν δε πρόκειται για οδηγό μηχανοκίνητου οχήματος ή μοτοποδηλάτου και με αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα ενός (1) έως τριών (3) μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο, (παρ.3). Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση α' και β' του άρθρου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών".(παρ.4 εδ. α ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να θεμελιωθεί η πιο πάνω αξιόποινη παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας απαιτείται, εκτός των άλλων και εμπλοκή με οποιονδήποτε τρόπο στο οδικό τροχαίο ατύχημα του οδηγού ή άλλου που χρησιμοποιεί την οδό. Εμπλοκή με την ευρεία αυτή έννοια μπορεί να υπάρχει και αν ο οδηγός δεν είναι υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και δεν συγκρούσθηκε το όχημα του με άλλο. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ. ΑΠ 1/2005). Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, μετ'αναίρεση προηγούμενης καταδικαστικής αποφάσεως, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2505/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 43 παρ. 2 περ. α' και β' και 4 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) , σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και διατάχθηκε η αφαίρεση της αδείας ικανότητας οδηγήσεως του καταδικασθέντος επί τρεις μήνες. Από την επισκόπηση της ανωτέρω προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι στο αιτιολογικό της, διαλαμβάνονται τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι: Στις 9.12.2001 και περί ώρα 05.00', ο Φ, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας Citroen Xsara, κυβισμού 2000 c.c., 147 ίππων και με κινητήρα ΐιιτβο, στο οποίο επέβαιναν άλλα τρία άτομα, δηλαδή ο Σ1, οΣ2 και ο Σ3, και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος (0,80 γρ/λτ κατά τη δεύτερη εξέταση με την αεριοχρωματογραφική μέθοδο), εκτνείτο στο 3,5 χλμ. της ε.ο..... Κατά την ίδια ώρα ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΑLFA ROMEO, κυβισμού 1600 cc και 120 ίππων, εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση, πίσω από τον Φ και, καθώς στο σημείο εκείνο η οδός ήταν ευθεία, επιχείρησε να τον προσπεράσει, διανύοντας μια απόσταση 100 περίπου μέτρων παράλληλα με το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Ο Φ, όμως, θεώρησε ως πρόκληση την προσπέραση από ένα όχημα μικρότερου κυβισμού και λιγότερων ίππων και ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα προκειμένου να την αποτρέψει, γεγονός που ανάγκασε τον κατηγορούμενο να επιστρέψει στο ρεύμα κυκλοφορίας του χωρίς να επιτύχει την προσπέραση. Από το άλλο μέρος ο Φ συνέχισε να κινείται με υπερβολική ταχύτητα και φθάνοντας στο 3,5 χλμ. της ως άνω οδού, όπου τέλειωνε η ευθεία και υπήρχε αριστερή σε σχέση με την πορεία του στροφή, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και, αφού εξήλθε από το οδόστρωμα δεξιά ως προς την πορεία του, προσέκρουσε σε ισόγειο (υπερυψωμένο) διαμέρισμα πολυκατοικίας, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη ..., αλλά και τον τραυματισμό των λοιπών συνεπιβατών και του ίδιου. Έτσι, οι ως άνω θάνατος και τραυματισμοί προκλήθηκαν από αμέλεια μόνο του Φ και δεν προέκυψε συμμετοχή του κατηγορουμένου σε αυτοσχέδιο αγώνα ταχύτητας για τον οποίο είχε συνεννοηθεί από πριν με τον Φ, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την με αριθ. 347/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ναυπλίου, επί ποινικής δίωξης και κατά του κατηγορουμένου για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματικές βλάβες από αμέλεια, με την οποία (απόφαση) κηρύχθηκε αθώος των πράξεων αυτών, αλλά και με την με αριθ.216.1009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου επί αγωγών των ζημιωθέντων από το ως άνω ατύχημα. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος, μολονότι ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Φ σε μικρή απόσταση, λόγω της προηγηθείσας ανεπιτυχούς προσπάθειας του να το προσπεράσει και, ως εκ τούτου, αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο αυτό παρέκκλινε της πορείας του και προσέκρουσε στο πιο πάνω διαμέρισμα και ότι υπήρχαν άτομα εντός του που είχαν ανάγκη βοήθειας, δεν σταμάτησε να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση, ούτε ειδοποίησε αμέσως για το ατύχημα την πλησιέστερη αστυνομική αρχή, παραμένοντας στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της, όπως ήταν υποχρεωμένος, ενόψει του ότι ενεπλάκη με τον τρόπο που περιγράφηκε στο ένδικο ατύχημα. Παρέλειψε δε τις ως άνω νόμιμες ενέργειες από φόβο, όπως ανέφερε στην απολογία του. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 43 του ν. 2696/1999, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 43 παρ. 2 περ. α' και β' και 4 του ν. 2696/1999 (περί ΚΟΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας του δόλου του αναιρεσείοντος, διότι αυτός ενυπάρχει στην περιγραφή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Ειδικότερα, αναφέρεται αναλυτικά και συγκεκριμένα ότι η εμπλοκή του κατηγορουμένου οδηγού αυτοκινήτου σε οδικό τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 9-12-2001 και είχε σαν συνέπεια τον τραυματισμό οδηγού και δύο επιβατών και το θανάσιμο τραυματισμού τρίτου επιβαίνοντος άλλου εκτραπέντος της οδού, χωρίς επαφή, ΙΧΕ αυτοκινήτου του οδηγού Φ, συνίσταται στο ότι, οδηγώντας ο ίδιος ΙΧΕ αυτοκίνητο περί το 3,5 χιλιομ. της εθνικής οδού ..., προσπάθησε σε τμήμα ευθείας να προσπεράσει το προπορευόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Φ, κινηθείς παράλληλα προς το προπορευόμενο αυτοκίνητο επί 100 μ. απόσταση, χωρίς να επιτύχει την προσπέραση, λόγω αναπτύξεως υπερβολικής ταχύτητας από το ΙΧΕ αυτοκίνητο του Φ, προκειμένου να αποτρέψει την προσπέραση, οπότε ο ίδιος αναγκάστηκε να επανέλθει στο δεξιό ρεύμα πορείας του, πλην όμως, στο τέλος της ευθείας, ενώ ακολουθούσε ο ίδιος σε μικρή απόσταση και αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο του Φ, λόγω αριστερής στροφής και υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει, για να μην τον προσπεράσει ο κατηγορούμενος, εξήλθε από το οδόστρωμα δεξιά και προσέκρουσε σε ισόγειο υπερυψωμένο διαμέρισμα πολυκατοικίας και ότι εντός του αυτοκινήτου αυτού υπήρχαν άτομα που προφανώς τραυματίστηκαν και είχαν ανάγκη βοήθειας, δε σταμάτησε να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση, ούτε ειδοποίησε αμέσως για το εν λόγω ατύχημα την πλησιέστερη αστυνομική αρχή, παραμένοντας στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της. Η εμπλοκή δε του καταδικασθέντος κατηγορουμένου σε οδικό τροχαίο ατύχημα, συνάγεται σαφώς από τις παραπάνω παραδοχές και στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η εν λόγω ειδική παράβαση του άρθρου 43 παρ.2 α, β, 4 του ν. 2696/1999 και δεν αναιρείται ( η εμπλοκή) εκ του ότι δεν θεωρήθηκε υπεύθυνος για την εκτροπή του προπορευόμενου αυτοκινήτου και απηλλάγη αμετάκλητα με την 347/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου των αποδοθεισών σε αυτόν κατηγοριών για ανθρωποκτονία και σωματικές βλάβες από αμέλεια του, ως μη αποδειχθείσας συμμετοχής του σε αυτοσχέδιους αγώνες αυτοκινήτων και οιασδήποτε αμέλειας του στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος. Όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που προαναφέρθηκε και ως προς τον όρο της εμπλοκής στο ατύχημα, η οποία συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση του αναιρεσείοντος οδηγού με τα περιστατικά αυτά, παρόλο ότι δεν ήταν υπαίτιος του ατυχήματος και δεν συγκρούσθηκε το αυτοκίνητο του με το εκτραπέν της οδού αυτοκίνητο, β) Από το προπαρατεθέν αιτιολογικό, που αναφέρει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πλην άλλων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, ενώ από τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι εξετάστηκε μόνον ένας μάρτυρας κατηγορίας, ο ..., δε δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν, ούτε δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη η μοναδική αυτή μαρτυρική κατάθεση, αφού ο μάρτυρας αυτός, στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα και επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτοβάθμιας 1938/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, εξετάστηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, η δε αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως πληθυντικού αριθμού μαρτύρων, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, γ) Δεν υφίσταται αντίφαση από την παραδοχή, "της μη συμμετοχής του κατηγορουμένου οδηγού σε αυτοσχέδιους αγώνες" και την παραδοχή, "ο κατηγορούμενος, μολονότι ακολουθούσε το αυτοκίνητο ...σε μικρή απόσταση .. . και ως εκ τούτου αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο αυτό παρέκκλινε της πορείας του και προσέκρουσε στο πιο πάνω διαμέρισμα . . . δε σταμάτησε να δώσει την αναγκαία βοήθεια ..", αφού όπως προεκτέθηκε, η μη συμμετοχή του κατηγορουμένου σε αυτοσχέδιους αγώνες και η έλλειψη υπαιτιότητας του στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, δεν αναιρεί την εμπλοκή αυτού στο επισυμβάν ατύχημα και τις από το άνω άρθρο 43 παρ.2 εδ. α και β του ΚΟΚ υποχρεώσεις του, δ) Από την αναφορά στο αιτιολογικό μέρους της απολογίας του κατηγορουμένου, ότι αυτός παρέλειψε τις ως άνω νόμιμες ενέργειες " από φόβο, όπως ανέφερε στην απολογία του ", για να δικαιολογήσει τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δε συνάγεται επιλεκτική εκτίμηση της απολογίας. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ, σχετικοί με αριθ. 1Β, 2α λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όσον αφορά την ενοχή, είναι απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες. ΙΙ. Η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός συνδρομής συγγνωστής νομικής πλάνης, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο ισχυρισμό. Ακόμα, από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 του ΠΚ προκύπτει ότι για να μην καταλογισθεί η πράξη που κατηγορούμενο λόγω συγγνωστής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμα του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Δηλαδή για να είναι ορισμένος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προσδιορίζεται και η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με την στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης(σελ. 4), προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί νομικής πλάνης, διότι κατά λέξη " δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι έπρεπε να σταματήσει να προσφέρει βοήθεια". Ο αυτοτελής ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου απορρίφθηκε μετά από σχετική μείζονα νομική σκέψη, με το εξής αιτιολογικό: " Ο συνήγορος υπεράσπισης πρόβαλε τον ισχυρισμό περί νομικής πλάνης του κατηγορουμένου, διότι δεν γνώριζε ότι έπρεπε να σταματήσει για να προσφέρει βοήθεια. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ισχυρισμός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν γίνεται καμιά αναφορά στην προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, ώστε με τη στάθμιση των αναφερομένων προσωπικών στοιχείων αυτού, να μπορέσει το παρόν Δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση για την αλήθεια ή μη του ισχυρισμού του". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εκ μέρους του κατηγορουμένου προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός νομικής πλάνης δεν είχε προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε ένα τέτοιο αόριστο ισχυρισμό, παρά ταύτα ορθά, πλήρως αιτιολογημένα και κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 31 του ΠΚ, απέρριψε αυτόν ως αόριστο και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα σχετικός ΙΑ' λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίψεως ως αορίστου του ως παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του νομικής πλάνης, και κατ'εκτίμηση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 31 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το γεγονός δε ότι, κατά τη γενόμενη στο τέλος της διαδικασίας επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, κατά το άρθρο 79 του ΠΚ, αυτεπαγγέλτως, ως κριτήρια και την προσωπικότητα του δράστη και τα στοιχεία αυτής, δε σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία η επίκληση των παραπάνω αναφερθέντων στοιχείων της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, για να στηρίξουν τον προβαλλόμενο υπ'αυτού αυτοτελή ισχυρισμό νομικής πλάνης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του ν.2696/1999 "Αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον (των όσων ορίζει η παρ.1 του ίδιου άρθρου):α)Να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β) Να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνση του για την ειδοποίηση της Αστυνομίας ή για την περίθαλψη των τραυματιών ή του ίδιου. Κατά δε τις διατάξεις της παρ.4 εδ.α'και β'του ιδίου άρθρου: "Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παρ. 2 περ. α' και β' του άρθρου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών".(παρ.4 εδ. α ). Αν από τη συμπεριφορά του ο παθών περιήλθε σε κίνδυνο ζωής ή επήλθε θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις και με αφαίρεση της αδείας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο" (παρ. 4 εδ.β') Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι ως συμπεριφορά του υπαίτιου πρέπει να εννοηθεί εκείνη που προσδιορίζεται στις περιπτώσεις α'και β'του άρθρου 2 δηλαδή η παράλειψη αυτού α)να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στον παθόντα και β)να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και κ.λπ. και να υπάρχει αιτιώδη σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω καθοριζομένης συμπεριφοράς του και του επελθόντα θανάτου. Στη προκειμένη περίπτωση το δίκασαν Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 2505/2009 απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη του, για την επιμέτρηση της ποινής τα στοιχεία του άρθρου 79 ΠΚ, καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών και αφαίρεσε την άδεια ικανότητας οδηγήσεως αυτού για χρονικό διάστημα τριών μηνών, αφού δέχθηκε σε αυτοτελές ειδικό αιτιολογικό του και τα εξής: "Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ.4 εδ. β' του ν. 2696/99, σε περίπτωση που επήλθε θάνατος ή βαριά σωματική του παθόντος, ο υπαίτιος των παραβάσεων της παρ. 2 εδ. α' και β' του ίδιου άρθρου, τιμωρείται και με αφαίρεση της αδείας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο και στην προκειμένη περίπτωση επήλθε θάνατος του παθόντος, πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο και αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για τρεις (3) μήνες ". Από τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 α και β και 4 εδ. α και β του ν. 2696/1999 και συγκεκριμένα δεν υπήγαγε ορθά τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στις ανωτέρω διατάξεις που εφάρμοσε, ως προς την κατάγνωση της ποινής φυλακίσεως επτά μηνών και την αφαίρεση της αδείας ικανότητας οδηγήσεως επί τρεις μήνες, δεχθέν συνδρομή των στοιχείων και δη της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εδαφίου β' της παρ. 4 του άνω ν. 2696/1999, που προβλέπει και αφαίρεση αδείας ικανότητας οδηγήσεως, καθόσον, για την επιβολή των ανωτέρω, υπό αυστηρότερο πλαίσιο, ποινών και ιδία της αφαιρέσεως της αδείας ικανότητας οδηγήσεως, υπό το πλαίσιο του εδ. β της παρ. 4 του άρθρου 43 του ν. 2696/1999, που προπαρατέθηκε, απαιτεί ο νόμος επί πλέον, ο από το οδικό τροχαίο ατύχημα, που ενεπλάκη ο κατηγορούμενος οδηγός, επελθών θάνατος ή η βαριά σωματική βλάβη, να επήλθε ήτοι να είναι προϊόν της "συμπεριφοράς" του κατηγορουμένου, της συμπεριφοράς νοούμενης, κατά το ρητά εφαρμοσθέν εδάφιο β της παρ.4 του άρθρου 43 ΚΟΚ, ως γενεσιουργού αιτίου. Όμως, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι από την συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγού, ως αιτιατό γεγονός, είτε κατά την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος είτε μεταγενέστερα λόγω των παραλείψεων αυτού, που καταδικάστηκε, ήτοι από το να μη δώσει την αναγκαία βοήθεια στον παθόντα ή να μην ειδοποιήσει την πλησιέστερη αστυνομική αρχή παραμένοντας στον τόπο του ατυχήματος, επήλθε ο θάνατος του παθόντος, προϋπόθεση η οποία τάσσεται από το ανωτέρω ρητά εφαρμοζόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, εδάφιο β' της παρ. 4 του άρθρου 43 ΚΟΚ. Κατ'ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ σχετικός τελευταίος με αριθ. 2β λόγος αναιρέσεως, της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όσον αφορά τις επιβληθείσες ποινές, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή εν μέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει ως προς την επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως και την αφαίρεση της αδείας ικανότητας οδηγήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το κεφάλαιο τούτο, στο ίδιο δίκασαν δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως ( άρθρο 519 ΚΠοινΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθ. 2505/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, μόνον ως προς τις διατάξεις που αφορούν τις επιβληθείσες ποινές, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της από 11-3-2010 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως του Χ. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, μόνο κατά το αναιρεθέν ως άνω κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση άρθρου 43 ΚΟΚ εμπλακέντος σε οδικό τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα. Έννοια 43 παρ. 1, 2, 4 ν. 2696/1999 - ΚΟΚ . 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την ενοχή και την απόρριψη ως αορίστου υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης. 2. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 43 παρ. 4 ΚΟΚ. Αν γίνεται παραδοχή απλής ανυπαίτιας εμπλοκής σε οδικό τροχαίο ατύχημα, εφαρμόζεται το εδάφιο α και όχι το β, που προβλέπει βαρύτερη ποινή φυλακίσεως και υποχρεωτικά αφαίρεση αδείας ικανότητας οδηγήσεως 36 μήνες. Αναιρεί εν μέρει για ποινές.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Αναίρεση μερική, Πλάνη, Κ.Ο.Κ..
0
Αριθμός 1834/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, περί αναιρέσεως της 3590/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας. Με κατηγορουμένους τους: 1) Χ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χάνο και 2) Χ2, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ζερβομπεάκου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 49/14-12-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1716/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' του ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α'του ΚΠοινΔ, εάν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και να κάποιος απ'αυτούς δεν εξιφανίστηκε. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 11 Φεβρουαρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... ο κατηγορούμενος Χ2, κάτοικος ..., κλητεύθηκε από τον αναιρεσείοντα Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 20-4-2010 που θα συζητείτο η από 14-12-2009 αίτηση αναίρεσης του (Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) κατά της υπ' αριθμ. 3590/2009 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (βλ.την υπ' αριθμ. 757/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Ο προαναφερόμενος όμως κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίσθηκαν ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και όλοι άλλοι διάδικοι. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώριση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής η καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος" οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αρ. εκθ. 49/14-12-2009 αίτησή του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3590/2009 απαλλακτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που καταχωρήθηκε στις 17-11-2009 στα ειδικά βιβλία κατ' αρθρο 473 παρ.3, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η ανωτέρω αίτηση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά δε το άρθρο 220 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, το οποίο συρρέει αληθινά με τη χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενος στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Τέτοιο δημόσιο έγγραφο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Π.Δ/τος της 8/13-7-1993 "τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών κλπ.", σε συνδυασμό με το άρθρο 13 εδ. γ' Π.Κ., η οικοδομική άδεια, η οποία ως ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη, που επιτρέπει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών σε οικόπεδο ή γήπεδο, εκδίδεται από αρμόδιο υπάλληλο της Πολεοδομίας και προορίζεται για εξωτερική χρήση και απόδειξη έναντι πάντων των αναφερόμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, όπως το δικαιούχο αυτής, το ύψος, τον όγκο και το ποσοστό κάλυψης, κατά τους ισχύοντες συντελεστές δόμησης σε κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση άρτια οικόπεδα ή γήπεδα, της με βάση αυτή ανεγειρόμενης οικοδομής. Τέλος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 47 παρ. 1 Π.Κ., απλός συνεργός είναι όποιος, με θετική ή αποθετική ενέργεια του, με πρόθεση του παρέχει στον αυτουργό, πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση ορισμένης αξιόποινης πράξης οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην από τον αυτουργό τέλεση της πράξης αυτής. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό της πράξης και στη θέληση ή αποδοχή να συμβάλλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση αυτής. Εξ άλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3590/2009 απόφασης του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και την πράξη της απλής συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως αντίστοιχα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, της ανωμοτί κατάθεσης της πολιτικώς ενάγουσας και όλων των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος και η μηνύτρια είναι συγγενείς και κύριοι δύο όμορων ακινήτων, που βρίσκονται στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., εντός του οικισμού ..., τα οποία ανήκαν στον αυτό, άμεσο για τη μηνύτρια και απώτατο για τον πρώτο κατηγορούμενο, δικαιοπάροχο παππού τους ΩΩ. Ειδικότερα, ο τελευταίος, ο οποίος είχε αποκτήσει με το .../2-5-1923 παραχωρητήριο του Συμβολαιογράφου Κύμης Ευάγγελου Κανιάστα, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... στον τόμο ... και αριθ. 310, ένα οικόπεδο στην ανωτέρω θέση και οικοδομήσει σε αυτό μια ισόγεια οικία, μεταβίβασε, με το .../15,65-7-1969 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κύμης Αναστασίου Τσακουμάνη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κύμης στον τόμο ...με αριθμό 499, στην θυγατέρα του ΒΒ, λόγω νέμησης ανιόντος (δωρεάς εν ζωή), το ήμισυ προς ανατολάς της εν λόγω οικίας, δηλαδή ένα δωμάτιο, "μετά της αντιστοιχούσης εις την ημίσειαν ταύτην οικίαν αυλής μέχρι τον σταλαγμών οικίας ΩΩ", με όρια την ετέρα ημίσεια οικία που ανήκε στον ΑΑ (πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου), ΓΓ, δρόμο και ΩΩ (δωρητή).Είναι προφανές ότι η αναφερόμενη στον ανωτέρω τίτλο οικία ΩΩ, οι σταλαγμοί της οποίας προσδιορίζονται ως όριο της αυλής της δωρηθείσας οικίας δεν μπορεί να είναι η ίδια η μεταβιβασθείσα οικία, αφενός γιατί ο ελάχιστος χώρος των 20-30 εκατοστών ανάμεσα σε αυτήν και στους σταλαγμούς της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "αυλή", αφετέρου γιατί στην περίπτωση αυτή ο Συμβολαιογράφος, για την ακρίβεια της περιγραφής, θα ανέφερε "μετά της αντιστοιχούσης εις την ημίσεια ταύτην οικίαν αυλής μέχρι των σταλαγμών της παραχωρούμενης οικίας". Αντιθέτως, με δεδομένο ότι νότια της οικίας αυτής υφίστατο έτερη οικία του δωρητή ΩΩ, είναι προφανές ότι ως τους σταλαγμούς αυτής της οικίας εκτείνεται η αυλή της παραχωρηθείσας στην ΒΒ. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από την .../8-12-1980 συμβολαιογραφική πράξη του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, με την οποία ο ίδιος δικαιοπάροχος ΩΩ μεταβίβασε, έντεκα έτη μετά, την νότια αυτή οικία στη μηνύτρια-εγγονή του, εξαιρώντας από την ιδιοκτησία της ένα οριζόντιο παραλληλόγραμμο εδαφικό τμήμα (επίδικο), επιφάνειας 16 τ.μ., όπως αναφέρεται στο σκαρίφημα που συνοδεύει τον τίτλο, και κατά νεότερη καταμέτρηση 15,65 τ.μ. το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στις δύο οικίες, ακριβώς επειδή αυτό καταλαμβάνονταν από τον ανωτέρω τίτλο της ΒΒ. Ειδικότερα, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Κύμης στον τόμο ... με αριθμό 414, ο ΩΩ μεταβίβασε στην μηνύτρια, λόγω δωρεάς, την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία για τον εαυτό του και μετά το θάνατο του για τη σύζυγο του ΣΤ, μιας ισόγειας οικίας, επιφάνειας είκοσι τεσσάρων (24) τετραγωνικών μέτρων, "μετά του οικοπέδου της και συνεχόμενης αυλής της μετά του εν αυτή φρέατος" εκτάσεως του οικοπέδου και της αυλής ενενήντα (90) περίπου τετραγωνικών μέτρων, που συνορεύει, κατά τον εν λόγω τίτλο, ανατολικώς με ΔΔ, βορείως με ΒΒ και ΑΑ, δυτικώς και νοτίως με ΑΑ, όπως αυτή φαίνεται στο συνημμένο πρόχειρο σκαρίφημα των συμβαλλομένων υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Α, η οποία περιήλθε στον δικαιοπάροχο της από κληρονομιά του κατά το έτος 1923 αποβιώσαντος πατρός του ΑΑ, δυνάμει τη .../1930 δημόσιας διαθήκης του Συμβολαιογράφου Κύμης Ευαγ.Κανιάστα, που δημοσιεύτηκε νομίμως. Από το εν λόγω σκαρίφημα προκύπτει ότι το προαναφερόμενο τμήμα των 15,65 τ.μ. εξαιρείται από το δωρηθέν προς την μηνύτρια ακίνητο, το οποίο χωρίς το τμήμα αυτό καθίσταται "τυφλό", δηλαδή δεν είχε πρόσβαση σε κοινόχρηστη οδό. Επομένως, εφόσον το νότιο όριο της οικίας ΒΒ έφτανε μέχρι τους σταλαγμούς της οικίας ΩΩ, καταλαμβάνοντας και το επίδικο τμήμα, αυτό περιήλθε με παράγωγο τρόπο στην ΒΒ. Τούτο αναμφισβήτητα προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα ΕΕ (τέκνου της ΒΒ). Αυτός κατέθεσε, μεταξύ άλλων, πως ο πατέρας του ιδίου, μετά τη δωρεά του ακινήτου στην ΒΒ (μητέρα του) οικοδόμησε νοτίως της υφιστάμενης δωρηθείσας οικίας δύο ακόμα δωμάτια. Συνακόλουθα, αν το νότιο όριο της ιδιοκτησίας ΒΒ έφτανε κατά το χρόνο της δωρεάς της σε αυτήν μέχρι τους σταλαγμούς της δωρηθείσας οικίας, δηλαδή 20-30 εκατοστά νοτιότερα, όπως η μηνύτρια ισχυρίζεται ότι πρέπει να ερμηνευτεί ο τίτλος της ΒΒ, τότε τα δύο δωμάτια που μεταγενέστερα οικοδομήθηκαν νότια της υφιστάμενης οικίας, θα βρισκόταν εκτός του επιδίκου, γεγονός που δεν ισχύει. Είναι λοιπόν προφανές ότι το νότιο όριο της ιδιοκτησίας ΒΒ εκτεινόταν μέχρι τους σταλαγμούς όχι της δωρηθείσας σε αυτήν οικίας, αλλά της οικίας ΩΩ (και ήδη της μηνύτριας), γεγονός που κατέστησε δυνατή την μεταγενέστερη προσθήκη δύο δωματίων προς νότο, σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τον μάρτυρα και, συνακόλουθα περιλάμβανε και το επίδικο τμήμα των 15,65 τ.μ κατά τα προαναφερόμενα. Το τμήμα αυτό, λόγω της κλίσης το εδάφους, βρισκόταν χαμηλότερα από το ακίνητο της ΒΒ, στο οποίο ανήκε, και υψηλότερα από το ακίνητο της μηνύτριας. Οι ιδιοκτήτες και των δύο όμορων οικιών εισέρχονταν στα ακίνητα τους από μια δίοδο εντός του ακινήτου της ΒΒ, η οποία βρίσκεται βορείως του εν λόγω επίδικου εδαφικού τμήματος. Επειδή όμως, λόγω της κατωφέρειας και της εξ' αυτής υψομετρικής διαφοράς, περίπου 80-100 εκατοστών, ανάμεσα στη δίοδο και στο νοτίως αυτής κείμενο εδαφικό τμήμα των 15,65 τ.μ., η οποία (διαφορά) επιβεβαιώθηκε τόσο από τους μάρτυρες όσο και από τις φωτογραφίες που θεωρήθηκαν, καθίστατο επικίνδυνη η διέλευση, είχε χτιστεί στη νότια πλευρά της διόδου, στο όριο με το επίδικο, χαμηλό τσιμεντένιο τοιχείο με κολώνες και συρματόπλεγμα, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής κίνηση των διερχομένων, όπως η τέταρτη μάρτυρας κατέθεσε. Το τοιχείο αυτό δεν θεωρήθηκε ποτέ από κανένα από τα διάδικα μέρη ως περίφραξη της μηνύτριας, ούτε αναίρεσε την ένταξη του επίδικου τμήματος στην ιδιοκτησία της ΒΒ και τη λειτουργική σύνδεση του με αυτό, καθόσον εκεί είχε διανοιχτεί ο βόθρος της εν λόγω οικίας. Μετά το θάνατο του πατέρα της στις 30-12-1992 και λόγω προαποβίωσης της μητέρας της στις 12-11-1982, η μηνύτρια απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου της, ενώ μετά το θανάτο της ΒΒ το έτος 1970 ο σύζυγος της, ενεργώντας και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους ΕΕ, μεταβίβασε άτυπα (προφορικά) την κυριότητα του ακινήτου της συζύγου του στον πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου ΑΑ και του παρέδωσε τα κλειδιά της οικίας. Εκτοτε, ο τελευταίος είχε τη φυσική εξουσίαση του ακινήτου διανοία κυρίου, γενόμενος κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με τη χρήση του βόθρου στο υπέδαφος αυτού αλλά και του εδάφους ως αποθηκευτικού χώρου εναπόθεσης βαρελιών και μιας ξυλόσομπας, κατέβαλε, δε, το έτος 2002 στον γιό της ΒΒ, ως τίμημα, το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, σύμφωνα με το 2-2-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, λόγο για τον οποίο ο τελευταίος ουδόλως διαμαρτυρήθηκε όταν στη συνέχεια ο ΑΑ μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο στο γιό του πρώτο κατηγορούμενο με το .../9-3-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Κύμης Σπύρου Αριστείδη Μάγκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κύμης στον τόμο ... με αριθμό 522, και αυτός γκρέμισε την παλαιά οικία της ΒΒ και οικοδόμησε νέα. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος απέκτησε παράγωγα από τον πατέρα του την κυριότητα του ακινήτου της ΒΒ, περιλαμβανομένου σε αυτήν του επιδίκου, κατά τα προαναφερόμενα. Στον τελευταίο αυτό τίτλο αναφέρεται μεν ότι ο παρέχων έχει τη νομή του ακινήτου από το έτος 1980 και όχι από το έτος 1970 που απεβίωσε η ΒΒ και ο σύζυγος με τον γιό της μετοίκησαν στην ... παραδίδοντας τα κλειδιά στον πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου, όμως, με δεδομένο ότι ακόμα και στην περίπτωση αυτή είχε ήδη κατά το χρόνο της μεταβίβασης συμπληρωθεί 20ετία του παρέχοντος ΑΑ στη νομή του, το γεγονός αυτό δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι, επειδή το ακίνητο της μηνύτριας ήταν περίκλειστο, για την μεταφορά των οικοδομικών υλικών από την κοινόχρηστη οδό προς αυτό μέσω του επιδίκου, ζητήθηκε η άδεια από τον πρώτο κατηγορούμενο, όπως κατατέθηκε από την τέταρτη μάρτυρα, ενώ, μετά την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, ο σύζυγος της μηνύτριας το μπάζωσε, με συνέπεια να ανέλθει στο ίδιο επίπεδο με το υπόλοιπο ακίνητο του πρώτου κατηγορουμένου. Ενισχυτικό του γεγονότος ότι η μηνύτρια είχε την πεποίθηση πως το επίδικο τμήμα δεν ανήκε στην ιδιοκτησία της είναι το γεγονός ότι, κατά την ανέγερση εν λόγω οικίας της, δεν άνοιξε προς αυτό ούτε πόρτες ούτε παράθυρα, ούτε το διαμόρφωσε έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί ως είσοδος του ακινήτου της, εφόσον μόνο από αυτό είχε πρόσβαση στον κοινόχρηστο δρόμο, αλλά συνέχισε να χρησιμοποιεί την παλαιά δίοδο μέσα από το ακίνητο του πρώτου κατηγορουμένου. Όταν μάλιστα το έτος 2005 αυτός της απέκλεισε τη χρήση της διόδου (βορείως του επιδίκου) με την τοποθέτηση αυλόπορτας στην είσοδο της, ούτε τότε αξιοποίησε το επίδικο για την πρόσβαση της στην κοινόχρηστη οδό, πράγμα που με βεβαιότητα θα είχε πράξει αν το θεωρούσε τμήμα του ακινήτου της, αλλά προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων οιονεί νομής δουλείας διόδου, από το ακίνητο του πρώτου κατηγορουμένου. Εξάλλου, ακριβώς για το λόγο ότι το ακίνητο της ήταν περίκλειστο, και επομένως μη οικοδομήσιμο, στο από 20-9-2002 τοπογραφικό του ακινήτου της που χρησιμοποίησε για την έκδοση οικοδομικής άδειας, το οποίο συντάχθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, εμφάνισε το επίδικο τμήμα όχι ως τμήμα του δικού της ακινήτου, αλλά ως δημοτική οδό, μαζί με την προς τα δυτικά προέκταση αυτού σε τμήμα του ακινήτου της επιφάνειας 14 τ.μ. που περιλάμβανε το αναφερόμενο στον τίτλο της φρέαρ. Για την πράξη της αυτή καταδικάστηκε με την 1637/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας για απάτη και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και ο δεύτερος κατηγορούμενος για απλή συνεργεία στις πράξεις αυτές, επειδή χωρίς την ψευδή αυτή παράσταση του επιδίκου ως κοινοτικής οδού, δεν θα είχε εκδοθεί η οικοδομική άδεια της μηνύτριας, με την οποία εμμέσως βεβαιώθηκε ότι το ακίνητο της ήταν οικοδομήσιμο, χωρίς πράγματι να είναι εφόσον δεν είχε πρόσοψη σε κοινόχρηστη οδό, με άμεση έννομη συνέπεια τη δυνατότητα ανέγερσης της οικίας της. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το τμήμα των 15,65 τ.μ. δεν περιήλθε στην κυριότητα της μηνύτριας ούτε με παράγωγο τρόπο, γιατί ρητώς εξαιρείται από τον τίτλο της, ούτε όμως και με πρωτότυπο, γιατί καμία πράξη νομής της επ' αυτού δεν αποδείχτηκε. Με παρόμοιο, άλλωστε, σκεπτικό απορρίφθηκε με την 42/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κύμης η από 11-4-2005 αίτησή της με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί νομέας του εδαφικού τμήματος των 15,65 τ.μ., ενώ με την 132/2006 απόφαση απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η από 21-7-2005 έφεση της κατά της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, το από Δεκεμβρίου 2002 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο δεύτερος κατηγορούμενος, το οποίο εμφανίζει το επίδικο όχι ως τμήμα του ακινήτου της μηνύτριας αλλά ως τμήμα του ακινήτου του πρώτου κατηγορουμένου δεν είναι ψευδές, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται. Το γεγονός ότι στο ίδιο σχεδιάγραμμα εμφανίζεται ως τμήμα του ακινήτου του πρώτου κατηγορουμένου και το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα των 14 τ.μ., στο οποίο βρίσκεται το πηγάδι, το οποίο αδιαμφισβήτητα αποτελούσε πάντα τμήμα του ακινήτου της, είτε έγινε από παραδρομή όπως ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται, είτε με πρόθεση όπως η μηνύτρια υποστηρίζει, δεν ασκεί καμία επίδραση στην κρινόμενη κατηγορία, γιατί η οικοδομική άδεια θα εκδίδονταν ακόμα και χωρίς την εμφάνιση του τμήματος αυτού ως τμήματος του ακινήτου του πρώτου κατηγορουμένου, γεγονός που κατατέθηκε από όλους τους μάρτυρες. Ειδικότερα, η μηνύτρια κατέθεσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πέτυχε την έκδοση οικοδομικής άδειας λόγω της αποτύπωσης στο τοπογραφικό μιας ιδιωτικής οδού στα νότια του ακινήτου του, η οποία δεν αποτελεί στοιχείο της κατηγορίας, πλάτους 2 μ., ως δημόσιας, αναφέροντας επιπλέον επί λέξει "την αρτιότητα ο Χ1 την πήρε από τον ανύπαρκτο δρόμο που εμφάνισε στο τοπογραφικό" και "δεν έχει πρόβλημα αν τα 16 τετραγωνικά είναι δικά μου να οικοδομήσει ο Χ1". Ο τρίτος μάρτυρας, ομοίως, εστίασε το θέμα στην ανακριβή αποτύπωση της ίδιας νότιας οδού, γιατί αναφέρει επί λέξει "με την πραγματική κατάσταση των δρόμων το επίδικο οικόπεδο δεν θα μπορούσε να οικοδομηθεί" και προσθέτει "αν ο Χ1 δεν είχε δείξει τα 30 τ.μ. στο τοπογραφικό θα έβγαζε άδεια αλλά το κτίσμα θα έπρεπε να πάει βορειότερα". Ο τέταρτος μάρτυρας, σύζυγος της μηνύτριας καταθέτει "Βγάζει άδεια "(σημ: ο πρώτος κατηγορούμενος) από ένα ανύπαρκτο δρόμο που είναι στο νότο. Βάσει της υφιστάμενης άδειας θα έπρεπε να πάει το σπίτι του πιο πίσω". Εννοεί, προφανώς, ο μάρτυρας ότι αν το επίδικο δεν είχε αποτυπωθεί ως τμήμα της ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου, αυτός θα έπρεπε να αφήσει ακάλυπτο τμήμα πλάτους 2 μ. από την όμορη ιδιοκτησία της μηνύτριας και, συνακόλουθα να οικοδομήσει την οικία του 2 μ. βορειότερα. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος, γιατί ο πρώτος κατηγορούμενος δεν οικοδόμησε σε επαφή με την βόρεια πλευρά του επιδίκου, δηλαδή στο, υπό την ανωτέρω εκδοχή, κοινό όριο με την μηνύτρια, αλλά 2,5 μ. βορειότερα από την βόρεια πλευρά του επιδίκου, εφόσον ανάμεσα στο κτίσμα του και σε αυτήν υφίσταται η προαναφερόμενη δίοδος πλάτους 2,5 μ. περίπου. Η περαιτέρω αναφορά του ίδιου μάρτυρα ότι τους έβλαψε η απεικόνιση του τοπογραφικού, γιατί κτίζουν λιγότερα τετραγωνικά, δεν αποδείχτηκε βάσιμη, γιατί κατά το χρόνο σύνταξης του τοπογραφικού του πρώτου κατηγορουμένου η μηνύτρια είχε ήδη οικοδομήσει τη δική της κατοικία και μάλιστα, όπως ο δεύτερος μάρτυρας αναφέρει "έφτιαξε παραπάνω τετραγωνικά καθ' υπέρβαση της οικοδομικής της άδειας γι' αυτό και της επιβλήθησαν πρόστιμα". Ούτε η περαιτέρω αναφορά του μάρτυρα ότι "αν τα 16 τετραγωνικά δεν ήταν δικά μας δεν θα βγάζαμε οικοδομική άδεια" είναι βάσιμη, γιατί η οικοδομική άδεια της μηνύτριας είχε ήδη εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο, και μάλιστα παρά την εμφάνιση των 16 τ.μ. ως κοινόχρηστης οδού και όχι ως τμήματος της ιδιοκτησίας της. Επομένως, για την οικοδομησιμότητα του ακινήτου του πρώτου κατηγορουμένου δεν ασκούσε καμία επιρροή αν όλο το τμήμα των 29,65 (15,65 + 14) τ.μ., ανήκε στον ίδιο ή στη μηνύτρια, ούτε η αποτύπωση του τμήματος των 14 τ.μ. εντός του ακινήτου του επιδρούσε στον συντελεστή δόμησης και κάλυψης, ή στην αρτιότητα του οικοπέδου του ή του όμορου της εγκαλούσας. Συνακόλουθα, το γεγονός που βεβαιώθηκε εμμέσως με το δημόσιο έγγραφο, εν προκειμένω την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, ότι δηλαδή συνέτρεχαν όλοι οι όροι για την έκδοση της, είναι αληθές και η βεβαίωση αυτή δεν αποτελεί συνέπεια παραπλάνησης ή εξαπάτησης των υπαλλήλων, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται αντικειμενικά η πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, εφόσον το μεν τμήμα των 15,65 τ.μ. ανήκε πράγματι στην κυριότητα του πρώτου κατηγορουμένου ενώ η ανακρίβεια του τοπογραφικού σχεδιαγράμματος ως προς το τμήμα των 14 τ.μ. δεν είχε καμία έννομη συνέπεια κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης που του αποδίδεται, ενώ, περαιτέρω, δεν είναι νοητή, λόγω του παρακολουθηματικού της χαρακτήρα, απλή συνεργεία σε μη τελεσθείσα αντικειμενικά αξιόποινη πράξη και αθώος πρέπει να κηρυχθεί και ο δεύτερος κατηγορούμενος που φέρεται ως απλός συνεργός στην ανωτέρω πράξη του πρώτου". Δηλονότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αποτύπωση στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ2) σε σχέση με την ιδιοκτησία του πρώτου κατηγορουμένου (Χ1) είναι αναληθής (ανακριβής) ως προς το τμήμα των 14 τετρ.μέτρων, αλλά τούτο δεν επηρέαζε την έκδοση από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία της σχετικής οικοδομικής άδειας. Με αυτό, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, αφού αφενός μεν δεν αναφέρει εάν η ανακρίβεια αυτή έγινε από πρόθεση ή όχι και σε καταφατική περίπτωση δεν διασαφηνίζει γιατί έγινε αυτή η ανακριβής αποτύπωση, αφετέρου γιατί η ανακρίβεια αυτή δεν έχει επιρροή στο ποσοστό κάλυψης του οικοπέδου του πρώτου κατηγορουμένου, για τη θέση και την επιφάνεια της οικοδομής που ανήγειρε με βάση τη σχετική οικοδομική άδεια που εκδόθηκε, λαμβάνοντας υπόψη η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία το ως άνω ανακριβές εν μέρει τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, καθόσον το ποσοστό κάλυψης ενός οικοπέδου, είναι κοινής γνωστό, ότι είναι συνάρτηση και του εμβαδού του εφ'ού η οικοδομική άδεια και περιορίστηκε στις έννομες συνέπειες που είχε η έκδοση της εν λόγω οικοδομικής άδειας σε σχέση με την όμορη ιδιοκτησία της μηνύτριας -πολιτικώς ενάγουσας Ψ, όχι και αν ο υπαίτιος ωφελήθηκε παράνομα από την ανακριβή αποτύπωση τμήματος 14 τετρ.μέτρων στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, φερομένου αναληθής ως ανήκοντος στην ιδιοκτησία του και έτσι να νομιμοποιείται η θέση της οικοδομής του εντός του οικοπέδου του. Τούτο έχει έννομες συνέπειες για την υπαιτιότητα ή όχι τόσο του φυσικού αυτουργού όσο και του απλού συνεργού. Οι προαναφερθείσες δε ελλείψεις στερούν την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3590/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ελλιπής αιτιολογία αθωωτικής απόφασης για κατηγορούμενους για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και απλή συνέργεια σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Αίτηση αναίρεσης από Εισαγγελέα Α.Π. Η ανακριβής αποτύπωση στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα έκτασης ως ανήκουσας στον ιδιοκτήτη που ζήτησε την έκδοση οικοδομικής άδειας πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο αν προσήλθε κάποια βλάβη στον όμορο ιδιοκτήτη αλλά αν, ανεξαρτήτως αυτού, ωφελήθηκε παράνομα αυτός που πέτυχε την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας. Παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτησή της.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Συνέργεια, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 1534/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 191/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.3.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 583/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 345/1.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 191/22-2-2007 βούλευμά του αφενός μεν απέρριψε κατ'ουσίαν ως αβάσιμη την υπ'αριθμ. 67/2006 έφεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 948/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, αφετέρου προέβη σε επαναδιατύπωση του διατακτικού του τελευταίου με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Θεσσαλονίκης για να δικαστεί ως υπαίτια τελέσεως εκβίασης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια - 13 περ. στ, 385 παρ. 1β, γ, 98 Π.Κ.- Το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε σ'αυτήν στις .... (βλ. το από .... αποδεικτικό του Αρχιφύλακα .....) και κατ' αυτού άσκησε η ίδια ενώπιον της γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 12-3-2007, ήτοι προ της άνω επιδόσεως, την υπ'αριθμ. 8/2007 έκθεση αναίρεσης προβάλλουσα ότι το βούλευμα αυτό α) στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν προκύπτει ότι συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και δη την κατάθεση της αδελφής αυτής, την ανακριτική και προανακριτική της ίδιας απολογία, το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του κέντρου ψυχικής υγείας ΒΔ τομέα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και την από ...... καταγγελία αυτής στο ΙΚΑ Ευόσμου, τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη δεν θα την είχε παραπέμψει και δη κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα -ενόψει των αναφερομένων σ'αυτά, τα οποία αντικρούουν τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος και των άλλων σε βάρος της αποδεικτικών μέσων και τα οποία αποδεικνύουν την αθωότητά της (όπως αναφέρει στην έκθεση αναίρεσης)? β) στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με τον χαρακτηρισμό αυτής κατ' επάγγελμα και συνήθεια και δη ενώ δέχεται ότι ο άνω χαρακτηρισμός στηρίζεται στο ότι "....Από την επανειλημμένη δε τέλεση της ως άνω πράξεως και την όλη μεθόδευση που αυτή ακολούθησε (συνεχείς σε εβδομαδιαία βάση τηλεφωνικές ενοχλήσεις με επαναλαμβανόμενες τις παραπάνω απειλές και απαίτηση συστηματικά των συγκεκριμένων παραπάνω χρηματικών ποσών), προκύπτει αφενός μεν σκοπός αυτής προς πορισμό εισοδήματος, εφόσον, παρότι άτομο νεαρής ηλικίας (31 ετών) δεν φρόντισε να ανεύρει αλλού εργασία, μετά την αποχώρησή της από την επιχείρηση του εγκαλούντα αλλά προέβη στις προαναφερόμενες ενέργειες, αφ' ετέρου δε όσο και σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητάς της" - αυτά δεν αρκούν για τον χαρακτηρισμό αυτόν, ούτε συνάδουν με την κατάσταση της υγείας της όπως περιγράφεται αυτή στο ανωτέρω πιστοποιητικό. ΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με δικές τους κρίσεις-σκέψεις και με αναφορά και συνδυασμό στην υιοθετούμενη υπ' αυτού εισαγγελική πρόταση- δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθησαν κατά τη διάρκεια της προανάκρισης και της κυρίας ανάκρισης, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης ενώπιον της ανακρίτριας και κατά την προανάκριση (βλ. 7ο φύλλο αυτού) προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών, Ψ1 διατηρεί εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στην οδό ...., στον ... Θεσσαλονίκης. Από το έτος 2004 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2006, εργαζόταν περιστασιακά στην επιχείρησή του, η κατηγορουμένη Χ1, με την οποία ο εγκαλών είχε συνάψει ερωτική σχέση. Η σχέση αυτή διεκόπη και η κατηγορουμένη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της τον Ιανουάριο του έτους 2006. Έκτοτε η κατηγορουμένη, ήτοι από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 και μέχρι την σύλληψη της στις 15-5-2006, απαιτούσε από τον εγκαλούντα να της καταβάλει διάφορα χρηματικά ποσά, περί τα πεντακόσια (500) ευρώ εβδομαδιαίως, απειλώντας τον, ότι σε διαφορετική περίπτωση, " θα αποκαλύψει στην σύζυγο του και θα δημοσιοποιήσει στον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο, ότι διατηρούσαν εξωσυζυγική σχέση. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα απειλούσε κυρίως τηλεφωνικώς τον εγκαλούντα ότι "θα τινάξει την οικογένεια του στον αέρα, θα διαλύσει την επιχείρηση του και θα του τα φάει όλα". Έτσι, ο εγκαλών, με την προαναφερόμενη απειλή περιήλθε σε ανησυχία, και εξαναγκάσθηκε να της καταβάλει συνολικά το ποσόν των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ. Αρχικά της πήγαινε ο ίδιος τα χρήματα έξω από την οικία της, ενώ στη συνέχεια της τα παρέδιδε ο εργαζόμενος στην επιχείρηση του εγκαλούντος, Δ1. Επισημαίνεται, ότι ο μάρτυρας Δ1 στην από 15-5-2006 ένορκη κατάθεση του, επιβεβαιώνει ότι συνήθως την Δευτέρα ή στα μέσα της εβδομάδας, πήγαινε στην οικία της εκκαλούσας και της παρέδιδε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, προκειμένου αυτή να μην αποκαλύψει στη σύζυγο του εγκαλούντος ότι διατηρούσαν ερωτική σχέση, και να μη δυσφημήσει την επιχείρηση του. Τελικώς, ο εγκαλών κατήγγειλε στο τμήμα Δίωξης Εκβιαστών τα όσα σε βάρος του συνέβαιναν και στις 15-5-2006 προσημειώθηκε το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ (βλ. έκθεση προσημείωσης χαρτονομισμάτων και φωτοτυπίες αυτών). Τα χρήματα παραδόθηκαν στον Δ1, ο οποίος αφού συνάντησε την κατηγορουμένη-εκκαλούσα - έξω από την οικία της, τα παρέδωσε. Έτσι η εκκαλούσα συνελήφθη επ' αυτοφώρω και βρέθηκαν στην κατοχή της τα παραπάνω προσημειωμένα χαρτονομίσματα (βλ. έκθεση έρευνας, κατάσχεσης και απόδοσης αυτών). Η ίδια βέβαια, αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι ο εγκαλών της έστελνε οικειοθελώς κάθε εβδομάδα (120) και εκατόν τριάντα (130) ευρώ με εξαίρεση μία φορά που της έστειλε διακόσια, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για το γεγονός ότι αναγκάστηκε η κατηγορουμένη να αποχωρήσει από την εργασία της, ενώ ταυτόχρονα ήθελε να τη διευκολύνει στην αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων και προβλημάτων υγείας που επικαλείται ότι είχε. Οι αιτιάσεις όμως της προσφεύγουσας δεν ενισχύθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, και αναιρούνται τόσο από την κατάθεση του εγκαλούντα, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα Δ1 όπως προαναφέρθηκε, ενώ αδυνατεί να αιτιολογήσει τη "μεταστροφή" του εγκαλούντος με την υποβολή της σχετικής μηνύσεως και μάλιστα τη στενή συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, προκειμένου να επιτύχουν την αυτόφωρη σύλληψή της με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα εις χείρας της. Από τα προεκτεθέντα σαφώς συνάγεται η προσφεύγουσα με την προαναφερόμενη απειλή προς τον εγκαλούντα και με θέληση να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η ίδια, εξανάγκασε αυτόν, να της καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό σε δεκαέξι (16) τουλάχιστον περιπτώσεις κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 έως στις 15-5-2006. Επήλθε δε σε αυτόν (εγκαλούντα) περιουσιακή ζημία, με την απειλή της αποκάλυψης της εξωσυζυγικής τους σχέσης στη σύζυγο του, αλλά και της βλάβης της επιχείρησης του, δια της δυσφημήσεως αυτού στον επιχειρηματικό του κύκλο. Περαιτέρω οι επανειλημμένες απειλές με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, πρόσφορες να προκαλέσουν φόβο στο μέσο συνετό άνθρωπο και να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου εγκαλούντος, συνοδευόμενες από την μεθοδική και συστηματική (βάσει οργανωμένου σχεδίου προς πορισμό εισοδήματος) απαίτηση της κατηγορουμένης για καταβολή χρηματικού ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ σε εβδομαδιαία βάση, αμέσως μετά την αποχώρηση της από την εργασία της καθώς και ο σκοπός της να χρησιμοποιεί το προαναφερόμενο αποκτώμενο κέρδος για την αντιμετώπιση των οικονομικών τους αναγκών, όπως ίδια εξ άλλου διατείνεται (αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας) σαφώς καταδεικνύουν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος της εκβίασης, καθόσον αβίαστα προκύπτει αφενός σκοπός για πορισμό σταθερού εισοδήματος και αφετέρου ροπή για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της και αποσκοπούσαν στη βλάβη της επιχείρησης του τελευταίου και δη στην απορρύθμιση της λειτουργίας της με την τεχνική του όρου έννοια, αφού, εμφανίζοντάς τον ως εργοδότη που εκμεταλλευόταν τη σχέση εξάρτησης με τον υπάλληλό του προκειμένου να συνάψει ερωτική σχέση μαζί της, στόχο είχαν να προκαλέσουν ηθική βλάβη στην επιχειρηματική του υπόσταση με την έννοια της δυσφήμισης και της προσβολής της καλής του φήμης. Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, αναμφίβολα προκύπτει ότι η εκκαλούσα διέπραξε το έγκλημα της εκβίασης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με την απειλή (τόσο κατά της τιμής και υπολήψεώς του προσωπικά όσο και) βλάβης της επιχείρησης του εγκαλούντος (385 παρ. 1β, 13 στ, 98 ΠΚ) και επαναδιατύπωσε την κατηγορία ότι η κατηγορουμένη (=αναιρεσείουσα) "στη ....., κατά το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του έτους 2006 ως και τις 15 Μαΐου 2006, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξανάγκασε τον εγκαλούντα,Ψ1, με απειλή βλάβης της επιχείρησης του, αλλά και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου - εγκαλούντος, είναι δε πρόσωπο που διαπράττει την ως άνω πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα: Στον παραπάνω τόπο και κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες με τελευταία φορά την 15 Μαΐου 2006, απαίτησε και εξανάγκασε τον Ψ1 να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων [500] ευρώ εβδομαδιαίως και συνολικά το χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων [8.000] ευρώ με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του, απειλώντας τον με συνεχείς και επαναλαμβανόμενες τηλεφωνικές κλήσεις ότι αν δεν πράξει τούτο θα "καταστρέψει την οικογένεια του" και "θα διαλύσει την επιχείρηση του", θα "του τα φάει όλα", με τη γνωστοποίηση στη σύζυγο του, τη δημοσιοποίηση στον κοινωνικό του περίγυρο αλλά και σε τρίτους από το χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ότι ως εργοδότης της συγκεκριμένης επιχείρησης [εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής], εκμεταλλευόμενος τη σχέση εξάρτησης που η ίδια είχε με αυτόν μετά την πρόσληψη της ως υπαλλήλου στην επιχείρηση του, συνήψε και διατηρούσε μαζί της, καθ' ον χρόνο απησχολείτο εκεί, ερωτική [εξωσυζυγική] σχέση, αποσκοπώντας να βλάψει την επιχείρηση του απορυθμίζοντας την καλή λειτουργία της αλλά και την επαγγελματική του υπόσταση, πλήττοντας την καλή του φήμη ενώπιον των πελατών του, των συνεργατών [προσλαμβανομένων υπαλλήλων] και των συναδέλφων του ίδιου επαγγελματικού χώρου. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της άνω πράξεως και την όλη μεθόδευση που αυτή ακολούθησε [συνεχείς σε εβδομαδιαία βάση τηλεφωνικές ενοχλήσεις με επαναλαμβανόμενες τις παραπάνω απειλές και απαίτηση συστηματικά των συγκεκριμένων παραπάνω χρηματικών ποσών], προκύπτει αφ' ενός μεν σκοπός αυτής προς πορισμό εισοδήματος, εφ' όσον, παρότι άτομο νεαρής ηλικίας [31 ετών] δεν φρόντισε να ανεύρει αλλού εργασία, μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση του εγκαλούντα αλλά προέβη στις προαναφερόμενες ενέργειες, αφ' ετέρου δε όσο και η σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητάς της". ΙΙΙ) Επειδή ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος και δεν μπορεί να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το δικαστικό συμβούλιο, έτσι ώστε δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. 1560/94, ΑΠ 1880/2005 στο τέλος, ΑΠ 1465/2003, ΑΠ 533/2003, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006 κ.α.). Ο 'Αρειος Πάγος δεν προβαίνει σε έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. 'Ετσι ο ισχυρισμός ότι από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει ο αναιρεσείων προκύπτει αντίθετη κρίση από αυτή που δέχθηκε το συμβούλιο, ανάγεται σε εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (πρβλ. ΑΠ 1615/2005, ΑΠ 942/2005, ΑΠ 33/89, ΑΠ 88/82, ΑΠ 665/81, Μπουρόπουλος Ερμ. ΚΠΟΙΝΔ τομ. β σελ. 195-6). Επειδή σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) - βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 93/2006 κ.α. και ότι ελήφθησαν υπόψη όλα - βλ. ΑΠ 91/2002, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 2/2004 Ολ., ΑΠ 1/2005 Ολ, ΑΠ 1242/2005 κ.α.- Δεν απαιτείται όμως να αναφέρεται από ποιό ή ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν τα δεκτά γενόμενα - βλ. ΑΠ 561/2006, ΑΠ 567/2006-. Επειδή για την κατ' επάγγελμα-κατά συνήθεια τέλεση δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη (βλ. και ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 372/2002), η δε κατ' εξακολούθηση τέλεση σημαίνει επανειλημμένα (βλ. ΑΠ 265/2001, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 1303/2003, ΑΠ 1855/2001 κ.α). 'Ετσι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα μπορεί να πληροί συγχρόνως τους όρους του κατ' επάγγελμα-κατά συνήθεια (βλ. Κονταξή ΠΚ υπό 98 σελ. 1226 με παραπομπές) εγκλήματος. Επειδή ως βλάβη της επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 385 παρ. 1β ΠΚ, νοείται, εκτός από την υλική (χρηματική), και η ηθική ζημία (στην καλή της λ.χ. φήμη), η οποία μακροπρόθεσμα να εξελιχθεί, βέβαια, σε περιουσιακή (βλ. Μανωλεδάκη - Ερμηνεία κατ' άρθρο των όρων του ειδικού μέρους του ΠΚ (1996) σελ. 145). Εξ άλλου για την κατ' επάγγελμα - κατά συνήθεια τέλεση δεν απαιτεί εδώ ο νόμος (=άρθρο 385 παρ. 1β ΠΚ) να συνοδεύεται και με συγκεκριμένο όριο χρηματικού ποσού, όπως π.χ. στην απάτη. Τέλος, σε περίπτωση συρροής της παρ. 1 εδ. β, γ, επικρατεί η περίπτωση β ως εκ της ειδικότητας. V) Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο μεν πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ο δε δεύτερος αβάσιμος. Ειδικώτερα, διότι ο πρώτος ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος, αφού αποτελείται από ισχυρισμούς ότι αυτά που το συμβούλιο δέχθηκε έρχονται σε αντίθεση, ή άλλως αναιρούνται από τις απολογίες αυτής, την κατάθεση της αδελφής της, το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό υγείας που αναφέρεται σ' αυτή, ότι η μήνυση του Ψ1 είναι ψευδής κλπ. Εξάλλου κατά το σκέλος αυτού που αναφέρεται ότι δεν εκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος, αφού όντως το συμβούλιο εκτίμησε, όπως ρητά αναφέρει, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα συνημμένα έγγραφα, και τις απολογίες της αναιρεσείουσας, χωρίς η τελευταία να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο άλλο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο που δεν εκτίμησε. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αυτός είναι αβάσιμος αφού πράγματι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν το έγκλημα για το οποίο χώρησε η παραπομπή και με τη μορφή που αυτή χώρησε, ο δε χαρακτηρισμός αυτού ως κατ' επάγγελμα-κατά συνήθεια δεν στηρίχθηκε μόνον στην κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτού αλλά και σε άλλα στοιχεία (=μεθόδευση, προσωπικότητα). Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 8/2007 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 191/2007 βουλεύματος του συμβουλίου εφετών Θεσσαλονίκης. Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος της. Αθήνα 15-4-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 385 παρ. 1 ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται ως κακούργημα όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων α' και β', απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποίαν επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου' ήτοι ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή μετ' επηρεασμόν και εξουδετερουμένης της ελευθέρας βουλήσεώς του, ουσιαστικώς πειθαναγκαζόμενος να υποκύψει και να αποδεχθεί ακουσίως τις προτάσεις, ενώ η επαπειλουμένη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη. Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά τον οποίον στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπολήψεως, της πίστεως και φήμης της επιχειρήσεως, για την εφαρμογή δε της περ. β' ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης νοουμένης του συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, αϋλων αγαθών και καταστάσεων ως φήμη και πελατεία που οργανώθησαν σε επιχειρηματική ενότητα για την επίτευξη κερδοσκοπίας. Εξάλλου, ως βλάβη της επιχειρήσεως νοείται, πέρα από την υλική (χρηματική) και ηθική ζημία (λ.χ. στην καλή της φήμη) η οποία μακροπρόθεσμα δύναται να εξελιχθεί σε περιουσιακή ζημία, αυτό ωστόσο δεν είναι αποτιμητό μέγεθος κατά τον χρόνο της προσβολής. Η βλάβη μπορεί να συνίσταται και στην απορρύθμιση της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οπότε έχει την τεχνική έννοια του όρου. Εξάλλου, για την συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τοιούτος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Τέλος, η εκβίαση τελείται κατ' εξακολούθηση κατ' άρθρον 98 παρ. 1 ΠΚ, όταν πραγματώνεται με περισσότερες μερικότερες πράξεις του δράστου, εκ των οποίων εκάστη συνιστά το έγκλημα αυτό και για τις οποίες υπάρχει ενότητα δόλου (η κρίση δε αν οι περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (98), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στο παραπεμπτικό βούλευμα από την παραδοχή ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έτι περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοιν.Δ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή, στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως όμως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ως και η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα υπ' αριθ. 191/2007 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απερρίφθη η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 948/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, συντρεχουσών σοβαρών ενδείξεων, παρεπέμφθη να δικασθεί αυτή για εκβίαση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αφού επαναδιετυπώθη το διατακτικό με την συμπλήρωση της παραπεμπτικής διατάξεως του πρωτοδίκου βουλεύματος. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το μεν με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, το δε με δικές του σκέψεις και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, εδέχθη (ότι απεδείχθησαν), κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ1 διατηρεί εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στην οδό ... στον ... Θεσσαλονίκης. Από το έτος 2004 έως και τον Ιανουάριο 2006, εργαζόταν περιστασιακά στην επιχείρησή του η κατηγορουμένη Χ1 με την οποία ο εγκαλών είχε συνάψει ερωτική σχέση. Η σχέση αυτή διεκόπη και η κατηγορουμένη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της τον Ιανουάριο του έτους 2006. Έκτοτε η κατηγορουμένη, ήτοι από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 και μέχρι την σύλληψή της στις 15-5-2006, απαιτούσε από τον εγκαλούντα να της καταβάλει διάφορα χρηματικά ποσά, περί τα πεντακόσια (500) ευρώ εβδομαδιαίως, απειλώντας τον, ότι σε διαφορετική περίπτωση, θα αποκαλύψει στην σύζυγό του και θα δημοσιοποιήσει στον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο, ότι διατηρούσαν εξωσυζυγική σχέση. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα απειλούσε κυρίως τηλεφωνικώς τον εγκαλούντα ότι "θα τινάξει την οικογένειά του στον αέρα, θα διαλύσει την επιχείρησή του και θα του τα φάει όλα". Έτσι, ο εγκαλών, με την προαναφερόμενη απειλή περιήλθε σε ανησυχία, και εξαναγκάσθηκε να της καταβάλει συνολικά το ποσόν των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ. Αρχικά της πήγαινε ο ίδιος τα χρήματα έξω από την οικία της, ενώ στη συνέχεια της τα παρέδιδε ο εργαζόμενος στην επιχείρηση του εγκαλούντος, Δ1. Επισημαίνεται, ότι ο μάρτυρας Δ1 στην από 15-5-2006 ένορκη κατάθεσή του επιβεβαιώνει ότι συνήθως την Δευτέρα ή στα μέσα της εβδομάδας, πήγαινε στην οικία της εκκαλούσας και της παρέδιδε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, προκειμένου αυτή να μην αποκαλύψει στη σύζυγο του εγκαλούντος ότι διατηρούσαν ερωτική σχέση, και να μη δυσφημήσει την επιχείρηση του. Τελικώς, ο εγκαλών κατήγγειλε στο τμήμα Δίωξης Εκβιαστών τα όσα σε βάρος του συνέβαιναν και στις 15-5-2006 προσημειώθηκε το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ (βλ. έκθεση προσημείωσης χαρτονομισμάτων και φωτοτυπίες αυτών). Τα χρήματα παραδόθηκαν στον Δ1, ο οποίος, αφού συνάντησε την κατηγορουμένη-εκκαλούσα έξω από την οικία της, τα παρέδωσε. Έτσι η εκκαλούσα συνελήφθη επ' αυτοφώρω και βρέθηκαν στην κατοχή της τα παραπάνω προσημειωμένα χαρτονομίσματα (βλ. έκθεση έρευνας, κατάσχεσης και απόδοσης αυτών). Η ίδια, βέβαια, αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι ο εγκαλών της έστελνε οικειοθελώς κάθε εβδομάδα (120) και εκατόν τριάντα (130) ευρώ, με εξαίρεση μία φορά που της έστειλε διακόσια, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για το γεγονός ότι αναγκάστηκε η κατηγορουμένη να αποχωρήσει από την εργασία της, ενώ ταυτόχρονα ήθελε να διευκολύνει στη αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων και προβλημάτων υγείας που επικαλείται ότι είχε. Οι αιτιάσεις όμως της προσφεύγουσας δεν ενισχύθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, και αναιρούνται τόσο από την κατάθεση του εγκαλούντα, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα Δ1, όπως προαναφέρθηκε, ενώ η κατηγορουμένη αδυνατεί να αιτιολογήσει την "μεταστροφή" του εγκαλούντος με την υποβολή της σχετικής μηνύσεως και μάλιστα τη στενή συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές προκειμένου να επιτύχουν την αυτόφωρη σύλληψή της με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα εις χείρας της. Από τα προεκτεθέντα σαφώς συνάγεται ότι η προσφεύγουσα με την προαναφερομένη απειλή προς τον εγκαλούντα και με θέληση να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η ίδια, εξανάγκασε αυτόν, να της καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό σε δεκαέξι (16) τουλάχιστον περιπτώσεις κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 έως τις 15-5-2006. Επήλθε δε σε αυτόν (εγκαλούντα) περιουσιακή ζημία, με την απειλή της αποκάλυψης της εξωσυζυγικής τους σχέσης στη σύζυγό του, αλλά και της βλάβης της επιχείρησής του, δια της δυσφημήσεως αυτού στον επιχειρηματικό του κύκλο. Περαιτέρω, οι επανειλημμένες απειλές της εκκαλούσας κατηγορουμένης υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο, πρόσφορες να προκαλέσουν φόβο στο μέσο συνετό άνθρωπο και να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου εγκαλούντος, συνοδευόμενες από τη μεθοδική και συστηματική [βάσει οργανωμένου σχεδίου προς πορισμό εισοδήματος) η απαίτηση της κατηγορουμένης για καταβολή χρηματικού ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ σε εβδομαδιαία βάση, αμέσως μετά την αποχώρησή της από την εργασία της καθώς και ο σκοπός της να χρησιμοποιεί το προαναφερόμενο αποκτώμενο κέρδος για την αντιμετώπιση των οικονομικών τους αναγκών, όπως η ίδια εξ άλλου διατείνεται (αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας), σαφώς καταδεικνύουν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος της εκβίασης, καθόσον αβίαστα προκύπτει, αφενός σκοπός για πορισμό σταθερού εισοδήματος και αφετέρου ροπή για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας της κατηγορουμένης, η οποία αποσκοπούσε στη βλάβη της επιχείρησης του εγκαλούντος και δη στην απορρύθμιση της λειτουργίας της με την τεχνική του όρου έννοια, αφού, εμφανίζοντάς τον ως εργοδότη που εκμεταλλευόταν τη σχέση εξάρτησης με τον υπάλληλό του προκειμένου να συνάψει ερωτική σχέση μαζί της, στόχο είχαν να προκαλέσουν ηθική βλάβη στην επιχειρηματική του υπόσταση με την έννοια της δυσφήμισης και της προσβολής της καλής του φήμης. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΟΙΝΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 385 παρ. 1 α και β ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης εκκαλούσης, τα οποία και ελήφθησαν υπόψη όλα, ανεξαιρέτως εάν εξαίρονται μερικά (κατάθεση Δ1) προσδιορίζεται η απειλή, υπό την μορφή του εξαναγκασμού στην πράξη, εντεύθεν δε η κάμψη της βουλήσεως του εγκαλούντος προς τον οποίον απευθύνεται, προς δε η εξ αιτίας αυτής υπόταξη και συμμόρφωση του τελευταίου προς την κατά τα άνω εκδηλωθείσα συμπεριφορά της υπαιτίου κατηγορουμένης - εκκαλούσης αναιρεσειούσης, ορίζεται το περιουσιακό όφελος αυτής και η γνώση της ότι αυτό δεν αποτελεί νόμιμη αξίωσή της κατά του εγκαλούντος πρώην εργοδότου της, εκτίθενται τα περιστατικά, τα οποία συνιστούν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως της εκβιάσεως, αιτιολογείται δε η κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής και είναι προφανής από τα εκτεθέντα η ταυτότητα του δόλου των αυτοτελών μερικοτέρων πράξεων κατά το κατηγορούμενο διάστημα, στις οποίες ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος, ως ανωτέρω ανεφέρθη. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα, υποστηρίζων τα αντίθετα κατά τις επί μέρους αιτιάσεις και δη ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν εξετιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ότι δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κατ' επάγγελμα έγκλημα τελούμενο κατ' εξακολούθηση και συνεπώς το βούλευμα έχει αντιφατική αιτιολογία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα του αμέσως προαναφερθέντος λόγου, δηλαδή της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιχειρεί αντίθετη, από εκείνη που εδέχθη το Συμβούλιο, αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και επικαλείται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με αμφισβήτηση της κρίσεως του συμβουλίου για συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, όπως της από 16.5.2006 προανακριτικής της αναιρεσειούσης απολογίας, της από 19.5.2006 ενόρκου καταθέσεως της αδελφής της Χ1, της από 18.5.2006 απολογίας αυτής (κατηγορουμένης) στην ανακρίτρια, του υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικού του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του Ψ.Ν. Θεσσαλονίκης, διότι ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα εδέχθη εκβίαση, καίτοι δεν διεπιστώθη αυτή. Ο λόγος αυτός, με τις άνω αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.3.2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθ. 191/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση από κατηγορούμενο κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για εκβίαση κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια (κακουργηματική μορφή). Στοιχεία εκβίασης αντικειμενικά (άρθρο 385§1 αρ. β΄). Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, σκοπός να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπάρχει όταν δεν στηρίζεται σε νόμιμη αξίωση του δράστη κατά του παθόντος. Στοιχειοθετείται εκβίαση κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Πότε υπάρχει αυτή. Όχι εξ αυτών αντιφατική αιτιολογία. Όχι λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οι αιτιάσεις για μη προσήκουσα εκτίμηση μαρτυρικών καταθέσεων, προανακριτικών και ανακριτικών απολογιών και μη προσήκουσα αξιολόγηση αυτών. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις αυτές. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εκβίαση, Δόλος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1833/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Σ., κατοίκου …ς, που δεν παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ό. Π., περί αναιρέσεως της 7822/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Σ. του Α., κάτοικο Αθηνών, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1511/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγ-γελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 19-10-2009 αίτηση του Π. Π. του Σ., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7822/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί της θα συνεξετασθούν οι από 17-9-2010 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ο δράστης να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει για κάποιον άλλο γεγονός, το οποίο αντικειμενικά εκτιμώμενο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού του άλλου. Ακόμη απαιτείται το γεγονός στο οποίο αναφέρεται ο παραπάνω ισχυρισμός ή η διάδοση να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση των νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο συμφέρον. Η διάταξη όμως αυτή με την οποία κατ' αρχήν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της κατ' άρθρο 361 Π.Κ. εξυβριστικής είτε της κατ' άρθρο 362 Π.Κ. δυσφημιστικής εκδήλωσης, δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρθρ. 367 παρ. 2 Π.Κ.). Υφίσταται δε η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εάν ο σχετικός με το ψευδές αυτό γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική του πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Επίσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7822/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της Ό. Π., δικηγόρου και θυγατέρας του κατηγορουμένου, που είναι ήδη συνταξιούχος δικηγόρος, και του Δ. Δ., του οποίου πληρεξούσιος δικηγόρος ήταν ο μηνυτής Α. Σ. από ετών υφίσταται αντιδικία σχετικά με ένα μίσθιο κατάστημα ευρισκόμενο επί της οδού …. Το κατάστημα αυτό, το οποίο η Ό. Π. είχε αγοράσει από τον κατηγορούμενο-πατέρα της δυνάμει του υπ' αριθμ. …/3-4-2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Βασιλακοπούλου, ήταν από το έτος 1985 εκμισθωμένο στον Δ. Δ. για εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων και αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο της κληρονομιάς της αποβιώσασας το έτος 1987 Α. Γ.. Εκκαθαριστής της κληρονομίας αυτής ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε διοριστεί με την υπ' αριθ. 6323/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στο πλαίσιο της ως άνω αντιδικίας η Ό. Π., επικαλούμενη κυριότητα στο ως άνω κατάστημα δυνάμει του προαναφερθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 3-3-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να της αποδοθεί η νομή του καταστήματος. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 3129/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία και κατέστη τελεσίδικη, αφού η έφεση που άσκησε κατ' αυτής ο Δ. Δ. απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 428/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η επισπευδόμενη όμως εκτέλεση της ως άνω απόφασης ακυρώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 1858/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Μετά την έκδοση της τελευταίας αυτής απόφασης και ενόψει του ότι η αντιδικία σχετικά με το μίσθιο κατάστημα είχε εξελιχθεί πλέον σε προσωπική αντιπαράθεση μεταξύ των τότε εμπλεκομένων δικηγόρων κατηγορουμένου και μηνυτή, με υποβολή εκατέρωθεν μηνύσεων και αγωγών, ο κατηγορούμενος τότε δικηγόρος Π. Π. υπέβαλε ενώπιον του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την από 7-5-2004 αναφορά του στην οποία μεταξύ άλλων εκθέτει τα εξής: "Κύριε Πρόεδρε Σας παρακαλώ να παρέμβετε επί προσωπικού θέματος στον δικηγόρο Αθηνών Α. Σ.... Να του συστήσετε να σταματήσει τον άδικο και εκβιαστικό δικαστικό πόλεμο εναντίον μου και εναντίον της κόρης μου Ό. Π. δικηγόρου... Ο πελάτης του κατακρατεί το κατάστημα, βγάζουμε αποφάσεις τις οποίες ο Σ. τα καταφέρνει να ανακαλεί την εκτέλεση και μας εκβιάζει. Δεν θέλω να μείνω σε λεπτομέρειες για το τεράστιο ηθικό θέμα που μας έχουν δημιουργήσει. Η Προϊσταμένη του Ειρηνοδικείου που έλαβε γνώση των τελευταίων του ενεργειών μας συνέστησε να προσφύγουμε με αναφορά μας στον Υπουργό Δικαιοσύνης και δι' όσα συμβαίνουν εκεί...". Με την αναφορά αυτή ο κατηγορούμενος επεδίωξε να αφήσει αιχμές κατά του προσώπου του μηνυτή ότι ο τελευταίος ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ως άνω υπ' αριθ. 1858/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών προβαίνοντας σε αθέμιτους επηρεασμούς της Δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα τόσο αυτός όσο και η θυγατέρα του αντιμετωπίζουν έναν άδικο και εκβιαστικό δικαστικό πόλεμο. Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, των οποίων γνώση έλαβαν ο Πρόεδρος του Δ.Σ.Α. και τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου αυτού, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού ο τελευταίος εμφανίζεται ως δικηγόρος, χωρίς ηθικούς φραγμούς, ο οποίος για να πετύχει την έκδοση ευνοϊκών υπέρ του πελάτη του αποφάσεων δεν διστάζει να καταφύγει σε αθέμιτους επηρεασμούς της Δικαιοσύνης, τις οποίες αποφάσεις χρησιμοποιεί στη συνέχεια για να εκβιάζει τους αντιδίκους του. Επίσης αποδείχθηκε ότι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί και αιτιάσεις του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνονται τα διαλαμβανόμενα στην άνω από 7-5-2004 αναφορά του. Ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη γνώση ότι όλοι οι αναφερόμενοι στην αναφορά του ισχυρισμοί ήταν ψευδείς, καθόσον ως άμεσα εμπλεκόμενος στην αντιδικία γνώριζε όλα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και συνακόλουθα γνώριζε τόσο την έλλειψη αθέμιτου επηρεασμού εκ μέρους του μηνυτή στην έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 1858/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών όσο και την ανυπαρξία εκβιασμού εκ μέρους του τελευταίου. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκαν όλα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του κατηγορουμένου και ενόψει του ότι ο εγκαλών υπέβαλε εμπροθέσμως στις 15-6-2004 την έγκλησή του, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται αναγνωριζομένης όμως σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ., καθόσον έως το χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 εδ.α' και 363-362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις δικαστικές αποφάσεις που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο αυτό (υπ' αρ. 963/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί συναφούς διαφοράς μεταξύ των διαδίκων της προκειμένης δίκης). Ειδικώτερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποια είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία και διέδωσε ενώπιον τρίτων. Εξάλλου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήττουν εμμέσως και συγκεκαλυμμένα την ανέλεγκτη αναιρετική περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι εκ τούτου απορριπτέες και απαράδεκτες. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει για τη μη εφαρμογή των άρθρων 20 και 367 ΠΚ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε σαφώς και ορισμένα τέτοιους ισχυρισμούς, εκτός του ότι δεν χωρεί άρση του αδίκου της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης επί δυσμενών κρίσεων και εκφράσεων για την επαγγελματική εργασία κάποιου προσώπου (άρθρο 367 παρ. 2 του ΠΚ) και εντεύθεν οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλει με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως, που προβάλλει ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πρώτο αυτών και με το μοναδικό πρόσθετο λόγο της και με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 363 του ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος παραδεκτός αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτηση με τον από 17 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετο επ' αυτής λόγο του Π. Π. του Σ., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 7822/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος συκοφαντικής δυσφήμησης. Καταδικαστική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αυτοτελείς ισχυρισμοί περί εφαρμογής των άρθρων 20 και 367 § 1 ΠΚ. Μη νόμιμος ο δεύτερος και αόριστος ο 1ος. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1832/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 52/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΚΕΛ Α.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 464/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 251/5-8-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 3/12-3-2010 έκθεση αναίρεσης της κατηγορουμένης Ε. Κ. Τ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 52/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας με το υπ' αριθμ. 300/2009 βούλευμά του παρέπεμψε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο (άρθρα 98 και 375 παρ. 2 Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η αναιρεσείουσα την υπ' αριθμ. 26/20-7-2009 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο έγινε εν μέρει κατ'ουσία δεκτή η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα, εκτός του κεφαλαίου του που αναφέρονταν στο ποσό των 4.000 δραχμών, ήτοι 11,74 ευρώ που φέρεται ότι τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα κατά το μήνα Ιανουάριο του 1999 σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Προκατασκευές Κεντρικής Ελλάδας - ΠΡΟΚΕΛ Α.Ε. ", για το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη της αναιρεσείουσας λόγω παραγραφής. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησε η αναιρεσείουσα νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού ασκήθηκε από την ίδια την αναιρεσείουσα ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Λάρισας στις 12-3-2010 και η επίδοση σ' αυτή του προσβαλλομένου βουλεύματος έγινε στις 3-3-2010. Περιέχει δε συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2 του Π.Κ. Από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996 και ακολούθως με το αρθρ. 14 παρ. 3 εδ. α' και β' Ν. 2721/1999, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου ολικώς ή μερικώς κινητού πράγματος, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε, δόλος αυτού, ενέχοντος τη γνώση, ότι το πράγμα που κατέχει είναι ξένο, καθώς και τη θέληση του να ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παρ.2), όταν το αντικείμενο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον τούτο είναι εμπιστευμένο στον υπαίτιο, με οποιονδήποτε από τις αναφερόμενες περιοριστικώς στη διάταξη αυτή καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως είναι του εντολοδόχου, καθώς και του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του εντολοδόχου διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή vα ενεργεί νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποία αντλεί από το νόμο ή από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται, να προέρχεται από τη δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως. Η κρίση περί της αξίας του παρανόμως ιδιοποιούμενου πράγματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, από την οποία εξαρτάται και ο κακουργηματικός χαρακτήρας του εγκλήματος, εκτιμάται ανελέγκτως, ενόψει της ουσιαστικής αποτιμήσεως της αξίας του αντικειμένου της πράξεως κατά τον χρόνο της τελέσεώς της. Στην περίπτωση δε υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη, η συνολική αξία των αντικειμένων όλων των πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό (αρθρ. 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1α Ν.2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν την ισχύ του Ν.2721/1999 (3.6.1999), η κρίση για την αξία του αντικείμενου του χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 παρ 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη (ΑΠ 99/2009 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος 1468/2007 Ποιν.Δνη 2007, 948-807/2006 Ποιν.Δνη 2006,1220). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α ΚΠΔ προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται, να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρίνισης, που αφορά την υπόθεση. Δύναται δε, να απορρίψει την αίτηση, μόνον όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ειδικώς στο βούλευμα (ΑΠ 428/2009-494/2007 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος). Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/627 και ΑΠ 1687/2002 Π.Χρ. ΝΓ/638). Ακόμη κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με δικές του σκέψεις και αναφορά στην πρόταση του παρ' αυτού Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι η εκκαλούσα-κατηγορουμένη με την κρινόμενη έφεσή της υπέβαλε και αίτημα, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διευκρινίσεων , επί των λόγων της εφέσεώς της. Το εν λόγω αίτημα που είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον η εκκαλούσα, τόσο με το εφετήριο, όσο και με τα υπομνήματα που μέχρι σήμερα έχει υποβάλει, έχει αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις της, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση. Περαιτέρω το ίδιο Συμβούλιο δέχθηκε ότι από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις χωρίς όριο καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Προκατασκευές Κεντρικής Ελλάδας-ΠΡΟΤΕΛ ΑΕ", όλα τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν κατά τις διενεργηθείσες κύρια ανάκριση και προκαταρκτική εξέταση και υπάρχουν στη δικογραφία, την απολογία της κατηγορουμένης, τις εξηγήσεις της τελευταίας κατά την προκαταρκτική εξέταση και τα έγγραφα υπομνήματά της, προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτίθενται στην ανωτέρω αριθμ. 7/2010 εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται, ώστε τα εκτιθέμενα σ'αυτή, να αποτελέσουν αιτιολογία και του παρόντος βουλεύματος, προς αποφυγήν άσκοπων επαναλήψεων (ΑΠ 1099/2008 Π.Χρ.ΝΘ, 356-278/2007 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος). Έχει δε η πρόταση αυτή κατά το ουσιαστικό της περιεχόμενο ως εξής: Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας που σχηματίσθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα προσκομισθέντα έγγραφα και τους απολογητικούς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "Προκατασκευές Κεντρικής Ελλάδος" και το διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΚΕΛ Α.Ε.", που εδρεύει στην περιοχή της Λάρισας, διατηρεί εργοστάσιο που κατασκευάζει προκατασκευασμένα δομικά στοιχεία από οπλισμένο και προεντεταμένο σκυρόδεμα και προκατασκευές. Η κατηγορούμενη Ε. Τ. εργαζόταν στο ανωτέρω εργοστάσιο ως υπάλληλος γραφείου και ιδιαίτερα σε εργασίες του λογιστηρίου αυτού. Στο πλαίσιο των ως άνω εργασιών που ανατέθηκαν στην κατηγορούμενη, η τελευταία συνέτασσε τις μισθολογικές καταστάσεις, που αφορούσαν τους εργαζομένους στο εργοστάσιο, στις οποίες ανέγραφε τα ονόματα των εργαζομένων, τις αποδοχές αυτών, πριν και μετά τις ανάλογες κρατήσεις, καθώς και τα ποσά των επιδοτήσεων του ΙΚΑ. Ακολούθως οι καταστάσεις ελέγχονταν για την ορθότητά τους από το λογιστή της εταιρίας Γ. Δ. και στη συνέχεια η κατηγορούμενη παραλάμβανε από τον εκπρόσωπο-διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας Ι. Ρ. το προκύπτον ανάλογο ποσό χρημάτων προκειμένου να προβεί σε επιμέρους καταβολή των ποσών που δικαιούτο κάθε εργαζόμενος. Κατά την πληρωμή των επιμέρους ποσών στους εργαζομένους η κατηγορούμενη συνέτασσε εις διπλούν το εκκαθαριστικό σημείωμα-απόδειξη καταβολής του μήνα για κάθε εργαζόμενο, ένα δε αντίγραφο (λευκού χρώματος) ελάμβανε ο εργαζόμενος, το άλλο δε αντίγραφο (κιτρίνου χρώματος) κρατούσε η κατηγορούμενη, το οποίο παρέμενε με το στέλεχος στο λογιστήριο της εταιρίας. Κατά τη διαδικασία της ως άνω μηνιαίας πληρωμής των αποδοχών η κατηγορούμενη ενώ ανέγραφε στο αντίγραφο του στελέχους που παρέμενε στο λογιστήριο της εταιρίας το πραγματικό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο, όπως αυτό προέκυπτε από τις μισθολογικές καταστάσεις, αντίθετα στο πρώτο αντίγραφο (λευκό) του εκκαθαριστικού σημειώματος-απόδειξης, το οποίο υπέγραφαν οι εργαζόμενοι με τη χρήση καρμπόν ώστε να αποτυπωθεί η υπογραφή τους στο στέλεχος και το οποίο (πρωτότυπο) ελάμβαναν ως αποδεικτικό στοιχείο, ανέγραφε (η κατ/νη) μικρότερο ποσό από εκείνο που είχε παραλάβει από τον εκπρόσωπο της εταιρίας και το οποίο εδικαιούτο κάθε εργαζόμενος, ποσό το οποίο (μικρότερο) καταβάλλονταν τελικώς σε κάθε εργαζόμενο. Με τον τρόπο αυτό, ενώ εμφανίζονταν στα στελέχη των αποδείξεων και στα λογιστικά στοιχεία της εταιρίας ότι είχαν καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο τα προβλεπόμενα ποσά που εδικαιούτο κάθε ένας εξ αυτών, η κατ/νη παρακρατούσε την ως άνω διαφορά χρημάτων κατ' εξακολούθηση, τα οποία ιδιοποιούνταν εκμεταλλευόμενη προς τούτο τη θέση της ως εργαζόμενη στο λογιστικό γραφείο της εγκαλούσας και εντολοδόχου-διαχειρίστριας της όλης διαδικασίας πληρωμής των αποδοχών των εργαζομένων στην εγκαλούσα εταιρία. Σημειωτέον ότι οι ως άνω πράξεις ιδιοποίησης χρημάτων αναφέρονταν μόνο σε περιπτώσεις εργαζομένων που απασχολούνταν με ημερομίσθια και δεν είχαν τακτικές και σταθερές μηνιαίες αποδοχές, με επακόλουθο να μην είναι ευχερής εκ μέρους των εργαζομένων αυτών η άμεση διακρίβωση των ποσών που εδικαιούντο, εάν μάλιστα ληφθεί υπ' όψη η σχέση εμπιστοσύνης που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των εργαζομένων αφ' ενός και της κατ/νης και των υπευθύνων της εγκαλούσης εταιρίας αφ' ετέρου. Με τον προαναφερόμενο τρόπο η κατ/νη δεν κατέβαλε σε κάθε έναν από τους εργαζομένους, όπως αυτοί αναγράφονται στο εκκαλούμενο βούλευμα και στην επισυναπτόμενη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις των οποίων ως προς το σημείο αυτό αναφέρομαι προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων, τα ανάλογα για τον καθένα χρηματικά ποσά αποδοχών και για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, όπως επακριβώς περιγράφονται στο εκκαλούμενο βούλευμα, καθώς επίσης και τα ανάλογα ποσά επιδότησης του ΙΚΑ, που εδικαιούτο καθένας εργαζόμενος για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, όπως λεπτομερώς αναγράφονται στο εκκαλούμενο βούλευμα. Απολογούμενη η κατ/νη αρνήθηκε την κατηγορία που της αποδίδεται πλην όμως διευκρίνισε ότι η παρακράτηση των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών που επρόκειτο να δοθούν στους ανωτέρω εργαζομένους έγινε εν γνώσει του διευθύνοντος συμβούλου και του λογιστή της εταιρίας και κατόπιν συνεχών προτροπών του πρώτου εξ αυτών, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να καταστεί δυνατή η εξοικονόμηση κάποιου χρηματικού ποσού, ώστε να εξοφληθούν άλλες οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρίας. Επί πλέον διευκρίνισε ότι ο τρόπος κατάρτισης των ανωτέρω αποδείξεων καταβολής χρημάτων στους εργαζομένους και ιδιαίτερα η διαφοροποίηση που εμφανιζόταν στον τρόπο καταχώρησης των σχετικών ενδείξεων στα στελέχη των αποδείξεων αυτών εν σχέσει με τα πρωτότυπα αυτών, τα οποία ελάμβαναν οι εργαζόμενοι, επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της περί γνώσεως των υπευθύνων της εγκαλούσης εταιρίας για τις γενόμενες παρακρατήσεις. Σημειωτέον ότι για το θέμα αυτό η κατ/νη ζήτησε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί των αποδείξεων αυτών, τόσον κατά την κυρία ανάκριση, όσον και με την κρινόμενη έφεση, όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας το αρχικό αίτημα αυτής απορρίφθηκε με το από 17-3-09 έγγραφο της ανακρίτριας Λάρισας ως ουσιαστικά αβάσιμο και για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτό. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι η κατ/νη δεν προσκόμισε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ανωτέρω ισχυρισμούς της. Είναι χαρακτηριστικό ότι η όποια διαφοροποίηση στον τρόπο καταχώρησης των σχετικών στοιχείων στα στελέχη των αποδείξεων δεν είναι ικανή να αποδείξει την γνώση των εκπροσώπων της εταιρίας για τις ανωτέρω παραποιήσεις και παρακρατήσεις χρηματικών ποσών, λαμβανομένου υπ' όψη ότι κατά την παράδοση των στελεχών των αποδείξεων στο λογιστήριο της εταιρίας, οι υπεύθυνοι αυτής δεν είχαν υπ' όψη τους τον ενδεχόμενα διαφορετικό τρόπο σύνταξης του πρωτοτύπου των αποδείξεων, με αποτέλεσμα να θεωρούν ευλόγως ότι τα στελέχη των αποδείξεων είχαν καταρτισθεί νομοτύπως και η όποια τυχόν κακογραμμένη και κακοστοιχημένη συμπλήρωση των σχετικών στοιχείων σ' αυτά είναι φυσιολογική και προϊόν ενδεχομένης πρόχειρης ή γρήγορης γραφής. Αντίθετα προέκυψε ότι οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά για τις ανωτέρω διαφοροποιήσεις στις αρχές Μαΐου του 2007, όταν υπήρξαν σχετικές διαμαρτυρίες εργαζομένων για τη μη σωστή καταβολή των ποσών που εδικαιούντο, οπότε οι τελευταίοι προσκόμισαν και τα πρωτότυπα των σχετικών αποδείξεων. Εκτός αυτού προέκυψε ότι αμέσως μετά τη διακρίβωση των ανωτέρω παρακρατήσεων και τις σχετικές διαμαρτυρίες των εργαζομένων η κατηγορούμενη ανέφερε σ' αυτούς ότι οι όποιες παρακρατήσεις οφείλονται σε λάθος κατά την καταχώρηση των ποσών, χωρίς ποτέ να αναφέρει για γνώση ή τυχόν εμπλοκή στο γεγονός αυτό του λογιστή ή των εκπροσώπων της εταιρίας. Αντίθετα δήλωσε σε αρκετούς εργαζομένους ότι η ίδια είναι υπεύθυνη για το λάθος αυτό και αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέψει η ίδια από το μισθό της τις διαφορές χρηματικών ποσών που εδικαιούντο οι εργαζόμενοι, χωρίς όμως έκτοτε να τηρήσει την υπόσχεσή της αυτή. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός που διατύπωσε η κατ/νη σχετικά με το ότι ελάμβανε η ίδια προσωπικά ή δια μέσω του λογιστή από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας ολόκληρο το ποσό που εδικαιούτο κάθε εργαζόμενος και στη συνέχεια η ίδια επέστρεφε μέσα σε σφραγισμένο φάκελο στον διευθύνοντα σύμβουλο το υπόλοιπο ποσό, που κατά τα προαναφερθέντα δεν είχε καταβάλει στους εργαζόμενους, αναιρεί κατά την άποψή μας κάθε άλλο ισχυρισμό και υπερασπιστική θέση της κατ/νης περί γνώσης και συμμετοχής των υπευθύνων της εταιρίας στην παρακράτηση των χρημάτων, λαμβανομένου υπ'όψη ότι, εάν τυχόν ήταν αληθής ο ισχυρισμός αυτός και ενδεχομένως υπήρχε γνώση των υπευθύνων της εταιρίας, θεωρούμε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να δίδεται στην κατ/νη ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό και στη συνέχεια να επιστρέφεται το μη καταβληθέν, αλλά αντίθετα θα εδίδετο μόνο το συμφωνηθέν να καταβληθεί μέρος του όλου ποσού. Ενόψει λοιπόν όλων των προαναφερθέντων θεωρούμε ότι παρέλκει η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και προσκομιδής των δηλώσεων που υπέβαλε στο ΙΚΑ η μηνύτρια, δεδομένου ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατ/νης για την πράξη της υπεξαίρεσης των ποσών που αναγράφονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, πλην της επιμέρους πράξης της υπεξαίρεσης του ποσού των 4.000 δραχμών που δεν αποδόθηκε στον εργαζόμενο Ζ. Τ. και αναφέρεται στις αποδοχές αυτού για το μήνα Ιανουάριο του 1999, λαμβανομένου υπ' όψη ότι η πράξη αυτή τελέσθηκε πριν την ισχύ του νόμου 2721/99 (3-6-99) και συνεπώς δεν υπολογίζεται το ποσό αυτό στο σύνολο του υπεξαιρεθέντος ποσού, αλλά αξιολογείται μεμονωμένα, με αποτέλεσμα να έχει εξαλειφθεί ο αξιόποινος χαρακτήρας της επί μέρους αυτής πράξης λόγω παραγραφής. Κατά συνέπεια λοιπόν πρέπει να γίνει εν μέρει ουσιαστικά δεκτή η κρινόμενη έφεση, να τροποποιηθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την επιμέρους πράξη της υπεξαίρεσης ποσού 4.000 δραχμών, που φέρεται ότι τελέσθηκε τον Ιανουάριο του 1999 για την οποία πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το εκκαλούμενο βούλευμα. Φέρω επίσης ενώπιόν σας την από 20-7-09 αίτηση της κατ/νης, που υπέβαλε με την κρινόμενη έφεσή της, με την οποία ζητάει την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του συμβουλίου σας προς παροχή διευκρινίσεων και σας εκθέτω τα ακόλουθα: Η κατ/νη τόσον με το απολογητικό της υπόμνημα και την απολογία της ενώπιον της Ανακρίτριας, όσον και με την κρινόμενη έφεσή της, προέβαλε και ανέπτυξε διεξοδικώς και με σαφήνεια όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και τις απόψεις της σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην είναι απολύτως αναγκαία η εμφάνισή της ενώπιον του συμβουλίου σας προς παροχή περαιτέρω εξηγήσεων. Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ιδιαίτερα δε, πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Η κατηγορουμένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προσέφερε τις υπηρεσίες της στο εργοστάσιο κατασκευής προκατασκευασμένων στοιχείων από οπλισμένο και προεντεταμένο σκυρόδεμα, που η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Προκατασκευές Κεντρικής Ελλάδας" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΤΕΛ ΑΕ", διατηρεί στο 5° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Λάρισας -Συκουρίου, ως υπάλληλος γραφείου και ιδιαίτερα, σε εργασίες του λογιστηρίου αυτού. Στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ' αυτήν από το νόμιμο εκπρόσωπο της άνω εταιρίας καθηκόντων, η κατηγορουμένη συνέτασσε τις μισθολογικές καταστάσεις των εργαζομένων στο ανωτέρω εργοστάσιο, οι οποίες ελέγχονταν ως προς την ορθότητά τους από τον λογιστή, εξωτερικό συνεργάτη της εταιρίας Γ. Δ.. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη ανακοίνωνε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας Ι. Ρ. το συνολικό ποσό, που έπρεπε να καταβληθεί στους εργαζόμενους για αποδοχές και επιδότηση του ΙΚΑ. Ο τελευταίος, της απέστειλε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, με την εντολή να προβεί αυτή για λογαριασμό της εταιρίας, στην επιμέρους καταβολή των ποσών που δικαιούνταν κάθε εργαζόμενος. Η κατηγορουμένη ως εντολοδόχος της άνω εταιρίας και διαχειρίστρια των εν λόγω ποσών, που λόγω των ως άνω ιδιοτήτων της τα είχε εμπιστευθεί, κατά την πληρωμή κάθε μήνα του αναλογούντος σε κάθε εργαζόμενο μισθού, συνέτασσε εις διπλούν το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα - απόδειξη. Ένα αντίγραφο, λευκού χρώματος, λάμβανε ο εργαζόμενος και το άλλο αντίγραφο, κίτρινου χρώματος, κρατούσε η κατηγορουμένη, το οποίο με το στέλεχος, παρέμεινε στο λογιστήριο της εταιρείας. Κατά τη διαδικασία αυτή της μηνιαίας πληρωμής του μισθού και της επιδότησης του ΙΚΑ, η κατηγορουμένη, ενώ ανέγραφε στο αντίγραφο του στελέχους που παρέμενε στο λογιστήριο της εταιρίας το ορθό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο με ημερομίσθιο, όπως αυτό προέκυπτε από τις αντίστοιχες μισθολογικές καταστάσεις, στο άλλο λευκό αντίγραφο, το οποίο υπέγραφε κάθε εργαζόμενος με την χρήση καρμπόν, ώστε να αποτυπώνεται η υπογραφή του στο στέλεχος, ανέγραφε μικρότερο ποσό από εκείνο που είχε λάβει από την εταιρία και έπρεπε ως δικαιούμενος να καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο. Το μικρότερο αυτό ποσό κατέβαλλε η κατηγορουμένη σε κάθε εργαζόμενο. Με τον τρόπο αυτό, ενώ εμφανίζονταν στα στελέχη των αποδείξεων και στα λογιστικά στοιχεία της εταιρίας, ότι είχαν καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο, τα ποσά που έκαστος δικαιούνταν, σύμφωνα με τις μισθολογικές καταστάσεις η κατηγορουμένη κατέβαλλε μικρότερα ποσά, παρακρατώντας την εν λόγω διαφορά. Με τον προαναφερόμενο τρόπο η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έτους 2001 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2007.με πρόθεση παράνομα ιδιοποιήθηκε τα χρηματικά ποσά που εκτίθεται στην ανωτέρω εισαγγελική πρόταση, με επιτρεπτή αναφορά στο εκκαλούμενο βούλευμα (ΑΠ 747/2009 - 1589/2006 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος) συνολικού ύψους 25.406,88 ευρώ. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι τα ποσά, τα οποία ως ανωτέρω παρακράτησε ιδιοποιούμενη η κατηγορουμένη, δεν ανήκαν στην κυριότητά της, αλλά στην κυριότητα της πιο πάνω εταιρίας. Με βάση δε τις συνθήκες της αγοράς που διαμόρφωναν στο πιο πάνω χρονικό διάστημα την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, αλλά και την απλή συναλλακτική σύγκρισή τους κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το ανωτέρω ποσό των 25406,88 ευρώ, το οποίο με τις προαναφερόμενες μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσε η κατηγορούμενη, η οποία και απέβλεπε στο εν λόγω αποτέλεσμα, κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245,308 παρ.1, 309 παρ.1 εδ. δ', 312, 316 παρ.2, 318 και 319 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η ανάγκη η μη συμπλήρωση της ανάκρισης και η διάταξη περαιτέρω ανάκρισης, απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση όμως απόρριψης αιτήματος που έχει υποβληθεί από τον Εισαγγελέα ή τους διαδίκους για τη διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια, σε σχέση με ορισμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση (ΑΠ 827/2008 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος-1421/2005 ΕλΔ 46, 1566). Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη (έστω και σιωπηρώς) του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση, που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εκτιμά το Συμβούλιο ( ΑΠ 827/2008 Ο.Π.). Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη με την κρινόμενη έφεσή της ζητεί, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου των αιτημάτων της, να διαταχθεί η διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, προκειμένου: 1) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη επί των (κίτρινου χρώματος) στελεχών των εκκαθαριστικών σημειω-μάτων που βρίσκονται στο αρχείο της μηνύτριας εταιρίας, για να διαπιστωθούν: α) " ο χονδροειδής τρόπος με τον οποίο συνεπληρούντο εκ των υστέρων, ώστε να κραυγάζουν και για τον πλέον αδαή ότι "κάτι συμβαίνει" και β) "ο στρουθοκαμηλισμός του υπευθύνου λογιστή Γ. Δ. και κυρίως του διευθύνοντος της μηνύτριας εταιρίας Ι. Ρ., ότι επί τόσα έτη δεν αντελήφθησαν το παραμικρό" και 2) να προσκομισθούν όλες οι δηλώσεις που η άνω εταιρία υπέβαλε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα στο ΙΚΑ, σύμφωνα με την υποχρέωση της, που πηγάζει από τις ισχύουσες Υπουργικές Αποφάσεις, ρυθμιστικές του τρόπου καταβολής στους εργαζομένους του σχετικού επιδόματος ΙΚΑ, για να διαπιστωθεί, " τι δήλωνε αυτή ότι κατέβαλε στους εργαζομένους και τι παρέδιδε στην εκκαλούσα προς διανομή στους εργαζόμενους ". Τα εν λόγω αιτήματα που είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αμέσως πιο πάνω μείζονα νομική σκέψη, νόμιμα, πρέπει, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Τούτο, διότι τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι κατά την κρίση του Συμβουλίου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ, επαρκή για το σχηματισμό πλήρως δικανικής πεποιθήσεως περί της κρίσεως της προκειμένης υποθέσεως. Σύμφωνα με το παραπάνω, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, για να δικασθεί ως υπαίτια της κακουργηματικής υπεξαίρεσης των ανωτέρω υπεξαιρεθέντων ποσών, συνολικού ύψους 25406,88 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2001 έως το μήνα Μάιο του έτους 2007 κατ' εξακολούθηση, ως εντολοδόχος και διαχειρίστρια ξένης περιουσίας, όπως ορθώς κρίθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα. Αντίθετα όμως, όσον αφορά το ποσό των 4.000 δρχ. και ήδη 11,74 ευρώ, που φέρεται ότι παρανόμως ιδιοποιήθηκε η κατηγορουμένη κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 1999, προ της ισχύος δηλαδή (3-6-1999) του Ν. 2721/1999 δεν θα ληφθεί υπόψη το άνω συνολικό ποσό, αλλά το αν η αξία του αντικειμένου που υπεξαιρέθηκε, είναι μεγάλης αξίας και για τον ανωτέρω χρόνο (Ιανουάριος 1999), θα κριθεί με βάση το αντικείμενο της μερικότερης αυτής πράξης, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα νομική πρόταση του παρόντος βουλεύματος. 'Ετσι, το άνω επιμέρους ποσό των 11,74 ευρώ που φέρεται να ιδιοποιήθηκε η κατηγορούμενη δεν κρίνεται, με βάση τα κριτήρια που ανωτέρω αναφέρθηκαν, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ώστε να στοιχειοθετείται και γι' αυτό η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Από το χρόνο τελέσεως όμως της μερικότερης αυτής πράξεως (Ιανουάριος 1999) που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 375 παρ. 1α ΠΚ), έχει ήδη παρέλθει πενταετία και επομένως, υπέκυψε σε παραγραφή του αξιοποίνου της, χωρίς να χωρήσει εν τω μεταξύ, η για κάποιο νόμιμο λόγο αναστολή της παραγραφής αυτής (αρθ.111 παρ.3, 112, 113, ΠΚ). Κατά συνέπειαν, πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η κρινόμενη έφεση, να μεταρρυθμιστεί εν μέρει το εκκαλούμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1β, 310 παρ.1β, 317 παρ.1β, 317 παρ. 1α και 318 ΚΠΔ, όσον αφορά τη μερικότερη πράξη της υπεξαίρεσης, που φέρεται ότι έχει τελεσθεί απ' αυτή κατά μήνα Ιανουάριο 1999, η οποία, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγoρίας, κρίνεται ως υπεξαίρεση τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος και να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς το παραπεμπτικό του σκέλος. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία ορθώς υπήγαγε στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 2 Π.Κ. και οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο. Με την ίδια επίσης ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το παραπάνω Συμβούλιο τα αιτήματα της αναιρεσείουσας α) για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, προς παροχή διευκρινίσεων και β) για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου: 1) να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη και β) να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα. Συνεπώς οι αντίθετοι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συνιστούν τους αναιρετικούς λόγους της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 98 και 375 παρ. 2 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 3/2010 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Ε. Κ. Τ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 52/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 31-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επίτροπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρηματικό ποσό, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαίτιου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως και εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί "νομικές" διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί από το νόμο ή από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Σε περίπτωση υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδαφ. 1 του Ν.2721/1999). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος, α) ν' αποδώσει στον εντολέα του ό,τι έλαβε κατά την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της και β) να καταβάλει σε τρίτους οφειλέτες του εντολέα του, ό,τι του παρέδωσε ο τελευταίος. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται μεταξύ του εργοδότη και του υπαλλήλου του και όταν ο τελευταίος, κατά την άσκηση του υπαλληλικού καθήκοντός του, αναλαμβάνει να προβεί σε ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του ή και να προβαίνει σε καταβολές σε τρίτους με χρήματα του εντολέα του. Γι' αυτό και σε περίπτωση ιδιοποιήσεως των χρημάτων που έλαβε ο εντολοδόχος από τον εργοδότη του για να τα καταβάλει σε οφειλέτες του εντολέα του, όπως σε άλλους εργαζόμενους του εργοδότη, για την εξόφληση οφειλής του τελευταίου, από αποδοχές, επιδόματα, επιδοτήσεις κλπ, τελείται έγκλημα υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται, εν όλω ή εν μέρει, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, όπου συμπληρωματικά αναφέρεται η εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσεως του Συμβουλίου. Απαιτείται, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 52/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας που το εξέδωσε, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του 300/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής της, παραπέμφθηκε (η αναιρεσείουσα) στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Λάρισας, για να δικασθεί ως υπαίτια κακουργηματικής υπεξαιρέσεως ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχος, κατ' εξακολούθηση. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με δικές του σκέψεις, αλλά και συμπληρωματικά, με αναφορά και στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτίθενται στην 7/2010 εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρθηκε, ώστε τα εκτιθέμενα σε αυτήν να αποτελέσουν αιτιολογία και του βουλεύματος και τα οποία, κατά το ουσιαστικό τους μέρος, έχουν ως εξής: "Η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "Προκατασκευές Κεντρικής Ελλάδος" και το διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΚΕΛ Α.Ε.", που εδρεύει στην περιοχή της Λάρισας, διατηρεί εργοστάσιο που κατασκευάζει προκατασκευασμένα δομικά στοιχεία από οπλισμένο και προεντεταμένο σκυρόδεμα και προκατασκευές. Η κατηγορούμενη Ε. Τ. εργαζόταν στο ανωτέρω εργοστάσιο ως υπάλληλος γραφείου και ιδιαίτερα σε εργασίες του λογιστηρίου αυτού. Στο πλαίσιο των ως άνω εργασιών που ανατέθηκαν στην κατηγορούμενη, η τελευταία συνέτασσε τις μισθολογικές καταστάσεις, που αφορούσαν τους εργαζομένους στο εργοστάσιο, στις οποίες ανέγραφε τα ονόματα των εργαζομένων, τις αποδοχές αυτών, πριν και μετά τις ανάλογες κρατήσεις, καθώς και τα ποσά των επιδοτήσεων του ΙΚΑ. Ακολούθως οι καταστάσεις ελέγχονταν για την ορθότητα τους από το λογιστή της εταιρίας Γ. Δ. και στη συνέχεια η κατηγορούμενη παραλάμβανε από τον εκπρόσωπο-διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας Ι. Ρ. το προκύπτον ανάλογο ποσό χρημάτων προκειμένου να προβεί σε επιμέρους καταβολή των ποσών που δικαιούτο κάθε εργαζόμενος. Κατά την πληρωμή των επιμέρους ποσών στους εργαζομένους η κατηγορούμενη συνέτασσε εις διπλούν το εκκαθαριστικό σημείωμα-απόδειξη καταβολής του μήνα για κάθε εργαζόμενο, ένα δε αντίγραφο (λευκού χρώματος) ελάμβανε ο εργαζόμενος, το άλλο δε αντίγραφο (κίτρινου χρώματος) κρατούσε η κατηγορούμενη, το οποίο παρέμενε με το στέλεχος στο λογιστήριο της εταιρίας. Κατά τη διαδικασία της ως άνω μηνιαίας πληρωμής των αποδοχών η κατηγορούμενη ενώ ανέγραφε στο αντίγραφο του στελέχους που παρέμενε στο λογιστήριο της εταιρίας το πραγματικό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο, όπως αυτό προέκυπτε από τις μισθολογικές καταστάσεις, αντίθετα στο πρώτο αντίγραφο (λευκό) του εκκαθαριστικού σημειώματος -απόδειξης, το οποίο υπέγραφαν οι εργαζόμενοι με τη χρήση καρμπόν ώστε να αποτυπωθεί η υπογραφή τους στο στέλεχος και το οποίο (πρωτότυπο) ελάμβαναν ως αποδεικτικό στοιχείο, ανέγραφε (η κατ/νη) μικρότερο ποσό από εκείνο που είχε παραλάβει από τον εκπρόσωπο της εταιρίας και το οποίο εδικαιούτο κάθε εργαζόμενος, ποσό το οποίο (μικρότερο) καταβάλλονταν τελικώς σε κάθε εργαζόμενο. Με τον τρόπο αυτό, ενώ εμφανίζονταν στα στελέχη των αποδείξεων και στα λογιστικά στοιχεία της εταιρίας ότι είχαν καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο τα προβλεπόμενα ποσά που εδικαιούτο κάθε ένας εξ αυτών, η κατ/νη παρακρατούσε την ως άνω διαφορά χρημάτων κατ' εξακολούθηση, τα οποία ιδιοποιούνταν εκμεταλλευόμενη προς τούτο τη θέση της ως εργαζόμενη στο λογιστικό γραφείο της εγκαλούσας και εντολοδόχου- διαχειρίστριας της όλης διαδικασίας πληρωμής των αποδοχών των εργαζομένων στην εγκαλούσα εταιρία. Σημειωτέον ότι οι ως άνω πράξεις ιδιοποίησης χρημάτων αναφέρονταν μόνο σε περιπτώσεις εργαζομένων που απασχολούνταν με ημερομίσθια και δεν είχαν τακτικές και σταθερές μηνιαίες αποδοχές, με επακόλουθο να μην είναι ευχερής εκ μέρους των εργαζομένων αυτών η άμεση διακρίβωση των ποσών που εδικαιούντο, εάν μάλιστα ληφθεί υπ' όψη η σχέση εμπιστοσύνης που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των εργαζομένων αφ' ενός και της κατ/νης και των υπευθύνων της εγκαλούσης εταιρίας αφ' ετέρου. Με τον προαναφερόμενο τρόπο η κατ/νη δεν κατέβαλε σε κάθε έναν από τους εργαζομένους, όπως αυτοί αναγράφονται στο εκκαλούμενο βούλευμα και στην επισυναπτόμενη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις των οποίων ως προς το σημείο αυτό αναφέρομαι προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων, τα ανάλογα για τον καθένα χρηματικά ποσά αποδοχών και για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, όπως επακριβώς περιγράφονται στο εκκαλούμενο βούλευμα, καθώς επίσης και τα ανάλογα ποσά επιδότησης του ΙΚΑ, που εδικαιούτο καθένας εργαζόμενος για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, όπως λεπτομερώς αναγράφονται στο εκκαλούμενο βούλευμα. Απολογούμενη η κατ/νη αρνήθηκε την κατηγορία που της αποδίδεται πλην όμως διευκρίνισε ότι η παρακράτηση των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών που επρόκειτο να δοθούν στους ανωτέρω εργαζομένους έγινε εν γνώσει του διευθύνοντος συμβούλου και του λογιστή της εταιρίας και κατόπιν συνεχών προτροπών του πρώτου εξ αυτών, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να καταστεί δυνατή η εξοικονόμηση κάποιου χρηματικού ποσού, ώστε να εξοφληθούν άλλες οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρίας. Επί πλέον διευκρίνισε ότι ο τρόπος κατάρτισης των ανωτέρω αποδείξεων καταβολής χρημάτων στους εργαζομένους και ιδιαίτερα η διαφοροποίηση που εμφανιζόταν στον τρόπο καταχώρησης των σχετικών ενδείξεων στα στελέχη των αποδείξεων αυτών εν σχέσει με τα πρωτότυπα αυτών, τα οποία ελάμβαναν οι εργαζόμενοι, επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της περί γνώσεως των υπευθύνων της εγκαλούσης εταιρίας για τις γενόμενες παρακρατήσεις. Σημειωτέον ότι για το θέμα αυτό η κατ/νη ζήτησε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί των αποδείξεων αυτών, τόσον κατά την κυρία ανάκριση, όσον και με την κρινόμενη έφεση, όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας το αρχικό αίτημα αυτής απορρίφθηκε με το από 17-3-09 έγγραφο της ανακρίτριας Λάρισας ως ουσιαστικά αβάσιμο και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτό. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι η κατ/νη δεν προσκόμισε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους ανωτέρω ισχυρισμούς της. Είναι χαρακτηριστικό ότι η όποια διαφοροποίηση στον τρόπο καταχώρησης των σχετικών στοιχείων στα στελέχη των αποδείξεων δεν είναι ικανή να αποδείξει την γνώση των εκπροσώπων της εταιρίας για τις ανωτέρω παραποιήσεις και παρακρατήσεις χρηματικών ποσών, λαμβανομένου υπ' όψη ότι κατά την παράδοση των στελεχών των αποδείξεων στο λογιστήριο της εταιρίας, οι υπεύθυνοι αυτής δεν είχαν υπ' όψη τους τον ενδεχόμενα διαφορετικό τρόπο σύνταξης του πρωτοτύπου των αποδείξεων, με αποτέλεσμα να θεωρούν ευλόγως ότι τα στελέχη των αποδείξεων είχαν καταρτισθεί νομοτύπως και η όποια τυχόν κακογραμμένη και κακοστοιχημένη συμπλήρωση των σχετικών στοιχείων σ' αυτά είναι φυσιολογική και προϊόν ενδεχομένης πρόχειρης ή γρήγορης γραφής. Αντίθετα προέκυψε ότι οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά για τις ανωτέρω διαφοροποιήσεις στις αρχές Μαΐου του 2007, όταν υπήρξαν σχετικές διαμαρτυρίες εργαζομένων για τη μη σωστή καταβολή των ποσών που εδικαιούντο, οπότε οι τελευταίοι προσκόμισαν και τα πρωτότυπα των σχετικών αποδείξεων. Εκτός αυτού προέκυψε ότι αμέσως μετά τη διακρίβωση των ανωτέρω παρακρατήσεων και τις σχετικές διαμαρτυρίες των εργαζομένων η κατηγορούμενη ανέφερε σ' αυτούς ότι οι όποιες παρακρατήσεις οφείλονται σε λάθος κατά την καταχώρηση των ποσών, χωρίς ποτέ να αναφέρει για γνώση ή τυχόν εμπλοκή στο γεγονός αυτό του λογιστή ή των εκπροσώπων της εταιρίας. Αντίθετα δήλωσε σε αρκετούς εργαζομένους ότι η ίδια είναι υπεύθυνη για το λάθος αυτό και αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέψει η ίδια από το μισθό της τις διαφορές χρηματικών ποσών που εδικαιούντο οι εργαζόμενοι, χωρίς όμως έκτοτε να τηρήσει την υπόσχεση της αυτή. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός που διατύπωσε η κατ/νη σχετικά με το ότι ελάμβανε η ίδια προσωπικά ή δια μέσω του λογιστή από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας ολόκληρο το ποσό που εδικαιούτο κάθε εργαζόμενος και στη συνέχεια η ίδια επέστρεφε μέσα σε σφραγισμένο φάκελο στον διευθύνοντα σύμβουλο το υπόλοιπο ποσό, που κατά τα προαναφερθέντα δεν είχε καταβάλει στους εργαζόμενους, αναιρεί κατά την άποψη μας κάθε άλλο ισχυρισμό και υπερασπιστική θέση της κατ/νης περί γνώσης και συμμετοχής των υπευθύνων της εταιρίας στην παρακράτηση των χρημάτων, λαμβανομένου υπ' όψη ότι, εάν τυχόν ήταν αληθής ο ισχυρισμός αυτός και ενδεχομένως υπήρχε γνώση των υπευθύνων της εταιρίας, θεωρούμε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να δίδεται στην κατ/νη ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό και στη συνέχεια να επιστρέφεται το μη καταβληθέν, αλλά αντίθετα θα εδίδετο μόνο το συμφωνηθέν να καταβληθεί μέρος του όλου ποσού. Ενόψει λοιπόν όλων των προαναφερθέντων θεωρούμε ότι παρέλκει η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και προσκομιδής των δηλώσεων που υπέβαλε στο ΙΚΑ η μηνύτρια, δεδομένου ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατ/νης για την πράξη της υπεξαίρεσης των ποσών που αναγράφονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφέρομαι, πλην της επιμέρους πράξης της υπεξαίρεσης του ποσού των 4.000 δραχμών που δεν αποδόθηκε στον εργαζόμενο Ζ. Τ. και αναφέρεται στις αποδοχές αυτού για το μήνα Ιανουάριο του 1999, λαμβανομένου υπ' όψη ότι η πράξη αυτή τελέσθηκε πριν την ισχύ του νόμου 2721/99 (3-6-99) και συνεπώς δεν υπολογίζεται το ποσό αυτό στο σύνολο του υπεξαιρεθέντος ποσού, αλλά αξιολογείται μεμονωμένα, με αποτέλεσμα να έχει εξαλειφθεί ο αξιόποινος χαρακτήρας της επί μέρους αυτής πράξης λόγω παραγραφής. Κατά συνέπεια λοιπόν πρέπει να γίνει εν μέρει ουσιαστικά δεκτή η κρινόμενη έφεση, να τροποποιηθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την επιμέρους πράξη της υπεξαίρεσης ποσού 4.000 δραχμών, που φέρεται ότι τελέσθηκε τον Ιανουάριο του 1999 για την οποία πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το εκκαλούμενο βούλευμα. Φέρω επίσης ενώπιον σας την από 20-7-09 αίτηση της κατ/νης, που υπέβαλε με την κρινόμενη έφεσή της, με την οποία ζητάει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του συμβουλίου σας προς παροχή διευκρινίσεων και σας εκθέτω τα ακόλουθα: Η κατ/νη τόσον με το απολογητικό της υπόμνημα και την απολογία της ενώπιον της Ανακρίτριας, όσον και με την κρινόμενη έφεση της, προέβαλε και ανέπτυξε διεξοδικώς και με σαφήνεια όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και τις απόψεις της σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην είναι απολύτως αναγκαία η εμφάνισή της ενώπιον του συμβουλίου σας προς παροχή περαιτέρω εξηγήσεως". Στη συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει τις παρακάτω ίδιες σκέψεις: "Ιδιαίτερα δε, πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Η κατηγορουμένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προσέφερε τις υπηρεσίες της στο εργοστάσιο κατασκευής προκατασκευασμένων στοιχείων από οπλισμένο και προεντεταμένο σκυρόδεμα, που η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Προκατασκευές Κεντρικής Ελλάδας" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΤΕΛ ΑΕ", διατηρεί στο 5° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Λάρισας -Συκουρίου, ως υπάλληλος γραφείου και ιδιαίτερα, σε εργασίες του λογιστηρίου αυτού. Στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ' αυτήν από το νόμιμο εκπρόσωπο της άνω εταιρίας καθηκόντων, η κατηγορουμένη συνέτασσε τις μισθολογικές καταστάσεις των εργαζομένων στο ανωτέρω εργοστάσιο, οι οποίες ελέγχονταν ως προς την ορθότητα τους από τον λογιστή, εξωτερικό συνεργάτη της εταιρίας Γ. Δ.. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη ανακοίνωνε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας Ι. Ρ. το συνολικό ποσό, που έπρεπε να καταβληθεί στους εργαζόμενους για αποδοχές και επιδότηση του 1ΚΑ, Ο τελευταίος, της απέστειλε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, με την εντολή να προβεί αυτή για λογαριασμό της εταιρίας, στην επιμέρους καταβολή των ποσών που δικαιούνταν κάθε εργαζόμενος. Η κατηγορουμένη ως εντολοδόχος της άνω εταιρίας και διαχειρίστρια των εν λόγω ποσών, που λόγω των ως άνω ιδιοτήτων της τα είχε εμπιστευθεί, κατά την πληρωμή κάθε μήνα του αναλογούντος σε κάθε εργαζόμενο μισθού, συνέτασσε εις διπλούν το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα - απόδειξη. Ένα αντίγραφο, λευκού χρώματος, λάμβανε ο εργαζόμενος και το άλλο αντίγραφο, κίτρινου χρώματος, κρατούσε η κατηγορουμένη, το οποίο με το στέλεχος, παρέμεινε στο λογιστήριο της εταιρείας. Κατά τη διαδικασία αυτή της μηνιαίας πληρωμής του μισθού και της επιδότησης του ΙΚΑ, η κατηγορουμένη, ενώ ανέγραφε στο αντίγραφο του στελέχους που παρέμενε στο λογιστήριο της εταιρίας το ορθό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο με ημερομίσθιο, όπως αυτό προέκυπτε από τις αντίστοιχες μισθολογικές καταστάσεις, στο άλλο λευκό αντίγραφο, το οποίο υπέγραφε κάθε εργαζόμενος με την χρήση καρμπόν, ώστε να αποτυπώνεται η υπογραφή του στο στέλεχος, ανέγραφε μικρότερο ποσό από εκείνο που είχε λάβει από την εταιρία και έπρεπε ως δικαιούμενος να καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο. Το μικρότερο αυτό ποσό κατέβαλλε η κατηγορουμένη σε κάθε εργαζόμενο. Με τον τρόπο αυτό, ενώ εμφανίζονταν στα στελέχη των αποδείξεων και στα λογιστικά στοιχεία της εταιρίας, ότι είχαν καταβληθεί σε κάθε εργαζόμενο, τα ποσά που έκαστος δικαιούνταν, σύμφωνα με τις μισθολογικές καταστάσεις η κατηγορουμένη κατέβαλλε μικρότερα ποσά, παρακρατώντας την εν λόγω διαφορά. Με τον προαναφερόμενο τρόπο η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έτους 2001 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2007, με πρόθεση παράνομα ιδιοποιήθηκε τα χρηματικά ποσά που εκτίθεται στην ανωτέρω εισαγγελική πρόταση, με επιτρεπτή αναφορά στο εκκαλούμενο βούλευμα (ΑΠ 747/2009 - 1589/2006 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος) συνολικού ύψους 25.406,88 ευρώ. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι τα ποσά, τα οποία ως ανωτέρω παρακράτησε ιδιοποιούμενη η κατηγορουμένη, δεν ανήκαν στην κυριότητα της, αλλά στην κυριότητα της πιο πάνω εταιρίας. Με βάση δε τις συνθήκες της αγοράς που διαμόρφωναν στο πιο πάνω χρονικό διάστημα την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, αλλά και την απλή συναλλακτική σύγκριση τους κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το ανωτέρω ποσό των 25406,88 ευρώ, το οποίο με τις προαναφερόμενες μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσε η κατηγορούμενη, η οποία και απέβλεπε στο εν λόγω αποτέλεσμα, κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245,308 παρ.1, 309 παρ.1 εδ. δ', 312, 316 παρ.2, 318 και 319 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η ανάγκη η μη συμπλήρωση της ανάκρισης και η διάταξη περαιτέρω ανάκρισης, απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση όμως απόρριψης αιτήματος που έχει υποβληθεί από τον Εισαγγελέα ή τους διαδίκους για τη διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια, σε σχέση με ορισμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση (ΑΠ 827/2008 δημοσ. στην ΤΝΠ Νόμος-1421/2005 ΕλΔ 46, 1566). Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη (έστω και σιωπηρώς) του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση, που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εκτιμά το Συμβούλιο (ΑΠ 827/2008 Ο.Π.). Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη με την κρινόμενη έφεση της ζητεί, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου των αιτημάτων της, να διαταχθεί η διενέργεια περαιτέρω ανάκρισης, προκειμένου: 1) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη επί των (κίτρινου χρώματος) στελεχών των εκκαθαριστικών σημειωμάτων που βρίσκονται στο αρχείο της μηνύτριας εταιρίας, για να διαπιστωθούν: α) "ο χονδροειδής τρόπος με τον οποίο συνεπληρούντο εκ των υστέρων, ώστε να κραυγάζουν και για τον πλέον αδαή ότι "κάτι συμβαίνει" και β) "ο στρουθοκαμηλισμός του υπευθύνου λογιστή Γ. Δ. και κυρίως του διευθύνοντος της μηνύτριας εταιρίας Ι. Ρ., ότι επί τόσα έτη δεν αντελήφθησαν το παραμικρό" και 2) να προσκομισθούν όλες οι δηλώσεις που η άνω εταιρία υπέβαλε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα στο ΙΚΑ, σύμφωνα με την υποχρέωση της, που πηγάζει από τις ισχύουσες Υπουργικές Αποφάσεις, ρυθμιστικές του τρόπου καταβολής στους εργαζομένους του σχετικού επιδόματος ΙΚΑ, για να διαπιστωθεί, "τι δήλωνε αυτή ότι κατέβαλε στους εργαζομένους και τι παρέδιδε στην εκκαλούσα προς διανομή στους εργαζόμενους". Τα εν λόγω αιτήματα που είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αμέσως πιο πάνω μείζονα νομική σκέψη, νόμιμα, πρέπει, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Τούτο, διότι τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι κατά την κρίση του Συμβουλίου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ, επαρκή για το σχηματισμό πλήρως δικανικής πεποιθήσεως περί της κρίσεως της προκειμένης υποθέσεως. Σύμφωνα με το παραπάνω, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, για να δικασθεί ως υπαίτια της κακουργηματικής υπεξαίρεσης των ανωτέρω υπεξαιρεθέντων ποσών, συνολικού ύψους 25406,88 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2001 έως το μήνα Μάιο του έτους 2007 κατ' εξακολούθηση, ως εντολοδόχος και διαχειρίστρια ξένης περιουσίας, όπως ορθώς κρίθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα". Όσον αφορά το υποβληθέν αίτημα της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, για αυτοπρόσωπο εμφάνιση, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, το απέρριψε ως αβάσιμο, με το εξής αιτιολογικό: "Η εκκαλούσα-κατηγορουμένη με την κρινόμενη έφεσή της υπέβαλε και αίτημα, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διευκρινίσεων, επί των λόγων της εφέσεώς της. Το εν λόγω αίτημα που είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον η εκκαλούσα, τόσο με το εφετήριο, όσο και με τα υπομνήματα που μέχρι σήμερα έχει υποβάλει, έχει αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις της, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως προς την άνω πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση και κυρία ανάκριση, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 2' Π.Κ. όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμά του από νόμιμη βάση. κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε αξιολογήσεώς του χωριστά, εντεύθεν δε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας και την απολογία της κατηγορουμένης, χωρίς να προκύπτει, ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εκ τούτων ή η μη λήψη υπόψη και των εγγράφων που προσκόμισε η κατηγορουμένη. Ειδικότερα αναφέρονται οι επί μέρους πράξεις της αναιρεσείουσας εντολοδόχου-διαχειρίστριας της μηνύτριας εταιρίας, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, λόγω ποσού υπεξαιρεθέντων υπ' αυτής χρημάτων, συνολικά 25. 406,88 ευρώ, που κρίθηκε ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με αναφορά στις κατά νόμο περιστάσεις υπό την μορφή που προεκτέθηκαν και συγκεκριμένα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως του εγκλήματος που της αποδίδεται, με παρακράτηση υπ' αυτής, ενεργούσας ως εντολοδόχου υπαλλήλου του λογιστηρίου της εργοδότριας εντολέως εταιρίας "ΠΡΟΤΕΛ ΑΕ", από αποδοχές και επιδοτήσεις ΙΚΑ των υπ' αυτής γενομένων κατά μήνα πληρωμών των εργαζομένων - εργατών της εταιρίας αυτής. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη, ως παραπάνω αιτιολογία, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε τα υποβληθέντα αιτήματα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, α) για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων, β) για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να διαταχθεί αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη επί των καταστάσεων και αποδείξεων στελεχών πληρωμών των εργαζομένων. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, εισαγόμενες ως αυτοτελείς λόγοι αναιρέσεως, α) ότι αυτή δεν ήταν ποτέ εντολοδόχος, ούτε διαχειρίστρια της περιουσίας της μηνύτριας ΑΕ και επομένως το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε το άρθρο 375 παρ.2 ΠΚ και β) ότι το Συμβούλιο Εφετών αναιτιολόγητα παρέλειψε να εκτιμήσει το αθωωτικό μέρος της ομολογίας της ότι έχει παρακρατήσει τα χρηματικά ποσά που της αποδίδονται, παρακράτηση στην οποία προέβη όμως, σε γνώση και κατ' εντολήν του εργοδότη και διευθύνοντος συμβούλου της ΑΕ, στον οποίο και απέδιδε η ίδια σε φάκελο τις διαφορές των χρημάτων που παρακρατούσε, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον πλήττουν την ουσία των παραπάνω παραδοχών του Συμβουλίου, που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επομένως, όλοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι άνω πλημμέλειες, αναφορικά με την παραπεμπτική διάταξή του, όπως και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο (πρώτο της αιτήσεως), ότι με το να απορριφθεί με ελλιπή αιτιολογία το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο, κρίθηκε ανήκουστη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 3/12-3-2010 αίτηση της Ε. Τ. του Κ. περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 52/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβαλλόμενο Βούλευμα. Απέρριψεν ουσία έφεση κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας κατά πρωτοβαθμίου βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, παραπεμπτικού για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση. Οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α, β, δ ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1831/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Β. Σ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρικόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 150/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 183/13-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1 περ. 2, 527§§1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ., την από 22-1-2010 αίτηση του Β. Δ. Σ., κατοίκου ..., οδός ... αρ. 170 και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 43, 44, 45, 48, 49 και 50/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως 16 ετών για την αξιόποινη πράξη της ληστείας από την οποία επήλθε ο θάνατος της παθούσας Λ. Κ. (άρθρο 380§§1 και 2 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50). Στην κρινόμενη υπόθεση η ανωτέρω υπ' αριθ. 43, 44, 45, 48, 49 και 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθ. 1395/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Β. Σ., καταδικάσθηκε για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι "στην ... κατά τις μεσημβρινές ώρες, ήτοι από ώρα 13.00' έως 14.00' της 27-10-2000, στο ισόγειο διαμέρισμα - γραφείο του επί της οδού ... αρ. 18, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα εν όλω κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, από την πράξη του δε αυτή επήλθε ο θάνατος της παθούσας, ήτοι όταν η Λ. Κ., κατόπιν 3 προηγουμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεών τους, με πρόσκλησή του μετέβη εκεί (στο διαμέρισμά του) από ερωτική προς αυτόν επιθυμία, λόγω του ότι διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις, διαπιστώνοντας ότι για πρώτη φορά, σε επίσκεψή της προς αυτόν μετέφερε εκείνη και χρήματα του εργοδότη της Δ. Κ. (του φροντιστηρίου της ... με τον διακριτικό τίτλο ΠΡΙΣΜΑ), το ποσοτικό μέγεθος των οποίων δεν γνώριζε ακριβώς, αλλά γνωρίζοντας την καθημερινή ανάλογη συνήθειά της, υπολογιζόταν από 800.000 - 4.000.000 δραχμές, ζήτησε να του τα δώσει για να ικανοποιήσει επιτακτικές βιοποριστικές ανάγκες του, λόγω πολύμηνης ανεργίας του, και όταν εκείνη αρνήθηκε και πιθανολόγησε ότι θα επικαλούνταν τη βοήθεια άλλων, για να εξουδετερώσει την αντίστασή της και να αποτρέψει την εκδήλωση των κραυγών της, απέφραξε με την παλάμη του χεριού του τις αναπνευστικές οδούς (του στόματος και της ρινός της) παρατείνοντας την αναστολή της λειτουργίας της αναπνοής της μέχρι να διαπιστώσει την αδυναμία αντίστασής της και ακολούθως αφαίρεσε από εκείνη με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής του το μεταφερόμενο και προοριζόμενο να κατατεθεί, μέχρι την ώρα 13.30' της ιδίας ημέρας στην Τράπεζα Πίστεως, ποσό των 920.000 δραχμών, ιδιοκτησίας του Δ. Κ.. Η σωματική βία όμως που άσκησε ο κατηγορούμενος στην παθούσα με την απόφραξη των εισόδων αναπνοής, του προσώπου της, όπως και ένα αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα (που προξενήθηκε κατά την αντίδραση της παθούσας στη σωματική βία του κατηγορουμένου, με πρόσκρουσή της σε στερεά επιφάνεια αντικειμένου του διαμερίσματος), προκάλεσε το θάνατό της, ο οποίος οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, καθ' όσον αυτός από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, καθώς παρέτεινε τον αποκλεισμό της αναπνοής της παθούσας για χρόνο μεγαλύτερο από το όριο αντοχής της, με συνέπεια να προξενηθεί ο θάνατός της από έλλειψη οξυγόνου στο αίμα της (ανοξυγοναιμία)". Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του κατέληξε δεχθέν όσα ανωτέρω διαλαμβάνονται. Ο αιτών ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του επικαλείται και προσκομίζει τις υπ' αριθ. : 1) .../22-10-2009, 2) .../3-11-2009, 3) .../29-11-2002, 4) .../10-11-2009, 5) .../29-10-2009 και 6) .../20-10-2009 αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις των Α. Γ. Σ., 2) Ν. Θ. Σ., 3) Θ. Π. Π., 4) Χ. συζ. Α. Π., 5) Ν. Σ. Γ. και 6) Σ. Ι. Θ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Δημητρίου Μητροπούλου, και την υπ' αριθ. .../6-11-2009 ένορκη βεβαίωση του Ε. Π. Α. - Σ. ενώπιον του Συμβουλίου Πατρών A.K. Από το περιεχόμενο των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων δεν προκύπτει κάποιο νέο γεγονός ή απόδειξη, το οποίο μόνο του ή σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, κάνει φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε. Ειδικότερα οι καταθέσαντες ανωτέρω, αναφέρονται ιδία στο καλό χαρακτήρα του αιτούντος εκφράζοντας περαιτέρω την προσωπική τους γνώμη ότι αποκλείεται να είναι αυτός ο δράστης της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε. Ο δε εξ αυτών Α. Σ., ιδιοκτήτης φαρμακείου ευρισκόμενου κοντά στην κατοικία του κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι δεν γνώριζε την παθούσα και δεν είναι αληθές ό,τι αντίθετο δέχθηκε το δικαστήριο. Οι ενόρκως εξετασθέντες εκ των παραπάνω Θ. Π., ιδιοκτήτης βιοτεχνίας παρακείμενης της κατοικίας του κατηγορουμένου και ο Ν. Σ. εργαζόμενος στην βιοτεχνία αυτή κατά τον χρόνο του θανάτου της παθούσας Λ. Κ., οι οποίοι την γνώριζαν φυσιογνωμικά καταθέτουν ότι δεν την είδαν στις 27-Οκτωβρίου 2000, ημέρα της εξαφάνισής της, να μπαίνει στο γραφείο του κατηγορουμένου. Το γεγονός όμως αυτό που οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν, με τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις τους δεν μπορεί από μόνο του ή σε συνδυασμό με όσα δέχθηκε το δικαστήριο ως προκύψαντα, να οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορουμένου, διότι το γεγονός ότι δεν την είδαν να μπαίνει, δεν σημαίνει ότι δεν μπήκε αυτή σε χρόνο που ενδεχομένως αυτοί ασχολούνταν με την εργασία τους. Περαιτέρω από την προσκομιζόμενη από 19-11-2009 απάντηση του ιατροδικαστή Ι. Α. στα ερωτήματα που έθεσε προς αυτόν ο πατέρας του αιτούντος Δ. Σ., με την από 23-10-2009 αίτησή του προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πατρών, υπόψη ιατροδικαστού κου Ι. Α., ουδέν νέον γεγονός ή απόδειξη προσάγεται. Ειδικότερα ο ιατροδικαστής αυτός αναφέρεται στην Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας-Νεκροτομίας που διενήργησε αυτός στις 5-2-2002, την οποία έλαβε και το δικαστήριο υπόψη του και το περιεχόμενό της δεν αποτελεί νέο γεγονός ή απόδειξη. Οι δε θέσεις και απόψεις του ιατροδικαστού αυτού που εκφράζονται με την πιο πάνω απάντησή του, δεν αποτελούν νέο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 525§1, περίπτ. 2 του Κ.Π.Δ., ούτε θα μπορούσαν να δεσμεύσουν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο αιτιολογημένα δεν αποδέχθηκε μερικώς το περιεχόμενο της πιο πάνω ιατροδικαστικής έκθεσης που συνέταξε ο ανωτέρω ιατροδικαστής και δη ως προς τις προαναφερόμενες στην έκθεση αυτή διαπιστώσεις και συμπεράσματα. Κανένα επίσης νέο γεγονός ή απόδειξη δεν προκύπτει από τις από 14-5-2004 δηλώσεις των Α. Ν. Κ. και Α. Σ. Κ. εξαδέλφων του αιτούντος κατηγορουμένου οι οποίοι περιγράφοντας το ελαιόκτημα στο οποίο, μέσα σε κλαδιά, βρέθηκε το πτώμα της παθούσας, αναφέρουν ότι είναι ακαλλιέργητο την τελευταία εικοσαετία, και ανήκει κατά το 1/3 στη μητέρα του αιτούντος κατηγορουμένου, γεγονός που δικαιολογεί κατά την κρίση μας την επιλογή του αιτούντος να καλύψει μέσα σε κλαδιά σ' αυτό, το πτώμα της παθούσας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν μπορεί ακόμη να αποτελέσει νέο στοιχείο η προσκομισθείσα από 17-11-2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών - Δελτίο Ποσοτικής Παραλαβής της ελαιοτριβέως Μ. Δ. Χ. από την οποία προκύπτει ότι την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001 παρέδωσε στο ελαιοτριβείο της ελαιόκαρπο η Ε. Α. Π., αφού δεν προκύπτει από την απόδειξη αυτή αν η ποσότητα του ελαιοκάρπου που παρέδωσε η παραπάνω συνελέγη από το ελαιόκτημα στο οποίο βρέθηκε το πτώμα της παθούσας γεγονός που θα ενίσχυε τον ισχυρισμό ότι το πτώμα της παθούσας τοποθετήθηκε σε χρόνο μικρότερο του δεκαπενταμήνου που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (όχι όμως κατά τρόπο κατηγορηματικό, δείτε σελ. 2η του 30ου φύλλου της απόφασης). Με τα δεδομένα αυτά, τα νέα γεγονότα και αποδείξεις, που επικαλείται ως τέτοια με την κρινόμενη αίτησή του επαναλήψεως της διαδικασίας ο αιτών, δεν κάνουν από μόνα τους ή σε συνδυασμό με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, φανερό ότι είναι αθώος ο αιτών ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 22-1-2010 αίτηση του Β. Δ. Σ., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 43, 44, 45 και 48, 49 και 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14-4-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, ζητείται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1395/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αιτούντος - κατηγορουμένου για αναίρεση της υπ` αριθ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός, κατά πλειοψηφίαν, για ληστεία με την επιβαρυντική περίπτωση ότι από την πράξη του επήλθε ο θάνατος της παθούσας και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δεκαέξι (16) ετών, για το λόγο ότι προσκομίζει αυτός νέα, άγνωστα στους Δικαστές που δίκασαν, στοιχεία, τα οποία, αν είχαν περιέλθει σε γνώση τους, με βεβαιότητα θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, συνίστατο στο ότι αυτός "στην Πάτρα κατά τις μεσημβρινές ώρες, ήτοι από ώρα 13.00 έως 14.00 της 27-10-2000, στο ισόγειο διαμέρισμα - γραφείο του επί της οδού ... αρ. 18, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα εν όλω κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, από την πράξη του δε αυτή επήλθε ο θάνατος της παθούσας, ήτοι όταν η Λ. Κ., κατόπιν τριών προηγουμένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεών τους, με πρόσκλησή του μετέβη εκεί (στο διαμέρισμά του) από ερωτική προς αυτόν επιθυμία, λόγω του ότι διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις, διαπιστώνοντας ότι για πρώτη φορά σε επίσκεψή της προς αυτόν μετέφερε εκείνη και χρήματα του εργοδότη της Δ. Κ. (του φροντιστηρίου της Πάτρας με τον διακριτικό τίτλο ΠΡΙΣΜΑ), το ποσοτικό μέγεθος των οποίων δεν γνώριζε ακριβώς, αλλά γνωρίζοντας την καθημερινή ανάλογη συνήθειά της, υπολογιζόταν από 800.000 - 4.000.000 δραχμές, ζήτησε να του τα δώσει για να ικανοποιήσει επιτακτικές βιοποριστικές ανάγκες του, λόγω πολύμηνης ανεργίας του, και όταν εκείνη αρνήθηκε και πιθανολόγησε ότι θα επικαλούνταν τη βοήθεια άλλων, για να εξουδετερώσει την αντίστασή της και να αποτρέψει την εκδήλωση κραυγών της, απέφραξε με την παλάμη του χεριού του τις αναπνευστικές οδούς (του στόματος και της ρινός της) παρατείνοντας την αναστολή της λειτουργίας της αναπνοής της μέχρι να διαπιστώσει την αδυναμία αντιστάσεώς της και ακολούθως αφαίρεσε από εκείνη, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως, το μεταφερόμενο και προοριζόμενο να κατατεθεί, μέχρι την ώρα 13.30 της ίδιας ημέρας, στην Τράπεζα Πίστεως, ποσό των 920.000 δραχμών, ιδιοκτησίας του Δ. Κ.. Η σωματική βία, όμως, που άσκησε ο κατηγορούμενος στην παθούσα με την απόφραξη των εισόδων αναπνοής του προσώπου της, όπως και ένα αιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα (που προξενήθηκε κατά την αντίδραση της παθούσας στη σωματική βία του κατηγορουμένου με πρόσκρουσή της σε στερεά επιφάνεια αντικειμένου του διαμερίσματος), προκάλεσε το θάνατό της, ο οποίος οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, καθόσον αυτός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του, καθώς παρέτεινε τον αποκλεισμό της αναπνοής της παθούσας για χρόνο μεγαλύτερο από το όριο αντοχής της, με συνέπεια να προξενηθεί ο θάνατός της από έλλειψη οξυγόνου στο αίμα της (ανοξυγοναιμία)". Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών επιστήριξε την κρίση του για την ενοχή του αιτούντος στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, στα οποία περιλαμβάνεται και η υπ` αριθ. 4/2.4.2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του ιατροδικαστή Ι. Γ. Α., στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή της υπ' αριθμ. 10-11/2003 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αμαλιάδας, και στην απολογία του κατηγορουμένου. Με βάση τα αποδεικτικά αυτά μέσα, η πλειοψηφία του ΜΟΕ δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Η Λ. Κ. (θύμα)... εργαζόταν από το έτος 1994 μέχρι τις 27-10-2000 στο φροντιστήριο του Δ. Κ. με το διακριτικό τίτλο "ΠΡΙΣΜΑ" που λειτουργούσε στην Πάτρα και στην οδό .... Στις 27 Οκτωβρίου 2000 και ώρα 13.00' η Λ. Κ. παρέλαβε σε ένα φάκελο από την ταμία του φροντιστηρίου Ε. Κ. το χρηματικό ποσό των 900.000 δραχμών για να το καταθέσει στη γειτονική (σε απόσταση 180 περίπου μέτρων) Τράπεζα Πίστεως (ήδη ALPHA BANK), όπως και ποσό 20.000 δραχμών σε κέρματα για να το μετατρέψει σε χαρτονομίσματα και αναχώρησε από το φροντιστήριο. Έκτοτε φερόταν εξαφανισμένη, μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 2002 που βρέθηκε το πτώμα της στη θέση Βελανιδιά του χωριού Σταροχωρίου N. Αχαΐας, σε εγκαταλειμμένο από δύο δεκαετίες τουλάχιστον ακαλλιέργητο αγροτεμάχιο 20 στρεμμάτων, με 120 περίπου απεριποίητα ελαιόδενδρα και πυκνή δασική βλάστηση (από θάμνους σκίντων κλπ.), το οποίο ανήκε στη συγκυριότητα (κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου) της μητέρας του κατηγορουμένου και (κατά το υπόλοιπο ποσοστό) δύο άλλων συγγενών της (...), ήταν δε αυτό (το πτώμα) περιτυλιγμένο με ένα σεντόνι χρώματος "εμπριμέ" και ένα σάκο συλλογής ελαιόκαρπου από πλαστικές ίνες, τοποθετημένο επάνω σε πυκνή θαμνώδη βλάστηση σκίντων (απείχε έτσι από το έδαφος άνω του μισού μέτρου) και σκεπασμένο με πολλά και πυκνά κλαδιά, που είχαν αποκοπεί και τοποθετηθεί για επικάλυψη και επιμελή απόκρυψη του πτώματος και (ενδεχομένως) παράλληλη διευκόλυνση - με την έκθεσή του στις εναλλασσόμενες καιρικές συνθήκες - της ταχύτερης αποσύνθεσής του και της αποφυγής ανίχνευσης κακώσεων στα μαλακά μόρια αυτού... Η κατάσταση προχωρημένης σήψης του σώματος και οι ανεπιτυχείς προσπάθειες της Αστυνομίας να το ανακαλύψει σε συνδυασμό με τη διαπίστωση της έκθεσης αυτοψίας ότι αυτό "ήταν επιμελώς κρυμμένο" και την στηριζόμενη σε άμεση αντίληψή του ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του αστυνομικού Κ. Σ., σύμφωνα με την οποία "το πτώμα είχε τοποθετηθεί εκεί και είχε σκεπασθεί από άλλα κλαδιά, δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν κρυμμένο για να μην φαίνεται (και) τυχαία ξεσκεπάσθηκε ίσως από κάποιο ζώο", δικαιολογούν το στηριζόμενο σε γεγονότα συμπέρασμα του ίδιου μάρτυρα ότι "το πτώμα δεν είχε μεταφερθεί πρόσφατα εκεί, (αλλά) εκεί ήταν από καιρό"...Στην αρ. πρωτ. 4/2.4.2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών Ι. Α., που συντάχθηκε για το πτώμα της Λ. Κ., αναφέρονται τα εξής: "... Α. ΝΕΚΡΟΨΙΑ: Υπολείμματα πτώματος θήλεος, σε κατάσταση λίαν προκεχωρημένης αποσυνθέσεως - σήψεως, ενδεδυμένου (έφερε πλήρη ένδυση, άνευ υποδήσεως). Διαπιστώθηκαν: Εικών απογυμνώσεως οστών, προσωπικού - σπλαχνικού και εγκεφαλικού κρανίου και μακρών οστών των άκρων, εκ των μαλθακών μορίων κατά περιοχές. Εικών μεταθανάτιου αποσπάσεως της δεξιάς κνήμης και του συστοίχου ποδός εκ του λοιπού κορμού και αλλοιώσεις "μουμιοποιήσεως" (συρρίκνωσις - ξήρανσις και καστανόφαιος χροιά δέρματος και υποδορίου) συστοίχως. Αλλοιώσεις "σαπωνοποιήσεως" δέρματος και υποδορίου τριχωτού κεφαλής και ράχεως (κατά περιοχές). Σκώληκες και υπολείμματα πολλαπλών γενεών σκωλήκων. Κολεόπτερα (κάνθαροι). Αλλότρια σώματα (κλάδοι και κλαδίσκοι δένδρων). Εμφανείς οστικές κακώσεις εν ζωή γενόμενες, επισκοπικώς, ουδαμού του σώματος διεπιστώθησαν. Β. ΝΕΚΡΟΤΟΜΗ. Κεφαλή: Μετά την καθολική κατάσταση των υπολειμμάτων των μαλθακών μορίων της κεφαλής, τη διάνοιξη της κρανιακής κοιλότητας, την απαγωγή των ελαχίστων υπολειμμάτων του εγκεφάλου και την αποκόλληση της σκληρός μήνιγγος διαπιστώθησαν: Μαλθακά μόρια τριχωτού κεφαλής: Υπολείμματα δέρματος τριχωτού κεφαλής σε κατάσταση προκεχωρημένης σήψεως - "σαπωνοποιήσεως". Εικών αιμορραγικής διηθήσεως, συμβατή υποδορίων αιματωμάτων, κατά θέση συστοίχως της αριστερής βρεγματικής χώρας. Οστά "σπλαχνικού - προσωπικού κρανίου, θόλου εγκεφαλικού κρανίου (κ.λπ. μερών) άνευ εμφανών κακώσεων Δ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ... Οι μορφολογικού χαρακτήρες και η ανατομική εντόπιση της αιμορραγικής διηθήσεως των μαλθακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής και της αιμοσφαιρινικής ερυθράς χρώσεως του κρανίου συστοίχως (αριστερά βρεγματική χώρα) καταδεικνύουν επίδραση θλώντος (αμβλέος) οργάνου συστοίχως και συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της ολίγον προθανατίας γενομένης βιαιοπραγίας (στοιχεία εν ζωή γενομένης κακώσεως - πλήξης κεφαλής). Σε συνδυασμό με τα αυτοψιακά δεδομένα από το χώρο ανευρέσεως της θανούσης (απόρριψης πτώματος σε αγροτική τοποθεσία) συνηγορούν υπέρ της εκδοχής της εγκληματικής ενέργειας. Ε. ΧΡΟΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ: Το χρονικό διάστημα που παρήλθε από το θάνατο της ανωτέρω, με βάση της εξέλιξη των πτωματικών φαινομένων, προσδιορίσθηκε στους 15 μήνες κατά προσέγγισιν (από την ημερομηνία διενέργειας νεκροψίας - νεκροτομής). ΣΤ. ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: Ο θάνατος της Λ. Κ. επήλθε συνεπεία απροσδιορίστου αιτίας, εν αναμονή των εργαστηριακών εξετάσεων. Ζ. ΕΙΔΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ: Απροσδιόριστος θάνατος του οποίου προηγήθηκε βιαιοπραγία (εν ζωή γενομένη επίδρασις θλώντος οργάνου στην κεφαλή)". Από το ανωτέρω περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης προκύπτει ότι το μοναδικό εύρημα, που αποτελεί ένδειξη εγκληματικής ενέργειας σε βάρος της Λ. Κ., είναι "η αιμορραγική διήθηση, συμβατή υποδορίων αιματωμάτων συστοίχως της αριστερής βρεγματικής χώρας", χωρίς όμως αυτή να προσδιορίζεται (λόγω της μειωμένης βαρύτητάς της) και ως πιθανή έστω αιτία θανάτου, αφήνοντας έτσι πιθανότερη τούτου την ανοξυγοναιμία, λόγω βίαιης απόφραξης της εισόδου του αναπνευστικού συστήματος της παθούσας, εκδοχή που υιοθετήθηκε ως συμβατή με το σύνολο των ευρημάτων - μετά την αδυναμία έκδοσης συμπληρωματικού πορίσματος αναλυτικών εξετάσεων του πτώματος - από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία (ατύπως) και ακολούθως από την Αστυνομική Αρχή που διενήργησε την προανάκριση (...)... Καθημερινά σχεδόν αυτή για μία εξαετία παρελάμβανε από την ταμία τις σημαντικές εισπράξεις του φροντιστηρίου με τον διακριτικό τίτλο "ΠΡΙΣΜΑ" (κυμαινόμενες από 800.000 έως 4.000.000 δραχμές) και τις μετέφερε στο γειτονικό κατάστημα της Τράπεζας Πίστεως ακολουθώντας πάντοτε μία από τις δύο συντομότερες διαδρομές, είτε δια της οδού ... στην ευθύγραμμη προέκτασή της από το φροντιστήριο ΠΡΙΣΜΑ προς την πλατεία ..., την οποία διασχίζοντας έφθανε στην τράπεζα, είτε δια της λεωφόρου Δ. Γ. από το σημείο συμβολής της με την οδό ... (πλησίον του φροντιστηρίου ΠΡΙΣΜΑ) μέχρι τη διασταύρωσή της με την οδό ..., την οποία ακολουθούσε δεξιά φθάνοντας μετά από ένα οικοδομικό τετράγωνο στην πιο πάνω πλατεία.... Ακολουθώντας την πρώτη διαδρομή η Λ. Κ. περνούσε αναγκαστικά από το περίπτερο του Ν. Π. και ακολουθώντας τη δεύτερη διαδρομή περνούσε αναγκαστικά από το φαρμακείο του Α. Σ., τους οποίους όχι μόνο γνώριζε καλά η Λ. Κ., αλλά και χαιρετούσε πάντοτε, διερχόμενη εμπρός από τα καταστήματά τους, γιατί ήταν άτομο ιδιαίτερα κοινωνικό, αγαπητό και ομιλητικό, που εκδήλωνε την πληθωρική διάθεσή της και την ανάγκη επικοινωνίας της με τους ανθρώπους. Την ημέρα εκείνη (27-10-2000) μετά την αναχώρησή της από το φροντιστήριο "ΠΡΙΣΜΑ" ώρα 13.00', η Λ. Κ. δεν έφθασε στην Τράπεζα Πίστεως, όπως ήταν ο προορισμός της ούτε ακολούθησε μία από τις παραπάνω συνηθισμένες διαδρομές της, καθ' όσον ουδείς από τους εκμεταλλευόμενους το περίπτερο και το φαρμακείο Ν. Π. και Α. Σ. αντιστοίχως την αντιλήφθηκε και δεν θα μπορούσε ούτε θα ήθελε να περάσει απαρατήρητη εκείνη, λόγω της προσωπικότητας και των συνηθειών της, αλλά θα τους χαιρετούσε με δική της πρωτοβουλία διερχόμενη από εκεί. Αυτό προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" Δ. Κ., ο οποίος από εύλογο ενδιαφέρον για την απώλεια των χρημάτων του (920.000 δρχ.) ρώτησε σχετικά τους ανωτέρω ιδιοκτήτες του περιπτέρου και του φαρμακείου και έλαβε κατηγορηματικά αρνητική απάντηση. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου Ν. Π.ς στον ως άνω μάρτυρα, στην ερώτησή του αν πέρασε η Λ. Κ. για την Τράπεζα Πίστεως στις 27-10-2000: "Την Παρασκευή (27-10-2000) δεν πέρασε. Την προηγούμενη (26-10-2000) πέρασε την ώρα 12.35'". Η τρίτη και τελευταία δυνατότητα μετάβασης από το φροντιστήριο στην τράπεζα ήταν να ακολούθησε η Λ. Κ. τη διαδρομή δια της οδού ..., αλλά από την προέκτασή της προς την αντίθετη με τη θέση της τράπεζας κατεύθυνση και διανύοντας μία τεθλασμένη ενός οικοδομικού τετραγώνου που περιβάλλεται από τις οδούς ... και ... να επανέλθει στη δεύτερη διαδρομή. Αυτή η τρίτη διαδρομή πρέπει να ακολουθήθηκε από τη Λ. Κ. (λόγω αποκλεισμού των δύο λοιπών), ως επιλογή της υπαγορευμένη από συγκεκριμένη σοβαρή αιτία και τέτοια αποτελούσε το ζωηρό ενδιαφέρον της να συναντήσει τον κατηγορούμενο, με τον οποίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις και το διαμέρισμα - γραφείο του (από δύο συνολικά δωμάτια) βρισκόταν στο ισόγειο πολυκατοικίας της οδού ... αρ. 18 (πλησίον του σημείου συμβολής της οδού ... με την οδό Γ.), διατηρούσε δε κρυφή αυτή τη σχέση της, λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας με τον κατηγορούμενο, που θα την καθιστούσε έκθετη για οικονομικές προς εκείνον παραχωρήσεις. Στην παρακαμπτήριο αυτή διαδρομή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο του συγγενικού, φιλικού ή επαγγελματικού περιβάλλοντος της παθούσας για το οποίο να εκδήλωνε αυτή επιθυμία συνάντησής του και μάλιστα πριν από την εκπλήρωση της εργασιακής της υποχρέωσης. Η ερωτική σχέση του κατηγορουμένου με την Λ. Κ. άρχισε με πρωτοβουλία της τελευταίας, την άνοιξη περίπου του ίδιου έτους (2000), όταν ο κατηγορούμενος διατηρούσε παράλληλα (και εξακολούθησε να διατηρεί μέχρι το Φθινόπωρο του 2000) πολυετή ερωτική σχέση με την περίπου συνομήλική του Ν. Φ.. Ο κατηγορούμενος ήταν τότε ηλικίας 32 ετών, δηλαδή ήταν μικρότερος από το θύμα κατά 16 έτη, και διατηρούσε διαφημιστικό γραφείο σε ένα δωμάτιο ενός ισόγειου διαμερίσματος δύο δωματίων, όπου διέμενε, χωρίς να κερδίζει όμως ούτε τα στοιχειώδη για την πληρωμή του ενοικίου του διαμερίσματος του... Κατά την παραμονή της εξαφάνισής της, 26 Οκτωβρίου 2000, ημέρα Πέμπτη το μεσημέρι και ώρα 12.40 περίπου, η Λ. Κ., αφού πραγματοποίησε τη συνηθισμένη αποστολή της μεταφοράς των χρημάτων από το ταμείο του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" στην Τράπεζα Πίστεως, μετέβη στο γειτονικό ισόγειο διαμέρισμα - γραφείο του κατηγορουμένου για να κόψει και να κτενίσει τα μαλλιά της η κομμώτρια Α. Κ., κατόπιν προκαθορισμένης προ τριημέρου από τον κατηγορούμενο συνάντησης τούτων (και ραντεβού με την κομμώτρια). Η τελευταία με τις ένορκες καταθέσεις της περιγράφει την ολοφάνερη ερωτική σχέση του κατηγορουμένου με την Λ. Κ. από την άνεση των κινήσεων της τελευταίας (εισήλθε στο γραφείο από άλλο χώρο του διαμερίσματος και έδειχνε ότι "ήξερε το σπίτι"), την καλή διάθεσή της ("έδειχνε χαρούμενη η κυρία") και την αμοιβαία συνεννόησή τους ("έδειχναν σαν ζευγάρι"), μην παραλείποντας να αναφέρει ότι έλαβε την αμοιβή της από την Λ. Κ.. Ενδεικτικό του έντονου ερωτικού ενδιαφέροντος της Λ. Κ. για τον κατηγορούμενο αποτελεί ο μεγάλος αριθμός τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που πραγματοποίησε αυτή (με πρωτοβουλία της) με τον κατηγορούμενο στο κινητό τηλέφωνό του με αριθμό κλήσης ... από τα τηλέφωνα του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" με αριθμούς ... κατά το χρονικό διάστημα από 13-10-2000 έως 27-10-2000 ... Περί την ώρα 13.00 περίπου η Λ. Κ., αφού τοποθέτησε, κατά τη συνήθειά της και σύμφωνα με τις υποδείξεις του εργοδότη της, για την ασφάλεια της μεταφοράς τους δύο φακέλους με τα χρήματα μέσα στην τσάντα της, αναχώρησε για την Τράπεζα Πίστεως, η οποία εκείνη την ημέρα περάτωνε τη λειτουργία της, την ώρα 13.30, σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του αρμοδίου υπαλλήλου της Τράπεζας Πίστεως Δ. Δ.... Αλλά και αν υποτεθεί ότι η Τράπεζα Πίστεως έκλεινε εκείνη την ημέρα την ώρα 13.00 επειδή ήταν Παρασκευή και ημιαργία (λόγω της αργίας της εθνικής επετείου που ήταν η επομένη 28 Οκτωβρίου), ενώ κάθε άλλη Παρασκευή το πέρας της λειτουργίας της τράπεζας ήταν η ώρα 13.30 (και τις λοιπές 4 εργάσιμες ημέρες η ώρα 14.00), τότε λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμπτωση Παρασκευής και ημιαργίας ήταν σπάνια, είναι προφανές ότι η Λ. Κ. δεν γνώριζε (...), ότι η Τράπεζα έκλεινε την ώρα 13.00. Γι' αυτό ξεκίνησε αυτή την ώρα για να καταθέσει στην Τράπεζα τα χρήματα που παρέλαβε και για να μη γίνει αντιληπτή από γνωστούς της δεν ακολούθησε μία από τις δύο συντομότερες διαδρομές. Αντιθέτως ακολούθησε τη μακρότερη διαδρομή δια των οδών ... (ξεκινώντας με αντίθετη προς την κατεύθυνση της Τράπεζας πορεία) και ..., χωρίς να συνεχίσει την ολοκλήρωση της αποστολής της, διότι υπελάμβανε ότι είχε στη διάθεσή της επαρκή χρόνο για μια ερωτική συνάντησή της με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο τρεις φορές την ίδια ημέρα συνομίλησε τηλεφωνικά, εκτιμώντας ότι για τον ίδιο σκοπό (όπως συμφώνησαν) την ανέμενε και εκείνος. Αυτό πρόδιδε: 1) η διάθεσή της μετά το πέρας της τελευταίας τηλεφωνικής επικοινωνίας της με τον κατηγορούμενο λίγο πριν από την αναχώρησή της ("ήταν χαρούμενη" καταθέτει η αυτόπτης μάρτυρας Ε. Κ.) και 2) το γεγονός ότι από το σημείο εκκίνησής της και στην καμπύλη της διαδρομής δια των οδών ... - ... μέχρι τη συνάντηση της τελευταίας με την οδό Γ., δεν υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, άλλο πρόσωπο σχετιζόμενο με αυτή, για το οποίο να υφίσταται η ελάχιστη ένδειξη ότι είχε κάποιο ενδιαφέρον να το συναντήσει για οποιονδήποτε λόγο. Η συγκεκριμένη αυτή διαδρομή μπορεί βάσιμα να υποτεθεί, ότι κατά τις εκτιμήσεις της Λ. Κ. εξασφάλιζε τη μυστικότητα της συνάντησής της με τον κατηγορούμενο, επειδή, αν μετέβαινε στο διαμέρισμά του από τη συντομότερη οδό Γ., θα γινόταν αντιληπτό από τους γνωστούς της (όπως ο φαρμακοποιός Α. Σ.) ότι αντί να κατευθυνθεί μετά το πέρας της οδού αυτής δεξιά προς την τράπεζα (δια της οδού ...), εκείνη θα κατευθυνόταν αντίθετα (αριστερά προς το διαμέρισμα του κατηγορουμένου) και δεν θα ένιωθε ευτυχής να κοινολογηθεί το (ένοχο) μυστικό του ερωτικού δεσμού της με έναν κατά πολύ νεότερο της άνδρα, ο οποίος την απομυζούσε οικονομικά, σε περίοδο που αντιμετώπιζε μεγάλες δυσχέρειες για την αποπεράτωση του σπιτιού της. Η πιθανότητα να υπήρξε θύμα οργανωμένης ληστείας η Λ. Κ. από άγνωστο άτομο δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο ούτε ως λογικό ενδεχόμενο, λόγω της ώρας εξόδου αυτής από το φροντιστήριο (μεσημέρι), του πολυσύχναστου των οδών που το περιβάλλουν (στο κέντρο της Πάτρας) και της μη αφαίρεσης των τιμαλφών που εκείνη φορούσε (ωρολογίου και βραχιολιού). Ο λόγος μετάβασης της Λ. Κ. στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου ήταν το προς αυτόν ερωτικό ενδιαφέρον της, ενώ για τον κατηγορούμενο το κίνητρο της συνάντησης ήταν αναμφίβολα οικονομικό, δηλαδή απέβλεπε αυτός να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι για πρώτη φορά η Λ. Κ. θα μετέβαινε στο διαμέρισμά του μεταφέροντας χρήματα του φροντιστηρίου που εργαζόταν και να αποσπάσει από εκείνη αυτά τα χρήματα που ήταν αναγκαία για τη συντήρησή του,...Ο κατηγορούμενος λόγω της πολύμηνης σχέσης του με την Λ. Κ. γνώριζε τη συνήθειά της να μεταφέρει χρήματα του φροντιστηρίου "ΠΡΙΣΜΑ" στην Τράπεζα, και το κυμαινόμενο μέγεθός τους, όχι όμως και το ποσό των μεταφερόμενων τη συγκεκριμένη εκείνη ημέρα χρημάτων...αφού η καταμέτρησή των έγινε μετά την τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία του με την παθούσα, η οποία επιπλέον, γνωρίζοντας τη συνήθειά του να μεθοδεύει τρόπους απόσπασης χρημάτων από τις γυναίκες με τις οποίες ανέπτυσσε ερωτικές σχέσεις, δεν θα προσφερόταν πιθανώς... Ο κατηγορούμενος επίσης, έχοντας επίγνωση του δυναμικού χαρακτήρα της Λ. Κ. και της απαίτησής της να παρατείνουν την ερωτική σχέση τους σε αντάλλαγμα των γενόμενων προς αυτόν οικονομικών παροχών της, όπως και την αδυναμία της να του παράσχει άλλες οικονομικές ενισχύσεις, ζήτησε να του δώσει αυτή τα μεταφερόμενα χρήματα του φροντιστηρίου για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του, στις οποίες περιλαμβάνονταν και μισθώματα 6 περίπου μηνών του διαμερίσματος που διέμενε. Αντιμετωπίζοντας ο κατηγορούμενος την κατηγορηματική αντίθεση της Λ. Κ. να του δώσει τα χρήματα του εργοδότη της...και αποφασισμένος να επωφεληθεί από την ολιγόχρονη κατοχή του μεταφερόμενου σημαντικού ως άνω χρηματικού ποσού από την παθούσα επιχείρησε αυτογνωμόνως να αφαιρέσει με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης τα χρήματα από την τσάντα της παθούσας. Τότε εκείνη, αιφνιδιασμένη από τις ασύμφωνες, με τα δικά της συναισθήματα, διαθέσεις του κατηγορουμένου, αντιστάθηκε, προσπαθώντας να εμποδίσει με τα χέρια της την αφαίρεση των χρημάτων και ευλόγως εκδήλωσε διάθεση να επικαλεσθεί τη βοήθεια άλλων. Ο κατηγορούμενος, για να κάμψει την αντίσταση της παθούσας και ιδίως να προλάβει την εκδήλωση δυνατών κραυγών της για επίκληση βοήθειας, επέφραξε το στόμα της με την παλάμη του χεριού του και παρακολουθηματικά απέκλεισε και την δια της ρινικής οδού δυνατότητα αναπνοής της, παρατείνοντας τη διακοπή της αναπνευστικής λειτουργίας της για τόσο χρόνο (πλέον των 40 δευτερολέπτων) όσον εκείνος θεωρούσε ότι ήταν αναγκαίος για να εξουδετερωθεί κάθε αντίσταση της παθούσας. Η τελευταία επιχείρησε να ελευθερώσει την αναπνοή της ασκώντας αντίρροπες δυνάμεις προς την πίεση του χεριού του κατηγορουμένου στο πρόσωπό της και στην προσπάθειά της αυτή κτύπησε στη δεξιά βρεγματική χώρα της κεφαλής της από στερεό αντικείμενο του διαμερίσματος του κατηγορουμένου. Όταν ο κατηγορούμενος έκαμψε με τον τρόπο αυτό την αντίσταση της Λ. Κ., αφαίρεσε από την κατοχή της, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, το μεταφερόμενο από εκείνη χρηματικό ποσό. Τότε όμως διαπίστωσε την παρατεινόμενη ακινησία της παθούσας, όντας ανέτοιμος να διαχειρισθεί το πρόβλημα του δημιουργούσε ο θάνατός της, που είχε επέλθει και τον οποίο δεν επιδίωξε, οφειλόταν όμως σε αμέλειά του... Η αμηχανία στην οποία περιήλθε ο κατηγορούμενος από το θάνατο της Λ. Κ. (τον οποίο δεν επιδίωξε) προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς και από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του φίλου του κατηγορουμένου Ν. Τ., κατά τις διαδοχικές συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες τους, από την ώρα 15.00 της 27-1-0-2000 μέχρι το βράδυ της μεθεπόμενης ημέρας, κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος έδινε την εντύπωση ότι κάτι σοβαρό τον απασχολούσε, το οποίο ήθελε να εκμυστηρευθεί στο φίλο του, αλλά δεν τολμούσε να το εκστομίσει και συνδεόταν προφανώς αυτό με την εξαφάνιση της Λ. Κ. από το μεσημέρι της ημέρας εκείνης, όπως σ' αυτό συντείνουν αλληλοδιάδοχες εκδηλώσεις της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου σχετικά με το θύμα, προ και μετά την εξαφάνισή του. Ο κατηγορούμενος, όταν μετά πάροδο αρκετών ωρών βεβαιώθηκε για το θάνατο της Λ. Κ., προσπάθησε να αποσυνδέσει τεχνητά οποιαδήποτε ένδειξη της παρατεινόμενης μέχρι τότε σχέσης τους, άλλοτε αποποιούμενος προς τους φίλους του και τους συγγενείς της παθούσας (που ζητούσαν πληροφορίες από αυτόν για την τύχη της) ακόμη και ευαπόδεικτα γεγονότα, όπως η επίσκεψη της παθούσας στο διαμέρισμά του την παραμονή της εξαφάνισής της και οι τρεις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τους κατά την ημέρα του θανάτου της, άλλοτε επιχειρώντας να πείσει τον φίλο του Ν. Τ. να καταθέσει ψευδώς στην Αστυνομία υπέρ αυτού ότι δεν είχε σχέσεις το τελευταίο διάστημα με την παθούσα και άλλοτε κλείνοντας οριστικά τον κύκλο των μέχρι τότε σχέσεών του και περιοριζόμενος στην ανάπτυξη του δεσμού του με την Ζ. Κ., με την οποία πραγματοποίησαν την επομένη και μεθεπομένη του θανάτου της Λ. Κ. εκδρομή στη Λευκάδα, για να διευκολυνθεί η απόκρυψη από τον κατηγορούμενο του πτώματος του θύματός του και να αποφύγει οχληρές ερωτήσεις. Ο κατηγορούμενος έχοντας συνείδηση της ευθύνης του για το θάνατο της Λ. Κ. και της μεγάλης πιθανότητας αποκάλυψης αυτής της ευθύνης του, επέλεξε ως προσαρμοζόμενο με την περίσταση (και το χαρακτήρα του), τόπο απόκρυψης του πτώματος τον ελεγχόμενο από αυτόν χώρο ενός συνιδιόκτητου αγροκτήματος της μητέρας του, στο Σταροχώρι Αχαΐας, όπου ήταν και η πατρική του οικία, που χρησιμοποιούσαν περιοδικά ως εξοχική κατοικία ο ίδιος και άλλα μέλη της οικογένειάς του. Μεταφέροντας το πτώμα εκεί με το αυτοκίνητο της Ζ. Κ., περιτυλιγμένο με ένα σεντόνι (χρώματος εμπριμέ) που πήρε από το διαμέρισμά του και αφού προσέθεσε ένα ακόμα κάλυμμα (από το κεφάλι προς τα πόδια) από ένα σάκο (τσουβάλι) που πήρε από την αγροικία του πατέρα του, το τοποθέτησε πάνω σε πυκνούς θάμνους και το κάλυψε με πολλά κλαδιά του περιβάλλοντος χώρου...Το ότι έτσι συνέβησαν τα γεγονότα και δεν υπήρξε προσπάθεια ενοχοποίησης του κατηγορουμένου με μεταφορά του πτώματος από άλλο δράστη της ανθρωποκτονίας προκύπτει ειδικότερα από τα εξής περιστατικά: 1) Από τη θέση ανεύρεσης του πτώματος, την κατάσταση αποσύνθεσης αυτού και φθοράς των υλικών περιτυλίγματός του και τον επιμελημένο τρόπο απόκρυψής του,... Δεν επαληθεύεται από τα ευρήματα ούτε από τη λογική πορεία των πραγμάτων ότι άλλοι τοποθέτησαν το πτώμα μετά από δημοσιογραφική έρευνα και τηλεοπτική εκπομπή για το θέμα αυτό (στα μέσα του 2001) προκειμένου να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος διότι: α) Ο βαθμός φθοράς των υλικών επικάλυψης του πτώματος και η φυσική κατάσταση των υπολειμμάτων του πρόδιδε πολύμηνη παραμονή τους στον υπαίθριο εκείνο χώρο. β) Για να μεταφερθεί εκεί το πτώμα, μετά πολλούς μήνες από το θάνατο της Λ. Κ. έπρεπε αφενός μεν να το είχε ο δολοφόνος φυλαγμένο (πράγμα το οποίο ως λογική υπόθεση δεν φαίνεται να ευσταθεί, όταν μάλιστα η φύλαξη συνδυάζεται και με μεταγενέστερα γεγονότα, όπως η συναφής έρευνα δημοσιογράφου), αφετέρου δε να έχει λόγους κάποιος να μεταθέσει την ευθύνη του στον κατηγορούμενο (πράγμα το οποίο δεν επαληθεύεται) και επί πλέον να γνωρίζει τη συνιδιοκτησία της μητέρας του κατηγορουμένου στο ανωτέρω αγρόκτημα, πράγμα το οποίο συνέβαινε για περιορισμένο κύκλο ομοχωρίων της και μόνον,... γ) Το γεγονός ότι δεν αφαιρέθηκαν από τα χέρια της θανούσας τα τιμαλφή καταδεικνύει ότι ο δράστης ήταν γνώριμο αυτής πρόσωπο και δεν απέβλεπε σε παράνομη ιδιοποίηση των τιμαλφών της (που θα πρόδιδε άλλωστε την ταυτότητά του) αλλά μόνον των χρημάτων που εκείνη έφερε. δ) ...2) Από τη διαδρομή (λόγω αποκλεισμού των δύο άλλων δυνατοτήτων της) που πρέπει, κατά λογική αναγκαιότητα, να ακολούθησε η παθούσα, μετά την έξοδό της από το χώρο εργασίας της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και το ότι μέσα στην περιττή (για το σκοπό της εργασιακής αποστολής της) καμπύλη, που διήνυσε και δεν ολοκλήρωσε, εμπίπτει το ισόγειο διαμέρισμα του κατηγορουμένου και μόνον, όχι δε ο επαγγελματικός χώρος ή κατοικία άλλου γνωστού σ αυτήν προσώπου, όπως τέτοιο πρέπει να ήταν ο υπαίτιος θανάτου της. Γιατί η πιθανότητα ληστείας και φόνου της παθούσας στο μέσο της οδού, υπό το φως της ημέρας, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, χωρίς ίχνος για τέτοια εγκλήματα, δεν αντέχει σε λογική ανάλυση, όπως και η πιθανότητα απαγωγής. 3) Από το ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε την γενόμενη τηλεφωνική επικοινωνία του με την Λ. Κ. τρεις φορές κατά την ημέρα της εξαφάνισής της και την συνάντησή του με αυτήν το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας στο διαμέρισμά του (όπως και πολυπληθείς άλλες τηλεφωνικές επικοινωνίες τους την ίδια και τις προηγούμενες ημέρες) από όλους όσους απευθύνθηκαν σ' αυτόν είτε τυχαία είτε αναζητώντας πληροφορίες για την τύχη της Λ. Κ., ήτοι:...Κατά την μεθεπομένη 29-10-2000 ο κατηγορούμενος συναντήθηκε πάλι με τον φίλο του Ν. Τ. στη θέση Ψηλά Αλώνια της Πάτρας και σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρα Ζ. Κ., ο φίλος της κατηγορούμενος προσπαθούσε να πείσει τον φίλο του Ν. Τ. να καταθέσει στην Αστυνομία ότι εκείνος είχε διακόψει τις σχέσεις του με την Λ. Κ., ενώ ο Ν. Τ.ς έλεγε ότι θα κατέθετε ότι δεν διέκοψαν τις σχέσεις αυτοί οι δύο, δημιουργήθηκε δε από αυτή τη διαφωνία τους έντονη λογομαχία τους ... Απέκρυψε τη συνεχιζόμενη μέχρι το μεσημέρι της 27-10-2000 σχέση του με την παθούσα ο κατηγορούμενος από τη "φίλη" της παθούσας και δική του γνωστή και φίλη Μ. Μ., όταν το βράδυ της 27-10-2000 η τελευταία τον αναζήτησε, λέγοντας προς αυτή "Γιατί με ανακατεύεις. Έχω διακόψει από καιρό"...6) Από την επιλογή του συγκεκριμένου σημείου απόκρυψης του πτώματος και την τυχαία αποκάλυψη του. Το πτώμα του θύματος είχε τοποθετηθεί μέσα στο συνιδιόκτητο αγρόκτημα της μητέρας του κατηγορουμένου (και δύο άλλων συγγενών της) στην αρχή μιας περιοχής με πυκνή δασική βλάστηση (και πολύ πυκνότερη στη συνέχειά της), κάτω από ένα ελαιόδενδρο, του οποίου δεν συνέλλεγαν τους καρπούς οι συνιδιοκτήτες (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα Α. Π.) και τη λεπτομέρεια αυτή μόνον οι ίδιοι και οι συγγενείς τους μπορούσαν να γνωρίζουν, ενώ κανένας από αυτούς, πλην του κατηγορουμένου, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το θύμα. Το πτώμα αποκαλύφθηκε τυχαία και δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε καταγγελία ή ειδοποίηση των αρχών ή εκείνων που έκαναν σε προηγούμενο χρόνο τη σχετική δημοσιογραφική έρευνα, όπως αντιθέτως υπαινίσσεται ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι τα κλαδιά με τα οποία ήταν σκεπασμένο το πτώμα, δεν υπήρχαν στο ίδιο σημείο ανέπαφα από 15μήνου περίπου (που είχε θανατωθεί η Λ. Κ.), καθόσον, ειδικότερα ουδείς από τους μάρτυρες κατέθεσε ότι είχε παρατηρήσει το ίδιο σημείο μετά τις 27-10-2000 και διαπίστωσε διαφορετική εικόνα του από εκείνη του χρόνου ανεύρεσης του πτώματος (μετά 15μηνο), ούτε επίσης, έχει κατατεθεί από μάρτυρα προσέγγισή του στο σημείο εκείνο στον κρίσιμο αυτό χρόνο. Το επιχείρημα της έλλειψης δυσοσμίας στην ευρύτερη περιοχή του ως άνω αγροκτήματος και των γειτονικών κτημάτων, υπό τις ανωτέρω συνθήκες απόκρυψης του πτώματος (κάτω από πολλά και πυκνά κλαδιά) και μη προσέγγισης κάποιου γενικά στο χώρο απόκρυψης και ειδικά κατά το πρώτο εικοσαήμερο του Νοεμβρίου 2000, είναι πολύ επισφαλές και καθίσταται χωρίς σημασία, αν συνυπολογισθεί το ότι η εκτίμηση για την ύπαρξη ανθρώπινου πτώματος από τη δυσοσμία, η οποία εξαρτάται σε ένα βαθμό και από το μέτρο της λειτουργικότητας της αίσθησης της όσφρησης σε κάθε άνθρωπο και τον εθισμό του σε δυσάρεστες οσμές (όπως συμβαίνει με τους κτηνοτρόφους), είναι συνάρτηση πολλών αστάθμητων παραγόντων, όπως η φορά του πνέοντος ανέμου σε σύγκριση με τη θέση του πτώματος και του υποκειμένου του ερεθισμού (για την εκτίμηση της πηγής της δυσοσμίας) ή η άπνοια (που αποτρέπει την ευρεία διάχυση της δυσοσμίας), ο βαθμός σήψης της ζωικής μάζας και η τυχόν εφαρμογή τεχνικών μείωσης της δυσοσμίας του πτώματος από κάποιον ενδιαφερόμενο. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι ο κατηγορούμενος με την ερωμένη του Ζ. Κ., (η οποία είχε μεταβεί στο χωριό του για πρώτη φορά στις 26-10-2000), μετά την εξαφάνιση της Λ. Κ. μετέβαιναν τακτικά στην πατρική οικία του, στο χωριό Σταροχώρι Αχαΐας, για την περιποίηση οικιακών πτηνών που εξέτρεφαν εκεί (...). Έτσι είχε τη δυνατότητα ο κατηγορούμενος να επιβλέπει και να βελτιώνει την επικάλυψη από κλαδιά του πτώματος του θύματος, ώστε να παραμείνει κρυμμένο μέχρι την πλήρη αποσύνθεσή του. Οι δυνατότητές του αυτές δυσχεράνθηκαν (...), όταν έγινε η τηλεοπτική - δημοσιογραφική έρευνα για τα αίτια θανάτου της Λ. Κ. και ο ίδιος άρχισε να διακατέχεται από την έμμονη ιδέα ότι παρακολουθείται και κατέγραψε κάθε σταθμευμένο όχημα πριν και μετά από το δικό του (βλ. σχετικά ιδιόχειρα σημειώματα του), επί πλέον δε υπέβαλε αιτήματα στον ΟΤΕ για την εξακρίβωση τυχόν παρακολούθησης του τηλεφώνου του (...). 7) Από το είδος του περιτυλίγματος του πτώματος (πριν σκεπασθεί αυτό με κλαδιά δένδρων) δηλαδή ένα σεντόνι "εμπριμέ" και ένα σάκο συλλογής ελαιοκάρπου από πλαστικές ίνες, τοποθετημένο από το κεφάλι του πτώματος προς τα πόδια. Ένα σεντόνι "εμπριμέ" όμως βρέθηκε στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου, και κατασχέθηκε μαζί με ένα όμοιο μαξιλάρι (...)...". Στο παρόν Δικαστήριο, ο αιτών, προς απόδειξη των περιστατικών ότι, κατά την κρίσιμη ημέρα και ώρα, το θύμα δεν τον είχε επισκεφθεί στο διαμέρισμά του, ότι το πτώμα δεν είχε τοποθετηθεί από την αρχή στο σημείο που βρέθηκε, αλλά μεταφέρθηκε εκεί μεταγενεστέρως από άλλους, καθώς και για την αιτία του θανάτου του θύματος και για τον χαρακτήρα και την οικονομική κατάσταση του ιδίου (αιτούντος) και της οικογενείας του, προσκομίζει τις υπ` αριθ. .../22.10.2009, .../3.11.2009, .../29.11.2002, .../29.10.2009, .../20.10.2009 και .../10.11.2009 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Σ. (φαρμακοποιού), Ν. Σ., εργαζομένου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στην επί της οδού ... βιοτεχνία κατασκευής και τοποθετήσεως αντιηλιακών stor των αδελφών Π., Θ. Π., Ν. Γ. - Π., Σ. Θ. και Χ. Π. - Κ., αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Μητροπούλου - Καρακάση του, την υπ` αριθ. .../6.11.2009 ομοία του Ε. Α. - Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αναστασίας Πατρών Καφέζα - Κωνσταντίνου, το υπ` αριθ. πρωτ. 4253/5.11.2009 έγγραφο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, υπογραφόμενο από τον Ιατροδικαστή Αθηνών Ι. Α. (που συνέταξε, ως τότε Προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών, την προαναφερόμενη έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας), την από 14.5.2004 δήλωση των Α. Κ. και Α. Σ. - Κ., την από 17.11.2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών - δελτίο ποσοτικής παραλαβής του ελαιοτριβείου Κ. - Μ. και την από 30.12.2009 βεβαίωση του κλινικού ψυχολόγου - ψυχοθεραπευτή Α. Σ.. Όμως, από τα ως άνω στοιχεία δεν προκύπτει κάποιο νέο γεγονός ή απόδειξη, το οποίο μόνο του ή σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, κάνει φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε. Ειδικότερα: Οι μάρτυρες Σ. Θ., Χ. Π. - Κ. και Ε. Α. - Σ. αναφέρονται ιδίως στο χαρακτήρα του αιτούντος, εκφράζοντας περαιτέρω την προσωπική τους γνώμη ότι αποκλείεται να είναι αυτός ο δράστης της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε. Ο δε Α. Σ., ιδιοκτήτης φαρμακείου ευρισκόμενου κοντά στην κατοικία του κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι δεν γνώριζε την παθούσα και δεν είναι αληθές ό,τι αντίθετο δέχθηκε το δικαστήριο. Τούτο, βεβαίως, έρχεται σε αντίθεση με τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, κατά τα οποία το θύμα όχι μόνο γνώριζε τον μάρτυρα αυτόν, αλλά και τον χαιρετούσε πάντοτε. Οι Θ. Π. και ο Ν. Σ., οι οποίοι γνώριζαν φυσιογνωμικά το θύμα, καταθέτουν ότι δεν την είδαν στις 27 Οκτωβρίου 2000, ημέρα της εξαφανίσεώς της, να μπαίνει στο γραφείο του κατηγορουμένου. Το γεγονός, όμως, αυτό που οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν, με τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις τους, δεν μπορεί από μόνο του ή σε συνδυασμό με όσα δέχθηκε το δικαστήριο ως προκύψαντα, να οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορουμένου, διότι το γεγονός ότι δεν την είδαν να μπαίνει, δεν σημαίνει ότι δεν μπήκε αυτή σε χρόνο που ενδεχομένως αυτοί ασχολούνταν με την εργασία τους. Η ένορκη δε βεβαίωση της Ν. Γ. - Π., πέραν του ότι δεν θα μπορούσε και αυτή να οδηγήσει από μόνη της ή σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία σε αθώωση του κατηγορουμένου, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί νέο στοιχείο, γιατί τα αυτά κατέθεσε ο σύζυγός της Α. Π. ενώπιον του ακροατηρίου και η κατάθεση αυτού συνεκτιμήθηκε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και μνημονεύεται ειδικώς και στο σκεπτικό της αποφάσεως. Αλλά και η από 19-11-2009 απάντηση του ιατροδικαστή Ι. Α. στα ερωτήματα που έθεσε προς αυτόν ο πατέρας του αιτούντος Δ. Σ., με την από 23-10-2009 αίτησή του προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πατρών, υπόψη ιατροδικαστού Ι. Α., (έγγραφο Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών με αριθμό πρωτ. 4253/5.11.2009) δεν αποτελεί νέο στοιχείο, αφού ο ιατροδικαστής αυτός αναφέρεται στην Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας-Νεκροτομίας που διενήργησε ο ίδιος στις 5-2-2002, την οποία έλαβε και το Δικαστήριο υπόψη του και το περιεχόμενό της δεν αποτελεί νέο γεγονός ή απόδειξη. Οι δε θέσεις και απόψεις του ιατροδικαστή αυτού, που εκφράζονται με την πιο πάνω απάντησή του, δεν αποτελούν νέο γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, ούτε θα μπορούσαν να δεσμεύσουν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο αιτιολογημένα δεν αποδέχθηκε μερικώς το περιεχόμενο της πιο πάνω ιατροδικαστικής εκθέσεως που συνέταξε ο ανωτέρω ιατροδικαστής και δη ως προς τις προαναφερόμενες στην έκθεση αυτή διαπιστώσεις και συμπεράσματα. Κανένα, επίσης, νέο γεγονός ή απόδειξη δεν προκύπτει από την από 14-5-2004 δήλωση των Α. Ν. Κ. και Α. Σ. - Κ., εξαδέλφων του αιτούντος - κατηγορουμένου, οι οποίοι, περιγράφοντας το ελαιόκτημα στο οποίο, μέσα σε κλαδιά, βρέθηκε το πτώμα της παθούσας, αναφέρουν ότι είναι ακαλλιέργητο την τελευταία εικοσαετία και ανήκει κατά το 1/3 στη μητέρα του αιτούντος κατηγορουμένου, γεγονός που δικαιολογεί την επιλογή του αιτούντος να καλύψει μέσα σε κλαδιά σ' αυτό, το πτώμα της παθούσας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν μπορεί, ακόμη, να αποτελέσει νέο στοιχείο η προσκομισθείσα από 17-11-2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών - Δελτίο Ποσοτικής Παραλαβής της ελαιοτριβέως Μ. Δ. Χ., από την οποία προκύπτει ότι την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001 παρέδωσε στο ελαιοτριβείο της ελαιόκαρπο η Ε. Α. Π., αφού δεν προκύπτει από την απόδειξη αυτή αν η ποσότητα του ελαιοκάρπου που παρέδωσε η παραπάνω συνελέγη από το ελαιόκτημα, στο οποίο βρέθηκε το πτώμα του θύματος. Πάντως, και γι` αυτό το στοιχείο ισχύουν όσα λέχθηκαν για την ένορκη βεβαίωση της Ν. Γ. - Π.. Τέλος, από το από 30.12.2009 έγγραφο του ψυχολόγου Α. Σ., ο οποίος βεβαιώνει την κατά το Φεβρουάριο του 2002 ομαλή ψυχική και καλή νοητική κατάσταση του αιτούντος και ότι, σε ερωτήσεις που του υπέβαλε σχετικά με τη δολοφονία της Λ. Κ., υποστήριζε αυτός πεισματικά ότι δεν είχε καμιά σχέση, δεν προκύπτει κανένα απολύτως νέο στοιχείο που να οδηγεί στην κρίση ότι ο αιτών, με βάση το έγγραφο αυτό, θα αθωωνόταν, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο αιτών είχε απολογηθεί κανονικά ενώπιον του Δικαστηρίου και η απολογία του λήφθηκε υπόψη, ενώ δεν είχε τεθεί ζήτημα άσχημης ψυχικής καταστάσεώς του. Κατ' ακολουθίαν, είναι σαφές ότι δεν προέκυψαν νέες αποδείξεις άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, που να καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-1-2010 (με αριθμ. πρωτ. 581/2010) αίτηση του Β. Σ. του Δ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθ. 43, 44, 45, 48, 49, 50/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1395/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για ληστεία με την επιβαρυντική περίπτωση ότι από την πράξη του επήλθε ο θάνατος της παθούσας, διότι τα επικαλούμενα και αποδεικτικά στοιχεία που ως νέα προσκόμισε ο αιτών (ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.) δεν είναι από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερο αδίκημα από αυτό που τέλεσε.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1830/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Σ. Σ. του Π., 2)Β. Σ. του Φ., 3)Μ. Σ. του Π., 4)Τ. Τ. του Κ., 5)A. T. του S., κρατούμενες στις Φυλακές ... και 6)Χ. Σ. του Π., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ειρήνη Μαρούπα και Όθωνα Παπαδόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.407-408-412/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους :1)Ε. Σ. του Π. και 2)Π. Σ. του Π.. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαρτίου 2010 έξι (6) αιτήσεις αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα απλό 10 Ιουνίου 2010 και 15 Ιουλίου 2010, δύο δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 657/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως υπ' αριθμούς εκθέσεως 9/5-3-2010 της Β. Σ. 10/5-3-2010 της Μ. Σ., 11/5-3-2010 της Τ. Τ., 12/5-3-2010 της A. T., 8/5-3-2010 της Σ. Σ. ενώπιον της νομίμου αναπληρώτριας διευθύντριας του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών … και 7/5-3-2010 του Χ. Σ. ενώπιον του διευθυντή Κράτησης Καταστήματος …, στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως, 407-408-412/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι συναφείς και συνεκδικάζονται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 περ.β'και ζ'του ν.1729/1987, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ.1 περ.β' και ζ' του κ.ν.ν.3459/2006) τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων αγοράζει, πωλεί και κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως έγκλημα είναι, η φυσική εξουσίαση τους από το δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, είναι δε αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή των αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται υποκειμενικά δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση σε καθένα από τα εγκλήματα αυτά ως συναυτουργός. Ειδικότερα συγκατοχή ναρκωτικών υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ. όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β'του προηγουμένου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της αδίκου πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική η οποία παρέχεται στον αυτουργό, χωρίς να είναι άμεση, εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, που συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούλησή του να συμβάλλει υλικά ή ψυχικά στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Ο χρόνος τελέσεως της απλής συνέργειας τελεί σε συνάρτηση με αυτόν της κύριας πράξεως αφού η απλή συνδρομή παρέχεται αποκλειστικώς είτε πριν από την κυρία πράξη είτε κατά τη διάρκειά της. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση τέτοιας απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν αποδίδεται από το δικαστήριο στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στην διάταξη που εφαρμόσθηκε ή όταν αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, είτε κατά την έκθεσή τους υπάρχει αντίφαση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι Ε. Σ. του Π. και Π. Σ. του Π., που δεν έχουν ασκήσει αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως) είναι μέλη της ίδιας οικογένειας και κατοικούν στο ίδιο σπίτι στον .... Ύστερα από πληροφορίες που περιήλθαν στην υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης ότι οι ανωτέρω διακινούν ναρκωτικές ουσίες αστυνομικοί της υπηρεσίας αυτής έθεσαν το σπίτι τους σε παρακολούθηση. Στις 26/7/2004 και περί ώρα 14.00 διαπιστώθηκε ότι η γ' κατηγορούμενη Σ. Σ. πώλησε στον A. S. ένα μικροδέμα ηρωϊνης βάρους 0,4 gr. αντί τιμήματος 10 ευρώ. Από τον έλεγχο που επακολούθησε, διαπιστώθηκε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι κατείχαν από κοινού είχαν δηλαδή στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά βούληση α)ένα μικροδέμα ηρωϊνης βάρους 15 gr, β)πέντε μικροδέματα ηρωΐνης, βάρους 0,4 gr το καθένα, γ)39 μικροδέματα ηρωΐνης, βάρους 0,3 gr το καθένα και δ)δύο φιαλίδια με υγρή μεθαδόνη βάρους 106 gr το καθένα. Το πρώτο από τα παραπάνω μικροδέματα (των 15 gr) βρέθηκε στο έδαφος του προαυλίου του σπιτιού των κατηγορουμένων, όπου το έριξε ο πρώτος από αυτούς στην προσπάθειά του να διαφύγει τη σύλληψη, τα δε λοιπά μικροδέματα βρέθηκαν πάνω του, ενώ τα φιαλίδια με την υγρή μεθαδόνη βρέθηκαν μέσα στο σπίτι των κατηγορουμένων. Οι 1ος , 2ος , 4η , 5η , 6η και 7η των κατηγορουμένων συνέδραμαν στην ενίσχυση της ήδη ειλημμένης αποφάσεως της 3ης από αυτή να πωλήσει στον Α. Σ. την παραπάνω ποσότητα ηρωΐνης, με την παρουσία τους στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο και την κατόπτευση του γύρω χώρου για τυχόν παρουσία αστυνομικών. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο 8ος κατηγορούμενος Χ. Σ. αγόρασε στη … ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα αγόρασε α)στις 25-7-2004 από έναν αλβανό με το επώνυμο "Π." αγνώστων λοιπών στοιχείων, 7 gr ηρωΐνης, που αποτελούν μέρος της παραπάνω κατεχομένης ποσότητας, αντί 150 ευρώ, και β)από έναν ρώσο αγνώστων στοιχείων, τα ανωτέρω φιαλίδια υγρής μεθαδόνης, αντί 60 ευρώ ο ίδιος δε κατηγορούμενος σε ανεξακρίβωτες ημερομηνίες μέσα στα τελευταία τρία έτη πριν από τη σύλληψή του (στις 26/7/2004) έκανε χρήση ηρωΐνης. Όμως από την υπ' αριθμ. πρωτ. 1994/27-7-2004 ιατροδικαστική έκθεση του γιατρού Δ. Ψ. αποδείχθηκε ότι ο 8ος κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων που του αποδίδονται ήταν τοξικομανής, αφού είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που αγόρασε και κατείχε (από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του) τις προόριζε για δική του αποκλειστική χρήση, αντίθετα τόσο η μεγάλη ποσότητά τους, όσο και η κατανομή τους σε μικροδέματα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η εν λόγω ποσότητα προοριζόταν για περαιτέρω διάθεση, ο δε σχετικός αντίθετος αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ... Επομένως πρέπει να κηρυχθούν: α)όλοι οι κατηγορούμενοι ένοχοι της κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών, ο 8ος ως τοξικομανής, β)η 3η κατηγορούμενη ένοχος πώλησης ναρκωτικής ουσίας 0,4 gr ηρωΐνης, οι δε 1ος, 2ος,4η, 5η,6η και 7η ένοχοι απλής συνεργείας στην πώληση αυτή (όπως και πρωτοδίκως) γ)ο 8ος κατηγορούμενος ένοχος ως τοξικομανής της αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ... Επίσης πρέπει ν' αναγνωριστούν ελαφρυντικά στον α' κατηγορούμενο του 84 παρ.2δ' ΠΚ, στον δεύτερο του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ και στους λοιπούς του αρθρ.84 παρ.2α ΠΚ, να απορριφθούν όμως τα αιτήματα των γ' και ζ' κατηγορουμένων για χορήγηση και του ελαφρυντικού του άρθρου 133 ΠΚ (μετεφηβικής ηλικίας) λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους Ε. Σ., Π. Σ. και τους ήδη αναιρεσείοντες Σ. Σ., Β. Σ., A. T., Τ. Τ. και Μ. Σ. ... του ότι Α) Στο Δ. Θ. στις 26-7-2004 ενεργώντας από κοινού (και με τον έτερο των αναιρεσειόντων Χ. Σ. κατείχαν, δηλαδή είχαν στην φυσική τους εξουσία και μπορούσαν να διαθέσουν πραγματικά και κατά βούληση ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα περί ώρα 14.30'της ανωτέρω ημερομηνίας, ενώ οι ως άνω κατηγορούμενοι βρίσκονταν στο προαύλιο της οικίας τους, επί της οδού ... στον Δ. Θ. και κατείχαν από κοινού (και με τον όγδοο κατηγορούμενο) τις παρακάτω αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, αφού αντιλήφθηκαν την παρουσία αστυνομικών προσπάθησαν να διαφύγουν, αλλά ακινητοποιήθηκαν από αυτούς για έλεγχο. Εν συνεχεία ο εκ των κατηγορουμένων Ε. Σ. έριξε στο έδαφος ένα μικροδέμα ηρωΐνης βάρους 15 γραμμαρίων και σε σωματική έρευνα που του έγινε από αστυνομικά όργανα βρέθηκαν πάνω του πέντε (5) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,4 γραμμαρίων καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 2 γραμμαρίων και τριάντα εννέα (39) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,3 γραμμαρίων το καθένα ήτοι συνολικού βάρους 11,7 γραμμαρίων, ενώ σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε εντός της οικίας τους βρέθηκαν δύο (2) φιαλίδια υγρής μεθαδόνης βάρους 106 γραμμαρίων το καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων. Όλες δε τις πιο πάνω ποσότητες ηρωΐνης και μεθαδόνης τις κατείχαν από κοινού (και με τον όγδοο κατηγορούμενο) οι ως άνω κατηγορούμενοι, αφού τις είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να τις διαθέσουν πραγματικά και κατά βούληση. Β)Στο Δ. Θ., ενεργώντας από κοινού οι ως άνω πρώτος, δεύτερος και (από τους αναιρεσείοντες) οι τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη από αυτούς, στις 26-7-2004 και ώρα 14.00 με πρόθεση παρείχαν οποιαδήποτε συνδρομή στο δράστη της αξιόποινης πράξης της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα συνέδραμαν στην ενίσχυση της ειλημμένης απόφασης της Σ. Σ. στην πώληση στον A… S… ενός μικροδέματος ηρωΐνης βάρους 0,4 γραμμαρίων, αντί του χρηματικού ποσού των 10 ευρώ με την παρουσία τους στον πιο πάνω τόπο και την κατόπτευση του γειτονικού χώρου για τυχόν παρουσία αστυνομικών. Επίσης το Εφετείο μετ' απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ. Σ. ένοχο, ως τοξικομανή, κατά την έννοια του άρθρου 13 του ν.1729/1987, του ότι: Α)Στη … κατά τους παρακάτω χρόνους αγόρασε ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα α)στις 25-7-2004 αγόρασε από έναν Αλβανό με το επίθετο "Π." αγνώστων λοιπών στοιχείων ηρωΐνη συνολικού βάρους 7 γραμμαρίων, αντί τιμήματος 150 ευρώ και β)στις 23-7-2004 αγόρασε από έναν Ρώσο, αγνώστων στοιχείων, δύο φιαλίδια υγρής μεθαδόνης, συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων, αντί τιμήματος 60 ευρώ. Β)Στο Δ. Θ. στις 26-7-2004, ενεργώντας από κοινού με τους πρώτο έως και έβδομη κατηγορουμένους κατείχε τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ένα μικροδέμα ηρωΐνης βάρους 15 γραμμαρίων, πέντε (5) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,4 γραμμαρίων το καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 2 γραμμαρίων και τριάντα εννέα (39) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,3 γραμμαρίων το καθένα ήτοι συνολικού βάρους 11,7 γραμμαρίων και δύο φιαλίδια με υγρή μεθαδόνη βάρους 106 γραμμαρίων το καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων κατέχοντας αυτές της άνω ποσότητες ηρωΐνης και μεθαδόνης από κοινού με τους άνω συγκατηγορουμένους του αφού τις είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τις διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση. Ακολούθως το Εφετείο αφού αναγνώρισε υπέρ των αναιρεσειουσών το ελαφρυντικό από το άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ κατεδίκασε εξ αυτών την 3η κατηγορούμενη Σ. Σ. σε κάθειρξη πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία και σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών για την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και καθόρισε την σε βάρος της στερητική της ελευθερίας ποινή σε έξι (6) ετών κάθειρξη κατ' επαύξηση της βαρύτερης ποινής των πέντε ετών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή φυλακίσεως για την δεύτερη πράξη, καθένα δε των 4ης, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων Β. Σ., A. T., Τ. Τ. και Μ. Σ. σε κάθειρξη πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία κατά πλειοψηφία και σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την πράξη της απλής συνεργίας σε πώληση ναρκωτικών ουσιών και καθόρισε την σε βάρος εκάστου των ανωτέρω καταδικασθέντων συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή σε έξι ετών κάθειρξη κατ' επαύξηση της βαρύτερης ποινής των πέντε ετών κατά ένα έτος από την ποινή φυλακίσεως για την δεύτερη πράξη, ενώ τον τελευταίο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ. Σ., για τον οποίο δέχθηκε ότι οι προπεριγραφόμενες ότι τελέσθηκαν από αυτόν με στοιχεία Α και Β πράξεις αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, κατεδίκασε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για την κατοχή κατά συναυτουργία και αγορά ίδιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίες διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α , 27 παρ.1, 45,47 παρ.1, 83, 84 παρ.2α, δ', ε', 94 παρ.1 Π.Κ. και των άρθρων 4 παρ.1.3 Πιν.Α5, Β5,5 παρ.1 στοιχ.β', ζ', 5 παρ.2, 13 παρ.4β, ν.1729/1987 όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 ν.2161/1993, το άρθρο 13 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 ν.2161/1993 και εν συνεχεία όσον αφορά την παρ.4 αυτού από το άρθρο 4 παρ.2 εδαφ.β' του ν.2408/1996 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Από τις άνω διατάξεις παρατίθενται αυτεπαγγέλτως στο σημείο αυτό της αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 514 Κ.Ποιν.Δ. όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 50 παρ.7 του ν.3160/2003, εκείνη του άρθρου 47 παρ.1 ΠΚ και αυτή του άρθρου 13 παρ.1, 4β ν.1729/1987, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες Β. Σ., A. T., Τ. Τ., Μ. Σ. και Χ. Σ. και οι οποίες διατάξεις δεν έχουν παρατεθεί αν και εφαρμόσθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επί των επί μέρους αντιθέτων αιτιάσεων των αναιρεσειόντων παρατηρούνται τα εξής: Κατά τα δεκτά γενόμενα από το Πενταμελές Εφετείο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις πραγματικά περιστατικά πριν επέμβουν προς έλεγχο οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Διώξεως Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης τα ναρκωτικά κατείχαν όλοι οι κατηγορούμενοι από κοινού, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, ευρισκόμενοι στο προαύλιο της οικίας των στην οδό ... στον Δ. Θ. όσον αφορά τις συσκευασμένες σε μικροδέματα ποσότητες ηρωΐνης ενώ τις ποσότητες μεθαδόνης κατείχαν από κοινού κι ίδιοι εντός της άνω οικίας των , είχαν δε αυτές τις ποσότητες ναρκωτικών στη φυσική τους εξουσία και μπορούσαν να τις διαθέσουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους. Πέραν αυτών δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση και άλλα περιστατικά για τη στήριξη της κρίσεως του Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της από κοινού κατοχής των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών από όλους τους αναιρεσείοντες ως προς τις επί μέρους ποσότητες ηρωΐνης το συνολικό βάρος των οποίων ήταν 28,7 γραμμάρια και τις ποσότητες μεθαδόνης συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων. Σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, δηλαδή εκείνο της επεμβάσεως των αστυνομικών της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών στον χώρο όπου ήταν η οικία στην οποία από κοινού κατείχαν όλοι οι κατηγορούμενοι τις άνω ποσότητες ναρκωτικών συνέβησαν αυτά που δέχεται το Εφετείο ότι ο μη αναιρεσείων από τους κατηγορούμενους Ε. Σ. προσπάθησε να διαφύγει και ότι πριν ακινητοποιηθεί από τους αστυνομικούς απέρριψε ένα από τα μικροδέματα ηρωΐνης και τα υπόλοιπα από αυτά ανευρέθησαν επάνω του στη σωματική έρευνα που του έγινε. Από τις παραδοχές αυτές δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση προς όσα δέχθηκε το Εφετείο ότι πριν από την επέμβαση των αστυνομικών όλοι οι κατηγορούμενοι ως συναυτουργοί με κοινό δόλο φυσικής εξουσίασης των άνω ποσοτήτων ηρωΐνης και μεθαδόνης κατείχαν από κοινού αυτές τις ναρκωτικές ουσίες γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμετοχοι έπρατταν με κοινό δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι έτερος εκτός των αναιρεσειόντων ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε την πραγματική εξουσία διαθέσεως αυτών των ναρκωτικών ουσιών. Ούτε ήταν αναγκαίο να γίνεται μνεία στην ως άνω απόφαση των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες ως συναυτουργούς που να δηλώνουν την άσκηση φυσικής εξουσιάσεως με δυνατότητα διάθεσης και διαπίστωσης οποτεδήποτε της ύπαρξης αυτών των ναρκωτικών ουσιών. Εξάλλου το Εφετείο ως προς την πράξη της πωλήσεως ποσότητος 0,4 γραμμαρίων ηρωΐνης από την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη Σ. Σ. στον κατονομαζόμενο αγοραστή προσδιορίζει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης τα αναγκαία στοιχεία της συγκεκριμένης συναλλαγής ήτοι τα πρόσωπα που συνεβλήθησαν την ναρκωτική ουσία κατ'είδος και ποσότητα και το συμφωνηθέν τίμημα για την μεταβίβαση της. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση με την οποία καταδικάζονται οι υπαίτιοι κατοχής ναρκωτικών από κοινού ότι οι δράστες αυτής της πράξεως είχαν προέλθει προηγουμένως σε αγορά των κατεχομένων ποσοτήτων. Διευκρινίζεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η συνδρομή που παρείχαν στην αυτουργό της πωλήσεως μικροποσότητος ηρωΐνης οι λοιπές αναιρεσείουσες ως απλοί συνεργοί, που, εκτός από την παρουσία των προς ψυχική ενίσχυση της συγκατηγορουμένης των αυτουργό, κατόπτευαν τον γύρο χώρο για τυχόν παρουσία αστυνομικών κατά τον χρόνο που γινόταν η συναλλαγή. Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση επι πλέον στοιχεία προσδιοριστικά της απλής συνεργείας των λοιπών αναιρεσειουσών στην πώληση μικροποσότητας ηρωΐνης από την αυτουργό της πράξεως αναιρεσείουσα Σ. Σ. ούτε άλλα στοιχεία για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών από κοινού για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι όλοι οι αναιρεσείοντες καθώς και για την αγορά επι μέρους ποσότητας ναρκωτικών από τον τελευταίο κατηγορούμενο Χ. Σ.. Στον τελευταίο αναιρεσείοντα, κατ'ορθή εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.2 ν.1729/1987, επιβλήθηκε μια ποινή (φυλάκιση 4 ετών) τόσο για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών από κοινού όσο και για την αγορά επι μέρους ποσοτήτων ναρκωτικών από αυτόν με την παραδοχή ότι αφορούσαν και οι δύο ως άνω πράξεις την ίδια ποσότητα. Δεν αφορούσε τον αναιρεσείοντα Χ. Σ. η επιβολή στους λοιπούς αναιρεσείοντες συγκατηγορουμένους για την πράξη της πωλήσεως μικροποσότητας ηρωΐνης ξεχωριστής ποινής από την ποινή που επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες για την πράξη της κατοχής από κοινού άλλων πλην της πωληθείσης ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Δεν υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε αντίφαση από την παραδοχή ότι πριν επέμβουν οι αστυνομικοί για να τον ελέγξουν κατείχαν οι αναιρεσείοντες τις αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών στο χώρο όπου ήταν στο Δ. Θ. η αναφερόμενη οικία των και ο αυλείος χώρος της καθόσον αργότερα καταδιώχθηκε και ακινητοποιήθηκε από τους αστυνομικούς ο μη αναιρεσείων κατηγορούμενος Ε. Σ. βρέθηκε να έχει τις ποσότητες ηρωΐνης που εν συνεχεία κατασχέθηκαν. Ούτε ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να δικαιολογήσει την κατοχή από έναν ή περισσότερους από τους κατηγορουμένους της πωληθείσης στον A. S. από την αναιρεσείουσα Σ. Σ. μικροποσότητας ηρωΐνης αφού πώληση ναρκωτικών νοείται και χωρίς την κατοχή των από τους κατηγορουμένους που είχαν συμμετοχή στην πώληση. Είναι απορριπτέοι κατόπιν αυτών οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων και οι λόγοι των κυρίων αιτήσεων των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45, 47 παρ.1 Π.Κ. και 5 του ν.1729/1987 από το δικάσαν Εφετείο και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για ελλιπή και ασαφή καθώς και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι. Ο προβαλλόμενος από όλους τους αναιρεσείοντες με το κύριο δικόγραφο της αιτήσεως καθενός έτερος λόγος αναιρέσεως ότι δεν δόθηκε στους συνηγόρους υπεράσπισης των ο λόγος επί των ποινών υπάγεται σε αυτούς που ιδρύουν τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδαφ.δ' του ιδίου Κώδικα απόλυτη ακυρότητα δημιουργεί η παραβίαση των διατάξεων των καθοριζουσών την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση κατά την οποία μετά την κήρυξη ως ενόχου από το δικαστήριο του κατηγορούμενου δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτόν και στον συνήγορο του κατά τη συζήτηση για την επιβολή της ποινής κατά την οποία τελευταίος πρέπει να λάβει τον λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του (άρθρο 369 παρ.3 σε συνδυασμό με άρθρο 373 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ). Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, μετά την κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων και αφού έλαβε τον λόγο ο Εισαγγελέας και πρότεινε για τις επιβλητέες ποινές, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων έλαβαν το λόγο ο καθένας ξεχωριστά από την Πρόεδρο του δικαστηρίου και ζήτησαν να επιβληθούν στους πελάτες τα ελάχιστα των ποινών, εκ περισσού δε δόθηκε στους συνηγόρους των αναιρεσειόντων ο λόγος και πριν από τον καθορισμό της συνολικής ποινής και ζήτησαν αυτοί να επιβληθούν σ' αυτές τα ελάχιστα όρια της συνολικής ποινής. Επομένως, είναι απορριπτικές οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'λόγος αναιρέσεως για την επικαλούμενη από τη κατά τα ανωτέρω παράλειψη ότι εχώρησε απόλυτη ακυρότητα. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.δ' Κ.Ποιν.Δ. ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν και οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας προκύπτει από την αποδεικτική χρήση μέσων που αποκτήθηκαν με παράνομες πράξεις και όταν τα αποδεικτικά μέσα που λαμβάνονται υπόψη κτήθηκαν χωρίς να εξασφαλίζεται η τήρηση της κατ'αυτοδικία δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο μάρτυρας Ν. Π., που περιλαμβανόταν στους κλητευθέντες κατ'άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. από τον Εισαγγελέα από εκείνους που είχαν εξεταστεί και στην πρωτόδικη δίκη, κατά την εξέταση του ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε αυτά που αναφέρονται στα πρακτικά της κατ'έφεση δίκης και μεταξύ άλλων, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ότι από τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους η Β. Σ. συνελήφθη ξανά το 2009 για πώληση 4 γραμμαρίων και ότι ο Χ. Σ. πώλησε 7 γραμμάρια ηρωΐνη. Μόνον από το ότι αναφέρθηκε ο παραπάνω μάρτυρας στην κατάθεσή του σε περιστατικά που ανάγονται σε άλλο χρόνο, μεταγενέστερο από τον κρίσιμο και σε διαφορετικές υποθέσεις από την ερευνώμενη από το δικάσαν Εφετείο σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στη συγκεκριμένη υπόθεση ως προς τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είχαν πρωτοδίκως καταδικασθεί, δεν κατέστη άκυρη ως αποδεικτικό μέσο η κατάθεση των εν λόγω μάρτυρα κατηγορίας, που περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως ληφθέντα υπόψη από το άνω δικαστήριο αποδεικτικά μέσα. Δεν προκύπτει ότι το Εφετείο με όσα δέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση του για την καταδίκη των αναιρεσειόντων στα όσα ανέφερε ο εξετασθείς μάρτυρας Ν. Π. για την τέλεση από τους αναιρεσείοντες Β. Σ. και Χ. Σ. άλλων πράξεων σε χρόνο μεταγενέστερο του κρίσιμου και δεν αποτελούσαν αντικείμενο της ποινικής υποθέσεως που ερευνήθηκε στην κατ' έφεση δίκη. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του κληθέντος μάρτυρα Ν. Π. δεν προσέβαλε τα υπερασπιστικά δικαιώματα των άνω αναιρεσειόντων από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι εδικαιούντο και σε σχέση με όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας κατά την εξέτασή του για μεταγενέστερες πράξεις των που είναι αντικείμενο άλλων υποθέσεων να απευθύνουν στον εν λόγω μάρτυρα οι ίδιοι ή δια των συνηγόρων των διευκρινιστικές ερωτήσεις εάν εθίγοντο από τα λεχθέντα από τον μάρτυρα για μεταγενέστερου χρόνου περιστατικά κατά το μέρος που τους αφορούσαν αλλά και να τον καταμηνύσουν αν ήταν αξιόποινες πράξεις αυτά που ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας για μεταγενέστερη του χρόνου τελέσεως των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων συμπεριφορά των. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση απόλυτα ακυρότητα, προκληθείσα από το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αντίθετα προς το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.δ' και προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ την κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρα, την οποία ισχυρίζοντας ότι δεν είχαν δυνατότητα να αντικρούσουν προσκομίζοντας έγγραφα και επαρκείς αποδείξεις περί της αναλήθειας, κατ' αυτούς, όσων ανέφερε ο μάρτυρας εκείνος σε σχέση με μεταγενέστερες πράξεις των κατηγορουμένων που αφορούν άλλες ποινικές υποθέσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333,364 παρ.2 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με ειδικότερη αιτίαση που περιλαμβάνεται στους κατ'άρθρο 509 υποβληθέντες από τους αναιρεσείοντες προσθέτους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής των, έλαβε υπόψη ως αναγνωσθέντα έγγραφα τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται ότι ανεγνώσθησαν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναγνώσθηκαν όπως βεβαιώνεται στο προεισαγωγικό μέρος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και προκύπτει από την επισκόπηση των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών της κατ' έφεση δίκης, όπου, κατά την παράθεση των ληφθέντων υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο αποδεικτικών μέσων, αναφέρεται εκτός των άλλων και η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, αρκεί δε η μνεία αυτού του γεγονότος σε οποιοδήποτε σημείο των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και στην αιτιολογία της και δεν απαιτείται με ποινή ακυρότητος να αναφέρεται η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο οικείο σημείο των πρακτικών όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι λήφθηκαν υπόψη τα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό χωρίς να αναγνωσθούν αυτά στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο έτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο δεν απάντησε καθόλου στον προβληθέντα και αναπτυχθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειουσών Μ. Σ., A. T. και Τ. Τ. για αναγνώριση υπέρ αυτών του από το άρθρο 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου. Σε σχέση με την άνω αιτίαση παρατηρείται κατ' αρχήν ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης από τους συνήγορους υπεράσπισης των άνω αναιρεσειουσών κατά την αγόρευση των, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ζητήθηκε αορίστως η αναγνώριση υπέρ των ήδη αναιρεσειουσών A. T. και Τ. Τ. του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και υπέρ της Μ. Σ. του ελαφρυντικού επιβολής μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 133 ΠΚ σε νεαρή ενήλικα, για τη μη παραδοχή ή μη αιτιολογημένη απόρριψη των οποίων δεν παραπονούνται με λόγο αναιρέσεως. Ανεξαρτήτως αυτών όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικάσαντος Εφετείου αναγνωρίσθηκε υπέρ των άνω αναιρεσειουσών η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου από το άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ. Επομένως είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειουσών και είναι αβάσιμος ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως (Κ.Ποιν.Δ. 510 παρ.1 στοιχ.Β' σε συνδυασμό με άρθρο 170 παρ.2) είτε ως αφορών σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του από το άρθρο 84 παρ.2 εδαφ.α' Π.Κ. ελαφρυντικού, που οδηγεί σε μείωση της ποινής. Ως προς τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού για συνδρομή περιπτώσεως εφαρμογής του άρθρου 24 του ν.1729/1987 επισημαίνονται τα παρακάτω. Με τη διάταξη αυτήν όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 21 ν.2161/1993 προβλεπόταν δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει αναστολή εκτελέσεως της ποινής που καταγνώσθηκε εφόσον ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6,7 και 9 του άνω νόμου συντέλεσε με δίκη του πρωτοβουλία κατά τρόπο ουσιώδη, πριν από την καταδίκη του στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας ή στη σύλληψη και παραπομπή προσώπων που επιδίδονται στην τέλεση πράξεων αναφερομένων στα άρθρα 5 μέχρι 8 εφ' όσον η πράξη για την οποία κατηγορείται ο υπαίτιος είναι ελαφρύτερη από την πράξη, στην ανακάλυψη της οποίας συντέλεσε. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως από τους συνηγόρους υπερασπίσεως του, όσον αφορά τον μη αναιρεσείοντα πρώτο των κατηγορουμένων Ε. Σ. μόνον με την επίκληση του άρθρου 24 χωρίς αναφορά των πραγματικών περιστατικών τα οποία συνιστούν την ευεργετική συμβολή του καταδικασθέντος στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών ή στη σύλληψη μεγαλεμπόρων ναρκωτικών. Το δικάσαν Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνον διέλαβε σχετική διάταξη ότι απορρίπτει τον αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 24 ν.1729/1987. Το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα σε τέτοιο προβληθέντα αορίστως αυτοτελή ισχυρισμό. Οι ήδη αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προβάλουν αιτιάσεις για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού με τους κατατεθέντες προσθέτους λόγους αναιρέσεως δοθέντος ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν θα ωφελούσε τους ίδιους, αλλά μόνον του μη ασκήσαντα αναίρεση πρώτο των κατηγορουμένων, τον οποίο και προσωπικά αφορούσε, αν είχε κριθεί βάσιμος κατ' ουσία. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο άνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για την άνευ της επιβαλλόμενης αιτιολογίας απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού ετέρου μη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Στον τελευταίο από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους καθόσον αυτός μόνον κρίθηκε ένοχος ως τοξικομανής αγοράς ναρκωτικών ουσιών και κατοχής από κοινού με τους επτά κατηγορούμενους ναρκωτικών ουσιών προσιδιάζει ο προτεινόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απόρριψη του προβληθέντος στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι οι αποδιδόμενες σ' αυτόν ως τοξικομανή πράξεις συνιστούσαν εκείνην της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και ότι έπρεπε γι' αυτές λόγω της εξαρτήσεως του από τα ναρκωτικά να κηρυχθεί αθώος. Από το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αιτιολογημένα κρίθηκε απορριπτέος αυτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Πέραν όσων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από την ιατροδικαστική έκθεση 1994/27-7-2004 του ιατρού Δ. Ψ., για το ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των αποδιδομένων πράξεων ο 8ος κατηγορούμενος (Χ. Σ.) είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ότι από κοινού με τους άλλους συγκατηγορουμένους του κατείχε ο αναιρεσείων Χ. Σ. και τις ποσότητες ναρκωτικών που είχε αγοράσει εκείνος και τις λοιπές αναφερόμενες ότι βρέθηκαν ποσότητες ναρκωτικών όπως και ότι η εν λόγω ποσότητα ήταν μεγάλη και ήταν κατανεμημένη σε μικροδέματα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι προοριζόταν η εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών για περαιτέρω διάθεση. Από τα παραπάνω έπεται ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως του άνω κατηγορουμένου για να παραμείνει αυτός ατιμώρητος κατ' εφαρμογή των όσων ορίζονταν στο εδάφιο α'της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ν.1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν.2161/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ.1 και 3 του ιδίου άνω νόμου 1729/1987 όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της παρ.3 με το άρθρο 14 ν.2161/1993. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. πρόσθετος λόγος αναιρέσεως και κατά το μέρος που πλήττεται για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και για κακή εφαρμογή του νόμου η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ. Σ.. Κατά τα λοιπά με όσα προβάλλονται με αυτούς τους πρόσθετους λόγους προκειμένου να αμφισβητηθεί αν ήταν μεγάλη η ποσότητα των 28 γραμμαρίων ηρωΐνης και της εντός ολίγων ημερών καταναλώσεως τέτοιας ποσότητος από τοξικομανή και περί εντάξεως του άνω αναιρεσείοντος ως τοξικομανούς σε πρόγραμμα απεξάρτησης μεθαδόνης, καθώς και για παράλειψη αναφοράς των ποσοτήτων ναρκωτικών που αυτός ημερησίως χρειαζόταν να καταναλώνει ως τοξικομανής που έκανε κατάχρηση μικροποσοτήτων ναρκωτικών, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί των πραγμάτων του δικαστηρίου της ουσίας, διότι επιχειρείται η συναγωγή συμπερασμάτων διαφορετικών ως προκυπτούντων από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο και να υποστηριχθεί έτσι ότι εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Μετά από όλα τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως όπως διαμορφώνονται από τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 5 Μαρτίου 2010 αιτήσεις υπ' αριθμό 8/2010 της Σ. Σ. του Π. και Μ., υπ' αριθμό 9/2010 της Β. Σ. του Φ. Σ. και Μ., υπ' αριθμό 10/2010 της Μ. Σ. του Π. και Β., υπ' αριθμό 11/2010 της Τ. Τ. του Κ. και Π., υπ' αριθμό 12/2010 της A. T.του S. και της R. και υπ' αριθμό 7/2010 του Χ. Σ. του Π., περί αναιρέσεως της 407-408-412/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους πρόσθετους λόγους των αυτών αναιρεσειόντων για αναίρεση της προαναφερθείσης αποφάσεως. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά ναρκωτικών ουσιών από η΄ κατηγορούμενο (ως τοξικομανής), κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού, πώληση ναρκωτικών ουσιών από γ΄ κατηγορούμενη, απλή συνέργεια στην πώληση ναρκωτικών ουσιών από κοινού (οι λοιποί κατηγορούμενοι εκτός του η΄ κατηγορουμένου). Καταδικαστική απόφαση Πενταμελούς Εφετείου. Συνεκδίκαση έξι ξεχωριστών αιτήσεων αναιρέσεως ισάριθμων από τους οκτώ από τους κατηγορούμενους που καταδικάσθηκαν. Απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεων. Παράθεση από τον Άρειο Πάγο εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων που παρέλειψε να παραθέσει το δικαστήριο της ουσίας στην απόφαση του, κατ' άρθρο 514 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη επιβαλλομένης αιτιολογίας από μη αναφορά στοιχείων που δεν ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωση των αποδιδομένων αξιόποινων πράξεων και από το ότι η πώληση μικροποσότητας ηρωίνης σε τρίτον έγινε από έναν από τους κατηγορουμένους πέραν των ποσοτήτων ναρκωτικών που έγινε δεκτό ότι κατείχαν από κοινού οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι μέχρι να επέμβουν οι αστυνομικού για να τους ελέγξουν. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας όσον αφορά παραβίαση δικαιωμάτων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, διότι στους συνηγόρους υπεράσπισης δόθηκε ο λόγος για την επιβλητέα ποινή μετά την πρόταση του Εισαγγελέα. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι έγινε χρήση αποδεικτικών μέσων αποκτηθέντων χωρίς να εξασφαλίζεται η τήρηση της κατ' αντιδικία δίκης. Μη προσβολή υπερασπιστικών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων από τη λήψη υπόψη του εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας - αστυνομικού, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρθηκε σε τέλεση σε τέλεση μεταγενεστέρως από ορισμένους από τους κατηγορούμενους άλλων πράξεων, μη αποτελουσών αντικείμενο της ποινικής υποθέσεως στην κατ' έφεση δίκη. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, όσον αφορά τη λήψη υπόψη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν στο σημείο όπου γίνεται μνεία των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, καθόσον αρκούσε η μνεία περί αναγνώσεως των στο προεισαγωγικό μέρος του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την αιτίαση μη αναγνώρισης ελαφρυντικού πρότερου έντιμου βίου που αναγνωρίσθηκε υπέρ ορισμένων από τους αναιρεσείοντες. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση συνδρομής περιπτώσεως εφαρμογής του άρθρου 24 Ν. 1729/1987 που προεβλήθη αορίστως χωρίς τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του τελευταίου κατηγορουμένου ότι έπρεπε να κριθεί ατιμώρητος ως τοξικομανής, διότι αιτιολογείται η εκ μέρους του συγκατοχή των ναρκωτικών ουσιών προς περαιτέρω διάθεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1828/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βίκτωρα-Ιωσήφ Γιετκίλ, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3544/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 557/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτό ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του δι' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύετε, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής-δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση του δράστη, με την έννοια της πλήρους βεβαιότητος, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή Μι την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετική η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3544/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμησε σε συνολική ποινική φυλακίσεως τριών ( 3 ) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη διαμένει με την οικογένεια της στον πρώτο όροφο της επί της οδού ... τριώροφης οικοδομής. Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία ανήκει στο σύζυγο της Δ, ενώ οι δεύτερος και τρίτος όροφοι ανήκουν κατά κυριότητα στις Σ1 και Σ2, αντίστοιχα, οι οποίες αγόρασαν τις ιδιοκτησίες αυτές από την αδελφή του ανωτέρω ιδιοκτήτη Ε το καλοκαίρι του 2001. Αμέσως μετά την αγορά και εγκατάσταση των νέων ιδιοκτητών στις ως άνω ιδιοκτησίες, δημιουργήθηκαν σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις των νέων ιδιοκτητριών από τη μία πλευρά και της κατηγορουμένης και του συζύγου της από την άλλη, με συνεχείς αντεγκλήσεις, διενέξεις και φιλονικίες, είχαν δε καταφύγει πολλές φορές στο Α.Τ. ... για να διαμαρτυρηθούν οι μεν για τη συμπεριφορά των δε και αντιστρόφως. Μάλιστα η κατηγορουμένη είχε κληθεί κατ' επανάληψη στο ως άνω Α.Τ. για να της γίνουν συστάσεις μετά από παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στον οποίο είχαν προσφύγει οι ως άνω ιδιοκτήτριες. Διοικητής στο ως άνω Α.Τ. ήταν ο μηνυτής Π, για τον οποίο η κατηγορουμένη πίστευε ότι μεροληπτούσε σε βάρος της και υπέρ των ως άνω ιδιοκτητριών. Κατ' αυτού ή κατηγορουμένη υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 20-4-2002 μήνυση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, παράνομη βία και· απειλή. Για την υπόθεση αυτή εκδόθηκε, μετά τη διενέργεια προανάκρισης το υπ' αριθμ. 5448/2004 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο και με το οποίο έπαυσε οριστικό η ποινική δίωξη για την πράξη της απειλής, που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 6-10-2001, 16-10-2001 και το μήνα Νοέμβριο 2001 λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης, ενώ αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της παράνομης βίας καθώς δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για να στηριχθεί σε βάρος του κατηγορία. Επομένως τα γεγονότα, που ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη για τον μηνυτή και συνιστούσαν τις πράξεις για τις οποίες απαλλάχθηκε με το ως άνω βούλευμα, θεωρούνται αποδεδειγμένα ότι είναι ψευδή (αρθρ. 366 παρ. 2 Π. Κ.). Περαιτέρω η καταμήνυση για τα περιστατικά, που συνιστούν την πράξη της απειλής στους παραπάνω χρόνους ήταν ψευδής και η κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών αυτών, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι στους παραπάνω χρόνους την απείλησε ο κατηγορούμενος με τις φράσεις "θα σε κλείσω μέσα ... θα σου πάρω τα παιδιά, θα σε κλείσω στην ..., θα σε στείλω στα κατεχόμενα ... θα είσαι σε παρακολούθηση ...", όπως ισχυρίσθηκε με τη μήνυση της η κατηγορουμένη. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εμπλοκή του μηνυτή στη διαμάχη της κατηγορουμένης με τις ως άνω ιδιοκτήτριες ήταν λόγω του υπηρεσιακού του καθήκοντος, προσπάθησε δε να διευθετήσει τη διαφορά τους, μετά και από εισαγγελικές παραγγελιές, με προτροπές και παραινέσεις και προς τις δύο πλευρές, χωρίς να έχει σκοπό να ευνοήσει την αντίδικο της κατηγορουμένης πλευράς και χωρίς να επιτεθεί εναντίον της φραστικά, όπως αυτή ισχυρίζεται. Τις ψευδείς αυτές καταγγελίες έκανε η κατηγορουμένη σε βάρος του μηνυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του, όπως και έγινε, αλλά και με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, αφού τα ως άνω ψευδή περιστατικά ήταν ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του ως Διοικητή του Α.Τ. ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια. Πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποίο προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 και 363 - 362 ΠΚ. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκαν οι άνω πράξεις, η υποβολή δηλαδή της μηνύσεως καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται στη μήνυση και ήταν ψευδή, αιτιολογείται ο σκοπός της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, να προκληθεί δηλαδή η καταδίωξη του καταμηνυθέντος - εγκαλούντος, ο ενώπιον τρίτων, (Εισαγγελέως, γραμματέων της εισαγγελίας) ισχυρισμός των ψευδών γεγονότων, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, όπως και την θέληση αυτής να ισχυρισθεί τα άνω γεγονότα ενώπιον τρίτων. Περαιτέρω, η γνώση της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας αιτιολογείται πλήρως, με την παραδοχή ότι αυτή είχε πολυχρόνιες αντιδικίες με τις νέες ιδιοκτήτριες της πολυκατοικίας και ότι ο εγκαλών Διοικητής του ΑΤ ... προσπάθησε πολλές φορές να διευθετήσει τις διαφορές των αντιδίκων πλευρών, οπότε γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεις ότι όσα κατεμήνυσε και ισχυρίσθηκε ήταν ψευδή, με τις παραδοχές δε αυτές, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, σχετικά με την γνώση περιστατικών. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες αφού α)δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμευση των επί μέρους αποδεικτικών μέσω, β)από την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση των από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέροντας τα πρακτικά, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το από 5-2-2009 έγγραφο του ΑΤ ..., περιλαμβανόμενο μεταξύ των αναγνωσθέντων, το οποίο δεν μπορεί να καταλειφθεί αμφιβολία ότι δεν το συνεκτίμησε και αξιολόγησε το Δικαστήριο, από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να το σχολιάσει, ενώ ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, κατ' εκτίμηση, περί αντιθέσεως του εγγράφου αυτού προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γ)η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα ωθήθηκε στην πράξη της από αιτία μη ταπεινά, δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνη της υπάρξεως εμέσου δόλου της αναιρεσείουσας, δ)το αιτιολογικό δεν παραπέμπει εξ ολοκλήρου στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενώ μόνο η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως εν προκειμένω, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγατε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 Δ του ΚΠοινΔ πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους αναιρέσεως με την απόφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επίσης είναι απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αιτιάται η αναιρεσείουσα έλλειψη αιτιολογίας, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται "ο αριθμός του ποινικού νόμου που εφαρμόζεται" διότι η παράλειψη αυτή δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, εκ των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 § 1 ΚΠοινΔ, μετά την κατάργηση της περιπτώσεως Η' από το άρθρο 50 § 4 ν. 3160/2003. Κατ' ακολουθίαν, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 2 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 131/20 Απριλίου 2010 αίτηση της Χ συζύγου Δ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3544/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
0
Αριθμός 1827/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 63/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον Χ κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσιλιμίδο με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18/7 Μαΐου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Ελπινίκης Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στον οικείο πινάκιο με τον αριθμό 634/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 § 1α ΠΚ όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 του ίδιου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που τελεί υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες και τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη η παράλειψή του. Η αμέλεια κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι η συμπεριφορά του μπορεί να έλθει το αποτέλεσμα αυτό, αλλά πίστεψε ότι θα το απέφευγε. Κατά το άρθρο 505 § 2 του Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου εντός της προθεσμίας του άρθρου 479 § 2, δηλαδή εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 2 Κ.Ποιν.Δ. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 501 § 1 Κ.Ποιν.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, εν όψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974). Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως συντρέχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αξιολογηθέντα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση. Προκειμένου περί του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για τη θεμελίωση του οποίου απαιτούντα τα προηγουμένως αναφερθέντα στοιχεία πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να αιτιολογεί με την απαλλακτική του απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της οποίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, γιατί δεν πείσθηκε για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των θεμελιωτικών του εγκλήματος αυτού περιστάσεων με βάση τα αποδεικτικά περιστατικά που αναφέρονται στα πρακτικά. Δεν απαιτείται, όμως, για την αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως, να εκθέτει το δικαστήριο σ αυτήν περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη είναι η ενοχή και όχι η αθωότητά του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος των και όχι ορισμένα μόνον από αυτά χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης μνείας των και του τι προέκυψε από το καθένα. Όταν εξαιρούνται δε ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αρκεί να προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 63/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων) ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που προξένησε σε άλλον κατά την οδήγηση από αυτόν του αναφερομένου φορτηγού αυτοκινήτου. Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση το Εφετείο, αφού ανέφερε στην αρχή του σκεπτικού του την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του, τα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων από την επισκόπηση των εσωνματωμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών της κατ'έφεση δίκης προκύπτει ότι περιλαμβανόταν και η από 7/2/2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και την απολογία του κατηγορουμένου, ως τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και στη συνέχεια δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα : ".....καταλείφθηκαν αμφιβολίες κατά πόσο ο κατηγορούμενος στον ... στις 7/2/2006, οδηγώντας το ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του στην οδό ... με κατεύθυνση προς ... δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και έτσι δεν αντιλήφθηκε ότι δεξιά και παράλληλα ως προς την πορεία του αυτοκινήτου του στην ίδια οδό ευρίσκετο η ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα με αποτέλεσμα στρίβοντας δεξιά προς την ... με κατεύθυνση προς ... να συγκρουσθεί με την προαναφερόμενη μοτοσυκλέτα της οποίας ο οδηγός ενεργούσε την ίδια στροφή και να τραυματισθεί ο οδηγός της Ψ. Η σύγκρουση οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ο οποίος ενώ είχε αντιληφθεί το βαρύ τριαξονικό και επομένως λίαν επίμηκες όχημα (νταλίκα) που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, να επιχειρεί ανοιχτή λόγω του όγκου του δεξιά στροφή, εισήλθε βεβιασμένα στο κενό που δημιουργήθηκε μεταξύ του οχήματος και του πεζοδρομίου και χωρίς να υπολογίσει ότι το βαρύ φορτηγό στη συνέχεια θα έκλεινε την στροφή το οποίο όχημα μάλιστα αποδείχθηκε ότι δεν είχε σχεδόν καθόλου ταχύτητα επέπεσε επ' αυτού με αποτέλεσμα να επέλθει η μεταξύ τους σύγκρουση και η σωματική βλάβη του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξεως που κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, τα πραγματικά μέσα που προέκυψαν από τα μέσα αυτά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και τις σκέψεις με βάση τις οποίες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου για την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια αυτού κατά την οδήγηση του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, πράξη προβλεπομένη και τιμωρουμένη από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 εδ.α 315 § 1 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται δεκτό ότι δεν ήταν υπαίτιος ο κατηγορούμενος της συγκρούσεως των δυο οχημάτων και του τραυματισμού του οδηγού της μοτοσυκλέτας και εξηγείται σε ποιες ενέργειες προήλθε ο τελευταίος κατά την στροφή των οχημάτων προς τα δεξιά για να εισέλθουν στην Λεωφόρο ... με κατεύθυνση προς ..., που δέχεται ότι έγιναν βεβιασμένα ενώ δικαιολογείται επίσης γιατί ο κατηγορούμενος κατά την πραγματοποίηση της στροφής ανοίχθηκε λόγω του όγκου του βαρέως οχήματος που οδηγούσε και ότι στη συνέχεια για να ολοκληρώσει τον ελιγμό αυτόν αλλαγής πορείας θα έκλεινε την στροφή. Υπήρχε επομένως αντιμετώπιση από το Εφετείο του εγκλήματος τη μη συνδρομής αμέλειας του κατηγορουμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση και της μη υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου της συμπεριφοράς αυτού με το αποτέλεσμα της αξιοποίνου πράξεως που του αποδίδεται. Αβασίμως πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του άνω ζητήματος με την επίκληση ότι δεν συνάδει το αποδεικτικό αυτό πόρισμα με διαπιστώσεις της περιλαμβανομένης στα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη εκθέσεως αυτοψίας του αστυνομικού του Τμήματος Τροχαίας που επελήφθη του άνω οδικού ατυχήματος, παρά το ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο άνω συμπέρασμα δεν ήταν αναγκαίο να εκθέσει στην απόφαση του χωριστά τι προέκυπτε από καθένα από τα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ότι συνεκτίμησε. Κατά τα λοιπά όσα αναφέρονται στην έκθεση αναιρέσεως του άνω Εισαγγελέα αφορούν σε συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων από τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυπταν από τα αποδεικτικά μέσα ως προς την προτεραιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας έναντι του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να πραγματοποιήσει την στροφή δεξιά για να εισέλθει στην Λεωφόρο ... και την μη επίδειξη της επιβαλλόμενης επιμέλειας και προσοχής από τον κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση του ίδιου ελιγμού προς τα δεξιά για να στρίψει επί της Λεωφόρου αυτής. Δεν θεμελιώνεται στα ανωτέρω αναφερόμενα παραδεκτά λόγος αναιρέσεως και δη αυτός για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το Νόμο αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθόσον είναι απαράδεκτες οι επί των συναγομένων αυτών από τον Εισαγγελέα που ασκεί την ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιστατικών αιτιάσεις ως αφορώσες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και των επί της ουσίας κρίση του δικάσαντος Εφετείου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμό εκθέσεως 18/2010 από 7 Μαΐου 2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 63/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων. Αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Α.Π. Απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο της ουσίας το ζήτημα της μη συνδρομής αμέλειας του κατηγορουμένου στη σύγκρουση των ομορρόπως κινούμενων οχημάτων που άλλαξαν κατεύθυνση για να εισέλθουν με στροφή δεξιά σε κάθετη οδό και της μη υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου με το αποτέλεσμα της συγκρούσεως και τον τραυματισμό του παθόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Απόφαση αθωωτική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1826/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Σ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1225/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 109/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π Κ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κωδικός, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται1: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού} βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσηκούσης, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, δια την θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια , γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός ανεδείχθη εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση και, στην περίπτωση που πηγάζει από ειδική, επιτακτικού χαρακτήρος, ουσιαστική διάταξη, πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός αυτός κανόνας δικαίου. Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ.1,3,8 του ν. 2251/1994 "περί Προστασίας καταναλωτών ορίζεται ότι οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα, οι δε διανομείς , στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, υποχρεούνται να συμβάλλουν στην τήρηση των απαιτήσεων για τη διάθεση ασφαλών προϊόντων, καταβάλλοντος κάθε επιμέλεια, ιδίως παραλείποντας να προμηθεύουν προϊόντα, για τα οποία γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν, από τις πληροφορίες που διαθέτουν και την επαγγελματική τους πείρα, ότι δεν ανταποκρίνονται προς τις απαιτήσεις αυτές. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1225/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: "Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του ως εισαγωγέας δεν έδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει στις συναλλαγές του όπως κάθε μέτρια συνετός άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψει των προσωπικών του ικανοτήτων, των γνώσεων και της ειδίκευσης του επί εικοσαετία στις εισαγωγές προϊόντων, για να προβλέψει το ως άνω αποτέλεσμα και να το αποφύγει. Ειδικότερα ενόψει του ότι α) παρήγγειλε την παραπάνω ποσότητα των 3.000 σίδερων τύπου ΟΙΚ. 2038 μόνο για να τα εισάγει ο ίδιος στην Ελλάδα και γνώριζε ότι θα κατασκευαστούν αποκλειστικά για να εισαχθούν στην Ελλάδα και β) του ότι λόγω του επαγγέλματος του και της μη αμφισβητηθείσας γνώσης του τα προϊόντα που εισάγει πρέπει να είναι ασφαλή για τον καταναλωτή και γ) ότι γι αυτό ευθύνεται αντικειμενικά ο ίδιος ως εισαγωγέας προϊόντων από χώρα εκτός ΕΚ, όφειλε, ως συνετός έμπορος-εισαγωγέας προϊόντων από τρίτες χώρες εκτός ΕΚ, να προβεί ο ίδιος, σε έλεγχο της καταλληλότητας αυτών ζητώντας τις κατάλληλες πιστοποιήσεις και ελέγχοντας την αυθεντικότητα αυτών και να μην αρκεσθεί στα σήματα που είχε επιθέσει επί των προϊόντων η κατασκευάστρια και η εξαγωγική εταιρία. Αυτός από έλλειψη της προσοχής που μπορούσε κατά τις ανωτέρω περιστάσεις και όφειλε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε τον θάνατο του χρήστη του ηλεκτρικού σίδερου ατμού που εισήγαγε από τον Κίνα εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος καθόσον πρόκειται για ηλεκτρικές συσκευές και κάθε ελάττωμα κατασκευής τους επιφέρει διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος, που οδηγεί σε σωματική βλάβη ή στο θάνατο του χρήστη. Ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι δεν ήλεγξε, όπως ισχυρίσθηκε, στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρίας TUV Rheinland Shangai χώρα πιστοποίηση της καταλληλότητας του συγκεκριμένου προϊόντος επί του οποίου είχε τεθεί το σήμα CΕ προσκόμισε σχετική έκθεση του φορέα αυτού περί της καταλληλότητας του συγκεκριμένου προϊόντος κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας. Δεν προέβη σε έλεγχο της αυθεντικότητας του σήματος ΟΕ ενόψει του ότι το συγκεκριμένο προϊόν κατασκευάσθηκε ειδικά για να εισαχθεί στην Ελλάδα και δεν ήταν απλώς ελαττωματικό αλλά δεν είχε κατασκευαστεί ούτε σύμφωνα με τις διατάξεις των οδηγιών της ΕΚ. Ο έλεγχος των ανωτέρω από τον επιμελώς φερόμενο εισαγωγέα γίνεται με τον έλεγχο των εγγράφων του παραγωγού βάσει των οποίων αυτός έχει την άδεια να θέτει το σήμα CΕ επί των προϊόντων του. Αμελώς συμπεριφερόμενος διέθεσε στο αγοραστικό κοινό τα εισαχθέντα ηλεκτρικά σίδερα ατμού, αρκούμενος στην απλή θεώρηση της ύπαρξης των πιστοποιήσεων που είχε επικολληθεί σε κάθε σίδερο με αυτοκόλλητη ετικέτα χωρίς κανένα περαιτέρω έλεγχο. Η ως άνω εκτεθείσα αμελής συμπεριφορά .του κατηγορουμένου συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του θανάτου της Χ. Τ. από ηλεκτροπληξία ως μόνης ενεργού αιτίας, που οφείλονταν στην έλλειψη ύπαρξης γείωσης και μόνωσης της συσκευής λόγω κατασκευαστικού ελαττώματος και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλειας". Στη συνέχεια το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στον ... στις 10-2-2004 ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω του επαγγέλματος του, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και προκάλεσε το θάνατο της Χ. Τ., σύζυγο Α., κατοίκου εν ζωή .... Συγκεκριμένα ενώ ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΡΛΑ Α.Ε." εισαγωγές - εξαγωγές μικροσυσκευών" που εδρεύει στο ..., η οποία διέθετε στην Ελληνική αγορά προϊόντα προερχόμενα κατ' ευθείαν από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και εκ της ιδιότητας του αυτής είχε την νόμιμη και ιδιαίτερη υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την διάθεση μόνον ασφαλών προϊόντων στην αγορά (άρθρο 7 του Ν. 2251/1994), ώστε να μην υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος για τους καταναλωτές και χρήστες των προϊόντων αυτών, εν τούτοις από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία ο μέσος συνετός κοινωνικός άνθρωπος με την ιδιότητα αυτή, δηλαδή του διευθύνοντος συμβούλου του Δ.Σ. εισαγωγικής εταιρίας ηλεκτρικών συσκευών, θα κατέβαλε αλλά και ο ίδιος, λόγω των προσωπικών ικανοτήτων του, μπορούσε να καταβάλει, παρέλειψε να ελέγξει την ορθή σχεδίαση και κατασκευή των εισαχθέντων προϊόντων που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια αυτών και διέθεσε στην Ελληνική αγορά συνολική ποσότητα 3.000 τεμαχίων ηλεκτρικών σιδήρων ατμού, που κυκλοφόρησαν με την επωνυμία ΡΕRLΑ CΙR-2038C, παρότι η σχεδίαση και η κατασκευή αυτών ήταν εξ αρχής εσφαλμένη και παρουσίαζαν κατασκευαστικά ελαττώματα, που τα καθιστούσαν μη ασφαλή για τον χρήστη, καθότι η χειρολαβή της συσκευής μπορούσε να τεθεί σε τάση σε περίπτωση σφάλματος της μόνωσης, η μονωτική χειρολαβή μαζί με όλα τα μονωτικά εξωτερικά μέρη ήταν βαμμένα με μεταλλική αγώγιμη βαφή που καθιστούσε την χειρολαβή μεταλλικό μέρος, με αποτέλεσμα όταν ο χρήστης ακουμπά τη χειρολαβή της συσκευής, κατά την κανονική χρήση, το χέρι του να ακουμπά προσιτά μεταλλικά μέρη τα οποία δεν χωρίζονται από τα στοιχεία με τάση με διπλή ή ενισχυμένη μόνωση. Έτσι, όταν η Χ. Τ. συζ. Α., κάτοικος εν ζωή ..., κατά τον ανωτέρω χρόνο, χρησιμοποίησε κατά τον προορισμό της, μία συσκευή από τα ανωτέρω ελαττωματικά προϊόντα, που είχε προμηθευτεί από το εμπόριο, το μεταλλικό περίβλημα της οποίας δεν ήταν γειωμένο, αλλά αγώγιμα συνδεδεμένο με το ένα ακροδέκτη του ρευματολήπτη (φις), όταν ο διακόπτης ρύθμισης του σίδερου ήταν σε κάποιες θέσεις, το ηλεκτρικό ρεύμα διοχετεύτηκε στο σώμα της, με συνέπεια να υποστεί ηλεκτροπληξία, από την οποία ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ακαριαία ο θάνατος της". Από την αλληλοσυμπλήρωση των ανωτέρω, αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δίκασαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 15 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα του θανάτου της παθούσας και η οποία συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο ως άνω αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του αν και, υπό την ιδιότητα του, ως Προέδρου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εισαγωγικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΡΛΑ ΑΕ -Εισαγωγές - εξαγωγές μικροσυσκευών", είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διάθεση στην Ελληνική αγορά ασφαλών προϊόντων, ώστε να μην υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος ηλεκτροπληξίας για τους καταναλωτές και χρήστες των εισαγομένων υπ' αυτού από την Κίνα ηλεκτρικών μικροσυσκευών και δη ηλεκτρικών σίδερων, όπως ρητά ορίζεται στο μνημονευόμενο στο διατακτικό άρθρο 7 του Ν. 2251/1994, ήτοι παρέλειψε να ελέγξει την ορθή σχεδίαση και κατασκευή των εισαχθεισών αυτών ηλεκτρικών συσκευών που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια των χρηστών στην Ελλάδα και διέθεσε στην Ελληνική αγορά 3.000 τεμάχια Κινέζικων ηλεκτρικών σίδερων ατμού, που κυκλοφόρησαν, παρότι η σχεδίαση και η κατασκευή αυτών ήταν από την αρχή εσφαλμένη και παρουσίαζαν κατασκευαστικά ελαττώματα, που τα καθιστούσαν μη ασφαλή για τους χρήστες, ένα από αυτά δε αγόρασε η παθούσα που κατά την κανονική χρήση αυτού, υπέστη από διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος ηλεκτροπληξία και από αυτή, ως μόνη αιτία απεβίωσε. Επί πλέον τούτων, ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ενώ παρήγγειλε τις παραπάνω 3.000 συσκευές από την Κίνα, χώρα εκτός ΕΚ, για να τις διαθέσει στην Ελληνική αγορά και λόγω των προσωπικών του ικανοτήτων, γνώσεων και της ειδίκευσης του επί εικοσαετία στις εισαγωγές προϊόντων, ως συνετός έμπορος - εισαγωγέας, όφειλε ο ίδιος, για την ασφάλεια των καταναλωτών, να προβεί σε έλεγχο της καταλληλότητας των συσκευών, ζητώντας τις κατάλληλες πιστοποιήσεις και ελέγχοντας την αυθεντικότητα αυτών και να μην αρκεσθεί στα σήματα CΕ που είχε επιθέσει η κατασκευάστρια αλλοδαπή εταιρεία. Επομένως, με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος ως εκπροσώπου της εισαγωγικής εταιρείας, αφού αναφέρει ότι αυτός δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η ανωτέρω συμπεριφορά του. Επίσης δέχτηκε την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, η οποία πηγάζει από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τόσον από τις προαναφερθείσες ιδιότητες του και του επαγγέλματος του ως εμπόρου - εισαγωγέα και από την επί εικοσαετία ειδίκευση του τις εισαγωγές προϊόντων, όσον και από την υποχρέωση λήψεως των προαναφερθέντων μέτρων που το περιεχόμενο τους προβλέπεται ακριβώς από το προεκτεθέν άρθρο 7 του ν. 2251/1994. Επομένως προσδιορίζεται στην απόφαση από πού πηγάζει η ως άνω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος και οι αντίθετες αιτιάσεις του είναι αβάσιμες. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, οι οποίοι στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές , για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 23/23-12-2009 αίτηση του Π. Σ. του Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1225/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι ( 220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ηλεκτροπληξία από ηλεκτρικό σίδερο. Άρθρο 302 παρ. 11528 ΠΚ. Έννοια. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 1825/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρέκκα, για αναίρεση της υπ'αριθ.2012/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Ψ1, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Ιωάννου και 2)Ψ2χήρα Ζ, κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Σιουρούνη-Βόγλη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 552/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργείας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετ'αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, με την προσβαλλόμενη 2010/2010 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, οι οποίες εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, στο ..., στις 28-2-2004 και περί ώρα 17.30', ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ..., έβαινε στην αριστερή λωρίδα του, εκ δύο λωρίδων αποτελούμενου, προς ..., ρεύματος της Ε.Ο. .... Η πιο πάνω οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατευθύνσεως και έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα κατεύθυνσης, ενώ ενδιάμεσα των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας υπάρχει, στο ύψος του 37ου χλμ, όπου εκινείτο το άνω όχημα, διαγράμμιση τύπου ζέβρας, η οποία διακόπτεται στη διασταύρωση της με τις κάθετες, προς αυτήν, αφενός ανώνυμη οδό (στο ρεύμα προς ...) και αφετέρου οδό .... Το πλάτος του οδοστρώματος, που αντιστοιχούσε στο ως άνω, προς ... ρεύμα πορείας της προαναφερόμενης Ε.Ο, ανερχόταν σε 6,30μ., με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14,80 μ.. Στο σημείο όπου έλαβε χώρα το κατωτέρω περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα, η Ε.Ο. είναι ευθεία, με κατωφέρεια και πολύ μικρή κλίση, στην πορεία του πιο πάνω αυτοκινήτου. Κατά τον παραπάνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, ο φωτισμός ήταν επαρκής (ημέρας) και η κυκλοφορία των οχημάτων μέτρια, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας, στο συγκεκριμένο σημείο, ορίζεται σε 50 χλμ/ώρα. Εντούτοις, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, ο κατηγορούμενος προτού συμβεί το ατύχημα εκινείτο, με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χλμ/ώρα (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης Τ, ο οποίος αναβιβάζει την ταχύτητα του αυτοκινήτου που εκινείτο ο κατηγορούμενος σε 141 χλμ/ώρα, περίπου, σε συνδυασμό με καταθέσεις μαρτύρων). Κατ' εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Ζ, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, και έχοντας, ως συνοδηγό τον Π, κινούμενος με αυτό επί της ανωτέρω ανώνυμης οδού, εξερχόταν απ' αυτήν, με μικρή ταχύτητα, στην Ε.Ο, επιχειρώντας να τη διασχίσει κάθετα. Ο παραπάνω οδηγός, αν και στην πορεία του υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του ("SΤΟΡ"), δεν ακινητοποίησε το όχημα του και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στα αυτοκίνητα που εκινουντο επί της Ε.Ο., αλλά συνέχισε απερίσκεπτα την πορεία του, εισερχόμενος σ' αυτήν (Ε.Ο.), με αποτέλεσμα να αποκλείσει το ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, ο οποίος τη στιγμή εκείνη πλησίαζε την άνω διασταύρωση, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ως κάθε μέσος συνετός οδηγός θα έπραττε και παρόλο που αντιλήφθηκε το εξελθόν από την ανώνυμη οδό όχημα από απόσταση 50 μέτρων τουλάχιστον, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, ως όφειλε, ενόψει και της διασταυρώσεως, ούτε τροχοπέδησε το όχημα του, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε ο κατηγορούμενος, να επιπέσει αυτό με σφοδρότητα επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ζ. Το τελευταίο, κατά το χρόνο της σύγκρουσης είχε διασχίσει και την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς ... ρεύματος και είχε φθάσει περί το μέσον της Ε.Ο, ενδιάμεσα των διαγραμμίσεων τύπου ζέβρας που υπάρχουν εκεί, προτιθέμενο να συνεχίσει την πορεία του, μάλλον, προς τα αριστερά και να εισέλθει στις λωρίδες κυκλοφορίας προς ..., ήταν δε όχημα ΜΑΖDΑ 323, ανάλογου μήκους. Η κυκλοφορία των οχημάτων τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν, εξάλλου, μέτρια στην Ε.Ο., ώστε εάν ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του, με κανονική ταχύτητα (ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, ως προελέχθη, 50 χλμ/ώρα) θα είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό και να αποτραπεί η σύγκρουση δεδομένης και της πολύ μικρής ταχύτητας (10-15 χλμ/ώρα) που εκινείτο το ΜΑΖDΑ. Παρά ταύτα, οδήγησε το όχημα του με την ως άνω μεγάλη ταχύτητα, ένεκα της οποία δεν είχε, ως όφειλε, τον πλήρη αυτού έλεγχο, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, χωρίς να μειώσει την άνω αυξημένη, κατά πολύ, ταχύτητα του, ούτε έλεγξε πλήρως την κίνηση της ανώνυμης οδού, από την οποία εκείνη τη στιγμή εξερχόταν το με αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα, όπως προαναφέρθηκε, συνεχίζοντας, απερίσκεπτα με την ίδια ταχύτητα την πορεία του, να συγκρουστεί με το όχημα αυτό. Κατά την πρόσκρουση, ο κατηγορούμενος προέβη σε ακαριαία πέδηση και τα δύο αυτοκίνητα πλαγιολισθαίνοντας -κολλημένα, διέσχισαν το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ακινητοποιήθηκαν στο τοιχείο του πεζοδρομίου και στις προστατευτικές μπάρες της Ε.Ο. Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίσθηκαν θανάσιμα, τόσο ο οδηγός του "ΜΑΖDΑ" Ζ, όσο και ο συνοδηγός Ρ. Ειδικότερα ο μεν πρώτος υπέστη "κακώσεις σπονδυλικής στήλης, θώρακος, κοιλίας, πυέλου και κάτω άκρων", ο δε δεύτερος "πολλαπλές κακώσεις θώρακος". Εκ των τραυμάτων αυτών, ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατος τους (βλ. τις με αριθμ πρωτοκ. 502/21-4-2004 και 501/6-4-2004 ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας - νεκροτομής). Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, ανεξάρτητα δε από τη σοβαρή συγκλίνουσα υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού, το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε, προκλήθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου και από την ως άνω αμελή συμπεριφορά αυτού (κατηγορουμένου). Όλα τα πιο πάνω αποδείχθηκαν από την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία και πλέον συγκεκριμένα από τις χωρίς όρκο καταθέσεις, ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, των πολιτικώς εναγουσών, σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και ευρήματα της σύγκρουσης (βλ., εκτός άλλων, προσκομιζόμενα, σχεδιάγραμμα τροχαίας και έκθεση αυτοψίας, σε συνδυασμό με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τ). Το ως άνω συμπέρασμα, εξάλλου, στο οποίο, με βάση τα αποδειχθέντα, κατέληξε το Δικαστήριο δεν αναιρείται από μόνη την υπ' αριθμ. 2702/2008, προσκομιζόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο θανών οδηγός. Επομένως, συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, εις βάρος του κατηγορουμένου και πρέπει, κατόπιν τούτων να κηρυχθεί ένοχος αυτού, κατά τα στο διατακτικό, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του, ως αβασίμων". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο ... στις 28-2-2004 από αμέλειά του δηλ. απ'την έλλειψη της προσοχής που ώφειλε απ'τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με τα'όχημά του και κατά την οδήγησή του , τον θάνατο σ'άλλους, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθμ.κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του και βαίνοντας μ'αυτό στο 37ο χιλμ. της Ε.Ο....στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από ... προς ..., φθάνοντας στην διασταύρωση της ανωτέρω οδού με ανώνυμη οδό, η οποία χρησιμεύει ως είσοδος και έξοδος από παραλία (έναντι της οδού ...) προς την ΕΟ ..., δεν είχε, ως ώφειλε, τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε μείωσε την αυξημένη ταχύτητά του, ως ώφειλε, ούτε έλεγξε την κίνηση της δεύτερης (ανώνυμης) οδού από την οποία εκείνη την στιγμή, εξήρχετο το υπ'αριθμ.... ΙΧΕ, με αποτέλεσμα, συνεχίζοντας την πορεία του απερίσκεπτα και με την ίδια ταχύτητα να συγκρουσθεί με το όχημα αυτό και να προκαλέσει σωματικές βλάβες στους α)Ζ (οδηγό του ... ΙΧΕ) ο οποίος έπαθε κακώσεις σπονδυλικής στήλης θώρακος, κοιλίας, πυελού και κάτω άκρων, και β)Ρ (συνοδηγό του ... ΙΧΕ) ο οποίος έπαθε πολλαπλές κακώσεις θώρακος, με συνέπεια από την πρόκληση των ως άνω σωματικών βλαβών ως μόνης ενεργού αιτίας να επέλθει ο θάνατος αμφοτέρων". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τις διατάξεις των αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος κατά συρροή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ 1β, 28, 94 και 302 παρ. 1 ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Διαλαμβάνει επίσης και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τ' αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, μη απαιτουμένης, όπως προαναφέρθηκε, της στάθμισης της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων και ληφθέντων υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων χωριστά. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) όπως συνάγεται από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών το δικαστήριο σαφώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε το επελθόν αποτέλεσμα ήτοι συνδρομή μόνον άνευ συνειδήσεως αμέλειας, β) δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το ύψος της ταχύτητας του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ως προς τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού και αποφυγής του ατυχήματος και ως προς το ποίες καταθέσεις μαρτύρων συνεκτίμησε το Δικαστήριο, λόγω της γενικής αναφοράς στις καταθέσεις των μαρτύρων, αφού νοείται ότι συνεκτίμησε το σύνολο των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων που αναφέρεται γενικώς, αυτοπτών και μη, και δεν ήταν απαραίτητη η μνεία και η ειδική αξιολόγηση κάθε μίας καταθέσεως χωριστά. Η παραδοχή δε της ταχύτητας την στιγμή της συγκρούσεως σε 58 χιλ/ώρα, ανεξάρτητα αν γίνεται αποδοχή ή μη του σχετικού πορίσματος της Τροχαίας ή του πραγματογνώμονος και των διαφορετικά κατατιθέμενων, σχετικά με την ταχύτητα, από τους εξετασθέντες μάρτυρες, ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. γ) δεν υφίσταται αντίφαση στις άνω παραδοχές του αιτιολογικού, ούτε μεταξύ παραδοχών αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τον χρόνο που ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, από απόσταση 50 μ. και περί δυνατότητάς του αποφευκτικού ελιγμού, ούτε ως προς τον ακριβή χρόνο της συγκρούσεως και ως προς τις θέσεις των δύο οχημάτων κατά τη σύγκρουση. Οι αιτιάσεις δε , ότι από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων δεν αποδεικνύεται η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για το ατύχημα, ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι αντίθετοι ισχυρισμοί των μη αυτοπτών μαρτύρων για μεγάλη ταχύτητα, ότι οι παραδοχές περί ακαριαίας πεδήσεως του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό μέσο, ως και ότι με την 2702/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ο θανών οδηγός του άλλου αυτοκινήτου αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, πόρισμα το οποίο αντικρούει εμμέσως με τις ως άνω παραδοχές του το δικαστήριο, αιτιολογώντας πλήρως τη συνδρομή υπαιτιότητας, πλην του παθόντος και του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου οδηγού, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου βάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και η εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ)και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο πολιτικώς εναγόντων(άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-3-2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 2012/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ, για καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (δύο ανθρώπων). Τροχαίο. Άρθρα 28, 302 ΠΚ. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 1ος και 2ος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
0
Αριθμός 1823/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Γ. του Α., κατοίκου ... που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 112463/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 36108/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 19/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 182/13-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. 103/4-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Γ. του Α. και Ε., 40 ετών, ηλεκτρολόγου, κατοίκου ..., κατά των υπ' αριθμ. α) 112463/4-10-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως 9 μηνών που έχε μετατραπεί προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως και και χρηματική ποινή 300 ΕΥΡΩ για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών Τ.Ε.Β.Ε (Α.Ν. 86/1967), και, β) 36108/7-5-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 15636/24-10-2008 έφεσή του κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 112463/4-10-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ.1 και 3 και 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως είναι δέκα (10) ημερών από την δημοσίευση της αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος είναι παρών, εάν δε δεν είναι παρών η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα (10) ημερών, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Σχετικά δε με την προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τον γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου. Επί πλέον δε απαιτείται να προτείνεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στις 4 Δεκεμβρίου του έτους 2009, η δε υπ' αριθμ. 112463/4-10-2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 4-10-2004 εν απουσία του, στις 24-10-2008 άσκησε έφεση κατ' αυτής προ πάσης επιδόσεως, η εν λόγω απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 29-11-2004, συνεπώς είναι εκπρόθεσμη η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση. Η δε υπ' αριθμ. 36108/7-5-2009 έτερη προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που απέρριψε την υπ' αριθμ. 15636/24-10-2008 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 112463/4-10-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως ανυποστήρικτη, καταχωρήθηκε στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 3-8-2009, και η οποία ουδέποτε του επιδόθηκε και συνεπώς εμπροθέσμως ασκήθηκε κατ' αυτής. Πλην όμως επειδή δεν επικαλείται κανένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, πρέπει κατ' άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ να κηρυχθεί απαράδεκτη και όσον αφορά την υπ' αριθμ. 112463/4-10-2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και όσον αφορά την υπ' αριθμ. 36108/7-5-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 103/4-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Γ. του Α. και Ε., 40 ετών, ηλεκτρολόγου, κατοίκου ..., κατά των υπ' αριθμ. 1) 112463/4-10-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως 9 μηνών που έχει μετατραπεί προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως και χρηματική ποινή 300 ΕΥΡΩ για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών Τ.Ε.Β.Ε., και, 2) της υπ' αριθμ. 36108/7-5-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 15636/24-10-2008 έφεσή του κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 112463/αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 5-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Έτσι, αν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 501 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εάν η έφεση, που άσκησε ο κατηγορούμενος, απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση και όχι η πρωτοβάθμια. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 474 παρ. 2 υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, " όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή και σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ( ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο..." . Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται α) κατά της υπ' αριθμ. 112463/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης εννέα( 9) μηνών, μετατραπείσα προς 4.40 ημερησίως και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΤΕΒΕ., και β) κατά της υπ' αριθμ. 36108/7/5/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από τον ίδιο ασκηθείσα έφεση κατά της ανωτέρω πρωτοβαθμίου αποφάσεως. Η πρώτη όμως απόφαση δεν υπέκειτο στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί ήταν εκκλητή όπως απαγγέλθηκε, κατά το άρθρο 489 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ., χωρίς να έχει σημασία το γεγονός ότι με την δεύτερη απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η κατ' αυτής έφεση, ενώ όσον αφορά την δεύτερη απόφαση, από τη συνταχθείσα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ( τμήμα ενδίκων μέσων), υπ' αριθμ. 103/4/12/2009 σχετική έκθεση( άρθρο 474 παρ. 1 περ. α του ΚΠΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το λόγο ότι " απέρριψε την έφεση του ως ανυποστήρικτη", χωρίς να αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οποιοδήποτε λόγο από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ,και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4/12/2009 αίτηση του Γ. Γ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112463/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 36108/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αίτηση αναίρεσης στρέφεται: 1) κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση εννέα (9) μηνών για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών, και 2) κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Είναι απορριπτέα η αίτηση, διότι η πρώτη απόφαση δεν υπέκειτο σε αναίρεση, γιατί ήταν εκκλητή όπως απαγγέλθηκε (άρθρ. 489 παρ. 1 β΄ ΚΠΔ), ενώ η αναίρεση που στρέφεται κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν διαλαμβάνει κανένα λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1822/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 17η Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Ε. Β. του Α. και 2. Α. Β. του Σ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαυρουδή Βορίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9523/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Δ. Α., 2. Ε. Α. και 3. Ζ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Κουφοπούλου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 379/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ κατά τις οποίες, αντίστοιχα, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών....", και "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση...", συνάγεται ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης περιλαμβάνει αντικειμενικά μεν τον ισχυρισμό ή την διάδοση από τον υπαίτιο, ενώπιον τρίτου, γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, το δε γεγονός να είναι ψευδές, υποκειμενικά δε τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι ψευδές και συνάμα πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και τη θέληση να γίνει ο ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή να διαδοθεί το βλαπτικό αυτό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, αλλά και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που αναφέρεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ή χαρακτηρισμού, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν γεγονός και στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Επομένως, απλές κρίσεις και γνώμες και χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού, είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης, όχι όμως και εκείνο της δυσφήμησης (απλής ή συκοφαντικής). Σε περίπτωση καταδίκης για συκοφαντική δυσφήμηση επιβάλλεται το δικαστήριο να αναφέρει στην απόφαση ειδικά και συγκεκριμένα τα φερόμενα ως προσαπτόμενα σε ορισμένο πρόσωπο γεγονότα με τις τυχόν συναφείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή χαρακτηρισμούς, έτσι ώστε να κριθεί αντικειμενικά αν τα γεγονότα αυτά προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ή οι χαρακτηρισμοί και οι κρίσεις συνάπτονται με γεγονότα ή αν διατυπώθηκαν κατά τρόπο που να μη συνάπτονται με γεγονότα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού", νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με την παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, για να αποκλεισθεί ότι ο δράστης ενήργησε με ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, αλλά και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να εξετασθούν και άλλοι μάρτυρες οι οποίοι δεν κλήθηκαν ή δεν προσήλθαν. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Δ του ΚΠΔ. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το παρεμπίπτον μέρος αυτής, μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ο συνήγορος των κατηγορουμένων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Εφετείου, ζήτησε την αναβολή της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν οι μάρτυρες Ε. Ι. και Ι. Β.. Το δικαστήριο όμως με την 6697/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την αιτιολογία ότι "δεν κρίνει αναγκαίο να κληθούν και άλλοι μάρτυρες για την διαλεύκανση της υπόθεσης. Οι μάρτυρες και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αρκούν για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση στην εξεταζόμενη υπόθεση". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης απόφαση του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος των κατηγορουμένων παρεμπίπτουσα απόφαση του, με τη συνδρομή των οποίων, το "απαραίτητο της προσελεύ-σεως των δύο μαρτύρων", που είχαν αυτές επικαλεσθεί για τη στήριξη του αιτήματός τους, δεν ήταν πράγματι ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή του αιτήματος αυτού και την αναβολή της δίκης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στις κατηγορούμενες αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, από κοινού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενες, μητέρα και κόρη κατοικούν στην ... σε κατοικία μισθωμένη από το έτος 2003 επί της οδού .... Μαζί τους έφεραν και διατηρούσαν στην ως άνω οικία τους και τέσσερις σκύλους. Οι πολιτικώς ενάγοντες και οι μάρτυρες της παρούσας υπόθεσης που είναι ιδιοκτήτες όμορων οικοπέδων οχλήθηκαν από την παρουσία των σκύλων και προσέφυγαν στη Διεύθυνση Υγιεινής της Νομαρχίας με καταγγελίες σε βάρος των κατηγορουμένων για απόρριψη των περιττωμάτων των ζώων στο δρόμο. Οι κατηγορούμενες προς αντιπερισπασμό άρχισαν να καταγγέλλουν στις αρχές (Αστυνομία, Πυροσβεστική, Πολεοδομία, Δ/νσεις Περιβάλλοντος) όλους τους παραπάνω γείτονές τους για διάφορες πλημμέλειες - παραβάσεις στα ακίνητά τους (αυθαίρετες κατασκευές, αντικείμενα πρόσφορα για ανάφλεξη, διατήρηση οικόσιτων ζώων όπως περιστέρια, κουνέλια, κότες χωρίς την τήρηση κανόνων υγιεινής). Οι σχέσεις μεταξύ τους οξύνθηκαν περισσότερο και εξελίχθηκαν σε προσπάθεια αλληλοεξόντωσης τόσο δια της νομίμου οδού (καταγγελίες - μηνύσεις) όσο και με παράνομες πράξεις. Στη διένεξη αυτή αναμίχθηκε και ο σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης κατηγορούμενης Σ. Β. που έχει ήδη αποβιώσει (10-3-2005). Στα πλαίσια αυτά ο τελευταίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 μηνών για το αδίκημα της με πρόθεση πρόκλησης απλής σωματικής βλάβης που τέλεσε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ζ. Α., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του στις 6-11-04, δυνάμει της με αριθμό 21549/05 αποφάσεως του Μ Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ο παθών άσκησε επίσης και την από 22-5-06 αγωγή κατά του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" για τη ζημία που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια πράξη του Σ. Β., το δε "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" με τη σειρά του άσκησε την από 10-10-06 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των εδώ κατηγορουμένων ως κληρονόμων του παραπάνω δράστη (αποβιώσαντος). Με αφορμή λοιπόν τη δίκη που επρόκειτο να γίνει στις 5-2-07 (οπότε οι παραπάνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η με αριθμό 3830/07 απόφαση του Μ. Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχτηκε κατά ένα μέρος την πρώτη και απέρριψε ως απαράδεκτη τη δεύτερη), οι κατηγορούμενες με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγόντων Ζ. Α., Ε. Α. (συζύγου του πρώτου) και Δ. Α. (αυτόπτη μάρτυρα κατά τον τραυματισμό του Ζ. Α. από τον Σ. Β.) ενεργώντας από κοινού (συναπόφαση) ισχυρίστηκαν και διέδωσαν ενώπιον τρίτων στις 20-1-2007 ψευδή γεγονότα ως αληθή με τον ακόλουθο τρόπο: Ειδικότερα συνέταξαν σε περισσότερα (περίπου 10) αντίτυπα το παρακάτω κείμενο: "Θεατρική παράσταση 'Ο Αρχοντοζητιάνος' Θίασος: Ε. Α. Σκηνοθεσία και Σκηνογραφία: Ε. Α. Πρωταγωνιστής: Ζ. Α. Β' ρόλος: Αδελφή του ελέους: Ε. Α. Gest star: Δ. Α. Η παράσταση που δόθηκε αποσκοπούσε σε χρηματική επαιτεία Αγαπημένη και φιλήσυχη γειτονιά για την επόμενη παράσταση που θα δώσουν θα ενημερωθείτε." Από το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου σαφώς συνάγεται ότι οι κατηγορούμενες παρουσιάζουν τους πολιτικώς ενάγοντες (πρώτο και δεύτερη) ψευδώς ως επαίτες. Ότι η όλη υπόθεση και όσα ισχυρίστηκε ο πρώτος τόσο στην ποινική δίκη όσο και στο δικόγραφο της αγωγής για τον τραυματισμό του από τον Σ. Β. καθώς και οι αξιώσεις του σε σχέση με αυτόν ήταν σκηνοθετημένη - "κατασκευασμένη" και εντεύθεν ψευδείς και ότι αποσκοπούσαν να αποκομίσουν κέρδος προσφεύγοντας στο δικαστήριο σα να ζητούσαν ελεημοσύνη, με τη συνδρομή του τρίτου πολιτικώς ενάγοντος ως αυτόπτη μάρτυρα. Πλην όμως, τόσο ο τραυματισμός του Ζ. Α. όσο και οι απαιτήσεις του ήσαν βάσιμες, για το λόγο αυτό άλλωστε δικαιώθηκε τόσο από το ποινικό όσο και από το αστικό δικαστήριο κατά τα προαναφερθέντα. Σημειώνεται ότι το περιεχόμενο του ως άνω κειμένου αποφασίστηκε από κοινού από τις κατηγορούμενες και εν συνεχεία η δεύτερη το εκτύπωσε (έγραψε) στον υπολογιστή, η δε πρώτη το διένειμε, το παρέδωσε την ως άνω ημερομηνία στα χέρια συγκεκριμένων ατόμων. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι το παρέδωσε στον Ζ. Α., στον Δ. Α., στον Στ. Α., στη Ν. Β. (στην πόρτα της κατοικίας εκάστου) στην Τ. Π. καθώς και στους Ί. και Β.. Ο τρόπος τέλεσης του ως άνω αδικήματος ωστόσο δεν θεμελιώνει τη μορφή του αδικήματος της συκοφαντικής δια του τύπου δυσφήμισης καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι διαπράχθηκε με κατάχρηση του τύπου ως μέσου τέλεσης, αφού παρείχθη σε μικρό αριθμό αντιτύπων (όχι περισσότερα από 10 σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορίας δεδομένου ότι δεν μπόρεσαν να αναφέρουν περισσότερα από 10 ονόματα), δόθηκε στα χέρια συγκεκριμένων προσώπων και δεν διανεμήθηκε δεν τοιχοκολλήθηκε και δεν εκτέθηκε σε δημόσιο μέρος προσιτό στο κοινό (σε άγνωστο αριθμό προσώπων βλ. και ΑΠ 345/02 Ποιν.Δικ. 2002,800. Μ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδιξ σελίδα 978). Επομένως κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (άρθρ. 171 ΚΠΔ βλ. και σχετικό πίνακα με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Δημ. Ζημιανίτη) πρέπει να κηρυχθούν ένοχες για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως που τέλεσαν κατά τα προαναφερόμενα από κοινού σε βάρος των: Ζ. Α., Ε. Α. και Δ. Α. στις 20-1-07 στην .... Επίσης πρέπει να κηρυχθούν ένοχες του αδικήματος της εξυβρίσεως σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων, καθόσον αποδείχθηκε ότι στις 25-1-2007 στην ... από κοινού προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη των παραπάνω με τις ακόλουθες φράσεις προς τον Α. και Α.: "μαλάκα, πούστη, αρχίδι, ψωλογλύφτη, αλήτη, βάζε τα αγγούρια στον κώλο σου να τα ισιώσεις" στον Α. επί πλέον: "πούστη, κούτσαυλε, η γυναίκα σου τον παίρνει και σου τα φέρνει" στη δε Ε. Α.: "καριόλα, ψευτοθρήσκα, Κασσιανή, πουτάνα, αλήτισσα, στραβοκάνα, σε πήδηξε όλη η ... κι' έχουν ανοίξει τα πόδια σου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω δικαστήριο κήρυξε ενόχους τις αναιρεσείουσες της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, από κοινού, και επέβαλε σε καθεμία από αυτές συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 361 παρ. 11 και 362-363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Πλήρως δε αιτιολογείται ο άμεσος δόλος των αναιρεσειουσών, σε σχέση με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον δόλο αυτό, προσθέτως δε με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες αυτές προέβησαν, προκειμένου να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, Α) με την παραδοχή του ότι, με όσα ψευδώς ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων από κοινού οι αναιρεσείουσες με το κείμενο τους, στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι αυτές παρουσιάζουν τους πολιτικώς ενάγοντες αναληθώς ως επαίτες, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362-363 του ΠΚ, καθόσον με τους εκφραζόμενους σ' αυτό χαρακτηρισμούς και αξιολογικές κρίσεις, εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας των πολιτικώς εναγόντων με τον χαρακτηρισμό τους ως επαιτών., Β) διέλαβε στην απόφαση του το απαιτούμενο για την πληρότητα της υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος στοιχείο της γνώσης της αναλήθειας των όσων μειωτικών της προσωπικότητας των πολιτικώς εναγόντων ισχυρίσθηκαν, με την παραδοχή ότι "σύμφωνα με το προαναφερόμενο κείμενο οι εγκαλούντες εμφανίζονται αναληθώς ως επαίτες, με αφορμή την εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως του Ζ. Α. κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την εκ προθέσεως πρόκληση σωματικής βλάβης από τον Σ. Β., σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης των αναιρεσειουσών, κατά την οδήγηση του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του, εν γνώσει αυτών και με σκοπό να βλάψουν ενώπιον των προαναφερόμενων τρίτων την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, ενώ η αλήθεια την οποία αυτές γνώριζαν ήταν ότι ο Ζ. Α. ασκούσε δικαίωμα του με την άσκηση της ως άνω αγωγής", επαρκώς συνάγεται η γνώση της αναλήθειας των ισχυρισμών τους, ενώ περαιτέρω η ίδια γνώση αιτιολογείται πλήρως και από το ότι ο σχετικός ισχυρισμός τους φέρεται να στηρίζεται σε προσωπική τους αντίληψη των συνθηκών του συμβάντος, λόγω της εμπλοκής του συζύγου και πατρός των αναιρεσειουσών, αντίστοιχα, σ' αυτό, αλλά και των ιδίων ως εναγομένων από το Επικουρικό Κεφάλαιο- ως κληρονόμων του προαναφερθέντος Ζ. Α.-, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Γ) το δικαστήριο με την παραδοχή του ότι "οι κατηγορούμενες από κοινού ενεργώντας προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη άλλων και συγκεκριμένα απεύθυναν στους Ζ. Α., Α. Δ. και Ε. Α. τις φράσεις που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης", αιτιολογείται πλήρως η στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της εξύβρισης, για την υποκειμενική υπόσταση της οποίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς τον δόλο, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της. Ούτε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης για την πράξη της εξύβρισης εκ του ότι η αιτιολογία αυτής εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το μέρος δε που με τους λόγους αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικώς με τη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα και τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19/2/2010 αίτηση των Ε. Β. του Α. και Ά. Β. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9523/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ την κάθε μία και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση. Απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και ειδικότερα: 1) επί της κατηγορίας (ως προς την έννοια των " γεγονότων" σε συνδυασμό με την έλλειψη νομίμου βάσεως, 2) για τον δόλο, 3) για την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφαση του αιτήματος αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, 4) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση, Αναβολής αίτημα.
1
Αριθμός 1821/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνη Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλούδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.72/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 451/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Αυτοτελή ισχυρισμό αποτελεί και ο προβαλλόμενος στο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, ότι " κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση". Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Κατά το άρθρο 12 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2161/1993 και στη συνέχεια με το άρθρο 16 του Ν. 3772/2009 ( άρθρο 29 παρ. 1 του Κ.Ν.Ν. 3459/2006), "όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός(1) έτους. Η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της δικής του αποκλειστικά ανάγκης για τη συγκεκριμένη ουσία γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 30. Ειδικά για τις ναρκωτικές ουσίες της ηρωίνης, κοκαΐνης και κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, θεωρείται, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει άλλως, ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, όταν το όριο της κατασχεθείσας ποσότητας κάθε επί μέρους ναρκωτικής ουσίας, ανεξαρτήτως καθαρότητας, δεν υπερβαίνει το μικτό με την άμεση συσκευασία βάρος του ενός και ημίσεως (1 1/2) γραμμαρίου ηρωίνης ή κοκαΐνης, των πενήντα(50) γραμμαρίων ακατέργαστης κάνναβης και των πέντε(5) γραμμαρίων κατεργασμένης κάνναβης..." Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ. 1, 2,3 και 4α του Κ.Ν.Ν. 3459/2006, όπως αντικ. με Ν. 3727/2008 και Ν. 3811/2009, ορίζονται, αντίστοιχα, ότι: παρ. 1 " όσοι απόκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού",παρ. 2 " η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου, διαπιστώνεται....,η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται από ειδικά δημόσια κέντρα απεξάρτησης..., παρ. 3 "ο ενεργών την προανάκριση ή κυρία ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά την άμεση διενέργεια πραγματογνωμοσύνης........Αν οι πραγματογνώμονες αποφανθούν ότι υπάρχει εξάρτηση, πρέπει να καθορίσουν και το είδος της (σωματική ή ψυχική) και αν είναι δυνατόν το βαθμό της, το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό (εξαρτησιογόνο), την ημερήσια δόση, την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και αν τους ζητείται ειδικώς με την παραγγελία, την επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό", παρ. 4α "δράστης στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, αν είναι υπαίτιος τέλεσης : α) της πράξης του άρθρου 29 παρ. 1 παραμένει ατιμώρητος....". Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά από έρευνα της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών /// στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου ..., στους ..., στην οποία αυτός συζούσε με την δεύτερη κατηγορουμένη Χ (αναιρεσείουσα), παρουσία δικαστικού λειτουργού, στις 7/10/2008 και περί ώρα 21.50, βρέθηκαν σε εμφανή σημεία, οι κάτωθι ποσότητες ναρκωτικών ουσιών: α) ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 1,5 γραμμάρια, β) ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης βάρους 0,5 γραμμάρια, γ) ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης 3 γραμμάρια, δ) ποσότητα κατεργασμένης κάνναβης 0,3 γραμμάρια περίπου, ε) ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης 30 γραμμάρια περίπου, στ) ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης 0, 6 γραμμάρια περίπου, ζ) πέντε φιαλίδια περιέχοντα υγρή μεθαδόνη, βάρους 50 χιλιοστών του λίτρου και συνολικά 250 χιλιοστών του λίτρου, η) τέσσερα δισκία μεθαδόνης SYMORON, θ) οκτώ υπόθετα LΟΝΑLGAL, περιέχοντα τη δραστική ουσία κωδείνη, και ι) ηρωίνη , βάρους περίπου 0,1 γραμμάρια....Τις ποσότητες αυτές ο ως άνω κατηγορούμενος τις κατείχε στις 7/10/2008 από κοινού με την συγκατηγορούμενη του και συμβία του δεύτερη κατηγορουμένη Χ....Με βάση τα παραπάνω, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται, ως τοξικομανής...Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, μετά από έρευνα των διωκτικών αρχών, παρουσία δικαστικού λειτουργού, στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου, στους ... στις 7/1/2008 και περί ώρα 21.50, με τον οποίο η δεύτερη κατηγορουμένη συζούσε, αυτή βρέθηκε να κατέχει, από κοινού, με τον πρώτο κατηγορούμενο, α) ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού βάρους 34,1 γραμμάρια, κατανεμημένη σε τέσσερις επί μέρους συσκευασίες, και συγκεκριμένα ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, βάρους περίπου 0,5 γραμμάρια, εντός πλαστικού σύνεργου τριψίματος κάνναβη, ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, βάρους περίπου 3 γραμμάρια, εντός νάυλον συσκευασίας, ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, βάρους περίπου 30 γραμμάρια, εντός νάυλον συσκευασίας, ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, περίπου 0,6 γραμμάρια, εντός νάυλον συσκευασίας, β) ποσότητα κατεργασμένης κάνναβης, βάρους περίπου 0,3 γραμμάρια, εντός νάυλον συσκευασίας, γ) πέντε φιαλίδια, περιέχοντα υγρή μεθαδόνη, βάρους 50 χιλιοστά και συνολικά 250 χιλιοστά. Αυτή, όπως βεβαιώνεται στην 28/28/1/2008 βεβαίωση του ψυχιάτρου, υπεύθυνου της μονάδας αποκατάστασης ..., είναι τοξικομανής. Όμως, οι ως άνω ποσότητες, που κατείχε η δεύτερη κατηγορουμένη Χ, είναι μεγάλες για την ικανοποίηση αποκλειστικά των προσωπικών της αναγκών με καθημερινή χρήση, και συνεπώς δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός της ότι προοριζόταν για δική της χρήση, δεδομένου ότι και η ίδια με τον σχετικό ισχυρισμό της δεν προσδιόρισε την ποσότητα της ημερήσιας δόσης που είχε ανάγκη. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη των αξιόποινων πράξεων που της αποδίδονται, ως τοξικομανής, απορριπτόμενου του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού της, ερειδομένου στη διάταξη του άρθρου 29 του ΚΝΝ 3459/2006...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών που τελέσθηκε από τοξικομανή (άρθρα 1, 12, 14,26 παρ 1, 27 παρ. 1, 45, του ΠΚ και άρθρα 4 παρ. 1,3, Πιν. Α στοιχ.5, 6, Πιν.Β στοιχ.3 και 4 , Πιν. Γ στοιχ.110, 20 παρ. 1 περ. ζ, 30 παρ. 1 του ΚΝΝ 3459/2006) και της επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός(1) έτους και χρηματική ποινή 3000 ευρώ, αφού της αναγνώρισε τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 δ και ε του ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την καταδίκη της αναιρεσείουσας για την αξιόποινη πράξη της κατοχής ναρκωτικών, δεν έχει την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ εξ άλλου παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες και ασάφειες, παρουσιάζει δε και λογικά κενά, έτσι ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ από το διατακτικό της αποφάσεως φαίνεται να καταδικάζεται για κατοχή από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της α)ποσότητας ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού βάρους 34,1 γραμμαρίων, κατανεμημένη σε τέσσαρις ανισοβαρείς συσκευασίες των 0,5 γραμμαρίων, 3 γραμμαρίων, 30 γραμμαρίων και 0,6 γραμμαρίων, β)ποσότητας κατεργασμένης κάνναβης 0,3 γραμμαρίων, γ) πέντε φιαλίδια, περιέχοντα υγρή μεθαδόνη, βάρους 50 χιλιοστών του λίτρου και συνολικά 250 χιλιοστών του λίτρου, εν τούτοις στο σκεπτικό αυτής φέρεται να κατέχει μαζί με τον συγκατηγορούμενό της, εκτός από τις προαναφερθείσες ποσότητες, α) ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 1,5 γραμμάρια, β) ποσότητα ηρωίνης, βάρους 0,1 γραμμάρια, γ) τέσσερα δισκία μεθαδόνης SΥΜΟRΟΝ, καθώς επίσης και οκτώ υπόθετα LΟΝΑLGAL, περιέχοντα τη δραστική ουσία κωδείνη. Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί οι ποσότητες που κατείχε και για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, και οι οποίες καλύπτονται από το τεκμήριο κατοχής των προαναφερθεισών ποσοτήτων ναρκωτικών από χρήστες, το οποίο έθεσε ο νόμος, δεν προοριζόταν για δική της αποκλειστικά χρήση, αλλά για εμπορία, ενόψει μάλιστα του ότι αυτή κρίθηκε ότι είναι " τοξικομανής" και ότι τις ποσότητες αυτές τις κατείχε όχι μόνη της, αλλά από κοινού με τον επίσης " τοξικομανή" συγκατηγορούμενό της. Επομένως, είναι βάσιμοι κατ' ουσίαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων, η οποία πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο εφόσον είναι εφικτό από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 72/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κατοχή ναρκωτικών. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραβίαση εκ πλαγίου των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 29 παρ. 1, 2, 3 και 4 α΄ ΚΝΝ 3459/2006, όπως αντικ. με Ν. 3727/2008 και 3811/2009). Δεκτοί οι λόγοι, διότι ενώ στο διατακτικό την καταδικάζει για κατοχή Χ, Ψ, Ω ναρκωτικών, στο σκεπτικό φέρεται να κατέχει και μάλιστα από κοινού και άλλα ναρκωτικά, ενώ περαιτέρω το δικαστήριο δεν αιτιολογεί γιατί οι ποσότητες που κατείχε και οι οποίες καλύπτονται από το τεκμήριο που έθεσε ο νόμος, δεν προοριζόταν για δική της αποκλειστική χρήση, αλλά για εμπορία, εν όψει και του γεγονότος ότι κρίθηκε τοξικομανής, αλλά και από κοινού κατέχουσα τις ποσότητες με τον συγκατηγορούμενό της επίσης τοξικομανή. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1824/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 17η Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Μ. Β. του Γ., και 2. Δ. Ξ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2600/2009 βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαρτίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 389/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιο Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 175/12-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., : α) την αίτηση αναιρέσεως της Μ. Γ. Β. κατοίκου ..., που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών από την δικηγόρο Αθηνών Δημ. Τσεκρέκου που προσκόμισε την από 11-3-2010 νομότυπη εξουσιοδότησή της, κατά του 2600/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την αίτηση αναιρέσεως του Δ. Σ. Ξ., κατοίκου ..., που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών από την δικηγόρο Αθηνών Δημ. Τσεκρέκου που προσκόμισε την από 11-3-2010 νομότυπη εξουσιοδότησή του, κατά του ίδιου 2600/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 435/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία : α) σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας για υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης των 73.000 ευρώ και β) σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντα για άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη , τις οποίες αυτοί φέρονται ότι τέλεσαν στην … από τον Ιανουάριο του 1999 μέχρι τον Νοέμβριο του 2005 σε βάρος της Ε.Π.Ε "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ". Η φερομένη ως παθούσα και πολιτικώς ενάγουσα παραπάνω ΕΠΕ άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού την 75/2009 έφεσή της η οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο 2600/2009 βούλευμά του με το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για τις παραπάνω πράξεις . Συγκεκριμένα με αυτό με αυτό (ακριβής αντιγραφή) : Α) στην πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Β. αποδίδεται ότι στον ..., σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο, οπωσδήποτε όμως μέσα στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 1999 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή της λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο με την ιδιότητα του υπευθύνου προσώπου που ήταν επιφορτισμένο με την εν γένει διαχείριση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ε. Π. Ε" [μηνύτρια εταιρεία], με βάση ειδικό όρο στο καταστατικό της τελευταίας, στα καθήκοντα της οποίας αναγόταν μεταξύ άλλων [α] η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της ως άνω μηνύτριας εταιρείας από πελάτες σε εκτέλεση ασφαλιστήριων συμβολαίων και η απόδοση αυτών στη συνέχεια στη μόνη δικαιούχο μηνύτρια εταιρεία, [β] η καταβολή ασφαλιστικών αποζημιώσεων προς τους πελάτες της εταιρείας από την πραγμάτωση ασφαλιστικών κινδύνων και πάλι για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, [γ] η είσπραξη αποζημιώσεων από τρίτους για λογαριασμό της εταιρείας, ήτοι η διαχείριση ξένης περιουσίας, ιδιοποιήθηκε με το να ενσωματώνει στη δική της ατομική περιουσία ξένα ολικά σε αυτήν κινητά πράγματα και συγκεκριμένα το ποσό των διακοσίων εξήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τεσσάρων [267.694] Ευρώ [€], που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από καταβληθέντα ασφάλιστρα από πελάτες-ασφαλιζόμενους στην παραπάνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στα πλαίσια των υποχρεώσεων τους από ενεργά ασφαλιστήρια συμβόλαια, ιδιοποιούμενη αυτά, με το να παρέχει στους συγκεκριμένους ασφαλισμένους τον προσωπικό κωδικό τον οποίο είχε ως ασφαλίστρια στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMEPICAN Α.Ε", παρά την ανειλημμένη συμβατικά υποχρέωση της να απενεργοποιήσει το συγκεκριμένο λογαριασμό της, καθώς και τον προσωπικό λογαριασμό χαρτοφυλακίου του συζύγου της Δ. Ξ. στην ανώνυμη εταιρεία με τη επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.",, έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η διακρίβωση του αριθμού των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που είχαν συναφθεί με τη δική της διαμεσολάβηση για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, εκδηλώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο βούληση ιδιοποίησης, χωρίς τη συνδρομή, μάλιστα, οποιου-δήποτε νομίμου λόγου ή αιτίας προς τούτο, δηλαδή, παράνομη και Β) στον δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Ξ. αποδίδεται ότι στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο παρείχε συνδρομή σε άλλον ειδικότερα στην παραπάνω συγκατηγορουμένη του Μ. Ξ.-Β., κατά τρόπο άμεσο στην εκτέλεση της κακουργηματικής πράξης της υπεξαίρεσης και κατά τη διάρκεια αυτής. Συγκεκριμένα, ών ο ίδιος πωλητής, παρείχε άμεση συνδρομή στην παραπάνω συγκατηγορουμένη-σύζυγό του προκειμένου η τελευταία να ιδιοποιηθεί παράνομα ξένα ολικά σε αυτήν κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή της λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας, καθώς είχε την ιδιότητα του υπεύθυνου προσώπου που ήταν επιφορτισμένη με την εν γένει διαχείριση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ε.Π.Ε" [μηνύτρια εταιρεία], στα καθήκοντα της οποίας αναγόταν μεταξύ άλλων [α] η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της ως άνω μηνύτριας εταιρείας από πελάτες σε εκτέλεση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και η απόδοση αυτών στη συνέχεια στη μόνη δικαιούχο μηνύτρια εταιρεία, [β] η καταβολή ασφαλιστικών αποζημιώσεων προς τους πελάτες της εταιρείας από την πραγμάτωση ασφαλιστικών κινδύνων και πάλι για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, [γ] η είσπραξη αποζημιώσεων από τρίτους για λογαριασμό της εταιρείας, ήτοι η διαχείριση ξένης περιουσίας, όντας και αυτός ο ίδιος πωλητής αυτοκινήτων στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία [ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.], και ως εκ τούτου έχοντας προσωπικό λογαριασμό χαρτοφυλακίου, με το να παράσχει και επιτρέψει σε αυτήν τη χρήση του προσωπικού του αυτού λογαριασμού μέσω του οποίου κατατίθεντο τα ασφάλιστρα και έτσι αυτή να μπορέσει να ιδιοποιηθεί, ενσωματώνοντας στη δική της ατομική περιουσία, ξένα ολικά σε αυτήν κινητά πράγματα και συγκεκριμένα το ποσό των διακοσίων εξήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τεσσάρων [267.694] €, που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από καταβληθέντα ασφάλιστρα από πελάτες-ασφαλιζόμενους στην παραπάνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στα πλαίσια των υποχρεώσεων τους από ενεργά ασφαλιστήρια συμβόλαια, ιδιοποιούμενη αυτά. Δηλαδή, η συνδρομή του σε αυτήν στο να μη γίνει αντιληπτός από τους εταίρους της μηνύτριας εταιρείας ο αριθμός των ενεργών συμβολαίων τα οποία είχαν συναφθεί στο όνομα και για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας και κατ' επέκταση των ασφαλίστρων που η μηνύτρια εταιρεία είχε το δικαίωμα να εισπράξει, συνίστατο στο να διαθέσει τον προσωπικό του λογαριασμό στη συγκατηγορούμενη του, προκειμένου αυτή να τον γνωστοποιεί στους υπόχρεους ασφαλισμένους [πελάτες της] για να καταθέτουν σε αυτόν τα ασφάλιστρα, με βάση τα ασφαλιστήρια συμβόλαια τους και να είναι περισσότερο ευχερής η είσπραξη τους, χωρίς να υποπέσει στην αντίληψη των εταίρων της μηνύτριας εταιρείας κάτι τέτοιο. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε : α) στην πρώτη αναιρεσείουσα στις 5-5-2010, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Μ. Μελέτιου και β) στον δεύτερο αναιρεσείοντα την ίδια ημέρα από τον ίδιο επιμελητή , και αυτοί στις 12-5-2010 , δηλ. εμπρόθεσμα εντός της προβλεπόμενης δεκαημέρου προθεσμίας (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ) , άσκησαν τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως. Οι κατηγορούμενοι με τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεώς της στρέφονται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος, που τους παραπέμπει για κακούργημα (α. 482 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ) και ζητούν την εξαφάνισή του για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας (α. 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ). Επειδή οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και παραδεκτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν στην ουσία τους . ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαιρέσεως) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά το ν. 2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής (ΑΠ 1474/2007, ΑΠ 1120/2006, ΑΠ 685/2004). Τέλος επιβαρυντική περίσταση υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος αποτελεί, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. του α.375 του ΠΚ όπως αυτό προστέθηκε με το α. 14 παρ. 3β του Ν. 2721/1999, η παράνομη ιδιοποίηση αντικειμένου αξίας άνω των 73.000 ευρώ. Έχει κριθεί ότι το έγκλημα αυτό τελεί και ο διαχειριστής εταιρείας που εισπράττει χρήματα για λογαριασμό της και αντί να τα εισφέρει στο ταμείο της εταιρείας τα κατακρατεί και τα ιδιοποιείται (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 300/2001, ΑΠ 1674/1987, ΑΠ 1748/1989). Τέλος ο συμμέτοχος στο έγκλημα αυτό ευθύνεται σε βαθμό κακουργήματος αν, σύμφωνα με το α.49 του Π.Κ., οι παραπάνω ιδιαίτερες σχέσεις και ιδιότητες (διαχειριστής κ.τ.λ.) συντρέχουν και στο πρόσωπό του (ΑΠ 1474/2007, ΑΠ 542/2004, ΑΠ 804/1996, ΑΠ 899/1999, Μυλωνόπουλος Τα εγκλήματα κατά της περιουσίας και ιδιοκτησίας σελ. 208). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1165/2003, ΑΠ 90/2000, ΑΠ 43/1999). ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. .../19.11.1998 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδου Δράγκου, στο οποίο συμπεριλήφθηκε το καταστατικό της, ακριβές αντίγραφο του οποίου καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και περίληψη του οποίου δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 9087/ 26.11.1998 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) μεταξύ των αρχικών εταίρων Δ. Κ. και Ι. Δ. συστάθηκε η εγκαλούσα και ήδη εκκαλούσα ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΕΠΕ" και διακριτικό τίτλο "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΕΙΟΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΕΠΕ" και ήδη "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕ" με καταστατικό σκοπό την ανάληψη αντί προμηθείας ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών (πρακτορεία ασφαλειών). Κύρια δραστηριότητα της εταιρείας ήταν η πρακτορεία των συμβάσεων ασφαλιστικής κάλυψης, οι οποίες καταρτίζονταν για τα αυτοκίνητα, που πωλούσαν οι εταιρείας (του ιδίου ομίλου) "ΣΙΔΗΚΑ ΑΕ" και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ ΑΕ" σε συνεργασία προς τούτο με την ασφαλιστική εταιρεία "Interamerican", από την οποία και θα ελάμβανε τις σχετικές προμήθειες. Διαχειρίστρια της εγκαλούσας ήδη εκκαλούσας εταιρείας ορίσθηκε με το καταστατικό η πρώτη κατηγορουμένη Μ. Β. η οποία όταν ανέλαβε τα καθήκοντα της τον Ιανουάριο του έτους 1999 έπαυσε να εργάζεται ατομικά ως ασφαλιστική εταιρεία "INTERAMEPICAN" όπως ήταν μέχρι τότε και γι' αυτό διαγράφηκε από τα μητρώα μελών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (βλ. την υπ' αριθ. 5862/11.5.2006 βεβαίωση του ανωτέρω Επιμελητηρίου). Μάλιστα με ρητό όρο του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρείας απαγορεύθηκε στην πρώτη κατηγορουμένη να ενεργεί για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πράξεις που ανάγονταν στο σκοπό της εγκαλούσας. Στις αρμοδιότητες της πρώτης κατηγορουμένης ανάγονταν μεταξύ άλλων: α) η είσπραξη των ασφαλίστρων από τους πελάτες για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, σε εκτέλεση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και η απόδοση αυτών στη συνέχεια στη μόνη δικαιούχο εγκαλούσα εταιρεία, β) η καταβολή ασφαλιστικών αποζημιώσεων προς τους πελάτες της εγκαλούσας από την πραγμάτωση ασφαλιστικών κινδύνων και πάλι για λογαριασμό της εγκαλούσας και γ) η είσπραξη αποζημιώσεων από τρίτους για λογαριασμό της εγκαλούσας. Τον Ιανουάριο του έτους 1999 η πρώτη κατηγορουμένη έπεισε τους εταίρους της εγκαλούσας να προσλάβουν το δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Ξ., σύζυγο της, ως πωλητή στην εταιρεία "ΣΙΔΗΚΑ Εμπορία Αυτοκινήτων Α.Ε.". Η εγκαλούσα εταιρεία λειτούργησε μέχρι το έτος 2003 χωρίς να αποδίδει κέρδη. Αυτό προκάλεσε ανησυχία στους εταίρους της, οι οποίοι κατά το έτος 2003 συγκάλεσαν στα γραφεία της, στον ..., σύσκεψη, στην οποία παρέστησαν ο Δ. Π., διευθυντής του καταστήματος ... της εταιρείας "INTERAMEPICAN" και οι κατηγορούμενοι. Εκεί, μετά από πρόταση της πρώτης κατηγορουμένης συμφωνήθηκε να προσληφθεί νέο πρόσωπο της εμπιστοσύνης της και συγκεκριμένα ο Γ. Τ., ασφαλιστής, για να την βοηθά στις εργασίες της. Όμως και μετά από αυτά η εταιρεία συνέχισε να μην αποδίδει κέρδη. Τέλος κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005, μετά από προσπάθειες των εταίρων της εγκαλούσας και σχετικούς ελέγχους, διαπιστώθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, καθ' όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε τη διαχείριση της εγκαλούσας, ήτοι από τον Ιανουάριο του έτους 1999 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005, παρά τη σχετική της δέσμευση με το καταστατικό της εγκαλούσας, διατήρησε το λογαριασμό χαρτοφυλακίου της στην εταιρεία "INTERAMEPICAN" και ταυτόχρονα τηρούσε και άλλο λογαριασμό χαρτοφυλακίου στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία στο όνομα του δευτέρου κατηγορουμένου συζύγου της. Στη συνέχεια γνωστοποιούσε στους υπόχρεους σε καταβολή ασφαλίστρων πελάτες της εγκαλούσας τους αριθμούς των λογαριασμών αυτών (της ιδίας και του συζύγου της) για να καταθέτουν, σε αυτούς τα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα να καταχωρούνται στους λογαριασμούς αυτούς και να εισπράττονται από την ίδια οι προμήθειες από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια των αυτοκινήτων τα οποία πωλούσαν οι εταιρείες "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε." και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ Α.Ε." και των οποίων η εγκαλούσα εταιρεία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ε.Π.Ε." παρείχε την ασφαλιστική κάλυψη. Ειδικότερα κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα οι εταιρείες "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε." και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ Α.Ε." πώλησαν σε διάφορους αγοραστές 11.438 καινούργια και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Από αυτά ποσοστό 25% ασφαλιζόταν στην εταιρεία "INTERAMERICAN" και για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο η τελευταία λάμβανε 210 ευρώ, η δε εγκαλούσα δικαιούνταν ως προμήθεια ποσοστό 18%. Έτσι η πρώτη κατηγορουμένη, με την καταχώρηση των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων στους λογαριασμούς χαρτοφυλακίου της ιδίας και του συζύγου της, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 108.000 ευρώ (11.438 Χ 25% Χ 210 Χ 18%). Επί πλέον από τους ήδη (προ της ενάρξεως της λειτουργίας της εγκαλούσας) υπάρχοντες 20.000 πελάτες της εταιρείας "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.", ποσοστό 10% ασφαλιζόταν στην εταιρεία "INTERAMERICAN" και για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο η τελευταία λάμβανε 210 ευρώ, η δε εγκαλούσα δικαιούνταν ως προμήθεια ποσοστό 18%. Έτσι η πρώτη κατηγορουμένη, με την καταχώρηση των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων στους λογαριασμούς χαρτοφυλακίου της ιδίας και του συζύγου της, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 75.600 ευρώ (20.000 Χ 10% Χ 210 Χ 18%). Εξάλλου η πρώτη κατηγορουμένη, έχοντας από το καταστατικό της εγκαλούσας την εξουσία να εκδίδει τραπεζικές επιταγές στο όνομα της τελευταίας, πλήρωνε τα ασφάλιστρα των πελατών στην ασφαλιστική εταιρεία "INTERAMEPICAN" με επιταγές της εγκαλούσας, παρακρατώντας παράλληλα τα χρήματα που της κατέβαλαν για το σκοπό αυτό οι ασφαλιζόμενοι. Σε έλεγχο που έκανε η εγκαλούσα το Νοέμβριο του έτους 2005 διαπιστώθηκε ότι, από 521 ασφαλιστήρια συμβόλαια που έκανε η πρώτη κατηγορουμένη με την πιο πάνω ιδιότητα της, τα 204 είχαν περάσει στους προσωπικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων και είχαν πληρωθεί στην εταιρεία "INTERAMERICAN" με επιταγές της εγκαλούσας που είχε υπογράψει η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα τα καταβληθέντα από τους ασφαλισμένους ασφάλιστρα ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 42.840 ευρώ (210 Χ 204). Περαιτέρω, εκτός των πωλήσεων αυτοκινήτων σε φυσικά πρόσωπα, οι εταιρείες "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε." και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ Α.Ε." είχαν πωλήσει αυτοκίνητα και σε νομικά πρόσωπα (εταιρείες), των οποίων η πρώτη κατηγορουμένη, με την πιο πάνω ιδιότητα της, αναλάμβανε τις ασφαλιστικές καλύψεις. Όμως δεν απέδωσε τις ασφαλιστικές εισφορές τους, συνολικού ύψους 31.294 ευρώ, στο ταμείο της εγκαλούσας αλλά τις ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τέλος η πρώτη κατηγορουμένη έφερνε τους συγγενείς της ιδίας και του δευτέρου κατηγορουμένου συζύγου της να επισκευάσουν τα αυτοκίνητα τους στα συνεργεία της εγκαλούσας μη αποδίδοντας στην τελευταία τις οφειλόμενες αμοιβές για τις επισκευές, που ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 9.960€, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στην εκτέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης της πρώτης κατηγορουμένης και κατά τη διάρκεια αυτής παρείχε άμεση συνδρομή ο δεύτερος κατηγορούμενος σύζυγος της, ο οποίος επέτρεψε σ' αυτήν τη χρήση του προσωπικού του λογαριασμού όπου κατατίθεντο τα ασφάλιστρα, τα οποία στη συνέχεια αυτή ιδιοποιούνταν, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει αντιληπτός από τους εταίρους της εγκαλούσας ο αριθμός των ενεργών συμβολαίων που είχαν πράγματι συναφθεί στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας και κατ' επέκταση των ασφαλίστρων και προμηθειών που η εγκαλούσα είχε δικαίωμα να εισπράξει. Οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους αρνούνται την κατηγορία και ισχυρίζονται ότι η μήνυση υποβλήθηκε για λόγους αντιπερισπασμού διότι αυτοί έχουν αξιώσεις κατά της εγκαλούσας ποσών 5.000 ευρώ από "δεδουλευμένες εισφορές" (προδήλως εννοούν οφειλόμενες αποδοχές) και 30.000 ευρώ από δάνειο προς τον εταίρο της εγκαλούσας Ι. Δ.. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί, δεδομένου ότι από τους μάρτυρες οι οποίοι τους επιβεβαιώνουν, οι μεν Π. Σ. και Δ. Π. καταθέτουν με βάση διηγήσεις των ίδιων των κατηγορουμένων, οι δε Γ. Τ. και Σ. Β. δεν αναφέρουν την πηγή της γνώσεως τους. Αντίθετα οι μάρτυρες Β. Δ. και Μ. Ρ. που επιβεβαιώνουν την κατηγορία καταθέτουν με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα και από ιδία αντίληψη, μάλιστα δε η τελευταία καταθέτει ότι η πρώτη κατηγορουμένη, μετά την αποκάλυψη των πιο πάνω παράνομων πράξεων της και την απομάκρυνση της από την εγκαλούσα, έστελνε επιστολές σε πελάτες της εγκαλούσας, ισχυριζόμενη με αυτές ψευδώς ότι η εγκαλούσα έπαυσε να συνεργάζεται με την "INTERAMERICAN" και ότι η ασφάλιση τους συνεχιζόταν μέσω της ιδίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον των ως άνω κατηγορουμένων για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ης ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 73.000€ και της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη. Συνεπώς το εκκαλούμενο βούλευμα που έκρινε ότι τέτοιες ενδείξεις δεν υπήρξαν έσφαλε και για τον λόγο αυτό πρέπει να εξαφανισθεί, αφού η έφεση γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1 εδ.ε και 313 Κ.Π.Δ., πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα: 1ε, 8 παρ. 1ε, 8 παρ.1γ (όπως αντικ.με αρθρ. 14 Ν.1649/86), 111 παβ4., 122 παρ.1, 128, 129α Κ.Π.Δ. για να δικαστούν για τις παραπάνω πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1β και 375 παρ.2 εδ.α-β-1 Π.Κ. ". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παρέπεμψε την πρώτη κατηγορουμένη ως αυτουργό και τον δεύτερο ως άμεσο συνεργό για να δικαστούν για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος για τα εξής κεφάλαια: α) για ιδιοποίηση 108.000 ευρώ από προμήθειες που δεν αποδόθηκαν στο ταμείο της εγκαλούσας από την ασφάλιση 2.859 αυτοκινήτων που πουλήθηκαν μέσω άλλων μητρικών της εταιρειών β) για ιδιοποίηση 75.000 ευρώ από προμήθειες που δεν αποδόθηκαν στο ταμείο της εγκαλούσας από τη συνέχιση ασφάλισης 2.000 αυτοκινήτων που είχαν πωληθεί μέσω άλλων μητρικών της εταιρειών γ) για ιδιοποίηση 42.840 ευρώ που αφορούσαν ασφάλιστρα τα οποία κατέβαλαν ιδιοκτήτες 204 αυτοκινήτων αλλά καταβλήθηκαν με επιταγές της εγκαλούσας χωρίς να εισέλθουν στο ταμείο της δ) για ιδιοποίηση 31.294 ευρώ που αφορούσαν ασφάλιστρα αυτοκινήτων που κατέβαλαν διάφορα νομικά πρόσωπα τα οποία ενώ έλαβαν δεν φρόντισαν να εισέλθουν στο ταμείο της και ε) για ιδιοποίηση 9.960 ευρώ που αφορούσαν επισκευές αυτοκινήτων συγγενών τους στα συνεργεία των μητρικών εταιρειών της εγκαλούσας. Με το περιεχόμενο αυτό το βούλευμα αυτό δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα αυτό : α) δεν καθορίζει την ταυτότητα όλων των αυτοκινήτων και των ιδιοκτητών τους (φυσικών και νομικών προσώπων) που κατέβαλαν τα ασφάλιστρα καθώς και το διάστημα της ασφάλισης που κάλυπταν αυτά, στοιχεία που μπορούσαν εύκολα να αναζητηθούν από τη INTERAMERICAN με βάση τους κωδικούς των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας για όλο το διάστημα του χρόνου τελέσεως β) δεν καθορίζει αν η προμήθεια της εγκαλούσας αφαιρείτο από τα ασφάλιστρα και έπρεπε να εισέλθει στο ταμείο της εγκαλούσας απευθείας ή επιστρεφόταν από την ασφαλιστική εταιρεία γ) δεν καθορίζει την ταυτότητα των επιταγών της εγκαλούσας που δόθηκαν στην ασφαλιστική εταιρεία για ασφάλιστρα αυτοκινήτων ύψους 42.840 ευρώ που εισπράχτηκαν από τους ιδιοκτήτες τους δ) δεν καθορίζει αν το ποσό των 9.960 ευρώ καταβλήθηκε από τους συγγενείς των κατηγορουμένων για την επισκευή των αυτοκινήτων τους ώστε να μπορεί να είναι αντικείμενο υπεξαίρεσης και δ) δεν αναφέρει αν η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας υπάρχει και στο πρόσωπο του άμεσου συνεργού , δηλ. του δευτέρου κατηγορουμένου , όταν αυτό δέχεται ότι μέσω του κωδικού του ασφαλίστηκαν μόνο 204 αυτοκίνητα και παρά ταύτα τον παραπέμπει αναιτιολόγητα για ασφάλιση μέσω του ίδιου κωδικού για ασφάλιση τουλάχιστον 4.859 αυτοκινήτων. Με βάση τα δεδομένα αυτά το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (α. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ) γι' αυτό πρέπει η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή στην ουσία της, να αναιρεθεί αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που συμμετείχαν στην έκδοσή του (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνουν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές : α) η 36 /12-3-2010 αίτηση αναιρέσεως της Μ. Γ. Β., κατοίκου ... (...) και β) την 35/12-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Σ. Ξ., κατοίκου ... (...), κατά του 653/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν κρίνει προηγουμένως. Αθήνα 11-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 12.3.2010 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Μ. Β. και 2) Δ. Ξ., στρεφόμενες κατά του υπ' αριθμ. 2600/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και πρέπει να συνεκδικασθούν. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 435/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία: α) κατά της πρώτης αναιρεσείουσας Μ. Β. για υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 73.000 ευρώ, και β) κατά του δεύτερου αναιρεσείοντα Δ. Ξ. για άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη, πράξεις τις οποίες αυτοί φέρονται ότι τέλεσαν στην … από τον Ιανουάριο του 1999 μέχρι τον Νοέμβριο του 2005 σε βάρος της ΕΠΕ με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ". Η φερόμενη ως παθούσα και πολιτικώς ενάγουσα ως άνω εταιρία άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού την αριθμ. 75/2009 έφεσή της, η οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2600/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς εφετείου Αθηνών για να δικασθούν για τις παραπάνω πράξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαιρέσεως) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά το ν. 2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του αυτής. Τέλος επιβαρυντική περίσταση της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος αποτελεί, σύμφωνα σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. του α.375 του ΠΚ όπως αυτό προστέθηκε με το α. 14 παρ. 3β του Ν. 2721/1999, η παράνομη ιδιοποίηση αντικειμένου αξίας άνω των 73.000 ευρώ. Έχει κριθεί ότι το έγκλημα αυτό τελεί και ο διαχειριστής εταιρείας που εισπράττει χρήματα για λογαριασμό της και αντί να τα εισφέρει στο ταμείο της εταιρείας τα κατακρατεί και τα ιδιοποιείται. Τέλος ο συμμέτοχος στο έγκλημα αυτό ευθύνεται σε βαθμό κακουργήματος αν, σύμφωνα με το α. 49 του Π.Κ., οι παραπάνω ιδιαίτερες σχέσεις και ιδιότητες (διαχειριστής κ.τ.λ.) συντρέχουν και στο πρόσωπό του. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 3 στοιχ. ε του ΚΠΔ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η κατ' είδος αναφορά τούτων, χωρίς αναλυτική παράθεση των και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2600/2009 βούλευμα του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγο-ρουμένων και τα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. .../19.11.1998 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδου Δράγκου, στο οποίο συμπεριλήφθηκε το καταστατικό της, ακριβές αντίγραφο του οποίου καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και περίληψη του οποίου δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 9087/26.11.1998 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) μεταξύ των αρχικών εταίρων Δ. Κ. και Ι. Δ. συστάθηκε η εγκαλούσα και ήδη εκκαλούσα ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΕΠΕ" και διακριτικό τίτλο "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΕΙΟΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΕΠΕ" και ήδη "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕ" με καταστατικό σκοπό την ανάληψη αντί προμηθείας ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών (πρακτορεία ασφαλειών). Κύρια δραστηριότητα της εταιρείας ήταν η πρακτορεία των συμβάσεων ασφαλιστικής κάλυψης, οι οποίες καταρτίζονταν για τα αυτοκίνητα, που πωλούσαν οι εταιρείας (του ιδίου ομίλου) "ΣΙΔΗΚΑ ΑΕ" και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ ΑΕ" σε συνεργασία προς τούτο με την ασφαλιστική εταιρεία "Interamerican", από την οποία και θα ελάμβανε τις σχετικές προμήθειες. Διαχειρίστρια της εγκαλούσας ήδη εκκαλούσας εταιρείας ορίσθηκε με το καταστατικό η πρώτη κατηγορουμένη Μ. Β. η οποία όταν ανέλαβε τα καθήκοντα της τον Ιανουάριο του έτους 1999 έπαυσε να εργάζεται ατομικά ως ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" όπως ήταν μέχρι τότε και γι' αυτό διαγράφηκε από τα μητρώα μελών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (βλ. την υπ' αριθ. 5862/11.5.2006 βεβαίωση του ανωτέρω Επιμελητηρίου). Μάλιστα με ρητό όρο του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρείας απαγορεύθηκε στην πρώτη κατηγορουμένη να ενεργεί για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πράξεις που ανάγονταν στο σκοπό της εγκαλούσας. Στις αρμοδιότητες της πρώτης κατηγορουμένης ανάγονταν μεταξύ άλλων: α) η είσπραξη των ασφαλίστρων από τους πελάτες για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, σε εκτέλεση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και η απόδοση αυτών στη συνέχεια στη μόνη δικαιούχο εγκαλούσα εταιρεία, β) η καταβολή ασφαλιστικών αποζημιώσεων προς τους πελάτες της εγκαλούσας από την πραγμάτωση ασφαλιστικών κινδύνων και πάλι για λογαριασμό της εγκαλούσας και γ) η είσπραξη αποζημιώσεων από τρίτους για λογαριασμό της εγκαλούσας. Τον Ιανουάριο του έτους 1999 η πρώτη κατηγορουμένη έπεισε τους εταίρους της εγκαλούσας να προσλάβουν το δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Ξ., σύζυγο της, ως πωλητή στην εταιρεία "ΣΙΔΗΚΑ Εμπορία Αυτοκινήτων Α.Ε.". Η εγκαλούσα εταιρεία λειτούργησε μέχρι το έτος 2003 χωρίς να αποδίδει κέρδη. Αυτό προκάλεσε ανησυχία στους εταίρους της, οι οποίοι κατά το έτος 2003 συγκάλεσαν στα γραφεία της, στον ..., σύσκεψη, στην οποία παρέστησαν ο Δ. Π., διευθυντής του καταστή-ματος ... της εταιρείας "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" και οι κατηγορούμενοι. Εκεί, μετά από πρόταση της πρώτης κατηγορουμένης συμφωνήθηκε να προσληφθεί νέο πρόσωπο της εμπιστοσύνης της και συγκεκριμένα ο Γ. Τ., ασφαλιστής, για να την βοηθά στις εργασίες της. Όμως και μετά από αυτά η εταιρεία συνέχισε να μην αποδίδει κέρδη. Τέλος κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005, μετά από προσπάθειες των εταίρων της εγκαλούσας και σχετικούς ελέγχους, διαπιστώθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, καθ' όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε τη διαχείριση της εγκαλούσας, ήτοι από τον Ιανουάριο του έτους 1999 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005, παρά τη σχετική της δέσμευση με το καταστατικό της εγκαλούσας, διατήρησε το λογαριασμό χαρτοφυλακίου της στην εταιρεία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" και ταυτόχρονα τηρούσε και άλλο λογαριασμό χαρτοφυλακίου στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία στο όνομα του δευτέρου κατηγορουμένου συζύγου της. Στη συνέχεια γνωστοποιούσε στους υπόχρεους σε καταβολή ασφαλίστρων πελάτες της εγκαλούσας τους αριθμούς των λογαριασμών αυτών (της ιδίας και του συζύγου της) για να καταθέτουν, σε αυτούς τα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα να καταχωρούνται στους λογαριασμούς αυτούς και να εισπράττονται από την ίδια οι προμήθειες από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια των αυτοκινήτων τα οποία πωλούσαν οι εταιρείες "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε." και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ Α.Ε." και των οποίων η εγκαλούσα εταιρεία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ε.Π.Ε." παρείχε την ασφαλιστική κάλυψη. Ειδικότερα κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα οι εταιρείες "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε." και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ Α.Ε." πώλησαν σε διάφορους αγοραστές 11.438 καινούργια και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Από αυτά ποσοστό 25% ασφαλιζόταν στην εταιρεία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" και για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο η τελευταία λάμβανε 210 ευρώ, η δε εγκαλούσα δικαιούνταν ως προμήθεια ποσοστό 18%. Έτσι η πρώτη κατηγορουμένη, με την καταχώρηση των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων στους λογαριασμούς χαρτοφυλακίου της ιδίας και του συζύγου της, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 108.000 ευρώ (11.438 Χ 25% Χ 210 Χ 18%). Επί πλέον από τους ήδη (προ της ενάρξεως της λειτουργίας της εγκαλούσας) υπάρχοντες 20.000 πελάτες της εταιρείας "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.", ποσοστό 10% ασφαλιζόταν στην εταιρεία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" και για κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο η τελευταία λάμβανε 210 ευρώ, η δε εγκαλούσα δικαιούνταν ως προμήθεια ποσοστό 18%. Έτσι η πρώτη κατηγορουμένη, με την καταχώρηση των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων στους λογαριασμούς χαρτοφυλακίου της ιδίας και του συζύγου της, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 75.600 ευρώ (20.000 Χ 10% Χ 210 Χ 18%). Εξάλλου η πρώτη κατηγορουμένη, έχοντας από το καταστατικό της εγκαλούσας την εξουσία να εκδίδει τραπεζικές επιταγές στο όνομα της τελευταίας, πλήρωνε τα ασφάλιστρα των πελατών στην ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" με επιταγές της εγκαλούσας, παρακρατώντας παράλληλα τα χρήματα που της κατέβαλαν για το σκοπό αυτό οι ασφαλιζόμενοι. Σε έλεγχο που έκανε η εγκαλούσα το Νοέμβριο του έτους 2005 διαπιστώθηκε ότι, από 521 ασφαλιστήρια συμβόλαια που έκανε η πρώτη κατηγορουμένη με την πιο πάνω ιδιότητα της, τα 204 είχαν περάσει στους προσωπικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων και είχαν πληρωθεί στην εταιρεία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" με επιταγές της εγκαλούσας που είχε υπογράψει η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα τα καταβληθέντα από τους ασφαλισμένους ασφάλιστρα ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 42.840 ευρώ (210 Χ 204). Περαιτέρω, εκτός των πωλήσεων αυτοκινήτων σε φυσικά πρόσωπα, οι εταιρείες "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε." και "ΣΙΔΗΚΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ Α.Ε." είχαν πωλήσει αυτοκίνητα και σε νομικά πρόσωπα (εταιρείες), των οποίων η πρώτη κατηγορουμένη, με την πιο πάνω ιδιότητά της, αναλάμβανε τις ασφαλιστικές καλύψεις. Όμως δεν απέδωσε τις ασφαλιστικές εισφορές τους, συνολικού ύψους 31.294 ευρώ, στο ταμείο της εγκαλούσας αλλά τις ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τέλος η πρώτη κατηγορουμένη έφερνε τους συγγενείς της ιδίας και του δευτέρου κατηγορουμένου συζύγου της να επισκευάσουν τα αυτοκίνητά τους στα συνεργεία της εγκαλούσας μη αποδίδοντας στην τελευταία τις οφειλόμενες αμοιβές για τις επισκευές, που ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 9.960 €, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στην εκτέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης της πρώτης κατηγορουμένης και κατά τη διάρκεια αυτής παρείχε άμεση συνδρομή ο δεύτερος κατηγορούμενος σύζυγός της, ο οποίος επέτρεψε σ' αυτήν τη χρήση του προσωπικού του λογαριασμού όπου κατατίθεντο τα ασφάλιστρα, τα οποία στη συνέχεια αυτή ιδιοποιούνταν, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει αντιληπτός από τους εταίρους της εγκαλούσας ο αριθμός των ενεργών συμβολαίων που είχαν πράγματι συναφθεί στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας και κατ' επέκταση των ασφαλίστρων και προμηθειών που η εγκαλούσα είχε δικαίωμα να εισπράξει. Οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους αρνούνται την κατηγορία και ισχυρίζονται ότι η μήνυση υποβλήθηκε για λόγους αντιπερισπασμού διότι αυτοί έχουν αξιώσεις κατά της εγκαλούσας ποσών 5.000 ευρώ από "δεδουλευμένες εισφορές" (προδήλως εννοούν οφειλόμενες αποδοχές) και 30.000 ευρώ από δάνειο προς τον εταίρο της εγκαλούσας Ι. Δ.. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί, δεδομένου ότι από τους μάρτυρες οι οποίοι τους επιβεβαιώνουν, οι μεν Π. Σ. και Δ. Π. καταθέτουν με βάση διηγήσεις των ίδιων των κατηγορουμένων, οι δε Γ. Τ. και Σ. Β. δεν αναφέρουν την πηγή της γνώσεως τους. Αντίθετα οι μάρτυρες Β. Δ. και Μ. Ρ. που επιβεβαιώνουν την κατηγορία καταθέτουν με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα και από ιδία αντίληψη, μάλιστα δε η τελευταία καταθέτει ότι η πρώτη κατηγορουμένη, μετά την αποκάλυψη των πιο πάνω παράνομων πράξεων της και την απομάκρυνση της από την εγκαλούσα, έστελνε επιστολές σε πελάτες της εγκαλούσας, ισχυριζόμενη με αυτές ψευδώς ότι η εγκαλούσα έπαυσε να συνεργάζεται με την "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ" και ότι η ασφάλιση τους συνεχιζόταν μέσω της ιδίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον των ως άνω κατηγορουμένων για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ης ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη. Συνεπώς, το εκκαλούμενο βούλευμα που έκρινε ότι τέτοιες ενδείξεις δεν υπήρξαν έσφαλε και για τον λόγο αυτό πρέπει να εξαφανισθεί, αφού η έφεση γίνει δεκτή και κατ' ουσία. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. ε και 313 του ΚΠΔ, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα Γ', 8 παρ. Γ', 8 παρ. 1γ (όπως αντικ. με άρθρο 14 Ν. 1649/1986), 111 παρ. 1, 122 παρ. 1, 128, 129 α του ΚΠΔ για να δικασθούν για τις παραπάνω πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26 παρ. Γ', 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β και 375 παρ. 2 εδ. α-β-1 του ΠΚ". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν την παραπομπή της πρώτης κατηγορουμένης για υπεξαίρεση, από διαχειριστή ξένης περιουσίας, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας τις 73.000 ευρώ, και του δεύτερου κατηγορουμένου για άμεση συνεργεία στην παραπάνω πράξη. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Α) Η πρώτη κατηγορουμένη Μ. Β. του Γ., στον ..., σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο, οπωσδήποτε όμως μέσα στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 1999 μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2005, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή της, λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο με την ιδιότητα του υπευθύνου προσώπου που ήταν επιφορτισμένο με την εν γένει διαχείριση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", και το διακριτικό τίτλο "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ε. Π. Ε" [μηνύτρια εταιρεία], με βάση ειδικό όρο στο καταστατικό της τελευταίας, στα καθήκοντα της οποίας αναγόταν μεταξύ άλλων [α] η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της ως άνω μηνύτριας εταιρείας από πελάτες σε εκτέλεση ασφαλιστήριων συμβολαίων και η απόδοση αυτών στη συνέχεια στη μόνη δικαιούχο μηνύτρια εταιρεία, [β] η καταβολή ασφαλιστικών αποζημιώσεων προς τους πελάτες της εταιρείας από την πραγμάτωση ασφαλιστικών κινδύνων και πάλι για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, [γ] η είσπραξη αποζημιώσεων από τρίτους για λογαριασμό της εταιρείας, ήτοι η διαχείριση ξένης περιουσίας, ιδιοποιήθηκε με το να ενσωματώνει στη δική της ατομική περιουσία ξένα ολικά σε αυτήν κινητά πράγματα και συγκεκριμένα το ποσό των διακοσίων εξήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τεσσάρων [267.694] Ευρώ [€], που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από καταβληθέντα ασφάλιστρα από πελάτες-ασφαλιζόμενους στην παραπάνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στα πλαίσια των υποχρεώσεων τους από ενεργά ασφαλιστήρια συμβόλαια, ιδιοποιούμενη αυτά, με το να παρέχει στους συγκεκριμένους ασφαλισμένους τον προσωπικό κωδικό τον οποίο είχε ως ασφαλίστρια στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ Α.Ε", παρά την ανειλημμένη συμβατικά υποχρέωση της να απενεργοποιήσει το συγκε-κριμένο λογαριασμό της, καθώς και τον προσωπικό λογαριασμό χαρτοφυλακίου του συζύγου της Δ. Ξ. στην ανώνυμη εταιρεία με τη επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.", έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η διακρίβωση του αριθμού των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που είχαν συναφθεί με τη δική της διαμεσολάβηση για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, εκδηλώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο βούληση ιδιοποίησης, χωρίς τη συνδρομή, μάλιστα, οποιουδήποτε νομίμου λόγου ή αιτίας προς τούτο, δηλαδή, παράνομη. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Ξ. του Σ., στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο παρείχε συνδρομή σε άλλον ειδικότερα στην παραπάνω συγκατηγορουμένη του Μ. Ξ.-Β., κατά τρόπο άμεσο στην εκτέλεση της κακουργηματικής πράξης της υπεξαίρεσης και κατά τη διάρκεια αυτής. Συγκεκριμένα, ων ο ίδιος πωλητής, παρείχε άμεση συνδρομή στην παραπάνω συγκατηγορουμένη-σύζυγό του προκειμένου η τελευταία να ιδιοποιηθεί παράνομα ξένα ολικά σε αυτήν κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή της λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας ξένης περιουσίας, καθώς είχε την ιδιότητα του υπεύθυνου προσώπου που ήταν επιφορτισμένη με την εν γένει διαχείριση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΙΔΗΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ Ε.Π.Ε" [μηνύτρια εταιρεία], στα καθήκοντα της οποίας αναγόταν μεταξύ άλλων [α] η είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της ως άνω μηνύτριας εταιρείας από πελάτες σε εκτέλεση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και η απόδοση αυτών στη συνέχεια στη μόνη δικαιούχο μηνύτρια εταιρεία, [β] η καταβολή ασφαλιστικών αποζημιώσεων προς τους πελάτες της εταιρείας από την πραγμάτωση ασφαλιστικών κινδύνων και πάλι για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, [γ] η είσπραξη αποζημιώσεων από τρίτους για λογαριασμό της εταιρείας, ήτοι η διαχείριση ξένης περιουσίας , όντας και αυτός ο ίδιος πωλητής αυτοκινήτων στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία [ΣΙΔΗΚΑ Α.Ε.], και ως εκ τούτου έχοντας προσωπικό λογαριασμό χαρτοφυλακίου, με το να παράσχει και επιτρέψει σε αυτήν τη χρήση του προσωπικού του αυτού λογαριασμού μέσω του οποίου κατατίθεντο τα ασφάλιστρα και έτσι αυτή να μπορέσει να ιδιοποιηθεί, ενσωματώνοντας στη δική της ατομική περιουσία, ξένα ολικά σε αυτήν κινητά πράγματα και συγκεκριμένα το ποσό των διακοσίων εξήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τεσσάρων [267.694] [€], που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από καταβληθέντα ασφάλιστρα από πελάτες-ασφαλιζόμενους στην παραπάνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στα πλαίσια των υποχρεώσεων τους από ενεργά ασφαλιστήρια συμβόλαια, ιδιοποιούμενη αυτά. Δηλαδή, η συνδρομή του σε αυτήν στο να μη γίνει αντιληπτός από τους εταίρους της μηνύτριας εταιρείας ο αριθμός των ενεργών συμβολαίων τα οποία είχαν συναφθεί στο όνομα και για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας και κατ' επέκταση των ασφαλίστρων που η μηνύτρια εταιρεία είχε το δικαίωμα να εισπράξει, συνίστατο στο να διαθέτει τον προσωπικό του λογαριασμό στη συγκατηγορουμένη του, προκειμένου αυτή να τον γνωστοποιεί στους υπόχρεους ασφαλισμένους (πελάτες της) για να καταθέτουν σ' αυτόν τα ασφάλιστρα, με βάση τα ασφαλιστήρια συμβόλαια τους και να είναι περισσότερο ευχερής η είσπραξη τους, χωρίς να υποπέσει στην αντίληψη των εταίρων της μηνύτριας εταιρείας κάτι τέτοιο. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών στέρησε το βούλευμα του της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον:1) δεν καθορίζει την ταυτότητα όλων των αυτοκίνητων (αριθμούς κυκλοφορίας τους και λοιπά χαρακτηριστικά) και των ιδιοκτητών τους (ονοματεπώνυμα φυσικών και νομικών προσώπων) που κατέβαλαν τα ασφάλιστρα, καθώς και το διάστημα της ασφάλισης που κάλυπταν αυτά, τα στοιχεία δε αυτά μπορούσαν εύκολα να αναζητηθούν από την ασφαλιστική εταιρεία ΙΝΤΕRΑΜERΙCΑΝ με βάση τους κωδικούς των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας για όλο το διάστημα του χρόνου τελέσεως, 2) δεν καθορίζει αν η προμήθεια της εγκαλούσας εταιρείας (η οποία είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 18%) αφαιρείτο από τα ασφάλιστρα και έπρεπε να εισέλθει στο ταμείο της εγκαλούσας απευθείας ή επιστρεφόταν από την ασφαλιστική εταιρεία ΙΝΤERΑΜΕRΙCΑΝ στην τελευταία, 3) δεν καθορίζει την ταυτότητα των επιταγών της εγκαλούσας εταιρείας που εξέδωσε η πρώτη κατηγορουμένη σε διαταγή της ασφαλιστικής εταιρείας ΙΝΤΕRΑΜΕRΙCΑΝ για ασφάλιστρα 204 (συγκεκριμένων) αυτοκινήτων, ύψους 42.840 ευρώ, που εισπράχτηκαν από την εν λόγω κατηγορουμένη και δεν αποδόθηκαν στην μηνύτρια εταιρεία, αλλά παρακρατήθηκαν από αυτή, 4) δεν καθορίζει αν το ποσόν των 9960 ευρώ καταβλήθηκε από τους συγγενείς των κατηγορουμένων για την επισκευή των αυτοκινήτων τους, και δεν αποδόθηκε από την πρώτη κατηγορουμένη στην μηνύτρια εταιρεία, ώστε να μπορεί να είναι αντικείμενο υπεξαίρεσης, αλλά παρακρατήθηκε, και 5) επιπροσθέτως για τον δεύτερο των αναιρεσειόντων δεν αναφέρει αν η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας υπάρχει και στο πρόσωπο αυτού ως άμεσου συνεργού, αφού το βούλευμα δέχεται ότι μέσω του κωδικού του ασφαλίστηκαν τα 4.859 αυτοκίνητα (2859+2000). Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και κατ' ουσία και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που το εξέδωσαν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 2600/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των δικαστών που είχαν επιληφθεί προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για αυτουργία σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας (ο Α αναιρεσείων) και άμεση συνεργεία σ' αυτή (ο Β αναιρεσείων). Αναιρείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και διότι δεν αναφέρεται αν η ιδιότητα του διαχειριστή υπάρχει και στο πρόσωπο του άμεσου συνεργού.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Συνέργεια, Υπεξαίρεση.
1
Αριθμός 1819/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου M. I. του E., προσωρινά κρατούμενου στις φυλακές Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1165/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 257/10-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντες την υπ' αριθμ. 102/31-8-2010 αίτηση αναιρέσεως, του κατηγορουμένου M. I. του E., προσωρινώς κρατουμένου στις φυλακές Κορυδαλλού, κατά του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη ως απαράδεκτη η από 7-5-2010 προσφυγή του, εκθέτομεν τα εξής: Α' Με την προδιαληφθείσα, συμφώνως προς το άρθρο 176 Κ.Π.Δ., ασκηθείσα προσφυγή του, ζητούσε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, να ακυρωθούν όλες οι πράξεις της προδικασίας, που ακολούθησαν της εκδόσεως από την 32η τακτική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, της υπ' αριθμ. 94/2010 διατάξεώς της και της κατ' αυτής ασκηθείσης από 1-3-2010 προσφυγής του. Με την προαναφερθείσα διάταξή της, η Ανακρίτρια είχε απορρίψει αίτηση του αναιρεσείοντος, για αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεώς του. Κατ' αυτής ο τελευταίος άσκησε την υπ' αριθμ. 21/1-3-2010 προσφυγή. Η δικογραφία, εν τω μεταξύ, είχε διαβιβαστεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος την εισήγαγε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθμ. 1009/2010 βούλευμα, διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεώς του. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο αναιρεσείων άσκησε την από 7-5-2010 προσφυγή, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αιτούμενος την ακύρωση όλων των πράξεων της προδικασίας, που ακολούθησαν την άνω από 1-3-2010 προσφυγή του, επί της οποίας έπρεπε να εκδοθεί βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το προαναφερθέν Δικαστικό Συμβούλιο, διά του προσβαλλομένου βουλεύματος, απέρριψε την προσφυγή του ως απαράδεκτη. Β' Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 463 και 482§1 Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος Ι του άρθρου 482 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 41§1 του Ν. 3160/2003, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος, μόνο εφόσον τούτο τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του. Επομένως, δεν επιτρέπεται αναίρεση καθ' οιουδήποτε άλλου οριστικού ή άλλου προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπό κρίση εμπροθέσμως ασκηθείσα αναίρεσή του, ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 7-5-2010 προσφυγή του, η οποία εστρέφετο κατά του κύρους πράξεων της προδικασίας, ως ανωτέρω ιστορήθη. Κατ' εφαρμογήν, όμως, των προδιαληφθέντων, το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν υπόκειται εις αναίρεση και επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, Προτείνομεν α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 31-8-2010 αίτηση αναιρέσεως του M. I. του E., προσωρινώς κρατουμένου, κατά του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 10-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 307 και 29 παρ. 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το Συμβούλιο Πλημ/κών ή το Συμβούλιο Εφετών, οσάκις η ανάκριση διεξάγεται από Εφέτη-Ανακριτή, είναι αρμόδιο να αποφασίζει με πρόταση του Εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του Ανακριτή α) όταν ο Ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κλπ, γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στη προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του Εισαγγελέα, δ) για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης, ε) για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα κατά της διάταξης του Ανακριτή που αφορά την προσωρινή απόλυση( άρθρα 285 και 299 του ΚΠΔ), και στ) για κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις, τέτοια δε είναι και η διάταξη του άρθρου 176 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο. Εναντίον των βουλευμάτων που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και με τα οποία το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο δεν εκφέρει κρίση για την ουσία της υπόθεσης, αλλά επιλύει προδικαστικά ή παρεμπίπτοντα ζητήματα που αναφύονται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1α του ΚΠΔ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει για κακούργημα ή παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, δεχόμενο έμπρακτη μετάνοια. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων, από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος για διακεκριμένες κλοπές αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. 21/1/3/2010 προσφυγή του κατά της 94/2010 διάταξης της Ανακρίτριας του 32ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την από 25/1/2010 αίτηση του για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης. Επί της προσφυγής αυτής δεν εκδόθηκε βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, καθόσον η δικογραφία εν των μεταξύ είχε διαβιβαστεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 663/1977, ο οποίος την εισήγαγε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με το 1009/2010 βούλευμα του διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής του κράτησης. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άσκησε την από 7/5/2010 προσφυγή του με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν όλες οι πράξεις της προδικασίας που ακολούθησαν την ως άνω από 1/3/2010 προσφυγή του κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 94/2010 διάταξης της Ανακρίτριας του 32ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος . Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1579/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, την προσφυγή του αυτή. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ο, με απευθείας κλήσεως παραπεμφθείς για να δικασθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, κατηγορούμενος, άσκησε εμπροθέσμως την κρινόμενη από 31/8/2010 αίτηση αναιρέσεως. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του πιο πάνω παρεμπίπτοντος βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και συνακόλουθα η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31/8/2010 αίτηση του M. I. του E., προσωρινώς κρατουμένου, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με την οποία ο αναιρεσείων ζητεί να αναιρεθεί αυτό εκ του ότι απέρριψε την προσφυγή του ως απαράδεκτη, με την οποία (προσφυγή του) ζητούσε να ακυρωθούν όλες οι πράξεις της προδικασίας που ακολούθησαν μετά την προσφυγή του κατά διάταξης του Ανακριτή, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1815/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) M. A. A. του H. και 2) J. H. K. του F., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μπρεάνο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2829/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Απριλίου 2010, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 610/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος που απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων περί αναστολής της ποινής και ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της ποινής και να παρεπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα μέρη αυτά, για νέα συζήτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι με αριθμό πρωτ. 749 και 750 από 1 Απριλίου 2010, δύο αιτήσεις αναιρέσεως των 1) A. A. M. και 2) J. H. K. και ως συναφείς στρεφόμενες κατά της ίδιας υπ' αριθμό 2829/ 2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ποινική ουσιαστική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την από 11-2-2002 ένορκη κατάθεση του Γ. Π., που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς αντίρρηση των ωσεί παρόντων δικαζομένων κατηγορουμένων, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά της παρούσας απόφασης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν καθώς και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στα πρακτικά μεταξύ των οποίων και η από 1-4-2003 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν και το δικαστήριο πείστηκε, κατά πιστή μεταφορά, για τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Ελληνικής Αστυνομίας στα τέλη Νοεμβρίου του 2002 περιήλθαν πληροφορίες ότι στο καφενείο, που ήταν στην συμβολή των οδών ... και το εκμεταλλευόταν ο πρώτος κατηγορούμενος A. A. M., γινόταν κατάρτιση και διακίνηση πλαστών διαβατηρίων, αδειών οδήγησης, αδειών παραμονής στην Ελλάδα και άλλων σχετικών συναφών εγγράφων, τα οποία αγόραζαν αλλοδαποί προκειμένου να εξασφαλίσουν άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα. Για την επιβεβαίωση των πληροφοριών αυτών έγινε από τους αστυνομικούς έλεγχος στο καφενείο αυτό, όπου βρέθηκε ο ιδιοκτήτης του και πρώτος κατηγορούμενος ενώ σ' αυτό πήγαν και οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι Κ. J. και Α. A. καθώς και οι αλλοδαποί I. N. του Α. K., S. A. του Α. H., A. M. του Μ. και D. Α. του Μ., οι οποίοι είχαν παραπεμφθεί να δικαστούν και δικάστηκαν σαν να ήταν παρόντες από το Δικαστήριο τούτο για την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων και καταδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 1532/17-5-2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών ο καθένας. Από την σχετική έρευνα που έγινε, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πάρα πολλά έγγραφα, ανάμεσα στα οποία ήσαν πλαστά διαβατήρια, πλαστές άδειες οδηγήσεως, πλαστές άδειες παραμονής στην Ελλάδα, διαβατήρια τρίτων προσώπων και άλλα πλαστά έγγραφα, τα οποία είχε στη κατοχή του ο ιδιοκτήτης του καφενείου και πρώτος κατηγορούμενος. Στη συνέχεια έγινε έρευνα στα σπίτια του πρώτου και του δευτέρου κατηγορουμένου, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διάφορα έγγραφα ανάμεσα στα οποία ήσαν και διαβατήρια τρίτων. Ακόμα σε σωματική έρευνα που έγινε στον δεύτερο κατηγορούμενο βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε το ποσό των 3.060 ευρώ ενώ στην κατοχή του πρώτου κατηγορούμενου βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 490 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν από τη σύλληψη τους, που έγινε στις 11-12-2002, προέβαιναν συστηματικά στην κατάρτιση διαφόρων πλαστών εγγράφων (διαβατηρίων, αδειών οδηγήσεως και άλλων σχετικών εγγράφων για την απόδειξη της νόμιμης διαμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα) έναντι αμοιβής σε αλλοδαπούς για εξασφαλίσουν αυτοί άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα. Από τα έγγραφα, τα οποία κατασχέθηκαν και τα οποία αναφέρονται στις εκθέσεις κατασχέσεως, που αναγνώσθηκαν, περιλήφθηκαν δε όλα στο κατηγορητήριο, αποδείχθηκε ότι ορισμένα μόνο από αυτά ήσαν πλαστά και νοθευμένα, ενώ άλλα ήσαν γνήσια έγγραφα και άλλα δεν ήσαν καν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13 του Π.Κ. Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αναγνώστηκε αποδείχθηκε ότι αυτοί κατάρτισαν χωρίς κανένα σχετικό δικαίωμα τα εξής έγγραφα : 1) την ... άδεια οδήγησης ( αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 1 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ'αριθμ. 15 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από το Υπουργείο Συγκοινωνιών στο όνομα του Γ. Σ. του Α. Αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη χρησιμοποίηση χαρτιού κοινής εμπορικής χρήσης, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με το χαρτί ασφαλείας των αντιστοίχων γνησίων εγγράφων, μετά δε την κατάρτιση της αυτοί έθεσαν σ' αυτή με απομίμηση και χωρίς κανένα δικαίωμα την υπογραφή του φερομένου ως αρμοδίου προς τούτο υπαλλήλου του Υπουργείου Συγκοινωνιών. 2) Μια Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 3 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ.22 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης), η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Α. F. D. Αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό σε Αραβική γραφή μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ... που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 3) Το ... Συριακό διαβατήριο (που αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 11 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Τ. R. του G. Το διαβατήριο αυτό έχει αναπαραχθεί με τη μέθοδο Offset, έχει κανονικά και τις 52 σελίδες του και φέρει τα χαρακτηριστικά μέτρα ασφαλείας των γνησίων διαβατηρίων. Από το διαβατήριο αυτό οι κατηγορούμενοι αφήρεσαν τη φωτογραφία του αρχικού αληθινού κατόχου, αποκόπτοντας αυτή μαζί με το τμήμα της διαφανούς επικολλητικής ζελατίνας ασφαλείας και τοποθετώντας στη θέση της τη φωτογραφία άλλου ατόμου, την οποία στερέωσαν με ισχυρή κολλητική ουσία και χρήση δεύτερης επικολλητικής ζελατίνας. Επιπροσθέτως αυτοί στη σελίδα 2 αυτού επικόλλησαν χαρτί κοινής εμπορικής χρήσης, αφού αφήρεσαν όλα τα αρχικά μεταβλητά στοιχεία του κατόχου με απαλειπτικό υγρό τύπου μπλάνκο, καθώς και την αριθμητική ένδειξη 2 τόσο στο διάτρητο αριθμό στο πάνω μέρος της σελίδας, όσο και στον τυπογραφικό αριθμό στο κάτω μέρος της σελίδας. Επίσης απάλειψαν το αριθμητικό ψηφίο 2 από τη διάτρητη αριθμητική ένδειξη "2..." που εμφανίζεται στο πάνω μέρος της σελίδας 3. Τέλος στη σελίδα 21 έθεσαν με σφραγίδες μπλε χρώματος μελάνης προξενική θεώρηση με την ένδειξη "ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΑΜΑΣΚΟΣ κ.λ.π." και πλαστή στρογγυλή σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΡΟΞΕΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΑΜΑΣΚΟΥ" και στο εσωτερικό μέρος του πίσω εξώφυλλου στη θέση της ημερομηνίας λήξης του διαβατηρίου έσβησαν μηχανικά την αρχική ημερομηνία και επιτύπωσαν τη νέα με σφραγιδάκι ημεροχρονολογίας, ώστε να εμφανίζεται ως 4-9-2002, καθώς και την υπογραφή του φερομένου ως αρμοδίου υπαλλήλου στο προξενικό γραφείο της Ελλάδος στη Δαμασκό. Με τον τρόπο αυτό αυτοί νόθευσαν το αρχικό γνήσιο διαβατήριο και παράλληλα κατάρτισαν την παραπάνω πλαστή προξενική θεώρηση του προξενικού γραφείου της Ελλάδος στη Δαμασκό. Το υπ' αριθμ. ... Συριακό διαβατήριο, που αναφέρει ως υπ' αριθμ. 12 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 10 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του K. C. M. A. του F. Το διαβατήριο αυτό έχει αναπαραχθεί με τη μέθοδο Offset, έχει κανονικά και τις 52 σελίδες του και φέρει τα χαρακτηριστικά μέτρα ασφαλείας των γνησίων διαβατηρίων και η φωτογραφία του κατόχου στη σελίδα 3 είναι αυτή που τέθηκε αρχικά. Στο εσωτερικό όμως μέρος του πίσω εξώφυλλου στη θέση της ημερομηνίας λήξης του διαβατηρίου έσβησαν μηχανικά την αρχική ημερομηνία και επαναχάραξαν τη νέα, ώστε να εμφανίζεται ως 4-9-2002. Με τον τρόπο αυτό αυτοί νόθευσαν το αρχικό γνήσιο διαβατήριο, ως προς την ημερομηνία λήξης του. 5) Μια Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 17 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθ. 23 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του S. Ο. Η άδεια αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ... που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 6) Ένα ταξιδιωτικό έγγραφο Ολλανδίας, με αριθμό Ν.... (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 30 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 14 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ολλανδίας στο όνομα του Μ. F. Το έγγραφο αυτό το κατάρτισαν οι κατηγορούμενοι εξ ολοκλήρου με τη μέθοδο της έγχρωμης αναπαραγωγής με ηλεκτρονικό υπολογιστή, σαρρωτή και εκτυπωτή ψεκασμού τύπου ΙΝΚJΕΤ με χρήση υδατοδιαλυτής μελάνης σε χαρτί κοινής εμπορικής χρήσης, είναι κακέκτυπο και στερείται παντελώς των χαρακτηριστικών μέτρων ασφαλείας, οι δε σφραγίδες στη σελίδα 2 αυτού δεν είναι εντυπώματα σφραγίδων, αλλά τμήμα της ολικής εκτύπωσης της συγκεκριμένης σελίδας. 7) Μια Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτων (που αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 42 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 25 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Α. Α. Μ. Η άδεια αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο ΟίίδθΙ, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ..., που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση, όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 8) Τρεις Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτων (αναφέρονται ως υπ' αριθμ. 49 πλαστά έγγραφα στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 18, 19 και 20 πειστήρια στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) οι οποίες φέρονται ότι εκδόθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Κ. J. Η. Από αυτές η πρώτη και η τρίτη (πειστήριο 18 και 20) καταρτίσθηκαν από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο της ηλεκτροφωτογραφικής αναπαραγωγής με χρήση αναπαραγωγικού μηχανήματος ξηράς κόνεως είναι κακέκτυπες και φέρουν εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις τους. Επίσης φέρουν τον ίδιο αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερούνται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ..., που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση, όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". Αντίθετα η δεύτερη (πειστήριο 19) καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, πλην των εσωτερικών σελίδων που αναπαράχθηκαν με τη μέθοδο της ηλεκτροφωτογραφικής αναπαραγωγής με χρήση αναπαραγωγικού μηχανήματος ξηράς κόνεως είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιε αύξοντα αριθμό με άλλες πλαστές Συριακές άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου σε Αραβική μορφή στο άνω δεξιό μέρος της σελίδας 1, ο οποίος αντιστοιχεί στον αριθμό ..., ενώ στερείται τον αύξοντα αριθμό αυτού με την ένδειξη ..., που θα έπρεπε να εμφανίζεται στην παραπάνω συγκεκριμένη θέση, όπου εμφανίζεται η ένδειξη "Νο". 9) Το ... Συριακό διαβατήριο (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 64 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 6 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Α. A. J. του Μ. Το διαβατήριο αυτό έχει αναπαραχθεί από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, πλην του εντύπου αύξοντος αριθμού του στην σελίδα 2. που έχει αναπαραχθεί με την τυπογραφική μέθοδο με χρήση τυπογραφικοί αριθμητήρα, έχει κανονικά και τις 52 σελίδες του και φέρει τα χαρακτηριστικό μέτρα ασφαλείας των γνησίων διαβατηρίων και η φωτογραφία του κατόχου στη σελίδα 3 είναι αυτή που τέθηκε αρχικά. Επιπρόσθετα αυτοί στη σελίδα 17 έθεσαν με σφραγίδες μπλε χρώματος μελάνης προξενική θεώρηση με την ένδειξη "ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΑΜΑΣΚΟΣ κ.λ.π." και πλαστή στρογγυλή σφραγίδα με την ένδειξη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΡΟΞΕΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΑΜΑΣΚΟΥ", καθώς και την υπογραφή του φερομένου ως αρμοδίου υπαλλήλου στο προξενικό γραφείο της Ελλάδος στη Δαμασκό. Με τον τρόπο αυτό αυτοί νόθευσαν το αρχικό γνήσιο διαβατήριο και παράλληλα κατάρτισαν την παραπάνω πλαστή προξενική θεώρηση του προξενικού γραφείου της Ελλάδος στη Δαμασκό. 10) Η ... καρτέλα επικόλλησης ενσήμων του ΙΚΑ (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 74 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 49 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από το ΙΚΑ στο όνομα του Α. Α. Μ. και η οποία έχει νοθευθεί από τους κατηγορουμένους, καθόσον αφαιρέθηκαν από αυτούς ένσημα από τις θέσεις επικόλλησης 1,11 και 12 και στις θέσεις 14, 15, 17, 19 20, και 21 αυτής έχουν επικολληθεί ένσημα τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί και ακυρωθεί με εντυπώματα σφραγίδων και επί πλέον νοθεύτηκαν οι χειρόγραφες αριθμητικές ενδείξεις του συνόλου των εισφορών που διαπιστώνεται στις θέσεις επικόλλησης ενσήμων 11, 14, 15, και 17, καθώς και του συνόλου των αποδοχών στη θέση 11. 11) Η 0727148 καρτέλα επικόλλησης ενσήμων του ΙΚΑ, (αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 75 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 50 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από το ΙΚΑ στο όνομα του Α. Α. Α. Ι. και η οποία έχει νοθευθεί από τους κατηγορουμένους, καθόσον αφαιρέθηκαν από αυτούς ένσημα από τις θέσεις επικόλλησης 1, 2, 19 και 20, από τη θέση 21 έχει αφαιρεθεί ένσημο μαζί με τμήμα χαρτιού και στη θέση 22 έχει επικολληθεί ένσημο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί και ακυρωθεί με εντύπωμα σφραγίδας, αξίας 80.000 δραχμών και 12) μία Συριακή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου (που αναφέρεται ως υπ' αριθμ. 87 πλαστό έγγραφο στο κατηγορητήριο και ως υπ' αριθμ. 17 πειστήριο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Συρίας στο όνομα του Κ. J. Η. Η άδεια αυτή καταρτίσθηκε από τους κατηγορουμένους με τη μέθοδο Offset, είναι κακέκτυπη και φέρει εκτυπωτικές ατέλειες στις σταθερές έντυπες ενδείξεις της. Επίσης φέρει τον ίδιο αύξοντα αριθμό ... με άλλη πλαστή άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου και σε κανονική και σε Αραβική μορφή και στη θέση των κατηγοριών οδήγησης στη σελίδα 24, όπου είναι τα στοιχεία και η φωτογραφία του κατόχου τα εντυπώματα των σφραγίδων στις θέσεις Α, Β και Ο δεν είναι εντυπώματα υγρών σφραγίδων μπλε χρώματος, αλλά αποτελούν έγχρωμη εκτύπωση επί τεμαχίων λευκού χαρτιού, τα οποία τοποθετήθηκαν στη συγκεκριμένη θέση πριν από την πλαστικοποίηση των εξώφυλλων. Όλα τα έγγραφα αυτά τα κατάρτισαν και τα νόθευσαν με τις αμέσως παραπάνω διακρίσεις οι κατηγορούμενοι, από τις 11-12-2001 μέχρι τις 11-12-2002 μετά από κοινή απόφαση και δράση χωρίς να προλάβουν να τα χρησιμοποιήσουν προωθώντας σε τρίτους αλλοδαπούς για λογαριασμό των οποίων τα δημιούργησαν. Οι αποδέκτες των πλαστών αυτών εγγράφων αφενός μεν γνώριζαν την πλαστότητά τους αφετέρου δε κατέβαλαν σ' αυτούς αμοιβή το ύψος της οποίας δεν έγινε δυνατό να προσδιορισθεί. Σκοπός των κατηγορουμένων ήταν με τα πλαστά αυτά έγγραφα να παραπλανήσουν, μέσω των αλλοδαπών στους οποίους θα τα παρέδιδαν, τις Ελληνικές Αρχές (Αστυνομία, Δημόσιο, Νομαρχίες, Δήμους, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, κ.τ.λ.) ότι οι κάτοχοι τους έχουν τις προϋποθέσεις με βάση αυτά για νόμιμη παραμονή εργασία και διακίνηση στην Ελλάδα ενώ γνώριζαν ότι δεν τις είχαν Σημειωτέον ότι ο μάρτυρας Γ. Π. στην ένορκη κατάθεση του, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς αντίρρηση των ωσεί παρόντων δικαζομένων κατηγορουμένων, καταθέτει ότι σε σωματική έρευνα που έγινε στον δεύτερο κατηγορούμενο όταν προσήλθε στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου, εκτός από τα πλαστά έγγραφα για την παράνομη τακτοποίηση αλλοδαπών βρέθηκε και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε καταρτίσει με κάποιον αλλοδαπό προκειμένου να του εξασφαλίσει άδεια παραμονής του στην χώρα, εννοείται με πλαστά έγγραφα έναντι αμοιβής 1500 ευρώ. Επομένως τα όσα υποστηρίζει ο μάρτυρας υπεράσπισης Π. Φ. ότι στο κατάστημα του πρώτου κατηγορουμένου γινόταν μόνο απλές συναντήσεις αλλοδαπών δεν είναι αληθές. Με βάση τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι (ΑΠ 1799/1994, ΑΠ 733/1994, ΑΠ 487/1989, ΑΠ 1244/1984) και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως πρωτοδίκως". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και του νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 216 παρ.1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι οι αναιρεσείοντες από κοινού και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβησαν στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων, αλλά και σε νόθευση άλλων και συγκεκριμένα διαβατηρίων, αδειών οδηγήσεως αυτοκινήτων και άλλων εγγράφων σχετικών με την άδεια παραμονής και εργασίας αλλοδαπών προσώπων στη ημεδαπή, όπως αυτά αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι τα σχετικά έγγραφα, διαβατήρια ή οι σχετικές άδειες οδηγήσεως, εργασίας και παραμονής στη Χώρα, είχαν εκδοθεί από τις αναφερόμενες σ' αυτά αρμόδιες αρχές. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή ότι με τις παραπάνω ενέργειες τους, οι αναιρεσείοντες επιδίωκαν να παραπλανήσουν τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, και συγκεκριμένα ότι όλα τα έγγραφα αυτά που ίδιοι είχαν καταρτίσει, είτε είχαν αλλοιώσει, ήσαν γνήσια καθ' όλα τα στοιχεία τους και ότι είχαν εκδοθεί από τις αρμόδιες προς τούτο αρχές, αφού οι αναφερόμενοι στα έγγραφα αυτά, ως δικαιωματικά κάτοχοι, θα μπορούσαν είτε να επιτύχουν την ελεύθερη είσοδο τους στην ελληνική Επικράτεια, είτε να οδηγούν οχήματα, και επίσης, να εξασφαλίζουν την ελεύθερη παραμονή τους και εργασία τους στην ημεδαπή. Αιτιολογείται επίσης, ο κοινός δόλος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι αν και γνώριζαν ότι όχι μόνο δεν είχαν αντίστοιχο δικαίωμα να προβαίνουν στην κατάρτιση ή στη νόθευση αντίστοιχων εγγράφων, εν τούτους προέβαιναν σε αντίστοιχες ενέργειες, εξασφαλίζοντας για κάθε μια από τις περιπτώσεις για τις οποίες αυτοί καταδικάσθηκαν και την ανάλογη χρηματική ωφέλεια. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ.1 του Π.Κ, αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των δυο ετών και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφαση του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε. Η αναστολή της εκτέλεσης μπορεί να χορηγηθεί αν το δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι μετά την κήρυξη των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ως ενόχων και την επιβολή στον καθένα απ' αυτούς της ποινής φυλακίσεως των τριών (3) ετών, οι συνήγοροι τους υπέβαλαν αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Το δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αίτημα τους με την παρακάτω αιτιολογία "το δικαστήριο κρίνει ότι η αναστολή εκτελέσεως της ποινής των κατηγορουμένων, λόγω της επί μακρό χρόνο τελέσεως της πράξεως τους, δεν είναι ικανή να τους αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, γι' αυτό το σχετικό αίτημα τους πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία την οποία διέλαβε για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος τους, είναι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 του Σ και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ. Τούτο γιατί, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία οι κατηγορούμενοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, επέδειξαν μέχρι και της συλλήψεως τους εξακολουθητική σοβαρή παραβατική συμπεριφορά, όπως επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή ότι, εξαιτίας αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς τους, η αναστολή εκτελέσεως της ποινής που τους επιβλήθηκε, δεν θα τους αποτρέψει από την τέλεση στο μέλλον άλλων αξιόποινων πράξεων. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία πρέπει να επιβληθούν χωριστά στον καθένα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό πρωτ. 749 και 750 από 1 Απριλίου 2010 αιτήσεις των: 1) A. A. M. του H. και της F. και 2) J. H. K. του F., και της L., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2829/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναστολής εκτελέσεως της ποινής (100 ΠΚ). Απορρίπτει αναιρέσεις.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ποινής αναστολή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1813/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 15η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναι-ρέσεως του υπ' αριθμ. 231/2010 βουλεύματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Σ1, 2. Σ2, και 3. Σ3. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 593/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 291/23-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' αρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με τη σχετική δικογραφία, την υπ' αρ. 9/26-3-2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση του υπ' αρ. 231/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η υπ' αρ. 103/09 έφεσή του κατά του υπ' αρ. 947/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμε-λειοδικών Θεσ/νίκης, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης για (1) απάτη από κοινού κατ'εξακολούθηση, με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και (2) πλαστογραφία με χρήση από κοινού, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ ( αρ. 13 στ', 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1-3 β', 216 παρ. 1-3 β' Π.Κ. ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο (δυνάμει της από 23-3-10 εξουσιοδοτήσεως) του κατηγορουμένου, ..., νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ( βλ. την υπ'αρ. 9/26-3-2010 έκθεση αναίρεσης και τα από 16-3-10 και 23-3-10 αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στο κατηγορούμενο και την αντίκλητο δικηγόρο του αντίστοιχα), σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474, 482 παρ. 1-3 Κ.Π.Δ., με προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος ( αρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139 και 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ. ) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης ( βλ. αναλυτικά την 9/2010 έκθεση αναίρεσης). ΙΙ. Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η λληλοσυμπλήρωση του αιτιολο-γικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους ( π.χ. μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π. ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο ( βλ. Α.Π. 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.α. ). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 -όπως ισχύει - Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής ( βλ. Α.Π. 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α. ). Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη - δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.α.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η Εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006,7 ΑΠ 2078/2005 κ.ά.)- Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο Άρειος Πάγος αναφέρεται -και ορθότατα - εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού (αρ. 87 επ. Συντ.). Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 216 Π Κ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλο σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Για την στοιχειοθέτηση, δηλαδή του εγκλήματος, της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. (ΑΠ 325/1989 Ποιν. Χρον. 39 σελ. 896, ΑΠ 446/89 ΕλΔ 30 σελ. 1421). Με την ως άνω διάταξη δηλαδή προβλέπονται και τιμωρούνται δύο αυτοτελείς και διακρινόμενες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις και δη (α) η κατάρτιση εγγράφου, δηλαδή η σύνθεση εγγράφου, που δεν υπήρχε πριν, από την αρχή από το ενεργητικό υποκείμενο που το εμφανίζει ως προερχόμενο από άλλο πρόσωπο και (β) η νόθευση εγγράφου ή αλλοίωση της εννοίας του, η απόδοση δηλαδή από το ενεργητικό υποκείμενο στο έγγραφο έννοιας διαφορετικής από το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως το είχε συνθέσει ο εκδότης του. Υποκειμενικά, απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση ( ΑΠ 1316/2001 Π Χρ ΝΒ/531 ). Επιπλέον, η παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ μορφοποιεί το έγκλημα της πλαστογραφίας σε κακούργημα ορίζοντας ότι ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Περαιτέρω, από το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 προκύπτει ότι για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και μετά την νέα αντικατάσταση της παρ. 3 από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Επιπλέον από την διάταξη του άρθρου 13 στ του ΠΚ προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.(ΑΠ 692/2000 (Σε συμβούλιο) Ποιν.Χρον. ΝΑ /2001 σελ. 47). Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής χωρίς να απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες.(ΑΠ 1368/2003 Ποιν.Χρον. ΝΔ /2004 σελ.544) Επιπλέον στην διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν 2721/1999, η δεύτερη παράγραφος, κατά την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που, ανάλογα με το αν το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Τέλος, μεταξύ των εγκλημάτων πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα αδίκημα από το άλλο, δεδομένου ότι το καθένα είναι αυτοτελές, εφόσον η αντικειμενική του υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης.(ΑΠ 1368/2003). ΙΙΙ. Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Θεσ/νίκης με επιτρεπτή αναφορά ( ΑΠ 2464/05 Π. Χρ. ΝΣΤ'/626 ) στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού Εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ' αυτού υιοθετηθείσα Εισαγγελική πρόταση και των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι προέκυψαν τα εξής: Από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της προδικασίας και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, και την απολογία του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) και με βάση την Αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρ. 177 Κ.Π.Δ.) ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας, προέκυψαν τα εξής: Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου ως προς τη συγκεκριμένη υπόθεση ξεκίνησε με την έκδοση του πλαστού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με φερόμενο αριθμό ... (αριθμός ο οποίος είναι χρεωμένος στην Αστυνομική Διεύθυνση ... και δεν είχε ακόμη χορηγηθεί σε πολίτη) από τον Χ, ο οποίος κατασκευάζοντας το εν λόγω πλαστό έγγραφο στο οποίο έθεσε τη δική του ταυτότητα ουσιαστικά δημιούργησε ένα ανύπαρκτο πρόσωπο με στοιχεία "Μ", πρόσωπο το οποίο φυσικά ήταν "καθαρό" στον Τειρεσία και στα αρχεία της Εφορίας και των τραπεζών καθώς δεν εκκρεμούσαν σε βάρος του επιβαρυντικά οικονομικά στοιχεία σε αντίθεση με τον ίδιο τον Χ στο όνομα του οποίου, κατ' ομολογία του, εμφανίζονταν δυσμενή στοιχεία από προηγούμενες δραστηριότητες του. Έτσι, μετά την έκδοση του ως άνω πλαστού Δ.Α.Τ. την απόδοση ΑΦΜ και την έναρξη στην εφορία για την ατομική επιχείρηση του "Μ", πράξεις που έλαβαν χώρα από τον Χ με την προσκόμιση της πλαστής ταυτότητας την 9.6.2005, ακολούθησε και πάλι από τον ίδιο κατηγορούμενο και με τα ίδια ψευδή στοιχεία που προέκυπταν από την πλαστή ταυτότητα, η έκδοση μπλοκ επιταγών της Τράπεζας "Eurobank-Ergasias", και δη από το υποκατάστημα αυτής που βρίσκεται στην ... και στην οδό .... Η έκδοση της πλαστής ταυτότητας αποσκοπούσε ακριβώς στην έκδοση του μπλοκ αυτού καθώς ο Χ, για τον προαναφερθέντα λόγο, δεν θα μπορούσε να εκδώσει μπλοκ επιταγών στο δικό του όνομα. Φυσικά, με τον τρόπο αυτό παρέμενε άγνωστο και το εγκληματικό του παρελθόν. Στη συνέχεια μίσθωσε γραφεία στη ..., επί της οδού ... (βλ. το από 8.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης), αυτή δε ήταν και η έδρα της επιχείρησης του "Μ" που δηλώθηκε στην εφορία καθώς και μια αποθήκη σε παράδρομο της περιφερειακής οδού ..., στο ύψος του .... Μετά από τα παραπάνω ήταν όλα έτοιμα για την έναρξη της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία εξ αρχής αποσκοπούσε όχι βέβαια στο χονδρικό εμπόριο, αλλά στην εξαπάτηση διαφόρων εμπόρων, από τους οποίους η επιχείρηση αγόραζε διάφορα προϊόντα ανεξαρτήτου είδους (συμπεριλαμβανομένων σε αυτά από φορτηγά αυτοκίνητα μέχρι και καλαμπόκι), τα οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους πληρώνονταν με επιταγές προερχόμενες από το παραπάνω μπλοκ και αμέσως μετά μεταπωλούνταν σε άλλους, ανυποψίαστους επίσης αγοραστές σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές. Έτσι, καθώς όλες οι εκδοθείσες επιταγές του "Μ" ήταν εξ αρχής ακάλυπτες και φυσικά ουδέποτε πληρώθηκαν, οι κατηγορούμενοι αποκόμιζαν τεράστια συνολικά κέρδη από τις (μετα)πωλήσεις των εν λόγω προϊόντων. Σε αυτό έγκειται και η κύρια πράξη της εξαπάτησης που έπραξαν από κοινού άπαντες οι κατηγορούμενοι και ήταν κοινή πρακτική για όλες τις επιμέρους περιπτώσεις: Αφού εντόπιζαν σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας το υποψήφιο θύμα -έμπορο, έρχονταν σε επαφή μαζί του παριστάνοντάς του ψευδώς ότι συνομιλεί και συζητά το ενδεχόμενο συνεργασίας είτε με τον ίδιο τον "Μ" είτε με κάποιον συνεργάτη του προσώπου αυτού και ότι η επιχείρηση του είναι απολύτως φερέγγυα, εύρωστη και υγιής, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο κατά τα προαναφερθέντα για την επιχείρηση ενός προσώπου ανύπαρκτου. Έτσι έπειθαν τους εμπόρους αυτούς να τους πουλήσουν τα εμπορεύματα τους δεχόμενοι να πληρωθούν με μεταχρονολογημένες επιταγές ανύπαρκτου αντικρίσματος, καθώς μάλιστα μέχρι τότε κανένα δυσμενές οικονομικό στοιχείο δεν υπήρχε στον Τειρεσία για τον φερόμενο αγοραστή και εκδότη των επιταγών "Μ", συνεπώς κάθε σχετική έρευνα των εμπόρων -πωλητών δεν ήταν δυνατόν να αποκαλύψει τι πραγματικά συνέβαινε. Βεβαίως, πέραν του Χ και όλοι οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του, η συμμετοχή των οποίων στις υπό κρίση πράξεις αρχίζει τον Ιούνιο του 2005, γνώριζαν εξαρχής την πλαστοπροσωπία πάνω στην οποία είχε στηριχθεί όλη η επιχείρηση. Χαρακτηριστικές είναι ως προς αυτό οι από 19.12.2005 και 30.3.2006 καταθέσεις της μάρτυρος Ρ, η οποία εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως γραμματέας στην επιχείρηση: Οι Σ2, ... (οι οποίοι είναι κάτοικοι ... καθώς και έτερο άτομο με το όνομα "...", αρχικά της παρουσιάσθηκαν και αυτοί με ψευδή ονόματα, δήθεν σαν συγγενείς του Μ και έχοντες το ίδιο επώνυμο, μάλιστα όταν ο Σ1 (υιός του ...) της αποκάλυψε την πραγματική τους ταυτότητα, δηλ. το πραγματικό τους επώνυμο, ο πατέρας του εξοργίσθηκε και ζήτησε από την Ρ να καταστρέψει τη σχετική της σημείωση. Αναφέρει επίσης η μάρτυρας ότι "αφεντικά" της επιχείρησης ήταν ο "Μ" (δηλ. ο Χ) και ο Σ2, ο οποίος είναι άτομο σεσημασμένο από την ΕΛ.ΑΣ. και η παρουσία του στα γραφεία της οδού ... επιβεβαιώνεται και από το ανευρεθέν δακτυλικό αποτύπωμα (βλ. το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Υ.Ε.Ε.Β.Ε.) ενώ ο Σ3 ήταν εκείνος που κυρίως έβρισκε πωλητές και έδινε παραγγελίες μέσω FAX, όλοι δε οι κατηγορούμενοι όταν συνομιλούσαν με πελάτες, ανέφεραν το όνομα του Μ. Έτσι οι πωλητές και αγοραστές της εταιρίας, ανεξάρτητα από το πρόσωπο με το οποίο πραγματοποιούσαν την τελική συναλλαγή ή παρέδιδε εις χείρας τους τις επιταγές ή παραλάμβανε τα προϊόντα, θεωρούσαν καταρχήν ότι έχουν συνομιλήσει και συμφωνήσει με τον "Μ". Η ανεύρεση λοιπόν και πρώτη επαφή με τους εξαπατηθέντες εμπόρους γινόταν από τους Σ2, ... και Σ3 ενώ η συναλλαγή ολοκληρωνόταν τελικά από τον Μ ο οποίος συχνά συνοδευόταν από έναν εκ των ανωτέρω. Επίσης, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Οικονομικών Εγκλημάτων της ΕΛ.ΛΑΣ, ο Σ3 ο οποίος είχε εντοπισθεί και εξετασθεί ήδη από την 15.12.2005, αρνήθηκε τότε να αποκαλύψει τα ονόματα των υπολοίπων συμμετόχων και νυν κατηγορουμένων, γεγονός που φυσικά συνέβαλε και στην καθυστέρηση της αποκάλυψης αυτών και στην καθυστέρηση της κατ' αρθρ. 243 § 2 ΚΠΔ προανάκρισης η οποία, λόγω και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης είχε διάρκεια περίπου 1,5 έτος ( από το Δεκέμβριο του 2005 μέχρι και την 12.3.2007 οπότε και υποβλήθηκε η δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ). Ακόμη όμως και σήμερα δύο εκ των κατηγορουμένων και δη τα άτομα με τα ονόματα ... και ... παραμένουν άγνωστα, καθώς κατ' ουσία δεν δόθηκαν καθόλου στοιχεία από τους κατηγορουμένους για τα πρόσωπα αυτά κατά τη διάρκεια της προδικασίας ώστε να καθίσταται εφικτός ο εντοπισμός τους. Μόνον για τον "..." ο κατηγορούμενος Χ αναφέρει ότι πρόκειται για κάποιον "..." α.λ.σ. χωρίς όμως να δίδεται οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση ικανή για την εξατομίκευση του προσώπου αυτού και χωρίς καν να είναι βέβαιο ότι έστω και τα στοιχεία αυτά είναι πραγματικά. Συνολικά, εξιχνιάστηκαν οι εξής περιπτώσεις εμπόρων που εξαπατήθηκαν από τους κατηγορούμενους: (1) η περίπτωση του ... από τον οποίο και την επιχείρηση του "..." οι κατηγορούμενοι αγόρασαν στην ..., την 6.9.2005 εμπορεύματα - αγροτικά προϊόντα (ντοματοπολτούς, σάλτσες, χυλοπίτες,) αξίας ποσού 6.964,20 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα την υπ' αριθμ. ... ισόποση επιταγή της τράπεζας Eurobank η οποία ήταν ακάλυπτη (2) η περίπτωση του ... από τον οποίο και την επιχείρηση του "MM Ελλάς ΕΠΕ" με έδρα το .... αγόρασαν στη ... την 19.10.2005 εμπορεύματα (ελαιόπανα, δίχτυα ελιάς) αξίας συνολικού ποσού 25.000 ευρώ, έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα την υπ' αριθμ. ... ισόποση επιταγή της τράπεζας Eurobank. Μέρος, (δείγματα) της ποσότητας των ελαιόπανων βρέθηκε και κατασχέθηκε αργότερα και δη την 24.12.2005 στη ... στην επιχείρηση του ... (3) η περίπτωση της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." από την οποία αγόρασαν στη ..., την 3.11.2005 με παρακράτηση της κυριότητας δύο μεταχειρισμένους ελκυστήρες (τράκτορες) μάρκας Scania και Volvo αντίστοιχα και ένα μεταχειρισμένο επικαθήμενο όχημα μεταφοράς εμπορευμάτων μάρκας Traitor, αξίας συνολικού (και υπολειπομένου μετά την καταβολή 1700 € μετρητοίς) ποσού 34.000 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα τις υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Eurobank ποσού 4.000 €, ... επιταγή της τράπεζας Eurobank ποσού 15.000 €, και ... επιταγή της τράπεζας Eurobank ποσού 15.000 €. (4) η περίπτωση του ... από τον οποίο αγόρασαν στη ..., την 17.11.2005 με παρακράτηση κυριότητας ένα φορτηγό αυτοκίνητο αξίας ποσού 29.040 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα την υπ' αριθμ. ... ισόποση επιταγή της τράπεζας Eurobank. To παραπάνω όχημα, ανεβρέθηκε τελικά στον ..., καθώς παρά το γεγονός ότι κατά την πώληση του στον "Μ" είχε γίνει παρακράτηση κυριότητας, οι κατηγορούμενοι το πούλησαν την 12.1.2006 στον .. έναντι ποσού 19.635 €, για το σκοπό δε αυτό είχαν προηγουμένως πλαστογραφήσει το βιβλίο μεταβολών του αυτοκινήτου κατά τα προαναφερθέντα, ώστε να φαίνεται ότι δεν υπήρχε παρακράτηση της κυριότητας από τον .... (5) η περίπτωση του ... από τον οποίο και την επιχείρηση "... ΟΕ" της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος αγόρασαν στα ... την 22.11.2005 έναν μεταχειρισμένο ελκυστήρα για οδούς (τράκτορα) και ένα μεταχειρισμένο επικαθήμερο όχημα μεταφοράς εμπορευμάτων (καρότσα) αξίας 15.000 € ενώ την 27.11.2005 άλλο ένα μεταχειρισμένο επικαθήμενο όχημα μεταφοράς εμπορευμάτων (καρότσα) συνολικής αξίας όλων των ανωτέρω ποσού 23.000 € έναντι του οποίου κατέβαλαν στον ως άνω παθόντα ισόποσες επιταγές οι οποίες ήταν επίσης ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (6) η περίπτωση του ... από τον οποίο (που εκπροσωπούσε την έμπορο αυτοκινήτων σύζυγο του ...) αγόρασαν στα ... την 28.11.2005 ένα φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας Scania καθώς και μία επικαθήμενη πλατφόρμα μάρκας CRONE , καταβάλλοντος αντίστοιχα ισόποσες υπ' αριθμ. ... της τράπεζας Eurobank εκδόσεως του Μ, καθώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Alpha Bank έκδοσης του ... οι οποίες ήταν επίσης ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (7) η περίπτωση του ... από τον οποίο αγόρασαν στο ... περί τα τέλη Νοεμβρίου 2005 110 τόνους καλαμποκιού, αξίας συνολικού ποσού 17.360 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα κατόπιν οπισθογράφησης του "Μ" τις υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς και την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 5.000 και 12.360 € αντίστοιχα έκδοσης της εταιρίας "Μακεδόνες" -... και Σια ΟΕ οι οποίες ήταν επίσης ακάλυπτες, καθώς μάλιστα η παραπάνω εκδότρια εταιρία είχε εκδώσει σωρεία άλλων ακάλυπτων επιταγών (8) του ... από τον οποίο αγόρασαν στο ... την 3.12.2005 187 τόνους καλαμποκιού, αξίας συνολικού ποσού 25.044 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα κατόπιν οπισθογράφησης του "Μ" τις υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς έκδοσης ίδιας ως άνω εταιρίας "Μακεδόνες" - ... και Σια ΟΕ καθώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 10.794 € και 14.250 € αντίστοιχα οι οποίες ήταν επίσης ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (9) η περίπτωση του ..., νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "... και Σία Ο.Ε." με έδρα τη ... από την οποία αγόρασαν στη ... με διαδοχικές παραγγελίες τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 2005 βαζάκια τα οποία πούλησαν την 3.12.2005 έναντι ποσού μόλις 3.000 € στον ..., ο οποίος ακολούθως το μεταπώλησε στην αλβανική εταιρία "Scania Cargo". Ας σημειωθεί και πάλι ότι ο ... εντόπισε τον Ιούνιο του 2006 μέρος της ποσότητας του μελιού που είχε πουλήσει στον Μ; στις εγκαταστάσεις του ... στην ... στον οποίο ο Μ είχε πουλήσει μέρος της ποσότητας (μαζί με άλλα προϊόντα) έναντι ποσού 3.723,30 € που πληρώθηκαν μετρητοίς. Η ποσότητα που ανεβρέθηκε - 420 βαζάκια - κατασχέθηκε και αποδόθηκε στον ... ως μεσεγγυούχο. (10) οι κατηγορούμενοι Χ και Σ3, στην ..., τον Σεπτέμβριο του 2005 εξαπάτησαν με τον ίδιο τρόπο και τον ..., καθώς με τον ίδιο τρόπο αγόρασαν από αυτόν ένα φορτηγό αυτοκίνητο αξίας 45.000 € το οποίο παρέλαβε ο Χ καταβάλλοντος το ποσό των 8.500 € σε μετρητά ενώ έναντι του υπολοίπου του παρέδωσαν δύο επιταγές η υπ' αριθμ. ... της Eurobank ποσού 16.440 € η πρώτη και η υπ' αριθμ. ... ποσού 27.500 € της Τράπεζας Probank η δεύτερη εκδόσεως αμφότερες του "Μ" οι οποίες ήταν ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (11) Τέλος, επίσης οι κατηγορούμενοι Χ και. Σ3, στον ... τον Σεπτέμβριο του 2005 εμφανίσθηκαν στην ... (συζύγου του αναφερόμενου υπό στοιχ. (1) εμπόρου Αν. ...) από την οποία αγόρασαν 9.400 κιλά ακτινίδια συνολικής αξίας 9.500 Ευρώ, έναντι δε του τιμήματος επρόκειτο να της παραδώσουν ισόποση επιταγή την οποία ωστόσο δεν της παρέδωσαν. Οι παραπάνω πράξεις, που προκύπτουν αβίαστα από τις καταθέσεις των παθόντων, λόγω της ομοιότητας του τρόπου τέλεσης αλλά και του μικρού σχετικά χρονικού διαστήματος εντός του οποίου έλαβαν χώρα αποδεικνύουν αναμφισβήτητα ενότητα δόλου καθώς εξαρχής η επιχείρηση του Μ "στήθηκε" με την έκδοση της πλαστής ταυτότητας, την έκδοση ΑΦΜ και την έναρξη στην εφορία, τη μίσθωση του γραφείου και της αποθήκης και την έκδοση του μπλοκ των επιταγών από την τράπεζα Eurobank (μάλιστα αναφέρεται παραπάνω και μία επιταγή του Μ της τράπεζας Probank), με μοναδικό σκοπό την εξεύρεση και την εξαπάτηση πωλητών και αγοραστών διαφόρων - αγροτικών κατά βάση -προϊόντων με την πληρωμή μεταχρονολογημένων επιταγών. Η μικρή διάρκεια της όλης επιχείρησης ήταν εξαρχής αποφασισμένη ώστε να μην υπάρχει επαρκής χρόνος για την έγκαιρη ανακάλυψη από τις αρχές και τους ιδιώτες της μεγάλης απάτης που είχε σχεδιαστεί και τελεστεί, να μην γίνουν γνωστά τα πραγματικά ονόματα των συμμετοχών και νυν κατηγορουμένων και κυρίως να μην γίνει αντιληπτό ότι οι επιταγές (λήξης από τα τέλη του 2005 και εντεύθεν), με τις οποίες οι κατηγορούμενοι πλήρωναν τα προϊόντα που αγόραζαν, ήταν όλες ακάλυπτες. Είναι επίσης χαρακτηριστική η ευελιξία που επέδειξαν οι κατηγορούμενοι ως προς τα επιμέρους μέσα που χρησιμοποιούσαν καθώς πέραν των επιταγών εκδόσεως του Μ, διέθεταν και άλλες (επίσης εξαρχής ακάλυπτες) επιταγές, κατάφεραν δε με "περίτεχνο" τρόπο να πλαστογραφήσουν δημόσια έγγραφα τα οποία χρησιμοποίησαν όποτε αυτό τους ήταν απαραίτητο, εξαπατώντας ακόμη και τις αρμόδιες αρχές, όλα δε τα παραπάνω στοιχεία, που χαρακτηρίζουν την άρτια οργάνωση του εγκληματικού τους σχεδίου δεικνύουν αναμφισβήτητα σκοπό για πορισμό εισοδήματος και την σταθερή τους ροπή στη διάπραξη εγκλήματος. Συνεπώς ορθώς έκρινε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ότι υπάρχουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για τις παραπάνω πράξεις. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικά δε και εμπεριστατωμένα αιτιολογούνται όλοι οι προβληθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατ/νου και ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 § 1δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: (Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία η υπ'αρ. 9/2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 231/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης και (Β) να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 484 παρ.1, 509 και 510 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει, στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχονται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά στο άρθρο 484, προκειμένου περί βουλευμάτων και 510 Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα ( άρθρο 476 παρ.1, 513 Κ.Π.Δ). Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή επίκληση του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης της από το Σύνταγμα και από το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπερι-στατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως, η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος, ως προς δε τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, να προσδιο-ρίζεται η εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ποια είναι η αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής και σε τι συνίσταται η παραβίασή της. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθμό 9/26 Μαρτίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 231/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο, ύστερα από έφεση του κατηγορούμενου κατά του υπ' αριθμό 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και επικύρωση του τελευταίου από αυτό, με την απόρριψή της, τον παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, προκει-μένου να δικαστεί, ως υπαίτιος των πράξεων α) της απάτης με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα. Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα) και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της εκθέσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι: "το ως άνω βούλευμα είναι αναιρετέο για έλλειψη της κατά νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως επαρκούς αιτιολογίας της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο πείστηκε για τα στοιχεία αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Με τη διατύπωση αυτή, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, αφού, ενόψει της κατά τα ανωτέρω κρίσεως του Συμβουλίου Εφετών, ως προς μεν την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται αυτή σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ως προς δε την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, δεν προσδιορίζεται παντελώς σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής και ποια η αληθής έννοιά της. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο, αποφαίνεται, ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί, επί της από 26-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση βουλεύματος με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία για το παραδεκτό των λόγων αναιρέσεως. Αοριστία λόγου αναιρέσεως: Όταν οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τα Συμβούλιο απέχει προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων για να προβάλει τις αντιρρήσεις του.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
0
Αριθμός 1812/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων: 1. Γ. Μ. του Μ., 2. Ε. Χ. του Ι. και 3. Ν. Ζ. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Σαββίδη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 218/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κοζάνης. Το Τριμελές Εφετείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 236/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 162/3-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό Σας σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 του Κ.Π.Δ , την από 11-2-2010 αίτηση των: α) Ν. Ζ. του Χ., ιατρού, κατοίκου ..., β) Γ. Μ. του Μ., ιατρού , κατοίκου ..., και γ) Ε. Χ. του Ι., αρχιτέκτονα μηχανικού, κατοίκου ..., εγχειρισθείσα σε μας από τους πληρεξούσιους των αιτούντων δικηγόρους Χρήστο Σαββίδη και Θ. Π., δυνάμει των από 10-2-2010 εγγράφων εξουσιοδοτήσεων, με την οποία ζητείται η προς το συμφέρον τους επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 218/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μαζί με το αίτημα του τρίτου των αιτούντων με το οποίο ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης σ' αυτόν με την πιο πάνω απόφαση ποινής φυλακίσεως των 34 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας με την υπ' αριθμ. 307/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 218/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την υπ' αριθμ. 1415/2008 απόφαση του Δικαστηρίου Σας της ασκηθείσης κατ' αυτής αναιρέσεως, καταδικάστηκαν : α) ο Ν. Ζ. σε συνολική ποινή φυλακίσεως 25 μηνών για ψευδή βεβαίωση, νόθευση κατ' εξακολούθηση δημοσίου εγγράφου, προσιτού σ' αυτόν ως εκ της υπηρεσίας του και για ψευδορκία μάρτυρα , β) ο Γ. Μ. σε συνολική ποινή φυλακίσεως 23 μηνών για ψευδή βεβαίωση, νόθευση δημοσίου εγγράφου προσιτού σ' αυτόν ως εκ της υπηρεσίας του και για ψευδορκία μάρτυρα, και γ) ο Ε. Χ. σε συνολική ποινή φυλακίσεως 34 μηνών για ηθική αυτουργία σε ψευδείς βεβαιώσεις, νοθεύσεις δημοσίων εγγράφων και ψευδορκίες μαρτύρων. Ειδικότερα , σύμφωνα με το διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως, καταδικάστηκαν οι δύο πρώτοι αιτούντες ως υπαίτιοι του ότι : 1) σε μη διακριβωθέντα χρόνο , πάντως μεταξύ του Δεκεμβρίου 2001 και της 11-1-2002 , τυγχάνοντες υπάλληλοι κατά την έννοια του νόμου , δηλαδή πρόσωπα στα οποία νόμιμα είχε ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στα καθήκοντα των οποίων αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων , βεβαίωσαν σε τέτοια έγγραφα με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες . Ειδικότερα ιατροί τυγχάνοντες και υπηρετούντες στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κοζάνης με την επωνυμία "Μαμάτσειο", το οποίο λειτουργούσε υπό την νομική μορφή του Ν.Π.Δ.Δ , ο μεν Ν. Ζ. με την ειδικότητα του χειρούργου, ο δε Γ. Μ. με την ειδικότητα του χειρούργου - ορθοπεδικού, αρμόδιοι για την έκδοση ιατρικών γνωματεύσεων που αφορούσαν ασθενείς που εξετάσθηκαν στα εξωτερικά ιατρεία ή νοσηλεύθηκαν στις αντίστοιχες κλινικές του πιο πάνω Νοσοκομείου, εξέδωσαν δύο ιατρικές γνωματεύσεις (από μία έκαστος) σε έντυπα με τον λογότυπο του Νοσοκομείου, αφορώσες τον τρίτο από αυτούς Ε. Χ., στις οποίες έθεσαν ως ημερομηνία έκδοσης καθεμιάς την 30-5-2001 και κάτω από την ένδειξη ο ιατρός (που γνωμάτευε) τις υπογραφές και τις υπηρεσιακές τους σφραγίδες, βεβαιώνοντας σ' αυτές: α) ο Ν. Ζ. ότι ο ανωτέρω Ε. Χ. εξετάσθηκε από αυτόν την 30-5-2001 στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής κλινικής, μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό και βρέθηκε να φέρει κάκωση του θώρακα, της αριστερής οσφυϊκής χώρας, κολικό, μώλωπες και εκχυμώσεις της αριστερής παρειάς, του αριστερού βραχιονίου, αριστερού μηρού, ιεροκοκκυγικής χώρας και γεννητικών οργάνων και εξάρθρημα αριστερού ώμου, καθώς και ότι δεν δεχόταν εισαγωγή στην χειρουργική κλινική , και β) ο Γ. Μ. ότι ο ανωτέρω εξετάσθηκε από αυτόν στα εξωτερικά ιατρεία της ορθοπεδικής κλινικής και ότι έπειτα από κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι έφερε πρόσθιο εξάρθρημα αριστερού ώμου (του οποίου έγινε ανάταξη και επίδεση για τρεις εβδομάδες), κάκωση θώρακος ,αριστερής οσφυϊκής χώρας και ιεροκοκκυγικής περιοχής, εξάρθρημα 1ης μετακαρπιοφαλαγγικής δεξιού αντίχειρα (του οποίου έγινε ανάταξη και επίδεση) και μώλωπες - εκχυμώσεις αριστερής παρειάς και αριστερού βραχίονα. Όμως όλα τα ανωτέρω βεβαιωθέντα και δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες περιστατικά, δοθέντος ότι οι γνωματεύσεις αυτές προορίζονταν για δικαστική χρήση εκ μέρους του Ε. Χ. σε ποινική του υπόθεση κατά του Δ. Π. ,φερομένου ως προκαλέσαντος σ' αυτόν τις ανωτέρω σωματικές κακώσεις και βλάβες της υγείας του, ήταν αναληθή και οι κατηγορούμενοι τα βεβαίωσαν με πρόθεση στις ανωτέρω γνωματεύσεις, τελούντες εν γνώσει της ανακρίβειας αυτών, καθόσον το αληθές ήταν ότι ο Ε. Χ. προσήλθε μεν στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής κλινικής του πιο πάνω Νοσοκομείου στις 30-5-2001, πλην όμως ουδέποτε εξετάσθηκε από τους φερόμενους ως εξετάσαντες αυτόν ιατρούς Ν. Ζ. και Γ. Μ., αλλά από άλλον (ειδικευόμενο ιατρό του χειρουργικού τομέα, ο οποίος διέγνωσε απλώς "κολικό νεφρού" και τον παρέπεμψε στο ακτινολογικό εργαστήριο για απλή ακτινογραφία νεφρών-ουρητήρα-κύστεως (Ν.Ο.Κ), αντιμετώπισε δε το περιστατικό χορηγώντας του ενδομυϊκώς τα φαρμακευτικά σκευάσματα Voltaren, Buscopan και Zantac, ο δε Χ. δεν έφερε τις βεβαιούμενες στις ιατρικές αυτές πιστοποιήσεις σωματικές κακώσεις και βλάβες, ούτε του έγινε σχετικός ακτινοσκοπικός έλεγχος προς διάγνωση δήθεν των εξαρθρημάτων του αριστερού ώμου ή δεξιού αντίχειρα, ούτε τέθηκε βέβαια ζήτημα εισαγωγής και νοσηλείας του στο Νοσοκομείο. 2) οι ίδιοι κατηγορούμενοι, μάλιστα ο εξ αυτών Ν. Ζ. με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπάλληλοι όντες κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή πρόσωπα στα οποία είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση υπηρεσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με πρόθεση νόθευσαν έγγραφο που τους ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας τους. Ειδικότερα υπό τις διαλαμβανόμενες ανωτέρω υπό στοιχ. 1 υπαλληλικές ιδιότητες: Α) ο Ν. Ζ. νόθευσε το βιβλίο εξωτερικών ιατρείων της χειρουργικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου και πιο συγκεκριμένα την υπό τον αύξοντα αριθμό 1562/30-5-2001 εγγραφή, σύμφωνα με την οποία ο προσελθών την ημέρα εκείνη στα εξωτερικά ιατρεία και εξετασθείς Ε. Χ., διεγνώσθη πάσχων από "κολικό του αριστερού νεφρού", ότι παραπέμφθηκε στο ακτινολογικό τμήμα για ακτινογραφία νεφρών - ουρητήρα - κύστεως (Ro Ν.Ο.Κ) και ότι η πάθηση του αντιμετωπίστηκε με την χορήγηση των φαρμακευτικών σκευασμάτων Voltaren, Buscopan και Zantac, αλλοιώνοντας το περιεχόμενό της ως εξής: αα) κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2001 έως 11-1-2002 , προσέθεσε στο επάνω δεξιά και το κάτω από την αρχική εγγραφή εναπομένον άγραφο τμήμα, την φράση "αναφ. ξυλοδαρμός προ 3ημέρου - κάκωση θώρακος -(αρ) οσφύος - μώλωπες - εκχυμώσεις (αρ) βραχιονίου,(αρ) παρειάς, μηρού, ιεροκοκκυγικής χώρας, γεννητικών οργάνων, εξάρθρημα (αρ) ώμου, ανάταξη-αρνείται εισαγωγή", έτσι ώστε το αλλοιωμένο νόημα που προέκυπτε κατά τις ανωτέρω παράνομες "διορθώσεις" να εναρμονίζεται με την από αυτόν εκδοθείσα ψευδή βεβαίωση (ιατρική γνωμάτευση) που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω υπό στοιχ 1α κατηγορία, και ββ) μεταγενέστερα και κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 17ης -2ου -2004 και 16ης -3ου -2004 , με την απάλειψη ολόκληρης της (αληθούς) αρχικής καταχώρησης, στην οποία είχε προβεί ο ιατρός που πράγματι είχε εξετάσει στις 30-5-2001 τον Ε. Χ., έτσι ώστε να φαίνεται ότι η μοναδική αιτία προσέλευσης του ασθενούς Χ. την ημέρα αυτή στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου, ήταν οι σωματικές βλάβες και κακώσεις που είχε υποστεί, κατά δήλωσή του, πριν από τρεις ημέρες. Β) ο Γ. Μ., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2001 και 11-1-2002, νόθευσε το βιβλίο εξωτερικών ιατρείων της ορθοπεδικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου, προσθέτοντας εκ των υστέρων μεταξύ των καταχωρήσεων υπό τους αύξοντες αριθμούς 468 και 469 που αφορούσαν προσελθόντες και εξετασθέντες στα εξωτερικά ιατρεία της ορθοπεδικής κλινικής ασθενείς, νέα εγγραφή με τον αύξοντα αριθμό 468β, αλλοιώνοντας ταυτόχρονα την εγγραφή με τον αύξοντα αριθμό 468 στην οποία προσέθεσε το γράμμα α έτσι ώστε αυτή να φαίνεται ότι είχε την αρίθμηση 468α, υπό τον αύξοντα δε αριθμό 468β και υπό την χρονολογία 30-5-2001 προσέθεσε εγγραφή αφορώσα τον δήθεν προσελθόντα και εξετασθέντα ασθενή Ε. Χ., με διάγνωση "πρόσθιο εξάρθρημα (αρ) ώμου - εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής (δε), κάκωση (δε) οσφυϊκής. χώρας- κάκωση ιεροκοκκυγικής χώρας", έτσι ώστε να φαίνεται ότι εξετάστηκε αυτός και διαπιστώθηκαν οι ανωτέρω κακώσεις και το νοθευθέν κατά τα ανωτέρω βιβλίο να "συμφωνεί" με την εκδοθείσα από τον ίδιο υπό την αυτή ημερομηνία ψευδή βεβαίωση (ιατρική γνωμάτευση). 3) οι ίδιοι κατηγορούμενοι (Ν. Ζ. και Γ. Μ.), στις 23-5-2002, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή περιστατικά. Συγκεκριμένα ενώ εξετάζονταν ως μάρτυρες ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης στα πλαίσια διενεργούμενης προανάκρισης με αφορμή έγκληση του Δ. Π. κατά του συγκατηγορουμένου τους Ε. Χ. για ψευδή καταμήνυση - συκοφαντική δυσφήμηση κ.λ.π, κατέθεσαν ότι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, εξέτασαν τον Ε. Χ. την 30-5-2001 στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής και ορθοπεδικής κλινικής του Νοσοκομείου Κοζάνης, και διαπίστωσαν ότι αυτός έφερε τις κακώσεις και βλάβες που είχαν βεβαιώσει στις αντίστοιχες υπό στοιχ 1 α και β γνωματεύσεις τους και ότι, όπως τους ανέφερε ο ανωτέρω, οι κακώσεις αυτές προέρχονταν από ξυλοδαρμό που υπέστη αυτός στις 27-5-2001 , μάλιστα δε , ο Ν. Ζ. κατέθεσε επιπλέον ότι , παρά τις συστάσεις του για εισαγωγή στη χειρουργική κλινική για παρακολούθηση, ο ασθενής (Χ.) δεν δέχθηκε και, αφού υπέγραψε, έλαβε φαρμακευτική αγωγή και αποχώρησε, παρότι γνώριζαν ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω καταθέσεών τους, ήταν εξ ολοκλήρου ψευδές. 4) ο τρίτος από αυτούς Ε. Χ., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2001 και 11-1-2002, με περισσότερες της μιας πράξεις, προκάλεσε με πρόθεση στους συγκατηγορούμενους του την απόφαση να τελέσουν τις άδικες πράξεις των ψευδών βεβαιώσεων και νοθεύσεων δημόσιων εγγράφων, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω υπό τα στοιχεία 1 και 2, πείθοντάς τους να τελέσουν τις πράξεις αυτές με προτροπές και χρησιμοποιώντας την πειθώ του. Επιπροσθέτως ο αυτός κατηγορούμενος στις 11-1-2002 και 20-6-2002, με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εν γνώσει του χρησιμοποίησε ψευδή κατά το περιεχόμενό τους δημόσια έγγραφα και ειδικότερα τις ανωτέρω υπό στοιχείο ένα (1) ψευδείς ιατρικές γνωματεύσεις, προσκομίζοντάς αυτές στις δικαστικές αρχές, αφ' ενός μεν στις 11-1-2002 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης κατά την υποβολή της από 2-1-2002 μηνύσεώς του κατά του Δ. Π., για πρόκληση σ' αυτόν σωματικών βλαβών, αφ' ετέρου δε στις 20-6-2002 απολογούμενος ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης , στα πλαίσια προανάκρισης με αφορμή την υποβληθείσα σε βάρος του έγκληση του Δ. Π. για συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση κ.λ.π, παρότι γνώριζε ότι το περιεχόμενο των γνωματεύσεων αυτών ήταν ψευδές. Από την κατά τα ανωτέρω παράθεση του διατακτικού της αποφάσεως, καθίσταται πρόδηλο ότι τα αποδεικτέα ζητήματα στην υπόθεση αυτή, ήταν τα εξής: α) το εάν ο Ε. Χ. έφερε πράγματι τις σωματικές κακώσεις και βλάβες που αναγράφονται στις από 30-5-2001 δύο ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών Ν. Ζ. και Γ. Μ.. β) το εάν ο Ε. Χ. εξετάσθηκε πράγματι από τους πιο πάνω ιατρούς στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης τις απογευματινές ώρες της 30-5-2001, και γ) το εάν ήταν αληθείς κατά το περιεχόμενό τους οι πιο πάνω ιατρικές γνωματεύσεις . Το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση περί της οποίας γίνεται λόγος, δέχθηκε, σε σχέση με τα ζητήματα αυτά, ότι ο Ε. Χ. δεν εξετάσθηκε από τους προαναφερθέντες ιατρούς τις απογευματινές ώρες της 30-5-2001, συνακόλουθα δε ότι οι δύο ιατρικές γνωματεύσεις που εκδόθηκαν από αυτούς ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενό τους , όπως επίσης ψευδείς ήταν και οι σχετικές εγγραφές στα οικεία βιβλία της χειρουργικής και ορθοπεδικής κλινικής, περαιτέρω δε ότι έλαβαν χώρα αλλοιώσεις του περιεχομένου των βιβλίων αυτών. Ειδικότερα το εκδόν την απόφαση δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που παραθέτει κατ' είδος , δέχθηκε τα εξής: Ο εγκαλών Δ. Π. με την από 20-8-2001 έγκλησή του, καταμήνυσε, μεταξύ των άλλων, τον σύγγαμβρό του Ε. Χ. για πρόκληση σωματικών κακώσεων και βλάβης της υγείας του κατά την διάρκεια βιαιοπραγικής μεταξύ τους φιλονικίας που έλαβε χώρα τις πρωινές ώρες της 27-5-2001, εντός της οικίας του στην Κοζάνη . Με αφορμή την έγκληση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Ε. Χ. για μη σκοπούμενη βαριά σωματική βλάβη και απειλή, παραγγέλθηκε δε προανάκριση επί της υποθέσεως από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης . Την υποβολή της έγκλησης αυτής την πληροφορήθηκε ο Ε. Χ. περί τον Δεκέμβριο του έτους 2001 και θέλησε και ο ίδιος να εγκαλέσει την Δ. Π. για πρόκληση σε αυτόν σωματικών βλαβών κατά την διάρκεια του ίδιου επεισοδίου την 27-5-2001. Όμως είχε ήδη παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία υποβολής εγκλήσεως για την δίωξη της διωκόμενης απόλυτα μετά από έγκληση πράξης της απλής σωματικής βλάβης (άρθρα 308 και 315 σε συνδυασμό με το άρθρο 117 του Π.Κ). Με την από 11-1-2002 έγκλησή του την οποία εγχείρισε αυθημερόν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης, ο Χ. κατήγγειλε ότι με αφορμή επεισόδιο οικογενειακής φύσεως που έλαβε χώρα την 27-5-2001 στην οικία του εγκαλούμενου, ο τελευταίος άρπαξε ένα ξύλινο οικιακό σκεύος (κλώστη) από την κουζίνα και τον χτύπησε με αυτό στο αριστερό του πόδι και χέρι, επιπροσθέτως δε τον απώθησε βίαια πάνω στον υαλοπίνακα της μπαλκονόπορτας ο οποίος και θρυμματίστηκε, από την πτώση δε σ' αυτόν υπέστη σωματικές βλάβες στο αριστερό του χέρι. Προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της έγκλησής του αυτής, προσήγαγε κατά την κατάθεσή της και δύο ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών του Μαμάτσειου Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης Ν. Ζ., χειρουργού , και Γ. Μ., ορθοπεδικού. Οι γνωματεύσεις αυτές είχαν εκδοθεί σε έντυπο με το λογότυπο του νοσοκομείου και έφεραν ημερομηνία έκδοσης την 30-5-2001, είχαν δε το εξής περιεχόμενο: α) η γνωμάτευση του Ν. Ζ. ότι " ο ασθενής Ε. Χ. εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής κλινικής μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό και ευρέθηκαν τα παρακάτω: Κάκωση θώρακα (ΑΡ) οσφύος-κολικός-μώλωπες εκχυμώσεις (ΑΡ) παρειάς, (ΑΡ) βραχιονίου, (ΑΡ) μηρού, ιεροκοκκυγικής χώρας και γεννητικών οργάνων. Εξάρθρημα (ΑΡ) ώμου. Δεν δέχεται εισαγωγή στην χειρουργική κλινική. 30-5-2001. Ο γιατρός Ζ. Ν. , χειρουργός-επιμελητής Α". β) η γνωμάτευση του Γ. Μ. ότι "ο Χ. Ε. μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό που υπέστη την 27-5-2001 εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία της ορθοπεδικής κλινικής και έπειτα από κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι πάσχει από: α) πρόσθιο εξάρθρημα(ΑΡ) ώμου, όπου έγινε ανάταξη αυτού και επίδεση για τρείς εβδομάδες β) κάκωση θώρακος (ΑΡ) οσφυϊκής χώρας καθώς και ιεροκοκκυγικής περιοχής, γ) εξάρθρημα 1ης μετακαρπιοφαλαγγικής (ΔΕ) αντίχειρα, όπου έγινε ανάταξη και επίδεση αυτού και δ) μώλωπες εκχυμώσεις (ΑΡ) μηρού και (ΑΡ) βραχίονα 30-5-2001 ο γιατρός Γ. Μ.. χειρουργός- ορθοπεδικός Επιμελητής Β". Σύμφωνα με το περιεχόμενο των γνωματεύσεων αυτών, ο Ε. Χ. είχε εξεταστεί την 30-5-2001 από τους δύο αυτούς ιατρούς στα εξωτερικά ιατρεία του χειρουργικού τομέα του Μαμάτσειου Νοσοκομείου Κοζάνης και διαπιστώθηκε ότι έφερε τις κακώσεις που διαλαμβάνονταν σ' αυτές. Οι γνωματεύσεις αυτές φέρονταν να αποδεικνύουν την βασιμότητα του ισχυρισμού του Ε. Χ. ότι είχε υποστεί κακώσεις με την χρήση αμβλέος οργάνου και ότι οι κακώσεις αυτές ως εκ του μέσου που χρησιμοποιήθηκε για την πρόκλησή τους, έφεραν τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την δίωξη της οποίας δεν απαιτείτο έγκληση και συνεπώς ήταν αδιάφορο το εάν είχε παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 117 του Π.Κ. Τις γνωματεύσεις αυτές τις προσκόμισε ο Ε. Χ. ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης την 20-6-2002 απολογούμενος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης , μετά από έγκληση που είχε υποβάλλει σε βάρος του ο Δ. Π.. Δέχθηκε περαιτέρω το δικαστήριο ότι οι βεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς και κατά το περιεχόμενο και κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, καθόσον ο Χ. δεν είχε εξετασθεί από τους πιο πάνω ιατρούς στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου την 30-5-2001. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι το αληθές ήταν ότι όταν ο Χ. πληροφορηθείς περί τον μήνα Δεκέμβριο του 2001 ότι ο Π. είχε υποβάλλει σε βάρος του έγκληση, με προτροπές, παρακλήσεις και πειθώ, σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε επακριβώς, πάντως μεταξύ του Δεκεμβρίου του 2001 και 11-1-2002, οπότε και υπέβαλε την δική του έγκληση και προσήγαγε τις βεβαιώσεις αυτές, ζήτησε από τους Ν. Ζ. και Γ. Μ. να βεβαιώσουν ψευδώς τα παραπάνω, γνωρίζοντας δε ότι αυτοί ως ιατροί δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος, δεν θα μπορούσαν να εκδώσουν ιατρικές γνωματεύσεις, χωρίς προηγουμένως να προκύπτει η εξέτασή του από τα τηρούμενα στο Νοσοκομείο δημόσια βιβλία, τους ενημέρωσε ότι την 30-5-2001 είχε εξεταστεί στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής κλινικής για κολικό του νεφρού. Οι δύο ιατροί πείστηκαν από αυτόν και για να τον εξυπηρετήσουν, σε χρόνο που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, πάντως μεταξύ του Δεκεμβρίου του 2001 και 11-1-2002, προέβησαν αφ' ενός στην έκδοση των ανωτέρω γνωματεύσεων , αφετέρου δε στις παρακάτω πράξεις: Ο Ν. Ζ. νόθευσε το βιβλίο εξωτερικών ιατρείων του χειρουργικού τομέα, το οποίο του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του ως χειρουργού, με τον παρακάτω τρόπο: α) στην υπάρχουσα με αύξοντα αριθμό 1562/30-5-2001 εγγραφή με τα στοιχεία Χ. Ε. ,έτος γέννησης 1943 - τόπος Κοζάνη και στον χώρο που προοριζόταν για τις διαγνώσεις, στην υφιστάμενη καταχώρηση "κολικός ΑΡ νεφρού Ν.Ο.Κ, έγινε Ι.Μ Voltaren Buscopan Zantac", πάνω από την εγγραφή κολικός του ΑΡ νεφρού, προσέθεσε την εγγραφή "αναφερόμενος ξυλοδαρμός προ τριημέρου, κάκωση θώρακος - αριστεράς οσφύος". Παραπλεύρως της λέξεως Zantac, προσέθεσε την λέξη "μώλωπες" και κάτω από την φράση "έγινε Ι.Μ Voltaren , Buscopan Zantac", πρόσθεσε την φράση "εκχυμώσεις (αρ) βραχιονίου, (αρ) παρειάς, μηρού, ιεροκοκκυγικής χώρας, γεννητικών οργάνων, εξάρθρημα (αρ) ώμου - ανάταξη" και στην τελευταία σειρά την φράση "ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ". Ο Γ. Μ. νόθευσε το βιβλίο τακτικού ορθοπεδικού ιατρείου , το οποίο του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του ως ορθοπεδικού, ως εξής: αα) πρόσθεσε ανάμεσα στον αύξοντα αριθμό πρωτοκόλλου 468 και 469, εγγραφή με αύξοντα αριθμό πρωτοκόλλου 468β /30-5-2001 και το εξής περιεχόμενο "Χ. Ε./38/ Κοζάνη/πρόσθιο εξάρθρημα (ΑΡ) ώμου-εξάρθρημα μετακαρπιοφαλαγγικής άρθρωσης (ΔΕ) κάκωση ιεροκοκκυγικής χώρας" και πρόσθεσε το μικρό γράμμα α στην εγγραφή με τον αύξοντα αριθμό 468, έτσι ώστε αυτή να εμφανίζεται υπό τον αύξοντα αριθμό 468α , η επόμενη που αφορούσε την εξέταση του Χ. υπό τον αύξοντα αριθμό 468β και η επόμενη που αφορούσε άλλον ασθενή υπό τον κανονικό αριθμό 469. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι προαναφερθέντες ιατροί δεν εξέτασαν τον Χ. την 30-5-2001 και συνακόλουθα δεν διαπίστωσαν τα ευρήματα που κατέγραψαν στις γνωματεύσεις τους και στα οικεία βιβλία, περαιτέρω δε ότι τις γνωματεύσεις αυτές και την γενόμενες κατά τα ανωτέρω νοθεύσεις των βιβλίων του χειρουργικού και ορθοπεδικού τομέα, τις πραγματοποίησαν σε μεταγενέστερο χρόνο μεταξύ Δεκεμβρίου 2001 και 11-1-2002. Σύμφωνα με το σκεπτικό της αποφάσεως, οι παραδοχές του αυτές αποδεικνύονταν από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, κυρίως δε από τα πορίσματα των διοικητικών εξετάσεων, και ειδικότερα: 1) από το ότι ο Ε. Χ. προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία, όπως και ο ίδιος συνομολογούσε, περί τη 19.00 έως 20.00 ώρα της 30-5-2001. Η ώρα προσέλευσής του αποδεικνυόταν και από το ότι η ακτινογραφία νεφρών - ουρητήρα - κύστεως (Ν.Ο.Κ) που του έγινε , δεν έφερε διάγνωση , διότι οι ακτινογραφίες που γίνονται κατά τις μη εργάσιμες ώρες, δεν φέρουν πράγματι διαγνώσεις, λόγω απουσίας ειδικευμένου ιατρού κατά τις ώρες αυτές . Εξάλλου , αν αυτός είχε εξετασθεί πράγματι το βράδυ της 30-5-2001 από τους κατηγορούμενους , δεν θα είχε γίνει σχετική εγγραφή στα βιβλία της ορθοπεδικής κλινικής, διότι αυτά αφ' ενός μεν συμπληρώνονται μόνο όταν γίνονται εξετάσεις κατά τις εργάσιμες ώρες, αφ' ετέρου δε τις μη εργάσιμες ώρες φυλάσσονται στο αρχείο . Εάν οι ιατροί τον είχαν εξετάσει το βράδυ εκείνο, θα γινόταν η σχετική εγγραφή μόνο στα βιβλία του χειρουργικού τομέα, αυτή δε ήταν αρκετή για να στηρίξει την έκδοση των γνωματεύσεων. Η εγγραφή και στο βιβλίο της ορθοπεδικής κλινικής, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, αποδείκνυε ότι οι ιατροί εκμεταλλεύτηκαν την εξέταση του Χ. την 30-5-2001 για την πραγματική αιτία για την οποία είχε προσέλθει στα εξωτερικά ιατρεία του χειρουργικού τομέα , δηλαδή για τον κολικό του νεφρού, αγνοώντας δε ότι αυτός είχε προσέλθει τις απογευματινές ώρες και υπολαμβάνοντας ότι είχε προσέλθει κατά τις εργάσιμες ώρες, αφού ο Χ. δεν τους είχε ενημερώσει για τον χρόνο προσέλευσής του, θεώρησαν απαραίτητο η υποτιθέμενη εξέτασή του να καταχωρηθεί και στο βιβλίο της ορθοπεδικής. 2) από το ότι ο Γ. Μ. αναφέρει στην γνωμάτευσή του ότι κατέληξε στην διάγνωσή του, μετά από παρακλινικές εξετάσεις και ειδικότερα μετά από ακτινοσκοπικό έλεγχο του ασθενούς. Ενόψει του γεγονότος ότι στην διάγνωσή του δεν γινόταν αναφορά σε κολικό του νεφρού , για τον οποίο πράγματι είχε γίνει στον Χ. ακτινογραφία νεφρών-ουρητήρα-κύστεως (Ν.Ο.Κ), ο αναφερόμενος στην διάγνωσή του ακτινολογικός έλεγχος, αναγκαίως θα έπρεπε να αναφέρεται στα ευρήματα που ο ίδιος διαπίστωσε ως ορθοπεδικός. Όπως όμως προέκυψε, στα βιβλία του Ακτινολογικού Εργαστηρίου του Νοσοκομείου, τις απογευματινές ώρες της 30-5-2001 δεν είχε καταγραφεί κανένας άλλος ακτινοσκοπικός έλεγχος του Ε. Χ., εκτός από εκείνο των νεφρών-ουρητήρα - κύστεως (Ν.Ο.Κ). Ο Γ. Μ. ισχυρίστηκε ότι ο Χ. του είχε προσκομίσει ο ίδιος ακτινογραφίες από ιδιωτικό εργαστήριο, οι οποίες όμως δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν. Ειδικότερα, παρότι ο Χ. προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι σε μεταγενέστερο χρόνο (Ιούνιο και Ιούλιο του 2002) επισκέφθηκε ορθοπεδικό ιδιώτη ιατρό και υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, εν τούτοις δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για το ιδιωτικό εργαστήριο ή τις ακτινογραφίες τις οποίες έκανε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-2001 έως 30-5-2001. 3) από τον τρόπο καταγραφής των ευρημάτων στο βιβλίο εξωτερικών ιατρείων του χειρουργικού τομέα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ν. Ζ., υπαγόρευσε ο ίδιος στον ειδικευόμενο ιατρό ή την νοσηλεύτρια που είχε εφημερία, αρχικά τα ευρήματα για τον κολικό του νεφρού, στη συνέχεια δε τα ευρήματα "μώλωπες, εκδορές στον θώρακα, αριστερής παρειάς, αριστερού βραχιόνιου, αριστερού μηρού, αριστερής οσφυϊκής χώρας, ιεροκοκκυγικής χώρας και γεννητικών οργάνων". Την σε τρία στάδια καταγραφή των ευρημάτων αυτών (πρώτο στάδιο τα ευρήματα τα σχετικά με τον κολικό του νεφρού, το δεύτερο τα υπόλοιπα ευρήματα , εκτός από τα εξαρθρήματα και τις ανατάξεις αυτών, και το τρίτο τα τελευταία στοιχεία), τα επανέλαβε αυτός απολογούμενος και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το δικαστήριο δέχτηκε όμως ότι η καταγραφή των ευρημάτων αυτών, αποδείκνυαν ότι δεν έγινε με τον τρόπο που ισχυριζόταν ο κατηγορούμενος, καθόσον αν υπαγόρευε τα ευρήματα του δεύτερου σταδίου, δεν υπήρχε κανένας λόγος ο γράφων να αφήσει κενό χώρο πλησίον της λέξεως (αρ. οσφύος), αλλά θα συνέχιζε τη καταγραφή γράφοντας δίπλα από την λέξη αυτή την λέξη μώλωπες. 4) από το αποδειχθέν γεγονός ότι την εξέταση για τον κολικό του νεφρού, την έκανε ο ειδικευόμενος ιατρός Ν. Μ., όπως αναφέρεται στο πόρισμα των Επιθεωρητών. Ο ιατρός αυτός, ο οποίος πράγματι εφημέρευε εκείνο το βράδυ, ήταν αυτός που κατέγραψε την διάγνωση για τον κολικό του νεφρού, καθώς επίσης την ακτινογραφία Ν.Ο.Κ και την φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε στον Χ., ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία που έχουν προστεθεί πάνω, κάτω και παραπλεύρως από την διάγνωση αυτή, φέρουν διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα, γεγονός δηλωτικό ότι εγράφησαν από διαφορετικό άτομο. Δέχθηκε περαιτέρω το δικαστήριο ότι από την διαπίστωση ότι ο Μ. και εξέταζε τους ασθενείς και κατέγραφε τις διαγνώσεις του , αποδεικνυόταν ότι εκείνο το βράδυ ήταν μόνος του στα εξωτερικά ιατρεία του χειρουργικού τομέα. Και από την διαπίστωση αυτή, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, αποδεικνυόταν το αβάσιμο του ισχυρισμού του Ζ. ότι εξέτασε ο ίδιος σε τρεις διαφορετικούς χρόνους τον Χ., τις διαπιστώσεις του δε από τις διαδοχικές αυτές εξετάσεις, τις υπαγόρευσε στον ειδικευόμενο ιατρό ή στην νοσηλεύτρια υπηρεσίας, την οποία, σημειωθήτω, δεν κατονόμασε ούτε κατά την Ε.Δ.Ε που διενήργησε η αιματολόγος ιατρός του ίδιου Νοσοκομείου Π. Δ., ούτε κατά τη διάρκεια εκείνης των Ελεγκτών-Επιθεωρητών Δημόσιας Υγείας, παρότι θα του ήταν πολύ εύκολο να την εντοπίσει από το πρόγραμμα εφημεριών του Νοσοκομείου. Το σκεπτικό της περί ης ο λόγος αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, διακρίνεται για την σαφήνεια, την πληρότητα και την στερεότητα της λογικής του δόμησης, διαπίστωση η οποία συμπορεύεται και με την υπ' αριθμ. 1415/2008 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, με την οποία απορρίφθηκε ο σχετικός περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως τον οποίο προέβαλαν οι καταδικασθέντες με αυτήν. Με το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής και ειδικότερα με τις παραδοχές της ότι ο Ε. Χ. δεν εξετάσθηκε την 30-5-2001 στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου Κοζάνης από τους ιατρούς Ν. Ζ. και Γ. Μ., ότι τυγχάνουν ψευδείς κατά περιεχόμενο οι σχετικές με ημερομηνία 30-5-2001 ιατρικές τους γνωματεύσεις, ότι οι σχετικές με την υποτιθέμενη αυτή εξέταση εγγραφές στα οικεία βιβλία του Νοσοκομείου έγιναν από τους ίδιους και ήταν επίσης ψευδείς, ότι υπεύθυνος για την αλλοίωση (διαγραφή) με την χρήση διορθωτικού υγρού (μπλάνκο) του βιβλίου της χειρουργικής κλινικής, ήταν ο Ν. Ζ. συντασσόμεθα και εμείς. Προσθέτοντας μόνο προς απόκρουση των επικαλούμενων από τους αιτούντες αβασίμων λόγων επανάληψης της διαδικασίας, ότι οι ανωτέρω παραδοχές επιβεβαιώνονται και από τα εξής δεδομένα της υποθέσεως, τα οποία δεν αξιολογήθηκαν αποδεικτικά από το δικαστήριο: α) από το ότι δεν είναι σύμφωνο με την λογική των πραγμάτων και τα δεδομένα της κοινής πείρας, να έχει υποστεί ο Χ. πρόσθιο εξάρθρημα του αριστερού ώμου και εξάρθρημα του δεξιού αντίχειρα, ουσιαστικά δηλαδή να έχουν αχρηστευθεί και τα δύο χέρια του, και επί τριήμερο να συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα, παραλείποντας να απευθυνθεί στο Νοσοκομείο ή σε κάποιο ιδιώτη ιατρό για την ανάταξη των εξαρθρημάτων αυτών, γνωστού όντος από την κοινή πείρα ότι τέτοιου είδους κακώσεις είναι λίαν επώδυνες και δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε ενασχόληση και με ελαφριάς ακόμη φύσης επαγγελματικές δραστηριότητες. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται, ακόμη και αν ήθελε δεχθεί κανείς καθ' υπόθεση ως αληθή τον ισχυρισμό του ότι απευθύνθηκε σε "πρακτικό" θεραπευτή, προκειμένου να μη διαρρεύσει στην τοπική κοινωνία ότι αιτία της φιλονικίας με τον σύγγαμβρό του και ο κατ' αυτήν τραυματισμός του, ήταν το γεγονός ότι μόλις είχε πληροφορηθεί ότι ο τελευταίος πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, είχε επιτεθεί με ανήθικους σκοπούς στην σύζυγό του. Διότι και στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο "πρακτικός" θεραπευτής, δεν προέβη στην ανάταξη των εξαρθημάτων, αφού, σύμφωνα με τις εγγραφές στα σχετικά βιβλία, η ανάταξή τους έγινε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάταξη του εξαρθρήματος του αριστερού ώμου , σημειώνεται ως ιατρική πράξη στο βιβλίο εξωτερικών ιατρείων του χειρουργικού τομέα και όχι στο αντίστοιχο του ορθοπεδικού τομέα. Το παράδοξο είναι ότι το ακριβώς αντίστροφο σημειώνεται στις εκδοθείσες από τους πιο πάνω ιατρούς γνωματεύσεις, αφού στην μεν γνωμάτευση του χειρουργού Ν. Ζ. δεν γίνεται λόγος για "ανάταξη" του εξαρθρήματος του αριστερού ώμου, του μόνου εξαρθρήματος που φέρεται ότι διαπίστωσε ο ίδιος , ενώ στην γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού Γ. Μ. γίνεται λόγος για ανάταξη και επίδεση αφ' ενός μεν του προσθίου εξαρθρήματος του δεξιού ώμου, αφ' ετέρου δε της 1ης μετακαρπιοφαλαγγικής άρθρωσης του δεξιού αντίχειρα. β) από το ότι δεν είναι σύμφωνο με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης να γίνεται διάγνωση και ανάταξη εξαρθρημάτων σε οργανωμένο Νοσοκομείο , χωρίς να προηγείται για την διάγνωση και να επακολουθεί για την ανάταξη ακτινολογικός έλεγχος, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η τελευταία ήταν επιτυχής, την στιγμή κατά την οποία το ακτινολογικό εργαστήριο βρισκόταν σε λειτουργία, ο μόνος δε ακτινοσκοπικός έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκε ο Χ., ήταν εκείνος των νεφρών-ουρητήρος-κύστεως (Ν.Ο.Κ), όπως αυτό προκύπτει από το επισυναπτόμενο φωτοαντίγραφο της οικείας σελίδας του ακτινολογικού εργαστηρίου με αύξοντα αριθμό εγγραφής 1860 (σχετ. 4). γ) από το ότι από τον έλεγχο των βιβλίων των εξωτερικών ιατρείων του Νοσοκομείου Κοζάνης που διενήργησαν οι Επιθεωρητές του Περιφερειακού Γραφείου Μακεδονίας Θράκης του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π) Ι. Κ. και Γ. Σ., προέκυψε ότι από το έτος 2001 μέχρι το έτος 2005 δεν υπάρχει καμία άλλη περίπτωση άρνησης εισαγωγής ασθενούς , χωρίς αυτή να συνοδεύεται από την υπογραφή του ασθενούς, όπως συνέβη στην περίπτωση του Χ., του οποίου λείπει η υπογραφή στο βιβλίο των εξωτερικών χειρουργικών ιατρείων παραπλεύρως της σημειούμενης σ' αυτό ένδειξης ότι "ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ". Σημειώνεται ότι στην ίδια σελίδα του βιβλίου αυτού υπό τον αύξοντα αριθμό 1572 που αναφέρεται στον ασθενή Ι. Τ., μετά την αναγραφόμενη διάγνωση "θλαστικό τραύμα αριστερής άκρας χειρός" σημειώνεται ότι ο ασθενής "δεν δέχεται συρραφή και δηλώνει κάλυψη αντιτετανικού", στο τέλος δε υπάρχει η υπογραφή του . Όταν λοιπόν για μια απλή άρνηση συρραφής θλαστικού τραύματος, ο θεράπων ιατρός ζητεί και λαμβάνει την υπογραφή του ασθενούς προκειμένου να κατοχυρωθεί, τότε εύλογα διερωτάται κανείς , για ποιο λόγο ο ίδιος ιατρός δεν ζητεί την υπογραφή του Ε. Χ. για την άρνησή του να εισαχθεί στο Νοσοκομείο, δηλαδή για κάτι πολύ σοβαρότερο; δ) από την διαπίστωση ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (2001έως 2005), δεν εντοπίστηκε στα βιβλία εξωτερικών ιατρείων από τους Επιθεωρητές, άλλη περίπτωση υποδιαίρεσης του αύξοντα αριθμού σε α και β, εκτός από εκείνη στο βιβλίο του ορθοπεδικού τομέα, σύμφωνα με την οποία ο ασθενής Χ. φέρεται καταχωρημένος υπό τον αύξοντα αριθμό 468β, ενώ η αμέσως προηγούμενη εγγραφή που αφορά την ασθενή Γ. Κ., φέρει τον αύξοντα αριθμό 468α.ε) από την απλή και μόνο επισκόπηση των επίμαχων εγγραφών στα βιβλία των εξωτερικών ιατρείων του χειρουργικού και ορθοπεδικού τομέα, από την οποία προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι οι εγγραφές αυτές είναι εμβόλιμες και έχουν γίνει εκ των υστέρων, ότι έχει γίνει εμφανής προσπάθεια κάλυψης του χώρου που απέμενε αχρησιμοποίητος μετά τις κανονικές εγγραφές ή μεταξύ δύο εγγραφών, τέλος δε ότι φέρουν διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα από εκείνο των εγγραφών που προηγούνται ή ακολουθούν, διαπίστωση η οποία είναι εμφανής και γίνεται χωρίς καν την ανάγκη προσφυγής σε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. στ) από το ότι δεν είναι σύνηθες ο μη εφημερεύων ιατρός να παρευρίσκεται στο Νοσοκομείο και να παρέχει τις υπηρεσίες του, όπως ισχυρίζεται ο Ν. Ζ., ο οποίος , σύμφωνα με το πρόγραμμα εφημεριών του Νοσοκομείου , δεν είχε ενεργό εφημερία την 30-5-2001 . Ήδη με την υπό κρίση από 11-2-2010 κοινή τους αίτηση οι ανωτέρω καταδικασθέντες, ζητούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, επικαλούμενοι ως λόγους αυτής, την μετά την οριστική καταδίκη τους αποκάλυψη νέων, αγνώστων στους δικαστές που τους δίκασαν, γεγονότων και αποδείξεων, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνες οι οποίες είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι είναι αθώοι για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν . Προς απόδειξη τούτων οι αιτούντες επικαλούνται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία τα εξής : α) την από 27-6-2006 γνωμοδότηση του ομότιμου καθηγητή του διοικητικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Αναστασίου Τάχου, σύμφωνα με τη οποία υπάρχει πρόβλημα νομιμότητας της πειθαρχικής διαδικασίας κατά των ιατρών Ν. Ζ. και Γ. Μ., καθόσον, μεταξύ των άλλων παραλείψεων, στο πόρισμα της πειθαρχικής ανάκρισης που διενήργησαν οι Επιθεωρητές του Σ.Ε.Υ.Υ.Π Ι. Κ. και Γ. Σ., εμπεριέχονται κρίσεις κατά των πειθαρχικώς διωκομένων, που δεν συνάδουν με την αρχή της αμεροληψίας που πρέπει να διέπει την δημόσια διοίκηση. β) την από 19-10-2005 ένορκη κατάθεση του ιατρού Ν. Μ. ενώπιον των πιο πάνω Επιθεωρητών, στα πλαίσια της διενεργηθείσης από αυτούς πειθαρχικής ανάκρισης γ) τις από 26-8-2008 και 9-2-2010 ένορκες βεβαιώσεις της Ε. Κ. Β. και του Κ. Β.. Από τις επικαλούμενες αυτές βεβαιώσεις προσκομίζεται μόνο η με αριθμό 7836/9-2-2010 ένορκη βεβαίωση του Κ. Β. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αναστασίας συζύγου Βασιλείου Μολασιώτη. δ) την υπ' αριθμ. 7834/ 9-2-2010 ένορκη βεβαίωση της Π. Τ. ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου. ε) την από 13-10-2005 ένορκη κατάθεση της Χ. Ν. . στ) την υπ' αριθμ. 7833/9-2-2010 ένορκη βεβαίωση του Π. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αναστασίας συζύγου Βασιλείου Μολασιώτη .ζ) την υπ' αριθμ. 7837/ 10-2-2010 ένορκη βεβαίωση του Χ. Λ. ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου. η) την υπ' αριθμ. 7835/9-2-2010 ένορκη βεβαίωση του Σ. Π. ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου. Επιπροσθέτως προσάγουν και τα εξής νέα έγγραφα: α) την από 19-11-2009 μαγνητική τομογραφία αριστερού ώμου του Ε. Χ.. β) την από 19-11-2009 μαγνητική τομογραφία δεξιάς άκρας χειρός του αυτού ως άνω, και γ) την από 20-11-2009 ιατρική γνωμάτευση του χειρούργου-ορθοπεδικού Ι. Κ., που αφορά τον Ε. Χ.. Εν όψει του περιεχομένου των ως άνω νέων στοιχείων, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι εάν αυτά ήταν γνωστά στους δικαστές που τους δίκασαν , είναι προφανές ότι δεν θα είχαν καταδικασθεί για τις προαναφερόμενες πράξεις. Από την εκτίμηση όμως του περιεχομένου των νέων αυτών στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι ή ότι καταδικάσθηκαν άδικα για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά τέλεσαν. Ειδικότερα, σε σχέση με τα νέα αυτά στοιχεία, ρητέα τα εξής: 1) Η ιδιωτική γνωμοδότηση του ομότιμου καθηγητή Αναστασίου Τάχου, αφού σταχυολογεί ορισμένες περικοπές του πορίσματος των Επιθεωρητών του Σ.Ε.Υ.Υ.Π Ι. Κ. και Γ. Σ. για να καταδείξει ότι αυτή εμπεριέχει δυσμενείς κρίσεις και εκφράσεις για τους πειθαρχικά διωκόμενους ιατρούς, οι οποίες δεν συνάδουν με την αρχή της αμεροληψίας που πρέπει να διέπει την δημόσια διοίκηση, αναλύει στη συνέχεια μια πληθώρα νομικών διατάξεων , από τα προϊσχύσαντα και το ισχύον Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις (Ε.Σ.Δ.Α, Δ.Σ.Α.Π.Δ του Ο.Η.Ε. κ. λ. π) μέχρι τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, τον Υπαλληλικό, τον Ποινικό και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και τον Ν 2071/1992, καταλήγει εν τέλει ότι υπάρχει πρόβλημα νομιμότητας της κινηθείσης σε βάρος των ιατρών Ν. Ζ. και Γ. Μ. πειθαρχικής διαδικασίας, μεταξύ των άλλων, επειδή υπάρχει αμφιβολία αν το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο στηρίχθηκε μόνο στην έκθεση της αρχικής Ε.Δ.Ε, ή αν έλαβε υπόψη του και το πόρισμα της πειθαρχικής ανάκρισης την οποία το ίδιο προκάλεσε (βλεπ. σελίδα 33 της γνωμοδότησης). Όμως παρά την γνωμοδότηση αυτή, το πόρισμα των Επιθεωρητών του Σ.Ε.Υ.Υ.Π διατηρεί ακέραιη την αποδεικτική του αξία. Διότι παρά την ιδιαιτερότητα της διατύπωσής του και τις όποιες δυσμενείς εκφράσεις περιλαμβάνονται σ' αυτό για να υπερτονισθούν οι διαπιστώσεις των συντακτών του , οι οποίες (εκφράσεις) καλύπτονται σε κάθε περίπτωση από τη διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ, θα μπορούσαν όμως και να λείπουν, εμπεριέχονται σ' αυτό πραγματικά περιστατικά τα οποία τεκμηριώνουν το τελικό συμπέρασμα. Δεν πρέπει άλλωστε να παραγνωρίζεται ότι το τελικό αυτό συμπέρασμα, είναι ταυτόσημο με εκείνο στο οποίο κατέληξε η Ε.Δ.Ε την οποία διενήργησε αρχικά η αιματολόγος ιατρός του Νοσοκομείου Κοζάνης Π. Δ.. Το αναφερόμενο στην κρινόμενη αίτηση, ότι δηλαδή απόδειξη της μεροληπτικής στάσης που ακολούθησαν οι Επιθεωρητές, αποτελεί το γεγονός ότι πολύ εύκολα υιοθέτησαν την εκδοχή ότι ήταν ο Ζ.ς εκείνος που έσβησε με μπλάνκο από το βιβλίο των εξωτερικών ιατρείων του χειρουργικού τομέα την διάγνωση που αναφερόταν σε κολικό του νεφρού ,την ακτινογραφία Ν.Ο.Κ και την θεραπευτική αγωγή που δόθηκε στον πρώτο εξ αυτών, καίτοι η εκδοχή αυτή ήταν εντελώς παράλογη , ενόψει του ότι ο Ζ.ς δεν είχε κανένα λόγο να το πράξει, αφού έτσι εμφανιζόταν ανακόλουθος με όσα είχε αναγράψει στην σχετική γνωμάτευσή του στην οποία είχε συμπεριλάβει και την διαγραφείσα διάγνωση, δεν έχει την αποδεικτική αξία που του αποδίδουν οι αιτούντες. Διότι το στοιχείο αυτό που τίθεται με την μορφή αποδεικτικού ερωτήματος, ούτε νέο είναι, αφού το σχετικό ζήτημα τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση, το δικαστήριο δε συνεκτιμώντας και τα υπόλοιπα στοιχεία της διαδικασίας, απάντησε αιτιολογημένα, ούτε οδηγεί αναμφίβολα σε αθώωση του κατηγορουμένου τούτου για την πράξη της νόθευσης δημοσίου εγγράφου, αφού σχετίζεται με το κίνητρο του δράστη. Το κίνητρο όμως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αλλά στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 79 του Π.Κ. Η επαναφορά του ιδίου ζητήματος υπό τον μανδύα του δήθεν νέου στοιχείου, δεν αποσκοπεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στον από ουσιαστικής άποψης έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους, οι δικαστές που την εξέδωσαν. 2) Η αξιολόγηση της από 19-10-2005 κατάθεσης του ιατρού Ν. Μ., έγινε μέσω του πορίσματος των Επιθεωρητών. Κατά συνέπεια και το στοιχείο αυτό δεν είναι νέο κατά την έννοια του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. Αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η κατάθεση αυτή δεν αξιολογήθηκε αυτοτελώς από το δικαστήριο, και πάλι από την εκτίμηση και αξιολόγηση αυτής, δεν καθίσταται φανερή η αθωότητα των αιτούντων. Ειδικότερα, τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία της κατάθεσης αυτής, έχουν ως εξής: "Ερώτηση 2η. Σας επιδεικνύω φωτοτυπία του βιβλίου μητρώου των επειγόντων περιστατικών στις 30-5-2001, ημέρα κατά την οποία εφημερεύατε στον χειρουργικό τομέα. Σύμφωνα λοιπόν με το βιβλίο και με αύξοντα αριθμό 1562, φέρεται να προσήλθε στο Νοσοκομείο ο ασθενής Χ. Ε.. Παρακαλώ πείτε μας αν τον εξετάσατε εσείς και ποιος έγραψε τα αναγραφόμενα στη διάγνωση και τα στοιχεία αυτού; Απάντηση. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, δεν θυμάμαι αν τον εξέτασα ή όχι, λόγω και του χρόνου που έχει περάσει από τότε μέχρι σήμερα. Τα στοιχεία του ασθενούς τα έγραψα εγώ και όπως φαίνεται στη φωτοτυπία, ένα μέρος από την διάγνωση είναι με δικά μου γράμματα, η οποία αφορά (εννοεί αναφέρεται) σε "κολικό αριστερού νεφρού, ακτινογραφία Ν.Ο.Κ, έγινε ΙΜ Voltaren, Buscopan, Zantac". Τα υπόλοιπα αναφερόμενα στη διάγνωση δεν είναι δικά μου γράμματα. Ερώτηση 3η . Αναγνωρίζετε τον γραφικό χαρακτήρα της υπόλοιπης διάγνωσης, πλην εκείνης που γράφηκε από σας; Απάντηση. Όχι δεν τα αναγνωρίζω .Ερώτηση 5η Εκτός από εσάς τον εξέτασε άλλος γιατρός και ποιος ; Απάντηση . Όπως σας προανέφερα, δεν θυμάμαι το περιστατικό και κατά συνέπεια δεν θυμάμαι αν τον είδε άλλος γιατρός. Στα επείγοντα των εξωτερικών ιατρείων ήμασταν μαζί με τους επιμελητές. Ερώτηση 6η. Προσήλθε ένας ασθενής και τον αντιμετωπίσατε εσείς. Εκτός από τον κολικό τον οποίο αντιμετωπίσατε, τι άλλο διαπιστώσατε; Απάντηση. Κατ' αρχήν δεν θυμάμαι το περιστατικό, ούτε θυμάμαι αν τον εξέτασα εγώ ή όχι. Απλά βεβαιώνω ότι τα γράμματα είναι δικά μου και πιθανόν να εξετάστηκε και από άλλο γιατρό, δεν σημαίνει ότι επειδή τα γράμματα είναι δικά μου, εξέτασα και κλινικά εγώ τον ασθενή. Ερώτηση 7η. Συνηθίζετε να γράφετε τις διαγνώσεις πάνω και κάτω από την ευθεία γραμμή όπου είναι καταγεγραμμένα τα στοιχεία του Χ. Ε., και αν συνηθίζετε η διάγνωση να καταλαμβάνει και χώρο από τον οριζόμενο για τον επόμενο ασθενή; Απάντηση. Συνήθως δεν συμβαίνει αυτό, είναι δυνατό όμως να υπάρχουν περιπτώσεις με πολλά ευρήματα ή συμπληρωματικά ευρήματα, τα οποία καταγράφονται εκ των υστέρων Εννοώ πολλαπλά κλινικά ευρήματα, που έχουν διαφύγει πιθανόν αρχικά. Επιδεικνύοντας σας τη ως άνω φωτοτυπία με τα στοιχεία του Χ. και την διάγνωση του ασθενούς που καταγράψατε εσείς, τι εξήγηση δίνετε και πως ερμηνεύετε τα αναφερόμενα πάνω και κάτω από τα δικά σας καταγραφέντα; Απάντηση. Η πιο λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω, είναι ότι ο ασθενής αντιμετωπίστηκε αρχικά για τον οξύ πόνο στην αριστερή οσφύ που μάλλον θα ήταν και το σύμπτωμα που τον έφερε στα εξωτερικά ιατρεία, και στη συνέχεια κατά την διάρκεια του κλινικού και εργαστηριακού ελέγχου να διαπιστώθηκαν και άλλα κλινικά ευρήματα. Ερώτηση 9η. όπως βλέπετε στη διάγνωση, εκτός από την ακτινογραφία Ν.Ο.Κ, δεν αναγράφεται κανένας άλλος εργαστηριακός, αιματολογικός, ακτινολογικός η καθοιονδήποτε παρακλινικός έλεγχος. Για ποιους λοιπόν εργαστηριακούς ελέγχους μιλάτε στην αμέσως παραπάνω απάντησή σας, για τα υπόλοιπα διαγνωσθέντα και μη καταγραφέντα από εσάς ευρήματα; Απάντηση. Πιθανόν να έγινε και εκτίμηση από άλλον συνάδελφο, ο οποίος θα ζήτησε περισσότερα εργαστηριακά (ακτινολογικά) στοιχεία, που δεν αναγράφονται. Ερώτηση10η. Είναι δυνατόν να μη αναγράφονται στο βιβλίο οι ακτινολογικές εξετάσεις που ζητούνται και πραγματοποιούνται; Απάντηση. Είναι δυνατόν να συμβεί αυτό, γιατί όλες οι ακτινογραφίες δεν αναγράφονται στο βιβλίο επειγόντων χειρουργικού τομέα, είτε λόγω φόρτου εργασίας είτε λόγω του ότι μπορεί να ξεχαστούν, είτε γιατί μπορεί να θεωρηθεί ακτινογραφία ρουτίνας. Αυτό μπορεί να συμβεί, δηλαδή να πραγματοποιηθεί ακτινογραφία, διότι στο ακτινολογικό πάει με άλλο χαρτί (παραπεμπτικό). Ερώτηση 11η. Για την συγκεκριμένη διάγνωση που σας επιδεικνύω του ασθενούς Χ., τι εξετάσεις έπρεπε να γίνουν και δεν καταγράφηκαν, εκτός από τα δικά σας καταγραφέντα; Απάντηση. Εγώ με την εμπειρία που διαθέτω αυτή την στιγμή και σύμφωνα με αυτά που βλέπω γραμμένα, θα έκανα μια ακτινογραφία αριστερού ώμου για ακτινολογική διαπίστωση του εξαρθρήματος. Όσο για άλλες ακτινογραφίες, επιφυλάσσομαι γιατί εξαρτώνται από την ανάλογη κλινική εμπειρία του γιατρού. Ερώτηση 12η . Σας γνωστοποιώ και σας ενημερώνω ότι από τον έλεγχο που έγινε στο ακτινολογικό εργαστήριο, εκτός από την καταγραφείσα από σας ακτινογραφία Ν.Ο.Κ, ούτε κατεγράφη ούτε πραγματοποιήθηκε άλλη ακτινολογική εξέταση. Τι έχετε να πείτε για τα υπόλοιπα διαγνωσθέντα και μη καταγραφέντα από εσάς, μετά την γνωστοποίηση που σας κάνω; Απάντηση. Οι ακτινογραφίες γίνονται για να διαπιστώσουμε κατάγματα, κακώσεις και εκχυμώσεις εκτιμώνται κλινικά. Εγώ για το εξάρθρημα θα έδινα ακτινογραφία. Εάν δεν έγινε ακτινογραφία, αυτό μπορώ να πω είναι ότι ο συνάδελφος διαθέτει τέτοια μεγάλη εμπειρία, που δεν χρειάζεται ακτινολογική διερεύνηση. Ερώτηση 13η. Παρακαλώ πείτε μας αν κατά το χρονικό διάστημα που υπηρετήσατε στο Νοσοκομείο Κοζάνης στα επείγοντα περιστατικά κατά τις ώρες εφημερίας, αντιμετωπίσατε περιστατικά εξαρθρημάτων; Απάντηση. Ναι, αντιμετώπισα. Ερώτηση 14η . Στις παραπάνω περιπτώσεις , παραπέμφθηκε ο ασθενής από σας ή από τον εφημερεύοντα ειδικό γιατρό, για ακτινολογικό έλεγχο; Απάντηση. Από ότι θυμάμαι ,ναι. Ερώτηση 18η Από όλα τα βιβλία του Νοσοκομείου που ελέγχθηκαν από το 2001 μέχρι σήμερα, καμία περίπτωση άρνησης εισαγωγής δεν φαίνεται ανυπόγραφη, πλην εκείνης που αναφέρεται στη διάγνωση του ασθενούς Χ., την οποία σας επιδεικνύω. Τι έχετε να πείτε, ποιος έχει τη ευθύνη της μη υπογραφής. Απάντηση. Δεν έχω να πω τίποτα. Ερώτηση 19η Μήπως ενθυμείσθε αν ο ως άνω ασθενής εξετάστηκε εκείνη την ημέρα και κατά την ώρα που προσήλθε, από τους γιατρούς Μ. και Ζ.; Απάντηση .Κατ' αρχήν, όπως σας είπα δεν θυμάμαι το περιστατικό και όπως είναι λογικό δεν θυμάμαι και τους εφημερεύοντες επιμελητές. Αλλά πάντοτε σε εφημερίες ήταν ο επιμελητής δίπλα μας και αυτός είχε την ευθύνη της ιατρικής διάγνωσης. Για τους συγκεκριμένους γιατρούς Μ. και Ζ., δεν θυμάμαι αν εξέτασαν το συγκεκριμένο περιστατικό". Έχουσα το περιεχόμενο αυτό η κατάθεση του μάρτυρα Ν. Μ., όπως αυτό παρατέθηκε αυτούσιο πιο πάνω με τις ερωτήσεις των Επιθεωρητών και τις αντίστοιχες απαντήσεις, είναι προφανές ότι δεν καθιστά φανερή, ουδέ καν πιθανή την αθωότητα των αιτούντων, αφού προδήλως αυτή δεν αποδεικνύεται και μάλιστα φανερά από τα "ίσως", "δεν θυμάμαι", "πιθανόν", "μπορεί" και άλλες παρεμφερείς εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο μάρτυρας κατά κόρον στις εντελώς αόριστες απαντήσεις του. Και μόνη η απάντηση στην τελευταία ερώτηση των Επιθεωρητών, ότι δηλαδή δεν θυμόταν αν ο Ζ.ς και ο Μ.ς εξέτασαν τον ασθενή Χ. το επίμαχο βράδυ, αρκεί για να κριθεί ότι η κατάθεση αυτή δεν συνιστά νέο μέσο, το οποίο αν το είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση, θα προέβαιναν στην αθώωση των κατηγορουμένων. 3) Με την υπ' αριθμ. 7836.9-2-2010 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αναστασίας συζύγου Βασιλείου Μολασιώτη, ο Κ. Β. βεβαιώνει τα εξής: "Μένω στην Κοζάνη από τότε που γεννήθηκα. Έχω οικογένεια αποτελούμενη από τη σύζυγό μου και τις δύο κόρες μου. Η σύζυγός μου Ε. Β. είναι γνωστή χειροπρακτική στην Κοζάνη. Εδώ και πολλά χρόνια βάζει στη θέση τους βγαλμένα πόδια και χέρια . Θυμάμαι ότι στις 27 Μαΐου 2001 , ημέρα Κυριακή , απογευματινές ώρες, μας επισκέφθηκε στο σπίτι μας στην οδό ... στην Κοζάνη, η γνωστή μας Β. Ν. με τον σύζυγό της Ε. Χ., για να ζητήσει τη βοήθεια της συζύγου μου, αφού ο σύζυγός της είχε βγαλμένο τον αριστερό του ώμο και στο άλλο χέρι το μεγάλο δάκτυλο (αντίχειρα) και είχε πόνους. Η σύζυγός μου του τα έβαλε στη θέση τους, του τα έδεσε και του είπε αν συνεχίσει να πονάει, να πάει στο Νοσοκομείο. Όταν τον ρωτήσαμε πως το έπαθε, μας ανέφερε ότι νωρίτερα είχε πιαστεί στα χέρια με τον μπατζανάκη του, το Κ. Π., τον οποίο επίσης γνωρίζαμε, καθώς μας είχε επισκεφθεί παλιότερα με την σύζυγό του Χ. Ν. ....".Και η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν αποτελεί νέο στοιχείο που οδηγεί αναμφίβολα στην αθώωση των αιτούντων. Διότι πέραν του ότι είναι παράδοξο και δημιουργεί πολλά ερωτηματικά το πώς ο περί ου ο λόγος Κ. Β. , ανακαλεί στη μνήμη του με τόσες χρονικές λεπτομέρειες(ημέρα και ώρα), ένα γεγονός που έλαβε χώρα πριν από εννέα(9) συναπτά χρόνια, αυτό καθ' εαυτό το περιεχόμενο της ένορκης αυτής βεβαίωσης, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς των αιτούντων , σύμφωνα με τους οποίους η διαπίστωση και ανάταξη των εξαρθρημάτων του Χ., έγινε στο Νοσοκομείο Κοζάνης την 30-5-2001 από τους πρώτο και δεύτερο, ενώ σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης η ανάταξη και περίδεση έγινε από την σύζυγο του ενόρκως βεβαιούντος . 4) η με αριθμό 7834/9-2-2010 ένορκη βεβαίωση της Π. Τ. ,συνταξιούχου ήδη νοσηλεύτριας, ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου , αποτελεί στη ουσία ανάπτυξη των όσων είχε υποστηρίξει στην από 2-3-2006 υπεύθυνη δήλωσή της , ότι δηλαδή ο Ν. Ζ. εκτελούσε τις απογευματινές ώρες της 30ης Μαΐου 2001 άτυπη εφημερία την στο Νοσοκομείο Κοζάνης και ότι εξέτασε την ημέρα αυτή τον Ε. Χ. . Όμως το στοιχείο αυτό δεν είναι νέο και άγνωστο στους δικαστές, γιατί η από 2-3-2006 υπεύθυνη δήλωση της ανωτέρω , περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώστηκαν και αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο , με αύξοντα αριθμό 83. Σημειώνεται απλώς για τον έλεγχο της αξιοπιστίας της , ότι τίποτε από όσα είχε αναγράψει στην υπεύθυνη δήλωσή της και υποστηρίζει νυν στην ένορκη βεβαίωσή της , δεν είχε καταθέσει όταν εξεταζόταν ενόρκως από τους Επιθεωρητές (βλ. την από 17-6-2005 ένορκη κατάθεσή της με αριθμό σχετ. 37) . 5) Η υπ' αριθμ. 7833/10-2-2010 ένορκη βεβαίωση του Π. Μ. ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου , στην οποία εκθέτει ότι από την εμπειρία του ως Διοικητής του Νοσοκομείου Κοζάνης, είναι σε θέση να βεβαιώσει για το ήθος και το αξιόλογο έργο που έχει προσφέρει ο Ν. Ζ. στο Νοσοκομείο, επίσης δε ότι οι ιατροί του Νοσοκομείου που δεν βρίσκονταν σε ενεργό εφημερία, παρευρίσκονταν συνήθως και κατά τις απογευματινές ώρες, προκειμένου να παρακολουθούν τα περιστατικά που είχαν αντιμετωπίσει στο πρωινό τους ωράριο, δεν αποδεικνύει την πρόδηλη αθωότητα των αιτούντων. Ειδικότερα δεν βεβαιώνεται κατά τρόπο κατηγορηματικό ότι οι περί ων ο λόγος ιατροί, εξέτασαν πράγματι την συγκεκριμένη ημέρα τον πρώτο από τους αιτούντες, αλλά εντελώς αόριστα γίνεται αναφορά στο ότι οι ιατροί συνήθιζαν να παραβρίσκονται στο Νοσοκομείο και κατά τις ώρες που δεν είχαν εφημερία, ωσάν να μη είχαν ανάγκη ανάπαυσης. 6) Με την υπ' αριθμ. 7837/10-2-2010 ένορκη βεβαίωσή ενώπιον της αυτής συμβολαιογράφου, ο πρώην διοικητικός υπάλληλος του Νοσοκομείου Χ. Λ., βεβαιώνει ότι ως προϊστάμενος των εξωτερικών ιατρείων στα καθήκοντα του οποίου ήταν και η φύλαξη των σχετικών βιβλίων , δεν παρέδωσε ποτέ το βιβλίο χειρουργικής και ορθοπεδικής κλινικής στους ιατρούς Ν. Ζ. και Γ. Μ.. Τον εντελώς εξωπραγματικό αυτό ισχυρισμό, ο οποίος εμφανίζει τους καθ' ύλη αρμόδιους ιατρούς, να μη έχουν πρόσβαση σε βιβλία που αποτελούσαν στην κυριολεξία εργαλεία της καθημερινής τους εργασίας, δεν μπορεί εύκολα να τον υιοθετήσει κανείς. Πρόκειται, συνεπώς, για μαρτυρία προφανώς αναξιόπιστη (Α.Π 1908/2001, Α.Π 148/2003, Α.Π 1001/2006). 7) Εξάλλου, νέα γεγονότα ή αποδείξεις που οδηγούν φανερά στην αθώωση των αιτούντων , δεν προκύπτουν: α) από την υπ' αριθμ. 7835/9-2-2010 ένορκη βεβαίωση του Σ. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αναστασίας συζύγου Βασιλείου Μολασιώτη, με την οποία βεβαιώνει ότι στα τέλη Μαΐου 2001 , είδε τον Χ. να κυκλοφορεί στην Κοζάνη με κρεμασμένο αφ' ενός μεν το αριστερό του χέρι και τον αριστερό του ώμο να υποστηρίζεται από επίδεσμο, αφ' ετέρου δε με δεμένο και τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού . Δεν αποτελεί νέο στοιχείο η μαρτυρία αυτή , γιατί η αξιοπιστία του μάρτυρα ελέγχεται, αφού αυτός καταθέτοντας για πρώτη φορά, ενθυμείται λεπτομερώς ένα συμβάν που έλαβε χώρα πριν από εννέα χρόνια, επιπροσθέτως δε γιατί δεν κατέθεσε ούτε στα πλαίσια της ένορκης διοικητικής ανάκρισης , ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο , παρά το ότι είναι στενός συγγενής (πρώτος εξάδελφος) με τις αδελφές Ν. και συνεπώς γνώριζε πολύ καλά την σκληρή και μακροχρόνια αντιδικία της εξαδέλφης του Χ. και της οικογένειας της, με τον πρώην σύζυγό της Δ. Π. . β) από την με ημερομηνία 13-10-2005 ένορκη κατάθεση της Χ. Ν. στα πλαίσια της ενεργηθείσης ένορκης διοικητικής (πειθαρχικής) ανάκρισης από τους Επιθεωρητές του Σ.Ε.Υ.Υ.Π , διότι η κατάθεσή της αυτή αξιολογήθηκε μέσω του υπ' αριθμ. 93/31-1-2006 πορίσματος. Πέραν αυτού η ανωτέρω δεν προτάθηκε ως μάρτυρας ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 276/2006 απόφαση, σημείο δηλωτικό ότι η μαρτυρία της δεν θεωρήθηκε κρίσιμη από τους αιτούντες. γ)από την υπ' αριθμ.7846/19-2-2010 ένορκη βεβαίωση του Ν. Λ. ενώπιον της αυτής συμβολαιογράφου , διότι αυτή δεν αποτελεί νέο γεγονός ή απόδειξη , αλλά διόρθωση ως προς την ημερομηνία από το εσφαλμένο 30-5-2005 στο ορθό 30-5-2001 και όχι ως προς το κείμενο , της υπ' αριθμ. 5956/2005 ένορκης βεβαίωσής του ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, η οποία αποτέλεσε έγγραφο που αναγνώστηκε (υπό τον αύξοντα αριθμό 82) από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση. δ) από την υπ' αριθμ.G.D 65079048 WW/1-9-2005 αποδεικτικό αποστολής ταχυμεταφοράς, γιατί από αυτό δεν προκύπτει τι ακριβώς ταχυδρομήθηκε στους Επιθεωρητές του Σ.Ε.Υ.Υ.Π από τον Θ. Π.. Αν υπονοείται ότι με αυτό ταχυδρομήθηκαν οι ακτινογραφίες που φέρεται ότι είχε κάνει ο πρώτος των αιτούντων σε ιδιωτικό ακτινολογικό εργαστήριο , πριν από την μετάβαση του στο Νοσοκομείο, τότε πρέπει να σημειωθεί ότι οι ακτινογραφίες αυτές δεν προσκομίστηκαν μέχρι σήμερα πουθενά, ούτε προσκομίζονται με την παρούσα αίτηση . ε) Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν συνιστούν ούτε τα αποτελέσματα των από 19-11-2009 μαγνητικών τομογραφιών αριστερού ώμου και δεξιάς άκρας χειρός του ακτινοδιαγνώστη Γ. Τ., σύμφωνα με τις οποίες ο Ε. Χ. βρέθηκε πάσχων από τενοντίτιδα υπερακανθίου, τενοντοπάθεια του μακρύ καμπτήρα και εκφυλιστικές αλλοιώσεις των αρθρώσεων που περιγράφονται στις σχετικές γνωματεύσεις, επί εδάφους αναφερόμενων εξαρθρημάτων του αριστερού ώμου και δεξιού αντίχειρα, καθώς επίσης και η όμοιου περιεχομένου από 20-11-2009 γνωμάτευση του χειρούργου ορθοπεδικού Ι. Κ., διότι στην ουσία τους οι πιστοποιήσεις αυτές αποτελούν συνέχεια των παρομοίου περιεχομένου πιστοποιήσεων του χειρούργου ορθοπεδικού Π. Π. και του ακτινολόγου Ι. Κ., που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπό τους αύξοντες αριθμούς 90, 91,92, 93 και 94. Κατά συνέπεια αυτές τυπικά και μόνο , όχι όμως και ουσιαστικά, αποτελούν νέα γεγονότα και αποδείξεις, και δεν οδηγούν φανερά σε αθώωση των αιτούντων Επειδή, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει : α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη, β) να απορριφθεί το συνυποβαλλόμενο μαζί με την αίτηση αυτή κατά το άρθρο 529 Κ.Π.Δ αίτημα του τρίτου εξ αυτών Ε. Χ., για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης σ' αυτόν ποινής του , και γ) καταδικαστούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από11-2-2010 αίτηση των: α) Ν. Ζ. του Χ., ιατρού , Κατοίκου ..., β) Γ. Μ. του Μ. , ιατρού , κατοίκου ... , και γ) Ε. Χ. του Ι. , αρχιτέκτονα μηχανικού , κατοίκου ... , με την οποία ζητείται η προς το συμφέρον τους επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την καταδικαστική σε βάρος τους υπ' αριθ. 218/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. 2) να απορριφθεί ως το αίτημα του τρίτου των αιτούντων Ε. Χ., για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσης με την άνω απόφαση ποινής, και 3) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των ως άνω αιτούντων. Αθήνα 29 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 11-2-2010 κοινή αίτηση, με την οποία οι αιτούντες α) Ν. Ζ. του Χ., 2) Γ. Μ. του Μ. και 3) Ε. Χ. του Ι., επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμό 218/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία καταδικάστηκε ο μεν πρώτος των αιτούντων, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 26 μηνών, για τις πράξεις: α) της ψευδούς βεβαιώσεως, β) νοθεύσεως κατ' εξακολούθηση δημοσίου εγγράφου, προσιτού σ' αυτόν ως εκ της υπηρεσίας του, και γ) ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε δεύτερος σε συνολική ποινή φυλακίσεως 23 μηνών, για τις πράξεις α) της ψευδούς βεβαιώσεως, β) νοθεύσεως δημοσίου εγγράφου, προσιτού σ' αυτόν ως εκ της υπηρεσίας του και γ) για ψευδορκία μάρτυρα και ο τρίτος των αιτούντων σε συνολική ποινή φυλακίσεως 34 μηνών, για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδείς βεβαιώσεις, νοθεύσεις δημοσίων εγγράφων και ψευδορκίες μαρτύρων, ισχυριζόμενοι, ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι των ως άνω πράξεων, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 Κ.Π.Δ, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, με την υπ' αριθμό 218/2007 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθμό 1415/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ενόχους τους αιτούντες και καταδίκασε αυτούς τον πρώτο σε συνολική ποινή φυλακίσεως 25 μηνών, το δεύτερο σε συνολική ποινή φυλακίσεως 23 μηνών και τον τρίτο σε συνολική ποινή φυλακίσεως 34 μηνών, για τις αναφερόμενες σ' αυτήν πράξεις και ειδικότερα, του ότι: Οι δυο πρώτοι των αιτούντων, ως υπαίτιοι του ότι: "1) σε μη διακριβωθέντα χρόνο, πάντως μεταξύ του Δεκεμβρίου 2001 και της 11-1-2002, τυγχάνοντες υπάλληλοι κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή πρόσωπα στα οποία νόμιμα είχε ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στα καθήκοντα των οποίων αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσαν σε τέτοια έγγραφα με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα ιατροί τυγχάνοντες και υπηρετούντες στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κοζάνης με την επωνυμία "Μαμάτσειο", το οποίο λειτουργούσε υπό την νομική μορφή του Ν.Π.Δ.Δ, ο μεν Ν. Ζ. με την ειδικότητα του χειρούργου, ο δε Γ. Μ. με την ειδικότητα του χειρούργου-ορθοπεδικού, αρμόδιοι για την έκδοση ιατρικών γνωματεύσεων που αφορούσαν ασθενείς που εξετάσθηκαν στα εξωτερικά ιατρεία ή νοσηλεύθηκαν στις αντίστοιχες κλινικές του πιο πάνω Νοσοκομείου, εξέδωσαν δύο ιατρικές γνωματεύσεις (από μία έκαστος) σε έντυπα με τον λογότυπο του Νοσοκομείου, αφορώσες τον τρίτο από αυτούς Ε. Χ., στις οποίες έθεσαν ως ημερομηνία έκδοσης καθεμιάς την 30-5-2001 και κάτω από την ένδειξη ο ιατρός (που γνωμάτευε) τις υπογραφές και τις υπηρεσιακές τους σφραγίδες, βεβαιώνοντας σ' αυτές: α) ο Ν. Ζ. ότι ο ανωτέρω Ε. Χ. εξετάσθηκε από αυτόν την 30-5-2001 στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής κλινικής, μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό και βρέθηκε να φέρει κάκωση του θώρακα, της αριστερής οσφυϊκής χώρας, κολικό, μώλωπες και εκχυμώσεις της αριστερής παρειάς, του αριστερού βραχιονίου, αριστερού μηρού, ιεροκοκκυγικής χώρας και γεννητικών οργάνων και εξάρθρημα αριστερού ώμου, καθώς και ότι δεν δεχόταν εισαγωγή στην χειρουργική κλινική, και β) ο Γ. Μ. ότι ο ανωτέρω εξετάσθηκε από αυτόν στα εξωτερικά ιατρεία της ορθοπεδικής κλινικής και ότι έπειτα από κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι έφερε πρόσθιο εξάρθρημα αριστερού ώμου (του οποίου έγινε ανάταξη και επίδεση για τρεις εβδομάδες), κάκωση θώρακος, αριστερής οσφυϊκής χώρας και ιεροκοκκυγικής περιοχής, εξάρθρημα 1ης μετακαρπιοφαλαγγικής δεξιού αντίχειρα (του οποίου έγινε ανάταξη και επίδεση) και μώλωπες - εκχυμώσεις αριστερής παρειάς και αριστερού βραχίονα. Όμως όλα τα ανωτέρω βεβαιωθέντα και δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες περιστατικά, δοθέντος ότι οι γνωματεύσεις αυτές προορίζονταν για δικαστική χρήση εκ μέρους του Ε. Χ. σε ποινική του υπόθεση κατά του Δ. Π., φερομένου ως προκαλέσαντος σ' αυτόν τις ανωτέρω σωματικές κακώσεις και βλάβες της υγείας του, ήταν αναληθή και οι κατηγορούμενοι τα βεβαίωσαν με πρόθεση στις ανωτέρω γνωματεύσεις, τελούντες εν γνώσει της ανακρίβειας αυτών, καθόσον το αληθές ήταν ότι ο Ε. Χ. προσήλθε μεν στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής κλινικής του πιο πάνω Νοσοκομείου στις 30-5-2001, πλην όμως ουδέποτε εξετάσθηκε από τους φερόμενους ως εξετάσαντες αυτόν ιατρούς Ν. Ζ. και Γ. Μ., αλλά από άλλον (ειδικευόμενο ιατρό του χειρουργικού τομέα, ο οποίος διέγνωσε απλώς "κολικό νεφρού" και τον παρέπεμψε στο ακτινολογικό εργαστήριο για απλή ακτινογραφία νεφρών-ουρητήρα-κύστεως (Ν.Ο.Κ), αντιμετώπισε δε το περιστατικό χορηγώντας του ενδομυϊκώς τα φαρμακευτικά σκευάσματα Voltaren, Buscopan και Zantac, ο δε Χ. δεν έφερε τις βεβαιούμενες στις ιατρικές αυτές πιστοποιήσεις σωματικές κακώσεις και βλάβες, ούτε του έγινε σχετικός ακτινοσκοπικός έλεγχος προς διάγνωση δήθεν των εξαρθρημάτων του αριστερού ώμου ή δεξιού αντίχειρα, ούτε τέθηκε βέβαια ζήτημα εισαγωγής και νοσηλείας του στο Νοσοκομείο. 2) οι ίδιοι κατηγορούμενοι, μάλιστα ο εξ αυτών Ν. Ζ. με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, υπάλληλοι όντες κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή πρόσωπα στα οποία είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση υπηρεσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με πρόθεση νόθευσαν έγγραφο που τους ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας τους. Ειδικότερα υπό τις διαλαμβανόμενες ανωτέρω υπό στοιχ. 1 υπαλληλικές ιδιότητες: Α) ο Ν. Ζ. νόθευσε το βιβλίο εξωτερικών ιατρείων της χειρουργικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου και πιο συγκεκριμένα την υπό τον αύξοντα αριθμό 1562/30-5-2001 εγγραφή, σύμφωνα με την οποία ο προσελθών την ημέρα εκείνη στα εξωτερικά ιατρεία και εξετασθείς Ε. Χ., διεγνώσθη πάσχων από "κολικό του αριστερού νεφρού", ότι παραπέμφθηκε στο ακτινολογικό τμήμα για ακτινογραφία νεφρών - ουρητήρα - κύστεως (Rο Ν.Ο.Κ) και ότι η πάθηση του αντιμετωπίστηκε με την χορήγηση των φαρμακευτικών σκευασμάτων Voltaren, Buscopan και Zantac.3Ο, αλλοιώνοντας το περιεχόμενό της ως εξής: αα) κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2001 έως 11-1-2002, προσέθεσε στο επάνω δεξιά και το κάτω από την αρχική εγγραφή εναπομένον άγραφο τμήμα, την φράση "αναφ. ξυλοδαρμός προ 3ημέρου-κάκωση θώρακος-(αρ) οσφύος-μώλωπες - εκχυμώσεις (αρ) βραχιονίου, (αρ) παρειάς, μηρού, ιεροκοκκυγικής χώρας, γεννητικών οργάνων, εξάρθρημα (αρ) ώμου, ανάταξη-αρνείται εισαγωγή", έτσι ώστε το αλλοιωμένο νόημα που προέκυπτε κατά τις ανωτέρω παράνομες "διορθώσεις" να εναρμονίζεται με την από αυτόν εκδοθείσα ψευδή βεβαίωση (ιατρική γνωμάτευση) που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω υπό στοιχ 1σ κατηγορία, και ββ) μεταγενέστερα και κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 17ης-2ου-2004 και 16ης-3ου-2004, με την απάλειψη ολόκληρης της (αληθούς) αρχικής καταχώρησης, στην οποία είχε προβεί ο ιατρός που πράγματι είχε εξετάσει στις 30-5-2001 τον Ε. Χ., έτσι ώστε να φαίνεται ότι η μοναδική αιτία προσέλευσης του ασθενούς Χ. την ημέρα αυτή στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου, ήταν οι σωματικές βλάβες και κακώσεις που είχε υποστεί, κατά δήλωση του, πριν από τρεις ημέρες. Β) ο Γ. Μ., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2001 και 11-1-2002, νόθευσε το βιβλίο εξωτερικών ιατρείων της ορθοπεδικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου, προσθέτοντας εκ των υστέρων μεταξύ των καταχωρήσεων υπό τους αύξοντες αριθμούς 468 και 469 που αφορούσαν προσελθόντες και εξετασθέντες στα εξωτερικά ιατρεία της ορθοπεδικής κλινικής ασθενείς, νέα εγγραφή με τον αύξοντα αριθμό 468β, αλλοιώνοντας ταυτόχρονα την εγγραφή με τον αύξοντα αριθμό 468 στην οποία προσέθεσε το γράμμα α έτσι ώστε αυτή να φαίνεται ότι είχε την αρίθμηση 468α, υπό τον αύξοντα δε αριθμό 468β και υπό την χρονολογία 30-5-2001 προσέθεσε εγγραφή αφορώσα τον δήθεν προσελθόντα και εξετασθέντα ασθενή Ε. Χ., με διάγνωση "πρόσθιο εξάρθρημα (αρ) ώμου - εξάρθρημα μετακαρποφαλαγγικής (δε), κάκωση (δε) οσφυϊκής .χώρας- κάκωση ιεροκοκκυγικής χώρας", έτσι ώστε να φαίνεται ότι εξετάστηκε αυτός και διαπιστώθηκαν οι ανωτέρω κακώσεις και το νοθευθέν κατά τα ανωτέρω βιβλίο να "συμφωνεί" με την εκδοθείσα από τον ίδιο υπό την αυτή ημερομηνία ψευδή βεβαίωση (ιατρική γνωμάτευση). 3) οι ίδιοι κατηγορούμενοι (Ν. Ζ. και Γ. Μ.), στις 23-5-2002, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή περιστατικά. Συγκεκριμένα ενώ εξετάζονταν ως μάρτυρες ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης στα πλαίσια διενεργούμενης προανάκρισης με αφορμή έγκληση του Δ. Π. κατά του συγκατηγορουμένου τους Ε. Χ. για ψευδή καταμήνυση - συκοφαντική δυσφήμηση κ.λ.π, κατέθεσαν ότι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους, εξέτασαν τον Ε. Χ. την 30-5-2001 στα εξωτερικά ιατρεία της χειρουργικής και ορθοπεδικής κλινικής του Νοσοκομείου Κοζάνης, και διαπίστωσαν ότι αυτός έφερε τις κακώσεις και βλάβες που είχαν βεβαιώσει στις αντίστοιχες υπό στοιχ 1 α και β γνωματεύσεις τους και ότι, όπως τους ανέφερε ο ανωτέρω, οι κακώσεις αυτές προέρχονταν από ξυλοδαρμό που υπέστη αυτός στις 27-5-2001, μάλιστα δε, ο Ν. Ζ. κατέθεσε επιπλέον ότι, παρά τις συστάσεις του για εισαγωγή στη χειρουργική κλινική για παρακολούθηση, ο ασθενής (Χ.) δεν δέχθηκε και, αφού υπέγραψε, έλαβε φαρμακευτική αγωγή και αποχώρησε, παρότι γνώριζαν ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω καταθέσεών τους, ήταν εξ ολοκλήρου ψευδές. 4) ο τρίτος από αυτούς Ε. Χ., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2001 και 11-1-2002, με περισσότερες της μιας πράξεις, προκάλεσε με πρόθεση στους συγκατηγορούμενους του την απόφαση να τελέσουν τις άδικες πράξεις των ψευδών βεβαιώσεων και νοθεύσεων δημόσιων εγγράφων, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω υπό τα στοιχεία 1 και 2, πείθοντας τους να τελέσουν τις πράξεις αυτές με προτροπές και χρησιμοποιώντας την πειθώ του. Επιπροσθέτως ο αυτός κατηγορούμενος στις 11-1-2002 και 20-6-2002, με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εν γνώσει του χρησιμοποίησε ψευδή κατά το περιεχόμενο τους δημόσια έγγραφα και ειδικότερα τις ανωτέρω υπό στοιχείο ένα (1) ψευδείς ιατρικές γνωματεύσεις, προσκομίζοντας αυτές στις δικαστικές αρχές, αφ' ενός μεν στις 11-1-2002 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης κατά την υποβολή της από 2-1-2002 μηνύσεως του κατά του Δ. Π., για πρόκληση σ' αυτόν σωματικών βλαβών, αφ' ετέρου δε στις 20-6-2002 απολογούμενος ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης, στα πλαίσια προανάκρισης με αφορμή την υποβληθείσα σε βάρος του έγκληση του Δ. Π. για συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση κ.λ.π., παρότι γνώριζε ότι το περιεχόμενο των γνωματεύσεων αυτών ήταν ψευδές". Ήδη, οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, καθίσταται φανερή η αθωότητά τους, για τις πράξεις για τις οποίες αυτοί καταδικάσθηκαν άδικα: 1) την από 27-6-2006 γνωμοδότηση του Αναστασίου Τάχου, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 2) την από 20-6-2002 μαγνητική τομογραφία του ιατρού Ι. Κ., 3) τις από 19-11-2009 μαγνητικές τομογραφίες του ιατρού Γ. Τ., και 4) τις υπ' αριθμό 7833, 7834, 7835, 7836, 7837/10-2-2010 και 7846/19-2-2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αναστασίας Αντωνίου Γαλάνη, των: α) Π. Μ. του Η., β) Π. Τ. του Ε., γ)Σ. Π. του Α., δ) Κ. Β. του Ν., ε) Χ. Λ. του Θ. και στ) Ν. Λ. του Δ.. Από την εκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες αυτοί καταδικάσθηκαν. Ειδικότερα: Α) όσον αφορά την ως άνω γνωμοδότηση του Αναστασίου Τάχου, ομότιμου καθηγητή του Διοικητικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο γνωμοδοτών, ο οποίος κλήθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων ιατρών Ν. Ζ. και Γ. Μ., να γνωμοδοτήσει επί του πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης(Ε.Δ.Ε), που διενεργήθηκε από το ΠΕΣΥΠ Δυτικής Μακεδονίας, σε βάρος των δυο πρώτων, σχετικά με την ύπαρξη ή μη πειθαρχικών ευθυνών των ως άνω ιατρών κατά την ενάσκηση των ιατρικών τους καθηκόντων, στο "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης, και ειδικότερα περί του σύννομου ή μη της πειθαρχικής διαδικασίας, που ακολουθήθηκε για την περίπτωση αυτών, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι υπάρχει πρόβλημα νομιμότητας στην πειθαρχική διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ανεξάρτητα, όμως, του γεγονότος ότι το έγγραφο αυτό με χρονολογία 27-6-2006, προϋπήρχε της εκδικάσεως της κατηγορίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και δεν είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου εκείνου, το συμπέρασμα στο οποίο αυτός κατέληξε, είναι πλέον ή βέβαιο ότι δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του περί της ενοχής των κατηγορουμένων, και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση από εκείνη που κατέληξε, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι διαπιστώθηκαν τυχόν παραβάσεις από απόψεως πειθαρχικής διαδικασίας, και όχι μόνο λόγω του μη δεσμευτικού χαρακτήρα της πειθαρχικής δίκης σε εκείνη της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με τον υπαλληλικό κώδικα, Β) Όσον αφορά δε με το περιεχόμενο των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, κατ' αρχήν αναφέρονται σ' αυτές κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους τα ακόλουθα: α) στην υπ' αριθμό 7833/2010 ένορκη βεβαίωση του Π. Μ., βεβαιώνονται τα εξής: " από την εμπειρία της άσκησης των καθηκόντων μου στη διοίκηση του Νοσοκομείου Κοζάνης, ως Διοικητής, από τον Οκτώβρη του 2004 έως σήμερα, (9-2-2010), έχω διατυπώσει την άποψη ότι ο ιατρός Ν. Ζ., είναι αξιόλογος και έχει επιδείξει σημαντικό έργο. Οι ιατροί που δεν βρίσκονται σε εφημερία συνήθως παρευρίσκονται στο χώρο του νοσοκομείου προς παρακολούθηση-ενημέρωση των περιστατικών τα οποία έχουν αντιμετωπίσει στο πρωϊνό τους ωράριο. Αυτό συνηθίζεται στο Νοσοκομείο Κοζάνης, όπως και σε άλλα επαρχιακά νοσοκομεία λόγω του περιορισμένου αριθμού των ιατρών που υπηρετούν στα κλινικά τμήματα", β) στην υπ' αριθμό 7834/2010 ένορκη βεβαίωση της Π. Τ., βεβαιώνονται τα ακόλουθα: "ενθυμούμαι ότι το απόγευμα της 30-5-2001, στο νοσοκομείο Κοζάνης, όπου υπηρετούσα ως νοσηλεύτρια, ο ιατρός χειρουργός Ν. Ζ., βρισκόταν στο νοσοκομείο και εξέταζε ασθενείς παρότι δεν εφημέρευε ... Θυμάμαι ότι τον ασθενή Χ., τον εξέτασε ο ιατρός Ν. Ζ., που τον έστειλε στον ακτινολογικό τομέα και στη συνέχεια τον παρέπεμψε στον ορθοπεδικό Γ. Μ., που εφημέρευε για να τον εξετάσει, εγώ μάλιστα του έκανα τις σχετικές ενέσεις...", γ) στην υπ' αριθμό 7835/2010 ένορκη βεβαίωση του Σ. Π., βεβαιώνονται τα ακόλουθα: "γνωρίζω τον Ε. Χ. και τον Δ. Π.. Στα τέλη Μαΐου 2001, συναντήθηκα με τον Ε. Χ. στη Κοζάνη και θυμάμαι ότι είχε κρεμασμένο το αριστερό χέρι με ένα υποστηρικτικό επίδεσμο από τον ώμο και είχε δεμένο με επίδεσμο το δεξί καρπό. Στις ερωτήσεις μου πως συνέβη, αυτός μου απήντησε ότι ήρθε στα χέρια με τον Π., χωρίς να μου δώσει περαιτέρω εξηγήσεις...", δ) στην υπ' αριθμό 3837/2010 ένορκη βεβαίωση του Χ. Λ., βεβαιώνονται τα ακόλουθα: " Από 10-12-1972 έως 2-8-2004, υπήρξα υπάλληλος του Μαμάτσειου Νοσοκομείου Κοζάνης. Ειδικότερα το 1995 ήμουνα προϊστάμενος στη Γραμματεία των εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου Κοζάνης και υπεύθυνος φύλαξης των βιβλίων των Ε.Ι. Βεβαιώνω ότι ποτέ δεν παρέδωσα βιβλίο της Χειρουργικής και Ορθοπεδικής Κλινικής στους ιατρούς Ν. Ζ. και Γ. Μ. και δεν είχαν στη φυσική τους εξουσία τα σχετικά βιβλία των εξωτερικών ιατρείων", ε) στην υπ' αριθμό 7836/2010 ένορκη βεβαίωση του Κ. Β., βεβαιώνονται τα ακόλουθα: "Η γυναίκα μου είναι γνωστή ως χειροπρακτική στην περιοχή της Κοζάνης. Θυμάμαι ότι στις 27 Μαϊου 2001, ημέρα Κυριακή, τις απογευματινές ώρες, μας επισκέφθηκε στο σπίτι μας η γνωστή μας Β. Ν., με το σύζυγό της τον Χ. για να ζητήσει τη βοήθεια της γυναίκας μου, αφού ο σύζυγός της είχε βγαλμένο τον αριστερό ώμο του. ....Όταν τον ρώτησε πως το έπαθε μας ανέφερε ότι ενωρίτερα είχε πιαστεί στα χέρια με τον μπατζανάκη του...". Τα περιστατικά δε που βεβαιώνονται στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το σύνολο των αποδεικτικών εκείνων στοιχείων, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, και ως εκ τούτου είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο εκείνο, δεν θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση από εκείνη που κατέληξε. Και τούτο γιατί, όσον αφορά τα γεγονότα που βεβαιώνουν στην πλειονότητά τους οι προαναφερθέντες μάρτυρες, στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τους, αφού αυτά ανάγονται σε χρόνο που απέχει ικανότατο χρονικό διάστημα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους και είναι απορίας άξιο το γεγονός, η μεν Π. Τ. να ενθυμείται, ότι την επίμαχη χρονολογία 31-5-2001, εφημέρευε ο ιατρός Ν. Ζ., τη στιγμή μάλιστα που ούτε η ίδια επικαλείται ότι έστω μεταγενέστερα είχε συμβουλευθεί τα οικεία βιβλία των εξωτερικών ιατρείων ή ότι ο Σ. Π., συνάντησε τον Ε. Χ. στην Κοζάνη ή ακόμη ότι ο Κ. Β. ότι τους επισκέφθηκε στην οικία τους στην Κοζάνη, συγκεκριμένη ώρα και ημέρα της εβδομάδας, αν και είχαν παρέλθει έκτοτε από τη συνάντησή τους σχεδόν εννέα έτη. Γ) Περαιτέρω, σε σχέση με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αιτούντες μαγνητικές τομογραφίες, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: α) όσον αφορά τις από 19-11-2009, μαγνητικές τομογραφίες του ιατρού Γ. Τ., καθώς και εκείνη με χρονολογία 20-06-2002 του ιατρού Ι. Κ., και αυτές δεν είναι ικανές να ανατρέψουν την κρίση του δικαστηρίου εκείνου. Και τούτο γιατί, όσον αφορά τις μαγνητικές τομογραφίες με χρονολογία 19-11-2009, αυτές πραγματοποιήθηκαν μετά από 8 έτη και σχεδόν 6 μήνες από του συμβάντος, (31-5-2001), και είναι βέβαιο, ότι δεν συνηγορούν υπέρ της παραδοχής των ισχυρισμών των αιτούντων, όπως επίσης και εκείνη με χρονολογία 20-06-2002, που διενεργήθηκε μετά παρέλευση 13 μηνών από του ως άνω χρονικού σημείου, χωρίς μάλιστα να προκύπτει, ότι οι αναφερόμενες σ' αυτήν ιατρικές διαπιστώσεις, είναι απότοκες ή όχι εξωτερικών παραγόντων και κατά μείζονα λόγο προκληθείσας σωματικής κάκωσης. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων ή ότι καταδικάσθηκαν άδικα. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ως προς τις οποίες το δικαστήριο αυτό καθ' ολοκληρία αναφέρεται στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, καθώς και στα λοιπά στοιχεία που οι αιτούντες επικαλούνται, κρίνει ότι αυτά δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τις καταθέσεις του συνόλου των μαρτύρων κατηγορίας ή των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες αυτοί καταδικάσθηκαν. 'Αλλωστε, εκτός των ως άνω επικαλουμένων και προσκομιζομένων ως νέων στοιχείων (γνωμοδότηση, ένορκες βεβαιώσεις, μαγνητικές τομογραφίες), δεν προσκομίσθηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων, που είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ακόμη, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του τρίτου των αιτούντων, για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε, δυνάμει της ως άνω απόφασης, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 του Κ.Π.Δ, προϋπόθεση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αίτησης για επανάληψη διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας. Μετά από αυτά, πρέπει να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα από αυτούς (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: α) την από 11-2-2010 αίτηση των α) Ν. Ζ. του Χ., ιατρού, β) Γ. Μ. του Μ., ιατρού και γ) Ε. Χ. του Ι., αρχιτέκτονα μηχανικού, κατοίκων ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 218/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, και β) το αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που επιβλήθηκε στον τρίτο από τους αιτούντες Ε. Χ. του Ι.. Και, Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας 525 επ. ΚΠΔ. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα - άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση. Δεν αποτελεί νέο στοιχείο η γνωμοδότηση καθηγητή Πανεπιστημίου, σύμφωνα με την οποία βεβαιώνεται ότι δεν τηρήθηκε η νομιμότητα στην πειθαρχική διαδικασία, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες αναφέρονται ταυτόσημου ή ανάλογου περιεχομένου περιστατικά με εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου. Απορρίπτει την αίτηση. Απορρίπτει αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής (529 Κ.Π.Δ) -.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 1811/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Καννελόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κεφαλίδου, περί αναιρέσεως της 11327/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 670/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι: "Το έτος 2003 ο παθών Δ εργαζόταν ως τεχνίτης μονταδόρος στην εταιρεία με την επωνυμία ΙΝΤERMETAL ΑΕ. Ήταν μέλος εξωτερικού συνεργείου της εν λόγω εταιρείας, το οποίο τοποθετούσε ράφια επαγγελματικά. Στο εργοστάσιο της ως άνω εταιρείας που βρίσκεται στον ... υπάρχει εκτός των άλλων και ένα μηχάνημα κοπής μεταλλικών ελασμάτων, το οποίο χειρίζονται ειδικοί τεχνίτες. Το μηχάνημα αυτό μπορούσε να κόψει ελάσματα με μικρότερο δυνατό μήκος 50 εκ. με τρόπο αυτόματο και μικρότερα κομμάτια των 50 εκ με χειροκίνητο χειρισμό. Στην περίπτωση αυτή η τροφοδοσία γινόταν με το χέρι και η εντολή του κοψίματος δινόταν από το χειριστή μέσω ποδομοχλού. Στις 20-10-2003 και περί ώρα 08.00 ο παθών πήγε στο εργοστάσιο και επιχείρησε να κόψει μόνος του λαμάκια διαστάσεων 10 επί 10 εκ. στο ως άνω μηχάνημα, του οποίου δεν γνώριζε τον χειρισμό. Τη στιγμή που προσπαθούσε να τοποθετήσει σωστά το έλασμα στο ψαλίδι, για να το κόψει, ακούμπησε πλάγια με το πόδι του τον ποδομοχλό με αποτέλεσμα να δοθεί εντολή κοπής στο ψαλίδι, το οποίο λειτούργησε αστραπιαία και ακρωτηρίασε τα τρία δάκτυλα του δεξιού του χεριού (μέσου, παράμεσου και μικρού δακτύλου) στο ύψος της δεύτερης φάλαγγας. Το ατύχημα αυτό και ο κατά τα ανωτέρω σοβαρός τραυματισμός του Δ, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος με την ιδιότητα του Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, δεν φρόντισε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, που είναι αναγκαία σύμφωνα με το νόμο για την ασφάλεια και υγιεινή των εργαζομένων στην επιχείρηση του. Ειδικότερα δεν φρόντισε να υπάρχει: α) κατάλληλο προφυλακτήρας, ο οποίος να εμποδίζει την πρόσβαση στο σημείο κοπής του μηχανήματος σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 παράρτημα 1, παράγραφος 2.13 του π.δ 395/94 όπως τροπ. Με το π.δ 89/1999 και β) κατάλληλο κάλυμμα στον ποδομοχλό για την αποφυγή τυχαίου πατήματος του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1, παράρτημα 1, παράγραφος 2.2.2 του π.δ 395/94 όπως τροπ. Με το π.δ 89/99. Ο κατηγορούμενος λόγω της ιδιότητας του είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, τα οποία αν ελάμβανε θα είχαν αποτρέψει το ατύχημα και τη σωματική βλάβη που προκλήθηκε στον ως άνω εργαζόμενο. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται και αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσης απόφασης". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υπόχρεου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, ενώ, αναφέρει τον επιτακτικό κανόνα δικαίου που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητας του, ως διευθυντού του υποκαταστήματος, να λάβει τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, για την ασφαλή εργασία των εργαζομένων σ' αυτό υπαλλήλων, δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη αμελής συμπεριφορά του σε σχέση πάντοτε με το συγκεκριμένο ατύχημα και τον εξ' αυτού τραυματισμό του παθόντος, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο παθών που αποτελούσε μέλος του εξωτερικού συνεργείου, δεν είχε οποιαδήποτε λειτουργική σχέση με το συγκεκριμένο μηχάνημα, του οποίου όχι μόνο δεν γνώριζε τον τρόπο λειτουργίας του, αλλά καθ' υπέρβαση των λειτουργικών του καθηκόντων, ανέλαβε αυτός με δική του πρωτοβουλία, να διεκπεραιώσει τη συγκεκριμένη εργασία, για την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή είχε ανατεθεί αποκλειστικά σε εξειδικευμένους χειριστές. Ούτε, επίσης αιτιολογείται οποιαδήποτε παραδοχή κατά την οποία ανατέθηκε από μέρους του αναιρεσείοντος ή άλλου εξουσιοδοτημένου απ' αυτόν προσώπου, η εκτέλεση από τον παθόντα της συγκεκριμένης εργασίας. Επίσης, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο τραυματισμός του παθόντος, ήταν απότοκος της συνδρομής αμέλειας του αναιρεσείοντος, καθώς και τα περιστατικά εκείνα στα οποία επιστηρίζει την ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, ακόμη δε εκείνα τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, λόγω των προσωπικών του ιδιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1, 315 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια του Εφετείου, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 11327/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεου. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας. Δεν αιτιολογείται ότι κατ' εντολή του ή άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου του ανατέθηκε ο χειρισμός του συγκεκριμένου μηχανήματος, ούτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του και του επελθόντος αποτελέσματος. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1801/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και την Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Α. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, και 2. Α. Τ. Χ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Τσοβόλα και Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 520/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Μαρτίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς στους από 12 Μαΐου 2010 πρόσθετους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 582/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τους δύο αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η υπό κρίση από 29-03-2010 αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 12-05-2010 με ίδιο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι του Α. Α. του Χ. και η από 29 Μαρτίου 2010, αίτηση αναιρέσεως του Α. Τ. του Χ., κατά της υπ' αριθμό 520/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν. Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ που ορίζει ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξεως, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Ενόψει αυτών ο χρόνος τελέσεως της άμεσης συνέργειας είναι πάντοτε κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως, ουδέποτε δε προγενέστερος αυτής, ενώ της απλής συνέργειας από το νόμο τελεί σε συνάρτηση με αυτόν της κύριας πράξης, αφού η απλή συνδρομή παρέχεται αποκλειστικώς είτε πριν από την κύρια πράξη είτε κατά τη διάρκειά της. Οι μετά από αυτή μορφές συνδρομής αποτελούν άλλο έγκλημα και όσες δεν υπάγονται σε καμία ειδική αντικειμενική υπόσταση ξεχωριστού εγκλήματος, μένουν ατιμώρητες, αφού δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και να τιμωρηθούν σαν απλή συνέργεια. (ΑΠ 1339/2009) Περαιτέρω, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ποινική ουσιαστική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης αυτής, την απολογία του δευτέρου των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος υπηρετεί, ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στο Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων. Κατά την εξεταστική περίοδο του μηνός Σεπτεμβρίου 2003, η οποία μετατέθηκε λόγω απεργίας του διδακτικού προσωπικού, για ένα περίπου μήνα, ανατέθηκε στον ως άνω κατηγορούμενο η εξέταση του μαθήματος "Μαθηματικά για Διοίκηση Επιχειρήσεων", λόγω νοσηλείας του Καθηγητή Α. Κ., σε μονάδα εντατικής θεραπείας, στον οποίο είχε ανατεθεί η διδασκαλία του εν λόγω μαθήματος. Οι εξετάσεις του ανωτέρω μαθήματος ήταν γραπτές διενεργήθηκαν στις 20.10.2003, ο δε πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε τις βαθμολογίες αρχικά για πέντε συνολικά φοιτητές στις 21.10.2003 και 27.10.2003 και για τους υπόλοιπους την 1.12.2003. Πολλοί φοιτητές, μετά τη διενέργεια των εξετάσεων, ενόψει του γεγονότος ότι τα θέματα των εξετάσεων κρίθηκαν δύσκολα, σε συνδυασμό με τη φήμη που διέρρεε μεταξύ των φοιτητών, ότι ο ως άνω καθηγητής (πρώτος κατηγορούμενος) είχε την πρόθεση να διευκολύνει τους φοιτητές, ώστε να περάσουν το εν λόγω μάθημα, το οποίο, σημειωτέο, για τους περισσότερους φοιτητές, ήταν το τελευταίο για την ολοκλήρωση των σπουδών τους, επισκέφθηκαν τον εν λόγω καθηγητή στο γραφείο του. Μεταξύ των φοιτητών αυτών ήταν και η Α. Β. και η Γ. Λ., οι οποίες επισκέφθηκαν τον ως άνω καθηγητή στο γραφείο του μεμονωμένα, αρχές Νοεμβρίου του έτους 2003. Κατά τις ως άνω συναντήσεις ο πρώτος κατηγορούμενος τις διαβεβαίωσε ότι θα περάσουν το εν λόγω μάθημα και τις παρότρυνε να επικοινωνήσουν μαζί του σε λίγες ημέρες, προκειμένου να πληροφορηθούν τη βαθμολογία του γραπτού τους, μάλιστα δε, έδωσε και τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου στην Α. Β.. Μετά από λίγες ημέρες οι εν λόγω φοιτήτριες επισκέφθηκαν και πάλι τον πρώτο κατηγορούμενο στο γραφείο του, όπου ο τελευταίος τους ανακοίνωσε ότι η βαθμολογία των γραπτών τους ήταν 3, δηλαδή κάτω από τη βάση, ωστόσο, όμως, έσπευσε να τις καθησυχάσει, διαβεβαιώνοντας αυτές ότι ο βαθμός αυτός μπορεί να αλλάξει, εάν έκαναν κάποια φροντιστήρια με έναν βοηθό του, χωρίς να τις διευκρινίσει με σαφήνεια, εάν και πότε επρόκειτο να επανεξετασθούν. Στη συνέχεια, έδωσε σ' αυτές τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν συνδέεται με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, ακολούθως δε, αυτές (φοιτήτριες) επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και έκλεισαν ραντεβού μαζί του, πάντοτε χωριστά η μια από την άλλη, καθώς, όπως προέκυψε, αυτές δεν είχαν μέχρι τότε ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Οι εν λόγω συναντήσεις (ραντεβού) πραγματοποιήθηκαν σε δημόσιους χώρους και κατ' αυτές ο δεύτερος κατηγορούμενος έλαβε, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου 2003, από την Α. Β. το ποσό των 250 ευρώ και από την Γ. Λ. το ποσό των 300 ευρώ. Στο σημείο αυτό, πρέπει να λεχθεί ότι όταν η Α. Β. παραπονέθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο ότι το ύψος του ποσού είναι μεγάλο και ζήτησε τη μείωση αυτού, αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) επικοινώνησε ενώπιον της τηλεφωνικά με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν δέχθηκε να μειωθεί το εν λόγω ποσό. Μάλιστα στις εύλογες παρατηρήσεις των ως άνω φοιτητριών για το πότε θα επανεξετασθούν, αφού η εξεταστική περίοδος είχε τελειώσει αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) απαντούσε αόριστα ότι θα εκτιμούσε το επίπεδο τους και ότι ίσως δεν θα ήταν απαραίτητο να επανεξετασθούν και τελικά ομολόγησε ότι τα φροντιστηριακά μαθήματα δεν θα γίνουν και ότι πρέπει να καταβάλουν τα ως άνω ποσά, προκειμένου να λάβουν μεγαλύτερο βαθμό, ανεξάρτητα από την απόδοση τους στην εξέταση του εν λόγω μαθήματος. Μετά την καταβολή των ανωτέρω ποσών και κατά την επίσημη βαθμολογία, που ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στη Γραμματεία της ως άνω Σχολής, την 1.12.2003, η βαθμολογία των ανωτέρω φοιτητριών στο ως άνω μάθημα ήταν επιτυχής και συγκεκριμένα 6 και 8, αντίστοιχα, αυτές δε (φοιτήτριες) ορκίστηκαν στις 15.12.2003. Σημειώνεται, ότι μετά τα ανωτέρω και λίγες ημέρες αργότερα, η μάρτυρας κατηγορίας, Α. Β., επικοινώνησε τηλεφωνικά με το δημοσιογράφο Μ. Τ. και του κατέστησε γνωστή την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων, η οποία και αποτέλεσε αντικείμενο σχετικής τηλεοπτικής εκπομπής. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των δύο πρώτων μαρτύρων κατηγορίας (ως άνω φοιτητριών), καθώς και της μάρτυρας κατηγορίας, Δ. Ν., η οποία μετά λόγου κατέθεσε ότι και αυτή πέρασε το εν το εν λόγω μάθημα και μάλιστα με βαθμό 9, ενώ της είχε ανακοινωθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο ότι ο βαθμός του γραπτού της ήταν 3, μετά από καταβολή περίπου 400 ευρώ, με την ίδια προαναφερόμενη διαδικασία, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Μ. Ά. και υπερασπίσεως, Κ. Μ., καθόσον αυτοί δεν έχουν άμεση γνώση και αντίληψη των ως άνω πραγματικών περιστατικών, αλλά ούτε και από την ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος γενικά και αόριστα αρνείται την κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε είχε κάποια τηλεφωνική επικοινωνία ή συνάντηση με τις ανωτέρω φοιτήτριες, όμως από την κατ' αντιπαράσταση εξέταση ενώπιον του ακροατηρίου αυτού (δευτέρου κατηγορουμένου) και των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας -φοιτητριών, ουδεμία κατελείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι οι ως άνω αναφερόμενες συναντήσεις έγιναν μεταξύ αυτών. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί, ότι η αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 6.7.2004 ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.), η οποία διενεργήθηκε κατ' επιταγή της σχετικής απόφασης της υπ' αριθμ. 23/23.3.2004 συνεδρίασης του Πρυτανικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, από την Π. Ν.-Π., Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του ως άνω Πανεπιστημίου και η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν υπέχει ουδεμία πειθαρχική ευθύνη, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο με την έννοια του δεδικασμένου, πέραν του ότι είναι άξιον επισημάνσεως ότι, κατά τη διενέργεια αυτής (Ε.Δ.Ε.) εκλήθησαν και κατέθεσαν οι αναφερόμενοι στην εν λόγω Ε.Δ.Ε. καθηγητές του ανωτέρω Πανεπιστημίου, καθώς και εκπρόσωποι των φοιτητών, χωρίς, σημειωτέο, να κληθούν και να καταθέσουν οι άμεσες εμπλεκόμενες-καταγγέλλουσες, πράγμα ασύνηθες για την εξαγωγή ασφαλούς πορίσματος. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, όπως η νομοτυπική μορφή αυτής αναφέρεται στην ως άνω μείζονα σκέψη της παρούσης, αφού προέκυψε ότι αυτός, έχων την ιδιότητα του Αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και ορισθείς αρμοδίως να διεξαγάγει τις εξετάσεις για το μάθημα "Μαθηματικά για Διοίκηση Επιχειρήσεων" της εξεταστικής περιόδου Σεπτεμβρίου 2003 και ως εκ τούτου αρμόδιος, κατά το άρθρο 175 του Ν. 5343/1932, να βαθμολογήσει τους φοιτητές που θα συμμετείχαν κατά την εν λόγω εξεταστική περίοδο στο εν λόγω μάθημα ζήτησε και έλαβε από τις ανωτέρω φοιτήτριες, κατά παράβαση των ως άνω υπηρεσιακών καθηκόντων του, με τη μεσολάβηση του δευτέρου κατηγορουμένου, τα ανωτέρω ποσά, προκειμένου να μεταβάλλει, όπως και μετέβαλε, το βαθμό των γραπτών των ανωτέρων, έτσι ώστε αυτές (φοιτήτριες) να βαθμολογηθούν με επιτυχή βαθμό (6 και 8, αντίστοιχα), ο δε δεύτερος της άμεσης συνέργειας στην ανωτέρω πράξη, κατ' εξακολούθηση, αφού αυτός, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τις ανωτέρω φοιτήτριες, συναντήθηκε μαζί τους και έλαβε για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου τα προαναφερόμενα ποσά, παρέχων έτσι άμεση συνδρομή κατά την τέλεση εκ μέρους αυτού (πρώτου κατηγορουμένου) του ως άνω αδικήματος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, που τους αποδίδονται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και ειδικότερα τον μεν Α. Α., ως φυσικό αυτουργό της αξιόποινης πράξεως της παθητικής δωροδοκίας, το δε Α. Τ., ως άμεσο συνεργό στην παθητική δωροδοκία που τέλεσε ο πρώτος, και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς ποινή φυλακίσεως 18 μηνών και 12 μηνών αντιστοίχως, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 2003, σε μη επακριβώς εξακριβωθείσες ημέρες από την προανάκριση Α) ο πρώτος Α. Α., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, ήτοι, όντας υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε, με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτόν του ωφελήματα οποιασδήποτε φύσεως, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά του και ειδικότερα όντας Αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ενόψει της εξετάσεως του μαθήματος των μαθηματικών, που θα διεξαγόταν τον Οκτώβριο, ζήτησε και έλαβε από τις φοιτήτριες Α. Β. και Γ. Λ., τα ποσά των 250 και 300 ευρώ αντίστοιχα, με τη μεσολάβηση του Α. Τ., προκειμένου να τις περάσει στο μάθημα των μαθηματικών, κατά τις προσεχείς εξετάσεις πράγμα που τελικά έγινε βαθμολογώντας την Α. Β. με 6 και την Γ. Λ. με 8, Β) ο δεύτερος των κατηγορουμένων Τ. Α., με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση που διέπραξε και ειδικότερα παρείχε άμεση συνδρομή στον πρώτο συγκατηγορούμενό του κατά τη διάρκεια της υπό στοιχεία Α πράξης, παραλαμβάνοντας μετά από προγραμματισμένο ραντεβού, τα χρήματα (250 και 300 ευρώ αντίστοιχα) από τις φοιτήτριες Α. Β. και Γ. Λ., για λογαριασμό του πρώτου συγκατηγορούμενού του". Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αντίθετα, περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στερούν την απόφαση της νόμιμης βάσης. Τούτο γιατί: α) ενώ, γίνεται δεκτό, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι οι γραπτές εξετάσεις στο μάθημα των μαθηματικών διενεργήθηκαν στις 20-10-2003 και ότι η βαθμολογία για ορισμένους φοιτητές παραδόθηκε στις 21 και 27 Οκτωβρίου 2003, (χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται ότι σ' αυτούς συμπεριλαμβάνονταν και οι ως άνω φοιτήτριες), προσέτι δε ότι οι διαπραγματεύσεις τόσο μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και των ως άνω φοιτητριών, όσο και μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου, που ενεργούσε κατ' εντολή και λογαριασμό του συγκατηγορουμένου του, προκειμένου να ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες, αλλά και τον τρόπο ώστε αυτές να λάβουν επιτυχή βαθμολογία, αφού ήδη τους είχε γνωστοποιηθεί ότι βαθμολογήθηκαν με -3- έλαβαν χώρα περί τις αρχές του μηνός Νοεμβρίου 2003, και ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ τους ευοδώθηκαν με την καταβολή προς το δεύτερο κατηγορούμενο των χρηματικών ποσών των 250 και 300 ευρώ αντίστοιχα, περί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου 2003, παρόλα αυτά σύμφωνα με το διατακτικό, αυτοί (οι κατηγορούμενοι) κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας ο πρώτος και της άμεσης συνέργειας στην πράξη του πρώτου, ο δεύτερος, που αυτοί τέλεσαν κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003, και β) ενώ, γίνεται δεκτό σύμφωνα με το αιτιολογικό της αποφάσεως, ότι ο Α. Τ., ως άμεσος συνεργός στην κύρια πράξη της παθητικής δωροδοκίας του Α. Α., έλαβε για λογαριασμό του τελευταίου τα χρηματικά ποσά των 250 και 300 ευρώ αντίστοιχα από τις φοιτήτριες Α. Β. και Γ. Λ., κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του 2003, αντίθετα στο διατακτικό γίνεται δεκτό, ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας και άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, η οποία όμως, τελέσθηκε κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2003, και συγκεκριμένα ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά καταβλήθηκαν αντιστοίχως κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2003. Σημειώνεται ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξεως της άμεσης συνέργειας, τελεί σε απόλυτη συνάρτηση με το χρόνο τέλεσης της κύριας πράξεως από το φυσικό αυτουργό και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά το χρονικό σημείο τέλεσης αυτής. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του Κ,Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων που άσκησε ο αναιρεσείων Α. Α., και ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 520/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παθητική δωροδοκία. Άμεση συνεργεία. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτης ακυρότητας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας. Αναιρείται για ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Ο χρόνος τέλεσης της άμεσης συνέργειας τελεί σε συνάρτηση με αυτόν της κύριας πράξεως και δεν μπορεί να ξεπερνά το χρονικό σημείο τέλεσης αυτής (ΑΠ 1339/2009). Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δωροδοκία.
0
Αριθμός 1800 / 2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.91/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2 συζ. Ψ1, κατοίκων πόλεως .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 273/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 186/18.05.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 29/22-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ.91/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα :Με αφορμή την από 25-8-2007 κοινή έγκληση των Ψ1 και Ψ2 συζύγου Ψ1, κατοίκων της πόλεως ... της πολιτείας ..., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος Χ, κατοίκου ... για υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ, από διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρο 375§§ 1 , 2 Π.Κ, όπως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β του Ν 2721/1999 ). Μετά το πέρας της διενεργηθείσης επί της υποθέσεως κυρίας ανακρίσεως, εκδόθηκε το υπ' αριθμ.671/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την πιο πάνω πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, άσκησε αυτός νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή του, γιατί όπως εξέθετε σ' αυτήν, εσφαλμένα το Συμβούλιο εκτίμησε τις αποδείξεις και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο . Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 91/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , με το οποίο η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικυρώθηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 29/2010 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση την 10-2-2010 και τον αντίκλητο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σίνο την 18-2-2010, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως την 22-10-2010, ημέρα Δευτέρα. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Σίνο , δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευανθίας Μαρκουλάκου - Λεμονή το οποίο και προσκομίστηκε κατά την άσκηση (άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ), συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 20/22-2-2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της (άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ) και ειδικότερα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας(άρθρο 484παρ.1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ). Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδαφ. α Π.Κ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει ) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται :α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας(Α.Π 1051/2007 Ποιν Χρον. ΝΗ 323, Α.Π 1975/2007 Ποιν Χρον. ΝΗ 712) . β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος. Η ιδιοποίηση συντελείται με την όχληση του κυρίου και την άρνηση απόδοσης του πράγματος από τον δράστη, έστω και αν το υπεξαιρούμενο ποσό είχε σχηματισθεί ύστερα από παλαιότερες τμηματικές εισπράξεις (Α.Π 220 /2004 Ποιν Λογ. 2004 . 2684. Α.Π 2381/2004 Ποιν. Λογ. 2004. 2870). δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος (Α.Π 1167/2006 Ποιν Χρον. ΝΖ.428). Περαιτέρω, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 375 Π.Κ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1§9 Ν 2408/1996, ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών " αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας". Επομένως, για την θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 375, απαιτείται, αφ' ενός μεν το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και αφ' ετέρου να συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες του υπαιτίου, μεταξύ των οποίων και η ιδιότητα του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, και με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να την έλκει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση αυτής (ΑΠ 68/2001, Ποιν. Χρον. ΝΑ. 942). Εντολοδόχος εξάλλου είναι αυτός που έχει συνάψει σύμβαση εντολής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 και επόμενα του Α.Κ, ο οποίος δεν αποκτά κυριότητα επί των προκαταβαλλομένων σε αυτόν προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων και υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 A.K (Συμβ. A.Π 1882/2006). Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (Συμβ. A.Π 1193/2007 ). Εξάλλου με το εδάφιο α του άρθρου 14§3 Ν 2721/1999 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 375 του Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο, αν η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων 25.000.000 δραχμών (ή 73.000 ευρώ, όπως με το άρθρο 5 του Ν 2943/2001 καθορίστηκε η επίσημη ισοτιμία των νομισμάτων αυτών), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ενώ με το εδάφιο β του αυτού ως άνω άρθρου 14§3 του Ν 2721/1999, προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 του Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο, αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου, υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατομμύρια 25.000.000 δραχμές ή 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά , το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων , καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας( Α.Π 544/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ 19) β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829). Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης , που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ . β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία του κατηγορούμενου και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο Ψ1 και η σύζυγός του Ψ2, μόνιμοι κάτοικοι της πόλεως ... της πολιτείας του ...ς, ασχολούνταν επαγγελματικά με τον εξωραϊσμό και την βαφή κτιρίων στην ..., αναλαμβάνοντας εργολαβικώς τις σχετικές εργασίες. Τον Απρίλιο του έτους 2006 και ενόψει της σχεδιαζόμενης μετεγκατάστασής τους στην Ελλάδα, γνωρίστηκαν, μέσω του κοινού τους γνωστού Π, με τον Χ, κάτοικο ..., ο οποίος διατηρούσε μάνδρα με οικοδομικά υλικά. Επιθυμούντες να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και στην γενέθλια Χώρα, είχαν ήδη αρχίσει κατά τον χρόνο αυτό τις διαπραγματεύσεις με Αμερικανικούς οίκους παρασκευής χρωμάτων, προκειμένου να συνάψουν συμφωνίες αποκλειστικής αντιπροσώπευσης αυτών στην Ελλάδα. Μετά την γνωριμία τους με τον Χ , ο τελευταίος τους πρότεινε να συνεργασθούν στον τομέα των εργασιών που αποτελούσαν το αντικείμενο της ενασχόλησής τους, καθώς επίσης και στην αντιπροσώπευση εταιρειών κατασκευής χρωμάτων. Στα πλαίσια των επαφών τους αυτών, τους πρότεινε να συμμετάσχουν με ποσοστό 20% ως μέτοχοι σε ανώνυμη εταιρεία η οποία επρόκειτο να συσταθεί, με αντικείμενο εργασιών της την ανέγερση οικοδομών και την αντιπροσώπευση εταιρειών παραγωγής χρωμάτων, καταβάλλοντας για την συμμετοχή τους αυτή το ποσό των 130.000 ευρώ. Μετά την πρόταση αυτή, την οποία το ζεύγος Ψ1-Ψ2 βρήκε ενδιαφέρουσα, πύκνωσαν οι μεταξύ τους συζητήσεις και επαφές, οι οποίες οδήγησαν στην επίτευξη σχετικής συμφωνίας. Στη συνέχεια και στα πλαίσια υλοποίησης της συμφωνίας αυτής, επειδή ο Ψ1 και η σύζυγός του Ψ2, δεν τηρούσαν λογαριασμό σε οποιαδήποτε Ελληνική τράπεζα, κατέθεσαν στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην ALPHA BANK ο Π, το χρηματικό ποσό των 19.782,59 δολαρίων Η.Π.Α στις 15-5-2006 και το χρηματικό ποσό των 83.717,31 δολαρίων στις 16-5-2006, προκειμένου αυτός να μεταβιβάσει τα ποσά αυτά στον Χ, για να τα χρησιμοποιήσει ο τελευταίος για την σύσταση της ανώνυμης εταιρείας, κατά τα συμφωνηθέντα, καθώς επίσης και για την μίσθωση και τον εξοπλισμό γραφείου , για την εγκατάστασή της. Ο Π μεταβίβασε πράγματι το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ στον Χτην 17-5-2006, με τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK, προκειμένου το ποσό αυτό να χρησιμοποιηθεί ως μέρος της εισφοράς του ζεύγους Ψ1-Ψ2για την σύσταση της ανώνυμης εταιρείας. Έκτοτε συνεχίστηκαν οι τηλεφωνικές επαφές μεταξύ του ζεύγους Ψ1-Ψ2 και του Χ. Τον Αύγουστο του 2006 ο τελευταίος πρότεινε στον Ψ1 και την σύζυγό του να μη προβούν στην σύσταση νέας εταιρείας αλλά να αγοράσουν ήδη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρεία, με το αυτό αντικείμενο εργασιών , τους ζήτησε δε να του αποστείλουν και άλλα χρήματα , προκειμένου να προβεί στην εξαγορά αυτής. Ο Ψ1 και η σύζυγός του, όντες άνθρωποι καλής πίστεως και μη αμφιβάλλοντες για τις προθέσεις του μελλοντικού τους συνεταίρου, του κατέθεσαν πράγματι στις 5-9-2006 το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην ALPHA BANK, ως ένα ακόμη μέρος της εισφοράς τους για την εξαγορά της ανώνυμης εταιρείας, το εναπομένον δε υπόλοιπο των 32.000 ευρώ συμφώνησαν να του το καταβάλλουν τις αμέσως επόμενες ημέρες, όταν θα έρχονταν στην Ελλάδα για να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα. Τον Νοέμβριο του 2006 οι εγκαλούντες Ψ1-Ψ2, ήλθαν τελικά στην Ελλάδα, πλην όμως διαπίστωσαν ότι ο Χ δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια για την σύσταση ανώνυμης εταιρείας ή την εξαγορά ήδη λειτουργούσης ανώνυμης εταιρείας με το αυτό αντικείμενο εργασιών, όπως είχε υποχρέωση, δοθέντος ότι λειτουργούσε ως εντολοδόχος και διαχειριστής των χρημάτων που του είχαν αποστείλει. Μετά την διαπίστωση αυτή, του ζήτησαν να τους επιστρέψει τα παραπάνω χρηματικά ποσά των 60.000 και 30.000(σύνολο 90.000) ευρώ, που του είχαν καταβάλλει σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν. Όμως ο Χ αρνήθηκε, ζητώντας πίστωση χρόνου, προκειμένου να τους τα επιστρέψει. Έτσι υπογράφηκε το από 6-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, με το οποίο ο εκκαλών κατηγορούμενος, αφού αναγνώριζε την οφειλή του αυτή, ανελάμβανε την υποχρέωση να τους αποδώσει το ποσό των 90.000 ευρώ μέχρι και την 31-5-2007. Όμως παρήλθε και η ημερομηνία αυτή, χωρίς αυτός να τους επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό, επιβεβαιώνοντας έτσι πανηγυρικά την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί το ποσό αυτό, πρόθεση την οποία είχε εκδηλώσει ήδη από τον μήνα Νοέμβριο, όταν για πρώτη φορά είχε αρνηθεί να το επιστρέψει στο ζεύγος Ψ1-Ψ2. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει τους ισχυρισμούς τους οποίους είχε προβάλλει ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά την απολογία του, τους οποίους είχε συμπεριλάβει και στην έκθεσή εφέσεως του κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος , ήταν δε αυτοί οι εξής : α) ότι τα χρηματικά ποσά που έλαβε από τους εγκαλούντες , τα έλαβε για την αγορά της εταιρείας με την επωνυμία "D.V.S Τεχνική - Εμπορική - κατασκευαστική Αγροτική Α.Ε", που είχε την έδρα της στην ... , τις μετοχές της οποίας είχε συμφωνήσει να αγοράσει αντί του συνολικού ποσού των 420.000 ευρώ. β) ότι στην εταιρεία αυτή ο ίδιος θα συμμετείχε αυτός με ποσοστό 50% και οι εγκαλούντες με ποσοστό 50%. γ) ότι είχε καταβάλλει για την αγορά του ποσοστού του το χρηματικό ποσό των 210.000 ευρώ .δ) ότι είχε προβεί σε μίσθωση γραφείου στο όνομα της εταιρείας αντί μηνιαίου μισθώματος 800 ευρώ, είχε δε δαπανήσει για επισκευές και διαμόρφωση των εσωτερικών του χώρων, καθώς επίσης και για εξοπλισμό του γραφείου, το ποσό των 108.000 ευρώ. ε) ότι είχε καταβάλλει στην υπό εξαγορά εταιρεία το ποσό των 90.000 ευρώ που του είχαν αποστείλει οι εγκαλούντες, έναντι του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο μερίδιο συμμετοχής τους. στ) ότι η εξαγορά της εταιρείας ματαιώθηκε τελικά με αποκλειστική υπαιτιότητα των εγκαλούντων, λόγω του ότι δεν κατέβαλαν έγκαιρα το υπόλοιπο του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο μερίδιο της συμμετοχής τους . ζ) ότι η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία του είχε επιστρέψει το ποσό των 213.000 ευρώ και ότι θα του επέστρεφε σταδιακά εντός του έτους 2009 σε τρεις δόσεις και το υπόλοιπο ποσό των 95.000 ευρώ. Το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, αντικρούει τους ισχυρισμούς αυτούς ως εντελώς αβάσιμους, με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορούμενου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ, από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας, για τον λόγο αυτό απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτοβάθμιου υπ' αριθμ. 671/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια , πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρου1,14,16,17,26 παρ. 1 ,27,51,52,60,63,79 και 375§§ 1 , 2 Π.Κ, όπως η παρ. 2 του άρθρου 375 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν 2408/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β του Ν 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ειδικότερα δε ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα , αλλά έλαβε υπόψη του επιλεκτικά μερικά μόνο από αυτά. Ειδικότερα ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του τα προσαχθέντα από αυτόν μετ' επικλήσεως έγγραφα και πιο συγκεκριμένα το από 20-5-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, το από 15-6-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αναθέσεως εργολαβίας και το από 13-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας D.V.S Α.Ε ..., από τα οποία προέκυπτε σαφώς ότι δεν είχε διαπράξει το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, γιατί το Συμβούλιο Εφετών κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας , δεν ήταν δε απαραίτητη η ειδική αναφορά σε κάθε ένα από αυτά. Οι ίδιες αιτιάσεις, καθ' ο μέρος τους αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, πλήττουν, υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Συμβουλίου Εφετών, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτες. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 29/22-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου .., κατά του υπ' αριθμ.91/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 14 Μαΐου 2010. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 29 από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, κατά του υπ' αριθμό 91/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά του υπ' αριθμό 671/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, με την επιβαρυντική περίσταση, ότι αυτός ήταν εντολοδόχος και το υπεξαιρεθέν ποσό, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση ( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474,482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο ( ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθ' όν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επί πλέον μία από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, δηλαδή, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ( παρ.1 περ. β που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν.2721/3-6-1999), ή αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχείριση δε ξένης περιουσίας έχει κάποιος, όταν έχει εξουσία από το νόμο ή από τη σύμβαση να ενεργεί για λογαριασμό άλλου ( του εντολέα του) επί της περιουσίας του όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως αυτού. Εξ' άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που διενεργήθηκε, σχετικά με τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφάρμοσε και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής. Για την ύπαρξη τέλος αιτιολογίας του βουλεύματος, αρκεί και η εξ' ολοκλήρου παραπομπή στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα και με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο Ψ1 και η σύζυγος του Ψ2, μόνιμοι κάτοικοι της πόλεως ... της πολιτείας του ..., ασχολούνταν επαγγελματικά με τον εξωραϊσμό και την βαφή κτιρίων στην ..., αναλαμβάνοντας εργολαβικώς τις σχετικές εργασίες. Τον Απρίλιο του έτους 2006 και ενόψει της σχεδιαζόμενης μετεγκατάστασης τους στην Ελλάδα γνωρίστηκαν, μέσω του κοινού τους γνωστού Π, με τον Χ, κάτοικο ..., ο οποίος διατηρούσε μάνδρα με οικοδομικά υλικά. Επιθυμούντες να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και στην γενέθλια Χώρα, είχαν ήδη αρχίσει κατά τον χρόνο αυτό τις διαπραγματεύσεις με Αμερικανικούς οίκους παρασκευής χρωμάτων, προκειμένου να συνάψουν συμφωνίες αποκλειστικής αντιπροσώπευσης αυτών στην Ελλάδα. Μετά την γνωριμία τους με τον Χ, ο τελευταίος τους πρότεινε να συνεργασθούν στον τομέα των εργασιών που αποτελούσαν το αντικείμενο της ενασχόλησης τους, καθώς επίσης και στην αντιπροσώπευση εταιρειών κατασκευής χρωμάτων. Στα πλαίσια των επαφών τους αυτών, τους πρότεινε να συμμετάσχουν με ποσοστό 20% ως μέτοχοι σε ανώνυμη εταιρεία η οποία επρόκειτο να συσταθεί, με αντικείμενο εργασιών της την ανέγερση οικοδομών και την αντιπροσώπευση εταιρειών παραγωγής χρωμάτων, καταβάλλοντας για την συμμετοχή τους αυτή το ποσό των 130.000 ευρώ. Μετά την πρόταση αυτή, την οποία το ζεύγος Ψ1-Ψ2 βρήκε ενδιαφέρουσα, πύκνωσαν οι μεταξύ τους συζητήσεις και επαφές, οι οποίες οδήγησαν στην επίτευξη σχετικής συμφωνίας. Στη συνέχεια και στα πλαίσια υλοποίησης της συμφωνίας αυτής, επειδή ο Ψ1 και η σύζυγος του Ψ2, δεν τηρούσαν λογαριασμό σε οποιαδήποτε Ελληνική τράπεζα, κατέθεσαν στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην ALPHA BANK ο Π, το χρηματικό ποσό των 19.782,59 δολαρίων Η.Π.Α. στις 15-5-2006 και το χρηματικό ποσό των 83.717,31 δολαρίων στις 16-5-2006, προκειμένου αυτός να μεταβιβάσει τα ποσά αυτά στον Χ, για να τα χρησιμοποιήσει ο τελευταίος για την σύσταση της ανώνυμης εταιρείας, κατά τα συμφωνηθέντα, καθώς επίσης και για την μίσθωση και τον εξοπλισμό γραφείου, για την εγκατάσταση της. Ο Π μεταβίβασε πράγματι το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ στον Χ την 17-5-2006, με τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK, προκειμένου το ποσό αυτό να χρησιμοποιηθεί ως μέρος της εισφοράς του ζεύγους Ψ1-Ψ2 για την σύσταση της ανώνυμης εταιρείας. Έκτοτε συνεχίστηκαν οι τηλεφωνικές επαφές μεταξύ του ζεύγους Ψ1-Ψ2 και του Χ. Τον Αύγουστο του 2006 ο τελευταίος πρότεινε στονΨ1 και την σύζυγο του να μη προβούν στην σύσταση νέας εταιρείας αλλά να αγοράσουν ήδη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρεία, με το αυτό αντικείμενο εργασιών, τους ζήτησε δε να του αποστείλουν και άλλα χρήματα, προκειμένου να προβεί στην εξαγορά αυτής. Ο Ψ1 και η σύζυγος του, όντες άνθρωποι καλής πίστεως και μη αμφιβάλλοντες για ης προθέσεις του μελλοντικού τους συνεταίρου, του κατέθεσαν πράγματι στις 5-9-2006 το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην ALPHA BANK, ως ένα ακόμη μέρος της εισφοράς τους για την εξαγορά της ανώνυμης εταιρείας, το εναπομένον δε υπόλοιπο των 32.000 ευρώ συμφώνησαν να του το καταβάλλουν τις αμέσως επόμενες ημέρες , όταν θα έρχονταν στην Ελλάδα για να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα. Τον Νοέμβριο του 2006 οι εγκαλούντες Ψ1-Ψ2, ήλθαν τελικά στην Ελλάδα, πλην όμως διαπίστωσαν ότι ο Χ δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια για την σύσταση ανώνυμης εταιρείας ή την εξαγορά ήδη λειτουργούσης ανώνυμης εταιρείας με το αυτό αντικείμενο εργασιών, όπως είχε υποχρέωση, δοθέντος ότι λειτουργούσε ως εντολοδόχος και διαχειριστής των χρημάτων που του είχαν αποστείλει. Μετά την διαπίστωση αυτή, του ζήτησαν να τους επιστρέψει τα παραπάνω χρηματικά ποσά των 60.000 και 30.000 σύνολο 90.000) ευρώ, που του είχαν καταβάλλει σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν. Όμως ο Χ αρνήθηκε, ζητώντας πίστωση χρόνου, προκειμένου να τους τα επιστρέψει. Έτσι υπογράφηκε το από 6-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, με το οποίο ο εκκαλών κατηγορούμενος, αφού αναγνώριζε την οφειλή του αυτή, ανελάμβανε την υποχρέωση να τους αποδώσει το ποσό των 90.000 ευρώ μέχρι και την 31-5-2007. Όμως παρήλθε και η ημερομηνία αυτή, χωρίς αυτός να τους επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό, επιβεβαιώνοντας έτσι πανηγυρικά την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί το ποσό αυτό, πρόθεση την οποία είχε εκδηλώσει ήδη από τον μήνα Νοέμβριο, όταν για πρώτη φορά είχε αρνηθεί να το επιστρέψει στο ζεύγος Ψ1-Ψ2 . Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει τους ισχυρισμούς τους οποίους είχε προβάλλει ο εκκαλών κατηγορούμενος κατά την απολογία του, τους οποίους είχε συμπεριλάβει και στην έκθεση εφέσεως του κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, ήταν δε αυτοί οι εξής : α) ότι τα χρηματικά ποσά που έλαβε από τους εγκαλούντες, τα έλαβε για την αγορά της εταιρείας με την επωνυμία "D.V.S. Τεχνική - Εμπορική - κατασκευαστική Αγροτική Α.Ε", που είχε την έδρα της στην ..., τις μετοχές της οποίας είχε συμφωνήσει να αγοράσει αντί του συνολικού ποσού των 420.000 ευρώ. β) ότι στην εταιρεία αυτή ο ίδιος θα συμμετείχε αυτός με ποσοστό 50% και οι εγκαλούντες με ποσοστό 50%. γ) ότι είχε καταβάλλει για την αγορά του ποσοστού του το χρηματικό ποσό των 210.000 ευρώ. δ) ότι είχε προβεί σε μίσθωση γραφείου στο όνομα της εταιρείας αντί μηνιαίου μισθώματος 800 ευρώ , είχε δε δαπανήσει για επισκευές και διαμόρφωση των εσωτερικών του χώρων, καθώς επίσης και για εξοπλισμό του γραφείου, το ποσό των 108.000 ευρώ. ε) ότι είχε καταβάλλει στην υπό εξαγορά εταιρεία το ποσό των 90.000 ευρώ που του είχαν αποστείλει οι εγκαλούντες, έναντι του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο μερίδιο συμμετοχής τους. στ) ότι η εξαγορά της εταιρείας ματαιώθηκε τελικά με αποκλειστική υπαιτιότητα των εγκαλούντων, λόγω του ότι δεν κατέβαλαν έγκαιρα το υπόλοιπο του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο μερίδιο της συμμετοχής τους. ζ) ότι η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία του είχε επιστρέψει το ποσό των 213.000 ευρώ και ότι θα του επέστρεφε σταδιακά εντός του έτους 2009 σε τρεις δόσεις και το υπόλοιπο ποσό των 95.000 ευρώ. Το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, έκρινε τους ισχυρισμούς αυτούς αβάσιμους με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Περαιτέρω, αιτιολογείται ότι το ποσό αυτό ανερχόμενο στις 98.000 ευρώ, κρίνεται ιδιαίτερης μεγάλης αξίας και το οποίο ο κατηγορούμενος συνομολογεί μεν ότι το έλαβε πλην όμως, δεν το απέδωσε, όπως όφειλε στους δικαιούχους - εγκαλούντες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των τελευταίων, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το με τον τρόπο αυτό στην ατομική του περιουσία". Οι λοιπές αιτιάσεις του ιδίου ότι: α) το ποσό των 98.000 ευρώ που συνομολογεί ότι έλαβε από του εγκαλούντες, επρόκειτο να διατεθεί για την αγορά μετοχών άλλης εταιρείας με την επωνυμία "D.V.S Τεχνική - Εμπορική - Κατασκευαστική Αγροτική ΑΕ", στην οποία θα συμμετείχε ο ίδιος μεν κατά ποσοστό 50% και οι εγκαλούντες κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50%, β) ότι αυτός ήδη, είχε καταβάλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 210.000 ευρώ, γ) ότι ήδη, είχε προβεί στη μίσθωση γραφείου για την εγκατάσταση της εταιρείας και ήδη είχε υποβληθεί σε δαπάνες της τάξεως των 108.000 ευρώ, δ) ότι ο ίδιος είχε καταβάλει για λογαριασμό των εγκαλούντων στην υπό εξαγορά εταιρεία τη μερίδα των εγκαλούντων, ανερχόμενη στο ποσό των 90.000 ευρώ, πέραν του γεγονότος ότι συνεκτιμήθηκαν αυτές, από το Συμβούλιο Εφετών, είναι απαράδεκτες, γιατί προσβάλλουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε την, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που τέλεσε ως εντολοδόχος και, ότι το υπεξαιρεθέν ποσό, που αυτός παρεκράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, ανέρχεται στο ποσό των 98.000 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αλλά και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, και 375 παρ. 2 του Π.Κ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και, δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι τούτο το βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και συγκεκριμένα, ότι αναιρεσείων, με την ιδιότητα του εντολοδόχου, έλαβε στην κατοχή του από τους εγκαλούντες το συνολικό χρηματικό ποσό των 98.000 ευρώ, προκειμένου να διατεθεί αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες της υπό σύσταση εταιρείας που προαναφέρθηκε, όπως επίσης, αιτιολογείται και η πρόθεσή του να το ενσωματώσει στην ατομική του περιουσία, και το οποίο παρακράτησε στη συνέχεια παράνομα ιδιοποιήθηκε. Ενόψει αυτών, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς και η αίτηση του. Απορριπτόμενης της αιτήσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 29 από 22-2-2010 αίτηση του Χ και της ..., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 91/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για κακουργηματική υπεξαίρεση. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ιδιότητα του εντολοδόχου ξένης περιουσίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 1799/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου, περί αναιρέσεως της 125/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 917/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 15-6-2010 αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 21-9-2010 πρόσθετοι λόγοι, του Χ, κατά της υπ' αριθμό 125/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάσθηκε για τις πράξεις της απλής δυσφημήσεως δια του Τύπου και της εξυβρίσεως δια του Τύπου, κατ' εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τον πολιτικώς ενάγοντα και ειδικότερα ότι απαραδέκτως ασκήθηκε η αναίρεση, γιατί: α) στην από 15-6-2010 εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν προκύπτει η ειδική εντολή να υπογράψει, αλλά μόνο να καταθέσει το δικόγραφο της αναιρέσεως, β) ότι στην δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την κατ' άρθρο 473 άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν θα έπρεπε στη σχετική εξουσιοδότηση να αναγράφεται ότι αυτή κατατίθεται, αλλά κοινοποιείται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και γ) στη σχετική εξουσιοδότηση δεν προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε εάν ο αναιρεσείων έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Τούτο γιατί, όσον αφορά τις υπό στοιχεία α και β αντιρρήσεις του, από την επισκόπηση της σχετικής εξουσιοδοτήσεως, προκύπτει ότι από τον αναιρεσείοντα δόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου, η εντολή να καταθέσει και να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο προκειμένου, να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως και συνεπώς, περιέχεται η εντολή όχι μόνο να την καταθέσει, αλλά και να την υπογράψει. Τέλος, δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός στην εξουσιοδότηση της πράξεως για την οποία ασκείται η αναίρεση, αλλά ο αντίστοιχος προσδιορισμός της προσβαλλόμενης απόφασης και του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως. Ως γεγονός κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και στην ευπρέπεια. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που διαδίδει ή ισχυρίζεται είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό αυτό γεγονός. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλο τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος ή για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος, τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίηση τους με άλλον τρόπο και εφόσον δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις τέλεσης της. Τέτοιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον έχει και ο δημοσιογράφος, ως προς τη δημοσίευση ειδήσεων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο, ώστε να είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα με σκοπό την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, έστω και αν συνοδεύονται από οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Στην περίπτωση αυτή δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της εξύβρισης ή της δυσφήμησης, όταν τα δημοσιεύματα υπερβαίνουν το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινού, με βάση αληθινά και όχι ψευδή ή παραπλανητικά γεγονότα. Οφείλει όμως, ο δημοσιογράφος ιδίως αν πρόκειται για δημοσίευμα που θίγει έντονα την τιμή και την υπόληψη του αναφερόμενου σ' αυτό, να εξακριβώσει πριν τη δημοσίευση, την αλήθεια των δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του Τύπου, για ενημέρωση του κοινού ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, και την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, όχι όμως το προαναφερόμενο CD και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο, αφού αυτό προσκομίστηκε μετά την ανάγνωση των εγγράφων κατά την απολογία του κατηγορουμένου και η υπεράσπιση της πολιτικής αγωγής έχει αντίρρηση προς τούτο, την απολογία του κατηγορουμένου, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στο από 1-8-2008 φύλλο της πιο πάνω εφημερίδας και στην ίδια στήλη δημοσίευσε ένα άρθρο ρεπορτάζ που υπογραφόταν από τον ίδιο το οποίο έχει ως εξής: "ΟΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ...." το ερώτημα είναι αν το οικόπεδο των 261,69 τ.μ ήταν παλιά του Δήμου και αν αυτό περιήλθε και πότε στον Ιερό ... Το ότι ο Δήμαρχος βεβαιώνει δυο φορές ότι ανήκει στην ..., δεν σημαίνει ότι γίνεται αποδεκτό από τους ... "χριστιανούς και μη". ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ....Από εκεί και πέρα τη σκυτάλη του προβληματισμού και τις απαντήσεις πρέπει να δώσει ο "Πατριάρχης" Ψ, το ποιος κτίζει για λογαριασμό τίνος. Αν η ιδιοκτήτρια ... κτίζει για λογαριασμό της τότε όλα καλώς καμωμένα, αφού σε δικό της ακίνητο κτίζει τηρώντας πάντοτε τους νόμους και τους ... προφήτες. Αν όμως κτίζει άλλος αντ' αυτής και υπάρχει νέος ιδιοκτήτης αυτό είναι ζητούμενο και σε αυτό εστιάζει την προσοχή η στήλη... Π Α ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ... Πάνω από όλα θα πρέπει να μάθουν όλοι οι Μετσοβίτες και εμείς οι υπόλοιποι ιθαγενείς μέσω ποιας οδού περιήλθε στους νέους ιδιοκτήτες το υπό αξιοποίηση οικόπεδο...Ο προβληματισμός των Μετσοβιτών είναι αν τηρήθηκε η νομιμότητα και αν δόθηκε σε άλλους η δυνατότητα να διεκδικήσουν την οικοδόμηση. Επιπλέον υπάρχει και ο φόρος να έχουν μπερδευτεί οι άνθρωποι και να χτίζουν σε ξένο οικόπεδο (!) να τους αφήσει ο παπάς τώρα να χτίσουν και μετά να τα χάσουν όλα! Η ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ...Επίσης το λόγο έχει η περιφέρεια που γαλαντόμα όπως είναι, είναι έτοιμη να επιδοτήσει το κατάστημα και την αποθήκη χωρίς να γνωρίζει τον ιδιοκτήτη ή το αντικείμενο της επένδυσης! Υ.Γ. Βάλε και ονόματα με διευθύνσεις στα τοπογραφικά για να μην μπερδεύεται η πολεοδομία. Ελπίζω να μη συμβεί ότι και με τον πρώην ...που έφτιαχνε κάτι βιλάρες νααα για να έχει στα γεράματα... "Στις 13-8-2008 στην ίδια εφημερίδα στην ίδια στήλη ο κατηγορούμενος δημοσίευσε άρθρο-ρεπορτάζ που είχε ως εξής "ΘΟΥ ΚΥΡΙΕ...ΘΟΥ Κύριε φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου! Θέλω να αγιάσω αλλά αυτήν την φορά δεν με αφήνουν οι επί γης αντιπρόσωποι (όχι εκπρόσωποι) του Χριστού, κοσμοκαλόγεροι του .... ΜΕΓΑΛΗ Η ΧΑΡΗ ΜΑΣ... Είχα την τιμητική μου στο κήρυγμα της Κυριακής στην .... Μεγάλη η χάρη της και μεγάλη η χάρη μου! ...ΔΕΝ ΤΟΛΜΗΣΕ... Αυτός λοιπόν ο "δε σηκώνω μύγα στο σπαθί μου", δεν τόλμησε να α) διαβάσει ο ίδιος τον εναντίον μου εξάψαλμο και β) να απαντήσει για το οικόπεδο της ... που είναι και του Δήμου και των νέων ιδιοκτητών... Αντί λοιπών των οφειλομένων απαντήσεων ο κοσμοκαλόγερος Ψ έβαλε ένα άλλο καλογεροπαίδι να διαβάσει ένα υβρεολόγιο προς τέρψη της καλογερικής ματαιοδοξίας του...προς απογοήτευση των πιστών που άκουγαν ένα καλογερίστικο κήρυγμα μίσους και ματαιοδοξίας... Τον τίτλο του καλόγερου, του κληρικού και γενικά του ράσου τον τίμησαν πολλοί και σπουδαίοι πριν από τον Ψ .που κρατά τον παράδεισο για τον εαυτό του...ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ... Σε καμιά περίπτωση δεν θα αφεθεί από εμάς ο Ψ να βγάζει την γλώσσα στην κοινή γνώμη 2500 άνθρωποι και μάλιστα χριστιανοί έχασαν την ζωή τους λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα μας και αντί να ασχοληθεί με αυτό ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΜΕΤΣΟΒΟΥ-ΒΕΛΛΑΣ-ΒΟΥΤΣΑ Μητροπολίτης Ιωαννίνων άρχισε τα πύρινα κατηγορώ κατά του Χ... ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ... Το να προσπαθεί να επιβάλει θεοκρατικό καθεστώς... είναι ουτοπία... Και απεχθάνομαι την μπούργκα που θέλουν να επιβάλουν στους πιστούς τους αυτοαγορευόμενοι ως περιούσιο του κυρίου. Όμως όλες οι πιο πάνω ενέργειες είχαν γίνει με απόλυτη διαφάνεια και νομιμότητα προς όφελος του ως άνω Ιερού Ναού, τούτο διότι εκτός από το μίσθωμα, μετά την λήξη της μίσθωσης το κτίριο που ανήγειρε η μισθώτρια εταιρία με δικές της δαπάνες αφού θα παρέμενε, θα αύξανε την αξία του ως άνω ακινήτου και δεν μπορεί να γίνει σύγκριση του πολιτικώς ενάγοντος με τον πρώην Μητροπολίτη ... που κατηγορήθηκε για οικονομικά εγκλήματα. Επίσης ψευδή ήταν και τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα στις 13-8-2008 αφού αποδείχτηκε ότι το καλογεροπαίδι του πολιτικώς ενάγοντος δεν έκανε κήρυγμα καταφερόμενος εναντίον του κατηγορουμένου όπως και ότι ο πολιτικώς ενάγων σε καμία περίπτωση δεν προσπαθεί να επιβάλλει θεοκρατικό καθεστώς. Περί αυτού κατέθεσε με σαφήνεια η μάρτυρας Μ, η οποία έχει ιδία αντίληψη αφού ήταν παρούσα κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία στην εκκλησία. Αντίθετα τα από τον κατηγορούμενο ισχυριζόμενα δεν επιβεβαιώνονται αφού οι μάρτυρες μεταφέρουν απλά φήμες και χωρίς να κατονομάζουν πρόσωπα που ήταν παρόντα στο κήρυγμα. Από τα πιο πάνω αποδεικνύεται ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που περιλαμβάνονται στα πιο πάνω δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν τα φύλλα της ως άνω εφημερίδας κυκλοφόρησαν σε όλη την ..., ήταν ψευδείς και αντικειμενικά πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος της δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση όπως ακριβώς του αποδίδονται, απορριπτόμενου ως αβασίμου από ουσιαστική άποψη του ισχυρισμού του περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. γ του ΠΚ (ότι δηλαδή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον), καθόσον αποδείχθηκε ότι δεν τήρησε αφενός μεν το καθήκον εξακρίβωσης των δημοσιευόμενων πληροφοριών (δεν επικοινώνησε με τον εγκαλούντα, την Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, το Δήμαρχο Μετσόβου και την Πολεοδομία Ιωαννίνων) και επομένως επιπόλαια, παρέδωσε στη δημόσια ανυποληψία στοιχεία κατ' ουσίαν ανακριβή, αφετέρου δε την υποχρέωση της χρήσης ολιγότερον επιβλαβούς για την τιμή του εγκαλούντος τρόπου, λόγω των ευρύτερων συνεπειών, που προκαλεί η δια του τύπου ενέργεια, σε κάθε δε περίπτωση η προσβλητική εκδήλωση για το εγκαλούντα δεν ήταν αναγκαίο μέσο για την επικαλούμενη διαφύλαξη δικαιώματος. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση προσέβαλε την τιμή του πολιτικώς ενάγοντος και δη του έχοντος το ιερατικό σχήμα. Με το από 1-8-2008 δημοσίευμα Πατριάρχης Ψ Μιας και ο λόγος για "αγίους" να επισημάνω ότι κυκλοφορούν και κάτι ψευτοάγιοι ιεραπόστολοι του θαυματουργού καλύβα...Μου θυμίζουν τους Ρεντζαίους που δολοφονούσαν, έκλεβαν, έδερναν, άφηναν ορφανά παιδιά, ξανασκότωναν για να αποκαταστήσουν στην συνέχεια... ΜΕΤΡΙΟΦΡΟΝΕΣ είναι αυτοί που κάνουν τάματα μεγαλόσταυρους, πηγαίνουν μπροστά στην εικόνα του Χριστού και της Παναγίας πως είναι οι εντιμότεροι, οι καλύτεροι, που δεν έκλεψαν, δεν μοίχεψαν, δεν ψευδομαρτύρησαν και ότι εν γένει οσιομάρτυρας, που αίρουν τις αμαρτίες του κόσμου επειδή οι άλλοι τους τα φορτώνουν και όχι ότι οι ίδιοι το επιδιώκουν οι τοις άλλοις ταπεινοί και μετριόφρονες". Και με το από 13-8-2008 δημοσίευμα ...Θέλω να αγιάσω αλλά αυτήν τη φορά δεν με αφήνουν οι επί γης αντιπρόσωποι (όχι εκπρόσωποι) του Χριστού, κοσμοκαλόγεροι του Μετσόβου. ΜΕΓΑΛΗ Η ΧΑΡΗ ΜΑΣ... ΔΕΝ ΤΟΛΜΗΣΕ... Αυτός λοιπόν ο "δε σηκώνω μύγα στο σπαθί μου" δεν τόλμησε να... Αντί λοιπόν των οφειλομένων απαντήσεων ο κοσμοκαλόγερος Ψ έβαλε ένα άλλο καλογεροπαίδι να διαβάσει ένα υβρεολόγιο προς τέρψη της καλογερικής ματαιοδοξίας του...προς απογοήτευση των πιστών που άκουγαν ένα καλογερίστικο κήρυγμα μίσους και ματαιοδοξίας... Τον τίτλο του καλόγερου, του κληρικού και γενικά του ράσου τον τίμησαν πολλοί και σπουδαίοι πριν από τονΨ...που κρατά τον παράδεισο για τον εαυτό του...ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ... Προς θεού να μην κλείσει ο διάλογος εδώ. Προς θεού να μην κλείσει ο διάλογος εδώ. Με δύο τρία τέτοια κηρύγματα και τον βλέπω να μένει μόνος του στην εκκλησία... Βρες μπας και έρχεται η ώρα να πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κοσμά του Αιτωλού "οι ρασοφόροι θα γίνουν οι χειρότεροι και οι ασεβέστεροι όλων". Το πιο πάνω δημοσιεύματα περιείχαν περιφρονητικές φράσεις για τον εγκαλούντα και πρόσβαλαν από πρόθεση την τιμή και υπόληψη του ενώπιον αορίστου αριθμού ανθρώπων που έλαβαν γνώση κατά την ανάγνωση της παραπάνω εφημερίδας που κυκλοφόρησε σ' όλη την .... Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της εξύβρισης κατ' εξακολούθηση που του αποδίδεται". Στη συνέχεια, το δικαστήριο που την εξέδωσε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο των πράξεων της απλής δυσφημήσεως δια του Τύπου και της εξυβρίσεως δια του Τύπου κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στα ..., την 1η.08.2008 και στις 13.08.2008 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) Ότι στον παραπάνω τόπο και στους κάτωθι αναγραφόμενους χρόνους, ως αρθρογράφος-συντάκτης της καθημερινής τοπικής εφημερίδας της Ηπείρου, με την επωνυμία "...", με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, με πρόθεση και χρησιμοποιώντας ως μέσο τον τύπο κατά την έννοια του άρθρου 1 του Α.Ν. 1092/1938, ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον, γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ειδικότερα: 1) στα ... και την 1η.08.2008, δημοσίευσε στο από 01.08.2008 φύλλο της καθημερινής τοπικής εφημερίδας της ..., με την επωνυμία "...Σ" και συγκεκριμένα στην στήλη με τον τίτλο "Τολμηρά", ένα άρθρο-ρεπορτάζ που υπογραφόταν από τον ίδιο και ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Οι ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ... το ερώτημα είναι αν το οικόπεδο των 261,69 τ.μ. ήταν παλιά του δήμου και αν αυτό περιήλθε και πότε στον Ιερό Ναό ... Το ότι ο Δήμαρχος βεβαιώνει δύο φορές ότι ανήκει στην ... δεν σημαίνει ότι γίνεται αποδεκτό από τους Μετσοβίτες "χριστιανούς και μη..". ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ... Από εκεί και περά τη σκυτάλη του προβληματισμού και τις απαντήσεις πρέπει να τις δώσει ο "Πατριάρχης" Ψ, το ποιος κτίζει για λογαριασμό τίνος. Αν η ιδιοκτήτρια ... κτίζει για λογαριασμό της τότε όλα καλώς καμωμένα, αφού σε δικό της ακίνητο κτίζει τηρώντας πάντοτε τους νόμους και τους ... προφήτες. Αν όμως κτίζει άλλος αντ' αυτής και υπάρχει νέος ιδιοκτήτης αυτό είναι ζητούμενο και σε αυτό εστιάζει την προσοχή η στήλη ... ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ .... Πάνω από όλα θα πρέπει να μάθουν όλοι οι Μετσοβίτες και εμείς οι υπόλοιποι ... ιθαγενείς μέσω ποιας οδού περιήλθε στους νέους ιδιοκτήτες το υπό αξιοποίηση οικόπεδο ... Ο προβληματισμός των Μετσοβιτών είναι αν τηρήθηκε η νομιμότητα και αν δόθηκε σε άλλους η δυνατότητα να διεκδικήσουν την οικοδόμηση. Επιπλέον υπάρχει και ο φόβος να έχουν μπερδευτεί οι άνθρωποι και να χτίζουν σε ξένο οικόπεδο (!) να τους αφήσει ο παπάς τώρα να χτίσουν και μετά να τα χάσουν όλα! Η ΕΠΙΔΟΤΗΣΗΣ ... Επίσης το λόγο έχει η περιφέρεια που γαλαντόμα όπως είναι, είναι έτοιμη να επιδοτήσει το κατάστημα και την αποθήκη χωρίς να γνωρίζει τον ιδιοκτήτη ή το αντικείμενο της επένδυσης! Υ.Γ. Βάλτε και ονόματα με διευθύνσεις στα τοπογραφικά για να μην μπερδεύεται η πολεοδομία. Ελπίζω να μη συμβεί ότι και με τον πρώην ... που έφτιαχνε κάτι βιλάρες νααα για να έχει στα γεράματα...". 2) στα ... και στις 13.08.2008, με την προαναφερομένη ιδιότητά του, δημοσίευσε στο από 13.08.2008 φύλλο της καθημερινής τοπικής εφημερίδας της Ηπείρου, με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα στην στήλη με τον τίτλο "Τολμηρά" ένα άρθρο-ρεπορτάζ που υπογραφόταν από τον ίδιο και ανέφερε επί λέξει τα εξής: "ΘΟΥ ΚΥΡΙΕ.... Θού Κύριε φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου! Θέλω να αγιάσω αλλά αυτήν την φορά δεν με αφήνουν οι επί γης αντιπρόσωποι (όχι εκπρόσωποι) του Χριστού, κοσμοκαλόγεροι του Μετσόβου. ΜΕΓΑΛΗ Η ΧΑΡΗ ΜΑΣ ... Είχα την τιμητική μου στο κήρυγμα της Κυριακής στην .... Μεγάλη η χάρη της και μεγάλη η χάρη μου! .... ΔΕΝ ΤΟΛΜΗΣΕ ... Αυτός λοιπόν ο "δε σηκώνω μύγα στο σπαθί μου", δεν τόλμησε να α) διαβάσει ο ίδιος τον εναντίον μου εξάψαλμο και β) να απαντήσει για το οικόπεδο της ... που είναι και τον Δήμου και των νέων ιδιοκτητών ... Αντί λοιπόν των οφειλομένων απαντήσεων ο κοσμοκαλόγερος Ψ έβαλε ένα άλλο καλογεροπαίδι να διαβάσει ένα υβρεολόγιο προς τέρψη της καλογερικής ματαιοδοξίας του ... προς απογοήτευση των πιστών που άκουγαν ένα καλογερίστικο κήρυγμα μίσους και ματαιοδοξίας .... Τον τίτλο του καλόγερου, του κληρικού και γενικά του ράσου τον τίμησαν πολλοί και σπουδαίοι πριν από τον Ψ... που κρατά τον παράδεισο για τον εαυτό του ... ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ... Σε καμία περίπτωση δεν θα αφεθεί από εμάς ο Ψ να βγάζει την γλώσσα στην κοινή γνώμη .... 2500 άνθρωποι και μάλιστα χριστιανοί έχασαν την ζωή τους λίγα χιλιόμετρα μακριά, από την πατρίδα μας και αντί να ασχοληθεί με αυτό ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΜΕΤΣΟΒΟΥ-ΒΕΛΛΑΣ-ΒΟΥΤΣΑ Μητροπολίτης Ιωαννίνων άρχισε τα πύρινα κατηγορώ κατά του Χ ... ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ... Το να προσπαθεί να επιβάλει θεοκρατικό καθεστώς ... είναι ουτοπία .... Και απεχθάνομαι την μπούργκα που θέλουν να επιβάλουν στους πιστούς τους αυτοαγορευόμενοι ως περιούσιο του Κυρίου ... Όλα όμως τα αναφερόμενα στα επίμαχα δημοσιεύματα και δη οι σαφείς κατηγορίες που απευθύνονται κατά του πολιτικώς ενάγοντα, Αρχιμανδρίτη Ψ, περί συμμετοχής του σε αδιαφανείς διαδικασίες αξιοποίησης ακινήτων της εκκλησίας της ... και σε παράνομες εισπράξεις επιδοτήσεων από την Νομαρχία Ιωαννίνων καθώς και η σύγκριση του εγκαλούντα Αρχιμανδρίτη με τον πρώην Μητροπολίτη Αττικής που κατηγορήθηκε για οικονομικά αδικήματα αλλά και η κατηγορία σε βάρος του εγκαλούντα ότι επιχειρεί να επιβάλει ένα θεοκρατικό καθεστώς είναι γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση όλοι οι αναγνώστες των φύλλων της εφημερίδας "..." την 01.08.2008 και στις 13.08.2008, που κυκλοφόρησαν σε όλη την Ήπειρο, και είναι αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντα Αρχιμανδρίτη. Β) στα ... και την 01.08.2008 και 13.08.2008, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ, ως αρθρογράφος-συντάκτης της καθημερινής τοπικής εφημερίδας της ..., με την επωνυμία "...", με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας με την προαναφερομένη ιδιότητά του, με πρόθεση και χρησιμοποιώντας ως μέσο τον τύπο κατά την έννοια του άρθρου 1 του Α.Ν. 1092/1938, προσέβαλε με πρόθεση την τιμή και την υπόληψη άλλου, δημοσιεύοντας τρία άρθρα-κείμενα, υπογεγραμμένα από τον κατηγορούμενο στα οποία περιέλαβαν φράσεις εξυβριστικές σε βάρος του εγκαλούντα, Αρχιμανδρίτη Ψ και ειδικότερα: 1) στα ... και την 11.08.2008, δημοσίευσε στο από 01.08.2008 φύλλο της καθημερινής τοπικής εφημερίδας της Ηπείρου, με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα στην στήλη με τον τίτλο "Τολμηρά", ένα άρθρο-ρεπορτάζ που υπογραφόταν από τον τελευταίο και ανέφερε επί λέξει τα εξής: "τις απαντήσεις πρέπει να τις δώσει ο "Πατριάρχης" Ψ...." ... Μιας και ο λόγος για "αγίους" να επισημάνω ότι κυκλοφορούν και κάτι ψευτοάγιοι ιεραπόστολοι του θαυματουργού καλύβα ... Μου θυμίζουν τους Ρεντζαίους που δολοφονούσαν, έκλεβαν, έδερναν, άφηναν ορφανά παιδιά, ξανασκότωναν για να αποκαταστήσουν στην συνέχεια ... ΜΕΤΡΙΟΦΡΟΝΕΣ είναι αυτοί που κάνουν τάματα, μεγαλόσταυρους, πηγαίνουν μπροστά στην εικόνα του Χριστού και της Παναγίας πως είναι οι εντιμότεροι, οι καλύτεροι, που δεν έκλεψαν, δεν μοίχεψαν, δεν ψευδομαρτύρησαν και ότι εν γένει οσιομάρτυρας, που αίρουν τις αμαρτίες του κόσμου επειδή οι άλλοι τους τα φορτώνουν και όχι ότι οι ίδιοι το επιδιώκουν οι τοις άλλοις ταπεινοί και μετριόφρωνες". Επίσης όλες οι ανωτέρω περιφρονητικές φράσεις αφορούσαν ευθέως τον εγκαλούντα Αρχιμανδρίτη και αυτό ήταν κατανοητό στους αναγνώστες της επίμαχης στήλης. 2) στα ... και στις 13.08.2008, δημοσίευσε στο από 13.08.2008 φύλλο της καθημερινής τοπικής εφημερίδας της ..., με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα στην στήλη με τον τίτλο "Τολμηρά" ένα άρθρο-ρεπορτάζ που υπογραφόταν από τον τελευταίο και ανέφερε επί λέξει για τον πολιτικώς ενάγοντα τα εξής: "ΘΟΥ ΚΥΡΙΕ .... Θού Κύριε φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής, περί τα χείλη μου! Θέλω να αγιάσω αλλά αυτήν την φορά δεν με αφήνουν οι επί γης αντιπρόσωποι (όχι εκπρόσωποι) του Χριστού, κοσμοκαλόγεροι* του .... ΜΕΓΑΛΗ Η ΧΑΡΗ ΜΑΣ ... ΔΕΝ ΤΟΛΜΗΣΕ ... Αυτός λοιπόν ο "δε σηκώνω μύγα στο σπαθί μου", δεν τόλμησε να ... Αντί λοιπόν των οφειλομένων απαντήσεων ο κοσμοκαλόγερος Ψ έβαλε ένα άλλο καλογεροπαίδι να διαβάσει ένα υβρεολόγιο προς τέρψη της καλογερικής ματαιοδοξίας του ... προς απογοήτευση των πιστών που άκουγαν ένα καλογερίστικο κήρυγμα μίσους και ματαιοδοξίας .... Τον τίτλο του καλόγερου, του κληρικού και γενικά του ράσου τον τίμησαν πολλοί και σπουδαίοι πριν από τον Ψ που κρατά τον παράδεισο για τον εαυτό του ... ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ... Προς θεού να μην κλείσει ο διάλογος εδώ. Με δύο τρία τέτοια κηρύγματα και τον βλέπω να μένει μόνος του στην εκκλησία ... Βρε μπας και έρχεται η ώρα να πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κοσμά του Αιτωλού "οι ρασοφόροι θα γίνουν οι χειρότεροι και οι ασεβέστεροι όλων". Και οι συγκεκριμένες φράσεις όμως αναφέρονταν ευθέως στον πολιτικώς ενάγοντα και στόχο είχαν την μείωση της τιμής και της αξιοπρέπειάς του". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί: α) το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και συγκεκριμένα όλα τα επίμαχα δημοσιεύματα που περιέχονται στις παραδοχές, αποτελούν πιστή αντιγραφή του διατακτικού, β) δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται ποιές συγκεκριμένες φράσεις ή λέξεις από τα επίμαχα δημοσιεύματα, αποτελούν ψευδή γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ή ήσαν προσβλητικές της τιμής και της υπολήψεώς του. Αντίθετα, σε σχέση με το δημοσίευμα της 1ης Αυγούστου 2008, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, μεταξύ άλλων γίνονται δεκτά ως ψευδή γεγονότα ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, στοιχεία που αναφέρονται στην έκταση και επιφάνεια συγκεκριμένου ακινήτου, το εάν η κυριότητα του ακινήτου ανήκε στο Δήμο ... ή στην Ιερά Μονή ... ή στην άποψη του οικείου Δημάρχου που βεβαιώνει ότι το ακίνητο ανήκε στην κυριότητα της Ιεράς Μονής ...ς, ή στους προβληματισμούς που εξέφραζαν οι κάτοικοι του ..., ή αν τηρήθηκε η νομιμότητα για την εκμίσθωση του ακινήτου, ή ακόμη για την τυχόν επιδότηση από την Περιφέρεια, για την αξιοποίηση του καταστήματος. Ωσαύτως, και στο από 13-8-2008 επίμαχο δημοσίευμα, που δημοσίευσε ο κατηγορούμενος στην εφημερίδα "...", στην οικεία στήλη "Τολμηρά", εκλαμβάνονται ως ψευδή γεγονότα, το σύνολο των περιεχομένων στο πιο πάνω δημοσίευμα γεγονότων, ακόμη δε και εκείνα τα περιστατικά που συνέχονται με την επίκληση χωρίων από ψαλμούς της εκκλησίας, ή με ερωτήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με το οικόπεδο της Ιεράς Μονής, ή και με προσωπικές αναφορές του κατηγορουμένου προς τον Μητροπολίτη της Ιεράς ..., ή και για τις απορίες και προβληματισμούς του, γιατί να μην απαντήσει στα δημοσιεύματα ο ίδιος ο Μητροπολίτης, αλλά ότι έβαλε ένα καλογεροπαίδι του να απαντήσει με υβρεολόγιο εναντίον του κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις παραδοχές η απόφαση δέχεται ως ψευδή γεγονότα, αναφορές του κατηγορουμένου σχετικές με τον Μητροπολίτη Ψ, κατά του οποίου ασκούσε δυσμενή κριτική. Αλλά και στο με χρονολογία 11-08-2008 δημοσίευμα του κατηγορουμένου, γίνονται δεκτά σύμφωνα με τις παραδοχές, ως προσβλητικές της τιμής και της υπολήψεως του εγκαλούντος, αναφορές γενόμενες από τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις οποίες "τις απαντήσεις στα ερωτήματά του πρέπει να τις δώσει ο Πατριάρχης Ψ...." ή ότι "...κυκλοφορούν και κάτι ψευτοάγιοι ιεραπόστολοι ... που θυμίζουν τους Ρεντζαίους, που δολοφονούσαν, έκλεβαν, έδερναν, άφηναν ορφανά παιδιά ..." ή ότι "είναι αυτοί που κάνουν τάματα, μεγαλόσταυρους, πως είναι οι εντιμότεροι, οι καλύτεροι, που δεν έκλεψαν, δεν μοίχεψαν ...", χωρίς, όμως, να αιτιολογείται ειδικότερα και εμπεριστατωμένα, ότι όλα τα επίμαχα δημοσιεύματα, αφορούσαν τον εγκαλούντα και ότι ο τελευταίος συμμετείχε σε αδιαφανείς διαδικασίες και σε παράνομες εισπράξεις από επιδοτήσεις της Νομαρχίας. Ακόμη, δεν αιτιολογείται γιατί τα περιστατικά για τα οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε συνιστούν γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις, ακόμη και στην περίπτωση που με τα δημοσιεύματα τίθενται ερωτήματα τα οποία δεν συνιστούν πραγματικά γεγονότα, όπως επίσης, δεν αιτιολογείται το γεγονός ότι, ενώ στα επίμαχα δημοσιεύματα δεν κατονομάζεται το πρόσωπο του προσβαλλόμενου, παρόλα αυτά γίνεται δεκτό σύμφωνα με τις παραδοχές, ότι τον αφορούν. Πέραν τούτων, από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό υφίσταται ασάφεια και αντίφαση, ως προς το στοιχείο της προθέσεως του κατηγορουμένου, γιατί, ενώ, στο διατακτικό αυτός κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της απλής δυσφημήσεως δια του Τύπου και της εξυβρίσεως δια του Τύπου, κατ' εξακολούθηση, τις οποίες τέλεσε από πρόθεση, στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό, ότι αυτός ενήργησε επιπόλαια, γεγονός που έρχεται σε προφανή αντίθεση με το στοιχείο του δόλου, το οποίο στη συνέχεια δέχεται ότι συνέτρεξε. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων παραδεκτώς είχε προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι προέβη στις δημοσιεύσεις αυτές από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, γιατί ως δημοσιογράφος είχε υποχρέωση να ενημερώσει το αναγνωστικό κοινό του. Ο ισχυρισμός του αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την παρακάτω αιτιολογία "να απορριφθεί ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη ο ισχυρισμός περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. γ του Π.Κ (ότι δηλαδή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον), καθόσον αποδείχθηκε ότι δεν τήρησε αφενός μεν το καθήκον εξακρίβωσης των δημοσιευόμενων πληροφοριών (δεν επικοινώνησε με τον εγκαλούντα, την Ιερά ..., το Δήμαρχο ... και την Πολεοδομία Ιωαννίνων) και επομένως επιπόλαια παρέδωσε στη δημόσια ανυποληψία στοιχεία κατ' ουσία ανακριβή, αφετέρου δε την υποχρέωση της χρήσης ολιγότερο επιβλαβούς για την τιμήν του εγκαλούντος τρόπου, λόγω των ευρύτερων συνεπειών, που προκαλεί η δια του Τύπου ενέργεια". Η αιτιολογία, όμως, με την οποία απορρίφθηκε ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός του, δεν είναι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ενόψει του ότι δεν αιτιολογείται: α) εάν τα επίμαχα δημοσιεύματα υπερβαίνουν το αναγκαίο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, με βάση αληθινά και όχι ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, β) ποια ήσαν τα αληθινά και ποια ήσαν τα ψευδή ή παραπλανητικά γεγονότα, ενόψει μάλιστα των πιο πάνω παραδοχών. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 125/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλή δυσφήμηση δια του Τύπου και εξύβριση δια του Τύπου κατ' εξακολούθηση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και απόλυτης ακυρότητας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς τα ψευδή γεγονότα, και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία άρθρ. 367 ΠΚ. Αναιρείται η απόφαση. Παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση απλη, Εξύβριση, Τύπος.
0
Αριθμός 1798/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ... και 2)Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βίκτωρα Τσιλώνη, για αναίρεση της υπ'αριθ.5273/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Μαρτίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 435/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της Χ1. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 περ. δ' του Ν. 3037/2002, "απαγόρευση παιγνίων" ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος), κατά δε το άρθρο 2 § 1 του αυτού νόμου απαγορεύεται η διεξαγωγή, εκτός άλλων, και των ανωτέρω ηλεκτρονικά διεξαγόμενων παιγνίων, καθώς και η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών, σε δημόσια γενικά κέντρα, (όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσεως), και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, ενώ με το άρθρο 4 § 1 του ίδιου νόμου τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 εδ. α και 7 παρ. 1α του Β.Δ. 29/1971 τα τυχηρά παίγνια απαγορεύονται καθ' άπασαν την Ελληνική Επικράτεια, οι δε "εκμεταλλευόμενοι ή διευθύνοντες κέντρα, επιτρέποντες την διενέργεια σε αυτά τυχηρών παιγνίων, τιμωρούνται διά χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και εν υποτροπή διά χρηματικής ποινής και φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών, ως και στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πέντε ετών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης 5273/2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η δεύτερη κατηγορούμενη είχε στην ιδιοκτησία της και εκμεταλλευόταν εμπορικά η ίδια κατά το έτος 2005 το επί της οδού ...κατάστημα (καφετέρια), με το διακριτικό τίτλο "...". Την 22.1.2005 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το κατάστημα για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η ως άνω κατηγορουμένη είχε εγκαταστήσει στο κατάστημα μεταξύ άλλων δύο (2) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος, διηύθυνε το κατάστημα. Ο τελευταίος υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, είχε κατ' εντολή και για λογαριασμό της δεύτερης θέσει σε λειτουργία τους ανωτέρω δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στους οποίους παιζόταν από αντίστοιχους παίκτες το τυχηρό παίγνιο "φρουτάκια". Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε στον κατηγορούμενο ένα χρηματικό ποσό και αυτός του διέθετε αντίστοιχες με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στον υπολογιστή, για να παίξει το παιχνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί του υπολογιστή και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη φρουτάκια - ζωάκια ανά τρία στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντος τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω που είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος στο κατάστημα του, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Μόλις έγινε αντιληπτή από τον πρώτο κατηγορούμενο η παρουσία των αστυνομικών με τον κεντρικό υπολογιστή, που ήταν συνδεδεμένοι όλοι οι υπολογιστές, έκλεισε τις οθόνες των υπολογιστών στους οποίους διεξαγόταν από τους θαμώνες το ως άνω τυχηρό παίγνιο,- πιστεύοντας ότι δεν θα μπορέσουν οι αστυνομικοί να διαπιστώσουν τη διεξαγωγή του απαγορευμένου αυτού παιγνίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, η δεύτερη ως αυτουργός και ο πρώτος ως άμεσος συνεργός στη διενέργεια τυχηρών παιγνίων. Ο κατηγορούμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι ως άνω διατάξεις του Ν.3037/2002 έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, "όπως κρίθηκε με την 0-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2 § 1 του Ν.3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998". Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η πιο πάνω C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, και οι οποίες αφορούν τη διενέργεια, διά μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών, τυχηρών παιγνίων, δεδομένου ότι η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο όταν αυτή τελείται μέσω ηλεκρονικών υπολογιστών, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 19/1971 (ΑΠ 1547/2009). Άλλωστε κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εθνική ρύθμιση που περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν είναι απαραιτήτως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, εάν μπορεί να δικαιολογηθεί από κάποιον από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ή από άλλη επιτακτική ανάγκη, εφόσον πάντως η εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως και είναι αφενός κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αφετέρου ανάλογη, δηλαδή δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου βαθμού για την επίτευξη του σκοπού τούτου (βλ. ενδεικτικώς Δ.Ε.Κ., απόφαση της 24.11.2005, C-366/04, Schwarz, Συλλογή 2005, σ. I-10139, σκέψεις 28 επόμ., απόφαση της 20.2.1979, C-120/78, Rewe (υποθ. Cassis de Dijon), Rec 1979, I-321, και απόφαση της 11.7.1974, C-8/74 Dassonville, Rec 1974, I-411). Ειδικώς προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το Δ.Ε.Κ. (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Laara κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. Ι-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Αssociacao Nacional de Operadores de Maquinas Recreativas (Anomar) κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι λογίζονται ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, οι συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν επιτρεπτώς να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεως τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη του όχι από αίτια ταπεινά αλλά από ανάγκη να εργασθεί προς βιοπορισμό. Πρέπει επομένως να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ". Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, την 22-1-2009, α) ο 1ος κατηγορούμενος Χ2, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη άδικης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης και συγκεκριμένα κατελήφθη να λειτουργεί ως προσωρινός υπεύθυνος, το επί της οδού ..., κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος-καφετέρια με την επωνυμία "..." ιδιοκτησίας της 2ης κατηγορουμένης Χ1, η οποία είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού δυο(2) Η/Υ, στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια-ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας και μονάδες πονταρίσματος, ενώ αυτό απαγορεύεται και β) η 2η κατηγορουμένη Χ1, ως ιδιοκτήτρια του παραπάνω καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού δυο(2) Η/Υ, στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια-ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας και μονάδες πονταρίσματος, ενώ αυτό απαγορεύεται". Για την πράξη τους δε αυτή, η οποία, όπως έκρινε προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ, 2 παρ. 1 και 4 του Ν. 3037/2002, σε συνδ. με τα άρ. 4 και 7 του Β.Δ. 29/1971, επέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών και στη δεύτερη ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών και σε χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €), η οποία ανεστάλη για 3 έτη. Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ1, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε αυτή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία αυτή ως ιδιοκτήτρια του υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματος-καφετέριας με την επωνυμία "...", στην περιοχή της ..., είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία εντός αυτού δυο (2) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στις οθόνες των οποίων εμφανίζονταν φρουτάκια-ζωάκια σε σχηματισμούς τρίλιζας και μονάδες πονταρίσματος, καθώς επίσης αιτιολογείται και η γνώση της για το γεγονός ότι απαγορευόταν η διενέργεια με αυτά των ανάλογων παιγνίων. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, που άσκησε η αναιρεσείουσα και με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά, όμως, τον αναιρεσείοντα Χ2, με τις πιο πάνω παραδοχές της, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τούτο γιατί, δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει: α) η πραγματική ιδιότητα του κατηγορουμένου, ως Διευθυντή του καταστήματος, στο οποίο διενεργούνταν τα τυχηρά παίγνια, ή του προσωρινά υπεύθυνου, αφού στο μεν αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι αυτός διηύθυνε το κατάστημα, ενώ από το διατακτικό προκύπτει, ότι αυτός καταδικάσθηκε ως προσωρινά υπεύθυνος του καταστήματος στο οποίο η συγκατηγορούμενή του, είχε εγκαταστήσει τους δυο (2) Η/Υ, και β) η άμεση συνεργεία του κατηγορουμένου στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αφού με την τέλεση απ' αυτόν της πράξεως, με την ιδιότητα του ως διευθυντή του καταστήματος, την οποία το δικαστήριο δέχεται ότι είχε, θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτουργός και όχι άμεσος συνεργός του ιδιοκτήτη. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του ανωτέρω πλημμελήματος και την καταδίκη του κατηγορουμένου ως άμεσου συνεργού. Επομένως, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ2, είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, λόγος της αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτή ως προς αυτόν η αίτηση αναιρέσεως, ενώ, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως που αυτός άσκησε και μετά από αυτά να αναιρεθεί ως προς αυτόν (Χ2), η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι οι εφαρμοσθείσες διατάξεις του Ν. 3037/2002 έρχονται σε αντίθεση προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, "όπως άλλωστε κρίθηκε με την C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2§1 του Ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, ως άνω, είτε πρόκειται για την πράξη του άρθρου 3 για τη διενέργεια δηλαδή παιγνίων μέσω διαδικτύου. Σε αυτή την περίπτωση όμως, δεν υπάρχει δυνατότητα επεμβάσεως, δεδομένης της ευχερούς εναλλαγής των υπηρεσιών του διαδικτύου από τους χρήστες σε σύντομο χρονικό διάστημα...". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα αφορά παράβαση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3037/2002 (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρ. 4 του ΒΔ 29/71) και όχι του άρ. 3 του ν. 3037/2002, την οποία ουδόλως αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Τα όσα δε περαιτέρω εκτίθενται στον αυτό λόγο αναίρεσης (περί αντιθέσεως του εξεταζόμενου νόμου προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ), αφορούν την πιο πάνω γενική απαγόρευση (δηλαδή την απαγόρευση κάθε είδους παιγνίου) και όχι την συγκεκριμένη υπόθεση, για την οποία ισχύουν όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με την C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η πιο πάνω C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες ποινικές διατάξεις, κατ'εφαρμογή των οποίων κρίθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, και οι οποίες αφορούν τη διενέργεια, διά μέσου ηλεκτρονικών υπολογιστών, τυχηρών παιγνίων, δεδομένου ότι η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο όταν αυτή τελείται μέσω ηλεκρονικών υπολογιστών, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ΒΔ 19/1971. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ποινικών διατάξεων, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά οι περιεχόμενες στον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Χ1 και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμό 13 από 16 Μαρτίου 2010 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 5273/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αναιρεί την ως άνω απόφαση με αριθμό 5273/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του ν. 3037/2002 για ηλεκτρονικά παίγνια. Επίκληση λόγων: α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς δεύτερο αναιρεσείοντα. Δεν προσδιορίζεται η ιδιότητα του ως υπευθύνου, ούτε η γνώση του για την εγκατάσταση των Η/Υ ούτε και η άμεση συνεργεία, αφού οι παραδοχές προσήκουν στο φυσικό αυτουργό και όχι στον άμεσο συνεργό Αναιρεί και παραπέμπει για δεύτερο αναιρεσείοντα.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική, Παίγνια τυχερά.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1792/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων 1. του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Νικολάου Τσάγγα, και 2. του Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 67/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Α. Μ. του Ν., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Αναστασάκη, 2. Ι. Κ. του Ε., 3. Ν. Σ. του Ν., οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Φουφουνάκη, 4. G. K. του S. και 5. Γ. Γ. του Σ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, και με πολιτικώς ενάγοντα τον L. J. του H.. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες ζητούν τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμόν 14/2010 έκθεση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη, καθώς και στην από 12 Μαρτίου 2010 αίτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε: α) Να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με αυτή αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι Ά. Μ., Ν. Σ. και Ι. Κ. της αξιόποινης πράξης της απλής συνέργειας (κατά συναυτουργία) στην ανθρωποκτονία από πρόθεση και β) να απορριφθεί, το μεν ως αβάσιμη, το δε ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του Σ. Γ.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικα-στηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας που ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμε-λιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλόμενη με αριθμό 67/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους Ά. Μ. του Ν., Ν. Σ. του Ν. και Ι. Κ. του Ε., αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός τους και μη διάδικος στην παρούσα δίκη Γ.Σ. Γ., κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη των ενόρκων μελών του παρόντος δικαστηρίου, αποδείχτηκε από την αποδεικτική διαδικασία ότι οι κατηγορούμενοι 4ος, 5ος και 6ος εισήλθαν και αυτοί στην κατοικία του πολιτικώς ενάγοντος παράνομα και χωρίς τη θέληση του, αλλά δεν αποδείχτηκε ότι είχαν οποιαδήποτε αξιόποινη εμπλοκή στη θανάτωση του θύματος E. J.". Υπό μόνα τα περιστατικά αυτά, η αιτιολογία στην οποία η πλειοψηφία του δικαστηρίου στήριξε, την αθωωτική της κρίση, σύμφωνα με την οποία οι ως άνω κατηγορούμενοι, Ά. Μ., Ν. Σ. και Ι. Κ., δεν τέλεσαν την πράξη της απλής συνέργειας στην κύρια πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός τους Γ. Σ. Γ., δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ.. Πράγματι, η αιτιολογία δεν είναι πλήρης, αφού καθόλου δεν εκτίθενται στην απόφαση τα ουσιώδη εκείνα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ώστε να κατα-δειχθεί ότι δεν στοιχειοθετείται η υπόσταση του εγκλήματος της απλής συνέργειας, στην κύρια πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για την οποία κηρύχθη-καν αθώοι κατά πλειοψηφία οι πιο πάνω κατηγορούμενοι. Τουναντίον, γενικώς και όλως αορίστως, κατά την επικρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, γίνεται δεκτό ότι δεν τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία από πρόθεση, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός τους Γ. Γ., σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με μόνη την αναφορά ότι από την αποδεικτική διαδικασία, δεν αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί είχαν οποιαδήποτε αξιόποινη εμπλοκή στη θανάτωση του E. J.. Τούτο δε, χωρίς να αιτιολογείται η ανυπαρξία στο πρόσωπο του καθένα από αυτούς (κατηγορουμένους), οποιασδήποτε συνδρομής τους ή ακόμη, χωρίς να δικαιολογείται και αυτή η παρουσία τους ή όχι στο χώρο όπου επισυνέβη το τραγικό συμβάν. Ούτε, επίσης, αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια και με οποιονδήποτε τρόπο, η ανυπαρξία οποιασδήποτε συμμετοχικής τους δράσης, όπως της ψυχικής ή μη συνδρομής τους ή και κάθε άλλης υλικής ενέργειάς τους, αντίθετης προς την αποδιδόμενη σ' αυτούς κατηγορία της απλής συνέργειας. Συνεπώς, ο από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, και με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους κατηγορουμένους Ά. Μ. του Ν., Ν. Σ. του Ν. και Ι. Κ. του Ε., να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στη συνέχεια για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του Π.Κ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχείο β του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης, που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη απλής συνέργειας, απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική η οποία χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης με γνώση του συνεργού ότι ο αυτουργός τελεί αξιόποινη πράξη και με την θέληση και αποδοχή του συνεργού να συμβάλλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση της τελευταίας (Α.Π. 471/2008). Περαιτέρω, σε σχέση με την αίτηση αναιρέσεως που παραδεκτώς άσκησε ο αναιρεσείων, Σ. Γ. Γ., πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 67/2009, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, και την απολογία των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης/1/2006 οι κατηγορούμενοι Γ. Γ. (1ος), Ά. Μ. (4ος) και Ν. Σ. (5ος), οι οποίοι συνδέονται φιλικά μεταξύ τους, διασκέδαζαν στο μπαρ "ΑΜΑΝ" του Ρεθύμνου Κρήτης, όπου έλαβε χώρα φραστικό και βίαιο επεισόδιο μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών, κατά το οποίο ένας Αλβανός (για τον οποίο δεν προέκυψε με βεβαιότητα αν ήταν ο αδελφός του θύματος ή άλλο πρόσωπο) συνεπλάκη με τον 1° κατηγορούμενο και τον τραυμάτισε στο δεξιό φρύδι. Κατά το ίδιο επεισόδιο σημειώθηκε λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ του θύματος E. J. και του 4ου κατηγορουμένου, κατά το οποίο ο πρώτος απείλησε τον δεύτερο ότι θα τον σκοτώσει. Μετά τη λήξη του επεισοδίου ο 1ος κατηγορούμενος ενημέρωσε τηλεφωνικά τον πατέρα του (2° κατηγορούμενο), ο οποίος διασκέδαζε στο κέντρο διασκέδασης "ΑΣΤΡΟ" κοντά στην πόλη του Ρεθύμνου μαζί με τον ανήλικο τότε γιο του Ν. Γ. και τους συγκατηγορουμένους του G. K. (3η κατηγορουμένη) και Ι. Κ. (6° κατηγορούμενο). Ακολούθως η 3η και ο 6ος των κατηγορουμένων επιβαίνοντας στο ίδιο αυτοκίνητο κατευθύνθη-καν προς το λιμάνι του Ρεθύμνου, όπου συνάντησαν τους 1°, 4° και 5° των κατηγορουμένων και ακολούθως όλοι μαζί πήγαν στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου, όπου πήγε με το αυτοκίνητό του και ο 2ος κατηγορούμενος μαζί με τον γιο του Ν. Γ., προκειμένου να αναζητήσουν εκεί τον Αλβανό, οποίος είχε χτυπήσει τον 1° κατηγορούμενο και είχε τραυματιστεί και ο ίδιος. Αφού πληροφορήθηκαν από τα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου Ρεθύμνου ότι τέτοιο άτομο δεν είχε προσέλθει για νοσοκομειακή περίθαλψη, ο 4ος κατηγορούμενος (Ά. Μ.) είπε στους λοιπούς ότι γνωρίζει την οικία όπου διέμενε ο Αλβανός που χτύπησε τον 1° κατηγορούμενο και ο αδελφός του που είχε απειλήσει τον ίδιο (δηλαδή ο E. J.), η οποία βρίσκεται στην παλαιά πόλη του Ρεθύμνου στην οδό ... και στην οποία μετέβησαν αμέσως όλοι οι κατηγορούμενοι, οι 1ος και 5ος πεζοί και οι λοιποί με το όχημα του 2ου κατηγορουμένου. Πρόκειται για μία διώροφη οικία, στην οποία διέμεναν ο πολιτικώς ενάγων L. J. με τη σύζυγό του, η οποία εκείνες τις ημέρες απουσίαζε στην Αλβανία, και τους δύο γιους τους, από τους οποίους τη συγκεκριμένη νύχτα βρισκόταν και κοιμόταν σε δωμάτιο του δευτέρου ορόφου της οικίας μόνο ο προαναφερόμενος E. J., ενώ απουσίαζε ο άλλος γιος, για τον οποίο ο πολιτικώς ενάγων ισχυρίστηκε ότι είχε πάει στην Αλβανία, χωρίς αυτό να έχει προκύψει με βεβαιότητα από την αποδεικτική διαδικασία. Μόλις οι κατηγορούμενοι έφθασαν έξω από την παραπάνω οικία, ο 4ος χτύπησε το κουδούνι της εξώθυρας αυτής, οπότε εμφανίστηκε στο παράθυρο του πρώτου ορόφου ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος, αφού ρωτήθηκε από τον 1ο κατηγορούμενο "πού είναι τα παιδιά σου" και απάντησε ότι αυτά δεν ήταν εκεί, έκλεισε το παράθυρο, ενώ σε νεότερο χτύπημα του κουδουνιού από τον 4° κατηγορούμενο δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Αμέσως μετά ο 1ος κατηγορούμενος, αφού έσπασε με γροθιές το κρύσταλλο της εξώθυρας και την ξεκλείδωσε με κλειδί που υπήρχε στην εσωτερική πλευρά της, όρμησε μέσα στην οικία και ανήλθε γρήγορα τη ξύλινη σκάλα που οδηγεί από το ισόγειο στον πρώτο όροφο, όπου βρίσκεται το δωμάτιο του ζεύγους και η κουζίνα της οικίας, κρατώντας ένα μαχαίρι λάμας 12,5 εκατοστών και ακολουθούμενος κατά σειρά εισόδου από τον 2° κατηγορούμενο πατέρα του, ο οποίος κρατούσε μεταλλική ράβδο από τον γρύλο του οχήματός του, τον αδελφό του Ν. Γ., ο οποίος κρατούσε ένα ξύλο, την 3η κατηγορουμένη και τους λοιπούς κατηγορουμένους 4°, 5° και 6°. Ο πολιτικώς ενάγων, όταν αντιλήφθηκε τους κατηγορουμένους να ανεβαίνουν και να προσεγγίζουν τον πρώτο όροφο, όπου αυτός βρισκόταν, προσπάθησε, ανεβαίνοντας μία μεταλλική σκάλα (πιο στενή και πιο απότομη από την ξύλινη), να πάει στον δεύτερο όροφο, προκειμένου να προστατευθεί ο ίδιος και κυρίως να ειδοποιήσει τον γιο του E. J., που κοιμόταν εκεί, για να απομακρυνθεί και να σωθεί. Καθώς ο πολιτικώς ενάγων ανέβαινε τη μεταλλική σκάλα, δέχτηκε χτύπημα στο αριστερό πόδι του με τη μεταλλική ράβδο που κρατούσε ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ, όταν κατάφερε να φθάσει στον δεύτερο όροφο, όρμησαν πάνω του ο 2ος κατηγορούμενος, η 3η κατηγορουμένη και ο ανήλικος Ν. Γ. οι οποίοι τον απώθησαν και τον ακινητοποίησαν σε παρακείμενο κρεββάτι, για να μην προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια στον γιο του, που δεχόταν ανθρωποκτόνο επίθεση του 1ου κατηγορουμένου. Επιπλέον ο 2ος κατηγορούμενος έπληξε με τη μεταλλική ράβδο τον πολιτικώς ενάγοντα στο κεφάλι, ενώ τόσο αυτός όσο και η 3η κατηγορουμένη τον χτυπούσαν με τα χέρια τους στο κεφάλι και σε διάφορα σημεία του σώματός του και προκάλεσαν σ' αυτόν τις σωματικές κακώσεις που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον τελευταίο κίνδυνο ζωής ή βαριάς σωματικής βλάβης. Κατά τον ίδιο χρόνο, κατά τη γνώμη των τακτικών δικαστών του παρόντος δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι 1ος, 4ος, 5ος και 6ος κινήθηκαν προς τον εξώστη του δευτέρου ορόφου, όπου κατέφυγε ο E. J., για να διαφύγει τον άμεσο κίνδυνο και προσπαθούσε να κρατήσει κλειστή την πόρτα που διαχωρίζει το δωμάτιο του δευτέρου ορόφου από τον εξώστη, για να αποτρέψει την έξοδο των κατηγορουμένων σ' αυτόν. Από την πλευρά του δωματίου οι κατηγορούμενοι 1ος και 5ος έσπρωχναν την πόρτα για να ανοίξει, ο δε 1ος έσπασε με γροθιά το κρύσταλλο αυτής, ώστε να μπορεί να πλήξει μέσω του ανοίγματος με το μαχαίρι τον E. J., ο οποίος αναγκάστηκε τότε να την εγκαταλείψει και κινήθηκε προς την αριστερή πλευρά του εξώστη, με σκοπό να διαφύγει πηδώντας προς την ταράτσα όμορης οικοδομής, υπολειπόμενης κατά 2,50 μ. από το ύψος του εξώστη. Στην προσπάθειά του, όμως, αυτή εμποδίστηκε από τους κατηγορουμένους 4° και 6° (οι 1ος και 5ος είχαν πέσει στο δάπεδο του εξώστη από το ξαφνικό άνοιγμα της πόρτας που έσπρωχναν), οι οποίοι τον έπιασαν τη στιγμή που έφθανε στο τοιχείο του εξώστη και άρχισαν να τον γρονθοκοπούν. Αμέσως μετά άρχισε να τον γρονθοκοπεί και ο 5ος κατηγορούμενος, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο κατέφθασε και ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος, ενεργώντας με ανθρωποκτόνο πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ενθαρρυνόμενος από την ενεργό φυσική παρουσία των συγκατηγορουμένων του, έπληξε με το μαχαίρι στην πλάτη τον E. J., ο οποίος κινήθηκε προ το δεξιό μέρος του εξώστη, αλλά οι εν λόγω κατηγορούμενοι (1ος, 4ος, 5ος και 6ος) τον ακολούθησαν και τον έπιασαν, οπότε ο 1ος με πολύ μεγάλη σκληρότητα και αγριότητα κατάφερε σ' αυτόν δεκαεφτά (17) συνολικά πλήγματα σε διάφορα ζωτικά σημεία του σώματος του (καρδιά, πνεύμονες κλπ.), μέχρι που το μαχαίρι έσπασε και η λάμα έμεινε στο σώμα του θύματος. Την ίδια στιγμή ο 2ος κατηγορούμενος, αφού εγκατέλειψε τον πολιτικώς ενάγοντα, τον οποίο μέχρι τότε κρατούσαν ακινητοποιημένο αυτός και 3η κατηγορουμένη στο κρεββάτι του δωματίου του δευτέρου ορόφου, εξήλθε στον εξώστη και χτύπησε με τη μεταλλική ράβδο το θύμα στο κεφάλι τη στιγμή που αυτό εξέπνεε από τα 17 πλήγματα, που του είχε καταφέρει ο 1ος κατηγορούμενος. Στη συνέχεια όλοι οι κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν το θύμα αιμόφυρτο και απομακρύνθηκαν τρέχοντας πριν καταφθάσει το αστυνομικό περιπολικό, το οποίο είχε ειδοποιηθεί από τον ιδιοκτήτη όμορης οικοδομής και μάρτυρα Σ. Κ.. Ο δε 1ος κατηγορούμενος φεύγοντας τοποθέτησε τη λαβή του σπασμένου μαχαιριού κάτω από τον λαιμό του πολιτικώς ενάγοντος λέγοντας τη φράση "εγώ τον σκότωσα" και μετά την πέταξε σε παρακείμενη οικοδομή, ενώ ο 6ος κατηγορούμενος, μετά από σχετική υπόδειξη του 2ου κατηγορουμένου, έριξε το παντελόνι της 3ης κατηγορουμένης, που έφερε κηλίδες αίματος, στη θαλάσσια περιοχή "ΚΟΥΜΠΕ" Ρεθύμνου με σκοπό τη συγκάλυψη των εγκληματικών τους πράξεων. Τέλος, κατά τη διενέργεια της προανάκρισης σε ερευνά της οικίας του 1ου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα πυρομαχικά (φυσίγγια πιστολιού και τυφεκίου), που αυτός κατείχε παρά-νομα και αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τη συμμετοχική δράση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Σ. Γ., ομόφωνα έγιναν αποδεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο 2ος κατηγορούμενος Σ. Γ., γρονθοκοπώντας και ακινητοποιώντας τον πολιτι-κώς ενάγοντα, για να μη δώσει βοήθεια στο θύμα, ώστε να αποκρούσει τις σε βάρος του ανθρωποκτόνες ενέργειες του πρώτου κατηγορουμένου, αλλά και ενθαρρύνοντας ψυχικά με την ενεργό φυσική παρουσία του αυτόν στην υλοποίηση της ανθρωποκτόνου απόφασης του (αντί, όπως όφειλε και λόγω γονικού καθήκοντος, να τον αποτρέψει από κάθε εγκληματική δράση), τέλεσε από κοινού με την 3η κατηγορουμένη την πράξη της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που τέλεσε ο 1ος κατηγορούμενος σε βάρος του E. J.. Επίσης, ο 2ος κατηγορούμενος τέλεσε α) από κοινού με την 3η κατηγορουμένη την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, πλήττοντάς τον με αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα και με μεταλλική ράβδο στο κεφάλι και σε διάφορα σημεία του σώματός του, προξενώντας σ' αυτόν σωματικές κακώσεις με τρόπο και με μέσα που μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο ζωής ή βαριάς σωματικής βλάβης και β) την πράξη της διατάραξης οικιακής ειρήνης εισερχόμενος από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του στην κατοικία του τελευταίου με πρόθεση, παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Πρέπει, συνεπώς, αυτός να κηρυχθεί ομόφωνα ένοχος των εν λόγω πράξεων, όπως αυτές περιγράφονται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δικαστήριο που την εξέδωσε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα Σ. Γ. του Γ., ένοχο των πράξεων: α) της απλής συνέργειας στην πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και γ) της διαταράξεως οικιακής ειρήνης (όλες κατά συναυτουργία) και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 21 ετών και 5 μηνών. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους, στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 47 παρ.1, 83, 94 παρ.1, 299 παρ.1, 308, 309 παρ.1, 334 παρ.1 του Π.Κ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αιτιολογείται η ανωτέρω κρίση με τις παραδοχές εκείνες σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων: α) μόλις πληροφορήθηκε από το γιο του Γ., ότι είχε προηγηθεί σε βάρος του επεισόδιο, σε νυκτερινό κέντρο του Ρεθύμνου, όπου διασκέδαζε με φιλικά του πρόσωπα και κατά τη διάρκεια του οποίου τραυματίσθηκε ο γιος του, μετέβη με τον ανήλικο γιο του Νικόλαο στο Νοσοκομείο της πόλεως, προκειμένου να αναζητήσει το δράστη του τραυματισμού του γιου του Γ., β) μόλις ο ίδιος ο αναιρεσείων πληροφορήθηκε, ότι ο E. J., δεν είχε μεταβεί στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου για ιατρική περίθαλψη, τότε αμέσως κατευθύνθηκε με όλους τους συγκατηγορούμενούς του, στην οικία του E. J., στην οδό ... στο Ρέθυμνο, τους οποίους και μετέφερε εκεί με το αυτοκίνητό του, γ) μόλις κατέφθασε στην οικία του ως άνω αλλοδαπού E. J., ο αναιρεσείων, αντί να αποτρέψει το γιο του Γ., από οποιαδήποτε εγκληματική ενέργεια, αφού τον έβλεπε να κρατεί στα χέρια του ένα μαχαίρι με μήκος λάμας 12.5 εκατοστά, ευθύς αμέσως τον ακολούθησε, μετά την είσοδό του στην οικία και ενώ, προηγουμένως ο γιος του Γ., είχε καταφέρει να θραύσει με το χέρι του το κρύσταλλο της εξωτερικής θύρας, την οποία στη συνέχεια ξεκλείδωσε, για να καταστεί εφικτή η είσοδος σ' αυτήν όλων των κατηγορουμένων, δ) ο ίδιος ο αναιρεσείων κρατούσε στα χέρια του μεταλλική ράβδο και συγκεκριμένα το γρύλλο του αυτοκινήτου του, με τον οποίο κατάφερε αλλεπάλληλα πλήγματα στο πόδι και στο κεφάλι του πολιτικώς ενάγοντος, προκειμένου να κάμψει τις αντιστάσεις του τελευταίου, στην προσπάθειά του να ειδοποιήσει το γιο του, ο οποίος βρισκόταν τη στιγμή εκείνη στον επάνω όροφο της οικίας, ότι άμεσα κινδυνεύει και πρέπει να απομακρυνθεί από το χώρο εκείνο, ε) ότι με τις ενέργειές του αυτές ο αναιρεσείων απέβλεπε να διευκολύνει το γιο του Γ. στην εγκληματική του ενέργεια, της θανατώσεως του E. J., στ) ότι ο ίδιος και πάλι ο αναιρεσείων, με τη βοήθεια της τρίτης συγκατηγορούμενής του και του ανήλικου γιου του Ν., απώθησε βίαια τον πολιτικώς ενάγοντα, τον οποίο ακινητοποίησε σε παρακείμενο κρεβάτι, τη στιγμή που ο γιος του Γ. Γ., επέφερε στον παθόντα με το μαχαίρι αλλεπάλληλα και συγκεκριμένα 17 χτυπήματα, επιδιώκοντας με τις θετικές αυτές ενέργειές του, να αποστερήσει από τον πολιτικώς ενάγοντα οποιαδήποτε δυνατότητα να προσφέρει βοήθεια στο γιο του, τη στιγμή που δεχόταν τα θανατηφόρα πλήγματα, ζ) γνώριζε ότι ο γιος του Σ. Γ., ήταν οπλισμένος με το μαχαίρι, καθώς επίσης, γνώριζε ότι κατευθυνόταν στην οικία όπου διέμενε το θύμα. Παρόλα αυτά ο αναιρεσείων, όχι μόνο ακολούθησε το γιο του, αλλά μετέβη με την ομάδα των άλλων τεσσάρων συγκατηγορουμένων του, τους οποίους μετέφερε με το αυτοκίνητό του στην οικία του τελευταίου (παθόντα), όπου είχε καταφύγει ο E. J., όπως επίσης, αιτιολογείται ότι όχι μόνο δεν απέτρεψε το γιο του από το εγκληματικό σχέδιό του, αλλά και τον διευκόλυνε τα μέγιστα, για να επιτύχει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, αυτό της θανατώσεως του E. J., η) ότι με την ενεργό και φυσική παρουσία του, ενθάρρυνε ψυχικά και ενίσχυσε την πρόθεση του γιου του -δράστη της κύριας πράξεως- να υλοποιήσει την απόφασή του, που ήταν η θανάτωση του E. J., και την οποία απόφαση αυτός είχε λάβει ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ο αναιρεσείων, κατάφερε με τη μεταλλική ράβδο πλήγματα σε καίρια σημεία του σώματος του πολιτικώς ενάγοντα, κατά τρόπο που μπορούσαν να προκαλέσουν σ' αυτόν κίνδυνο ζωής, όπως επίσης αιτιολογείται ότι παράνομα και χωρίς τη θέλησή του εισήλθε στην οικία του παθόντα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 67/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, ως προς το μέρος κατά το οποίο κηρύχθηκαν αθώοι κατά πλειοψηφία οι κατηγορούμενοι: 1) Ά. Μ. του Ν., 2) Ν. Σ. του Ν. και 3) Ι. Κ. του Ε., της πράξεως της απλής συνέργειας στην πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που τέλεσε ο κατηγορούμενος Γ. Σ. Γ. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει την υπ' αριθμό 3 από 12 Μαρτίου 2010 αίτηση του Σ. Γ. του Γ. και της Ε., κρατουμένου των δικαστικών Φυλακών Χανίων, για αναίρεση της υπ' αριθμό 67/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την κατά πλειοψηφία απαλλακτική απόφαση του ΜΟΕ, για την πράξη της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας. Δεκτή η αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο. Αίτηση αναίρεσης του καταδικασθέντος για την ίδια πράξη και για επικίνδυνη σωματική βλάβη και διατάραξη οικιακής ειρήνης, κατηγορουμένου, με την επίκληση του ίδιου λόγου. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση και επιβάλλει έξοδα.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Συνέργεια, Απόφαση αθωωτική.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1789/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδόγιαννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2883/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 570/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 209/29-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 474 Κ.Π.Δ. "Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα, ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια της οποίας κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που τη δέχεται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νόμος περιοριστικά και αποκλειστικά προσδιόρισε τα όργανα στα οποία μπορεί να γίνει η δήλωση για την άσκηση του ενδίκου μέσου, τα οποία και είναι τα μόνα αρμόδια για τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης, η οποία αποτελεί εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, ώστε να αποκλείεται με ποινή αυτεπάγγελτα ερευνόμενου απαράδεκτου διαφορετικός τρόπος άσκησής του (ΑΠ 199/1992). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που είχε προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". ΙΙ.Στην προκειμένη περίπτωση ο Χ, ... υπήκοος, καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμό 40427/1996 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ημερών και χρηματική ποινή 30.000 δρχ. για παράβαση του ΒΔ 29/71, η ποινή δε αυτή ανεστάλη και διατάχθηκε η απέλασή του από τη χώρα. Κατά της εκτελεστότητας της απόφασης αυτής υπέβαλε αντιρρήσεις κατ' άρθρο 565 Κ.Π.Δ., με την από 22-2-2010 αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 2883/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 1/3/2010 αίτηση αναίρεσης, ενώπιον του Διευθυντή του τμήματος Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης. Ο τρόπος όμως αυτός της άσκησης του κρινόμενου ενδίκου μέσου, δεν είναι νόμιμος, δεδομένου ότι ασκήθηκε χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 474§1 Κ.Π.Δ., δηλαδή με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ή του γραμματέα του Ειρηνοδικείου της κατοικίας του ή της διαμονής του. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρα 476§1-583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 1/3/2010 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της με αριθμό 2883/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 5/5/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, η άσκηση του ένδικου μέσου γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνο που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του (άρθρο 465 παρ. 1) και εκείνον προς τον οποίο γίνεται η δήλωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 148 του ίδιου Κώδικα, έκθεση ονομάζεται το έγγραφο που συντάσσει, κατά τις διατυπώσεις και με το περιεχόμενο που ορίζουν τα άρθρα 149 επ. του Κώδικα αυτού, δημόσιος υπάλληλος ο οποίος εκπληρώνει καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, για να βεβαιώσει πράξεις που έκανε ο ίδιος ή άλλος αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεις τρίτων προσώπων προς αυτόν. Οι πιο πάνω διατυπώσεις ασκήσεως ενδίκου μέσου, που προβλέπονται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, συνιστούν συστατικό τύπο, η παραβίαση του οποίου συνεπάγεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα το απαράδεκτο του ένδικου μέσου, που κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο (ως συμβούλιο) αλλά και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα από τη με χρονολογία 1 Μαρτίου 2010 έκθεση αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, κατά της υπ' αριθμό 2883/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις του, κατά της υπ' αριθμό 40427/9-8-1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η απέλαση του, άσκησε την υπό την αυτή χρονολογία αίτηση αναιρέσεως. Την αίτηση αυτή, ο αναιρεσείων, όντας κρατούμενος στην Αστυνομική Διεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης, σε εκτέλεση της αποφάσεως που διέταξε την απέλαση του, την άσκησε με δήλωση του, ενώπιον του αστυνομικού διευθυντή της πιο πάνω Διευθύνσεως, όπου συντάχθηκε και η σχετική έκθεση και η οποία υπογράφεται τόσο από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, όσο και από το Διευθυντή της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης. Η κατά τον ως άνω τρόπο άσκηση της αναιρέσεως, είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.1 του Κ.Π.Δ., και ως εκ τούτου είναι τυπικά παραδεκτή, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων κατά την ως άνω χρονολογία που την άσκησε, (1-3-2010), ήταν κρατούμενος στο οικείο Κατάστημα της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης, και δεν ήταν πλέον εφικτή από μέρους του η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, και μάλιστα ενώπιον των προσώπων εκείνων που διαλαμβάνονται στη διάταξη του πιο πάνω άρθρου και συγκεκριμένα ενώπιον του Γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε ή ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας η της προσωρινής διαμονής του. Τούτο γιατί, ανάλογη δυνατότητα θα είχε αυτός μόνο στην περίπτωση, που η οικεία Αστυνομική Διεύθυνση, του επέτρεπε με τη συνοδεία φρουράς, να μεταβεί αυτοπροσώπως ο ίδιος στην έδρα των πιο πάνω υπηρεσιών (γραμματέα του δικαστηρίου ή γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή του προϊσταμένου της προξενικής Αρχής), δυνατότητα η οποία δεν προκύπτει ότι του παρασχέθηκε. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε σε δυσμενή για τον αιτούντα αποτελέσματα, αφού θα στερούνταν ο ίδιος της δυνατότητας να ασκήσει ένδικο μέσο που του παρέχει ο νόμος, όπως και της πρόσβασης του στον Άρειο Πάγο, χωρίς μάλιστα ο ίδιος να ευθύνεται γι' αυτή την αδυναμία του. (Βλέπετε σχετική και την από 2 Απριλίου 2009 απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης-υπόθεση ... κατά Ελλάδος-αριθμός προσφυγής 37349/2007). Συνεπώς, είναι τυπικά παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Διευθυντή της Αστυνομικής Διευθύνσεως Θεσσαλονίκης, κατά της υπ' αριθμό 2883/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και πρέπει μετά ταύτα να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της. Κατά το άρθρο 565 εδ. α' και γ' Κ.Ποιν.Δ., κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της αποφάσεως και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον εισαγγελέα και τον καταδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τέτοιες αντιρρήσεις του καταδικασμένου μπορεί να αναφέρονται όχι μόνον στην ποινή, αλλά και στο είδος και τη διάρκεια του επιβληθέντος μέτρου ασφαλείας, αφού η χρήση του όρου "ποινή" στο περί εκτελέσεως βιβλίο του Κ.Ποιν.Δ., όπου εμπίπτει και η ανωτέρω διάταξη, γίνεται με ευρεία έννοια, ώστε να περιλαμβάνει και τα μέτρα ασφαλείας από τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 69-74 ΠΚ με στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας χαρακτήρα, όπως είναι και η απέλαση αλλοδαπού που διατάσσεται με δικαστική απόφαση. Έτσι, μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις που αφορούν και στη διάρκεια του μέτρου ασφαλείας, όταν επήλθαν γεγονότα, μετά την έκδοση της αποφάσεως, που κωλύουν την εκτέλεση του. Τέτοιο γεγονός είναι και η παραγραφή του μέτρου ασφαλείας, την οποία ρυθμίζει το άρθρο 75 §1 ΠΚ, κατά το οποίο, αν από τότε που έγινε αμετάκλητη η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71, 72, και 74 περάσει τριετία χωρίς να έχει αρχίσει η εκτέλεση του μέτρου, αυτό δεν μπορεί πια να εκτελεσθεί εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Από την τελευταία, όμως, αυτή διάταξη συνάγεται, κατ' αντιδιαστολή, ότι αν εκτελεσθεί το μέτρο ασφαλείας της απελάσεως αλλοδαπού που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση, η απέλαση αυτή ισχύει και αν περάσει τριετία από τότε που έγινε αμετάκλητη η εν λόγω απόφαση, υπό την έννοια ότι αν ο απελαθείς επανέλθει στη χώρα αυτοβούλως και παρανόμως (περίπτωση στην οποία υπάγεται και η επανείσοδός του στη Χώρα υπό διαφορετικό όνομα), το μέτρο αυτό ασφαλείας εξακολουθεί να ισχύει και ο αλλοδαπός απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 §1 του Ν. 3346/2005, "επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (στις 17-6-2005) διάρκειας μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσης ποινής το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την καταδίκη για τη νέα πράξη". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στην υφ' όρον παραγραφή μόνον των καταγνωσθεισών στερητικών της ελευθερίας ποινών και ότι η σχετική ευεργετική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει τα μέτρα ασφαλείας. Η παραγραφή, εξάλλου, των στερητικών της ελευθερίας ποινών δεν συνεπάγεται και παραγραφή του μέτρου ασφαλείας. Τέλος, αιτιάσεις του, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 565 Κ.Ποιν.Δ αντιλέγοντας, οι οποίες αναφέρονται στην ορθότητα της αποφάσεως, κατά της οποίας στρέφονται οι αντιρρήσεις, σε σχέση με την επιβολή της ποινής, υπό την ως άνω ευρεία έννοια της, δεν επιτρέπονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2883/22-2-2010 απόφασή του, απέρριψε τις από 22-2-2010 αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος αλλοδαπού, που αφορούσαν στην περαιτέρω διάρκεια της απελάσεως του, η οποία είχε διαταχθεί με την υπ' αριθμό 40427/1996 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως μέτρο ασφαλείας κατά το άρθρο 74 §1 Π Κ, εν συνεχεία της καταδίκης του με την ίδια αυτή απόφαση σε φυλάκιση 20 ημερών και της αναστολής της ποινής αυτής επ' αόριστον κατ' άρθρο 99 §2 ΠΚ, για παράβαση του Β.Δ 29/1971 και του άρθρου 7, 18 και 33 του Ν.1975/1991, ήτοι για το ότι, αν και ήταν καταχωρημένος στον κατάλογο των ανεπιθύμητων αλλοδαπών, λόγω διοικητικής απελάσεως, επανήλθε παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια. Για να στηρίξει την απορριπτική του κρίση το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τα όσα ισχυρίστηκε ο αντιλέγων και οι συνήγοροι του προέκυψε ότι ο αντιλέγων - κατηγορούμενος, αλλοδαπός, ... υπηκοότητας, με τη με αριθμ. 40427/1996 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και με στοιχεία ταυτότητας (επών.) .., καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ημερών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών για παραβάσεις 1) Β.Δ. 29/71 και 2) άρθρ. 7, 18 και 33 παρ. 11 Ν.1975/1991, που τελέστηκαν στη ..., στις 6-8-1996, η ποινή δε αυτή ανεστάλη επ' αόριστο και διατάχθηκε η απέλασή του, η οποία και εκτελέστηκε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος για να παρακάμψει τις ανωτέρω έννομες συνέπειες των πράξεών του, στην Αλβανία άλλαξε όνομα από το προαναφερόμενο, με το οποίο είχε καταδικασθεί, σε αυτό που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, ήτοι (επών.) Χ και με το νέο όνομα πήρε θεώρηση άδειας εισόδου (VISA) και επανήλθε στην Ελλάδα, όπου έλαβε με το νέο όνομα προσωρινή άδεια διαμονής για το χρονικό διάστημα από 12-10-2001 μέχρι 14-4-2002, την από 12-4-2002 βεβαίωση νια την κατάθεση αίτησης και νομίμων δικαιολογητικών για την έκδοση άδειας εργασίας και ανανέωση της εξάμηνης άδειας παραμονής, την από 30-10-2003 βεβαίωση για την κατάθεση αίτησης και νομίμων δικαιολογητικών για την έκδοση άδειας - ανανέωση της εξάμηνης άδειας παραμονής, την ανανέωση άδειας διαμονής για παροχή εξαρτημένης εργασίας, διάρκειας από 30-6-2003 έως 30-6-2004, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και τη με αριθμ. ... άδεια διαμονής από 26-3-2004 μέχρι 30-6-2004 και τελικά με τη αριθμό πρωτ. 11826/20-2-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας απορρίφθηκε το από 11-5-2004 αίτημά του για ανανέωση άδειας διαμονής, επειδή από την υπ' αριθμ. πρωτ. 6254/24-1-07 ηλεκτρονική απάντηση του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης στο πρόσωπό του συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και είναι καταχωρημένος στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών κατόπιν δικαστικής απέλασης, γεγονός που διαπιστώθηκε δακτυλοσκοπικά λόγω της διαφοράς των χρησιμοποιηθέντων διαφορετικών ονομάτων. Η ανωτέρω ποινή φυλάκισης των είκοσι (20) ημερών και η χρηματική ποινή των 30.000 δραχμών έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της και δεν άσκησε κατά της απόφασης ένδικο μέσο και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 32 του Ν. 3346/05, Με το άρθρο 91 §11 στ' του Ν. 3386/2008 ή εγγραφή στους καταλόγους ανεπιθύμητων για λόγους παράνομης εισόδου κλπ στη Χώρα έχει μεν αυτοδικαίως αρθεί για τον κατηγορούμενο, όμως η νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν αποτελεί και λόγο παραγραφής ή αμνηστίας της επιβληθείσης στον κατηγορούμενο με δικαστική απόφαση απέλασης, όπως ισχυρίζεται. Κατά συνέπεια η ένδικη αίτηση του, με την οποία προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης της υπ' αριθ. 40427/1996 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης είναι μη νόμιμη, διότι δεν μπορεί να ανακληθεί η δικαστική απόφαση αυτή ως προς τη διάταξη της απέλασης, η οποία ήδη έχει εκτελεστεί" ούτε να διαταχθεί η μη εκτέλεση αυτής ως προς την απέλαση, αφού έχει εκτελεστεί η απέλαση, η δε έκτιση της ποινής φυλάκισης, η οποία έχει ανασταλεί, προϋποθέτει την εκ νέου τέλεση άλλης αξιόποινης πράξης που έχει τιμωρηθεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης ανωτέρα των έξι μηνών σε χρονικό διάστημα τέλεσης 18 μηνών από τη δημοσίευση του Ν.3346/05 προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Επομένως, η αίτηση αντιρρήσεων του αντιλέγοντα, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη". Σημειώνεται ότι η ανωτέρω ποινή φυλάκισης των 20 ημερών έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της και δεν άσκησε κατά της απόφασης ένδικο μέσο και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 32 του Ν. 3346/05. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, και κατά το πρώτο σκέλος του, όπως εκτιμάται, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν απάντησε και δεν αιτιολόγησε τον ισχυρισμό του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος ότι η διαταχθείσα, με την καθής οι αντιρρήσεις απόφαση, απέλαση του προσβάλλει το δικαίωμα του για προστασία και σεβασμό της οικογενειακής του ζωής, καθώς μετά την εν λόγω απόφαση και εκτέλεση της απελάσεώς του, τέλεσε γάμο με ελληνίδα υπήκοο και από τον γάμο του απέκτησε 4 ανήλικα τέκνα, τα οποία εξαρτούν την επιβίωσή τους αποκλειστικά από αυτόν που βρίσκεται και εργάζεται στην Ελλάδα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, καθόσον το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένα στον ως άνω ισχυρισμό που δεν συνιστά λόγο κωλύοντα την εκτέλεση του μέτρου αυτού ασφαλείας. Εξάλλου, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προστατεύει μεν το δικαίωμα του προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα της πολιτείας να επιβάλλει ποινές και μέτρα ασφαλείας, στα πλαίσια της ποινικής της δικαιοδοσίας, και αν αυτά θίγουν αναγκαίως την οικογενειακή ζωή του καταδικασθέντος. Με τον ίδιο πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν απάντησε στον ισχυρισμό του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος, ότι η νόμιμη επανείσοδός του και διαμονή στη Χώρα και οι μεταγενέστερες της καθής οι αντιρρήσεις αποφάσεως νομοθετικές μεταβολές που επέφεραν την άρση των συνεπειών της διοικητικής απελάσεως του συνιστούν λόγο που κωλύει την εκτέλεση της διαταχθείσης με την καθής οι αντιρρήσεις απόφαση απελάσεως. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ότι η επανείσοδός του αντιλέγοντας στην Ελλάδα έγινε με ταξιδιωτικά έγγραφα που αυτός έλαβε αφού μετέβαλε στην Αλβανία το όνομά του, σαφώς δέχθηκε και απάντησε ότι η επανείσοδος αυτή δεν ήταν νόμιμη, ορθώς δε έκρινε σχετικώς, διότι η κατά οποιοδήποτε τρόπο επανείσοδος στη Χώρα του απελαθέντος αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερο μετά από αλλαγή του ονόματος του και η χορήγηση σ' αυτόν, υπό το νέο όνομα, διοικητικών αδειών, δεν αίρει την ισχύ του ανωτέρω μέτρου ασφαλείας και δεν αποτελεί διακωλυτικό λόγο εκτελέσεώς του. Περαιτέρω, σαφώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και απήντησε ότι η άρση των συνεπειών της διοικητικής απελάσεως του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος δεν επηρεάζει την επιβληθείσα με την καθής οι αντιρρήσεις απόφαση απέλαση του, ως μέτρο ασφαλείας, ορθώς δε έκρινε σχετικώς, διότι επί απελάσεως που διατάσσεται με δικαστική απόφαση ως μέτρο ασφαλείας δεν έχουν εφαρμογή αναλογικώς τυχόν ευεργετικές διατάξεις διοικητικών νόμων που ρυθμίζουν διαφορετικά τα περί απελάσεως αλλοδαπού και ειδικότερα οι επικληθείσες απ' τον αντιλέγοντα διατάξεις των άρθρων 91 §11 στ' του Ν. 3386/2005 και 18 §4δ' του Ν. 3536/2007 κατά τις οποίες, ταυτοσήμως, "εγγραφή στους καταλόγους ανεπιθύμητων αποκλειστικώς για λόγους παράνομης εισόδου, εξόδου, εργασίας και διαμονής στη Χώρα, καθώς και συναφείς εκκρεμείς απελάσεις δεν αποτελούν παρακωλυτικό λόγο για τη χορήγηση της άδειας διανομής. Υφιστάμενες για την ανωτέρω αιτία εγγραφές στον κατάλογο των ανεπιθύμητων θεωρούνται ότι έχουν, αυτοδικαίως, αρθεί", καθόσον επί δικαστικής απελάσεως προϋποτίθεται δικαστική κρίση περί της συνδρομής νόμιμης περίπτωσης επιβολής του μέτρου αυτού, υπό διαφορετικές προϋποθέσεις. Η άρση, εξάλλου, αυτή των συνεπειών της εγγραφής του αντιλέγοντας στους καταλόγους ανεπιθύμητων αλλοδαπών, αντιθέτως προς τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα, δεν κρίνεται, από απόψεως αποτελεσμάτων έναντι της επιβληθείσης στον αντιλέγοντα απελάσεως, όπως η παραγραφή της ποινής και η αμνηστία κατά το άρθρο 568 Κ.Ποιν.Δ ως λόγοι εξαλείψεως της ποινής, ορθώς δε η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του προπαρατεθέντος, άρθρου 32 §1 του Ν. 3346/2005, κατόπιν της οποίας δεν δέχθηκε την σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό παραγραφή της επιβληθείσης στον αντιλέγοντα απελάσεως και ειδικότερα διότι εσφαλμένα δέχθηκε το αμετάκλητο της καθής οι αντιρρήσεις αποφάσεως και ότι δεν συνέτρεχε εκ τούτου περίπτωση εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 32 §1 επί της ως άνω απελάσεως. Και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσης, η υφ' όρον παραγραφή κατά το ως άνω άρθρο 32 §1 της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν περιλαμβάνει και τα μέτρα ασφαλείας, η αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σημείο αυτό, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 32 §1 λόγω του αμετακλήτου της καθής οι αντιρρήσεις αποφάσεως, διελήφθη άνευ ανάγκης. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 2883/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε αντιρρήσεις κατά της εκτελεστότητας της αποφάσεως, που διέταξε την απέλαση Αλβανού υπηκόου. Είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως του αντιλέγοντας, που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησης του, ενώπιον του Διευθυντή της Διευθύνσεως Αλλοδαπών. Επάρκεια αιτιολογίας Απορρίπτει την αίτηση.
Αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση
Αλλοδαπού απέλαση, Αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1788/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και νυν κρατούμενου στο Γ.Κ.Κ. ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 61/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 354/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 188/18-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά το άρθρο 513 παρ. 1α ΚΠΔ την με αριθμ. 1/8-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ, κρατουμένου στο ΓΚΚ ... κατά της με αριθμ. 61/22-9-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ι) Κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσον και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα". Εξάλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ.1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της απόφασης, παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νομίμου επιδόσεως αυτής στον δικαιούμενο σε αναίρεση, χωρίς ν' αρχίζει η προθεσμία αυτή, σε κάθε περίπτωση, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων (άρθρ. 473 παρ.3 ΚΠΔ). Τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης του ένδικου μέσου, γίνεται, επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανωτέρα βία, ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλης η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. ΙΙ) Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμ. 61/22-9-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, εκδόθηκε - παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στις 22/9/2009 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 13/1/2010, ενώ ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως την 1η/2/2010, δια δηλώσεώς του ενώπιον του Διευθυντή ΓΚΚ ... - συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 7/1-2-2010 εκθέσεως αναιρέσεως, δηλαδή μετά 19 ημέρες από την καταχώρησή της, χωρίς να προβάλλει οποιονδήποτε λόγο ανώτερης βίας, ή, ανυπέρβλητου κωλύματος εξαιτίας του οποίου να παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. ΙΙΙ) Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης θα πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε : 1) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμ. 1/8-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ, κρατούμενου στο ΓΚΚ ... κατά της με αριθμ. 61/22-9-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. 2) Να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 11-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει με την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμό 61/22-9-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε για τις πράξεις της κατοχής και της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα (1, 12, 13στ, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 51 και 52 του Π.Κ, 20 παρ.1 περ. α', ζ', 2 και 23 του Ν. 3459/2006 σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ.1 Πίν. Α' περ.5 του ίδιου νόμου) και του επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 22-9-2009, με παρόντα τον κατηγορούμενο, και καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 13 Ιανουαρίου 2010, σύμφωνα με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 45/13-1-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Γ. Κ. Κ. ..., μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., ήτοι την 1η Φεβρουαρίου 2010, δεδομένου ότι η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση της, έληγε την 23η Ιανουαρίου 2010, χωρίς μάλιστα σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως), να επικαλείται ο αναιρεσείων την ύπαρξη ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 7 από 1-2-2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου στο Γ.Κ.Κ. ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/22-9-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης, χωρίς επίκληση λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Απαράδεκτη η αίτηση.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1787/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. αποφάσεων : α) 148003/2005 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) 497/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο οποίος δεν παρέστη. Τα: α) Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και β) Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 18/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 193/19.5.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. 102/4-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Γ. του Α. και της Ε., 40 ετών, ηλεκτρολόγου, κατοίκου ..., κατά των υπ' αριθμ. α) 148003/1-12-2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών που έχει μετατραπεί προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή 1500 ΕΥΡΩ για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών (ΑΝ 86/1967), και, β) 497/8-1-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 13868/7-12-2005 έφεσή του κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 148003/1-12-2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ.1 και 3 και 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως είναι δέκα (10) ημερών από την δημοσίευση της αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος είναι παρών, εάν δε δεν είναι παρών η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα (10) ημερών, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Σχετικά δε με την προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τον γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου. Επί πλέον δε απαιτείται να προτείνεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ. Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στις 4 Δεκεμβρίου του έτους 2009, η δε υπ' αριθμ. 148003/1-12-2005 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2005 εν απουσία του, στις 7-12-2005 άσκησε έφεση κατ' αυτής προ πάσης επιδόσεως, η εν λόγω απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό προς τούτο τηρούμενο βιβλίο στις 11 Ιανουαρίου 2006, συνεπώς είναι εκπρόθεσμη η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση. Η δε υπ' αριθμ. 497/8-1-2007 έτερη προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που απέρριψε την υπ' αριθμ. 13868/7-12-2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 148003/1-12-2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως ανυποστήρικτη, η οποία ερήμην απόφαση του επιδόθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2007, την παρέλαβε η σύνοικος θυγατέρα του Χ. Γ., στη δε αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Αργυρώ Αγγελή (ΑΜ ΔΣΑ 14657), που κατοικεί στο Παλαιό Φάληρο, οδός Αμφιτρίτης αριθμ. 11Α, της επιδόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2008, και άρα είναι και αυτή εκπρόθεσμη. Επί πλέον δε δεν επικαλείται κανένα από τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως όπως απαιτείται από το άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 102/4-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Γ. του Α. και της Ε., 40 ετών, ηλεκτρολόγου, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1) 148003/1-12-2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών που έχει μετατραπεί προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή 1500 ΕΥΡΩ για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, και 2) της υπ' αριθμ. 497/8-1-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 13868/7-12-2005 έφεσή του κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 148603/1-12-2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 29-4-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει με την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από την έκδοση της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμό 148003/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε για παράβαση του ΑΝ 86/1967 σε συνολική ποινή φυλάκισης 9 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και σε χρηματική ποινή 1000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμό πρωτ. 13868/07-12-2005 έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε ερήμην του, η προσβαλλόμενη με αριθμό 497/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Η απόφαση αυτή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο ο οποίος ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, επιδόθηκε αφενός στον κατηγορούμενο, όπως αυτό προκύπτει από το με χρονολογία 11 Δεκεμβρίου 2007 αποδεικτικό επιδόσεως του Ειδικού Φρουρού Α. Λ., και αφετέρου στον αντίκλητο του κατηγορουμένου την 25 Φεβρουαρίου 2008, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα Π. Μ. του Α.Τ Π. Φαλήρου. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία ας σημειωθεί καταχωρίσθηκε στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο κατά την οικεία βεβαίωση του Γραμματέα την 2-2-2007, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμό 102 από 4-12-2009 ;αίτηση αναιρέσεως, ήτοι μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., και συγκεκριμένα την 4-12-2009, δεδομένου ότι η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση της, έληγε την 21η Δεκεμβρίου 2007, χωρίς μάλιστα σ' αυτήν (έκθεση αναιρέσεως), να επικαλείται ο αναιρεσείων την ύπαρξη ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 102 από 4-12-2009 αίτηση του Γ. Γ. του Α. και της Ε., κατοίκου ... Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθμό 497/8-1-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης, χωρίς επίκληση λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Απαράδεκτη η αίτηση.
Προθεσμία
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
0
Αριθμός 1774/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητής, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ι., κατοίκου …, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.27/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης. Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 368/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 254/23-8-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμ. 1/8-3-2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Μ. του Ι., κατοίκου …, κατά του υπ'αριθμ. 27/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας με το υπ'αριθμ. 277/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος απάτης περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχης προξενηθείσης ζημίας που υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1 και 3 περ β' Π.Κ. όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 27/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεσή του επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη ( άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ), αφού ασκήθηκε την 8-3-2010 από τον ίδιο, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 24-2-2010 εντός της δεκαήμερης νόμιμης προθεσμίας η οποία παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας ήταν αργία (ημέρα Κυριακή). Επιπλέον ασκήθηκε η αναίρεση από δικαιούμενο σε άσκηση αυτής πρόσωπο (άρθρα 463, 482 ΚΠΔ) και στρέφεται κατά βουλεύματος υποκειμένου στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει αυτόν για κακούργημα και περιέχει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως, να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. 2) Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ'επιλογή μερικά εξ αυτών (ΑΠ 330/2007, ΑΠ 1560/2002, ΑΠ 108/2000). Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 492/2007 Π. Χρ ΝΗ 130). 3) Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 572/2005). 4) Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (Α.Π. 1057/2008 Π. Χρ. ΝΗ, 788 και ΑΠ 2228/2007 Π. Χρ. ΝΗ, 809). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό (βούλευμα) εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με βάση του από 15-10-1967 εταιρικού ομορρύθμου εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Λάρισας με αύξοντα αριθμό 434/17-10-1967, είχε συσταθεί ομόρρυθμη εμπορική εταιρία που έφερε την επωνυμία "... Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." με έδρα την …. Σκοπός της ήταν η δημιουργία ψυκτικής μονάδας για την συντήρηση οπωροκηπευτικών προϊόντων. Διάρκεια της oρίσονται τα σαράντα έτη, κεφάλαιο 500.000 δραχμές και διαχειριστής ο εκ των εταίρων και ήδη κατηγορούμενος Γ. Μ.. Μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του καταστατικού, στην ανωτέρω εταιρία κατά τον Ιούνιο του έτους 2006 συμμετείχαν ως ομόρρυθμοι εταίροι ο κατηγορούμενος Γ. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 20%, η σύζυγος του κατηγορούμενου Ε. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 10% και οι α] Σ. Γ. του Γ. με ποσοστό συμμετοχής 7,5%, β] Α. Γ. του Κ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, γ] Δ. Κ. του Ι. με ποσοστό συμμετοχής 15%, δ] Ι. Φ. του Δ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, ε] Δ. Φ. του Γ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, στ] Α. χήρα Α. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 7,5%, ζ] Α. Κ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 5%, η] Δ. Κ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 5%, θ] Θ. συζ. Α. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, ι] M.-Α. Μ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 5% και ια] Β. Μ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 5%. Με βάση το υπ' αριθμ. …/20-6-2006 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Δελή η ανωτέρω αναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία που εκπροσωπείται από όλους τους ανωτέρω ομορρύθμους εταίρους ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία σε έκαστο των εγκαλούντων Δ. Χ. και Κ. Χ. το σύνολο της ακίνητης και κινητής περιουσίας της και ειδικότερα το γήπεδο, τις εγκαταστάσεις και τον κινητό εξοπλισμό της, αντί χρηματικού ποσού 1.150.000 Ευρώ. Η θέληση των ως άνω συμβαλλομένων ήταν να μεταβιβασθεί η επιχείρηση στο σύνολο της [ενεργητικό και παθητικό], το δε οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε να υπογραφεί μέχρι την 20-7-2006. Κατά το χρονικό διάστημα όμως που ακολούθησε, και ύστερα από έρευνα του νομικού, οικονομικού και φορολογικού καθεστώτος της ανωτέρω εταιρίας, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν εφικτή η εκ μέρους των εγκαλούντων σύσταση και λειτουργία νέας εταιρίας με το αυτό αντικείμενο εργασιών, δεδομένου ότι η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αγιάς δεν ενέκρινε την συνεισφορά των περιουσιακών στοιχείων της ανωτέρω εταιρίας στην νέα εταιρία πριν ολοκληρωθεί η πλήρης φορολογική και οικονομική εκκαθάριση της προηγούμενης. Κατόπιν αυτού oι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι και oι εγκαλούντες συμφώνησαν από κοινού να υπαναχωρήσουν από την αρχική συμφωνία για την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "… Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο. Ε." ,και να μεταβιβασθούν κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία πλέον στους εγκαλούντες οι εταιρικές μερίδες της ανωτέρω εταιρίας, έτσι ώστε αυτή να εξακολουθήσει να λειτουργεί υπό νέα σύνθεση και χωρίς καμμία διακοπή της οικονομικής της δραστηριότητας. Στο χρονικό αυτό σημείο, δηλ. την 15-7-2006, ο κατηγορούμενος αξίωσε για πρώτη φορά από τους εγκαλούντες την επιπλέον καταβολή προς αυτόν συνολικού χρηματικού ποσού 85.000 Ευρώ, προς τούτο παρέστησε προς αυτούς εν γνώσει του ψευδώς ότι το ποσό αυτό του οφειλόταν από την ομόρρυθμη εταιρία και ειδικότερα ότι αυτό αφορούσε αφενός μεν σε διαχειριστική αμοιβή ποσού 50.000 Ευρώ που του όφειλε η εταιρία μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2006, χρονικό σημείο κατά το οποίο έπαυσε να είναι διαχειριστής της, και αφετέρου σε άτοκο προσωπικό δάνειο που αυτός είχε χορηγήσει στην εταιρία. Παράλληλα δήλωσε ρητώς προς τους εγκαλούντες ότι σε περίπτωση που αρνούνταν την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, αυτός δεν θα συναινούσε στην εκχώρηση του μεριδίου του και του μεριδίου της συζύγου [20% και 10% αντίστοιχα] και ότι θα επεδίωκε την εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου και την επέλευση όλων των απειλούμενων σε βάρος τους συνεπειών. Όταν oι εγκαλούντες του ζήτησαν τα σχετικά παραστατικά για τα ανωτέρω δύο κονδύλια, αυτός αφενός μεν τους κατέστησε σαφές ότι δεν επρόκειτο να τους προσκομίσει κανένα απολύτως παραστατικό και αφετέρου τους δήλωσε ότι δεν θα έπρεπε να ενημερωθεί κανένας άλλος εταίρος για το περιεχόμενο της ανωτέρω απαίτησης του και απείλησε σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μεταβίβαζε ούτε το δικό του εταιρικό μερίδιο ούτε αυτό της συζύγου του. Οι εγκαλούντες πείσθηκαν περί της ανωτέρω οφειλής της εταιρίας προσωπικά προς τον εκκαλούντα και δέχθηκαν να του καταβάλουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό, δεδομένου ότι η εκτέλεση του προσυμφώνου δεν τους εξασφάλιζε και υπήρχε επιτακτική ανάγκη να αρχίσει η λειτουργία της επιχείρησης επ' ονόματι τους μέχρι τέλος Ιουλίου 2006, διότι κατά το χρόνο αυτό αποθηκεύονται στα ψυγεία προς συντήρηση τα φρούτα [αχλάδια και μήλα κυρίως] των παραγωγών, οι οποίοι σε περίπτωση καθυστέρησης τους θα απευθύνονταν σε άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις. Λόγω αδυναμίας των εγκαλούντων για την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού σε μετρητά, ο πρώτος εξ'αυτών Δ. Χ. εξέδωσε στην Αγιά την με αριθμό … δίγραμμη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 85.000 Ευρώ, με μεταχρονολογημένη ημερομηνία έκδοσης την 30-5-2008, την οποία και παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πριν από την υπογραφή του από 21-7-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε το καταστατικό της ανωτέρω εταιρίας και αποχώρησαν από την εταιρία οι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι μεταβιβάζοντας τα ποσοστά συμμετοχής τους σε αυτήν στους εγκαλούντες, αντί συνολικού χρηματικού ποσού 700.000 Ευρώ. Με το ίδιo ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Λάρισας με αύξοντα αριθμό 583/4-8-2006, η εταιρία μετονομάσθηκε "… Δ. ΚΑΙ Κ. Χ. Ο.Ε.". Παράλληλα διευρύνθηκε ο σκοπός της και συμπεριλήφθηκε πλέον σε αυτήν και η εμπορία φρούτων. Έτσι μοναδικοί αυτής ομόρρυθμοι εταίροι με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος κατέστησαν οι εγκαλούντες με διαχειριστή τον πρώτο εξ' αυτών Δ. Χ.. Σχετικά με την παράδοση της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής, μεταξύ του κατηγορούμενου και των εγκαλούντων συντάχθηκε και υπογράφηκε το από 24-7-2006 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, στο οποίο ρητά διατυπώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε και οι εγκαλούντες αποδέχθηκαν ότι από το συνολικό ποσό των 85.000 Ευρώ, ποσό 50.000 Ευρώ αντιστοιχεί στην αμοιβή του κατηγορούμενου ως διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2006 και ποσό 35.000 Ευρώ αντιστοιχεί σε άτοκο δάνειο που κατέθεσε ο κατηγορούμενος στο ταμείο της ίδιας εταιρίας. Σύμφωνα και με όσα ήδη προεκτέθηκαν μετά την μεταβίβαση των εταιρικών συμμετοχών στους πολιτικώς ενάγοντες, οι τελευταίοι απέκτησαν για πρώτη φορά ευχέρεια πρόσβασης- στα βιβλία της εταιρίας και κατά τον έλεγχο τους διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή αμοιβής λόγω άσκησης διαχείρισης προς τον διαχειριστή-κατηγορούμενο καθώς επίσης και ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο δάνειο προς αυτόν. Κατόπιν αυτού oι εγκαλούντες ήλθαν σε προσωπική επαφή με όλους τους προηγούμενους εταίρους και ιδίως με την Μ. - Α. Μ., διαχειρίστρια της τελευταίας περιόδου της λειτουργίας της εταιρίας υπό την προηγούμενη μορφή της. Όλοι αυτοί τους επιβεβαίωσαν τα προεκτεθέντα. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν μοναδικός διαχειριστής της εταιρίας από την σύσταση της έως τον Φεβρουάριο του έτους 2006, οπότε και αποχώρησε και ανέλαβε χρέη διαχειριστή η ως άνω Μ.-Α. Μ.. Προέκυψε μάλιστα ότι μέχρι το έτος 1995 περίπου ο εκκαλών ελάμβανε, κατόπιν συμφωνίας με τους υπολοίπους ομορρύθμους εταίρους, διαχειριστική αμοιβή για την απασχόληση του στην εταιρία. Περαιτέρω κατά το έτος 1996 και προκειμένου να επιτύχει την συναίνεση των λοιπών ομορρύθμων εταίρων για την πρόσληψη του γαμπρού του ως υπαλλήλου της εταιρίας συμφώνησε προφορικά με όλους αυτούς να παύσει πλέον να λαμβάνει τη διαχειριστική αμοιβή. Σημειώνεται ότι από τα βιβλία της εταιρίας, τα οποία ο κατηγορούμενος μόνος του συνέτασσε, προκύπτει η εγγραφή στις 30-6-2005 ενός ποσού 20.000 Ευρώ για διαχειριστική αμοιβή στον ίδιο. Η Μ. Α., λογίστρια της εταιρίας από το έτος 1972 μέχρι και το χρόνο που διεξήχθη η κυρία ανάκριση, στην από 9-1-2009 ένορκη κατάθεση της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν ελάμβανε διαχειριστική αμοιβή και ότι την αφήνει κατάπληκτη το γεγονός ότι τον Ιούνιο του 2005 εμφανίζεται στα βιβλία να λαμβάνει το ποσό των 20.000 ευρώ για διαχειριστική αμοιβή. Αυτό δηλ. δεν ήταν συμβατό με όσα γνώριζε η ίδια ως εκ της ιδιότητας της όσον αφορά το θέμα της οφειλής ποσού 35.000 Ευρώ από ατομικό δάνειο. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 1998 έως τον Απρίλιο του έτους 1999 η εταιρία έλαβε δύο δάνεια 30.000.000 δραχμών και 9.000.000 δραχμών αντίστοιχα, τα οποία καλύφθηκαν από τους ομορρύθμους εταίρους κατά το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στην εταιρία και ότι το ποσό των 35.000 Ευρώ, που ανέφερε στους εγκαλούντες ως οφειλή από προσωπικό δάνειο, αντιστοιχεί στο ποσό των 11.700.000 δραχμών, το οποίο δάνεισε αυτός και η σύζυγός του. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκομίζει το σύνολο των αποδείξεων με βάση τις οποίες φέρονται να ελήφθησαν από την εταιρία τα ποσά των ανωτέρω δανείων από τους εταίρους, μεταξύ δε αυτών και τέσσερις αποδείξεις, συνολικού ποσού 11.700.000 δραχμών, που αφορούν στον ίδιο και στην σύζυγο του, καθώς επιπροσθέτως και τα αντίγραφα των ισοζυγίων λογιστικής μηνών Δεκεμβρίου 1998, Ιανουαρίου 1999 και Απριλίου 1999. Σε αυτά φαίνονται καταχωρημένα τα ανωτέρω δάνεια ποσών 30.000.000 δραχμών και 9.000.000 δραχμών. Με βάση όμως την αξιολόγηση του συνδυασμού των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι τα ανωτέρω δάνεια δεν εδόθησαν ποτέ στην πραγματικότητα από τους εταίρους και ότι οι εγγραφές αυτές είναι εικονικές και έγιναν αποκλειστικά για λογιστικούς λόγους. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος ουδέποτε προγενέστερα είχε ισχυρισθεί προς τους λοιπούς εταίρους την ύπαρξη των ανωτέρω οφειλών προς αυτόν, πράγμα το οποίο δεν έπραξε ούτε τον Φεβρουάριο του 2006 προς την M.-Α. Μ., όταν εκείνη είχε αναλάβει χρέη διαχειριστή στην θέση του. Το πρώτο που ισχυρίσθηκε την ύπαρξη των ανωτέρω οφειλών προς αυτόν, ήταν στις 15-7-2006 προς τους εγκαλούντες και επειδή γνώριζε ότι οι υπόλοιποι εταίροι θα τον διέψευδαν ζήτησε επιμόνως από αυτούς να μην τους ενημερώσουν, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα συναινούσε στην μεταβίβαση της εταιρικής συμμετοχής αυτού και της συζύγου του. Το τελευταίο φανερώνει την δολιότητα της συμπεριφοράς του εκκαλούντος. Τέλος και κατά τον φορολογοοικονομικό έλεγχο των βιβλίων της εταιρίας από την Α' Δ.Ο.Υ. Λάρισας, που διενεργήθηκε στις αρχές του έτους 2007, διαπιστώθηκε με βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε καμία οφειλή προς τον κατηγορούμενο για τις προαναφερθείσες αιτίες. Ο εκκαλών στις 2-7-2007 εμφάνισε προς πληρωμή την ανωτέρω επιταγή ποσού 85.000 Ευρώ, η οποία και δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου. Στη συνέχεια και μετά από σχετική αίτησή του εκδόθηκε επί της ανωτέρω επιταγής η με αριθμό 797/2007 Διαταγή Πληρωμής, με την οποία ο πρώτος Δ. Χ. διατάχθηκε να πληρώσει στον κατηγορούμενο το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Ο Δ. Χ. άσκησε ανακοπή κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και εκδόθηκε η με αριθμό 18/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την ανακοπή με το σκεπτικό ότι η ανωτέρω επιταγή εκδόθηκε για ανύπαρκτη αιτία. Σύμφωνα με το αναλυτικό σκεπτικό της απόφασης αυτής που εμπεριέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπου ανακόπτων ήταν ο εκ των εγκαλούντων Δ. Χ. και καθ'ου η ανακοπή ο κατηγορούμενος η εν λόγω ανακοπή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 797/2007 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας διότι: " Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείo δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρία όφειλε στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό των (50.000) € ως διαχειριστική αμοιβή, καθόσον δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο (βιβλία της εταιρίας) από το οποίο να προκύπτει η οφειλή αυτή προς τον καθ' ου η ανακοπή, παρά το γεγονός ότι ο καθ' ου η ανακοπή ήταν ο διαχειριστής της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας " ...-Γ. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε." μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2006. Ομοίως και το ποσό των (35.000) € που ισχυρίζεται ο καθ' ου η ανακοπή ότι είχε δανείσει στην εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία, από κανένα αξιόπιστο στοιχείο δεν προκύπτει ότι οφείλεται, καθόσον δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι είχε γίνει στα βιβλία της εν λόγω εταιρίας κάποια εγγραφή για ληφθέν δάνειο ποσού (35.000) € από τον καθ'ου η ανακοπή." Τα παραπάνω ενισχύονται, εκτός των άλλων και από την από 9-1-2009 ένορκη κατάθεση της Μ. Α., λογίστριας της υπό πώληση εταιρίας από το 1972, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος "...δεν έπαιρνε διαχειριστική αμοιβή αλλά τον Ιούνιο του 2005 εμφανίζεται στα βιβλία να παίρνει το ποσό των 20.000 €, γεγονός το οποίο με άφησε κι εμένα έκπληκτη". Η ίδια η μάρτυρας διευκρίνισε στην κατάθεση της αυτή ότι δεν θυμάται αν κατά τα έτη 1998-1999 ο κατηγορούμενος και εκκαλών χορήγησε δάνειο από 35.000 € στην ανώτερο εταιρία όπου η ίδια, όπως λέχθηκε, για πολλά χρόνια εργαζόταν ως λογίστρια. Τέλος, η ίδια δήλωσε ότι "όλα έχουν εξοφληθεί, διότι τα βιβλία έχουν κλείσει". Τούτο σημαίνει ότι κατά ασφαλή εκ της εργασίας της γνώση της λογίστριας της ανωτέρω υπό πώληση εταιρίας δεν υφίσταντο αξιώσεις του κατηγορουμένου κατ' αυτής. Χαρακτηριστική δε και συνηγορούσα υπέρ της ορθότητας των παραπάνω σκέψεων, τις οποίες υιοθέτησε και το εκκαλούμενο βούλευμα, είναι και η από 13-11-2008 ένορκη κατάθεση του Δ. Κ., εταίρου της εν λόγω ως άνω εταιρίας από το έτος 1984. Σε αυτήν ο μάρτυρας αυτής κατέθεσε κατά λέξη για το επίμαχο ζήτημα της υποθέσεως τα εξής: "Από ότι γνωρίζω ο κ. Μ. κάποια χρόνια έπαιρνε διαχειριστική αμοιβή αλλά μετά από προφορική συμφωνία με τους λοιπούς εταίρους παραιτήθηκε από τη διαχειριστική του αμοιβή υπό τον όρο ότι θα έμπαινε στην εταιρία ο γαμπρός του ως εργαζόμενος. Η συμφωνία αυτή έγινε περίπου το έτος 1995 και από τότε και μετά ο κ. Μ. δεν δικαιούταν αμοιβή σύμφωνα με την ανωτέρω συμφωνία μας. Αποκλείεται η εταιρία να είχε πάρει δάνειο από τον κ. Μ. το έτος 1999 και μέχρι την πώληση αυτής ο κ. Μ. να μην είχε πάρει τα λεφτά του πίσω, τη στιγμή μάλιστα που ήταν και διαχειριστής αυτής και όταν μάλιστα το δάνειο ήταν και άτοκο. Κατά τη συμφωνία για την πώληση της εταιρίας ο κ. Μ. δεν ανέφερε ότι η εταιρία χρωστούσε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 85.000 € όπως επίσης δεν το ανέφερε αυτό ούτε κατά τις διαπραγματεύσεις. Σε όσες συγκεντρώσεις της εταιρίας ήμουν εγώ παρών, γιατί δεν ήμουνα σε όλες, δεν αναφέρθηκε ο κ. Μ. σε οφειλές της εταιρίας προς αυτόν." Τα αυτά προκύπτουν και από την από 17-12-2008 ένορκη κατάθεση της Μ.-Α. Μ. στην οποία, επιπλέον καταλήγοντας τόνισε ότι στα ισοζύγια λογιστικής Δεκεμβρίου 1998, Ιανουαρίου και Απριλίου 1999 η φερόμενη προσωρινή κατάθεση αποτελούσε για λογιστικούς λόγους και μόνο "λογιστική εγγραφή" Από τα προεκτεθέντα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ορθά δε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας τον παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχης προξενηθείσης ζημίας που υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ. Ακολούθως το Συμβούλιο, με δικές του σκέψεις, κατά την έρευνα του υποβληθέντος από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν του, δέχθηκε τα εξής: " δεν είναι αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού ενώπιον του Συμβουλίου, προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινήσεων επί της κατηγορίας, δεδομένου ότι με την απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας του Α' Τμήματος Λάρισας και με το πολυσέλιδο υπόμνημα που κατέθεσε σ'αυτήν, ανέπτυξε διεξοδικά και λεπτομερώς τις απόψεις του επ'αυτής (κατηγορία). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3 περ. β Π.Κ. όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Νόμου 2721/1999, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκπλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 περ. β και δ' Κ.Π.Δ.), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο των Εφετών, προκειμένου να στηρίξει την παραπεμπτική του κρίση, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα έγγραφά της δικογραφίας μεταξύ των οποίων και τα κατωτέρω: α) το από 14.6.2007 έγγραφο το οποίο φέρει την υπογραφή των εγκαλούντων, β) το υπ'αριθμ. …/20-6-2006 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Δελή και 3) το από 21.7.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης και μεταβίβασης στους εγκαλούντες του συνόλου των εταιρικών μεριδίων. Περαιτέρω, οι αναφερόμενες στο δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις αφενός μεν δεν συνιστούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ., αφετέρου δε αντίκεινται στα δεκτά γενόμενα από το Συμβούλιο Εφετών, πραγματικά περιστατικά. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 1/8-3-2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Μ. του Ι., κατοίκου …, κατά του υπ'αριθμ. 27/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 22-6-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη υπ'αριθμ.1/8-3-2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Μ. του Ι., κατοίκου …, κατά του υπ'αριθμ.27/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η από 6-7-2009 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ.277/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΟλΑΠ 1420/1986 ΠΧ ΛΖ/162, ΑΠ 1636/2006 ΠΧ' 2007.734 ΠΧ' 2007.429). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικο χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ'του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραμπεπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική ή μερική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την οποία (πρόταση) συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας που εξέδωσε το πληττόμενο υπ'αριθμ.27/2010 βούλευμα του, δέχθηκε, με καθολική αναφορά, επιτρεπτώς, στη ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, κατά την ανελεγκτή περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με βάση του από 15-10-1967 εταιρικού ομορρύθμου εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Λάρισας με αύξοντα αριθμό 434/17-10-1967, είχε συσταθεί ομόρρυθμη εμπορική εταιρία που έφερε την επωνυμία "… -Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." με έδρα την …. Σκοπός της ήταν η δημιουργία ψυκτικής μονάδας για την συντήρηση οπωροκηπευτικών προϊόντων. Διάρκεια της ορίσονται τα σαράντα έτη, κεφάλαιο 500.000 δραχμές και διαχειριστής ο εκ των εταίρων και ήδη κατηγορούμενος Γ. Μ.. Μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του καταστατικού, στην ανωτέρω εταιρία κατά τον Ιούνιο του έτους 2006 συμμετείχαν ως ομόρρυθμοι εταίροι ο κατηγορούμενος Γ. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 20%, η σύζυγος του κατηγορούμενου Ε. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 10% και οι α] Σ. Γ. του Γ. με ποσοστό συμμετοχής 7,5%, β] Α. Γ. του Κ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, γ] Δ. Κ. του Ι. με ποσοστό συμμετοχής 15%, δ] Ι. Φ. του Δ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, ε] Δ. Φ. του Γ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, στ] Α. χήρα Α. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 7,5%, ζ] Α. Κ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 5%, η] Δ. Κ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 5%, θ] Θ. συζ. Α. Μ. με ποσοστό συμμετοχής 5%, ι] Μ.-Α. Μ. του Αποστόλου με ποσοστό συμμετοχής 5% και ια] Β. Μ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 5%. Με βάση το υπ' αριθμ. …/20-6-2006 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Δελή η ανωτέρω αναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία που εκπροσωπείται από όλους τους ανωτέρω ομορρύθμους εταίρους ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία σε έκαστο των εγκαλούντων Δ. Χ. και Κ. Χ. το σύνολο της ακίνητης και κινητής περιουσίας της και ειδικότερα το γήπεδο, τις εγκαταστάσεις και τον κινητό εξοπλισμό της, αντί χρηματικού ποσού 1.150.000 Ευρώ. Η θέληση των ως άνω συμβαλλομένων ήταν να μεταβιβασθεί η επιχείρηση στο σύνολο της [ενεργητικό και παθητικό], το δε οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε να υπογραφεί μέχρι την 20-7-2006. Κατά το χρονικό διάστημα όμως που ακολούθησε, και ύστερα από έρευνα του νομικού, οικονομικού και φορολογικού καθεστώτος της ανωτέρω εταιρίας, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν εφικτή η εκ μέρους των εγκαλούντων σύσταση και λειτουργία νέας εταιρίας με το αυτό αντικείμενο εργασιών, δεδομένου ότι η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αγιάς δεν ενέκρινε την συνεισφορά των περιουσιακών στοιχείων της ανωτέρω εταιρίας στην νέα εταιρία πριν ολοκληρωθεί η πλήρης φορολογική και οικονομική εκκαθάριση της προηγούμενης. Κατόπιν αυτού οι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι και οι εγκαλούντες συμφώνησαν από κοινού να υπαναχωρήσουν από την αρχική συμφωνία για την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "… - Γ.Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο. Ε." ,και να μεταβιβασθούν κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία πλέον στους εγκαλούντες οι εταιρικές μερίδες της ανωτέρω εταιρίας, έτσι ώστε αυτή να εξακολουθήσει να λειτουργεί υπό νέα σύνθεση και χωρίς καμμία διακοπή της οικονομικής της δραστηριότητας. Στο χρονικό αυτό σημείο, δηλ. την 15-7-2006, ο κατηγορούμενος αξίωσε για πρώτη φορά από τους εγκαλούντες την επιπλέον καταβολή προς αυτόν συνολικού χρηματικού ποσού 85.000 Ευρώ, προς τούτο παρέστησε προς αυτούς εν γνώσει του ψευδώς ότι το ποσό αυτό του οφειλόταν από την ομόρρυθμη εταιρία και ειδικότερα ότι αυτό αφορούσε αφενός μεν σε διαχειριστική αμοιβή ποσού 50.000 Ευρώ που του όφειλε η εταιρία μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2006, χρονικό σημείο κατά το οποίο έπαυσε να είναι διαχειριστής της, και αφετέρου σε άτοκο προσωπικό δάνειο που αυτός είχε χορηγήσει στην εταιρία. Παράλληλα δήλωσε ρητώς προς τους εγκαλούντες ότι σε περίπτωση που αρνούνταν την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, αυτός δεν θα συναινούσε στην εκχώρηση του μεριδίου του και του μεριδίου της συζύγου [20% και 10% αντίστοιχα] και ότι θα επεδίωκε την εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου και την επέλευση όλων των απειλούμενων σε βάρος τους συνεπειών. Όταν οι εγκαλούντες του ζήτησαν τα σχετικά παραστατικά για τα ανωτέρω δύο κονδύλια, αυτός αφενός μεν τους κατέστησε σαφές ότι δεν επρόκειτο να τους προσκομίσει κανένα απολύτως παραστατικό και αφετέρου τους δήλωσε ότι δεν θα έπρεπε να ενημερωθεί κανένας άλλος εταίρος για το περιεχόμενο της ανωτέρω απαίτησης του και απείλησε σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μεταβίβαζε ούτε το δικό του εταιρικό μερίδιο ούτε αυτό της συζύγου του. Οι εγκαλούντες πείσθηκαν περί της ανωτέρω οφειλής της εταιρίας προσωπικά προς τον εκκαλούντα και δέχθηκαν να του καταβάλουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό, δεδομένου ότι η εκτέλεση του προσυμφώνου δεν τους εξασφάλιζε και υπήρχε επιτακτική ανάγκη να αρχίσει η λειτουργία της επιχείρησης επ' ονόματι τους μέχρι τέλος Ιουλίου 2006, διότι κατά το χρόνο αυτό αποθηκεύονται στα ψυγεία προς συντήρηση τα φρούτα [αχλάδια και μήλα κυρίως] των παραγωγών, οι οποίοι σε περίπτωση καθυστέρησης τους θα απευθύνονταν σε άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις. Λόγω αδυναμίας των εγκαλούντων για την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού σε μετρητά, ο πρώτος εξ'αυτών Δ. Χ. εξέδωσε στην Αγια την με αριθμό … δίγραμμη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 85.000 Ευρώ, με μεταχρονολογημένη ημερομηνία έκδοσης την 30-5-2008, την οποία και παρέδωσε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πριν από την υπογραφή του από 21-7-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε το καταστατικό της ανωτέρω εταιρίας και αποχώρησαν από την εταιρία οι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι μεταβιβάζοντας τα ποσοστά συμμετοχής τους σε αυτήν στους εγκαλούντες, αντί συνολικού χρηματικού ποσού 700.000 Ευρώ. Με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Λάρισας με αύξοντα αριθμό 583/4-8-2006, η εταιρία μετονομάσθηκε "…. Δ. ΚΑΙ Κ. Χ. Ο.Ε.". Παράλληλα διευρύνθηκε ο σκοπός της και συμπεριλήφθηκε πλέον σε αυτήν και η εμπορία φρούτων. Έτσι μοναδικοί αυτής ομόρρυθμοι εταίροι με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος κατέστησαν οι εγκαλούντες με διαχειριστή τον πρώτο εξ1 αυτών Δ. Χ.. Σχετικά με την παράδοση της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής, μεταξύ του κατηγορούμενου και των εγκαλούντων συντάχθηκε και υπογράφηκε το από 24-7-2006 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, στο οποίο ρητά διατυπώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε και οι εγκαλούντες αποδέχθηκαν ότι από το συνολικό ποσό των 85.000 Ευρώ, ποσό 50.000 Ευρώ αντιστοιχεί στην αμοιβή του κατηγορούμενου ως διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…- Γ.Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2006 και ποσό 35.000 Ευρώ αντιστοιχεί σε άτοκο δάνειο που κατέθεσε ο κατηγορούμενος στο ταμείο της ίδιας εταιρίας. Σύμφωνα και με όσα ήδη προεκτέθηκαν μετά την μεταβίβαση των εταιρικών συμμετοχών στους πολιτικώς ενάγοντες, οι τελευταίοι απέκτησαν για πρώτη φορά ευχέρεια πρόσβασης- στα βιβλία της εταιρίας και κατά τον έλεγχο τους διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή αμοιβής λόγω άσκησης διαχείρισης προς τον διαχειριστή-κατηγορούμενο καθώς επίσης και ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο δάνειο προς αυτόν. Κατόπιν αυτού οι εγκαλούντες ήλθαν σε προσωπική επαφή με όλους τους προηγούμενους εταίρους και ιδίως με την Μ. - Α. Μ., διαχειρίστρια της τελευταίας περιόδου της λειτουργίας της εταιρίας υπό την προηγούμενη μορφή της. Όλοι αυτοί τους επιβεβαίωσαν τα προεκτεθέντα. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν μοναδικός διαχειριστής της εταιρίας από την σύσταση της έως τον Φεβρουάριο του έτους 2006, οπότε και αποχώρησε και ανέλαβε χρέη διαχειριστή η ως άνω Μ.-Α. Μ.. Προέκυψε μάλιστα ότι μέχρι το έτος 1995 περίπου ο εκκαλών ελάμβανε, κατόπιν συμφωνίας με τους υπολοίπους ομορρύθμους εταίρους, διαχειριστική αμοιβή για την απασχόληση του στην εταιρία. Περαιτέρω κατά το έτος 1996 και προκειμένου να επιτύχει την συναίνεση των λοιπών ομορρύθμων εταίρων για την πρόσληψη του γαμπρού του ως υπαλλήλου της εταιρίας συμφώνησε προφορικά με όλους αυτούς να παύσει πλέον να λαμβάνει τη διαχειριστική αμοιβή. Σημειώνεται ότι από τα βιβλία της εταιρίας, τα οποία ο κατηγορούμενος μόνος του συνέτασσε, προκύπτει η εγγραφή στις 30-6-2005 ενός ποσού 20.000 Ευρώ για διαχειριστική αμοιβή στον ίδιο. Η Μ. Α., λογίστρια της εταιρίας από το έτος 1972 μέχρι και το χρόνο που διεξήχθη η κυρία ανάκριση, στην από 9-1-2009 ένορκη κατάθεση της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν ελάμβανε διαχειριστική αμοιβή και ότι την αφήνει κατάπληκτη το γεγονός ότι τον Ιούνιο του 2005 εμφανίζεται στα βιβλία να λαμβάνει το ποσό των 20.000 ευρώ για διαχειριστική αμοιβή. Αυτό δηλ. δεν ήταν συμβατό με όσα γνώριζε η ίδια ως εκ της ιδιότητας της όσον αφορά το θέμα της οφειλής ποσού 35.000 Ευρώ από ατομικό δάνειο. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 1998 έως τον Απρίλιο του έτους 1999 η εταιρία έλαβε δύο δάνεια 30.000.000 δραχμών και 9.000.000 δραχμών αντίστοιχα, τα οποία καλύφθηκαν από τους ομορρύθμους εταίρους κατά το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στην εταιρία και ότι το ποσό των 35.000 Ευρώ, που ανέφερε στους εγκαλούντες ως οφειλή από προσωπικό δάνειο, αντιστοιχεί στο ποσό των 11.700.000 δραχμών, το οποίο δάνεισε αυτός και η σύζυγος του. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκομίζει το σύνολο των αποδείξεων με βάση τις οποίες φέρονται να ελήφθησαν από την εταιρία τα ποσά των ανωτέρω δανείων από τους εταίρους, μεταξύ δε αυτών και τέσσερις αποδείξεις, συνολικού ποσού 11.700.000 δραχμών, που αφορούν στον ίδιο και στην σύζυγο του, καθώς επιπροσθέτως και τα αντίγραφα των ισοζυγίων λογιστικής μηνών Δεκεμβρίου 1998, Ιανουαρίου 1999 και Απριλίου 1999. Σε αυτά φαίνονται καταχωρημένα τα ανωτέρω δάνεια ποσών 30.000.000 δραχμών και 9.000.000 δραχμών. Με βάση όμως την αξιολόγηση του συνδυασμού των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι τα ανωτέρω δάνεια δεν εδόθησαν ποτέ στην πραγματικότητα από τους εταίρους και ότι οι εγγραφές αυτές είναι εικονικές και έγιναν αποκλειστικά για λογιστικούς λόγους. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος ουδέποτε προγενέστερα είχε ισχυρισθεί προς τους λοιπούς εταίρους την ύπαρξη των ανωτέρω οφειλών προς αυτόν, πράγμα το οποίο δεν έπραξε ούτε τον Φεβρουάριο του 2006 προς την Μ.-Α. Μ., όταν εκείνη είχε αναλάβει χρέη διαχειριστή στην θέση του. Το πρώτο που ισχυρίσθηκε την ύπαρξη των ανωτέρω οφειλών προς αυτόν, ήταν στις 15-7-2006 προς τους εγκαλούντες και επειδή γνώριζε ότι οι υπόλοιποι εταίροι θα τον διέψευδαν ζήτησε επιμόνως από αυτούς να μην τους ενημερώσουν, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα συναινούσε στην μεταβίβαση της εταιρικής συμμετοχής αυτού και της συζύγου του. Το τελευταίο φανερώνει την δολιότητα της συμπεριφοράς του εκκαλούντος. Τέλος και κατά τον φορολογοοικονομικό έλεγχο των βιβλίων της εταιρίας από την Α' Δ.Ο.Υ. Λάρισας, που διενεργήθηκε στις αρχές του έτους 2007, διαπιστώθηκε με βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε καμία οφειλή προς τον κατηγορούμενο για τις προαναφερθείσες αιτίες. Ο εκκαλών στις 2-7-2007 εμφάνισε προς πληρωμή την ανωτέρω επιταγή ποσού 85.000 Ευρώ, η οποία και δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου. Στη συνέχεια και μετά από σχετική αίτηση του εκδόθηκε επί της ανωτέρω επιταγής η με αριθμό 797/2007 Διαταγή Πληρωμής, με την οποία ο πρώτος Δ. Χ. διατάχθηκε να πληρώσει στον κατηγορούμενο το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Ο Δ. Χ. άσκησε ανακοπή κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και εκδόθηκε η με αριθμό 18/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την ανακοπή με το σκεπτικό ότι η ανωτέρω επιταγή εκδόθηκε για ανύπαρκτη αιτία. Σύμφωνα με το αναλυτικό σκεπτικό της απόφασης αυτής που εμπεριέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπου ανακόπτων ήταν ο εκ των εγκαλούντων Δ. Χ. και καθ'ου η ανακοπή ο κατηγορούμενος η εν λόγω ανακοπή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 797/2007 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας διότι: "Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρία όφειλε στον καθ1 ου η ανακοπή το ποσό των (50.000) € ως διαχειριστική αμοιβή, καθόσον δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο (βιβλία της εταιρίας) από το οποίο να προκύπτει η οφειλή αυτή προς τον καθ' ου η ανακοπή, παρά το γεγονός ότι ο καθ1 ου η ανακοπή ήταν ο διαχειριστής της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας " ...-Γ. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε." μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2006. Ομοίως και το ποσό των (35.000) € που ισχυρίζεται ο καθ' ου η ανακοπή ότι είχε δανείσει στην εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία, από κανένα αξιόπιστο στοιχείο δεν προκύπτει ότι οφείλεται, καθόσον δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι είχε γίνει στα βιβλία της εν λόγω εταιρίας κάποια εγγραφή για ληφθέν δάνειο ποσού (35.000) € από τον καθ'ου η ανακοπή." Τα παραπάνω ενισχύονται, εκτός των άλλων και από την από 9-1-2009 ένορκη κατάθεση της Μ. Α., λογίστριας της υπό πώληση εταιρίας από το 1972, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος "...δεν έπαιρνε διαχειριστική αμοιβή αλλά τον Ιούνιο του 2005 εμφανίζεται στα βιβλία να παίρνει το ποσό των 20.000 €, γεγονός το οποίο με άφησε κι εμένα έκπληκτη". Η ίδια η μάρτυρας διευκρίνισε στην κατάθεση της αυτή ότι δεν θυμάται αν κατά τα έτη 1998-1999 ο κατηγορούμενος και εκκαλών χορήγησε δάνειο από 35.000 € στην ανώτερο εταιρία όπου η ίδια, όπως λέχθηκε, για πολλά χρόνια εργαζόταν ως λογίστρια. Τέλος, η ίδια δήλωσε ότι "όλα έχουν εξοφληθεί, διότι τα βιβλία έχουν κλείσει". Τούτο σημαίνει ότι κατά ασφαλή εκ της εργασίας της γνώση της λογίστριας της ανωτέρω υπό πώληση εταιρίας δεν υφίσταντο αξιώσεις του κατηγορουμένου κατ' αυτής. Χαρακτηριστική δε και συνηγορούσα υπέρ της ορθότητας των παραπάνω σκέψεων, τις οποίες υιοθέτησε και το εκκαλούμενο βούλευμα, είναι και η από 13-11-2008 ένορκη κατάθεση του Δ. Κ., εταίρου της εν λόγω ως άνω εταιρίας από το έτος 1984. Σε αυτήν ο μάρτυρας αυτής κατέθεσε κατά λέξη για το επίμαχο ζήτημα της υποθέσεως τα εξής: "Από ότι γνωρίζω ο κ. Μ. κάποια χρόνια έπαιρνε διαχειριστική αμοιβή αλλά μετά από προφορική συμφωνία με τους λοιπούς εταίρους παραιτήθηκε από τη διαχειριστική του αμοιβή υπό τον όρο ότι θα έμπαινε στην εταιρία ο γαμπρός του ως εργαζόμενος. Η συμφωνία αυτή έγινε περίπου το έτος 1995 και από τότε και μετά ο κ. Μ. δεν δικαιούταν αμοιβή σύμφωνα με την ανωτέρω συμφωνία μας. Αποκλείεται η εταιρία να είχε πάρει δάνειο από τον κ. Μ. το έτος 1999 και μέχρι την πώληση αυτής ο κ. Μ. να μην είχε πάρει τα λεφτά του πίσω, τη στιγμή μάλιστα που ήταν και διαχειριστής αυτής και όταν μάλιστα το δάνειο ήταν και άτοκο. Κατά τη συμφωνία για την πώληση της εταιρίας ο κ. Μ. δεν ανέφερε ότι η εταιρία χρωστούσε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 85.000 € όπως επίσης δεν το ανέφερε αυτό ούτε κατά τις διαπραγματεύσεις. Σε όσες συγκεντρώσεις της εταιρίας ήμουν εγώ παρών, γιατί δεν ήμουνα σε όλες, δεν αναφέρθηκε ο κ. Μ. σε οφειλές της εταιρίας προς αυτόν." Τα αυτά προκύπτουν και από την από 17-12-2008 ένορκη κατάθεση της Μ.-Α. Μ. στην οποία, επιπλέον καταλήγοντας τόνισε ότι στα ισοζύγια λογιστικής Δεκεμβρίου 1998, Ιανουαρίου και Απριλίου 1999 η φερόμενη προσωρινή κατάθεση αποτελούσε για λογιστικούς λόγους και μόνο "λογιστική εγγραφή ". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη της κατά του κατηγορουμένου επ' ακροατηρίου κατηγορίας για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, απέρριψε την υπ'αριθμ.20/6-7-2009 έφεση του ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το υπ'αριθμ.277/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, για να δικασθεί ως υπαίτιος καουργηματικής απάτης (με παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 85000 ευρώ) σε βάρος των εγκαλούντων Δ. Χ. και Κ. Χ.. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην επαρκή και αναλυτική εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται ότι συνήγαγε τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της κακουργηματικής απάτης από τις μαρτυρικές καταθέσεις και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, στα οποία περιλαμβάνονται η υπ'αριθμ.797/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η υπ'αριθμ.18/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας επί της ανακοπής που άσκησε ο εκ των εγκαλούντων Δ. Χ. κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, το από 14-6-2007 έγγραφο το οποίο φέρει την υπογραφή των εγκαλούντων, το υπ' αριθμ. …/20-6-2006 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Δελή και το από 21-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης και μεταβίβασης στους εγκαλούντες του συνόλου των εταιρικών μεριδίων της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "… -Γ.Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β'και δ'ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος (έλλειψη αιτιολογίας) κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτόν προσβάλλεται η αναιρετικώς ανελεγκτή εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικό συμβούλιο. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2010 αίτηση του Γ. Μ. του Ι., κατοίκου …, για αναίρεση του υπ'αριθμ.27/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε έφεση κατ' ουσίαν κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική (λόγω ποσού) απάτη. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αμφοτέρων των ως άνω λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης συνολικώς.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1773/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-10 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη, περί αναιρέσεως της 2635/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 646/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και γ' του ν. 3459/2006 (Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά) που ίσχυε κατά τον κατωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 2.900 μέχρι 290.000 ευρώ, τιμωρείται όποιος εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί, κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρ. 1 παρ. 2 πίνακας Α' αριθμ. 5 του ως άνω Κώδικα). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής από τα ανωτέρω εγκλήματα πραγματώνονται αντικειμενικώς η μεν αγορά και πώληση με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοσή τους προς αυτόν, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος η δε κατοχή με την φυσική εξουσίασή τους, από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική τους υπόσταση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 23 του ως άνω Κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά, ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αυτού τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αν εκτός άλλων περιπτώσεων ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας , οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Εν όψει αυτών, συναυτουργία στην αγορά και κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υπάρχει κοινός δόλος αποκτήσεως ουσιών που γνωρίζουν ότι είναι ναρκωτικά με την παράδοση σ' αυτούς ως αγοραστές αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, επί αγοράς και κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών καθώς και δυνατότητα ασκήσεως φυσικής εξουσιάσεως αυτών των ουσιών από όλους τους συναυτουργούς κατά τρόπο που να μπορεί καθένας από αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, επί συγκατοχής. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις όπως είναι οι προαναφερθείσες των άρθρων 23 του ν. 3459/2006 και 13 στοιχ. στ' Π.Κ. και να περιλαμβάνει ειδικότερη έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε συνετή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι, σε σχέση με τις πράξεις παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα για τις οποίες καταδικάστηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά από πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, στις αρχές Οκτωβρίου 2006 ότι Αλβανός με το όνομα Κ, ο οποίος διαμένει στο ..., επί της οδού ... και κινείται με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, κόκκινου χρώματος, κατέχει και διακινεί σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών του Τμήματος Δυτικής Αττικής (...) μεταξύ των οποίων ήταν και ο μάρτυρας κατηγορίας Ζ, αφού τον εντόπισαν, τον έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση και τελικά τον συνέλαβαν στις 12-10-2006, για υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών ουσιών, που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης. Κατά την παρακολούθηση όμως αυτή είχε διαπιστωθεί, από τους αστυνομικούς, ολιγόλεπτη συνάντηση του εν λόγω Αλβανού με τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο Χ, στις 9-10-2006, τις βραδινές ώρες στο ύψος του σταθμού των υπεραστικών λεωφορείων (ΚΤΕΛ) επί της λεωφόρου ..., όπου ο μεν Αλβανός είχε μεταβεί με το παραπάνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, ο δε κατηγορούμενος με ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, χρώματος μαύρου, με ξένες πινακίδες κυκλοφορίας. Έτσι τέθηκε υπό αστυνομική παρακολούθηση και ο κατηγορούμενος, από την οποία διαπιστώθηκε ότι αυτός διαμένει στην οδό .... Στις 13-10-2006 δόθηκε εντολή στους αστυνομικούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο μάρτυρας κατηγορίας Ζ, να μεταβούν στην παραπάνω διεύθυνση, στον ..., για να εντοπίσουν και να ελέγξουν τον οδηγό του μαύρου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας RENAULT. Περί ώρα 10 το πρωί είδαν τον κατηγορούμενο να εξέρχεται από την οικία του, τον στάματησαν και του έκαναν έλεγχο, από τον οποίο δεν βρέθηκαν πάνω του ναρκωτικές ουσίες. Σε έρευνα που επακολούθησε μέσα στην οικία του βρέθηκε το από 19-9-2006 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας και ένα ζευγάρι κλειδιά με χαρτάκι που έφερε την ένδειξη "12 ΚΕΝ". Με το μισθωτήριο αυτό, ο κατηγορούμενος είχε μισθώσει από τον ..., στις 19-9-2006, ένα διαμέρισμα στον 6ο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό ..., για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, έναντι μηνιαίου μισθώματος 350 ευρώ καταβάλλοντας το ποσό των 700 ευρώ για εγγύηση και το ποσό των 350 ευρώ ως μίσθωμα του μηνός 19-9-2006 έως 18-10-2006. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να αποκαλύψει στους αστυνομικούς σε ποια περιοχή των Αθηνών βρισκόταν το μισθωμένο από αυτόν τον ίδιο διαμέρισμα (δεδομένου ότι στο μισθωτήριο δεν αναφερόταν περιοχή), το οποίο εντόπισαν οι αστυνομικοί μετά από δική τους έρευνα σε οδούς της ... και των γύρω περιοχών με την ονομασία ... και έτσι οδηγήθηκαν στην οδό ..., όπου διαπίστωσαν ότι με το ένα από τα κλειδιά που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου, στην οικία του άνοιγε η πόρτα της κεντρικής εισόδου της εκεί πολυκατοικίας. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί οδήγησαν στην πολυκατοικία αυτή τον κατηγορούμενο ο οποίος τους αποκάλυψε πλέον ότι το διαμέρισμα που είχε μισθώσει βρισκόταν στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας (δώμα), όπου και τους οδήγησε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος με δικό του κλειδί. Ακολούθησε έρευνα από τους αστυνομικούς στο διαμέρισμα, κατά την οποία ήταν παρών ο κατηγορούμενος, και εντός αυτού βρέθηκαν 28 ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, 14.623 γραμμαρίων, μία νάυλον σακούλα με σκόνη, που, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, περιείχε παρακεταμόλη και καφεΐνη για την μίξη της ηρωίνης, βάρους 8.050 γραμμαρίων, δύο μίξερ (αναδευτήρες), δύο ζυγαριές ακριβείας, μία μηχανή (πρέσα) με διάφορα εξαρτήματα για την τυποποίηση της ηρωίνης και ένα αερόθερμο. Η παραπάνω ποσότητα ηρωίνης αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης, άλλως ίσης ποσότητας ηρωίνης, την οποία ο κατηγορούμενος, με πρόθεση από κοινού με ένα άλλο άτομο, με το όνομα "..." τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, είχε αγοράσει από την περιοχή του κέντρου των Αθηνών, κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2006 έως 13-10-2006, από άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου τιμήματος, και την κατείχε, δηλαδή την εξουσίαζε απόλυτα φυσικά, γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται δυνάμενος να την διαθέτει κατά βούληση σε οποιονδήποτε, με σκοπό την εμπορία, όπως τούτο καταδεικνύεται, ιδίως από την πολύ μεγάλη ποσότητα ηρωίνης που κατείχε ο κατηγορούμενος, από την κατανομή της σε περισσότερες ανισοβαρείς συσκευασίες, σαφώς διακριτές μεταξύ τους, έτοιμες προς πώληση από την ύπαρξη δύο μάλιστα ζυγαριών ακριβείας για τη ζύγιση των πωλουμένων ποσοτήτων, καθώς και από την ύπαρξη πρέσας με τα απαραίτητα εξαρτήματα για την τυποποίηση της ηρωίνης και την ευχερέστερη διάθεσή της. Όλα τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν ειδικότερα από την στηριζόμενη σε άμεση αντίληψη ένορκη κατάθεση τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο του μάρτυρα Αστυνομικού Ζ, σε συνδυασμό με τα ευρήματα (κλειδιά, ναρκωτικά και λοιπά μέσα τελέσεως της εμπορίας ναρκωτικών), που περιγράφονται στις εκθέσεις κατασχέσεως που αναγνώσθηκαν, συμπληρώνεται και επιβεβαιώνεται δε η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα κατηγορίας από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (όπως το από 19-9-2006 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας μεταξύ ... και κατηγορουμένου) και δεν αναιρείται ούτε αποδυναμώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την κατασχεθείσα ποσότητα ηρωίνης, αλλά ότι είχε μισθώσει το εν λόγω διαμέρισμα για λογαριασμό κάποιου Αλβανού με το όνομα "...", επειδή ο Αλβανός αυτός δεν είχε ΑΦΜ και δεν μπορούσε να το μισθώσει, καθώς και ότι στην ολιγόλεπτη συνάντηση που είχε στις 9-10-2006 με τον παραπάνω Αλβανό Κ (συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως, ο οποίος αθωώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση), ο τελευταίος του παρέδωσε εκ μέρους του "..." το επόμενο μίσθωμα για να το καταβάλει στον εκμισθωτή. Απολογούμενος όμως ο Κ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέψευσε τον συγκατηγορούμενό του Χ, ισχυριζόμενος ότι η μεταξύ τους ολιγόλεπτη συνάντηση έγινε προκειμένου να παραδώσει αυτός στον Χ, κατ' εντολή του Αλβανού "..." τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου, με το οποίο αυτός (Κ) είχε μεταφέρει, κατ' εντολή του "..." ναρκωτικά που αφορούν άλλη υπόθεση (βλ. τα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης). Οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν, εν όψει ιδίως του ότι: 1) Αυτός αρνήθηκε να αποκαλύψει στους αστυνομικούς σε ποια περιοχή της Αθήνας βρισκόταν το επίμαχο διαμέρισμα, το οποίο ο ίδιος είχε μισθώσει, και χρειάστηκε να προβούν οι αστυνομικοί σε έρευνα των οδών με την ονομασία ... και τις γύρω περιοχές, για να το εντοπίσουν τελικά στην οδό ..., 2) ο ίδιος είχε στην κατοχή του τα κλειδιά τόσο της εισόδου της άνω πολυκατοικίας (επί της οδού ...) όσο και του μισθωμένου διαμερίσματος, όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά και τα λοιπά μέσα τελέσεως της εμπορίας ναρκωτικών, ενώ όπως ισχυρίζεται το εν λόγω διαμέρισμα το είχε μισθώσει για λογαριασμό του Αλβανού "..." και δεν είχε καμία άλλη σχέση με αυτό, δεν μπόρεσε δε να δικαιολογήσει γιατί τότε είχε στην κατοχή του τα κλειδιά αυτά, όπως δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει για ποιο λόγο διευκόλυνε σε τέτοιο βαθμό (ολιγόμηνη τετράμηνη μίσθωση του επίμαχου διαμερίσματος) έναν άγνωστο προς αυτόν Αλβανό και 3) δεν είναι πειστικός ο επικαλούμενος από αυτόν (κατηγορούμενο) λόγος συνάντησής του (στις 9-10-2006) με τον Αλβανό Κ (καταβολή του επομένου μισθώματος εκ μέρους του Αλβανού "..."), καθόσον το μίσθωμα ήταν μηνιαίο και είχε ήδη καταβληθεί το πρώτο μίσθωμα που κάλυπτε το χρονικό διάστημα έως 18-10-2006, ούτε άλλωστε απέδειξε ο κατηγορούμενος ότι κατέβαλε το δεύτερο μηνιαίο μίσθωμα στον πιο πάνω εκμισθωτή. Εν όψει όλων των παραπάνω αποδειχθέντων το δικαστήριο πείσθηκε και ο κατηγορούμενος Χ πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' επάγγελμα αφού από τις μεθοδευμένες ως άνω ενέργειές του και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με το να διατηρεί ιδιαίτερο μισθωμένο διαμέρισμα προς αποθήκευση μεγάλης ποσότητας ηρωίνης, την οποία είχε δυνατότητα να προμηθεύεται και να διαθέτει τα απαραίτητα μέσα (ζυγαριές ακριβείας, σκόνες για την ανάμιξη ηρωίνης, πρέσα για την επεξεργασία, την τυποποίηση και την εν συνεχεία πώληση της ηρωίνης) προκύπτει αναμφίβολα σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος από την τέλεση των παραπάνω πράξεων της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες όμως θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο μία ποινή, καθόσον αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών (άρθρο 20 παρ. 2 ν. 3459/2006) ...". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού αναγνώρισε υπέρ του αναιρεσείοντος το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι α) στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου των Αθηνών κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2006 έως τις 13-10-2006 και σε μη προσδιορισθείσες επακριβώς ημερομηνίες, αυτός μαζί με ένα άλλο άτομο ονόματι ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας, αγόρασαν απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα από κοινού και οι δύο αγόρασαν από άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου χρηματικού τιμήματος ή άλλου είδους ανταλλάγματος, μη εξακριβωθείσες κατά την ανάκριση που διενεργήθηκε ποσότητες ηρωίνης, μέρος των οποίων αποτελούν οι κατασχεθείσες ποσότητες συνολικού μικτού βάρους 14.623 γραμμαρίων, β) στην ... στις 13 Οκτωβρίου 2006 και οι δύο από κοινού ενεργώντας και με κοινό δόλο κατείχαν με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνουν ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα με τον άνω σκοπό κατείχαν άγνωστες ποσότητες ηρωίνης ειδικά δε στις 13-10-2006, κατείχαν εντός του διαμερίσματος του έκτου ορόφου-δώμα οικοδομής επί της οδού ..., το οποίο είχε μισθώσει ο ανωτέρω Χ στο όνομά του και για λογαριασμό και των δύο και χρησιμοποιούσαν από κοινού για την αποθήκευση και κατοχή είκοσι οκτώ ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες, περιέχουσες ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 14.623 γραμμαρίων περίπου. Όλες τις ανωτέρω πράξεις ο κατηγορούμενος και το άλλο άτομο ονόματι "..." τελούν κατ' επάγγελμα, επειδή από την υποδοχή που είχαν διαμορφώσει από κοινού με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των παραπάνω πράξεων, ιδίως διότι είχαν διασυνδέσεις με μεγαλεμπόρους ναρκωτικών ουσιών και είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ηρωίνης με σκοπό να τις πωλήσουν σε τοξικομανείς ή μικρεμπόρους ναρκωτικών, ενώ αποθήκευαν μεγάλες ποσότητες ηρωίνης σε διάφορα διαμερίσματα και για λογαριασμό τους, κατείχαν δε συνολική ποσότητα ηρωίνης 14.623 γραμμάρια συσκευασμένα σε επί μέρους συσκευασίες για ευκολότερη διάθεσή τους σε τοξικομανείς τις οποίες είχαν προηγουμένως ζυγίσει χρησιμοποιώντας την κατασχεθείσα ζυγαριά ακριβείας, κατείχαν δε και σκόνη, συνολικού μικτού βάρους 8.050 γραμμαρίων, η οποία περιείχε παρακεταμόλη και καφεΐνη, για τη μίξη των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και μηχανή-πρέσα για την τυποποίηση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας και αερόθερμα, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατά τα ανωτέρω, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 πιν. 45, 20 παρ. 1 περ. β', ζ', 2 και 23 του ν. 3459/2006 και 13 στοιχ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 Π.Κ. που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν όπως εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς η διάπραξη αμφοτέρων των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Γίνεται μνεία στην αιτιολογία της αποφάσεως ότι με τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ για μεταβίβαση της κυριότητας ποσότητας ηρωίνης αντί συμφωνηθέντος τιμήματος παραδόθηκε αυτή στον αναιρεσείοντα και τον αγνώστων στοιχείων ταυτότητας συναυτουργό του, δεδομένου ότι είναι δυνατή και κατά συναυτουργία η τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της αγοράς ναρκωτικών ουσιών. Ακόμη γίνεται μνεία στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων είχε στην απόλυτη φυσική εξουσία του την ποσότητα ηρωίνης μικτού βάρους 14.623 γραμμαρίων με τη δυνατότητα να διαπιστώνει την ύπαρξή της οποτεδήποτε και να την διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του και ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας συναυτουργός γνώριζαν ότι επρόκειτο για απαγορευμένη ναρκωτική ουσία την οποία ήθελαν καθένας τους να έχει υπό την κατοχή του με την ίδια ευχέρεια φυσικής εξουσίασης και δυνατότητα διαθέσεως γνωρίζοντας και θέλοντας καθένας τους την από μέρους του ετέρου τέλεση με δόλο της ίδιας αξιοποίνου πράξεως. Δεν ήταν ελλιπής ούτε ασαφής η απόφαση αυτή ως προς την αιτιολογία της από το ότι δεν προσδιοριζόταν η ταυτότητα του πωλητού, το ύψος του τιμήματος αγοράς της και ο ακριβής προσδιορισμός της αγορασθείσης ποσότητας ηρωίνης αφού δεν είναι τα παραπάνω απαραίτητα στοιχεία θεμελιώσεως του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών και προσδιοριζόταν ο τόπος και χρόνος τελέσεως της πράξεως της αγοράς ποσότητας ηρωίνης και ακόμη αναφερόταν ότι σ' αυτήν την ποσότητα περιλαμβανόταν η εν συνεχεία ευρεθείσα από τους αστυνομικούς. Δεν περιλαμβάνονται στα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν είχε συγκεκριμένη πραγματική εξουσία επί της άνω ποσότητας ηρωίνης από το ότι ανευρέθη αυτή σε κλειστό χώρο, πρόσβαση στον οποίο είχε ο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας Αλβανός που αναφέρεται με το όνομα "..." αλλά έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι το διαμέρισμα στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας στην ... εντός του οποίου βρισκόταν η ποσότητα ηρωίνης είχε μισθώσει ο αναιρεσείων στο όνομά του και για λογαριασμό του εαυτού του αλλά και του άνω Αλβανού συναυτουργού και έτσι η φυσική εξουσία του αναιρεσείοντος που υπήρχε στο χώρο του άνω μισθίου εκτεινόταν και στην φυσική εξουσίαση στην εντός αυτού αποθηκευμένη και κατεχόμενη ποσότητα ηρωίνης. Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι δεν είχε ο ίδιος δυνατότητα απολύτου διαθέσεως των ναρκωτικών που ήταν εντός του άνω διαμερίσματος, το οποίο νεμόταν και κατείχε ο αναφερόμενος Αλβανός υπό την επίκληση έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλείψεις και ασάφειες της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την πράξη της αγοράς των ναρκωτικών και για έλλειψη νομίμου βάσεως ως προς την πράξη κατοχής της ηρωίνης από τον ίδιο από την τοποθέτησή της στο δώμα της πολυκατοικία στην οδό ... είναι απορριπτέες και δεν είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί με τα άνω εγκλήματα λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, γίνεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό παράθεση των περιστατικών που διαπιστώθηκαν και δικαιολογούν την παραδοχή της υπό την αναφερόμενη στα άρθρα 13 στ' ΠΚ και 23 ν. 3459/2006 επιβαρυντική περίσταση τέλεσης από αυτόν των άνω εγκλημάτων. Από τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα τέλεση των άνω πράξεων με την εξειδίκευση της υποδομής που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων για την οργάνωση των δραστηριοτήτων του της επανειλημμένης με πρόθεση τέλεσης αυτών των πράξεων και ειδικότερα με τη διατήρηση μισθωμένου διαμερίσματος προς αποθήκευση μεγάλης ποσότητας ηρωίνης που είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται και με τη διάθεση των απαραίτητων οργάνων και μέσων για την ακριβή ζύγιση, την ανάμιξη της ηρωίνης με άλλες σκόνες και την επεξεργασία και τυποποίηση της ηρωίνης προκειμένου να είναι έτοιμη να την πωλήσει, ώστε να προκύπτει ο σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επομένως, είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών και επομένως αιτιολογίας της προσβαλλομένης ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε και είναι αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως και ως προς αυτό το σκέλος του. Η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 141 παρ. 2, 170 παρ. 2, 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή ισχυρισμό αρνητικότητας κατηγορίας. Ο ήδη αναιρεσείων με τους αναφερόμενους ως αυτοτελείς ισχυρισμούς που είχαν υποβάλει και ανέπτυξαν στην κατ' έφεση δίκη οι συνήγοροι υπεράσπισής του είχε υποστηρίξει ότι μετά τις εγκύκλιες σπουδές του είχε φοιτήσει σε τεχνολογικό εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτοκινητοβιομηχανίας στη Γερμανία στην οποία στη συνέχεια εργάσθηκε και ασχολήθηκε στη συνέχεια με το εμπόριο αυτοκινήτων στη Γερμανία και ακολούθως εργάσθηκε ως οδηγός σε εταιρεία τροφίμων και περαιτέρω επανίδρυσε ατομική εταιρεία της οποίας συνεχιζόταν η λειτουργία ενώ στην Ελλάδα απασχολήθηκε από 6-4-2005 στην εταιρεία "... S.A. Α.Ε." και από 1-4-2006 στην ανώνυμη εταιρεία PRIME SECURITY Ε.Π.Ε. και στην ανώνυμη εταιρεία ΕΥΡΩΑΣΦΑΛΕΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία και εν όψει της εργασίας του προς βιοπορισμό και της μη ανευρέσεως πέραν ποσού 5 ευρώ από την έρευνα που έγινε στην οικία του και του ότι ο ίδιος οδήγησε τους αστυνομικούς στο χώρο στον οποίο ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά συναγόταν ότι δεν ήταν άτομο που να ασχολείται με εμπορία ναρκωτικών ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Το δικάσαν Εφετείο κατά τα προαναφερθέντα δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών από κοινού για τις οποίες τον κήρυξε ένοχο τέλεσε αυτός κατ' επάγγελμα, διαλαμβάνοντας επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούσαν την παραδοχή συνδρομής στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος αυτής της επιβαρυντικής περιστάσεως. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικάσαν Εφετείο να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και εμπεριστατωμένα στον άνω ισχυρισμό που είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος και αφορούσε σε αμφισβήτηση του ότι επρόκειτο για άτομο ασχολούμενο με την εμπορία ναρκωτικών κατ' επάγγελμα εν όψει του ότι ως εργαζόμενος και ως επιτηδευματίας εξασφάλιζε τα αναγκαία για να ζει καθόσον επρόκειτο για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και ως προς τη συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περιστάσεως. Επομένως, είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν απάντησε το Εφετείο στον εν λόγω ισχυρισμό του για εσφαλμένη παραδοχή επιβαρυντικών περιστάσεων σε βάρος του. Εξ άλλου, αιτιολογημένα όπως προαναφέρθηκε, απάντησε το Εφετείο στον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος απορρίπτοντας αυτόν κατά το μέρος που αφορούσαν στο αίτημά του να μην αναγνωσθούν και να μην ληφθούν υπόψη οι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης νομίμως συνταχθείσες από τους ενεργούντες αστυνομική προανάκριση αναφερόμενους αστυνομικούς από 13.10.10.2006 εκθέσεις παραδόσεως και κατασχέσεως και η υπό την αυτήν ημερομηνία έκθεση γνωστοποιήσεως της ιδιότητος των κατασχεθέντων ως ναρκωτικών, αφού δεν δέχθηκε ότι ήταν παράνομες οι έρευνες στην κατοικία του αναιρεσείοντος στην οδό ... στον ... και στο διαμέρισμα στο δώμα της πολυκατοικίας στην οδό .... Το Εφετείο απήντησε ξεχωριστά στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που περιέχονταν στο έγγραφο που υποβλήθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος και αναπτύχθηκαν από αυτούς πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς που περιέχονταν στο ίδιο έγγραφο δεν ήταν αναγκαίο να απαντήσει ειδικώς πέραν όσον διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατά το σκέλος που επιχειρείται να θεμελιωθεί ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως στο ότι δεν αναφέρθηκε ειδικά το Εφετείο που την εξέδωσε στους λοιπούς ισχυρισμούς του όσον αφορά τη μη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων και την ακυρότητα των ερευνών και δεν έκανε μνεία για το ότι έλαβε υπόψη του το υποβληθέν έγγραφο με τους αυτοτελείς και λοιπούς ισχυρισμούς του. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ., η οποία προσετέθη με την παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν.2408/1996, "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Μόνη όμως η ποινική δίωξη των υπαιτίων των πράξεων αυτών δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση της αρχής της ηθικής αποδείξεως που καθιερώνει η διάταξη της παρ.1 του ιδίου άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως αυτό δεν μπορεί, να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου και περαιτέρω, ότι το δικαστήριο αποστερείται της δυνατότητας να θεωρήσει το ζήτημα του αξιοποίνου ή μη της κτήσεως του αποδεικτικού μέσου ως προδικαστικό και να αναβάλει τη δίκη κατά το άρθρο 59 του Κ.Ποιν.Δ., μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η δίκη που θα κρίνει αν το επίμαχο αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε με αξιόποινη πράξη. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 241 Ποινικού Κώδικα, υπάλληλος που, χρησιμοποιώντας την υπαλληλική του ιδιότητα, εισέρχεται στην κατοικία άλλου χωρίς ο άλλος να το θέλει, εκτός από τις περιπτώσεις όπου το προβλέπει ο νόμος και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 9 και 19 §3 του Συντάγματος, αναφορικώς με την ιδιωτική και την οικογενειακή του ζωή και την κατοικία του, η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου που αποκτήθηκε με παραβίαση του οικιακού ασύλου αποσκοπεί στην προστασία των εννόμων αγαθών του ατόμου που προστατεύονται από τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, με την υποχώρηση της ανάγκης δικαστικής διερεύνησης της ουσιαστικής αληθείας και της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής διαδικασίας. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και είναι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 §1 του Συντάγματος "παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου εκτός εάν η επέμβασις αυτή προβλέπεται από τον νόμον και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν Κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων". Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 171 §1 εδ.δ' Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα από τον συνήγορο του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ισχυρισμό να μην αναγνωσθούν οι από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού, έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως και έκθεση γνωστοποιήσεως ναρκωτικών ουσιών των ανακριτικών υπαλλήλων Α2 και Α3 ως ενεργούντων προανάκριση κατ' άρθρο 243 §2 Κ.Ποιν.Δ. για παράβαση του ν.3459/2006 σε σχέση με την κατάσχεση της ναρκωτικής ουσίας και των άλλων παραδοθέντων σ' αυτούς από τον αστυνομικό Α3 αντικειμένων για να χρησιμεύσουν ως πειστήρια καθώς και σε σχέση με τη γνωστοποίηση του είδους της ναρκωτικής ουσίας στον ήδη αναιρεσείοντα, δεχθέν ότι συνέταξαν τις εν λόγω εκθέσεις στα πλαίσια της νομικής υποχρεώσεως και του υπηρεσιακού καθήκοντος που έχουν να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να αποκαλυφθεί ο δράστης έστω και χωρίς παραγγελία του Εισαγγελέα στο μέτρο που κατά την ανέλεγκτη κρίση τους υπήρχε άμεσος κίνδυνος από την καθυστέρηση. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται τα ευρήματα που περιγράφονται στις άνω εκθέσεις κατασχέσεως που αναγνώσθηκαν (κλειδιά, ναρκωτικά, και λοιπά μέσα τελέσεως της εμπορίας ναρκωτικών) καθώς και το από 19-9-2006 μισθωτήριο κατοικίας μεταξύ του ... και του ήδη αναιρεσείοντος ως στοιχεία επιβεβαιωτικά των λοιπών αποδεικτικών μέσων από τα οποία δέχθηκε ότι αποδεικνύονταν τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία πείσθηκε για την ενοχή του ήδη αναιρεσείοντος για τις πράξεις για τις οποίες τον κατεδίκασε με την επισήμανση ότι δεν αναιρούνταν από όσα κατατέθηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης και από όσα ισχυρίσθηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Η έρευνα που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι έγινε στην κατοικία του κατηγορουμένου στον ... επί της οδού ... από αστυνομικούς που τον είχαν σταματήσει πριν περί ώρα 10.00 της 13-10-2006 κατά την έξοδό του από την οικία για να τον ελέγξουν χωρίς να βρουν τίποτε επάνω του και κατά την οποία έρευνα εντός αυτής της κατοικίας του όπως περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, βρέθηκε αφ' ενός το από 19-9-2006 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας και επίσης ένα ζευγάρι κλειδιά με χαρτάκι που έφερε την ένδειξη "12 ΚΕΝ" καθώς και η έρευνα που ακολούθησε από τους αστυνομικούς στο διαμέρισμα στο δώμα της πολυκατοικίας επί της οδού ... στο οποίο κατά τις παραδοχές της αποφάσεως οδήγησε ο ίδιος ο ήδη αναιρεσείων τους αστυνομικούς και άνοιξε την θύρα εισόδου του διαμερίσματος με δικό του κλειδί δεν προκύπτει κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι διενεργήθηκαν χωρίς τη θέληση του ίδιου του ήδη αναιρεσείοντος ούτε έγινε δεκτό ότι για να διενεργήσουν την έρευνα στην κατοικία του στο ... ενήργησαν οι αστυνομικοί κατά κατάχρηση της εξουσίας των. Η αξιοποίηση αποδεικτικώς των ευρημάτων των άνω ερευνών, όπως αναφέρονται στις αναγνωσθείσες ως άνω εκθέσεις κατασχέσεως μαζί με τα άλλα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από το δικάσαν Εφετείο για να στηρίξει την κρίση του για την ενοχή του ήδη αναιρεσείοντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, δεν προσκρούει στις προδιαληφθείσες συνταγματικές διατάξεις και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ούτε σε εκείνη του άρθρου 177 §2 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει, αφού τα άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις και μάλιστα με παραβίαση του οικιακού ασύλου ή κατά κατάχρηση της εξουσίας των αστυνομικών υπαλλήλων που συγκέντρωσαν τα άνω ευρήματα, τα οποία νομίμως κατασχέθηκαν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.3459/2006 και έγινε η γνωστοποίηση της ιδιότητος των κατασχεθέντων ως ναρκωτικών και στον κατηγορούμενο. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα ως εκ του ότι λήφθηκαν υπόψη για την κήρυξη της ενοχής του αναιρεσείοντος η από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικών που παρέδωσε ο αστυνομικός Α3 ως αποδεικτικό μέσο που αποκτήθηκε με παράνομη έρευνα και κατά παραβίαση του οικιακού ασύλου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όπως παραπάνω επισημάνθηκε, κατά το άρθρο 211 Α του Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 §8 του ν.2408/1996 μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια υπόθεση δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 §1 εδάφ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν θεμελίωσε την καταδικαστική του απόφαση αποκλειστικώς στα όσα ανέφερε κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (τα πρακτικά της ενώπιον του οποίου δίκης αναγνώσθηκαν στην ακροαματική διαδικασία στην κατ' έφεση δίκη) ο αθωωθείς με την εκκαλουμένη απόφαση συγκατηγορούμενός του Κ και ειδικότερα στο ότι η ολιγόλεπτη συνάντηση εκείνου με τον ήδη αναιρεσείοντα στις 9-10-2006 στη Λεωφόρο ... στο ύψος του σταθμού των ΚΤΕΛ έγινε προκειμένου να παραδώσει αυτός στον Χ κατ' εντολή του Αλβανού ... τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου με το οποίο ο Κ είχε μεταφέρει κατ' εντολή του "...", ναρκωτικά που αφορούσαν άλλη υπόθεση, αλλά ότι το Πενταμελές Εφετείο αντίθετα στήριξε την κρίση του κυρίως στα λοιπά αποδεικτικά μέσα όπως η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Α3 και τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά και σε όσα στην απολογία του ανέφερε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, που δέχθηκε ότι δικαιολογούσαν την σχέση του με τα ανευρεθέντα στο διαμέρισμα στο δώμα της πολυκατοικίας στην οδό .... Από το ότι συνδυαστικά το δικάσαν Εφετείο συνεκτίμησε και την απολογία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του τότε συγκατηγορουμένου του ήδη αναιρεσείοντος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του τελευταίου στην κατ' έφεση δίκη ως προς την αιτία συναντήσεώς του με τον Κ στις 9-10-2006, στη δίκη στον πρώτο βαθμό, δεν προκύπτει ότι δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο ότι ο ήδη αναιρεσείων ήταν ένοχος μόνον με βάση την απολογία του άνω συγκατηγορουμένου του πρωτοδίκως. Κατά συνεπεία δεν παραβίασε το Πενταμελές Εφετείο την διάταξη του άρθρου 211Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ. και δεν δημιουργήθηκε από το λόγο αυτό απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για τέτοια απόλυτη ακυρότητα που να συνέβη στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 §2, η οποία επιφέρει ακυρότητα, της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατ' άρθρο 170 §2 στοιχ. α' Κ.Ποιν.Δ. στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικής αιτήσεως. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 364 §1 του Κ.Ποιν.Δ., υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως αναγνώσεως, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση εζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το Δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απορρίψεως της προσφυγής, τότε υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι συνήγοροι του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος αμέσως μετά την έναρξη της συζητήσεως ενεχείρισε στο δικαστήριο και ανέπτυξε προφορικώς αυτοτελείς κατ' αυτούς και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και συγχρόνως προσκόμισε αντίγραφο του χάρτη-οδηγού, ανανεωμένης (22ης) εκδόσεως της ... Ο.Ε. μέρος Δ' και Β' σελ. 100 και 56 αντίστοιχα περί του ότι οδός "..." εκτός της ... υπάρχει και στις αναφερόμενες δεκαεπτά άλλες περιοχές δήμων περιοχής πρωτευούσης από το οποίο γεγονός ισχυριζόταν ότι αποδεικνυόταν, αντίθετα από όσα ανέφερε στην ένορκη κατά την προανάκριση κατάθεσή του ο εξετασθείς ως μάρτυρας αστυνομικός ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων οδήγησε τους αστυνομικούς στο επί της οδού ... διαμέρισμα. Από την παραδεκτή επισκόπηση των άνω πρακτικών της δίκης κατ' έφεση δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν ορισμένως και σαφώς την ανάγνωση του εν λόγω αναφερομένου ως προσκομισθέντος αντιγράφου χάρτη οδηγού που δεν περιλαμβανόταν στα αναφερόμενα στα πρακτικά αυτά ότι αναγνώσθηκαν έγγραφα, ούτε περαιτέρω προκύπτει ότι από τον εν λόγω αναιρεσείοντα ή από συνήγορό του έγινε προσφυγή στο δικαστήριο για παράλειψη ανάγνωσης του προσκομισθέντος εγγράφου και ότι τούτο αρνήθηκε να αποφανθεί ή ότι απέρριψε την προσφυγή του. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ. α' Κ.Ποιν.Δ. "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελική ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ....". Με τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης. Η από τη διάταξη αυτή απαγγελόμενη ακυρότητα είναι μεν σχετική, εν τούτοις εκ του ότι δύναται αυτή να προταθεί κατ' άρθρο 173 §1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 174 §1 μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό με συνέπεια να δύναται να προταθεί για πρώτη φορά στην δίκη κατ' έφεση (όχι όμως και στον Άρειο Πάγο) συνάγεται ότι η ακυρότητα υφίσταται, καλυπτόμενη μόνον εάν δεν προταθεί, κατά τα ανωτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του τον περιλαμβανόμενο στο άνω υποβληθέν έγγραφο ισχυρισμό του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκαν και προφορικώς και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μη εξετάσεως ως μάρτυρα στο ακροατήριο του μάρτυρα κατηγορίας Α3 αστυνομικού, και να μην αναγνωσθεί η από 13-10-2006 ένορκη κατάθεση αυτού ως μάρτυρα, γιατί αυτός είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα διενεργήσας ουσιαστικά κατ' οίκον έρευνα και κατάσχεση ναρκωτικών ουσιών και είχε προβεί στην σύλληψή του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον άνω παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι ο αστυνομικός Α3, ο οποίος συμμετείχε στην παρακολούθηση και τη σύλληψη του κατηγορουμένου συνέλαβε αυτόν στις 13-10-2006 και ώρα 17.00 στην ... για παράβαση του ν.3459/2006 και τον οδήγησε στο κατάστημα της Διευθύνσεως Ασφάλειας Αττικής - Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών - Τμήμα Δυτικής Αττικής στο ... ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Α1, παρουσία και του Αστυνόμου Α2, προσληφθέντος ως β' ανακριτικού υπαλλήλου. Ότι ο Ανθυπαστυνόμος Α1, αφού εξέτασε τον Χ και πείσθηκε ότι ουδεμία αμφιβολία για την ταυτότητά του υπάρχει, διέταξε την παραπομπή και παράδοσή του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την εν λόγω έκθεση συλλήψεως, η οποία συντάχθηκε από τον ίδιο ως άνω Ανθυπαστυνόμο και αφού αναγνώσθηκε, υπογράφηκε από αυτόν και τον β' ανακριτικό υπάλληλο, τον συλλαβόντα αστυνομικό Α3 και τον συλληφθέντα Χ. Ότι από την από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού προκύπτει ότι στις 13-10-2006 και ώρα 20.00 εμφανίσθηκε ενώπιον του παραπάνω Ανθυπαστυνόμου Α1 Αστυνόμου Α2, οι οποίοι ενεργούσαν προανάκριση για παράβαση του Ν.3459/2006 σε βάρος του Χ και τον Κ, ο αστυνομικός Α3 και παρέδωσε σ' αυτούς 1) 28 ανισοβαρείς συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 14550 γραμμαρίων, 2) μία νάιλον σακκούλα με ύποπτη σκόνη βάρους 8050 γραμμαρίων, 3) δύο ζυγαριές ακριβείας, 4) δύο μίξερ (αναδευτήρες), 5) μία μηχανή (πρέσα) με διάφορα εξαρτήματα για την τυποποίηση της ηρωίνης και 6) ένα αερόθερμο, δήλωσε δε συγχρόνως στους Α1 και Α2 ότι τα παραπάνω παραδοθέντα σ' αυτούς τα βρήκε σε δώμα επί της οδού ... κατά την σύλληψη του Χ. Ότι οι άνω προανακριτικοί υπάλληλοι μετά ταύτα προέβησαν στην κατάσχεσή τους ως πειστήρια και συνέταξαν την εν λόγω έκθεση η οποία αφού αναγνώσθηκε υπογράφηκε από αυτούς και από τον αστυνομικό Α3. Επίσης, από την από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως προκύπτει ότι στις 13-10-2006 και ώρα 20.20 ο αστυνομικός Α3, παρέδωσε στους προαναφερόμενους ανακριτικούς υπαλλήλους, ενεργούντες προανάκριση για παράβαση του ν.2459/2006 σε βάρος του Χ τα περιγραφόμενα στην έκθεση αυτή αντικείμενα, που βρέθηκαν στην κατοχή του Χ, κατά την σύλληψή του, στην κατάσχεση των οποίων αντικειμένων προέβησαν οι παραπάνω ανακριτικοί υπάλληλοι, για να χρησιμεύσουν ως πειστήρια και συνέταξαν την εν λόγω έκθεση, η οποία αφού αναγνώσθηκε, υπογράφηκε από αυτούς και από τον Αστυνομικό Α3. Ότι υπό τα δεδομένα αυτά ο μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός Α3, συνέλαβε τον κατηγορούμενο Χγια παράβαση του ν.3459/2006 αλλά την από 13-10-2006 έκθεση συλλήψεως συνέταξαν και υπέγραψαν οι δύο άνω προανακριτικοί υπάλληλοι ενώ ο Α3 την υπέγραψε μόνο ως ο συλλαβών και δεν άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, γιατί μόνη η σύλληψη του κατηγορουμένου χωρίς "βεβαίωση" του αδικήματος και σύνταξη της σχετικής εκθέσεως συλλήψεως δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων, τις δε από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού και έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως συνέταξαν οι ανακριτικοί υπάλληλοι Α1 και Α2 που ενεργούν σαν προανάκριση κατ' άρθρο 243 §2 Κ.Ποιν.Δ. για παράβαση του ν.3459/2006 και προέβησαν στην κατάσχεση και των άλλων παραδοθέντων σ' αυτούς από τον αστυνομικό Α3 αντικειμένων. Κατ' ακολουθίαν αυτών, μπορούσε να εξετασθεί στο ακροατήριο ως μάρτυρας ο αστυνομικός Α3. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' σε συνδυασμό με τα άρθρα 173 και 174 §1 Κ.Ποιν.Δ. Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη απαγόρευση εξετάσεως του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού, είναι απορριπτέα και δεν υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας σε πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 εδάφ. Β' σε συνδυασμό με τα άρθρα 173 §1 και 174 §1 Κ.Ποιν.Δ. Μετά από όλα τα παραπάνω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-4-2010 δήλωση-αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 2635/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού κατ' επάγγελμα. Απαράδεκτες ως λόγος αναίρεσης οι αιτιάσεις για έλλειψη πραγματικής εξουσίας και για δυνατότητα διαθέσεως των ναρκωτικών που κατέχονταν εντός του μισθίου διαμερίσματος, διότι πλήττουν την ουσιαστική κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς τον ισχυρισμό που ήδη αναιρεσείοντος που ήταν αρνητικός της κατηγορίας και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς αυτοτελή ισχυρισμό στον οποίο απήντησε το Δικαστήριο. Απορρίπτεται ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ένεκα χρησιμοποίησης απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων που προσβάλλουν το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δεν προσκρούει η αξιοποίηση αποδεικτικώς των ευρημάτων στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ ούτε στο άρθρο 177 § 2 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι στηρίχθηκε το Εφετείο στα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αντί για την απολογία του συγκατηγορουμένου του πρωτοδίκως. Απορρίπτεται ο λόγος για σχετική ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως διότι δεν προέκυπτε ότι υπεβλήθη από τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη αίτημα για ανάγνωση από το δικαστήριο εγγράφου που υπέβαλε προς υποστήριξη ισχυρισμού που προέβαλε κατ' έφεση ούτε ότι προσέφυγε στο δικαστήριο για παράλειψη αναγνώσεώς του. Επιτρεπτώς εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο αστυνομικός που είχε συμμετάσχει σε έρευνες των αστυνομικών αλλά δεν εκτέλεσε προανακριτικά καθήκοντα και δεν προκύπτει ακυρότητα από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ σε συνδυασμό με τα άρθρα 173, 174 ΚΠΔ.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 1772/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 254/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 371/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 225/09.6.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 8-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 254/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, εκθέτομεν τα εξής: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθη κατ'ουσίαν η υπ'αριθμ. 13/19-6-2009 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθμ. 240/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λαρίσης, δια του οποίου παρεπέμφθη στο ακροατήριο του ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Λαρίσης, για να δικαστεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας.Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 και 3 και 155 παρ. 2 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ., με την άνω από 8.3.2010 δήλωση του αναιρεσείοντος στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Λαρίσης, συνταχθείσης της υπ'αριθμ. 2/2010 εκθέσεως αναιρέσεως, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί σ'αυτόν δια θυροκολλήσεως στις 17.2.2010, ενώ στον αντίκλητό του στις 25.2.2010.Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ., ως ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρ. 33 παρ. 1 Ν. 2172/1993 και του άρθρ. 1 παρ. 12β' Ν. 2207/1994, με τις οποίες καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, όποιος εκ προθέσεως εφόνευσε άλλον τιμωρείται δια της ποινής της ισοβίου καθείρξεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δια την συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενεργείας οφειλομένης εκ του νόμου, υποκειμενικώς δε προμελετημένος δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και την θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου και δια τον οποίο (προμελετημένο δόλο) απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστου, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, αν και το τελευταίο δεν αναφέρεται ρητώς στον νόμο. Εξ'άλλου, κατά το άρθρ. 42 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη περιέχουσα τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη ( άρθρ. 83 Π.Κ.). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στην συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με επιτρεπτώς καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Την 10 Ιουλίου 2007 και περί ώρα 20.30 η Ρ (παθούσα) και ο σύζυγός της Φ, κάτοικοι ..., βρισκόταν στο μαντρί που διατηρούν, εδώ και χρόνια, στο 3ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού .... Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών τους αποφάσισαν να αποχωρήσουν. Πρώτη αποχώρησε η παθούσα για να μεταβεί στο αυτοκίνητο του συζύγου της, που βρισκόταν σταθμευμένο στο πρανές του παράδρομου της παραπάνω οδού, ενώ ο σύζυγός της έμεινε πίσω για να κλειδώσει τις πόρτες. Η παθούσα όμως βρήκε το αυτοκίνητο κλειδωμένο και απεφάσισε να επιστρέψει για να πάρει τα κλειδιά. Εκείνη τη στιγμή, περί ώρα 21.45, ενώ βρισκόταν σε απόσταση 41 μέτρων περίπου από το σταθμευμένο αυτοκίνητό τους, πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, την είδε και την αναγνώρισε ο κατηγορούμενος Χ, 79 ετών σήμερα, ο οποίος οδηγούσε το αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του στον παράδρομο της παραπάνω οδού και έβαινε με κατεύθυνση από ... προς .... Ο τελευταίος κατηύθυνε το αυτοκίνητό του εναντίον της, εισήλθε στο αντίθετο με την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας και αφού ανέβηκε το κράσπεδο του πεζοδρομίου την κτύπησε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του και την τραυμάτισε σοβαρά. Ακολούθως εγκατέλειψε τον τόπο του συμβάντος. Ο Φ όταν έφθασε στο σημείο που είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του δεν βρήκε τη σύζυγό του να τον περιμένει. Είδε όμως σε κοντινή απόσταση δύο αυτοκίνητα να είναι σταματημένα, το μεν ένα στον παράδρομο το δε άλλο στην Εθνική οδό ... και τους δύο οδηγούς να συνομιλούν μέσα από το διαχωριστικό που χωρίζει την ΕΟ με τον παράδρομο. Ο ένας οδηγός, το αυτοκίνητο του οποίου ήταν σταματημένο στον παράδρομο, ήταν ο Σ, κάτοικος ..., ο οποίος διατηρεί ζώα σε κτήμα του που βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου μόλις είδε τον Φ αναχώρησε. Ο τελευταίος διαπίστωσε ότι πάνω στο πεζοδρόμιο, πεσμένη ανάσκελα ήταν η σύζυγός του, η οποία αιμορραγούσε και δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο παραπάνω μάρτυρας (Σ) κάλεσε από το φορητό τηλέφωνό του τόσο την Αστυνομία όσο και τις πρώτες βοήθειες. Η παθούσα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο .... Εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν ότι ήταν πολύ σοβαρά τραυματισμένη ήτοι έφερε πολλαπλά κατάγματα λεκάνης, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Ο5 και αιμορραγική θλάση εγκεφάλου και λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης της, την επομένη ημέρα (11-7-2007), διακομίσθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου ... της .... Αρχικά η υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως ένα συνηθισμένο τροχαίο ατύχημα και άνδρες του Τμήματος Τροχαίας ... που έφθασαν αμέσως στον τόπο του ατυχήματος, συνέταξαν έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Από το χώρο του ατυχήματος περισυλλέγησαν θραύσματα από το φανάρι του αυτοκινήτου. Την επομένη ημέρα 11 Ιουλίου 2007 ο διοικητής και ο υποδιοικητής του Τμήματος Τροχαίας ... μετέβησαν σε συνεργείο αυτοκινήτων και διαπίστωσαν ότι τα θραύσματα ανήκαν σε αυτοκίνητο μάρκας CITROEN. Στη συνέχεια μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου, που βρίσκεται στο 5° χιλιόμετρο της ΕΟ ... και βρήκαν το αυτοκίνητο του, το οποίο έφερε ίχνη σύγκρουσης στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος και ήταν σπασμένα το αριστερά εμπρόσθιο φανάρι και ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου στην αριστερή πλευρά. Περί ώρα 14.00 της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος προσήλθε στο Τμήμα Τροχαίας ... και δήλωσε ότι το προηγούμενο βράδυ, περί ώρα 21.45 είχε ένα ατύχημα από το οποίο έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου του, χωρίς να διερευνήσει αν είχε κτυπήσει άνθρωπο. Αμέσως συνελήφθη και απολογούμενος στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης δήλωσε ότι κινούμενος με το αυτοκίνητο του στον αριστερό παράδρομο της ΕΟ ... με κατεύθυνση προς Καρδίτσα, στο σημείο που βρίσκεται το μαντρί του Φ, άκουσε ένα γδούπο, σταμάτησε λίγο παρακάτω, κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και επειδή είχε υποστεί θραύση ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου υπέθεσε ότι ίσως να πετάχτηκε κάτι μπροστά του και τον έσπασε. Στη συνέχεια αναχώρησε για την οικία του. Στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης λήφθηκε από τον κατηγορούμενο αίμα για ανίχνευση οινοπνεύματος και από τις σχετικές εξετάσεις δεν βρέθηκε να έχει καταναλώσει οινόπνευμα. Στη συνέχεια κινήθηκε εναντίον του ήδη εκκαλούντος ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια και παράβαση του άρθρου 43§§2,4 ΚΟΚ και παραγγέλθηκε (τακτική) προανάκριση. Μετά την επιστροφή της δικογραφίας ο αρμόδιος εισαγγελέας, εκτιμώντας το νέο αποδεικτικό υλικό, κίνησε εναντίον του ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αρχικής δίωξης για σωματική βλάβη από αμέλεια και παρήγγειλε τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης. Από την έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε προκύπτει ότι το πλάτος του οδοστρώματος της οδού στο σημείο που έλαβε χώρα ο τραυματισμός της παθούσας ήταν 5,80 μέτρα, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, οι συνθήκες φωτισμού, μολονότι ήταν νύχτα, ήταν επαρκείς, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και οι καιρικές συνθήκες καλές. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να είναι μεθυσμένος, όπως αυτό προκύπτει από την έκθεση εξέτασης του αίματος του αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ... , κατοίκων ... με τους οποίους έπινε καφέ στη βιοτεχνία γεωργικών μηχανημάτων του πρώτου από αυτούς. Από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έβαινε με το αυτοκίνητο του στο ρεύμα του παράδρομου της Εθνικής Οδού ... με κατεύθυνση την Καρδίτσα. Μόλις αντιλήφθηκε την παθούσα (που φορούσε ανοιχτόχρωμα ρούχα) στο αριστερό πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εισήλθε διαγωνίως στο αντίθετο με την κατεύθυνση του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και αφού ανέβηκε με το αυτοκίνητο του στο πεζοδρόμιο επέπεσε με σφοδρότητα πάνω της και την τραυμάτισε σοβαρά και αμέσως μετά εγκατέλειψε τον τόπο του συμβάντος. Τα ευρήματα που είναι καταγεγραμμένα στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν δίνει καμιά εξήγηση για την αλλαγή της αρχικής του πορείας την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και την ανάβαση του αυτοκινήτου του στο πεζοδρόμιο. Εξάλλου η οδός ήταν ευθεία, δεν υπήρχε κυκλοφορία πεζών ή άλλο εμπόδιο που να δικαιολογεί την αλλαγή πορείας του οχήματος του, ο ίδιος δε γνώριζε πολύ καλά την οδό, την οποία διερχόταν καθημερινά. Επιπλέον το γεγονός ότι επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμού και καλή ορατότητα καθιστούν τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι δεν είδε τίποτε και για το λόγο αυτό αναχώρησε ως παντελώς αναληθείς. Από την επισκόπηση των έξι φωτογραφιών που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει ότι από την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στο σώμα της παθούσας έσπασαν το εμπρόσθιο αριστερό φανάρι και το αριστερό μέρος του ανεμοθώρακα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβη αντιστρατεύεται στους κανόνες της κοινής λογικής. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο κατηγορούμενος είχε κάποιο κίνητρο για να προβεί στην πράξη του και αν είχε πρόθεση να σκοτώσει την παθούσα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δόλος και γενικά η υπαιτιότητα μοιάζει με ένα προβολέα, που τον χρησιμοποιούμε για να φωτίσουμε κάποιο χώρο. Ο "προβολέας" αυτός σε ένα έγκλημα μας δείχνει το περιεχόμενο της ψυχής του δράστη και πρέπει να "φωτίζει" ένα προς ένα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Δεδομένου ότι ο δικαστής δεν μπορεί να κοιτάξει στην καρδιά ή το μυαλό του δράστη το τι τελικά επεδίωκε αυτός πρέπει να τεκμηριώνεται με τη βοήθεια κάθε αποδεδειγμένα προσιτού ενδείκτη, ο οποίος μπορεί να συμβάλει στη φωταγώγηση της λεγόμενης αυτής "νύχτας του εσωτερικού κόσμου". Από τις καταθέσεις της παθούσας και του συζύγου της προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε κίνητρο διότι τρεις μήνες πριν, τους είχε απειλήσει ότι θα τους σκοτώσει διότι βοσκούσαν τα πρόβατα τους κοντά στην οικία του. Ακόμη από την ένορκη κατάθεση του Φ την 3-2-2009 στην Ανακρίτρια του Β' Τμήματος ... προκύπτει ότι ο άλλος οδηγός που είχε σταματήσει στην ΕΟ ... και μόλις τον είδε αναχώρησε ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε μεταβεί στο σημείο όπου είχε κτυπήσει την παθούσα με άλλο αυτοκίνητο χρώματος γκρι, το οποίο παλιότερα ο αποβιώσας γαμβρός του χρησιμοποιούσε με ταξί. Το γεγονός αυτό ο παραπάνω μάρτυρας δεν είχε αναφέρει στην αρχική του κατάθεση στην Αστυνομία διότι, όπως ισχυρίστηκε, βρισκόταν σε σύγχυση αφού 10 ημέρες μετά το σοβαρό τραυματισμό της συζύγου του άγνωστος έβαλε φωτιά στο μαντρί του, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς μαζί με 600 πρόβατα. Πιθανολογείται βάσιμα ότι ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος, που είχε επιστρέψει με άλλο αυτοκίνητο στον τόπο του συμβάντος και συνομιλούσε με τον μάρτυρα Σ. Ο τελευταίος ενώ στην αρχική του κατάθεση στην Αστυνομία ανέφερε ότι επρόκειτο για διερχόμενο οδηγό που σταμάτησε για να δει τι συμβαίνει, στην κατάθεσή του στην Ανακρίτρια ανέφερε για διερχόμενο .αυτοκίνητο που σταμάτησε επί της Εθνικής Οδού και εντός αυτού ήταν ένα ζευγάρι, που τον ρωτούσε τι είχε συμβεί. Η αξιοπιστία του μάρτυρος Σ, στο σημείο αυτό των καταθέσεων του, θα κριθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Η κατάθεση του συζύγου της παθούσας στην Ανακρίτρια κρίνεται πειστική και ενισχύεται από τη συνεκτίμηση των εξής στοιχείων: α) από το γεγονός ότι μόλις τον είδε αναχώρησε και β) είναι πολύ απίθανο ένας τρίτος άγνωστος οδηγός να σταμάτησε επί της ΕΟ χωρίς λόγο και αφού πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί ν' αναχώρησε χωρίς να προσφέρει βοήθεια. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η αποδεικτική αξία των καταθέσεων του μάρτυρος-συζύγου της παθούσας καθόλου δεν μειώνεται από το ότι αυτός εξεταζόμενος ενόρκως την 20-6-2009 ενώπιον του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ... κατέθεσε ότι θεωρεί τη φωτιά που ξέσπασε την ίδια ημέρα στο πίσω μέρος του μαντριού του ως εμπρησμό και κατονόμασε ως ύποπτο (και) τον κατηγορούμενο, όπως ο εκκαλών ισχυρίζεται στην κρινόμενη έφεση του. Τέλος το γεγονός του τραυματισμού της παθούσας στο σημείο που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας προκύπτει από τα αίματα και τα θραύσματα του αριστερού εμπρόσθιου φαναριού, που αποδείχθηκε ότι ανήκουν στο αυτοκίνητο του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Ο τελευταίος αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει τη δική του άποψη ότι δηλαδή ουδέποτε θα έφθανε σε τέτοιο σημείο να κτυπήσει σκόπιμα έναν άνθρωπο στην ηλικία που βρίσκεται και ότι η ταχύτητα με την οποία φέρεται ότι λήφθηκε η απόφαση κατά την οδήγηση αποκλείει από μόνη της την προμελέτη για την τέλεση του αδικήματος. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί ούτε ανασκευάζουν ούτε αναιρούν την σε βάρος του κατηγορία καθόσον προέκυψε από τις καταθέσεις της παθούσας και του μάρτυρος συζύγου της σε συνδυασμό με την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας ... ότι προσπάθησε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του να σκοτώσει την παθούσα Ρ, η δε προσπάθεια του προκύπτει ανάγλυφη από τις παραπάνω εκτεθείσες περιστάσεις του συμβάντος, που επιβεβαιώνονται από τις μαρτυρικές καταθέσεις. Το προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά στην πρόταση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών δέχεται ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν πλήρως την έννοια της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση διότι: α) ο κατηγορούμενος κινήθηκε με το αυτοκίνητο του εναντίον της παθούσας. Η ενέργεια του αυτή ήταν πρόσφορη και κατάλληλη να επιφέρει το θάνατο της και συνιστά όχι μόνο κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων αρχή εκτέλεσης της πράξης αλλά στοιχειοθετεί και την αρχή πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης οδηγεί σ' αυτή, β) ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τέτοια κίνηση του αυτοκινήτου του, ήταν κατά την κοινή πείρα δυνατό να επέλθει ο θάνατος της παθούσας και παρόλα αυτά δεν απέφυγε την ενέργεια αυτή και έτσι αποδέχθηκε το θάνατο της, η παράσταση του οποίου δεν τον συγκράτησε από την τέλεση της πράξης. Το αποτέλεσμα του θανάτου όμως δεν επήλθε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του γιατί αμέσως μετά την πράξη του η παθούσα βρέθηκε από το μάρτυρα Σ και το σύζυγο της οι οποίοι κάλεσαν βοήθεια με αποτέλεσμα να τύχει άμεσης ιατρικής περίθαλψης και να διασωθεί με την έγκαιρη και αποτελεσματική φροντίδα των γιατρών των δύο Νοσοκομείων (... και ..." της ...). Ο κατηγορούμενος απεφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επιτρέπει τη σκέψη να σκοτώσει την Ρ και επιχείρησε με πρόθεση προς τον ανθρωποκτόνο αυτό σκοπό όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες του. Άλλωστε δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιφατική η σκέψη στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με διαζευκτικό δόλο της θανάτωσης ή του τραυματισμού της παθούσας, γιατί και πάλι ευθύνεται αυτός κατά την προαναφερόμενη περίπτωση ως υπαίτιος του βαρύτερου εγκλήματος δηλ. της απόπειρας ανθρωποκτονίας, εφόσον η υποκειμενική υπόσταση αυτής μπορεί να στηρίζεται και επί ενδεχομένου δόλου, που υφίσταται οπωσδήποτε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου η αντίθετη εκδοχή, η αποδοχή της οποίας μπορεί να δημιουργήσει την παραπάνω αντίφαση, ότι δηλαδή αν επήλθε ένα από τα παραπάνω αποτελέσματα, τότε ανακύπτει ποινική ευθύνη μόνο για το τετελεσμένο ελαφρότερο έγκλημα και όχι για το βαρύτερο αποπειραθέν, στηρίζεται κυρίως στο αμφισβητούμενο κύρους αξίωμα "Dolus inoleterminatus determinatur evento" ( για το αξίωμα αυτό βλ. Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο, τόμ. Α, 1978, παρ. 83, 11, 3 σελ. 317, σημ. 9). Συνεπώς δεν μπορεί κατά νόμο, να αποκλεισθεί, κατά την κρατούσα και ορθότερη εκδοχή, η ποινική ευθύνη για την απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση εκ του επελθόντος ελαφρότερου εγκλήματος της εκ προθέσεως σωματικής βλάβης (επικίνδυνης η βαριάς βλ. ΑΠ 753/82 ΠοινΧρ. ΛΒ-46, όπου και πρόταση Αντεισαγγελέως ΑΠ Κ. Σταμάτη, ΕφΘεσ 47/87 ΠοινΧρ.ΛΗ-320). Η δε απόπειρα ενός εγκλήματος, όπως στην προκείμενη περίπτωση η απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, διατελεί σε σχέση επικουρικότητας μόνο προς το ίδιο έγκλημα ως τετελεσμένο δηλ. μόνο με την τετελεσμένη ανθρωποκτονία με πρόθεση και όχι με άλλο τετελεσμένο έγκλημα όπως η σωματική βλάβη με πρόθεση ή η απόπειρα αυτής, κατά τις διακεκριμένες ή προνομιούχες παραλλαγές της διότι στην περίπτωση αυτή η πρώτη (απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση) δεν αποτελεί προστάδιο του δευτέρου (σωματική βλάβη) με πρόθεση ή απόπειρα αυτής ούτε ανήκουν αμφότερα στην αυτή μορφή εγκλήματος (ΑΠ 753/81 όπ. παρ., Κ. Σταμάτη, Γενικαί Αρχαί της φαινομένης συρροής και ιδίως της κατ' ιδέαν, 1972, παρ. 7Β, β σελ. 86, παρ. 21Β σελ. 155).... Ενόψει των προαναφερομένων, το εκκαλούμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμαστε, ορθά έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση).Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αναφερθέν Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, για να δικαστεί για την αποδιδόμενη, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αξιόποινη πράξη και, έτσι, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεση αυτού, επικυρώνοντας στη συνέχεια το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, αλλά και την προηγηθείσα αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 42 και 299 παρ. 1 Π.Κ., οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις αυτού είναι αβάσιμες. 'Αλλωστε, με την αίτηση αναιρέσεως επιχειρείται κυρίως η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από αυτήν του Συμβουλίου Εφετών. Πάντως, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της κρίσης του, όλα τα αποδεικτικά μέσα.Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, βάσει του οποίου η απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, είναι το μεν απαράδεκτος, διότι προβάλλεται αορίστως, χωρίς, δηλαδή, να αναφέρεται πότε και κατά ποιο τρόπο υπεβλήθη το αίτημα αυτό, το δε αβάσιμος, διότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ο λόγος δια τον οποίον απορρίφθηκε αυτό. Αυτός δε συνίσταται στο ότι ο εκκαλών στο υπόμνημά του ενώπιον της Ανακρίτριας, αλλά και στην έφεσή του, ανέπτυξε διεξοδικώς και λεπτομερώς τις απόψεις του.Κατ'ακολουθίαν των προαναφερθέντων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν α) Να απορριφθεί η από 8.3.2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... κατά του υπ'αριθμ. 254/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης, και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα ... Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστ. Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη υπ' αρ.εκθ. 2/8.3.2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., ζητείται η αναίρεση του υπ'αριθμ. 254/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικώς δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Με το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε η υπ' αρ. 13/19.6.2009 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 240/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο επικύρωσε και με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριοτου του ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, για να δικαστεί για το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας. Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ., ως ισχύει μετά τις ; διατάξεις του αρθρ. 33 παρ. 1 Ν. 2172/1993 και του αρθρ. 1 παρ. 12β' Ν. 2207/1994, με τις οποίες καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, όποιος εκ προθέσεως εφόνευσε άλλον τιμωρείται δια της ποινής της ισοβίου καθείρξεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δια την συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενεργείας οφειλομένης εκ του νόμου, υποκειμενικώς δε προμελετημένος δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και την θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου και δια τον οποίο (προμελετημένο δόλο) απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστου, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, αν και το τελευταίο δεν αναφέρεται ρητώς στον νόμο. Εξ'άλλου, κατά το αρθρ. 42 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη περιέχουσα τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη ( αρθρ. 83 Π.Κ.). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν αποκοπεί. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 οτοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ1 είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ1αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ'2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/2002 ΠΧ'2002 .689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003. 24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ' 1996. 358). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με επιτρεπτώς καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 10 Ιουλίου 2007 και περί ώρα 20.30 η Ρ (παθούσα) και ο σύζυγος της Φ, κάτοικοι ..., βρισκόταν στο μαντρί που διατηρούν, εδώ και χρόνια, στο 3° χιλιόμετρο της Εθνικής οδού .... Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών τους αποφάσισαν να αποχωρήσουν. Πρώτη αποχώρησε η παθούσα για να μεταβεί στο αυτοκίνητο του συζύγου της, που βρισκόταν σταθμευμένο στο πρανές του παράδρομου της παραπάνω οδού, ενώ ο σύζυγος της έμεινε πίσω για να κλειδώσει τις πόρτες. Η παθούσα όμως βρήκε το αυτοκίνητο κλειδωμένο και απεφάσισε να επιστρέψει για να πάρει τα κλειδιά. Εκείνη τη στιγμή, περί ώρα 21.45, ενώ βρισκόταν σε απόσταση 41 μέτρων περίπου από το σταθμευμένο αυτοκίνητο τους, πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, την είδε και την αναγνώρισε ο κατηγορούμενος Χ, 79 ετών σήμερα, ο οποίος οδηγούσε το αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του στον παράδρομο της παραπάνω οδού και έβαινε με κατεύθυνση από ... προς .... Ο τελευταίος κατηύθυνε το αυτοκίνητο του εναντίον της, εισήλθε στο αντίθετο με την κατεύθυνση του ρεύμα κυκλοφορίας και αφού ανέβηκε το κράσπεδο του πεζοδρομίου την κτύπησε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του και την τραυμάτισε σοβαρά. Ακολούθως εγκατέλειψε τον τόπο του συμβάντος. Ο Φ όταν έφθασε στο σημείο που είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του δεν βρήκε τη σύζυγο του να τον περιμένει. Είδε όμως σε κοντινή απόσταση δύο αυτοκίνητα να είναι σταματημένα, το μεν ένα στον παράδρομο το δε άλλο στην Εθνική οδό ... και τους δύο οδηγούς να συνομιλούν μέσα από το διαχωριστικό που χωρίζει την ΕΟ με τον παράδρομο. Ο ένας οδηγός, το αυτοκίνητο του οποίου ήταν σταματημένο στον παράδρομο, ήταν ο Σ, κάτοικος ... ο οποίος διατηρεί ζώα σε κτήμα του που βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου μόλις είδε τον Φ αναχώρησε. Ο τελευταίος διαπίστωσε ότι πάνω στο πεζοδρόμιο, πεσμένη ανάσκελα ήταν η σύζυγος του, η οποία αιμορραγούσε και δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο παραπάνω μάρτυρας () κάλεσε από το φορητό τηλέφωνο του τόσο την Αστυνομία όσο και τις πρώτες βοήθειες. Η παθούσα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο .... Εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν ότι ήταν πολύ σοβαρά τραυματισμένη ήτοι έφερε πολλαπλά κατάγματα λεκάνης, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης 05 και αιμορραγική θλάση εγκεφάλου και λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης της, την επομένη ημέρα (11-7-2007), διακομίσθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου ... της .... Αρχικά η υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως ένα συνηθισμένο τροχαίο ατύχημα και άνδρες του Τμήματος Τροχαίας ... που έφθασαν αμέσως στον τόπο του ατυχήματος, συνέταξαν έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Από το χώρο του ατυχήματος περισυλλέγησαν θραύσματα από το φανάρι του αυτοκινήτου. Την επομένη ημέρα 11 Ιουλίου 2007 ο διοικητής και ο υποδιοικητής του Τμήματος Τροχαίας ... μετέβησαν σε συνεργείο αυτοκινήτων και διαπίστωσαν ότι τα θραύσματα ανήκαν σε αυτοκίνητο μάρκας CΙΤRΟΕΝ. Στη συνέχεια μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου, που βρίσκεται στο 5° χιλιόμετρο της ΕΟ ... και βρήκαν το αυτοκίνητο του, το οποίο έφερε ίχνη σύγκρουσης στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος και ήταν σπασμένα το αριστερά εμπρόσθιο φανάρι και ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου στην αριστερή πλευρά. Περί ώρα 14.00 της ίδιας ημέρας νο κατηγορούμενος προσήλθε στο Τμήμα Τροχαίας ... και δήλωσε ότι το προηγούμενο βράδυ, περί ώρα 21.45 είχε ένα ατύχημα από το οποίο έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου του, χωρίς να διερευνήσει αν είχε κτυπήσει άνθρωπο. Αμέσως συνελήφθη και απολογούμενος στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης δήλωσε ότι κινούμενος με το αυτοκίνητο του στον αριστερό παράδρομο της ΕΟ ... με κατεύθυνση προς Καρδίτσα, στο σημείο που βρίσκεται το μαντρί του Φ άκουσε ένα γδούπο, σταμάτησε λίγο παρακάτω, κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και επειδή είχε υποστεί θραύση ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου υπέθεσε ότι ίσως να πετάχτηκε κάτι μπροστά του και τον έσπασε. Στη συνέχεια αναχώρησε για την οικία του. Στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης λήφθηκε από τον κατηγορούμενο αίμα για ανίχνευση οινοπνεύματος και από τις σχετικές εξετάσεις δεν βρέθηκε να έχει καταναλώσει οινόπνευμα. Στη συνέχεια κινήθηκε εναντίον του ήδη εκκαλούντος ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια και παράβαση του άρθρου 43§§2,4 ΚΟΚ και παραγγέλθηκε (τακτική) προανάκριση. Μετά την επιστροφή της δικογραφίας ο αρμόδιος εισαγγελέας, εκτιμώντας το νέο αποδεικτικό υλικό, κίνησε εναντίον του ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αρχικής δίωξης για σωματική βλάβη από αμέλεια και παρήγγειλε τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης. Από την έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε προκύπτει ότι το πλάτος του οδοστρώματος της οδού στο σημείο που έλαβε χώρα ο τραυματισμός της παθούσας ήταν 5,80 μέτρα, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, οι συνθήκες φωτισμού, μολονότι ήταν νύχτα, ήταν επαρκείς, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και οι καιρικές συνθήκες καλές. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να είναι μεθυσμένος, όπως αυτό προκύπτει από την έκθεση εξέτασης του αίματος του αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., κατοίκων ... με τους οποίους έπινε καφέ στη βιοτεχνία γεωργικών μηχανημάτων του πρώτου από αυτούς. Από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έβαινε με το αυτοκίνητο του στο ρεύμα του παράδρομου της Εθνικής Οδού ... με κατεύθυνση την Καρδίτσα. Μόλις αντιλήφθηκε την παθούσα (που φορούσε ανοιχτόχρωμα ρούχα) στο αριστερό πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εισήλθε διαγωνίως στο αντίθετο με την κατεύθυνση του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και αφού ανέβηκε με το αυτοκίνητο του στο πεζοδρόμιο επέπεσε με σφοδρότητα πάνω της και την τραυμάτισε σοβαρά και αμέσως μετά εγκατέλειψε τον τόπο του συμβάντος. Τα ευρήματα που είναι καταγεγραμμένα στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν δίνει καμιά εξήγηση για την αλλαγή της αρχικής του πορείας την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και την ανάβαση του αυτοκινήτου του στο πεζοδρόμιο. Εξάλλου η οδός ήταν ευθεία, δεν υπήρχε κυκλοφορία πεζών ή άλλο εμπόδιο που να δικαιολογεί την αλλαγή πορείας του οχήματος του, ο ίδιος δε γνώριζε πολύ καλά την οδό, την οποία διερχόταν καθημερινά. Επιπλέον το γεγονός ότι επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμού και καλή ορατότητα καθιστούν τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ότι δεν είδε τίποτε και για το λόγο αυτό αναχώρησε ως παντελώς αναληθείς. Από την επισκόπηση των έξι φωτογραφιών που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει ότι από την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στο σώμα της παθούσας έσπασαν το εμπρόσθιο αριστερό φανάρι και το αριστερό μέρος του ανεμοθώρακα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβη αντιστρατεύεται στους κανόνες της κοινής λογικής. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο κατηγορούμενος είχε κάποιο κίνητρο για να προβεί στην πράξη του και αν είχε πρόθεση να σκοτώσει την παθούσα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δόλος και γενικά η υπαιτιότητα......Από τις καταθέσεις της παθούσας και του συζύγου της προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε κίνητρο διότι τρεις μήνες πριν, τους είχε απειλήσει ότι θα τους σκοτώσει διότι βοσκούσαν τα πρόβατα τους κοντά στην οικία του. Ακόμη από την ένορκη κατάθεση του Φ την 3-2-2009 στην Ανακρίτρια του Β' Τμήματος Λάρισας προκύπτει ότι ο άλλος οδηγός που είχε σταματήσει στην ΕΟ ... και μόλις τον είδε αναχώρησε ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε μεταβεί στο σημείο όπου είχε κτυπήσει την παθούσα με άλλο αυτοκίνητο χρώματος γκρι, το οποίο παλιότερα ο αποβιώσας γαμβρός του χρησιμοποιούσε με ταξί. Το γεγονός αυτό ο παραπάνω μάρτυρας δεν είχε αναφέρει στην αρχική του κατάθεση στην Αστυνομία διότι, όπως ισχυρίστηκε, βρισκόταν σε σύγχυση αφού 10 ημέρες μετά το σοβαρό τραυματισμό της συζύγου του άγνωστος έβαλε φωτιά στο μαντρί του, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς μαζί με 600 πρόβατα. Πιθανολογείται βάσιμα ότι ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος, που είχε επιστρέψει με άλλο αυτοκίνητο στον τόπο του συμβάντος και συνομιλούσε με τον μάρτυρα Σ. Ο τελευταίος ενώ στην αρχική του κατάθεση στην Αστυνομία ανέφερε ότι επρόκειτο για διερχόμενο οδηγό που σταμάτησε για να δει τι συμβαίνει, στην κατάθεση του στην Ανακρίτρια ανέφερε για διερχόμενο αυτοκίνητο που σταμάτησε επί της Εθνικής Οδού και εντός αυτού ήταν ένα ζευγάρι, που τον ρωτούσε τι είχε συμβεί. Η αξιοπιστία του μάρτυρος Σ, στο σημείο αυτό των καταθέσεων του, θα κριθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Η κατάθεση του συζύγου της παθούσας στην Ανακρίτρια κρίνεται πειστική και ενισχύεται από τη συνεκτίμηση των εξής στοιχείων: α) από το γεγονός ότι μόλις τον είδε αναχώρησε και β) είναι πολύ απίθανο ένας τρίτος άγνωστος οδηγός να σταμάτησε επί της ΕΟ χωρίς λόγο και αφού πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί ν' αναχώρησε χωρίς να προσφέρει βοήθεια. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η αποδεικτική αξία των καταθέσεων του μάρτυρος-συζύγου της παθούσας καθόλου δεν μειώνεται από το ότι αυτός εξεταζόμενος ενόρκως την 20-6-2009 ενώπιον του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ... κατέθεσε ότι θεωρεί τη φωτιά που ξέσπασε την ίδια ημέρα στο πίσω μέρος του μαντριού του ως εμπρησμό και κατονόμασε ως ύποπτο (και) τον κατηγορούμενο, όπως ο εκκαλών ισχυρίζεται στην κρινόμενη έφεση του. Τέλος το γεγονός του τραυματισμού της παθούσας στο σημείο που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας προκύπτει από τα αίματα και τα θραύσματα του αριστερού εμπρόσθιου φαναριού, που αποδείχθηκε ότι ανήκουν στο αυτοκίνητο του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Ο τελευταίος αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει τη δική του άποψη ότι δηλαδή ουδέποτε θα έφθανε σε τέτοιο σημείο να κτυπήσει σκόπιμα έναν άνθρωπο στην ηλικία που βρίσκεται και ότι η ταχύτητα με την οποία φέρεται ότι λήφθηκε η απόφαση κατά την οδήγηση αποκλείει από μόνη της την προμελέτη για την τέλεση του αδικήματος. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί ούτε ανασκευάζουν ούτε αναιρούν την σε βάρος του κατηγορία καθόσον προέκυψε από τις καταθέσεις της παθούσας και του μάρτυρος συζύγου της σε συνδυασμό με την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Λάρισας ότι προσπάθησε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του να σκοτώσει την παθούσα Ρ, η δε προσπάθεια του προκύπτει ανάγλυφη από τις παραπάνω εκτεθείσες περιστάσεις του συμβάντος, που επιβεβαιώνονται από τις μαρτυρικές καταθέσεις. Το προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά στην πρόταση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών δέχεται ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν πλήρως την έννοια της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση διότι: α) ο κατηγορούμενος κινήθηκε με το αυτοκίνητο του εναντίον της παθούσας. Η ενέργεια του αυτή ήταν πρόσφορη και κατάλληλη να επιφέρει το θάνατο της και συνιστά όχι μόνο κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων αρχή εκτέλεσης της πράξης αλλά στοιχειοθετεί και την αρχή πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης οδηγεί σ' αυτή, β) ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τέτοια κίνηση του αυτοκινήτου του, ήταν κατά την κοινή πείρα δυνατό να επέλθει ο θάνατος της παθούσας και παρόλα αυτά δεν απέφυγε την ενέργεια αυτή και έτσι αποδέχθηκε το θάνατο της, η παράσταση του οποίου δεν τον συγκράτησε από την τέλεση της πράξης. Το αποτέλεσμα του θανάτου όμως δεν επήλθε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του γιατί αμέσως μετά την πράξη του η παθούσα βρέθηκε από το μάρτυρα Σ και το σύζυγο της οι οποίοι κάλεσαν βοήθεια με αποτέλεσμα να τύχει άμεσης ιατρικής περίθαλψης και να διασωθεί με την έγκαιρη και αποτελεσματική φροντίδα των γιατρών των δύο Νοσοκομείων (... της ...).Ο κατηγορούμενος απεφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επιτρέπει τη σκέψη να σκοτώσει την Ρ και επιχείρησε με πρόθεση προς τον ανθρωποκτόνο αυτό σκοπό όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες του. Άλλωστε δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιφατική η σκέψη στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με διαζευκτικό δόλο της θανάτωσης ή του τραυματισμού της παθούσας, γιατί και πάλι ευθύνεται αυτός κατά την προαναφερόμενη περίπτωση ως υπαίτιος του βαρύτερου εγκλήματος δηλ. της απόπειρας ανθρωποκτονίας, εφόσον η υποκειμενική υπόσταση αυτής μπορεί να στηρίζεται και επί ενδεχομένου δόλου, που υφίσταται οπωσδήποτε στη συγκεκριμένη περίπτωση ..... Η δε απόπειρα ενός εγκλήματος, όπως στην προκείμενη περίπτωση η απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, διατελεί σε σχέση επικουρικότητας μόνο προς το ίδιο έγκλημα ως τετελεσμένο δηλ. μόνο με την τετελεσμένη ανθρωποκτονία με πρόθεση και όχι με άλλο τετελεσμένο έγκλημα όπως η σωματική βλάβη με πρόθεση ή η απόπειρα αυτής, κατά τις διακεκριμένες ή προνομιούχες παραλλαγές της διότι στην περίπτωση αυτή η πρώτη (απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση) δεν αποτελεί προστάδιο του δευτέρου (σωματική βλάβη) με πρόθεση ή απόπειρα αυτής ούτε ανήκουν αμφότερα στην αυτή μορφή εγκλήματος (ΑΠ 753/81 όπ. παρ., Κ. Σταμάτη, Γενικαί Αρχαί της φαινόμενης συρροής και ιδίως της κατ' ιδέαν, 1972, παρ. 7Β, β σελ. 86, παρ. 21Β σελ. 155).... Ενόψει των προαναφερομένων, το εκκαλούμενο βούλευμα, στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμαστε, ορθά έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση)". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αναφερθέν Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, για να δικαστεί για την αποδιδόμενη, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αξιόποινη πράξη και, έτσι, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεση αυτού, επικυρώνοντας στη συνέχεια το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με επιτρπεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, αλλά και την προηγηθείσα αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 42 και 299 παρ. 1 Π.Κ., οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις αυτού είναι αβάσιμες. Καθ' ό δε μέρος, με την αίτηση αναιρέσεως πλήττεται με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας η αναιρετιώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου επί της ουσίας και επιχειρείται απαραδέκτως η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από αυτήν του Συμβουλίου Εφετών. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του ΠΚ, που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, όσο αφορά το αίτημα του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί ως εκκαλών ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και να εκθέσει τις απόψεις του, ορθά απορρίφθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα και την περιεχόμενη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέροντας ότι ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων είχε αναπτύξει επαρκώς και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς του με την απολογία του, το αναλυτικό απολογητικό υπόμνημά του και με το δικόγραφο της έφεσής του και δεν ήταν αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ. 254/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόπειρα ανθρωποκτονίας με τροχαίο ατύχημα. Παραπεμπτικό βούλευμα. Απόρριψη έφεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος. Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση κατηγορουμένου στο Συμβούλιο Εφετών. Αιτιολογία βουλεύματος με παραπομπή στην αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση. Λόγοι αναιρέσεως κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών: έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 42 § 1 και 299 § 1 ΠΚ. Απόρριψη αμφοτέρων λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εισαγγελική Πρόταση.
0
Αριθμός 1771/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 2609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Φεβρουαρίου 2010, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 250/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 242/28.6.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3461/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών τους Χ2 και Χ1 για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως από κοινού, - κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα τοκογλυφίας και απόπειρα εκβίασης τον δεύτερο - 45, 98, 404§§2α-3 Π.Κ., 385§1 ε.δ. γ, 42 Π.Κ. Κατά του άνω βουλεύματος οι ανωτέρω άσκησαν εφέσεις και δη τις υπ' αριθμ. 649 και 650/2008 και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2609/2009 βούλευμά του αφού απέρριψε αυτές ως αβάσιμες στην ουσία τους προέβη σε διόρθωση - συμπλήρωση του πρωτόδικου βουλεύματος σε σχέση με τη δεύτερη από τις άνω αξιόποινες πράξεις. Ειδικώτερα, το άνω βούλευμα [=2609/2009] του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι "από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, αλλά και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα απολογητικά υπομνήματα αυτών, καθώς και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων προκύπτουν, [κατά την κρίση μου], τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος των εκκαλούντων Χ2, κάτοικος ... κατά το παρελθόν ασκούσε παράλληλα τα επαγγέλματα του ασφαλιστή και του ιδιωτικού υπαλλήλου σε γηροκομείο μέχρι και το έτος 2001, οπότε και έπαυσε την δεύτερη επαγγελματική του δραστηριότητα για δικούς του λόγους. Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος τώρα ..., από το έτος 1989 ασκούσε το επάγγελμα του αρτοποιού δρα-στηριοποιούμενος επιχειρηματικά στην περιοχή .... Το έτος 1998 ο εγκαλών διατηρούσε αρτοποιείο στην οδό ... της εν λόγω περιοχής αντιμετωπίζοντας τότε μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Κατά το έτος αυτό ο εγκαλών γνωρίστηκε με τον ως άνω εκκαλούντα, Χ2 και η σχέση τους ξεκίνησε ως επαγγελματική, συνισταμένη στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό του εγκαλούντος. Κατά τα έτη 1998 και 1999 ο Χ2 επισκέπτονταν συχνά το ως άνω κατάστημα του εγκαλούντος, προκειμένου να εισπράξει από αυτόν τα ασφάλιστρα και από συζητήσεις που είχε μαζί του είχε αντιληφθεί, πλέον, ότι ο εγκαλών αντιμετώπιζε τότε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και ότι είχε άμεση ανάγκη χρημάτων. Μετά από την διαπίστωση αυτή, ο Χ2 πήρε την απόφαση να εκμεταλλευτεί πλήρως την περίπτωση αυτή χορηγώντας στον εγκαλούντα τοκογλυφικά δάνεια με υψηλό επιτόκιο εκ των οποίων προσδοκούσε ότι θα απεκόμιζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Έτσι, περί τα τέλη του έτους 1999, αφού ενημέρωσε και τον αδελφό του, Χ1 (δεύτερο των εκκαλούντων) σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο εγκαλών, αποφάσισαν από κοινού να του χορηγήσουν τοκογλυφικά δάνεια με επιτόκιο 5 % τον μήνα, την λήψη των οποίων τελικώς απεδέχθη ο εγκαλών εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, με τραγικές συνέπειες για τον ίδιο και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Στην συνέχεια οι εκκαλούντες, σε εκτέλεση του σχεδίου τους αυτού, χορήγησαν στον εγκαλούντα τα παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενα δάνεια με τους παρακάτω ειδικότερα αναφερομένους όρους, τα οποία είχαν τελικώς καταστρεπτικές συνέπειες γι' αυτόν. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες: 1) Στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2000, κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα Ψ, ύψους 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 250.000 δρχ. ή 733,67 ευρώ το μήνα, που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και συμφώνησαν με αυτόν να τους προκαταβάλει τον τόκο κάθε μήνα. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2000 έως και τον Μάρτιο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 2.201,01 ευρώ για τόκους (3 μήνες x 733,67 ευρώ = 2.201,01 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το αρχικό κεφάλαιο του δανείου. 2) Στην ... τον Μάρτιο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του παραπάνω δανείου των 14.673,51 ευρώ που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 6.115.590 δρχ. ή 17.947,43 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 555.000 δρχ. ή 1.628,76 ευρώ το μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 2000 έως και τον μήνα Σεπτέμβριο του 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 9.772,56 ευρώ για τόκους (6 μήνες χ 1.628,76 ευρώ = 9.772,56 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο αμφοτέρων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 9.772,56 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 22.825,41 ευρώ. 3) Στην ... τον Σεπτέμβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δύο (2) πρώτων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 2.000.000 δρχ. ή 5.896,40 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 655.000 δρχ. ή 1.922,23 ευρώ, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 1.922,23 ευρώ για τόκους (1 μήνα), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 1.922,23 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 27.224,54 ευρώ. 4) Στην ... τον Οκτώβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω τριών (3) δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 9.199.547 δρχ. ή 26.997,93 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 885.000 δρχ. ή 2.597,21 ευρώ, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 2.597,21 ευρώ για τόκους, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 2.597,21 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 51.939,47 ευρώ. 5) Στην ... το Νοέμβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 6.000.000 δρχ. ή 17.608,21 ευρώ συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 1.115.000 δρχ. ή 3.272 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2000: κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 3.272 ευρώ για τόκους ενός μηνός, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 3.272 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 69.869,26 ευρώ. 6) Στην ... τον Δεκέμβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους10.000.000 δρχ. ή 29.347,02 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 1.725.000 δρχ. ή 5.062,36 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 5.062,36 ευρώ για τόκους ενός μηνός, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 5.062,36 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 94.486,42 ευρώ. 7) Στην ... τον Ιανουάριο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό άνω του 5% μηνιαίως, δηλαδή 1.975.000 δρχ. ή 5.796,03 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2001 έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 28.980,15 ευρώ για τόκους (5 μήνες x 5.796,03 ευρώ = 28.980,15 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 28.980,15 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 69.215,70 ευρώ. 8) Στην ... τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 7.500.000 δρχ. ή 22.010,27 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 2.275.000 δρχ. ή 6.676,44 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2001 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 13.352,88 ευρώ για τόκους (2 μήνες x 6.676,44 ευρώ = 13.352,88 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 13.352,88 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 79.393,21 ευρώ. 9) Στην ...τον Αύγουστο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών,ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 2.475.000 δρχ. ή 7.263,38 ευρώ το μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2001 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 7.263,38 ευρώ για τόκους ενός μηνός, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν της καταβολής εκ 7.263,38 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 87.612,69 ευρώ. 10) Στην ... τον Σεπτέμβριο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 17.000.000 δρχ. ή 49.889,94 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 3.155.000 δρχ. ή 9.258,98 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 2001 έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2002 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 64.812,86 ευρώ για τόκους (7 μήνες x 9.258,98 ευρώ - 64.812,86 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 64.812,86 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 87.428,36 ευρώ. 11) Στην ... τον Μάρτιο του έτους 2002 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή δύο (2) νέων δανείων εκ 15.803 ευρώ και 48.888 ευρώ αντιστοίχως, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 11.845,98 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2002 έως και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 106.613,82 ευρώ για τόκους (9 μήνες x 11.845,98 ευρώ = 106.613,82 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 106.613,83 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 30.646,92 ευρώ. 12) Στην ... τον Ιανουάριο του έτους 2003 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 10.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 14.000 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2003 έως και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2003 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 168.000 ευρώ για τόκους (12 μήνες x 14.000 ευρώ = 168.000 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν της καταβολής του μηνός Μαρτίου 2003, είχε εξοφληθεί ολοσχερώς από τον εγκαλούντα, ενώ οι εκκαλούντες εισέπραξαν αχρεωστήτως καταβολές εννέα (9) μηνών, δηλαδή ποσό 14.000 x 9 =126.000 ευρώ. 13) Στην ... στις 7-1-2004 οι εκκαλούντες, κατά την υποτιθέμενη παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, τα οποία, κατά τα προρρηθέντα, είχαν εξοφληθεί από μήνα Μάρτιο του έτους 2003 ως και κατά την παροχή νέου δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 30.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% μηνιαίως, υποτίθεται για το σύνολο των δανείων, εκ ποσού 277.170 ευρώ, δηλαδή 15.200 ευρώ το μήνα, τόκος που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 15.200 ευρώ για τόκους ενός (1) μηνός, επακολουθώντας να τους οφείλει υποτίθεται το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα ανωτέρω είχε εξοφληθεί πλήρως, ενώ ο εγκαλών στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν της καταβολής εκ 15.200 ευρώ, όφειλε μόνο μέρος του τελευταίου δανείου και δή ποσό 14.954,09 ευρώ. 14) Στην ... τον Φεβρουάριο του έτους 2004, οι εκκαλούντες κατά την υποτιθέμενη παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, τα οποία, κατά τα προρρηθέντα, είχαν εξοφληθεί πλήρως από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003, ως και κατά την παροχή νέου δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 50.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% μηνιαίως, υποτίθεται για το σύνολο των δανείων, εκ 357.170 ευρώ, δηλαδή 17.200 ευρώ το μήνα, τόκος που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και Σεπτέμβριο του έτους 2004, κατέβαλε στους εκκαλούντες, το συνολικό ποσό των 137.600 ευρώ για τόκους υποτίθεται (8) μηνών (8 μήνες x 17.200.ευρώ = 137.600 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει υποτίθεται το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είχε εξοφληθεί από τον εγκαλούντα. Όμως, παρότι ο εγκαλών, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου κατόπιν και της καταβολής του μηνός Μαΐου 2004 είχε εξοφλήσει και το τελευταίο δάνειο των 50.000 ευρώ, εν τούτοις οι εκκαλούντες εισέπραξαν αχρεωστήτως από αυτόν και το ποσό των 68.800 ευρώ (17.200 ευρώ x 4 μήνες = 68.800 ευρώ), παρότι αυτοί γνώριζαν ότι δεν είχαν, κατά νόμο, τέτοιο δικαίωμα. 15) Στην ... τον Οκτώβριο του έτους 2004, οι εκκαλούντες, κατά την υποτιθέμενη παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, αν και γνώριζαν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ότι τα δάνεια αυτά είχαν εξοφληθεί από τον εγκαλούντα από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003, ενώ το δάνειο του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2004 είχε εξοφληθεί από τον ίδιο από τον μήνα Μάιο του έτους 2004, εν τούτοις αυτοί κατά την παροχή νέου δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 50.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% μηνιαίως, υποτίθεται για το σύνολο των δανείων εκ ποσού 407.170 ευρώ, δηλαδή 19.200 ευρώ το μήνα, τόκος που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο του έτους 2004 έως και Φεβρουάριο του έτους 2005 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 96.000 ευρώ για τόκους υποτίθεται (5) μηνών (5 μήνες x 19.200 ευρώ = 96.000 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει υποτίθεται το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων (407.170 ευρώ), παρότι το ποσό αυτό, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είχε εξοφληθεί πλήρως από τον εγκαλούντα. Παρότι δε ο εγκαλών, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν και της καταβολής του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2004 είχε εξοφλήσει και το τελευταίο δάνειο των 50.000 ευρώ, εν τούτοις οι εκκαλούντες εισέπραξαν αχρεωστήτως από αυτόν και το ποσό των 38.400 ευρώ (19.200 ευρώ χ 2 μήνες = 38.400 ευρώ), παρότι αυτοί γνώριζαν ότι δεν είχαν, κατά νόμο, τέτοιο δικαίωμα και 16) στην ... στις 15-4-2005, οι εκκαλούντες για τόκους υποτίθεται του ως άνω συνολικού ποσού οφειλής των 407.170 ευρώ, το οποίο, κατά τα προρρηθέντα, είχε εξοφληθεί πλήρως από τον εγκαλούντα, εισέπραξαν αχρεωστήτως από αυτόν και το ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ ο δεύτερος των εκκαλούντων, Χ1τον Μάρτιο του έτους 2005 είχε επιχειρήσει να εκβιάσει τον εγκαλούντα (Ψ), προκειμένου να τους καταβάλει αχρεωστήτως και το ποσό των 150.000 ευρώ, χωρίς όμως και να το επιτύχει για τους ειδικότερους λόγους που εκτίθενται παρακάτω. Τις παραπάνω δε πράξεις της τοκογλυφίας τέλεσαν οι εκκαλούντες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της τοκογλυφίας, αλλά και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν, [κατά την κρίση μου] και τα εξής πραγματικά περιστατικά: Τον Μάρτιο του έτους 2005, ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος (Χ1) μετέβη στο κατάστημα του εγκαλούντος (Ψ), που βρισκόταν τότε στα ... και απείλησε τον εγκαλούντα ότι θα τον καταστρέψει, εννοώντας ότι θα σφράγιζε τις επιταγές που είχε στην κατοχή του, εάν αυτός (εγκαλών) δεν του κατέβαλε άμεσα το ποσό των 150.000 ευρώ, ως τοκογλυφικό αντάλλαγμα για συνολικό ποσό δανείων 407.170 ευρώ, ποσό που όμως είχε εξοφληθεί από τον εγκαλούντα, σύμφωνα με τα νόμιμα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου. Η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από την βούληση του και συγκεκριμένα, επειδή ο εγκαλών αδυνατώντας να του καταβάλει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό δεν ενέδωσε στην εκβιαστική του πρόταση. Οι εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις τους προτείνουν μεταξύ των άλλων και τους εξής ισχυρισμούς: α) Ότι, δήθεν, ο εγκαλών Ψ από το έτος 1999 έως και το έτος 2004 βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση με αξιόλογη κινητή και ακίνητη περιουσία, ότι διέθετε κεφάλαιο ύψους 20.000.000 δρχ. (60.000 ευρώ) επενδεδυμένο σε αμοιβαία κεφάλαια, καθώς και ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας "AUDI 80", αξίας 10.000.000 δρχ., περίπου και ως εκ τούτου δεν αληθεύει ο ισχυρισμός του ότι αυτός βρισκόταν τότε σε δεινή οικονομική κατάσταση και ότι εκ του λόγου αυτού αναγκάσθηκε να προβεί στην σύναψη των ως άνω τοκογλυφικών δανείων, β) ότι, δήθεν, όλα τα δάνεια που χορήγησαν στον εγκαλούντα, πλην του πρώτου δανείου των 5.000.000 δρχ., το οποίο ουδέποτε χορήγησαν σε αυτόν, τα χορήγησαν στον εγκαλούντα με το νόμιμο τόκο και όχι με επιτόκιο 5% μηνιαίως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εγκαλών, γ) ότι, δήθεν, η από 1-2-2006 έγκληση του εγκαλούντος κατ' αυτών για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις είναι εντελώς ψευδής και προσχηματική και ότι κατατέθηκε εναντίον τους, επειδή αυτοί (εκκαλούντες) τον είχαν καταγγείλει προηγουμένως για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και ότι αυτός προς αντιπερισπασμό και μόνον κατέθεσε εναντίον τους την έγκληση αυτή και δ) ότι, δήθεν, αυτοί δεν τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται η τέλεση των πράξεων αυτών. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί, κατά την κρίση μου, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον ανατρέπονται πλήρως από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως τα εντελώς αντίθετα εν σχέσει με αυτά που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, ότι, δηλαδή αυτοί τέλεσαν τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις σε βάρος του εγκαλούντος, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος (Βλ. σχετ. τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ....), των οποίων οι καταθέσεις δεν υστερούν σε αποδεικτική βαρύτητα και αξιοπιστία από τις αντιθέτου περιεχομένου καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι, δήθεν, ο εγκαλών τέλεσε σε βάρος τους το αδίκημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος θα πρέπει να επισημανθεί ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο εγκαλών τέλεσε σε βάρος τους την πράξη αυτή. Άλλωστε, μέχρι τώρα δεν υπάρχει ούτε καν πρωτόδικη απόφαση ποινικού δικαστηρίου έκτης οποίας να προκύπτει η καταδίκη του εγκαλούντος για την εν λόγω αξιόποινη πράξη. Με τα δεδομένα δε αυτά, φρονώ, ότι στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετούνται πλήρως (αντικειμενικά και υποκειμενικά) οι διωκόμενες πράξεις: α) Της τοκογλυφίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, σε βάρος αμφοτέρων των εκκαλούντων και β) της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος σε βάρος του δευτέρου των εκκαλούντων και όχι σε βαθμό κακουργήματος, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος. Άλλωστε, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του δευτέρου των εκκαλούντων για την πράξη αυτή ήταν από την αρχή σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 385§ 1 γ' Π.Κ.) και όχι σε βαθμό κακουργήματος και επομένως θα πρέπει να διορθωθεί και να συμπληρωθεί το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος στο 33& φύλλο του και συγκεκριμένα στην 3η σειρά του φύλλου αυτού και να αντικατασταθεί η λέξη "κακουργηματικής" με την λέξη "πλημμεληματικής". III. Επειδή, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, [κατά την κρίση μου], σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων για τις πράξεις που τους αποδίδονται και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα, στις ειδικότερες σκέψεις του οποίου και της σε αυτό ενσωματωμένης Εισαγγελικής πρότασης, κατά τα λοιπά αναφέρομαι, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, ορθά και νόμιμα τους παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του ρηθέντος δικαστηρίου, για να δικασθούν για τις πράξεις αυτές και σε καμία πλημμέλεια κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν υπέπεσε, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και πρέπει, κατόπιν των ανωτέρω, να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις τους, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, να επικυρωθεί ως ορθόν το εκκαλούμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεση τούτου, να επιβληθούν δε σε βάρος καθενός των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 ευρώ (άρθρο 583§ 1 Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 55§1 του 3160/2003)". Κατά του άνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν οι ίδιοι ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών τις υπ' αριθμ. 14/3-2-2010 και 15/3-2-2010 αναιρέσεις προβάλλοντας ως λόγους αναίρεσης: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αα) σε σχέση με την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πρώτης πράξης, ββ) σε σχέση με την αιτία συνάψεως των δανείων ότι δηλ. δέχεται το προσβαλλόμενο ότι αιτία της σύναψης των τοκογλυφικών δανείων είναι η διαρκής οικονομική δυσκολία του εγκαλούντος, ενώ τούτο δεν ήταν αληθές και δη ότι είχε μεγάλη οικονομική άνεση - όπως αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα υπ' αυτών στοιχεία, τα οποία δεν έλαβε, προφανώς, υπόψη, γγ) σε σχέση με την κατάρτιση του δανείου "Στην ... στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2000" - δεν περιέχει καμία απολύτως αιτιολογία. Ήτοι αμφισβητούν τη συνομολόγηση του άνω δανείου· ότι δηλ. δεν έλαβε χώρα τέτοια· [και αναφέρουν γιατί δεν συνέβη αυτή]. Επίσης ότι δεν εδόθησαν επιταγές στον εγκαλούντα. Επίσης ότι δεν υπάρχουν στοιχεία περί καταβολής επιτοκίου που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό ότι δεν αξιοποιεί τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης κ.λ.π. και ότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά αντίκειται στους κανόνες της κοινής λογικής και είναι προϊόν αυθαίρετης - εσφαλμένης κρίσης. Με άλλες λέξεις αυτά δεν προκύπτουν από τα αποδεικτικά στοιχεία και τελικά εσφαλμένα κρίθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής τους για τις πράξεις που παραπέμφθησαν. Ο άνω λόγος αναίρεσης είναι σε όλα τα σκέλη της αβάσιμος.Κατ' αρχήν το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά αναφέρει ότι "τις παραπάνω πράξεις, της τοκογλυφίας τέλεσαν οι εκκαλούντες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη [=μεγάλο αριθμό] τέλεση της τοκογλυφίας, αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους". Όπως είναι γνωστό [=άρθρο 404§3 Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 14§8α ν. 2721/99, ΦΕΚ 112Α/3-6-99] για τον χαρακτηρισμό της τοκογλυφίας ως κακουργήματος απαιτείται όπως ο υπαίτιος "επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2" - Αρκεί δηλ. είτε κατ' επάγγελμα είτε κατά συνήθεια. Επομένως τυχόν έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της μιας εξ αυτών προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον [βλ. ΑΠ 265/2000, ΑΠ 1244/84, ιδίως ΑΠ 1570/2007 Π.Χρ. 2008 σελ. 519 κ.α.] - , άλλωστε το συμβούλιο δεν επιβάλλει ποινές. Εξ άλλου επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και όταν τελείται κατ' εξακολούθηση, αφού τούτο συνιστά μορφή πραγματικής ομοειδούς τέλεσης [βλ. 829/2006, ΑΠ 1183/2008, ΑΠ 265/2009 κ.α. Πρ. βλ. ΑΠ 276/2007, ΑΠ 384/2007, ΑΠ 1303/2003 κ.α.]. Ενόψει των ανωτέρω - και του άρθρου 13 εδ. στ Π.Κ. το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - βλ. ΑΠ 793/2008, ΑΠ 1413/2005 κ.α.Υπενθυμίζουμε ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση δεν απαιτείται και υποδομή αλλ' αρκεί η επανειλημμένη τέλεση από την οποία προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος. Η κατ' επάγγελμα δηλ. τέλεση έχει δύο περιπτώσεις και δη εκείνη της επανειλημμένης τέλεσης και εκείνη της υποδομής, εκάστη των οποίων και αρκεί. Σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις και της κατ' επάγγελμα, και κατά συνήθεια αρκεί η επανειλημμένη τέλεση στην οποία προκύπτει ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Το δεύτερο σκέλος του παραπάνω λόγου είναι αβάσιμο αφού όχι μόνο αντίκειται στα δεκτά γενόμενα αλλά και δεν απαιτείται να αιτιολογείται και δη ειδικά σε σχέση με το έγκλημα της τοκογλυφίας με την μορφή που παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες. Ο νόμος εδώ θέλει συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου - και τίποτα πλέον. Δεν απαιτείται δηλ. εδώ εκμετάλλευσης της ανάγκης κ.λ.π. "ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους" κατά τη ρητή διάταξη της §2 του άρθρου 404 Π.Κ. [βλ. ΑΠ 550/67, ΑΠ 468/78 κ.α., Μπουρόπουλο, Ερμ. Π.Κ. τομ. γ σελ. 151, Γάφο - Ειδικό Ποινικό, τεύχος Ζ σελ. 83]. Τα λοιπά σκέλη του αυτού λόγου ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και στην ουσία της υπόθεσης που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο [Πρ. βλ. ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1331/2006, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 1542/2006, κ.α.]. Ο Άρειος Πάγος δεν ελέγχει εάν τα δεκτά γενόμενα προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα. Θεωρεί αυτά δεδομένα. Έτσι ελέγχει εάν τα δεκτά γενόμενα είναι ορθά από νομικής απόψεως και όχι από ουσιαστικής απόψεως. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ποιο είναι το νομικό ποσοστό τόκου το ορίζει ο νόμος. Ενόψει των ανωτέρω οι υπό κρίση αναιρέσεις πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 14/2010 και 15/2010 αναιρέσεις των Χ2 και Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 2609/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και να καταδικασθούν οι ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Κ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις κρινόμενες υπ'αριθμ. 14 και 15/3.2.2010 αιτήσεις των: 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκων ..., ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 2609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας να εξετασθούν περαιτέρω. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι υπ' αριθμ. 649 και 650/2008 εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 3461/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε και με το οποίο (βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις: α) της τοκογλυφίας από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (αμφότεροι οι κατηγορούμενοι) και β) της απόπειρας εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος (ο δεύτερος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων). Κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α' και β' ΠΚ, όπως είχε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 14 παρ.8 Ν.2721/1999, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή τιμωρείται, όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και όποιος... .επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ.1 και 2 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, την οποία αποτελεί και η λήψη από το δράστη αξιόγραφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους ή με την επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με την κατάθεση αιτήσεως από το δράστη στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση, βάσει συναλλαγματικής που ενσωματώνει τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του παθόντος. Οι παραπάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθινή πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες επί μέρους πράξεις που περιέχουν τα στοιχεία της εγκληματικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 ΠΚ και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους συνδεόμενες όμως με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΠΚ, όπως προστέθηκε με άρθρο 1 παρ.1 Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανηλειμμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισυό εισοδήματος (ΑΠ 858/2005 ). Ακόμη, κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενική σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικός κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετεχόντων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ.ΑΠ 50/1990 ΠΧ Μ.949, ΑΠ 1344 και 1541/2006). Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο Ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδ. α' και β' και σε βαθμό πλημμελήματος σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται, αντικειμενικώς α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου και β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης αποφάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκροτήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι, ώστε να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξαρτήτως αν το όφελος αυτό επιτεύχθηκε τελικώς. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιπό όροι (δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια), το έγκλημα (κακουργηματικής ή πλημμελεηματικής μορφής) είναι σε απόπειρα. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αριθμ. 2609/2009 βούλευμά του δέχθηκε, με καθολική αναφορά του επιτρεπτώς στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, των εγγράφων της δικογραφίας και των απολογιών ως και απολογητικών υπομνημάτων των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος των εκκαλούντων Χ2, κάτοικος ... - ..., οδός ... κατά το παρελθόν ασκούσε παράλληλα τα επαγγέλματα του ασφαλιστή και του ιδιωτικού υπαλλήλου σε γηροκομείο μέχρι και το έτος 2001, οπότε και έπαυσε την δεύτερη επαγγελματική του δραστηριότητα για δικούς του λόγους. Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος τώρα ..., από το έτος 1989 ασκούσε το επάγγελμα του αρτοποιού δρα-στηριοποιούμενος επιχειρηματικά στην περιοχή .... Το έτος 1998 ο εγκαλών διατηρούσε αρτοποιείο στην οδό ... της εν λόγω περιοχής αντιμετωπίζοντας τότε μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Κατά το έτος αυτό ο εγκαλών γνωρίστηκε με τον ως άνω εκκαλούντα, Χ2 και η σχέση τους ξεκίνησε ως επαγγελματική, συνισταμένη στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό του εγκαλούντος. Κατά τα έτη 1998 και 1999 ο Χ2 επισκέπτονταν συχνά το ως άνω κατάστημα του εγκαλούντος, προκειμένου να εισπράξει από αυτόν τα ασφάλιστρα και από συζητήσεις που είχε μαζί του είχε αντιληφθεί, πλέον, ότι ο εγκαλών αντιμετώπιζε τότε μεγάλα οικονομικά προβλήματα και ότι είχε άμεση ανάγκη χρημάτων. Μετά από την διαπίστωση αυτή, ο Χ2 πήρε την απόφαση να εκμεταλλευτεί πλήρως την περίπτωση αυτή χορηγώντας στον εγκαλούντα τοκογλυφικά δάνεια με υψηλό επιτόκιο εκ των οποίων προσδοκούσε ότι θα απεκόμιζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Έτσι, περί τα τέλη του έτους 1999, αφού ενημέρωσε και τον αδελφό του, Χ1 (δεύτερο των εκκαλούντων) σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο εγκαλών, αποφάσισαν από κοινού να του χορηγήσουν τοκογλυφικά δάνεια με επιτόκιο 5 % τον μήνα, την λήψη των οποίων τελικώς απεδέχθη ο εγκαλών εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, με τραγικές συνέπειες για τον ίδιο και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Στην συνέχεια οι εκκαλούντες, σε εκτέλεση του σχεδίου τους αυτού, χορήγησαν στον εγκαλούντα τα παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενα δάνεια με τους παρακάτω ειδικότερα αναφερομένους όρους, τα οποία είχαν τελικώς καταστρεπτικές συνέπειες γι' αυτόν. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες: 1) Στην ... στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2000, κατά την παροχή δανείου στον εγκαλούντα Ψ, ύψους 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 250.000 δρχ. ή 733,67 ευρώ το μήνα, που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και συμφώνησαν με αυτόν να τους προκαταβάλει τον τόκο κάθε μήνα. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2000 έως και τον Μάρτιο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 2.201,01 ευρώ για τόκους (3 μήνες x 733,67 ευρώ = 2.201,01 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το αρχικό κεφάλαιο του δανείου. 2) Στην ... τον Μάρτιο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του παραπάνω δανείου των 14.673,51 ευρώ που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 6.115.590 δρχ. ή 17.947,43 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 555.000 δρχ. ή 1.628,76 ευρώ το μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 2000 έως και τον μήνα Σεπτέμβριο του 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 9.772,56 ευρώ για τόκους (6 μήνες χ 1.628,76 ευρώ = 9.772,56 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο αμφοτέρων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 9.772,56 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 22.825,41 ευρώ. 3) Στην ... τον Σεπτέμβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δύο (2) πρώτων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 2.000.000 δρχ. ή 5.896,40 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 655.000 δρχ. ή 1.922,23 ευρώ, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 1.922,23 ευρώ για τόκους (1 μήνα), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 1.922,23 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 27.224,54 ευρώ. 4) Στην ... τον Οκτώβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω τριών (3) δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 9.199.547 δρχ. ή 26.997,93 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 885.000 δρχ. ή 2.597,21 ευρώ, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 2.597,21 ευρώ για τόκους, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 2.597,21 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 51.939,47 ευρώ. 5) Στην ... το Νοέμβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 6.000.000 δρχ. ή 17.608,21 ευρώ συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 1.115.000 δρχ. ή 3.272 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2000: κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 3.272 ευρώ για τόκους ενός μηνός, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 3.272 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 69.869,26 ευρώ. 6) Στην ... τον Δεκέμβριο του έτους 2000 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 10.000.000 δρχ. ή 29.347,02 ευρώ που χορήγησαν στον εγκαλούντα, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 5% μηνιαίως, δηλαδή 1.725.000 δρχ. ή 5.062,36 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 5.062,36 ευρώ για τόκους ενός μηνός, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 5.062,36 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 94.486,42 ευρώ. 7) Στην ... τον Ιανουάριο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό άνω του 5% μηνιαίως, δηλαδή 1.975.000 δρχ. ή 5.796,03 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2001 έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 28.980,15 ευρώ για τόκους (5 μήνες x 5.796,03 ευρώ = 28.980,15 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 28.980,15 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 69.215,70 ευρώ. 8) Στην ... τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 7.500.000 δρχ. ή 22.010,27 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 2.275.000 δρχ. ή 6.676,44 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2001 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 13.352,88 ευρώ για τόκους (2 μήνες x 6.676,44 ευρώ = 13.352,88 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 13.352,88 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 79.393,21 ευρώ. 9) Στην ... τον Αύγουστο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών,ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 2.475.000 δρχ. ή 7.263,38 ευρώ το μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2001 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 7.263,38 ευρώ για τόκους ενός μηνός, εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν της καταβολής εκ 7.263,38 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 87.612,69 ευρώ. 10) Στην ... τον Σεπτέμβριο του έτους 2001 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 17.000.000 δρχ. ή 49.889,94 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 3.155.000 δρχ. ή 9.258,98 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 2001 έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2002 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 64.812,86 ευρώ για τόκους (7 μήνες x 9.258,98 ευρώ - 64.812,86 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 64.812,86 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 87.428,36 ευρώ. 11) Στην ... τον Μάρτιο του έτους 2002 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή δύο (2) νέων δανείων εκ 15.803 ευρώ και 48.888 ευρώ αντιστοίχως, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 11.845,98 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2002 έως και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 106.613,82 ευρώ για τόκους (9 μήνες x 11.845,98 ευρώ = 106.613,82 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν των καταβολών εκ 106.613,83 ευρώ, έπρεπε να είχε περιοριστεί σε 30.646,92 ευρώ. 12) Στην ... τον Ιανουάριο του έτους 2003 οι εκκαλούντες κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, που είχε λάβει από αυτούς ο εγκαλών, ως και κατά την παροχή νέου δανείου, ύψους 10.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% έως 5% μηνιαίως, δηλαδή 14.000 ευρώ τον μήνα, δηλαδή τόκο που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2003 έως και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2003 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 168.000 ευρώ για τόκους (12 μήνες x 14.000 ευρώ = 168.000 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν της καταβολής του μηνός Μαρτίου 2003, είχε εξοφληθεί ολοσχερώς από τον εγκαλούντα, ενώ οι εκκαλούντες εισέπραξαν αχρεωστήτως καταβολές εννέα (9) μηνών, δηλαδή ποσό 14.000 x 9 =126.000 ευρώ. 13) Στην ... στις 7-1-2004 οι εκκαλούντες, κατά την υποτιθέμενη παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, τα οποία, κατά τα προρρηθέντα, είχαν εξοφληθεί από μήνα Μάρτιο του έτους 2003 ως και κατά την παροχή νέου δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 30.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% μηνιαίως, υποτίθεται για το σύνολο των δανείων, εκ ποσού 277.170 ευρώ, δηλαδή 15.200 ευρώ το μήνα, τόκος που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004 κατέβαλε στους εκκαλούντες το ποσό των 15.200 ευρώ για τόκους ενός (1) μηνός, επακολουθώντας να τους οφείλει υποτίθεται το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα ανωτέρω είχε εξοφληθεί πλήρως, ενώ ο εγκαλών στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν της καταβολής εκ 15.200 ευρώ, όφειλε μόνο μέρος του τελευταίου δανείου και δή ποσό 14.954,09 ευρώ. 14) Στην ... τον Φεβρουάριο του έτους 2004, οι εκκαλούντες κατά την υποτιθέμενη παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, τα οποία, κατά τα προρρηθέντα, είχαν εξοφληθεί πλήρως από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003, ως και κατά την παροχή νέου δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 50.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% μηνιαίως, υποτίθεται για το σύνολο των δανείων, εκ 357.170 ευρώ, δηλαδή 17.200 ευρώ το μήνα, τόκος που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και Σεπτέμβριο του έτους 2004, κατέβαλε στους εκκαλούντες, το συνολικό ποσό των 137.600 ευρώ για τόκους υποτίθεται (8) μηνών (8 μήνες x 17.200.ευρώ = 137.600 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει υποτίθεται το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων, των οποίων το ποσό, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είχε εξοφληθεί από τον εγκαλούντα. Όμως, παρότι ο εγκαλών, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου κατόπιν και της καταβολής του μηνός Μαΐου 2004 είχε εξοφλήσει και το τελευταίο δάνειο των 50.000 ευρώ, εν τούτοις οι εκκαλούντες εισέπραξαν αχρεωστήτως από αυτόν και το ποσό των 68.800 ευρώ (17.200 ευρώ x 4 μήνες = 68.800 ευρώ), παρότι αυτοί γνώριζαν ότι δεν είχαν, κατά νόμο, τέτοιο δικαίωμα. 15) Στην ... τον Οκτώβριο του έτους 2004, οι εκκαλούντες, κατά την υποτιθέμενη παράταση της προθεσμίας πληρωμής των παραπάνω δανείων, αν και γνώριζαν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ότι τα δάνεια αυτά είχαν εξοφληθεί από τον εγκαλούντα από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003, ενώ το δάνειο του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2004 είχε εξοφληθεί από τον ίδιο από τον μήνα Μάιο του έτους 2004, εν τούτοις αυτοί κατά την παροχή νέου δανείου στον εγκαλούντα, ύψους 50.000 ευρώ, συνομολόγησαν για τον εαυτό τους επιτόκιο με ποσοστό 4% μηνιαίως, υποτίθεται για το σύνολο των δανείων εκ ποσού 407.170 ευρώ, δηλαδή 19.200 ευρώ το μήνα, τόκος που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής, ο εγκαλών κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο του έτους 2004 έως και Φεβρουάριο του έτους 2005 κατέβαλε στους εκκαλούντες το συνολικό ποσό των 96.000 ευρώ για τόκους υποτίθεται (5) μηνών (5 μήνες x 19.200 ευρώ = 96.000 ευρώ), εξακολουθώντας να τους οφείλει υποτίθεται το συνολικό κεφάλαιο όλων των δανείων (407.170 ευρώ), παρότι το ποσό αυτό, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είχε εξοφληθεί πλήρως από τον εγκαλούντα. Παρότι δε ο εγκαλών, σύμφωνα με τα νόμιμα αντιστοιχούντα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου, κατόπιν και της καταβολής του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2004 είχε εξοφλήσει και το τελευταίο δάνειο των 50.000 ευρώ, εν τούτοις οι εκκαλούντες εισέπραξαν αχρεωστήτως από αυτόν και το ποσό των 38.400 ευρώ (19.200 ευρώ χ 2 μήνες = 38.400 ευρώ), παρότι αυτοί γνώριζαν ότι δεν είχαν, κατά νόμο, τέτοιο δικαίωμα και 16) στην ... στις 15-4-2005, οι εκκαλούντες για τόκους υποτίθεται του ως άνω συνολικού ποσού οφειλής των 407.170 ευρώ, το οποίο, κατά τα προρρηθέντα, είχε εξοφληθεί πλήρως από τον εγκαλούντα, εισέπραξαν αχρεωστήτως από αυτόν και το ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ ο δεύτερος των εκκαλούντων, Χ1 τον Μάρτιο του έτους 2005 είχε επιχειρήσει να εκβιάσει τον εγκαλούντα (Ψ), προκειμένου να τους καταβάλει αχρεωστήτως και το ποσό των 150.000 ευρώ, χωρίς όμως και να το επιτύχει για τους ειδικότερους λόγους που εκτίθενται παρακάτω. Τις παραπάνω δε πράξεις της τοκογλυφίας τέλεσαν οι εκκαλούντες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της τοκογλυφίας, αλλά και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν......και τα εξής πραγματικά περιστατικά: Τον Μάρτιο του έτους 2005, ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος (Χ1) μετέβη στο κατάστημα του εγκαλούντος (Ψ), που βρισκόταν τότε στα ... και απείλησε τον εγκαλούντα ότι θα τον καταστρέψει, εννοώντας ότι θα σφράγιζε τις επιταγές που είχε στην κατοχή του, εάν αυτός (εγκαλών) δεν του κατέβαλε άμεσα το ποσό των 150.000 ευρώ, ως τοκογλυφικό αντάλλαγμα για συνολικό ποσό δανείων 407.170 ευρώ, ποσό που όμως είχε εξοφληθεί από τον εγκαλούντα, σύμφωνα με τα νόμιμα ποσοστά του δικαιοπρακτικού τόκου. Η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από την βούληση του και συγκεκριμένα, επειδή ο εγκαλών αδυνατώντας να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό δεν ενέδωσε στην εκβιαστική του πρόταση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις προς στήριξη των κατά των κατηγορουμένων κατηγοριών (κακουργήματος και πλημμελήματος) επ' ακροατηρίου, για τοκογλυφία σε βαθμό κακουργήματος, κατά συναυτουργία και για απόπειρα πλημμεληματικής εκβιάσεως (σε βάρος μόνο του Χ1), απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις υπ'αριθμ. 649 και 650/15.12.2008 εφέσεις τους και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 3461/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (προβαίνοντας άμα σε επιτρεπτή διόρθωση και συμπλήρωση της απόπειρας εκβιάσεως), με το οποίο παραπέμφθησαν να δικασθούν για τις ως άνω δύο αξιόποινες πράξεις στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, ....., 94 παρ. 1, 385 παρ. 1 εδ. γ' και 404 παρ. 2α και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) η αιτίαση των αναιρεσειόντωνν ότι δεν υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ρητά αναφέρεται στο πληττόμενο βούλευμα κατά πιστή μεταφορά "....καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της τοκογλυφίας, αλλά και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως αυτής προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της τοκογλυφίας ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους" (βλ. τέλος 26ης σελίδας του πληττομένου βουλεύματος) και β) όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αμφισβήτησή τους ότι ο εγκαλών Ψ δεν είχε ανάγκη συνάψεως δανείων με αυτούς λόγω της μεγάλης οικονομικής άνεσής του, του ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ τους κάποιο δάνειο τον Ιανουάριο του 2000, του ότι δεν υπάρχουν στοιχεία περί καταβολής από τον εγκαλούντα επιτοκίου που υπερβαίνει το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό και του ότι δεν αξιοποιήθηκαν από το Συμβούλιο οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και στην ουσία της υπόθεσης, οι οποίες, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλονται απαραδέκτως, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου για την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των παραδοχών του ως προς την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων σε βάρος των κατηγορουμένων. Επομένω;ς, ο από το άρυρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης των δύο κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης με τον οποίον προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις υπ'αριθμ. 14 και 15/3 Φεβρουαρίου 2010 αιτήσεις των: 1) Χ2 και 2) Χ1, αντίστοιχα, κατοίκων ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2609/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά συναυτουργία. Απόπειρα πλημμεληματικής εκβίασης. Παραπεμπτικό βούλευμα. Απόρριψη κατ' ουσίαν των εφέσεων κατ' αυτού. Αιτήσεις αναίρεσης κατά του απορρίψαντος τις εφέσεις βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για έλλειψη αιτιολογίας. Είναι απαράδεκτες οι αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Απόρριψη αιτήσεων αναιρέσεων για τον ως άνω λόγο αναίρεσης ως αβασίμου.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Απόπειρα, Συναυτουργία, Εκβίαση, Τοκογλυφία.
0
Αριθμός 1769/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούμενους τους: 1. Χ1, Εφέτη Αθηνών, 2. Χ2, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 3. Χ3, Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, 4. Χ4, Αρεοπαγίτη, 5. Χ5, τέως Εφέτη, 6. Χ6, τέως Αντεισαγγελέα Εφετών, 7. Χ7, Εφέτη Αθηνών και 8. Χ8, Εφέτη Αθηνών. Με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο .... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 509/15-6-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 801/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 322/4-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Ψ υπέβαλε την από 11-10-2007 αίτηση-αναφορά-έγκληση και κατά των δικαστών που συνέπραξαν στην έκδοση των υπ'αριθμ. 2957/2005 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [=Χ4, Χ7, Χ1 και του Εισαγγελέα Εφετών Χ6 ] και 3764/2005 [=Χ3, Χ5, Χ8 και του Εισαγγελέα Εφετών Χ2 ] αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως επίσης κατά των δικαστών και Εισαγγελέα, που συνέπραξαν, στην έκδοση του υπ'αριθμ. 4877/2004 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Επί της άνω εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών η υπ'αριθμ. ΕΓ 34-08/5/2Δ/10 διάταξη του [ Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ]. Κατ'αυτής ο ανωτέρω άσκησε την υπ'αριθμ. 291/2010 προσφυγή επί της οποίας αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, ενόψει των άρθρων 136 εδ. ε, 137 εδ. γ ΚΠοινΔ - δεδομένου ότι καταγγελλόμενοι Χ7, Χ1, Χ3, Χ8 και ο Χ2 είναι και δικαστικοί λειτουργοί που υπηρετούν στο Εφετείο-Εισαγγελία Εφετών Αθηνών [ όπου συν-υπηρετεί και ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών ] και δεδομένου ότι η παραπομπή περιλαμβάνει και το στάδιο της προδικασίας, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της ασκήσεως της ποινικής δίωξης, αφορά δε, λόγω συναφείας, όλους τους καταγγελλόμενους. 'Ετσι πρέπει η σχετική δικογραφία να διαβιβαστεί στις δικαστικές υπηρεσίες του Εφετείου-Πρωτοδικείου Πειραιώς για να αποφανθούν επί της υπό κρίση προσφυγής [ και ενδεχομένως περαιτέρω δικαστικών ενεργειών ] ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως η κρίση επί της υπ'αριθμ. 291/2010 προσφυγής του Ψ κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ34-08/5/2Δ/10 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπεμφθεί στις δικαστικές αρχές του Εφετείου [και Πρωτοδικείου ] Πειραιά. Αθήνα 16-9-2010 Ο Αντεισαγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ γ' ΚΠΔ συνάγεται, ότι, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, που έχει το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και ανώτερο και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το αρμόδιο αυτό δικαστήριο σε άλλο του ίδιου και ίσου βαθμού δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο προκύπτει, ότι, η παραπομπή της υπόθεσης, πρέπει να γίνεται όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατά το στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η άσκηση της ποινικής δίωξης αφού και γι' αυτό συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι, με την ΕΓ 34-08/5/2Δ/10 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η από 11-10-2007 έγκληση - αναφορά του Ψ, κατά δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών, οι περισσότεροι των οποίων υπηρετούν στο Εφετείο και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε την με αριθ. 291/2010 προσφυγή του, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ανακύπτει συνεπώς ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω του ότι οι ανωτέρω εγκαλούμενοι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί υπηρετούν στο Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η με αριθ. 509/15-6-2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και ορισθεί αρμόδιος, να αποφανθεί επί της προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά καθώς και οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά ως και οι αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της 291/2010 προσφυγής του Ψ, κατοίκου ..., κατά της ΕΓ 34-08/5/2Δ/10 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιά και τις αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Προσφυγή κατά απορριψάσης την αίτηση - εξήγηση κατά δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν στο Εφετείο - Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Παραπομπή της από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά και στις εκεί αρμόδιες δικαστικές - εισαγγελικές αρχές.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
2
Αριθμός 1770/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21.07.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 10071/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 543/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 343 εδ.α'του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο δημόσιος υπάλληλος που ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο που εξαρτάται υπηρεσιακά από αυτόν εκμεταλλευόμενος αυτή τη σχέση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως δημόσιος υπάλληλος νοείται εκείνος στον οποίο κατά το άρθρο 13 εδ. α' του αυτού ΠΚ έχει ανατεθεί νόμιμα έστω και προσωρινά, η άσκηση δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή υπηρεσίας. Εξάλλου, εκμετάλλευση της υπηρεσιακής σχέσεως, στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται ακόμη και η εμμέσως έστω και σιωπηρώς ασκουμένης, ως εκ της ιδιότητας και της εξουσίας του υπαιτίου. Συνεπώς, όταν υπάρχουν οι από την προαναφερόμενη διάταξη απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, του από αυτές προβλεπόμενου εγκλήματος της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας, ιδίως δε η ιδιότητα του υπαιτίου ως δημόσιου υπαλλήλου και του παθόντος ως υπηρεσιακώς από αυτόν εξαρτημένου, το Δικαστήριο καταλήγει σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου η επιβεβλημένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελίωναν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (ΟλΑΠ 7/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 10071/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατατάχθηκε στο Σώμα της πρώην Αστυνομίας πόλεων την 6-10-1983 και από την 31-8-1999 υπηρετεί το τμήμα αλλοδαπών Αθηνών, με το βαθμό του Αρχιφύλακα. Στις 17-6-2003 ο κατηγορούμενος είχε διατεθεί να εκτελέσει υπηρεσία μεταγωγής προς απέλαση δυο αλλοδαπών γυναικών, που εκρατούντο, ήτοι της Θ και Τ που ήταν ρωσικής καταγωγής και υπηκοότητας. Την εν λόγω υπηρεσία θα εκτελούσε μαζί με τον Αστυφύλακα μάρτυρα Ε, αποσπασμένο προσωρινά στο τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, ο οποίος θα ήταν οδηγός του οχήματος με το οποίο θα εκτελούνταν η μεταφορά, η απέλαση δε είχε διαταχθεί με τις υπ'αριθμ. 255730/1-β/2003 και 255683/1-β/2003 αποφάσεις του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, όπως και η εξακολούθηση της κρατήσεώς τους μέχρι την εκτέλεση της απέλασης που θα πραγματοποιούνταν στις 17-6-2003 ώρα 9.45' από το αεροδρόμιο "...". Την προλεχθείσα ημερομηνία ο κατηγορούμενος και ο μάρτυρας αστυφύλακας Ε επιβιβάσθηκαν περί ώρα 6,05'στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο που όπως αναφέρθηκε οδηγούσε ο τελευταίος και κατευθύνθηκαν προς τα κρατητήρια της ... από όπου παρέλαβαν τις παραπάνω αλλοδαπές προκειμένου να εκτελεσθεί η απέλασή τους. Σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από τα κρατητήρια και ενώ κατευθύνονταν προς το αεροδρόμιο, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον συνάδελφό του οδηγό του οχήματος να σταματήσει, πράγμα το οποίο αυτός έκαμε και μεταφέρθηκε (ο κατηγορούμενος) στα πίσω καθίσματα, υπέδειξε δε στη νεαρότερη κρατούμενη, η οποία αντέδρασε, να καθίσει στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού όπως και έγινε. Έτσι ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο πίσω κάθισμα μαζί με την κρατούμενη αλλοδαπή Τ και έδωσε εντολή στον συνάδελφό του οδηγό να συνεχίσει την πορεία του. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο κατηγορούμενος αναφέροντας ότι δήθεν είχε τα γενέθλιά του, άνοιξε ένα μπουκάλι ουΐσκυ το οποίο έφερε μαζί του από την αρχή της διαδρομής, και πώς παρατήρησε ο μάρτυρας οδηγός από το καθρεπτάκι του αυτοκινήτου, άρχισε να πίνει μαζί με την κρατούμενη αλλοδαπή, να τη θωπεύει και να τη φιλά. Κατά το χρόνο που έφθασαν στην έξοδο της Αττικής Οδού προς ..., ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον οδηγό συνάδελφό του να στρίψει αριστερά με κατεύθυνση τα ... και να κινείται αργά μέχρι να εντοπίσει ένα χωματόδρομο. Σε απόσταση περίπου 300 μέτρων, εντόπισε ένα χωματόδρομο όπου του είπε - να σταματήσει, και αφού πάρει την άλλη αλλοδαπή κρατούμενη μαζί του, να τον περιμένει παρακάτω, εκτός του αυτοκινήτου, γιατί ήθελε να έρθει σε ερωτική συνεύρεση με την αλλοδαπή μέσα στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο, όπως και πράγματι έγινε εκμεταλλευόμενος την υπηρεσιακή σχέση που υπήρχε μεταξύ αυτού και της κρατούμενης αλλοδαπής. Μετά το πέρας της ερωτικής συνεύρεσης, ο κατηγορούμενος κάλεσε τον συνάδελφό του να μπει και πάλι στο υπηρεσιακό όχημα μαζί με την άλλη κρατούμενη αλλοδαπή και συνέχισαν την πορεία τους προς το αεροδρόμιο, όπου πραγματοποιήθηκε η απέλαση των αλλοδαπών γυναικών. Μετά την επιστροφή τους στην υπηρεσία ο μάρτυρας αστυφύλακας Ε ενημέρωσε αμέσως τους προϊσταμένους του, και ενεργήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου Ένορκη Διοικητική Εξέταση με την πρόταση της παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθυπαστυνόμων - Αρχιφυλάκων -Αστυφυλάκων με το ερώτημα της επιβολής της ποινής της "Απόταξης" για την ανωτέρω συμπεριφορά του. Τα όσα ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος πρωτοδίκως, αρνούμενος την κατηγορία και αποδίδοντας τα όσα κατέθεσε ο Ε σε λόγους αντεκδικήσεως, επειδή λόγω της απειθαρχίας του εισηγήθηκε στον αρμόδιο προϊστάμενο του τμήματος Π (Ανθυπαστυνόμο) την μείωση των "ρεπό" του, δεν αποδείχθηκαν βάσιμα, διότι δεν επιβεβαιώνονται από καμία μαρτυρική κατάθεση ή έγγραφο. Αντίθετα, τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας Ε επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων συναδέλφων του στο παρόν Δικαστήριο. Ακόμα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την καταγγελία του άνω περιστατικού ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό επιτήρηση κατά τη διάρκεια νέας μεταγωγής αλλοδαπών γυναικών προς το αεροδρόμιο, στην οποία συμμετείχε ως συνοδός μαζί με το συνάδελφό του ... στις 19-6-2003 κατά την οποία είχαν παρεκκλίνει της προγραμματισμένης διαδρομής, είχαν εξέλθει με τις αλλοδαπές από το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και κάθισαν σε βραχώδη απομονωμένη παραλία της περιοχής .... Στη συνέχεια επιβιβάσθηκαν και πάλι στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς την παραλιακή οδό, όπου τους σταμάτησαν οι συνάδελφοί τους αστυνομικοί και σε σωματική έρευνα που πραγματοποιήθηκε, βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου και κατασχέθηκαν όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα από 19-6-2003 σχετική έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης δυο χειρόγραφα σημειώματα, στα οποία ήταν γραμμένες φράσεις ερωτικού περιεχομένου, προκειμένου να προχωρήσει κάποιος σε ερωτική συνεύρεση με γυναίκα, στην πολωνική και ελληνική γλώσσα καθώς επίσης και παρόμοιες φράσεις στη βουλγαρική και γιουγκοσλαβική γλώσσα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της ασέλγειας τελεσθείσας με κατάχρηση εξουσίας, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στο διατακτικό. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα που υποβλήθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου για αναβολή της υποθέσεως προκειμένου να προσέλθει μάρτυρας υπερασπίσεως, εν όψει όλων όσων παραπάνω αποδείχθηκαν. Τούτο δε διότι, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία κα τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο, δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου. Εξ' άλλου, ο κατηγορούμενος με δική του φροντίδα και επιμέλεια έχει υποχρέωση να προσάγει τους μάρτυρές του". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο όπου απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δικής τον κήρυξε ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας που τέλεσε με κατάχρηση εξουσίας και του επέβαλε ποινή φυλάκισης, δυο ( 2 ) ετών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία ( 3 ) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.ΐα, 27 και 343 εδ α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Έξάλλου την ίδια απόφαση περιέχει στο τέλος του σκεπτικού της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δικής στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προκειμένου να προσέλθει μάρτυρας υπεράσπισης του (βλ. σελ. 7η του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. δ'και ε'του ΚΠοινΔ λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 343 εδ.α'του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των άρθρων 31, 170 § 2, 173 § 1 και 174 § 1 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η σχετική ακυρότητα η οποία δημιουργείται, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την ανάγνωση και τη στη συνέχεια λήψη της υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η έκθεση του πορίσματος της ένορκης διοικητικής εξέτασης ( ΕΔΕ ) που διενεργήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου, δεν ιδρύει το σχετικό λόγο αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά καλύπτεται αν δεν προταθεί μέχρι πέρατος της διαδικασίας στο δεύτερο βαθμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δευτοροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο αναγνώσθηκε μεταξύ των λοιπών εγγράφων η έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης (υπ'αριθμ. 20 έγγραφο) και όχι ξεχωριστά κάποια κατάθεση ή απολογία του αναιρεσείοντος, ο δε εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος του ... δεν πρόβαλε κάποια αντίρρηση (βλ. σελ. 4η των πρακτικών). Επομένως η σχετική ακυρότητα που δημιουργήθηκε από την ανάγνωση της ως άνω έκθεσης του πορίσματος της ΕΔΕ καλύφθηκε και εντεύθεν ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά απ' όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Ψ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 10071/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ( 220 ) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 18 Νοεμβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 18 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αιτήματος κατηγορουμένου αναβολής της δίκης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 343 εδ. α΄ ΠΚ και για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη όλων των παραπάνω λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης συνολικά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Ασέλγεια με κατάχρηση εξουσίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1766/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ψαλτήρα, περί αναιρέσεως της 10845/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Φ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 528/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρ. 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος, γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει, ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν, ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσο δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 10.845/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 12-12-1996 ο Ν. Σ. κατέθεσε μήνυση κατά των α) Ι. Γ., ως διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε." και β) Π. Α., ως διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.". Στην εν λόγω μήνυση εξέθετε ότι στις 28-11-95 παρέδωσε στον κατηγορούμενο Ι. Π., που τον γνώριζε ως συνεργάτη των πιο πάνω εταιρειών, 6.700.000 δρχ. για να πιστώσει τον χρηματιστηριακό κωδικό που είχε στην "ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ", πλην όμως, όπως του δήλωσε ο τελευταίος (Ι. Π.), με τα χρήματα αυτά, κατά σύσταση του Ι. Γ., πλήρωσε για λογαριασμό της ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ, με την οποία συνεργάζονταν ο Ι. Γ. και ο Ι. Π.ς, πελάτες της εν λόγω εταιρείας. Στα πλαίσια τακτικής ανάκρισης για την πιο πάνω πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, ο κατηγορούμενος, στις 20-1-2003, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ανακριτή Πλημ/κών Αθηνών του 5ου τακτικού τμήματος, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: "... Εγώ πράγματι τον Νοέμβριο του 1995 εισέπραξα από τον Σ. Ν. το ποσό των 6.700.000 δρχ. για αγορά μετοχών μέσω της ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Φ. Φ. μου έδωσε τηλεφωνικώς την εντολή με τα χρήματα αυτά να εξοφλήσω οφειλές της πιο πάνω εταιρείας προς πελάτες από πιστωτικά υπόλοιπα πελατών και συγκεκριμένα τους Γ. Γ., Κ. Γ. και Α. Ρ. ..." . Το γεγονός αυτό, ότι δηλ. ο Φ. Φ. (εγκαλών) του έδωσε τηλεφωνικώς την εντολή να εξοφλήσει οφειλές της "ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ" προς τους αναφερόμενους πελάτες αυτής με το ποσό των 6.700.000 δρχ., που εισέπραξε ο κατηγορούμενος από τον Σ. Ν., ήταν ψευδές και το γνώριζε ο κατηγορούμενος. Τότε, δηλ. το Νοέμβριο του 1995 δεν γνώριζε τον εγκαλούντα Φ. Φ. και δεν είχε καμία τηλεφωνική επικοινωνία με αυτόν. Εξάλλου ο κατηγορούμενος δεν είχε συνάψει καμία σύμβαση συνεργασίας με την "ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ". Τέτοια σύμβαση είχε υπογράψει ο Ι. Γ. για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.". Ο κατηγορούμενος συνεργαζόταν με τον Ι. Γ. και την εταιρεία του. Ο ίδιος ήταν ασφαλιστής της εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και, προκειμένου να πείσει τους πελάτες του να του παραδώσουν χρήματα για επένδυση παρουσιαζόταν ως διαμεσολαβητής χρηματιστηριακών συναλλαγών και εκπρόσωπος της "ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ" στην ..., συντάσσοντας και υπογράφοντας ιδιωτικά συμφωνητικά με πελάτες του, στα οποία εμφάνιζε, κατόπιν άδειας προφανώς του νόμιμου παραγωγού Ι. Γ. ως εκπροσώπου της πιο πάνω εταιρείας, την "ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ" ως δήθεν αντισυμβαλλομένη τους και τον εαυτό του ως νόμιμο δήθεν εκπρόσωπό της με εξουσία να την δεσμεύει με την υπογραφή του. Εξάλλου σε ανύποπτο χρόνο και δη το έτος 1996, με την από 30-9-1996 έγγραφη δήλωσή του, ο κατηγορούμενος δήλωσε σχετικά με το ποσό των 6.700.000 δρχ. τα εξής: "Κατά σύσταση και προτροπή του κ. Ι. Γ. επλήρωσα με τα χρήματα αυτά (6.700.000 δρχ.) του κ. Ν. τους εξής πελάτες της ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ, στους οποίους η ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ όφειλε χρήματα έπρεπε να τους πληρώσει αλλά δεν είχε μετρητά, λόγω του μεγάλου ανοίγματος που είχε κάνει στην αγορά μετοχών 1) ... Γ. Γ. ... Κ. Γ. ...Ρ. Α.... έστειλα στην ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ τα πρωτότυπα καταθετήρια ... Θεωρώ υπεύθυνη για την επιστροφή των ανωτέρω χρημάτων του κ. Ν. την ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ, γιατί με τα χρήματα του κ. Ν. επλήρωσα ως ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ και όχι ως Π., τους ανωτέρου πελάτες της "ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ". Από το περιεχόμενο αυτό της εν λόγω δήλωσης προκύπτει ότι ο εγκαλών καμία εντολή δεν έδωσε στον κατηγορούμενο σε σχέση με την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, καθόσον το όνομα του εγκαλούντος δεν αναφέρεται πουθενά, πράγμα που δεν θα συνέβαινε εάν ο εγκαλών είχε δώσει πράγματι τη σχετική εντολή. Στη δήλωση αναγράφεται ρητώς ότι την όποια εντολή την έδωσε ο Ι.Γ., διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", η οποία δυνάμει σχετικής σύμβασης συνεργαζόταν με την ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ. Ο κατηγορούμενος συνεργαζόταν με τη σειρά του με τον Ι. Γ. και του εύρισκε στην ουσία πελάτες, οι οποίοι τελικώς επένδυαν στο χρηματιστήριο μέσω της ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ. Οπότε είναι και λογικό αυτό που αναγράφει στη δήλωση, δηλ. την όποια εντολή να την έχει πάρει από τον συνεργάτη του Γ.. Εάν την εντολή την είχε λάβει από τον Φιλίππου θα το ανέφερε στη δήλωση, στην οποία κάνει εκτενή αναφορά στην ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ και την υποχρέωσή της να επιστρέψει αυτή τα χρήματα στον Ν.. Εξάλλου αν αυτό ήταν αληθές ότι ο Φ. Φ., που ήταν διευθύνων σύμβουλος της ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ το 1995 και 1996 θα το ανέφερε από την αρχή και στον Ν. και θα στρεφόταν ο τελευταίος και εναντίον του εγκαλούντος. Για πρώτη φορά ο Π. ανέφερε το όνομα του εγκαλούντος το 2000 σε κατάθεσή του σε Δικαστήριο και στη συνέχεια στην πιο πάνω κατάθεσή του το έτος 2003 πλέον. Το παραπάνω γεγονός, όπως κατατέθηκε, του οποίου έλαβαν γνώση ο ανακριτής, εισαγγελείς, δικαστές και γραμματείς, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν αναληθές και ότι ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, όπως και έγινε. Σε βάρος του εγκαλούντος, με βάση την προαναφερόμενη κατάθεση του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Τελικώς με το υπ' αρ.3309/2004 βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος. Με βάση τα παραπάνω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα των παραπάνω αξιόποινων πράξεων και ειδικότερα, του ότι: "στην ... την 20η Ιανουαρίου 2003 τέλεσε με πρόθεση τα ακόλουθα αδικήματα: Α) Ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα αποκρύπτοντας την αλήθεια. Ειδικότερα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών του 5ου Τακτικού Τμήματος, ο οποίος κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών ενεργούσε κυρία ανάκριση κατά του εγκαλούντος Φ. Φ. του Κ. για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, μετά την υποβολή σε βάρος του μηνύσεως από τον Σ. Ν. αναφορικά με την τύχη ποσού 6.700.000 δραχμών που ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι παρέδωσε στον νυν κατηγορούμενο Ι.Π. ως συνεργάτη της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΑΣΠΙΣ Α.Χ.Ε.) για να πιστωθούν στον χρηματιστηριακό του κωδικό στην ανωτέρω εταιρεία, κατέθεσε ψευδή εν γνώσει της αναληθείας προς υποστήριξη της ανωτέρω μηνύσεως, το κρίσιμο σε περιεχόμενο της καταθέσεώς του έχει ως εξής: "... Εγώ πράγματι τον Νοέμβριο του 1995 εισέπραξα από τον Σ. Ν. το ποσό των 6.700.000 δρχ. για αγορά μετοχών μέσω της ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Φ. Φ. μου έδωσε τηλεφωνικώς την εντολή με τα χρήματα αυτά να εξοφλήσω οφειλές της πιο πάνω εταιρείας προς πελάτες από πιστωτικά υπόλοιπα πελατών και συγκεκριμένα τους Γ. Γ., Κ. Γ. και Α. Ρ. ...". Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο εγκαλών Φ. Φ. του Κ. δεν είχε καμία επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ούτε του έδωσε ποτέ τέτοια εντολή. Ότι φέρεται να έγινε η παράδοση των χρημάτων τον Σ.Ν. στον κατηγορούμενο χωρίς να συνταχθεί απόδειξη εισπράξεως από τον τελευταίο, κατ' ευθεία αντίθεση με την παγία πρακτική, ειδικά για ποσό τέτοιου ύψους εν έτει 1995. Ότι με την από 30-9-1996 δήλωσή του ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε πως την 28-11-1995 παρέλαβε στην ... από το Σ.Ν. το ποσό των 6.700.000 δραχμών και πως κατά σύσταση και προτροπή του Ι.Γ. πλήρωσε με τα χρήματα αυτά πελάτες της "ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ" στους οποίους η εταιρεία όφειλε χρήματα, αλλά δεν είχε μετρητά να τους πληρώσει λόγω του μεγάλου ανοίγματος που είχε κάνει στην αγορά μετοχών, και έτσι έδωσε την 28-11-1995 ποσό 1.095.930 δραχμών στο Γ.Γ., την 27-12-1995 ποσό 1.633.508 δραχμών στο Γ.Κ. και την 29-12-1995 ποσό 4.000.000 δραχμών στην Α.Ρ. . Ότι στην ανωτέρω δήλωση, συνταχθείσα λίγους μήνες μετά την παράδοση του ποσού των 6.700.000 δραχμών, αναφέρθηκε μόνο το όνομα του Ι.Γ., τότε Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας επενδυτικών υπηρεσιών "ΒΟΡΕΙΟ-ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε." και ότι δεν αναφέρθηκε καθόλου το όνομα του εγκαλούντος Φ.Φ. . Ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τότε ούτε το όνομα του εγκαλούντος, ούτε είχαν συνομιλήσει ποτέ τηλεφωνικώς, ούτε είχαν συναντηθεί, αλλά ούτε και έκτοτε συνομίλησαν. Ότι η εταιρεία "ΑΣΠΙΣ Α.Χ.Ε." δεν είχε καμία σχέση συνεργασίας με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ασφαλιστής της εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", αλλά αυτός παρουσίαζε τον εαυτό του ως διαμεσολαβητή χρηματιστηριακών συναλλαγών και ως εκπρόσωπο της "ΑΣΠΙΣ Α.Χ.Ε.) στην ..., προκειμένου να παραπλανήσει τους συντοπίτες του πως ήταν συνεργάτης μιας μεγάλης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας και να τους πείσει να του παραδώσουν τα χρήματά τους δήθεν για να τα επενδύσει στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Ότι για το σκοπό αυτόν συνέτασσε και υπέγραφε ιδιωτικά συμφωνητικά με διάφορους πελάτες του, στα οποία εμφάνιζε την "ΑΣΠΙΣ Α.Χ.Ε.) ως δήθεν αντισυμβαλλόμενή τους και τον εαυτόν του ως νόμιμο δήθεν εκπρόσωπό της, με εξουσία να την δεσμεύει με την υπογραφή του, τα οποία όμως ήταν πλαστά αφού δεν είχε καμία, τέτοια εξουσία ή δικαίωμα. Όλα δε τα ανωτέρω αληθή τα γνώριζε ο κατηγορούμενος, ανέφερε όμως ψευδώς το όνομα του εγκαλούντος ενώπιον του Ανακριτή προκειμένου να αποποιηθεί των δικών του ποινικών ευθυνών. Β) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναληθείας ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα με την ως άνω υπό στοιχ. Α του παρόντος ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών του 5ου Τακτικού Τμήματος, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση Εισαγγελείς, Δικαστές, οι Γραμματείς των Δικαστηρίων, ο Ανακριτής κ.λπ., ισχυρίστηκε για τον ανωτέρω εγκαλούντα Φ.Φ. του Κ. τα υπό στοιχ. Α εκτιθέμενα ψευδή, παρότι γνώριζε πως ήταν ψευδή ως ανωτέρω αναλυτικά εκτίθεται και πως μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 § 2, 224 §§ 2 363-362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 10.845/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, εκπροσωπήθηκε ο κατηγορουμένος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τη χωρίς όρκο κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας (πολιτικώς ενάγοντος), Φ.Φ. του Κ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι α) δεν αιτιολογεί το κίνητρο της ενέργειάς του αυτής, δηλαδή δεν μπορεί να αιτιολογήσει για ποιο λόγο αυτός τα εισέπραξε (τα χρήματα) από ένα πελάτη της χρηματιστηριακής εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ, τον Σ. Ν., να πληρώσει τρεις άλλους πελάτες της χρηματιστηριακής εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ, τους Γ., Κ. και την Ρ.. Επίσης, β) είναι παντελώς αναιτιολόγητα η αναιρεσιβαλλομένη που δέχεται αβασάνιστα ότι το έκανε για να πείσει να του δώσουν χρήματα για επένδυση. Εάν το έκανε για αυτό το σκοπό θα είχε ιδιοποιηθεί τα χρήματα αυτά, κάτι που δεν συνέβη. Και τέλος, γ) αυτός ουδέποτε είπε ή κατέθεσε ότι ο Φ. Φ. είναι υπεξαιρέτης ή ιδιοποιήθηκε τα χρήματα του Ν., ούτε από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει κάτι τέτοιο, ούτε από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ούτε και από την κατάθεσή του, και ως προς το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης η αναιρεσιβαλλόμενη είναι πλήρως αναιτιολόγητη και θα πρέπει ως τέτοια να αναιρεθεί. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται ως λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιοι, εκτός από τα σημεία με τα οποία απαράδεκτα αμφισβητείται, με το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Δικαστηρίου, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, δεν απαιτείται να αναφέρονται τα κίνητρα του δράστη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και εμφανίστηκε εκείνος που την άσκησε, λόγος του άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθμ. Πρωτ. 48/2010 ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης) αίτηση του Ι. Π. του Χ., για αναίρεση της με αριθμό 10.845/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα. Συκοφαντική δυσφήμηση. Έννοια όρων. Πρέπει ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, ψευδή πραγματικά και να υπάρχει άμεσος δόλος ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή και ότι έχει γνώση των αληθών, τα οποία σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Πρέπει η κατάθεση να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις. Το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος. Ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, καθώς και κάθε συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρόν, ή το παρελθόν και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 1765/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 1544/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 10/16 Μαρτίου 2010 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 375/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έλλειψη δε μίας τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και αν μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού της εντελώς τυπικά κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρήσει ακολούθως στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων και μόνον ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενων αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίζει αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας έτσι κατά τα λοιπά την επιβαλλόμενη από τα άρθρο 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων και πολύ περισσότερο όταν το δικαστήριο αγνόησε εντελώς κάποιο αποδεικτικό μέσο. Προκειμένου δε για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας συντρέχει και όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την, από 16 Μαρτίου 2010, ενώπιον της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, αίτησή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 10/2010 έκθεσή του, δήλωσε ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 1544/2009 απόφαση του, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ την 19-2-2010, ως τούτο προκύπτει από τη βεβαίωση της γραμματέα επί του επικυρωμένου φωτοαντιγράφου αυτής, εκήρυξε αθώο τον Χ, για παράβαση καθήκοντος. Και ότι κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκεί αίτηση αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τους εκτιθέμενους στην αίτησή του λόγους. Αυτή (αίτηση), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρ. 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφελεία ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρ. 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρ. 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση, των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρ. 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρ. 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1544/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, ο κατηγορούμενος Χ, κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος, που φέρεται ότι τέλεσε με την ιδιότητα του υπαλλήλου και δή, του Δασάρχη .... Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Σε δημόσια δασική έκταση στη θέση ... του νησιού του ... και σε τμήμα αυτής που αποτελεί διανοιγμένη-ακάλυπτη από βλάστηση- αντιπυρική ζώνη έχει εγκατασταθεί από το έτος 1992 σταθμός βάσης κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας "Panafon- vodafone ΑΕ", αποτελούμενος από σταθερή δομική κατασκευή. Η εγκατάσταση αυτή έγινε νομίμως, μετά την εξασφάλιση όλων των απαιτούμενων αδειών, μεταξύ των οποίων και η από 24.10.2002 εκείνη του Υπουργείου Πολιτισμού, που χορηγήθηκε κατόπιν της προηγηθείσας από 27.8.2002 σύμφωνης γνωμάτευσης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ). Εξάλλου με την υπαριθμό 1916 ΠΕ/9.11.2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής δόθηκε η έγκριση στην εταιρεία ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ να προβεί σε εγκατάσταση, σε αμέσως συνεχόμενη έκταση, ίδιου κατά τα παραπάνω σταθμού της εταιρείας αυτής, με τον όρο της προηγούμενης λήψης όλων των αναγκαίων αδειών. Μετά τούτο το Δασαρχείο ..., δια του κατηγορούμενου Δασάρχη του, χώρησε στην παραχώρηση εδαφικού τμήματος 500 τμ στην τελευταία αυτή (ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ), δυνάμει του από 24.2.2003 πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, κατόπιν δε της από 9.3.2003 αίτησης της (ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ) της χορήγησε (κατηγορούμενος) την υπαριθμό ... άδεια προσωρινής εγκατάστασης αναμεταδότη κινητής τηλεφωνίας, με την τοποθέτηση - εναπόθεση (επί του εδάφους της παραχωρηθείσας έκτασης) πρόχειρης μετακινούμενης κατασκευής. Πράγματι κατά τον ίδιο μήνα η εν λόγω εταιρεία προέβη στην τοποθέτηση στο χώρο αυτό (ακάλυπτο τμήμα της αντιπυρικής ζώνης), πλησίον και παραπλεύρως της ήδη υπάρχουσας νόμιμης και μόνιμης εγκατάστασης (με δομικές σημειωτέο κατασκευές) της εταιρείας "Panafon-vodafone ΑΕ", δυο μεταλλικών κιβωτίων με στερεωμένη κεραία στην οροφή του ενός, χωρίς καμμιά χωματουργική εργασία, αφού η στερέωση τους έγινε με έμπηξη μεταλλικών πελμάτων στο έδαφος, η δε κεραία σταθεροποιήθηκε με συρματόσχοινα, χωρίς καμμιά εκσκαφή ή δομική κατασκευή και συνακόλουθα χωρίς βλάβη ή αλλοίωση του περιβάλλοντος. Και ναι μεν για την απόθεση-απλή τοποθέτηση του σταθμού αυτού δεν χορηγήθηκε η απαιτούμενη άδεια από την Αρχαιολογική Υπηρεσία(η από 20.11.2003 αίτηση της εταιρείας αυτής απορρίφθηκε από την Κστ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, σύμφωνα με το υπαριθμό 334/9.1.2004 έγγραφο της), πλην όμως ο κατηγορούμενος συγγνωστά υπολάμβανε ως εντελώς τυπική τη διαδικασία αυτή και θεωρούσε βεβαία τη χορήγηση της άδειας ως εκ της "ηπιότητας" του σταθμού, ενόψει του ότι για τον εφαπτόμενο και πλέον "επαχθή-βλαπτικό" εκείνο (σταθμό) της ως άνω εταιρείας ("Panafon- vodafone") και τούτο γιατί αποτελείτο από σταθερές δομικές επί του εδάφους κατασκευές-είχε δοθεί η ως άνω νόμιμη άδεια του ΥΠΠΟ. Ανέκυψαν ως εκ τούτου αμφιβολίες γιο το δόλο του κατηγορουμένου παράβασης του υπηρεσιακού καθήκοντός του (με τη χορήγηση της ως άνω άδειας), ακόμη δε περισσότερο για το σκοπό προσπορισμού παράνομης ωφέλειας στην εν λόγω εταιρεία (Στετ Ελλάς) ή βλάβης του Κράτους (σε αρχαιολογικό του χώρο), η δυνατότητα επέλευσης πάντως της οποίας (βλάβης) ήταν και λίαν αμφίβολη, όπως τούτο καταφαίνεται από τη χορηγηθείσα παραπάνω άδεια του ΥΠΠΟ για την εγκατάσταση και λειτουργία του εφαπτόμενου σταθμού της εταιρείας Ρanafoη. Συνεπώς πρέπει αυτός (κατηγορούμενος) να κηρυχθεί αθώος". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο και ειδικότερα του ότι: "Στον ... στις 24/02/ 2003, ο κατηγορούμενος Χ όντας υπάλληλος, παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει το κράτος και πιο συγκεκριμένα, στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο έχων την ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του Δασάρχου ... επέτρεψε δια του από 24/02/2003 πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής, ως και δια της υπ' αριθμ. πρωτ. 503/ 14-03-2003 αποφάσεως του, την από μέρους της εν ... εδρεύουσας εταιρείας τηλεπικοινωνιών με την επωνυμία "ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε", τοποθέτηση εις την θέση " ..., εγκαταστάσεων κινητής τηλεφωνίας εντός δασικής εκτάσεως και πλησίον αρχαιολογικού χώρου, άνευ εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, συμφώνως προς το άρθρον 10 παρ. 3 του Ν. 3028/2002 και άνευ τηρήσεως των όρων [παρ. ΙΙ περ. στ', παρ. ΙΙΙ] της υπ' αριθμ.πρωτ. 1916/ 2-11-2002 αποφάσεως του Γ.Γ. Περιφέρειας Αττικής, δια της οποίας παρείχετο εις την ανωτέρω τηλεπικοινωνιακή εταιρεία άδεια τοποθετήσεως εγκαταστάσεως κεραίας κινητής τηλεφωνίας, υπό τον όρο της από μέρους της εταιρείας εφοδιασμού των αδειών των λοιπών δημοσίων αρχών, επί μη κατοχής δε των αδειών αυτών η ανωτέρω άδεια θα έπαυε να ισχύει, τούτο δε το έπραξε ο κατηγορούμενος αφενός μεν δια να προσπορίσει εις την ανωτέρω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος από την διαχείριση της εν λόγω παρανόμου τοποθετηθείσας εγκαταστάσεως, αφετέρου δε δια να βλάψει το κράτος, δεδομένης της εγκαταστάσεως της πλησίον αρχαιολογικού χώρου". Με αυτά που δέχθηκε η πλειοψηφούσα γνώμη του Εφετείου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και τούτο καθόσον, ενώ κατά τις παραδοχές της στην αρχή του σκεπτικού δέχεται ότι α) η εγκατάσταση της εταιρείας "Panafon- vodafone ΑΕ" στην σ'αυτή προσδιοριζόμενη δασική έκταση έγινε νομίμως, μετά την εξασφάλιση όλων των απαιτουμένων αδειών, μεταξύ των οποίων και η από 24.10.2002 εκείνη του Υπουργείου Πολιτισμού, που χορηγήθηκε κατόπιν προηγηθείσας σύμφωνης γνωμάτευσης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, β) ότι με την απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, δόθηκε η έγκριση στην εταιρεία STET ΕΛΛΑΣ να προβεί σε εγκατάσταση σε αμέσως συνεχόμενη έκταση, δικού της σταθμού, με τον όρο της προηγούμενης λήψης των αναγκαίων αδειών, γ) ότι δεν χορηγήθηκε η απαιτούμενη άδεια από την Αρχαιολογική Υπηρεσία αλλά απορρίφθηκε η από 20.11.2003 αίτηση στης εταιρείας αυτής από την ΚΣΤ Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, δέχεται περαιτέρω, για να καταλήξει στην κρίση ότι υπάρχουν αμφιβολίες για το δόλο του κατηγορουμένου, ότι ο κατηγορούμενος υπολάμβανε συγγνωστά ότι η διαδικασία χορήγησης άδειας ήταν εντελώς τυπική και θεωρούσε βεβαία την χορήγηση της άδειας, στηριζόμενος μόνο στο γεγονός ότι ήταν επαχθέστερη και περισσότερο βλαπτική η εγκατάσταση στο εφαπτόμενο με την έκταση για την οποία ο κατηγορούμενος με απόφασή του επέτρεψε την εγκατάσταση της ως άνω εταιρείας, στοιχείο όμως το οποίο είναι εντελώς ανεπαρκές για να θεμελιωθεί η αθωωτική κρίση της. Και τούτο καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο σκεπτικό αν για την εφαπτόμενη έκταση είχε προηγούμενα απορριφθεί αίτηση της εταιρείας "Panafon- vodafone ΑΕ", τελικά χορηγήθηκε άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού μετά από σύμφωνη γνωμοδότηση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ούτε προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα, το οποίο ο κατηγορούμενος θεωρούσε ότι έπρεπε να παρέλθει μετά την απόρριψη της αιτήσεως από την ΚΣΤ Εφορία για να χορηγηθεί η απαιτούμενη άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού, προκειμένου να κριθεί αν το χρονικό αυτό διάστημα ήταν όντως πολύ μικρό ώστε ν' αποκλεισθεί ο σκοπός οφέλους της εταιρείας STET ΕΛΛΑΣ από την εκμετάλλευση της εγκατάστασης της κινητής τηλεφωνίας. Οι ανωτέρω όμως ασάφειες και τα λογικά κενά στερούν την απόφαση της απαιτούμενης από το άρθρο 139 του ΚΠΔ και το άρθρο 93 του Συντάγματος ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επομένως θεμελιώνεται από την αιτία αυτή ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο μοναδικός από το όρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1544/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση καθήκοντος. Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, που δίκασε κατ' έφεση, με λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, διότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο διέλαβε ασαφή σε αυτή αιτιολογία, που καθιστά δυσχερή τον αναιρετικό έλεγχο και αναιρετέα την απόφαση για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο, ο οποίος κρίνεται βάσιμος. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παράβαση καθήκοντος, Απόφαση αθωωτική.
0
Αριθμός 1764/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α.Μ.του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 26 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 669/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών Δομοκού με αριθμό 27/14-3-2009 από τον κατηγορούμενο, Α.Μ., ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της 28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, καθώς και οι, με το από 26-3-2010 ξεχωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε την αυτή ημέρα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και συντάχθηκε η σχετική περί αυτής έκθεση, πρόσθετοι λόγοι, του αυτού κατηγορουμένου, κατά της άνω αποφάσεως, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 28/2009 απόφαση Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κλοπών κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκαν από δύο ή περισσοτέρους, που είχαν ενωθεί για να διαπράξουν κλοπές ή ληστείες και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Α.Μ. του Γ. είχε ενωθεί με ένα τουλάχιστον ακόμη άτομο, αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, για να διαπράττει κλοπές και έχοντας αυτό το σκοπό εισήλθε με το ανωτέρω άτομο τις νυκτερινές ώρες της 13ης προς 14η Φεβρουαρίου 2000 στην ευρισκόμενη στην ..οικία του Π.Δ. και αφαίρεσε με πρόθεση ιδιοποίησης τα κινητά πράγματα που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και τα οποία ευρέθησαν εντός του πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου ΗYUNDAI, χρώματος πράσινου. Στο εν λόγω αυτοκίνητο είχαν τοποθετηθεί τα πράγματα αυτά από τον κατηγορούμενο και τον άγνωστο συναυτουργό του και εγκαταλείφθηκαν από αυτούς., τόσο τα κλοπιμαία όσο και το αυτοκίνητο, μετά από καταδίωξη από αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Αράχωβας, οι οποίοι θέλησαν να τους ελέγξουν, όταν αντελήφθησαν αυτούς να μεταφέρουν σακκούλες με πράγματα κατά τις νυκτερινές ώρες της παραπάνω ημερομηνίας στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο. Την προαναφερόμενη δε κλοπή ομολόγησε απολογούμενος ο κατηγορούμενος τόσο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου. Περαιτέρω η μέθοδος με την οποία εισήλθαν ο κατηγορούμενος και ο άγνωστος συναυτουργός του στην οικία του ως άνω Π.Δ., συνίσταται στην καταστροφή με διαρρηκτικά εργαλεία του ομφαλού της εξωτερικής πόρτας της οικίας και στο μετά ταύτα άνοιγμα αυτής. Αυτά δε τα διαρρηκτικά εργαλεία ανευρέθησαν εντός μαύρης τσάντας, η οποία ήταν τοποθετημένη κάτω από το κάθισμα του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου (βλ. από 14.2.2000 έκθεση ερεύνης μεταφορικού μέσου και κατασχέσεως). Εξάλλου, ο κατηγορούμενος και ο τουλάχιστον ένας συναυτουργός του, εισήλθαν, χρησιμοποιώντας την ίδια πιο πάνω μέθοδο διάρρηξης, στις 9.1.2000 στην ευρισκόμενη στην ... οικία του Λ.Σ. του Γ., από την οποία αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 17.000.000 δραχμών, ή 49.889,94 ευρώ, καθώς και τα λεπτομερώς μνημονευόμενα στο διατακτικό της παρούσας κοσμήματα, αξίας 1.500.000 δραχμών, όπως επίσης ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΕRRICSSON και ένα βιβλιάριο Ταμιευτηρίου ΕΛΤΑ επ' ονόματι της Α.Σ., συζύγου του ως άνω Λ.Σ.. Η συνολική δε αξία των παρανόμως ιδιοποιηθέντων από την οικία του Λ.Σ.κινητών πραγμάτων και χρημάτων ήταν ιδιαιτέρως μεγάλη, ανερχομένη στο ποσό των 18.500.000 δραχμών ή 54.292 ευρώ περίπου. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της τέλεσης από τον κατηγορούμενο και της προαναφερόμενης κλοπής σε βάρος του Λ.Σ., την οποία ο κατηγορούμενος αρνείται, στηρίζεται ιδίως α) στην μέθοδο διάρρηξης (δράσης) του κατηγορουμένου, η οποία και στις δύο περιπτώσεις είναι η ίδια, δηλαδή είσοδος στην οικία δια καταστροφής του ομφαλού της εξωτερικής πόρτας και στο μετά ταύτα άνοιγμα αυτής, β) στο ότι μετά την σύλληψη του κατηγορουμένου σταμάτησαν οι κλοπές στην περιοχή της ...και στην ευρύτερη περιοχή, και γ) στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του παθόντος Λ.Σ., ο οποίος καταθέτει ότι, όπως πληροφορήθηκε από την αστυνομία, δράστης της σε βάρος του πιο πάνω κλοπής είναι ο κατηγορούμενος. Επιπλέον δε και οι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθείσες ως μάρτυρες Π.Σ.-Τ. και Π.Σ., η πρώτη των οποίων ήταν μισθώτρια διαμερίσματος της πολυόροφης οικοδομής του Λ. Σ. , καταθέτουν ότι την ημέρα που έγινε η εν λόγω κλοπή είδαν δύο άνδρες να κατεβαίνουν τις σκάλες της οικοδομής αυτής και αργότερα διαπίστωσαν την παραβίαση της πόρτας του διαμερίσματος. Η πρώτη δε από αυτές, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε αναγνωρίσει προανακριτικά τον κατηγορούμενο σε φωτογραφία που της είχε επιδειχθεί από την Αστυνομία, ως ένα εκ των δύο προαναφερομένων ανδρών, δηλούσα, όμως, στη συνέχεια ότι "Τώρα μετά από επτά χρόνια δεν θυμάμαι αν ήταν ο κύριος. Ότι άλλο έχω καταθέσει ισχύει". Ενόψει όλων των προαναφερομένων το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της άδικης πράξης της κλοπής κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσης από δύο τουλάχιστον άτομα που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του α) περί του ότι η λαβούσα χώρα σε βάρος του Λ. Σ. κλοπή δεν διεπράχθη από αυτόν, β) περί του ότι οι τελεσθείσες από αυτόν ως άνω κλοπές φέρουν πλημμεληματικό και όχι κακουργηματικό χαρακτήρα, γ) περί του ότι η κατ' αυτού ασκηθείσα για τις πράξεις της κλοπής ασκηθείσα ποινική δίωξη πρέπει να παύσει υφ' όρον, σύμφωνα με το άρθρο 31 § 1 ν. 3346/2005 (χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω υπ' αυτού γιατί πρέπει να συμβεί τούτο) και δ) περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 ε' ΠΚ, ήτοι ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις παραπάνω κλοπές. Η απόρριψη δε της αναγνώρισης της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης γίνεται προεχόντως ενόψει της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού, στον οποίο δεν διαλαμβάνεται σε τι συνίσταται η μετά την τέλεση της πράξης εμφανισθείσα καλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σε κάθε περίπτωση διότι η επικαλούμενη από αυτόν ως επιδειχθείσα καλή συμπεριφορά δεν έλαβε χώρα υπό καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης, αλλά μετά τον εγκλεισμό του στη φυλακή (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 3668/27.2.2009 βεβαίωση του Καταστήματος Κράτησης ...). Πλέον δε τούτων διότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε αυτός έλαβαν χώρα αμέσως μετά την έξοδο του από την φυλακή, στην οποία, και πάλιν είχε εγκλεισθεί για κλοπές, γεγονός που δημιουργεί στο Δικαστήριο την πεποίθηση ότι η συμπεριφορά του εντός αυτής είναι κατ' επίφαση μόνον καλή". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της κλοπής κατ'εξακολούθηση από κοινού με άλλα άτομα με τα οποία είχε ενωθεί για να διαπράττει κλοπές ή ληστείες και ειδικότερα, του ότι: "Στην ... και στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού με άλλα άτομα, η ταυτότητα των οποίων δεν προέκυψε μέχρι σήμερα, με τα οποία είχε ενωθεί για να διαπράττει κλοπές ή ληστείες, αφαίρεσε ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από την κατοχή άλλων με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα : 1) Στις 9-1-2000 και από ώρας 7;00' π.μ. έως 19;00' μ.μ., αφού διέρρηξε την κλειδαριά οικίας ιδιοκτησίας Λ.Σ. του Γ. αφαίρεσε ένα (1) χρυσό δακτυλίδι με άσπρη πέτρα, τρία (3) χρυσά βραχιόλια, μία (1) χρυσή αλυσίδα χειρός, ένα (1) χρυσό ρολόι, δύο (2) χρυσούς σταυρούς, ένα (1) χρυσό μενταγιόν με χρυσή αλυσίδα, ένα (1) ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια, ένα (1) ρολόι χειρός ανδρικό, ένα (1) ρολόι χειρός γυναικείο, ένα (1) μενταγιόν χρυσό σε σχήμα δεκάδραχμου, ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας ΕRICSSON 768, ένα (1) βιβλιάριο Ταμιευτηρίου ΕΑΤΑ. επ' ονόματι της συζύγου του ιδιοκτήτη, Α.Σ., ένα (1) δερμάτινο μπουφάν χρώματος καφέ και 17.000.000 δρχ ή 49.889,94 Ευρώ σε μετρητά τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τα αντικείμενα που αφαίρεσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα από την παραπάνω οικία που διέρρηξε ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα τα αφαιρεθέντα από την ιδιοκτησία Λ.Σ., ήταν 18.500.000 δρχ ή 54.292 Ευρώ περίπου. 2) Από ώρας 10:30 'μ.μ. της 13-2-2000 έως 01;40' π.μ. της 14-2-2000, αφού διέρρηξε την κλειδαριά της κύριας εισόδου της ιδιοκτησίας του Π.Δ. του Δ. στη συνέχεια αφαίρεσε απ' αυτήν (οικία) και ιδιοποιήθηκε παράνομα μία (1) τηλεόραση μάρκας PHILIPS 14 '', ένα (1) μίνι στερεοφωνικό μάρκας PHILIPS με δύο ηχεία, μία (1) κασετίνα μουσικής σε CD, ένα (1) κιτίο περιέχον θερμόμετρο κρασιού, δύο (2) θήκες περιέχουσες τέσσερις και επτά αντίστοιχα κασέτες μουσικής, δεκαοκτώ (18) βιντεοκασέτες, δέκα (10) ρολόγια χειρός πλαστικά μάρκας SWATCH, ένα (1) μεταλλικό ρολόι χειρός μάρκας SWATCH, δέκα πέντε (15) δίσκους μουσικής σε CD, μία (1) θήκη γυαλιών, ένα (1) διακοσμητικό όπλο παλαιού τύπου, τρία (3) καπέλα τύπου τζόκεϊ, ένα (1) ζευγάρι γάντια, ένα (1) μπουφάν μαύρο και ένα (1) μπουφάν αδιάβροχο ιππασίας, τα οποία βρέθηκαν εντός του χώρου των αποσκευών του μισθωμένου από αυτόν υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε.". Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 374δ', σε συνδ. με 372 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 28/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)Λ.Σ. του Γ., 2)Β.Μ. του Α., 3)Δ.Κ.του Κ., 4)Π.Σ.-Τ. και 5)Π.Σ., καθώς και της μάρτυρα υπερασπίσεως Ν.Θ.-Μ.του Ι. . Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Κατ'εκτίμηση του αναιρεσείοντος οι αιτιάσεις α) ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε κρίσιμα έγγραφα που αφορούσαν την ψυχική διαταραχή του και συγκεκριμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την παρακολούθηση από τον αναιρεσείοντα του προγράμματος απεξάρτησης και το απολυτήριο στρατού, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης με τους αριθμούς 13 και 14 αυτών, αντίστοιχα φέρονται ότι έχουν αναγνωσθεί τα παραπάνω έγγραφα, β)ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του στην καταδικαστική του κρίση τα έγγραφα αυτά, αφού από τη μνεία στην αρχή του σκεπτικού μεταξύ των κατά το είδος τους αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και των εγγράφων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελέγχθησαν αυτά απ'αυτό. Οι δε αιτιάσεις του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων ότι δεν εκτιμήθηκαν οι ευνοϊκές για τον αναιρεσείοντα απόψεις των μαρτύρων υπερασπίσεως είναι απαράδεκτες γιατί μ'αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γ)ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα απέρριψε το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (Π.Κ. 84 παρ.2 περ.ε'), καθόσον το άνω Δικαστήριο απέρριψε με αιτιολογημένη σκέψη τον ισχυρισμό αυτό, δεχόμενο ότι η καλή συμπεριφορά του στις φυλακές που επέδειξε, δεν αρκεί για τη συνδρομή του ελαφρυντικού αυτού και μετά την έξοδό του από τις φυλακές, εξετράπη σε αντίστοιχη εγκληματική δραστηριότητα. Κατά το άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται θετική ενέργεια του δράστη, που συνίστανται στην αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος από τη φυσική εξουσία του κατόχου του και τη δημιουργία φυσικής εξουσίας του δράστη, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Κατά δε το άρθρο 374 περ.δ'του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, μεταξύ άλλων, και αν η πράξη τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, ενώ από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της πράξης της κλοπής ως κακουργηματικής πρέπει να συντρέχει περίπτωση κλοπής, όπως αυτή διαγράφεται παραπάνω και επί πλέον μία από τις επιβαρυντικές περιστάσεις της εν λόγω διάταξης του άρθρου 374 ΠΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη της περιπτώσεως δ'αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρόσθετους λόγους, προβάλλει την αιτίαση ότι επειδή το αδίκημα τελέστηκε πριν από την ισχύ του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, που προστέθηκε στο άρθρο 98 ΠΚ, οπότε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος, και συνεπώς πρόκειται για πλημμεληματική κλοπή, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στην οποία είχε συνέργεια συγκυριακά, χωρίς συγκατοχή και φυσική εξουσίαση των πραγμάτων αυτών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος διακεκριμένης κλοπής της ΠΚ 374 περ.δ, σύμφωνα με την οποία, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10)ετών, δηλαδή έχει κακουργηματική μορφή, και "τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες" και όχι σύμφωνα με τη περ.ε'του ιδίου άρθρου, η άρνησή του δε ότι η πράξη του δεν έχει κακουργηματική μορφή, δεν αποτελεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου. Κατά τα λοιπά, προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, για την οποία έγινε λόγος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα, δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, αίτημα για αναγνώριση μειωμένου καταλογισμού, ισχυρισμός που θα ήταν αυτοτελής και, ορθώς το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με αυτό, που δεν είχε άλλωστε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 27/14-3-2009 ενώπιον του Δ/ντή των Φυλακών ...) αίτηση καθώς και τους, με το από 26-3-2010 δικόγραφο, πρόσθετους λόγους του Α.Μ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή κατ' εξακολούθηση από δύο ή περισσότερους, που είχαν ενωθεί για να διαπράττον κλοπές ή ληστείες. Ορθά απορρίφθηκε αίτημα για αναγνώριση μειωμένου καταλογισμού, αφού ο ισχυρισμός δεν ήταν σαφής και ορισμένος και, το Δικαστήριο δε είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού για αναγνώριση καλής συμπεριφοράς, διότι η καλή του συμπεριφορά που επέδειξε στη φυλακή, δεν είναι αρκετή, αφού είναι καταναγκαστική, μετά δε την έξοδό του από τις φυλακές εξετράπη σε εγκληματική δραστηριότητα. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή, Πρόσθετοι λόγοι, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα.
0
Αριθμός 1768/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/27.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 662/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 267/17.9.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 103/3-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... Χ κατά της 3/13-1-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: -Κατά το άρθρο 504 παρ.1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθ. 370 ΚΠΔ)". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ.1 και 504 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που επιβάλλει στον κατηγορούμενο εφέσιμη ποινή δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εκτός αν ο νόμος ορίζει ειδικά κάτι άλλο. Είναι, επομένως, απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης: α) κατά της απόφασης εκείνης κατά της οποίας ο νόμος χορηγεί το ένδικο μέσο της έφεσης και β) κατά της απόφασης εκείνης η οποία έγινε τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης ή την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης ή την απόρριψη της ασκηθείσης έφεσης ως ανυποστήρικτης ή απαράδεκτης. Στην κρινόμενη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά τα της 3/13-1-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Λάρισας, με την οποίαν ο αναιρεσείων, καταδικάσθηκε για απλή συνέργεια σε πώληση ναρκωτικών ουσιών, κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία και κατοχή όπλου, κατά συναυτουργία, σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και τριών μηνών. Η προσβαλλόμενη επομένως απόφαση κατά το χρόνο της εκδόσεώς της ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 489 παρ.1 περ. στ' ΚΠΔ, εκκλητή από τον αναιρεσείοντα και, κατά τα εκτεθέντα, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Το απαράδεκτο τούτο επέρχεται ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος άσκησε στο μεταξύ κατ' αυτής την επιτρεπόμενη έφεσή του. Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο πρέπει να απορρίψει, ως απαράδεκτη, την εισαγόμενη, αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου και να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 €.(άρθρα 476 παρ. 1-2, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όπως αντικ. με αρθρ. 55 §1 του Ν. 3160/2003 , σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης). Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Α) Να απορριφθεί η 103/3-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... Χ κατά της 3/13-1-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 €.Αθήνα 17-9-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 489 § 1 περ. στ' του ΚΠοινΔ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων με αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δυο ετών για κακούργημα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 504§1 του ΚΠοινΔ, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης η απόφαση, η οποία κατά το χρόνο της απαγγελίας της μπορεί να προβληθεί με έφεση... Εξάλλου, κατά το άρθρο 476§1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε κατά αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 03.02.2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3/13.01.2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως έξι ( 6 ) ετών και τριών ( 3 ) μηνών, για τις πράξεις της απλής συνέργειας σε πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία (κακουργήματα) και κατοχή όπλου κατά συναυτουργία (πλημμέλημα). Όπως, όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατά της εν λόγω απόφασης που ήταν εκκλητή ο αναιρεσείων άσκησε την υπ'αριθμ. 3/13.01.2010 έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση και συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά και την τήρηση της από επί το άρθρο 476§1 ΚΠοινΔ προβλεπόμενης διαδικασίας, δηλονότι της πρόσκλησης του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του ως προς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 476§1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση του Χ κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης υποκείμενης όμως σε έφεση, ως απαράδεκτης, μετά την πρόσκληση του αναιρεσείοντος ή συνηγόρου του να προσέλθει στο Δικαστικό Συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 1763/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπασταύρου και 2. Χ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπασταύρου, περί αναιρέσεως της 3058/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, ο οποίος δήλωσε παράσταση στο ακροατήριο ως ενήλικας, κάτοικοι ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βενέτη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 498/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως για τον Χ2 και να γίνει δεκτή για τον Χ1. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3058/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας ανηλίκου από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα και τριάντα μηνών αντίστοιχα. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι στο αιτιολογικό της, διαλαμβάνονται τα εξής: "Από την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν από το Δικαστήριο και αναφέρονται (όλα) στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και από την όλη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 28-5-2005, στη θέση "..." του ... επισυνέβη ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ανηλίκου (ηλικίας 13 ετών) Κ. Ειδικότερα ο ανήλικος, την ανωτέρω ημεροχρονολογία και ώρα 20.00' περίπου, είχε μεταβεί με τον πατέρα του σε παιδική χαρά ευρισκόμενη εντός του ακαλύπτου υπαιθρίου χώρου εστίασης, με τραπέζια και καρέκλες (παραπλεύρως αυτού) της ψαροταβέρνας με την ονομασία "...", που βρισκόταν στην παραπάνω τοποθεσία, ιδιοκτησία του πρώτου κατηγορουμένου Χ2 και στην οποία προσωρινώς υπεύθυνος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1. Το υπαίθριο τμήμα της ταβέρνας που εχρησιμοποιείτο προς κάλυψη των αναγκών του καταστήματος, διαχωριζόταν από το κεντρικό τμήμα της (κατάστημα) από την παραλιακή οδό ευρισκόμενη πλησίον της θαλάσσης στην ενάλια ζώνη του κεντρικού Λιμεναρχείου Ελευσίνος, διαχωριζόμενο από αυτή με κυματοθραύστη (τοιχίο ύψους 0,5 μ. και πλάτους 0,30 μ., πίσω από το οποίο και προς την πλευρά της θάλασσας ήταν τοποθετημένοι τέσσερες σιδηροδοκοί ύψους 2,5 μ. ο καθένας, οι οποίοι προεκτείνοντο και προς το μέρος του χώρου της παιδικής χαράς, φέροντες αντιρρίδα στήριξης από συρματόσχοινο. Επ' αυτών ήταν τοποθετημένο καλώδιο ηλεκτρισμού μήκους 36μ., συνδεδεμένο με λάμπες φωτισμού προς εξυπηρέτηση του προαυλίου χώρου του καταστήματος, όπου υπήρχε και η παιδική χαρά σε απόσταση δύο περίπου μέτρων από τον κυματοθραύστη. Η περιοχή του υπαιθρίου χώρου ηλεκτροδοτείτο από μία υπόγεια ηλεκτρική παροχή (καλώδιο) που ξεκινούσε από τον κεντρικό ηλεκτρικό πίνακα του κεντρικού κτηρίου, διέσχιζε κάθετα το δρόμο, ηλεκτροδοτούσα στη συνέχεια με διακλάδωση τα δύο στέγαστρα, τον περιμετρικό φωτισμό του υπαιθρίου χώρου και την περιοχή προς την θάλασσα και επίσης με διακλάδωση ηλεκτροδοτούσε τα διακοσμητικά παρτέρια με φυτά στον περιβάλλοντα χώρο. Οι κατηγορούμενοι, από αμέλειά τους, κατά παράβαση των κοινώς αποδεκτών κανόνων προς αποφυγή προκλήσεως ατυχήματος (Ηλεκτρολογικές Προδιαγραφές), που προβλέπονται από τους Κανόνες Οδικού Ηλεκτροφωτισμού και του Κανονισμού Εγκαταστάσεως Ηλεκτρικών Έργων (Κ.Ε.Η.Ε.) και χωρίς να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προς αποφυγή ατυχήματος σε βάρος των διερχομένων πλησίον της ως άνω ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως: 1) κατά τις εργασίες εξωτερικής ηλεκτροδοτήσεως, δεν προέβησαν στην κατασκευή φρεατίων για το τράβηγμα των καλωδίων εκατέρωθεν του δρόμου και δεν χρησιμοποίησαν δύο γαλβανισμένους σιδηροσωλήνες διαμέτρου "Φ 2 1/2", αλλά ένα πλαστικό σωλήνα διαμέτρου όχι μεγαλύτερης από "Φ1" τον οποίο τοποθέτησαν σχεδόν επιφανειακά (σε βάθος όχι μεγαλύτερο από 0,10 μέτρα), ενώ το επιβαλλόμενο βάθος τοποθετήσεως σωληνώσεων ήταν το 0,70 μέτρα. 2) Κατά τις εργασίες εξωτερικής διανομής: α) δεν τοποθέτησαν εξωτερικό πίνακα, διανομής "...", δηλαδή πίνακα στεγανό ΙΡ 65, αλλά πραγματοποίησαν τις συνδέσεις, είτε σε μη στεγανά κουτιά, είτε μέσω μονωτικής ταινίας, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται οποιαδήποτε στεγανότητα, β) δεν χρησιμοποίησαν καλώδιο εξωτερικής διανομής στεγανό, δηλ. τύπου ΝΥΥ, αλλά μη στεγανό καλώδιο τύπου ΝΥΜ, γ) δεν χρησιμοποίησαν υπόγεια διαδρομή σωληνώσεων και καλωδίων για την ηλεκτροδότηση των ιστών σε βάθος 0,7μ., αλλά έκαναν την εξωτερική περιμετρική διανομή για τον περιμετρικό φωτισμό της παραλίας εναέρια, για την τροφοδότηση δε με ηλεκτρισμό των φωτιστικών της παιδικής χαράς, χρησιμοποίησαν επιφανειακούς σωλήνες, δ) δεν χρησιμοποίησαν εξωτερικά γυμνό χαλκό γείωσης 25mm2 από τον υπόγειο σωλήνα καλωδίων αλλά ο χρησιμοποιηθείς αγωγός γειώσεως (1,5 mm2) περιεχόταν στο καλώδιο τροφοδοτήσεως και τοποθέτησαν αυτόν μέσα στον υποτυπώδη πλαστικό σωλήνα, ε) δεν τοποθέτησαν τα εναέρια καλώδια του περιμετρικού φωτισμού σε ύψος 3,50 μ. από το έδαφος για την προστασία των πεζών (άρθρο 263 του ΚΕΗΕ), αλλά τοποθέτησαν αυτά σε ύψος 2,30 μ. πάνω από το τοιχίο και στ) δεν εγκατέστησαν τις διακλαδώσεις όσο το δυνατόν εκτός των βρεγμένων χώρων (άρθρο 224 του ΚΕΗΕ), αλλά στο υπαίθριο με μονωτική ταινία. 3) Έκαναν χρήση εξωτερικών σιδηροϊστών περιμετρικού φωτισμού χωρίς να προβούν στη γείωση του μεταλλικού σιδηροϊστού φωτισμού με γυμνό χαλκό γείωσης 6 mm2, με τον κύριο αγωγό γείωσης χωρίς να προβούν στην άμεση γείωση του τερματικού μεταλλικού σιδηροϊστού φωτισμού και χωρίς να τοποθετήσουν στεγανά φωτιστικά σώματα επί των σιδηροϊστών. 4) Δεν συνέδεσαν την ηλεκτρολογική εγκατάσταση της παραλίας με τον υπάρχοντα στον πίνακα του καταστήματος-ψαροταβέρνας, αντιηλεκτροπληξιακό διακόπτη (ρελέ ή απογειωτή διαρροής), ούτε μερίμνησαν για την αποκατάσταση των ως άνω κακοτεχνιών, ενώ προσέτι δεν μερίμνησαν για την επιμελημένη μόνωση του τελικού άκρου του εναερίου καλωδίου, το τελευταίο περίπου μέτρο του οποίου κρεμόταν από την κορυφή κατά μήκος του τελευταίου πασάλου στήριξης αυτού, το οποίο (τελικό άκρο του εναερίου καλωδίου) με τα τρία επιμέρους καλώδια, αυτά χωρίς μόνωση και με γυμνά τα μεταλλικά στοιχεία τους, απείχε 1,70 μ. περίπου από την κορυφή του, διαχωρίζοντας τον υπαίθριο χώρο του ανωτέρω καταστήματος από τη θάλασσα με τοιχίο (κυματοθραύστη). Όλες οι προαναφερθείσες εγκαταστάσεις δεν αποτυπώνονται στο ηλεκτρολογικό σχέδιο εγκατάστασης που είχε υποβληθεί προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί η ψαροταβέρνα. Οι κατηγορούμενοι, καίτοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά τις διατάξεις του Ν.4483/1985 (άρ. 4 και 7) των κανόνων Οδικού Ηλεκτροφωτισμού και του ισχύοντος τότε Κανονισμού κατασκευής Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων (ΚΕΗΕ) να κατασκευάσουν την επέκταση της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, αυτοί, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση να καταβάλουν, παρέλειψαν να ενεργήσουν ως άνω, κατασκεύασαν την εν λόγω επέκταση πρόχειρα, άτεχνα, μη επαγγελματικά, χωρίς την τήρηση των κανόνων της τέχνης και της επιστήμης, ήτο με τις προεκτεθείσες ελλείψεις και κακοτεχνίες, με αποτέλεσμα, συνεπεία αυτών, να υπάρχει διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος από την ηλεκτρολογική εγκατάσταση του υπαιθρίου χώρου και έτσι, όταν ο ανήλικος Κ που βρισκόταν στον, παραπλεύρως του υπαιθρίου χώρου της ψαροταβέρνας χώρο της παιδικής χαράς, ήλθε σε επαφή, με το συρματόσχοινο στήριξης του τελευταίου εκ των τεσσάρων πασάλων επί των οποίων στηριζόταν το εναέριο καλώδιο ηλεκτρισμού, να υποστεί ηλεκτροπληξία, από την οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του αποτέλεσμα το οποίο, από αμέλειά τους, δεν προέβλεψαν και δεν απέτρεψαν. Το ότι ο θάνατος του ανηλίκου προήλθε από ηλεκροπληξία, λόγω της επαφής του με το συρματόσχοινο, αποδεικνύεται αφενός από τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Μ, Μ2 και Μ3, οι οποίες δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των λοιπών μη αυτόπτων μαρτύρων, ούτε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αφετέρου δε από τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες και την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Αθηνών .... Κατά την έκθεση αυτή ο θάνατος του ανηλίκου επήλθε από ηλεκτροπληξία, ενώ ειδικότερα αναφέρεται ότι παρατηρήθηκαν ημικυκλικά εγκαυματικά εντυπώματα κατά την προσθία θωρακική χώρα ως ενά χρήσεως απινιδωτού, βελονονυγμοί άνω άκρων, εγκαυματικές αλλοιώσεις κατά τη δεξιά πηχειοκαρπική άρθρωση και την έσω επιφάνεια των δακτύλων της αριστεράς άκρας χειρός, με υπέγερση των χειλέων, τήξη κεντρικά και αποκόλληση επιδερμίδος, παρέχοντα τους χαρακτήρες σημείων, εισόδου ηλεκτρικού ρεύματος. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο ανήλικος έφερε και σημεία εξόδου του ηλεκτρικού ρεύματος, καθόσον έφερε βελονονυγμούς και στα δύο άκρα, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν όλων αυτών οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας: Α). Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2, ιδιοκτήτη του καταστήματος, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β, 28, 302 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, αναφέρεται αναλυτικά και συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια του αναιρεσείοντος αυτού, ως ιδιοκτήτη καταστήματος, ήτοι ποία συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και όφειλε να πάρει, ως εκ των καθηκόντων του εκ της παραπάνω ιδιότητας του ως ιδιοκτήτη σε λειτουργία ευρισκόμενου καταστήματος ταβέρνας και που προβλέπονται βάσει των διατάξεων των άρθρων 4 και 7 του ν. 4483/1965, των Κανόνων Οδικού Ηλεκτροφωτισμού και του Κανονισμού Εγκαταστάσεων Ηλεκτρικών Έργων, προς αποφυγή προκλήσεως ατυχήματος ηλεκτροπληξίας από καλώδια συστήματος ηλεκτροδοτήσεως υπαίθριου προαυλίου χώρου του καταστήματος, όπου συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα του παθόντος ανηλίκου, από κακοτεχνίες, μη μόνωση καλωδίων ηλεκτροδοτήσεως φωτιστικών, από μη γείωση και εγκατάσταση χωρίς αντιηλεκτροπληξιακό διακόπτη - ρελέ προστασίας, ώστε να αποφευχθεί διαρροή ρεύματος και ηλεκτροπληξία και δη προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες παραλείψεις του κατηγορουμένου αυτού ιδιοκτήτη κατά την ηλεκτρολογική σύνδεση του προαυλίου ανοικτού χώρου με το λοιπό κατάστημα του, η δυνατότητα αυτού να προβλέψει το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα και η μη πρόβλεψη του (μη συνειδητή αμέλεια), η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού και οι ανωτέρω κανόνες δικαίου από τις οποίες πηγάζει αυτή, ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος των άνω παραλείψεών του και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν ο κατηγορούμενος ιδιοκτήτης του καταστήματος είχε λάβει, όπως όφειλε εκ των καθηκόντων του, τα παραπάνω επιβαλλόμενα από το νόμο και προσήκοντα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας και συντήρησης, τα οποία όφειλε να είχε λάβει, και, αν είχε λάβει, ασφαλώς θα απεφεύγετο η ηλεκτροπληξία και ο θάνατος του παθόντος ανηλίκου, ο οποίος ήρθε σε επαφή με το τελικό συρματόσχοινο στήριξης του τελευταίου πασσάλου στήριξης του εναέριου καλωδίου ηλεκτροφωτισμού του προαυλίου χώρου του καταστήματος, στο οποίο υπήρχε διαρροή ρεύματος. Με τις άνω δε παραδοχές, σαφώς αποκρούεται από το Δικαστήριο και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι το εν λόγω ατύχημα και η ηλεκτροπληξία του ανηλίκου, οφείλεται σε απογύμνωση καλωδίου από απρόβλεπτη "λάθρα θραύση και βιαία αποκόλληση κάποιου φωτιστικού φθορίου" από άγνωστο τρίτο πρόσωπο και ότι οφείλεται επομένως σε τυχαίο γεγονός και ανωτέρα βία. Έγινε δε ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάστηκαν ευθέως ούτε εκ πλαγίου, χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις και η απόφαση δε στερείται νομίμου βάσεως και οι σχετικές αιτιάσεις του άνω αναιρεσείοντος Χ2 είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, κατ' εκτίμηση, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ2, είναι απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αυτού αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες. Β). Όσον αφορά όμως τον αναιρεσείοντα Χ1, κηρυχθέντα ένοχο για την ανωτέρω από ηλεκτροπληξία ανθρωποκτονία του ανηλίκου από αμέλεια και αυτού του κατηγορουμένου, ως προσωρινά υπεύθυνου του εν λόγω καταστήματος κατά την ημέρα του ατυχήματος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή και η ευθύνη του εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι αυτός, ήταν απλώς προσωρινά υπεύθυνος του καταστήματος την ημέρα του ατυχήματος, με ιδιοκτήτη του καταστήματος το συγκατηγορούμενο αδελφό του, ενώ οι αποδιδόμενες παραλείψεις αμφοτέρων εντοπίζονται σε αμέλεια τους και δη σε κακοτεχνίες και ελαττωματική κατασκευή της μόνιμης εγκαταστάσεως και συνδέσεως του εξωτερικού δικτύου ηλεκτροδοτήσεως του προαυλίου χώρου του καταστήματος, χωρίς να αναφέρονται άλλα περιστατικά ή παραδοχές ότι και αυτός ήταν, όπως υποστηρίζουν οι πολιτικώς ενάγοντες, πραγματικά συνιδιοκτήτης ή συνεκμεταλλευτής του καταστήματος αυτού, χωρίς ακόμα να εκτίθενται στο αιτιολογικό περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ανάμειξη και αυτού στην όλη επιχείρηση του καταστήματος - ταβέρνας ή τουλάχιστον, ως προσωρινά υπευθύνου, ανάμειξη του στην κατασκευή του ως άνω ελαττωματικού και αντίθετου προς τους κανόνες ασφαλείας και τις νόμιμες προδιαγραφές δικτύου εξωτερικής ηλεκτροδοτήσεως και διανομής στον υπαίθριο χώρο της ταβέρνας, ώστε να ανακύπτουν ευθύνες και αυτού για την ελαττωματική, χωρίς μόνωση και χωρίς τις νόμιμες προδιαγραφές ηλεκτρική εγκατάσταση στον προαύλιο αυτό χώρο του καταστήματος και τη μη καλή συντήρηση και λειτουργία αυτής. Προσθέτως, ενόψει του ότι δεν συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 4 και 7 του ν. 4483/1965, των Κανόνων Οδικού Ηλεκτροφωτισμού και του Κανονισμού Εγκαταστάσεων Ηλεκτρικών Έργων, προς αποφυγή προκλήσεως ατυχήματος ηλεκτροπληξίας από καλώδια συστήματος ηλεκτροδοτήσεως, ευθύνη και των προσωρινά υπευθύνων καταστημάτων προς λήψη προστατευτικών μέτρων ασφαλείας, αλλά ρητά ορίζονται ως υπεύθυνοι και υπόχρεοι προς έλεγχο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων οι ιδιοκτήτες μόνον των εγκαταστάσεων, στο αιτιολογικό δεν εκτίθενται τουλάχιστον πραγματικά περιστατικά, για το χρόνο διάρκειας που ήταν ο κατηγορούμενος αυτός προσωρινά υπεύθυνος του καταστήματος και για την ενημέρωση του και τη γνώση του ότι το τελικό άκρο του εναερίου καλωδίου και τα τρία επί μέρους καλώδια του προαυλίου, ήταν χωρίς μόνωση και με γυμνά τα μεταλλικά στοιχεία τους και ότι παρά τη γνώση του αυτή, δε μερίμνησε, ως εκ των καθηκόντων του ως προσωρινά υπευθύνου του καταστήματος αυτού, για την ενημέρωση του ιδιοκτήτη και για την αποκατάσταση των άνω κακοτεχνιών και την μόνωση των καλωδίων, ώστε να μην υπάρχει διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος και κίνδυνος ηλεκτροπληξίας ανθρώπων, Συνεπώς, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει: α) να απορριφθεί ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 τταρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των δια κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) και β) να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 3058/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Χ1. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, όσον αφορά μόνο τον κατηγορούμενο Χ1, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Απορρίπτει την από 12-3-2010 αίτηση αναιρέσεως, ως προς τον αιτούντα Χ2, περί αναιρέσεως της 3058/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών, και Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα Χ2 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, δια παραλείψεως ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως. Ατύχημα ηλεκτροπληξίας ανηλίκου από ηλεκτρικό καλώδιο ταβέρνας. Έννοια 15 και 302 ΠΚ. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς τον Α' κατηγορούμενο. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ως προς τον Β' κατηγορούμενο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική.
2